Κυριακή 15 Αυγούστου 2021

Η απολεσθείσα γοητεία της απιστίας

Γιατί το εξωσυζυγικό σεξ είναι πλέον απελπιστικά «ασφαλές». Πριν από λίγο καιρό μια 30χρονη γυναίκα μού εξομολογήθηκε πως ένα βράδυ, στο γραφείο του σπιτιού της και ενώ ο άνδρας της έβλεπε «Αθλητική Κυριακή» στο σαλόνι, βρέθηκε να κάνει αχαλίνωτο διαδικτυακό σεξ με έναν άγνωστο «φίλο» στο Facebook.

Δεν διακυβεύτηκε απολύτως τίποτε, ο άνδρας της τής φώναξε τρυφερά «Καληνύχτα, πάω για ύπνο», η δίχρονη κόρη της συνέχισε να κοιμάται μακαρίως στην κούνια της και εκείνη βγήκε λίγο αργότερα στο μπαλκόνι να απλώσει το νυχτερινό πλυντήριο, αναζωογονημένη, αλλά και πεπεισμένη ότι οι στύλοι του γαμήλιου βίου της παρέμεναν ακλόνητοι. Ποσώς έδειχνε να την απασχολεί το γεγονός ότι ουσιαστικά είχε «απατήσει» τον νόμιμο σύζυγό της με έναν άυλο εραστή.

Οι έρευνες και οι φεμινιστικών αποχρώσεων ιστοσελίδες αποφαίνονται ότι οι γυναίκες είναι σήμερα πιο εξοικειωμένες με την έννοια, αλλά και τις τεχνικές της απιστίας. Είναι ο παράγων «infidelity overload» σε (αμερικανικές κυρίως) ταινίες και τηλεοπτικές σειρές (π.χ. «Mad Men»), όπου το σεξ εκτός γάμου είναι πλέον τόσο σύνηθες όσο και τα πιστολίδια στο μίνι μάρκετ. Είναι, επίσης, ο παράγων «ευκαιρίες». Περισσότερες ώρες εκτός σπιτιού, περισσότερα επαγγελματικά ταξίδια, μεγαλύτερη έκθεση στο διαφορετικό. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της αμερικανίδας βιολογικής ανθρωπολόγου Ελεν Φίσερ, οι γυναίκες «είναι λιγότερο παραδοσιακές όσον αφορά τις σχέσεις τους». Ποσοστό 77% των γυναικών που βρίσκονται σε μόνιμη σχέση διατείνονται ότι χρειάζονται τον προσωπικό τους χώρο, σε σχέση με το 58% των ανδρών.

Η βιομηχανία της ανοίκειας αγκαλιάς γνωρίζει σήμερα τεράστια άνθηση, κυρίως χάρη στην τεχνολογία. Και δεν είναι μόνο το Facebook ή οι «εφαρμογές απιστίας» στα κινητά (όπως η CATE, που κάνει αόρατα τα μηνύματα και τις κλήσεις από συγκεκριμένους αριθμούς). Είναι και οι πλείστες ιστοσελίδες που παρέχουν εύκολη πρόσβαση στα εξωζυγικά τετ-α-τετ, ανώνυμα, ανώδυνα και επαρκώς μουλωχτά (το τελευταίο βασικό συστατικό κάθε πανηγυρικής εξόδου από τη μονογαμία). Λίαν ενδεικτικό το σάιτ Ashley Madison, η «πρώτη υπηρεσία παγκοσμίως εξωσυζυγικών ραντεβού για εχέμυθους και διακριτικούς συντρόφους», με κεντρικό σύνθημα: «Η ζωή είναι μικρή.

Ξεκινήστε ένα affair». Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή – μιλάμε για 17,8 εκατομμύρια μέλη παγκοσμίως – παντρεμένων που επιμένουν να «ψάχνονται». Ο εμπνευστής του σάιτ, ο καναδός δικηγόρος Νόελ Μπίντερμαν, εξηγεί ότι όλα ξεκίνησαν από ένα άρθρο εφημερίδας: «Περιέγραφε πόσο έχει αλλάξει τη ζωή μας το Internet. Η συντάκτρια του άρθρου υπογράμμιζε ότι ποτέ δεν θα συνιστούσε το online dating, διότι συνήθως καταλήγεις να βγαίνεις με παντρεμένο». Ο Μπίντερμαν δεν έχασε χρόνο. Εστησε μια ψηφιακή κοινότητα για όλους εκείνους που δεν θέλουν να υποδύονται τον single, αλλά να εκθέτουν τον παντρεμένο (και άκρως βαριεστημένο από τις συμβάσεις του γάμου) εαυτό τους.

Σε τέτοιου είδους κοινότητες – διότι τη σχολή Ashley Madison έσπευσαν να ακολουθήσουν πολλοί – το «κέρατο» δείχνει να εκδημοκρατίζεται και να απενοχοποιείται, αποτινάσσοντας πολλούς από τους μανδύες σεμνοτυφίας που το περιβάλλουν. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, ο βρετανικός «Independent» έγραφε πως ένα συναφών προσανατολισμών σάιτ – το Out of Town Affairs – επισκέφθηκαν βρετανοί βουλευτές και το προσωπικό των γραφείων τους μόλις... 52.375 φορές μέσα σε διάστημα επτά μηνών. Εδώ δεν υπάρχουν ταμπέλες και προσχήματα όπως στα ανάλογα σάιτ για singles, ούτε επικριτικά βλέμματα για τη χαλαρή από τις εγκυμοσύνες κοιλιά σου, όπως μέσα σε ένα μπαρ. Oλα είναι πιο ωμά, χωρίς φιοριτούρες και art de la table. «Είμαι η Μαίρη, 45 χρόνων, έχω μέτρια εμφάνιση και έναν ευτυχισμένο γάμο. Θέλεις να έρθεις το απόγευμα στο σπίτι μου;».

To εξωσυζυγικό σεξ έχει γίνει σήμερα τόσο mainstream όσο το «πρέπει να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά». Τόσο επιτακτικό όσο ένα ζευγάρι μποτάκια UGG. Πρέπει να το αποκτήσεις γιατί μπορείς εύκολα να το αποκτήσεις, η «σοβαρή» σχέση σου δεν υφίσταται την παραμικρή ρωγμή (εκτός και αν είσαι εγκληματικά απρόσεκτη) και οι ενοχές σου διαχέονται μέσα στα bytes του κυβερνοχώρου. Η εύκολη πρόσβαση κατάφερε να απενοχοποιήσει, αλλά ταυτόχρονα να ευτελίσει. Αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν «jardin secret» (μυστικός κήπος) κατέληξε ένας μίζερος οπωρώνας.

Τι Γιόρταζαν οι Ελληνες στις 15 Αυγούστου

Στην Αρχαία Ελλάδα η μεγάλη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου είναι τα γενέθλια της Θεάς Αθηνάς* στις 28 του αρχαίου μήνα Εκατομβαιώνα (μέσα Ιουλίου-μέσα Αυγούστου), όταν τελούνταν τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαίας Αθήνας. Στρατηγός των στρατηγών, η Αθηνά η αειπάρθενος, η συνετή, η κόσμια, η καλόβουλη, η μειλίχια, η πολυεύσπλαχνη, προστατεύει τους Αθηναίους. Ναός της ο Παρθενώνας.

 
Επίσης ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η γιορτή της ΜΑΡΜΕΡΑΣ ή Μαρμαρηγής που σημαίνει το φως των άστρων που τρεμοσβύνει.
 
Το Άστρο αυτό είναι η κόρη του Σείριου.
 
Αλλιώς η Μαρμέρα λέγεται ΗΜΕΡΑ.
 
Είναι η ημέρα που το φως από τον Σείριο φώτιζε το πρόσωπο του αγάλματος της ΘΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣ στον ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ.
 
Ο Σείριος είναι το ζωοποιό άστρο της γης. Είναι το άστρο που έχει την απόλυτη ευθύνη για την πορεία της ζωής στον πλανήτη μας. Ο Ιεροφάντης των Ελληνικών μυστηρίων ήταν γνώστης της δραστηριότητας των Αρείων κατοίκων του αστερισμού του Σειρίου … Αυτοί έφεραν την ζωή στην Γαία. Το Άστρο του Σειρίου, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, ήταν το άστρο της δημιουργίας της ζωής στην Γη, και το τιμούσαν σε όλη την Ελλάδα με ιερά αφιερωμένα στον Κύνα και τον Κυναίο Δία διότι ο Σείριος ανήκει στον αστερισμό του Κυνός. «Μα τον Κύνα» έλεγε ο Σωκράτης όταν ορκιζόταν και κάποιοι άσχετοι βέβηλοι λένε ότι ορκιζόταν σε σκύλο …
 
«Υπάρχει μια φυλή ανθρώπων και μια φυλή Θεών, Έχουν και οι δυο πνοή ζωής από την ίδια μητέρα. Χωριστές, όμως, δυνάμεις μας κρατάνε μοιρασμένους, και η μια είναι τίποτα, ενώ η άλλη έχει τον ορειχάλκινο ουρανό για σίγουρη Ακρόπολη. Κι όμως έχουμε κάποια ομοιότητα σε μεγάλη ευφυΐα και δύναμη με τους Αθανάτους κι ας μη ξέρουμε τι θα μας φέρει η μέρα.»
Πίνδαρος (ΣΤ΄ Ωδή Νεμεονίκου)
 
Η Παρθένος Θεά Αθηνά των Αρχαίων Ελλήνων
 
Είναι σύμπτωση ότι η ξενόφερτη γιορτή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο συμπίπτει με τα γενέθλια της Ελληνίδας Θεάς Αθηνάς στις 28 του αρχαίου μήνα Εκατομβαιώνα (μέσα Ιουλίου – μέσα Αυγούστου), όταν τελούνταν τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαίας Αθήνας; Ή μήπως είναι τυχαίο ότι ο ναός της Παρθένου Αθηνάς στην Ακρόπολη μετατράπηκε σε ναό μιάς  ασήμαντης Ιουδαίας ονομαζόμενης ως «Παναγίας Παρθένου»;
 
'Αλλωστε δεν ήταν μόνον ο Παρθενώνας που καταστράφηκε από τους χριστιανούς για να γίνει χριστιανική εκκλησία, αφού σύμφωνα με το διάταγμα του κτηνώδους Ιουστινιανού όλα τα αρχαία Ελληνικά Ιερά έπρεπε να μετατραπούν σε χριστιανικούς ναούς προκειμένου να «εξαγνιστούν». Σε πολλά δε από αυτά, όπου λατρεύονταν γυναικείες, παγανιστικές θεότητες, χτίστηκαν ναοί αφιερωμένοι στην Ιουδαία ''Παναγία'', η οποία φυσικά προσλάμβανε και τις ιδιότητες των αρχαίων θεοτήτων. Η βεβήλωση και κλοπή σε όλο της το μεγαλείο.
 
Είναι άγνωστο πότε ακριβώς μετατράπηκε ο Ιερός Ναός του Φωτός, ο Παρθενώνας, σε σκοτεινό και μιαρό ιουδαιοχριστιανικό ναό, το βέβαιο όμως είναι ότι επί Ιουστινιανού (482-565) καταστράφηκε και ορίστηκε ως η «καθολική εκκλησία των Αθηνών». Η λατρεία της Ολόφωτης, Ελληνίδας Παρθένου Θεάς Αθηνάς έδωσε με βέβηλο τρόπο την θέση της σε μια ασήμαντη Ιουδαία δήθεν παρθένο (γέννησε και άλλα παιδιά), και ο Ιερός Ναός πήρε το όνομα «Παναγία Αθηνιώτισσα». Για τον σκοπό αυτόν μάλιστα και προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της μιαρής λατρείας ο Παρθενώνας υπέστη πολλές καταστροφές και μετατράπηκε σε τρίκλιτη βασιλική.
 
Το κύρος του ναού ήταν μεγάλο, αφού ακόμη και ο Βασίλειος Β‘ Βουλγαροκτόνος γιόρτασε την νίκη του κατά των Βουλγάρων στην Παναγία Αθηνιώτισσα. Κατά την Άλωση των Αθηνών από τους Λατίνους η εκκλησία συλήθηκε ξανά και μετατράπηκε σε καθολική με την ονομασία «Σάντα Μαρία ντι Ατένε», ενώ αργότερα έγινε τζαμί.
 
Στην υποτιθέμενη ομοιότητα της παράστασης μιας μαρμάρινης μετόπης του Παρθενώνα με την σκηνή του Ευαγγελισμού (εικόνα άνω: απεικονίζονται η Ίρις όρθια αριστερά και η Ήρα καθιστή δεξιά να αποφασίζουν για το τέλος του Τρωικού πολέμου και την νίκη των Ελλήνων, όπου ερμηνεύτηκε από τους βάρβαρους χριστιανούς ως απεικόνιση του Ευαγγελισμού της Ιουδαίας δήθεν παρθένου με την Ήρα πως ήταν η Παναγία  και η Ίρις, ο αρχάγγελος Γαβριήλ) όπου οφείλεται εξάλλου η διάσωσή της κατά τον Μεσαίωνα από φανατικούς της μιαρής θρησκείας που κατέστρεψαν και βεβήλωσαν τον αρχαίο διάκοσμο του ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΑΛΛΟΥΣ ναού.
 
Το πως και γιατί κατάντησαν οι Νεοέλληνες να γιορτάζουν στις 15 Αυγούστου μια ασήμαντη, τυχάρπαστη ιουδαία … είναι γνωστό πλέον, με τις συνέπειες αυτής της να απαιτούν πληρωμή…
----------------------------
* Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ

Για σένα... το γράφω... που θα κάμεις καμιά δεκαριά μεγάλους σταυρούς... και πας στην εκκλησία.... εάν θέλεις πρώτα όμως... για να μην πας αδιάβαστος στο μαντρί....κάνε ένα κόπο και διάβασε με... διότι είμαι η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ... η δική σου πνευματική ΕΛΛΗΝΙΚΗ «προίκα»... κι όχι αυτή που σου πάσαραν εδώ και τόσα χρόνια... τη λεγόμενη ξενόφερτη ΜΑΡΙΑ...!

ΑΘΗΝΑ = Η Νοητική εξέλιξη των Ελλήνων.

Οι Πρόγονοί μας Έλληνες δεν είναι μόνον ο πρώτος «λαός» που κατέκτησε τη Γαία, εις το όρος Ταΰγετο, αλλά συγχρόνως ζώντας χρησιμοποίησε τη Λογική Σκέψη και διατύπωσε τους καθολικούς Νόμους για τη λειτουργία του Σύμπαντος Κόσμου.

Η εξυπνάδα και η φρόνηση της θεάς Αθηνάς…με στρατηγική για τον πόλεμο…σε συνδυασμό με τη δύναμη και τη γενναιότητα, με τη σύνεση και την εξυπνάδα που πρέπει να επιδείξουμε κι εμείς όλοι, ώστε να μπορούμε να επιβιώσουμε σε τούτη την υλική ζωή…είναι απαραίτητος…κι αυτό μας το δείχνει ο τρόπος γέννησης της που ήταν τέτοιος…που ακριβώς μας μαρτυρούσε τις ιδιότητές της αυτές.

Ο Όμηρος την αποκάλεσε «Τριτογένεια»… δηλαδή αυτή που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον Κόσμο….όμως από άλλη Τρίτη αιτία και το όνομα της αντηχούσε σ’ όλο τον Ελληνικό Κόσμο και την επικαλούντο όλοι πάντα για κάτι ανώτερο και δύσκολο.

Η Αθηνά κόρη, γνωρίζουμε ότι ξεπήδησε από το κεφάλι του παντοδύναμου και πάνσοφου Δία, με μία τσεκουριά του Ήφαιστου πάνοπλη…δηλαδή…κρατούσε εις το χέρι της μία Ασπίδα, φορούσε μία Περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το Δόρυ της.

Τρία είναι λοιπόν τα σημεία που πρέπει να προσέξουμε εις την πανοπλία της Αθηνάς: ΑΣΠΙΣ-ΚΡΑΝΟΣ-ΔΟΡΥ

ΑΣΠΙΣ: Η ασπίς θωρακίζει το συναισθηματικό μας είναι, από τις φοβίες - πάθη που ταράζουν τους βιολογικούς μας κύκλους, προξενώντας φυσικές ασθένειες εις το σώμα μας και έχουν την αιτία τους εις τον ασταθή συναισθηματικό μας κόσμο, εις τα ποσειδώνια τέρατα του συναισθηματικού μας βίου που πλανώνται εις τα σπλάχνα μας (πλάνα τα σπλάχνα) απορρυθμίζοντας το συμ – παθη – τικό και το παρα – συμ – παθη – τικό μας σύστημα, το συμ + πάσχον με την Ψυχή μας.

ΚΡΑΝΟΣ-ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑ: Το κράνος προστατεύει την διάνοια από την εξωτερική φαντασίωση και τους υποβολιμαίους, ασύστατους φόβους, αλλά και ταυτοχρόνως απαιτεί την επαγρύπνησή μας, διότι η θεά σπανίως εμφανίζεται άνευ κράνους και μας συμβουλεύει να μη το εγκαταλείπουμε ποτέ, ώστε να μη βυθισθούμε εις τον ύπνο της αδιαφορίας, της προσωπικής ευμάρειας και του εφησυχασμού.

ΑΚΟΝΤΙΟ-ΔΟΡΥ: Το ακόντιο, «…σείσασ’ οξύν άκοντα». Η διάνοιά μας σείει το οξύ ακόντιο, εναντίον εκείνων, που επιβουλεύονται την υγεία μας, τόσο την σωματική, όσον και την ψυχονοητική. Δηλώνομε, διά του ακοντίου της Αθηνάς, ότι δεν θα επιτρέψουμε την παραπλάνησή μας και είμεθα έτοιμοι διά πόλεμο μέχρις εσχάτων.
(Ο άκων είναι ένα είδος ακοντίου, βραχύτερο και ελαφρότερο, ενώ το άκος είναι ιαματικό ή θεραπευτικό μέσον, γιατρικό. Μ’ αυτό το επιθετικό όπλο, το ακόντιο, εμφανίζεται για πρώτη φορά εις την διάνοιά μας, η δυνατότης να φονεύσουμε το τέρας των παθών μας, αλλά και με το άκος-γιατρικό να αποθεραπευτούμε διά της σοφίας της, που είναι η Σοφία του ‘Οφεως. Ο όφις είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο επί του αγάλματός της, της Παρθένου Αθηνάς, του φιλοτεχνηθέντος υπό του Φειδίου εντός του Παρθενώνος εις τον Ιερόν Βράχο της Ακροπόλεως.)

Η ΑΘΗΝΑ είχε τις εξής ονομασίες: Αθάνα (δωρικός) και Αθήνη, το δε όνομα Αθηνά, που τελικά επικράτησε, προέκυψε από το επίθετο Αθαναία, που συναιρέθηκε σε Αθηνάα Αθηνά. Εις τον Κρατύλο …ο Πλάτων μας ετυμολογεί το όνομα της γράφοντας: από το Α-θεο-νόα ή Η-θεο-νόα, δηλαδή…η Νόησις του Θεού.

 Η Αθηνά αγαπούσε τόσο τις πολεμικές όσο και τις καλές τέχνες. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Οι Αθηναίοι ονόμασαν το Ναό της θεάς επάνω εις την Ακρόπολη, Παρθενώνα.

Η Θεά Αθηνά είναι της δράσης, του θάρρους και της ανδρείας.

Ο Σωκράτης εις τον διάλογο «Σοφιστής» μας έγραψε: «Ο καλύτερος καθαρμός είναι ο κριτικός έλεγχος των κινήτρων των πράξεων και της συμπεριφοράς μας»… και εις το φυσικό πεδίο τα συναισθηματικά πάθη των υπερβολών και των ελλείψεών μας, είναι της δικαιοδοσίας του Ποσειδώνος. τέκνα Ποσειδώνος, τα θαλάσσια τέρατα, γεννήματα φαντασιώσεων (Ανταίος, Κερκύων, Βούσιρις, Άμυκος, Πολύφημος, Προκρούστης, Έρυξ ) εξέρχονται απειλητικά και ύπουλα από την θάλασσα της ζωής για να μας καταπνίξουν.

Εδώ όμως έρχεται η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ… με τις ορθές επιλογές της…ως τελευταίο θεϊκόν τέκνον του Διός…κατά τον Ησίοδο…που μόνον η Σοφία της… ημπορεί να καθοδηγήσει τη λογική μας….περιορίζοντας τη δράση του Ποσειδώνος… δηλαδή… τα συναισθηματικά μας τέρατα, όταν η τρίαινά του συνταράσσει διά της τρικυμίας των παθών την Ψυχή μας.

Η θεά Αθηνά συνοδεύει τις ηρωικές ψυχές του Ηρακλή, του Θησέα, του Περσέα, του Οδυσσέα …που δίδουν την καθημερινή μάχη της ζωής εις τον πλανήτη μας, με επίγνωση του νόμου της ανταποδοτικής Δικαιοσύνης. Και εμείς, καθ’ ομοίωσίν των, είμεθα Ηρωικές Ψυχές και οφείλουμε να προσπαθήσουμε. να απαλλαγούμε από τα Τέρατα της Ψυχής μας…που μας ενοχλούν καθημερινώς…και να αποθεραπευτούμε με την βοήθεια της Λογικής/Αθηνάς.

ΕΡΡΩΣΘΕ ΚΑΙ ΕΥΔΑΙΜΟΝΕΙΤΕ

Ήθος και Πολιτική στον Ηράκλειτο

§ 1. Προς τη σχέση Ήθους και Πολιτικής 

Η παρούσα διερεύνηση επιχειρεί να μελετήσει την έννοια του ήθους στον Ηράκλειτο σε ενδοσυνάφεια με τις αντιλήψεις του για την πολιτική. Η αξιοπιστία μιας τέτοιας διερεύνησης εξαρτάται κατά πολύ από το πώς κατανοεί δύο τινά, που είναι γενικώς γνωστά, αλλά όχι πάντοτε εγνωσμένα: α) ως προς το ήθος, τη ρήση του Ηράκλειτου ἦθος ἀνθρώπωι δαίμων1· β) ως προς την πολιτική, τη διεσπαρμένη ανάμεσα σε μελετητές του αντίληψη ότι η πολιτική του σκέψη ελαύνει προς ένα πολιτικό όραμα άκρως αριστοκρατικό: καλλιεργεί την εχθρότητα απέναντι στο δήμο και υπερασπίζεται «την υπόθεση των αριστοκρατών, οι οποίοι προσπαθούσαν μάταια να αναχαιτίσουν το ανερχόμενο κύμα των νέων επαναστατικών δυνάμεων»2. Πρόκειται, ως φαίνεται, για ένα όραμα «συντηρητικής και αντιδημοκρατικής οπτικής»3. Ως προς το ήθος, η ερμηνεία που δέχεται συνήθως η συγκεκριμένη λέξη στο πιο πάνω απόσπασμα δεν είναι διόλου μονοσήμαντη και ποτέ σχεδόν η ίδια. Ένα κοινό στοιχείο ωστόσο στις τρέχουσες ερμηνείες των σχολιαστών φαίνεται να είναι τούτο: η λέξη συνδέθηκε με ένα νόημα κατ’ εξοχήν ηθικό και με αντίστοιχες ηθικές υπαγορεύσεις που επιτρέπουν στον άνθρωπο να συμβιώνει αρμονικά με τον συνάνθρωπό του και να αποβαίνει χρήσιμος στην ανθρώπινη κοινότητα. Αναμφισβήτητα, ο Ηράκλειτος διεκδικούσε μια ηθική συνεννόηση των ανθρώπων, ώστε ο δήμος, η ανθρώπινη κοινότητα, να γαληνεύει υπό την ισχύ του δικαίου και να μην κατασπαράσσεται από εσωτερικές έριδες. Παρ’ όλα αυτά, η ουσία του ήθους δεν συνυφαίνεται με οιασδήποτε επινόησης ηθικοδιδασκαλίες. Ο Ηράκλειτος δεν είναι ηθικολόγος ή ηθικοδιδάσκαλος, «μήτε διδάσκει κάποια διδασκαλία»4. Δεν επιδιώκει για τον εαυτό του έναν τέτοιο ρόλο, γι’ αυτό και δεν ενδιαφέρεται να διαμεσολαβήσει κανόνες ηθικής συμπεριφοράς σε ένα πλήθος, απόλυτα εξαρτημένο, ως προς την ψυχικοπνευματική του υπόσταση, από ένα απαρχαιωμένο και αναχρονιστικό σύστημα μυθολογικών δοξασιών. Από τον τρόπο αποκρυπτογράφησης των πολιτικών του αντιλήψεων μπορεί να φανεί αρκετά καθαρά ότι η ουσία του ήθους δεν συμβαδίζει απλώς με τη μια ή την άλλη ανθρώπινη συμπεριφορά ούτε ταυτίζεται με τη συμβατικότητα γενικώς της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά παραπέμπει στο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του να είναι ή να μην είναι ο άνθρωπος. Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, «ἦθος σημαίνει οίκηση, διαμονή. Λέμε: το οικείν του ανθρώπου, η διαμονή του ανάμεσα στα όντα εν συνόλω. ἦθος είναι η στάση μέσα σε κάθε συμπεριφορά αυτής της διαμονής ανάμεσα στα όντα. Η “ηθική” δεν αφορά τον άνθρωπο ως ένα ξεχωριστό αντικείμενο ανάμεσα στα αντικείμενα, αλλά τον εξετάζει αναφορικώς προς τη σχέση των όντων εν συνόλω προς τον άνθρωπο και του ανθρώπου προς τα όντα εν συνόλω»5. 

Αυτό το Ήθος ως οίκηση, διαμονή του ανθρώπου εν μέσω των όντων είναι αδιαχώριστο από την πολιτική του σκέψη και πράξη, κατά τον Ηράκλειτο. Ως προς την πολιτική, ξεκινάμε από αυτή την παραδοχή της διαμονής του ανθρώπου εν μέσω των όντων. Ο Ηράκλειτος δεν σκέπτεται τούτη τη διαμονή από τη σκοπιά ενός επαγγελματία πολιτικού του σήμερα, του οποίου ολόκληρο το Είναι κυριαρχείται πέρα ως πέρα από ιδιοτέλεια και ωφελιμισμό, άρα εχθρεύεται το βέλτιστο ή το άριστο και επιζητεί να το υποτάξει στο υποδεέστερο, ούτε από τη σκοπιά ενός επιστημολόγου νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εκδοχής, για τον οποίο επιστήμη και κόσμος της ζωής μπορούν να χωρίζονται6, αλλά υπό την οπτική του διανοητή, που η σκέψη του εκχειλίζει από την αλήθεια της κρυφής αρμονίας7. Τι εννοούσε ο φιλόσοφος με τη φράση «κρυφή αρμονία»; Σε κάθε περίπτωση δεν είχε στο νου του κάποια ιδέα του επέκεινα ή μια μη-γνώσιμη θεϊκή δύναμη8 ούτε ένα πανθεϊστικό όλο, σταθερό και ακίνητο, αλλά την Ενότητα, το Είναι που φέρει μέσα του το γίγνεσθαι: την κρυφή αντιθετική κίνηση που λαμβάνει χώρα μέσα στα ίδια τα πράγματα με τις ποιοτικές τους αλλαγές, με τις έριδες και τις δυσαρμονίες τους· την κίνηση που είναι αρχέγονα ενοποιητική9 και συνέχει το νόημα του Είναι ως την αφανή συναρμογή που «χαρίζει σε κάθε εμφανιζόμενο ον το φαίνεσθαι»10. Η περιοχή του Είναι και του Φαίνεσθαι απασχολεί ουσιωδώς τον Ηράκλειτο: δεν συνιστά έναν διηρημένο κόσμο, αλλά το αυτοκινούμενο Εν-Παν. Απλώς συμβαίνει τα ανθρώπινα όντα να βιώνουν τη ζωή τους ως δράμα, ως δυστυχία και τελικά να χάνονται μέσα στη δυστυχία τους: τη βιώνουν ως δράμα, γιατί δεν έχουν επίγνωση της ως άνω ενότητας και λόγω ψευδούς συνείδησης αγνοούν πλήρως την πραγματικότητα, έτσι ώστε να διαιωνίζουν την εν λόγω διαίρεση και «αυτά που συναντούν καθημερινά να τους φαίνονται ξένα»11, ενώ στην πραγματικότητα είναι κοινά και οικεία μέσα στην εσωτερική αλληλουχία του γίγνεσθαι. Η ψευδής τούτη συνείδηση τα αποστασιοποιεί από την αποκαλυπτική και γι’ αυτό μεταπλαστική δύναμη του Λόγου και τα διαμεσολαβεί με ένα τέτοιο ήθος, ώστε να «ενεργούν και να ομιλούν όπως οι καθεύδοντες»12. Ως καθεύδοντες μόνο μία δυνατότητα διαθέτουν: να δυστυχούν μέσα στις σκοταδιστικές γνώμες, να ακινητοποιούνται μέσα στις λαθεμένες εντυπώσεις των αισθήσεων και κατ’ επέκταση να καταβαραθρώνονται μέσα σε αυτή τη δυστυχία τους.

§ 2. Λόγος και Ήθος 

Από εδώ φαίνεται πως η ανθρώπινη συνθήκη δεν αποτελεί λεωφόρο στρωμένη με ρόδα παρά μια κοιλάδα των δακρύων, για την οποία είναι υπεύθυνος ο ίδιος ο άνθρωπος. Είναι υπεύθυνος γιατί χειραγωγείται εύκολα από τις πιο νεκρές και εξίσου καταστροφικές μορφές ιδιωτικής φρόνησης: δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις, εξωλογικές επινοήσεις, μυστηριακές φαντασιώσεις, αυθαίρετα πολιτικά ή θρησκευτικά δόγματα κ.λπ. Η χειραγώγηση τούτη τον αποξενώνει από τη δημιουργική πνοή του «ποιεῖν και λέγειν»13, εγκαθιστά στο κέντρο της ζωής του την ανεξέλεγκτη διαφθορά των ηθών και μεταποιεί την παρ-ουσία του σε μια ανεξέλικτη ύπαρξη που «βρίσκει ευχαρίστηση στο βόρβορο»14. Η επικράτηση της ιδιωτικής φρόνησης υποβιβάζει τα ανθρώπινα όντα σε ασύνετη μάζα, με συνέπεια η κοινότητα, οι πολλοί να στερούνται την εμπειρία της δέουσας αυτονομίας σκέψης και πράξης και να απομακρύνονται από τον καθολικό Λόγο: «ενώ ο Λόγος είναι καθολικός, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν ιδιωτική σκέψη»15. «Ζουν σαν να έχουν ιδιωτική σκέψη» σημαίνει ότι η ανθρώπινη συνθήκη υποβιβάζεται σε ένα ανοίκειο για τη σκέψη φαινόμενο. Στο μέτρο που οι πολλοί δεν οικειώνονται με το έργο της σκέψης, μοιάζουν με τους κοιμισμένους που εκβράζονται ως ναυάγια στις ακτές της Ιθάκης. Οι πολλοί χαρακτηρίζονται από τον Ηράκλειτο ως κοιμισμένοι, γιατί δεν είναι εναρμονισμένοι με τον Λόγο και επομένως δεν είναι σε θέση να αναζητούν σε αυτόν τους οδοδείκτες μιας ορθής και αληθινής πορείας. Ο Λόγος συνιστά την κατ’ εξοχήν δραστηριότητα του ανθρώπου: λαμβάνει χώρα μόνο στην περιοχή της ανθρώπινης πραγματικότητας, του κοινωνικού Είναι του ανθρώπου, όχι στο βασίλειο των ζώων ή σε ένα σωρό από λίθους ή ανάμεσα σε πετρώματα. Ως τέτοιος προορίζεται να λέγει την αλήθεια, να αποφαίνεται για ό,τι παραμένει ανείπωτο, για ό,τι δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί. Ο Λόγος, για παράδειγμα, του Ηράκλειτου λέγει ό,τι δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί από τους «πολλούς», γιατί αυτοί εδώ είναι διασκορπισμένοι μέσα στον καθημερινό, ιδιωτικό τους λόγο και απ’ αυτή τη σκοπιά συμπεριφέρονται όπως «ο βλάξ άνθρωπος [που] συνηθίζει να πτοείται ή να ταράσσεται μπροστά σε κάθε λόγο»16. Οι «πολλοί» συμπεριφέρονται αποβλακωτικά, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κόσμο της σκέψης, και απέχουν πόρρω από την κατανόηση της αλήθειας· και τούτο όχι επειδή συμβαίνει να ανήκουν στην κατηγορία των πολλών, ας πούμε των δημοκρατών, αλλά επειδή δεν μετέχουν στον καθολικό Λόγο: είναι απόντες αν και παρόντες, είναι προσκολλημένοι στον κόσμο των αισθητών, άρα μεταπίπτουν ασυλλόγιστα από τη μια κατάσταση στην άλλη και χρησιμοποιούν την εκ της φύσης τους διαθέσιμη ενέργεια για την εκτέλεση έργου δουλικά και όχι απελευθερωτικά. Ό,τι δεν μπορούν πλέον να πουν οι «πολλοί», μπορούν να το πουν οι «ολίγοι». Γιατί οι «ολίγοι»; Επειδή αυτοί σκέπτονται και ενεργούν σύμφωνα με τον ξυνόν Λόγο, πράγμα που σημαίνει ότι θεώνται τον Λόγο της φύσεως, τον Λόγο των εναντίων και συναφώς διακρίνουν την αντιθετική κίνηση που διέπει τα όντα και το Είναι. Για να επιτύχουν δε τη θέαση και τη διά-κριση τούτη δαπανούν με επίγνωση και αυτοσυνειδησία την εκ φύσεως διαθέσιμη για την εκτέλεση έργου ενέργεια. Η ενέργεια τούτη λοιπόν καθίσταται η βέλτιστη στάση ζωής για εκείνους τους ανθρώπους που δεν παραγνωρίζουν τον Λόγο, αλλά τον ακούν, τον ακολουθούν και αποκτούν βαθμιαία την εμπειρία πως είναι η «ομιλητική τους συμπεριφορά»17. Ως τέτοια συμπεριφορά, ο Λόγος δεν έρχεται έξωθεν στον άνθρωπο, αλλά προσιδιάζει στη φύση του και κατευθύνει εκείνη την ιδιαίτερη στάση ή συμπεριφορά του, που είναι καθοριστική για τη συνοχή του συνόλου των συμπεριφορών του. Υπ’ αυτή την έννοια είναι το αποφαίνεσθαι που υψώνει δυνάμει ή ενεργεία ο ίδιος ο άνθρωπος απέναντι στο μη–πλέον–ειπωμένο. Συναφώς είναι κοινός σε όλους, «πολλούς» και «ολίγους», γι’ αυτό και το μη-πλέον-ειπωμένο υπάρχει μόνο στο μέτρο που θεωρείται από τη σκοπιά της σχέσης του προς το αποφαίνεσθαι του κοινού-καθολικού Λόγου. 

Τούτο το αποφαίνεσθαι, έτσι όπως αναδύεται ως ομιλητική συμπεριφορά, κατονομάζει την αληθινή ουσία του ανθρώπου· μας λέγει δηλαδή ότι μπορεί να προάγει τον εαυτό του ως ελεύθερη ύπαρξη, πέραν των κατηγοριοποιήσεων σε «πολλούς» ή «ολίγους», μόνο στο βαθμό που το Είναι του προσδιορίζεται από το ἦθος και εξευγενίζεται με βάση αυτό· αλλά ποιο ήθος; Το ήθος του Λόγου. Εδώ έγκειται εν πολλοίς και ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της σκέψης του Ηράκλειτου, ανεξάρτητα από επί μέρους διαφοροποιήσεις ως προς την ερμηνεία και την βαθύτερη κατανόησή της. Το ήθος του Λόγου εμπεριέχει συγχρόνως και το νόημα του λόγου του Ήθους: Λόγος και Ήθος αποτελούν το Εν και το Παν υπό τη μορφή της μιας νοητής γραμμής που συνέχει τον αποσπασματικό χαρακτήρα του όλου έργου του Ηράκλειτου. Πιο συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος μας διαμεσολαβεί μια τέτοια ενδοσυνάφεια Λόγου και ήθους στην αποφθεγματική του ρήση: ἦθος ἀνθρώπωι δαίμων (απ. 119). Η περικοπή τούτη, όπως σημειώσαμε στην αρχή της παρούσας εργασίας, έχει ερμηνευθεί πολλαπλώς από τους μελετητές του Ηράκλειτου18. Οι πολλές και διαφορετικές ορισμένες φορές ερμηνείες διασώζουν τόσο μικρής εμβέλειας σήματα έμφρονης ζωής όσο και μεγάλης εμβέλειας σήματα ενός έλλογου γίγνεσθαι του ήθους. Μέσα στη χορεία αυτών των σημάτων ήθος και δαίμων, ανάλογα με το συνδυαστικό νόημα που εκάστοτε τους αποδίδεται, συγκροτούν ένα ευρύ πεδίο σημασιακών συνόλων, πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται ο καθοδηγητικός χαρακτήρας του Λόγου και συναφώς αναδεικνύεται η συναλληλία ήθους και Λόγου. Κατ’ αρχήν, το ήθος χαρακτηρίζει τη συγκροτημένη, ενσυνείδητη, μετά λόγου στάση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο των αντίθετων δυνάμεων και ως τέτοιο συνιστά τον προστάτη θεό του, τον φύλακά του. Η ουσία όμως του πράγματος δεν εξαντλείται εδώ. Απεναντίας, η ερμηνεία αυτή μας οδηγεί κατ’ ανάγκη στο ερώτημα: ποιο είναι το θεμέλιο του ήθους, η πηγή του και ο φορέας του; Πηγή, φορέας και κατευθυντήρια δύναμη του ήθους είναι ο «δαίμων» της ψυχής ως ενέργειας και ο «δαίμων» του Λόγου ως Λογικής ή διαλεκτικής εκδίπλωσης αυτής της ενέργειας. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για την οντολογική κατάσταση του συμπαντικού και του ανθρώπινου κόσμου, κατά την οποία ο «δαίμων» συνέχει, φέρει σε ενότητα, ανα-συγκροτεί σε ενιαίο όλο την αέναη κίνηση των αντιθετικών δυνάμεων του κόσμου. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με τη γνωσι-οντο-λογική δυνατότητα του ανθρώπου, κατά την οποία ο «δαίμων» του Λόγου είναι εκείνη η εσωτερική σκεπτική δύναμη, το πνεύμα με τα χαρακτηριστικά του νου, του λογισμού, του ἀεìἐόντος Λόγου που διατρέχει τα πάντα μαζί και τον άνθρωπο ως προσωπικότητα. Τον καθιστά ικανό, εφόσον αξιοποιείται από τον ίδιο, να δια-λέγεται μαζί του, να ομο-λογεί, να «λέγει» και να «ποιεῖ» «κατά φύσιν ἐπαΐοντας», δηλαδή να εξελίσσεται σε ένα διαλεκτικά σκεπτόμενο ον. 

§ 3. Λόγος και πολιτική 

Ο άνθρωπος λοιπόν φέρει εντός του δυνάμει τον «δαίμονά» του, τον «θεό» του–Λόγο και εξαρτάται από τον ίδιο να τον ενεργοποιήσει, να τον καταστήσει πηγή και φωτεινό μονοπάτι της πολύπλοκης πορείας της ζωής: να τον ακούσει και να διαμορφώσει το αντίστοιχο εκλογικευμένο ήθος που θα υπαγορεύει, θα φωτίζει και θα κατευθύνει τη συνολική του πράξη. Τι σημαίνει αυτό; Πως ο άνθρωπος είναι ο ουσιαστικός κύριος του Λόγου19 και δυνάμει των λειτουργιών του τελευταίου μπορεί να απεγκλωβιστεί από τη δολιότητα της υπολογιστικής σκέψης του καθημερινού βίου και να στραφεί προς το δικό του μοναδικό πνευματικό ήθος. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναγνωρίζει στον εαυτό του το δικαίωμα, αλλά και τη δυνατότητα να καθορίζει εν πολλοίς το πεπρωμένο του. Πώς θα μπορούσε να ισχύει το αντίθετο, όταν μέσα από τη διαρκή ομο-λογία του προς τον Λόγο μαθαίνει ότι το πεπρωμένο του, από κάποια στιγμή και πέρα, αποδεικνύεται πως είναι η ίδια του η φύση με το μοναδικό πνευματικό της ήθος. Από ποια στιγμή; Από τη στιγμή που ο ίδιος αναλαμβάνει το έργο της σκέψης με τη μορφή του «ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν»20: «Ερεύνησα τον εαυτό μου», τουτέστι ζήτησα να βρω τον Λόγο του Είναι μου, να κατανοήσω τον Λόγο που αντιστοιχεί στην ουσία μου ως πνευματική φύση και ο οποίος με στρέφει προς το καθόλου, ορισμένως δε μου επιτρέπει να διαγιγνώσκω, να μαθαίνω «πως τα πάντα είναι ένα»21. Τα πάντα είναι ένα, διότι ο ίδιος ο Λόγος είναι η ανα-λογική σχέση ανάμεσα στα πολλά, η σταθερή –μέσα στη ροή του χρόνου και μέσα στην αιωνιότητα– ανα-λογία των όντων. Αφότου ο άνθρωπος έχει αποφασίσει να μάθει τον Λόγο του Είναι του –και τούτη η διαδικασία γνώσης και αυτογνωσίας δεν είναι στιγμιαία, αλλά διηνεκής–, τότε αυτός είναι ό,τι γνωρίζει σχετικά με τον Λόγο του εαυτού του· είναι, με άλλα λόγια, το γνωρίζειν ως προς τον Λόγο του εαυτού του. Ενόσω κατορθώνει και εγγράφει τον εαυτό του μέσα σε τούτη τη διαλεκτική Γνωρίζειν και Είναι, οδηγείται σε ορθολογική γνώση του εαυτού και του κόσμου. Γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος επιχειρεί, δυνάμει αυτής της διαλεκτικής, μια αληθινή κατανόηση του ρόλου των αισθήσεων στον κόσμο και παράλληλα μια αξιακή αποτίμηση των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την καταγωγή, τα πλούτη, την κοινωνική και την πολιτική επιφάνεια. Ως προς το βασίλειο των αισθήσεων ο φιλόσοφος εκκινεί από το δεδομένο ότι αυτό είναι περιορισμένης γνωστικής και ενορατικής εμβέλειας. Σύμφωνα με το απ. 107, τα μάτια και τα αυτιά είναι κακοί μάρτυρες για τους ανθρώπους, αλλά δεν είναι απροϋπόθετα κακοί μάρτυρες παρά εάν οι άνθρωποι έχουν βάρβαρες ψυχές, δηλαδή εάν δεν μετέχουν στον κοινό Λόγο, εάν δεν συνδυάζουν αίσθηση και Λόγο. 

Ο συνδυασμός αυτός συνιστά οντο-λογική ομο-λογία του ανθρώπου εν γένει να έχει «πύρινη» σκέψη, αναλογικά να ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον κόσμο και διαρκώς να επι-στρέφει προς τη ριζική αλλαγή του: να ξαναγεννιέται όχι πλέον και όχι μόνο βιολογικά, αλλά νοητικά και πνευματικά ως ο «κεραυνός» που μέσα στο κοινωνικό, πολιτικό, θεωρητικό γίγνεσθαι «οἰακίζει τα πάντα»22. Τότε πράγματι επι- στρέφει προς τον πιο ριζοσπαστικό εαυτό του: στρέφει όλο του το Είναι επί γέννηση του ανθρώπινου όντος το «αυτό» πράγμα, προς την πηγή του Λόγου που μας περιμένει πάντα εκεί και μας εφοδιάζει με την περι-ουσία της φρόνησης και της γνώσης, προκειμένου να οικοδομούμε έναν αληθινά ελεύθερο κόσμο. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν είναι ένα αφηρημένο ον, αλλά πολύ συγκεκριμένο, δηλαδή είναι το ήθος του ως η διαλεκτικά σκεπτόμενη φύση του23, όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, γι’ αυτό φέρνει ο ίδιος, ως συγκεκριμένο άτομο αλλά και ως κοινότητα ατόμων, την ευθύνη της απόφασης: να παίρνει πάνω του το φορτίο της γνώσης και να διεκδικεί την ανύψωσή του στην περιοχή του αυτεξούσιου Λόγου, έτσι ώστε να ανακαλύπτει ίχνη24 αυτού του Λόγου μέσα στον κόσμο των αισθητών και αναλόγως να μεταστοιχειώνει την ύπαρξή του, συγχρόνως δε και αυτό τον κόσμο. Απ’ αυτή την άποψη, ο φιλόσοφος θεωρεί μοναδική την εμπειρία του ατόμου, γιατί ετούτη προσανατολίζει τον βηματισμό του τελευταίου μέσα στη ρέουσα ενέργεια του κοινού Λόγου, αντιστοίχως δε του επιτρέπει να συναντάται εδώ μέσα με τους άλλους βηματισμούς και από κοινού, ως κοινή δύναμη πλέον (στοχαστική, κοινωνική, πολιτική), όλα τα άτομα να μετέχουν σε τούτη την ενέργεια, να την μετασχηματίζουν σε ενέργεια του κοινωνικού Είναι του ανθρώπου και σε έκφραση της πολιτικής του κοινότητας. Ο Ηράκλειτος ωστόσο δεν είναι ο διανοητής ενός αφηρημένου Δέοντος που ακινητοποιείται στις σκιαμαχίες αιτίας και αιτιατού, αλλά περνά μέσα από αυτά τα απατηλά πεδία για να εντατικοποιήσει τη σκέψη προς ένα «ποιεῖν και λέγειν» που κυοφορεί τη ριζική αλλαγή και την αλλαγή αυτής της αλλαγής.

Με γνώμονα ακριβώς το πρόταγμά του αυτό ομιλεί για δυο (φιλοσοφικές) κατηγορίες ανθρώπων μέσα στην κοινωνική, πολιτική και συμπαντική τους πραγματικότητα: α) τους πολλούς, τους περισσότερους δηλαδή ανθρώπους, που διάγουν τον ύπνο του δικαίου τότε και τώρα μέσα στις δικές τους στενές αντιλήψεις και ακριβώς γι’ αυτό καθιστούν εαυτούς ενόχους ή συνενόχους στην πολιτική παρακμή της κοινότητας25. Είναι αυτοί που εύκολα παρασύρονται από τους διάφορους δημαγωγούς, πολιτικούς καθοδηγητές, εθελόδουλους-οργανικούς «διανοούμενους» και αυτόχρημα μετατρέπουν το κοινωνικό τους Είναι σε δουλική, μιμητική εστία ξένων, καταστροφικών για τους ίδιους γνωμών, ιδεολογιών, πολιτικών πρακτικών26. Οντολογικά έτσι εκφυλίζονται σε όχλο και «αρκούνται να χορταίνουν σαν τα ζώα»27. Και β) τους ολίγους που διανοίγονται στην αυθεντική παρουσία του Λόγου και γίνονται πλέον ικανοί να διεκδικούν μια ζωή πλήρη νοήματος. Αυτοί διαθέτουν μια ορθή, αποδεδειγμένα αληθινή αντίληψη της γλώσσας του αισθητού κόσμου και μπορούν να καταπολεμούν τις ψευδαισθήσεις που καθιστούν την πολιτεία ακυβέρνητο πλεούμενο μέσα στη δίνη των κυμάτων. Οι ολίγοι του Ηράκλειτου προσβλέπουν συνειδητά στο φως που δεν δύει ποτέ28 και ως εκ τούτου στην καθίδρυση, μέσα στον κόσμο αλλά και στη συνείδηση του ανθρώπου, εκείνου του πνευματικού ήθους που απομακρύνει τη δυστυχία από την ανθρώπινη ύπαρξη. Όταν επιχειρεί κανίς να αναζητήσει αξιοστόχαστες τομές, σύμφωνα με το ως άνω πνεύμα, σε ορισμένες γραμμικές διηγήσεις του σήμερα που από τη μια χαρακτηρίζουν τον Ηράκλειτο ως ολιγαρχικό κατά τα περιεχόμενα της πολιτικής του σκέψης και από την άλλη ως διαλεκτικό ως προς τον τρόπο αυτής της σκέψης, διαπιστώνει ότι οι διηγήσεις αυτές, ως μορφές γνώσης, είναι μονοδιάστατες και αποκομμένες από τη συνολική σκέψη του Ηράκλειτου. Ούτε ως απλές επαναλήψεις ξένων περιγραφών δεν τεκμηριώνουν φιλοσοφικό διάλογο ή έστω αντίλογο αφηγήσεις σαν και τούτες: «ο Ηράκλειτος ήταν ένας αριστοκράτης …και καθώς έβλεπε την άνοδο των δημοκρατών στην κοινωνική και πολιτική σκηνή, ήταν φυσικό να κατέχεται από αισθήματα δυσαρέσκειας για την πορεία των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων»29 ή ακόμη: «Καθώς ήταν δυσαρεστημένος με τους δημοκρατικούς που εξόρισαν τον αριστοκρατικό φίλο του Ερμόδωρο, έτεινε να υποστηρίζει αριστοκρατικές και μοναρχικές μάλλον πολιτικές ιδέες παρά δημοκρατικές»30. Τι παρατηρούμε εδώ; 

Πως αυτές και άλλες παρόμοιες απόψεις κρίνουν τον Ηράκλειτο επί του Πολιτικού όχι με βάση την εσωτερική λογική της συνολικής σκέψης του, αλλά απαριθμώντας σκόρπια γεγονότα, τα οποία από μόνα τους δεν μας λένε τίποτα. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμιά μαρτυρία ότι ο Ηράκλειτος διαχώριζε σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής τους πολίτες σε «αριστοκράτες» και «δημοκράτες»· αντίθετα ομιλούσε για τους αρίστους, για τους φίλους της σοφίας και για τους πολλούς από τη σκοπιά της σκέψης, της Λογικής κατανόησης των πραγμάτων και πάντοτε σε συνάφεια με την προσωπική ευθύνη του ανθρώπινου ατόμου για το αν θα επιλέξει να μείνει πληβείος στη σκέψη ή άριστος. Σε όλους τους ανθρώπους αναγνώριζε τη δυνατότητα να ορθοφρονούν31 και σε όλους τους ανθρώπους αναφερόταν, όταν έλεγει: ἦθος ἀνθρώπωι δαίμων. Ακόμη και στο απ. 121 ομιλεί για όλους τους ενήλικους Εφέσιους και όχι για τους «δημοκρατικούς» που πρέπει να κρεμαστούν. Χαρακτηρισμοί σαν τους παραπάνω δεν λαμβάνουν επαρκώς ή διόλου υπόψη τα ευδιάκριτα κριτήρια που θέτει η ίδια η σκέψη του φιλοσόφου σχετικά με την αξιοπιστία των διαφόρων μορφών γνώσης και των αντίστοιχων αποφάνσεων. Ποια κριτήρια υιοθετεί ο ίδιος ο Ηράκλειτος; Μεταξύ των πολλών επιλέγω, για την οικονομία του πράγματος, ορισμένα βασικά: 1. Συγκεκριμένες έννοιες, που απηχούν διάφορες μορφές γνώσης μέσα στα αποσπάσματά του· 2. ιδιαίτερα κριτήρια, βάσει των οποίων ο φιλόσοφος σε κάθε αποστροφή της σκέψης του εκφέρει αντικειμενική κρίση και αποτιμά τις θέσεις και τις απόψεις των άλλων. Στην πρώτη περίπτωση, για παράδειγμα, απαντούν έννοιες, όπως Λόγος, Παν και Εν, αείζωον πυρ, φύσις, δίκη, ήθος, νόμος κ.λπ. μαζί με τα συγκείμενά τους. Στη δεύτερη περίπτωση, χρησιμοποιεί ειδικά κριτήρια αξιολόγησης, ανάλογα με τη συγκεκριμένη μορφή σκέψης και γνώσης που συνθέτουν οι πιο πάνω έννοιες. Σε θέματα, ας πούμε, της γνώσης της αλήθειας, το κριτήριο αναζητείται στην ορθή κρίση και στη διερευνητική χρήση του Λόγου όχι μόνο και κύρια από τον ομιλητή, εδώ τον Ηράκλειτο, αλλά και από τον ακροατή, τον αναγνώστη, τους πολλούς. Σε θέματα ήθους, το κριτήριο σχετίζεται με τη συνειδητή ή μη στάση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο της ζωής, ο οποίος δεν είναι αποκομμένος από τον κόσμο του ανθρώπου ως καθορισμένου ατόμου με αξίες, ιδέες, οράματα, πολιτική συνείδηση, πνευματική αυτονομία. Σε συνάφεια με αυτά τα κριτήρια τίθεται 3. και το κριτήριο της σωστής, κυριολεκτικά της αληθινής πολιτικής σκέψης και πράξης. Όταν, για παράδειγμα, γίνεται αναφορά στο νόμο, ο τελευταίος κατανοείται από τον Ηράκλειτο ως η εμπράγματη εκδήλωση του Λόγου στην κοινότητα· ή στον κόσμο και στα στοιχεία της φύσης με την μεταφορική αναγωγή της γλώσσας στον κόσμο του ανθρώπου. 

Οι πολιτικοί νόμοι ωστόσο που βίωνε ο Ηράκλειτος ως σκεπτόμενο μέλος μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου με αντίστοιχες πολιτικές εκφράσεις δεν μετέφραζαν στην πράξη την αλήθεια του Λόγου. Απλώς ήταν απλοί κανόνες διακυβέρνησης από μια ομάδα πολιτών με οργανωμένα συμφέροντα· τέτοιας υφής κανόνες που δεν απέτρεπαν τη διαφθορά και τη συντριβή του ήθους, όπως το κατανοούσε ο φιλόσοφος, αλλά την ενίσχυαν με τρόπο που η πολιτεία να περιέρχεται σε ολοσχερή ατροφία. Κάτι παρόμοιο ισχύει και σε όλη την ιστορική πορεία της πολιτικής πράξης του ανθρώπου ως τα σήμερα, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Το πρόβλημα της διάκρισης σε «πολλούς» και «ολίγους», υπ’ αυτό το πνεύμα, δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό. Π.χ. στην περίπτωση του Σωκράτη πότε θα ήταν πιο ορθολογική, πιο δίκαιη η λειτουργία και η εφαρμογή του νόμου: εάν αναλάμβαναν να δικάσουν τον φιλόσοφο εκείνοι που ήταν εμποτισμένοι με τον Λόγο, που είχαν σαφή εικόνα της σκέψης και της πράξης του Σωκράτη και δεν έπεφταν θύματα δημαγωγιών –ανεξάρτητα αν θα ήταν πέντε ή πεντακόσιοι ή χίλιοι πεντακόσιοι ή αν θα ήταν «δημοκράτες» ή «αριστοκράτες»– ή εκείνοι οι «πολλοί» που τον καταδίκασαν χωρίς να γνωρίζουν τι κάνουν, κατά τις ιστορικές μαρτυρίες, και πάντοτε υπό την καθοδήγηση ορισμένων ανθρώπων ή εμφορούμενοι από συγκεκριμένες στρεβλές αντιλήψεις; Αβασάνιστοι διαχωρισμοί σε «δημοκράτες» και «αριστοκράτες», σαν τον προαναφερθέντα, συσκοτίζουν την πολιτική κακοδαιμονία μιας πολιτείας, τότε και σήμερα, και αντικειμενικά εμποδίζουν μια φιλοσοφική ανατομία των δομών της εξουσίας, σαν αυτή, ας πούμε, που μας παρουσιάζει ο Ηράκλειτος. 

Το αποτέλεσμα είναι ολέθριο: οι εκάστοτε «δημοκράτες», αδιάφορο αν είναι ολιγαρχικοί ή δημοκρατικοί στο φρόνημα, φορούν τον «δημοκρατικό» μανδύα για να καταλάβουν την εξουσία· όταν το κατορθώνουν, μετασκευάζονται σε «παραφουσκωμένους βατράχους» (Μαρξ) ή κατά Πλάτωνα σε «ένα είδος γαιοκτημόνων ευτυχισμένων και οργανωτών καλοφαγίας για τα πανηγύρια»32. Συμπερασματικά θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι ο Ηράκλειτος έθετε στο κέντρο της πολιτικής του σκέψης τη θέσπιση νόμων, σωστά εναρμονισμένων προς τον Λόγο, ώστε να προάγουν το κοινό καλό. Όσο οι νόμοι εμποτίζονται από την αλήθεια του Λόγου και βασίζονται στην «παλίντροπο ἁρμονίη»33, δίνουν έμφαση στην ελευθερία του ατόμου μέχρι το σημείο που το ίδιο να μαθαίνει εξ εμπειρίας να καθοδηγείται όχι «με κεντρίσματα»34 μικρονόων εξουσιαστών, αλλά με βάση την αυτοεξέτασή του, τον αυτοέλεγχό του, την ανωτερότητα της διαλεκτικής του φύσης [=ήθους], το δικό του αυτεξούσιο. Από εδώ εκπορεύονται σύνολα ατόμων, τα οποία δεν προβάλλουν κάποια εξουσιαστική βούληση, αλλά ως κοινότητα πραγματώνουν τη διαλεκτική ενότητα έλλογου και θετού νόμου. Ετούτη η διαλεκτική ενότητα είναι η κατοικία της πολιτικής σκέψης του Ηράκλειτου, γι’ αυτό και η τελευταία δεν είναι ούτε ολιγαρχική ούτε δημοκρατική, αλλά διαλεκτική. Το πολιτικό πρόταγμα αυτής της διαλεκτικής σκέψης δεν παλινωδεί ανάμεσα σε ένα «επέκεινα» της ολιγαρχίας και ένα «ενθάδε» της δημοκρατίας, αλλά στέκεται αποφασιστικά στον κόσμο της ζωής, συνδέεται με βιώματα μεγάλων ιστορικών και κοινωνικο-πολιτικών γεγονότων της εποχής και ενδιαφέρεται για την πιο βαθιά γνωριμία με της «ψυχής τα πέρατα»35. 
------------------------------------
1 Ηράκλειτος Άπαντα, απ. 119. Εκδ. Ζήτρος Θεσσαλονίκη 1999. 
2 Κ. Πόππερ: Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της τ. Ι, μτφρ. Ειρήνη Παπαδάκη. «Δωδώνη» Αθήνα 1980, σ. 50. 
3 Ό.π., σ. 51. 
4 M. Heidegger: Vorträge und Aufsätze GA 7. Klostermann Frankfurt a. M. 2000, σ. 214. 
5 M. Heidegger: Heraklit GA 55. Klostermann Frankfurt a. M. 1979, σ. 214.
6 Ο κόσμος της ζωής (Lebenswelt), ο βιόκοσμος, αυτός που ζούμε και βιώνουμε εμπειρικά δεν είναι πραγματικός για τη νεωτερική ή μετανεωτερική (κυρίως μαθηματική) επιστήμη. Πραγματικός είναι μόνο αυτός που παρουσιάζουν και περιγράφουν οι επιστήμες. Απεναντίας, για τη Φαινομενολογία ο κόσμος της ζωής είναι η πηγή, από όπου προέρχονται οι ακριβείς, -μαθηματικές επιστήμες. Στο έργο του Die Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie ο Husserl καθιστά τον κόσμο της ζωής βάση για τη διάνοιξη προς την υπερβατολογική Φαινομενολογία και προς την εκ νέου ανακάλυψη της αρχέγονης ενότητας υποκειμένου-αντικειμένου στην ελληνική φιλοσοφία. Αυτή η Χουσσερλιανή διάνοιξη δεν τροφοδοτεί μόνο τον άνθρωπο της νεωτερικής επιστήμης με την ιστορική επιστροφή του στην ενότητα, που στέλνει υπερβατολογικά νοήματα, της πρώτης φιλοσοφικής υποκειμενικής του σύστασης, αλλά επιτρέπει να αναδύεται και η υπευθυνότητα του ήθους του φιλοσοφικού Λόγου ως προς τα καθήκοντα και τον προορισμό του ανθρώπου. 
7 Ηράκλειτος Άπαντα, απ. 54: «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων». 
8 J.-E. Pleines: Heraklit. Olms New York 2002, σ. 15. 
9 Th. Buchheim: Die Vorsokratiker. Beck München 1994, σ. 82. 
10 M. Heidegger: Vorträge und Aufsätze, ό.π., 264. 
11 Ηράκλειτος Άπαντα, ό.π., απ. 72. 
12 Ό.π., απ. 73.
13 Ό.π. 
14 Ό.π., απ. 13. 
15 Ηράκλειτος Άπαντα, ό.π., απ. 2. 
16 Ό.π., απ. 87. 
17M. Heidegger: Heraklit GA 55, ό.π., σ. 216
18 Βλ., για παράδειγμα, ορισμένες καίριες, αλλά σχετικά διαφοροποιημένες μεταξύ τους ερμηνείες στο: Fré dé rique Woerther: L’ èthos aristotélicien. Vrin Paris 2007, σσ. 51-53.
19 M. Heidegger: Heraklit GA 55, ό.π., σ. 217. 
20 Ηράκλειτος Άπαντα, ό.π., απ. 101. 
21 Ό.π., απ. 50. Σε τούτη την περίπτωση ο Χέγκελ ομιλεί για δεύτερη 
22 Ηράκλειτος Άπαντα, ό.π., απ. 64
23 «ξυνόν ἐστι πᾶσι το φρονέειν» μας λέγει ο Ηράκλειτος (απ. 113). 
24 Τα σημάδια που υπαινίσσεται ο άναξ του μαντείου των Δελφών (απ. 93).
25 Π.χ. απ. 121. 
26 Ηράκλειτος Άπαντα, ό.π., απ. 104. 
27 Ό.π., απ. 29. Επίσης απ. 13. 
28 Ό.π., απ.16. 
29 Θ. Βέικου: Οι Προσωκρατικοί. Ζαχαρόπουλος Αθήνα 1988, σ. 97. 
30 Ό.π., σ. 124. 
31 Ηράκλειτος Άπαντα, απ. 113, 116.
32 Πλάτων Πολιτεία, 421b. 
33 Ηράκλειτος Άπαντα, ό.π., απ. 51. 
34 Ό.π., απ. 11. 
35 Ό.π., απ. 45.

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Πώς με το πέρασμα στον χριστιανικό κόσμο η θεά Αθηνά «αντικαταστάθηκε» στη θρησκευτική συνείδηση από την Παρθένο Μαρία


Στρατηγός, προστάτις και παρθένος. Είναι η θεά Αθηνά ή η Παναγία; Προστάτις των γυναικών, των παιδιών και του τοκετού. Είναι η Αρτεμις Παιδοτρόφος και Λοχεία ή μήπως η Παναγία; Συνετή, κόσμια, καλόβουλη, μειλίχια και πολυεύσπλαχνη, που δοκίμασε αβάσταχτο πόνο και γνώρισε πολλά βάσανα. Είναι η θεά Ισις ή πρόκειται για την Παναγία, μητέρα του Χριστού;
 
Εκεί, στο γύρισμα του ελληνικού κόσμου από τον πολυθεϊσμό στον χριστιανισμό, όταν ο δεύτερος άρχισε σιγά-σιγά να επικρατεί στη θρησκευτική συνείδηση και στη λατρευτική πρακτική, η μείξη στοιχείων του ειδωλολατρικού παρελθόντος με τη νέα θρησκεία όχι μόνο δεν θα τη μείωνε, αλλά θα συντελούσε σε μεγάλο βαθμό στην εδραίωσή της. Πρότυπα αιώνων, εξάλλου, ήταν δύσκολο να καταργηθούν. Αντιθέτως, η αφομοίωσή τους από τον χριστιανισμό υπήρξε ο συνδετικός κρίκος που χρειάζονταν οι άνθρωποι για να τον δεχθούν ευκολότερα. Αποτέλεσμα, πολλές από τις αρχαίες θεότητες και τελετουργίες να παραμείνουν στο χριστιανικό εορτολόγιο και να προσαρμοστούν στο τυπικό και στις παραδόσεις της νέας θρησκείας.
 
Είναι σύμπτωση ότι η μεγάλη γιορτή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο συμπίπτει με τα γενέθλια της θεάς Αθηνάς στις 28 του αρχαίου μήνα Εκατομβαιώνα (μέσα Ιουλίου - μέσα Αυγούστου), όταν τελούνταν τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαίας Αθήνας; Ή μήπως είναι τυχαίο ότι ο ναός της παρθένου Αθηνάς στην Ακρόπολη μετατράπηκε σε ναό της Παναγίας Παρθένου; Αλλωστε δεν ήταν μόνον ο Παρθενώνας που έγινε χριστιανική εκκλησία, αφού σύμφωνα με το διάταγμα του Ιουστινιανού όλα τα αρχαία ιερά έπρεπε να μετατραπούν σε ναούς προκειμένου να εξαγνιστούν. Σε πολλά δε από αυτά, όπου λατρεύονταν γυναικείες, παγανιστικές θεότητες, χτίστηκαν ναοί αφιερωμένοι στην Παναγία, η οποία πολύ συχνά προσλάμβανε και τις ιδιότητες των αρχαίων θεοτήτων.
 
Οι ιδιότητες

Οι επαναλαμβανόμενοι εποχικοί κύκλοι του θανάτου και της αναγέννησης και τα λατρευτικά έθιμα που σχετίζονται με τη γη, τη βλάστηση και την καλή σοδειά συνδέθηκαν και με την Παναγία, όπως έχει γράψει ο μεγάλος λαογράφος Γεώργιος Μέγας. Τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέονται με τη σπορά και η Παναγία λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της θεάς Δήμητρας αποκτώντας άλλοτε το προσωνύμιο Αποσπορίτισσα και άλλοτε Μεσοσπορίτισσα. Παραμένει μάλιστα και το αρχαίο έθιμο της πανσπερμίας, τα πολυσπόρια, όπως το λέμε σήμερα.
 
Αειπάρθενος, όπως οι αρχαίες θεές Αθηνά και Αρτεμη, ονομάστηκε η Παναγία από τον 6ο αιώνα. Ταυτόχρονα όμως είναι η προστάτις των εγκύων γυναικών που για να έχουν καλό τοκετό κρατούν ένα φυλαχτό-φυτό, «της Παναγίας το χορτάρι», όπως λέγεται. Αρχαίες μητρικές θεότητες ήταν και άλλες: η Αστάρτη, η Λητώ, η Γαία, η Ισις, με ρίζες που χάνονται στο βάθος της Νεολιθικής εποχής. Αρχέτυπο όλων όμως θεωρείται η Μεγάλη Μητέρα ή Μητέρα Γη ή Μεγάλη Μητέρα Θεά, που κατά τον Γιουνγκ πρόκειται για ένα μητριαρχικό μοντέλο που ενυπάρχει στον άνθρωπο πριν και από την κύηση.
 
Η Μεγάλη Μητέρα ήταν άλλωστε η κύρια θεότητα στη Μινωική Κρήτη, από κάποια εποχή μάλιστα παράλληλα με τον «νεαρό θεό» (είτε ως «θείο βρέφος» είτε ως σύζυγό της). Σύμφωνα με τον κύκλο της φύσης για τον θάνατο και την αναγέννηση η Μεγάλη Μητέρα παντρεύεται διαρκώς τον νεαρό θεό που γεννιέται και πεθαίνει κάθε χρόνο.
 
Προστάτις

Στρατηγός των στρατηγών, η Παναγία προστατεύει τους πιστούς της - όπως και η θεά Αθηνά τους Αθηναίους - σε κάθε δύσκολη στιγμή. Το 626, στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από Αβαρους και Πέρσες, οι πιστοί που έχουν συγκεντρωθεί στη Μεγάλη Εκκλησία θα δουν ξαφνικά μπροστά τους την Παναγία να έχει απλώσει προστατευτικά το πέπλο της πάνω από την πόλη (θυμηθείτε τον πέπλο της Αθηνάς στα Παναθήναια). Και η μεγαλύτερη απόδειξη: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια» ψάλλουν οι πολιορκημένοι χριστιανοί στην τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας, το 1453.
 
Ο Ακάθιστος Υμνος ωστόσο μοιάζει κάπως με τις «ισιακές αρεταλογίες», τους ύμνους δηλαδή προς τη θεά Ισιδα, όπως λέει ο καθηγητής Αρχαιολογίας κ. Μιχάλης Τιβέριος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά της αιγύπτιας θεάς, που είχε εξελληνιστεί, πέρασαν και στην Παναγία. «Οπως η Παναγία, έτσι και η θεά αυτή απέκτησε μύριες προσωνυμίες, ήταν δηλαδή μυριώνυμη, όπως "παντοκράτειρα" και "βασίλισσα του ουρανού, της γης και του κάτω κόσμου"» σημειώνει ο κ. Τιβέριος.
 
Η βασιλική του Παρθενώνα

Είναι άγνωστο πότε ακριβώς μετατράπηκε ο Παρθενώνας σε χριστιανικό ναό, το βέβαιο όμως είναι ότι επί Ιουστινιανού (482-565) καθαγιάστηκε και ορίστηκε ως η «καθολική εκκλησία των Αθηνών». Η λατρεία της ειδωλολατρικής παρθένου έδωσε έτσι τη θέση της στη χριστιανή Παρθένο και ο ναός πήρε το όνομα Παναγία Αθηνιώτισσα. Για τον σκοπό αυτόν μάλιστα και προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της νέας λατρείας ο Παρθενώνας υπέστη πολλές επεμβάσεις και μετατράπηκε σε τρίκλιτη βασιλική.
 
Το κύρος του ναού ήταν μεγάλο, αφού ακόμη και ο Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος γιόρτασε τη νίκη του κατά των Βουλγάρων στην Παναγία Αθηνιώτισσα. Επρόκειτο άλλωστε για περίλαμπρο ναό, με τη χρυσή εικόνα της Παναγίας και θαυμάσια ψηφιδωτά. Μόνο 188 ψηφίδες διασώθηκαν από αυτά και μεταφέρθηκαν το 1848 στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ σήμερα διακρίνονται ελάχιστα ίχνη των αρχικών παραστάσεων. Εκείνο όμως που διασώζεται είναι τα εκατοντάδες χαράγματα με ονόματα στρατηγών, επισκόπων κ.λπ., αλλά και απλές αναγραφές ονομάτων, θανάτων, τίτλοι και επαγγέλματα, προσευχές και συμβολικές παραστάσεις που αναγράφηκαν μέσα στους αιώνες στους κίονες του ναού. Κατά την Αλωση των Αθηνών από τους Λατίνους όμως η εκκλησία συλήθηκε και μετατράπηκε σε καθολική με την ονομασία «Σάντα Μαρία ντι Ατένε», ενώ αργότερα έγινε τζαμί.
 
Στην υποτιθέμενη ομοιότητα της παράστασης μιας μαρμάρινης μετόπης του Παρθενώνα με τη σκηνή του Ευαγγελισμού οφείλεται εξάλλου η διάσωσή της κατά τον Μεσαίωνα από φανατικούς της νέας θρησκείας που κατέστρεψαν τον αρχαίο διάκοσμο του ναού. Η μετόπη βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ακρόπολης.

Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Πρόλογος

«Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου». (Η Ορθοδοξία μας, σ. 214).

Ακριβώς σε αυτήν την θεολογική παραδοχή, στηρίζεται όλο το παρόν άρθρο μας. Η θεολογική θέση που έχει ο Χριστός, εξαρτά και την θεολογική θέση της Μαρίας. Ήταν όμως πάντοτε η ίδια, ή μήπως διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο; Στην πλαστογραφημένη επιστολή του Ιούδα του «Αδελφόθεου», η οποία είναι ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, ο άγνωστος συντάκτης υποστηρίζει, όχι μόνο ότι η πίστη παραδόθηκε μία φορά, αλλά προτρέπει τους πιστούς να αγωνίζονται για αυτήν, σαν κάτι στατικό. «ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (στ. 3). Οι σύγχρονοι απολογητές ισχυρίζονται ότι δεν γραμμένα τα πάντα μέσα στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά ότι και αυτή αποτελεί μέρος της «Ιεράς Παραδόσεως». Έτσι δικαιολογούν από την μία μεριά τις σοβαρότατες ελλείψεις της Καινής Διαθήκης σε σχέση με την μεταγενέστερη θεολογία, και από την άλλη προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με βάση τα αποκρυσταλλωμένα δόγματα του 4ου- 5ου αιώνος.

Παρ' όλα αυτά, αν μελετήσουμε προσεκτικά την χριστιανική γραμματεία, θα παρατηρήσουμε μια σταδιακή εξέλιξη στην χριστολογία της Εκκλησίας, που επηρεάζει και την «Μαριολογία». Ειδικά, κατά τις λεγόμενες «χριστολογικές» έριδες, εντός της Εκκλησίας πάντα, παράλληλα με την ενίσχυση της «θεότητας» του Ιησού, ενισχύθηκε και η θεολογική θέση της Μαρίας, ως «Θεομήτωρ», «Θεοτόκος», και «Αειπάρθενος». Και μαζί με αυτά, και οι σχετικές εορτές και τα προσκυνήματα, για τα οικονομικά οφέλη του ιερατείου. Δες και εδώ

Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε αυτήν την εξέλιξη κατά τους πρώτους αιώνες, με τρόπο συνοπτικό, και αναφερόμενοι κυρίως στην μερίδα εκείνη του πολυμορφικού χριστιανισμού, που τελικά επικράτησε και αργότερα εδραιώθηκε με την πολιτική εξουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την αυτοαποκαλούμενη «ορθόδοξη», η οποία φρόντισε να εξαφανίσει τα συγγράμματα των αντιπάλων. Πως η Μαρία, από απλή γυναίκα, σταδιακά μετετράπη σε «μετά Θεόν, η θεός τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα», όπως αναφέρεται σε ύμνο της Εκκλησίας του 7ου αιώνος (Άγιος Ανδρέας, αρχιεπίσκοπος Κρήτης). ΔΕΣ: ΕΙΧΕ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΑΧΒΕ ΣΥΖΥΓΟ;

Τί προκύπτει από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης

Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όσα δηλαδή κρίθηκαν εκ των υστέρων ως «κανονικά», μέσα από μια μακρά διαδικασία που διήρκησε δύο-τρεις αιώνες, αν και πλαστογραφημένα σε πάμπολλα σημεία όπως έχει αποδείξει η επιστημονική έρευνα, εντούτοις περιέχουν σπέρματα που αντικατοπτρίζουν τα ποικίλα ρεύματα του πολυμορφικού Χριστιανισμού, για τουλάχιστον έναν αιώνα. Οι επιμέρους συγγραφείς των βιβλίων, άγνωστοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία, εκφράζουν διαφορετικές θεολογικές αντιλήψεις, τόσο ως προς την χριστολογία, όσο και για την θέση της Μαρίας. Το κοινό τους σημείο, είναι ότι πουθενά δεν ισχυρίζονται όσα θα ισχυριστούν αργότερα οι θεολόγοι και ειδικά κατά την περίοδο των χριστολογικών ερίδων (4ος-6ος αιώνας).

Όπως είναι γνωστό, ο Παύλος, είναι ο αρχαιότερος χριστιανός συγγραφέας του οποίου διαθέτουμε γραπτά (γράφει περίπου μεταξύ 49-60 π. κ. ε). Μέσα από τις επιστολές του, που τις απευθύνει κυρίως στις περιοχές όπου σύστησε ομάδες πιστών, μεταξύ «των εθνών», δεν προκύπτει ότι έδινε μεγάλη σημασία στο πρόσωπο της Μαρίας. Ούτε καν «παρθένο» δεν την αναφέρει. Φαίνεται να αγνοεί ακόμα και αυτό το θαυμαστό «γεγονός» της παρθενικής γέννησης, παρ' ότι ήταν άριστος γνώστης των ιουδαϊκών «προφητικών» κειμένων. Έτσι, στην «Προς Ρωμαίους» επιστολή του, γράφει: «περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαβὶδ κατὰ σάρκα» (1:3). Από το «σπέρμα» του Δαβίδ, σημαίνει ότι ο Ιησούς κατάγεται από απογόνους του Δαβίδ. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς είχε πατέρα φυσικό (και όχι απλά νομικό, όπως ισχυρίζονται οι απολογητές), πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να ισχύει ταυτόχρονα η γέννηση από Παρθένο, όπως μεταπλάστηκε αργότερα η «ιστορία». Σύμφωνα με τις εβραϊκές συνήθειες της εποχής, η καταγωγή δίδονταν από τον πατέρα (Αριθμοί, 1:18, - Β΄ Έσδρα, 2:59).

Σε άλλη επιστολή του, αναφέρει σχετικά: «ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός» (Προς Γαλάτας, 4:4). Αποκαλεί την Μαρία ως «γυναίκα» και όχι ως «παρθένο», όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα σημερινά θεολογικά δεδομένα. Στην Γραφή, πάντα γίνεται διάκριση μεταξύ γυναίκας (που είναι η παντρεμένη), και παρθένου (που είναι η μη παντρεμένη). Μάλιστα, ο ίδιος ο Παύλος, κάνει την διάκριση και ξεχωρίζει τους όρους αυτούς στην πρώτη επιστολή του «Προς Κορινθίους», που γράφει: «μεμέρισται ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος» (7:34). Διαφέρει, δηλαδή. Συνεπώς, κατά τον Παύλο, η Μαρία γέννησε τον Ιησού με φυσικό τρόπο και όχι υπερφυσικό. Σε αυτό συνηγορεί και η σχετική χριστολογική άποψη του Παύλου, όπως εκφράζεται από τον ίδιο στην «Προς Φιλιππησίους» επιστολή του:
τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος• καί σχήματι εὑρεθείς ὥς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου θανάτου δὲ σταυροῦ· διὸ καὶ ὁ θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν θεοῦ πατρός.
(2:5-11)
Κατά τον Παύλο, λοιπόν, ο Ιησούς είναι μια «θεϊκή οντότητα», που αδειάζει τον εαυτό του λαμβάνοντας ομοίωμα και σχήμα ανθρώπου, πεθαίνει, ανασταίνεται από τον Θεό και τότε είναι που ο Θεός τον υπερυψώνει και τον κάνει «Κύριο». Ο συγγραφέας των «Πράξεων», διασώζει σχετικό κήρυγμα του Παύλου: «ταύτην ὁ θεὸς ἐκπεπλήρωκεν τοῖς τέκνοις αὐτῶν ἡμῖν ἀναστήσας Ἰησοῦν ὡς καὶ ἐν τῷ ψαλμῷ τῷ δευτέρῳ γέγραπται Υἱός μου εἶ σύ ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε» (13:33).

Κατά την υποτιθέμενη «ανάσταση» του Ιησού από τον Θεό, τότε έγινε Υιός του Θεού. Αυτή την έννοια έχει η φράση «Εγώ σήμερα σε γέννησα», δηλαδή, σήμερα σε υιοθέτησα.

Τότε υπερυψώθηκε και έγινε «Κύριος», σύμφωνα με την «Προς Φιλιππησίους» επιστολή. Σε αυτό, συνηγορεί και ο Πέτρος, κήρυγμα του οποίου διασώζεται πάλι στο βιβλίο των «Πράξεων»:
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου, οὔδε ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδεν διαφθοράν ·τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ θεός οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες (...) ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ θεός ἐποίησεν τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε.
(2:31-36)
Κατά την «ανάσταση», λοιπόν, ο Ιησούς έγινε «Κύριος» και «Χριστός» από τον Θεό. Συνεπώς, όταν γεννήθηκε ο Ιησούς, γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος. Για αυτόν τον λόγο, η θέση της Μαρίας δεν ήταν κάποια πολύ σημαντική, όπως έγινε αργότερα. Αυτές οι απόψεις, σήμερα θεωρούνται αιρετικές. Όμως, μάλλον ότι ήταν «ορθόδοξες» κατά την εποχή εκείνη.

Στο «Κατά Μάρκον» ευαγγέλιο, που αν δεχτούμε τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του Ειρηναίου, γράφτηκε καθ’ υπαγόρευση του αποστόλου Πέτρου, ο Ιησούς γίνεται «Χριστός» όχι κατά την «ανάσταση», αλλά κατά την βάπτιση. Είναι αξιοσημείωτο να δούμε πως αρχίζει το συγκεκριμένο ευαγγέλιο ο άγνωστος συγγραφέας του: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (1:1). Σύμφωνα με την θεολογική γλώσσα, το ευαγγέλιο, είναι ο ίδιος ο ερχομός του Ιησού στον κόσμο. Είναι δηλαδή ένα χαρμόσυνο «γεγονός». Ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, την αγιάζει, την ανακαινίζει, της δίνει την νίκη κατά του θανάτου, την θεραπεύει, και την υψώνει στα επουράνια για την κατά χάρη ένωσή της με τον Τριαδικό θεό.

Στο ευαγγέλιο αυτό όμως, που είναι και το πρώτο χρονολογικά, παραλείπεται η σημαντική εξιστόρηση των «γεγονότων» που σήμερα αποτελούν τον θεολογικό πυρήνα της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Η «αρχή», για τον συγγραφέα (ή για τον Πέτρο, αν θέλετε), δεν τοποθετείται στην ενανθρώπηση, αλλά στην βάπτιση! Για αυτό, δεν αναφέρονται «γεγονότα» που έχουν σήμερα την σπουδαιότερη θεολογική σημασία, όπως ο «ευαγγελισμός της Θεοτόκου», ούτε η δήθεν εκπλήρωση κάποιας μεσσιανικής «προφητείας». Προφανώς, τίποτα από αυτά δεν υπήρχε ως «θεολογία» ακόμα. Η «αρχή» της καλής αγγελίας, ξεκινάει με τον Ιησού να βαπτίζεται και τότε να λαμβάνει δύναμη από τον Θεό, ώστε να αρχίσει να ενεργεί «εν δυνάμει».
Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ εὐθὲως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδεν σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ' αὐτόν• καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν Σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ὦ εὐδόκησα.
(1:9-11)
Συνεπώς, ούτε εδώ είναι περίοπτη η θέση της Μαρίας. Αναφέρεται μάλιστα ρητώς, ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια (6:1-3). Η αναφορά ότι αυτά είναι παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο του, είναι μεταγενέστερη ερμηνεία, βρίσκεται στο ψευδεπίγραφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», και υπάρχει απλά και μόνο για να στηρίξει το δήθεν «αειπάρθενο» της Μαρίας.

Στο «Κατά Ματθαίον» ευαγγέλιο, γίνεται μια ανεπιτυχής προσπάθεια σύνδεσης του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη. Ο συγγραφέας, έχοντας πλαστογραφήσει και παραποιήσει τα ιουδαϊκά κείμενα, απευθυνόμενος σε κοινότητα Ιουδαίων που είχε δεχτεί τον Ιησού, προσπαθεί (συν τοις άλλοις) να αποδώσει την γέννηση του Ιησού σε παρθένο.
Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἠν• μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου· Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν· ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδού, ἄγγελος κυρίου κατ' ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων, Ἰωσὴφ υἱὸς Δαβίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου• τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν• αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος, Ἰδού, ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον, Μεθ' ἡμῶν ὁ θεός.
(1:18-23)
Πριν λοιπόν συνευρεθεί ο Ιωσήφ με την Μαρία, η Μαρία βρίσκεται έγκυος, «έχουσα εκ Πνεύματος αγίου». Δεν αναφέρεται τίποτα στα υποτιθέμενα «γεγονότα» του «ευαγγελισμού», προφανώς διότι ήταν ακόμα άγνωστος. Η βαρύτητα δίδεται στο ότι έμεινε έγκυος ενώ ήταν ακόμα παρθένα, για να εκπληρωθεί η «προφητεία» του Ησαΐα. Ο Ησαΐας βέβαια, δεν λέει κάτι τέτοιο. Αν ανοίξουμε στο 7ο κεφάλαιο του ομώνυμου βιβλίου, ο Ησαΐας απευθυνόμενος στον βασιλιά, αναφέρεται σε ένα παιδί που θα γεννηθεί κατά την εποχή του και όχι αιώνες μετά. Απόδειξη είναι ότι οι εναντίον του Άχαζ εκστρατεύσαντες βασιλείς, θα διασπαστούν, πριν προλάβει το παιδί να μεγαλώσει και να διακρίνει το καλό από το κακό (Ησαΐας, 7:14-16). Ο συγγραφέας μεταβάλει το «καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ», που λέει ο Ησαίας στον Άχαζ, σε «καλέσουσιν το όνομα αυτού Εμμανουήλ», για να κρύψει το γεγονός ότι η ρήση του Ησαΐα έλαβε ήδη την εκπλήρωσή της, κατά την εποχή του Άχαζ και ότι είναι άσχετη με κάποια μεσσιανική «προφητεία». Άλλωστε, ούτε περί «παρθένου» κάνει λόγο ο Ησαΐας, αλλά περί νεαρής γυναικός. Την οποία έχει μπροστά του, και την δείχνει στον Άχαζ.

Συνεπώς, ούτε εδώ έχει κάποια καλύτερη θεολογική θέση η Μαρία. Άλλωστε, «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (1:25). Δηλαδή, αφού γέννησε τον γιο της τον πρωτότοκο, τον Ιησού, μετά είχε ερωτικές σχέσεις με τον Ιωσήφ, και μάλιστα έκανε και άλλα παιδιά. Διαφορετικά, η λέξη «πρωτότοκος» δεν θα είχε νόημα.

Είναι ξεκάθαρος ο συγγραφέας του ευαγγελίου και, μάλιστα, στο κεφάλαιο 12, στίχος 46, επιβεβαιώνει τον συγγραφέα του «Κατά Μάρκον» ευαγγελίου, στο ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια, χωρίς να αναφέρεται κάπου ότι αυτά είναι από προηγούμενο γάμο του Ιωσήφ. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον όταν τον ζητά η Μαρία, ο Ιησούς την παραμερίζει, λέγοντας: «Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν, Ἰδού, ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου» (12:48-49). Ωστόσο, ούτε στο «Κατά Μάρκον», ούτε στο «Κατά Ματθαίον», ούτε καν στο «Κατά Λουκάν», ο Ιησούς προϋπάρχει ως «Λόγος». Αυτή η θεολογία της «ενσάρκωσης» που διαβάζουμε στον συγγραφέα του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου- που δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν του Παύλου που ήδη αναφέραμε- είναι μεταγενέστερη, προς τα τέλη του 1ου αιώνος.

Πριν όμως την εξετάσουμε, ας δούμε τι συμβαίνει στο «Κατά Λουκάν» ευαγγέλιο. Εδώ, αναφέρεται η γέννηση από Παρθένο, και τα σχετικά «γεγονότα», όπως ο «ευαγγελισμός». Όμως, αν και γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη, εντούτοις καμία εκπληρωθήσα δήθεν προφητεία δεν αναφέρεται. Ο συγγραφέας δεν απευθύνεται σε κάποια ιουδαϊκή κοινότητα που να είναι εξοικειωμένη με τις Γραφές, αλλά στον Θεόφιλο, που ήταν μάλλον εθνικός προσήλυτος. Βέβαια, ούτε εδώ γίνεται αναφορά σε προΰπαρξη του Ιησού.

Προσέξτε τώρα τα λόγια του αγγέλου προς την Μαρία: «ἰδού, συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται καὶ δώσει αὐτῷ κύριος ὁ θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. [...] Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι• διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ» (1:31-33.35). Ώστε η Μαρία, συλλαμβάνει «δια Πνεύματος αγίου», τον Ιησού. Μετά από την επισκίαση της δύναμης του υψίστου. Ο Ιησούς, θα ονομαστεί «Υιός Υψίστου», ο Θεός θα του δώσει τον θρόνο του Δαβίδ για να βασιλεύει αιώνια στον οίκο Ιακώβ (στους Εβραίους λοιπόν), και θα κληθεί «Υιός θεού». Αυτό είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο «Κατά Ματθαίον». Όπως παρατηρούμε, για τον συγγραφέα του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής «Υιός» του Θεού. Έγινε μελλοντικά. Αλλά πότε; Μάλλον, κατά την βάπτιση, τότε που υποτίθεται ότι μίλησε ο Θεός και τον σύστησε ως υιό αγαπητό, που σε εκείνον ευδόκησε (Κατά Λουκάν, 3:22). Αλλά και το «Υιός του Θεού», δεν έχει καμία σχέση με την διδασκαλία του ομοούσιου! Ο Ιησούς κλήθηκε αργότερα ως Υιός θεού, δια της υιοθεσίας.

Η ιουδαϊκή μονοθεϊστική παράδοση ήταν οικεία με ανθρώπους που γίνονται «θεϊκοί». Για παράδειγμα, ο Σολομώντας γίνεται θεϊκός δια της υιοθεσίας του από τον Θεό (Β΄ Σαμουήλ, 7:12-14), ο Δαβίδ (Ψαλμός, 88:20-28).

Υπάρχει όμως ένα χωρίο πάλι στο «κατά Λουκάν», που έρχεται σε αντίθεση με το παραπάνω. Εκεί, ο Ιησούς, είναι «Χριστός» και «Κύριος», από τότε που γεννήθηκε (2:11). Δεν πρέπει να μας παραξενεύει αυτή η αντίφαση που βρίσκεται στο ίδιο ευαγγέλιο, ένα κεφάλαιο παρακάτω. Τα κείμενα έχουν αλλαχθεί πολλές φορές, όπως αναφέρει σχετικά και ο Ωριγένης.

Είναι φανερό, ότι ο συγγραφέας, όταν αναφέρεται στην γέννηση από παρθένο, έχει επιρροές από τον εθνικό κόσμο. Ο Θεός καθιστά έγκυο μία παρθένα μέσω της δύναμής του. Ανάλογα παραδείγματα έχουμε και από την μυθολογία. Οι ομοιότητες είναι τόσο εκπληκτικές, ώστε ο απολογητής Ιουστίνος αναγκάζεται να ομολογήσει:
«Με το να λέγομε ότι ο Λόγος, ο οποίος είναι το πρώτο γέννημα του Θεού, γεννήθηκε χωρίς επιμιξία, ο Ιησούς Χριστός ο διδάσκαλος ημών, και ότι σταυρωθείς, αποθανών και αναστάς ανήλθε εις τον ουρανό, δεν φέρομε τίποτα νέο πέρα από τους λεγόμενους από εσάς υιούς του Διός» (Α΄ Απολογία, 21:1).
Στην προσπάθειά του να εξηγήσει το γιατί, πέφτει σε αντιφάσεις, δείγμα της αδυναμίας του χριστιανικού λόγου. Στην «Α΄ Απολογία» του, τις ομοιότητες τις αποδίδει στην «ενέργεια των φαύλων δαιμόνων» που προσπάθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξαπατήσουν το ανθρώπινο γένος, ενώ στην «Β΄ Απολογία» του τις αποδίδει στον «σπερματικό λόγο», ότι δήθεν ο Θεός άφησε να διαρρεύσει εν μέρει η αλήθεια στον εθνικό κόσμο, κάτι σαν «ευαγγελική προπαρασκευή». Είναι η γνωστή αντιφατική και υποκριτική χριστιανική διγλωσσία. Διότι, αυτές οι θέσεις είναι αλληλοαναιρούμενες. Οι ομοιότητες δεν είναι δυνατόν να αποδίδονται ταυτόχρονα σε ενέργεια του θεού και του διαβόλου!

Αν και η θεολογική θέση της Μαρίας δεν είναι ακόμα αυτό που σήμερα ξέρουμε, παρόλα αυτά, είναι σίγουρα βελτιωμένη σε σχέση με την γραμματεία πριν το 75- 85 κ. ε. Για αυτό και μακαρίζεται ως «ευλογημένη μεταξύ των γυναικών» (1:28), ότι βρήκε χάρη μεταξύ των γυναικών από τον θεό (1:30), «μητέρα του κυρίου», δηλαδή μητέρα εκείνου που ο Θεός έκανε «κύριο» του θρόνου Δαβίδ (1:41).

Για τον συγγραφέα του «κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, ο οποίος εισάγει μια ανώτερη θεολογική άποψη για τον Ιησού, την θεολογία της σάρκωσης, ο Ιησούς προϋπάρχει ως «ο Λόγος του Θεού», που σε κάποια χρονική στιγμή, έγινε άνθρωπος. Βέβαια, αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αναφέρει τίποτα περί παρθενικής σύλληψης. Στην ιουδαϊκή γραμματεία, φαίνεται να υπάρχει δίπλα στον Θεό, μια δεύτερη οντότητα, η Σοφία. Εξαιτίας του αυστηρού μονοθεϊσμού των Ιουδαίων, αυτή η οντότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «θεός» κατ’ ουσία, διότι τότε θα είχαμε δύο θεούς, άρα πολυθεΐα. Είναι όμως «θεϊκή». Η Σοφία του Θεού, διακρίνεται από τον Θεό (η θέση των γνωστικών - νεοπλατωνιστών), και παρουσιάζεται ως έχουσα υπόσταση. Για παράδειγμα, αναφέρεται στο βιβλίο των Παροιμιών να λέει η Σοφία: «Κύριος έκτισεν με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (8:22). Είναι το όργανο δια του οποίου ο Θεός ξεκίνησε τα έργα του.

Ο Φίλων ο Ιουδαίος, ένας διανοούμενος που προσπάθησε να συνδέσει τον Μωυσή με τον Πλάτωνα, δανείστηκε τον φιλοσοφικό όρο «λόγος» των Στωικών, και τον ταύτισε με την «Σοφία». Έτσι, εκείνος ήταν που πρώτος έκανε αναφορά στον «Λόγο» του Θεού, που θεωρούσε ως «Ιδέα των ιδεών», επηρεασμένος από τον Πλάτωνα. Ο άγνωστος συγγραφέας, πήρε την ιδέα του Φίλωνα, και την προσάρμοσε στην δική του σκέψη. Έτσι, ο «Λόγος» του «κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, δεν είναι μία ιδέα αφηρημένη, αλλά γίνεται άνθρωπος. Οι ερμηνείες για την ένωση των δύο φύσεων «ατρέπτως, ασυγχύτως, και αδιαιρέτως» σε μία υπόσταση, είναι μεταγενέστερες, και δεν υποστηρίζονται από όλα τα εδάφια. Εκτός αυτού, και οι «αιρετικοί», έφερναν χωρία από τις Γραφές, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.

Ωστόσο, η θεολογική θέση της Μαρίας δεν θα πάρει ακόμα θέση περιωπής.

Από τα κείμενα του 2ου–3ου αιώνος

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, χάριν στον οποίο ενισχύθηκε ο επισκοπικός θεσμός προς καταπολέμηση των άλλων χριστιανικών ομάδων, αν και πλησιάζει στην ορθόδοξη θεολογία του 4ου αιώνος περί της διπλής φύσεως του Ιησού, δεν αναφέρει κάτι ιδιαίτερο για την Μαρία. Σε γνήσια επιστολή του, γράφει: «Εις ιατρός εστίν σαρκικός και πνευματικός, γεννητός και αγέννητος, εν σαρκί γενόμενος θεός, εν θανάτω ζωή αληθινή, και εκ Μαρίας και εκ θεού, πρώτον παθητός και τότε απαθής, Ιησούς Χριστός ο κύριος ημών» (VII:2).

Είναι γνωστό, ότι οι επιστολές του Ιγνατίου πλαστογραφήθηκαν κατά τους μετέπειτα αιώνες. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον 4ο, όπου έχουμε τις χριστολογικές έριδες. Έτσι, υπάρχουν σήμερα δύο συλλογές· μία σύντομης μορφής (που υποστηρίζεται ότι είναι οι γνήσιες επιστολές), και μία εκτενέστερης μορφής (οι νοθευμένες). Ο ορθόδοξος πλαστογράφος του 4ου αιώνα, επειδή ο Ιγνάτιος είχε κύρος στις εκκλησιαστικές κοινότητες και θέλοντας να παρουσιάσει τις θεολογικές θέσεις του Ιγνατίου με περισσότερη ευκρίνεια, προβαίνει σε παραχάραξη. Ας δούμε πως είναι γραμμένο το απόσπασμα που παραθέσαμε παραπάνω, όπως αυτό περιέχεται στην δεύτερη συλλογή, με τις πλαστογραφημένες επιστολές.

«Ιατρός δε ημών εστίν ο μόνος αληθινός θεός, ο αγέννητος και απρόσιτος, ο των όλων Κύριος, του δε Μονογενούς Πατήρ και γεννήτωρ. Έχομεν ιατρόν και τον Κύριον ημών Θεόν Ιησούν τον Χριστόν, τον προ πάντων αιώνων Υιόν μονογενή και Λόγον, ύστερον δε και άνθρωπον εκ Μαρίας της Παρθένου. Ο Λόγος σάρξ εγένετο, ο ασώματος εν σώματι, ο απαθής εν παθητώ σώματι, ο αθάνατος εν θνητώ σώματι, η ζωή εν φθορά, όπως θανάτου και φθοράς ελευθερώση και ιατρεύση τας ψυχάς ημών και ιάσηται αυτάς» (VII).

Ο πλαστογράφος, στον αγώνα για την καταπολέμηση των διαφορετικών απόψεων για τον Ιησού, διευκρινίζει ότι ο Θεός Πατήρ είναι ο γεννήτορας του Μονογενούς, ο οποίος είναι «προ πάντων των αιώνων» ως Λόγος, που μετά ενανθρώπησε από την Μαρία την Παρθένο. Τώρα ο πλαστογραφημένος Ιγνάτιος, φαντάζει περισσότερο «ορθόδοξος» από πριν. Η δε Μαρία τονίζεται ότι είναι Παρθένος, και μετά τον τοκετό.

Από τα μέσα του 2ου αιώνος, αρχίζει να ενισχύεται η θεολογική θέση της Μαρίας, καθόσον αρχίζει η σύγκρισή της με την Εύα. Η Εύα απατήθηκε και μαζί της απατήθηκε ολόκληρη η ανθρωπότητα, ενώ δια της Μαρίας, ήρθε η ανόρθωση της ανθρωπότητας. Αν και στα κείμενα της Καινής Διαθήκης απαντάται η προηγούμενη θέση -ένδειξη του μισογυνισμού του Χριστιανισμού-, παρ' όλα αυτά δεν υπάρχει κάποια σύγκριση με την Μαρία. Στην μεταγενέστερη περίοδο που εξετάζουμε, αρχίζουν οι συγκρίσεις. Ο Ιουστίνος, αναφέρει: «Πράγματι η Εύα, παρθένος ούσα και άφθορος, συλλαβούσα τον λόγον από τον όφιν, εγέννησε παρακοήν και θάνατον· λαβούσα πίστιν και χαράν η παρθένος Μαρία, όταν ο άγγελος Γαβριήλ της ανήγγειλλεν ότι Πνεύμα Κυρίου θα έλθει επ’ αυτήν και δύναμις υψίστου θα την επισκιάσει, για αυτό και το γεννώμενον από αυτήν άγιο τέκνον είναι Υιός του Θεού, απεκρίνετο· ας γίνει εις εμέ κατά τον λόγον σου» (Διάλογος προς Τρύφωνα, 100:5).

Δύο-τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η σύγκριση έγινε μέρος της θεολογίας της Εκκλησίας, δια του Ειρηναίου, επισκόπου της Λυών.

Ενώ οι απολογητές ως τότε υποστήριζαν ότι η αλήθεια προϋπήρχε μερικώς στον εθνικό κόσμο, πριν την έλευση του Χριστού, ο Ειρηναίος, βλέποντας τα κενά και τα αδιέξοδα της παραπάνω θέσης, υποστήριξε ότι ο Θεός Λόγος προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, την ανακαίνισε. Δεν ήρθε απλά να συμπληρώσει στο πρόσωπό του την «αλήθεια», αλλά ήρθε να προσφέρει τον Εαυτό του, που είναι η Αλήθεια σαρκωμένη, να ανακεφαλαιώσει τα πάντα στο πρόσωπό του. Έτσι, η Μαρία με την συγκατάθεσή της, δίνοντας σώμα από το σώμα της στον Θείο Λόγο, συντέλεσε σε αυτήν την ανάπλαση.

Αναφέρει ο Γ. Φλορόφσκι σχετικά:
Η λειτουργία της στην ενσάρκωση είναι διπλή. Απ’ τη μία μεριά εξασφαλίζει τη συνέχεια του ανθρωπίνου γένους. Ο Υιός της είναι, χάρις στην «δευτέρα γέννησή του», ο Υιός Δαβίδ, ο υιός Αβραάμ και όλων των προπατόρων (αυτό τονίζεται με έμφαση στη γενεαλογία του Ιησού και στις δύο εκδόσεις της). Κατά τη φράση του Ειρηναίου «ανακεφαλαίωσε εν αυτή το μακρό κατάλογο της ανθρωπότητος» (Κατά Αιρέσεων, III, 18, 1), «συνέλεξε εν εαυτώ όλα τα έθνη τα ήδη από του Αδάμ διασπαρέντα» (Κατά Αιρέσεων, III, 22, 3), και ανέλαβε εν εαυτώ την παλαιά οδό της δημιουργίας» (Κατά Αιρέσεων, IV, 23,4). Αλλά από την άλλη μεριά «επέδειξε ένα νέο είδος γεννήσεως» (Κατά Αιρέσεων, V,1,3). Ήταν ο Νέος Αδάμ. («Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», σελ. 130).
Γράφει ο πατρολόγος Στ. Παπαδόπουλος, συμφωνώντας με τα ανωτέρω:
«Στο έργο της ανακεφαλαιώσεως έχει σπουδαία θέση και η Θεοτόκος. Ο ρόλος της είναι «σωτηριώδης», καθόσον συμβάλλει στην πνευματική αναμόρφωση του πιστού. Η Εύα παρακούσασα έγινε αρχή της πτώσεως, ενώ η Μαρία «υπακούσασα» έγινε «αιτία σωτηρίας» για όλη την ανθρωπότητα (Κατά Αιρέσεων, Γ 22,4). Η προσφορά της Θεοτόκου είναι λοιπόν πολύ περισσότερο από παραδειγματική» (Τόμος Α΄, σελ. 298).

Το δήθεν «αειπάρθενο», αναφέρεται για πρώτη φορά στο ψευδεπίγραφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», προϊόν του δευτέρου αιώνος και για αρκετούς, του τρίτου. Ο Στ. Παπαδόπουλος, γράφει σχετικά:
Το έργο τούτο σκοπό έχει να υπογραμμίσει την αειπαρθενία της Θεοτόκου και φυσικά να καλύψει με περισσή αφέλεια και ευσέβεια τα πραγματικά κενά που παρατηρούνται στα κανονικά ευαγγέλια σχετικά με τη ζωή της Μαρίας και τα παιδικά έτη του Κυρίου. Έτσι, διηγείται τη γέννηση της Μαρίας, τη ζωή της στο Ναό, τη μνηστεία της με τον ηλικιωμένο χήρο Ιωσήφ, ο οποίος είχε υιό από την πρώτη του σύζυγο τον δήθεν συγγραφέα του παρόντος έργου Ιάκωβο» (Πατρολογία, Α΄ τόμος, σ. 212).
Και ο Π. Χρήστου, συμπληρώνει στην δική του πατρολογία:
(Το κείμενο γράφτηκε) «με προφανή επιδίωξιν την καταπολέμησιν των αρνητών αυτής (σημ. της αειπαρθενίας), ως ήσαν τότε οι ανήκοντες εις μίαν των μερίδων των Εβιωναίων» (σ. 236). «Πάντως ο συντάκτης, αγνοών την γεωγραφίαν της Παλαιστίνης και τα έθιμα των Ιουδαίων, ούτε ο Ιάκωβος ούτε οιοσδήποτε Ιουδαίος της Παλαιστίνης δύναται να είναι» (Β΄ τόμος, σ. 236).
Με βάση αυτά τα κείμενα, αργότερα ο Επιφάνιος Κύπρου -σφοδρός πολέμιος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου (εντούτοις «άγιοι» και οι δύο)- θα αναδειχθεί ως ο πρώτος θεολόγος που συστηματικά υποστήριξε το «αειπάρθενο» με ειδικές διατριβές. Στην 6η Οικουμενική, η Μαρία ανακηρύσσεται παρθένος, προ του τόκου, κατά τον τόκο, και μετά τον τόκο.

Χριστολογικές έριδες του 4ου και του 5ου αιώνος

Η σύγκρουση μεταξύ των χριστιανών για την υποτιθέμενη «αλήθεια» τους, οδήγησε στην κατασκευή πολλών πλαστών κειμένων, τάχα αναγόμενων στην αποστολική εποχή. Όταν επικράτησε το δόγμα που έκτοτε ισχύει, τότε ακριβώς θεσπίστηκαν νέες εορτές και πολλά προσκυνήματα, για την «Θεοτόκο». Όταν, επί παραδείγματι, καταδικάστηκε ο Νεστόριος στην Γ΄ Οικουμενική το 431, ενισχύθηκε η τιμή της Μαρίας και καθιερώθηκε το «Θεοτόκος».

Γράφει ο Βασίλειος Στεφανίδης:

«Η καταδίκη των Νεστοριανών εν τη τρίτη Οικουμενική Συνόδω ενίσχυσε την τιμήν της Θεοτόκου. Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος εν Εφέσω μετά την μνημονευθείσα σύνοδον εν τω σχετικώ πανηγυρικώ λόγω είπε περί της Θεοτόκου τα επόμενα· ‘’Δι’ ης τριάς αγιάζεται, δι’ ης σταυρός τίμιος ονομάζεται και προσκυνείται εις πάσαν την οικουμένην…, δι’ ης το εκπεσόν πλάσμα αναλαμβάνεται…, δι’ ης βάπτισμα άγιον γίνεται τοις πιστεύουσι…, δι’ ης νεκροί εγείρονται» (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 316).

Δεν ήταν μόνο το όπλο της πλαστογράφησης, αλλά και αυτό της παραποίησης των «αγιογραφικών δεδομένων». Για παράδειγμα, αναφέρει ο Βασίλειος Στεφανίδης:
Τα εισόδια της Θεοτόκου ως γεγονός απαντά εν τοις αποκρύφοις ευαγγελίοις (Πρωτευαγγέλιον, κεφ. 7. Ευαγγέλιον της γεννήσεως της Μαρίας, κεφ. 6). Η πληροφορία αύτη δεν στηρίζεται επί ιστορικής βάσεως, διότι απηγορεύετο εις τας γυναίκας η είσοδος εις τα Άγια των Αγίων του ιουδαϊκού ναού.
(ο. π. σ. 463)
Η εορτή της Υπαπαντής «απαντά εν Ιερουσαλήμ τέλη της 4ης εκ/ρίδος», ο αυτοκράτορας Μαρκιανός (450-457) «πρώτος έκτισεν ναόν της Θεοτόκου εν Γεθσημανή, όπου, κατά την παράδοσιν, είχε ταφή η Θεοτόκος...», η εορτή της «Κοιμήσεως» στις 15 Αυγούστου απαντά περί το 460, ενώ ο «Ευαγγελισμός» απαντά τον 6ο αιώνα. Τέλος, η εορτή της «Γεννήσεως της Θεοτόκου» απαντά τον 7ο αιώνα (ο. π. σ. 316-317).

Γράφει ο Π. Χρήστου, στον δεύτερο τόμο της πατρολογίας του:
Αυτοτελώς δια την Μαρίαν το ενδιαφέρον ανακινείται δια πρώτην φορά περί το 400, λόγω των προανακρουσμάτων της χριστολογικής έριδος. Επί μέρους επεισόδια του βίου της Θεοτόκου εκτίθενται εις την Κοίμησιν της Παρθένου Μαρίας, των αρχών του 5ου αιώνος, έργον διατηρούμενον εις το ελληνικόν πρωτότυπον, και εις μεταφράσεις συριακήν, λατινικήν, κοπτικήν, αρμενικήν, αραβικήν. Μια παραλλαγή αυτού απεδίδετο εις τον Μελίτωνα Σάρδεων. Το κείμενον αφού παρουσίαζει την Μαρίαν εις στενήν συναναστροφήν με τους αποστόλους μετά την ανάληψιν του Κυρίου, όπως άλλωστε υποδεικνύει και το βιβλίον των Πράξεων, συνεχίζει αμέσως με το κύριον θέμα, τον θάνατον και την ταφήν αυτής και τα μετέπειτα. Δια πρώτην φοράν εδώ η Θεοτόκος αναλαμβάνεται σωματικώς εις τον παράδεισον. Έκτοτε ο βίος της Θεοτόκου απετέλεσεν αντικείμενον ενός πλήθους κειμένων, ελληνικών και μη, μεταξύ δε άλλων και της Ιστορίας της μακαρίας Παρθένου Μαρίας, του 5ου αιώνος, σωζομένης εις την συριακήν, την αρμενικήν, και την αραβικήν. Τοιούτοι βίοι ήσαν εξαιρέτως αγαπητοί εις Ανατολήν και Δύσιν, όχι μόνο κατά τους μεσαιωνικούς, αλλά και κατά τους νεώτερους χρόνους» (σ. 240).
Περίπου τον 7ο αιώνα τοποθετείται ένα κείμενο με τίτλο «Όρασις Μαρίας Παρθένου», όπου αποκαλύπτεται στην Μαρία ο βασανισμός των ασεβών αιρετικών. Χάρις στις προσευχές της, δίδεται η παραχώρηση ώστε οι τιμωρούμενοι να βρίσκουν ανάπαυση από την εσπέρα της Παρασκευής μέχρι το πρωί της Δευτέρας (ο. π. σ. 241).

Σε άλλο κείμενο, το «Αποκάλυψις της Αγίας Θεοτόκου», που σώζεται στο ελληνικό πρωτότυπο και σε μεταφράσεις στην Αρμενική, αιθιοπική, και σλαβονική, ο Μιχαήλ αποκαλύπτει στην Μαρία τον βασανισμό όσων αρνούνται την πίστη του Τριαδικού Θεού και όσων δεν αποδέχονται την Μαρία ως Θεοτόκο (ο. π. σ. 241).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, από τον 4ο αιώνα και μετά, νέα πράγματα εδραιώνονται. Η Μαρία δεν πόνεσε όπως πονούν οι λοιπές γυναίκες όταν κυοφορούν και τίκτουν, και ο τόκος της ήταν «αλόχευτος» (ΣΤ΄ Οικουμενική, κανόνας ΟΘ΄). Στον Ακάθιστο Ύμνο, και στην 9η ωδή, καλείται «Κυρία όλων μας». Ο Αθανάσιος και ο Νύσσης Γρηγόριος υποστηρίζουν ότι χωρίς την παραδοχή της Μαρίας ως «Θεοτόκου», είναι αδύνατη η σωτηρία. Ο αιρετικός που δεν αποδέχεται το δόγμα αυτό (της Γ΄ Οικουμενικής), είναι αποξενωμένος από τον Θεό (επιστολή Γρηγορίου Νύσσης προς τον Κληδόνιο). Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, στην «Έκδοση της Ορθοδόξου πίστεως», ρητά αναφέρει ότι με το όνομα «Θεοτόκος» εκφράζεται «όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας» (κεφ. 56). Ο Ιερώνυμος ζητωκραυγάζει: «Δια της Εύας ο θάνατος, δια της Μαρίας η ζωή». Κατά το τροπάριο της «Κοιμήσεως», η Μαρία αναστήθηκε σωματικά μετά το θάνατό της και ανελήφθη, ως «μήτηρ υπάρχουσα της ζωής». Αλλού, αναφέρεται ως «τιμιωτέρα των Χερουβείμ», και «ενδοξοτέρα των Σεραφείμ».

Συνοψίζοντάς, θα πρέπει να αναφερθούμε, ακολουθούμενοι από την θεολογική σκέψη και σε ένα σύγχρονο θεολογικό, επιστημονικό και νομικό πρόβλημα που προκύπτει.

Η Μαρία είναι φυσική ή παρένθετη μητέρα του Ιησού, σύμφωνα με τις γραφές;

α) Αν είναι φυσική: (ωάριο δικό της (ανθρώπινο) και σπερματοζωάριο από τον ''Θεό'') τότε μιλάμε πλέον για υβρίδιο ή ημίθεο δηλ. μισό θεό + μισό άνθρωπο. (γνωστικισμός - αιρέσεις)

β) Αν είναι παρένθετη*: Δηλαδή, η Μαρία ''δάνεισε'' την μήτρα της και κυοφόρησε, έτοιμο γονιμοποιημένο και ολοκληρωμένο το γενετικό υλικό του θεού (θεϊκό έμβρυο) με συνέπεια να έχουμε μόνο ''θεό'' με αποτέλεσμα ως Θεός δεν θα μπορούσε να έχει υλικό σώμα όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι και καθώς είχε θεϊκή φύση δεν θα μπορούσε στην πραγματικότητα να υποφέρει και να πεθάνει. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο Ιησούς δεν ήταν πράγματι ένας άνθρωπος με σάρκα και αίμα παρά μόνο φαινόταν να έχει αυτή τη μορφή. Έτσι προήλθε και ο όρος «δοκητισμός», καθώς το ρήμα δοκέω σημαίνει «φαίνομαι». Για τους υποστηρικτές αυτής της θέσης, το σώμα του Ιησού ήταν ένα «φάντασμα», κάτι το μη πραγματικό. (γνωστικισμός - αιρέσεις)

*Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι πριν την ανακάλυψη του ωαρίου, τέλη το 17ου αιώνα κ.ε., όλες οι γυναίκες θωρούντουσαν μέχρι τότε ''παρένθετες'' με ρόλο μόνο στο να φιλοξενούν στην μήτρα τους το έτοιμο γονιμοποιημένο ωάριο - σπέρμα (προερχόμενο ολοκληρωμένο μόνο από τον άνδρα) ως πλήρη έμβρυο καθ' όλη στη διάρκεια της κύησης και στον τοκετό.

ΔΕΣ: Oι πιο σκανδαλώδεις μύθοι για την Παρθένο Μαρία και τη Γέννηση του Ιησού
-----------------------
 Πηγές
1. «Η Ορθοδοξία μας», Α. Αλεβιζόπουλος, εκδόσεις «Διάλογος».
2. Αγία Γραφή.
3. «Α΄ Απολογία», Άπαντα Ιουστίνου, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 1
4. Επιστολές γνήσιες και νοθευμένες Ιγνατίου Αντιοχείας, «Αποστολικοί Πατέρες» άπαντα, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 4.
5. «Διάλογος προς Τρύφωνα», Άπαντα Ιουστίνου, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 1.
6. «Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας», κείμενα του Γ. Φλορόφσκι, εκδόσεις «Άρτος ζωής».
7. Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου, τ. Α΄, εκδόσεις «Παρουσία».
8. Πατρολογία Παναγιώτη Χρήστου, τ. Β΄, εκδόσεις «Κυρομάνος».
9. Εκκλησιαστική Ιστορία Βασιλείου Στεφανίδη, εκδόσεις «Παπαδημητρίου».

Το Ήξερα Εγώ

Στην εφημερίδα, το ωροσκόπιό σας σάς προειδοποιεί (μαζί με άλλα επτακόσια εκατομμύρια πρόσωπα που γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο αστερισμό), για την πιθανότητα ενός ατυχήματος. Και πράγματι, γλιστράτε και χτυπάτε. Ήταν να το περιμένετε! Σε τελευταία ανάλυση, η αστρολογία δεν λέει μπούρδες...

Αλλά είναι όντως έτσι; Παίρνετε όρκο ότι θα πέφτατε ακόμα κι αν δεν είχατε διαβάσει αυτή την πρόβλεψη; Ή αν δεν πιστεύατε καθόλου στην αστρολογία; Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε σ' αυτή την ερώτηση εκ των υστέρων.

Ο φιλόσοφος Καρλ Πόππερ έχει αναπτύξει την ενδιαφέρουσα ιδέα ότι – για να απλοποιήσουμε λιγάκι- οι ενέργειες του Οιδίποδα για να αποφύγει την πραγματοποίηση της φρικτής προφητείας, είναι αυτές ακριβώς που οδήγησαν στην μοιραία επιβεβαίωση του χρησμού. Βλέπουμε εδώ μια άλλη δυνατή εφαρμογή της συμπεριφοράς αποφυγής: κάτω από κάποιες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει εκεί ακριβώς απ' όπου είχε σκοπό να ξεφύγει. Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες;

Πρώτον, χρειάζεται μία πρόβλεψη, με την πλατειά έννοια του όρου, δηλαδή: αναμονή, ανησυχία και πίστη ή έστω υποψία ότι τα γεγονότα θα ακολουθήσουν μία συγκεκριμένη ροή. Δεν έχει καμία σημασία αν αυτή η προσμονή θα δημιουργηθεί μέσα μας από πεποιθήσεις που μας μεταδόθηκαν από άλλους, ή εάν θα είναι προϊόν αυθυποβολής.

Δεύτερον, η προσμονή αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μία απλή πιθανότητα, αλλά σαν μία έγκυρη αναγγελία ενός σίγουρου γεγονότος που απαιτεί μια άμεση συμπεριφορά αποφυγής.

Τρίτον, αυτή η τελευταία υπόθεση θα είναι τόσο πιο προφανής όσο θα την συμμερίζεται ο πολύς κόσμος και θα είναι τόσο πιο πιστευτή όσο περισσότερο θα είναι σε αρμονία με την κοινή λογική, τους κοινωνικούς κανόνες και τις εμπειρίες του παρελθόντος. Π.χ., αρκεί να εδραιώσουμε μέσα μας την πεποίθηση – άσχετα αν είναι δικαιολογημένη ή παράλογη – ότι οι άνθρωποι γύρω μας κουτσομπολεύουν και μας κοροϊδεύουν πίσω απ' την πλάτη μας.

Με βάση αυτά τα..."γεγονότα" η κοινή λογική θα μας επιβάλλει να δυσπιστούμε πλέον με τους ανθρώπους. Και, εφ' όσον καμουφλάρουν τις ενέργειές τους κάτω από ένα λεπτό πέπλο, θα λάβουμε τα μέτρα μας και θα τους παρατηρούμε προσεκτικά, δίνοντας "σημασία στη λεπτομέρεια".

Με τέτοιες αφετηρίες, είναι μόνο ζήτημα χρόνου να τους τσακώσουμε μια μέρα να ψιθυρίζουν, να πνίγουν μικρά γελάκια, να κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλο και να κουνούν συνωμοτικά τα κεφάλια τους. Η προφητεία θα έχει πραγματοποιηθεί και θα μπορούμε να φωνάζουμε θριαμβευτικά όσο και πικρά: "Το ήξερα εγώ"!

Η επιτυχία είναι εγγυημένη, στο βαθμό που καταφέρνουμε να αγνοούμε τελείως τη δικιά μας συμβολή στην εξέλιξη της κατάστασης αυτής. Όταν αυτό το παιχνίδι των διαπροσωπικών σχέσεων συνεχιστεί για αρκετό καιρό θα είναι πια αδύνατο (κι άλλωστε χωρίς σημασία), να εντοπίσουμε ποιος το ξεκίνησε: ήταν άραγε η καχύποπτη συμπεριφορά μας, (που έφτανε στα όρια της γελοιότητας), που "τσίγκλισε" τους γύρω μας, ή μήπως ήταν η συμπεριφορά τους που ξύπνησε τις υποψίες μας;

Αυτές οι προβλέψεις που πραγματοποιούνται, διαθέτουν μια αληθινά μαγική δύναμη για να δημιουργούν μια "πραγματικότητα" και, γι' αυτό είναι πολύ σημαντικές για τον σκοπό μας. Έχουν επίλεκτη θέση στο οπλοστάσιο όλων αυτών που κυνηγούν τη δυστυχία, είτε σε καθαρά ατομικό επίπεδο, είτε σε κοινωνικό – συνολικό.

Η ιστορία δείχνει, για παράδειγμα, πως όταν οι εθνικές ή κοινωνικές μειοψηφίες δεν μπορούν, στα πλαίσια μίας απαγορευτικής κοινωνίας, να ασχοληθούν με "νόμιμες" δραστηριότητες (γεωργία, βιοτεχνία, κλπ) επειδή η πλειοψηφία τους θεωρεί πολίτες β' κατηγορίας, τεμπέληδες, πλεονέκτες, και, προ πάντων, "διαφορετικούς", θα προσαρμοστούν και θα εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους δουλεύοντας σαν ρακοσυλλέκτες, τοκογλύφοι, λαθρέμποροι, κλπ. Μ' αυτές τις δραστηριότητες, γίνονται τα αποβράσματα της "καλής κοινωνίας", που φυσικά, έχει όλα τα δίκαια όταν τους κρατάει στο περιθώριο!

Όσο περισσότερα απαγορευτικά σήματα βάλει στους δρόμους η τροχαία, τόσες παραβάσεις θα γίνουν κι αυτό θα δικαιολογήσει τη λήψη περισσότερων ακόμα απαγορευτικών μέτρων, αφού οι οδηγοί είναι τόσο κακοί. 

Όσο θα αυξάνουν οι φόροι για να καλύψουν την φοροδιαφυγή (είτε αυτή είναι αληθινή είτε φανταστική), τόσοι περισσότεροι τίμιοι πολίτες θα γίνονται φοροφυγάδες. Κάθε πρόβλεψη για μελλοντική έλλειψη (σωστή ή όχι) ενός καταναλωτικού αγαθού, παρασύρει τις νοικοκυρές να αγοράσουν τόσα αποθέματα, ώστε στο τέλος να δημιουργηθεί όντως η έλλειψη που είχε προαναγγελθεί. Η πρόβλεψη κάθε γεγονότος έχει ένα τελικό αποτέλεσμα: αυτό ακριβώς που είχε προβλεφθεί.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, να πεισθούμε ή ν' αφήσουμε να μας πείσουν για ένα αναπόφευκτο μελλοντικό γεγονός και να θεωρήσουμε ότι η πραγματοποίησή του είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή μας. (Γι' αυτό, ίσως, οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις με μέντιουμ αποτυγχάνουν όταν παρευρίσκεται ένας άπιστος.)

Σαν νέοι Οιδίποδες, μπορούμε να πετύχουμε με σιγουριά το αποτέλεσμα που θέλαμε να αποφύγουμε.