Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙΙ. -ίσκος, -ίσκη, -ίσκον


§ 397. Το υποκοριστικό επίθημα -ισκ- συνδέεται μεταξύ άλλων με το γερμανικό - isch (από το - isk), έτσι ώστε μπορούμε να συμπεράνουμε την ύπαρξη ενός ινδοευρωπαϊκού επιθήματος επιθέτων - isko - με τη σημασία 'του ίδιου είδους με τη βάση'. Η Ελληνική όμως γνωρίζει το επίθημα μόνο σε ουσιαστικά.

Η πρώτη του εμφάνιση τοποθετείται αμέσως μετά τον Όμηρο (Αλκμάνας, Ιππώνακτας)· δύσκολο να καταλήξουμε αν η απουσία του από τον Όμηρο οφείλεται σε κοινωνικούς-υφολογικούς λόγους ή αν έτσι αποδεικνύεται γενικά η απουσία του από τη γλώσσα της εποχής. Πάντως η διαμόρφωση της κυρίως μικρυντικής σημασίας του -ισκ- είναι παλιότερη από το -ιον- (§ 291 κεξξ.), και το -ισκ- επισκιάζεται κατά τη διάρκεια της κλασικής περιόδου από το -ιον- και τις παραφυάδες του, με αποτέλεσμα στην ελληνιστική-ρωμαϊκή περίοδο το -ισκ- να προσφέρεται και πάλι περισσότερο για τη δήλωση της ομοιότητας· πόσο μακριά από την υποκοριστική σημασία μπορεί να βρίσκεται η τελευταία το αποδεικνύουν λέξεις όπως σφηκίσκος 'κάτι σαν κεντρί σφήκας = μυτερός πάσσαλος' (Αριστοφ.) από το σφήξ 'σφήκα', χηνίσκος 'κοίλο σαν το λαιμό της χήνας τμήμα στην πρύμη του καραβιού' (Λουκιανός) από το χήν 'χήνα'.

§ 398. Το γένος των σχηματισμών με το -ισκ- ευθυγραμμίζεται γενικά με τη βάση: ὀβελός - ὀβελίσκος, κόρη - κορίσκη [1], μέλος - μελίσκον· πρβ. στα λατινικά liber 'βιβλίο' - libellus, columna 'κίονας' - columella, signum 'σήμα' - sigillum. Αλλά υπάρχει μια αναμφισβήτητη τάση προτίμησης του αρσενικού, καθώς η αναλογία με άλλα συγγενικά στη σημασία αρσενικά επιβάλλει την επιρροή της: κεντρίσκος 'είδος ψαριού' (κέντρον) κατ' αναλογία με άλλες ονομασίες ψαριών όπως γλαυκίσκος και δελφινίσκος· λινίσκος (από το λίνον 'λινάρι, λινό ρούχο') μάλλον κατά το χιτωνίσκος (χιτών). Τα ονόματα προσώπων παίρνουν, όπως είναι ευνόητο, το φυσικό τους γένος: ἀγρός - Ἀγρίσκᾱ, μύρον - Μυρίσκος.

§ 399. Η μεταχείριση της θεματικής απόληξης της βάσης πριν από το -ισκ- είναι μάλλον αδίστακτη· παραδείγματα τολμηρών εκθλίψεων: πῆχυς - πηχίσκος, βασιλεύς - βασιλίσκος, σκέλος 'μηρός' - σκελίσκος (ή -ον;), σφέλας 'σκαμνί' - σφελίσκον, σανίς - σανίσκη. Πρόσεξε επίσης το Ἑρμαῖος - Ἑρμαΐσκος (πρβ. -αϊκός κ.τ.ό. § 394).

Ιδιαίτερα πολυάριθμα είναι τα κύρια ονόματα σε -ίσκος (-ίσκη). Μερικά είναι μόνο προσηγορικά που χρησιμοποιούνται ως κύρια ονόματα: Ἀνδρίσκος, Φιλίσκος κτλ.· άλλα προέρχονται από εθνικά: Συρίσκος 'Σύρος', πολλά από ονόματα προσώπων: Λάμπρος - Λαμπρίσκος· προστίθενται επίσης τα "συντμημένα ονόματα": Μεν-ίσκος αντί για Μενέ-ξενος, Μενέ-λαος κτλ.· πρβ. § 164 .
----------------------------
1. Και το παιδίσκη ευθυγραμμίζεται με το θηλυκό παῖς, ενώ για το αρσενικό στις άλλες διαλέκτους εκτός της δωρικής διατηρήθηκε το παῖς, και έτσι στην προκειμένη περίπτωση το -ίσκη λειτουργούσε ως θηλυκό επίθημα.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 6. Η έλευση των Ρωμαίων

6.4. Η απελευθέρωση των Ελλήνων

Την εποχή του Συμμαχικού Πολέμου οι Έλληνες δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι η συμφωνία της Ναυπάκτου θα ήταν η τελευταία που πραγματοποιούσαν χωρίς την εμπλοκή των Ρωμαίων. Αυτό που καταλάβαιναν οι περισσότεροι ήταν ότι χρειάζονταν συμμάχους για να επιλύσουν τα χρόνια προβλήματά τους. Εφόσον οι Μακεδόνες είχαν στραφεί προς τους Καρχηδόνιους, οι εχθροί των Μακεδόνων στράφηκαν προς τη Ρώμη. Όταν μάλιστα κατέρρευσε η Καρχηδόνα, η Ρώμη παρέμεινε η μοναδική δύναμη που ήταν σε θέση να συνδράμει τους Έλληνες συμμάχους της - αλλά και να κατακτήσει τον ελληνικό κόσμο.

Ο Πολύβιος πίστεψε ότι η δύναμη της Ρώμης βρισκόταν στο πολίτευμά της. Διέκοψε έτσι τη ροή της αφήγησής του για να το αναλύσει και να το επαινέσει. Ένα ολόκληρο βιβλίο της ιστορίας του το αφιέρωσε στον σκοπό αυτό. Προφανώς δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που σχημάτισε αυτή τη γνώμη. Μια επιγραφή του 215 που έχει διασωθεί βεβαιώνει ότι ο βασιλιάς Φίλιππος Ε' ήταν επίσης καλά ενημερωμένος και εντυπωσιασμένος από τις αρετές του ρωμαϊκού πολιτεύματος. Συμβούλευε τους Λαρισαίους να προσφέρουν χωρίς φειδώ τα πολιτικά δικαιώματα, για να δυναμώσει η πόλη τους και να μην καταντά χέρσα η γη: όπως έκαναν οι Ρωμαίοι, που απένειμαν την ιδιότητα του πολίτη ακόμη και στους δούλους τους όταν τους απελευθέρωναν.

Το ρωμαϊκό πολίτευμα ονομαζόταν res publica και μεταφράζεται στα ελληνικά Δημοκρατία (το κεφαλαίο γράμμα επιτρέπει τη διάκριση από τις ελληνικές δημοκρατίες), μολονότι ο ορθός ελληνικός όρος θα ήταν Πολιτεία. Σύμφωνα με τον Πολύβιο, που το μελέτησε, δεν ήταν εξ ολοκλήρου ούτε αριστοκρατικό ούτε δημοκρατικό, ούτε μοναρχικό. Οι δύο ὕπατοι (consules) ενεργούσαν ως μονάρχες. Όταν δεν απουσίαζαν σε εκστρατεία, είχαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε οποιαδήποτε δημόσια ενέργεια. Συγκαλούσαν τις εξαιρετικά επείγουσες συσκέψεις και φρόντιζαν για την εκτέλεση των αποφάσεων. Συγκαλούσαν επίσης την Εκκλησία του Δήμου, ζητώντας επικύρωση για όσα θέματα απαιτούνταν η συγκατάθεση του λαού. Για τις πολεμικές προετοιμασίες είχαν σχεδόν απόλυτη εξουσία. Η Σύγκλητος (την οποία ορισμένοι Έλληνες αποκαλούσαν Γερουσία), το ανώτατο πολιτικό όργανο διοίκησης, ήταν ένα σώμα αριστοκρατικό. Είχε την κυριότητα του ταμείου, ώστε καμία σημαντική δαπάνη δεν μπορούσε να γίνει χωρίς τη συναίνεσή της. Δεχόταν τις ξένες πρεσβείες και έστελνε πρεσβείες σε άλλους λαούς, διαμεσολαβώντας ή ανακοινώνοντας την κήρυξη πολέμου. Τα δικαιώματα του λαού θύμιζαν δημοκρατία. Όλα τα αξιώματα απονέμονταν από τον λαό, και όλες οι ποινές, ιδιαιτέρως η θανατική, επιβάλλονταν από τον λαό. Ο λαός ήλεγχε τους νόμους και, το σπουδαιότερο, αποφάσιζε για τον πόλεμο ή την ειρήνη και επικύρωνε τις συμμαχίες. Ακόμη και οι ύπατοι, όταν παρέδιδαν την εξουσία, λογοδοτούσαν στον λαό για τα έργα τους.

Γύρω από τις προθέσεις και τους στόχους της Ρώμης άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση. Πολλοί έσπευσαν να ισχυριστούν ότι η Ρώμη ενδιαφερόταν πρωτίστως για την ασφάλειά της και ότι χάραζε την πολιτική της στην ανατολική Μεσόγειο βήμα προς βήμα, καθώς εξελίσσονταν τα δεδομένα, χωρίς σχέδιο. Άλλοι είχαν τη βεβαιότητα ότι η Ρώμη ήταν από τη φύση της επιθετική και επεκτατική: δεν θα σταματούσε πριν κατακτήσει ολόκληρο τον γνωστό κόσμο. Το σίγουρο ήταν ότι η Ρώμη είχε μάθει να ζει πολεμώντας και ότι ο πόλεμος, ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές, τη συντηρούσε τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Μόλις αποδεσμεύτηκε από τον Αννίβα, στράφηκε προς την ανατολική Μεσόγειο με αποφασιστικότητα, συνέπεια και διορατικότητα.

Το 204 πέθανε ο Πτολεμαίος Δ', αφήνοντας το βασίλειό του στον πεντάχρονο γιο του, τον Πτολεμαίο Ε', που επονομάστηκε Επιφανής (204-180). Ο Αντίοχος Γ' και ο Φίλιππος Ε' αντιλήφθηκαν ότι τη διοίκηση της Αιγύπτου είχαν αναλάβει ιδιοτελείς και ανίκανοι σύμβουλοι. Σύμφωνα με μια φήμη που κυκλοφορούσε επίμονα, έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και συμμάχησαν μυστικά, με βασικό στόχο να μοιραστούν μεταξύ τους το αδύναμο πτολεμαϊκό βασίλειο. Η ενδεχόμενη επιτυχία του σχεδίου τους θα ανέτρεπε ριζικά τις ισορροπίες και θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο όχι μόνο την Αίγυπτο, αλλά επίσης τις πόλεις και τα έθνη που προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους. Οι αντιδράσεις ήταν έτσι άμεσες και αλυσιδωτές.

Έχοντας εδραιώσει τη θέση του στις ανατολικές σατραπείες, ο Αντίοχος ξεκίνησε το 202 τον Ε' Συριακό Πόλεμο, επιτυγχάνοντας αυτή τη φορά να προσαρτήσει την Κοίλη Συρία και την Παλαιστίνη στο βασίλειό του. Επρόκειτο για μια επιτυχία με στρατηγικά και οικονομικά οφέλη, την οποία οι Σελευκίδες ανέμεναν έναν αιώνα. Ο Αντίοχος πάντως δεν φαίνεται να έδωσε μεγάλη σημασία σε μια λεπτομέρεια. Στη χώρα που είχε κατακτήσει κατοικούσαν οι Ιουδαίοι με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Είχαν απολέσει την πολιτική τους ανεξαρτησία από αιώνες, αλλά διατηρούσαν τη θρησκεία τους που τους έδινε δύναμη και συνοχή. Ζώντας ειρηνικά στο πλαίσιο του πτολεμαϊκού βασιλείου, μετακινούνταν εύκολα από την Παλαιστίνη στην Αίγυπτο και πολλοί είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Αλεξάνδρεια, συγκροτώντας μια πολυπληθή και δυναμική εθνική ομάδα. Καθώς όμως οι Σελευκίδες πολεμούσαν με τους Πτολεμαίους για την κατοχή της Παλαιστίνης, οι Ιουδαίοι βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια αναμέτρηση που τους αφάνιζε χωρίς να τους αφορά: οὐδὲν ἀπέλειπον χειμαζομένης νεὼς καὶ πονουμένης ὑπὸ τοῦ κλύδωνος («έμοιαζαν σαν καράβι μέσα στην τρικυμία») γράφει ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος. Παρόμοια θα αισθάνονταν πολλοί άλλοι λαοί που δεν ανέδειξαν έναν ικανό ιστορικό να αφηγηθεί τα πάθη τους.

Μεγαλύτερη προσοχή ήταν υποχρεωμένος να δώσει ο Αντίοχος στο νέο βασίλειο των Πάρθων, που είχε ιδρυθεί εκείνη την εποχή στα υψίπεδα του Ιράν, εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν η καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η βασιλική δυναστεία των Αρσακιδών ισχυρίστηκε αργότερα ότι καταγόταν από τους Αχαιμενίδες, την εξουσία των οποίων είχε καταλύσει ο Αλέξανδρος.

Ο Φίλιππος, που πολεμούσε στο βόρειο Αιγαίο, κινήθηκε προς τον νότο. Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν η κατάκτηση της Σάμου. Κύριοι αντίπαλοί του στη θάλασσα αναδείχθηκαν η Ρόδος και το Πέργαμο. Το Πέργαμο ήταν ένα νέο βασίλειο που δημιουργήθηκε στη Μικρά Ασία μετά τον θάνατο του Λυσιμάχου και του Σέλευκου Α'. Ισχυροποιήθηκε από τον Άτταλο Α' (241-197), που αναγορεύτηκε το 238 βασιλιάς και διεύρυνε τα σύνορα της επικράτειάς του. Ο Άτταλος αντιμετώπισε νικηφόρα τους Γαλάτες επιδρομείς και εκμεταλλεύτηκε τις δυσκολίες των Σελευκιδών. Η αντιμακεδονική του πολιτική τον έφερε σε συνεργασία με τους Αιτωλούς. Καθώς οι συγκρούσεις με τον Φίλιππο βρίσκονταν σε εξέλιξη, κατάφερε να κερδίσει και την εύνοια των Αθηναίων προσφέροντάς τους μεγάλες ευεργεσίες.

Οι Αθηναίοι είχαν κάνει το λάθος να καταδικάσουν σε θάνατο δύο Ακαρνάνες που πήραν μέρος αμύητοι στα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Ακαρνάνες ήταν σύμμαχοι των Μακεδόνων, τους οποίους κανένας στην Αθήνα δεν ήθελε να προκαλέσει. Αλλά τα σοβαρά θρησκευτικά ζητήματα δεν επέτρεπαν μεγάλη πολιτική ευελιξία. Η αναμέτρηση με τον Φίλιππο άρχισε έτσι σχεδόν αμέσως. Καθώς λοιπόν οι Μακεδόνες λεηλατούσαν την Αττική, οι Αθηναίοι υποδέχονταν στην πόλη τον Άτταλο και πρέσβεις από τη Ρόδο και τη Ρώμη. Η προσχώρησή τους στο αντιμακεδονικό μέτωπο ήταν αυτονόητη. Επιφύλαξαν στους επισκέπτες εξαιρετικές τιμές, παρατάσσοντας στους δρόμους τους ιερείς και τις ιέρειες, ανοίγοντας όλους τους ναούς και σπεύδοντας όλοι να τους προϋπαντήσουν, άρχοντες, ιππείς και απλοί πολίτες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Για να τιμήσουν μάλιστα τον Άτταλο, κατήργησαν τις δύο φυλές που είχαν ιδρύσει στα ονόματα των Μακεδόνων βασιλέων και δημιούργησαν μια νέα με το δικό του.

Η Αίγυπτος είχε ήδη καλές διπλωματικές σχέσεις με τη Ρώμη, αλλά στις συνθήκες που βρέθηκε μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Δ' η συνεργασία μαζί της έγινε απολύτως αναγκαία. Η κεντρική διοίκηση ήταν εξαιρετικά αδύναμη, και αυτό δεν το γνώριζαν μόνο οι εξωτερικοί της εχθροί. Με τη συμμετοχή τους στον στρατό του βασιλιά και τη συμβολή τους στη νίκη της Ραφίας οι αυτόχθονες Αιγύπτιοι είχαν αναθαρρήσει. Ορισμένοι άρχισαν να διεκδικούν πολιτική αυτονομία, και σύντομα η Άνω Αίγυπτος αποσχίστηκε, αναδεικνύοντας δικό της φαραώ. Οι βασιλείς ήταν πλέον υποχρεωμένοι να σέβονται το ιερατείο και να του παραχωρούν προνόμια και εξουσία. Η περίφημη στήλη της Ροζέτας, που ανακαλύφθηκε όταν ο Ναπολέων κατέκτησε την Αίγυπτο, συντάχθηκε την εποχή εκείνη. Αποδίδει τιμή στον Πτολεμαίο Ε' για τις ευεργεσίες του στους αιγυπτιακούς ναούς.

Η Ρώμη αντιμετώπισε τη σχέση της με τον Φίλιππο ως πρώτη προτεραιότητα. Ο πολύνεκρος και πολυδάπανος πόλεμος με τον Αννίβα είχε εξαντλήσει τους πολίτες της, αλλά η Σύγκλητος τους υπενθύμισε τον κίνδυνο που είχαν διατρέξει την εποχή της εισβολής του Πύρρου στην Ιταλία και επικαλέστηκε τις εχθρικές διαθέσεις των Μακεδόνων. Την κρισιμότερη στιγμή είχαν συμμαχήσει με τους Καρχηδόνιους, τους πιο επικίνδυνους εχθρούς τους. Τους υπενθύμισε επίσης ότι, όπως είχε αποδειχθεί, μάχονταν καλύτερα σε ξένο έδαφος παρά στο δικό τους. Αντί να περιμένουν την αναμέτρηση στην Ιταλία ήταν προτιμότερο να την αρχίσουν στην Ελλάδα. Ο πόλεμος εναντίον του Φιλίππου, που ονομάστηκε Β' Μακεδονικός, αποφασίστηκε έτσι λίγους μόλις μήνες μετά τη συντριβή της Καρχηδόνας.

Στη διάρκεια του πολέμου οι πρεσβείες από την Ελλάδα στη Ρώμη πήγαιναν και έρχονταν, καθώς από τη διπλωματία κρινόταν συχνά η ένταξη των διαφόρων πόλεων στα αντίπαλα στρατόπεδα. Οι προσχωρήσεις των Αχαιών και στη συνέχεια των Βοιωτών και των Αιτωλών στον αντιμακεδονικό αγώνα άφησαν τον Φίλιππο με λίγους μόνο συμμάχους. Ακόμη και η Σπάρτη, η οποία στην αρχή του πολέμου είχε συνεργαστεί μαζί του, στη συνέχεια συντάχθηκε με τους εχθρούς του. Η απαίτηση των Ρωμαίων να απομακρυνθεί ο Φίλιππος από τις πόλεις και τις περιοχές που είχε κατακτήσει γινόταν δεκτή με θέρμη από πολλούς Έλληνες. Κεντρικό σύνθημα των Ρωμαίων ήταν η απελευθέρωση των Ελλήνων.

Ο πόλεμος κρίθηκε το 197. Σε μια καθοριστική μάχη στις Κυνός Κεφαλές της Θεσσαλίας οι μακεδονικές φάλαγγες με 16.000 πεζούς και 2.000 ιππείς, μαζί με αρκετές χιλιάδες ελαφρά οπλισμένους συμμάχους και μισθοφόρους, συντρίφθηκαν από τις ρωμαϊκές λεγεώνες που, μαζί με τους Έλληνες συμμάχους τους (κυρίως Αιτωλούς), διέθεταν περισσότερους από 26.000 άνδρες. Υπολογίστηκε ότι σκοτώθηκαν περίπου 8.000 Μακεδόνες και ότι αιχμαλωτίστηκαν περισσότεροι από 5.000. Οι Ρωμαίοι είχαν συγκριτικά πολύ μικρές απώλειες.

Την εποχή της μάχης ο Φίλιππος ήταν πλέον ένας έμπειρος βασιλιάς. Στη διπλωματία δεν τα είχε καταφέρει καλά και αποξενώθηκε ακόμη και από Έλληνες συμμάχους του, αλλά στον πόλεμο εξακολουθούσε να παραμένει κληρονόμος μιας μεγάλης παράδοσης. Όσο διατηρούσαν τη συνοχή τους, οι μακεδονικές φάλαγγες με τις σάρισες ήταν ακατανίκητες. Οι ειδικοί της εποχής εκτιμούσαν ότι σε φυσιολογικές συνθήκες ένας ισοδύναμος ρωμαϊκός στρατός δεν είχε καμία ελπίδα να τις αντιμετωπίσει με επιτυχία. Αλλά οι συνθήκες δεν ήταν πάντα φυσιολογικές. Στις Κυνός Κεφαλές οι Ρωμαίοι καθοδηγούνταν από έναν εξαιρετικά ικανό στρατηγό, τον Τίτο Κοΐντιο Φλαμινίνο. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν ότι παρέσυρε τους Μακεδόνες να πολεμήσουν σε ορεινό και δύσβατο τόπο. Επιπλέον, δεν επιτέθηκε κατά μέτωπο ούτε ταυτοχρόνως με όλες του τις δυνάμεις. Κατάφερε έτσι να διασπάσει τις φάλαγγες και να επιτεθεί κυρίως από τα πλάγια και τα νώτα. Αντιμέτωπες με ευέλικτες δυνάμεις, οι μακεδονικές φάλαγγες δεν είχαν τη δυνατότητα να κάνουν μεταβολή για να αμυνθούν. Η ήττα τους εύκολα μετατράπηκε σε σφαγή. Όπως αποδείχθηκε στην κρίσιμη αυτή αναμέτρηση, ενώ οι φάλαγγες ήταν υπέρτερες σε πεδινές τοποθεσίες, οι ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν υπέρτερες στις δύσβατες πλαγιές, με βλάστηση, τάφρους, χαράδρες, ρυάκια και ποταμούς. Τέτοιες ήταν άλλωστε οι περισσότερες τοποθεσίες στην Ελλάδα, καθιστώντας ακόμη και τη μεταφορά της σάρισας δυσχερή. Το σοβαρότερο πάντως λάθος των Μακεδόνων ήταν ότι είχαν λησμονήσει το μεγάλο δίδαγμα του Αλεξάνδρου. Η μακεδονική φάλαγγα έπρεπε να υποστηρίζεται οργανικά και συστηματικά από ιππικό ικανό να την προστατεύει από τα πλάγια και να εξασφαλίζει με την ορμή του ακόμη και τη νίκη.

Με τον θρίαμβό τους οι Ρωμαίοι ταπείνωσαν τον Φίλιππο και τον υποχρέωσαν να αποσυρθεί από τις ελληνικές πόλεις και τη Θεσσαλία και να καταργήσει τις φρουρές που διατηρούσε στη Χαλκίδα, τον Ακροκόρινθο και τη Δημητριάδα, τις οποίες ο ίδιος αποκαλούσε πέδας ἑλληνικάς, δηλαδή «δεσμά των Ελλήνων». Επιπλέον, να καταβάλει βαρύτατο πρόστιμο, να παραδώσει όλους τους αιχμαλώτους, τα οπλισμένα πλοία του εκτός από πέντε και έναν του γιο ως όμηρο. Ο Φλαμινίνος πάντως δεν δέχτηκε το επίμονο αίτημα των Αιτωλών να συνεχίσει τον πόλεμο και να ανατρέψει τον Φίλιππο. Πίστευε ότι περισσότερο συνέφερε στους Έλληνες να διατηρηθεί το μακεδονικό βασίλειο, διότι χωρίς αυτό οι Θράκες και οι Γαλάτες θα εισέβαλλαν ασυγκράτητοι στο Ελληνικό έδαφος. Εξάλλου, επειγόταν να κλείσει τον μακεδονικό πόλεμο, επειδή προέβλεπε ότι ο Αντίοχος, που είχε παραμείνει έως τότε ουδέτερος, σκόπευε να επέμβει στην Ελλάδα.

Έναν χρόνο αργότερα, μπροστά στο μεγάλο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην Κόρινθο από όλη σχεδόν την οικουμένη για να εορτάσει τα Ίσθμια, οι Ρωμαίοι ανακοίνωσαν επίσημα τις αποφάσεις τους για τους Έλληνες: Η Σύγκλητος των Ρωμαίων και ο Φλαμινίνος, έχοντας νικήσει τον Φίλιππο και τους Μακεδόνες, άφηναν ελεύθερους, αφρούρητους, αφορολόγητους και διοικούμενους με πάτριους νόμους τους Κορίνθιους, τους Φωκείς, τους Λοκρούς, τους Ευβοείς, τους Φθιώτες Αχαιούς, τους Μάγνητες, τους Θεσσαλούς και τους Περραιβούς. Ο κατάλογος αυτός περιλάμβανε τους Έλληνες που είχαν πολεμήσει με το μέρος του Φιλίππου. Ελεύθεροι παρέμεναν, προφανώς, και όσοι Έλληνες είχαν αγωνιστεί στο πλευρό των Ρωμαίων.

Η ανακοίνωση αυτή προκάλεσε τέτοιο θόρυβο, ώστε άλλοι δεν μπορούσαν να την ακούσουν και άλλοι επιθυμούσαν να την ακούσουν ξανά. Οι περισσότεροι δεν πίστευαν στα αφτιά τους και νόμιζαν ότι ονειρεύονται. Στη προσπάθειά τους να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον Ρωμαίο στρατηγό, λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν. Κανένας λαός δεν είχε αναλάβει έως τότε παρόμοιο κίνδυνο και έξοδα για την ελευθερία των Ελλήνων χωρίς να ζητά αντάλλαγμα. Μόνο οι Αιτωλοί έμειναν δυσαρεστημένοι. Ως βασικοί σύμμαχοι των Ρωμαίων περίμεναν προνομιακή μεταχείριση. Δεν έχαναν έτσι ευκαιρία να διαμαρτύρονται ότι οι Έλληνες δεν είχαν ελευθερωθεί πραγματικά: είχαν απλώς αλλάξει δεσπότες (μεθάρμοσις δεσποτῶν).

Πέρασε ένας ακόμη χρόνος και ο Φλαμινίνος συγκέντρωσε πάλι τους Έλληνες, με τους οποίους συνομιλούσε πάντα σε άψογα ελληνικά. Ήθελε να ακούσει τη γνώμη τους για την υπόθεση της Σπάρτης.

Στη Σπάρτη βασίλευε την εποχή εκείνη μόνος του ο Νάβης (207-192), που είχε σφετεριστεί τη βασιλεία, εξοντώνοντας όλους τους άλλους διεκδικητές. Για τον τρόπο με τον οποίο πήρε την εξουσία και για τα κοινωνικά μέτρα που προώθησε οι εχθροί του τον αποκαλούσαν τύραννο. Κεντρική του επιδίωξη ήταν να καταστήσει και πάλι την πόλη του μεγάλη δύναμη, επαναφέροντας τις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένη και αυξάνοντας τον αριθμό των πολιτών. Την εποχή του Α' Μακεδονικού Πολέμου είχε συνταχθεί με τους Αιτωλούς και τους Ρωμαίους, μια επιλογή που του επέτρεψε να διευρύνει την εξουσία του στη Λακωνία και τη Μεσσηνία και να οχυρώσει τη Σπάρτη, οικοδομώντας για πρώτη φορά στην ιστορία της προστατευτικά τείχη. Καθώς οι Ρωμαίοι συγκρούονταν και πάλι με τους Μακεδόνες, αυτός κατέλαβε για μία ακόμη φορά το Άργος με τη συγκατάθεση του Φιλίππου. Πριν ολοκληρωθεί ο Β' Μακεδονικός Πόλεμος, είχε την προνοητικότητα να ταχθεί και πάλι με το μέρος των Ρωμαίων. Στα σχέδιά του βρήκε ωστόσο αντιμέτωπους τους Αχαιούς.

Με προτροπή των Αχαιών, οι Ρωμαίοι ισχυρίστηκαν ότι η κατοχή του Άργους παρέβαινε την αρχή της ελευθερίας και αυτονομίας που είχαν εισηγηθεί και ξεκίνησαν έτσι τον πόλεμο εναντίον της Σπάρτης. Το Πέργαμο και η Ρόδος, οι Αχαιοί, ακόμη και ο ταπεινωμένος Φίλιππος, τους έστειλαν ενισχύσεις. Αντιμέτωπος με έναν στρατό που αριθμούσε περίπου 50.000 άνδρες και πολλά πλοία από τη θάλασσα, ο Νάβης ηττήθηκε και υποχρεώθηκε να αποδώσει το Άργος στους Αχαιούς. Το σημαντικότερο πλήγμα ήταν ότι η Σπάρτη απώλεσε τον έλεγχο του Γυθείου, που της έδινε πρόσβαση στη θάλασσα. Η μεγάλη αυτοθυσία των Σπαρτιατών είχε πάντως κατορθώσει να κρατήσει τους εχθρούς έξω από το άστυ.

Τον Νάβη συνέχισε να πολεμά μετά την αναχώρηση των Ρωμαίων από την Ελλάδα ο στρατηγός των Αχαιών Φιλοποίμην, που αγωνιζόταν εναντίον των Σπαρτιατών από την εποχή που δόθηκε η μάχη της Σελλασίας. Όταν ο Νάβης δολοφονήθηκε από τους Αιτωλούς συμμάχους του, ο Φιλοποίμην μπήκε στη Σπάρτη και την υποχρέωσε να καταργήσει τη βασιλεία, το παραδοσιακό πολιτικό της σύστημα και την ἀγωγήν και να προσχωρήσει στη συμπολιτεία των Αχαιών. Επιπλέον, να κατεδαφίσει το τείχος της.

Οι Αχαιοί κυριαρχούσαν πλέον σε ολόκληρη την Πελοπόννησο και, με την καθοδήγηση του Φιλοποίμενα, αναζητούσαν τα όρια ανεξαρτησίας που τους επέτρεπε η ανάμειξη της Ρώμης. Αλλά ο Φιλοποίμην σκοτώθηκε το 183, προσπαθώντας να καταστείλει μια εξέγερση των Μεσσηνίων. Ήταν πια 70 ετών και είχε διατελέσει στρατηγός των Αχαιών οκτώ φορές. Για τις ικανότητές του και για την πολιτική που ακολούθησε οι Ρωμαίοι τον είχαν αποκαλέσει «τελευταίο των Ελλήνων», επειδή ύστερα από αυτόν η Ελλάδα δεν γέννησε άλλο μεγάλο άνδρα, ούτε αντάξιο της ιστορίας της. Την τέφρα του στην τελετή της ταφής μετέφερε ο Πολύβιος, που τότε ήταν νέος και πολεμούσε στο πλευρό του.

Ο Ήσυχος Νους και η Ομορφιά των Πάντων

Εισαγωγή

Έχετε νιώσει ποτέ να σας κυριεύει ο θόρυβος και το χάος του σύγχρονου κόσμου; Έχετε ευχηθεί ποτέ για μια στιγμή σιωπής και γαλήνης στην πολυάσχολη ζωή σας; Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πώς θα ήταν να είχατε ένα ήσυχο μυαλό, απαλλαγμένο από σκέψεις και ανησυχίες;

Πολλοί άνθρωποι σήμερα αναζητούν τρόπους να ηρεμήσουν το μυαλό τους και να βρουν εσωτερική γαλήνη. Στρέφονται στον διαλογισμό, τη γιόγκα, την επίγνωση ή άλλες πρακτικές που υπόσχονται να ηρεμήσουν το μυαλό τους και να τους φέρουν ηρεμία. Τι είναι όμως ένα ήσυχο μυαλό και γιατί είναι τόσο επιθυμητό; Τι μπορεί να μας αποκαλύψει ένα ήσυχο μυαλό για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας; Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την ομορφιά των πάντων;

Σε αυτό το δοκίμιο, θα εξερευνήσουμε τη μεταμορφωτική δύναμη ενός ήσυχου μυαλού. Θα υποστηρίξουμε ότι ένα ήσυχο μυαλό δεν είναι μόνο μια κατάσταση χαλάρωσης, αλλά και μια κατάσταση επίγνωσης και διορατικότητας. Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε πέρα από την εμφάνιση των πραγμάτων και να ανακαλύψουμε την ομορφιά που κρύβεται μέσα τους. Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε την κοσμική τάξη που διέπει τα πάντα και την απόλυτη αλήθεια που μας συνδέει όλους.

II. Η φύση ενός ήσυχου μυαλού

Τι είναι ένα ήσυχο μυαλό; Πώς μπορούμε να το ορίσουμε; Ένα ήσυχο μυαλό δεν είναι απλώς ένα μυαλό που είναι σιωπηλό ή άδειο. Ένα ήσυχο μυαλό δεν είναι ένα μυαλό που κοιμάται ή είναι αναίσθητο. Ένα ήσυχο μυαλό δεν είναι ένα μυαλό που είναι θαμπό ή ανίδεο.

Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα μυαλό που είναι ξύπνιο και σε εγρήγορση, αλλά δεν αποσπάται ή ενοχλείται. Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα μυαλό που είναι καθαρό και συγκεντρωμένο, αλλά όχι προσκολλημένο ή εμμονικό. Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα μυαλό που είναι ανοιχτό και δεκτικό, αλλά όχι παθητικό ή αδιάφορο.

Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα μυαλό που έχει ξεπεράσει τη δυαδικότητα υποκειμένου και αντικειμένου, εαυτού και άλλου, σκέψης και συναισθήματος. Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα μυαλό που έχει επιτύχει ηρεμία και εσωτερική γαλήνη, που δεν εξαρτώνται από εξωτερικές συνθήκες ή συνθήκες. Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα μυαλό που έχει αφυπνίσει τον παρατηρητή μέσα του, το οποίο δεν ταυτίζεται με καμία μορφή ή φαινόμενο.

Ο παρατηρητής μέσα είναι η ουσία της ύπαρξής μας, η καθαρή επίγνωση που μαρτυρεί τα πάντα χωρίς κρίση ή προτίμηση. Ο παρατηρητής μέσα είναι η πηγή της σοφίας μας, η διαισθητική γνώση που υπερβαίνει τη λογική και τη λογικότητα. Ο παρατηρητής μέσα είναι η σπίθα της θεότητάς μας, το αιώνιο φως που λάμπει μέσα από την ύπαρξή μας.

III. Αντίληψη της Ομορφιάς Πέρα από τις Εμφανίσεις

Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την ομορφιά των πάντων; Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο; Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την ομορφιά πέρα από τα φαινόμενα, παρατηρώντας τον κόσμο ως αγνό ον, προχωρώντας πέρα από προλήψεις και προκαταλήψεις και αναγνωρίζοντας την ομορφιά πέρα από την επιφάνεια.

Παρατηρώντας τον κόσμο ως αγνό ον σημαίνει να βλέπεις τα πάντα ως έκφραση της ίδιας υποκείμενης πραγματικότητας, η οποία είναι πέρα από το όνομα και τη μορφή. Τα πάντα στον κόσμο, από το μικρότερο άτομο μέχρι τον μεγαλύτερο γαλαξία, από το πιο εγκόσμιο αντικείμενο μέχρι το πιο υπέροχο φαινόμενο, από τον πιο συνηθισμένο άνθρωπο μέχρι το πιο εξαιρετικό ον, είναι μια εκδήλωση καθαρής ύπαρξης, που είναι άπειρη και αιώνια.

Το να κινούμαστε πέρα από προλήψεις και προκαταλήψεις σημαίνει να εγκαταλείψουμε τις νοητικές μας κατασκευές και ταμπέλες, που περιορίζουν την αντίληψη και την κατανόησή μας. Συχνά κρίνουμε τα πράγματα με βάση τις προσωπικές μας προτιμήσεις, απόψεις, πεποιθήσεις, προσδοκίες ή αναμνήσεις. Συχνά κατηγοριοποιούμε τα πράγματα με βάση τα πολιτισμικά μας πρότυπα, τις κοινωνικές αξίες, τους ηθικούς κώδικες ή τις επιστημονικές θεωρίες μας. Συχνά προβάλλουμε πράγματα με βάση τους φόβους, τις επιθυμίες, τις ελπίδες ή τα όνειρά μας. Αυτά τα νοητικά κατασκευάσματα και ταμπέλες μας εμποδίζουν να δούμε τα πράγματα όπως είναι, στην πραγματική τους φύση.

Το να αναγνωρίζουμε την ομορφιά πέρα από την επιφάνεια σημαίνει να εκτιμούμε τις κρυμμένες ιδιότητες και δυνατότητες των πάντων, που δεν είναι εμφανείς στις αισθήσεις ή στη διάνοιά μας. Τα πάντα στον κόσμο έχουν μια εσωτερική διάσταση, η οποία είναι πιο λεπτή και βαθιά από την εξωτερική τους εμφάνιση. Τα πάντα στον κόσμο έχουν μια εγγενή αξία, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη χρησιμότητα ή τη λειτουργία τους. Τα πάντα στον κόσμο έχουν μια εγγενή ομορφιά, η οποία είναι άνευ όρων και καθολική.

IV. Όλα έχουν τον λόγο τους

Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε την κοσμική τάξη που διέπει τα πάντα; Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να αλλάξει τον τρόπο σχέσης μας με τον κόσμο; Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε την κοσμική τάξη που διέπει τα πάντα συνειδητοποιώντας ότι όλα έχουν το λόγο τους, υπερβαίνοντας τις ανθρώπινες κατασκευές του «καλού» και του «κακού» και αγκαλιάζοντας την αποδοχή και την ενότητα.

Το να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα έχουν το λόγο τους σημαίνει να κατανοήσουμε ότι τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία ή συμπτωματικά σε αυτό το σύμπαν. Όλα συμβαίνουν σύμφωνα με ένα θεϊκό σχέδιο ή σκοπό, που είναι πέρα από την κατανόηση ή τον έλεγχό μας. Όλα συμβαίνουν για έναν λόγο, ο οποίος μπορεί να μην είναι προφανής ή κατανοητός για εμάς αυτή τη στιγμή. Όλα γίνονται για το υπέρτατο καλό μας, που μπορεί να μην είναι ευχάριστο ή επιθυμητό για εμάς εκείνη τη στιγμή.

Η υπέρβαση των ανθρώπινων κατασκευών του «καλού» και του «κακού» σημαίνει αποδοχή ότι όλα είναι σχετικά και υποκειμενικά σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό που είναι καλό ή κακό για ένα άτομο μπορεί να μην είναι καλό ή κακό για ένα άλλο. Αυτό που είναι καλό ή κακό σε μια κατάσταση μπορεί να μην είναι καλό ή κακό σε μια άλλη. Αυτό που είναι καλό ή κακό από μια άποψη μπορεί να μην είναι καλό ή κακό από μια άλλη. Αυτό που είναι καλό ή κακό σε αυτόν τον κόσμο μπορεί να μην είναι καλό ή κακό στην τελική πραγματικότητα.

Αγκαλιάζοντας την αποδοχή και την ενότητα σημαίνει παράδοση στη ροή της ζωής και στη θέληση του θείου. Σημαίνει να εγκαταλείψουμε την αντίσταση και την προσκόλλησή μας στα αποτελέσματα των πράξεών μας και στα γεγονότα της ζωής μας. Σημαίνει εμπιστοσύνη ότι όλα γίνονται όπως πρέπει και ότι όλα πάνε για το καλύτερο. Σημαίνει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε χωρισμένοι από τίποτα και κανέναν, αλλά είμαστε μέρος όλων και όλων.

V. Η Ομορφιά του Κοιτάγματος

Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την ομορφιά που βρίσκεται στην πράξη του βλέμματος; Πώς μπορεί ένα ήσυχο μυαλό να αλλάξει τον τρόπο που βιώνουμε τον κόσμο; Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την ομορφιά που βρίσκεται στην πράξη του βλέμματος, κατανοώντας ότι η αντίληψη χαρίζει ομορφιά, αποκαλύπτοντας την εγγενή ομορφιά σε όλα και την ομορφιά ως ποιότητα αντίληψης.

Το να κατανοήσουμε ότι η αντίληψη χαρίζει ομορφιά σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι η ομορφιά δεν είναι μια αντικειμενική ιδιότητα των πραγμάτων, αλλά μια υποκειμενική εμπειρία του παρατηρητή. Η ομορφιά δεν είναι κάτι που υπάρχει εκεί έξω, αλλά κάτι που προκύπτει εδώ μέσα. Η ομορφιά δεν είναι κάτι που βρίσκουμε, αλλά κάτι που δημιουργούμε. Η ομορφιά δεν είναι κάτι που έχουμε, αλλά κάτι που δίνουμε.

Το να αποκαλύψουμε την εγγενή ομορφιά σε όλα σημαίνει να ανακαλύψουμε ότι όλα έχουν μια κρυμμένη ομορφιά, η οποία περιμένει να αποκαλυφθεί από την προσοχή και την εκτίμησή μας. Όλα έχουν μια μοναδική ομορφιά, που διαφέρει από οτιδήποτε άλλο. Όλα έχουν μια διαχρονική ομορφιά, που δεν επηρεάζεται από την αλλαγή ή τη φθορά. Όλα έχουν μια καθολική ομορφιά, η οποία είναι προσβάσιμη σε όποιον κοιτάζει με ανοιχτό μυαλό και καρδιά.

Η ομορφιά ως ποιότητα αντίληψης σημαίνει συνειδητοποίηση ότι η ομορφιά δεν είναι μια σταθερή ή στατική έννοια, αλλά μια δυναμική και ρευστή διαδικασία. Η ομορφιά δεν είναι θέμα γούστου ή προτίμησης, αλλά θέμα επίγνωσης και διορατικότητας. Η ομορφιά δεν είναι θέμα ποσότητας ή ποιότητας, αλλά θέμα έντασης και βάθους. Η ομορφιά δεν είναι θέμα μορφής ή περιεχομένου, αλλά θέμα ουσίας και πνεύματος.

VI. Συμπέρασμα

Σε αυτό το δοκίμιο, έχουμε εξερευνήσει τη μεταμορφωτική δύναμη ενός ήσυχου μυαλού. Έχουμε υποστηρίξει ότι ένα ήσυχο μυαλό δεν είναι μόνο μια κατάσταση χαλάρωσης, αλλά και μια κατάσταση συνειδητοποίησης και διορατικότητας. Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε πέρα από την εμφάνιση των πραγμάτων και να ανακαλύψουμε την ομορφιά που κρύβεται μέσα τους. Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε την κοσμική τάξη που διέπει τα πάντα και την απόλυτη αλήθεια που μας συνδέει όλους.

Ένα ήσυχο μυαλό είναι μια πύλη για βαθύτερη κατανόηση, η οποία μπορεί να εμπλουτίσει τη ζωή μας και να διευρύνει τους ορίζοντές μας. Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε την ομορφιά των πάντων, που μπορεί να γεμίσει τις καρδιές μας με χαρά και ευγνωμοσύνη. Ένα ήσυχο μυαλό μπορεί να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε τη διασύνδεση όλων των πραγμάτων και την απόλυτη αλήθεια, που μπορεί να μας απελευθερώσει από τα βάσανα και την ψευδαίσθηση.

Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένα δώρο που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Ένα ήσυχο μυαλό είναι ένας θησαυρός που μπορούμε να βρούμε μέσα μας και να μοιραστούμε με τους άλλους. Ένα ήσυχο μυαλό είναι μια ευλογία που μπορούμε να λάβουμε από τον εαυτό μας και να προσφέρουμε στους άλλους.

Δες! Απλά Δες!

Διαλογισμός είναι να Βλέπεις, απλά να Βλέπεις. Σαν να βρέθηκες ξαφνικά, Εδώ, Τώρα, σε πραγματικό χρόνο, σε ένα κόσμο που σου είναι παντελώς άγνωστος, και πρέπει να τον δεις, να τον αναγνωρίσεις, να δεις που είσαι, τι είναι εδώ, τι υπάρχει εδώ… Να δεις τα πράγματα όπως είναι, όπως συμβαίνουν αυτήν την στιγμή.

Απλά να Βλέπεις. Αυτό είναι όλη η ζωή, αυτό είναι όλη η γνώση, αυτό είναι όλη η εμπειρία, να Βλέπεις, να αντιδράς αυθόρμητα. Αυτή η ζωή, αυτή η στιγμή, αλλάζει κάθε στιγμή, Ρέει. Δεν μπορείς να την κρατήσεις, δεν χρειάζεται να την κρατήσεις, γιατί κάθε στιγμή είναι κάτι νέο. Ισορροπείς στην στιγμή, τρέχεις μαζί της, γίνεσαι ένα μαζί της.

Μπορείς να Δεις έτσι; Να Βλέπεις έτσι; Όταν Βλέπεις, κι όταν κοιτάζεις, Κοίταξε αυτό που είναι, αυτό που συμβαίνει, την τάξη και την αταξία, την ομορφιά και την ασχήμια των πραγμάτων. Μην επικαλείσαι μνήμες, γνώσεις, εμπειρίες, για να κατατάξεις τα πράγματα, να τα κάνεις γνωστά, να φτιάξεις μια εικόνα του κόσμου… Κοίταξέ τα σαν να μην τα έχεις ξαναδεί, δες τα τώρα ζωντανά μπροστά σου, υπάρχουν, συμβαίνουν… τα πράγματα δεν είναι έννοιες και πληροφορίες. Δες τον κόσμο ζωντανό, ελεύθερο, πραγματικό κι απλά διερεύνησέ τον. Ζήσε, μην κοιμάσαι μέσα στις κατασκευές της σκέψης.

Ξύπνα! Μην κοιμάσαι! Μην πέφτεις σε λήθαργο! Μην γλιστράς στο κόσμο που κατασκευάζει η σκέψη, η φαντασία, η μνήμη! Η ζωή είναι Εδώ, Τώρα. Αυτή είναι η Αλήθεια. Αυτή είναι η Εμπειρία της Στιγμής που Ανανεώνεται Συνεχώς, όπως το νερό της πηγής. Ανανεώσου Συνεχώς, Μείνε Ζωντανός, Αυτή είναι η Ροή της Πραγματικής Ζωής. Μην ταξιδεύεις με το ποτάμι της σκέψης και μην χάνεσαι στα βαλτονέρια της μνήμης που αναδύουν μόνο θάνατο, ακινησία και μούχλα.

Ξύπνα Εδώ, Τώρα! Στην Στιγμή που Ρέει! Δες! Δες! Απλά Δες! Κι ακολούθα το Ρεύμα της Ζωής.

Τι είναι ο Διαλογισμός; Ταξίδι στο Άγνωστο

Ο διαλογισμός δεν είναι τεχνική, μέθοδος, πρακτική. Ο διαλογισμός είναι ένας τρόπος θέασης, τρόπος ύπαρξης, τρόπος ζωής. Διαλογισμός είναι να βλέπεις την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς φίλτρα, χωρίς κρίσεις, χωρίς προσδοκίες. Διαλογισμός είναι να βλέπεις την αλήθεια της παρούσας στιγμής, την αλήθεια του εαυτού σου, την αλήθεια της ζωής.

Όταν διαλογίζεσαι, δεν προσπαθείς να πετύχεις τίποτα, να αλλάξεις τίποτα, να ξεφύγεις από οτιδήποτε. Απλώς ανοίγετε τα μάτια σας, το μυαλό σας, την καρδιά σας, σε αυτό που είναι εδώ και τώρα. Δεν ψάχνετε για απαντήσεις, για λύσεις, για ειρήνη. Αναζητάς την πραγματικότητα, την επίγνωση, την ελευθερία.

Ο διαλογισμός είναι ένα ταξίδι στο άγνωστο, στο μυστήριο της ύπαρξης. Δεν ακολουθείς χάρτη, οδηγό, γκουρού. Ακολουθείτε τη δική σας περιέργεια, τη δική σας διαίσθηση, τη δική σας σοφία. Εξερευνάτε τις άπειρες διαστάσεις της συνείδησής σας, τις άπειρες δυνατότητες της ύπαρξής σας.

Ο διαλογισμός δεν είναι μια παθητική, ανιαρή, βαρετή δραστηριότητα. Ο διαλογισμός είναι μια ενεργή, δυναμική, δημιουργική διαδικασία. Δεν κάθεσαι ακίνητος, χωρίς να κάνεις τίποτα, χωρίς να σκέφτεσαι τίποτα. Προχωράς με τη ροή της ζωής, κάνεις τα πάντα, σκέφτεσαι τα πάντα. Δεν αποφεύγεις και δεν αντιστέκεσαι σε τίποτα. Αγκαλιάζετε και αποδέχεστε τα πάντα.

Ο διαλογισμός δεν είναι μια κατάσταση του νου, μια διάθεση, ένα συναίσθημα. Ο διαλογισμός είναι μια κατάσταση επίγνωσης, μια ποιότητα προσοχής, ένας τρόπος αντίληψης. Ο διαλογισμός δεν είναι κάτι που κάνεις μια στο τόσο, όταν έχεις χρόνο, όταν σου αρέσει. Ο διαλογισμός είναι κάτι που είσαι όλη την ώρα, όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν κάνεις.

Ο διαλογισμός δεν είναι ένας στόχος για να φτάσεις, ένας προορισμός στον οποίο πρέπει να φτάσεις. Ο διαλογισμός είναι ένα μονοπάτι που πρέπει να περπατήσετε, ένα ταξίδι για να απολαύσετε. Ο διαλογισμός δεν είναι κάτι που κατορθώνετε ή επιτυγχάνετε. Ο διαλογισμός είναι κάτι που ανακαλύπτεις ή συνειδητοποιείς. Ο διαλογισμός δεν είναι κάτι που μαθαίνεις ή εξασκείς. Ο διαλογισμός είναι κάτι που θυμάστε ή κάτι στο οποίο αφυπνίζεστε.

Ο διαλογισμός είναι να βλέπεις την πραγματικότητα όπως είναι. Και όταν βλέπεις την πραγματικότητα όπως είναι, βλέπεις τον εαυτό σου όπως είσαι. Και όταν βλέπεις τον εαυτό σου όπως είσαι, βλέπεις τη ζωή όπως είναι. Και όταν βλέπεις τη ζωή όπως είναι, βλέπεις την ομορφιά και το θαύμα όλων.

Ο διαλογισμός είναι να βλέπεις. Απλά να βλέπεις.

Πνευματικές Ιδέες

Η δύναμη της όρασης, αγκαλιάζοντας την παρούσα στιγμή:

Η βαθιά πρακτική του διαλογισμού είναι ένα μέσο για να εμβαθύνουμε τη σύνδεσή μας με την παρούσα στιγμή. Θεωρείται ως μια πράξη καθαρής παρατήρησης, χωρίς προλήψεις ή προσωπικές προκαταλήψεις. Είναι ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης και μάθησης να βλέπουμε αληθινά τον κόσμο όπως ξεδιπλώνεται μπροστά μας.

Βλέποντας τον κόσμο όπως είναι:

Ο διαλογισμός μας καλεί να αγκαλιάσουμε μια κατάσταση καθαρής επίγνωσης, όπου γινόμαστε πλήρως παρόντες και συντονισμένοι με τις πραγματικότητες του εδώ και του τώρα. Αφήνοντας τις προσκολλήσεις μας στις αναμνήσεις, τις γνώσεις και τις εμπειρίες, ανοίγουμε τον εαυτό μας στο να δούμε τα πράγματα εκ νέου. Στόχος μας είναι να αντιληφθούμε τον κόσμο χωρίς να επιβάλλουμε ταμπέλες ή κρίσεις, αλλά μάλλον να τον παρατηρήσουμε στην ακατέργαστη και αφιλτράριστη κατάστασή του.

Η Διαρκώς Ανανεωτική Στιγμή:

Η ζωή είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη ταπισερί, που χαρακτηρίζεται από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη φύση της. Κάθε στιγμή που περνάει φέρνει μαζί της ένα νέο σύνολο περιστάσεων, συναισθημάτων και ευκαιριών. Μέσα από την πρακτική του διαλογισμού, μαθαίνουμε να ρέουμε με αυτή τη διαρκώς ανανεωτική στιγμή, αγκαλιάζοντας τη ρευστότητά της. Παραιτούμαστε από την ανάγκη να κρατηθούμε στο παρελθόν ή να προβάλλουμε το μέλλον, επιτρέποντας στον εαυτό μας να ασχοληθεί πλήρως με την παρούσα στιγμή.

Η ομορφιά της αμερόληπτης αντίληψης:

Όταν παρατηρούμε χωρίς το φίλτρο των αναμνήσεων ή των προκατασκευασμένων ιδεών, ανοίγουμε τον εαυτό μας σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο κόσμος μας αποκαλύπτεται σε όλες του τις πολυπλοκότητες, από την τάξη στην αταξία, από την ομορφιά στην ασχήμια. Είναι μέσα από αυτή την αμερόληπτη αντίληψη που μπορούμε πραγματικά να εκτιμήσουμε τον πλούτο και την αυθεντικότητα του περιβάλλοντός μας. Παύουμε να ταξινομούμε ή να κατηγοριοποιούμε, και αντ' αυτού, απλώς γινόμαστε μάρτυρες και αγκαλιάζουμε.

Αφύπνιση στη ζωή:

Το κάλεσμα για αφύπνιση από τον λήθαργο της σκέψης και της φαντασίας είναι μια πρόσκληση για πλήρη και αυθεντική ζωή. Αποσυνδέοντας τον εαυτό μας από τις κατασκευές του μυαλού μας, αξιοποιούμε τη ζωτικότητα της παρούσας στιγμής. Η ζωή δεν περιορίζεται στη σφαίρα των σκέψεων και των αναμνήσεων. είναι εδώ και τώρα. Ας μην παρασυρθούμε από τα ρεύματα της δικής μας σκέψης, αλλά αντίθετα, ας βυθιστούμε στη ροή της ίδιας της ζωής.

Δείτε, απλά κοιτάξτε

Συμπερασματικά, η πρακτική του διαλογισμού μας προσφέρει έναν δρόμο για να εμβαθύνουμε τη σύνδεσή μας με την παρούσα στιγμή. Βλέποντας τον κόσμο χωρίς τα πέπλα των προσωπικών προκαταλήψεων ή κρίσεων, ξεκλειδώνουμε μια βαθιά αίσθηση σαφήνειας και αυθεντικότητας. Ας αγκαλιάσουμε τη δύναμη της παρατήρησης και ας ξεκινήσουμε ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης, όπου αφυπνίζουμε την ομορφιά και τη ζωντάνια της στιγμής που συνεχώς ανανεώνεται. Θυμηθείτε, το κλειδί είναι απλό: Δείτε, απλώς κοιτάξτε και ακολουθήστε τη ροή της ζωής.

Τι είναι Διαλογισμός; Ένα Ταξίδι στην Σιωπή

Διαλογισμός είναι η Σιωπή του Νου, της σκέψης, του κατασκευασμένου εαυτού, του ψεύτικου εγώ. Διαλογισμός δεν είναι μια κατάσταση κενού, απάθειας, αλλά μια Κατάσταση Εγρήγορσης, Πλήρους Δραστηριότητας, Ολοκληρωτικής Προσοχής, κι Αληθινής Δράσης, όπου δεν παρεμβαίνει η σκέψη για να διαστρεβλώσει αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Διαλογισμός είναι Μια Κατάσταση Συνειδητής Προσοχής και Δράσης. Κι αυτό είναι η Σιωπή του Νου.

Αυτός που είναι ταυτισμένος με την σκέψη του, το αντιλαμβάνεται αυτό (όταν το ακούει, ή επιχειρεί να το πραγματοποιήσει) σαν κενό, τίποτα, απουσία, και του φαίνεται ανεφάρμοστο ή παράλογο. Σε αυτή την κατάσταση βρίσκονται σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη. Στην πραγματικότητα, υπάρχει άγνοια και σύγχυση στην χρήση των όρων, που είναι σύμβολα πραγματικοτήτων κι όχι απλές έννοιες, νοητικές πληροφορίες. Αυτός που έχει Εμπειρία μιλά για πραγματικά γεγονότα, ενώ οι άνθρωποι μιλούν με έννοιες, για έννοιες. Για τον άνθρωπο που ταυτίζεται με την σκέψη του, σιωπή του νου σημαίνει ανυπαρξία. Όμως, στην πραγματικότητα, Σιωπή του Νου δεν σημαίνει αυτό.

Ο Άνθρωπος, η Συνείδηση, δεν είναι σκέψη. Υπάρχει συνείδηση της σκέψης. Η Συνείδηση υιοθετεί την όραση, την θέαση μέσω της σκέψης, αλλά ποτέ δεν γίνεται αυτό, σκέψη. Μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο όρασης, να υιοθετήσουμε άλλη θέαση, άλλες πεποιθήσεις, άλλους στόχους, άλλες δραστηριότητες… αλλά όλα αυτά εξακολουθούν να είναι σκέψη.

Η Συνείδηση υποστηρίζει απλά όλη αυτή την δραστηριότητα της σκέψης, τις φαντασιώσεις μας. Από την άλλη μπορεί να τα απορρίψει όλα και να βλέπει χωρίς σκέψη, να βλέπει αληθινά. Μόνο όταν βλέπουμε χωρίς σκέψη βλέπουμε πραγματικά αυτό που συμβαίνει, όπως συμβαίνει, εδώ, τώρα, στον πραγματικό χρόνο. Αυτή η ζωντανή άμεση αντίληψη, είναι κάτι πολύ ευρύτερο της σκέψης, δεν είναι το αντίθετο ή η στέρηση της σκέψης.

Διαλογισμός είναι η Απελευθερωμένη Αντίληψη, η Αληθινή Όραση, στον πραγματικό χρόνο. Δεν είναι μια προσπάθεια του εγώ να ελέγξει την σκέψη, να ξεπεράσει την σκέψη, να φτάσει στην Αλήθεια, στο Θεό, μέσα από κάποια δραστηριότητα, γιατί όλες αυτές οι δράσεις είναι επίσης σκέψη. Ο Διαλογισμός είναι το τέλειωμα της σκέψης, η Αληθινή Ζωή, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει.

Διαλογισμός: Το μονοπάτι προς την απελευθερωμένη αντίληψη και το αληθινό όραμα

Στη σφαίρα της πνευματικότητας και της αυτο-ανακάλυψης, ο διαλογισμός αποτελεί μια βαθιά πρακτική που υπερβαίνει τους περιορισμούς της σκέψης και του εγώ. Είναι ένα ταξίδι προς τη σιωπή του νου, όπου ο κατασκευασμένος εαυτός και το ψεύτικο εγώ διαλύονται, επιτρέποντας την ανάδυση μιας κατάστασης εγρήγορσης, πλήρους δραστηριότητας, ολοκληρωμένης προσοχής και αληθινής δράσης. Σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση, ο διαλογισμός δεν είναι μια κατάσταση κενού ή απάθειας, αλλά μια κατάσταση συνειδητής προσοχής και δράσης.

Για να κατανοήσουμε την ουσία του διαλογισμού, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε ότι η ταύτισή μας με τη σκέψη συχνά διαστρεβλώνει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Όταν είμαστε εντελώς βυθισμένοι στις σκέψεις μας, αντιλαμβανόμαστε την έλλειψή τους ως κενό, τίποτα ή ακόμα και παραλογισμό. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα άτομα στον πλανήτη μας σήμερα. Η σύγχυση προκύπτει από την κακή χρήση όρων, οι οποίοι προορίζονται να συμβολίσουν τις πραγματικότητες και όχι απλές νοητικές έννοιες ή πληροφορίες.

Είναι κρίσιμο να αναγνωρίσουμε ότι ο άνθρωπος, ή η συνείδηση, διαφέρει από τη σκέψη. Η συνείδηση είναι η μαρτυρική παρουσία που υιοθετεί διάφορες προοπτικές, πεποιθήσεις, στόχους και δραστηριότητες μέσω της σκέψης. Ωστόσο, ποτέ δεν γίνεται σκέψη. Έχουμε την ικανότητα να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε, υιοθετώντας διαφορετικές απόψεις και ιδεολογίες, αλλά στον πυρήνα, όλα αυτά παραμένουν στη σφαίρα της σκέψης.

Η συνείδηση χρησιμεύει ως το θεμέλιο που υποστηρίζει τη δραστηριότητα σκέψης και τις διαδικασίες φαντασίας μας. Ωστόσο, διαθέτει επίσης τη δύναμη να υπερβαίνει αυτές τις νοητικές κατασκευές και να αντιλαμβάνεται χωρίς την παρέμβαση της σκέψης. Όταν βλέπουμε αληθινά χωρίς τη συνεχή φλυαρία του νου, αποκτούμε πρόσβαση σε ένα βαθύτερο επίπεδο αντίληψης - μια ζωντανή, άμεση αντίληψη του τι συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο.

Αυτή η απελευθερωμένη αντίληψη, αυτό το αληθινό όραμα, είναι η ουσία του διαλογισμού. Ξεπερνά τις προσπάθειες του εγώ να ελέγξει τη σκέψη ή να φτάσει στην αλήθεια ή τη θεότητα μέσω εξωτερικών δραστηριοτήτων, καθώς αυτές οι ίδιες οι ενέργειες έχουν τις ρίζες τους στη σκέψη. Ο διαλογισμός δεν έχει να κάνει με την υπέρβαση της σκέψης ή την άσκηση ελέγχου πάνω της. Αντίθετα, είναι μια πρακτική που μας επιτρέπει να υπερβούμε τη σκέψη συνολικά.

Μέσω του διαλογισμού, ξεκινάμε ένα βαθύ ταξίδι αυτο-ανακάλυψης. Μαθαίνουμε να ηρεμούμε το μυαλό, να αποσπούμε τις σκέψεις μας και να αγγίζουμε την απεραντοσύνη της συνείδησής μας. Σε αυτή την κατάσταση σιωπής, συνειδητοποιούμε την παρούσα στιγμή, απαλλαγμένοι από τους περιορισμούς που επιβάλλουν τα νοητικά μας κατασκευάσματα. Αποκτάμε διαύγεια, διορατικότητα και βαθιά σύνδεση με τον αληθινό μας εαυτό.

Ο διαλογισμός είναι μια μεταμορφωτική διαδικασία που αποκαλύπτει την εγγενή σοφία και τις δυνατότητες μέσα μας. Είναι μια πρακτική που μας καλεί να εξερευνήσουμε τα βάθη της ύπαρξής μας, να υπερβούμε τις ψευδαισθήσεις του εγώ και να αγκαλιάσουμε την επεκτατικότητα της συνείδησής μας. Καθώς εμβαθύνουμε στις σφαίρες του διαλογισμού, καλλιεργούμε μια κατάσταση βαθιάς ειρήνης, εσωτερικής αρμονίας και σύνδεσης με την παγκόσμια συνείδηση.

Συμπερασματικά, ο διαλογισμός δεν είναι απλώς μια τεχνική ή ένα μέσο για έναν σκοπό. είναι ένας τρόπος ύπαρξης. Είναι ένα ταξίδι που μας οδηγεί στη σιωπή του μυαλού, όπου λάμπει η αληθινή ουσία της ύπαρξής μας. Μέσω του διαλογισμού, ξυπνάμε στην ομορφιά της απελευθερωμένης αντίληψης και της αληθινής όρασης, επιτρέποντάς μας να πλοηγηθούμε στη ζωή με σαφήνεια, αυθεντικότητα και μια βαθιά αίσθηση σύνδεσης με τον κόσμο γύρω μας.

Πνευματικές Ιδέες

Κατανόηση του Διαλογισμού: Ένα Ταξίδι στη Σιωπή του Νου:

Ο διαλογισμός είναι μια βαθιά πρακτική που επιτρέπει στα άτομα να βιώσουν τη σιωπή του μυαλού και να ξεπεράσουν τους περιορισμούς της σκέψης.

Σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση, ο διαλογισμός δεν είναι μια κατάσταση κενού ή απάθειας, αλλά μια κατάσταση εγρήγορσης, πλήρους δραστηριότητας, ολοκληρωμένης προσοχής και αληθινής δράσης.

Η Φύση του Διαλογισμού:

Ο διαλογισμός είναι η σιωπή του νου, που υπερβαίνει τον κατασκευασμένο εαυτό και το ψεύτικο εγώ.

Είναι μια κατάσταση συνειδητής προσοχής και δράσης, όπου η σκέψη δεν διαστρεβλώνει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα.

Η σιωπή του μυαλού δεν είναι απουσία ή ανυπαρξία. μάλλον, είναι μια βαθιά επίγνωση πέρα από τη σφαίρα της σκέψης.

Η Ψευδαίσθηση της Ταυτοποίησης της Σκέψης:

Τα περισσότερα άτομα ταυτίζονται με τις σκέψεις τους, αντιλαμβανόμενοι τη σιωπή ως κενό ή τίποτα.

Η σύγχυση προκύπτει από την κακή χρήση όρων, καθώς οι σκέψεις είναι σύμβολα πραγματικότητας, όχι απλές νοητικές έννοιες.

Η συνείδηση υποστηρίζει τη δραστηριότητα σκέψης, αλλά δεν είναι συνώνυμη με την ίδια τη σκέψη.

Απελευθερωμένη αντίληψη και αληθινό όραμα:

Η συνείδηση μπορεί να υιοθετήσει διάφορες προοπτικές, πεποιθήσεις και στόχους, όλα εντός της σφαίρας της σκέψης.

Ωστόσο, ο αληθινός διαλογισμός υπερβαίνει τη σκέψη και επιτρέπει την άμεση αντίληψη της πραγματικότητας.

Το να βλέπουμε χωρίς την παρέμβαση της σκέψης μας δίνει τη δυνατότητα να γίνουμε μάρτυρες της παρούσας στιγμής όπως είναι πραγματικά, σε πραγματικό χρόνο.

Η ουσία του διαλογισμού:

Ο διαλογισμός δεν είναι μια προσπάθεια του εγώ να ελέγξει ή να ξεπεράσει τη σκέψη, αλλά μάλλον μια παράδοση στη ροή της ζωής.

Είναι η ολοκλήρωση της σκέψης, που οδηγεί σε μια βαθύτερη κατανόηση της αληθινής ζωής και στο ξετύλιγμα της παρούσας στιγμής.

Αυξημένη ευαισθητοποίηση:

Ο διαλογισμός είναι ένα βαθύ ταξίδι που μας οδηγεί πέρα από τους περιορισμούς της σκέψης και ανοίγει την πόρτα στην αληθινή αντίληψη.

Αγκαλιάζοντας τη σιωπή του μυαλού, μπορούμε να βιώσουμε μια κατάσταση αυξημένης επίγνωσης, διαύγειας και εσωτερικής γαλήνης.

Ας ξεκινήσουμε αυτό το μεταμορφωτικό μονοπάτι και ας ανακαλύψουμε την ομορφιά και το βάθος που προσφέρει ο διαλογισμός.

Έξω από την δραστηριότητα: Η Καθαρή Αντίληψη

Διαλογισμός είναι να υπάρχεις, να βλέπεις πέρα από την σκέψη, πέρα από τον χρόνο, στο απόλυτο παρόν, να ζεις την Αληθινή Ζωή. Διαλογισμός είναι κάτι που δεν χρησιμοποιεί σκέψη, για αυτό βλέπει ολοκάθαρα, ζωντανά, αυτό που συμβαίνει εδώ, τώρα.

Το εγώ, που είναι σκέψη, κατασκευή της σκέψης, δεν μπορεί να διαλογιστεί: είναι σαν αυτόν που στέκει μπροστά στον καθρέφτη και προσπαθεί να σβήσει το είδωλό του. Πάντα, όσο υπάρχει, θα υπάρχουν απέναντι στον καθρέφτη δραστηριότητες. Κι όμως! Αυτό προσπαθούν να κάνουν οι άνθρωποι. Όντας ένα εγώ προσπαθούν με πρακτικές, τεχνικές, να ξεπεράσουν την σκέψη… αλλά ό,τι κι αν επιτύχουν θα είναι πάλι στον χώρο, στο επίπεδο της σκέψης. Είναι μια χωρίς αποτέλεσμα δραστηριότητα.

Αληθινός Διαλογισμός είναι να βγεις τελείως έξω από όλη αυτή την δραστηριότητα, από κάθε δραστηριότητα.

Διαλογισμός, Δράστης του Διαλογισμού, Αποτέλεσμα του Διαλογισμού, είναι ένα: Είναι να είσαι στην Καθαρή Αντίληψη, έξω από την σκέψη. Όταν κάποιος (νοιώθει ότι είναι κάποιος και) προσπαθεί να διαλογιστεί, υπάρχει ήδη ο διαλογιζόμενος, η διαδικασία, το προοδευτικό αποτέλεσμα.

Οι αληθινοί άνθρωποι, οι ώριμοι άνθρωποι, ζουν, δρουν, πραγματικά, στην πραγματική ζωή… δεν παίζουν παιδικά παιχνίδια ύπαρξης, πνευματικής ανάπτυξης, ή φώτισης… όλα αυτά μόνο στα παιχνίδια της φαντασίας των ανθρώπων υπάρχουν.

Η ψευδαίσθηση της δυαδικότητας: Πώς να ξεπεράσετε το μυαλό και να βιώσετε την καθαρή επίγνωση

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ τι βρίσκεται πέρα από τη σφαίρα των σκέψεων, των εννοιών και των πεποιθήσεων; Έχετε νιώσει ποτέ μια λαχτάρα για κάτι πιο βαθύ, πιο αληθινό, πιο αυθεντικό από την επιφανειακή πραγματικότητα που ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι; Έχετε νιώσει ποτέ ότι υπάρχει μια κρυμμένη διάσταση ύπαρξης που είναι πέρα από λέξεις, πέρα από το χρόνο, πέρα από τη μορφή;

Αν έχετε, τότε δεν είστε μόνος. Πολλοί άνθρωποι σε όλη την ιστορία προσπάθησαν να ανακαλύψουν αυτή τη διάσταση, η οποία συχνά ονομάζεται Απόλυτο, Πηγή, Εαυτός ή απλώς Επίγνωση. Αυτή η διάσταση δεν είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί από το μυαλό, ούτε να επιτευχθεί με οποιαδήποτε τεχνική ή πρακτική. Δεν είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί ή να οριστεί, ούτε να μετρηθεί ή να αναλυθεί. Δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί ή να αποκτηθεί, ούτε να χαθεί ή να κερδηθεί .

Είναι απλά αυτό που είσαι.

Πώς όμως μπορείς να το συνειδητοποιήσεις αυτό; Πώς μπορείτε να αφυπνιστείτε στην αληθινή σας φύση ως Επίγνωση; Πώς μπορείτε να απελευθερωθείτε από τη δουλεία του μυαλού και την ατελείωτη ροή των σκέψεών του;

Η απάντηση είναι απλή: βγαίνοντας από τη δραστηριότητα.

Η δραστηριότητα είναι η κίνηση του νου, η συνεχής φλυαρία των σκέψεων, των συναισθημάτων, των αισθήσεων, των αναμνήσεων και της φαντασίας. Η δραστηριότητα είναι η πηγή κάθε δυαδικότητας, κάθε χωρισμού, κάθε σύγκρουσης. Η δραστηριότητα είναι αυτό που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός ξεχωριστού εαυτού, ενός ξεχωριστού κόσμου, μιας ξεχωριστής πραγματικότητας.

Η δραστηριότητα είναι αυτή που σε εμποδίζει να δεις τι είναι.

Το να βγεις από τη δραστηριότητα σημαίνει να σταματήσεις να ταυτίζεσαι με το μυαλό και το περιεχόμενό του. Σημαίνει να σταματήσετε να δίνετε προσοχή και ενέργεια στις σκέψεις που προκύπτουν και περνούν. Σημαίνει να σταματήσεις να αντιδράς και να αντιστέκεσαι σε αυτό που συμβαίνει στην παρούσα στιγμή.

Το να βγεις από τη δραστηριότητα σημαίνει να είσαι ακίνητος.

Η ακινησία δεν είναι κατάσταση του νου, ούτε κατάσταση σώματος. Η ακινησία δεν είναι καθόλου κατάσταση. Η ακινησία είναι η φυσική σας κατάσταση, η αρχική σας κατάσταση. Η ακινησία είναι αυτό που είσαι όταν δεν κάνεις τίποτα, όταν δεν σκέφτεσαι τίποτα, όταν δεν είσαι τίποτα.

Η ακινησία είναι καθαρή αντίληψη.

Η καθαρή αντίληψη είναι η κατευθείαν και άμεση επίγνωση αυτού που είναι. Η καθαρή αντίληψη δεν διαμεσολαβείται από καμία έννοια, κρίση ή ερμηνεία. Η καθαρή αντίληψη δεν φιλτράρεται από καμία προτίμηση, προσδοκία ή προσκόλληση. Η καθαρή αντίληψη δεν παραμορφώνεται από κανένα φόβο, επιθυμία ή αποστροφή.

Η καθαρή αντίληψη είναι καθαρή θέαση.

Η καθαρή όραση είναι η αναγνώριση της αληθινής σας φύσης ως Επίγνωση. Η καθαρή όραση είναι η συνειδητοποίηση ότι δεν είσαι μια ξεχωριστή οντότητα, αλλά μια απρόσκοπτη έκφραση του συνόλου. Η καθαρή όραση είναι η διάλυση όλων των ορίων, όλων των διαιρέσεων, όλων των διακρίσεων.

Το να βλέπεις καθαρά είναι ενότητα.

Η ενότητα δεν είναι έννοια, ούτε εμπειρία. Η ενότητα δεν είναι συναίσθημα, ούτε αίσθηση. Η ενότητα δεν είναι στόχος, ούτε επίτευγμα. Η ενότητα δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί ή να χαθεί.

Η ενότητα είναι αυτό που είσαι.

Αλλά πώς μπορείτε να το δείτε αυτό; Πώς μπορείτε να το μάθετε αυτό; Πώς μπορείς να είσαι αυτό;

Η απάντηση είναι απλή: με διαλογισμό.

Ο διαλογισμός δεν είναι τεχνική, ούτε πρακτική. Ο διαλογισμός δεν είναι μέθοδος, ούτε διαδικασία. Ο διαλογισμός δεν είναι δραστηριότητα, ούτε αποτέλεσμα.

Ο διαλογισμός είναι αυτό που είσαι όταν βγαίνεις από τη δραστηριότητα.

Ο διαλογισμός είναι ηρεμία.

Ο διαλογισμός είναι καθαρή αντίληψη.

Ο διαλογισμός είναι καθαρή όραση.

Ο διαλογισμός είναι ενότητα.

Ο διαλογισμός είναι να υπάρχεις.

Διαλογισμός είναι να ζεις την Αληθινή Ζωή.

Πνευματικές Ιδέες

Η ουσία της Αληθινής Ζωής

Ο διαλογισμός, στην πιο αγνή του μορφή, προσφέρει μια πύλη προς την υπερβατική ύπαρξη, επιτρέποντας στα άτομα να υπερβούν τη σφαίρα της σκέψης και του χρόνου. Είναι μια πρακτική που επιτρέπει σε κάποιον να βιώσει το απόλυτο παρόν και να αγκαλιάσει την ουσία της Αληθινής Ζωής. Εμβαθύνοντας στα βάθη πέρα από τη σκέψη, ο διαλογισμός διευκολύνει μια σαφή και ζωντανή αντίληψη της παρούσας στιγμής.

Οι περιορισμοί της σκέψης

Το εγώ, ένα κατασκεύασμα της σκέψης, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο διαλογισμού. Είναι παρόμοιο με το να στέκεσαι μπροστά σε έναν καθρέφτη και να προσπαθείς να σβήσεις την αντανάκλασή σου. Όσο υπάρχει το εγώ, θα υπάρχουν πάντα δραστηριότητες και περισπασμοί, όπως οι δραστηριότητες που αντανακλώνται στον καθρέφτη. Παρόλα αυτά, πολλά άτομα επιμένουν στις προσπάθειές τους να διαλογιστούν πάνω στο εγώ, χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές και πρακτικές. Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες παραμένουν μάταιες, καθώς όποια επιτεύγματα πραγματοποιούνται βρίσκονται μόνο στη σφαίρα της σκέψης.

Αληθινός Διαλογισμός: Πέρα από τη Δραστηριότητα

Ο αληθινός διαλογισμός απαιτεί την πλήρη απομάκρυνση από όλες τις μορφές δραστηριότητας. Είναι μια πρόσκληση να ξεπεράσει κανείς τα όρια της σκέψης και να βυθιστεί στην καθαρή αντίληψη. Σε αυτή την κατάσταση, ο διαλογιστής, η διαδικασία και τυχόν προοδευτικά αποτελέσματα διαλύονται, αφήνοντας μόνο την εμπειρία του να είσαι παρών και οξυδερκής.

Ζώντας Αυθεντικά

Τα άτομα που έχουν αποκτήσει ωριμότητα και αυθεντικότητα στη ζωή τους δεν συμμετέχουν σε παιχνίδια ύπαρξης, πνευματικής ανάπτυξης ή φώτισης. Αυτές οι έννοιες υπάρχουν αποκλειστικά μέσα στα όρια της ανθρώπινης φαντασίας. Οι πραγματικοί άνθρωποι αγκαλιάζουν τη ζωή όπως είναι, συμμετέχοντας σε γνήσιες ενέργειες μέσα στη σφαίρα της πραγματικότητας.

Η πραγματικότητα

Ο διαλογισμός, στον πυρήνα του, ξεπερνά τους περιορισμούς της σκέψης και του χρόνου, προσφέροντας ένα μονοπάτι προς την καθαρή αντίληψη. Αφήνοντας το εγώ και αγκαλιάζοντας την παρούσα στιγμή, τα άτομα μπορούν να βιώσουν την αληθινή ουσία της ζωής. Αντί να κυνηγούν ψευδαισθήσεις και να συμμετέχουν σε πνευματικά παιχνίδια, ο αληθινός διαλογισμός επιτρέπει στα άτομα να ζουν αυθεντικά και να βυθίζονται πλήρως στην πραγματικότητα που τα περιβάλλει.

Τακτική χειραγώγησης «Guilt Trip»

Το guilt tripping είναι έμμεσο και χειριστικό και κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται άσχημα για τον εαυτό τους.

Αν κάποιος έχει προσπαθήσει ποτέ να σας κάνει να νιώσετε άσχημα για κάτι χωρίς να το πει άμεσα, μπορεί να έχετε πέσει θύμα του guilt tripping. Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι ασυνήθιστη, αλλά αν δεν ξέρετε τι να προσέξετε, μπορεί να μην καταλάβετε ότι συμβαίνει.

Το «guilt tripping», ή αλλιώς παγίδα ενοχών, είναι ένα είδος συμπεριφοράς που περιλαμβάνει το να κάνουμε κάποιον να αισθάνεται ένοχος για κάτι αντί να εκφράσουμε άμεσα τη δυσαρέσκειά μας. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή χειραγώγησης που αποσκοπεί είτε στο να κάνει το άτομο να νιώσει άσχημα είτε στο να το κάνει να κάνει κάτι που θέλουμε εμείς προκαλώντας ενοχές.

Το guilt tripping είναι κλασική παθητική-επιθετική συμπεριφορά, επειδή υποδηλώνει ανικανότητα – ή έστω απροθυμία – να επικοινωνήσουμε με υγιή και εποικοδομητικό τρόπο. Αυτού του είδους η συμπεριφορά μπορεί να παρατηρηθεί σε όλα τα είδη σχέσεων, από ερωτικές μέχρι σχέσεις γονέων-παιδιών και φιλίες, ακόμα και στον εργασιακό χώρο μεταξύ εργοδοτών ή συναδέλφων.

Γιατί δεν είναι σωστό να προκαλούμε ενοχές στους άλλους

Δεν είναι κακό πράγμα να εκφραζόμαστε όταν αισθανόμαστε πληγωμένοι ή αναστατωμένοι από τη συμπεριφορά κάποιου άλλου. Όμως, όταν αρχίζουμε να γινόμαστε παθητικο-επιθετικοί και χειριστικοί γι’ αυτό, τότε είναι που γίνεται πρόβλημα. Το guilt tripping είναι έμμεσο και χειριστικό και κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται άσχημα για τον εαυτό τους.

Η ανοιχτή και ειλικρινής επικοινωνία, όπως για παράδειγμα το να πείτε: «Καταλαβαίνω ότι όλοι αργούμε μερικές φορές, αλλά με κάνει να αισθάνομαι ότι δεν δίνεις προτεραιότητα στον χρόνο που περνάμε μαζί όταν εμφανίζεσαι αργά», δεν προκαλεί ενοχοποίηση του άλλου και παράλληλα επικοινωνεί το πρόβλημα.

Κοινά σημάδια χρειάζεται να προσέχουμε

– Συμπεριφορά και σχόλια που έχουν σκοπό να μας κάνουν να νιώσουμε ένοχοι ή κακοί.

– Μας κάνουν να αισθανόμαστε σα να τους χρωστάμε κάτι.

– Άρνηση να πουν τι συμβαίνει, αλλά να φαίνονται και να φέρονται αναστατωμένα.

– Έκφραση αρνητικών συναισθημάτων για εμάς με έμμεσους τρόπους.

– Σχόλια όπως: «Μάλλον δεν σημαίνω τόσα πολλά για σένα», «Χαίρομαι που επιτέλους μπόρεσες να με στριμώξεις στο φορτωμένο σου πρόγραμμα» ή, «Κάνω τόσα πολλά για σένα» κ.λπ.

– Μας μιλούν σα να είμαστε ένα κακό άτομο, σύντροφος, φίλος κ.λπ.

– Παρακράτηση στοργής ή/και προσοχής ως τιμωρία

– Παθητική-επιθετική συμπεριφορά.

Τα κυριότερα πράγματα που χρειάζεται να αναζητήσετε όταν πρόκειται για κάποιον που σας βάζει στην παγίδα των ενοχών είναι η αδυναμία να εκφράσετε άμεσα αρνητικά συναισθήματα και η συμπεριφορά που σας κάνει να αισθάνεστε ένοχοι. Όταν νιώθετε αυτό το έντονο αίσθημα ενοχής, ρωτήστε τον εαυτό σας, τι συμβαίνει; Σας κάνουν να αισθάνεστε ότι είστε λιγότερο καλός άνθρωπος ή στην πραγματικότητα ενοχλήθηκαν από κάτι που κάνατε και θέλουν να το διορθώσετε;».

Όταν αποκτήσετε επίγνωση του πώς αισθάνεστε την ενοχή στο σώμα σας και των σκέψεων που σας προκαλούν, έχετε κάνει το πρώτο σημαντικότερο βήμα. Και αν παρατηρήσετε μια τάση αυτό το άτομο δυσκολεύεται να εκφράσει όταν έχετε κάνει κάτι που το ενοχλεί, αυτό είναι επίσης ένα αποκαλυπτικό σημάδι.

Πώς να αντιδράσουμε στις παγίδες ενοχής

Το πώς θα επιλέξουμε να αντιδράσουμε όταν κάποιος μας προκαλεί ενοχές εξαρτάται από πολλά, από το στυλ επικοινωνίας μέχρι το πόση υπομονή έχουμε εκείνη τη στιγμή και πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση. Σε ακραίες περιπτώσεις, ειδικά σε καταστάσεις κατά τις οποίες μας κατηγορούν άδικα για κάτι, έχουμε πάντα τη δυνατότητα να θέσουμε ένα όριο και να αποχωρήσουμε από τη συζήτηση.

Εντούτοις, οι ψυχολόγοι συνιστούν να χρησιμοποιούμε και τη συμπόνια όπου και όταν μπορούμε. Κάτω από την ενοχοποίηση κρύβεται ένα αίτημα, κρυμμένο σε μια κατηγορηματική, παθητικο-επιθετική συμπεριφορά. Αυτό το κρυφό αίτημα είναι συχνά η ανάγκη για συμπόνια και η κατανόηση. Για αρχή, μπορείτε να ζητήσετε μια συγγνώμη, αν όντως πληγώσατε αυτό το άτομο (σκόπιμα ή όχι). Μπορείτε να ξεκινήσετε από εκεί και να τονίσετε ότι καταλαβαίνετε γιατί αισθάνεται έτσι. Αυτό μπορεί να ειπωθεί ως εξής: «Καταλαβαίνω γιατί είσαι αναστατωμένος και ζητώ συγγνώμη για το Χ».

Στη συνέχεια, μόλις η συγγνώμη γίνει αποδεκτή, ίσως μερικές ώρες αργότερα, μπορείτε να αναφέρετε ότι δεν εκτιμήσατε τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισαν τη συζήτηση, λέγοντας κάτι σαν: «Και πάλι, καταλαβαίνω γιατί ήσουν αναστατωμένος, αλλά ένιωσα ότι προσπαθούσες να με κάνεις να νιώσω ένοχος, οπότε ελπίζω ότι θα μπορούσες να επικοινωνήσεις μαζί μου πιο άμεσα τι σου συμβαίνει στο μέλλον».

Στο τέλος, το σημαντικό είναι να έχετε και εσείς και το άλλο άτομο τη δυνατότητα να πείτε τη γνώμη σας για το πώς πραγματικά αισθάνεστε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, μπορεί να απογοητεύετε κάποιον, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχετε κάτι για το οποίο πρέπει να αισθάνεστε ένοχοι – απλώς μπορεί να μην είστε σε θέση να ανταποκριθείτε στις προσδοκίες.

Όλα εξαρτώνται από την ειλικρινή και ανοιχτή επικοινωνία, η οποία είναι μια δεξιότητα που μπορεί να πάρει χρόνο για να καλλιεργηθεί. Αλλά τα καλά νέα είναι ότι όσο περισσότερο εξασκείτε την υγιή επικοινωνία, τόσο πιο εύκολη γίνεται με την πάροδο του χρόνου.

Αν δεν αγαπάς κάποιον αληθινά, πάρε την ευθύνη κι ελευθέρωσέ τον

Την πρώτη φορά που κάποιος μας απέρριψε ερωτικά, είπαμε “όχι” εμείς ποτέ δε θα φερόμασταν έτσι σ’ έναν άνθρωπο, που θα μας αγαπούσε με τη καρδιά του. Όμως καμιά φορά τα συναισθήματα μπορεί να μην είναι αμοιβαία και η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτό μπορεί να μην φταίει κανείς από τους δυο. Το ζήτημα είναι πως διαχειρίζεσαι μια τέτοια κατάσταση ή μάλλον πόσο ειλικρινής θα καταφέρεις να είσαι με τον εαυτό σου και με τον άλλον.

Πολλές φορές λοιπόν εκείνη η άτιμη λέξη, η μοναξιά, μας βάζει λίγο πολύ σε περίεργα τρυπάκια. “Ε δε πειράζει αφού με αγαπάει αυτός, κάποια στιγμή θα τον αγαπήσω και εγώ.” Η αλήθεια είναι πως δε θα τον αγαπήσεις, απλά θα υποκρίνεσαι σε εκείνον και στον εαυτό σου. Μέχρι που και εκείνον θα διαλύσεις συναισθηματικά, επειδή δε θα βλέπει ποτέ ανταπόκριση από σένα και εσύ κάθε μέρα θα νιώθεις όλο και πιο απαίσια με τον εαυτό σου.

Μην κρατάς λοιπόν στη ζωή σου έναν άνθρωπο μόνο και μόνο γιατί σε επιβεβαιώνει και γιατί πιστεύεις ότι δε θα βρεις ποτέ κάποιον που να είναι αμοιβαίο. Το μόνο που θα καταφέρεις, θα είναι να χάσετε πολύτιμο χρόνο και οι δυο σας, από το να βρείτε άλλους ανθρώπους που τα συναισθήματα σας, θα είναι αμοιβαία.

Μην τον ταλαιπωρείς λοιπόν αυτό τον άνθρωπο που μόνο σου δίνει και μάλιστα μη παίρνοντας τίποτα εσένα. Αυτή δεν είναι μια υγιείς σχέση, είναι μια τοξική σχέση και για εσένα και για εκείνον. Θα μου πεις, ναι καλή η θεωρία αλλά πως λες σε έναν άνθρωπο που πεθαίνει για σένα ότι δεν τον αγαπάς.

Έξω απ’ τα δόντια και χωρίς πολλές περιστροφές, ακριβώς επειδή πεθαίνει για σένα. Του το χρωστάς, σ’ έναν άνθρωπο που σ’ αγαπάει χρωστάς μόνο αλήθεια.

Όσο βολεύεσαι σε μια κατάσταση και πόσο μάλλον σε μια σχέση να ξέρεις, ότι τα προβλήματα σας αντί να λύνονται θα διογκώνονται. Φιλική συμβουλή μην παίζεις με τους ανθρώπους, γιατί μια μέρα θα βρεθείς κάποιος που θα κάνει το ίδιο με εσένα. Να ξέρεις κάτι η ζωή μας επιστρέφει αυτά που κάνουμε.

Και μην μου πεις ότι τον λυπάσαι και δεν του το λες γιατί αυτό κι αν είναι η απόλυτη ξεφτίλα, να φτάσεις στο σημείο να λυπάσαι έναν άνθρωπο, ενώ το λάθος είναι δικό σου.

Θα μου πεις εντάξει μόνο εγώ φταίω, ο άλλος που μένει, γίνεται τόσο καιρό μαζί, αποκλείεται, να μην έχει καταλάβει ότι δε νιώθουμε το ίδιο. Αν είχε αξιοπρέπεια δε θα έπρεπε να έχει φύγει από μόνος του.

Δυστυχώς για σένα η απάντηση είναι όχι, γιατί ως γνωστόν εκείνος ο φτερωτός θεός είναι ολίγον τι τυφλός και επειδή συνήθως όλοι τρέφουμε αυταπάτες κι από τη στιγμή που δεν εξηγείσαι στα ίσα μαζί του, μένει γιατί θέλει να πιστεύει ότι κάτι μπορεί να υπάρχει άλλωστε μπορεί να σκέφτεται ότι αν δεν τον ήθελες θα του το έλεγες και έτσι ελπίζει ότι μπορεί και να τον αγαπάς στο βάθος.

Ωστόσο όμως η ευθύνη αυτή παραμένει δική σου, μην του πετάς του μπαλάκι περιμένοντας, να σε βγάλει εκείνος από τη δύσκολη θέση. Μήπως ήρθε η ώρα για το καλό και των δυο σας να δυσκολευτείς και εσύ λίγο σε αυτή τη ζωή.

Αν δυσκολευτείς τώρα τουλάχιστον, το μετά μπορεί να είναι λίγο πιο εύκολο. Γι’ αυτό σου λέω αν δεν τον αγαπάς αληθινά, ας τον να φύγει. Ίσως αυτή να είναι και μια πιο ειλικρινής ανταπόδοση, για την αγάπη που σου έδωσε, να τον απελευθερώσεις, για να μπορέσει να βρει έναν άνθρωπο στη ζωή του, ο οποίος θα είναι αληθινά κοντά του.

Και μήπως και εσύ να κάνεις το ίδιο να πάρεις άλλο δρόμο και να συναντήσεις κάποιον, που να μη σου δίνει μόνο αλλά να μπορείς και να του δώσεις. Δε θα είναι εύκολο αλλά τουλάχιστον θα έχεις τη συνείδηση σου καθαρή και θα έχεις προσπαθήσει για κάτι καλύτερο. Αν και ο αληθινός έρωτας δε θέλει και πολλή προσπάθεια, συνήθως βγαίνει αβίαστα!

Ένα τεράστιο θέμα με την αχαριστία των ανθρώπων

Κι ενώ λοιπόν μπορώ ν’ ανεχτώ, ν’ αποδεχτώ, να παρακάμψω, όπως και να συγχωρήσω αρκετά παραπτώματα, έχω ένα τεράστιο θέμα με την αχαριστία των ανθρώπων.

Εμείς οι δοτικοί άνθρωποι το έχουμε αυτό. Βλέπεις, πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να θεωρήσουμε πως τα άτομα που είναι σημαντικά για μας και για τα οποία θα κάναμε και θα δίναμε τα πάντα, νιώθουν το ίδιο κι είναι διατεθειμένα να μας το ανταποδώσουν από καρδιάς στο μέγιστο.

Αυτό ισχύει σ’ όλες τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Θα έλεγα, μάλιστα, πως είναι και θέμα συνέπειας χαρακτήρα ως ένα βαθμό. Επειδή θεωρούμε δεδομένο ότι ο απέναντι άνθρωπος εισπράττει, αντιλαμβάνεται κι εκτιμά όσα προσφέρουμε, όπως ακριβώς θα κάναμε κι εμείς, μας φαντάζει αδιανόητο ότι δεν αντιδρά με τον αναμενόμενο κι ενδεδειγμένο για εμάς τρόπο.

Την ίδια στιγμή, σε καμία περίπτωση δεν πιστεύουμε ότι όταν κάνεις κάτι καλό στον άλλο, οφείλει να στο «ξεπληρώσει» μετά βαΐων και κλάδων. Δεν κάνεις χάρη σε κανέναν, θέλεις και προσφέρεις, είναι επιλογή σου, δε στο ζητά κανείς με το ζόρι, αντιθέτως, παίρνεις μεγάλη, διπλάσια χαρά όταν βλέπεις τους ανθρώπους σου χαρούμενους, δεν περιμένεις ευχαριστίες ή ευγνωμοσύνες.

Υπάρχει όμως μια λεπτή, σχεδόν διακεκομμένη, κόκκινη γραμμή μεταξύ των πραγμάτων. Όταν οι άνθρωποι δε σέβονται και δεν εκτιμούν αυτά που κάνεις γι’ αυτούς, κι όχι μόνο δεν τα αναγνωρίζουν, αλλά με τη στάση τους σε οδηγούν να σκέφτεσαι στο τέλος της ημέρας ότι δεν υπολογίζουν κι εσένα τον ίδιο σαν προσωπικότητα. Με μια μόνιμη απάθεια, αδιαφορία, οκνηρία κι αδράνεια υπαγορεύουν ότι απλώς δεν τους απασχολούν οι πράξεις σου, ενώ ό,τι κι αν κάνεις δε μετράει, καθώς το θεωρούν δεδομένο, αμελητέο και σχεδόν χρέος σου. Τότε είναι ακριβώς που συνειδητοποιείς ότι άλλα έχεις στο μυαλό σου κι αλλιώς είναι τα πράγματα.

Στον έρωτα σε πληγώνει αυτή η συνειδητοποίηση πολύ. Τα χάνεις μόλις το αντιληφθείς, σε αδειάζει, σε αναγκάζει να εκλογικεύσεις απότομα κι υπέρμετρα το συναίσθημα, ό,τι χειρότερο. Εσύ σκέτη άμυνα κι εγώ πάντα προσπάθεια, πάει πολύ ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Σε υποχρεώνει να νιώθεις ότι είσαι μόνος σου σ’ αυτή τη σχέση και ταυτόχρονα να παλεύεις, να ενδιαφέρεσαι και να ζεις για δύο. Ναι, για πόσο ακόμη;

Στη φιλία πονάει ακόμη περισσότερο όμως. Λυπάσαι φρικτά, ξενερώνεις απίστευτα, γκρεμίζεται ο κόσμος σου, δεν το χωράει ο νους σου. Νιώθεις ότι πήγαν χαμένα χρόνια ολόκληρα, πώς να το δεχτείς και κυρίως πώς να ξεριζώσεις τόσα συναισθήματα; Για ανθρώπους που θα έπεφτες και στη φωτιά να βεβαιώνεσαι μέρα με τη μέρα ότι δε θα ‘καναν ούτε βήμα για σένα; Ως πότε;

Kαι η ανιδιοτέλεια κι ο αλτρουισμός και τα υπεράνω και τα στραβά μάτια έχουν το όριό τους. Μία, δύο, κι αφού έχεις εξαντλήσει όλα τα ενδεχόμενα και τις προσπάθειες, στην τρίτη καίγεσαι, έτσι πάει.

Είναι προφανές ότι σε καμία σχέση δεν είναι δυνατό να υποχωρεί πάντα και μόνο ο ένας. Είναι, επίσης, ηλίου φαεινότερο ότι απαιτείς, τουλάχιστον, να μη σε περνάνε για κορόιδο. Γιατί και ο πιο υπομονετικός άνθρωπος, κάποια στιγμή σκάει, απλώς σκάει, παίρνει ανάποδες, εξοργίζεται, του γυρίζει το μάτι και τότε δε θες να δεις την αντίδρασή του.

Ό,τι δεν εκτιμάται, μάλλον, θα πρέπει να κόβεται λοιπόν χωρίς παρελκόμενα. Ναι, το ξέρω. Σαφέστατα και δεν είναι τόσο εύκολο όσο να λεχθεί. Θα πάρει χρόνο, δεν ξενοιάζεις απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, ούτε μπορείς να πετάξεις απ’ τη ζωή σου ανθρώπους, εμπειρίες, βιώματα κι αισθήματα με το καλημέρα σας. Απλώς δεν είναι λύση να νιώθεις διαρκώς θύμα από ανθρώπους που θα έφτανες ως το τέρμα κι ακόμη πιο πέρα γι’ αυτούς. Άδικο, δε νομίζεις;

Δεν μπορούμε και δεν πρέπει κιόλας να είμαστε απόλυτοι κι ανένδοτοι, όταν καλούμαστε να λάβουμε δραστικές αποφάσεις με καταλυτικές συνέπειες χωρίς επιστροφή. Πολύ περισσότερο δε, όταν αφορούν τις σχέσεις μας με πολύ κοντινούς μας ανθρώπους στην προσωπική μας ζωή. Όμως δεν είναι κρίμα να σε κάνει να περισσεύεις απ’ τη ζωή του ένας άνθρωπος που για εκείνον θα παραχωρούσες άνετα ολόκληρη τη δική σου;

Δημιουργία συντροφικών σχέσεων στην ενήλικη ζωή

Η αλληλεπίδραση και η επικοινωνία μεταξύ δύο ανθρώπων αποτελεί μία αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για να αναπτυχθεί μία σχέση (Kelley et al., 1983). Πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι θα θέλαμε μία σχέση και ενδόμυχα ευχόμαστε να συμβεί. Η επικοινωνία αποτελεί το πρώτο «κλειδί» για να διαμορφωθεί μία συντροφική σχέση, η σύναψη της οποίας αποτελεί μία δυναμική διαδικασία, που αφορά την ενεργό συμμετοχή και προσπάθεια και των δύο πλευρών.

Οι ικανοποιητικές συντροφικές σχέσεις παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη μίας ισορροπημένης προσωπικής ζωής και την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του ανθρώπου. Η πλειονότητα των ατόμων αξιολογούν ως σημαντική τη δημιουργία σχέσεων και την θεωρούν απαραίτητη για την προσωπική ευεξία, ευτυχία και ικανοποίηση (Diener & Oishi, 2005). Πολύ συχνά κυριαρχούν λανθασμένα στερεότυπα και μύθοι αναφορικά με την προσέγγιση ενός συντρόφου που παρεμποδίζουν τελικά τη σύναψη ή/και τη διατήρηση μίας σχέσης.

Υπάρχουν άνθρωποι που παρουσιάζουν ελλείμματα σε δεξιότητες σχετικά με την αναζήτηση και επιλογή συντρόφου, όπως και την έναρξη και διαμόρφωση μίας σχέσης. Επιπλέον, δυσλειτουργικές αντιλήψεις, στερεότυπα και μύθοι παρεμποδίζουν τη σύναψη ή/και τη διατήρηση μίας συντροφικής σχέσης, και αυτό τους δυσκολεύει και τους αποθαρρύνει από την προσπάθεια (Regan, 2011). Οι δεξιότητες όμως αφορούν ικανότητες που δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο και ως εκ τούτου μπορούμε να τις «μάθουμε και να εκπαιδευτούμε σε αυτές». Εμπόδια μπορεί να μας βάλει και ο ίδιος μας ο εαυτός, δηλαδή το πώς βλέπουμε και αξιολογούμε τον εαυτό μας και τους άλλους, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν οι εμπειρίες μας, η κοινωνία, ο πολιτισμός κτλ. Οι σκέψεις και οι αντιλήψεις μας για τις σχέσεις και τους συντρόφους επηρεάζουν τον τρόπο που νιώθουμε για αυτές και ως εκ τούτου, το πως σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε.

Αναζήτηση και προσέγγιση ενός ατόμου που με ενδιαφέρει

Η αναζήτηση ενός συντρόφου είναι μία διαδικασία κατά την οποία θα κληθούμε να δείξουμε το ενδιαφέρον μας ή να αποδεχτούμε το ενδιαφέρον του άλλου ατόμου. Είναι λοιπόν σημαντικό να εντοπίσουμε ποια κομμάτια του εαυτού μας θα προσπαθήσουν να μας εμποδίσουν σε αυτό και να πειραματιστούμε με το να λειτουργήσουμε λίγο διαφορετικά προκειμένου να δούμε τι αποτέλεσμα θα έχουμε.

Για τους περισσότερους ανθρώπους οι πιο μεγάλες ανησυχίες σχετικά με τη διαδικασία του φλερτ αφορά ζητήματα όπως:
  • πως θα κάνω κάποιον/α να με προσέξει;
  • πως μπορώ να καταλάβω αν το άλλο άτομο ενδιαφέρεται;
  • τι θα πω; 
  • τι κινήσεις πρέπει να κάνω για να δείξω ότι δε θα ήθελα να μείνουμε μόνο φίλοι;
Το πρώτο βήμα είναι να βγαίνουμε σε μέρη όπου έχει κόσμο, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα που έχει ο καθένας. Η διεύρυνση του κοινωνικού μας κύκλου βοηθάει πάντα στη γνωριμία νέων ατόμων. Το να είμαστε ευδιάθετοι και χαμογελαστοί, να μιλάμε, να κινούμαστε στον χώρο, είναι σημαντικές παράμετροι για αυτές τις κοινωνικές συναναστροφές.

ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΑΤΟΜΑ, ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΕΙΤΕ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΥΜΕ ΣΤΑΔΙΑΚΑ, ΕΙΤΕ ΔΕΙΧΝΟΥΜΕ ΑΠΛΑ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΜΑΣ.

Σε μία συζήτηση δείχνουμε ενδιαφέρον προς το άλλο άτομο, συζητάμε για τα ενδιαφέροντα μας, εκφράζουμε τις απόψεις μας και δε χρειάζεται να προσπαθήσουμε να εντυπωσιάσουμε. Ο μη λεκτικός τρόπος επικοινωνίας, είναι επίσης πολύ σημαντικός, όπως για παράδειγμα η βλεμματική επαφή και η στάση του σώματος (Regan, 2011).

Επιλογή ενός εν δυνάμει συντρόφου

Η επιλογή ενός συντρόφου είναι μία εξίσου σημαντική διαδικασία στη δημιουργία σχέσεων και δεν είναι μία διαδικασία που γίνεται «τυχαία». Όπως έχει φανεί από μελέτες της κοινωνικής ψυχολογίας, το στερεότυπο «τα ετερώνυμα έλκονται» δεν ισχύει παρά μόνο στα αρχικά στάδια της σχέσης. Η ομοιότητα (και όχι η υπερβολική ομοιότητα) ανάμεσα σε δύο άτομα ενισχύει την έλξη μεταξύ τους. Η έλξη προκύπτει από πρόσωπα που μας μοιάζουν σε κάποιες διαστάσεις, είτε είναι οικεία, είτε δείχνουν διαθέσιμα, είτε εκδηλώνουν συμπεριφορές που δείχνουν ανταπόκριση. Από την άλλη πλευρά η εξωτερική εμφάνιση παίζει ρόλο, αλλά δεν είναι ο μόνος παράγοντας. Άλλωστε δε συμφωνούμε όλοι για το τι είναι «όμορφο», «ωραίο», κτλ.

Πολλοί άνθρωποι περιμένουν τον «κεραυνοβόλο έρωτα», καθώς αυτόν αναγνωρίζουν ως την πιο «γνήσια» μορφή του έρωτα. Αυτό τους κάνει συχνά να πιστεύουν πως η τύχη θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην εύρεση συντρόφου και ως εκ τούτου, δεν προσπαθούν και οι ίδιοι «να βοηθήσουν τη τύχη τους» με το να ενεργήσουν προκειμένου να επιτύχουν το στόχο τους. Ακόμα και όταν πιστεύουμε πως ερωτευόμαστε με την «πρώτη ματιά», καλό είναι να αναρωτηθούμε μήπως τελικά είχαμε ήδη διαμορφώσει κάποια κριτήρια επιλογής για το ποιος θα μπορούσε να μας ενδιαφέρει, τα οποία επηρέασαν την έλξη που αισθανθήκαμε για το άλλο άτομο.

Το να έχουμε κάποια κριτήρια επιλογής είναι πολύ σημαντικό, καθώς αυτό σημαίνει πως έχουμε ήδη σκεφτεί τι είναι αυτό που θέλουμε και τι είναι αυτό που έχουμε ανάγκη από μία σχέση. Αυτό μας βοηθάει να αποκλείσουμε άτομα που πιστεύουμε πως δε θα μας ταίριαζαν, αποφεύγοντας έτσι να σχετιστούμε με άτομα που σε άλλη περίπτωση θα κρίναμε ως «ακατάλληλους συντρόφους». Προσοχή όμως, να μην πέσουμε στην παγίδα να γίνουμε τελικά άκαμπτοι ως προς τις επιλογές μας, σαν να αναζητούμε τον «τέλειο σύντροφο» ή να πιστεύουμε ότι εμείς είμαστε οι «τέλειοι σύντροφοι», κάτι που επίσης θα έφερνε το αντίθετο αποτέλεσμα (Regan, 2011).

Είναι ψυχολογική ανάγκη όλων μας να αισθανόμαστε ότι ανήκουμε κάπου, ότι υπάρχει συντροφικότητα και μία αίσθηση ότι έχουμε κάποιον διαθέσιμο για μας. Επιθυμούμε την στενή επικοινωνία και τη συζήτηση προσωπικών εμπειριών. Οι σχέσεις μαθαίνονται και είναι ευχάριστες. Συχνά γίνονται περίπλοκες, δύσκολες και απαιτούν προσπάθεια, όμως αυτό δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει, άλλωστε αυτό είναι που τις κάνει ενδιαφέρουσες. Να θυμάστε πως αν δε δοκιμάσετε δε θα αποτύχετε, αλλά δε θα επιτύχετε κιόλας.

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΟΥ

Ο ΡΙΧΑΡΝΤ Βάγκνερ σε γράμμα του προς τον Νίτσε το 1872 δήλωνε με αυτά τα λόγια τη λατρεία του για το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες: «Δεν πιστεύω πως θα ήταν δυνατόν να έχει υπάρξει ένας νέος ή έφηβος που να έτρεφε μεγαλύτερο θαυμασμό για την Κλασική Αρχαιότητα από εμέ­να... Όταν, κάποτε, κυρίως η ελληνική μυθολογία και ιστορία με έδεναν, τότε αισθανόμουν να με τραβά η ελληνική γλώσσα... από την Αρχαιότητα επεξεργάστηκα το ιδεώδες για τη δική μου αντίληψη της μουσικής τέχνης». Στο βιβλίο του «Τέχνη και Επανάσταση» αναφέρει: «Ύστερα από πολ­λές σκέψεις, δεν μπορούμε σήμερα να κάνουμε βήμα στον τομέα της Τέχνης, δίχως να υπάρξει σύνδεσμος με την τέχνη των Ελλήνων. Είναι αλήθεια ότι η δική μας σύγχρονη τέχνη είναι ένας κρίκος στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής τέχνης, κι αυτή ξεκινά από τους Έλληνες».

Ο ποιητής Γ. Νόρντμαν ανέφερε για τον συνθέτη πως μιλούσε για τους Έλληνες δραματικούς ποιητές με τέτοια γνώση που δύσκολα βρίσκει κανείς σ' έναν ειδικό καθηγητή. Ο Βάγκνερ λάτρευε τον Αισχύλο και στις αρχές του 1880 απήγγειλε επί τρεις συνεχείς ημέρες στη βίλα Άνγκρι όπου έμενε κοντά στη Νεάπολη, όλη την «Ορέστεια». Επίσης τον Όμηρο, που εξαιτίας του έμεινε μετεξεταστέος στα 14 χρόνια του, διότι η ποίηση του τον τράβαγε περισσότερο από κάθε άλλο μάθημα! Στις όπερες του επηρεάστηκε αφάνταστα α πό την ελληνική μυθολογία και το δράμα. Αλλά και πόσοι άλλοι μέ­γιστοι ξένοι συνθέτες δεν ε­μπνεύστηκαν από τους τραγι­κούς μας ποιητές, χρησιμοποιώ­ντας μάλιστα στη μουσική τους διάφορες μετεξελίξεις αρχαίων ελληνικών οργάνων.

Η διδασκαλία του Πυθαγόρα, αποτυπωμένη σε σύγγραμμα του Φιλολάου (540 π.Χ.), είναι το αρχαιότερο θεωρητικό έργο μουσικής που κατέχουμε.

Αν και για την αρχαία ελληνική μουσική έχουμε δυστυχώς ελάχι­στες πηγές, γνωρίζουμε αρκετούς από τους απογόνους των παλαιών μουσικών οργάνων. Λό­γου χάρη, οι κιθάρες και τα μα­ντολίνα που συνόδεψαν την πρώτη Αθηναϊκή Μανδολινάτα που σχηματίστηκε τον Μάιο του 1900 με 18 όργανα από τον Ν. Λάβδα, αποτελούν εξέλιξη καθα-3ά ελληνικών αρχαιότατων ορ­γάνων. Η κιθάρα αντιστοιχεί προς τη λύρα ή κίθαριν, το δε μαντολίνο προς τον λυροφοίνικα, ο οποίος παριστάνεται στο περίφημο ανάγλυφο των Μουσικών Αγώνων που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Η ύδραυλις, που βρέθηκε στο Δίον, ήταν πρόγονος του αρμόνιου και αντίγραφα της χρησιμοποιούνται τώρα σε συναυλίες. Ο λυροφοίνιξ των αρχαίων, που συνόδευε τα χορικά του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, ακολούθησε όλες τις περιπέτειες των Ελλήνων, παρουσιαζόμενος ως «λουθ» στον Μεσαίωνα, ως «νταβίρα» στους Άραβες, μετά ως «μαντολίνο» στην Ισπανία και ακολούθως στην Ιταλία στα χρόνια της Ανα­γέννησης. Ο Μότσαρτ μεταχειρί­στηκε το μαντολίνο στον «Δον Ζουάν» του, ο Βέρντι στον «Οθέλλο» του κι ο Μπετόβεν σε μια παθητική σονάτα του. Η βε­ντέτα των οργάνων, ο αυλός, το σπουδαιότερο πνευστό όργανο της αρχαίας Ελλάδας, ξεκίνησε στην Ανατολή και συνδέθηκε με τις οργιαστικές ιεροτελεστίες του Διονύσου, δεν είναι όμως το φλάουτο, όπως συχνά αναφέρε­ται, αλλά ένα οξύηχο όμποε που με τα συγγενικά του αγγλικό κόρνο, φαγκότο (βαρύαυλος) και κόντρα-φαγκότο στολίζει άφθο­νες ορχήστρες. Στις ανασκαφές του Ηραίου της Σάμου ανακαλύ­φθηκε ένα αρχαιότατο σείστρο (που εκτίθεται στο εκεί Μουσείο) παρόμοιο με το σημερινό ντέφι, όπως αυτό που χρησιμοποιού­σαν οι Αιγύπτιοι για τη λατρεία της θεάς Ίσιδος.

Η χαμένη μουσική

Τα αρχαία ελληνικά όργανα ε­κτίθενται μαζί με άλλα ευρήματα μεταγενέστερων εποχών στο Μουσείο Αρχαίων, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Οργάνων στη θεσσαλονίκη. Μερικά έχουν ανακατασκευαστεί με απόλυτη πιστότητα και χρησιμοποιούνται σήμερα, όμως επειδή τα στοιχεία που έχουμε είναι σχεδόν μηδενι­κά για τη μουσική που έπαιζε π.χ. ο λυροφοίνιξ στις αρχαίες τρα­γωδίες, μέλη και χορικά τους, οι χαμένες συνθέσεις των δραμα­τουργών τους «ανακατασκευά­στηκαν» με απόλυτη απιστία! Στο μόνο θέμα που διαχρονικά έμει­ναν πιστοί οι συνθέτες που φιλο­δόξησαν να γράψουν μουσική πάνω σε δράματα και κωμωδίες της αρχαιότητας, ήταν ότι ακο­λούθησαν και ακολουθούν συνή­θως το μουσικό ύφος της εποχής τους. Είχαν απόλυτη ελευθερία στη μουσική έμπνευση διότι ο μό­νος κανόνας που έπρεπε να τη­ρήσουν ήταν το μέτρο και ο ρυθ­μός της ποίησης των κειμένων. Ο Λόγος οδήγησε τα μουσικά νοή­ματα, αρμονικά συστήματα και κλίμακες, με τις ποικίλες μουσι­κές γλώσσες και ύφος του κάθε συνθέτη στην αναπαράσταση του ελληνικού δράματος, της σπουδαιότερης μορφής θεάτρου που δημιουργήθηκε στην αρχαιό­τητα. Ανακυκλώθηκε δε με απί­στευτη επιτυχία η γόνιμη αυτή τέ­χνη που γεννήθηκε από το αρ­χαίο τελετουργικό θέατρο, διότι εξελίχθηκε σε λαϊκό, διασκεδα­στικό και διδακτικό θέατρο, οδή­γησε ξανά μετά σε θρησκευτικές τελετουργίες (μια μορφή που ε­πηρεάστηκε από το αρχαίο δρά­μα είναι και η θεία Λειτουργία της Ορθόδοξης Εκκλησίας) και υπήρξε ο πρόγονος της ιταλικής όπερας, πράγμα που για πολλο­στή φορά οι Ιταλοί αναγνώρισαν με τη θεατρική επαναλειτουργία το καλοκαίρι του 2000 του Κολοσσαίου, ανεβάζοντας «Οιδίπο­δα Τύραννο».

Ευτελισμός και παρακμή

Το αρχαίο δράμα άνθησε στην Αθήνα στον «Χρυσό Αιώνα» για λιγότερο από έναν αιώνα. Στη συνέχεια απέμειναν διάφοροι μί­μοι σ' ένα βουλεβαρδιέρικο «θέα­τρο του δρόμου». Αυτό επέζησε ως τη θεοκρατία του Βυζαντίου, που προκάλεσε την καταστροφή των αρχαιοελληνικών παραδόσε­ων. Κατά την ακμή του Βυζαντίου και την Τουρκοκρατία δεν έχουμε καμιά θεατρική παράσταση τρα­γωδιών στα Βαλκάνια. Ήδη από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. τόσο το αρχαίο θέατρο όσο και η μουσική του άρχισαν να παρακμάζουν. Το θέμα «εμπορική επιχείρηση» έκα­νε κι εδώ τη ζημιά του... Από την εποχή που το θέατρο έχασε τον παλιό μυστηριακό χαρακτήρα του με είσοδο όχι μόνο δωρεάν αλλά και υποχρεωτική για το κοι­νό, οι παραστάσεις έγιναν εμπό­ριο και οι καλλιτέχνες τους επαγ­γελματίες αμειβόμενοι, πλανώμενοι και διαπληκτιζόμενοι. Στον το­μέα της δεξιοτεχνίας υπήρξε πρόοδος που όμως απέβη εις βά­ρος της τέχνης. Οι Μακεδόνες βασιλείς ήθελαν να κερδίσουν την υποστήριξη του ελληνικού λαού ικανοποιώντας το πάθος του για κάθε είδους θεάματα και πρόσφεραν συναυλίες και παρα­στάσεις με φιέστες και ξακου­στούς δεξιοτέχνες, σ' αυτές ό­μως άρχισε σταδιακά να φανε­ρώνεται η παρακμή του καλλιτε­χνικού γούστου. Με τον καιρό, η τραγωδία κι ο δραματοποιημένος διθύραμβος παραμερίζονται, μέ­χρι να σβήσουν πια εντελώς εξαι­τίας της ελληνορωμαϊκής παντομίμας. Ως το τέλος της ελληνιστι­κής εποχής εκφυλίζονται όλα τα είδη του κλασικού χορικού τρα­γουδιού και μόνο ο ύμνος, ο παι-άν, η κιθαρωδία και το σόλο του αυλού διατηρούσαν ακόμη τότε κάποια αξία. Φτάνει μετά ο Χρι­στιανισμός και δίνει τη χαριστική βολή στο αρχαίο ελληνικό θέα­τρο.

Οι μεταβολές / καινοτομίες που ο ποιητής Θέσπις επέφερε στον διθύραμβο γύρω στο 534 π.Χ. όταν ο κορυφαίος τραγουδι­στής του αντικαταστάθηκε από έ­ναν ηθοποιό, τα τραγούδια του χορού αποτελούσαν τον πυρήνα του έργου και οι απαγγελίες πα­ρεμβάλλονταν αρχικά σαν ιντερ­μέδια και η καθιέρωση της θεα­τρικής μάσκας που επέτρεπε στον ηθοποιό να παριστάνει δια­φορετικά πρόσωπα συνετέλεσαν στην τελειοποίηση της τραγω­δίας. Κορυφαίοι δημιουργοί της ήταν οι ποιητές Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, εξαίρετοι ε­πίσης συνθέτες της μουσικής των έργων τους, από την οποία δυστυχώς δεν μας απέμεινε ούτε ίχνος (με εξαίρεση τα δύο γνω­στά μικρά αποσπάσματα του τυ­χερού Ευριπίδη, στον «Ορέστη» του και στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»). Την ίδια κακή μοίρα είχαν και οι συνθέσεις του Αριστοφάνη... και πόσων άλλων μουσουργών της αρχαιότητας! Αν όμως η θεά Αθηνά δεν ευλόγησε τη διάσωση των συνθέσεων αυτών, έδωσε ά­φθονη φώτιση στους μεταγενέ­στερους ενδιαφερόμενους και πολλά συμπεράσματα για την αρχαία θεατρική μουσική βγήκαν από τους στίχους (στιχουργικές φόρμες) με τη διάκριση ανάμεσα στα μέρη που τραγουδιόνταν και αυτά που απλώς απαγγέλλονταν, επίσης για τους χορούς και τα όργανα που συμμετείχαν, από διάφορες παραστάσεις αρχαίων αγγείων. Εκτός απ' τους αγγειο­πλάστες όμως, η θεά Αθηνά ευ­λόγησε και πολλούς συγγραφείς θεωρητικών κειμένων που αναφέ­ρονται στην αρχαία μουσική.

Ευρείες αλλαγές

Πολλές αλλαγές έγιναν στην αρχαιότητα όσον αφορά στη μορφή των δραμάτων και στον ρόλο των χορικών τους. Στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη ανα­φέρεται ότι ο χορός λειτουργού­σε σαν ένας υποκριτής που συμ­μετέχει ενεργά στη δράση (όπως στα έργα του Σοφοκλή). Ο Θέσπις ήταν πιθανώς εκείνος που τον 6ο αιώνα π.Χ. συνδύασε τον διθύραμβο με στοιχεία των Διο­νυσίων στις Ελευθερές και θεω­ρείται ως δημιουργός της τραγω­δίας διότι εισήγαγε τον υποκριτή που διαλεγόταν με τον προεξάρ­χοντα του χορού. Στην εποχή του Αισχύλου ο 2ος υποκριτής παίρ­νει τη θέση του κορυφαίου του χορού, αργότερα ο Σοφοκλής προσθέτει έναν ακόμη υποκριτή, με αποτέλεσμα τη μετέπειτα συρρίκνωση του ουσιαστικού ρό­λου του χορού στον Ευριπίδη και στον Αριστοφάνη. Τον 3ο αι. π.Χ. γίνεται στο δράμα μια πενταμερής δομή, με κυρίαρχους τους υποκριτές, και τον χορό να εμφα­νίζεται εμβόλιμα στα τέσσερα διαλείμματα τραγουδώντας ένα Άσμα. Όταν δε οι Ρωμαίοι Πλού­τος και Τερέντιος διασκεύασαν τις ελληνικές κωμωδίες, δεν θεώ­ρησαν καν αναγκαία την παρου­σία του χορού ανάμεσα στους υ­ποκριτές.

Το αρχαίο δράμα είχε χάσει τη μουσική του και δόθηκε η ευκαιρία σε
ξένους συνθέτες να δημιουργήσουν.

Ο Αρχύτας ο Ταραντίνος, ο μα­θητής του Αριστοτέλη Αριστόξενος και ο Βοήθιος, στοχαστές και θεωρητικοί της μουσικής των αρ­χαίων, άφησαν σπουδαία στοι­χεία για τη μουσική σημειογρα­φία (παρασημαντική) και την α­ξιοποίηση της μουσικής παράδο­σης από συντεχνίες μουσικών στο ρεπερτόριο του δράματος, όμως πολλά από τα μυστικά που είχαν διασώσει τα μέλη των συ­ντεχνιών χάθηκαν μετά από τους μουσικούς. Τον 1ο αι. π.Χ. το κοι­νό ήθελε να παίζονται μόνο δια­λογικά και όχι μελικά μέρη στα κλασικά δράματα. Έτσι οι μουσι­κοί αδιαφόρησαν. Ευτυχώς, παρ' όλο που στην αρχαία μουσική η μη ύπαρξη πολυφωνίας και ορ­γανικής αρμονικής συνοδείας της μονωδίας δεν καθιστούσε α­παραίτητη τη γραφή της με μου­σικά σημάδια, η μετάδοση της μελωδικής παράδοσης έγινε προφορικά και διασώθηκε μέσω της λαϊκής μουσικής μερικών αρ­χαίων λαών μαζί με τη διατήρηση των παλιών ηθών και εθίμων τους. Υπάρχουν δε πλην των ανα­φερθέντων τμημάτων χορικών, άλλα 12 περίπου δείγματα αρχαί­ας ελληνικής μουσικής (επιτάφιο επίγραμμα, κιθαρωδικά προοίμια και ασκήσεις, ύμνοι, κ.ά. στοιχεία μουσικής γραφής με τα σημειο-γραφικά συστήματα που χρησι­μοποιούσαν οι αρχαίοι συνθέτες που διαβάστηκαν και μεταγρά­φηκαν στη σημερινή μουσική).

Ο Ι. Ξενάκης

Η προφορική διδασκαλία του Πυθαγόρα σε σύγγραμμα του μαθητή του Φιλολάου είναι το αρ­χαιότερο θεωρητικό έργο μουσι­κής που κατέχουμε. Ως πολύτιμη επίσης πηγή θεωρείται η πυθαγό­ρεια θεωρία του Ευκλείδη καθώς και το σύγγραμμα του Αλύπιου «Εισαγωγή στη Μουσική», κλειδί για την ανάγνωση της μουσικής σημειογραφίας. Τα θεολογικά συγγράμματα των Βυζαντινών συγγραφέων που ασχολήθηκαν σοβαρά με την αρχαία ελληνική μουσική (Μ. Ψελλός, Γ. Πολυμε­ρής, Εμμ. Βρυέννιος) και αυτά των πρώτων Πατέρων της Χρι­στιανικής Εκκλησίας, μας διαφω­τίζουν επίσης σε διάφορα ζητή­ματα της «ειδωλολατρικής αρχαι­ότητας», παρ' όλο που οι ίδιοι αυ­τοί Πατέρες την έθεσαν υπό διωγμό!
Άφθονοι οι μετέπειτα «διαφω­τιστές» μας και σημαντικές οι θεωρίες του πρόσφατα χαμένου Ιάννη Ξενάκη όσον αφορά στη σημερινή σκηνική παρουσίαση διεθνώς της αρχαίας τραγω­δίας. Ο συνθέτης, που στα νιάτα του είχε μελετήσει το αρχαίο δράμα στο πρωτότυπο και συνέ­θεσε άφθονα χορωδιακά μέλη και σκηνική μουσική για αυτό, δήλωνε την πίστη του στην ε­φαρμογή νέων τεχνικών εκφρα­στικών μέσων και μουσικών ερ­μηνειών του δράματος, συνιστώ­ντας μια συντονισμένη προσπά­θεια πολλών μαζί επιστημονικών πειθαρχιών αφιερωμένων στη μελέτη των μορφών των κειμέ­νων της αρχαιότητας.
Μιας και ελάχιστα πράγματα πλην του λόγου γνωρίζουμε, π.χ. για το πρόβλημα της όρχησης, των προσωπείων, της σκηνικής δράσης, της υπέρβασης των δρωμένων και ιδίως της μουσι­κής, είναι απόλυτα θετική η πρό­σθεση στα γνωστά αρχαία όργα­να της τραγωδίας αυλό, λύρα και κρουστά, και άλλων οργάνων της σύγχρονης ορχήστρας ή κά­θε άλλου νέου τεχνικού εκφρα­στικού μέσου, όπως ηλεκτροακαυστική μουσική ή φτιαγμένη από υπολογιστές και μετασχη­ματιστές, στον τομέα δε της σκηνοθεσίας συνιστά την εισα­γωγή τεχνικών υπερφυσικών μέ­σων όπως ακτίνες λέιζερ, πολ­λούς δυνατούς προβολείς κ.ά. που θα κάνουν το δράμα να ε­κτοξεύεται προς τα έξω δραματικότερα - αυτά συνδυασμένα με μια νεωτεριστική επίσης ανά­πλαση των αρχιτεκτονημάτων, πόλεων και γλυπτών του παρελ­θόντος.
Ο Ξενάκης, σαν άλλος Βά­γκνερ, αναφέρθηκε στην κατα­γωγή της σημερινής ευρωπαϊκής μουσικής από τις αρχαίες ελληνικές ρίζες τονίζοντας ως πιο μεγά­λο παράδειγμα για τη θεωρία του τα κείμενα του Ευκλείδη και του Αριστόξενου. Παρ' όλο που από αυτά απουσιάζει η μουσική πρά­ξη και δεν μιλούν για τη μουσική, αλλά για τη δομή της με βάση τα τετράχορδα, όμως τα συστήμα­τα, δηλαδή οι κλίμακες, υποδιαι­ρέσεις κ.λπ. που ξεκινούν απ' αυ­τά είναι βασικής σημασίας στην εξέλιξη διαχρονικά της ευρωπαϊ­κής μουσικής, διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η τονική μουσική, η κτισμένη στο «διάτονον» (διατονικό σύστημα) είναι φτιαγμένη πά­νω σ' ένα από τα έξι βασικά τε­τράχορδα (τα γένη) που απαριθμούνται από τον Αριστόξενο, το «διατονικό σύντομο».

Ήπειρος και Περσία

Εξαίρετοι Έλληνες συνθέτες (βοηθούμενοι και από την αρχέ­γονη μουσική μνήμη τους) και ξέ­νοι μουσουργοί, σκηνογράφοι, χορογράφοι και ηθοποιοί ε­μπνεύστηκαν από το αρχαίο θέα­τρο με κάθε είδους φόρμα σκηνι­κής και μουσικής παρουσίασης. Η συγκριτική μουσικολογία στη χώρα μας συνετέλεσε μέσω της βυζαντινής, δημοτικής ή παραδο­σιακής μουσικής μνήμης και άλλων επίσης αρχαίων λαών. Από αιώνες ήδη υπάρχει ένα διαβαλ­κανικό μωσαϊκό αρχαίων μουσι­κών τύπων και κανόνων της αρ­μονίας στην Ελλάδα διότι, κατά τον Ξενάκη αλλά και άλλους προηγουμένως, η δημοτική ή πα­ραδοσιακή μουσική βρίσκεται διαχρονικά ριζωμένη στην ψυχή του Έλληνα χωρικού ή νησιώτη, συνδεόμενη άμεσα με τον ελληνι­κό ή ελληνιστικό μουσικό πολιτι­σμό της λεκάνης της Μεσογείου, τις ακτές του Ευξείνου Πόντου, τη Μικρασία, τα νησιά αλλά και την αυθεντική παλιά μουσική της Β. Ηπείρου, Αλβανίας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Ο συν­θέτης αναφέρεται ιδίως στο αυ­θεντικό πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι για τρεις φωνές. Τον ι­διαίτερο τύπο ρυθμικής και υπο­τονικής του τον συναντάμε στο Ιράν σε ενόργανη μουσική πνευ­στών. Ο Ξενάκης μαρτυρεί πως άκουσε αυτή τη μουσική στην Περσέπολη από τρεις μουσικούς που τον βεβαίωσαν πως η μελω­δία της ήταν από την εποχή του Δαρείου, μια σύνθεση προς τον Ήλιο και προβληματίστηκε αν Ιρανοί είχαν επισκεφτεί την Ήπει­ρο ή Ηπειρώτες το Ιράν - ας σκε­φτούμε όμως πως ίσως αυτή την επιβίωση του αρχαίου παρελθό­ντος μπορεί να τη χρωστάμε στους στρατιώτες του Μεγαλέ­ξανδρου.
Η αρχαία ελληνική τραγωδία έ­χει τιμηθεί από πολλούς ξένους συνθέτες. Μιας και το αρχαίο δράμα είχε χάσει εντελώς τη μουσική του, πόσο γόνιμο έδα­φος για νέα δημιουργία υπήρξε το «τέλεια άδειο πεντάγραμμο» της έλλειψης κάθε μουσικής πλη­ροφορίας! Χάρη σ' αυτό, άφθο­νες συνθέσεις, όπερες, συμφωνι­κή μουσική, μπαλέτα, ορατόρια, θεατρικά έργα γράφτηκαν από δημιουργούς όπως ο Λεονάρντο Βίντσι (1690-1730), που έγραψε 35 όπερες, μεταξύ τους και την «Ιφιγένεια εν Ταύροις», ο Χριστια­νός Γκλουκ (1714-1787) «Άλκη­στη» Ευριπίδη σε λιμπρέτο Καλτζαμπίτζι, «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», ο Φέλιξ Μέντελσον Μπαρτόλντυ (1809-1897) «Αντιγόνη», όπερα που παί­χτηκε και στο θέατρο Εδέμ της Σμύρνης από τον θίασο του Β' Ελληνικού Μελοδράματος το 1889, ο Αλφόνς Ντήπενμπροκ (1862-1921) «Ηλέκτρα», Νταρι-ούς Μιγιώ (1892-1974), δάσκα­λος του Ξενάκη, «Ορέστεια», ο Ρίχαρντ Στράους (1864-1949) μο­νόπρακτη όπερα «Ηλέκτρα» βα­σισμένη στο έργο του Σοφοκλή σε λιμπρέτο του Χόφμανσταλ που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1909 στη Δρέσδη και το 1911 α­πό τη Μαρίκα Κοτοπούλη στο θέ­ατρο Αττικόν, ο Ιγκόρ Στραβίνσκι (1882-1971) που έγραψε σκηνική μουσική για τον «Οιδίποδα Τύ­ραννο» σε λιμπρέτο Ζαν Κοκτώ, ο Μεξικανός Κάρλος Σαβέζ (1899-1978) «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Ο Μπετόβεν έγραψε το περίφημο μπαλέτο «Πλάσματα του Προμη­θέα», με βάση τον ομώνυμο μύθο (1η παράσταση Βιέννη 1801) και άλλοι μεγάλοι μουσουργοί τίμη­σαν την αρχαία ελληνική τραγω­δία με συνήθως οπερετικές συν­θέσεις. Ας μην ξεχνάμε και τον Ιταλό Μαρία-Λουίτζι Κερουμπίνι (1760-1842) που έγραψε τη «Μή­δεια» ανάμεσα σε 40 περίπου ό­περες, τη μεγάλη επιτυχία της Μαρίας Κόλλας.

Θέατρο και «γλωσσικό»

Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευ­ριπίδης θα έλεγε κανείς, πως κλαίγοντας για την απώλεια των δικών τους συνθέσεων, ευχαρι­στήθηκαν με την τιμή να γρά­ψουν για το έργο τους θαυμάσια μουσική τόσοι ξένοι συνθέτες, έ­στω και με καθυστέρηση τόσων αιώνων. Δεν γνωρίζουμε τι θα έ­λεγαν για τη χρήση της ηλεκτρο­νικής μουσικής... γνωρίζουμε ό­μως πως μάλλον θα απορούσαν όταν στα εγκαίνια του Βασιλικού θεάτρου το 1901 η αρχαία τρα­γωδία έλαμψε δια της απουσίας της, όταν λόγω του γλωσσικού προβλήματος έγιναν τα αίσχη των Ορεστιακών το 1903. Φυσι­κά, μόνον όταν λυτρώθηκαν από τον κλασικισμό τους, οι τραγω­δίες μπόρεσαν να αγγίξουν το α­θηναϊκό κοινό. Η Κοτοπούλη π.χ. φανατική δημοτικίστρια, προτίμη­σε να παίξει την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ σε μετάφραση Κ. Χατζόπουλου σε τιμητική της στις 2/10/1911 (με τους Αγ. Περίδου, Φ. Λούη, Λ. Λούη και Ν. Πα-παγεωργίου) παρά να απαγγείλει αρχαία κείμενα, θα παρηγορή­θηκαν πάντως οι τραγικοί μας ό­ταν ο υπέροχος Κ. Χρηστομάνος, ποιητής, συγγραφέας και σκηνο­θέτης (1867-1911) μετέφρασε την «Άλκηστη» του Ευριπίδη σε νέα ελληνικά και την παρουσίασε στο Δημοτικό θέατρο το 1901 έ­στω και με τη μουσική του Χρι­στιανού Γκλουκ! Βρήκαν άλλω­στε υποστήριξη, για την «παρά­λειψη» του Βασιλικού θεάτρου να παρουσιάσει στα εγκαίνια του αρχαία τραγωδία, από τον Σουρή που οργισμένος σημείωσε στον «Ρωμηό» του της 1/12/1901 αναφερόμενος στην αγενή μεταχεί­ριση του αρχαίου θεάτρου από το Βασιλικό: «Υποτρέμουν τόσα χείλη, κι ήρθαν Σοφοκλείς και Αισχύλοι, και σκιαί κλεινών πατέ­ρων ψιθύρισαν εκεί πέρα, πως το θέατρον ανέστη, και τίναζαν τα φτερά των και μας έκαναν αέρα, ότου καλοριφέρ τη ζέστη».

Μα η καλή κοινωνία της επο­χής τότε αγαπούσε τους ξένους ποιητές δραματουργούς, ιδίως δε το μελόδραμα, και μέχρι που έκλεισε το Βασιλικό, από τα 144 έργα που ανέβασε, μόνο 13 ήταν πρωτόπαιχτα ελληνικά, τα υπό­λοιπα όλα του ξένου δραματολο­γίου! Υπερίσχυσαν λοιπόν οι Σαίξπηρ, Γκαίτε, Σίλλερ, Ντυντέ, Μεγιάκ, Μόζερ, Ίψεν. Πλην των Σοφοκλή και Ευριπίδη, το Βασιλι­κό ανέβασε στη συνέχεια έργα των Καλαποθάκη, Τσοκόπουλου, Πολέμη, Βερναρδάκη, Ραγκαβή, Πωπ, Κορομηλά, Βλάχου κ.ά. - ευτυχώς υπήρχε και ο Χρηστο­μάνος με τη Νέα Σκηνή του- με­τά όμως τις γλωσσικές έριδες των Ορεστιακών και οι ίδιοι οι Έλληνες ηθοποιοί εξέφραζαν την απαρέσκεια τους να παίζουν αρ­χαία τραγωδία - οι μεταφράσεις της από τους Άγγ. Βλάχο ή Στ. Βουτυρά σε καθαρεύουσα διό­λου δεν συγκινούσαν ούτε τους θεατές ούτε τους ίδιους. Από το 1907, επιτέλους, σοβαροί παρά-.γοντες αφιερώνονται στην υπο­στήριξη της δημοτικής, με τον Ψυχάρη να υποστηρίζεται στη Βουλή από τους Στ. Δραγούμη και Δ. Ράλλη κ.ά. και σταδιακά το αρχαίο θέατρο αποκτά καλές με­ταφράσεις σε απλή γλώσσα και αρκετούς αξιόλογους νέους Έλληνες συνθέτες για τη μουσι­κή τους. Ο κυριότερος όμως λό­γος της τόσης καθυστέρησης στην αναγέννηση του αρχαίου θεατρικού λόγου στη χώρα που τον γέννησε, ήταν άλλος και πο­λύ σοβαρός.

Η εθνική συνείδηση στη μουσι­κή, στην απελευθερωμένη από τη μακρόχρονη σκλαβιά Ελλάδα άρ­γησε πολύ να εκδηλωθεί. Πέρα­σε σχεδόν ένας αιώνας από την εθνική απελευθέρωση ώσπου να αισθανθούν Έλληνες συνθέτες την ανάγκη να δημιουργήσουν πάνω σε βάσεις από εθνικά στοι­χεία του τόπου. Η έλλειψη μουσι­κής παιδείας και αυτοπεποίθη­σης έσπρωχνε τους διανοούμε­νους στην ουτοπία της αναβίω­σης του αρχαίου ελληνικού κό­σμου, με αποτέλεσμα τη δουλική μίμηση ξένων προτύπων δημι­ουργίας στη φιλολογία, μουσική και καλές τέχνες. Ένας στείρος λογιοτατισμός επικράτησε και μια ταπεινή ξενολατρία έπνιξε επί δεκαετίες κάθε προσπάθεια να τιμηθεί η γνήσια ελληνική κληρο­νομιά. Κυρίως ψυχαγωγία του κοινού ήταν η ιταλική όπερα, φα­νατικά στηριζόμενη από τους ξενόφερτους άρχοντες και μερίδα θεατών. Επιπλέον, οι πρώτοι δη­μιουργοί που καλλιέργησαν συ­στηματικά τη μουσική στην Ελλά­δα ήταν Επτανήσιοι που μορφώ­νονταν στη γειτονική Ιταλία. Ήταν πάντως μεγάλοι συνθέτες που, έστω και με ιταλικές επιδρά­σεις, προετοίμασαν μουσικά τη χώρα για τις επόμενες γενιές, σπουδαιότεροι ανάμεσα τους οι Κερκυραίοι Ν. Μάντζαρος (1795-1873), Σπ. Ξύνδας (1814-1896), Σπ. Σαμάρας (1863-1917), η οικο­γένεια Λαμπελέτ: ο Εδουάρδος Λαμπελέτ (1820-1903) και οι γιοι του Ναπολέων Λαμπελέτ (1864-Λονδίνο 1932) και Γεώργιος Λα­μπελέτ (1875 - Αθήνα 1945), ο μέ­γας Ζακύνθιος Παύλος Καρρέρ (1829-1896), οι επίσης Ζακύνθιοι Α. Καπνίσης και Φρ. Δομενεγίνης και ο Κεφαλονίτης Δ. Λαυράγκας (1860-1941). Από τους πρώτους αυτούς Επτανήσιους έξοχους συνθέτες, δεν ήταν μέχρι σήμερα γνωστό να έγραψε κάποιος μου­σική αρχαίου δράματος. Αυτό α­νατρέπεται με τα σημερινά κείμε­να, μέσω των οποίων η γράφου­σα έχει τη χαρά να ανακοινώσει την ανακάλυψη από την ίδια κατά τη διάρκεια έρευνας για την α­νεύρεση νέων στοιχείων για το έργο Ελλήνων μουσικοσυνθετών, δύο συνθέσεων σκηνικής μουσι­κής (χορικών) του Ναπολέοντα Λαμπελέτ: της «Ηλέκτρας», του κοινωνικότερου των δραμάτων του Σοφοκλή και της «Ιφιγένειας εν Ταύροις», έργου από τα τεχνικότερατου Ευριπίδη.

Τα πολύτιμα αυτά χειρόγραφα ανευρέθησαν μαζί με δύο ακόμη ανέκδοτες συνθέσεις του Λαμπε­λέτ, γαλλικά τραγούδια του σε στίχους του Σουλύ Πρυντόμ) κι α­γοράστηκαν μαζί με διάφορες άλλες τυπωμένες συνθέσεις του (μέρη από οπερέτες, τραγούδια, ύμνο από όπερα). Η γράφουσα δεν γνωρίζει πότε έγραψε ο Λα­μπελέτ τα άγνωστα αυτά χορικά ούτε εάν τραγουδήθηκαν ποτέ, πιστεύει πάντως ότι αυτό έγινε μεταξύ 1885 και 1893, όταν ο έ­ξοχος μαέστρος, πιανίστας και μουσικοδιδάσκαλος εγκατέλειψε απογοητευμένος την Ελλάδα (ή­ταν διορισμένος στο Ωδείο Αθη­νών από το 1885 μέχρι το 1887 που παραιτήθηκε κι άνοιξε δική του Σχολή στην Αθήνα, όπου έ­παιζε πρωτεύοντα ρόλο σε κάθε μουσική κίνηση). Πασίγνωστος τότε και λατρεμένος ο συνθέτης, υπήρξε μετά διευθυντής Φιλαρ­μονικής στην Αλεξάνδρεια το 1894 και το 1895 εγκαταστάθηκε οριστικά στο Λονδίνο όπου ήταν διευθυντής του εκκλησιαστικού χορού της Αγ. Σοφίας και συνέ­θεσε το μεγαλύτερο μέρος των έργων του (όπερες, οπερέτες, λειτουργίες, χορωδιακά τραγού­δια κ.ά.) που εκδόθηκαν στο Λον­δίνο, Λειψία, Ν. Υόρκη και Ελλά­δα.

Διαπιστώνουμε πως έχει χα­θεί και η όπερα του «Σεμέλη». Μόνο ένα τυπωμένο μέρος της υ­πάρχει στο αρχείο, το Άσμα του Διός σε ποίηση Σ. Βασιλειάδου τυπωμένο στην Αθήνα από τον Ζ. Βελούδιο μαζί με διάφορες ρομάντσες του σε στίχους των Πολέμη, Κατακουζηνού, Κόκκου κ.ά. Ελλήνων ποιη­τών.