Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Θεσμοφόρια, η εορτή της θεάς Δήμητρας, και η σύνδεσή τους με τα Ελευσίνια Μυστήρια και την Ίσιδα

Τα ονόματα Δήμητρα και Δημήτρης προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα και συνδέονται με τη θεά Δήμητρα, προστάτιδα των γεωργικών έργων, της γονιμότητας και του γάμου. Η Δήμητρα, ή Δημήτηρ, ή Δηώ, λατρευόταν ως κόρη του Κρόνου και της Ρέας, σύντροφος του Δία και μητέρα της Περσεφόνης. Το όνομά της συνδέεται με το δᾶ, τη γη, και το μήτηρ ή μάτηρ, και σημαίνει «Μητέρα Γη».

Ως συνέχεια της Μεγάλης Μητέρας Γης, απεικονιζόταν με στάχυα στα χέρια, και γι' αυτό ονομάζουμε ακόμη «δημητριακά» το στάρι, το κριθάρι και τη βρόμη. Δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργεια της γης, τους νόμους και τους θεσμούς, και φανέρωσε το μυστήριο της ζωής αλλά και του θανάτου.

Η Δήμητρα, η Γη, δεν σχετίζεται μόνο με τους ζωντανούς αλλά και με τους νεκρούς. Ο Πλούταρχος διασώζει ότι οι Αθηναίοι τον παλαιό καιρό ονόμαζαν τους νεκρούς «Δημητρείους», και ο Κικέρων αναφέρει ότι στην αρχαία Αθήνα, μόλις σκέπαζαν τον τάφο, έσπερναν πάνω του σιτάρι. Ο νεκρός ήταν σπόρος που επέστρεψε στη Μητέρα. Τη σχέση σώματος, φύσης και ψυχής τη διατύπωσε με ακρίβεια ο Πορφύριος, ο μεγάλος νεοπλατωνικός του 3ου αιώνα (234 - π. 305 μ.Χ.), μαθητής του Πλωτίνου και εκδότης των Εννεάδων, στις «Ἀφορμαὶ πρὸς τὰ νοητά» (8):
 
«Αυτό που η φύση συνέδεσε, αυτή και το αποσυνδέει, όμως αυτό που η ψυχή συνέδεσε, το αποσυνδέει η ψυχή. Η φύση έδεσε το σώμα μέσα στην ψυχή, η ψυχή δέθηκε η ίδια μέσα στο σώμα. Επομένως η φύση λύνει το σώμα από την ψυχή, η ψυχή όμως λύνεται η ίδια από το σώμα».
 
Η Δήμητρα, η φύση, παίρνει πίσω το σώμα του Δημητρείου. Τη λύση της ψυχής όμως οφείλει να την κάνει η ίδια η ψυχή, και αυτό ακριβώς δίδασκαν τα Μυστήρια.

Στον αρχαίο κόσμο τα Δημήτρια ήταν ετήσια γιορτή της θεάς σε πολλές πόλεις, με σπουδαιότερες την Ελευσίνα και την Αθήνα. Τα Δημήτρια της Ελευσίνας ήταν παλαιότερα από τα Ελευσίνια Μυστήρια. Στη Σικελία κρατούσαν δέκα ημέρες, την εποχή της σποράς, και οι εορταστές αισχρολογούσαν για να κάνουν τη Δήμητρα, θλιμμένη για την αρπαγή της κόρης της, να γελάσει.

Η σπουδαιότερη όμως γιορτή της ήταν τα Θεσμοφόρια, όπου έπαιρναν μέρος μόνο γυναίκες. Κινητήρια δύναμη ήταν η ανάμνηση της εισαγωγής νόμων και θεσμών και η ευγνωμοσύνη προς τη θεά. Οι Έλληνες πίστευαν ότι η Δήμητρα όρισε τους κανόνες πάνω στους οποίους στηρίχτηκαν αργότερα οι πνευματικές τους αξίες και οι ηθικές τους αρχές. Γι' αυτό την ονόμαζαν Θεσμοφόρο, και από αυτή την επωνυμία πήρε το όνομα η γιορτή. Ο καρπός και ο νόμος ήταν δύο όψεις του ίδιου δώρου. Όποιος σπέρνει ριζώνει, οριοθετεί το χωράφι του, παντρεύεται, θάβει τους νεκρούς του.

Την ίδια ιδέα συναντούμε στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι η Ίσις στη γλώσσα των Ελλήνων είναι η Δήμητρα, και ο Διόδωρος ότι η Ίσις βρήκε πρώτη το σιτάρι και το κριθάρι και θέσπισε νόμους, και ότι γι' αυτό οι Έλληνες ονόμασαν τη Δήμητρα Θεσμοφόρο. Σε επιγραφή της Κύμης η θεά λέει για τον εαυτό της: «Ἐγὼ νόμους ἀνθρώποις ἐθέμην». Οι μύθοι τους μοιάζουν. Η Δήμητρα περιπλανιέται αναζητώντας την Κόρη, η Ίσις αναζητώντας τον Όσιρη. Η Δήμητρα στην Ελευσίνα βάζει τον μικρό Δημοφώντα στη φωτιά για να τον κάνει αθάνατο, η Ίσις στη Βύβλο κάνει το ίδιο με το βασιλόπαιδο, και στις δύο περιπτώσεις η κραυγή μιας θνητής μητέρας διακόπτει το έργο. Ο Απουλήιος βάζει την Ίσιδα να λέει ότι είναι μία θεά με χίλια ονόματα, και ότι οι Ελευσίνιοι την ονομάζουν αρχαία Δηώ, ενώ οι Αθηναίοι Κεκροπία Αθηνά.

Ο Κέκροψ, ο πρώτος βασιλιάς της Αττικής, ήταν γηγενής και διφυής, μισός άνθρωπος και μισός φίδι. Σε αυτόν απέδιδαν τον γάμο, την ταφή των νεκρών και τις πρώτες θυσίες. Είναι ο θεσμοθέτης της Αττικής, με το κεφάλι στο φως και την ουρά βυθισμένη στη γη. Στις κόρες του η Αθηνά εμπιστεύτηκε μια κλειστή κίστη με τον Εριχθόνιο, κι αυτόν γέννημα της γης και μισό φίδι. Όσες την άνοιξαν τρελάθηκαν, επειδή το άρρητο δεν αντέχεται από μάτι αμύητο.

Στα Θεσμοφόρια της Αθήνας, που γίνονταν τον μήνα Πυανεψιώνα (μέσα Οκτωβρίου έως μέσα Νοεμβρίου), την εποχή της σποράς, έπαιρναν μέρος μόνο παντρεμένες γυναίκες. Σε άλλες πόλεις η γιορτή γινόταν το καλοκαίρι, στον θερισμό. Κάθε δήμος όριζε δύο παντρεμένες συνδημότισσες για το «ἄρχειν εἰς τὰ Θεσμοφόρια», να ηγούνται δηλαδή και να αρχίζουν πρώτες τις προπαρασκευαστικές τελετές. Οι γυναίκες αφιέρωναν εννέα ημέρες σε προετοιμασίες και καθαρμούς, όσες ημέρες αναζητούσε η Δήμητρα την Κόρη φορώντας σκοτεινό πέπλο, με αναμμένες δάδες, νηστική, χωρίς αμβροσία και νέκταρ και χωρίς να λουστεί. Εννέα ημέρες κρατούσαν και οι μυητικές τελετές των Ελευσίνιων. Σε όλο αυτό το διάστημα απείχαν από κάθε επαφή με τους συζύγους τους, ιδίως σεξουαλική, και κάθονταν και κοιμούνταν πάνω σε φυτά, όπως ο άγνος, που θεωρούνταν καθαρτικά.

Πριν από την κύρια γιορτή γίνονταν τα Στήνια. Το βράδυ οι γυναίκες διασκέδαζαν με αισχρολογίες και πειράγματα, για να ευθυμήσει η θεά και να ξεχάσει τον καημό της, όπως έκανε κάποτε η Ιάμβη στο παλάτι του Κελεού. Το ίδιο έθιμο υπήρχε και στα Ελευσίνια. Στην ιερή πομπή από την Αθήνα στην Ελευσίνα, όταν οι μύστες περνούσαν τη γέφυρα του Κηφισού, άνθρωποι με κρυμμένα πρόσωπα τους έλουζαν με βρισιές και χοντρά αστεία. Ήταν οι γεφυρισμοί. Το γέλιο έσπαζε το πένθος, και ο μύστης περνούσε τη γέφυρα όπως η Δήμητρα πέρασε από τη θλίψη στη χαρά. Η αισχρολογία επαναλαμβανόταν και στα Θεσμοφόρια, σε διάφορα στάδια της τελετής.

Το σημαντικότερο τελετουργικό ήταν η ευχαριστήρια προσφορά στη Δη-Μήτερα και στην Κόρη. Σε κάποια στιγμή της γιορτής έριχναν νεογέννητα χοιρίδια σε σχισμές και χάσματα της γης, τα μέγαρα, σε ανάμνηση των χοίρων του Εύβουλου που, κατά τον μύθο, κατάπιε η γη μαζί με την Κόρη. Αργότερα, ενώ οι υπόλοιπες γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια και φώναζαν για να διώξουν τα ιερά φίδια, οι Αντλήτριες, προσεκτικά εξαγνισμένες, κατέβαιναν στα μέγαρα με καλάθια, απέθεταν εκεί τους «θεσμούς» και ανέβαζαν τις σαπισμένες σάρκες, που τις τοποθετούσαν σε βωμούς.
 
Έπειτα τις ανακάτευαν με σπόρους και τις σκόρπιζαν στα χωράφια ως φυλακτό γονιμότητας, ίσως την ημέρα της Καλλιγένειας. Ο Βάλτερ Μπούρκερτ χαρακτήρισε την πρακτική αυτή το καθαρότερο παράδειγμα αγροτικής μαγείας στην ελληνική θρησκεία. Ό,τι κατέβαινε στη γη και σάπιζε, γύριζε πίσω ως ζωή, όπως ο νεκρός Δημήτρειος. Οι χοίροι συμβόλιζαν τη γονιμότητα ζώων και ανθρώπων, λόγω των πολλών απογόνων τους, και επειδή η λέξη χοίρος ήταν στην καθομιλουμένη ονομασία του γυναικείου φύλου.

Η κύρια γιορτή κρατούσε τρεις ημέρες. Η πρώτη λεγόταν Άνοδος ή Κάθοδος. Κατά μία παράδοση οι γυναίκες βάδιζαν σε πομπή κρατώντας στο κεφάλι τα ιερά βιβλία των νόμων που πίστευαν ότι τους χάρισε η θεά, μαζί με άλλα σύμβολα που βελτίωσαν τη ζωή τους. Ο Μάθιου Ντίλον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Αγγλίας, συνδέει όμως την Άνοδο με την ανάβαση της Περσεφόνης από τον Κάτω Κόσμο. Το βράδυ οι γυναίκες ανέβαιναν στο Θεσμοφόριο, τον ιερό λόφο της Δήμητρας Θεσμοφόρου, και έμεναν εκεί. Οι παλαιότερες μυούσαν τις νεότερες, άναβαν πυρσούς και χόρευαν γύρω από την εικόνα της ιεράς Κτενός, του ιερού συμβόλου της γυναικείας γονιμότητας.

Η δεύτερη ημέρα λεγόταν Νηστεία και ήταν ημέρα πένθους για την απώλεια της Κόρης. Οι γυναίκες κάθονταν στο έδαφος γύρω από το άγαλμα της θεάς και έτρωγαν μόνο τροφές από σουσάμι. Δεν συνεδρίαζε ούτε η Βουλή ούτε ο Δήμος, σαν να σώπαινε η ίδια η πόλη μπροστά στο πένθος της Θεσμοφόρου. Πιθανώς την ίδια ημέρα ξεκινούσε και η πομπή της επιστροφής, με τις γυναίκες ξυπόλητες πίσω από μια άμαξα που μετέφερε μυστικά σύμβολα.

Η τρίτη ημέρα λεγόταν Καλλιγένεια, η όμορφη γέννηση. Κατά μία ερμηνεία η Καλλιγένεια ήταν ακόλουθος, τροφός ή ιέρεια της θεάς, και σε αυτήν απευθύνονταν οι γυναίκες ζητώντας γονιμότητα. Μετά την κάθοδο και το πένθος, η γιορτή έκλεινε με τη γέννηση, όπως ο χειμώνας κλείνει με την επιστροφή της Κόρης.

Το ίδιο κλείσιμο είχαν και τα Μεγάλα Ελευσίνια. Η τελευταία τους ημέρα λεγόταν Πλημοχόαι, από τα πλατύβαθα αγγεία πλημοχόες. Ο Αθήναιος γράφει ότι οι μύστες γέμιζαν δύο, έστρεφαν το ένα προς την ανατολή και το άλλο προς τη δύση και τα ανέτρεπαν στη γη. Κοιτώντας τον ουρανό φώναζαν «ὕε», βρέξε, και κοιτώντας τη γη «κύε», κυοφόρησε. Ήταν ο ιερός γάμος ουρανού και γης, και ταυτόχρονα χοή προς τους νεκρούς, για να δεχτούν κι αυτοί, σαν σπόροι, τη βροχή της αναγέννησης.

Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς παραλληλίζουν τα Θεσμοφόρια με τα Αρρηφόρια, τη μεταφορά των άρρητων, των ακατονόμαστων πραγμάτων. Άλλοι θεωρούν τα Αρρηφόρια, γιορτή της Αθηνάς τον Σκιροφοριώνα (μέσα Ιουνίου έως μέσα Ιουλίου), καλοκαιρινά Θεσμοφόρια ή Θεσμοφόρια των ανύπαντρων κοριτσιών. Τελούνταν για την «καρπῶν γένεσιν» και την «ἀνθρώπων σποράν», τη γέννηση των καρπών και την τεκνοποίηση. Και εδώ κορίτσια κουβαλούσαν κλειστά καλάθια με περιεχόμενο που δεν γνώριζαν, όπως οι κόρες του Κέκροπα την κίστη του Εριχθονίου.

Οι άνθρωποι έκαναν σπονδές στο χθόνιο ζεύγος, Μητέρα και Κόρη, ρίχνοντάς τες στο χάσμα που θεωρούσαν κατοικία τους. Κατά μία εκδοχή, το μυστηριακό παιδί της Κόρης στα Ελευσίνια, που το όνομα και η μορφή του αποκαλύπτονταν μόνο στους μύστες, ήταν ένα φίδι μέσα σε καλάθι. Ο Τριπτόλεμος, αυτός που οργώνει τρεις φορές, στον οποίο η Δήμητρα ανέθεσε να διδάξει στην ανθρωπότητα τη σπορά και που παίζει αινιγματικό ρόλο στα Ελευσίνια, γύριζε τον κόσμο σε άρμα που το έσερναν φίδια.

Το φίδι αντιπροσωπεύει τις αρχέγονες χθόνιες δυνάμεις, τη γνώση, την ίαση αλλά και την αναγέννηση, αφού αλλάζει δέρμα. Πριν από τον Απόλλωνα, στους Δελφούς λάτρευαν τη Γαία, μια ακόμη όψη της Μητέρας, και τον γιο της τον Πύθωνα. Η Ίσις φορούσε στο μέτωπο την κόμπρα. Και η Αθηνά, παρά την εκλογικευμένη εικόνα των κλασικών χρόνων, ήταν αρχικά η αθηναϊκή εκδοχή της Κόρης, ντυμένη τον αρχαϊκό φιδωτό χιτώνα, ενώ ο Εριχθόνιος, μισός φίδι μισός άνθρωπος, ήταν κι αυτός ένα μυστηριακό παιδί που μεταφερόταν κρυφά σε καλάθι.

Δήμητρα και Ίσις, Κέκροψ και Εριχθόνιος, Θεσμοφόρια και Ελευσίνια λένε το ίδιο. Η γη δίνει τον καρπό και τον νόμο, και παίρνει πίσω το σώμα. Η ψυχή όμως, όπως διδάσκει ο Πορφύριος, λύνεται μόνη της. Αυτό το μυστικό κουβαλά, χωρίς να το ξέρει, κάθε Δήμητρα και Δημήτρης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου