Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙ. Από τα σχόλια στο Διονύσιο το Θράκα


(Grammatici GraeciI 3 A. εκδ. Hilgard [σ. 149])

Γίνονται δὲ αἱ συνθέσεις ἢ τῶν δύο λέξεων οὐσῶν ἰδίᾳ ῥητῶν, ἢ τῆς μὲν μιᾶς ἰδίᾳ ῥητῆς, τῆς δὲ ἑτέρας ἰδίᾳ νοητῆς. Καὶ τὰς δύο μὲν ῥητὰς ἔχει ἡ σύνθεσις αὕτη, Φιλόδημος ἀρχιστράτηγος· λέγεται γὰρ καὶ τὸ φίλος ἰδίᾳ καὶ τὸ δῆμος, καὶ τὸ ἀρχὴ καὶ τὸ στρατηγός· τὴν δὲ μίαν ῥητὴν καὶ τὴν μίαν νοητὴν τὸ ζάκοτος καὶ τὸ ἄλοχος καὶ τὸ ἐρίτιμος καὶ τὰ ὅμοια· τούτων γὰρ αἱ πρότεραι λέξεις οὐδέποτε κατ' ἰδίαν ῥηταί, ἀλλὰ καθ' αὑτὰς νοούμεναι καὶ σημαίνουσαί τι· καὶ γὰρ τὸ μὲν ζ̅α̅ καὶ τὸ ε̅ρ̅ι̅ ἐπίτασιν < σημαίνει >, τὸ δὲ ᾱ τὸ ὁμοῦ. Καὶ ἔστιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ σύνθεσις ἐκ δύο λέξεων, γίνεται δὲ καὶ ἐκ τριῶν, ὡς δυσαριστοτόκεια (Σ 54), παρὰ δὲ τοῖς κωμικοῖς καὶ ἐκ πλειόνων, ὡς παρὰ Ἀριστοφάνει σφραγιδονυχαργοκομῆται (Νεφ. 333) οἱ φιλόσοφοι διὰ τὸ ἀργοὶ διατελεῖν < καὶ τῶν ὀνύχων ἐπιμελεῖσθαι > καὶ κομῆται εἶναι, ἔτι καὶ σφραγῖδας ἐν τοῖς δακτυλίοις φορεῖν. Καὶ παρ' Εὐπόλιδι ἀμφιπτολεμοπηδησίστρατος (απόσπ. 393 Kock).

Μετάφραση

Στις συνθέσεις είτε μπορούν να ειπωθούν μόνες τους και οι δύο λέξεις (να χρησιμοποιηθούν σαν αυτόνομη λέξη), είτε η μία μπορεί να ειπωθεί μόνη της και η άλλη μόνο να εννοείται. Η σύνθεση Φιλόδημος και ἀρχιστράτηγος έχει δύο λέξεις που μπορούν να ειπωθούν μόνες τους, διότι τα φίλος και δῆμος και τα ἀρχή και στρατηγός λέγονται ανεξάρτητα· τα ζάκοτος, ἄλοχος, ἐρίτιμος κτλ. έχουν μία χρησιμοποιούμενη και μία νοητή λέξη, διότι τα α΄ συνθετικά τους δεν λέγονται ποτέ μόνα τους, τα ίδια όμως είναι νοητά και σημαίνουν κάτι· τα ζα- και ἐρι- δηλώνουν επίταση, το ἀ-κάτι κοινό.
Συνήθως το σύνθετο αποτελείται από δύο λέξεις, σχηματίζεται όμως και από τρεις, π.χ. δυσ-αριστο-τόκεια ('η δυστυχής μητέρα του καλύτερου'), στους κωμωδιογράφους από ακόμη περισσότερες, π.χ. στον Αριστοφάνη οι φιλόσοφοι ονομάζονται σφραγιδ-ονυχ-αργο-κομῆται, επειδή είναι πάντα άεργοι και περιποιούνται τα νύχια τους και αφήνουν μακριά μαλλιά και φορούν σφραγιδόλιθους στα δάχτυλά τους. Και στον Εύπολη απαντά η λέξη ἀμφιπτολεμοπηδησίστρατος.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 6. Η έλευση των Ρωμαίων

6.7. Να εξηγείς τον Όμηρο με βάση τον Όμηρο


Από την Αθήνα, όπου βρισκόταν κατά την κλασική εποχή, η επιστημονική και καλλιτεχνική πρωτοπορία μεταφέρθηκε σταδιακά στην Αλεξάνδρεια. Η πολιτική των τριών πρώτων Πτολεμαίων μοναρχών συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτή τη ραγδαία ανάπτυξη της νεοσύστατης πόλης. Ένα ανταγωνιστικό προς την Αλεξάνδρεια κέντρο πολιτισμού δημιουργήθηκε, ιδίως τον 2ο αιώνα, στο Πέργαμο της Μικράς Ασίας, στο βασίλειο των Ατταλιδών. Άλλες περιφερειακές πόλεις, όπως η Ρόδος και η Κως, ανέπτυσσαν, παράλληλα με την οικονομική πρόοδο, και σπουδαία πολιτιστική ζωή. Καμία όμως πόλη δεν έφτασε στο ύψος ακμής που βρέθηκε η Αλεξάνδρεια κατά τον 3ο και 2ο αιώνα. Η ελληνιστική εποχή ονομάζεται μάλιστα και «αλεξανδρινή», για να υπογραμμιστεί η σημασία αυτής της πραγματικής κοιτίδας του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού.

Στην Αλεξάνδρεια ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο Β' ένα μεγάλο ερευνητικό κέντρο, το μεγαλύτερο που γνώρισε ποτέ η αρχαιότητα, με στόχο να συγκεντρωθεί και να συστηματοποιηθεί όλη η διαθέσιμη γνώση της ανθρωπότητας. Το ερευνητικό αυτό κέντρο ονομάστηκε Μουσείον, δηλαδή ιερό των Μουσών, και περιελάμβανε μια βιβλιοθήκη, που κατόρθωσε να αποκτήσει σχεδόν μισό εκατομμύριο παπυρικούς κυλίνδρους. Οι επιστήμες των μαθηματικών (αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία), της γεωγραφίας και εθνογραφίας καθώς και της φιλολογίας προόδευσαν. Ειδικά η τελευταία αποτελούσε μια νέα επιστήμη ευρυμάθειας και κριτικής στον χώρο της ποίησης, που ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις δραστηριότητες του Μουσείου.

Στόχος της νεοσύστατης φιλολογίας ήταν ο υπομνηματισμός των λογοτεχνικών έργων του παρελθόντος (για να γίνονται κατανοητά στο αναγνωστικό κοινό της εποχής) και η αξιολόγησή τους. Για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, έπρεπε πρώτα να καθαρθούν τα κείμενα από τις (ηθελημένες ή αθέλητες) αλλοιώσεις και προσμείξεις που συνεπάγεται η συνεχής διά χειρός αντιγραφή τους. Οι Αλεξανδρινοί λόγιοι εφάρμοσαν στον χώρο των γραπτών κειμένων το κριτικό πνεύμα της προσεκτικής παρατήρησης και της σύγκρισης που είχε ήδη αναπτυχθεί στους τομείς της ιατρικής και της ζωολογίας. Ιδιαίτερα τα έπη του Ομήρου προσέλκυσαν την προσοχή τους τόσο λόγω της αρχαϊκής μορφή τους όσο και επειδή κάθε αρχαία πόλη διέθετε τη δική της εκδοχή. Στις νέες οικουμενικές συνθήκες η ελληνική «Βίβλος», όπως μπορούμε να τα αποκαλέσουμε, έπρεπε να είναι ενιαία.

Μέσα σε τρεις γενιές οι λόγιοι της Αλεξάνδρειας, που συγκεντρώθηκαν από όλα τα σημεία του ελληνισμού για να επιδοθούν με πάθος στην επιστημονική επιμέλεια των κλασικών πλέον κειμένων, συστηματοποίησαν τις αρχές της κριτικής φιλολογίας. Τότε τέθηκε για πρώτη φορά ανοιχτά και το ομηρικό ζήτημα, το ερώτημα δηλαδή αν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αποτελούν έργα του ίδιου ή διαφορετικών ποιητών, χωρίς να δοθεί οριστική απάντηση. Ο Ζηνόδοτος από την Έφεσο (3ος αιώνας), ο Αριστοφάνης από το Βυζάντιο (περ. 257-180) και ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη (216-144), όλοι τους διευθυντές της αλεξανδρινής βιβλιοθήκης, έμειναν γνωστοί για τη μεθοδική φιλοπονία τους και για τις κριτικές εκδόσεις των μεγάλων Ελλήνων ποιητών, από τον Όμηρο και τον Ησίοδο μέχρι τον Πίνδαρο και τον Αριστοφάνη. Αυτοί έφτιαξαν και τους κανόνας, δηλαδή τους καταλόγους των σημαντικών ποιητών και ρητόρων που θα έμεναν στην ιστορία ως «κλασικοί» συγγραφείς.

Ορισμένοι από εκείνους που εργάστηκαν στη βιβλιοθήκη δοκίμασαν και οι ίδιοι τη δημιουργική γραφή, συνθέτοντας έπη, ύμνους και άλλα ποιήματα σε καινοφανή γραμματειακά είδη. Εξαιτίας της τεράστιας λόγιας γνώσης που διέθεταν οι ίδιοι, οι συνθέσεις τους είναι ιδιαίτερα εξεζητημένες, πολυποίκιλες και επιδεικτικές. Από τη μεγάλη δεξαμενή των ποιημάτων του 3ου αιώνα έχουν διασωθεί ορισμένα από τα έργα του Καλλίμαχου από την Κυρήνη και στην ολότητά τους τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου, ενώ έχουν χαθεί τα έργα του πολυμαθούς Ερατοσθένη (περ. 285-194), που υπήρξε, εκτός από ποιητής, επίσης γεωγράφος, σημαντικός αστρονόμος και φιλόσοφος.

Θα μπορούσαν ίσως να βρεθούν αναλογίες ανάμεσα στην ηθελημένη εκζήτηση της λόγιας αυτής ποίησης και τα περίτεχνα τελετουργικά πρωτόκολλα των μοναρχικών αυλών. Πάντως, νέα πνοή στην ποίηση έδωσε ο Θεόκριτος, ένας ποιητής του 3ου αιώνα με καταγωγή από τις Συρακούσες που έζησε στην Αλεξάνδρεια, συνέθεσε ειδύλλια στη μητρική του δωρική διάλεκτο και συνέστησε έτσι το βουκολικό είδος ποίησης.

Το κριτικό πνεύμα των Αλεξανδρινών λογίων οδηγήθηκε ορισμένες φορές σε ακρότητες. Η αντίδραση στην υπερκριτική στάση των φιλολόγων της Αλεξάνδρειας προήλθε από τους κύκλους των στωικών, που ήταν συνηθισμένοι να διαβάζουν με αλληγορικό τρόπο τους παραδοσιακούς μύθους και τις παλαιές ποιητικές συνθέσεις. Ο άμεσος διάδοχος του Ζήνωνα στην ηγεσία της Σχολής, ο Κλεάνθης (331-232), είχε ερμηνεύσει σε έναν σωζόμενο ύμνο τον Δία ως Λόγο του σύμπαντος, και ο Χρύσιππος (περ. 280-207), που τον διαδέχτηκε στη διεύθυνση της Στοάς, κατέβαλε μεγάλο μόχθο στην εξήγηση των ποιητών με πνεύμα σύμφωνο προς τις στωικές θεωρίες. Η κατεύθυνση των εξεζητημένων αλληγορικών ερμηνειών άνθισε ιδιαίτερα στο Πέργαμο, όταν η πόλη απέκτησε τη δική της βιβλιοθήκη, η οποία, αν και δεν έφτασε ποτέ τους αριθμούς βιβλίων που διέθετε η Αλεξάνδρεια, μπορούσε ωστόσο να την ανταγωνίζεται στο επίπεδο της ερμηνείας.

Οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι, ακολουθώντας την αρχή της αναλογίας στα γλωσσικά φαινόμενα, υπήρξαν ιδιαίτερα επεμβατικοί στην αντιμετώπιση των κειμένων: πρότειναν νέες γραφές και υιοθετούσαν διορθώσεις με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή ομοιογένεια. Η βασική αρχή της αλεξανδρινής φιλολογίας ήταν η άποψη ότι ο ερμηνευτής οφείλει να εξηγεί τον Όμηρο με βάση το κείμενο του ίδιου του Ομήρου (Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν) - και το ίδιο φυσικά ίσχυε για όλους τους άλλους ποιητές και ρήτορες. Οι φιλόλογοι του Περγάμου, αντίθετα, αποδέχονταν την αρχή της φυσικής πολυμορφίας στη γλώσσα (ἀνωμαλίαν) και έβρισκαν ή επινοούσαν λόγους που δικαιολογούσαν τις αντιφάσεις των κειμένων τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Παράλληλα, θεώρησαν ότι στόχος της ποίησης είναι να εκθέτει φιλοσοφικές αλήθειες με τρόπο εικονικό ή συμβολικό. Κατά την άποψή τους, οι μεγάλοι ποιητές κατόρθωναν να αποτρέπουν τη βεβήλωση της γνώσης -αφού ένα κείμενο μπορούσε να καταλήξει σε αμύητα αφτιά- και να διδάσκουν όσους ήταν ήδη επαρκώς έτοιμοι για εσωτερική και απόρρητη γνώση. Η στάση αυτή οδήγησε σε ιδιαίτερα ευφάνταστες ερμηνείες.

Ενώ η αλεξανδρινή σχολή εκλάμβανε τα ποιητικά κείμενα στην κυριολεξία τους, ως διηγήσεις πράξεων και παθών του παρελθόντος, η σχολή του Περγάμου τα εξηγούσε ως συμβολικές αλληγορίες αιώνιων αληθειών. Η διάσταση αυτή εξηγεί και τη μεγάλη προσοχή που έδωσαν οι Αλεξανδρινοί στη γραμματική μορφή, έναντι της προσήλωσης στο βαθύτερο νόημα που χαρακτήριζε τους λογίους του Περγάμου. Η αντιπαράθεση ήταν τόσο οξεία, ώστε η Αλεξάνδρεια, για να περιορίσει τον αριθμό βιβλίων της ανταγωνιστικής πόλης, απαγόρευσε την εξαγωγή παπύρου προς το βασίλειο των Ατταλιδών. Το Πέργαμο αναγκάστηκε να χρησιμοποιεί, αντί παπύρων, επεξεργασμένα δέρματα - γεγονός που έδωσε στο συγκεκριμένο υλικό γραφής το χαρακτηριστικό όνομα περγαμηνή.

Μετά τους πυθαγόρειους, η ανάπτυξη των μαθηματικών έγινε υπόθεση της πλατωνικής σχολής. Πολλοί μαθητές και ακόλουθοι του Πλάτωνα εργάστηκαν για την προώθηση της μαθηματικής έρευνας. Τα έργα τους έχουν χαθεί. Το πρώτο αμιγώς μαθηματικό σύγγραμμα που μας διέσωσε η αρχαιότητα είναι τα Στοιχεῖα του Ευκλείδη (περ. 325-250), ο οποίος φαίνεται ότι έζησε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια. Το εγχειρίδιό του περιλαμβάνει 13 βιβλία και αποτελεί την αρχαιότερη ολοκληρωμένη εφαρμογή του αξιωματικού και παραγωγικού τρόπου συστηματοποίησης μιας επιστήμης που είχε εισηγηθεί θεωρητικά ο Αριστοτέλης. Αναμφίβολα ο Ευκλείδης στηρίχτηκε σε εργασίες προγενεστέρων του. Το επίτευγμά του όμως υπήρξε θεμελιώδες για την περαιτέρω διάδοση της μαθηματικής σκέψης. Μέσα από αξιωματικές προτάσεις, ορισμούς και λογικές αρχές συμπερασμού, ο Ευκλείδης κατόρθωσε να συναγάγει όλα τα έως τότε αποδεδειγμένα θεωρήματα της γεωμετρίας, της αριθμητικής και της στερεομετρίας και να τα εντάξει σε ενιαίο μαθηματικό σύστημα. Το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία - και όχι μόνο στην αρχαιότητα: ήταν, για παράδειγμα, το σχολικό εγχειρίδιο των μαθηματικών στην Αγγλία του 19ου αιώνα.

Την ίδια περίοδο ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ένας άλλος μαθηματικός και αστρονόμος που βρέθηκε τόσο στην παλαιά ελλαδική όσο και στην αναπτυσσόμενη αιγυπτιακή πόλη της γνώσης, πρότεινε την επιστημονική υπόθεση ότι ο Ήλιος και όχι η Γη βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος. Η θεωρία αυτή εισηγήθηκε δύο κινήσεις της σφαιρικής Γης, μία περιστροφική γύρω από τον άξονά της και μία κυκλική γύρω από τον Ήλιο, αλλά δεν κατόρθωσε να επικρατήσει. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, η ηλιοκεντρική θεωρία του Αριστάρχου ήταν κατά βάση σωστή. Δεν ήταν όμως ικανή να ανατρέψει παραδεδομένες πεποιθήσεις αιώνων. Οι περισσότεροι αστρονόμοι της αρχαιότητας την αγνόησαν και συνέχισαν να υποστηρίζουν το γεωκεντρικό σύστημα. Πρότειναν μάλιστα όλο και πιο πολύπλοκες θεωρίες επικύκλων και έκκεντρων κύκλων που στόχο είχαν να δικαιολογούν τα δεδομένα της εμπειρικής παρατήρησης (σῴζειν τὰ φαινόμενα), δίχως να προσβάλλουν το φυσικό αίσθημα του μέσου ανθρώπου. Λέγεται ότι ο Στωικός Κλεάνθης κατηγόρησε τον Αρίσταρχο για ασέβεια προς τους θεούς - όπως είχε συμβεί παλαιότερα με τον Αναξαγόρα και τον Σωκράτη.

Καμία εφεύρεση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί, από την άποψη της πρωτοτυπίας και της αποτελεσματικότητας, με τις πολεμικές επινοήσεις του Αρχιμήδη, ο οποίος συνέγραψε τα επιστημονικά του έργα στη δωρική διάλεκτο και όχι στην κοινή - προφανώς για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Συρακούσες. Ωστόσο, αξίζει να μνημονευτεί η τελειοποίηση ενός συστήματος τηλεπικοινωνίας που αναφέρει ο Πολύβιος.

Η χρήση φρυκτωριῶν, δηλαδή πυρκαγιών ή μεγάλων πυρσών για τη μετάδοση μηνυμάτων σε αποστάσεις τριών ή τεσσάρων ημερών πορείας, ήταν παλαιά και διαδεδομένη - ιδίως στις πολεμικές επιχειρήσεις. Το βασικό μειονέκτημα της μεθόδου όμως ήταν ο περιορισμένος αριθμός προσυμφωνημένων μηνυμάτων που μπορούσαν να μεταδοθούν κωδικοποιημένα. Ειδικά αν προέκυπτε κάτι όντως απρόβλεπτο κατά την εξέλιξη μιας πολεμικής επιχείρησης, η είδηση ήταν αδύνατο να μεταδοθεί. Όμως, το πραγματικό προβάδισμα αιφνιδιασμού θα το έδινε η δυνατότητα μετάδοσης αυτής ακριβώς της απρόσμενης εξέλιξης στην πλευρά που θα είχε οργανώσει το δίκτυο επικοινωνίας.

Για να αυξήσει τον αριθμό των μηνυμάτων που θα μπορούσαν να αποσταλούν από μια κορυφή βουνού σε μια άλλη, ο Αινείας, συγγραφέας έργου με τον σημαίνοντα τίτλο Πολιορκητικά, επινόησε έναν νέο τρόπο. Οι δύο διαβιβαστές είχαν από ένα πανομοιότυπο, μεγάλων διαστάσεων, αγγείο γεμάτο με νερό. Πάνω του επέπλεε ένας επίπεδος φελλός με διάμετρο ίση με την εσωτερική διάμετρο του αγγείου και έναν κάθετο άξονα με γραμμένα μηνύματα. Μόλις λαμβανόταν από τη μια πλευρά το σήμα ετοιμότητας που έστελνε με πυρσό η άλλη, οι δύο πλευρές ελευθέρωναν ταυτόχρονα το πώμα στο κάτω μέρος του αγγείου: το νερό άρχιζε να τρέχει και ο φελλός να κατεβαίνει με την ίδια ακριβώς ταχύτητα στα δύο αγγεία, λόγω του ίσου μεγέθους τους. Ο αποστολέας σήκωνε πυρσό την κατάλληλη στιγμή και ο παραλήπτης σταματούσε τη ροή αμέσως και διάβαζε το μήνυμα που βρισκόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή στο χείλος του αγγείου. Με σωστό συγχρονισμό και εξάσκηση, οι δύο άνδρες μπορούσαν να επιτύχουν καλή επικοινωνία με αρκετά αυξημένο αριθμό δυνατών μηνυμάτων. Όμως και εδώ οι περιορισμοί ήταν έκδηλοι: το εντελώς απρόβλεπτο, και πάλι, δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί.

Η νέα επινόηση, που τελειοποιήθηκε από τον ίδιο τον Πολύβιο, περιλάμβανε ένα σύστημα επικοινωνίας ίσων, θεωρητικά και πρακτικά, δυνατοτήτων με τον γραπτό λόγο - δηλαδή απεριόριστων. Όλα τα γράμματα χωρίστηκαν, με βάση τη σειρά τους στο αλφάβητο, σε πέντε κατηγορίες. Η καθεμία περιλάμβανε πέντε γράμματα, εκτός από την τελευταία που είχε τέσσερα (4x5=20+4=24). Οι κατηγορίες αυτές τοποθετήθηκαν η μία κάτω από την άλλη σε στοιχισμένες σειρές. Με τον τρόπο αυτό κάθε γράμμα μπορούσε μονοσήμαντα να δηλωθεί με δύο αριθμούς: έναν για τον οριζόντιο στίχο και έναν για την κάθετη στήλη. Ανάλογα με τον αριθμό επαναλαμβανόμενης εμφάνισης του πυρσού μέσα από το όρυγμα που βρισκόταν, ο αποστολέας του μηνύματος θα έδειχνε πρώτα τον αριθμό του στίχου στα αριστερά του, και έπειτα τον αριθμό της στήλης στα δεξιά του. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο παρατηρητής ήταν να σημειώνει τα γράμματα ένα προς ένα και στη συνέχεια να διαβάζει το τηλεγραφικό μήνυμα σε κανονικό λόγο. Για να αποφευχθεί μάλιστα η σύγχυση, ο παρατηρητής ήταν εφοδιασμένος με μια διπλή διόπτρα, ώστε να διακρίνει καθαρά ποιος αριθμός προέρχεται από την αριστερή και ποιος από τη δεξιά πλευρά του αποστολέα, που έπρεπε να απέχουν μεταξύ τους περίπου τρία μέτρα.

Αιώνια Ζωή

Πέρα από την ζωή και το θάνατο

Η ΖΩΗ δεν έχει άλλο Σκοπό από την Ίδια την ΖΩΗ. Απλά να ΖΕΙΣ: Να Ζεις στην Πραγματικότητα, να Βιώνεις «αυτό που υπάρχει», όχι τις φαντασίες του νου ή της κοινωνίας.

Να Ζεις Ήσυχα και με Πληρότητα.

Να Διαβαίνεις την ζωή με Ηρεμία χωρίς να παρασύρεσαι στις μάταιες δραστηριότητες των ανθρώπων.

Απλά να ΖΕΙΣ.

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ Είναι Τελείως Ελεύθερη, Απεριόριστη, Χωρίς Εμπόδια και τα Αγκαλιάζει Όλα: Καταστάσεις Ύπαρξης, Σύμπαντα, εμπειρίες, δραστηριότητες. Κι όλα Συγχωνεύονται Μέσα της και Ταυτίζονται με την Ενότητα της Παρουσίας.

Να Ζεις Αληθινά, δηλαδή Ελεύθερα, να Βιώνεις την Ενότητα των Πάντων, σημαίνει πολύ απλά πως Όλα – μα Όλα – Εκδηλώνονται Εδώ, Τώρα.

Υπάρχουν Μέσα στο Χώρο της Ύπαρξης – Εδώ, Τώρα – που τα Περιλαμβάνει Όλα σαν Μια Ενότητα, χωρίς να συγχέονται οι «ιδιαιτερότητες» και οι «διαφορές» τους. Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι αν αναγνωρίζονται ιδιαίτερα φαινόμενα, αναγνωρίζονται στα Πλαίσια της Ενότητας, σαν φαινόμενα Μιας Μόνο Πραγματικότητας.

Πολύ απλά, αυτό σημαίνει πως στο Επίπεδο της Φαινομενικότητας, Όλα Σχετίζονται, Όλα Αλληλοεπηρεάζονται – τίποτα δεν είναι απομονωμένο.

Η ΖΩΗ Εκδηλώνεται Από το ΑΓΝΩΣΤΟ, Από την ΑΧΑΝΗ ΠΗΓΗ της, σαν ΠΑΡΟΥΣΙΑ, σαν Ενέργεια Αντίληψης, που Μετασχηματίζεται σε Διάφορες Δραστηριότητες, Καταστάσεις Ύπαρξης… Αυτή η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΖΩΗ που τα Δημιουργεί Όλα, Είναι Μέσα σε Όλα και Ταυτίζεται με το Κάθε τι – όσο ταπεινό κι αν είναι.

Μέσα στο Κάθε τι που υπάρχει, που είναι ζωντανό (και η ΖΩΗ δεν περιορίζεται μόνο στη βιολογική ζωή) Υπάρχει ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΖΩΗ. Όσο περιορισμένο κι αν φαίνεται το Κάθε τι Μπορεί να Ανθίσει Μέχρι το ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ.

Στο Κόσμο των Φαινομένων Όλα είναι Παροδικά. Πραγματικά αλλά Παροδικά. Δεν είναι Αυταπάτη, είναι Αληθινά αλλά Παροδικά.

Η Αυταπάτη (η ψευδαίσθηση) βρίσκεται μέσα στον νου των όντων (των ανθρώπων) που ταυτίζει τα παροδικά φαινόμενα με την Πραγματικότητα. Αγνοεί την Ύστατη Πραγματικότητα που είναι το Υπόβαθρο των Πάντων και Βιώνει τα φαινόμενα σαν Πραγματικότητα. Αυτή είναι μια λάθος αντίληψη, δεν έχει να κάνει με τα φαινόμενα αυτά καθαυτά.

Η ΖΩΗ όμως Υπάρχει Ακέραιη στο Κάθε τι και Μέσα στο Κάθε τι μπορεί να Ανθίσει.

Εδώ, Τώρα, Καθένας (για να μιλήσουμε για τους ανθρώπους) Μπορεί να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ, να ξεπεράσει όλους τους περιορισμούς και να Ανοιχτεί στο ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ, να ΒΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, Μια Αντίληψη Ενότητας Χωρίς Εμπόδια.

Καθένας Μπορεί. Αλλά ελάχιστοι το κάνουν. Αντίθετα οι άνθρωποι μόνοι τους βάζουν αλυσίδες και σπαταλάνε τον καιρό τους σε ανούσιες δραστηριότητες, σε μάταιες πράξεις.

Όλα Είναι Εδώ, Τώρα. Βιώνουμε την ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΦΥΣΗ μας ή το «περιορισμένο» (των επιλογών και) των δραστηριοτήτων μας.

Εμείς το Κάνουμε. Εμείς οι Ίδιοι είμαστε η Βούληση, η Απόφαση και το Αποτέλεσμα. Γιατί είμαστε το αποτέλεσμα των σκέψεων, των επιλογών και των πράξεών μας.

Αυτή η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΖΩΗ που Εκδηλώνεται σαν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ Μέσα μας, αν δεν ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ, να ΑΠΛΩΘΕΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ, «σιγοκαίει» μέσα στην ψυχοσωματική οντότητα μέσα στην σκέψη (στον εγκέφαλο), στις επιθυμίες (στο νευρικό σύστημα), στις δραστηριότητες (στο σώμα) μέχρι να διακοπεί (είτε φυσιολογικά, είτε βίαια) όλη αυτή η διαδικασία. Αυτό είναι που λένε οι άνθρωποι «θάνατο».

Στην πραγματικότητα ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΖΩΗ, θάνατος δεν υπάρχει.

Αυτοί που ΑΝΘΙΖΟΥΝ και ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΖΩΗ, ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ, που Ελευθερώνονται από τος περιορισμούς, που Βιώνουν το ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ, την Αντίληψη Χωρίς «εμπόδια», την Ενότητα των Πάντων, στο Επίπεδο της Πραγματικότητας, το «Ενιαίο Πεδίο της Ύπαρξης» στο Κόσμο των Φαινομένων, ΖΟΥΝ ΗΔΗ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ, την ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ κι όταν «φεύγουν» από τον φυσικό κόσμο εκδηλώνονται απολύτως φυσικά στα άλλα «εσωτερικά» πεδία… μέχρι το Ύστατο Πεδίο της ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Όσοι άνθρωποι όμως, αντί να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ, απλά, φυσικά, με την Βούληση, με την Αναγνώριση των πραγμάτων και τις επιλογές τους – όχι με μεθόδους σωτηρίας, τεχνικές, πνευματικές προσπάθειες, που είναι όλα μάταιες δραστηριότητες, στα πλαίσια του χρόνου – αντίθετα, σπαταλούν την ζωή τους σε μάταιες δραστηριότητες, βρίσκονται αργά ή γρήγορα μπροστά στην «διακοπή» της διαδικασίας της φυσικής ζωής… Και τότε; Που πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι απροετοίμαστοι;

Η ΖΩΗ, η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ που μας Γεννά και μας Στηρίζει στην ύπαρξή μας, στους κόσμους και στη γη ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ.

Αν, Εδώ, Τώρα, Αυτή η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, δεν Ελευθερωθεί και συνεχίσει να «σιγοκαίει» μέσα σε αυτό που νομίζουμε πραγματική ύπαρξή μας, τότε την ώρα που διακόπτεται η φυσική διαδικασία της ζωής (κι έρχεται ο «θάνατος») η ΕΝΕΡΓΕΙΑ της ΖΩΗΣ Μετασχηματίζεται. Αποσύρεται από το βιολογικό σώμα κι εκδηλώνεται μέσα από ένα πιο «λεπτό» φορέα ζωής.

Η μεταθανάτια πορεία ενός όντος (όποια αντίληψη κι αν έχει το ον για την ύπαρξή του) είναι μια αντικειμενική πορεία (στους μεταθανάτιους κόσμους) που θα βιώσει είτε το θέλει, είτε όχι.

Μπορεί κάποιοι σοφοί θεολόγοι να λένε ότι ο άνθρωπος έρχεται μια φορά στην ζωή και κρίνεται δια παντός (κι αυτό το λένε όχι από εμπειρία αλλά σύμφωνα με την «θεωρία ζωής» τους)… Μπορεί κάποιοι σοφοί διδάσκαλοι να μιλάνε για παραδείσους και κολάσεις… Κι άλλοι να μιλάνε για «μετενσαρκώσεις»…

Η πραγματικότητα είναι μία. Η ΖΩΗ, σαν ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Μετασχηματίζεται σε διάφορες Καταστάσεις κι Εμπειρίες, αλλά ΔΕΝ ΧΑΝΕΤΑΙ. Κι όποια εμπειρία μάζεψε ο άνθρωπος στη γη θα την «πάρει» μαζί του, όταν θα βρεθεί (ΕΔΩ Πάλι, αλλά φαινομενικά «αλλού», σε «άλλη διάσταση») στο μεταθανάτιο κόσμο. Κι είναι ακριβώς αυτή η «εμπειρία», ο πυρήνας της ύπαρξής του, που θα κρίνει την πορεία του.

Ένα είναι σίγουρο. Ότι κάποιος που δεν ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΕ Εν Ζωή, από τα δεσμά της ζωής, θα «υποκύψει» στο τέλος κάτω από το βάρος των επιλογών του και θα «ξαναβρεθεί» στην δίνη της φυσικής ζωής.

Και πάλι από την αρχή.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΒΙΑΖΕΤΑΙ. Μπορεί να Περιμένει Χιλιάδες Ζωές. Άλλωστε όλα αυτά που ζουν οι άνθρωποι μπορεί να είναι πραγματικά, να φαίνονται αληθινά, αλλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Η ΠΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΕΙΝΑΙ. Ούτε Αυξάνεται, ούτε Μειώνεται, ούτε Αλλάζει. Απλά Ρέει Αφήνοντας να Εκδηλώνονται Μέσα της Όλα τα Φαινόμενα, όλες οι υπάρξεις, όλες οι ζωές, όλες οι εμπειρίες.

Από τον Καθένα εξαρτάται αν Θέλει να ΖΕΙ την ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ, ή την «ονειρική» ζωή της ψεύτικης πραγματικότητας.

Ελευθερία

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ είναι (όχι μια Ουσία αλλά) ΑΝΤΙΛΗΨΗ – Τελείως Ελεύθερη Απεριόριστη Ανοιχτή – που δεν έχει «εμπόδια». Αυτή είναι η Χώρα της Αλήθειας.

Η Πραγματικότητα Είναι το Υπόβαθρο των Πάντων.

Μπορεί να είναι Φυσική ή Αφύσικη.

Μπορεί να είναι Λογική ή Παράλογη.

Μπορεί να είναι Ευτυχισμένη ή Δυστυχισμένη.

Μπορεί να είναι Πληρότητα ή Παντελής έλλειψη.

Μέσα στον Αιώνιο Χώρο της Πραγματικότητας Όλα Εκδηλώνονται, Όλα είναι Εδώ, Τώρα κι Όλα Ταυτίζονται.

Πως λοιπόν Μέσα στον Ενιαίο Χώρο Όπου Όλα Υπάρχουν κι Όλα Σχετίζονται κι Αλληλοεπηρεάζονται μπορείς να «Βαδίσεις»; Ποια είναι η «Οδός»;

Πως η Φύση Βρίσκει τον Δρόμο της; Και Πως η Φύση σε Οδηγεί μέσα από την Εμπειρία της Ύπαρξης στην ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ;

Υπάρχει Μόνο ΜΙΑ ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΡΞΗΣ, Μια Υπέρτατη Κατανόηση, Μια Υπέρτατη Αλήθεια, που Ανθίζει μόνο μέσα στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, που ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

Η Ίδια η «ΟΥΣΙΑ», της Πραγματικότητας είναι ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Η ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ που δεν Έχει Εμπόδια και τα Ενώνει Όλα, Κοινωνεί (κι Επικοινωνεί) με Όλα και κλείνει Κάθε Κύκλο Εξέλιξης στην Ενότητα των Πάντων, σε Μια και Μοναδική Αλήθεια: ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ. Όλα Είναι Ένα κι Όλα Όσα Υπάρχουν ταυτίζονται με Αυτό το Ένα.

Κι Αυτό το Ένα στην Φύση του Είναι Ελεύθερο. Και μέσα στο Κάθε τι Υπάρχει η Ίδια η Φύση ΕΛΕΥΘΕΡΗ Εξαρχής και για Πάντα.

Κι όταν Αυτή η Φύση παύει να είναι Ελεύθερη και «Περιορίζεται», «διαχωρίζεται» από το Ένα, «γίνεται» κάτι (περιορισμένο) κι ακολουθεί την δική του πορεία μέσα στην δική του κατασκευασμένη πραγματικότητα.

Αλλά η Φύση του Ενός (στο Κάθε τι) Είναι Από Μόνη της Ελεύθερη κι οι περιορισμοί είναι όλοι τεχνητοί – οι περιορισμοί στη σκέψη, στην αίσθηση ή στα υλικά φαινόμενα, είναι όλα τεχνητά, κατασκευασμένα, (πραγματικά εφόσον υφίστανται στα φαινόμενα, αλλά κατασκευασμένα).

Ο ΜΟΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΜΑΣ, η ΖΩΗ. Και η ΖΩΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ για να Ανθίσει και να Βγάλει Καρπούς.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ λοιπόν Τίθεται από Μόνη της σαν Υπέρτατος Σκοπός της Ζωής και Μονάχα μέσα στην Ελευθερία Ολοκληρώνεται κάθε ζωή. Ελευθερία από όλους τους περιορισμούς. Ελευθερία Απεριόριστη Χωρίς Εμπόδια.

Στον Δρόμο προς την Ελευθερία (ή την Απελευθέρωση) υπάρχουν «Στάδια» (που καθορίζει η ίδια η αντίληψη που δεσμεύεται και ξεχωρίζει πεδία ή επίπεδα ζωής).

Για να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΣ (εγώ, εσύ, ο καθένας) στο Φυσικό Πεδίο πρέπει να Κατανοήσεις ότι όλα είναι φυσικά περιστατικά, φυσικά αντικείμενα κι όλα αξίζουν το ίδιο και δεν μπορείς να ξεχωρίζεις κέρδη και ζημιές. Κι η μεγαλύτερη περιουσία (ή κατοχή πραγμάτων) αξίζει τόσο όσο μια χούφτα χώμα. Απλά Ακολούθα τον ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ «ΑΚΤΗΜΟΣΥΝΗΣ», μη «συνδέεσαι» με υλικά πράγματα – χρησιμοποίησέ τα αλλά μην σκλαβώνεσαι σε αυτά.

Για να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΣ στο Πεδίο της Αίσθησης (και της Συναίσθησης) πρέπει να Κατανοήσεις ότι χαρές και λύπες είναι όλα απλά γεγονότα της ζωής και πρέπει να περνάς μέσα τους Ήρεμα, χωρίς να σε επηρεάζουν. Απλά Ακολούθα την ΗΡΕΜΗ ΚΑΡΤΕΡΙΑ, την Απάθεια.

Για να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΣ στο Ανώτερο Νοητικό Πεδίο πρέπει να Κατανοήσεις ότι λογικά και παράλογα εξελίσσονται όλα στον Χώρο της Εμπειρίας και πρέπει να τα διακρίνεις και να τα αποδέχεσαι σαν αυτά που είναι, χωρίς να θέλεις να επιβάλλεις την δική σου λογική πουθενά. Απλά Ακολούθα τον ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ που λέει ότι Αληθινό είναι μόνο ό,τι υπάρχει από μόνο του – δηλαδή η Ελευθερία. Κάθε τι κατασκευασμένο και τεχνητό – δηλαδή περιορισμένο – είναι ψεύτικο κι άχρηστο και για τα σκουπίδια: νοοτροπίες, γνώσεις, ήθη, όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι σκουπίδια (αποδεικνύεται εκ των αποτελεσμάτων).

Για να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΣ στο Εσωτερικό Φυσικό Πεδίο πρέπει ν Κατανοήσεις ότι η Φύση μπορεί να ακολουθεί τον Αυθόρμητο Δρόμο της που Αναβλύζει από Μέσα της, αλλά μπορεί και να λοξοδρομεί και να ακολουθεί άλλους δρόμους, παράλληλους, αδιέξοδους, ή αντίθετους και τελικά γίνεται «παραφύση». Απλά Ακολούθα τον ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ που Οδηγεί στο ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ κι όχι στους περιορισμούς και στο αδιέξοδο.

Όταν θα Μπορείς να Βλέπεις Μόνο την Πραγματικότητα, αυτό που είναι, όπως είναι, χωρίς «περιορισμούς», χωρίς χαρακτηρισμούς, χωρίς συμφέρον, χωρίς ζύγια, θα ΕΧΕΙΣ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΝΑ, Όπου Επικρατεί Απόλυτη Τάξη, Γαλήνη, Ησυχία, Ηρεμία κι ας περιστρέφεται το σύμπαν εκεί έξω κι ας «αναποδογυρίζει» κι ας λιώνουν όλα στο χάος.

Όταν θα Έχεις Φτάσει στο Σημείο (στην Κατάσταση Ύπαρξης) Όπου Τίποτα δεν μπορεί να σε ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ, να σου ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΕΚΠΛΗΞΗ, ή ΤΑΡΑΧΗ, θα ΕΙΣΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η «ΟΥΣΙΑ» ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΡΕΤΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.

Ένα πνευματικό δοκίμιο: Το Ταξίδι του Αληθινού Ανθρώπου

Τι σημαίνει να είσαι αληθινός άνθρωπος; Είναι θέμα σωματικής δύναμης, κοινωνικής θέσης ή πνευματικής ικανότητας; Ή μήπως είναι κάτι βαθύτερο, κάτι πιο ουσιαστικό, κάτι που ξεπερνά τις επιφανειακές εμφανίσεις αυτού του κόσμου;

Σε αυτό το δοκίμιο, θα εξερευνήσω την έννοια του αληθινού ανθρώπου από μια πνευματική προοπτική, αντλώντας έμπνευση από την αρχαία σοφία και τις σύγχρονες γνώσεις. Θα υποστηρίξω ότι ο αληθινός άνθρωπος δεν ορίζεται από τις εξωτερικές του ιδιότητες ή επιτεύγματα, αλλά από την εσωτερική του κατάσταση ύπαρξης και επίγνωσης. Θα προτείνω επίσης ότι ο αληθινός άνθρωπος βρίσκεται σε ένα ταξίδι ανακάλυψης και μεταμόρφωσης, ένα ταξίδι που τον οδηγεί στον απόλυτο προορισμό του: την Ιθάκη.

Ο Αληθινός Άνθρωπος: Μια Ανώτερη Κατάσταση Ύπαρξης

Ο αληθινός άνθρωπος δεν είναι προϊόν του περιβάλλοντος ή των περιστάσεων του. Δεν είναι σκλάβος του εγώ ή των επιθυμιών του. Δεν είναι θύμα της άγνοιάς του ή των φόβων του. Δεν είναι οπαδός του πλήθους ή των τάσεων. Δεν είναι κομφορμιστής ή επαναστάτης. Δεν είναι αμαρτωλός ή άγιος.

Ο αληθινός άνθρωπος είναι κύριος του εαυτού του. Είναι απαλλαγμένος από κάθε προσκόλληση και απέχθεια. Έχει επίγνωση της πραγματικής φύσης και του σκοπού του. Είναι ευθυγραμμισμένος με τις παγκόσμιες αρχές της αλήθειας και της αγάπης. Είναι σοφός και συμπονετικός. Είναι ενάρετος και ευγενής.

Ο αληθινός άνθρωπος λειτουργεί από μια ανώτερη κατάσταση ύπαρξης, μια κατάσταση που υπερβαίνει τη δυαδικότητα και τους περιορισμούς αυτού του κόσμου. Λειτουργεί από μια ευρύτερη αντίληψη, ένα ανώτερο ποιος. Βλέπει πέρα από τα φαινόμενα και τις ψευδαισθήσεις των φαινομένων. Βλέπει την ουσία και την πραγματικότητα των πραγμάτων. Βλέπει την ενότητα και την αρμονία όλης της ύπαρξης.

Ο αληθινός άνθρωπος ενεργεί σύμφωνα με την ανώτερη κατάσταση της ύπαρξής του. Ενεργεί σε αρμονία με την εσωτερική του καθοδήγηση και διαίσθηση. Ενεργεί στην υπηρεσία του ανώτερου εαυτού του και του μεγαλύτερου καλού. Ενεργεί με ακεραιότητα και υπευθυνότητα. Ενεργεί με θάρρος και χάρη.

Ο αληθινός άνθρωπος ζει σύμφωνα με την ανώτερη κατάσταση της ύπαρξής του. Ζει με χαρά και ειρήνη. Ζει σε αφθονία και ευγνωμοσύνη. Ζει στη δημιουργικότητα και την έκφραση. Ζει μέσα στην αγάπη και την ελευθερία.

Ο αληθινός άνθρωπος είναι ένα με όλα. Αποδέχεται τα πάντα όπως είναι. Αγκαλιάζει τα πάντα ως μέρος του εαυτού του. Μεταμορφώνει τα πάντα με την παρουσία του.

Γιατί όμως δεν αγγίζει το «κακό», ή δεν τον αγγίζει το «κακό»; Γιατί το ίδιο το «κακό» δεν δέχεται το φως της αλήθειας, και απομονώνεται. Είναι σαν μια σκιά που υποχωρεί καθώς το φως προχωρά. Πώς μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να ανακατεύεται με την ανοησία, την αδικία, την κακία των ανθρώπων; Αλλά όποιος τον πλησιάσει άφοβα, μόνο κάτι μπορεί να πάρει, να κερδίσει. Ο σοφός δεν έχει επιθυμίες, δεν έχει ζυγαριά για να ζυγίσει τι κερδίζει και τι χάνει. Τελείωσε με όλα αυτά.

Το Ταξίδι του Αληθινού Ανθρώπου: Μια αναζήτηση για την Ιθάκη

Ο αληθινός άνθρωπος δεν γεννιέται ως τέτοιος. Γίνεται ένα μέσα από μια διαδικασία ανάπτυξης και εξέλιξης. Γίνεται ένα μέσα από ένα ταξίδι εξερεύνησης και περιπέτειας. Γίνεται ένα μέσα από ένα ταξίδι προκλήσεων και ευκαιριών. Γίνεται ένα μέσα από ένα ταξίδι μάθησης και απομάθησης. Γίνεται ένα μέσα από ένα ταξίδι θανάτου και αναγέννησης.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου είναι μια αναζήτηση για την Ιθάκη, το σύμβολο του απόλυτου προορισμού του, την επιστροφή του, την εκπλήρωσή του. Η Ιθάκη δεν είναι ένας φυσικός τόπος, αλλά μια κατάσταση συνείδησης, μια κατάσταση ολοκλήρωσης, μια κατάσταση φώτισης.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου είναι εμπνευσμένο από την επική ιστορία του Οδυσσέα, του ήρωα του αρχαίου ελληνικού ποιήματος, της Οδύσσειας. Ο Οδυσσέας ήταν ένας βασιλιάς που άφησε την πατρίδα του, την Ιθάκη, για να πολεμήσει στον Τρωικό πόλεμο. Μετά το τέλος του πολέμου, αντιμετώπισε πολλές δοκιμασίες και ταλαιπωρίες στο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι. Συνάντησε τέρατα και πειρασμούς, καταιγίδες και ναυάγια, φίλους και εχθρούς, θεούς και θεές. Υπέμεινε κακουχίες και απώλειες, αλλά και απολάμβανε απολαύσεις και ανταμοιβές. Πήρε πολλά μαθήματα και απέκτησε πολλές γνώσεις. Μεγάλωσε σε σοφία και χαρακτήρα. Έγινε αληθινός άνθρωπος.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου είναι επίσης επηρεασμένο από τη σύγχρονη ερμηνεία της Οδύσσειας από τον Έλληνα ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, ο οποίος έγραψε ένα διάσημο ποίημα που ονομάζεται Ιθάκη. Σε αυτό το ποίημα, ο Καβάφης συμβουλεύει τον ταξιδιώτη να απολαύσει το ταξίδι όσο και τον προορισμό, να εκτιμήσει τις εμπειρίες και τις ανακαλύψεις στη διαδρομή, να μην βιάζεται ή να ανησυχεί να φτάσει στην Ιθάκη, αλλά να πιστεύει ότι η Ιθάκη θα είναι εκεί και θα τον περιμένει όταν φτάσει.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου δεν είναι γραμμικό ή προβλέψιμο. Δεν είναι ομαλή ή εύκολη υπόθεση. Δεν είναι σύντομο ή απλό. Είναι κυκλικό και μυστηριώδες. Είναι σκληρό και προκλητικό. Είναι μακρύ και πολύπλοκο.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου είναι γεμάτο εκπλήξεις και θαύματα. Είναι γεμάτο κινδύνους και ανταμοιβές. Είναι γεμάτο δοκιμές και θησαυρούς. Είναι γεμάτο μαθήματα και δώρα.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου δεν είναι μοναχικό ή μεμονωμένο. Δεν είναι εγωιστικό ή εγωκεντρικό. Δεν είναι ανταγωνιστικό ή επιθετικό. Είναι συνεργατικό και συνδεδεμένο. Είναι γενναιόδωρο και αλτρουιστικό. Είναι ειρηνικό και αρμονικό.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου περιλαμβάνει πολλούς συντρόφους και βοηθούς. Περιλαμβάνει πολλούς μέντορες και οδηγούς. Περιλαμβάνει πολλούς φίλους και συμμάχους. Περιλαμβάνει πολλούς αγαπημένους και συνεργάτες.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου δεν είναι σταθερό ή προκαθορισμένο. Δεν είναι άκαμπτο ή δογματικό. Δεν είναι παθητικό ή μοιρολατρικό. Είναι ευέλικτο και δημιουργικό. Είναι ανοιχτό και περίεργο. Είναι δραστήριο και αισιόδοξο.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου περιλαμβάνει πολλές επιλογές και αποφάσεις. Περιλαμβάνει πολλές αλλαγές και προσαρμογές. Περιλαμβάνει πολλές προκλήσεις και ευκαιρίες. Περιλαμβάνει πολλές δράσεις και αντιδράσεις.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου δεν είναι εύκολο ή άνετο. Δεν είναι ασφαλές ή σίγουρο. Δεν είναι βαρετό ή αδιάφορο. Είναι συναρπαστικό και περιπετειώδες. Είναι τολμηρό και θαρραλέο. Είναι διασκεδαστικό και χαρούμενο.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου εμπεριέχει πολλούς κινδύνους και δυσκολίες. Περιλαμβάνει πολλούς φόβους και αμφιβολίες. Περιλαμβάνει πολλά λάθη και αποτυχίες. Εμπεριέχει όμως και πολλές χαρές και επιτυχίες.

Το ταξίδι του αληθινού ανθρώπου δεν τελειώνει με το να φτάσεις στην Ιθάκη. Δεν τελειώνει με την επίτευξη της φώτισης.

Δεν τελειώνει με την εύρεση της εκπλήρωσης.

Συνεχίζεται με μοίρασμα της Ιθάκης.

Συνεχίζει με τη διάδοση της φώτισης.

Συνεχίζει με τη δημιουργία εκπλήρωσης.

Για άλλους.

Για τον εαυτό.

Για όλα.

Συμπέρασμα: Ο αληθινός άνθρωπος είσαι εσύ

Ο αληθινός άνθρωπος δεν είναι κάποιος άλλος.

Ο αληθινός άνθρωπος είσαι εσύ.

Έχεις τη δυνατότητα να γίνεις αληθινός άνθρωπος.

Έχετε τη δύναμη να λειτουργείτε από μια ανώτερη κατάσταση ύπαρξης.

Έχετε την ευκαιρία να ξεκινήσετε το ταξίδι της ανακάλυψης και της μεταμόρφωσης.

Έχετε την ευθύνη να φτάσετε στον απόλυτο προορισμό σας: την Ιθάκη.

Έχετε όμως και την ελευθερία να διαλέξετε τον δικό σας δρόμο.

Έχετε την ελευθερία να ορίσετε το δικό σας νόημα.

Έχετε την ελευθερία να εκφράσετε τη δική σας φωνή.

Έχετε την ελευθερία να δημιουργήσετε τη δική σας πραγματικότητα.

Είσαι ο ήρωας της δικής σου ιστορίας.

Είστε ο συγγραφέας του δικού σας σεναρίου.

Είστε ο καλλιτέχνης του δικού σας αριστουργήματος.

Είσαι ο αληθινός άνθρωπος.

Είστε έτοιμοι να ξεκινήσετε;

Η Απόλυτη Πραγματικότητα

Ποια είναι η απόλυτη πραγματικότητα που ξεπερνά την αντίληψη και την κατανόησή μας; Πώς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτό και τι σημαίνει για το πνευματικό μας ταξίδι; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θα διερευνήσουμε σε αυτό το δοκίμιο, αντλώντας από διάφορες πηγές εσωτερικής σοφίας και προσωπικής εμπειρίας.

Η απόλυτη πραγματικότητα δεν είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί από το μυαλό, τις αισθήσεις ή τα συναισθήματα. Είναι πέρα από κάθε μορφή, έννοιες και κατηγορίες. Είναι η πηγή και η ουσία κάθε ύπαρξης, το έδαφος της ύπαρξης, το απόλυτο. Είναι αυτό που ορισμένες παραδόσεις αποκαλούν Τάο, Μπράχμαν, Θεός ή Κενό. Είναι ανείπωτο, απερίγραπτο και ακατανόητο.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άσχετο ή απρόσιτο για εμάς. Αντίθετα, είναι η πιο οικεία και ζωτική πραγματικότητα που μπορούμε να γνωρίσουμε ποτέ. Είναι η αληθινή μας φύση, το αρχικό μας πρόσωπο, ο εσώτατος εαυτός μας. Είναι αυτό που είμαστε όταν απογυμνώνουμε όλα τα στρώματα της προετοιμασίας, της ταύτισης και της ψευδαίσθησης που καλύπτουν την επίγνωσή μας. Είναι αυτό που είμαστε όταν είμαστε πλήρως ξύπνιοι, παρόντες και συνειδητοποιημένοι.

Πώς όμως μπορούμε να αφυπνιστούμε σε αυτή την πραγματικότητα; Πώς μπορούμε να το βιώσουμε άμεσα και όχι μόνο ως έννοια ή πεποίθηση; Υπάρχουν πολλά μονοπάτια και μέθοδοι που έχουν αναπτυχθεί από διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις και δασκάλους για να μας βοηθήσουν σε αυτή την αναζήτηση. Μερικά από αυτά περιλαμβάνουν διαλογισμό, περισυλλογή, προσευχή, μάντρα, γιόγκα, αναπνοή, ενεργειακή εργασία, τελετουργία, υπηρεσία, αφοσίωση, έρευνα ή παράδοση. Ορισμένα από αυτά απαιτούν καθοδήγηση από έναν διδάσκαλο, έναν γκουρού, έναν δάσκαλο ή έναν μέντορα. Μερικά από αυτά είναι πιο κατάλληλα για συγκεκριμένους τύπους προσωπικοτήτων, ιδιοσυγκρασίες ή στάδια ανάπτυξης.

Ωστόσο, δεν υπάρχει μια ενιαία λύση ή συντόμευση για αυτή τη συνειδητοποίηση. Ο καθένας από εμάς πρέπει να βρει τον δικό του δρόμο και να ακολουθήσει τη δική του διαίσθηση. Ο καθένας από εμάς πρέπει να είναι ειλικρινής, τίμιος, ταπεινός και ανοιχτόμυαλος. Ο καθένας από εμάς πρέπει να είναι πρόθυμος να αντιμετωπίσει τους φόβους, τις αμφιβολίες, τις προσκολλήσεις και τις αντιστάσεις του. Ο καθένας από εμάς πρέπει να είναι έτοιμος να αφήσει τον εγωισμό του και να αγκαλιάσει τον πραγματικό του εαυτό.

Η διαδικασία αφύπνισης στην τελική πραγματικότητα δεν είναι γραμμική ή προβλέψιμη. Δεν είναι θέμα συσσώρευσης γνώσεων ή επίτευξης στόχων. Δεν είναι θέμα να γίνεις καλύτερος ή πιο φωτισμένος. Είναι θέμα να διαλυθεί κανείς στο μυστήριο και να γίνει ένα με αυτό. Είναι θέμα να πεθάνεις για τον παλιό εαυτό και να ξαναγεννηθείς ως νέος εαυτός.

Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι προκλητική, επώδυνη, μπερδεμένη και τρομακτική μερικές φορές. Μπορεί επίσης να είναι χαρούμενο, ευτυχισμένο, απελευθερωτικό και ενδυναμωτικό σε άλλες στιγμές. Μπορεί να περιλαμβάνει στιγμές ενόρασης, διαύγειας, έκστασης και γαλήνης. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει περιόδους αμφιβολίας, σύγχυσης, σκότους και απόγνωσης. Μπορεί να είναι σταδιακή ή ξαφνική. Μπορεί να είναι σταθερό ή κυμαινόμενο.

Αλλά τελικά, αξίζει τον κόπο. Γιατί είναι ο πιο αυθεντικός και ουσιαστικός τρόπος ζωής. Γιατί είναι ο πιο ολοκληρωμένος και ικανοποιητικός τρόπος ύπαρξης. Γιατί είναι ο πιο όμορφος και ιερός τρόπος αγάπης.

Η απόλυτη πραγματικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να αναζητήσουμε ή να βρούμε. Είναι κάτι που πρέπει να θυμόμαστε και να συνειδητοποιούμε. Είναι κάτι που πρέπει να είμαστε και να το εκφράζουμε. Είναι κάτι που πρέπει να το μοιραστούμε και να το γιορτάσουμε.

Είναι εδώ και τώρα.

Πνευματικές Ιδέες

Η Απόλυτη Πραγματικότητα

Στην εξερεύνηση της ανθρώπινης αντίληψης και κατανόησης, τα άτομα βιώνουν τη δική τους μοναδική πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα επηρεάζεται από το επίπεδο ανάπτυξής τους, που εκδηλώνεται μέσω της αντίληψης και της κατανόησης. Ωστόσο, υπάρχει μια Τελική Πραγματικότητα που υπερβαίνει όλες τις αντιλήψεις και κινήσεις, που υπάρχουν στον ανοιχτό χώρο της ύπαρξης.

Αντίληψη και αντικειμενική πραγματικότητα:

Κάθε άτομο έχει μια αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να ποικίλλει σε αντικειμενικότητα ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξής του. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτές οι αντιλήψεις είναι δραστηριότητες της ίδιας της αντίληψης. Η Απόλυτη Πραγματικότητα, από την άλλη, υπάρχει ανεξάρτητα από κάθε αντίληψη, πέρα από τις σφαίρες της κίνησης. Εμφανίζεται ως «σιωπή» στις αντιληπτικές μας ικανότητες και μπορεί να γίνει αληθινά κατανοητό μόνο μέσω της προσωπικής εμπειρίας.

Η Συνεχής επέκταση της αντίληψης:

Η ανθρώπινη ύπαρξη συνεπάγεται ένα συνεχές ταξίδι διεύρυνσης της αντίληψης και απελευθέρωσης του εαυτού της από διάφορους περιορισμούς, είτε αυτοί είναι εξωτερικοί, εσωτερικοί, ψυχικοί ή υπαρξιστικοί. Αυτή η προοδευτική επέκταση οδηγεί στην εγκατάλειψη της ίδιας της αντίληψης, επιτρέποντας στα άτομα να υπάρχουν πραγματικά και να ζουν αυθεντικά. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό το μονοπάτι της απελευθέρωσης δεν ακολουθείται συνήθως από τα περισσότερα άτομα, καθώς η πλειοψηφία κατοικεί στις πεδιάδες της πνευματικότητας.

Το Ιερό Βουνό της Αλήθειας:

Μόνο λίγοι εκλεκτοί επιχειρούν να ανέβουν στο ιερό βουνό της αλήθειας. Αυτή η επίπονη ανάβαση αντιπροσωπεύει την επιδίωξη βαθύτερης κατανόησης και σύνδεσης με την Απόλυτη Πραγματικότητα. Είναι ένας δρόμος εξερεύνησης και αυτοανακάλυψης που απαιτεί αφοσίωση, δέσμευση και ακλόνητη αναζήτηση της αλήθειας. Η κορυφή του ιερού βουνού παραμένει άπιαστη για πολλούς, αλλά όσοι φτάνουν σε αυτήν επιτυγχάνουν μια βαθιά συνειδητοποίηση της ύπαρξης.

Προσωπική Προοπτική:

Το αληθινό νόημα βρίσκεται μέσα στο άτομο και τη μοναδική του διαδρομή.

Να γίνεις σύμμαχος:

Στην επιδίωξη της κατανόησης και της αλήθειας, είναι απαραίτητο να μην γίνεστε εμπόδιο στους άλλους. Αυτό περιλαμβάνει την άσκηση ευγένειας, σεβασμού και αγάπης προς τους συνανθρώπους μας. Είναι σημαντικό να μην επιβάλλετε προσωπικές πεποιθήσεις ή να εμποδίζετε την πρόοδο των άλλων. Το ταξίδι κάθε ατόμου ξεκινά από τη δική του οπτική γωνία, είτε μέσα είτε πέρα από το εγώ, και τελικά συγκλίνει σε κάποια μορφή κατανόησης.

Ο ανοιχτός χώρος της ύπαρξης

Η Απόλυτη Πραγματικότητα υπάρχει πέρα από τις ατομικές αντιλήψεις, στον ανοιχτό χώρο της ύπαρξης. Η ανθρώπινη ύπαρξη περιλαμβάνει τη συνεχή διεύρυνση της αντίληψης και την απελευθέρωση από τους περιορισμούς. Ενώ τα περισσότερα άτομα κατοικούν στις πεδιάδες της πνευματικότητας, λίγοι εκλεκτοί επιβιβάζονται στο ιερό βουνό της αλήθειας, αναζητώντας μια βαθύτερη σύνδεση με την Απόλυτη Πραγματικότητα.

Η Δύναμη του Χιούμορ στη Σκιά της Σκοτεινής Πραγματικότητας

Στον χορό της συναισθηματικής έκφρασης, συνηθίζουμε να θεωρούμε πως το χιούμορ έχει πάντα ως παρτενέρ την χαρά. Ο χορός αυτός, ωστόσο είναι πιο πολύπλοκος απ' ότι φανταζόμαστε, και ενίοτε οι παρτενέρ αλλάζουν, χωρίς ο εξωτερικός παρατηρητής να το συνειδητοποιεί. Πίσω από κάθε χαμόγελο κρύβεται ένας κόσμος συναισθημάτων, τα οποία δεν έχουν πάντα θετική έκβαση.

Χιούμορ: Το «Καμουφλάζ» της Κατάθλιψης

Από τον αγαπημένο Ρόμπιν Γουίλλιαμς έως τον ξεκαρδιστικό Τζιμ Κάρρευ, γίνεται κατανοητό πως το χιούμορ μπορεί σαν πέπλο, να "καλύψει" την κατάθλιψη, ούτως ώστε αυτή να περάσει απαρατήρητη από τον περίγυρο. Το αγγελικό χαμόγελο και η αίσθηση χιούμορ του Ρόμπιν Γουίλλιαμς επισκίασαν το σκοτεινό υπόβαθρο του. Το χιούμορ του υπηρέτησε ως ένα εξαιρετικό μέσο "κάλυψης" της κατάθλιψης που έκρυβε πίσω από τα φώτα της σκηνής. Η είδηση του ξαφνικού θανάτου του Ρόμπιν Γουίλιαμς σόκαρε τον κόσμο. Ο αγαπητός κωμικός, πάντα γεμάτος χιούμορ και χαμόγελο, άφησε πίσω του έναν προσωπικό πόνο που λίγοι κατανοούσαν, καθώς πάντα προσέφερε το χαρούμενο πρόσωπό του στον κόσμο.

Ο Τζιμ Κάρρευ, με τον ανεπανάληπτο τρόπο του, χρησιμοποίησε την κωμωδία ως μέσο 'κάλυψης' της δικής του κατάθλιψης. Με το ανεξάντλητο εφευρετικό του χιούμορ, προσέφερε χαρά και «ελάφρυνε» το κοινό. Οι επικές του παραστάσεις και οι ατελείωτες ατάκες κρύβουν την εσωτερική του μάχη, ενώ παράλληλα, προσφέρουν ένα ανείπωτο δώρο στους θεατές: τη δυνατότητα να ξεφεύγουν για λίγο από την πραγματικότητα.

Συχνά, ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις αποδεικνύονται ως σημεία συνάντησης μεταξύ πραγματικότητας και μάσκας. Κάθε χαμόγελο, κάθε αστείο, αποτελεί μια πιθανή έκφραση της άνισης μάχης που κρύβεται στα βάθη του κάθε ατόμου. Στην προσπάθειά τους να μοιραστούν χαρά και θετικότητα, πολλοί κρύβουν επιδέξια την κατάθλιψη τους, αφήνοντας τον πόνο να περάσει απαρατήρητος, όπως οι ηθοποιοί σε ένα σκηνικό.

Ένας Υγιής Μηχανισμός Άμυνας

Το χιούμορ αναδύεται ως ισχυρό εργαλείο όχι μόνο για τη "κάλυψη" της κατάθλιψης αλλά και για τη θεραπεία ή έστω προσωρινή ανακούφιση ατόμων που αντιμετωπίζουν ψυχολογικές προκλήσεις. Σύμφωνα με μια έρευνα των Braniecka et al. (2018), το χιούμορ έχει τη δύναμη να μειώσει αρνητικά συναισθήματα, να αυξήσει τα θετικά, και να ενισχύσει την απόσταση από την αντίξοη πραγματικότητα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το χιούμορ αποτελεί τον πιο σκόπιμο τρόπο ρύθμισης συναισθημάτων. Άνθρωποι με προβλήματα ψυχικής υγείας μπορούν να παράγουν επιτυχώς αστεία σχόλια, και η αποτυχία τους σε αυτό δεν επηρεάζει αρνητικά την συναισθηματική τους κατάσταση.

Η συγκεκριμένη έρευνα αναδεικνύει τη σημασία του χιούμορ στη ψυχολογική ευημερία, υποδεικνύοντας πως η χρήση του χιούμορ μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο για τη διαχείριση συναισθημάτων και τη στήριξη της ψυχικής υγείας.

Γενικά, το χιούμορ έχει αναγνωριστεί ως ένας υγιής μηχανισμός άμυνας σύμφωνα με διάφορες έρευνες στον τομέα της ψυχολογίας.

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του χιούμορ είναι ότι λειτουργεί ως μια στρατηγική διαχείρισης του άγχους και του στρες.

Άκρως σημαντικό πλεονέκτημα είναι επίσης ότι ενισχύεται ο κοινωνικός δεσμός και η επικοινωνία, καθώς η κοινή εμπειρία του γέλιου συμβάλλει στη δημιουργία συναισθηματικών συνδέσεων.

Προσέγγιση και Στήριξη στην «Αόρατη» Κατάθλιψη

Συχνά, άνθρωποι που αντιμετωπίζουν κατάθλιψη καλύπτουν τον πόνο τους με ένα χαμόγελο, όπως ο αγαπημένος κωμικός Ρόμπιν Γουίλλιαμς.

Για να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, πρέπει να είμαστε ευαίσθητοι και προσεκτικοί στα σήματα που μπορεί να αποκαλύπτουν την πραγματική τους κατάσταση.

Καταρχάς, η ακρόαση αποτελεί θεμελιώδες μέσο. Να δίνετε χρόνο για να ακούσετε ανοικτά και χωρίς κρίση, δίνοντας στο άτομο την ευκαιρία να μοιραστεί τα συναισθηματικά του βάρη. Πολλές φορές, η αναγνώριση του πόνου τους αποτελεί το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση.

Επιπλέον, να προσφέρετε στήριξη χωρίς να ασκείτε πίεση. Αναφερθείτε στον πόνο με σεβασμό και ευαισθησία, ενθαρρύνοντάς τους. Συχνά, οι άνθρωποι που κρύβουν την κατάθλιψή τους χρειάζονται την αίσθηση ότι κάποιος ενδιαφέρεται για το τι πραγματικά βιώνουν.

Τέλος, να είστε προσεκτικοί με τη γλώσσα που χρησιμοποιείτε. Αποφύγετε τις γενικεύσεις όπως "πάντα είσαι χαρούμενος" και αντί γι' αυτό, εκφραστείτε ανοικτά και θετικά. Μερικές φορές, η καλή σας παρουσία και η κατανόησή σας μπορεί να είναι το πιο πολύτιμο δώρο για κάποιον που κρύβει την κατάθλιψή του.

Με αυτούς τους τρόπους, μπορούμε να προσφέρουμε υποστήριξη σε όσους ίσως δεν δείχνουν ανοικτά την κατάθλιψή τους, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο νιώθουν ελεύθεροι να μοιραστούν τα συναισθηματικά τους βάρη.

Συμπαράσταση και Δημιουργία Ανοικτού Περιβάλλοντος

Η συμπαράσταση αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ψυχική ευημερία και την αντιμετώπιση της κατάθλιψης. Η κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει ένα ανοικτό περιβάλλον ενθαρρύνοντας την εκδήλωση συμπαράστασης και κατανόησης. Ένας τρόπος για να το επιτύχει αυτό είναι μέσω της εκπαίδευσης του κοινού σχετικά με τα θέματα ψυχικής υγείας.

Εκπαίδευση και Ευαισθητοποίηση:

Η εκπαίδευση της κοινωνίας σχετικά με τα θέματα της ψυχικής υγείας μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση. Πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες μορφές κατάθλιψης, τις διαθέσιμες θεραπείες και τους τρόπους υποστήριξης μπορούν να συνεισφέρουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι άνθρωποι αισθάνονται άνετα να συζητούν για τα προσωπικά τους θέματα.

Καταπολέμηση του Κοινωνικού Στιγματισμού:

Είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε τον κοινωνικό στιγματισμό που σχετίζεται με τα προβλήματα ψυχικής υγείας. Η δημιουργία μιας κοινωνίας που δεν κρίνει ή δεν απομονώνει τα άτομα που αντιμετωπίζουν καταστάσεις κατάθλιψης είναι κρίσιμη για την επιτυχή αντιμετώπιση του προβλήματος.

Ανάπτυξη Συλλογικής Συναισθηματικής Νοημοσύνης:

Η ενίσχυση της συλλογικής συναισθηματικής νοημοσύνης ενδυναμώνει την κοινότητα να αντιληφθεί και να αντιδράσει σε καταστάσεις ψυχικής ασθένειας με ενσυναίσθηση και στήριξη.

Ανοιχτή Συζήτηση και Αμοιβαία Στήριξη:
 
Η ανοικτή συζήτηση για την ψυχική υγεία είναι βασική για την αποκατάσταση της "αόρατης" κατάθλιψης. Οι άνθρωποι πρέπει να νιώθουν άνετα να μοιράζονται τις εμπειρίες τους, τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους χωρίς φόβο κριτικής ή κατακραυγής.

Δημιουργία Ασφαλούς Χώρου:

Κοινότητες και οργανώσεις μπορούν να δημιουργήσουν ασφαλείς χώρους, όπου οι άνθρωποι μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους χωρίς φόβο.

Ενθάρρυνση της Αμοιβαίας Στήριξης:

Η κοινότητα πρέπει να ενθαρρύνει την αμοιβαία στήριξη. Οι άνθρωποι μπορούν να βοηθούν ο ένας τον άλλον με την ακρόαση, την εμπειρία και τη συμπαράσταση.

Ενίσχυση της Ψυχολογικής Εκπαίδευσης:

Η εκπαίδευση σχετικά με τις δεξιότητες επικοινωνίας μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να αντιληφθούν και να υιοθετήσουν πρακτικές που ενισχύουν την ψυχική υγεία και την αμοιβαία στήριξη.

Συνοψίζοντας

Στη σκιά του γέλιου, ανακαλύπτουμε τη δύναμη του χιούμορ να "καλύπτει" την αόρατη κατάθλιψη. Από τους μεγάλους κωμικούς ως την καθημερινότητά μας, το γέλιο μπορεί να αποτελέσει γέφυρα στήριξης. Συναντώντας την ανθρώπινη πραγματικότητα με καλοσύνη και αλληλεγγύη, μπορούμε να κάνουμε ορατή την αόρατη θλίψη. Ας είμαστε φύλακες της ψυχικής υγείας, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου η συνομιλία και η στήριξη είναι η πρώτη μας σκέψη

Χρειαζόμαστε Αναγέννηση κι Όχι Επαναφορά

Χρειαζόμαστε μια Αναγέννηση, όχι μια επαναφορά: Γιατί το Σημείο Μοναδικότητας δεν έρχεται.

Η ανθρωπότητα είχε πάντα μια ιστορία και πάντα θα έχει. Ανάλογα με την κατανόηση αυτής της ιστορίας, τα άτομα ή η ανθρωπότητα στο σύνολό της, μπορούν να οδηγηθούν σε θεμελιωδώς διαφορετικά μονοπάτια. Ας εξετάσουμε μερικές από τις λεπτομέρειες της ανθρώπινης ιστορίας μας με στόχο να κατανοήσουμε πώς είναι η ιστορία της ανθρωπότητας, όχι ως κάτι στο παρελθόν, αλλά ως κάτι που σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που επιλέγουμε να γράψουμε τα επόμενα κεφάλαιά της.

Σήμερα, οι διανθρωπιστές μιλούν για την άνοδο μιας νέας «παγκόσμιας άχρηστης τάξης», η οποία θα είναι το αποτέλεσμα των υπολογιστών που θ’ αντικαταστήσουν θεώρησε τα περιττά, περιττά και ελαττωματικά μέρη της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με τους γκουρού της τεχνολογίας όπως ο Ray Kurtzweil, με αρκετά 1 και 0 η τεχνητή νοημοσύνη θα φτάσει σύντομα στο «σημείο μοναδικότητας», οι μηχανές θα γίνουν συνειδητά δημιουργικά όντα που μαθαίνουν μόνοι τους, καθιστώντας πολλούς ανθρώπους «απαρχαιωμένους». Όσοι επιθυμούν να παραμείνουν «σχετικοί» θα πρέπει να αποφύγουν τις ανθρώπινες μορφές τους 1.0 και να γίνουν νέοι γενετικά τροποποιημένοι υπεράνθρωποι που συγχωνεύονται με μηχανές και την πιο πρόσφατη «βιονική» τεχνολογία αιχμής. Όσοι αντιστέκονται θα γίνουν άχρηστοι, μέρος της νέας «παγκόσμιας άχρηστης τάξης».

Έτσι πάει η ιστορία.

Σύμφωνα μ’ αυτήν την βδελυρή άποψη κι επειδή, όπως λένε, η ανθρώπινη σκέψη και η γνώση δεν είναι ουσιαστικά τίποτα άλλο από μια συλλογή χημικών ουσιών και νευρώνων που εκτοξεύονται, οι νέοι υπεράνθρωποι θα μπορούν να σκέφτονται και να αποδίδουν πιο αποτελεσματικά, καθώς με τις χημικές ουσίες στον εγκέφαλό τους θα γίνεται πιο αποτελεσματική η διαχείρισή τους. Μερικοί μπορεί ακόμη και να είναι εφοδιασμένοι με έναν “βηματοδότη για τον εγκέφαλο”, βλέποντας πώς το Cloud και οι ισχυροί αλγόριθμοί του, υποτίθεται, θα είναι καλύτερα προσαρμοσμένοι για να διαχειριστούν την χημεία του εγκεφάλου τους, πολύ περισσότερο από τα πρωτόγονα “1.0 βιολογικά σώματα.”

Ενώ η ανθρωπότητα χρειάζεται οπωσδήποτε ένα νέο κεφάλαιο, μια Αναγέννηση απαιτεί μια άποψη/γνώση του ανθρώπινου μυαλού πολύ διαφορετική από την ελαττωματική και περιορισμένη προοπτική που ενσαρκώνει η ιδέα μιας δήθεν υπερανθρωπιστικής «Νέας Επαναφοράς».

Η επιλογή των αφηγήσεων του εικοστού πρώτου αιώνα για τον δυτικό πολιτισμό και την ανθρωπότητα γενικότερα γίνεται πιο ξεκάθαρη όταν λάβουμε υπόψη την μακρύτερη ιστορία της ανθρωπότητας -μια ιστορία που δεν έχει εκτραπεί και δεν έχει δηλητηριαστεί από τα δόγματα των Μαλθουσιανών του εικοστού αιώνα, από Wellsian φαντασιώσεις και τα ουτοπικά οράματα μιας οικονομικής ελίτ. Είναι η ιστορία αυτού που γνωρίζουμε ως παράδοση του δυτικού κλασικού (Ελληνικού) πολιτισμού κι ένα επαναστατικό νέο κεφάλαιο γνωστό ως ‘Ευρωπαϊκή Χρυσή Αναγέννηση’.

Στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται η ιδέα της ιερότητας και της κυριαρχίας του ανθρώπινου ατόμου. Η έννοια είναι τόσο συνυφασμένη στον ιστό της κοινωνίας μας και την προσυπογράφουν τόσα άτομα σε όλο τον κόσμο -είτε θρησκευόμενοι, είτε όχι- που ξεχνάμε πόσο επαναστατική και ριζική ήταν η έννοια ή τι υπήρχε στην πραγματικότητα πριν από αυτήν.

Ιστορικά, η προοπτική κράτησε σταθερά με την έλευση της ‘Ευρωπαϊκής Χρυσής Αναγέννησης’ και την έννοια του «imago viva dei», δηλαδή ότι κάθε άτομο είναι προικισμένο με μια έμφυτη θεϊκή δημιουργική σπίθα, αφού ο καθένας μας είναι φτιαγμένος κατά την εικόνα του Δημιουργού, κι ο καθένας έχει την ικανότητα να συμμετέχει άμεσα στο θεϊκό δημιουργικό έργο -«capax dei». Ως εκ τούτου, κάθε άτομο κατανοείται ως ένας μικρόκοσμος του μακρόκοσμου, με την μοναδική ικανότητα να καλλιεργεί σκόπιμα την έμφυτη σπίθα του δημιουργικού Λόγου Του/Της, αντί να είναι μια απλή κενή πλάκα, προϊόν αισθητηριακών αντιληπτικών «εισροών» ή απλώς η αναδυόμενη ιδιότητα μιας ολοένα και πιο περίπλοκης διαδικασίας.

Από την προοπτική “imago viva dei” μια αντίληψη για κυρίαρχες κυβερνήσεις περιλάμβανε την δημιουργία συνθηκών στις οποίες το έμφυτο φυσικό ανθρώπινο δυναμικό για εσκεμμένη δημιουργική λογική θα μπορούσε να καλλιεργηθεί στον υψηλότερο βαθμό μεταξύ του μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων, προς το συμφέρον της γενικής ευημερίας. Μια κλασική ουμανιστική εκπαίδευση σήμαινε την ανάπτυξη μεθόδων για την αποκάλυψη και την καλλιέργεια σε ό,τι ήταν ήδη εκεί, αντί να εισάγονται πληροφορίες σε μια κενή πλάκα. Η κατανόηση αυτής της θεμελιώδους διαφοράς βρίσκεται στο επίκεντρο της κατανόησης του πώς μοιάζει μια πραγματική ανθρωπιστική εκπαίδευση και τι σημαίνει Αναγέννηση σήμερα.

Τι ήταν η Αναγέννηση;

Η Αναγέννηση ήταν μια περίοδος της Ευρωπαϊκής ιστορίας που σηματοδοτεί την μετάβαση από τον Σκοτεινό Μεσαίωνα στην νεωτερικότητα και καλύπτει τον 15ο και τον 16ο αιώνα και χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια αναβίωσης και υπέρβασης ιδεών και επιτευγμάτων της θρησκευτικής/εκκλησιαστικής εξουσίας. Συνέβη μετά την Κρίση του Ύστερου Μεσαίωνα και συνδέθηκε με μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Εκτός από την τυπική περιοδοποίηση οι υποστηρικτές μιας «μακράς Αναγέννησης» τοποθετούν την αρχή της στον 14ο και το τέλος της στον 17ο αιώνα.

Περίπου το 1300, οι αιώνες της ευημερίας και της ανάπτυξης στην Ευρώπη έφτασαν σταδιακά στο τέλος τους. Μια σειρά λοιμών και επιδημιών πανώλης, όπως ο Μεγάλος Λιμός του 1315–1317 και ο Μαύρος Θάνατος, ελάττωσαν τον πληθυσμό πάνω από το ήμισυ. Μαζί με την πληθυσμιακή συρρίκνωση επήλθε κοινωνική αναταραχή και ενδημικοί πόλεμοι. Η Γαλλία και η Αγγλία βίωσαν μια υπεραιωνόβια κατά διαστήματα διακοπτόμενη σύγκρουση κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο καθώς και πολυαίμακτες εξεγέρσεις χωρικών: Η Γαλλία την Jacquerie το 1358 και η Αγγλία την Εξέγερση των Χωρικών Peasants’ Revolt το 1381. Επιπροσθέτως, η ενότητα της Καθολικής Εκκλησίας διασπάστηκε από το Δυτικό Σχίσμα. Όλα αυτά τα γεγονότα αναφέρονται ενίοτε ως Κρίση του Ύστερου Μεσαίωνα.

Παρά την κρίση το θανατικό και τους πολέμους, ο 14ος αιώνας ήταν επίσης εποχή μεγάλης προόδου στις τέχνες και τις επιστήμες. Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα που άρχισε στον Μέσο Μεσαίωνα, οδήγησε στην Ιταλική Αναγέννηση. Η εξοικείωση με τα λατινικά κείμενα είχε αρχίσει πριν από την Αναγέννηση του 12ου αιώνα μέσω επαφών με τους Άραβες κατά τις Σταυροφορίες, αλλά η πρόσβαση σε σημαντικά Ελληνικά κείμενα έγινε ευχερέστερη μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, όταν πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι αναζήτησαν άσυλο στη Δύση, και ειδικά στην Ιταλία.

Οι μεταβολές που συνέβησαν λόγω αυτών των εξελίξεων έχουν οδηγήσει πολλούς ερευνητές να θεωρούν ότι οδήγησαν στο τέλος του Μεσαίωνα και στην έναρξη της σύγχρονης ιστορίας και της πρώιμης σύγχρονης Ευρώπης. Όμως η διαίρεση πάντα θεωρείται τεχνητή για τους μελετητές, καθώς η αρχαία γνώση ουδέποτε ήταν εντελώς απούσα από την Ευρωπαϊκή κοινωνία. Θεωρούν συνεπώς ότι υπήρχε εξελικτική συνέχεια μεταξύ αρχαιότητας και της σύγχρονης εποχής. Μερικοί ιστορικοί, ειδικά στην Ιταλία, προτιμούν να μην αναφέρονται καθόλου σε ύστερο Μεσαίωνα, αλλά θεωρούν ότι η μέση περίοδος του Μεσαίωνα ήταν μεταβατική για την Αναγέννηση και την σύγχρονη εποχή.

Σε συνδυασμό με αυτήν την εισροή κλασσικών ιδεών ήρθε η εφεύρεση της τυπογραφίας που διευκόλυνε την διάδοση του έντυπου λόγου και συνέβαλε στον διάδοση της γνώσης. Αυτά τα δύο γεγονότα αργότερα θα οδηγούσαν στην Προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Προς το τέλος αυτής της περιόδου ξεκίνησε η Εποχή των Ανακαλύψεων. Η άνοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που κορυφώθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, απέκοψε τη δυνατότητα εμπορίου με την Ανατολή. Οι Ευρωπαίοι αναγκάστηκαν να ψάξουν για νέους εμπορικούς δρόμους, όπως συνέβη με την αποστολή του Χριστόφορου Κολόμβου στην Αμερική το 1492, και με τον περίπλου της Ινδίας και της Αφρικής το 1498. Οι ανακαλύψεις τους ενίσχυσαν την οικονομία και την ισχύ των ευρωπαϊκών εθνών.

Το λεξικό ορίζει την αναγέννηση ως: 1. εποχή αναδημιουργίας ή αναμόρφωσης στον πολιτιστικό ή κοινωνικοοικονομικό τομέα, η οποία ακολουθεί μια περίοδο παρακμής: ~ των γραμμάτων και των τεχνών / του εμπορίου και της ναυτιλίας. 2. το ξαναζωντάνεμα: H ~ της φύσης. 3. Αναγέννηση, περίοδος στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού που χρονικά βρίσκεται μετά τον Μεσαίωνα, χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη των τεχνών, των γραμμάτων και των επιστημών και διαπνέεται από το πνεύμα της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. 4. (βιολ.) η αναπλήρωση τμημάτων ενός οργανισμού που έχουν υποστεί φθορά ή ακρωτηριασμό.

Σκεφτείτε τι υπήρχε στην Ευρώπη πριν από την εμφάνιση της Αναγέννησης. Πριν από την Αναγέννηση, τα εθνικά κράτη ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα σε όλη την Ευρώπη. Η ήπειρος θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα ως μια «Ευρώπη των περιοχών», μια συλλογή από φέουδα που κυβερνώνται από διάφορες αντιμαχόμενες «ευγενείς» οικογένειες. Σε αυτό το φεουδαρχικό σύστημα της Σκοτεινής Εποχής, αν οι γονείς ενός ατόμου ήταν δουλοπάροικοι που δούλευαν στα χωράφια, τα παιδιά τους ήταν εξ ορισμού δουλοπάροικοι. Για τους περισσότερους, αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας. Δεν υπήρχε ανοδική κινητικότητα, οι τάξεις ήταν αυστηρά καθορισμένες. Σύμφωνα με την αυθαίρετη πίστη στην ανωτερότητα ορισμένων κληρονομικών σειρών αίματος και στο θείο δικαίωμα των βασιλιάδων, ένα αριστοτελικό σύστημα ηθικής για τους «κυρίαρχους» και ηθικής για τους «δούλους» ίσχυε αποτελεσματικά.

Ένα φετίχ για την εξουσία πάνω από την πίστη στις έμφυτες δυνάμεις του ανθρώπινου δημιουργικού λόγου ήταν δημοφιλές τόσο στην Εκκλησία όσο και στην κοινωνία γενικά. Ωστόσο, τα κορυφαία μυαλά των ανθρωπιστών της Αναγέννησης ανέτρεψαν ακριβώς αυτό το είδος σκέψης. Ο Francesco Petrarch (1304-1374), που θεωρείται από ορισμένους ο «πρώτος σύγχρονος άνθρωπος», απηχούσε αυτό το συναίσθημα όταν περιέγραψε την επιρροή του Αριστοτέλη στο μυαλό των ανθρώπων, ιδιαίτερα των «τεσσάρων Βενετών φίλων» του:

«Μερικές φορές ρώτησα, με ένα χαμόγελο, πώς μπορούσε να το γνωρίζει ο Αριστοτέλης, γιατί δεν αποδεικνυόταν από το φως της λογικής, ούτε μπορούσε να ελεγχθεί με πείραμα. Τότε θα σιωπούσαν, έκπληκτοι και θυμωμένοι, σαν να με θεωρούσαν βλάσφημο που ζητούσε οποιαδήποτε απόδειξη πέρα ​​από την εξουσία του Αριστοτέλη. Γι’ αυτό, ζητάμε δίκαια να μην είμαστε πια φιλόσοφοι, λάτρεις της αλήθειας, αλλά αριστοτελικοί… αναβιώνοντας το παράλογο έθιμο που μας επιτρέπει να μην κάνουμε καμία ερώτηση παρά μόνο αν το είπε… Πιστεύω, πράγματι, ότι ο Αριστοτέλης ήταν σπουδαίος άνθρωπος και ότι ήξερε πολλά, όμως δεν ήταν παρά ένας άντρας, και επομένως κάτι, όχι, πολλά πράγματα, μπορεί να του ξέφυγαν. Θα πω περισσότερα…

Είμαι βέβαιος, χωρίς αμφιβολία, ότι έκανε λάθος σε όλη του την ζωή, όχι μόνο σε μικρά ζητήματα, όπου ένα λάθος μετράει ελάχιστα, αλλά στα πιο βαριά ερωτήματα, όπου εμπλέκονταν τα υπέρτατα συμφέροντά του. Και παρόλο που έχει πει πολλά για την ευτυχία, τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της Ηθικής του, τολμώ να ισχυριστώ -αφήστε τους επικριτές μου ν’ αναφωνήσουν όσο και αν είναι- ότι αγνοούσε τόσο την αληθινή ευτυχία που οι απόψεις γι’ αυτό το θέμα, οποιουδήποτε ευσεβούς ή ηλικιωμένης γυναίκας ή ο πιστού ψαρά, ή βοσκού ή γεωργού, αν δεν ήταν τόσο λεπτεπίλεπτη, θα ήταν πιο σημαντικές από τις δικές του». Francesco Petrarch “De Sui ipsius et Multorum Ignorantia”.

Σύμφωνα με τον Petrarch, μια ευσεβής ηλικιωμένη γυναίκα ή ένας ψαράς ήταν πολύ πιο γνώστες της γνήσιας ευτυχίας από τον ίδιο τον «Φιλόσοφο» ή από εκείνους των σχολαστικών/Αριστοτελικών που ήταν κυρίαρχοι στην εποχή του. Σήμερα, τα φετίχ για εξουσία, ομαδική σκέψη και «αξιολόγηση από ομότιμους» αφθονούν γι’ άλλη μια φορά. Ένας δογματικός επιστημονικός κλήρος ασκεί και σήμερα μεγάλη επιρροή στην κοινωνία. Αυτό στην ουσία είναι που ανέτρεψε η Αναγέννηση, με αποτέλεσμα μια μεγάλη αφύπνιση της περιέργειας για την φύση του πραγματικού κόσμου και του σύμπαντος και την σχέση της ανθρωπότητας με αυτό το σύμπαν.

Με την έλευση της Ευρωπαϊκής Χρυσής Αναγέννησης του 15ου αιώνα, ο δυτικός πολιτισμός αναδύθηκε από τους Σκοτεινούς Αιώνες. Αυτή η ίδια η προαναγεννησιακή περίοδος σήψης ήταν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης μιας εκφυλισμένης αυτοκρατορικής Ρώμης και του Βυζαντίου, μαζί με την βαρβαρότητα που έδωσε μετάσταση ως αποτέλεσμα του κενού που δημιούργησαν τα πτώματα των φθαρμένων αυτοκρατοριών.

Αυτή η επαναστατική νέα άποψη που θα επικρατούσε με την Αναγέννηση διατυπώθηκε ιδιαίτερα με μεγάλη σαφήνεια από μια κορυφαία προσωπικότητα του δέκατου πέμπτου αιώνα – τον φιλόσοφο, μαθηματικό, διπλωμάτη και καρδινάλιο, Nicholas of Cusa (1401-1464). Στο De Concordancia Catholica (Σχετικά με την Παγκόσμια Συμφωνία), ο Cusa έκανε τις ακόλουθες επαναστατικές δηλώσεις:

«Όλη η νομοθεσία βασίζεται στο φυσικό δίκαιο και κάθε νόμος που έρχεται σε αντίθεση με αυτόν δεν μπορεί να είναι έγκυρος. Επομένως, εφόσον ο φυσικός νόμος βασίζεται φυσικά στην λογική, όλος ο νόμος έχει τις ρίζες του από την φύση στην λογική του ανθρώπου. Κάθε νόμιμη εξουσία προκύπτει από την εκλεκτική συμφωνία και την ελεύθερη υποβολή. Υπάρχει στους ανθρώπους ένας θεϊκός σπόρος λόγω της κοινής ίσης γέννησής τους και των ίσων φυσικών δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων, έτσι ώστε κάθε εξουσία που προέρχεται από τον Θεό, όπως και ο ίδιος ο άνθρωπος, αναγνωρίζεται ως θεία όταν προκύπτει από την κοινή συναίνεσή των.

Είναι κοινή γνώμη όλων των ειδικών στο θέμα ότι ο ρωμαϊκός λαός μπορεί να πάρει την εξουσία για να βάλει νόμους από τον αυτοκράτορα επειδή αντλεί την δύναμή του από τον λαό. Όταν διατάσσουν κάτι αντίθετο με μια θεία εντολή, είναι προφανές ότι η εντολή δεν μετέχει στην θεία κυριαρχία και κανείς δεν πρέπει να την υπακούει. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να τηρεί έναν άδικο νόμο και κανένας ζωντανός δεν εξαιρείται από τον δίκαιο». ‘On Catholic Concordance’ – Nicholas of Cusa, 1434)

Ως μικρόκοσμος, το ανθρώπινο άτομο ήταν μοναδικά προικισμένο με την ικανότητα να αντικατοπτρίζει και να κατανοεί την διάταξη του μακρόκοσμου με έναν όλο και λιγότερο ατελές τρόπο. Η ικανότητα της ανθρωπότητας να κάνει θεμελιώδη άλματα στην επιστημονική γνώση και την καλλιτεχνική σύνθεση απέδειξε ότι η ανθρώπινη δημιουργική σκέψη και οι φυσικοί νόμοι που ζωντάνευαν το σύμπαν ήταν σύμφωνοι.

Επιπλέον, ο Cusa τόνισε ότι αυτό που δεν είναι ‘Η Αλήθεια’ δεν μπορεί να μετρήσει την ‘Αλήθεια’, έτσι ώστε τίποτα δεν απαγορεύει στην ανθρωπότητα να προσεγγίσει την ‘Αλήθεια’ απείρως πιο στενά. Για να αποδείξει την σύλληψή του παιδαγωγικά, ο Cusa χρησιμοποίησε το μαθηματικό πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου ως μεταφορά για την θεμελιώδη φύση της Αλήθειας και την σχέση του ανθρώπινου μυαλού με αυτήν:

“Γιατί η αλήθεια δεν είναι κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο, αλλά είναι κάτι αδιαίρετο. Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν μπορεί να μετρήσει με ακρίβεια την αλήθεια. (Συγκριτικά, ένας μη κύκλος δεν μπορεί να μετρήσει έναν κύκλο, του οποίου η ύπαρξη είναι κάτι αδιαίρετο.) Επομένως, η διάνοια, που δεν είναι αλήθεια, ποτέ δεν κατανοεί την αλήθεια τόσο ακριβώς ώστε η αλήθεια να μην μπορεί να κατανοηθεί απείρως με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Διότι η νόηση είναι προς την αλήθεια όπως είναι ένα εγγεγραμμένο πολύγωνο στον εγγεγραμμένο κύκλο. Όσο περισσότερες γωνίες έχει το εγγεγραμμένο πολύγωνο τόσο πιο όμοιο είναι με τον κύκλο. Ωστόσο, ακόμα κι αν ο αριθμός των γωνιών του αυξάνεται επ’ άπειρον, το πολύγωνο δεν γίνεται ποτέ ίσο με τον κύκλο, εκτός και αν αναλυθεί σε ταυτότητα με τον κύκλο”.

Ο Cusa έδειξε πώς ένα εγγεγραμμένο πολύγωνο -η ανθρώπινη διάνοια- μπορεί πάντα να πλησιάζει την περίμετρο ενός κύκλου-την Αλήθεια-τόσο μέσα όσο και έξω από την κυκλική περιοχή, αλλά από την φύση του το πολύγωνο (που σημαίνει πολύπλευρο) δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλυθεί σε μια ταυτότητα με τον κύκλο (ο οποίος από την φύση του δεν έχει πλευρές). Το καμπύλο και το ευθύ αντιπροσώπευαν δύο ποιοτικά διακριτά μεγέθη.

Κάποιος μπορεί να προσθέσει πλευρές στο πολύγωνο επ’ άπειρον, αλλά όσο στενά μπορεί να έρθει σε εγγύτητα με το εμβαδόν ενός κύκλου, το πολύγωνο δεν φτάνει ποτέ την ίδια ταυτότητα με τον κύκλο. Δεν μπορούν ποτέ να επιλυθούν γιατί δεν μπορούν ποτέ να συναντηθούν. Αυτή η γνώση της ουσιαστικής διαφοράς τους ο Cusa την ονόμασε γνώση της «ασυγκρίσιμότητάς τους». Η γνώση της ασυμμετρίας μεταξύ του ευθύγραμμου και του καμπύλου αντιπροσώπευε μια ανώτερη τάξη κατανόησης: δεν ήταν ούτε γνώση της γραμμικότητας, ούτε της κυκλικότητας, αλλά η γνώση που ανήκε σε ένα ποιοτικά ανώτερο βασίλειο.

Κατά συνέπεια, η αναγνώριση του ασυμβίβαστου μεταξύ της νόησης και της Αλήθειας από τον Cusa υπονοούσε ότι η πρόοδος ήταν μια φυσική κατάσταση ύπαρξης για το ανθρώπινο είδος, αφού η διάνοια μπορεί πάντα να προσεγγίσει την Αλήθεια πιο στενά. Υπονοούσε επίσης ότι δεν υπήρχε κανένα απόλυτο όριο Μαλθουσιανής στο σύμπαν πέρα ​​από το οποίο η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε να τολμήσει -αυτό το όριο ήταν πάντα σχετικό με την κατανόησή μας για το σύμπαν.

Για παράδειγμα, φανταστείτε την σειρά από άλματα που κάνει η ανθρωπότητα καθώς φεύγει από την κύρια πηγή ενέργειάς της που είναι η καύση ξύλου, δηλαδή η πρωτόγονη «φωτιά» σε σύγκριση με ένα που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα, την κυριαρχία των διαδικασιών σχάσης, την σύντηξη και τα ελεγχόμενα πλάσματα, ακόμη και την ύλη κατά αντιδράσεις ύλης. Το φάσμα των πιθανών πόρων δεν είναι ποτέ «αυτονόητο», αλλά πάντα αντανακλά την ανάπτυξη του νου.

Το ίδιο ισχύει και για αυτό που θεωρούμε «κατοικήσιμο» περιβάλλον μας. Μεγάλο μέρος της ανθρώπινης κοινωνίας έχει ιστορικά συγκεντρωθεί κοντά στις ακτές για να είναι κοντά στο νερό. Έτσι, οι περισσότερες περιοχές που δεν ήταν κοντά στο νερό ήταν εξ ορισμού μη «κατοικήσιμες» για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Αυτό άλλαξε με την ανάπτυξη της άρδευσης, των παρόχθιων συστημάτων και των σιδηροδρόμων, με το καθένα να μεταμορφώνει τον σχετικό χωροχρόνο στον οποίο εκτυλίσσεται η ανθρώπινη δραστηριότητα.

Έτσι, αντί να είναι η έννοια της τελειότητας κάποιου είδους σταθερό στατικό σύστημα ισορροπίας, η αλλαγή και η ανάπτυξη νοούνται ως ουσιαστικά μέρη οποιασδήποτε έννοιας τελειότητας ή φύσης. Καθώς η ανθρωπότητα αυξάνει τις γνώσεις της για το σύμπαν και τους νόμους που διέπουν την φύση, η ανθρωπότητα -ο μικρόκοσμος- πλησιάζει πιο κοντά στις αιώνιες αλήθειες -τον μακρόκοσμο- η γνώση των οποίων μπορεί πάντα να βελτιωθεί, και κατά συνέπεια, το ίδιο μπορεί και το είδος.

Αναγνωρίζοντας την θεμελιώδη διάκριση μεταξύ του καμπύλου και του ευθύγραμμου, ο Cusa έδειξε την ικανότητα του νου να διακρίνει μεταξύ ποσοτικών και ποιοτικών μορφών γνώσης, οι οποίες είναι απαραίτητες για νέες θεμελιώδεις ανακαλύψεις. Δεδομένου ότι η καμπύλη και η ευθεία αντιπροσώπευαν δύο ποιοτικά διαφορετικά είδη μεγέθους, η γνώση της θεμελιώδους διαφοράς μεταξύ δύο ποιοτικά διαφορετικών ειδών αντιπροσώπευε η ίδια μια ανώτερη μορφή αντικειμένου σκέψης.

Αυτό το ανώτερο επίπεδο ανήκε στην «διάνοια» στην οποία η γνώση είναι ποιοτική, παρά η απλή λογική ή η μαθηματική σκέψη, δηλαδή η «αναλογία», όπου η γνώση είναι ποσοτική. Όπως θα δούμε σύντομα, οι συνέπειες για την επιστημονική ανακάλυψη και την ικανότητα της ανθρωπότητας να κάνει εννοιολογικά άλματα στην σκέψη ήταν συγκλονιστικές. Ο Cusa δήλωσε:

«Αν απελευθερώσετε το μέγιστο και το ελάχιστο από την ποσότητα -αφαιρώντας διανοητικά το μεγάλο και το μικρό- θα δείτε καθαρά ότι το μέγιστο και το ελάχιστο συμπίπτουν». ‘On Learned Ignorance’ Nicholas of Cusa, 1440

Χρησιμοποιώντας αυτό που ονόμασε την “Μέθοδο της μαθημένης άγνοιας” ο Cusa ανέπτυξε την ιδέα μιας αρχής Μέγιστο-Ελάχιστο, σύμφωνα με την οποία μπόρεσε να δείξει πώς οποιαδήποτε σωστή αντίληψη του Θεού ή η ικανότητα σύλληψης οποιουδήποτε αντικειμένου της «διανόησης», έπρεπε απαραίτητα να απαλλαγεί από κάθε έννοια συγκριτικής (ποσοτικής) γνώσης, δηλαδή «αναλογισμού».

Χρησιμοποίησε το παράδειγμα του κύκλου που εγγράφεται ή περιγράφεται από ένα πολύγωνο. Είτε προσθέτοντας περισσότερες πλευρές στο περιγεγραμμένο πολύγωνο και φέρνοντάς το πιο κοντά στην κυκλική περίμετρο από έξω, είτε εγγράφοντας ένα πολύγωνο μέσα στον κύκλο και προσθέτοντας συνεχώς πλευρές, κανένα δεν θα έφτανε ποτέ στον κύκλο, έτσι ώστε ο κύκλος να είναι τόσο το μέγιστο όσο και το ελάχιστο.

Για τον Cusa, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της ικανότητας του νου να αντιλαμβάνεται τον Θεό με τρόπο που ήταν απαλλαγμένος από συγκριτικές έννοιες, έδειξε την ικανότητα του ανθρώπινου νου να κατανοεί μη ποσοτικές ιδέες -αντικείμενα καθαρής «διάνοιας». Ο Θεός δεν ήταν ζήτημα περισσότερων ή λιγότερων, αλλά αναγκαστικά υπονοούσε μια ενιαία ενότητα για την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη, αλλά ούτε και μικρότερη.

Αυτό έπρεπε να συνέβαινε γιατί αν ήταν κάτι λιγότερο από τον Θεό, θα σήμαινε ότι υπήρχε κάτι έξω από αυτόν, και αν υπήρχε κάτι μεγαλύτερο από τον Θεό, σήμαινε απαραίτητα ότι υπήρχε κάτι πέρα ​​από αυτό που περιείχε ο Θεός. Καθώς είμαστε σε θέση να συλλάβουμε καθαρά αντικείμενα της νόησης, η μέθοδος του Cusa μας επιτρέπει να κάνουμε θεμελιώδεις ερωτήσεις σχετικά με την φύση όλων των πραγμάτων, ερωτήσεις όπως “σε ποιο σύμπαν βρισκόμαστε;”

Για να δώσετε κάποια αίσθηση του πόσο βαθιές και πνευματικά πλούσιες ήταν αυτές οι ιδέες όταν εφαρμόστηκαν σε μια έρευνα του φυσικού σύμπαντος, σκεφτείτε ότι ο Cusa στο έργο του το 1440 απέδειξε, χωρίς άμεση εμπειρική γνώση, ότι η Γη ήταν αναγκαστικά η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του καμπύλου και του ευθύγραμμου, κι οδηγήθηκε να διερευνήσει τι διαμόρφωσε πραγματικά την πορεία των πλανητών που ταξιδεύουν στο διάστημα. Αν δεν ήταν τέλειοι κύκλοι, τότε τι διαμόρφωσε αιτιακά τις τροχιές τους;

Ο Κέπλερ οδηγήθηκε στην ανακάλυψη ενός συστήματος που δεν αποτελείται από φανταστικούς κύκλους και έναστρες σφαίρες -που δεν ήταν μόνο αφηρημένα μαθηματικά αντικείμενα- αλλά μάλλον ατελείς και συνεχώς μεταβαλλόμενες ελλειπτικές τροχιές αρμονικά διατεταγμένες ως ενιαίο ηλιακό σύστημα- με τον ήλιο ως φυσικό οδηγό για κάθε κίνηση.

Ο Cusa υποστήριξε ότι το φυσικό σύμπαν δεν θα μπορούσε να έχει κέντρο, ή καλύτερα, το κέντρο ήταν παντού. Επιπλέον, όχι μόνο δεν υπήρχαν τέλεια κέντρα, και κατά συνέπεια δεν υπήρχαν τέλειοι κύκλοι, που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν τέλειες πλανητικές τροχιές. Αυτές οι ιδέες θα εμπνεύσουν τον Johannes Kepler, ο οποίος κατανοώντας την μέθοδο του Cusa της το κέντρο στο κέντρο του σύμπαντος —όταν αυτό εξακολουθούσε να πιστεύεται παγκοσμίως—γιατί το φυσικό σύμπαν από την ίδια του την φύση δεν μπορούσε να έχει κανένα φυσικό σταθερό σημείο ή κέντρο, επειδή, η ιδέα ενός απόλυτου σταθερού σημείου υπονοούσε απαραίτητα κάποιο άλλο σταθερό σημείο αναφοράς έξω από αυτό.

Στο κομμάτι του “On the Hidden God” ο Cusa επεσήμανε ότι ο Θεός ήταν και παντού και πουθενά: ήταν αναγκαστικά, γιατί το να μην είναι παντού σήμαινε ότι υπήρχε κάτι έξω από αυτόν -οπότε δεν θα ήταν πλέον το μέγιστο- και ήταν παντού επειδή το να βρισκόταν σε ένα συγκεκριμένο μέρος σήμαινε απαραίτητα ότι απουσίαζε κάπου αλλού. Επιπλέον, επειδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει απόλυτο σημείο αναφοράς στο δημιουργημένο σύμπαν, δηλαδή στο φυσικό σύμπαν, ο Cusa επισήμανε ότι το σύμπαν χαρακτηριζόταν απαραίτητα από καμπυλότητα.

Επειδή δεν θα μπορούσε να υπάρχει τέλεια ευθεία γραμμή στο σύμπαν που να μην μπορεί να γίνει απείρως ευθύτερη, έπρεπε απαραίτητα να υπάρχει κάποιος βαθμός απόκλισης από την ευθεία -αυτό που με τα σημερινά πρότυπα θα μπορούσε να ονομαστεί «καμπυλότητα του φυσικού χωροχρόνου», σε αντίθεση με ένα Καρτεσιανό ή Νευτώνειο σύμπαν που χαρακτηρίζεται από άπειρη γραμμική επέκταση.

Αυτό που ο Cusa αντιλαμβανόταν ήταν ένα πραγματικό φυσικό σύμπαν, παρά λογικές και μαθηματικές αφαιρέσεις χωρίς καμία βάση στην πραγματικότητα, συμπεριλαμβανομένων τέλεια κυκλικών τροχιών και ουράνιων κρυστάλλινων σφαιρών. Αντί για λογοπαίγνια, ο Cusa έδειχνε την ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να παράγει έννοιες που αναγκαστικά έπρεπε να είναι αληθινές, επειδή βασίζονταν στην λογική, η οποία διέπει το φυσικό σύμπαν.

Ο Cusa αναγνώρισε ότι το πεπερασμένο ήταν αναγκαστικά μόνο μια μοναδική έκφραση του απείρου, αφού η αναγνώριση οποιουδήποτε πεπερασμένου πράγματος προϋποθέτει την ύπαρξη κάτι έξω από αυτό, το “γνωστό” ήταν αναγκαστικά μόνο μια ειδική περίπτωση του “άγνωστου” -ενός “γνωστού/άγνωστου” δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει κανένα πράγμα που να ήταν γνωστό με απόλυτους όρους, η απόλυτη γνώση οποιουδήποτε πράγματος στο σύμπαν συνεπάγεται απόλυτη γνώση του οτιδήποτε άλλο στο σύμπαν που οδηγεί σε αυτό. Υπό αυτή την έννοια, το «γνωστό» ήταν μια ειδική περίπτωση του «άγνωστου», το πεπερασμένο μόνο μια ειδική περίπτωση του απείρου, και το άτομο -ο μικρόκοσμος- μια μοναδική αντανάκλαση του μακρόκοσμου, χάρη στην ικανότητα της ανθρώπινης «διάνοιας» να αντιλαμβάνεται το σύμπαν ως σύνολο.

Από την σκοπιά της «αναλογίας» -της αριστοτελικής λογικής- το ελάχιστο ήταν αναγκαστικά αντιφατικό στο μέγιστο. Ο άνθρωπος και ο Θεός ήταν απείρως χώρια. Το «γνωστό» ήταν αναγκαστικά αντίθετο στο «άγνωστο», το πνευματικό απείρως ξεχωριστό από το φυσικό -ο ένας δεν συναντιέται ποτέ με τον άλλο παρά μόνο με την μεσολάβηση κάποιου είδους ιερατικού ή διανοητικού «εκλεκτού». Στην πραγματικότητα, ο Cusa έδειξε εννοιολογικά πώς κάθε άτομο -το ελάχιστο- ήταν μέγιστο, χάρη στην δημιουργική διάνοια ταυτόχρονα μια μοναδική αντανάκλαση του Θεού του Δημιουργού.

Στον κόσμο της τέχνης, αυτές οι αντιλήψεις αποτυπώθηκαν από τον ποιητή Dante Alighieri (1256-1321) και την Commedia του, η οποία αντλήθηκε από τις πλούσιες παραδόσεις του Ελληνικού πολιτισμού, αλλά έφερε και κάτι θεμελιωδώς νέο στο τραπέζι. Γιατί, όταν ο ποιητής προσκυνητής έφτασε στην κορυφή του Paradiso και κοίταξε το ουράνιο φως μέχρι που τα βλέμματά του δεν άντεχαν άλλο την φωτεινότητα, αυτό που είδε ήταν, όχι κάποιος γενειοφόρος Θεός παλαιών ή υπερφυσικών όντων που λατρευόταν σε κάποιον ειδυλλιακό παράδεισο, αυτό που είδε ήταν μια εικόνα του δικού του προσώπου -ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι, η σχέση μεταξύ του μικρόκοσμου -του ανθρώπου- και του μακρόκοσμου -του σύμπαντος και της αρχής της δημιουργίας- καθιερώθηκε.

Ενώ η λογική έχει τους σκοπούς της και την αδιαμφισβήτητη χρησιμότητά της , ο Cusa -όπως και πολλά άλλα μεγάλα μυαλά- είδε ότι δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση την βάση της ανθρώπινης γνώσης ή την προσέγγιση της αλήθειας. Διότι, η ανθρώπινη δημιουργική ανακάλυψη είναι από την φύση της μη γραμμική, δεν συμβαίνει σε μια απλή σειρά σταδιακών βημάτων ή μέσω της γραμμικής αύξησης των «πληροφοριών», αλλά συντελείται μη γραμμικά, φρακταλικά, δημιουργικά σε αναλαμπές διορατικότητας και ευφάνταστα άλματα που χαρακτηρίζονται από την επίλυση των παραδόξων και των νέων «γνωστών-άγνωστων».

Ενώ η λογική, δηλαδή η «αναλογία» υμνήθηκε τόσο πολύ στους μεσαιωνικούς χρόνους, -ο Cusa έδειξε ότι ήταν κάτι πολύ χρήσιμο αλλά και κοινό η ανθρώπινη λογική- ήταν απλώς μια πιο σύνθετη ποσοτικά έκφραση, της ίδιας ποσοτικής μορφής σκέψης.

Ως πρακτικό παράδειγμα αυτού του είδους «λογικής» που μοιράζεται με τα ζώα, πάρτε το παράδειγμα του πώς μαθαίνει ένας σκύλος. Εάν ο σκύλος πάει στην θέση Α, τιμωρείται, ενώ η μετάβαση στην θέση Β οδηγεί σε ανταμοιβή, μέσω δοκιμής και λάθους, ο σκύλος μας «γνωρίζει» ότι το μέρος Α είναι επικίνδυνο ενώ το μέρος Β είναι ασφαλές. Αυτό το είδος λογικής, το οποίο μπορεί να επεξεργαστεί και να αναπτυχθεί με μεγάλη πολυπλοκότητα και χρησιμότητα σε διάφορα είδη καταστάσεων ή δυαδικών συστημάτων, εξακολουθεί να μην είναι το ίδιο με την γνώση, ότι το άπειρο πολύγωνο εξακολουθεί, να μην είναι κύκλος.

Μπορεί κανείς να φανταστεί την διαφορά μεταξύ μιας εκπαίδευσης που βασίζεται στο να αναπαράγουν τα παιδιά ένα συγκεκριμένο σύνολο πληροφοριών σε ένα τεστ, αντί να πειραματιστούν με διάφορες υποθέσεις και υποθέσεις και να δοκιμάσουν τις ιδέες τους, για να δουν ποια είναι τα διάφορα αποτελέσματα.

Δεδομένου ότι τα παιδιά δίνουν την ίδια ονομαστική απάντηση στο τεστ, τα δύο συστήματα μπορεί να φαίνονται σχεδόν αδιάκριτα. Ωστόσο, όποιος αμφιβάλλει για την ποιοτική διαφορά και τα σχετικά αποτελέσματα των δύο συστημάτων θα ήταν σε σοβαρό λάθος. Θα ήταν τόσο μακριά από την αλήθεια όσο το πολύγωνο άπειρης όψης είναι από τον κύκλο -μια εικόνα χωρίς πλευρές.

Αναγέννηση ή Επαναφορά;

Αλλά σήμερα, 600+ χρόνια μετά το On Learned Ignorance του Cusa, μας λένε ότι με τον σωστό αριθμό 1 και 0, και μέσω της ποσοτικής αύξησης των πληροφοριών σε ένα δυαδικό σύστημα, οι μηχανές θα μπορέσουν επιτέλους να αντικαταστήσουν τους δημιουργικούς ανθρώπους. Σύμφωνα με ορισμένους, αυτό που γνωρίζουμε ως μυαλό και οι δυνάμεις του για δημιουργική ανακάλυψη δεν είναι τίποτα άλλο από μια περίπλοκη μορφή αναλογίας, τέτοια που μπορεί να αναπαραχθεί με αρκετά 1 και 0.

Το ανθρώπινο μυαλό είναι απλώς το άθροισμα των χημικών ουσιών και των κυκλωμάτων στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Το ίδιο και η ζωή δεν είναι παρά ένας πιο περίπλοκος συνδυασμός μη ζωντανής ύλης. Η έκφραση του δημιουργικού μυαλού και της γνώσης ως θεμελιώδης οργανωτική αρχή στο σύμπαν απορρίπτεται ευθέως, και αντίθετα θεωρείται απλώς η αναδυόμενη ιδιότητα μιας τυχαίας άσκοπης διαδικασίας. Έτσι, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ο Γιουβάλ Χαράρι πρόσφατα δήλωσε:

«Δεν είμαστε πια μυστηριώδεις ψυχές. είμαστε πλέον ζώα που μπορούν να χακαριστούν».

Από την άλλη πλευρά, η μέθοδος του Cusa μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε το θεμελιώδες μυστήριο του δημιουργικού Λόγου ως την αρχή που ξεχωρίζει τα ανθρώπινα όντα από όλη την υπόλοιπη ζώσα ζωή. Αυτό το κεφάλαιο της ‘Αναγέννησης’ μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμο για την ενημέρωση του τρόπου με τον οποίο η ανθρώπινη κοινωνία ενεργεί και οργανώνεται προκειμένου να επιτύχει ένα νέο ποιοτικό άλμα (Κβαντικό Άλμα) στην δημιουργική της εξέλιξη.

Επιδράσεις της αρχαίας Ελληνικής μουσικής στην Αν. Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τους Άραβες

Εισαγωγή

Η μουσική ως τέχνη και στοιχείο πολιτισμού κατείχε κορυφαία θέση στην κοινωνία της Αρχαίας Ελλάδας. Η μουσική δεν ήταν απλά μια μορφή τέχνης και αυτοέκφρασης αλλά ένα δομικό στοιχείο της εκπαίδευσης άρρηκτα συνυφασμένο με την αρετή και τη φιλοσοφία. Αυτό εξηγεί γιατί καλός μουσικός στην Αρχαία Ελλάδα δεν θεωρούνταν αυτός που ήταν δεξιοτέχνης σε ένα μουσικό όργανο ούτε αυτός που τραγουδούσε όμορφα, αλλά αυτός που μπορούσε δια της μουσικής τέχνης να μεταδώσει ηθικές αξίες, κάλλος και αρετή. Απόδειξη της ύψιστης σημασίας της μουσικής στην αρχαιότητα είναι ότι αυτή υπήρχε σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, στις γιορτές, στο δράμα, στα γυμναστήρια, στις λατρευτικές εκδηλώσεις, στις σπονδές. Στον ιερό χώρο των Δελφών υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα, το θεό της μουσικής, όπου γίνονταν πανελλήνιοι μουσικοί αγώνες. Αοιδοί, ραψωδοί με λύρες και άλλα μουσικά όργανα, υμνούσαν μέσω της μουσικής τους τα κατορθώματα των ηρώων και τη δύναμη των θεών, και παρήγαγαν άσματα για όλες τις ανθρώπινες καταστάσεις και εμπειρίες.

Στην παρούσα μελέτη θα ανιχνεύσουμε την πορεία του ελληνικού μουσικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι τα βυζαντινά χρόνια, τις ρήξεις και τις συνέχειας που παρατηρούνται, και τις επιδράσεις που άσκησε στον ισλαμικό και τον βυζαντινό κόσμο. Συγκεκριμένα, στο πρώτο μέρος θα σκιαγραφήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρχαίου λόγιου ελληνικού μουσικού πολιτισμού. Στο δεύτερο μέρος θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τις επιδράσεις που άσκησε ο αρχαίος ελληνικός μουσικός πολιτισμός, σε θεωρητικό και σε πρακτικό επίπεδο, τόσο στον μουσικό πολιτισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όσο και στον μουσικοθεωρητικό στοχασμό των Αράβων. Στο τρίτο μέρος θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τις συνέχεις ή ασυνέχειες που μπορούν να παρατηρηθούν κατά την εξέλιξη του ελληνικού μουσικού πολιτισμού μεταξύ του αρχαίου και του βυζαντινού κόσμου. Τέλος, παρατίθενται τα συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν από την ανάλυση αυτής της μελέτης.

Α. Αρχαίος λόγιος Ελληνικός μουσικός πολιτισμός

Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα ήταν κυρίως φωνητική, μονωδιακή ή χορωδιακή. Ήταν επίσης μονοφωνική, ο εκτελεστής δηλαδή έπαιζε στο όργανο ό,τι τραγουδούσε με τη φωνή, για περισσότερη ευκρίνεια στη μελωδία. Η μουσική ήταν άμεσα εξαρτημένη από την ποίηση. Η μελωδία βασιζόταν στην προσωδία, δηλαδή στους κανόνες του ποιητικού λόγου που ρύθμιζαν: α) την άνοδο ή την κάθοδο του τονικού ύψους (συχνότητας) της φωνής ανάλογα με το ποια συλλαβή έφερε το γραμματικό σημείο τονισμού (η οξεία έδειχνε το ανέβασμα, η βαρεία το κατέβασμα και η περισπωμένη το ανεβοκατέβασμα της φωνής) και β) τη διάρκεια των συλλαβών – επομένως και των μουσικών φθόγγων – όπου μία μακρά συλλαβή είχε τη διπλάσια διάρκεια από μια βραχεία. Ο μουσικός ρυθμός καθοριζόταν από το ποιητικό μέτρο, δηλαδή από την επαναλαμβανόμενη διαδοχή σταθερού αριθμού μακρών και βραχειών συλλαβών (που ονομάστηκε πους) και όχι από τον δυναμικό τονισμό, όπως συμβαίνει σήμερα, καθώς δυναμικός τονισμός δεν υπήρχε στον ποιητικό λόγο.[1]

Οι αοιδοί, ως πρόδρομοι των Ελλήνων φιλοσόφων, είχαν ως κύρια δραστηριότητα τη δράση και τη θέαση, την πράξη και τη θεωρία, οι οποίες συμπλέκονται μεταξύ τους με έναν ιδιότυπο τρόπο[2]. Η μουσική, ως η ανώτερη εκδήλωση του αφηρημένου στον κόσμο της νοητής πραγματικότητας, αποτέλεσε την βασική πηγή αποκάλυψης των συμβολικών δυνάμεων του θείου. Ήδη από την εποχή του Ησιόδου (8ος αι. π.Χ.), οι Μούσες τραγουδούν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τη γένεση των θεών και, επομένως, τη γένεση του ζωντανού και έλλογου κόσμου. Τρεις αιώνες αργότερα, ο Πίνδαρος περιγράφει τις Μούσες να υμνούν τη δημιουργία της κοσμικής τάξης και τη βαθύτερη ανακάλυψη του νοήματος της ύπαρξης. Μέσω της τέχνης, επομένως, η ψυχή αληθεύει, δηλαδή πραγματώνει την αλήθεια. Η καταγωγή αυτής της ιδέας βρίσκεται στον Αριστοτέλη[3], όπου δίπλα στην τέχνη αναφέρεται και η γνώση, η επιστήμη. Έτσι «τέχνη και επιστήμη, μουσική και φιλοσοφία, συμβαδίζουν από πολύ νωρίς στην κατονομασία του γνωρίζειν με το ευρύ νόημα»[4]. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι για τους αρχαίους Έλληνες οι έννοιες της μουσικής και της φιλοσοφίας αλληλεπικαλύπτονται, αποτελώντας δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η τάση να κατανοήσει ο άνθρωπος σαφέστερα την κοσμική τάξη οδηγεί γύρω στα 600 π.Χ. στην αναζήτηση ενιαίων αρχών, με σκοπό την προσέγγιση του θείου ως περιεκτική ενότητα. Όπως ο Τυρταίος ή ο Σόλων ύμνησαν μια αρετή, όπως ο Θαλής θεώρησε ένα στοιχείο της φύσης, το νερό, ως αρχή και ουσία όλων των όντων, έτσι και στη μουσική, ο Πυθαγόρας (περ. 580-490 π.Χ.) έκανε την πρώτη θεωρητική[5] τεκμηρίωση των ηχητικών σχέσεων μέσα από την ανάπτυξη της έννοιας του αρμονικού κοσμοειδώλου. Η αρμονία με την πλατύτερή της έννοια, αποτελούσε για τους πυθαγόρειους το ιδεατό εκείνο σημείο γύρω από το οποίο συσπειρώνεται η κοσμική ύλη. Ανεξάντλητη, άφθαρτη και αμετακίνητη, αποτελεί τη μετενσωμάτωση του κοσμικού σχεδίου στη γη.

Για τους πυθαγόρειους, η κρυμμένη αυτή νομοτέλεια της αρμονίας της φύσης βρισκόταν στους αριθμούς. Ο αριθμός αποτελεί τη συστατική αρχή του κόσμου και η φύση συντίθεται με όμοιο τρόπο όπως και οι αριθμοί. Επεκτείνοντας αυτήν την σκέψη και στη μουσική, αλλά και αντίστροφα, ξεκινώντας από τη μουσική και την εξέταση των μουσικών αναλογιών, οι πυθαγόρειοι κατέληξαν σε μια γενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία τα στοιχεία του υλικού κόσμου είναι αριθμοί ή απομιμήσεις αριθμών.[6] Η θεωρία της Μουσικής, έτσι, «αξιώνεται να προβιβαστεί σε μια μαθηματική επιστήμη υπό την κατοχή και νομή της: όχι την τρίτη σε αρίθμηση και σημασία, αλλά τη δεύτερη μετά την Αριθμητική, πριν και πάνω κι από αυτή τη Γεωμετρία, που έτσι υποβιβάζεται στην τρίτη θέση. Στην τέταρτη θέση θα μπει το πιο απόμακρο και θεϊκό γεωμετρικό εκδήλωμα, η Αστρονομία»[7]. Οι πειραματικές αποδείξεις του Πυθαγόρα μέσα από τη χρήση του μονόχορδου[8] και ο συσχετισμός των θεμελιακών μουσικών διαστηματικών ειδών με την τετρακτύ[9] «κατέστησε δυνατό τον συνδυασμό της εγκοσμιότητας με την υπερβατικότητα, των παραστάσεων της καθημερινής εμπειρίας με τα ιδανικά αρχέτυπα της ύπαρξης»[10].

Όπως οι πυθαγόρειοι είχαν ήδη χαρακτηρίσει τα πράγματα απομιμήσεις των αριθμών, έτσι και ο Πλάτων (429/427-347 π.Χ.) έβρισκε μια σχέση ισοδυναμίας ανάμεσα στις εμπειρικές ενδείξεις με το λογικό ιδεώδες της ουσίας[11]. Επεκτείνοντας αυτήν την θεωρία εξάρτησης του ένυλου κόσμου από τον κόσμο των ιδεών και της συνάφειας αριθμού και ουσίας, ανέπτυξε και τη θεωρία του περί ήθους, του συσχετισμού, δηλαδή, των μαθηματικών οντοτήτων με τα ηθικά ιδεώδη και, παραπέρα, την εξήγηση της ψυχικής κατάστασης του ανθρώπου μέσα από την ανάλυση των γνωρισμάτων των μουσικών τρόπων. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, στις μελωδίες υπάρχουν “απεικονίσεις” χαρακτήρων και ψυχικών διαθέσεων[12]. Το ήθος συνδέεται με τις αρμονίες, τα συστήματα των οκτώ φθόγγων, με τον ακόλουθο τρόπο: η λυδική αρμονία χαρακτηρίζεται απαλή και ευχάριστη, η φρυγική ενθουσιώδης και εκστατική, ενώ η δωρική ήταν αρρενωπή και σοβαρή κ.τ.ο.[13].

Παρότι οι φιλοσοφικές διατυπώσεις του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.) είχαν ως αφετηρία τις θεωρίες του Πλάτωνα, σταδιακά διαφοροποιείται από την ιδεαλιστική τους προσέγγιση φθάνοντας σε μια πλήρη αντιστροφή της ιεράρχησης των όντων. Στον Πλάτωνα η ύψιστη ύπαρξη ανήκει στις ιδέες, ενώ τα πράγματα τα ενταγμένα στον χρόνο και στον χώρο είναι απλώς απεικάσματά τους. Ο Αριστοτέλης θα επιχειρήσει «να θέσει τους δύο κόσμους σε διαλεκτική βάση, κατά κάποιον τρόπο ισότιμη, μελετώντας ταυτόχρονα από δύο αντίρροπες κατευθύνσεις: θα προσεγγίσει αφενός τη θεωρητική όψη του όντος καθεαυτήν, και αφετέρου το φαινόμενο, που περιλαμβάνει και ό,τι σήμερα θα λέγαμε πράξη, ως επιμέρους έκφανση του όντος»[14]. Θα συμφωνήσει, ωστόσο, τόσο με τον Πυθαγόρα όσο και με τον Πλάτωνα για την παιδαγωγική σημασία της μουσικής, προβάλλοντας τέσσερα επιχειρήματα: η μουσική διασκεδάζει και ξεκουράζει, επιδρά στην ηθική διαμόρφωση του χαρακτήρα, προσφέρει διανοητική και αισθητική απόλαυση και συμβάλλει στην “κάθαρση”[15].

Η νηφάλια αντικειμενικότητα και η επιστημονική επιχειρηματολογία του Αριστοτέλη είχε άμεσο αντίκτυπο στην εξέλιξη της μουσικής θεωρίας, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον μαθητή του Αριστόξενο τον Ταραντίνο (β΄ μισό 4ου αι. π.Χ.). Το βασικό διαφοροποιητικό στοιχείο ανάμεσα στην προσέγγιση του Αριστόξενου και των μαθητών του σε σχέση με αυτήν των προκατόχων του είναι ο κατηγορηματικός τρόπος με τον οποίο αποκρούει την οικοδόμηση της μουσικής θεωρίας αποκλειστικά πάνω σε μαθηματικούς υπολογισμούς. Αντίθετα, λοιπόν, από τους πυθαγόρειους, που εξαρτούσαν και ήλεγχαν τις μουσικές ποιότητες με βάση τον μαθηματικό λόγο, ο Αριστόξενος αναγνωρίζει ως αποφασιστικό στοιχείο την αντίληψη διαμέσου των αισθήσεων, που όμως πρέπει να εκτιμηθούν και να ταξινομηθούν από τον νου. Το δόγμα του Αριστόξενου ήταν, λοιπόν, ότι: «η μουσική ανήκει στους μουσικούς, και ύπατος και τελικός κριτής της μουσικής είναι το ους (το αυτί)»[16]. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι κανόνες που θέσπισε ο Αριστόξενος σχετικά με την άσκηση της τέχνης «δεν συνδέονται αποχρώντως ή έστω συνειδητά με το θεμελιώδες τμήμα της αρμόδιας θεωρίας. Αυτοί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να λέγονται “θεωρία” και δεν συγκαταλέγονται σε αυτήν: ανήκουν στην πράξη, ως μεθοδική περιγραφή της, και λέγονται Θεωρητικά»[17].

Κατά τους αλεξανδρινούς χρόνους, οι επίγονοι αυτής της πνευματικής κληρονομιάς κινούνται ανάμεσα σε δύο πόλους, με τους νεοπλατωνιστές φιλοσόφους και μουσικογράφους από τη μια να επεκτείνουν τις ιδεαλιστικές θεωρίες των πυθαγορείων και του Πλάτωνα, και τους Περιπατητικούς, τους Στωικούς και του Ακαδημαϊκούς από την άλλη, να υπερασπίζονται τον εμπειρισμό του Αριστοτέλη. Όσον αφορά δε στη μουσική, «οι οπαδοί της θεωρίας του Πυθαγόρα χαρακτηρίζονταν “κανονικοί” ή “μαθηματικοί”, ενώ οι οπαδοί του Αριστόξενου ονομάζονταν “ακουστικοί” ή “ακουσματικοί” και “αρμονικοί”»[18]. Στους αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας, μολονότι γράφτηκαν πολλές αξιόλογες πραγματείες πάνω στη μουσική και τη φιλοσοφία, δεν περιέχονται στοιχεία που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις βασικές θέσεις των προκατόχων τους. Εξαιρετικά σημαντικές είναι οι πραγματείες του Κλαύδιου Πτολεμαίου (108-163/168 μ.Χ.), του Νικόμαχου του Γερασηνού (2ος αι. μ.Χ.) και του Αριστείδη Κοϊντιλιανού (1ος/3ος αι. μ.Χ.). Και οι τρεις χαρακτηρίζονται ως «θεωρητικοί νεοπλατωνικής κατεύθυνσης, αν και σε πολλά σημεία προσπαθούν να επαναδιαπραγματευθούν την αριστοξένεια αισθητική της συμπεριφορικής αντιμετώπισης του ήχου ως ενός ρευστού, πολυδιάστατου πλέγματος συγκινησιακών ερεθισμάτων, μέσα από τη συμφιλίωσή του με τα αυστηρά μαθηματικά πρότυπα των Πυθαγορείων»[19].

Οι δρώντες μουσικοί, από την άλλη, διαρκώς απομακρύνονταν από τη φιλοσοφική αντιμετώπιση της τέχνης τους, που τους ήταν δυσνόητη, και ασπάζονταν τις ρεαλιστικές και περισσότερο εμπειρικές απόψεις του Αριστόξενου, που τους ήταν πιο προσιτές. «Το πιθανότερο είναι, τελικά, πως οι μουσικοί εκτελεστές, φορείς της ζώσας μουσικής παικτικής παράδοσης και τέχνης, ούτε εξαφανίστηκαν ούτε συμμορφώθηκαν ποτέ προς τους Πυθαγορείους, αλλά απλώς συνέχιζαν να παίζουν. Ο Αριστόξενος τους προσέφερε οργάνωση, επαγγελματική και “θεωρητική” κάλυψη, κύρος, μέλλον»[20].

Β. Επιδράσεις που άσκησε ο Ελληνικός μουσικός πολιτισμός

α) Στον μουσικό πολιτισμό της Αν. Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Κατά το τέλος της αρχαιότητας, οι δύο αρχαιοελληνικοί πόλοι της θεωρίας και της πράξης έχουν δώσει τη θέση τους σε μια πλειάδα από επιμέρους προσεγγίσεις και απόψεις. Εντούτοις, «ο γενικός τόνος της μουσικής συντάσσεται με την αριστοξενική αντίληψη που τη θέλει αποκλειστικά τέχνη, και η καθαρή θεωρία βρίσκεται σε μειονεκτική θέση: δεν λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν, είτε υποβιβάζεται σε συμπληρωματικό όργανο μελέτης και “θεωρητικής” απολογίας της πράξης και διευθέτησης “θεωρητικών ζητημάτων”, γεγονός που μεταστοιχειώνει και τις λιγοστές, έστω, αναλαμπές της σε Θεωρητικά, τα οποία κυριαρχούν και διεκδικούν ακόμα και τον ρόλο θεωρίας»[21]. Επίσης, το γεγονός ότι ο χριστιανισμός ανακηρύσσεται ως επίσημη θρησκεία έχει καθοριστική επίδραση για την εξέλιξη της μουσικής: «οι λαϊκές μουσικές αφήνονται να ακολουθήσουν μόνες τον δρόμο τους, ενώ οι λόγια μουσική διοχετεύεται αποκλειστικά στη θρησκευτική λατρεία, κι έτσι αναπτύσσεται το μοναδικό φαινόμενο της ορθόδοξης εκκλησιαστικής μελοποιίας, που θα ονοματιστεί αργότερα και “βυζαντινή μουσική”»[22].

Αυτή η κατάσταση αφήνει ελάχιστα περιθώρια για την δημιουργία μουσικής θεωρίας ή έστω την ενασχόληση με αυτήν. Οι μοναδικές αναφορές στη μουσική θεωρία γίνονται από τον Μιχαήλ Ψελλό (τον 11ο αι. μ.Χ.), τον Γεώργιο Παχυμέρη (τον 13ο αι. μ.Χ.) και τον Μανουήλ Βρυέννιο (τον 14ο αι. μ.Χ.). Και οι τρεις, όμως, απλώς παραθέτουν τα γένη του Κλαύδιου Πτολεμαίου. Μόνο ο Παχυμέρης προτείνει δύο επιπλέον τετράχορδα και επιχειρεί μια καινοτομία: «θεωρεί δεδομένη τη δυνατότητα να υπάρχει κάθε τετράχορδο σε δύο εκδοχές: μία κανονική (“επί το βαρύ”), αλλά και μία ανεστραμμένη (“επί το οξύ”)», επηρεασμένος, ωστόσο, από τους άραβες αλ Φαράμπι και Ιμπν Σίνα[23].

Τα περισσότερα βυζαντινά μουσικά συγγράμματα αναφέρονται στα Θεωρητικά και παρουσιάζουν σχεδόν αποκλειστικά το πρόβλημα των τρόπων ή τόνων, δηλαδή το πρόβλημα του μουσικού συστήματος και φυσικά τα θέματα των τύπων των τετραχόρδων (διατονικό, χρωματικό, εναρμόνιο), του υπολογισμού των διαστημάτων κλπ. (οι τρόποι διατηρούν τις αρχαίες ονομασίες τους (δώριος, φρύγιος, λύδιος κλπ.) ενώ και οι φθόγγοι που τους συγκροτούν αναφέρονται με τα αρχαία ονόματα των χορδών της λύρας (νήτη, υπάτη, λιχανός κλπ.))[24].

β) Στον μουσικοθεωρητικό στοχασμό των Αράβων

Στην Ανατολή, από την άλλη μεριά, οι πολιτικές συγκυρίες των ελληνιστικών βασιλείων είχαν ωθήσει τους πολιτισμούς προς τη συγκρότηση είτε διατήρηση ενός ενιαίου κορμού και κλίματος, με τοπικές παραλλαγές, γεγονός που καθίσταται πρόδηλο στην μουσική, που έτσι κι αλλιώς αντλούσε από ένα πανάρχαιο σώμα παράδοσης, και σε όσα σχετίζονταν με αυτήν. «Το επίκεντρο της έρευνας γύρω από τις μαθηματικές, φιλοσοφικές και μυστικιστές της όψεις μετατίθεται στην προϊσλαμική Περσία των Σασανιδών (3ος-7ος αι. μ.Χ.), από την οποία προέρχεται και ένα σημαντικότατο σωζόμενο πρότυπο για τη διαστηματική, το “αρχαίο περσικό λαούτο”»[25].

Κατά τον 7ο αι. μ.Χ. γεννιέται η θρησκεία του Ισλάμ και από τον 8ο αι. μ.Χ. το πολιτισμικό και πολιτικό κέντρο της Μέσης Ανατολής μεταφέρεται στην Βαγδάτη. Εκεί έδρασε ο Ζαλζάλ (?-791 μ.Χ.), ο πρώτος μεγάλος Πέρσης μουσικός ο οποίος παρέδωσε κάποια καθαρή θεωρία. «Στην ουσία ο Ζαλζάλ προσπάθησε και πέτυχε να συστηματοποιήσει την είσοδο και περιγραφή της αλληλουχίας των πανάρχαιων πρωτογενών κλιμάκων της Ανατολής: αυτές είναι πολύ κοντινές στις αρχαίες ελληνικές/θρακοφρυγικές αυλητικές κλίμακες του Δάμωνα, ίδιες με τις αρχαϊκές λυδικές κλίμακες «του σπονδείου» και το «μαλακό διάτονο» σύστημα της βυζαντινής μουσικής»[26].

Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες θα δεσπόσουν στη Βαγδάτη άλλοι δύο σπουδαίοι φιλόσοφοι: ο σουφί αλ Φαράμπι (872-950 μ.Χ.) και ο Ιμπν Σίνα, γνωστός στη Δύση ως Αβικέννας (980-1037 μ.Χ.). «Οι δύο αυτές επιφανείς προσωπικότητες παραθέτουν μακρούς καταλόγους από ελληνικά τετράχορδα και κλίμακες, και σε αυτά προσθέτουν δικές τους παρατηρήσεις και κατασκευές, επεκτείνοντας τα ελληνικά Θεωρητικά με πρωτότυπες εμπνεύσεις, εν πολλοίς ερανιζόμενοι από τα ακούσματα της εποχής τους και επεμβαίνοντας σε αυτά κανονιστικά»[27].

Γ. Συνέχειες και ασυνέχειες

Εξαρχής το ερώτημα σχετικά με τις συνέχειες ή ρήξεις μεταξύ αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής είναι εξαιρετικά γενικόλογο και αόριστο. Με τον όρο “μουσική” θα μπορούσαμε να εννοούμε το αισθητικό ή το κοινωνικό αποτέλεσμα της τέχνης, το φιλοσοφικό ή μαθηματικό της υπόβαθρο, τη θεσμική ή παιδευτική της υπόσταση, τα τεχνικά χαρακτηριστικά της κλπ. Εξάλλου, αν λέγοντας “βυζαντινή μουσική” εννοούμε την ψαλτική, είναι σαφές ότι, σε πρώτη ματιά, ελάχιστα κοινά φαίνεται να έχει με την αρχαιότητα, προϊστορική είτε ιστορική. Εκλείπουν τα όργανα, η μουσική εξαρτάται από τον λόγο που το περιεχόμενό του γίνεται αυστηρά θεολογικό και διακονεί μια θρησκεία νέα, ατονεί γενικά ο ρυθμός, αποδοκιμάζεται ο χορός. Το ερώτημα έχει κατεξοχήν νόημα αν περιοριστεί στα θεωρητικο-τεχνικά στοιχεία των διαστημάτων, των κλιμάκων και των ρυθμών. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή την θεώρηση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα παρακάτω.

Από την παλαιολιθική εποχή, δύο βασικά μουσικά συστήματα έρχονται και επανέρχονται ως πρωτογενή στοιχεία στις μουσικές των ομάδων και των λαών. Και τα δύο προκύπτουν από τρόπους τρήσης των αυλών. Η αρχή, σύμφωνα με τον Λέκκα, είναι η εξής:

«Ο αρχετυπικός αυλός, ένα απλό φλάουτο, κρατιέται με το ένα χέρι και έχει 3-5 οπές που παράγουν 4-6 νότες. Η επάνω οπή γίνεται έτσι, ώστε να παράγει ένα από τα τέλεια διαστήματα του αυτιού και της φυσικής ακουστικής, και οι υπόλοιπες διανοίγονται, εντελώς χονδρικά μιλώντας, με ίσες διαμέτρους και διατάσσονται σε ίσες αποστάσεις. Στα λεγόμενα πρωτόγονα στάδια δεν υπάρχει ακρίβεια στην κατασκευή των αυλών, γι’ αυτό και παρατηρούνται προσαρμογές και διορθώσεις. Ανάλογα με το ποιο τέλειο διάστημα έχει επιλεγεί, τα δύο αυτά συστήματα εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες:

- Τα ανημίτονα συστήματα. Καλύπτουν κάθε φορά μια ολόκληρη κλίμακα, η οποία έχει 5 νότες, γι’ αυτό λέγεται πεντατονική.

- Το αυλητικό διατονικό σύστημα. Καλύπτει κάτι περισσότερο από το μισό μιας κλίμακας. Για να καλυφθεί ολόκληρη κλίμακα, μια λύση είναι να χρησιμοποιήσουμε και τα δύο χέρια, οπότε η κλίμακα καταλήγει με 7 νότες, γι’ αυτό λέγεται επτατονική»[28].

Αυλητικά και σπονδειακά ήταν τα διάτονα που έφεραν με την “κάθοδό” τους τα Ελληνικά φύλα. Το σύστημα δέσποσε κατά την αρχαϊκή εποχή, και θα είχε επικρατήσει μονομερώς αν δεν ήταν ήδη εδώ τα πελασγικά πεντάτονα. Σπονδειακά και πεντάτονα συναντήθηκαν πολλές φορές και κάθε φορά το αποτέλεσμα υπήρξε ίδιο: αρχικά επικράτησε ένα μικρό χάος, που κατόπιν έδωσε ώθηση να αναπτυχθεί αυξημένη συνειδητότητα και θεωρία. Τελικά προϊόντα της ζύμωσης είναι διάφορα συστήματα, με πρώτα τα σύντονα διάτονα. Αυτά καλύπτουν απαραιτήτως μιαν ολόκληρη κλίμακα, είναι επτάτονα και οι δύο βασικές εκδοχές τους είναι οι πυθαγόρειες και φυσικές κλίμακες[29].

Η αρχαία μουσική είναι, λοιπόν, υβρίδιο των δύο ριζών της: της αυτόχθονος ή πελασγικής και της ανατολικότερης ελληνοθρακοφρυγικής. Στην ακμή της η αρχαιότητα δημιούργησε θεωρητική κοσμογονία, όταν οι Πυθαγόρειοι προώθησαν τη μελέτη των διαστημάτων μέσα από τα μαθηματικά. Μια βασική απόρροια της έμπρακτης εφαρμογής της θεωρίας υπήρξαν τα σύντονα συστήματα. Αντίθετα, κυρίαρχα σπονδειακή στη βάση της είναι η θεωρία και πράξη της βυζαντινής μουσικής, όπου το σύστημα λέγεται μαλακό διάτονο. Η βυζαντινή, λοιπόν, μουσική φέρεται να συμπίπτει φθογγικά με την αρχαία μόνο ως προς την αρχαϊκή εποχή της δεύτερης, μέχρι δηλαδή τον έβδομο π.Χ. αιώνα.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν ό,τι περιέχει και συνεπάγεται η ιστορική εξίσωση της διττής καταγωγής της αρχαίας μουσικής από τα πεντάτονα και το αυλητικό / σπονδειακό σύστημα, με την επικουρία της λόγιας θεωρητικής προσέγγισης, και συνάμα την υποδειγματική πιστότητα του θεωρητικού σώματος της βυζαντινής μουσικής στο σπονδειακό σύστημα, καταλήγουμε σε μια κατ’ εξοχήν παραδοξοφανή αλλά διόλου παράδοξη διαπίστωση, ότι μεταξύ της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής διατονικής διαστηματικής και τροπικής βάσης υπάρχει η εξής τεκμηριώσιμη σχέση καταγωγής και συνέχειας: η βυζαντινή μουσική επέχει τη θέση του ενός από τους δύο προγόνους της αρχαίας[30].

Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, ο αρχαίος ελληνικός λόγιος μουσικός πολιτισμός βασίστηκε κυρίως στην προτεραιότητα της θεωρίας έναντι της πράξης και στην θεώρηση της μουσικής ως φορέα ηθικών και παιδαγωγικών ευεγερτημάτων. Άσκησε δε ιδιαίτερη επίδραση τόσο στον μουσικοθεωρητικό στοχασμό των Αράβων όσο και στον μουσικό πολιτισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά το 2ο αιώνα μ.Χ., λόγια μουσική έκφραση του ελληνικού πολιτισμικού χώρου θα καταστεί η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, η οποία:

α) θα εγκαταλείψει την αρχαία θεωρία με τις σύντονες κλίμακές της και θα προσχωρήσει σε “λογιοποίηση” ενός πανάρχαιου ακούσματος, με τις σπονδειακές κλίμακές του, πραγματοποιώντας χρονικό άλμα 8 αιώνων προς τα πίσω, συνεπικουρούμενη από την ευρύτερη υιοθεσία της πολεμικής του Αριστόξενου κατά της θεωρίας που εκδηλώθηκε ήδη από τον 4ο αι. π.Χ.·

β) εστιάζεται στην έκφραση αποκλειστικά του ιερού στοιχείου·

γ) φθάνει να ρυθμίζεται και να ελέγχεται από τον ιερατικό κύκλο του Πατριαρχείου, αντίθετα με την προηγούμενη και ειδοποιά Ελληνική κατάσταση ρύθμισης του λόγιου μουσικού πολιτισμού από τους φιλοσόφους, από παράγοντα δηλαδή κοσμικό.
------------------------
[1] Αντωνόπουλος Α., «Μουσικά όργανα», στο ένθετο της εφημερίδας Καθημερινή Επτά Ημέρες με γενικό τίτλο Αρχαία Ελληνική Μουσική, Κυριακή 10 Μαρτίου 2002, σ. 21.

[2] Snell B., Η ανακάλυψη του πνεύματος, μτφρ. Δ. Ιακώβ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997, σ. 403.

[3] Ηθικά Νικομάχεια, κεφ. 3.

[4] Ταίηλορ Ν., «Φιλοσοφίας μεν ούσης μεγίστης μουσικής», στο ένθετο της εφημερίδας Καθημερινή Επτά Ημέρες με γενικό τίτλο Αρχαία Ελληνική Μουσική, Κυριακή 10 Μαρτίου 2002, σ. 14.

[5] «Όταν λέμε θεωρία εννοούμε πολύ συγκεκριμένα πράγματα: μια φιλοσοφική θεώρηση του εποπτευόμενου χώρου, μια καλά καθορισμένη και αιτιολογημένη προσέγγιση στα βασικά σημεία της ταυτότητας, της ουσίας και της λειτουργικότητάς του, τη διατύπωση γενικών προβληματισμών και αποχρώντων νόμων και κανόνων που είναι όσο το δυνατόν πιο αφηρημένοι: φιλοσοφικοί και αμιγώς μαθηματικοί. Πέρα από τα φιλοσοφικά πρότερα, η θεωρία της μουσικής είναι καθαρά Μαθηματικά...»· Λέκκας Δ., «Θεμελιακή εννοιακή προσέγγιση στα δομικά στοιχεία της Θεματικής Ενότητας», στο: Βιρβιδάκης Στ., κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τ. Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2003, σ. 36.

[6] Λέκκας Δ., «Η αρχική (προκλασική) φιλοσοφία», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 256.

[7] Λέκκας Δ., «Πυθαγόρας και αριθμοί», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 257.

[8] «Μέσα από τη διευθέτηση της αυλητικής κληρονομιάς, έγινε εκ μέρους του Πυθαγόρα και της σχολής του κάθε δυνατή προσπάθεια να ελεγχθούν η μουσική πολυγλωσσία και ασάφεια, να τιθασευθεί ο υποκειμενισμός και να παταχθούν η ανακρίβεια και η αναξιοπιστία, με τη θέση προτύπων και νόμων για τις φθογγοθεσίες. Το μονόχορδο ήταν εποπτικό όργανο καθ’ όλα ακριβέστερο από τον Αυλό»· Λέκκας Δ., «Αρχαία Ελληνικά μουσικά Θεωρητικά», στο: Αγγελόπουλος Λ., κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, τ. Β, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2003, σ. 34.

[9] Η τετρακτύς σχηματίζεται από τους τέσσερις πρώτους ακέραιους αριθμούς, όπως ακριβώς και οι μουσικές συμφωνίες της οκτάβας [2:1], της πέμπτης [3:2] και της τετάρτης [4:3]· βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ., «Παράρτημα 2», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 302.

[10] Ταίηλορ Ν., ό.π., σ. 15.

[11] βλ. Λέκκας Δ., «Κλασική φιλοσοφία: Πλάτων και Αριστοτέλης», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 262.

[12] Πλάτωνος Πολιτεία 1340α38.

[13] βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ., «Συμπληρωματικά φιλοσοφικά στοιχεία της αρχαίας μουσικής», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 295.

[14] Λέκκας Δ., «Κλασική φιλοσοφία: Πλάτων και Αριστοτέλης», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 263.

[15] βλ. Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κ., «Συμπληρωματικά φιλοσοφικά στοιχεία της αρχαίας μουσικής», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 293.

[16] Λέκκας Δ., «Αρχαία Ελληνικά μουσικά Θεωρητικά», στο: Αγγελόπουλος Λ., ό.π., σ. 37.

[17] Λέκκας Δ., «Θεμελιακή εννοιακή προσέγγιση στα δομικά στοιχεία της Θεματικής Ενότητας», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 38.

[18] Λέκκας Δ., «Αρχαία Ελληνικά μουσικά Θεωρητικά», στο: Αγγελόπουλος Λ., ό.π., σ. 41.

[19] Ταίηλορ Ν., ό.π., σ. 17.

[20] Λέκκας Δ., «Αρχαία Ελληνικά μουσικά Θεωρητικά», στο: Αγγελόπουλος Λ., ό.π., σ. 41.

[21] Λέκκας Δ., «Θεωρία και θεωρητικές αρχές της Ελληνικής μουσικής κατά τους Μέσους Χρόνους», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 312.

[22] Λέκκας Δ., «Θεωρία και θεωρητικές αρχές της Ελληνικής μουσικής κατά τους Μέσους Χρόνους», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 314. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι με τον όρο “βυζαντινή μουσική” εννοούμε «την κυρίαρχη και επίσημη μουσική έκφραση της Αυτοκρατορίας, που εστιαζόταν στην Κωνσταντινούπολη και κατευθυνόταν από την Εκκλησία», και τον διαχωρίζουμε από τον όρο “μουσική του Βυζαντίου”, ο οποίος καλύπτει «όλες τις μουσικές, λόγιες και λαϊκές, θεωρητικές και προφορικές, θρησκευτικές και κοσμικές, που εμφανίστηκαν και λειτούργησαν μέσα στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ρευστά κι αυτά στη διαχρονία τους, ανεξάρτητα από προελεύσεις και γεωγραφικούς εστιασμούς»· βλ. Λέκκας Δ., «Μουσικά Θεωρητικά των Μέσων Χρόνων», στο: Αγγελόπουλος Λ., ό.π., σ. 178.

[23] Λέκκας Δ., «Θεωρία και θεωρητικές αρχές της Ελληνικής μουσικής κατά τους Μέσους Χρόνους», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 316.

[24] Βλ. Ιωαννίδης Γ., «Αρχαία Ελληνική και δυτική μουσική», στο ένθετο της εφημερίδας Καθημερινή Επτά Ημέρες με γενικό τίτλο Αρχαία Ελληνική Μουσική, Κυριακή 10 Μαρτίου 2002, σ. 24.

[25] Λέκκας Δ., «Θεωρία και θεωρητικές αρχές της Ελληνικής μουσικής κατά τους Μέσους Χρόνους», στο: Βιρβιδάκης Στ., ό.π., σ. 314.

[26] Λέκκας Δ., «Μουσικά Θεωρητικά των Μέσων Χρόνων», στο: Αγγελόπουλος Λ., ό.π., σ. 182.

[27] Στο ίδιο, σ. 183.

[28] Λέκκας Δ., «Αρχαία και βυζαντινή μουσική», στο ένθετο της εφημερίδας Καθημερινή Επτά Ημέρες με γενικό τίτλο Αρχαία Ελληνική Μουσική, Κυριακή 10 Μαρτίου 2002, σ. 29.

[29] Στο ίδιο, σ. 29.

[30] βλ. Λέκκας Δ., «Μουσικά Θεωρητικά των Μέσων Χρόνων», στο: Αγγελόπουλος Λ., ό.π., σ. 194.