Σάββατο 29 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 9. ΚΥΡΙΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


§9.0. Οι προτάσεις διαιρούνται με βάση τα παρακάτω κριτήρια: ως προς τη δομή τους, ως προς το ποιόν τους, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη σχέση τους με τις άλλες προτάσεις.

• Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι απλές, σύνθετες, ελλειπτικές καιεπαυξημένες προτάσεις.

• Ως προς το ποιόν τους διαχωρίζονται σε καταφατικές και αρνητικές ή αποφατικές. Οι καταφατικές προτάσεις δεν περιέχουν άρνηση που να αποδίδεται στο ρήμα (λ.χ. ΙΣΟΚΡ 21.9 <οὗτος> φίλους πολλοὺς κέκτηται || αυτός έχει αποκτήσει πολλούς φίλους), ενώ οι αρνητικές έχουν άρνηση που αποδίδεται σε αυτό (λ.χ. ΙΣΟΚΡ 21.10 Νικίας μὲν συκοφαντεῖν ἐπιθυμῶν οὐκ ἂν ἐπὶ τοῦτον ἦλθεν || αν ο Νικίας είχε επιθυμήσει να κερδίσει χρήματα συκοφαντώντας, δεν θα είχε κινηθεί εναντίον του).

• Ως προς το περιεχόμενό τους οι προτάσεις κατατάσσονται σε: α. προτάσεις κρίσεως β. προτάσεις επιθυμίας γ. ερωτηματικές προτάσεις και δ. επιφωνηματικές προτάσεις.

• Ως προς τη σχέση τους με τις άλλες προτάσεις διαιρούνται σε κύριες ή ανεξάρτητες προτάσεις και σε δευτερεύουσες ή εξαρτημένες.

Μάρκος Αυρήλιος: Ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση δεν είναι κακό

Της ανθρώπινης ζωής ο χρόνος είναι μια στιγμή, η ουσία της ρευστή, οι αισθήσεις αμυδρές, του κορμιού η σύσταση φθαρτή, η ψυχή μια σβούρα, η τύχη ανεξιχνίαστη κι η φήμη προϊόν ακρισίας.

Με δυο λόγια, όλα του σώματος είναι ρευστά σαν ποταμός, ενώ της ψυχής είναι όνειρο και ψευδαίσθηση· η ίδια η ζωή είναι πόλεμος και ταξίδι σε ξένο τόπο, κι η υστεροφημία είναι λήθη.

Ποιος μπορεί να μας παρασταθεί στο δρόμο;

Η φιλοσοφία και μόνον αυτή.

Και φιλοσοφία θα πει, να διατηρείς τον δαίμονα που ’χεις μέσα σου απρόσβλητο, σώο και αβλαβή, υπεράνω πόνων και ηδονών· τίποτα να μην κάνεις στα κουτουρού, τίποτα στα ψεύτικα και με υποκρισία· φιλοσοφία θα πει να μην έχεις ανάγκη από το τι κάνει ή δεν κάνει ο άλλος· κι ακόμη, ό,τι σου προκύψει και ό,τι σου στέλνει η μοίρα ο δαίμονάς σου να τα δέχεται, ως προερχόμενα κάπου από κει, απ’ όπου προέρχεται κι αυτός.

Και πάνω απ’ όλα, να περιμένεις το θάνατο με γαλήνιο νου, ως κάτι που δεν είναι παρά μια ακόμα διάλυση στοιχείων που συνθέτουν κάθε έμβιο ον.

Μεταβάλλονται αυτά τα στοιχεία, το καθένα σε κάτι άλλο, και δεν είναι διόλου τρομερό αυτό.

Αν είναι έτσι, τι σου κακοφαίνεται αυτή η μεταβολή και διάλυση των πάντων;

Αφού γίνεται σύμφωνα με τη Φύση.

Και ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση δεν είναι κακό.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν

Μη δίνεις σε κανέναν την ευκαιρία να σε κάνει δυστυχισμένο

Ποτέ μη θυσιάζετε τον εαυτό σας για κάποιον που δεν αναγνωρίζει την αξία σας. Αν κάποιος δεν μπορεί να δει πόσο σημαντικοί είστε, σας αγνοεί, σας εγκαταλείπει ή δεν σας σέβεται, μην τον ικετεύετε να σας προσέξει ή να σας αγαπήσει επειδή δεν θα είναι ποτέ πραγματική ή ειλικρινής η αγάπη του για σας.

Μην μπείτε ποτέ στον πειρασμό να γευτείτε το δηλητηριασμένο μήλο της αδιάφορης αγάπης γιατί θα σας κάνει να υποφέρετε.

Αν ζητάτε πάρα πολλά, είναι επειδή γνωρίζετε τι θέλετε και πόσο σημαντικά είναι αυτά για σας. Εσείς πρέπει να είστε οι πρώτοι που θα αξιολογήσετε τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις απόψεις και τη συμπεριφορά σας.

Θα πρέπει να αποφεύγουμε τους ανθρώπους που απειλούν τη συναισθηματική μας ισορροπία.

Θυμηθείτε τις ενδόμυχες επιθυμίες σας, ακούστε και αγαπήστε τον εαυτό σας επειδή εσείς είστε οι μοναδικοί που μπορείτε να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ξεφύγει από τις ψεύτικες αγάπες.

Ποτέ δεν πρέπει να ικετεύετε για αγάπη

Αν ικετεύετε για αγάπη, σημαίνει ότι ζητάτε κάτι που δεν υπάρχει πουθενά εκτός από το μυαλό σας. Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σας προσφέρει η ικεσία είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού· εμπόδιο για τη συναισθηματική σας ανάπτυξη και πόνο που οδηγεί στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς σας.

Όταν αγαπάμε κάποιον, φυσικά και θέλουμε να τον νοιαζόμαστε και να μην βιώσουμε ποτέ την ερωτική απογοήτευση. Τα συναισθηματικά αντανακλαστικά, μας κάνουν να θέλουμε να αγαπηθούμε, προωθώντας αισθήματα και συναισθήματα αρμονίας, ειλικρίνειας και αγάπης.

Αν δεν αντιμετωπίσετε την ψεύτικη αγάπη, θα καταλήξετε να πιστεύετε ότι σας κάνει να αισθάνεστε όμορφα. Θα πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την προσοχή ή τη στοργή κάποιου και τελικά θα πείσετε τον εαυτό σας ότι οι μονόπλευρες σχέσεις δεν είναι και τόσο άσχημες.

Είναι απλό: το άτομο που σας αξίζει, είναι εκείνο που θα σας πλησιάσει από μόνο του, θα σας εκτιμήσει και θα αφιερώσει το χρόνο και τις σκέψεις του για σας.

Κανείς δεν μπορεί να σας κάνει δυστυχισμένους χωρίς την άδειά σας

Το πανίσχυρο εργαλείο για την καταπολέμηση της συναισθηματικής αδικίας και αδιαφορίας είναι η αυτοδιάθεση. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από υγιή αυτοεκτίμηση, αυτογνωσία και να αντικατοπτρίζει τα αισθήματα, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τόσο τη δική σας όσο και του άλλου.

Ωστόσο, αυτές τις περιπτώσεις θα οδηγήσουν στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς μας. Αυτό που δεν κατανοούμε είναι ότι δεν πρέπει να κυνηγάμε εκείνους που δεν μας αξίζουν.

Κατά αυτή την έννοια, πρέπει να ξέρουμε πώς να ακολουθούμε ορισμένες πετυχημένες στρατηγικές για να ξεπερνάμε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικές κοινές περιπτώσεις:

• Ο πόνος της ψεύτικης αγάπης είναι μια σκληρή διαδικασία η οποία μας οδηγεί στην επώδυνη φάση των αποφάσεων. Γενικά, ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν θέλουμε να το εκφράσουμε με λέξεις ή να βγάλουμε τις συναισθηματικές παρωπίδες που φοράμε.

• Αγνοούμε τη δυσφορία και την αποφεύγουμε πιστεύοντας ότι το συναισθηματικό πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του φυσικά.

• Όταν τελικά παραδινόμαστε στη δυσφορία, έρχεται μια περίοδος που η δυσφορία είναι υπερβολική για να την αντέξουμε και αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα πριν μας καταπνίξει.

• Αλλά τι συμβαίνει όταν καταπολεμάμε τα δικά μας συναισθήματα; Η εστίαση στο πρόβλημα μας ελέγχει και ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια ατελείωτη μάχη που το μόνο που καταφέρνει είναι να επιμηκύνει τον πόνο.

• Εξίσου κοινή είναι και η έκφραση «αποδεχτείτε τον πόνο». Ωστόσο, δεν πρέπει ούτε να τον αγνοούμε αλλά ούτε και να τον αποδεχόμαστε.

Αυτό που πραγματικά χρειάζεστε για να μπορέσετε να ελέγξετε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης είναι να τον αντιμετωπίσετε και να απομακρυνθείτε από αυτόν. Πρέπει να κατανοήσετε ότι σας πονά επειδή αυτό που πραγματικά θέλετε είναι να σας αγαπάει κάποιος και πιθανότατα το άλλο άτομο δεν νοιάζεται για σας ή δεν σας αγαπά.

Για να ξεπεράσετε τον πόνο, το επόμενο βήμα είναι να βρείτε μια λύση και να την εφαρμόσετε.

Ποια είναι η σωστή λύση; Να πείσουμε τον εαυτό μας ότι, αν δεν μπορούμε να αποκτήσουμε με φυσικό τρόπο την εκτίμηση την οποία αποζητάμε, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να την κερδίσουμε. Το σωστό για μας είναι να μείνουμε μακριά από αυτό το άτομο καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα είμαστε σίγουροι ότι θα ξεπεράσουμε τον πόνο.

Για να δώσουμε ένα τέλος στον πόνο που συνοδεύεται από την ψεύτικη αγάπη θα πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε και να τον αποδεχτούμε. Είναι φυσιολογικό να θρηνείτε επειδή χάσατε κάτι που θέλατε τόσο πολύ.

Να αγαπάτε και να εκτιμάτε τον εαυτό σας: να θρέφετε τις σχέσεις σας με αυτοεκτίμηση

Αν και κάθε συναισθηματική κατάσταση είναι περίπλοκη, κάθε πόνος έχει και κάποια λύση. Η πραγματική αλλαγή είναι δυνατή όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτό και να αντιμετωπίσουμε την οδυνηρή κατάσταση.

Συνεπώς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρώτο άτομο στο οποίο πρέπει να αφιερώνουμε το χρόνο μας είναι ο εαυτός μας. Έπειτα θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε ποιος μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα και ποιος όχι.

Μην ικετεύετε για προσοχή ή λίγη παραπάνω αγάπη από κανέναν, επειδή όποιος σας αγαπάει θα σας το δείξει όπως και να έχει.

Να θυμάστε ότι η συναισθηματική αδικία παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας. Μας βοηθά να εξετάζουμε τις επιθυμίες, τις αξίες και τις ανάγκες μας.

Μην συνεχίζετε να παίρνετε τηλέφωνο κάποιον που δεν πρόκειται να σας απαντήσει. Σταματήστε να ψάχνετε και αφήστε τους να σας βρουν εκείνοι. Σταματήστε να αναρωτιέστε για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας μόνο με τη μορφή καρτ ποστάλ. Ξέρετε σε ποιους αναφερόμαστε, σε εκείνους που ενδιαφέρονται μόνο για εμφανίσεις και θα σας κάνουν να νιώθετε καλά μόνο όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τριγύρω για να το προσέξουν.

Μην ξεχάσετε να εξετάσετε τους λόγους για τους οποίους προσκολληθήκατε σε αυτό το πρόσωπο από την αρχή. Τι σας έκανε να ικετεύετε για την αγάπη του και την προσοχή του; Πηγαίνετε στην πηγή και ξεκινήστε την εσωτερική σας μεταμόρφωση.

Είναι βασικό να θρέφετε την αυτοεκτίμησή σας και να σταματήσετε να ικετεύετε για αγάπη επειδή η αγάπη φαίνεται και την αισθανόμαστε. Δεν πρέπει ποτέ να ζητάτε να σας αγαπήσουν. Η προσοχή και η στοργή σας είναι τόσο σημαντικά πράγματα για να τα σπαταλάτε σε κάποιον που δεν τα αξίζει.

Αφιερώστε τον εαυτό σας σε εκείνους που σας αγαπούν και σας κατανοούν άνευ όρων.

Διδάξτε στα παιδιά σας την ευτυχία και όχι την τελειομανία

Πολλοί γονείς θεωρούν ότι η ανώτατη εκπαίδευση και η τελειότητα είναι βασικές προϋποθέσεις για την ευτυχία. Η ανατροφή των παιδιών δεν είναι μόνο να καταφέρουν να μπουν στο καλύτερο σχολείο, να γνωρίζουν τρεις γλώσσες και να μοιάζουν σαν κούκλες σε βιτρίνα πολυκαταστήματος.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι γονείς που θέτουν υψηλούς στόχους προκαλούν σοβαρές ελλείψεις στις ζωές των παιδιών τους.

Το πιο πιθανό είναι να φτάσουν στην ενηλικίωση και να σκέφτονται ότι δεν είναι αρκετά καλοί και ότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους.

Αυτές οι ιδέες μπορούν να συνοψιστούν από μια απλή σχέση: στην προσπάθειά σας να αναθρέψετε τα τέλεια παιδιά θα αποκτήσετε μελαγχολικά παιδιά. Να σέβεστε την προσωπικότητά τους, να αφήνετε τη φωνή τους να ακουστεί και να ανησυχείτε μόνο για το αν είναι ευτυχισμένα.

Με αυτό τον τρόπο θρέφουμε τις καρδιές τους έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ελεύθερη σκέψη, να γίνουν υγιείς ενήλικες και να έχουν ολοκληρωμένη ζωή. Ας εξετάσουμε λίγο αυτό το θέμα.

Σύνδρομο του πιεστικού γονέα: οι κίνδυνοι της τελειομανίας

Υπάρχει μια περίεργη ιστορία η οποία απεικονίζει άψογα αυτή την ιδέα: στη Ρώμη υπάρχει ένας τύμβος από το 94 π.Χ. που προσελκύει πάντα την προσοχή των τουριστών.

Η επιγραφή στην ταφόπλακα έχει ως εξής: «Ενθάδε κείται ο Quintus Sulpicius Maximus, ένας ρωμαίος νέος που έζησε 11 χρόνια, 5 μήνες και 12 ημέρες. Απεβίωσε μερικές μέρες μετά τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό ποίησης για ενήλικες».

Ήταν γνωστό ότι ο μικρός Quintus διέθετε ένα ξεχωριστό ταλέντο. Στις μέρες μας πιθανότατα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα παιδί-θαύμα. Ήταν τόσο πολυτάλαντος που οι γονείς του τον είχαν πάει σε όλους τους διαγωνισμούς ποίησης και λογοτεχνίας στη Ρώμη για να διαγωνιστεί με ενήλικες.

Λέγεται ότι το παιδί πέθανε επειδή κατέρρευσε από εξάντληση από την πολλή εργασία και δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις βαριές προσδοκίες που του είχαν θέσει οι γονείς του. Αυτή η ιστορία αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του «συνδρόμου του πιεστικού γονέα».

Η τρέχουσα εμμονή να έχουμε τέλεια παιδιά

Πολλοί γονείς ονειρεύονται να έχουν όμορφα, ταλαντούχα παιδιά που προορίζονται να γίνουν επιτυχημένοι επαγγελματίες του αύριο.
  • Το λάθος εδώ, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι ότι οριοθετούν τα μικρά «στο μέλλον», ξεχνώντας ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για τα παιδιά είναι το εδώ και το τώρα: η χαρά της στιγμής.
  • Ως γονείς, θέλουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας αλλά θα πρέπει να διατηρούμε και μια ισορροπία. Τα παιδιά θα πρέπει να είναι σε θέση να απολαμβάνουν την παιδική τους ηλικία.
  • Είναι σημαντικό να μορφώνουμε τις καρδιές των παιδιών. Πρέπει να τα καθοδηγούμε και να τα συμβουλεύουμε και όχι να τα αναγκάζουμε να προχωρούν στο δρόμο των δικών μας προσδοκιών.
Κλειδιά για την ελάφρυνση της τελειομανίας όταν αναθρέφουμε τα παιδιά μας

Η αποφυγή της βλαβερής τελειομανίας είναι το πιο σημαντικό από όλα. Παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού και προκαλεί πόνο, αντί να φέρνει ευτυχία. Για να μπορέσουμε να το αποφύγουμε θα πρέπει να έχουμε κατά νου αυτές τις αρχές:

Οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους

Μερικές φορές οι γονείς αντί να είναι απαιτητικοί με τα παιδιά τους, τα παρακολουθούν καθώς θέτουν τις δικές τους προσδοκίες με κάπως τραγικό τρόπο.

Αυτό συμβαίνει επειδή στο σπίτι τα παιδιά προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά μας. Αν είμαστε πραγματικά επικριτικοί για το περιβάλλον μας και θέτουμε πολύ αυστηρά πρότυπα για τον εαυτό μας τότε τα παιδιά που παρακολουθούν αυτή τη συμπεριφορά θα τη μιμηθούν.

Όταν ακούν εκφράσεις όπως: «Έκανα ένα λάθος στη δουλειά, απλά θέλω να πεθάνω. Καταστροφή». Αυτό μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο σε ένα παιδί.

Να είστε προσεκτικοί με τις προσδοκίες που θέτετε στα παιδιά σας και με τον τρόπο που τα προστατεύετε

Θα σας δώσουμε ένα παράδειγμα: ο γιός σας είναι πραγματικά περήφανος για τον εαυτό του που πήρε καλό βαθμό στα μαθηματικά. Εσείς, αντί να χαρείτε με το επίτευγμά του, τον ενημερώνετε ότι την επόμενη φορά περιμένετε να πάρει ακόμη καλύτερο βαθμό.

Αυτό δεν είναι σωστό: να βοηθάτε τα παιδιά σας να εκτιμούν τα επιτεύγματά τους, να γνωρίζουν την αξία της σκληρής δουλειάς αλλά να μην αισθάνονται ταπεινωμένα όταν δεν μπορούν να επιτύχουν όλους τους στόχους που έχουν θέσει.

Να ελπίζετε για το καλύτερο αλλά να αποδέχεστε ότι όλοι κάνουμε λάθη
  • Ένα λάθος ή μια αποτυχία δεν φέρνει το τέλος του κόσμου αλλά είναι ένας τρόπος να μαθαίνουμε και να το ξεπερνούμε. Να αφήνετε τα παιδιά σας να διαπρέπουν σε ό,τι επιθυμούν αλλά να τους δίνετε και το περιθώριο να κάνουν λάθη.
  • Να ενισχύετε τα αισθήματα ανοχής, κατανόησης, αυτοπεποίθησης και το αίσθημα αυτοεκτίμησης. Ένα παιδί που σας εμπιστεύεται αρκετά για να σας μιλήσει για τις αμφιβολίες του και τα λάθη του, είναι ένα παιδί που προσπαθεί να συνδεθεί μαζί σας και αυτό είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο.
Ξέρουμε ότι ζούμε σε μια περίοδο κοινωνικής κρίσης και ότι πρέπει τα παιδιά μας να είναι κατάλληλα προετοιμασμένα για το αύριο έτσι ώστε να έχουν πρόσβαση σε περισσότερες ευκαιρίες και να μπορέσουν να δημιουργήσουν έναν καλύτερο κόσμο.

Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμερίζουμε την αξία της εκπαίδευσής τους στη συναισθηματική νοημοσύνη έτσι ώστε να μεγαλώνουν και να γίνονται ευτυχισμένοι ενήλικες που θα είναι σε θέση να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό.

Είναι ένα έργο ζωτικής σημασίας που όλοι, μητέρες, πατέρες και εκπαιδευτικοί ακόμη και τα κοινωνικά ιδρύματα, είναι υπεύθυνα να διδάσκουν στα παιδιά την ευτυχία και όχι την τελειομανία.

ERICH FROMM: Το καλό και το κακό

Ακολουθεί ο επίλογος του έργου του Erich Fromm “Η καρδιά του ανθρώπου”.

Τουλάχιστον, ίσως αξίζει να συνοψίσουμε τα συμπεράσματα της ανάλυσής μας.

(1) Η κακία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. Πρόκειται για την προσπάθεια οπισθοδρόμησης σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο και εξάλειψης αυτού που είναι αποκλειστικά ανθρώπινο: της λογικής, της αγάπης, της ελευθερίας. Ωστόσο, η κακία δεν είναι μόνο ανθρώπινη αλλά και τραγική. Ακόμη και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να πάψει να είναι άνθρωπος. Έτσι η κακία δεν θα τον ικανοποιήσει ποτέ ως λύση. Το ζώο δεν μπορεί να είναι κακό. Δρα σύμφωνα με τις έμφυτες παρορμήσεις, οι οποίες ουσιαστικά υπηρετούν το συμφέρον της επιβίωσής του. Η κακία είναι η προσπάθεια να υπερβεί κανείς την ανθρώπινη και να περάσει στη μη ανθρώπινη σφαίρα. Ωστόσο, είναι βαθιά ανθρώπινη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ζώο, όπως δεν μπορεί να γίνει «Θεός». Το Κακό είναι η από πλευράς ανθρώπου απώλεια του εαυτού του στην τραγική προσπάθεια να αποδράσει από το βάρος της ανθρώπινης φύσης του. Και το δυναμικό για Κακό είναι ακόμη μεγαλύτερο, επειδή ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μια φαντασία που του επιτρέπει να φανταστεί όλες τις δυνατότητες για Κακό, και έτσι να τις επιθυμήσει και να τις κάνει πραγματικότητα, να τροφοδοτήσει την κακή φαντασία του. Η ιδέα του Καλού και το Κακού που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί ουσιαστικά με εκείνη που εκφράζεται από τον Σπινόζα. “Στο εξής επομένως”, λέει, “θα εννοώ ως καλό αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί μέσο για να προσεγγίσουμε εγγύτερα στον τύπο της ανθρώπινης φύσης που έχουμε θέσει ενώπιόν μας [το μοντέλο της ανθρώπινης φύσης, όπως το αποκαλεί αλλιώς ο Σπινόζα]- και ως “κακό” αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί εμπόδιο για μας στην προσέγγιση του προαναφερόμενου τύπου” (Ηθική, IV, Εισαγωγή). Λογικά, για τον Σπινόζα, “ένα άλογο θα καταστραφεί το ίδιο ολοσχερώς αν μετατραπεί σε άνθρωπο, όπως και αν μετατραπεί σε έντομο”. (Στο ίδιο.) Το καλό συνίσταται στη μεταμόρφωση της ύπαρξής μας σε μια όλο και εγγύτερη προσέγγιση της ουσίας μας- το κακό σε μια όλο και μεγαλύτερη αποξένωση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας.

(2) Οι βαθμοί της κακίας αποτελούν ταυτόχρονα βαθμούς οπισθοδρόμησης. Το μεγαλύτερο κακό είναι εκείνες οι ορμές που στρέφονται περισσότερο κατά της ζωής- η αγάπη του θανάτου, η αιμομικτική- συμβιωτική παρόρμηση επιστροφής στη μήτρα, στο χώμα, στο μη οργανικό- η ναρκισσιστική αυτοθυσία που κάνει τον άνθρωπο εχθρό της ζωής, ιδιαίτερα επειδή δεν μπορεί να ζήσει στη φυλακή του δικού του Εγώ. Το να ζεις με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να ζεις στην “κόλαση”.

(3) Υπάρχει μικρότερο κακό, σύμφωνα με τον μικρότερο βαθμό οπισθοδρόμησης. Υπάρχει έλλειψη αγάπης, έλλειψη λογικής, έλλειψη ενδιαφέροντος, έλλειψη θάρρους.

(4) Η ανθρωπότητα έχει την τάση οπισθοδρόμησης και προόδου- είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι ο άνθρωπος έχει την τάση για το καλό και για το κακό. Αν και οι δύο τάσεις βρίσκονται ακόμα σε κάποια ισορροπία, είναι ελεύθερος να επιλέξει, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να μετέρχεται της επίγνωσης και να καταβάλλει προσπάθεια. Είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ εναλλακτικών οι οποίες καθορίζονται από τη συνολική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Αν ωστόσο η καρδιά του έχει σκληρύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν υπάρχει πλέον ισορροπία ανάμεσα στις τάσεις, δεν είναι πια ελεύθερος να επιλέξει. Στην αλληλουχία των γεγονότων που οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας η καταληκτική απόφαση είναι συνήθως μία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει ελεύθερα. Στην πρώτη απόφαση ίσως μπορεί να επιλέξει ελεύθερα αυτό που οδηγεί στο καλό, εφόσον έχει επίγνωση της σημασίας αυτής της πρώτης απόφασης.

(5) Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν. Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο απρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων.

(6) Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει- μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μάς καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μάς καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, πρέπει να αποκτήσουμε επίγνωση προκειμένου να επιλέξουμε το καλό- αλλά καμία επίγνωση δεν θα μας βοηθήσει αν έχουμε χάσει τη δυνατότητα να συγκινούμαστε από τα βάσανα ενός άλλου ανθρώπου, από το φιλικό βλέμμα ενός άλλους προσώπου, από το κελάηδημα ενός πουλιού, από το πράσινο του γρασιδιού. Αν ο άνθρωπος γίνει αδιάφορος προς τη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα ότι μπορεί να επιλέξει το καλό. Τότε πράγματι η καρδιά του θα έχει σκληρύνει τόσο, που η “ζωή” του θα έχει τελειώσει. Αν αυτό συμβεί σε ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή ή στα πιο ισχυρά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας μπορεί να σβήσει ακριβώς την πιο ελπιδοφόρα στιγμή της.

ERICH FROMM, Η καρδιά του Ανθρώπου

ΠΛΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Δεσμώτες και σύγχρονος άνθρωπος

Μετά από αυτά όμως, είπα, φαντάσου την ανθρώπινη φύση ως προς την παιδεία και την απαιδευσία, σαν μια εικόνα που παριστάνει μια τέτοια κατάσταση. Δες λοιπόν με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως, σε όλο το μήκος της σπηλιάς μέσα της να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπου τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά από τους ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.

Βλέπω, είπε.

Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι, ανθρώπους να μεταφέρουν αντικείμενα κάθε είδους, που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και ανδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους υλικό, και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί.

Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους συνάμα δεσμώτες, είπε.

Μα είναι όμοιοι με μας, είπα εγώ και πρώτα και κύρια, νομίζεις πως αυτοί έχουν δει κάτι άλλο από τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους που είναι μαζί, εκτός από τις σκιές που δημιουργεί η φωτιά, και που αντανακλούν ακριβώς απέναντι τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πως είναι δυνατόν, είπε, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατάνε ακίνητα τα κεφάλια τους εφ’ όρου ζωής;

Κι από αυτά που μεταφέρονται; Δεν θα έχουν δει ακριβώς το ίδιο; Τι άλλο;

Κι αν θα μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δεν νομίζεις πως σ’ αυτά που βλέπουν θεωρούν πως αναφέρονται οι ονομασίες που δίνουν;

Τι θα συνέβαινε, αν το δεσμωτήριο τους έστελνε αντίλαλο από τον απέναντι τοίχο, κάθε φορά που κάποιος από τους περαστικούς μιλούσε, νομίζεις πως θα θεωρούσαν πως αυτός που μιλάει είναι τίποτε άλλο από τη φευγαλέα σκιά;

Μα το Δία, όχι βέβαια, είπε.

Και σε κάθε περίπτωση, είπα εγώ, αυτοί δεν θα θεωρούν τίποτα άλλο σαν αληθινό, παρά τις σκιές των αντικειμένων.

Απόλυτη ανάγκη είπε.

Σκέψου όμως, είπα εγώ, ποια θα μπορούσε να είναι η λύτρωσή τους και η θεραπεία τους και από τα δεσμά κι από την αφροσύνη, αν τους συνέβαιναν τα εξής: Αν κάθε φορά, δηλαδή, που θα λυνόταν κάποιος και θ’ αναγκαζόταν ξαφνικά να σταθεί και να βαδίσει και να γυρίσει τον αυχένα του και να δει προς το φως, κι όλ’ αυτά θα τα έκανε με μεγάλους πόνους και μέσα από τα λαμπυρίσματα δεν θα μπορούσε να διακρίνει εκείνα, που μέχρι τότε έβλεπε τις σκιές τους, τι νομίζεις πως θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε πως τότε έβλεπε φλυαρίες, ενώ τώρα είναι κάπως πιο κοντά στο ον και πως έχει στραφεί προς όντα που πραγματικά και βλέπει με σωστότερο τρόπο, και αν του έδειχνε το καθένα από αυτά που περνούσαν, ρωτώντας τον τι είναι και αναγκάζοντάς τον ν’ αποκριθεί, δεν νομίζεις πως αυτός θ’ απορούσε και θα νόμιζε πως αυτά που έβλεπε τότε ήταν πιο αληθινά από τα τωρινά που του δείχνουν;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε να βλέπει προς το ίδιο το φως, δεν θα πονούσαν τα μάτια του και δεν θα έφευγε για να ξαναγυρίσει σ’ εκείνα που μπορεί να δει καλά, και δεν θα νόμιζε πως εκείνα στην πραγματικότητα είναι πιο ευκρινή από αυτά που του δείχνουν;

Έτσι, είπε.

Και αν, είπα εγώ, τον τραβούσε κανείς με τη βία από εκεί, μέσα από ένα δρόμο κακοτράχαλο κι ανηφορικό, και δεν τον άφηνε, πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, δεν θα υπέφερε τάχα και δεν θα αγανακτούσε όταν τον έπαιρναν, κι αφού θα έφτανε στο φως, δεν θα πλημμύριζαν τα μάτια του από τη λάμψη και δεν θα του ήταν αδύνατο να δει ακόμα κι ένα απ’ αυτά που τώρα ονομάζονται αληθινά;

Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσε έτσι ξαφνικά, είπε.

Έχω την εντύπωση πως θα χρειαζόταν να συνηθίσει, αν σκοπεύει να δει τα πράγματα που είναι πάνω. Και στην αρχή θα μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει καλά τις σκιές, και μετά απ’ αυτό, πάνω στην επιφάνεια του νερού τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων, και κατόπιν αυτά τα ίδια. Και μετά από αυτά, τ’ αντικείμενα που είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να δει ευκολότερα τη νύχτα, βλέποντας το φως των άστρων και της σελήνης, παρά στη διάρκεια της μέρας, τον ήλιο και το ηλιόφως.

Πως όχι;

Τελευταίο θα μπορούσε νομίζω να δει τον ήλιο, όχι στην επιφάνεια του νερού ούτε σε κάποια διαφορετική θέση τα είδωλά του, αλλά θα μπορούσε να δει καλά τον ήλιο καθαυτό στο δικό του τόπο και να παρατηρήσει προσεκτικά τι είδους είναι.

Κατ’ ανάγκη, είπε.

Και μετά θα συλλογιζόταν τότε για κείνον, πως αυτός είναι που ρυθμίζει τις εποχές και τους χρόνους και που κανονίζει τα πάντα στον ορατό κόσμο, καθώς και ο αίτιος, κατά κάποιο τρόπο, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

Είναι φανερό, είπε, πως αυτά θα συμπεράνει ύστερα από τα προηγούμενα.

Τι λες λοιπόν; Όταν αναλογίζεται την πρώτη του κατοικία και την εκεί σοφία που είχε αυτός και οι τότε συνδεσμώτες του, δεν νομίζεις πως θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για τούτη την αλλαγή και θα οικτίρει τους άλλους;

Και πολύ μάλιστα.

Κι αν υπήρχαν μεταξύ τους τότε κάποιες τιμές και έπαινοι και βραβεία γι’ αυτόν που θα μπορούσε να διακρίνει πιο καθαρά αυτά που περνούσαν μπροστά από τα μάτια του και γι’ αυτόν που θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερο ποια συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια μετά και ποια ταυτόχρονα, και έτσι θα μπορεί να προβλέπει, τι θα έρθει στο μέλλον, νομίζεις πως αυτός θα κατεχόταν από σφοδρή επιθυμία και θα ζήλευε τους τιμημένους από κείνους και τους μεταξύ εκείνων κυρίαρχους ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και πολύ θα επιθυμούσε να ήταν ζωντανός στη γη κι ας δούλευε για άλλον, που είναι ο φτωχότερος” και θα προτιμούσε να έχει πάθει τα πάντα, παρά να νομίζει εκείνα που νόμιζε και να ζει έτσι εκεί;

Έτσι νομίζω τουλάχιστον, είπε, πως θα προτιμούσε να πάθει οτιδήποτε παρά να ζει έτσι.

Και τώρα βάλε στο μυαλό σου το εξής, είπα εγώ. Αν κατέβει αυτός πάλι και καθίσει στον ίδιο θρόνο, δεν θα ξαναγεμίσουν τάχα τα μάτια του σκοτάδι, αφού ήρθε ξαφνικά από τον ήλιο;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Αν χρειαζόταν ν’ ανταγωνιστεί αυτός με κείνους τους παντοτινούς δεσμώτες, λέγοντας την άποψή του σχετικά με τις σκιές, καθόσον χρόνο η όρασή του είναι αμβλεία, πριν προσαρμοστούν τα μάτια του, και για να συνηθίσουν δεν θα χρειαζόταν και τόσο μικρός χρόνος, άραγε δεν θα προκαλούσε περιπαιχτικά γέλια και δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν πως με το ν’ ανεβεί επάνω, γύρισε με καταστραμμένα τα μάτια του και πως δεν αξίζει ούτε να προσπαθήσουν καν να πάνε επάνω; Και αυτόν που θα επιχειρήσει να τους λύσει και να τους ανεβάσει, αν τους δινόταν κάπως η ευκαιρία να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;

Αναμφίβολα, είπε.

Αυτή την εικόνα λοιπόν, φίλε μου Γλαύκωνα, είπα εγώ, πρέπει να την προσαρμόσεις σε όλα όσα είπαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις τον ορατό κόσμο με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και τη φωτιά που αντιφέγγιζε μέσα σ’ αυτή με τη δύναμη του ηλιακού φωτός. Αν όμως παρομοιάσεις την ανάβαση και τη θέα των αντικειμένων, που βρίσκονται στον επάνω κόσμο, με την άνοδο της ψυχής στον νοητό κόσμο, δεν θα σφάλεις ως προς τη δική μου άποψη, αφού επιθυμείς να την ακούσεις. Κι ο θεός τουλάχιστον ξέρει αν τυχαίνει να είναι αληθινή. Εμένα λοιπόν έτσι μου φαίνεται. Πως στην περιοχή του γνωστού η ιδέα του αγαθού είναι τελευταία και μετά βίας διακρίνεται, όταν όμως τη διακρίνει κανείς δεν μπορεί να μην συλλογιστεί πως αυτή είναι η αιτία για όλα γενικά τα σωστά και καλά πράγματα, γεννώντας μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και γιατί μέσα στον νοητό κόσμο αυτή είναι που διευθύνει και παρέχει την αλήθεια και τον νου και πως πρέπει να την ατενίσει οπωσδήποτε αυτός που εννοεί να ενεργήσει φρόνιμα και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή.

Στην παραστατική εικόνα των αλυσοδεμένων μέσα στην υπόγεια σπηλιά, παρουσιάζεται ο άνθρωπος της “δόξας”, της πλάτης, του περιορισμένου οπτικού πεδίου, της εξαναγκασμένης όρασης. Ο άνθρωπος, που εκλαμβάνει ως κάτι πραγματικό τη θέα της σκιάς των πραγμάτων, αγνοεί την αλήθεια και είναι ανίκανος για ουσιαστική βοήθεια προς το σύνολο. Η εικόνα των αλυσοδεμένων αισθητοποιεί τον άνθρωπο της “εικασίας της “δόξας”, τον δέσμιο της πλάνης. Αυτός ο άνθρωπος μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει αφού αδυνατεί να υπηρετήσει τόσο το ιδιωτικό όσο και το δημόσιο καλό. Συγκεκριμένα, στην 11η ενότητα εντοπίζονται οι εξής συμβολισμοί:

Η μισοσκότεινη σπηλιά: είναι ο αισθητός κόσμος, η ψευδής και απατηλή αισθητή πραγματικότητα. Το ημίφως της σπηλιάς είναι σύμβολο της αμάθειας, της ατελούς γνώσης των όντων στην οποία οδηγούν οι αισθήσεις. Παράλληλα, το σπήλαιο συμβολίζει και την αποτυχημένη πολιτική κοινωνία, στην οποία δεν κυβερνούν οι πεπαιδευμένοι, οι φιλόσοφοι (όπως στην ιδανική πλατωνική πολιτεία), αλλά δημαγωγοί και διεφθαρμένοι πολιτικοί. Στην αποτυχημένη αυτή πολιτεία (εδώ ο Πλάτων περιγράφει τα απορριπτέα πολιτικά συστήματα της εποχής του και κυρίως την παρηκμασμένη αθηναϊκή δημοκρατία), οι πολίτες (σύμβολό τους είναι οι δεσμώτες), απαίδευτοι, χωρίς κρίση και άβουλοι, παρασύρονται από φιλόδοξους δημαγωγούς, λαϊκιστές και διεφθαρμένους πολιτικούς, που κυβερνούν παρασύροντας το πλήθος σε λανθασμένες αποφάσεις με σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Η αιτία της κατάστασης αυτής είναι η απαιδευσία : και των’ πολιτών, που τους κάνει άβουλους, και των’ αρχόντων’, που τους κάνει διεφθαρμένους. Στην ερμηνεία αυτή της αλληγορίας του σπηλαίου μας προσανατολίζει, μάλιστα, ο ίδιος ο Σω. με το «Όμοιους ἡμῖν»: οι δεσμώτες είμαστε εμείς, λέει στον Γλαύκωνα, οι απαίδευτοι δεσμώτες-πολίτες της διεφθαρμένης πολιτείας-σπηλιάς που κυβερνούν επίσης απαίδευτοι άρχοντες.

Οι δεσμώτες: είναι οι απαίδευτοι άνθρωποι, που ζουν μέσα στο σκοτάδι της αμάθειας, της πλάνης και της πνευματικής και ηθικής αποτελμάτωσης. Θεωρούν ότι οι σκιές είναι τα πραγματικά όντα, χωρίς να αντιλαμβάνονται την πλάνη τους. Είναι επίσης οι απαίδευτοι πολίτες: χωρίς κρίση και άβουλοι, παρασύρονται από φιλόδοξους δημαγωγούς, λαϊκιστές και διεφθαρμένους πολιτικούς, που κυβερνούν παρασύροντας το πλήθος σε λανθασμένες αποφάσεις με σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

Οι αλυσίδες /τα δεσμά : είναι οι αισθήσεις. Κρατούν τους ανθρώπους δέσμιους κι ακίνητους από την παιδική τους ηλικία, υποχρεώνοντάς τους να βλέπουν’ μόνο τις σκιές των’ όντων στο τοίχωμα του σπηλαίου. Δεν’ τους αφήνουν να αντιληφθούν την πραγματικότητα με τη βοήθεια της λογικής και υπό το φως του ορθού λόγου. Σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι αλυσίδες μπορούν να παρομοιαστούν με τα εμπόδια που συναντάμε στη ζωή μας, με την προσήλωσή μας στα υλικά αγαθά που μας κρατούν μακριά από τη θέαση του αγαθού.

Οι σκιές και οι ήχοι: είναι τα δεδομένα της αίσθησης που οι αλυσοδεμένοι εκλαμβάνουν ως αληθινή πραγματικότητα. Πρόκειται για τα αισθητά πράγματα, τα αντιληπτά δια των αισθήσεων, τα θολά, σκιώδη και ψευδή «ομοιώματα», τα απεικάσματα, τα είδωλα των- ιδεών, των νοητών όντων, που είναι και τα μόνα αληθινά. Η κατάσταση των δεσμωτών είναι τέτοια, ώστε δεν αντιλαμβάνονται ότι η αισθητή πραγματικότητα είναι ψευδής. Πιστεύουν πως η μόνη πραγματικότητα είναι ό,τι βλέπουν ή ακούν, ό,τι τους δίνει η αίσθηση. Θεωρούν ότι οι σκιές και οι αντίλαλοι είναι η αλήθεια των όντων, ακριβώς διότι βρίσκονται δέσμιοι «έκ παίδων». Θα αντιδράσουν, επομένως, εναντίον όποιου προσπαθήσει να τους οδηγήσει προς την’ αληθινή γνώση (του φιλοσόφου, δηλαδή, που θα επιχειρήσει να τους διδάξει την αλήθεια των όντων). Στη συνέχεια της αλληγορίας, μάλιστα, ο Πλάτων αναφέρει ότι οι δεσμώτες θα σκοτώσουν αυτόν που θα μπορέσει να αποδράσει και αφού βγει από το σπήλαιο και γνωρίσει τις ιδέες και το Αγαθόν, επιστρέφει για να τους φωτίσει (υπαινιγμός για τη θανάτωση του Σωκράτη). Η στάση των δεσμωτών απέναντι στην πραγματικότητα μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «αφελής εμπειρισμός» και η γνωστική τους κατάσταση με τον όρο «εικασία». Οι ήχοι που συνδέονται με τις σκιές αφορούν τα δεδομένα της αίσθησης το οποίο και εμπιστεύεται το υποκείμενο έχοντας τη χαμηλότερη ποιότητα γνώσης (εικασία). Έτσι, και σύμφωνα με την παραπομπή «φθεγγομένους», οι δεσμώτες συνδέουν τους ήχους με τις σκιές που βλέπουν και πιστεύουν ότι τους ήχους παράγουν οι σκιές.

Η τεχνητή φωτιά: πρόκειται για την αίσθηση, την’ οποία ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ως πηγή γνώσης, δηλαδή τη δυνατότητα που δίνει η αίσθηση στον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Η φωτιά που καίει μέσα στη σπηλιά αποτελεί μια πηγή τεχνητού φωτός (και όχι φυσικού, όπως το φως του ήλιου), από το οποίο φωτίζονται τα αντικείμενα μέσα στη σπηλιά και δημιουργούνται οι σκιές. Έτσι, η φωτιά αυτή συμβολίζει την αίσθηση ως πηγή ατελούς γνώσης.

Επιπλέον, ως προς την γνωσιολογική πορεία του ανθρώπου από τον απατηλό αισθητό στον αληθινό νοητό κόσμο, η φωτιά αντιπροσωπεύει το στάδιο της «πίστεως», το στάδιο δηλαδή κατά το οποίο οι απελευθερωμένοι δεσμώτες βλέπουν κάτι διαφορετικό από τις σκιές που μέχρι τώρα αντίκριζαν. Είναι η πρώτη συνειδητοποίηση ότι αυτά που έβλεπαν μέχρι τώρα δεν ήταν τα αληθινά όντα. Βέβαια, δεν έχουν φτάσει ακόμη στην απόλυτη θέαση του Αγαθού. Αυτό θα γίνει, όταν καταφέρουν να βγουν έξω από τη σπηλιά, στο φως του ήλιου και της γνώσης (αληθινό φως).

Οι άνθρωποι που βρίσκονται ανάμεσα στη τεχνητή φωτιά και στους δεσμώτες- τα αντικείμενα που μεταφέρουν – οι ήγοι: πρόκειται για εικόνες φυσικών αντικειμένων που προέρχονται από το ανώτερο ορατόν (τη δεύτερη ανώτερη βαθμίδα του γνωσιολογικού σταδίου της “δόξας”). Δεν πρόκειται δηλαδή για τις σκιές, αλλά για τα αισθητά αντικείμενα στα οποία οφείλονται οι σκιές, και φωτίζονται από το τεχνητό φως της φωτιάς. Ο άνθρωπος αυτά τα συλλαμβάνει με την αίσθηση, είναι «προς μάλλον όντα τετραμμένος» (στραμμένος προς τα “μάλλον όντα”) και βρίσκεται στη γνωστική κατάσταση της «πίστεως», Ό,τι υπάρχει στη σπηλιά (με την εξαίρεση των φερόντων και των ίδιων των δεσμωτών), είτε είναι σκεύη είτε σκιές, θα πρέπει να θεωρηθούν λιγότερο φωτεινά και αληθή από τα όντα που βρίσκονται εκτός σπηλιάς. Οι ήχοι που συνδέονται με τους “φέροντας” τα διάφορα αντικείμενα αφορούν την εμπιστοσύνη του υποκειμένου στην ίδια την αίσθηση και όχι πια στο δεδομένο της (πίστις). Από την άποψη αυτή ο ήχος συνδέεται με τον φυσικό παραγωγό της και όχι με τη σκιά του.

Επομένως, για να συνοψίσουμε, καταλήγουμε ότι αυτοί που μεταφέρουν τα αντικείμενα, τα ίδια τα αντικείμενα. οι ήχοι και η φωτιά αφενός βρίσκονται μέσα στο σπήλαιο, αφετέρου συμβολίζουν τα «μάλλον όντα», που για να τα γνωρίσουν οι δεσμώτες έπρεπε πρώτα να απελευθερωθούν και να αρχίσουν την «ανάβαση» εντός σπηλιάς, αφήνοντας πίσω τους τις εικασίες, και τον σκιώδη κόσμο (σκιές) που αυτοί έβλεπαν (και άκουγαν). Βρισκόμαστε δηλαδή από γνωσιολογική άποψη στο επίπεδο της πίστης, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος εμπιστεύεται την ίδια την αίσθηση (φωτιά) και όχι το δεδομένο της (σκιά). Έτσι, η πίστις είναι γνώση ανώτερη από την εικασία, αλλά και οι δύο, εικασία και πίστις, αντιστοιχούν στον αισθητό κόσμο και στη δόξα, δηλαδή στην αισθητηριακή γνώση, η οποία είναι μεταβαλλόμενη και ασταθής και άρα όχι αληθινή.

Ο φωτεινός κόσμος είναι ο κόσμος που βρίσκεται έξω από τη σπηλιά και συμβολίζει τον κόσμο των ιδεών, την αληθινή πραγματικότητα, που γίνεται αντιληπτή μόνο με τη νόηση.

Ο ήλιος ως πηγή φωτός: είναι η ύψιστη Ιδέα του Αγαθού, πηγή της αληθούς, θείας και υπερβατικής γνώσης.

Η ανηφορική πορεία από το σπήλαιο προς την έξοδο: συμβολίζει την κοπιαστική πορεία του απελευθερωμένου δεσμώτη από την άγνοια προς τη γνώση, την γνωσιολογική απελευθέρωσή του, που σκοπό έχει την κατάκτηση της γνώσης και της αλήθειας με τη νόηση και την παιδεία και, επομένως, τη μεταστροφή του σε φιλόσοφο-βασιλέα. Έτσι, ο αισθητός κόσμος η εικασία και η δόξα αντιστοιχούν στον κόσμο εντός της σπηλιάς κατά αιτούσα πορεία, από τον χαμηλότερο και σκοτεινότερο χώρο προς τον υψηλότερο και φωτεινότερο, εντός σπηλιάς. Από την άλλη, ο πνευματικός κόσμος, η διάνοια και η νόηση αντιστοιχούν στον κόσμο έξω από τη σπηλιά κατά ανιούσα πορεία πάλι, δηλαδή από τον φωτεινό χώρο στην πηγή του φωτός (Ιδέα του Αγαθού). Έχοντας αποκτήσει ο άνθρωπος αυτά τα γνωστικά και κατά συνέπεια και ηθικά εφόδια θα μπορέσει να αφοσιωθεί πλήρως στο έργο της διακυβέρνησης της πολιτείας, που είναι και το ζητούμενο. Συνοπτικά, για να κατακτήσει κανείς τη γνώση χρειάζεται σταδιακά να αποδεσμεύεται από την κυριαρχία της αίσθησης και να κατακτήσει τη νόηση, να πορευτεί δηλαδή από τον αισθητό κόσμο στον νοητό. Ειδικότερα, η πορεία της γνώσης έχει ως εξής:

Αισθητός κόσμος:

α. ο κόσμος της δόξας (= γνώμης) ή της εικασίας: οι δεσμώτες βλέπουν τις σκιές των πραγμάτων, εμπιστεύονται ό,τι αισθάνονται.

β. η πίστη: ο απελευθερωμένος δεσμώτης αντικρίζει για πρώτη φορά τα αισθητά πράγματα (αυτά που μεταφέρουν οι άνθρωποι κατά μήκος του τοίχου) και τη φωτιά χάρη στην οποία «βλέπει» τον κόσμο της σπηλιάς. Συνειδητοποιεί πως διαθέτει αισθήσεις, στις οποίες οφείλεται η αντίληψή του για τον κόσμο.

Νοητός κόσμος:

α. διάνοια: ο απελευθερωμένος δεσμώτης αντικρίζει την εξωτερική πραγματικότητα, τον νοητό κόσμο, τις Ιδέες, τα «όντα όντως».

β. νόηση: ο απελευθερωμένος δεσμώτης ατενίζει τον ίδιο τον ήλιο, την πηγή του φωτός, δηλαδή φτάνει στη θέαση της Ιδέας του Αγαθού «ο Πλάτωνας την ιδέα του αγαθού σαν πηγή της πνευματικής ύπαρξης, που δίνει στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στον άνθρωπο που βρίσκεται στο δρόμο της γνώσης τη δυνατότητα να τα συλλάβει, τη συγκρίνει με τον ήλιο, που επιτρέπει στα πράγματα να γεννιούνται μέσα στον ορατό κόσμο, μας δημιουργεί όμως χάρη στο φως την προϋπόθεση με την οποία τα βλέπουμε.».

Δεσμώτες και σύγχρονος άνθρωπος

Όπως οι πλατωνικοί δεσμώτες, κλεισμένοι μέσα στη σπηλιά, θεωρούν πραγματικότητα τις σκιές που βλέπουν να προβάλλονται μπροστά τους, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος είναι δέσμιος της καταναλωτικής του μανίας σε όλα τα επίπεδα και πρώτα πρώτα στην άκριτη, παθητική και εξανδραποδιστική κατανάλωση θεάματος. Το θέαμα ως είδηση, γνώση, ψυχαγωγία, ενημέρωση κ.τ.λ., η ισοπεδωτική λειτουργία των ΜΜΕ και η υπερπληροφόρηση συσκοτίζουν την πραγματικότητα και απομακρύνουν τον σύγχρονο άνθρωπο από την αλήθεια. Πιστεύει ότι η πραγματική ζωή και ευτυχία βρίσκονται στο θέαμα, στα υλικά αγαθά και στο χρήμα και έτσι παραμελεί άλλα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως την αυτογνωσία, τις ανθρώπινες σχέσεις, την πνευματική καλλιέργεια.

JEAN JACQUES ROUSSEAU: Η υπομονή είναι μια ρίζα πικρή, αλλά οι καρποί της είναι γλυκύτατοι

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρουσσό δήλωνε ότι «Ο άνθρωπος είναι καλός εκ φύσεως». Τότε, γιατί πράττουμε άσχημα; Κατά τον Ζαν-Ζακ Ρουσσό, η κοινωνία είναι αυτή που μας διαφθείρει και μας κάνει να πράττουμε άσχημα. Την τόλμη του να υποστηρίξει μια τέτοια θεωρία στο απόγειο της εποχής του Διαφωτισμού την πλήρωσε με πολλούς εχθρούς και πολλές πικρίες. Η εποχή του υποστήριζε την πρόοδο κι εκείνος τη θεωρούσε αιτία όλων των δεινών.

Μπορεί η καταγωγή του και η ταραγμένη του ζωή να τον είχαν επηρεάσει στη διαμόρφωση της θεωρίας του.

Γιος ενός ωρολογοποιού και ορφανός από μητέρα, μεγάλωσε χωρίς να λάβει εκπαίδευση. Από πολύ μικρός, άρχισε να δουλεύει ως μαθητευόμενος ενός συμβολαιογράφου κι έπειτα ενός χαράκτη, ο οποίος του φερόταν κτηνωδώς. Εγκατέλειψε τη Γενεύη και κατέφυγε στην προστασία κάποιας βαρόνης η οποία, εκτός του ότι τον έκανε εραστή της, τον έπεισε να προσηλυτιστεί και στον καλβινισμό. Κι έτσι άρχισε μια εποχή αυτομόρφωσης.

Κατέληξε να παντρευτεί μια υπηρέτρια εντελώς αναλφάβητη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να έχει ερωμένες και ν’ αλλάζει χώρες, διαμονή και θρησκεία, καταλαμβανόμενος, με το πέρασμα των χρόνων, από μανία καταδίωξης. Στην Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Ρουσσό συγκρούεται με την ιδέα του Διαφωτισμού περί προόδου, θεωρώντας ότι οι άνθρωποι σε φυσική κατάσταση είναι εξ ορισμού αθώοι κι ευτυχισμένοι κι ότι ο πολιτισμός και η κουλτούρα είναι αυτά που τους επιβάλλουν τη μεταξύ τους ανισότητα, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση του θεσμού της ιδιοκτησίας, κι έτσι τους φέρνουν τη δυστυχία.

Για να ξανακερδίσουμε τον χαμένο παράδεισο, ιδού κάποιες προτάσεις του μεγάλου αυτού ουμανιστή:
  • Να μην απομονώνεσαι μπρος στις ωμότητες του κόσμου, αλλά να μοιράζεσαι τα αισθήματά σου με τους ομοίους σου.
  • Είναι καλύτερα να αντιμετωπίσεις έναν έντονο πόνο παρά μια μακρά θλίψη.
  • Τα πάθη είναι καλά όσο είμαστε κυρίαρχοί τους και δε μας κάνουν σκλάβους τους.
  • Η χαμένη ελευθερία σπανίως ανακτάται.

Ανακαλύφθηκε στην Γαλλία ναός αφιερωμένος στον θεό του πολέμου Άρη

Έπειτα από οκτώ μήνες ανασκαφών οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ναό αφιερωμένο στον θεό Άρη.

Ο ναός αποτέλεσε αντικείμενο πλήρους μελέτης, με τη δημιουργία του να εκτιμάται στις αρχές της ρωμαϊκής περιόδου και την εγκατάλειψή του τον IV. αιώνα μ.Χ.

Πολύ γρήγορα, βρέθηκε ένα αγαλματίδιο του θεού Άρη, γεγονός που αποδεικνύει ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στο θεό του πολέμου.

Η υπόθεση αυτή ενισχύθηκε, κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, μετά την ανακάλυψη πολλών στοιχείων οπλισμού (ξίφη, αιχμή δόρατος…) που πιθανότατα εναποτέθηκαν σε αφοσίωση στο πρόσωπο του θεού από στρατιώτες.

Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν επίσης μια μικρή νεκρόπολη, αποτελούμενη από 40 τάφους, με τα αντικείμενα που εναποτέθηκαν με τους νεκρούς, να ήταν ακόμα παρόντα. Μεταξύ αυτών ήταν: γυάλινα και κεραμικά αγγεία και υποδήματα.

Μερικοί τάφοι ήταν πιο πλούσια προικισμένοι, με ασημένια κοσμήματα (βραχιόλια, καρφίτσες και πόρπες ζώνης), καθώς και γυάλινες χάντρες.

Ο πλουσιότερος τάφος εμπεριείχε ένα στιλέτο και κομμάτια που ανήκαν σε ιμάντα αλόγου. Ανάμεσά τους, ένα σιδερένιο κομμάτι και πολλές χάλκινες απλίκες που επρόκειτο να διακοσμήσουν το χαλινάρι και τα ηνία. Αυτά τα αντικείμενα καθιστούν δυνατή τη χρονολόγηση της νεκρόπολης της ύστερης αρχαιότητας, μεταξύ του IV αιώνα και το V αιώνα μ.Χ.

Τα κτήρια που ανακαλύφθηκαν είναι: ο ιερός ναός, ένα σπα και η νεκρόπολη. Ο όγκος των αντικειμένων που βρέθηκαν είναι σημαντικός: 35 κιβώτια κεραμικών επίπλων, επτά κιβώτια αρχιτεκτονικών στοιχείων και 755 μεμονωμένα αντικείμενα (γυαλί, μέταλλο, κεραμικά). Ανάμεσά τους, δώδεκα σιδερένια σπαθιά, τέσσερα άγκιστρα κλαδέματος, μερικές περόνες, πολλά στοιχεία οπλισμού, ξίφη, στρατιωτικός εξοπλισμός και τα αντικείμενα των νεκρών (γυαλί, κεραμικά δοχεία, κομμάτια ρουχισμού ή στολίδια).

Ο Αριστοτέλης και οι προϋποθέσεις της φιλίας

Μετά το ξεκαθάρισμα ότι η φιλία έχει άμεση σχέση με την ηθική αρετή (μόνο οι πραγματικά ενάρετοι μπορούν να φτάσουν στο βαθύτερο είδος φιλίας) ο Αριστοτέλης προβαίνει στον άμεσο παραλληλισμό της φιλίας με την αρετή: «Όπως στην περίπτωση των αρετών μιλούμε για καλούς ανθρώπους α) ενσχέσει με τη μόνιμη και σταθερή ιδιότητα του χαρακτήρα τους και β) ενσχέσει με τον τρόπο που εκδηλώνουν αυτή την ιδιότητα του χαρακτήρα τους με συγκεκριμένες ενέργειες, έτσι και στην περίπτωση της φιλίας» (1157b 5, 6-8).

Το ότι η αληθινή φιλία έχει να κάνει με τους ανθρώπους που κατέχουν την ηθική αρετή ο Αριστοτέλης το θεωρεί τόσο θεμελιώδες για την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος που προτίθεται να το επαναλάβει: «Η πιο αληθινή λοιπόν φιλία είναι η φιλία των αγαθών ανθρώπων, όπως επανειλημμένα το έχουμε ήδη πει» (1157b 5,27-28)..

Όμως, το πρόταγμα της αληθινής φιλίας που βασίζεται στην αρετή υπερβαίνοντας τα επιφανειακά κίνητρα της απλής ευχαρίστησης ή της ωφέλειας-χρησιμότητας που μπορεί να προκύψει από κάποια γνωριμία, δε σημαίνει ότι τα απαξιώνει. Η άντληση χαράς από μία σχέση είναι αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την περαιτέρω σύσφιξή της, ώστε να εξελιχθεί σε φιλία. Φιλία που δεν εμπεριέχει την ευχαρίστηση (και από τις δύο πλευρές) δεν υφίσταται, αφού κανείς δεν μπορεί να γίνει φίλος με κάποιον που τον δυσαρεστεί.

Κι αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά της αληθινής φιλίας από την επιφανειακή σχέση των ανθρώπων, αφού δεν περιορίζεται στο ανάλαφρο της ευχάριστης συντροφιάς αλλά προχωρά σε κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό, που έχει να κάνει με την πραγμάτωση της αρετής, ώστε να μετουσιωθούν οι σχέσεις σε φιλία. Το ότι κάποιος έχει χιούμορ και μπορεί να κάνει τους άλλους να γελάνε (που μπορεί δηλαδή να προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση στην ομήγυρη) δε σημαίνει ότι εκπληρώνει και τις προϋποθέσεις της φιλίας, καθώς, αν δε διέπεται από αρετή, μπορεί να αποδειχθεί ανάξιος της εμπιστοσύνης ή αφερέγγυος ή συμφεροντολόγος ή ακόμη κι επικίνδυνος, εφόσον το φέρουν οι περιστάσεις.

Για τον Αριστοτέλη η ευχαρίστηση της συναναστροφής είναι προϋπόθεση κι όχι επισφράγιση μιας φιλίας. Η επισφράγιση είναι η αρετή που θα ολοκληρώσει τη φιλική σχέση προσδίδοντας εκείνα να χαρακτηριστικά με τα οποία οι άνθρωποι νιώθουν σίγουροι μεταξύ τους. Γι’ αυτό η σταθερή φιλία χρειάζεται χρόνο. Πρέπει κάποιος να νιώθει βεβαιότητα προκειμένου να ανοιχθεί στις σχέσεις του.

Κι αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, η φιλία τίθεται ως μια μορφή κλιμάκωσης των σχέσεων που ξεκινά από το ευχάριστο και το ωφέλιμο και καταλήγει στην κοινή αντίληψη της αρετής. Αν οι σχέσεις δεν προχωρήσουν σ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο είναι καταδικασμένες στην επιφάνεια κι ως εκ τούτου κρίνονται δευτερεύουσες και ελάχιστα ανθεκτικές: «Γιατί άξιο να αγαπηθεί και να προτιμηθεί θεωρείται ότι είναι το καθεαυτό αγαθό ή ευχάριστο, και για το κάθε επιμέρους άτομο αυτό που είναι αγαθό ή ευχάριστο γι’ αυτόν τον ίδιο: ο αγαθός άνθρωπος είναι άξιος της αγάπης και της προτίμησης του αγαθού ανθρώπου για τους δύο αυτούς λόγους» (1157b 5, 28-30).

Με άλλα λόγια, η ευχαρίστηση και το ωφέλιμο (από μόνα τους) δεν αρκούν, αλλά δεν είναι και άσχετα με τη διαμόρφωση της δυνατής φιλίας: «Γιατί οι φίλοι που ζουν μαζί, χαίρονται ο ένας τον άλλον και προσφέρουν ο ένας στον άλλον αγαθά» (1157b 5, 8-9). Κι αυτή είναι η χρησιμοθηρική όψη της φιλίας, αφού πρωτίστως πρέπει κανείς να εισπράττει συναισθηματικά προκειμένου να συνάψει κάποια φιλία.

Η ιδιοτέλεια αυτού του είδους δεν υποβαθμίζει τις σχέσεις σε κάτι χρηστικό (η φτήνια της απλής χρηστικότητας αφορά τα κατώτερα είδη φιλίας), αλλά καταδεικνύει την ωφελιμιστική εκδοχή της αρετής, καθώς ο άνθρωπος οφείλει να είναι αγαθός πριν απ’ όλα για τον εαυτό του. Μόνο με την κατάκτηση της αρετής μπορεί κανείς να φτάσει και στην κατάκτηση της φιλίας, δηλαδή στην ύψιστη ευτυχία που πραγματώνεται από τη γνησιότερη μορφή επικοινωνίας.

Γι’ αυτό η φιλία είναι ίσως το σπουδαιότερο αγαθό. Γιατί αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη μορφή συνύπαρξης. Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση ούτε με τις επαγγελματικές φιλοδοξίες ούτε με την κοινωνική αναρρίχηση ούτε με καμία τέτοιου είδους ωφελιμιστική εκδοχή. Γιατί οι χρησιμότητες αυτού του είδους δε σχετίζονται με τη συναισθηματική ολοκλήρωση, αλλά με την υστεροβουλία του συμφέροντος που ανά πάσα στιγμή μπορεί να αλλάξει.

Η γνήσια φιλία δεν καλλιεργείται με κίνητρα ευτελή. Οικοδομείται στη σταθερή βάση της αμοιβαιότητας. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο σταθερό από την αμοιβαιότητα της ευτυχίας: «Οι ευτυχείς και οι ευδαίμονες άνθρωποι τους χρήσιμους φίλους δεν τους χρειάζονται, τους ευχάριστους όμως τους χρειάζονται· θέλουν, πράγματι, να ζουν πάντοτε μαζί με κάποιους, και ενώ μπορούν να αντέξουν ένα δυσάρεστο πράγμα για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κανείς δε θα μπορούσε να το υπομείνει σε μια μεγάλη συνέχεια χρόνου» (1158a 6, 25-28).

Το δυσάρεστο που υπομένει κανείς για χάρη κάποιας ωφέλειας (με το πέρασμα του χρόνου) γίνεται ανυπόφορο. Κι αυτό είναι η απόδειξη ότι το ωφέλιμο (από μόνο του) όχι μόνο δεν αποτελεί παράγοντα φιλίας, αλλά ούτε καν μπορεί να είναι ανεκτό. Η ευχαρίστηση κρίνεται απείρως καθοριστικότερη στην οικοδόμηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Αλλά κι αυτή έχει τα όριά της. Αν δε συνοδευτεί από την αρετή σταδιακά θα ξεφτίσει: «Αυτός είναι ο λόγος που οι ευτυχείς και ευδαίμονες άνθρωποι ψάχνουν να βρουν φίλους ευχάριστους, που, πέρα από το να είναι ευχάριστοι, να είναι και καλοί άνθρωποι· κάτι παραπάνω: καλοί για τους ίδιους· έτσι οι φίλοι τους θα έχουν όλες τις ιδιότητες που πρέπει να έχουν οι φίλοι» (1158a 6, 29-31).

Η διευκρίνιση «καλοί για τους ίδιους» καταδεικνύει ότι η φιλία χρειάζεται κι άλλες προϋποθέσεις πέρα από την ηθική αρετή. Πράγματι κανείς δεν μπορεί να είναι φίλος με κάποιον, ώστε να τον συναναστρέφεται σε καθημερινή βάση, με μοναδικό κριτήριο ότι είναι καλός ή δίκαιος άνθρωπος. Οπωσδήποτε θα τον εκτιμά γι’ αυτό, αλλά η εκτίμηση δεν αποτελεί από μόνη της εχέγγυο φιλίας. Χρειάζεται κάτι περισσότερο.

Τα κοινά ενδιαφέροντα, τα κοινά βιώματα, η από κοινού αποδοχή του ορθού, η σύμπλευση (δε γίνεται λόγος για πλήρη ταύτιση) σε όλα αυτά που προσδίδουν χαρά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκπλήρωση της σταθερής φιλίας. Όταν δυο άνθρωποι δεν μπορούν να νιώσουν ευχαρίστηση με κοινά πράγματα, είναι σχεδόν αδύνατο να συσφίξουν τις σχέσεις: «πιο πολύ μοιάζει με την πραγματική φιλία αυτή που συνάπτεται για την ευχαρίστηση, όταν και οι δύο πλευρές δέχονται, η μία από την άλλη, τις ίδιες ευχαριστήσεις και χαίρονται η μια την άλλη ή χαίρονται με τα ίδια πράγματα, όπως συμβαίνει π.χ. στις φιλίες των νέων ανθρώπων· σ’ αυτές, πράγματι, τις φιλίες βρίσκει κανείς σε μεγαλύτερο βαθμό τη γενναιοδωρία και τη μεγαλοψυχία που χαρακτηρίζουν τον ελεύθερο άνθρωπο, ενώ η φιλία που βασίζεται στο όφελος προσιδιάζει στους αγοραίους και τους ανελεύθερους ανθρώπους» (1158a 6, 21-25).

Το ότι οι φιλίες των νέων πολλές φορές αποδεικνύονται επιπόλαιες και δεν αντέχουν στο χρόνο έχει να κάνει με τη μεταβλητότητα του χαρακτήρα τους. Οι διαρκείς αλλαγές των προτιμήσεών τους σηματοδοτούν και τις αλλαγές στους ανθρώπους που τους πλαισιώνουν. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν ακυρώνει την ελευθερία των επιλογών τους, αφού σε κάθε περίπτωση συμπεριφέρονται ανυστερόβουλα (κι αν έχουν κάποια υστεροβουλία δεν μπορεί να συγκριθεί με την υστεροβουλία των μεγάλων) συνάπτοντας σχέσεις με κύριο γνώμονα την ευχαρίστηση που αντλούν από τη συναναστροφή.

Η σταθερότητα του χαρακτήρα αποτελεί ακόμη μία προϋπόθεση για τη σταθερή φιλία. Αν ο χαρακτήρας αλλάξει (μαζί με τα ενδιαφέροντα) τότε παύει να εκπληρώνεται το κοινό επικοινωνιακό πλαίσιο της ευχαρίστησης υπονομεύοντας τη φιλία. Το ίδιο κι από την άποψη της ηθικής. Εκείνοι που στην πορεία της ζωής τους διαφθείρονται είτε για το χρήμα είτε για την εξουσία, σχεδόν νομοτελειακά αλλάζουν και φιλικό περιβάλλον, καθώς είναι δύσκολο να γίνουν ανεκτοί από τις παλιές τους γνωριμίες.

Κι αν για τους νέους μπορούμε να πούμε ότι συμπεριφέρονται ανυστερόβουλα σε όλες τους τις αλλαγές, δεν είναι το ίδιο εύκολο να ειπωθεί αυτό και για τους μεγαλύτερους. Η συνήθης υστεροβουλία των αλλαγών τους όχι μόνο τους απομακρύνει από τους παλιούς τους φίλους, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να τους κάνει και απεχθείς: «Αν ήταν λοιπόν σωστό ότι ο φίλος επιθυμεί το καλό του φίλου του για χάρη εκείνου του ίδιου, τότε ο φίλος του θα πρέπει να παραμένει αυτό ακριβώς που είναι» (1159a 7, 10-12).

Η ευχαρίστηση που αντλείται από τους δύο φίλους αποτελεί τη διάδραση των συναισθημάτων, η οποία επιφέρει την πληρότητα. Με άλλα λόγια, η φιλία αποτελεί αμοιβαιότητα ενδιαφέροντος και αγάπης. Κι αυτός είναι ο λόγος που η φιλία είναι περισσότερο έξη κι όχι πάθος: «Το να αγαπάει κανείς φαίνεται ότι είναι πάθος, ενώ η φιλία ότι είναι έξη· γιατί την αγάπη μπορεί κανείς να την έχει το ίδιο και για τα άψυχα πράγματα, η ανταπόδοση όμως της αγάπης προϋποθέτει προτίμηση και επιλογή: αυτή η προτίμηση και επιλογή πηγάζει από μία έξη· το καλό, επίσης, αυτών τους οποίους αγαπούν το θέλουν αυτοί οι άνθρωποι για χάρη εκείνων, και όχι ως αποτέλεσμα πάθους αλλά ως αποτέλεσμα έξης. Και αγαπώντας το φίλο αγαπούν αυτό που είναι αγαθό για τους ίδιους· γιατί ο αγαθός άνθρωπος, όταν γίνει φίλος, γίνεται ένα αγαθό για το φίλο του» (1157b 5, 31-37).

Η αγάπη και το ενδιαφέρον προς το φίλο είναι η ευχαρίστηση που αντλείται από την επίτευξη οποιουδήποτε πράγματος αποτελεί καλό γι’ αυτόν. Είναι, δηλαδή, η ανιδιοτέλεια προς ένα άλλο πρόσωπο που μας συμπληρώνει συναισθηματικά. Η συμπλήρωση όμως «αγαπώντας το φίλο αγαπούν αυτό που είναι καλό για τους ίδιους» είναι η ιδιοτελής πλευρά (αφού τελικά το καλό του φίλου μετατρέπεται και σε δικό μας καλό) που καταδεικνύει ότι οι σχέσεις γίνονται τόσο δυνατές που η έννοια του καλού ταυτίζεται σαν να μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο.

Ο φίλος που φθονεί τις επιτυχίες του φίλου του δεν είναι φίλος, ακριβώς γιατί δε νιώθει αυτή την ταύτιση. Κι αυτή είναι η συναισθηματική διάδραση που μετατρέπει τη φιλία σε έξη. Γιατί μόνο ο ενάρετος είναι σε θέση να ταυτιστεί σε βαθμό που να ξεπεράσει κάθε ανταγωνιστικότητα. Κι αφού κάποιος αποκτά την αρετή με εθισμό, τότε δεν μπορεί παρά να αποκτά και το άμεσο παράγωγό της (τη φιλία) με τον ίδιο τρόπο.

Η διάδραση αυτή καταδεικνύει ότι οι φιλικές σχέσεις αφορούν μόνο τους ανθρώπους κι ότι φιλίες με άψυχα πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν: «θα ήταν, πράγματι, γελοίο να θέλει κανείς για το κρασί “το καλό του”, και αν υπάρχει περίπτωση να θέλει κανείς κάτι γι’ αυτό, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το να θέλει να διατηρηθεί αυτό σε καλή κατάσταση, για να το έχει ο ίδιος» (1155b 2, 34-36). Από τη στιγμή που δεν μπορεί να υπάρξει συναισθηματική διάδραση με το κρασί δεν μπορεί να γίνει λόγος και για φιλία.

Ο παραγκωνισμός των φίλων προς όφελος του χρήματος δεν είναι τίποτε άλλο από την προτεραιότητα που δίνει κανείς στη φιλία του κρασιού (ή όποιου άλλου άψυχου πράγματος πρόκειται να αγοράσει) από εκείνη των ανθρώπων. Είναι, δηλαδή, ο ύψιστος παραλογισμός που καταδεικνύει την απόλυτη ανθρώπινη παραπλάνηση. Η θεοποίηση του χρήματος δεν είναι παρά η υπονόμευση των ανθρώπινων σχέσεων. Οι κοινωνίες που κινούνται με τέτοια πρότυπα είναι οι κοινωνίες που ευνοούν τα κατώτερα είδη φιλίας, εκείνα που αποβλέπουν στο χρήσιμο ή στο επιφανειακά ευχάριστο και που αρμόζουν περισσότερο στους ευτελείς και αγοραίους ανθρώπους.

Και βέβαια η φιλία δεν είναι κάτι στατικό ή δεδομένο. Είναι σχέση που τροφοδοτείται διαρκώς. Γι’ αυτό και χρειάζεται καθημερινή επαφή. Καμιά φιλία δε γεννιέται εξ αποστάσεως. Όταν όμως γεννηθεί και στεριώσει μέσα από τη δύναμη των κοινών βιωμάτων που θα ολοκληρώσουν την οικειότητα, η απόσταση δεν είναι εύκολο να τη φθείρει: «όταν όμως ο καθένας τους ζει σε άλλον τόπο, δεν πράττουν, βέβαια, τα έργα της φιλίας, είναι όμως διατεθειμένοι να τα πράττουν· γιατί η τοπική απόσταση δεν αίρει γενικά τη φιλία, αλλά μόνο τη (φιλική) ενέργεια» (1157b 5, 9-12).

Αν, όμως, η χρόνος της απουσίας τραβήξει πολύ, η φιλία μπορεί να ξεθυμάνει και να οδηγηθεί στη λήθη. Η προσωπική επαφή τίθεται ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση της φιλίας. Οι φιλίες που οδηγούνται σε απόσταση πρέπει με κάποιο τρόπο να διατηρούν την επαφή, έστω και σε αραιά χρονικά διαστήματα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε τα πράγματα γίνονται εύθραυστα: «Αν, πάντως, η απουσία κρατάει για πολύ χρόνο, τότε φαίνεται ότι κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν και τη φιλία τους· εξού και η ρήση: “Πολλές φιλίες χάλασε η απροσηγορία”» (1157b 5, 12-15).

Και βέβαια, όσο γερνάει ο άνθρωπος τόσο πιο δύσκολα κάνει φίλους: «Μεταξύ των στρυφνών και των ηλικιωμένων ανθρώπων η φιλία γεννιέται λιγότερο συχνά, αφού η άνθρωποι αυτοί είναι πιο δύστροποι και χαίρονται λιγότερο τη συντροφιά των άλλων – αυτά δε θεωρούν οι άνθρωποι πως είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της φιλίας και αυτά που κατά κύριο λόγο γεννούν τη φιλία; Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ οι νέοι άνθρωποι γίνονται γρήγορα φίλοι, οι ηλικιωμένοι όχι» (1158a 6, 2-6).

Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα της δυσκολίας των ηλικιωμένων στη φιλία έχει να κάνει και πάλι με την ευχαρίστηση: «Δε φαίνεται, επίσης, να συνάπτουν εύκολα φιλίες ούτε οι ηλικιωμένοι ούτε οι στρυφνοί άνθρωποι· ο λόγος είναι ότι μέσα στους ανθρώπους αυτούς υπάρχει γενικά λίγη μόνο ευχαρίστηση, και φυσικά κανείς δεν μπορεί να περνάει τις μέρες του μαζί με έναν δυσάρεστο ή έναν όχι ευχάριστο άνθρωπο· πραγματικά, ο καθένας μπορεί να δει καθαρά ότι η φύση αποφεύγει πάρα πολύ ό,τι είναι δυσάρεστο και ότι, αντίθετα, αποζητάει το ευχάριστο» (1157b 5, 15-19).

Το κριτήριο, όμως, που θα καθορίσει από την αρχή την επιλογή του φίλου έχει να κάνει με την ισότητα. Φιλίες που δεν ξεκινούν με ίσους όρους στην ουσία δεν είναι φιλίες, αφού η ανωτερότητα ή κατωτερότητα κάποιου στη συναναστροφή ακυρώνει το αυθόρμητο που θα γεννήσει την οικειότητα: «Το πράγμα γίνεται φανερό, αν υπάρξει μια μεγάλη απόσταση της μιας από την άλλη πλευρά από την άποψη της αρετής ή της κακίας, του πλούτου ή κάποιου άλλου πράγματος: τότε δεν είναι πια φίλοι – ούτε καν την περιμένουν για τον εαυτό τους μια τέτοια φιλία» (1158b 7, 37-39).

Κι αν αυτό δεν είναι αρκετά σαφές, ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει: «Το πράγμα είναι φανερό και στην περίπτωση των βασιλιάδων: ούτε και με αυτούς οι άνθρωποι που είναι πολύ κατώτεροί τους περιμένουν ποτέ να γίνουν φίλοι, όπως και οι εντελώς ασήμαντοι άνθρωποι δεν περιμένουν ποτέ να γίνουν φίλοι με τους άριστους ή σοφότατους ανθρώπους. Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι, βέβαια, δυνατό να προσδιορισθεί με ακρίβεια το όριο της υπεροχής ώστε να είναι δυνατή η φιλία: πολλά μπορεί να λείψουν από τη μια πλευρά και η φιλία ακόμη να παραμένει· αν όμως η απόσταση ανάμεσα στις δυο πλευρές γίνει πολύ μεγάλη (σαν την απόσταση π.χ. που χωρίζει το θεό από τον άνθρωπο), τότε δεν υπάρχει πια φιλία» (1159a 7, 1-7).

Το μορφωτικό επίπεδο, οι ταξικές αποστάσεις, οι σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι παίζουν ρόλο καθοριστικό για την επιλογή των φίλων. Ο υπηρέτης δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει φίλος με το βασιλιά, όσο κι αν δημιουργούνται σχέσεις οικειότητας ή εμπιστοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο δε θα μπορούσε να γίνει φίλος, με τη βαθύτερη σημασία της λέξης, ένας άνθρωπος υψηλού μορφωτικού επιπέδου με κάποιον που δεν τέλειωσε το δημοτικό. Μπορεί να υπάρχουν σχέσεις συμπάθειας, μπορεί να υπάρχει εκτίμηση κι από τις δυο πλευρές, όχι όμως φιλία. Γιατί οι σχέσεις αυτού του είδους δεν μπορούν να αντέξουν σε επίπεδο καθημερινής συναναστροφής.

Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν είναι εύκολο (θα λέγαμε είναι αδύνατο) να συναφθούν φιλίες στη βάση της εξουσίας. Οι σχέσεις εξουσίας διαστρέφουν τις ανθρώπινες επαφές υποβιβάζοντάς τες σε επίπεδο καθαρά χρησιμοθηρικό. Αυτός που ασκεί την εξουσία (σε οποιοδήποτε επίπεδο) θέλει ανθρώπους που να εκτελούν αυτά που ίδιος θεωρεί σωστά. Όση οικειότητα ή όση εκτίμηση κι αν υπάρχει είναι αδύνατο να επικαλυφθεί η αρχή της ανωτερότητας που διαμορφώνει τα όρια. Σε τελική ανάλυση αυτό που επιχειρείται να συγκαλυφθεί είναι η εξάρτηση. Και δε χρειάζονται επεξηγήσεις για τη σχέση του αφεντικού με τους υπαλλήλους, γιατί, όσο κι αν εξαρτάται από αυτούς, εκείνοι εξαρτώνται περισσότερο.

Κι όσο πιο αυθαίρετα ή απολυταρχικά ασκείται η εξουσία, τόσο πιο απίθανο είναι το ενδεχόμενο να γεννηθούν φιλίες. Ο τύραννος δεν μπορεί να έχει φίλους. Μόνο κόλακες, πρόθυμους να προσφέρουν ευχαρίστηση για προσωπικά οφέλη. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Οι άνθρωποι της εξουσίας είναι φανερό ότι έχουν φίλους που μοιράζονται σε δύο κατηγορίες: κάποιοι από αυτούς τους είναι χρήσιμοι και κάποιοι άλλοι ευχάριστοι» (1158a 6, 31-33).

Και θα συμπληρώσει: «γιατί οι άνθρωποι της εξουσίας ούτε ευχάριστους ανθρώπους αναζητούν, που να είναι όμως και φορείς της αρετής, ούτε και ανθρώπους που να τους είναι χρήσιμοι σε όμορφες πράξεις· ίσα ίσα: επιθυμώντας το ευχάριστο ψάχνουν να βρουν ανθρώπους χαριτολόγους, και από την άλλη ανθρώπους που να είναι ικανοί να εκτελέσουν ό,τι τους διατάξουν οι ίδιοι – όλα όμως αυτά δεν είναι δυνατό να βρεθούν να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο» (1158a 6, 33-37).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 4.3.13–4.3.14

Τα έργα των θεών αποτελούν απόδειξη της ύπαρξής τους

Κατά τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης θεωρούσε θεμελιώδη την κατάκτηση της σωφροσύνης και προσπαθούσε να καταστήσει τους μαθητές του ευσεβείς και σώφρονες απέναντι στους θεούς. Από τη σχετική συζήτηση του φιλοσόφου με τον νεαρό μαθητή του, τον Ευθύδημο, παρατίθενται οι παρακάτω επισημάνσεις και παραινέσεις του Σωκράτη.


[4.3.13] Ὅτι δέ γε
ἀληθῆ λέγω, καὶ σὺ γνώσῃ, ἂν μὴ ἀναμένῃς ἕως ἂν τὰς
μορφὰς τῶν θεῶν ἴδῃς, ἀλλ’ ἐξαρκῇ σοι τὰ ἔργα αὐτῶν
ὁρῶντι σέβεσθαι καὶ τιμᾶν τοὺς θεούς. ἐννόει δὲ ὅτι καὶ
αὐτοὶ οἱ θεοὶ οὕτως ὑποδεικνύουσιν· οἵ τε γὰρ ἄλλοι ἡμῖν
τἀγαθὰ διδόντες οὐδὲν τούτων εἰς τὸ ἐμφανὲς ἰόντες διδόασι,
καὶ ὁ τὸν ὅλον κόσμον συντάττων τε καὶ συνέχων, ἐν ᾧ
πάντα καλὰ καὶ ἀγαθά ἐστι, καὶ ἀεὶ μὲν χρωμένοις ἀτριβῆ
τε καὶ ὑγιᾶ καὶ ἀγήρατα παρέχων, θᾶττον δὲ νοήματος
ὑπηρετοῦντα ἀναμαρτήτως, οὗτος τὰ μέγιστα μὲν πράττων
ὁρᾶται, τάδε δὲ οἰκονομῶν ἀόρατος ἡμῖν ἐστιν. [4.3.14] ἐννόει δ’
ὅτι καὶ ὁ πᾶσι φανερὸς δοκῶν εἶναι Ἥλιος οὐκ ἐπιτρέπει
τοῖς ἀνθρώποις ἑαυτὸν ἀκριβῶς ὁρᾶν, ἀλλ’, ἐάν τις αὐτὸν
ἀναιδῶς ἐγχειρῇ θεάσασθαι, τὴν ὄψιν ἀφαιρεῖται. καὶ τοὺς
ὑπηρέτας δὲ τῶν θεῶν εὑρήσεις ἀφανεῖς ὄντας· κεραυνός
τε γὰρ ὅτι μὲν ἄνωθεν ἀφίεται, δῆλον, καὶ ὅτι οἷς ἂν ἐντύχῃ
πάντων κρατεῖ, ὁρᾶται δ’ οὔτ’ ἐπιὼν οὔτ’ ἐγκατασκήψας
οὔτε ἀπιών· καὶ ἄνεμοι αὐτοὶ μὲν οὐχ ὁρῶνται, ἃ δὲ ποιοῦσι
φανερὰ ἡμῖν ἐστι, καὶ προσιόντων αὐτῶν αἰσθανόμεθα.
ἀλλὰ μὴν καὶ ἀνθρώπου γε ψυχή, ἥ, εἴπερ τι καὶ ἄλλο τῶν
ἀνθρωπίνων, τοῦ θείου μετέχει, ὅτι μὲν βασιλεύει ἐν ἡμῖν,
φανερόν, ὁρᾶται δὲ οὐδ’ αὐτή. ἃ χρὴ κατανοοῦντα μὴ
καταφρονεῖν τῶν ἀοράτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν γιγνομένων τὴν
δύναμιν αὐτῶν καταμανθάνοντα τιμᾶν τὸ δαιμόνιον.

***
Ότι δε λέγω αλήθειαν, και συ θα το εννοήσης, εάν δεν αναμένης, έως ότου να ιδής τας μορφάς των θεών με τα μάτια σου αλλ' αρκείσαι βλέπων τα έργα των να τιμάς και να σέβεσαι τους θεούς. [Έχε δε κατά νουν, ότι και οι ίδιοι οι θεοί έτσι δείχνουν εις ημάς την ύπαρξίν των διότι και οι άλλοι θεοί, όταν μας δίδουν τα αγαθά, κανέν απ' αυτά δεν μας το δίδουν παρουσιαζόμενοι εις το φανερόν, και ο θεός, ο οποίος όλον τον κόσμον θέτει εις την τάξιν και τον συγκρατεί, μέσα εις τον οποίον κόσμον όλα τα καλά και τα αγαθά υπάρχουν, και ο οποίος θεός εις ημάς τους χρησιμοποιούντας αυτά, μας τα παρέχει άφθαρτα και υγιά και αναλλοίωτα και τα οποία ταχύτερα από την σκέψιν μας υπηρετούν και χωρίς προσκόμματα, αυτός ο θεός φαίνεται μεν ότι κάμνει τα μέγιστα έργα, αλλ' είναι αόρατος εις ημάς, τίνι τρόπω τα οικονομεί]. Έχε δε κατά νουν, ότι ο ήλιος, ο οποίος θεωρείται ότι είναι φανερός εις όλους, δεν επιτρέπει εις τους ανθρώπους να τον βλέπουν, αλλ' εάν κανείς επιχειρεί χωρίς φόβον να τον ιδή τυφλώνεται. Και θα εύρης, ότι και οι υπηρέται των θεών είναι αφανείς· δηλαδή, ότι μεν ο κεραυνός ρίπτεται από υψηλά, είναι φανερόν, και ότι όσους συναντά τους καταβάλλει, δεν φαίνεται όμως, ούτε όταν επιπίπτη ούτε όταν φεύγη και οι άνεμοι οι ίδιοι μεν δεν φαίνονται, όσα δε κάμνουν είναι φανερά εις ημάς και όταν έρχωνται τους αισθανόμεθα. Προς τούτοις δε και η ψυχή βέβαια του ανθρώπου, η οποία μετέχει του θείου περισσότερον από κάθε άλλο πράγμα, είναι μεν φανερόν, ότι βασιλεύει εντός ημών, αλλ' ούτε αυτή δεν φαίνεται. Αφού τα κατανοήσης αυτά, πρέπει να μη περιφρονής τα αόρατα, αλλ' αντιλαμβανόμενος την δύναμίν των από όσα κάμνουν, να τιμάς τον θεόν.