Σάββατο 3 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

δ) Καθοριστικό της ρίζας και επίθημα


§ 7. Από τη σύγκριση των λέξεων τρέμ-ειν 'τρέμω', τρέσσε (ρηματικό θέμα τρεσ-) 'έτρεμε', λατ. trep - idus 'τρομαγμένος', συμπεραίνουμε την ύπαρξη μιας κοινής ρίζας *tre -, που επεκτείνεται με τα "καθοριστικά της ρίζας" m, s, p. 

Αυτό διαφοροποιείται από το επίθημα ως προς το ότι δεν προσθέτει στη ρίζα κάποιο αναγνωρίσιμο σημασιολογικό στοιχείο όπως το επίθημα, και επιπλέον δεν εμφανίζεται σε ομάδες όπως το επίθημα. 

Ωστόσο, όπως σε όλες τις παρόμοιες γραμματικές κατηγοριοποιήσεις συναντούμε και εδώ οριακές περιπτώσεις και υπερβάσεις. Έτσι ένα καθοριστικό της ρίζας d (κλύ-δ-ων 'κυματισμός' συγγενικό προς το λατ. clu - ere 'καθαρίζω') φαίνεται να συμμετέχει στη μεγάλη εξάπλωση των επιθημάτων d στα αρχαία Ελληνικά.

Η μεταμόρφωση της συνήθειας

Τι είναι ακριβώς μια συνήθεια;

Μια συγκεκριμένη τεχνική εξοικονόμησης ενέργειας. Γεννιέται από την αρχή της συντήρησης: να μη χρειάζεται να ξαναφτιάχνουμε τα πάντα κάθε πρωί, να έχουμε δημιουργήσει αντανακλαστικά για να αφομοιώσουμε το τυχαίο, το ιδιαίτερο συμβάν.

Η ζωή δίχως τη συνήθεια θα ήταν ένας εφιάλτης, μια και αφού γίνεται δεύτερη φύση μας, μας απαλλάσσει από επαναλαμβανόμενες προσπάθειες. Μας επιτρέπει να γίνουμε κύριοι μιας τέχνης ή ενός επαγγέλματος που στην αρχή μας αποθάρρυνε. Κρατούμε τις συνήθειές μας επειδή εντυπώνουν τους ρυθμούς της ζωής μας, συνιστώντας τη σπονδυλική της στήλη. Δεν είναι απλώς μια ρουτινιάρικη επανάληψη, μαρτυρούν επίσης και αν είμαστε πιστοί στον εαυτό μας.

Αν τις απαρνηθούμε, απαρνούμαστε τον ίδιο τον εαυτό μας. Η μεγάλη τέχνη δεν είναι μόνο να σπας τη ρουτίνα, αλλά και να ξέρεις να παίζεις σαν ζογκλέρ με πολλές, δίχως να εξαρτάσαι από καμιά. Και μέσα από πολλές παλιές μας συνήθειες επινοούμε μια καινούρια. Αυτό ονομάζεται αναγέννηση.

Υπάρχει επίσης και μια ηδονή της επανάληψης που η ύστατη πονηριά της είναι να χάνεται, να περνάει απαρατήρητη τη στιγμή ακριβώς που κυριαρχεί ολοκληρωτικά. Με αυτήν ο χρόνος εξαφανίζεται, επειδή επανέρχεται διαρκώς ίδιος και απαράλλαχτος. Η Δύση, στοιχειωμένη από την ιδέα της πρωτοτυπίας, καλλιεργεί μια υπερβολικά αρνητική εικόνα της επαναληπτικότητας. Υπάρχουν κουλτούρες όπου η επιστροφή του ίδιου θέματος, όπως γίνεται στην αραβική και την ινδική μουσική, η ακινησία μιας νότας κρατημένης απεριόριστα τελικά δημιουργούν ανεπαίσθητες διαφορές. Αυτές οι φαινομενικώς αφόρητα μονότονες μελωδίες είναι δουλεμένες με απειροελάχιστες παραλλαγές. Συναγωνίζονται τη σιωπή και μας υπνωτίζουν με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο προχωρούν παραμένοντας στην ίδια θέση.

Τελικά, αυτό που σκοτώνει τη ζωή δεν είναι η κανονικότητα, αλλά η ανικανότητά μας να τη δοξάσουμε εντάσσοντάς τη σε μια τέχνη ζωής που πνευματοποιεί αυτό που ανήκει στην τάξη του βιολογικού και ανυψώνει την πιο μικρή στιγμή στο επίπεδο μιας τελετουργίας. Και ίσως εδώ να βρίσκεται το διαχωριστικό σημείο μεταξύ των δύο τμημάτων του δυτικού κόσμου, έστω κι αν τείνουν σε μια αλληλοπροσέγγιση. Οι Αμερικάνοι, σαν άξιοι ωφελιμιστές, πιστεύουν στην ευτυχία, την έχουν εγγράψει στο Σύνταγμά τους, και είναι έτοιμοι να τη διδάξουν, να την καταστήσουν υποχρεωτική για όλους. Ενώ οι Ευρωπαίοι, πιο σκεπτικιστές, δίνουν έμφαση στις τέρψεις και στα σαβουάρ βιβρ που, σμιλεμένο από μια μακρόχρονη παράδοση, αποτελεί ένα είδος συλλογικής ευγένειας που καλύπτει χαρές και λύπες.

Κοιτάξτε την αντίθεση ανάμεσα στο φαστ-φουντ που υπόκειται στην αρχή της γρήγορης, μοναχικής και φτηνής διατροφής, και τη γαστρονομία που απαιτεί συντροφική καλοφαγία και κατανάλωση χρόνου.

Δυο τρόποι να αντιμετωπίζεις τη διάρκεια: ή τη σκοτώνεις συντομεύοντας αυτό που επαναλαμβάνεται, ή την κάνεις σύμμαχό σου ανάγοντάς την στο επίπεδο μιας ιεροτελεστίας.

Ο πρώτος τρόπος ανήκει σε μια κοινωνία παροχής υπηρεσιών, επικεντρωμένη στο βολικό και το άμεσο, ο άλλος σε μια κοινωνική εθιμική που μέσα στην πολιτιστική της κληρονομιά βλέπει θησαυρούς ευφυΐας και λεπτότητας που θα ήταν έγκλημα να ξεχαστούν. Η γοητεία του Παλαιού Κόσμου έγκειται στην ποικιλία των πολιτισμών του, που αντιστέκονται στην πλανητική ισοπέδωση. Ο μαγνητισμός που εξασκεί πάνω μας ο Καινούριος οφείλεται στο αντανακλαστικό του της συστηματικής καινοτομίας. Σε μας, το να γεννιέσαι σημαίνει πως πριν από εσένα προηγήθηκαν άλλοι, πως είσαι κάτοχος μιας πολύχρονης γνώσης. Εκεί, σημαίνει πως ακυρώνεις αυτούς που προηγήθηκαν και κάνεις ένα άλμα προς τη Γη της Επαγγελίας, που αποκαλείται μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως μας ελκύουν και οι δυο στάσεις και πως θα θέλαμε να χαιρόμαστε τα καλά του παρελθόντος δίχως τα άσχημά του, και τα πλεονεκτήματα του παρόντος μείον την απογύμνωσή του. Παιδιά μιας σύνθετης κληρονομιάς, ταλαντευόμαστε ανάμεσα στη νοσταλγία του τελετουργικού και τα οράματα της μεγάλης απλούστευσης.

Σχέσεις δίχως τέλος

Έχουν πάψει από καιρό να είναι ερωτικές. Συχνά είναι αδύνατον να θεωρηθούν έστω συντροφικές. Γιατί όμως τόσοι άνθρωπο δεν χωρίζουν; Οι ατέρμονες σχέσεις ουσιαστικά εκφράζουν την ανάγκη μας για το μαζί. Παρ' όλο που συνήθως λέμε «δυνατός είναι αυτός που συμβιώνει», δηλαδή αυτός που καταφέρνει να ζει το μαζί, πολλές φορές δυνατός είναι εκείνος που καταφέρνει να λύσει μια σχέση. Όμως πώς επιλέγουμε τον σύντροφό μας;

Πότε μια σχέση δυσλειτουργεί και ποιο είναι τότε το κόστος για τα μέλη της; Τι σημαίνει «είμαστε καλά μαζί» και πόσο μύθος είναι το σεξ μέσα στη μακροχρόνια σχέση;

Η σχέση του ζευγαριού είναι ένα καζάνι που βράζει και που τα τελευταία χρόνια εκρήγνυται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο νωρίς, παράλληλα, έρευνες αποδεικνύουν ότι το οικογενειακό πλαίσιο προσφέρει ασφάλεια και ψυχοκοινωνικά στηρίγματα απέναντι στη μοναξιά και στην κοινωνική απομόνωση, ότι ενίοτε προσφέρει ακόμη και καλή υγεία. Έτσι το ερώτημα είναι με ποια κριτήρια επιλέγουμε συγκεκριμένες σχέσεις και συντρόφους.

Το άτυπο συμβόλαιο

Υπάρχουν συνειδητές αλλά κυρίως ασυνείδητες σκέψεις και αντιλήψεις για τον άνθρωπο που επιλέξαμε. Σε κάθε σχέση υπάρχει ένα άτυπο συμβόλαιο που συνυπογράφουμε με τον σύντροφό μας. Αυτό που ψάχνω λοιπόν είναι το ασυνείδητο μέρος αυτού του συμβολαίου. Στο συνειδητό κομμάτι του καταγράφονται επιλογές όπως: "Θέλω έναν σύντροφο για να πορεύομαι μαζί του στη ζωή. Επιλέγω τον συγκεκριμένο γιατί είναι ειλικρινής, έχει χιούμορ, είναι αισιόδοξος". Στην πράξη όμως λειτουργούν ασυνείδητα μέρη του συμβολαίου και αυτά αφορούν ό,τι κουβαλάει ο καθένας μαζί του μέσα στη σχέση. Δηλαδή τα βιώματα και οι καταβολές του.

Μια μορφή ατέρμονης σχέσης που συναντώ συχνά είναι εκείνη στην οποία ο άντρας έχει επιλέξει μια γυναίκα πολύ νωρίς, στα 19 του. Και ενώ τα μέλη του ζευγαριού έχουν φτάσει σε ηλικία 50 ετών και ζουν σε μια σχέση διόλου λειτουργική, παραμένουν σε αυτή και αποκλείουν το ενδεχόμενο του χωρισμού. Ειδικότερα, ο άντρας της σχέσης είναι εγκλωβισμένος επειδή ως παιδί βίωσε την εγκατάλειψη από τον πατέρα, ταυτίστηκε με τα συναισθήματα της μητέρας και είπε "εγώ δεν θα εγκαταλείψω ποτέ την οικογένειά μου". Η γυναίκα, από την άλλη μεριά, που επίσης επέλεξε να μπει στη συγκεκριμένη σχέση, έχασε τον πατέρα της νωρίς και γρήγορα έψαξε για ένα υποκατάστατό του. Αυτό είναι λοιπόν το ασυνείδητο κομμάτι του συμβολαίου που ενώνει τους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους.

Η σχέση τους είναι βέβαια δυσλειτουργική για τους ίδιους ασυνείδητους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία της. Σε καθημερινή βάση η γυναίκα εκφράζει το άγχος της απώλειας που έχει βιώσει, με ανασφάλειες του τύπου "άργησες, πού ήσουν, κοίταξες άλλη γυναίκα, δεν με βοηθάς στο σπίτι". Ο άντρας, από την πλευρά του, βλέποντας τη γυναίκα του να υποφέρει, αναβιώνει τα συναισθήματα της εγκαταλελειμμένης μητέρας του και νιώθει ένοχος ή θυμώνει ή κάνει και τα δύο μαζί. Σε μια τέτοια σχέση η ενοχή δημιουργεί θυμό και ο θυμός ενοχή· τα μέλη του ζευγαριού δεν καταλαβαίνουν γιατί τσακώνονται. Από την άλλη, πολλά ζευγάρια με άλλου τύπου βιώματα επιβιώνουν με συγκρούσεις, με καθημερινούς τσακωμούς – με τέτοιον τρόπο σχετίζονται. Άρα το θέμα δεν είναι το αν διαρκεί μια σχέση ή όχι, αλλά το κόστος που απαιτείται γι' αυτή η διάρκεια».

Σχέσεις χωρίς σεξ

Συμβόλαιο σχέσης δεν υπάρχει χωρίς ερωτική επιθυμία. Ωστόσο, η σεξουαλική δυσλειτουργία μέσα στη σχέση είναι μια διαδεδομένη πραγματικότητα.

Είναι εντυπωσιακό πόσο πολλά ζευγάρια διατηρούνται ενωμένα χωρίς ερωτική σχέση. Είναι καιρός να το πούμε ξεκάθαρα: η πλειονότητα των ζευγαριών δεν έχει σεξουαλικές επαφές στο πλαίσιο της σχέσης. Το σώμα δεν λέει ψέματα· αν δεν αισθάνεσαι καλά, δεν λειτουργείς στο σεξ. Έτσι, όσοι δεν μπορούν να χωρίσουν, μένουν μαζί χωρίς σεξ. Επιπλέον, πολλά ζευγάρια εκτονώνονται με εξωσυζυγικές σχέσεις αλλά δεν χωρίζουν, γιατί μέσω της δέσμευσης διατηρούν πράγματα που τα θεωρούν πολύ σημαντικά. Άλλωστε αυτό που λέμε οικογένεια, το να είμαστε μαζί -από τα τραπέζια μέχρι τις διακοπές- έχει μεγάλη σημασία. Γι' αυτό πολλά ζευγάρια συνεχίζουν την κοινή πορεία ασχέτως κόστος. Όχι ότι δεν υπάρχουν και ζευγάρια με ισχυρό σεξουαλικό δεσμό. Όπως και άλλα με ισχυρή συντροφικότητα, η οποία καλύπτει τις όποιες ανάγκες και ελλείψεις. Άπειρα τα μοτίβα των σχέσεων.

Ξέρουμε τι θέλουμε;

Η συντροφικότητα, το μοίρασμα, η συμπαράσταση, η τρυφερότητα είναι σημαντικοί παράγοντες για να είμαστε καλά με κάποιον. Όμως ξέρουμε να αναγνωρίζουμε πότε είμαστε καλά με κάποιον;

Ξέρουμε τι δεν θέλουμε σε μία σχέση, αλλά δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Γι' αυτό είναι τόσο δύσκολες οι σχέσεις μας: δεν συνεννοούμαστε επειδή δεν επικοινωνούμε. Για την ακρίβεια, τα ζευγάρια κυρίως λύνουν πρακτικά προβλήματα καθημερινότητας. Όσο για την ουσιαστική διαπραγμάτευση μεταξύ των μελών τους, αυτή γίνεται με προβληματισμούς του τύπου: «Πόσο σημαντικός είμαι άραγε για σένα;». Ωστόσο, σήμερα είναι δύσκολο να αισθανθείς σημαντικός για τον άλλον. Τις περισσότερες ώρες της μέρας ο καθένας μας βρίσκεται με άλλους ανθρώπους, ο καθένας κάνει πράγματα που αφορούν τον εαυτό του. Και όταν φύγουν τα παιδιά από το προσκήνιο, τα οποία λειτουργούν για πολλούς ως βασικό συγκολλητικό στοιχείο της σχέσης, το ζευγάρι μένει μόνο και κυριαρχείται από τον φόβο και την ανασφάλεια. Ο δε φόβος να αποχωρήσεις από μία σχέση είναι αυτός που τελικά πυροδοτεί τις συγκρούσεις.

Η σχέση ως τραμπάλα

Το μόνο σίγουρο είναι ότι τέλεια σχέση δεν υπάρχει. Στις μέρες μας, ωστόσο, δεν είναι αδικαιολόγητη μια κάποια αισιοδοξία. Το αισιόδοξο είναι ότι σήμερα συνειδητοποιούμε ευκολότερα τις προσωπικές μας ευθύνες στη σχέση μας. Αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, ότι δεν φταίει πάντα ο άλλος. Όταν μάλιστα βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια του άλλου, συνειδητοποιούμε ότι η σχέση είναι μια διαδικασία αλληλοκαθορισμού, ότι σε αυτή ο ένας καθορίζει τη συμπεριφορά του άλλου σαν να βρισκόμαστε πάνω σε τραμπάλα. Επίσης, σημαντικό είναι και το γεγονός ότι σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο αυτόνομοι μέσα στη σχέση – διόλου τυχαία, λέμε πια "ο σύντροφός μου" και όχι "ο σύζυγός μου". Σήμερα οι σύντροφοι καθορίζουν λοιπόν την απόσταση που επιθυμούν να έχουν μεταξύ τους, τις μεταξύ τους δοσοληψίες, τους κοινούς στόχους και τον βαθμό ελευθερίας κινήσεων. Αισιοδοξία προκαλεί και κάτι ακόμη: οι άντρες λένε πλέον "θέλω επαφή, συναίσθημα, αγκαλιές". Παλεύουν εξίσου για τη σχέση τους και τολμούν να πουν "εγώ είμαι το πρόβλημα". Εν κατακλείδι, σε μεγάλο βαθμό ξέρουμε πια ότι η σχέση του ζευγαριού είναι η πιο δύσκολη διότι δεν υπάρχει τρίτος να τη ρυθμίζει. Εκτός ίσως από τα παιδιά. Ωστόσο βλέπω συχνά παιδιά χωρισμένων γονιών με λιγότερα προβλήματα σε σύγκριση με παιδιά που οι γονείς τους μένουν μαζί. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ' όψιν.

Θα αρχίσεις να ζεις τα σωστά, όταν φύγουν οι λάθος άνθρωποι

Ένας καρπός χαλασμένος μπορεί να μολύνει όλους τους υγιείς καρπούς δίπλα του. Έτσι είναι κι οι άνθρωποι. Ένας τοξικός, μεμψίμοιρος, απελπισμένος άνθρωπος μπορεί να δηλητηριάσει μέχρι το πιο μύχιο σημείο της ψυχής των κοντινών του ανθρώπων.

Ο λόγος απλός, δεν αγαπά τον εαυτό του. Με αποτέλεσμα να μην τον ενδιαφέρει αν τον πληγώνει οπότε ασυναίσθητα πληγώνει τους υπόλοιπους ανθρώπους γύρω του.

Επιδιώκουν τη σημασία των άλλων με αυτολύπηση. Έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση κι έχουν βολευτεί για τα καλά στο βαθύ σκοτάδι των διαδρόμων της καρδιάς τους. Οτιδήποτε που να έχει σχέση με το φως, τους φοβίζει και προσπαθούν να το απομακρύνουν. Δεν αντέχουν την κριτική. Το σκοτάδι της ψυχής τους είναι το χειρότερο δηλητήριο για τους άλλους. Δεν είναι ικανοποιημένοι με τίποτα. Βρίσκουν συνεχώς κάτι για να παραπονιούνται.

Κάπως έτσι εξαπλώνονται αυτοί οι άνθρωποι στις ζωές των άλλων. Τους χρησιμοποιούν σαν δεκανίκια. Κι όταν νιώσουν ότι στέκονται στα πόδια τους, τους πετούν. Γίνονται μύκητες που φυτοζωούν κι επωμίζονται τη ζωντάνια και την ελπίδα από τους άλλους. Επειδή οι ίδιοι την έχουν χάσει σε έναν τεράστιο πύργο που λέγεται αυτοκριτική.

Αφού φοβούνται να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους γιατί έχουν αφήσει τόσες πληγές απάνω τους ανοιχτές που δεν μπορούν να σωθούν. Είναι απλά κουφάρια που επιπλέουν στην επιφάνεια της θάλασσας.

Όλο αυτό το σκηνικό θυμίζει ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο που κατατρώει οποιαδήποτε θετική διάθεση και καλοσύνη, οπότε το φως δυσκολεύεται να εμφανιστεί κι οι ζωές όλων μαυρίζουν και μαραίνονται. Για να επιτρέψουμε στο φως να εισβάλει στη ζωή μας πρέπει να απομακρύνουμε όλους αυτούς τους τύπους. Να τους απωθήσουμε όσο πιο μακριά γίνεται για να προσελκύσουμε κοντά μας όλα τα θετικά.

Η οπτική που αντιμετωπίζεις τα πράγματα είναι πολύ σημαντική για όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Είτε καλές είτε αρνητικές. Αν ακόμα και μέσα από κάτι κακό προσπαθείς να βρίσκεις πάντα κάτι θετικό, τότε είσαι κερδισμένος. Η ζωή θα σου τα φέρνει όλα πρίμα ακόμα και στη φουρτούνα και την κακοκαιρία.

Μη γίνεσαι σωσίβιο, γίνε βοηθός και συμπαραστάτης σε κάποιον που το χρειάζεται. Αλλά όχι σωσίβιο. Εκείνα βουλιάζουν και πάνε στον πάτο. Επιπλέουν μόνο τα κούτσουρα.

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι τραγική. Οι μίζεροι άνθρωποι έχουν την τάση να προσελκύουν κοντά τους σαν μαγνήτης την κακομοιριά και την κακοτυχία. Έτσι χάνεται η ευτυχία κι εσύ νιώθεις παγιδευμένος σε ένα καλά μπλεγμένο ιστό αράχνης. Εκεί που όλα είναι σκοτεινά και μαύρα και το φως ωχριά.

Οπότε αποδέσμευσε τον εαυτό σου από τον ιστό των μαύρων χήρων και βγες στο φως. Άσε το καλό να μπει στη ζωή σου χωρίς σκοτεινούς συντρόφους που δεν μπορούν να δεχθούν ότι η ζωή είναι δύσκολη, σκληρή κι άδική πολλές φορές, είναι όμως γλυκιά κι έχει τόσα πολλά να σου προσφέρει, φτάνει να είσαι δεκτικός για να τα προσελκύσεις.

Απαλλάξου από τα δεσμά αυτών των ανθρώπων γιατί μόνο δεσμά είναι που σε κρατούν καλά βιδωμένο στη γη και βρες ελπίδα για οτιδήποτε καλό να έρθει στη ζωή σου και θα γίνει. Αν το πιστέψεις εσύ, θα το προσελκύσεις και θα γίνει πραγματικότητα. Φτάνει γύρω σου να έχεις ανθρώπους θετικούς κι ετοιμοπόλεμους. Που άμα τους ρίξει η ζωή μία, αυτοί σηκώνονται ακόμα πιο δυνατοί.

Το χαμόγελο που έχουν είναι δικό τους και το κέρδισαν γιατί βγαίνει από την ψυχή τους και ό,τι κι αν έχουν το χαρίζουν στους υπόλοιπους. Γιατί έτσι έμαθαν να αντιμετωπίζουν τη ζωή. Κάν’ το κι εσύ και δεν έχεις να χάσεις, μόνο να κερδίσεις.

Εάν σας μιλούσε ο Επίκουρος αυτή τη στιγμή, θα σας παρότρυνε να απλοποιήσετε τη ζωή σας

Εάν σας μιλούσε ο Επίκουρος αυτή τη στιγμή, θα σας παρότρυνε να απλοποιήσετε τη ζωή σας.

Ακούστε πώς θα το έθετε, εάν τον είχαμε μαζί μας τώρα: «Παιδιά μου, οι ανάγκες σας είναι λίγες, είναι εύκολο να τις καλύψετε και μπορείτε να αντέξετε κάθε απαραίτητη ταλαιπωρία. Μην περιπλέκετε τη ζωή σας με τέτοιους τετριμμένους στόχους όπως πλούτη και φήμη: 
Είναι ο εχθρός της ATΑΡΑΞΙΑΣ.

Η φήμη, για παράδειγμα, δεν είναι παρά οι απόψεις που έχουν οι άλλοι για μας και αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να ζήσουμε τη ζωή μας όπως επιθυμούν οι άλλοι.

Για να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε τη φήμη μας, πρέπει να μας αρέσει αυτό που οι άλλοι επιθυμούν και να αποφεύγουμε ό,τι αποφεύγουν κι αυτοί. Ως εκ τούτου, τι θέλετε μια ζωή δόξας ή μια ζωή στην πολιτική; Εγκαταλείψτε κι αυτή την ιδέα. Και πλούτο; Να τον αποφύγετε! Είναι μια παγίδα. Όσα περισσότερα αποκτούμε τόσο περισσότερα θέλουμε, και τόσο πιο βαθιά είναι η θλίψη μας όταν δεν μπορούμε να τα αποκτήσουμε.

Παιδιά μου, ακούστε με: Εάν επιθυμείτε την ευτυχία, μην σπαταλάτε τη ζωή σας αγωνιζόμενοι για κάτι που πραγματικά δεν χρειάζεστε.

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες. Είναι κατ’ αρχήν και ο πνευματικός ορίζοντας του καθενός πολύ διαφορετικός, δηλαδή από αυτόν της απλής αντίληψης του παρόντος, που έχει ακόμα και το ζώο, σε αυτόν ο οποίος περιλαμβάνει την επόμενη ώρα ή ακόμα την επόμενη μέρα, την εβδομάδα, το έτος, τη ζωή, τους αιώνες, τις χιλιετίες, μέχρι αυτόν μιας συνείδησης η οποία σχεδόν διαρκώς έχει παρόντα τον, αν και θαμπά ανατέλλοντα, ορίζοντα του απείρου. Οι σκέψεις του καθενός σε κάθε περίπτωση παίρνουν τον χαρακτήρα που αναλογεί στον πνευματικό του ορίζοντα.

Ακόμα, εκείνη η διαφορά της ευφυΐας διαφαίνεται στην ταχύτητα της σκέψης τους, η οποία είναι σημαντική και τόσο διαφορετικά διαβαθμισμένη, όπως τα σημεία από το κέντρο μέχρι την εξωτερική γραμμή ενός περιστρεφόμενου δίσκου. Ο ορίζοντας των συμπερασμάτων και αιτιών μέχρι τον οποίο μπορεί να φτάσει η σκέψη του καθενός, φαίνεται να βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με την ταχύτητα της σκέψης του· γιατί η μεγαλύτερη ένταση της δύναμης της σκέψης διαρκεί γενικώς μόνο ένα πολύ σύντομο διάστημα, και μόνο όσο διαρκεί, μια σκέψη μπορεί να προσπελαστεί στην πλήρη της ενότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το κατά πόσο η νόηση, σε ένα τόσο σύντομο διάστημα, μπορεί να την παρακολουθήσει, δηλαδή πόσο δρόμο μέσα σε αυτήν μπορεί να διανύσει.

Τέλος, η μεγάλη ατομική διαφορά της ευφυΐας, για την οποία μιλάμε, γίνεται φανερή κατά τον καλύτερο τρόπο στον βαθμό διαύγειας της αντίληψης, και συνεπώς στη σαφήνεια της όλης σκέψης. Στον έναν είναι ήδη αντίληψη ενός αντικειμένου ό,τι στον άλλον είναι η κάποια στροφή της προσοχής του προς αυτό- ο ένας έχει ήδη τελειώσει και έχει φτάσει στον σκοπό, όταν ο άλλος ακόμα βρίσκεται στην αρχή- αυτό που στον έναν είναι η λύση, στον άλλον είναι το πρόβλημα. Αυτό απορρέει από την ποιότητα της σκέψης και της γνώσης, που αναφέραμε ήδη προηγουμένως. Όπως στα δωμάτια ο βαθμός φωτεινότητας είναι διαφορετικός, έτσι και στα κεφάλια.

Επομένως, σε σχέση με τη νόηση, η φύση είναι εξόχως αριστοκρατική. Οι διαφορές που έχει δημιουργήσει σε αυτήν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που δημιουργούν η γέννηση, τα πλούτη, οι διαφορές των κοινωνικών ομάδων σε οποιαδήποτε χώρα- αλλά, όπως και σε άλλες αριστοκρατίες, έτσι και σε αυτή της φύσης αντιστοιχούν πολλές χιλιάδες αγροίκοι σε έναν ευγενή, πολλά εκατομμύρια σε έναν άρχοντα, και ο μεγάλος σωρός είναι απλός όχλος, συρφετός, λωποδύτες, στενόμυαλοι, ποταποί. Όμως ανάμεσα στη σειρά των διαφορών της φύσης και αυτής των κοινωνικών υπάρχει μια κραυγαλέα αντίθεση, για την εξισορρόπηση της οποίας θα πρέπει να ελπίσουμε σε μια χρυσή εποχή. Στο μεταξύ, και εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά στη σειρά της νόησης που επέβαλε η φύση, και οι άλλοι στην κοινωνική σειρά, έχουν κοινό το ότι συνήθως βρίσκονται σε ευγενή απομόνωση, την οποία υπονοεί ο Μπάιρον όταν λέει:

Τη μοναξιά των βασιλέων να νιώθω, όμως χωρίς την εξουσία που τους επιτρέπει να φέρουν το στέμμα.
(Prophecy of Dante, κεφ. 1, στίχ.166)

Γιατί η νόηση είναι μια αρχή που διαφοροποιεί και διαχωρίζει- οι διάφορες διαβαθμίσεις της προσφέρουν στον καθένα πολύ περισσότερο διαφορετικές αντιλήψεις από ό,τι η απλή μόρφωση, με συνέπεια, κατά κάποιο τρόπο, καθένας να ζει σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο μόνο τους ομοίους του συναντά άμεσα, στους άλλους, όμως, μόνο από μακριά μπορεί να πει κάτι και να προσπαθήσει να τους γίνει κατανοητός. Μεγάλες διαφορές στον βαθμό και στην εξέλιξη της διανοητικής ικανότητας ανοίγουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο μόνο η καλοσύνη της καρδιάς μπορεί να γεφυρώσει, η οποία, αντίθετα προς τη διανοητική ικανότητα, είναι η ενοποιητική αρχή που ταυτίζει κάθε άλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ενότητα όμως παραμένει ηθική- δεν μπορεί να γίνει διανοητική. Ακόμα και με αρκετά παρόμοιο βαθμό μόρφωσης, η συζήτηση ανάμεσα σε ένα μεγάλο πνεύμα και ένα συνηθισμένο μυαλό μοιάζει με το συντροφικό ταξίδι ενός άνδρα που κάθεται σε ένα ζωηρό άλογο, με έναν πεζοπόρο. Το ταξίδι θα γίνει και για τους δύο σε λίγο οχληρό, και με τον χρόνο αδύνατο. Για μια μικρή διαδρομή βέβαια, μπορεί ο έφιππος να κατέβει από το άλογο για να βαδίσει με τον άλλον, αν και η ανυπομονησία του αλόγου του θα του δημιουργήσει προβλήματα.

Άκου δύο φορές και μίλα μία

Η φλυαρία είναι μεγάλη πληγή του σύγχρονου ανθρώπου. Αν μελετήσει κανείς τις διαφημίσεις της τηλεφωνίας, θα συμπεράνει κάτι που φαίνεται αβλαβές -την προτροπή προς τη φλυαρία («Μιλήστε δωρεάν, όσο θέλετε!»)- αλλά δεν είναι. Όταν μιλάμε ακατάπαυστα, είναι φυσικό να λέμε βλακείες και να επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια. Κανείς δεν εκτιμά τους φλύαρους, μολονότι ίσως τους ανέχεται από ευγένεια. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για την προσωπική μας ιστορία, για το δράμα μας, για τις περιπέτειες και τα κατορθώματά μας. Με το να φλυαρούμε γύρω από όλα αυτά γινόμαστε μεμψίμοιροι, ή πομπώδεις και καυχησιάρηδες. Η φλυαρία μάς εμποδίζει να ακούμε τους άλλους και, όχι σπάνια, μας καταδικάζει στον ρόλο του γελωτοποιού. Πολλοί φλύαροι άνθρωποι φρονούν ότι οι ιδέες τους είναι πρωτότυπες και πρέπει να διαδοθούν· στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι επαναλαμβάνουν κοινοτοπίες.

Η ακαταμάχητη επιθυμία μερικών ανθρώπων να μιλάνε τους κάνει δυσάρεστούς όχι μόνον επειδή είναι κουραστικοί αλλά επειδή δείχνουν αναξιόπιστοι. Κανείς δεν εκτιμά τους κουτσομπόληδες. Αν δείτε την ταινία με τον τίτλο «Gossip» (David Guggenheim, 2000), θα διαπιστώσετε για μία ακόμη φορά την καταστροφική επίδραση του κουτσομπολιού. Επίσης, πολλοί άνθρωποι που μιλούν περισσότερο απ’ όσο ακούνε έχουν την τάση να υπερβάλλουν και να χυδαιολογούν. Όταν συμβαίνει αυτό καλύτερα να αποχωρούνε διακριτικά. Κι αν δεν έχουμε να πούμε κάτι καλύτερο από τη σιωπή, είναι προτιμότερο να σωπαίνουμε. Έλεγε ο Αβραάμ Λίνκολν: «Είναι προτιμότερο να μένεις σιωπηλός και να σε παίρνουν για βλάκα, παρά να μιλάς και να αίρεις κάθε αμφιβολία». Λέγε μόνο τα απαραίτητα και με λιγοστές λέξεις. Το να ακούς είναι τέχνη.

Η στωική σιωπή δεν σχετίζεται με τη σιωπή της κατωτερότητας που κάποτε επιβαλλόταν στις γυναίκες («Γυναιξί σιγή κόσμον φέρει» – Η σιωπή στολίζει τις γυναίκες). Η στωική σιωπή, η είναι μια στάση την οποία επιλέγουμε δεν μας επιβάλλεται. Όπως λέει ο Σενέκας, «Για να επιβάλεις τη σιωπή σε κάποιον, πρέπει να σιωπήσεις πρώτος εσύ».

Η φωνή μέσα στο κεφάλι μας δεν είναι πραγματική, αλλά κυβερνά τη ζωή μας, κι αυτό είναι τυραννικό

Μία από τις μεγαλύτερες υποθέσεις που κάνουμε είναι ότι τα ψέματα που πιστεύουμε είναι αληθινά! Για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τι είμαστε. Όταν θυμώνουμε, λέμε: «Α, έτσι είμαι». Όταν ζηλεύουμε: «Α, έτσι είμαι». Όταν μισούμε: «Α, έτσι είμαι εγώ». Αλλά είναι άραγε αληθινά όλα αυτά; Δεν είμαι βέβαιος. Συνηθίζουμε να υποθέτουμε ότι μιλάμε εμείς, ότι όλα αυτά που δεν θέλαμε να πούμε, τα λέμε εμείς. Ήταν μια πραγματική έκπληξη όταν ανακάλυψα ότι δεν ήμουν -. Έτσι είχα μάθει να είμαι. Επομένως, προπονήθηκα πολύ μέχρι που έπαιξα τέλεια τον ρόλο μου.

Η φωνή που λέει: «Έτσι είμαι» είναι η φωνή της γνώσης. Είναι η φωνή του ψεύτη που ζει στο Δέντρο της Γνώσης το οποίο υπάρχει στο κεφάλι μας. Οι Τολτέκοι θεωρούν ότι είναι μια διανοητική νόσος που μεταδίδεται πολύ εύκολα επειδή μεταβιβάζεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσα από τη γνώση. Τα συμπτώματα της νόσου είναι φόβος, θυμός, μίσος, θλίψη, ζήλια, σύγκρουση και διαχωρισμός των ανθρώπων. Για άλλη μια φορά, τα ψέματα αυτά ελέγχουν το όνειρο της ζωής μας. Νομίζω ότι αυτό πια είναι προφανές.

Η σύγκρουση είναι ανάμεσα σε αυτό που είναι αλήθεια και σε αυτό που δεν είναι- και αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους, τουλάχιστον στο δικό μου παραμύθι, είπε: «Και θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει». Ελεύθεροι από τι; Απ’ όλα εκείνα τα ψέματα. Ειδικά από τον ψεύτη που ζει μέσα στο κεφάλι μας και μας μιλάει ακατάπαυστα. Εμείς το ονομάζουμε σκέψη! Το ότι ακούς μια φωνή στο κεφάλι σου δεν σημαίνει ότι σου λέει και αλήθεια. Λοιπόν, αν δεν πιστεύεις σε αυτή τη φωνή, δεν θα έχει καμία δύναμη πάνω σου.

Υπάρχει μία ταινία που σκιαγραφεί θαυμάσια αυτό πού εννοώ. Ονομάζεται Α Beautiful Mind (Ένας Υπέροχος Άνθρωπος). Αρχικά σκέφτηκα: «Α, άλλη μια ταινία με κατασκόπους», αλλά ενδιαφέρθηκα περισσότερο όταν συνειδητοποίησα ότι ο ήρωας είναι σχιζοφρενής. Είναι ευφυής, μια πραγματική διάνοια, αλλά βλέπει ανθρώπους που δεν υπάρχουν. Αυτοί οι άνθρωποι ελέγχουν τη ζωή του επειδή ακούει τις απόψεις τους και ακολουθεί οτιδήποτε του λένε να κάνει. Του λένε ψέματα και, ακούγοντάς τα, καταστρέφει τη ζωή του. Δεν έχει ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι παραισθήσεις, μέχρι που η γυναίκα του τον βάζει σε ψυχιατρείο όπου τον κάνουν διάγνωση σχιζοφρένειας και του δίνουν φαρμακευτική αγωγή. Τα οράματα εξαφανίζονται αλλά τα φάρμακα έχουν παρενέργειες κι έτσι αποφασίζει να σταματήσει να τα παίρνει. Χωρίς τα φάρμακα, τα οράματα επιστρέφουν και ανακαλύπτει πως είναι αλήθεια ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να δει τους ανθρώπους που βλέπει. Τώρα έχει να κάνει μια επιλογή: να επιστρέψει στο νοσοκομείο, να χάσει τη σύζυγό του και να αποδεχτεί ότι είναι σχιζοφρενής ή να αντιμετωπίσει τα οράματα και να τα υπερνικήσει;

Όταν τελικά αποκτά την επίγνωση ότι οι άνθρωποι που βλέπει δεν είναι πραγματικοί, παίρνει μια πολύ έξυπνη απόφαση. Λέει: «Δεν θα τους δώσω σημασία. Δεν θα πιστεύω αυτά που μου λένε». Η δύναμη που έχουν τα οράματα επάνω του εξαφανίζεται όταν σταματάει να τα πιστεύει. Με αυτή την επίγνωση, βρίσκει γαλήνη και μετά από πολλά χρόνια, από όταν σταμάτησε να τους δίνει σημασία, τα οράματα σταμάτησαν σχεδόν να του μιλούν. Παρόλο που συνεχίζει να τα βλέπει, δεν τον επισκέπτονται συχνά – μια και μάλλον αποφάσισαν να μη χάνουν τον καιρό τους με έναν άνθρωπο που δεν τα ακούει.

Είναι μια υπέροχη ταινία επειδή δείχνει ότι αν δεν πιστέψουμε στη φωνή μέσα στο κεφάλι μας, χάνει τη δύναμη που έχει πάνω μας και γινόμαστε πάλι αυθεντικοί. Η φωνή μέσα στο κεφάλι μας δεν είναι καν πραγματική, αλλά κυβερνά τη ζωή μας, κι αυτό είναι πολύ τυραννικό. Από τη στιγμή που η φωνή τραβάει την προσοχή μας, μας επιβάλλει να κάνουμε ό,τι θέλει αυτή.

Πόσες φορές η φωνή μας επέβαλε να πούμε ναι όταν θέλαμε να πούμε όχι; ‘Η αντιθέτως, η φωνή μας επέβαλε να πούμε όχι όταν θέλαμε να πούμε ναι; Πόσες φορές μας έχει κάνει αυτή η φωνή να αμφισβητούμε αυτό που νιώθει η καρδιά μας; Πόσες φορές έχουμε χάσει εξαιτίας του φόβου, τις ευκαιρίες να κάνουμε στη ζωή μας αυτό που πραγματικά θέλουμε – επειδή ο φόβος μας ήταν η αντίδραση στο ότι πιστέψαμε στη φωνή στο κεφάλι μας; Πόσες φορές έχουμε χωρίσει με κάποιον που αγαπούσαμε πραγματικά, μόνο και μόνο επειδή μας είπε να το κάνουμε η φωνή της γνώσης; Πόσες φορές έχουμε προσπαθήσει να ελέγξουμε τους ανθρώπους πού αγαπάμε επειδή ακολουθούμε αυτή τη φωνή; Πόσες φορές έχουμε θυμώσει ή έχουμε ζηλέψει ή έχουμε χάσει τον έλεγχο κι έχουμε πληγώσει τους ανθρώπους πού αγαπάμε πραγματικά, απλώς και μόνο επειδή πιστέψαμε σε αυτή τη φωνή;

Φαίνεται ότι η επιστήμη, καθώς υπερεξειδικεύεται, χάνει σιγά σιγά την ζωή της.

Φαίνεται ότι η επιστήμη, καθώς υπερεξειδικεύεται, χάνει σιγά σιγά την ζωή της.

Πώς λοιπόν και επιτρέπουμε να συμβαίνει αυτό; Αυτό συμβαίνει, αν δεν απατώμαι, επειδή είμαστε θύματα μιας μεγάλης αυταπάτης. Χωρίς να το συνειδητοποιούμε εξομοιώνουμε την πνευματική εργασία με την χειρωνακτική.

Έχουν ήδη περάσει εκατόν πέντε χρόνια από τότε που ο θεμελιωτής της πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, έκανε την ακόλουθη παρατήρηση: Αν, σ’ ένα εργοστάσιο καρφιτσών, ένας μόνον εργάτης ήταν επιφορτισμένος να ισιώνει το σύρμα, να το κόβει, να το λευκαίνει, να σχηματίζει την μύτη και την κεφαλή, μετά βίας θα κατασκεύαζε είκοσι καρφίτσες την ημέρα. Αν όμως η εργασία κατανεμηθεί σε δέκα εργάτες και ο καθένας τους επιφορτισθεί με μία μόνον ενέργεια, τότε οι εργάτες αυτοί θα παράγουν άνετα σαράντα οκτώ χιλιάδες καρφίτσες την ημέρα, δηλαδή τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιες ο καθένας. Η βιομηχανία επιτυγχάνει θαυμαστά αποτελέσματα με την κατανομή της εργασίας. Ο κάθε εργάτης πρέπει να έχει μια «ειδικότητα», θα είναι δε τόσο ικανότερος όσο νωρίτερα την έχει επιλέξει.

Ο λόγος είναι ότι αυτό που απαιτείται από την χειρωνακτική εργασία είναι προπάντων το να είναι γρήγορη, δεν είναι δε γρήγορη παρά μόνον αν είναι μηχανική. Γιατί η μηχανή δουλεύει γρηγορότερα από τον άνθρωπο; Διότι διαιρεί την εργασία, διότι σε κάθε μέρος της εργασίας αντιστοιχεί ένας ειδικός μηχανισμός. Κι εμείς, που όταν δουλεύουμε με τα χέρια μας παίρνουμε ως μοντέλο την μηχανή, δεν έχουμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε από το να κατανέμουμε την εργασία όπως την κατανέμει αυτή. Και θα δουλεύουμε εξίσου γρήγορα και εξίσου καλά όταν θα είμαστε κι εμείς, με την σειρά μας, μηχανές.

Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά στον κόσμο του πνεύματος.

Κι ενώ δεν αποκτούμε την χειρωνακτική δεινότητα παρά υπό την προϋπόθεση ότι επιλέγουμε ένα ειδικό επάγγελμα και κάνουμε τους μυς μας να συστέλλονται σε μία μόνον επαναλαμβανόμενη κίνηση, δεν τελειοποιούμε, αντίθετα, κάποια από τις πνευματικές ικανότητές μας παρά υπό την προϋπόθεση ότι αναπτύσσουμε όλες τις άλλες. Από μόνη της, δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Χωρίστε την από το περιβάλλον της και δεν θα αργήσει να εξανεμιστεί, όμοια με τις χημικές εκείνες ουσίες που εξατμίζονται μόλις τις απομονώνουμε. Βέβαια, είναι πάντα μία αυτή που κυριαρχεί και που διακρίνουμε, όμως δεν στέκεται τόσο ψηλά παρά μόνον επειδή την στηρίζουν οι άλλες.

Θα την συγκρίνω με τον καλό εκείνο μουσικό που συναντούμε κάποιες φορές σε μια μέτρια ορχήστρα. Δεσπόζει και επιτυγχάνει να μην ακούμε παρά μόνον αυτόν. Ίσως όμως αποτύχει σ’ ένα σόλο, καθώς χρειάζεται την υποστήριξη από το σύνολο.

Αυτό ακριβώς, νεαροί μου μαθητές, είναι που διακρίνει την ευφυΐα από το ένστικτο και τον άνθρωπο από το ζώο. Όλη η διαφορά του ζώου έγκειται σ’ αυτό, στο ότι είναι σαν τον ειδικό – κάνει πολύ καλά ό,τι κάνει, αλλά δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.

Η μέλισσα, για να κατασκευάσει την κηρύθρα της, έχει επιλύσει ένα δύσκολο πρόβλημα τριγωνομετρίας. Θα επιλύσει όμως άλλα; Αυτός που δέχεται, όπως τολμά να υποστηρίζει ένας σύγχρονος φυσιοδίφης, ότι το ζώο κι εμείς καταγόμαστε από κοινό πρόγονο, δεν θα μπορεί άραγε να πει ότι η ευφυΐα μας έχει γίνει αυτό που είναι από τις ποικίλες συνήθειες που έχει σταδιακά αποκτήσει, ενώ η συνήθεια του ζώου έχει σιγά σιγά περιοριστεί και ατροφήσει στα στενά όρια μιας ειδικότητας;

Αφού, λοιπόν, η ποικιλία των ικανοτήτων μας είναι αυτό που μας διακρίνει, ας παραμείνουμε άνθρωποι.

Αν το μαθηματικό μυαλό συνίσταται στο να σκέφτεται κανείς σωστά και να εκφράζει με σαφήνεια αυτό που σκέφτεται, ποιος φιλόλογος δεν θα ήταν υποχρεωμένος να είναι και λίγο μαθηματικός; Είναι άραγε η φιλολογία κάτι άλλο από γεωμετρία χωρίς σχήματα, μεταφυσική χωρίς χονδροειδείς υπερβολές;

ΑΙΣΩΠΟΣ: Καθώς ο γάτος κυνηγούσε τα ποντίκια

Κάποτε, σ’ ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι με πολλά δωμάτια, έμενε μια γριά. Το σπίτι ήτανε παμπάλαιο. Κανείς δεν το περιποιότανε πια κι οι τοίχοι του είχαν αρχίσει να ραγίζουν, οι σοβάδες να πέφτουν, τα πατώματα να σαπίζουν.

Η γριά, που έμενε σ’ αυτό το παλιό αρχοντικό σπίτι, κρατούσε μόνο δυο δωμάτια ανοιχτά, όπου έμενε αυτή στο ένα και στο άλλο η υπηρέτριά της. Όλα τα άλλα δωμάτια τα είχανε κλειστά και δεν άνοιγαν ποτέ τις πόρτες και τα παράθυρά τους ούτε έμπαιναν ποτέ εκεί μέσα…

Όπου στα κλεισμένα δωμάτια, έστησαν φωλιά δυο ποντίκια που, σιγά σιγά, έγιναν μια πολυάριθμη οικογένεια, στρατός ολόκληρος από ποντίκια, που αλώνιζαν εκεί μέσα. Κανείς δεν τα πείραζε και εκείνα νύχτα μέρα ροκάνιζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους κι έγιναν όλα τετράπαχα.

Μια μέρα, ένας γάτος του δρόμου, βρίσκοντας ανοιχτή την εξώπορτα του σπιτιού, μπήκε μέσα για να προφυλαχτεί από το κρύο και χώθηκε κάτω από το κρεβάτι της γριάς.

Όταν τον είδε, την άλλη μέρα, η γριά χάρηκε που θα τον είχε και τον κράτησε. Ο γάτος καθώς περπατούσε αμέριμνος στο σπίτι, μια μέρα ανακάλυψε μια τρύπα η οποία οδηγούσε σε κάποιο άλλο δωμάτιο όπου ζούσαν τα ποντίκια. Καθώς τα ποντίκια έβγαιναν ανυποψίαστα από τη φωλιά τους αυτός τα καταβρόχθιζε.

Κι επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, ο γάτος βγήκε, ένα άλλο βράδυ από το δωμάτιο της γριάς και άρχισε να τριγυρνάει στο απέραντο παμπάλαιο σπίτι. Στον πρώτο διάδρομο που μπήκε, αντίκρυσε κοπάδι ολόκληρο από ποντίκια και έπεσε απάνω τους με μανία. Εκείνα, συνηθισμένα όπως ήταν να μην τα πειράζει κανένας, άργησαν να καταλάβουν τον κίνδυνο που τα απειλούσε και ώσπου να κρυφτούνε στις τρύπες τους ο γάτος έφαγε αρκετά.

Πού να ξεκολλήσει τώρα ο γάτος από το διάδρομο. Η γριά τον έχανε, γιατί εκείνος μέρα-νύχτα παραφύλαγε στο διάδρομο για ποντίκια.

Έπειτα, βρίσκοντας καμιά τρύπα σε κάποια πόρτα, μπήκε και σ’ ένα δωμάτιο, κι από κει σε άλλο κι έτρωγε τόσα ποντίκια, όσα δεν είχε φάει σε όλη του τη ζωή κανένας γάτος, σ΄ όλο τον κόσμο!

Σιγά-σιγά όμως ξύπνησαν και τα ποντίκια και κατάλαβαν πόσο επικίνδυνος είναι ο γάτος. Κρύφτηκαν λοιπόν μέσα στις τρύπες τους και δεν ξαναβγήκαν.

Ο γάτος περίμενε μια, περίμενε δυο μέρες, περίμενε τρείς, αλλά κανένα ποντίκι δεν φαινότανε και αυτός άρχισε να πεινάει.

Σκέφτηκε λοιπόν να τα ξεγελάσει και πηδώντας πάνω σ’ ένα ξύλινο χοντρό καρφί, στον τοίχο, κρεμάστηκε από αυτό και παρίστανε τον ψόφιο.

Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ένα ποντίκι, καθώς δεν άκουγε τις πατημασιές του γάτου, τόλμησε να μισοβγεί από την τρύπα του. Κοίταξε γύρω, είδε το γάτο που έκανε τον ψόφιο, και κατάλαβε τι είχε γίνει.

– Άκουσε κυρ-γάτο του φώναξε. Και σακί να σε δω να γίνεις και να σε κρεμάσουν σε καρφί, εγώ δεν έρχομαι κοντά σου.

Και κρύφτηκε πάλι, όσο το δυνατόν πιο βαθιά μπορούσε, μέσα στην τρύπα του.

Ο Αριστοτέλης, η φιλοδοξία και η οργή

Για τον Αριστοτέλη η φιλοδοξία σχετίζεται με την επιθυμία του επαίνου, αφού ως φιλόδοξος ορίζεται εκείνος που αναζητά την τιμή. Κι αυτός είναι ο λόγος που η φιλοδοξία είναι εύκολο να ταυτιστεί με τη μεγαλοψυχία, αφού και ο μεγαλόψυχος ενδιαφέρεται για την αναγνώριση: «Φαίνεται ότι στην περιοχή πάντοτε της τιμής υπάρχει μια ακόμη αρετή, που θα μπορούσε, λέω, να θεωρηθεί ότι έχει με τη μεγαλοψυχία παρόμοια σχέση με αυτήν που έχει η ελευθεριότητα με τη μεγαλοπρέπεια». (1125b 4, 1-4).

Το βέβαιο είναι ότι και η φιλοδοξία, όπως όλες οι ηθικές αρετές, διέπεται από την αρχή της μεσότητας: «Όπως στη λήψη και στη δόση χρημάτων και, γενικά, υλικών αγαθών υπάρχει μεσότητα, υπερβολή και έλλειψη, έτσι μπορεί κανείς να επιθυμεί και την τιμή περισσότερο από αυτό που πρέπει, λιγότερο από αυτό που πρέπει, αλλά και από κει που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει». (1125b 4, 6-9).

Και φυσικά, η έλλειψη και η υπερβολή πρέπει να αποφεύγονται, αφού μόνο το μέσο εξασφαλίζει την κατάκτηση κάθε αρετής: «Ψέγουμε, πράγματι, και τον φιλόδοξο, επειδή επιθυμεί την τιμή περισσότερο από ό,τι πρέπει και από εκεί που δεν πρέπει, αλλά και τον αφιλόδοξο, επειδή δεν έχει διάθεση να τιμάται ούτε και για τις ωραίες πράξεις του». (1125b 4, 10-12).

Το ζήτημα είναι ότι λόγω της γλωσσικής ανεπάρκειας δεν υπάρχει κατάλληλη λέξη που να δηλώνει τη μεσότητα στην αναζήτηση της τιμής: «Οι άνθρωποι, λοιπόν, επιθυμούν την τιμή και περισσότερο από ό,τι πρέπει και λιγότερο· άρα υπάρχει και η περίπτωση να την επιθυμούν όπως πρέπει. Αυτή λοιπόν είναι η έξη που επαινείται: μια μεσότητα στο χώρο της τιμής για την οποία δεν υπάρχει λέξη που να τη δηλώνει». (1125b 4, 21-24).

Κι αυτός ό γλωσσικός όρος που λείπει αναγκάζει τις έννοιες φιλοδοξία και αφιλοδοξία να αποκτούν σχετική σημασία ανάλογα με τα μεγέθη που θα εκφραστούν: «Σε σύγκριση με τη φιλοδοξία εμφανίζεται» (εννοείται η λέξη που θα αποκαταστήσει τη μεσότητα) «ως αφιλοδοξία, ενώ σε σύγκριση προς την αφιλοδοξία, εμφανίζεται ως φιλοδοξία· σε σύγκριση και προς τις δύο εμφανίζεται να είναι, κατά κάποιον τρόπο, και τα δύο μαζί… Εδώ τα δύο άκρα φαίνονται να αντιτίθενται το ένα στο άλλο, επειδή δεν υπάρχει λέξη που να δηλώνει το μέσον». (1125b 4, 24-29).

Όμως, η σχετικότητα των εννοιών επιφέρει και τη σχετικότητα στις ερμηνείες. Η λέξη φιλόδοξος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αρνητικά, με την έννοια της υπερβολής, αλλά και θετικά με την έννοια της ισορροπίας, που αποκαθιστά τη μεσότητα σε σχέση με τον αφιλόδοξο. Κι αυτός είναι ο λόγος, που (ανάλογα με τις συνθήκες) μπορεί να επαινείται και ο φιλόδοξος και ο αφιλόδοξος: «Είναι, βέβαια, και φορές που επαινούμε τον φιλόδοξο ως ανδροπρεπή και ως φίλο του ωραίου, και τον αφιλόδοξο ως άνθρωπο μετριοπαθή και σώφρονα». (1125b 4, 9-11).

Το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη θα καταδείξει με σαφήνεια τη ρευστότητα των εννοιών: «Από τη στιγμή που η έννοια “φίλος του τάδε ή του τάδε πράγματος” χρησιμοποιείται με περισσότερες από μία σημασίες, είναι φανερό ότι με τη λέξη “φιλόδοξος” δεν αναφερόμαστε πάντοτε στο ίδιο πράγμα, αλλά όταν τον επαινούμε, θέλουμε να πούμε ότι αγαπάει τις τιμές περισσότερο από ό,τι τις αγαπάει ο περισσότερος κόσμος, ενώ όταν τον ψέγουμε θέλουμε να πούμε ότι τις αγαπάει περισσότερο από όσο πρέπει». (1125b 4, 15-19).

Η δυσκολία του ακριβούς καθορισμού της μεσότητας σε όλες τις ηθικές αρετές (η υποκειμενικότητα του καθενός κάνει τα όρια δυσδιάκριτα) αφήνει πολλά περιθώρια για παρανοήσεις, αφού οποιοσδήποτε μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του στο μέσον, ενώ βρίσκεται στην υπερβολή ή στην έλλειψη. Ο θρασύς είναι βέβαιο ότι θα συστήνεται σαν γενναίος μετατοπίζοντας τις ισορροπίες, ώστε να προβάλλει τη δική του υπερβολή σαν μεσότητα. Αν επικρατήσει μια τέτοια αντίληψη, τότε ο πραγματικά γενναίος θα θεωρείται δειλός.

Πρόκειται για τη στρέβλωση των εννοιών, που διαμορφώνουν τα κοινωνικά πρότυπα πάνω σε σαθρές βάσεις. Όμως, η στρέβλωση των προτύπων δεν μπορεί παρά να επιφέρει και τη στρέβλωση των συμπεριφορών. Από αυτή την άποψη, ο λαϊκισμός μετατρέπεται σε δημοτικότητα, η ασυδοσία σε δημοκρατία, ο εθνικισμός σε φιλοπατρία κλπ. Μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερες αξιώσεις για την κατάκτηση της συνολικής ευτυχίας, καθώς κάθε έννοια της αρετής έχει χάσει οριστικά το νόημά της.

Στην περίπτωση της φιλοδοξίας τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα, αφού η ρευστότητα των εννοιών επιτείνεται κι από τη γλωσσική ανεπάρκεια. Ο υπέρμετρα φιλόδοξος είναι ακόμη πιο εύκολο να παρουσιαστεί σαν εκφραστής του μέσου, καθώς η αφιλοδοξία είναι εύκολο να επικριθεί.

Από αυτή την άποψη, οποιαδήποτε υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί φιλοδοξία ξεχειλώνοντας κάθε όριο του μέσου. Ο άπληστος που συσσωρεύει απύθμενο πλούτο και μάχεται ανελέητα για την εξουσία προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά του μπορεί να γνωρίσει τιμές και να θεωρείται πρότυπο, ως άνθρωπος που ενσαρκώνει το δυναμισμό της φιλοδοξίας. Η κοινωνία που αποδέχεται ως πρότυπα ανθρώπους τέτοιου είδους έχει χάσει κάθε αίσθηση του μέτρου. Κι αυτή είναι η οριστική κατάλυση της αρετής, που πλέον ορίζεται πάνω στα νέα πρότυπα της υπερβολής.

Ο αδίστακτος, ο άπληστος, ο καιροσκόπος, ο αμοραλιστής, αυτός που μπορεί να πατήσει επί πτωμάτων είναι ο πετυχημένος, ο κοινωνικά αποδεκτός, ο εκφραστής του νέου ήθους της αρετής. Οι πολίτες πρέπει να έχουν πολύ δυνατά αντανακλαστικά για να αντεπεξέλθουν σε τέτοιες προκλήσεις. Κι ο νομοθέτης πρέπει να λάβει τα μέτρα του.

Από αυτή την άποψη, η μεσότητα τίθεται ως κοινωνικό όραμα προς διασφάλιση της ευδαιμονίας. Είναι η στιγμή που η ηθική φιλοσοφία συναντά την πολιτική φιλοσοφία, αφού η διαμόρφωση της ηθικής σε ατομικό επίπεδο θα θέσει και τους όρους της συμβίωσης σε κοινωνικό.

Γι’ αυτό τα «Ηθικά Νικομάχεια» αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα με τα «Πολιτικά». Γιατί η πόλη αποτελείται από άτομα και η διαμόρφωση των ατόμων θα θέσει το πλαίσιο της πόλης. Τα σαθρά άτομα θα συγκροτήσουν και τη σαθρή πόλη. Γι’ αυτό η παιδεία και ο νομοθέτης τίθενται από τον Αριστοτέλη ως οι ακρογωνιαίοι λίθοι της συνύπαρξης. Γιατί αφορούν τη διάπλαση των πολιτών, δηλαδή την ποιότητα της πόλης.

Και βέβαια, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στη φιλοδοξία με την κυριολεκτική σημασία του όρου, ως φίλος της τιμής ή της φήμης, γι’ αυτό και δε γίνεται καμία νύξη στην ποιότητα των φιλοδοξιών. Οι χαμηλής ποιότητας φιλοδοξίες θεωρούνται από θέση αρχής ματαιοδοξίες και δε σχετίζονται με την τιμή. Η τιμή αφορά τις πράξεις που προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο.

Κι εδώ κρύβεται άλλο ένα πεδίο διαστρέβλωσης. Ο άπληστος που θα παρουσιαστεί σαν φιλόδοξος θα προσπαθήσει να πείσει ότι η συμπεριφορά του είναι και κοινωνικά επωφελής. Θα ισχυριστεί ότι πλούτος του θα περάσει και στην κοινωνία. Το ίδιο και ο αδίστακτος που θα παρασύρει σε πόλεμο την πόλη. Υπηρετώντας προσωπικά συμφέροντα ή φιλοδοξίες θα προφασιστεί ότι αγωνίζεται για το δημόσιο συμφέρον. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν και τόσο μακρινός.

Οι στρεβλώσεις αυτού του είδους δεν τελειώνουν, όπως και τα ιστορικά παραδείγματα. Σε τελική ανάλυση, η στρέβλωση της ποιότητας της φιλοδοξίας είναι προέκταση της στρέβλωσης της μεσότητας. Όταν η υπερβολή θεωρείται επιτυχία, τότε όλοι θα την αναζητούν, αφού αυτή θα τους καταξιώσει. Κι όταν στρεβλώνουν οι ισορροπίες, όλες οι πράξεις γίνονται συζητήσιμες. Ακόμα και η εκστρατεία στη Σικελία. Ακόμα κι ότι ο Αλκιβιάδης επιδιώκει το δημόσιο συμφέρον. Το ζήτημα είναι να πείσει κανείς. Σε ένα τέτοιο κλίμα ο συνετός είναι αδύνατο να ακουστεί. Κι αυτή θα είναι η καταστροφή της πόλης.

Με την ίδια ακριβώς προτεραιότητα του μέσου ο Αριστοτέλης αποδίδει και την οργή: «Η πραότητα είναι μεσότητα στην περιοχή της οργής. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει στη γλώσσα μας λέξη που να δηλώνει το μέσον, όπως, γενικά, και τα δύο άκρα. Χρησιμοποιούμε λοιπόν για το μέσον τη λέξη “πραότητα”, μολονότι αυτή κλίνει προς την πλευρά της έλλειψης, για την οποία δεν υπάρχει ξεχωριστή λέξη. Για την υπερβολή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η λέξη οργιλότητα. Γιατί το πάθος για το οποίο μιλούμε είναι η οργή, και αυτά που την προκαλούν είναι πολλά και διάφορα». (1125b 5, 30-35).

Και τα κριτήρια της μεσότητας παραμένουν σταθερά: «Αυτός λοιπόν που οργίζεται γι’ αυτά που πρέπει και με αυτούς που πρέπει, και ακόμη με τον τρόπο που πρέπει, τότε που πρέπει και για όσον χρόνο πρέπει, αυτός επαινείται. Αυτός, λέω, είναι ο πράος, αφού η πραότητα επαινείται. Πραγματικά, ο πράος θέλει να είναι ατάραχος και να μην άγεται από το πάθος, αλλά να οργίζεται με τον τρόπο, για τα πράγματα και για όσον χρόνο ορίζει ο ορθός λόγος». (1125b 5, 36-40 και 1126a 5, 1).

Ασφαλώς, οι προϋποθέσεις που θέτει ο Αριστοτέλης σε σχέση το χρόνο, τον τρόπο, τα πράγματα και τους ανθρώπους που αξίζει να οργιστεί κανείς, δεν μπορούν να γίνουν απολύτως χειροπιαστές, αφού δεν είναι μετρήσιμες. Δεν μπορούν, δηλαδή, να αποδοθούν με την αυστηρότητα ενός εκ των προτέρων υπολογισμού, σαν κάτι αριθμητικά επιβεβαιωμένο, ώστε να διαπιστώνεται επακριβώς πότε πληρούνται οι επιταγές της μεσότητας και πότε όχι.

Ο ίδιος ο Αριστοτέλης καταδεικνύει το αδύνατο μιας τέτοιας προσέγγισης: «Δεν είναι δυνατό να ορίσουμε με ακρίβεια με ποιον τρόπο, με ποιους, με τι και για πόσο χρόνο πρέπει κανείς να οργίζεται, όπως επίσης και το ως ποιο σημείο ενεργεί κανείς σωστά και ύστερα περνάει στο λάθος». (1126a 5, 37-41).

Κι αυτός είναι ο λόγος που θέτει πάντοτε ως παράμετρο ασφαλείας τη λογική («για όσον χρόνο ορίζει ο ορθός λόγος»). Από τη στιγμή που μετρήσιμα – χειροπιαστά μεγέθη δεν υπάρχουν μόνο η λογική μπορεί να επισφραγίσει τα όρια της μεσότητας. Το ότι δεν κατηγορούνται οι άνθρωποι που παρεκκλίνουν για λίγο από το μέσον καταδεικνύει το δύσκολο του καθορισμού του, που επιβάλλει και την ελαστικότητα της κρίσης: «Γιατί όποιος παρεκκλίνει λίγο μόνο από τη σωστή γραμμή – είτε προς το περισσότερο είτε προς το λιγότερο – δεν ψέγεται· μερικές, πράγματι, φορές επαινούμε αυτούς που ελλείπουν και τους λέμε πράους, και μερικές φορές ονομάζουμε “άντρες” τους ανθρώπους που οργίζονται, γιατί είναι, λέει, ικανοί να κυβερνήσουν. Δεν είναι λοιπόν εύκολο να πούμε με το λόγο μας πόσο και πώς πρέπει να παρεκκλίνει κανείς από τη σωστή γραμμή για να είναι ψεκτός· γιατί η απόφαση εξαρτάται από τα επιμέρους πράγματα και από την εντύπωση της στιγμής». (1126b 5, 1-5).

Αυτό που μένει ως γενικό πλαίσιο είναι η κατεύθυνση προς τη μεσότητα όπως ορίζεται από τη λογική: «Εν πάση περιπτώσει, τόσο τουλάχιστον έχει γίνει φανερό, ότι η μέση έξη είναι επαινετή: αυτή που μας κάνει να οργιζόμαστε με τους ανθρώπους που πρέπει, για τα πράγματα που πρέπει, με τον τρόπο που πρέπει και όλα τα άλλα που έχουμε πει». (1126b 5, 6-8). Κι αν κάποιος χρειάζεται επιπλέον αποσαφήνιση, ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει το τελικό συμπέρασμα: «Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να μένουμε προσκολλημένοι στη μέση έξη». (1126b 5, 10-11).

Η έλλειψη, λοιπόν, πρέπει να αποφεύγεται και στην οργή: «Η έλλειψη – είτε την πούμε αοργησία είτε οτιδήποτε άλλο – ψέγεται. Γιατί αυτοί που δεν οργίζονται για όσα πρέπει, θεωρούνται ανόητοι». (1126a 5, 4-6). Η κατονομασία της έλλειψης με τον όρο «αοργησία» φαίνεται να αντιτίθεται στον αρχικό ισχυρισμό του Αριστοτέλη ότι δεν υπάρχει λέξη που να αποδίδει την έλλειψη στο ζήτημα της οργής. Γι’ αυτό και στην αρχή επικαλέστηκε το μέσον με τη λέξη «πραότητα» θέτοντας επιφυλάξεις επειδή «κλίνει προς την πλευρά της έλλειψης».

Η δυσκολία στους ορισμούς δεν αίρεται καθώς και η λέξη «αοργησία» τίθεται και πάλι με επιφύλαξη μέσα στη φράση «είτε την πούμε αοργησία είτε οτιδήποτε άλλο». Όπως και να ‘χει, ο μετριασμός της οργής δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως εξάλειψη: «ο άνθρωπος που δεν οργίζεται, θεωρείται ότι δεν έχει την ιδιότητα να αμύνεται· κάτι ακόμη: το να ανέχεται κανείς προπηλακισμούς σε βάρος του ίδιου του εαυτού του και σε βάρος των δικών του ανθρώπων δείχνει ότι έχει χαρακτήρα δούλου». (1126a 5, 8-10).

Από την άλλη, η υπερβολή αφορά το ξεπέρασμα των προϋποθέσεων της μεσότητας: «Η υπερβολή γίνεται με όλες τις προϋποθέσεις που είπαμε (οργίζεται δηλαδή κανείς με τους ανθρώπους που δεν πρέπει, για πράγματα που δεν πρέπει, περισσότερο από ό,τι πρέπει, πιο γρήγορα και για περισσότερο χρόνο), αυτά όμως δεν υπάρχουν, φυσικά, όλα μαζί στο ίδιο άτομο». (1126a 5, 10-13).

Η αναγνώριση ότι ο οργίλος δε σημαίνει ότι παραβαίνει όλες τις προϋποθέσεις ταυτόχρονα, αλλά μόνο κάποιες από αυτές, καθιστά σαφές ότι όλοι οι οργίλοι δεν είναι ίδιοι. Οι λόγοι που προκαλούν την οργή, ο τρόπος που εκφράζεται και το χρονικό διάστημα που κρατάει τους διαφοροποιεί, αφού είναι αδύνατο να συμπεριφέρονται όλοι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Το βέβαιο είναι ότι το ευέξαπτο του χαρακτήρα οφείλεται στην εκρηκτικότητα της προσωπικότητας: «Αυτό τους συμβαίνει επειδή δε συγκρατούν την οργή τους, αλλά λόγω της ορμητικότητας του χαρακτήρα, αντιδρούν αμέσως, με φανερό μάλιστα τρόπο – και ευθύς η οργή τους υποχωρεί». (1126a 5, 18-20).

Και αυτή η εκρηκτικότητα του γρήγορου ξεσπάσματος, που εξατμίζεται σχεδόν αμέσως είναι που τους ξεχωρίζει από αυτούς που ο Αριστοτέλης ονομάζει κατσούφηδες ή μουτρωμένους: «Οι μουτρωμένοι και κατσούφηδες άνθρωποι καταπραΰνονται δύσκολα και η οργή τους κρατάει για μεγάλο διάστημα χρόνου· ο λόγος είναι ότι αυτοί συγκρατούν την οργή τους. Η οργή αυτού του ανθρώπου υποχωρεί, όταν ανταποδώσει τα ίσα· η εκδίκηση σταματάει, πράγματι, την οργή, καθώς στη θέση της λύπης προκαλεί ευχαρίστηση. Όσο δε γίνεται αυτό, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μέσα τους το βάρος: καθώς αυτό δεν είναι φανερό, κανένας δεν μπορεί να τους βοηθήσει πείθοντάς τους – και το να χωνέψεις ο ίδιος μέσα σου την οργή, είναι κάτι που θέλει χρόνο». (1126a 5, 22-29).

Η εκδίκηση δεν αφορά τόσο τον εκρηκτικά ευέξαπτο, όσο εκείνον που ξέρει να ελέγχει την οργή του συσσωρεύοντάς τη μέσα του. Αυτός είναι ένας άλλος τύπος οργίλου, που δεν μπορεί να εκτονώσει άμεσα το θυμό, αλλά τον κρατά, μέχρι να βρει την ευκαιρία να τον διοχετεύσει. Γι’ αυτό και λειτουργεί εκδικητικά. Γιατί χρειάζεται χρόνο για να εκδηλώσει τα συναισθήματά του. Μπορεί να δίνει την εντύπωση του πράου, αλλά αυτό είναι μόνο φαινομενικό. Γι’ αυτό και μπορεί να ξεγελάσει. Οι άνθρωποι αυτού του είδους μπορούν να γίνουν επικίνδυνοι.

Ο χολερικός είναι ένας άλλος τύπος οργίλου, ίσως ο πιο ευέξαπτος από όλους: «Οι χολερικοί άνθρωποι είναι εξαιρετικά ορμητικοί, οργίζονται για το καθετί και με κάθε ευκαιρία· εξού και το όνομά τους». (1126a 5, 21-22). Τέλος, ο δύστροπος θα πλαισιώσει την παρουσίαση των οργίλων. Πρόκειται για πεισματάρη και ξεροκέφαλο άνθρωπο με εσφαλμένη κρίση, που δε θα ξεχάσει και δε θα συγχωρέσει ποτέ. Μπορεί επίσης να γίνει επικίνδυνος: «Τους ανθρώπους που τα βάζουν με αυτούς που δεν πρέπει, περισσότερο από ό,τι πρέπει και για περισσότερο χρόνο, και που δε συμφιλιώνονται ώσπου να εκδικηθούν και να τιμωρήσουν τους λέμε δύστροπους». (1126a 5, 30-33).

Τελικά, η πρώτη περίπτωση του ευέξαπτου εκρηκτικού οργίλου είναι μάλλον η πιο συμπαθής. Λειτουργεί ευθέως και δε ζημιώνει τον εαυτό του με απωθημένα.

Σε κάθε περίπτωση οι οργίλοι είναι άνθρωποι της υπερβολής. Και η υπερβολή που χρειάζεται χρόνο για να εκδηλωθεί, στην περίπτωση των δύστροπων και των κατσούφηδων, σημαίνει ότι έχει περάσει και τη διαδικασία της εκλογίκευσης. Φυσικά, όλα σχετίζονται με το μέγεθος της αδικίας που έχουν υποστεί. Όμως, ούτε η εκδίκηση ούτε η συσσώρευση της οργής μπορούν να αποκαταστήσουν την αδικία. Κι αυτό ο συνετός άνθρωπος πρέπει να το γνωρίζει.

Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης όταν επικαλείται τη λογική ως παράγοντα καθορισμού της μεσότητας αναφέρεται αποκλειστικά στη λογική του σώφρονα ανθρώπου. Γιατί και η λογική έχει τις δικές της διαβαθμίσεις. Και δεν κρίνονται όλες οι λογικές κατάλληλες.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΙΕΡΩΝ

ΞΕΝ Ιερ 2.12–2.18

Ένας ιδιότυπος πόλεμος των τυράννων

Το έργο είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον ποιητή Σιμωνίδη και τον τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα με θέμα την τυραννίδα. Ο ποιητής αναρωτήθηκε αν οι τύραννοι γεύονται περισσότερες ηδονές και παράλληλα θλίβονται και υποφέρουν λιγότερο από τους απλούς πολίτες. Έτσι, ο Ιέρωνας έθεσε ως βάση της σύγκρισης του τυραννικού και ιδιωτικού βίου έναν κατάλογο απολαύσεων, επιχειρώντας να δείξει ότι οι απόψεις για τον ανέφελο βίο των τυράννων αποτελούσαν απλώς προκαταλήψεις του πλήθους.

[2.12] καὶ πόλεμοι μὲν δή εἰσιν οὕς τε αἱ πόλεις πολε-
μοῦσι καὶ οὓς οἱ τύραννοι πρὸς τοὺς βεβιασμένους· τούτων
δὴ τῶν πολέμων ὅσα μὲν ἔχει χαλεπὰ ὁ ἐν ταῖς πόλεσι,
ταῦτα καὶ ὁ τύραννος ἔχει· [2.13] καὶ γὰρ ἐν ὅπλοις δεῖ εἶναι
ἀμφοτέρους καὶ φυλάττεσθαι καὶ κινδυνεύειν, καὶ ἄν τι
πάθωσι κακὸν ἡττηθέντες, λυποῦνται ἐπὶ τούτοις ἑκάτεροι.
[2.14] μέχρι μὲν δὴ τούτου ἴσοι οἱ πόλεμοι· ἃ δὲ ἔχουσιν ἡδέα οἱ
†συνόντες <ταῖς> πόλεσι πρὸς τὰς πόλεις, ταῦτα οὐκέτι ἔχουσιν
οἱ τύραννοι. [2.15] αἱ μὲν γὰρ πόλεις δήπου ὅταν κρατήσωσι μάχῃ
τῶν ἐναντίων, οὐ ῥᾴδιον εἰπεῖν ὅσην μὲν ἡδονὴν ἔχουσιν ἐν
τῷ τρέψασθαι τοὺς πολεμίους, ὅσην δ’ ἐν τῷ διώκειν, ὅσην
δ’ ἐν τῷ ἀποκτείνειν τοὺς πολεμίους, ὡς δὲ γαυροῦνται ἐπὶ
τῷ ἔργῳ, ὡς δὲ δόξαν λαμπρὰν ἀναλαμβάνουσιν, ὡς δ’
εὐφραίνονται τὴν πόλιν νομίζοντες ηὐξηκέναι. [2.16] ἕκαστος δέ
τις προσποιεῖται καὶ τῆς βουλῆς μετεσχηκέναι καὶ πλείστους
ἀπεκτονέναι, χαλεπὸν δὲ εὑρεῖν ὅπου οὐχὶ καὶ ἐπιψεύδονται,
πλέονας φάσκοντες ἀπεκτονέναι ἢ ὅσοι ἂν τῷ ὄντι ἀπο-
θάνωσιν· οὕτω καλόν τι αὐτοῖς δοκεῖ εἶναι τὸ πολὺ νικᾶν.
[2.17] ὁ δὲ τύραννος ὅταν ὑποπτεύσῃ καὶ αἰσθανόμενος τῷ ὄντι
ἀντιπραττομένους τινὰς ἀποκτείνῃ, οἶδεν ὅτι οὐκ αὔξει ὅλην
τὴν πόλιν, ἐπίσταταί τε ὅτι μειόνων ἄρξει, φαιδρός τε οὐ
δύναται εἶναι οὐδὲ μεγαλύνεται ἐπὶ τῷ ἔργῳ, ἀλλὰ καὶ
μειοῖ καθ’ ὅσον ἂν δύνηται τὸ γεγενημένον, καὶ ἀπολογεῖται
ἅμα πράττων ὡς οὐκ ἀδικῶν πεποίηκεν. οὕτως οὐδ’ αὐτῷ
δοκεῖ καλὰ τὰ ποιούμενα εἶναι. [2.18] καὶ ὅταν ἀποθάνωσιν οὓς
ἐφοβήθη, οὐδέν τι μᾶλλον τοῦτο θαρρεῖ, ἀλλὰ φυλάττεται
ἔτι μᾶλλον ἢ τὸ πρόσθεν. καὶ πόλεμον μὲν δὴ τοιοῦτον
ἔχων διατελεῖ ὁ τύραννος ὃν ἐγὼ δηλῶ.

***
Υπάρχουν πόλεμοι σαν αυτούς που κάνουν οι πόλεις και σαν αυτούς που κάνουν οι τύραννοι εναντίον των υποδουλωμένων με τη βία. Σ' αυτούς τους πολέμους, όσα δεινά υφίσταται ο άνθρωπος στις πόλεις, τόσα υφίσταται και ο τύραννος. Διότι και οι δύο πρέπει να είναι οπλισμένοι, να φυλάγονται και να ριψοκινδυνεύουν∙ κι αν νικηθούν και πάθουν κάποιο κακό, τότε υποφέρουν απ' αυτό και οι δύο. Μέχρι αυτού του σημείου οι πόλεμοι είναι ίδιοι. Τις χαρές όμως που παίρνουν οι άνθρωποι στις πόλεις όταν πολεμούν εναντίον άλλων πόλεων, δεν τις παίρνουν οι τύραννοι. Γιατί ασφαλώς, όταν οι πόλεις νικήσουν σε μάχη τις αντίπαλές τους, είναι δύσκολο να περιγράψουμε πόση ευχαρίστηση νιώθουν οι άνθρωποι όταν τρέπουν σε φυγή τους εχθρούς, όταν τους καταδιώκουν, όταν τους σκοτώνουν∙ πόσο υπερηφανεύονται για το έργο τους· πώς αποκτούν τόσο λαμπρή φήμη∙ πόσο χαίρονται καθώς πιστεύουν ότι έχουν μεγαλώσει την πόλη τους. Ο καθένας τους διατείνεται ότι συμμετείχε στο σχεδιασμό και ότι σκότωσε τους περισσότερους εχθρούς· κι είναι δύσκολο να βρούμε αν λένε ψέματα, όταν ισχυρίζονται ότι σκότωσαν περισσότερους απ' όσους πέθαναν στην πραγματικότητα. Τόσο ωραίο πράγμα θεωρούν μια μεγάλη νίκη. Όταν όμως ο τύραννος υποπτευθεί και αντιληφθεί πραγματικά κάποιους που τον αντιστρατεύονται και τους σκοτώσει, ξέρει ότι μ' αυτόν τον τρόπο δεν μεγαλώνει την πόλη· γνωρίζει επίσης ότι θα κυβερνήσει λιγότερους· γι' αυτό δεν μπορεί να είναι χαρούμενος ούτε επαίρεται για το έργο του, αλλά ελαχιστοποιεί όσο μπορεί αυτό που συνέβη, και συγχρόνως απολογείται για την πράξη του ισχυριζόμενος ότι δεν την έκανε για να προξενήσει αδικία. Έτσι, ούτε ο ίδιος θεωρεί καλές τις πράξεις του. Κι όταν πεθάνουν αυτοί που φοβήθηκε, δεν θα γίνει πιο θαρραλέος, αλλά αντίθετα θα φυλάγεται ακόμη περισσότερο απ' ό,τι προηγουμένως. Ο τύραννος λοιπόν περνάει τη ζωή του κάνοντας το είδος του πολέμου που εγώ σου δείχνω.