Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Α. ΣΥΝΘΕΣΗ

Δημιουργία των συνθέτων

§ 27. Εύκολα μπορούμε να σκεφτούμε ότι μια σύνθετη λέξη όπως η γερμανική Mannesmut ['αντρίκειο θάρρος'] προέκυψε από τη συντακτική ένωση των λέξεων (eines ή des) Mannes Mut ['το θάρρος ενός ή του άντρα']. Ότι όμως οι δύο τρόποι διατύπωσης δεν είναι ίδιοι ως προς τη σημασία τους φαίνεται αμέσως από την προσπάθεια να τους αντικαταστήσουμε με ολόκληρες προτάσεις: jedermann wunderte sich ü ber des Mannes Mut ['ο καθένας θαύμασε το θάρρος του άντρα'], αλλά: die Frau zeigte Mannesmut ['η γυναίκα έδειξε αντρίκειο θάρρος']. 

Η στενή σύνδεση της συντακτικής ένωσης, που εκφράζουμε στην ομιλία με την ένωση υπό έναν κύριο τόνο (M á nnesm ù t σε αντιδιαστολή προς το M á nnes M ú t) και στον γραπτό λόγο με τη συνένωση σε μία λέξη, καθορίζεται, λοιπόν, από μια μεταβολή (ενοποίηση) της παράστασης που εκφράζει η ομάδα λέξεων.

Αν τώρα ξανά και ξανά άλλες λέξεις που έχουν την ίδια συντακτική σχέση (ο αριθμός των δυνατών ή των συνηθισμένων συντακτικών σχέσεων είναι βέβαια σχετικά μικρός) συνενώνονται σε σύνθετες με τον ίδιο τρόπο, οι παρόμοιες επιμέρους περιπτώσεις συγκροτούν έναν τύπο, ενώ η σύνθεση γίνεται μέσο σχηματισμού λέξεων.

Ο νόμος του καθρέφτη: Γιατί έλκουμε τους ίδιους ανθρώπους και τις ίδιες καταστάσεις

Ο νόμος του καθρέφτη είναι ένας οικουμενικός νόμος και αναφέρεται ορισμένες φορές και ως νόμος της έλξης, αν και δεν περιγράφουν το ίδιο ακριβώς φαινόμενο. Ο νόμος του καθρέφτη εξηγεί ότι δεν έλκουμε μόνο συγκεκριμένες συνθήκες στη ζωή μας, αλλά αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα από το πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Αυτό που μας είναι επώδυνο, μας διδάσκει τι χρειάζεται να θεραπεύσουμε. Αυτό που μας χαροποιεί, μας διδάσκει πού τα πάμε καλά.

Η ζωή δεν συμβαίνει σε εμάς, αλλά είναι μια αντανάκλασή μας

Υπάρχει ένα εκπληκτικό μυστικό για τη ζωή που οι πραγματικά δυνατοί και πλήρεις άνθρωποι κατανοούν και αυτοί είναι πολύ λίγοι. Όλα είναι μια ανατροφοδότηση. Όταν φαίνεται να υπάρχει συναίνεση στον τρόπο που οι άνθρωποι ανταποκρίνονται σε εμάς ή ένα μοτίβο αποτυχημένων σχέσεων ή ένας τρόπος με τον οποίο συνεχώς αποχωρούμε από εργασίες, οι άνθρωποι ανταποκρινόμαστε με δύο τρόπους.

Οι περισσότεροι υποθέτουν ότι ο κόσμος είναι άδικος και ότι είναι θύματα αδικίας (πρώτος τρόπος). Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που κινούνται σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Αρχίζουν να κατανοούν ότι ο κόσμος δεν έχει στόχο εκείνους. Ανταποκρίνεται (αντιδρά) σε εκείνους.

Η Αναΐς Νιν (Γαλλίδα συγγραφέας) είπε: «Δεν βλέπουμε τον κόσμο όπως είναι, αλλά όπως είμαστε». Η Ιγιάνλα Βάνζαντ (ειδική σύμβουλος κινήτρων) είπε: «Αυτό που αγαπάμε σε άλλους ανθρώπους είναι αυτό που αγαπάμε στον εαυτό μας. Αυτό που μισούμε στους άλλους είναι αυτό που δεν μπορούμε να δούμε στον εαυτό μας».

Το ζήτημα είναι ότι το επίπεδο αντίληψής μας για τον κόσμο βασίζεται στο πόσο ανεπτυγμένος είναι ο νους μας. Και υπάρχει εκτενής έρευνα που το υποστηρίζει: οι άνθρωποι δεν είμαστε ικανοί να εκφράσουμε ενσυναίσθηση, μέχρι να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε μια ομοιότητα ανάμεσα σε εμάς και στον άλλο. Αφού μπορέσουμε να συσχετιστούμε με τα χαρακτηριστικά του άλλου (ακόμα κι αν είναι σε βασικό επίπεδο), μπορούμε και να δείξουμε ενσυναίσθηση και κατανόηση.

Ο συνειδητός μας νους είναι εγγενώς περιορισμένος. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας που κάνει ο εγκέφαλός μας συμβαίνει χωρίς τη δική μας επίγνωση (ασυνείδητα). Την ίδια στιγμή, τα μάτια, τα αυτιά μας και άλλες αισθήσεις λειτουργούν σε συνδυασμό με τον εγκέφαλό μας για να φιλτράρουν όλα όσα αντιλαμβανόμαστε και επιλέγουν τις πιο συναφείς πληροφορίες για να τις στείλουν στο συνειδητό.

Αλλά αυτό που πολλοί άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν είναι ότι πως αυτή η διαδικασία δηλώνει ότι οι καθημερινές μας δραστηριότητες με τον κόσμο συμβαίνουν χωρίς να τις συνειδητοποιούμε. Ευτυχώς, ο κόσμος λειτουργεί σαν ένα είδος καθρέφτη: αποκτάμε επίγνωση του πώς είμαστε, βλέποντας το πώς ανταποκρίνονται οι άλλοι σε εμάς.

Αν θέλετε να μάθετε πόσο καλά τα πάτε στη ζωή, ρίξτε μια ματιά γύρω σας. Καμία συγκεκριμένη συνθήκη δεν δηλώνει το ποιοι είμαστε, αλλά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, οι σχέσεις και οι συμπεριφορές (που δεν είναι τυχαίες) το μαρτυρούν. Είναι πολύ ευκολότερο να πιστέψουμε ότι ο κόσμος είναι τυχαίος και άδικος και ότι παίρνουμε αυτό που μας δίνουν. Είναι ευκολότερο επειδή μας επιτρέπει να παραιτηθούμε των ευθυνών και του ελέγχου.

Όταν είμαστε θύματα, φωνάζουμε γι’ αυτό, επειδή πιστεύουμε ότι δεν είναι δικό μας λάθος, ούτε δικό μας πρόβλημα. Οι άνθρωποι με έντονη στάση θυματοποίησης συχνά παραπονιούνται περισσότερο όχι μόνο για να λάβουν προσοχή και παρηγοριά, αλλά γιατί πιστεύουν ότι καθώς δεν δημιούργησαν εκείνοι το πρόβλημα, κάποιος άλλος πρέπει να το διορθώσει.

Αλλά η ζωή δεν λειτουργεί με αυτό τον τρόπο και γι’ αυτό πολλές φορές παγιδευόμαστε στις ίδιες καταστάσεις, ξανά και ξανά. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να το ερμηνεύσουμε αυτό, αλλά ο πιο διαδεδομένος είναι ο νόμος του καθρέφτη και λειτουργεί με βάση την πεποίθηση ότι καθώς η ύπαρξη είναι περισσότερο ή λιγότερο ένας ιστός ενέργειας που επεκτείνεται καθώς εμείς προσθέτουμε, αυτό που βιώνουμε στη ζωή μας δεν είναι τυχαίο: είναι ένας τρόπος να βιώσουμε τον εαυτό μας. Η πεποίθηση εδώ είναι ότι όλα αυτά εξυπηρετούν τον απόλυτο στόχο της ζωής, που είναι η συνείδηση να βιώσει, να αποκτήσει επίγνωση του εαυτού της.

Η ουσία του νόμου του καθρέφτη βρίσκεται στο εξής: αν δεν αποκτήσουμε επίγνωση του τι εμείς συντηρούμε και επαναλαμβάνουμε, δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε και έτσι να αλλάξουμε και να μεταβούμε στην εμπειρία που θέλουμε να έχουμε.

Ένας τρόπος με τον οποίο μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το νόμο του καθρέφτη προς όφελός σας είναι χτίζοντας τη ζωή σας μέσα από αυτό που ονομάζεται «αντίστροφη σχεδίαση».

Αποφασίστε πού θέλετε να βρίσκεστε σε ένα χρόνο ή σε πέντε χρόνια από σήμερα και ύστερα διασπάστε σε μικρά κομμάτια τι χρειάζεται να κάνετε κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα και κάθε μήνα, για να φτάσετε τον στόχο σας. Αυτό σας βοηθά να αποκτήσετε μεγαλύτερη επίγνωση των καθημερινών σας κινήσεων, συμπεριφορών και πώς αυτά συνεισφέρουν στο αν ζείτε ή όχι τη ζωή που επιθυμείτε.

Ευτυχία: Η έννοια της για τον καθένα μας

Η ευτυχία είναι μια πολυδιάστατη έννοια, που έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για πολλούς, στην προσπάθεια τους, να γίνει όσο το δυνατό κατανοητή η σημασία της και ο ρόλος που παίζει στην ψυχική ολοκλήρωση του ατόμου.

Η ευτυχία είναι ένας σύνθετος όρος και συνίσταται από το ευ και την τύχη, δηλαδή σημαίνει την καλή τύχη που οδηγεί στην ευδαιμονία. Βέβαια, ο σκοπός του άρθρου δεν είναι αποκλειστικά για να δώσει τον ορισμό της λέξης καθαυτής, αλλά για να αντιπαραβάλει την έννοια αυτή μέσα στα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας.

Τι θεωρείται ευτυχία σήμερα ή ποιος είναι τελικά ο ευτυχισμένος άνθρωπος, υπάρχει άραγε;

Για τον καθένα από μας η ευτυχία, ορίζεται, ως κάτι διαφορετικό, παίρνοντας έτσι πολλές μορφές. Κατά την άποψη μου είναι όταν επιτυγχάνεις ένα δύσκολο εγχείρημα που το είχες θέσει ως στόχο σου ή όταν έχεις καταφέρει να ξεχωρίσεις γι’ αυτό σου το επίτευγμα. Το ρήμα ξεχωρίζω, χρησιμοποιείται, εδώ, με την έννοια της φήμης που μπορεί να έχει αποκτήσει κάποιος, ακόμα και μέσα σε μια μικρή ομάδα ενός συνόλου, που αποτελεί μέρος της κοινωνίας. Αυτό που μόλις περιέγραψα ως ευτυχία, είναι κάτι σχετικό γιατί αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος, στην σύνθεση αυτής.

Βέβαια λαμβάνοντας υπ’ όψη τα σημερινά δεδομένα η έννοια αυτή, κάποιες φορές συγχέεται με τον καταναλωτισμό. Ευτυχισμένος δηλαδή είναι αυτός που έχει τα περισσότερα αγαθά. Ανταποκρίνεται όμως αυτός ο ισχυρισμός στην πραγματικότητα; Έχω χρήματα άρα είμαι ευτυχισμένος. Αγόρασα ότι πιο καινούργιο κυκλοφόρησε, συνεπώς είμαι και ευτυχισμένος. Για πόσο κρατάει αυτή η ευτυχία; Μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η χαρά που προσφέρει η αγορά ενός αντικειμένου, ως ευτυχία; Το να έχεις χρήματα και αγαθά εννοείται πως συμβάλλουν στο να είσαι ευτυχισμένος, δεν μπορεί κάποιος να πει το αντίθετο. Όπως είχε πει και ο Ξενοφών «Όσα περισσότερα έχω, τόσο πιο ευχάριστα ζω». Όλα αυτά, θεωρώ, ότι αποτελούν τα μέσα για να είναι κάποιος ευτυχισμένος.

Όμως, που πραγματικά κρύβεται η αληθινή ευτυχία, για να είναι ολοκληρωμένη; Ολοκληρωμένη μπορεί να χαρακτηριστεί η ευτυχία, όταν ενδόμυχα μας, εκεί που υπήρχε η αίσθηση ενός κενού που χρειάζεται να καλυφθεί, τη θέση του έχει πάρει πλέον η ευτυχία και το αίσθημα αυτό παύει να υπάρχει. Σαν ένα κομμάτι από παζλ, που ενώ έχει ολοκληρωθεί του λείπει ακόμα ένα τελευταίο κομμάτι το οποίο κάπου έχει χαθεί και προσπαθούμε να το βρούμε.

Εκτός από τα χρήματα και τα αγαθά, είναι και η ανάγκη του ατόμου να περιβάλλεται από ανθρώπους που τον αγαπούν και θα βρεθούν στο πλευρό του ανά πάσα στιγμή.

Παράδειγμα αποτελεί, ένας ευτυχισμένος γάμος, που δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρήματα αλλά και με την αλληλοκατανόηση και αγάπη που υπάρχει ανάμεσα στο ζευγάρι. Δηλαδή με λίγα λόγια οι διαπροσωπικές σχέσεις που έχει αναπτύξει το άτομο. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η υγεία ενός ατόμου, το να είναι κάποιος υγιής είναι ευτυχία, γιατί αν δεν υγιής, όσο αισιόδοξος και αν είναι, πάντα κάτι θα τον βασανίζει μέσα του, όπως το παράδειγμα με το παζλ που έγινε αναφορά παραπάνω. Ευτυχία, μπορεί να πει κάποιος, είναι να είμαστε χαρούμενοι μ’ αυτά που έχουμε και να προσπαθούμε να κατακτήσουμε ακόμα πιο πολλά χωρίς όμως να φθονούμε τους γύρω μας, γι αυτά που ήδη έχουν εκείνοι.

Όλα αυτά οδηγούν στο εξής συμπέρασμα, ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε τι όντως πραγματικά αξίζει. Ποια «πράγματα» έχουν μεγαλύτερη αξία και θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή. Δηλαδή ποια είναι αυτά που θα οικοδομήσουν την ευτυχία μας. Στον καθένα από μας, είναι απολύτως λογικό αυτά τα κριτήρια, να υφίστανται διαφοροποίηση. Την απάντηση αυτή, θα πρέπει να δώσουμε εμείς οι ίδιοι.

Κλείνοντας θα παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα από τη Θεωρία της Ηδονής του Giacomo Leopardi: «Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία από το να έχεις συνείδηση ότι ζεις».

Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι

Να γιατί, παραδόξως, οι ηλίθιοι προτιμούν τον πόλεμο.

Απολαμβάνουν τη χαρά της καταστροφής, τουλάχιστον στη σκέψη, και η απόλαυση αυτή θέτει ολόκληρο τον κόσμο σε κίνδυνο, ακόμα και στην πραγματικότητα.

Θα ρωτήσετε ίσως από πού προέρχεται αυτή η παράδοξη απόλαυση που τους προσφέρει η καταστροφή.

E, λοιπόν, κατ’ αρχάς οι ηλίθιοι δεν είναι τίποτε άλλο από γιγάντια κουτορνίθια που εκπλήσσονται από την ίδια τους τη δύναμη και που την ασκούν χωρίς να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη δυσπιστία τους.

Όπως τα βρέφη, εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να δοκιμάσουν την εξουσία τους σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως τιμήματος – κυρίως επειδή, για εκείνους, η δύναμη παραμένει προβληματική.

Καθώς τις αμφιβολίες τους ενθαρρύνουν άλλοι ηλίθιοι, οι οποίοι τους εξουσιάζουν, δε σταματούν ποτέ να αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους, έτσι οι μεν ανακουφίζονται κυρίως ασκώντας εξουσία και οι δε υποτασσόμενοι.

Ωστόσο, μέσα στην ίδια μέρα, η πολύμορφη ηλιθιότητά τους περνά από τη μια μεταμόρφωση στην άλλη – από την κυριαρχία στην υποταγή και την καταστροφή.

Αλλά υπάρχουν πολλά ακόμα. Διότι εφόσον οι ηλίθιοι κλίνουν προς την καταστροφή (και σας απειλούν, για παράδειγμα), ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν η δύναμη αυτή είναι δική τους.

Επίσης, πολύ συχνά, ελάχιστα τους ενδιαφέρει εάν προστατεύει αυτούς τους ίδιους. Τι τους ενδιαφέρει; Ε λοιπόν, υπακούν τυφλά σε μια λογική της οικονομίας που δεν αφορά άμεσα αυτούς, αλλά μια φυσική τάση του Σύμπαντος.

Επειδή είναι πιο απλό και πιο εύκολο να καταστρέφει κανείς παρά να δημιουργεί, να επιτίθεται παρά να κατευνάζει, να διαλύει παρά να κτίζει, οι ηλίθιοι αφήνονται να τους διαπεράσει μια βία η οποία ξεπερνά κάθε υποκειμενική επεξεργασία, κάθε κοινωνικό οικοδόμημα, κάθε πολιτική συμφωνία, κάθε οικολογική αντίληψη.

Με άλλα λόγια, σέβονται πλήρως έναν φυσικό νόμο αύξησης της εντροπίας, επιστροφής στην αταξία, καταστροφής των οργανωμένων σχημάτων, όχι ακριβώς επειδή είναι οκνηροί (αν και η εν λόγω περιγραφή δε θα ήταν ανακριβής), αλλά επειδή κατά βάθος η δύναμη που τους διαπερνά αποτυγχάνει να οργανωθεί μέσα τους, αποτυγχάνει να ολοκληρωθεί υποκειμενικά και, έτσι, ξεχύνεται σαν φονικό κύμα στην παραλία των σχέσεων.

Η προτίμηση στον πόλεμο που παρατηρείται στους ηλίθιους δεν προκύπτει, συνεπώς, σε καμία περίπτωση από μια μυστηριώδη παρόρμηση θανάτου, διότι η βία που επικαλούνται και ενσαρκώνουν δεν είναι μόνο μια μορφή εξουσίας την οποία ένα υποκείμενο θα ασκούσε επάνω και εναντίον κάποιου άλλου.

Η βία της ηλιθιότητας είναι πιο κοσμική από αυτό. Επισημαίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ο μοχλός μιας δύναμης, η οποία μπορεί να ενώσει ή να διχάσει, να αυτοοργανωθεί ή να εξαρθρωθεί, να κονιορτοποιήσει τους ανθρώπους και τον πλανήτη Γη πιο εύκολα απ’ όσο φυσάμε τις πικραλίδες.

Εκείνο που επιφέρει την πραγματική καταστροφή (τον πόλεμο, τους θανάτους, τις οικολογικές καταστροφές) δεν είναι, επομένως, τίποτε άλλο παρά η ανώτερη δύναμη της ύπαρξης, που άλλοτε αυτοοργανώνεται σε υπέροχους ενεργειακούς συνδυασμούς -αυτοί είστε εσείς, είναι η ζωή, η χαρά, είναι η αιώνια άνοιξη του Σύμπαντος- και άλλοτε αποδιοργανώνεται με τρομακτικές εκλάμψεις που προκύπτουν από την εύθραυστη φύση κάθε προοπτικής επεξεργασίας.

Η δύναμη της ύπαρξης τους διαπερνά διαλύοντάς τους και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποφέρουν μέσω του μίσους. Και μισούν οτιδήποτε, οποιονδήποτε, διότι η δύναμη καταστρέφει μέσω αυτών.

Καθώς είναι πιο άμεση και πιο απλή, καθώς έχει λιγότερο κόστος σε άμεσα μέσα απ’ ό,τι ο διάλογος, η καταστροφή είναι τελικά άρρηκτα συνδεδεμένη με την ηλιθιότητα.

Στο στάδιο αυτό, σχεδόν όλη η φιλοσοφική έρευνα υποχρεούται να αντιστραφεί. Διότι, το αντιλαμβάνεστε, δεν είναι δυνατό να καταστραφεί η ηλιθιότητα, δεδομένου ότι η ίδια είναι η αρχή κάθε καταστροφής.

Έτσι, εάν επιθυμείτε να ταχθείτε, στο μέτρο του δυνατού, στο στρατόπεδο της καλοσύνης και της ευφυΐας, θα αφήνετε ευλαβικά τους ηλίθιους να μιλούν ή, για να είμαι πιο σαφής, θα τους αφήνετε τελείως ελεύθερους να λένε ηλιθιότητες.

Όποιος είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει για αρκετό διάστημα μια αποικία από φώκιες στον ήλιο οφείλει να το παραδεχτεί: όπως και η εξυπνάδα έτσι και η ηλιθιότητα δεν είναι μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό.

Στους τεράστιους βράχους που κάθονται υπάρχει πολύς χώρος: υπάρχουν επίσης και ενοχλητικοί τύποι.

Καθώς προτιμούν τα κατειλημμένα σημεία αντί για τις ελεύθερες θέσεις, ξεκινούν ανούσιες διαμάχες, προκαλούν φωνές και πληγές, δηλητηριάζουν τη ζωή των άλλων με κάθε μέσο, είτε πιτσιλώντας τους πάντες ενώ πέφτουν στη θάλασσα είτε επιχειρώντας να εκτοπίσουν φώκιες πιο δυνατές από τους ίδιους και, ενίοτε, λιγότερο δυνατές.

Να το δράμα κάθε κοινότητας. Σε κάθε μέρος που υπάρχει αλληλεπίδραση, υπάρχουν και ηλίθιοι.

Τα μικρά θαύματα της καθημερινότητάς σας

Μπορεί να διανύετε μια δύσκολη περίοδο, που οι σημαντικές σας σχέσεις δοκιμάζονται και όσα ονειρευτήκατε συγκρούονται με τη σκληρή πραγματικότητα. Εκείνες τις μέρες τα σύννεφα μοιάζουν να κρύβουν τον ήλιο από τον απέραντο ουρανό και εσείς νιώθετε πως η ευτυχία βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά σας, πως καθετί όμορφο, θαυμάσιο και απολαυστικό έχει για πάντα χαθεί. Τι θα λέγατε, όμως αν ξεκινούσατε ένα ταξίδι επιστροφής στη χώρα της αισιοδοξίας και της ελπίδας;

Οι μικρές ευλογίες της ζωής και μεγάλες χαρές σας για σήμερα και για πάντα

Ξεκινήστε να μετράτε τις ευλογίες σας! Σκεφτείτε την απόλαυση που σας χαρίζει ο πρωινός καφές σας. Φέρτε στο νου σας ξανά τη μεθυστική του μυρωδιά, την έντονη γεύση του που σας τονώνει, προκειμένου να ξεκινήσετε και να συνεχίσετε τη μέρα σας. Φυσικά, ποτέ μη λησμονείτε και την ανακουφιστική επίδραση που σας προσφέρει ένα φλιτζάνι τσάι, τα απογεύματα που χαλαρώνετε στον καναπέ σας. Έπειτα, καθόλου μη θεωρείτε δεδομένη τη χαλάρωση του ζεστού ντους, το βράδυ πριν κοιμηθείτε. Κλείστε τα μάτια, νιώστε το νερό να τρέχει στο σώμα σας και απολαύστε μια πρωτόγνωρη αίσθηση γαλήνης.

Πράξεις αγάπης που κάνουν τη διαφορά

Τις στιγμές που νιώθετε δυσθυμία, δοκιμάστε να φτιάξετε κάτι για κάποιον. Για παράδειγμα, προσφέρετε κέικ στον μοναχικό σας γείτονα. Δείξτε τρυφερότητα στον σκύλο του. Δεν είναι στα αλήθεια εκπληκτικό το πως γέρνει και στηρίζεται πάνω στα πόδια του όταν τον χαϊδεύετε; Ερωτευτείτε και τότε κάθε μέρα σας θα συνιστά ένα μικρό θαύμα. Και όταν σας κυριεύει η μοναξιά ή επιθυμείτε να γιορτάσετε τη χαρά σας, αφεθείτε στην τρυφερή αγκαλιά ενός φίλου. Γράψτε γράμμα στον παλιό σας συμφοιτητή, που ζει σε διαφορετική ήπειρο, και φανταστείτε τον να το διαβάζει συγκινημένος. Διοργανώστε ένα δείπνο για τα αγαπημένα σας πρόσωπα και τραβήξτε το μέχρι τα χαράματα. Συζητήστε περί ανέμων και υδάτων, ανοίξτε εκείνο το μπουκάλι σαμπάνιας, γελάστε ή συγκινηθείτε με κοινές αναμνήσεις, μοιραστείτε μυστικά.

Τα απλά είναι και τα διασκεδαστικά

Και την επόμενη φορά που θα πέσει χιόνι στη γειτονιά σας, βγείτε στην αυλή και παίξτε σαν μικρό παιδί ή απολαύστε αυτήν τη μικρή ανάπαυλα φτιάχνοντας ένα ζεστό ρόφημα και κουβεντιάζοντας με τους αγαπημένους σας δίπλα στο τζάκι. Αν έχετε ένα αβγό στο σπίτι γιατί δεν ζωγραφίζετε πάνω του ένα πρόσωπο; Και στο εξής κάθε φορά που θα ανοίγετε το ψυγείο, θα διασκεδάζετε με την ψυχή σας. Τι θα λέγατε να αλλάξετε θέση στα έπιπλα του σπιτιού σας; Ίσως έτσι δείτε πράγματα που ήταν μπροστά σας και δεν τα παρατηρούσατε. Aν βρείτε κάποιο μέρος όπου υπάρχει μια έκταση με χώμα, σκορπίστε μερικούς σπόρους αγριολούλουδων νωρίς την άνοιξη. Λίγες εβδομάδες μετά πιθανόν στη θέση τους να αντικρίσετε ένα ολόκληρο λιβάδι με λουλούδια.

Η μελωδία του ονείρου

Τα ήσυχα πρωινά ακούστε ένα παλιό αγαπημένο σας τραγούδι προκειμένου να θυμηθείτε παλιούς φίλους και όμορφες στιγμές του παρελθόντος. Ύστερα, παρατηρήστε από το μπαλκόνι σας τα ασυγκράτητα σμήνη πουλιών που μαζεύονται και σκορπίζονται, που πετούν μακριά. Αναρωτηθείτε πού να πηγαίνουν και ποιες νέες περιπέτειες ετοιμάζονται να βιώσουν. Συνδεθείτε με τα δικά σας σχέδια και ετοιμαστείτε να σαλπάρετε στον ωκεανό των ονείρων σας. Και αν τα πάντα γύρω σας φαντάζουν θολά, μήπως ήρθε η ώρα να παραγγείλετε τα νέα γυαλιά σας, που στέκονται σωστά στη μύτη σας, επιτρέποντάς σας να βλέπετε πιο καθαρά;

Το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή

Παρακολουθήστε τα σχέδια που ζωγραφίζει στο παράθυρο σας η βροχή. Δεν σας προκαλούν μια γλυκιά νοσταλγία; Τρέξτε έξω, κάτω από τη νεροποντή, με το πρόσωπο σηκωμένο στον ουρανό και αισθανθείτε πως όλες σας οι έγνοιες για λίγο εξαφανίζονται και εσείς ξαναγεννιέστε. Να και το ουράνιο τόξο! Τι θα λέγατε αν φτιάχνατε μια σημαία με αυτό και την κουνούσατε στον δρόμο, για να θυμίσετε στους ανθρώπους που συναντάτε πως η αγάπη είναι αγάπη και ο κόσμος γεμάτος ομορφιά;

Το φως του παρόντος και η ευθύνη του μέλλοντος

Απόψε κοιτάξτε και το γεμάτο φεγγάρι. Φουσκώστε από υπερηφάνεια για τον άνθρωπο, που πάτησε το πόδι του στην επιφάνειά του. Συνειδητοποιήστε πως ο χρόνος σας στη γη είναι πολύτιμος και αξιοποιήστε τον, φτιάχνοντας ποπ κορν και περπατώντας χέρι χέρι με τον σύντροφό σας. Παρατηρήστε τα αθώα πρόσωπα των μωρών. Δεν είναι εξαίσια η προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος που συνοδεύει τη γέννησή τους, όπως και η υπενθύμιση της ευθύνης μας να το δημιουργήσουμε για χάρη τους;

Μια διεύρυνση του κόσμου σας

Τις στιγμές που αναζητάτε μια παρηγοριά, στηριχτείτε στην πιστή συντροφιά των αγαπημένων σας βιβλίων. Διαβάστε ξανά τα αποσπάσματα που ξεχωρίσατε και αφεθείτε στην έμπνευση που σας χαρίζουν. Επισκεφτείτε μουσεία που αλλάζουν τη ζωή σας, διευρύνοντας τον κόσμο σας και βάλτε το τελευταίο κομμάτι στο παζλ που έχει καταλάβει το τραπέζι σας εβδομάδες ολόκληρες. Δεν είναι υπέροχο να ολοκληρώνετε κάτι που είχατε αφήσει ημιτελές; Και πώς θα σας φαινόταν να μάθετε κάτι καινούριο όπως τη νοηματική γλώσσα ή την τέχνη της υπομονής;

Ταξιδέψτε! Για να αποκτήσετε νέες προοπτικές και πολύτιμες εμπειρίες. Όταν σας παρουσιαστεί η ευκαιρία, αφήστε τα ρούχα, τα παπούτσια, το πορτοφόλι, τα κλειδιά, το κινητό και την ντροπή σας στην άκρη και κολυμπήστε γυμνοί στην ευχάριστα ζεστή θάλασσά ή στο δροσερό ρυάκι. Μαζέψτε βότσαλα από τις παραλίες που επισκεφτήκατε! Καθένα από αυτά θα μαρτυρά και μια μυστηριώδη ιστορία σας. Και έπειτα βιώστε την ανείπωτη χαρά του να επιστρέφετε στο σπίτι σας.

Προγραμματίστε την ευτυχία σας

Να κάνετε καθημερινά πράγματα που σας ευχαριστούν και αναπτερώνουν το ηθικό σας τις στιγμές που νιώθετε θλιμμένοι, εξουθενωμένοι, κακοδιάθετοι και δίχως έμπνευση. Τα περισσότερα από τα πράγματα που υπάρχουν στη λίστα της συγγραφέως μπορούν να γίνουν ευθύς αμέσως. Αξιοποιήστε λοιπόν τις ευκαιρίες, αδράχνοντας τη μέρα σας. Τι σας φτιάχνει τη διάθεση; Αναζητήστε την ομορφιά και θα τη βρείτε.

Βοηθήστε τον γείτονά σας, διευθετήστε εκείνη την εκκρεμότητα που σας βασάνιζε, ξεκινήστε ένα καινούριο χόμπι, ψηφίστε για να φέρετε αλλαγές στον τόπο σας, κόψτε λουλούδια, χαμογελάστε σε αγνώστους στο δρόμο, ξεκινήστε μια ευχάριστη δραστηριότητα με το παιδί σας. Και αν τελικά σήμερα είναι μια από τις ήμερες που όλα μοιάζουν να πηγαίνουν στραβά, καθόλου μην απελπίζεστε. Πάντα θα υπάρχει εκείνο το αύριο, που ο ήλιος θα ανατείλει στον ουρανό και η χαρά θα πλημμυρίσει την καρδιά σας. Ο ορίζοντας βρίσκεται πιο κοντά από όσο φαντάζεστε.

Τι απέγινε το παιδί που κρύβεις μέσα σου;

Κι αν δεν πιστεύεις σ’ ένα παραμύθι, και αν δεν έχεις τουλάχιστον ένα όνειρο, τότε τι απέγινε το παιδί που κρύβεις μέσα σου;

Ό,τι είμαστε, είναι τα όνειρα μας.

Η ταυτότητα και η ειδοποιός διαφορά μας. Κάθε όνειρο και ένα ταξίδι που μας κλέβει για λίγο από την καθημερινότητα σ’ ένα μακρινό καταφύγιο.

Σα να φεύγεις, ιππεύοντας ένα σύννεφο, από το διαρκές κυνηγητό με το χρόνο, το άγχος, τα προβλήματα και το σκας στο δικό σου μικρόκοσμο.

Να πάρεις μια ανάσα, να ρουφήξεις φευγαλέα όσο οξυγόνο μπορείς για να ‘χεις αποθέματα και δύναμη να ξαναβουτήξεις πίσω. Back to reality λοιπόν.

Όλα τρέχουν πάλι με ιλιγγιώδη ταχύτητα και συ τρέχεις για να προλάβεις γιατί αλλιώς χάνεις τη στιγμή και χάνεσαι και συ μαζί της. Και εσύ; Που είσαι εσύ χαμένος; Ένα ρομποτάκι που τυφλά υπακούει τα «θέλω» των άλλων και εκτελεί απλά εντολές; Και τα δικά σου θέλω; Kαι η υποχρέωση του καθενός να συνομιλεί με τον εαυτό του;

Πρώτα έχεις υποχρέωση σε σένα, για να μπορείς να δώσεις και στους άλλους. Το ξέχασες; Θέλω λίγο χρόνο για μένα λοιπόν. Να δω ποιος είμαι εγώ, τι θέλω, ν’ ακούσω το παιδί μέσα μου που διαρκώς μου φωνάζει και ‘γω κλείνω τα αυτιά, το προσπερνώ αδιάφορα.

«Είμαι και εγώ εδώ», μου λέει. «Γιατί έπαψες να μ’ ακούς; Ρητορική η ερώτηση. Ίσως κάπου στη διαδρομή παραμέλησες τις ανάγκες και τα θέλω του. Δεν υπάρχει δικαιολογία: Έχεις τα πινέλα, έχεις και τα χρώματα. Ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα. (Ν. Καζαντζάκης)».

Πινέλα είναι τα εφόδια, οι σιωπηλές προσδοκίες, τα καταπιεσμένα θέλω που περιμένουν να εισακουστούν. Χρώματα είναι τα όνειρα, οι ελπίδες που δίνουν το φως και τις εκφάνσεις των συναισθημάτων μέσω των χρωμάτων, για να εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε. Είναι τα φτερά στα ταξίδια μας.

Η δύναμη στο πινέλο πηγάζει από τη δυνατότητα σου να ονειρεύεσαι. Είναι αυτό που σου δίνει νόημα. Ο λόγος που θα ξυπνήσεις αύριο. Όσο μεγαλύτερη ένταση έχει, τόσο πιο φωτεινά είναι και τα χρώματα.

Το αποτέλεσμα είναι ο προσωπικός παράδεισος του καθενός και αυτό που αποτελεί και το παραμύθι. Το παραμύθι δεν πυροδοτεί μόνο τη φαντασία αλλά και τα βαθύτερα θέλω μας, τι μας κάνει ευτυχισμένους και άρα αποτελεί παράδεισο για τον καθένα. Τη φλόγα της ζωής.

Κάτι που ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο λόγω της διαφορετικότητας.

Αν δε ζεις έντονα, δε γεύεσαι την κάθε σου στιγμή τότε δε ζεις. Είσαι θεατής της ίδιας σου της ζωής και απλά παρατηρείς τα γεγονότα. Ξέρεις γιατί; Ίσως Φοβάσαι.

Η αθωότητα και η αλήθεια του παιδιού που κρύβεις μέσα σου είναι το κλειδί του παραμυθιού σου. Μην το παραμελείς, θέλει φροντίδα όπως και συ. Είναι το μόνο που έχεις ολότελα δικό σου, αυτό και τα όνειρα σου. Χρειάζεστε ο ένας τον άλλον.

Αριστοτέλης: Η ευτυχία δε βρίσκεται στα πλούτη αλλά στην ηρεμία της ψυχής

Ο Μέγας φιλόσοφος, ο κορυφαίος Αριστοτέλης είχε πει:

‘’Η ευτυχία δεν βρίσκεται στα πλούτη αλλά στην ηρεμία της ψυχής…’’

Μια φράση με βαθιά μηνύματα και προειδοποιήσεις.

Πόση αλήθεια άραγε να κρύβει; Μεγάλη και αλλόκοτη από τις άλλες έχω να σας πω. Διότι, η ευτυχία δεν έχει να κάνει με τα χρήματα αλλά με την ουσία της ψυχής. Εκεί λοιπόν βρίσκεται.

Μέσα μας. Στα βάθη του μυαλού και της καρδιάς μας.
Στο σπίτι μας.
Το κακό παντού υπάρχει. Σε κάθε γωνιά. Όμως, το καλό μόνο σε ένα σημείο.
Ποιο είναι; ΕΣΥ είσαι.

Όσο περίεργο και αν σου φαίνεται, δίπλα σου είναι. Εσύ ο ίδιος είσαι κυρίαρχος, δημιουργός αλλά και παραλήπτης των δικών σου αποφάσεων και επιθυμιών. Στα χέρια σου λοιπόν άνθρωπε βρίσκεται η ευδαιμονία, η ηθική αρετή. Τα πλούτη δεν δηλώνουν κανέναν τίτλο. Δεν αμφιβάλλω ότι έχουν αξία αλλά δεν σε κάνουν ευτυχισμένο. Μπορεί να έχεις όλα τα πλούτη του κόσμου αλλά μέσα σου να είσαι φτωχός.

Τι είδους ευτυχία μπορεί να είναι αυτή; Θα σου πω εγώ. Ανεπαρκής και αναλφάβητη δίχως συναισθήματα και παιδεία. Μια μίζερη, ζοφερή και επίπονη προσπάθεια επιβεβαίωσης και επιβίωσης. Με μόνη κάλυψη το σώμα για ομορφιά και επίδειξη. Με αυτάρκεια, ζήλεια και μιμητισμό.

Ο σαρκασμός βασικός πλέον συνοδός της. Γιατί άραγε να μην υιοθετούμε την άλλη ευτυχία; Αυτή λοιπόν που κατάλαβες. Ναι, Για εκείνη μιλώ που φωτίζει τα μάτια των ανθρώπων από αλήθεια και ειλικρίνεια. Που δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις και δεν ζητά ανταλλάγματα για να αποκαλυφθεί.

Δεν κρύβεται από το έρεβος σαν τους δεσμώτες στο σπήλαιο αλλά προβάλλεται από ψιλά με το φως του ήλιου. Δεν βρίσκεται ούτε στην υπερβολή ούτε στην στέρηση. Μόνο στην μεσότητα. Στο πρέπει και στο είναι. Βρες την λοιπόν, στην μέση της κλωστής. Στα αισθήματα, στις καταστάσεις. Τα πλούτη δεν είναι τίποτα παρά μόνο ένα παρείσακτο αγαθό δωροδοκίας και μυθοπλασίας.

Η ευτυχία βρίσκεται στην έκλυση της ψυχής σου. Στην δικαιοσύνη, στο χαρακτήρα και στις πράξεις. Στην ελευθερία επιλογών και αποφάσεών σου.

Στην αγαστή συνεργασία του πνεύματος και σώματός σου και όχι στον σκοταδισμό των αδυσώπητων και επίπλαστων Ερινυών των σκέψεων και των επιρροών σου. Η ευτυχία λοιπόν σχετίζεται με την πληρότητα, την αγάπη, την χαρά, την δύναμη για την νίκη της ψυχής και όχι την αμετροέπεια του μυαλού. Μπορείς λοιπόν να συνδυάσεις αυτήν την ευτυχία, την πραγματική με το χρυσό χρώμα των χρημάτων; Αντέχεις να ζεις σε μια ουτοπία ή αλήθεια που μόνη σου κρηπίδα είναι ένας ανεύθυνος και τιποτένιος εαυτός; Σου αρέσει να υπάρχεις από τα χρήματα και για τα χρήματα και μόνο; Δεν θα αντέξεις για πολύ. Είναι το μόνο σίγουρο. Διότι, η έκρηξή σου θα πλησιάζει… Και πίστεψέ με…Θα είναι ανυπόφορη…

«Τα πλούτη δεν σε κάνουν βασιλιά της ευτυχίας της ψυχής, αλλά αντιθέτως, η ευτυχία της ψυχής σε κάνει βασιλιά όλου του πλούτου. Μην το ξεχνάς ποτέ!».

Όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Άδη, τον είδαν οι ψυχές των νεκρών και σκόρπισαν τρομαγμένες

Ο Κάτω Κόσμος, το βασίλειο του Πλούτωνα και της Περσεφόνης, ήταν ένας τόπος απέραντος, κρύος και σκοτεινός. Οι σκιές των ανθρώπων που πέθαιναν και έφταναν εδώ κάτω με το πλοιάριο του Χάρωνα από την Αχερουσία Λίμνη, άφηναν κάθε ελπίδα πίσω τους πως θα ανέβουν πάλι στη γη. Έτσι ήταν η μοίρα τους. Και για να μην τολμήσει ποτέ κανένας να φύγει, ο βασιλιάς του Άδη είχε βάλει φύλακα στην πόρτα ένα τρομαχτικό σκυλί, τον Κέρβερο. Τον είχε γεννήσει η Έχιδνα από τον Τυφώνα, όπως και τα αδέρφια του: τον Όρθο, τη Λερναία ‘Υδρα και τη Χίμαιρα. Το σκυλί αυτό είχε πενήντα κεφάλια. Τα τρία μπροστά ήταν σκυλίσια και τα άλλα πάνω στη ράχη του ήταν κεφάλια διάφορων ζώων. Η ουρά του κατέληγε στο κεφάλι ενός φαρμακερού φιδιού. Με έναν τέτοιο τρομερό φύλακα κανένας δεν μπορούσε να μπει ή να φύγει από τον ‘Αδη χωρίς την άδεια του Πλούτωνα.

Αυτό το θεριό θέλησε τώρα να δει μπροστά του ο Ευρυσθέας και έστειλε τον Ηρακλή να του το φέρει. Αυτή τη φορά έπρεπε εντελώς μόνος του να επιχειρήσει το ακατόρθωτο: να κατεβεί ζωντανός στον Κάτω Κόσμο και να ξαναγυρίσει πίσω φέρνοντας δεμένον το φύλακα του Άδη.

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις έτσι και τώρα του παραστάθηκαν οι θεοί. Ο Δίας, ο πατέρας του, έστειλε τον Ερμή και την Αθηνά να τον συνοδέψουν, μόνο για να τον βοηθήσουν και να τον συμβουλέψουν στις δύσκολες στιγμές.

Στον Κάτω Κόσμο μπορούσε να πάει κανείς από πολλά μέρη. Ο Ηρακλής όμως πήγε και μπήκε από την είσοδο που ήταν στο ακρωτήριο Ταίναρο, στη Λακωνική. Στο ακρωτήρι βρισκόταν ένας ναός του Ποσειδώνα και κάτω από αυτόν μια σπηλιά. Σ’ αυτή τη σπηλιά κατέβηκε ο Ηρακλής και έφτασε στη θάλασσα κάτω από τη γη. Στην παραλία περίμενε ο Χάρωνας που με το μικρό του πλοιάριο περνούσε τις Ψυχές αντίπερα στο βασίλειο των νεκρών. Όταν είδε τον Ηρακλή και άκουσε πως θέλει να τον πάει απέναντι, αρνήθηκε. Ο Ηρακλής όμως άρπαξε το κουπί και απείλησε να τον χτυπήσει, οπότε ο Χάρωνας αναγκαστικά δέχτηκε και τον πέρασε απέναντι.

Όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Άδη, τον είδαν οι ψυχές των νεκρών και σκόρπισαν τρομαγμένες, εκτός από τον Μελέαγρο και την αδερφή του τη Γόργη. Ο Ηρακλής ήθελε να μιλήσει με τους νεκρούς και γι’ αυτό έπρεπε πρώτα να τους αφήσει να πιουν αίμα από σφαγμένο ζώο. Για το σκοπό αυτό πήρε και έσφαξε ένα από τα βόδια του Άδη, που τα έβοσκε ο Μενοίτης. Μόλις το έκανε αυτό όμως, θύμωσε ο Μενοίτης και προκάλεσε τον Ηρακλή σε μονομαχία. Ο Ηρακλής δεν έχασε καιρό. Έπιασε τον Μενοίτη από τη μέση και τον έσφιξε τόσο δυνατά, που του έσπασε όλα τα πλευρά. Θα τον αποτέλειωνε, αλλά στις φωνές του έτρεξε η Περσεφόνη και παρακάλεσε τον Ηρακλή να του χαρίσει τη ζωή. Ο Ηρακλής άφησε τον Μενοίτη κάτω μισοπεθαμένο και πήγε προς τις σκιές των νεκρών. Μόλις είδε τη Γόργη, τράβηξε το ξίφος του και ετοιμάστηκε να της επιτεθεί, σαν να ήταν ζωντανή. Τον συγκράτησε όμως ο Ερμής και του θύμισε πως ήταν μάταιο αυτό που προσπαθούσε, γιατί οι μορφές που έβλεπε δεν ήταν παρά σκιές.

Μετά είδε τον Μελέαγρο μέσα σε μια λαμπερή πανοπλία, τράβηξε ένα βέλος από τη φαρέτρα του, το έβαλε στο τόξο και ετοιμάστηκε να τον τοξεύσει. Ο Μελέαγρος όμως τον σταμάτησε και του είπε πως γι’ αυτόν το τόξο είναι άχρηστο. Ο Ηρακλής τον ρώτησε ποιος είναι και πώς σκοτώθηκε. Ο Μελέαγρος τότε του διηγήθηκε την ιστορία του. Ο Ηρακλής τον συμπόνεσε και τότε ο Μελέαγρος του είπε πως έχει αφήσει πάνω στη γη μιαν αδελφή, Δηιάνειρα, και του πρότεινε να την παντρευτεί.

Μετά συνέχισε ο Ηρακλής το δρόμο του και δίπλα στην πόρτα του Άδη συνάντησε και άλλους ήρωες. Τον Θησέα, τον Πειρίθου και τον Ασκάλαφο. Ο Πειρίθους ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα βράχο και τον απειλούσαν συνεχώς να τον δαγκώσουν φίδια. Είχε τιμωρηθεί με τον τρόπο αυτό γιατί είχε επιδιώξει να αρπάξει την Περσεφόνη, κοντά του έμενε ο Θησέας που είχε κατεβεί θεληματικά στον ‘Αδη να συμπαρασταθεί στο φίλο του. Ο Ασκάλαφος βρισκόταν πλακωμένος κάτω από μια μεγάλη πέτρα, που του την είχε βάλει η Δήμητρα, γιατί με το να μιλήσει ως μάρτυρας έγινε αιτία να κατεβεί η κόρη της η Περσεφόνη στον Άδη.

Ο Ηρακλής ελευθέρωσε τον Θησέα τραβώντας τον βίαια από το χέρι. ‘Όταν προσπάθησε να τραβήξει και τον Πειρίθου, άρχισε να κουνιέται η γη πάρα πολύ και γι’ αυτό παραιτήθηκε από την προσπάθεια. Έτσι ελευθέρωσε μόνο τον Θησέα και τον βοήθησε να ανέβει πάλι στη γη. Μετά κύλησε την πέτρα πάνω από τον Ασκάλαφο. Αλλά το μίσος που του είχε η Δήμητρα δεν της είχε περάσει ακόμα και γι’ αυτό τώρα τον μεταμόρφωσε σε κουκουβάγια.

Αφού τους ελευθέρωσε λοιπόν, παρουσιάστηκε ο Ηρακλής στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη και ζήτησε την άδεια να πάρει τον Κέρβερο πάνω στη γη για να τον δει ο Ευρυσθέας. Ο Πλούτωνας του έδωσε την άδεια. όμως με έναν όρο: Θα έπρεπε να πιάσει τον Κέρβερο με τα χέρα του μόνο, χωρίς να χρησιμοποιήσει ασπίδα ή σιδερένιο όπλο.

Ο Ηρακλής δέχτηκε και πήγε να συναντήσει τον Κέρβερο. Για να μην παραβεί τον όρο που του έβαλε ο Πλούτωνας, άφησε τα όπλα του και φόρεσε μόνο τη λεοντή για ασπίδα, ενώ στα χέρια του πήρε μόνο μερικές πέτρες που τις έκανε μπροστά μυτερές σαν σφήνες. Όταν τελικά βρήκε τον Κέρβερο στην πύλη του Αχέροντα, χρησιμοποίησε, όπως και στο λιοντάρι της Νεμέας, τα γυμνά του χέρια. Τύλιξε τα μπράτσα του γύρω στα σκυλίσια κεφάλια του και τον έπνιγε, ενώ ο Κέρβερος με τη φιδο-ουρά του κατάφερνε φοβερές δαγκωματιές στον Ηρακλή. Αφού έτσι τον κατέβαλε ο Ηρακλής, τον έδεσε γερά και κίνησε να φύγει για τον Απάνω Κόσμο.

Ο Πλούτωνας όμως, αθετώντας την υπόσχεσή του, δεν άφησε τον Ηρακλή να φύγει. Τότε όμως θύμωσε ο Ηρακλής, τράβηξε μια σαϊτιά και πλήγωσε τον Πλούτωνα. Αυτός φοβήθηκε και του έδωσε την άδεια να φύγει. Η Αθηνά τον βοήθησε να περάσει το ποτάμι της Στυγός- έτσι έφτασε στην έξοδο του Κάτω Κόσμου, που βρισκόταν στην Τροιζήνα, από όπου και ανέβηκε πάλι στη γη. Όταν βγήκαν απάνω στη γη, ο Κέρβερος, που δεν ήταν συνηθισμένος στο φως του ήλιου, θαμπώθηκε τόσο πολύ από τη λάμψη του που έβγαλε από το στόμα του χολή.

Από όλα τα μέρη που περνούσαν ώσπου να φτάσουν στις Μυκήνες, οι γυναίκες και τα παιδιά έβλεπαν με τρόμο το φριχτό τέρας με τα μάτια του που πετούσαν αστραπές. Όταν τέλος έφτασαν στις Μυκήνες και ο Ηρακλής έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, αυτός από τον τρόμο του κρύφτηκε πάλι στο χάλκινο πιθάρι του.

Αφού λοιπόν ο Ηρακλής έδειξε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, και εκτέλεσε έτσι τον άθλο, τον γύρισε πάλι πίσω στον Άδη όπως το είχε υποσχεθεί στον Πλούτωνα.

Το σόφισμα του ανεπανόρθωτου κόστους

Γιατί θα έπρεπε να αγνοείται το παρελθόν

Κάθε απόφαση, είτε προσωπική είτε επαγγελματική, λαμβάνεται πάντα σε καθεστώς αβεβαιότητας. Αυτό που φανταζόμαστε μπορεί να γίνει ή να μη γίνει ποτέ. Κάθε στιγμή μπορούμε να αλλάξουμε τον δρόμο που ακολουθούμε και να πάρουμε έναν άλλο, παραδείγματος χάρη να ματαιώσουμε ένα σχέδιο και να υποστούμε τις συνέπειες. Η επανεξέταση λοιπόν της κατάστασης σε συνθήκες αβεβαιότητας είναι μια λογική στάση. Αλλά μόλις εκτιμάμε ότι έχουμε ήδη επενδύσει πολύ χρόνο, χρήμα, ενέργεια, αγάπη κτλ. (σε μια δραστηριότητα, ένα σχέδιο ή μια σχέση), πέφτουμε στην παγίδα του σοφίσματος του ανεπανόρθωτου κόστους. Και χρησιμοποιούμε το πρόσχημα του τι έχουμε ήδη επενδύσει για να δικαιολογηθούμε και να συνεχίσουμε σ’ αυτό τον δρόμο, ενώ αντικειμενικά δεν έχει κανένα νόημα. Όσο περισσότερο επενδύουμε, δηλαδή όσο αυξάνουμε το ανεπανόρθωτο κόστος, τόσο εντονότερη γίνεται η ανάγκη μας να εξακολουθήσουμε να επενδύουμε.

Οι επενδυτές στο χρηματιστήριο πέφτουν συχνά θύματα του σοφίσματος του ανεπανόρθωτου κόστους. Οι αποφάσεις τους να πουλήσουν υποκινούνται συνήθως από την τιμή αγοράς. Αν η τιμή μιας μετοχής είναι υψηλότερη από την τιμή αγοράς, πουλάνε. Αν είναι μικρότερη από την τιμή αγοράς της, δεν πουλάνε. Πράγμα παράλογο. Η τιμή αγοράς δε θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη. Αυτό που έχει σημασία είναι να μπορούμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η μετοχή (καθώς και άλλα επενδυτικά προϊόντα). Όλοι μπορούν να ξεγελαστούν, ιδίως στο χρηματιστήριο. Το θλιβερό με το σόφισμα του ανεπανόρθωτου κόστους είναι ότι όσο μια μετοχή σας χάνει την αξία της, τόσο θέλετε να την κρατήσετε.

Γιατί μια τόσο παράλογη συμπεριφορά; Οι άνθρωποι θέλουν να φαίνονται συνεπείς. Όταν φαινόμαστε συνεπείς, φαινόμαστε αξιόπιστοι. Απεχθανόμαστε τις αντιφάσεις. Αν αποφασίσουμε να εγκαταλείψουμε ένα τρέχον σχέδιο, παράγουμε μια αντίφαση: παραδεχόμαστε ότι χθες σκεφτόμασταν διαφορετικά από σήμερα. Με το να συνεχίζουμε ένα σχέδιο που δεν έχει πια νόημα, καθυστερούμε την οδυνηρή συνειδητοποίηση και έτσι εξακολουθούμε να φαινόμαστε συνεπείς.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να συνεχίσετε να επενδύετε προκειμένου να φέρετε εις πέρας ένα σχέδιό σας. Αλλά προσέξτε έναν ύπουλο λόγο: αυτόν που σας ωθεί να αναλογίζεστε τι έχετε επενδύσει μέχρι στιγμής. Αν θέλετε να πάρετε λογικές αποφάσεις, πρέπει να αγνοήσετε τη μέχρι τώρα συσσωρευμένη δαπάνη. Δεν έχει σημασία το πόσα ξοδέψατε, αυτό που μετράει είναι το παρών και το πώς διαγράφεται το μέλλον.

Χρησιμοποίησε τα πράγματα, αγάπα τους ανθρώπους

Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι αναγνωρίζουν, ότι χρειάζονται τους άλλους. Δεν θεωρούν την ανάγκη αυτή για αγάπη και οικειότητα σαν υποχρέωση να υποβιβάζουν τον εαυτό τους, αλλά περισσότερο σαν μέσο αντανάκλασης των μεγάλων δυνατοτήτων τους και μοιράσματός τους με άλλους. Δεν αισθάνονται περιορισμένοι από την αγάπη και τις στενές σχέσεις, αλλά τις θεωρούν ιδιαίτερη ευκαιρία για ανάπτυξη. Κατανοούν πως ποτέ δεν μπορούν να κατέχουν κάποιον άλλο και δεν έχουν καμιά επιθυμία να ανήκουν σε κάποιον. Ξέρουν ότι η οικειότητα φέρνει κοντά τους ανθρώπους, αλλά ότι είναι ευθύνη του καθένα να διατηρήσει την αυτονομία του. Ότι πρέπει να αναπτύσσονται χωριστά για να εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται με άλλους. Ο έρωτας και οι στενές σχέσεις προκαλούνται, δεν απειλούνται από τις διαφορές. 

Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι που ξέρουν πως όταν δύο άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν στενή σχέση, ενώνουν, δύο διαφορετικούς κόσμους, κι έτσι, όχι μόνον φέρνουν ο ένας στον άλλον κοινά στοιχεία, αλλά και διαφορές. Οι διαφορές είναι που θα συνεχίσουν να τους κινητοποιούν ν’ αναπτυχθούν. Το βάθος της αγάπης μας μπορεί συνήθως να μετρηθεί από το βαθμό στον οποίο είμαστε διατεθειμένοι να μοιραστούμε τον εαυτό μας με άλλους. Αρχίζουμε με ξεχωριστά Εγώ. Φτιάχνουμε έναν κοινό χώρο ανάμεσα στα δύο Εγώ και τον ονομάζουμε Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς.

Ο έρωτας και η οικειότητα έχουν πολλά στάδια και γι’ αυτό μεταβάλλονται διαρκώς. Η οικειότητα της πρώτης συνάντησης δεν θα είναι η οικειότητα του μήνα του μέλιτος, αλλά θα υπάρξουν πολλές περίοδοι μήνα του μέλιτος. Η περίοδος του διαμερίσματος ενός δωματίου με δανεικά έπιπλα, η περίοδος του πρώτου παιδιού, η περίοδος της αγοράς του σπιτιού, η περίοδος της πρώτης σημαντικής προαγωγής, η περίοδος της ανάπτυξης με την οικογένεια, η περίοδος των γηρατειών. Κάθε περίοδος θα είναι καινούργια και θα δημιουργεί νέες διαστάσεις στην οικειότητα. Επιβάλλεται γι’ αυτό ο ολοκληρωμένος άνθρωπος να έχει πάντα συνειδητότητα και να είναι ανοιχτός στην αλλαγή. Το πρόσωπο στα χέρια σήμερα κάποιου δεν θα είναι το ίδιο πρόσωπο αύριο, ή ακόμα για το λόγο αυτό, την επόμενη ώρα. Ο έρωτας δεν ανατρέφεται ούτε αυξάνεται κοιτάζοντας προς τα πίσω, βιώνεται πάντα στο παρόν.

Η ώριμη οικειότητα και η αγάπη δεν στηρίζονται στις προσδοκίες. Αφού κανείς, ούτε κι ένας άγιος, δεν μπορεί να ξέρει ή να εκπληρώσει όλες μας τις προσδοκίες, το να έχουμε προσδοκίες από τους άλλους σημαίνει ότι επιζητούμε τον πόνο και την απογοήτευση. Η μόνη βάσιμη προσδοκία στον έρωτα βρίσκεται στην ελπίδα ότι αυτοί που αγαπάμε θα γίνουν ο εαυτός τους, όπως κι εμείς. Η αγάπη που προσφέρεται από μια αίσθηση καθήκοντος ή υποχρέωσης, είναι η μεγαλύτερη προσβολή και γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αγάπη.

Ο αληθινός έρωτας και η οικειότητα αναπτύσσονται με τον καλύτερο τρόπο αυθόρμητα και προσφέρουν μια πληθώρα ευκαιριών για εμπειρίες χαράς, ομορφιάς και γέλιου. Όλοι έχουμε γνωρίσει τη θαυμάσια αίσθηση του κοινού βιώματος μιας έντονης εμπειρίας με κάποιον, είτε γέλιου είτε πόνου. Στιγμιαία, η κοινή εμπειρία παίρνει τους δύο και τους κάνει ένα. Οι στιγμές αυτές βαθειάς οικειότητας θα συνεχίσουν να κάνουν τον έρωτα πιο φρέσκο, γοητευτικό και αναζωογονημένο.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν κάποια λεκτική έκφραση. Πολύ συχνά υποθέτουμε ότι το άλλο ή τα άλλα πρόσωπα ξέρουν τι σκεφτόμαστε ή πώς αισθανόμαστε. Πολλές φορές εκπλησσόμαστε όταν ανακαλύπτουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Είναι ευθύνη του καθένα να απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει την καρδιά αυτού που αγαπάει –μια κουβέντα, ένα σημείωμα, ένα λουλούδι, ένα απλό ποίημα, μπορούν να δώσουν το πολύ αναγκαίο μήνυμα της επιβεβαίωσης. Κανείς δεν κουράζεται ποτέ από την έκφραση αγάπης.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν συμπάθεια. Αν δεν μπορούμε να συναισθανόμαστε με κάποιον, δεν είμαστε ικανοί να αγαπάμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε τέλεια εμπάθεια με τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά ενός άλλου. Μου είναι οδυνηρό ν’ ακούω κάποιον να λέει, «Ξέρω ακριβώς πως αισθάνεσαι». Δεν ξέρει! Δεν μπορεί να ξέρει! Στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε να καταλάβουμε μόνον αυτό που έχουμε βιώσει πραγματικά, και κάθε εμπειρία είναι πάντα πολύ προσωπική. Όταν όμως έχουμε μια γνώση των προσωπικών μας συγκρούσεων και συναισθημάτων που στηρίζονται πάνω σε γενικές ανθρώπινες εμπειρίες, μπορούμε ν’ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πως αισθάνονται ίσως οι άλλοι. Σ’ αυτό το σημείο αρχίζει η συμπάθεια.

Η αγάπη και η οικειότητα δεν έχουν καμιά σχέση με την εκμετάλλευση. Υπάρχει ένα παλιό ρητό, αλλά ισχύει ακόμη, «Χρησιμοποίησε τα πράγματα, αγάπα τους ανθρώπους».

Είναι τρομακτικό το πόσο πολλοί κάνουν ακριβώς το αντίθετο στο όνομα της αγάπης: Γονείς που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους, σύζυγοι που χρησιμοποιούν τις/τους συζύγους τους, εκπαιδευτικοί που χρησιμοποιούν τους μαθητές τους, προοδευτικοί που χρησιμοποιούν την κοινωνία τους. Χρησιμοποιούν τη ζωή άλλων για να επιβεβαιώσουν τη δική τους ύπαρξη και αξία. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η αγάπη έχει γίνει τόσο αμφίβολη και απειλητική έννοια. Χρησιμοποιείται τόσο συχνά για να καταστρέφει παρά να προάγει. Η εκμετάλλευση σε μια σχέση, ανεξάρτητα από το πώς την δικαιολογούμε, δεν μπορεί ποτέ να είναι αγάπη!

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”

Σε ποιες περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να είναι σφοδρός ο φίλος και πότε πρέπει να παίρνει τον τόνο της παρρησίας;

Όταν, μπροστά στις επιθέσεις της λαγνείας, της οργής ή της αλαζονείας, οι περιστάσεις απαιτούν ή να κόψει κανείς τα φτερά της φιλαργυρίας ή να αναχαιτίσει τον παραλογισμό και την αναισθησία.

Αυτή την παρρησία υιοθετούσε ο Σόλων απέναντι στον Κροίσο, που είχε διαβρωθεί από την εφήμερη ευτυχία και ζούσε τρυφηλά, όταν τον προέτρεψε να κοιτάζει το τέλος.

Έτσι ο Σωκράτης συγκρατούσε τον Αλκιβιάδη, τον έκανε να χύνει αληθινά δάκρυα, καθώς άκουγε την κριτική του, και να μεταστραφεί.

Παρόμοια ήταν τα λόγια του Κύρου προς τον Κυαξάρη και του Πλάτωνα προς τον Δίωνα· όταν εκείνος ήταν στις δόξες του και έκανε τους ανθρώπους όλους να στρέφουν το βλέμμα πάνω του με τις ωραίες και σπουδαίες πράξεις του, του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”.

Αλλά και ο Σπεύσιππος του έγραφε να μην παίρνουν τα μυαλά του αέρα, αν γίνεται πολύς λόγος για το άτομό του ανάμεσα στα παιδάκια και τις γυναικούλες, αλλά να κοιτάζει πώς να στολίσει τη Σικελία με ευλάβεια, δικαιοσύνη και νόμους άριστους ώστε να τιμήσει την Ακαδημία.

Ο Εύκτος και ο Εύλαιος, οι φίλοι του Περσέα, όσο ήταν ευνοούμενος της τύχης τον ακολουθούσαν, λέγοντάς του συνεχώς λόγια ευχάριστα και συμφωνώντας με τις απόψεις του όπως και οι υπόλοιποι. Όταν όμως συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους κοντά στην Πύδνα, υπέπεσε σε σφάλματα και τράπηκε σε φυγή, του επιτέθηκαν, τον επιτιμούσαν με τα χειρότερα λόγια και του θύμιζαν τα λάθη και τις παραλείψεις του, κατηγορώντας τον για το καθετί, μέχρι που ο άνθρωπος, βαθιά πληγωμένος, από τη θλίψη και την οργή του χτύπησε και τους δύο με το ξίφος και τους σκότωσε.

Έτσι, λοιπόν, προσδιορίζεται εκ των προτέρων για τις γενικές περιπτώσεις η κατάλληλη στιγμή. Όσο για τις ευκαιρίες που προσφέρονται από μόνες τους, πολλές φορές ο φίλος που νοιάζεται δεν πρέπει να τις παραβλέπει αλλά να τις εκμεταλλεύεται. Κάποια ερώτηση μερικές φορές, κάποια διήγηση και κατηγορία για τις ίδιες πράξεις προκειμένου για διαφορετικά πρόσωπα, ή κάποιος έπαινος είναι έναυσμα για να μιλήσει κανείς με παρρησία.

Όπως λένε ότι έγινε με τον Δημάρατο, που πήγε από την Κόρινθο στη Μακεδονία, όταν ο Φίλιππος είχε διαφορές με τη γυναίκα και το γιο του· αφού τον υποδέχτηκε ο Φίλιππος και τον ρώτησε πώς τα πάνε στο θέμα της ομόνοιας μεταξύ τους οι Έλληνες, απάντησε ο Δημάρατος, που ήταν καλοπροαίρετος φίλος του: “Στ’ αλήθεια, ωραίο είναι, Φίλιππε, να ζητάς πληροφορίες για την ομοφροσύνη μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και να μην κοιτάς το σπίτι σου που είναι όλο αντίδραση και διχόνοια”.

Καλά μίλησε και ο Διογένης, ο οποίος, όταν πήγε στο στρατόπεδο του Φιλίππου, τότε που εκείνος βάδιζε για να πολεμήσει τους Έλληνες, οδηγήθηκε μπροστά του και, καθώς, ο Φίλιππος δεν τον ήξερε και τον ρώτησε αν είναι κατάσκοπος, του απάντησε: “Κατάσκοπος, πράγματι, Φίλιππε, της απερισκεψίας και της αμυαλιάς σου, που σε κάνουν, χωρίς να σε εξαναγκάζει τίποτε, να έρθεις για να παίξεις σε μιαν ώρα στα ζάρια το βασίλειο και τη ζωή σου”.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Ο δημόσιος χαρακτήρας της αριστοτελικής Παιδείας ως βασική προϋπόθεση εφαρμογής της δικαιοσύνης στην εκπαίδευση και κατάκτησης της ευδαιμονίας

Το έβδομο και το όγδοο βιβλίο των Πολιτικών του Αριστοτέλη συγκεντρώνουν τις προτάσεις που ο φιλόσοφος είχε καταθέσει σχετικά με τον θεσμό της Εκπαίδευσης, οι οποίες, ασφαλώς, φωτίζονται ακόμη περισσότερο από σημεία άλλων αριστοτελικών κειμένων (με σημαντικά τα Ηθικά Νικομάχεια). Η αύξηση της παρεχόμενης ιδιωτικής εκπαίδευσης, εκτός από την απαξίωση απέναντι στον οίκοθεν αμειβόμενο δάσκαλο, συνιστούσε για τον Σταγειρίτη βασικό διασπαστικό στοιχείο για την πόλη –κράτος, στο πλαίσιο που αποπροσανατόλιζε από τον κοινό σκοπό. Η ενδυνάμωση του πολιτειακού καθεστώτος, η κοινή προετοιμασία για την επίτευξη του στόχου της ευδαιμονίας και το γεγονός ότι το μέρος δεν μπορεί να υπάρχει, αν καταστραφεί το όλον αποτελούν τα βασικά επιχειρήματα με τα οποία ο φιλόσοφος στηρίζει την ανάγκη για δημόσια παιδεία, που σταθεροποιείται και διασφαλίζεται μέσω νόμων. Ωστόσο, η παιδεία, αν και παρέχεται από δημόσιο φορέα, εξατομικεύεται με βάση τις ικανότητες του καθενός, συμβάλλει στη διαμόρφωση πολυσχιδών προσωπικοτήτων διατρανώνοντας τη δικαιοσύνη και όχι την ισότητα στην εκπαίδευση.

Λέξεις κλειδιά: δημόσια παιδεία, νόμοι, τέλος, όλον, ευδαιμονία

Ο Αριστοτέλης ως υπέρμαχος του δημόσιου χαρακτήρα της Παιδείας

Η αρχή του όγδοου βιβλίου των Πολιτικών με τη φράση «κανένας δεν αμφισβητεί ότι ο νομοθέτης πρέπει να φροντίσει ιδιαίτερα την εκπαίδευση των νέων στις πόλεις» καταδεικνύει την απόλυτη εμπιστοσύνη του Αριστοτέλη στον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας των νέων. Σε μια εποχή κατά την οποία στην Αθήνα η ιδιωτική Εκπαίδευση είναι πολύ διαδεδομένη, ο Αριστοτέλης στηρίζει τη δημόσια Εκπαίδευση, αιώνες πριν από τον Διαφωτισμό, καθώς όπως αναφέρει ο Σταγειρίτης η παιδεία καθορίζει το παρόν και προδιαγράφει το μέλλον τόσο του ατόμου όσο και της πόλης. Σαφώς το προτεινόμενο εκπαιδευτικό του μοντέλο υποστασιοποιείται μόνο στο πλαίσιο της πόλης –κράτους: η εκπαίδευση νοηματοδοτείται μόνο μέσα σε αυτό το κοινό πλαίσιο, καθώς διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της ενάρετης πόλης, και σχηματοποιεί ένα σύνολο σε κοινωνική ενότητα. Διαφωτιστικοί ως προς την απόλυτη σύνδεση της αριστοτέλειας φιλοσοφίας με την πόλη –κράτος αναφέροντας ότι: «η πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα της ελληνικής πόλης-κράτους και απευθύνεται σε έναν μόνο τύπο ανθρώπου: στον μέσο ελεύθερο πολίτη. Η αρετή του πολίτη επηρεάζεται καταρχήν από τη βούλησή του να συμμετέχει στα κοινά. Δεν υπάρχει δικαίωση του ανθρώπου έξω από την κοινωνική και πολιτική ζωή – γι᾽ αυτό άλλωστε ο άνθρωπος ορίζεται ως «ζώο πολιτικό» (Πολιτικά 1253a9-11). Ο ελεύθερος λοιπόν πολίτης θα επιζητήσει την ευδαιμονία μέσα στους θεσμούς της πόλης…»

Μπορεί για τον Αριστοτέλη η πόλις να είναι φύσει ύπαρξη (ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος, Πολιτικά, 1253 a 1-5), ωστόσο η συντήρηση και η εξέλιξή της δεν επαφίεται στην τύχη, αλλά στη γνώση και τον σκοπό που εγγυώνται τη σταθερότητά της και σε αυτό το εγχείρημα η Παιδεία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι, γίνεται για πρώτη φορά λόγος για κοινή νομοθετημένη παιδεία (Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας καὶ ταύτην κοινὴν ποιητέον, φανερόν, Πολιτικά VIII, 1337, a 33), γιατί μέσω αυτής μπορεί το άτομο να αντεπεξέλθει στον ρόλο του πολίτη, να «μετέχει κρίσεως και αρχής» (Πολιτικά, 1275 a 20-25), καθώς καθίσταται «ἁγαθός, σπουδαίος και φρόνιμος». Ιδιαίτερα σημαντική η έννοια του «σπουδαίου πολίτη» αφορά στο να κρίνει τα πάντα ορθά (ἕκαστα κρίνει ὀρθῶς), να διακρίνει σε καθετί την αλήθεια (ἐν ἑκάστοις τὸ ἀληθές, Πολιτικά, 1113 a 30) και στο να κατακτά τελικά την αρετή (Δελλής, 2001). Οι σπουδαίοι πολίτες αποτελούν όρο sine qua non για την ευδαιμονία της πόλης, μια στέρεη βάση, για την οικοδόμηση της συλλογικής ευδαιμονίας, αφού ἡ επιμέλεια πέφυκεν ἑκάστου μορίου βλέπειν πρὸς τὴν τοῦ ὅλου ἐπιμέλειαν (Πολιτικά, 1337 a 30).

Τα βασικά επιχειρήματα του Αριστοτέλη υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα της Παιδείας

Ο Curren (2000) συνοψίζει τα επιχειρήματα που επικαλείται ο φιλόσοφος υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας κατηγοριοποιώντας τα σε τέσσερις άξονες: α) αφού το όλον προηγείται από το μέρος και κάθε πολίτης αποτελεί μέρος ενός συνόλου, η διάσπασή του συνόλου με την εφαρμογή διαφορετικών εκπαιδευτικών επιλογών προσυπογράφει την προσεχή διάλυσή του (επιχείρημα του αδιαχώριστου – inseparability), β) αφού οι πολίτες μοιράζονται έναν κοινό σκοπό, μια κοινή ανησυχία, είναι εύλογο να ακολουθηθεί ένας κοινός δρόμος για την «τελείωση» (επιχείρημα περί κοινού τέλους – common end) γ) αφού ο εθισμός είναι απαραίτητος για την κατάκτηση της κοινής αρετής είναι χρέος του νομοθέτη να ενθαρρύνει από κοινού τις ορθές έξεις (επιχείρημα σχετικά με τις απαρχές της αρετής – origins of virtue) και τέλος, δ) το κοινό εκπαιδευτικό σύστημα ενδυναμώνει το πολιτειακό καθεστώς, αφού διαμορφώνεται έτσι ώστε να αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα για αυτό (αποτελεί θεσμικό προαπαιτούμενο -constitutional requirement).

Όλα τα παραπάνω επιχειρήματα συνοψίζονται ουσιαστικά στις δυο βασικές θεωρίες με τις οποίες ο Αριστοτέλης τάσσεται υπέρ της δημόσιας Παιδείας, αυτές α) του τέλους και β) του όλου. Μέσα στο πλαίσιο της τελεολογικής του Ηθικής υποστηρίζει ότι όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν ένα ορισμένο «τέλος», κάποιο τελικό σκοπό, δηλαδή στοχεύουν σε κάποιο αγαθό. Όλα τα επιμέρους αγαθά, εκτός από την ευδαιμονία, δεν είναι παρά μόνο τα μέσα για την κατάκτησή της. Ο Τ. Nagel (1980, σσ.11) εξηγεί πως ο Αριστοτέλης υποστηρίζει τον ένα και μοναδικό σκοπό που επιδιώκουν οι άνθρωποι με τις πράξεις τους. Η ευδαιμονία αποτελεί τον τελικό σκοπό, το τελικό «τέλος» του ανθρώπου, το υπέρτατο αγαθό που το επιδιώκουμε για αυτό καθ’ εαυτό και όχι ως μέσο απόκτησης άλλων αγαθών. Πρόκειται για τον ανώτερο σκοπό που επιδιώκεται για αυτόν καθ’ εαυτόν, το άριστον και αυτός ο σκοπός είναι κοινός και για το άτομο και για το σύνολο και ολοκληρώνεται μόνο μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της οργανωμένης πολιτείας. Είναι φανερό ότι ο φιλόσοφος δέχεται την απόλυτη σύμπτωση του υπέρτατου για το άτομο αγαθού με το υπέρτατο για την πόλη αγαθό -και αντίθετα: πότερον δὲ τὴν εὐδαιμονίαν τὴν αὐτὴν εἶναι φατέον ἑνός τε ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων καὶ πόλεως ἢ μὴ τὴν αὐτήν, λοιπόν ἐστιν εἰπεῖν. φανερόν δέ καί τοῦτο. πάντες γὰρ ἂν ὁμολογήσειαν εἶναι τὴν αὐτὴν (Πολιτικά, 1324 a 5-7). Οι πράξεις των ατόμων ως πολιτών έχουν πολιτικές συνέπειες και ως εκ τούτου καθορίζουν μεν την προσωπική τους ευτυχία, αλλά κυρίως συμβάλλουν στην ευδαιμονία της πόλης. Για την επίτευξη, λοιπόν, ενός κοινού και τόσο υψηλού και άξιου στόχου, τα μέσα, τα εκπαιδευτικά εχέγγυα οφείλουν να είναι κοινά.

Κατά δεύτερον, από τη στιγμή που η πόλις αποτελεί όλον και ο καθένας δεν είναι παρά ένα μόνο μόριο της πόλης, η φροντίδα για κάθε μόριο πρέπει να είναι σε απόλυτο συνταίριασμα με τη φροντίδα για το σύνολο. Η πόλη εξαρτάται από την ποιότητα των μερών της και η κοινωνία συνδέεται με την παιδεία διαλεκτικά και αμφίδρομα: «ταυτόχρονα, οι πολίτες δεν πρέπει να νομίζουν ότι ανήκουν μόνο στον εαυτό τους, αλλά ότι ανήκουν όλοι στην πόλη και η επίβλεψη κάθε μέρους είναι φυσικό να στοχεύει στην επίβλεψη του όλο» (Πολιτικά, 1337 b 26-31). Η επιμονή του Αριστοτέλη με την προτεραιότητα του όλου σε σχέση με το μέρος διαπερνάει ολόκληρη τη φιλοσοφία του: τὸ γὰρ ὅλον πρότερον ἀναγκαῖον εἶναι τοῦ μέρους (Πολιτικά, I, 1253 a 20-24). Η προτεραιότητα αυτή είναι α) οντολογική: απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει το μέρος είναι να υπάρχει το όλον, δηλαδή η πόλις, γιατί έξω απ’ αυτή τα μέρη μένουν ανολοκλήρωτα και β) αξιολογική, καθώς ιεραρχικά, το όλον, δηλαδή η πόλη, ως ολοκληρωμένο σύνολο, βρίσκεται πιο ψηλά από το μέρος αφού αποτελεί την ολοκλήρωση της οικογένειας, του χωριού και επομένως, την τελειότερη μορφή κοινωνίας: ἡ δ᾽ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν (Πολιτικά, 1252b27-30). Βέβαια, τα επιχειρήματα περί τέλους και περί όλου δεν είναι δυο διακριτά επιχειρήματα, τα οποία μπορεί να λειτουργήσουν και να εξεταστούν ως προς τη λειτουργικότητά τους χωριστά το ένα από το άλλο, αλλά υπάρχουν και ενεργοποιούνται μόνο σε απόλυτη αλληλεξάρτηση: αν είναι κοινός ο σκοπός για όλους, τότε προϋποτίθεται ότι όλοι ανήκουν σε ένα όλο την ενότητα του οποίου διατηρεί η κοινή στοχοθεσία.

Η δημόσια Παιδεία ως ασφαλιστική δικλείδα για τη διατήρηση του πολιτεύματος

Ένας πρακτικός ακόμη λόγος για τον οποίο η παιδεία πρέπει να είναι κοινή και προσαρμοσμένη στο εκάστοτε πολίτευμα είναι γιατί έτσι θα λειτουργήσει ως ασφαλιστική δικλείδα για τη διατήρησή του, συμβάλλοντας εν μέρει στην πολιτική ομαλότητα του τόπου, η διασάλευση της οποίας λειτουργεί παρακωλυτικά και στην εκπαίδευση των νέων. Συγκεκριμένα στα Πολιτικά αναφέρεται : η ασφαλέστερη εγγύηση για τη σταθερότητα ενός κράτους… είναι η αγωγή των πολιτών σύμφωνα με το πνεύμα του πολιτεύματος (μέγιστον δὲ πάντων τῶν εἰρημένων πρὸς τὸ διαμένειν τὰς πολιτείας, οὗ νῦν ὀλιγωροῦσι πάντες, τὸ παιδεύεσθαι πρὸς τὰς πολιτείας, Πολιτικά,1310 a, 12-14). Ενδεικτική του θέματος είναι η παρατήρηση (2016α): « ο Αριστοτέλης φέρνει στο προσκήνιο τη συλλογική ευθύνη της Πολιτείας, που πρέπει να καθορίσει τι είδους πολίτες θέλει». Κατά συνέπεια, οι νέοι πρέπει να μορφωθούν με τρόπο τέτοιο που να αναπαράγουν το υπάρχον καθεστώς, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν και ως φορείς ανανέωσής και βελτίωσής του κατευθύνοντας με επιλογές και πράξεις την πολιτική κοινωνία στην αρετή. Η εκπαίδευση, λοιπόν, σύμφωνα με το πολίτευμα διαπαιδαγωγεί τους πολίτες με σκοπό τη συντήρηση του πολιτεύματος και την αποφυγή ανατροπών. Αν και ασφαλώς η ανωτέρω πραγματικότητα οφείλει να χαρακτηρίζει κυρίως τις δημοκρατίες, όπου οι πολίτες είναι συνδιαμορφωτές του πολιτεύματος, ο Αριστοτέλης εμφανίζεται θιασώτης του σπαρτιατικού εκπαιδευτικού συστήματος, στο πλαίσιο που αυτό επιβάλλει τη δημόσια παιδεία (όχι, όμως, και του περιεχομένου της σπαρτιατικής εκπαίδευσης): Ἐπαινέσειε δ´ ἄν τις κατὰ τοῦτο Λακεδαιμονίους· καὶ γὰρ πλείστην ποιοῦνται σπουδὴν περὶ τοὺς παῖδας καὶ κοινῇ ταύτην (Πολιτικά, 1337a 30). Πάντως, το αίτημα του Αριστοτέλη για δημόσια παιδεία υλοποιείται κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, όπως διαπιστώνει ο Αθ. Σαπουνάς (2012) : «κατά την περίοδο αυτή το κράτος θεσπίζει σχολικούς νόμους που επιβάλλουν την υποχρεωτική φοίτηση όλων των παιδιών στα σχολεία… η εκπαίδευση αρχίζει να αποτελεί υπόθεση της τοπικής αυτοδιοίκησης».

Η δημόσια Παιδεία ως ενθάρρυνση ορθών έξεων με στόχο τη διοχέτευσή τους στην πολιτική κοινωνία

Είναι προφανές ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης αποτελεί προέκταση της στενής σχέσης που συνδέει την ηθική του Αριστοτέλη με την πολιτική αρετή. Η σημασία της κοινής παιδείας για την εξέλιξη του ατόμου έχει επισημανθεί από τα Ηθικά Νικομάχεια, από τη στιγμή που η ηθική, ως έξις προαιρετική και άρα ατομική, βρίσκει τον στόχο της και λόγο ύπαρξης μόνο μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, όταν και εφόσον συμμορφώνεται με τους κοινωνικά αποδεκτούς παράγοντες υλοποίησής της. Η Παιδεία νοείται ως α)άσκηση στη συνειδητή επιλογή και άσκηση στην επανάληψη ορθών έξεων (προαίρεσις), β) άσκηση στην απόλαυση από την εφαρμογή της ηθικής πράξης (χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ) και γ) κατάκτηση της αρετής ως μόνιμου τρόπου συμπεριφοράς (σταθερώς και αμετακινήτως). Η μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο με το πέρασμα από τα Ηθικά στα Πολιτικά είναι σαφής. Στα Ηθικά Νικομάχεια η Παιδεία συνδέεται με την ευδαιμονία και την αρετή μέσω του έθους «οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, (25) ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν (Ηθικά Νικομάχεια, 1103 b 24-25). Εκεί, όπως επισημαίνει και η Πηνελόπη Τζιώκα (2003) «περισσότερο βρίσκουμε απαντήσεις ή απόπειρες ορισμού της παιδείας σε σχέση με την προσωπική κατάκτηση της αρετής και την ηθική στον ρόλο του νομοθέτη», ενώ στα Πολιτικά η Παιδεία ανάγεται σε θεσμό και το βιβλίο πραγματεύεται την πολιτική διάστασή της και καταλήγει υπέρ της δημόσιας παιδείας, με κοινή διδασκαλία, από δασκάλους της Πολιτείας και σε κοινόχρηστους χώρους. Η ηθική του απλού πολίτη αποτελεί βασικό ποιοτικό παράγοντα για το πολίτευμα, καθώς υποστηρίζει ο φιλόσοφος ότι «ἀεὶ δὲ τὸ βέλτιον ἦθος βελτίονος αἴτιον πολιτείας» (Πολιτικά, 1337 a 18-19). Αν, λοιπόν, η ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι μέρος της πολιτικής του φιλοσοφίας, τότε η παιδεία ως μέσο προσωπικής κατάκτησης της αρετής μπορεί να ευοδωθεί μόνο μέσα σε ένα ευρύτερο συλλογικό μόρφωμα με βαθιά πολιτική πλαισίωση. Η συμπληρωματικότητα των δυο έργων είναι προφανής στο πλαίσιο που η ηθική αρετή και ο εθισμός σε αυτήν επιτυγχάνεται μέσω της Παιδείας και η ποιότητα της Παιδείας καθορίζει την ποιότητα της συμμετοχής του πλήθους στην εξουσία, η οποία συμμετοχή καθορίζει την ποιότητα του πολιτεύματος (Πολιτικά, 1337 a 18). Η παιδεία είναι τελικά αυτή που οφείλει να καλλιεργήσει ατομικά την ηθική αρετή, με απώτερο σκοπό τη διοχέτευσή της στο κοινωνικό σύνολο. Ως εκ τούτου, η κοινωνική διάσταση της ηθικής αρετής επιβάλλει την παροχή δημόσιας εκπαίδευσης

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, o Αριστοτέλης μέμφεται τους γονείς και την πολιτεία για τον θεσμό της ιδιωτικής Εκπαίδευσης: ἐπεὶ δ´ ἓν τὸ τέλος τῇ πόλει πάσῃ, φανερὸν ὅτι καὶ τὴν παιδείαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀναγκαῖον εἶναι πάντων, καὶ ταύτης τὴν ἐπιμέλειαν εἶναι κοινὴν καὶ μὴ κατ´ ἰδίαν, ὃν τρόπον νῦν ἕκαστος ἐπιμελεῖται τῶν αὑτοῦ τέκνων ἰδίᾳ τε καὶ μάθησιν ἰδίαν, ἣν ἂν δόξῃ, διδάσκων (Πολιτικά, 1336 b 22-26), καθώς πιστεύει ότι αν η αγωγή αφεθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία, τότε αφενός δεν υπάρχει ομοιογένεια στην αγωγή και άρα απορρίπτεται η ύπαρξη ενός κοινού στόχου, αφετέρου η ανομοιογένεια αυτή λειτουργεί διασπαστικά και συχνά αποτρεπτικά σχετικά με τον στόχο της αρετής, καθώς τα παιδιά που μεγαλώνουν με δικό τους δάσκαλο αναπτύσσουν ιδιαίτερη σχέση με την πολυτέλεια και το χρήμα και δεν μαθαίνουν να υπακούν. Η δυνατότητα του δάσκαλου ή του κηδεμόνα να αναπληρώνει το κενό της πολιτείας ασκώντας «κυκλώπεια εξουσία», κυρίως στην περίπτωση παιδιών εύπορων οικογενειών που τύγχαναν «κατ΄οίκον διδασκαλίας», είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη σεβασμού και την απαξίωση του δασκάλου, γεγονός που λειτουργούσε καταδικαστικά για την δυνατότητα πειθαρχίας στο κοινωνικό πλαίσιο (Τσώνη, 2012).

Ανάγκη συνταγματικής κατοχύρωσης εκπαιδευτικών θεμάτων

Παράλληλα με τη λογική της κοινής παιδείας η αριστοτέλεια σκέψη είναι προσανατολισμένη σε μια παιδεία συνταγματικά κατοχυρωμένη. Οι πολιτικοί νομοθέτες οφείλουν να προασπίσουν το πολίτευμα εθίζοντας τους πολίτες σε μια κοινή αρετή, η πορεία προς την οποία περνάει αναμφίβολα μέσα από την εκπαίδευση: οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, … καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης, (Ηθικά Νικομάχεια, 1103 b 1-6). ΄Αρα, πρέπει να ορίζονται με νόμους τα θέματα της παιδευτικής διαδικασίας (διὸ νόμοις δεῖ τετάχθαι τὴν τροφὴν καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, Ηθικά Νικομάχεια 1179 b 34) με τέτοιο τρόπο, ώστε μέσα από την ατομική άσκηση στις πράξεις και στα συναισθήματα που συνάδουν με την αρετή (χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ,Ηθικά Νικομάχεια, 1104, b 12), να οδηγείται με ασφάλεια το κοινωνικό σύνολο στην ευδαιμονία. Ο φιλόσοφος τονίζει ότι κύρια και πρωταρχική επιδίωξη του ἀγαθοῦ πολιτικού πρέπει να είναι η ηθική αρτίωση των πολιτών μέσω του σεβασμού και της υπακοής στους θεσπισμένους νόμους: δοκεῖ δὲ ὁ κατ’ ἀλήθειαν πολιτικὸς περὶ ταύτην μάλιστα πεπονῆσθαι· βούλεται γὰρ τοὺς πολίτας ἀγαθοὺς ποιεῖν καὶ τῶν νόμων ὑπηκόους» (Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1102a 7-10). Το τρίπτυχο πολιτική –ηθική –παιδαγωγική αποτελεί την πυξίδα κάθε νομοθέτη, ο οποίος οφείλει μέσα σε όλα τα άλλα να γνωρίζει την ψυχή και να συνυπολογίζει την ψυχολογία των πολιτών, ώστε να διαμορφώνει ανάλογο παιδαγωγικό σύστημα. O Θανάσης Μπαντές (2016β) στο άρθρο του «Ο Αριστοτέλης και το παιδαγωγικό χρέος του νομοθέτη» είναι αποκαλυπτικός σχετικά με τον ρόλο του νομοθέτη για την επικράτηση του ηθικού στοιχείου στην κοινωνία: «Αυτός είναι και ο ρόλος του νομοθέτη, που πρέπει όχι μόνο να ορίσει επακριβώς τη σημασία της ηθικής πράξης μέσα στα δεδομένα της εκάστοτε κοινωνίας, αλλά και να μεριμνά – μέσα από τα αρμόδια όργανα –για την εφαρμογή των ηθικών επιταγών από τους πολίτες, δηλαδή για την τήρηση του νόμου». Οι νόμοι οφείλουν να ρυθμίζουν όλα όσα αφορούν στην ισορροπημένη ανάπτυξη του παιδιού, από την εποχή της σύλληψής του και την ηλικία εκείνη των γονιών που θα εξασφαλίσει ιδανικές συνθήκες ανατροφής για το παιδί, μέχρι και το αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας μαθημάτων, αλλά και την τιμωρία όσων θα θέσουν σε κίνδυνο τη σωματική και ηθική του ακεραιότητα: ὅλως μὲν οὖν αἰσχρολογίαν ἐκ τῆς πόλεως, ὥσπερ ἄλλο τι, δεῖ τὸν νομοθέτην ἐξορίζειν (ἐκ τοῦ γὰρ εὐχερῶς λέγειν ὁτιοῦν τῶν αἰσχρῶν γίνεται καὶ τὸ ποιεῖν σύνεγγυς): μάλιστα μὲν οὖν ἐκ τῶν νέων, ὅπως μήτε λέγωσι μήτε ἀκούωσι μηδὲν τοιοῦτον, (Πολιτικά,1336, b, 4-8). Ειδικά στην περίπτωση των νέων στους οποίους η συμμόρφωση και η πειθαρχία αποτελεί στοιχείο που δημιουργεί αποστροφή, είναι αναγκαία η επιβολή του ορθού μέσα από νόμους. Χαρακτηριστικά «πρέπει να διδάσκονται οι πολίτες, από νωρίς, να υπακούν στους νόμους. Γιατί υπακοή στους νόμους είναι όρος σωτηρίας της δημοκρατίας. Δεν αρκεί συνεπώς το εὖ κεῖσθαι των νόμων απαιτείται και το πείθεσθαι τοῖς νόμοις. Η παιδεία των πολιτών τείνει συνεπώς στο να συνειδητοποιήσουν οι πολίτες ότι το να έχεις διδαχθεί να ζεις σύμφωνα με τους νόμους δεν είναι δουλεία, αλλά σωτηρία του πολιτεύματος. Η ευθύνη, συνεπώς, όχι μόνο των πολιτών αλλά και των πολιτικών είναι μεγάλη για τη σωτηρία της δημοκρατίας. Εθισμένοι στην αρετή και πεπαιδευμένοι πρέπει να είναι οι πολίτες, οι ώριμοι πολίτες, αλλά και οι πολιτικοί». Έτσι, είτε από ανάλογη ποιότητα είτε ακόμη και από φόβο, το παιδί μαθαίνει να ζει σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου και ενταγμένο σε μια ανάλογη διά βίου εκπαίδευση ανελλιπούς τήρησής τους επιλέγει τον ενάρετο τρόπο ζωής και διαφυλάσσει τη δικαιοσύνη.

Ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της και την καλλιέργεια πολύπλευρων προσωπικοτήτων

Η επιμονή του Αριστοτέλη σε ένα κοινό σύστημα εκπαίδευσης θα μπορούσε, ίσως, να πυροδοτήσει συνειρμούς σχετικούς με μια παιδεία που αποσκοπεί σε εξομοίωση των εκπαιδευόμενων και των μέσων- τεχνικών διδασκαλίας τους. Η θεώρηση, ασφαλώς, περί της κοινής παιδείας δεν αποβλέπει σε ισοπεδωτική ομοιομορφία, όπου δε λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες και ικανότητες του καθενός, αλλά στη χρήση του θεσμού της εκπαίδευσης ως ενός ακόμη συνεκτικού δεσμού που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επίτευξη της ευδαιμονίας. Όπως και ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι μέσα από την εκπαίδευση δίνεται στον καθένα η δυνατότητα να καταστήσει ενεργεία τις ικανότητες και αρετές που δυνάμει φέρει, ότι μόνο μέσα στο εκπαιδευτικό πλαίσιο ωριμάζει ηθικά και πετυχαίνει την ειδολογική τελείωσή του, καθώς ενεργοποιούνται τα εγγενή γνωρίσματα του είδους του, οι δυνατότητες που από τη φύση διέθετε (Κούτρας, 1973, σσ.40). Είναι, πράγματι, εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Αριστοτέλης συνταιριάζει την κοινή παιδεία αρχικά με την εξατομικευμένη παροχή αυτής, ανάλογα με τις δεξιότητες και τις ανάγκες του εκάστοτε μαθητή, και έπειτα με τη διαμόρφωση πολύπλευρων προσωπικοτήτων, με βαθιά καλλιέργεια σε ποικίλους τομείς της γνώσης, αλλά και σε προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες, που θα μπορούν να εξασφαλίσουν σε αυτούς την ευδαιμονία, μακριά από κάθε είδους ισοπέδωση της σκέψης. Η δικαιοσύνη στην Εκπαίδευση, που κακώς νοούμενη σήμερα στηρίζεται στην παροχή όμοιων γνώσεων και «ίσων» ευκαιριών, για τον Αριστοτέλη στηρίζεται σε μια Παιδεία που εξατομικεύεται μέσα στον δημόσιο χαρακτήρα της. Ο καθένας πρέπει να εκπαιδεύεται ανάλογα με τις ανάγκες, τη διανοητική του ικανότητα και τις δεξιότητές του, η αγωγή πρέπει να είναι κοινή, αλλά να προσαρμόζεται στις αντιληπτικές ικανότητες και στην ατομικότητα του μαθητή. Άλλωστε, αυτό καταφαίνεται και από το τελευταίο κομμάτι των Πολιτικών που διασώθηκε: «δῆλον οὖν ὅτι τούτους ὅρους τρεῖς ποιητέον εἰς τὴν παιδείαν, τό τε μέσον καὶ τὸ δυνατὸν καὶ τὸ πρέπον» (Πολιτικά, 1342, b, 34).

Αρχικά, το μέσον που σχετίζεται με την αρετή είναι το πρὸς ἡμᾶς μέσον, το υποκειμενικό μέσον και κατά συνέπεια η Παιδεία οφείλει να οδηγήσει τον καθένα στην κατάκτηση της δικής του προσωπικής μεσότητας . Παράλληλα, εξαρτά τα δυο τελευταία από την ηλικία. Από τη στιγμή που το δυνατόν είναι αυτό που μπορεί να επιτευχθεί από τον καθένα ανάλογα με τις ηλικιακές του δυνατότητες, η Εκπαίδευση οφείλει να διαφοροποιείται κατά περίπτωση, αλλά και στην κοινή ηλικιακή ομάδα να συνυπολογίζει την ύπαρξη ή την απουσία σωματικής και πνευματικής συμπόρευσης του παιδιού με την ηλικία του. Όσο για το πρέπον, άπτεται τόσο της ατομικής όσο και της κοινωνικής πραγματικότητας. Ως προς την πρώτη, το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει κάποιος ορίζεται και διαφοροποιείται αναμφίβολα από ατομικούς παράγοντες, όπως η ηλικία, οι ικανότητες, η ψυχολογία, οι σωματικές και πνευματικές ιδιαιτερότητες, η χρονική στιγμή, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, κ.α. Μόνο στην κοινωνική του διάσταση το πρέπον μοιάζει να παγιώνεται, ανεπηρέαστο από ατομικούς παράγοντες, καθώς στοιχειοθετείται από την αρετή του φρόνιμου ανθρώπου, από συμπεριφορές που αποδέχεται ως ορθές το κοινωνικό σύνολο ανάγοντάς τες σε πρότυπο συμπεριφορών και εδώ προκύπτει ξανά ως αναγκαία προϋπόθεση η παροχή κοινού εκπαιδευτικού προγράμματος. Κατά, συνέπεια, πράγματα που πρέπει να μάθει ή στα οποία πρέπει να εξασκηθεί ένας μαθητής ορίζονται από παράγοντες τόσο εσωτερικούς (ηλικία, ικανότητες, ψυχολογία), όσο και εξωτερικούς – κοινωνικούς (ὅτε δεῖ καὶ ἐφ’ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ, Ηθικά Νικομάχεια, Β6, 10-13), προκειμένου να τηρηθεί το μέσο και να κατακτηθεί η αρετή. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι αυτοί οι τρεις παράγοντες, το μέσον, το δυνατόν και το πρέπον, αδιαχώριστοι, αλληλένδετοι και συμπληρωματικοί καταφάσκουν σε ένα κοινό εκπαιδευτικό σύστημα που εδράζεται στην εξατομίκευση της παρεχόμενης παιδείας ανάλογα με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα, την ψυχολογία και τις δυνατότητες του εκάστοτε μαθητή και υποτάσσεται στην εξυπηρέτηση ενός κοινωνικού μοντέλου προσαρμοσμένου στο πρότυπο του φρόνιμου ανθρώπου.

Το διακύβευμα της κοινής παιδείας, δηλαδή τη διάπλαση του «καλού και αγαθού πολίτη», παραπέμποντας στις αριστοτελικές θέσεις για την αρετή: «η τριπλή αυτή βάση της Παιδείας σε συνδυασμό με τον σκοπό της, να καλλιεργήσει, δηλαδή, στο άτομο την αρετή, ώστε να κατακτήσει τον άριστο βίο, υπαγορεύουν ένα πρόγραμμα Σπουδών που οδηγεί στην πολυμέρεια και αποκλείει τη μονομέρεια στη συγκρότηση της προσωπικότητας». Από τη στιγμή που η αρετή είναι έξις προαιρετική και από τη στιγμή που η Παιδεία οφείλει να αποβλέπει στην κατάκτηση της αρετής, τότε είναι απαραίτητο να στρέψει τους μαθητές σε έξεις που συνταιριάζουν με τις τρεις αρχές που προαναφέρθηκαν: το μέσον, το δυνατόν και το πρέπον. Για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου είναι απαραίτητο ένα πρόγραμμα σπουδών που εμπεριέχει σε σωστή αναλογία και την ωφελιμιστική και την νοησιαρχική, αλλά και την ηθικοπλαστική διάσταση της γνώσης και το οποίο κατά συνέπεια προτάσσει την πολυμέρεια στη συγκρότηση της προσωπικότητας με πυξίδα και απαραίτητο εχέγγυο για την επίτευξή της τον ηθικό της προσανατολισμό.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να συγκεράσει τις υπάρχουσες τάσεις σχετικά με το περιεχόμενο της Παιδείας τονίζει ότι καὶ τἀναγκαῖα καὶ τὰ χρήσιμα δὲ πράττειν, τὰ δὲ καλὰ δεῖ μᾶλλον Πολιτικά (1333 b, 1-5) . Αναλυτικότερα, βαθιά πεποίθησή του είναι ότι η εκπαίδευση οφείλει να διαμορφώνει πολυσχιδείς προσωπικότητες, καθώς θεωρεί απαραίτητη τόσο τη χρήσιμη και την επιστημονική, αλλά και την ηθικοπλαστική γνώση, απορρίπτοντας έντονα τον μονοδιάστατο χαρακτήρα αυτής, κυρίως εκείνον που αφορά σε εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση, η οποία τίθεται στην υπηρεσία των άλλων με σκοπό την υλική αμοιβή: ὁ δὲ αὐτὸ τοῦτο πράττων δι’ ἄλλους πολλάκις θητικὸν καὶ δουλικὸν δόξειεν ἂν πράττειν (εκείνος όμως που καταγίνεται μ’ αυτό το ίδιο για χατήρι άλλων, θα μπορούσε να νομισθεί ότι ασκεί έργο βάναυσο και άξιο δούλου, Πολιτικά, VIII, 1337 b, 5-20). Ως εκ τούτου, η αριστοτελική Παιδεία οφείλει να οδηγεί τους νέους μακριά από υλικές εξαρτήσεις, ώστε απρόσκοπτα να διαμορφώνουν ελεύθερες προσωπικότητες

Είναι, τέλος, άξιο αναφοράς ότι αιώνες πριν ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται τον διά βίου χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως αναπόσπαστο στοιχείο προσωπικής εξέλιξης και κοινωνικής ευδαιμονίας. Αν και δεν έχουμε σαφείς αναφορές για την ενήλικη μάθηση, στα Ηθικά Νικομάχεια επισημαίνεται ότι «δεν είναι αρκετό να πάρουν στη νιότη τους σωστή ανατροφή και παρακολούθηση ∙ θα πρέπει και μεγάλοι να ασκούν και να εθίζονται… θα χρειαστούμε νόμους και για αυτό και για να καλύψουν όλη τη ζωή » (Οὐχ ἱκανὸν δ’ ἴσως νέους ὄντας τροφῆς καὶ ἐπιμελείας τυχεῖν ὀρθῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἀνδρωθέντας δεῖ ἐπιτηδεύειν αὐτὰ καὶ ἐθίζεσθαι, καὶ περὶ ταῦτα δεοίμεθ’ ἂν νόμων, καὶ ὅλως δὴ περὶ πάντα τὸν βίον·, Ηθικά Νικομάχεια, 1180 a, 1-4). Άλλωστε, για τον φιλόσοφο το σώμα πλησιάζει στην ωριμότητα στα 30 -35 χρόνια, ενώ η ψυχή ολοκληρώνεται κοντά στα 49 και αυτά τα τρία χρονικά σημεία (30, 35, 49) αποτελούσαν σταθμούς στην άποψη που είχε για την εκπαίδευση: ἀκμάζει δὲ τὸ μὲν σῶμα ἀπὸ τῶν τριάκοντα ἐτῶν μέχρι τῶν πέντε καὶ τριάκοντα, ἡ δὲ ψυχὴ περὶ τὰ ἑνὸς δεῖν πεντήκοντα (Ρητορικά, 1390b9- 10).

Συμπεράσματα

Καταλήγοντας, είναι εμφανές ότι η δημόσια παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αναγκαιότητα για την κατάκτηση του τελικού στόχου, της ευδαιμονίας. Σε αυτόν τον στόχο πρέπει να στρατεύονται όλοι όσοι εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ωστόσο, ο φιλόσοφος απορρίπτει κάποια κοινωνικά στρώματα από την εκπαίδευση, λόγω του ότι είναι ταγμένα στη μισθωτή εργασία και άρα αποκλείονται από την κατάκτηση της ευδαιμονίας. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε να μιλούμε για απόλυτο εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης αλλά, «για μια δημοκρατική αντίληψη της πολιτικής, με αριστοκρατική, όμως θεώρηση». Σε γενικές γραμμές, η πόλις του είναι μια εκπαιδευτική πόλις, ένα συνεχές «σχολείο», καθώς μέσα στο πλαίσιό της οι πολίτες διαδραματίζουν διάφορους ρόλους: υπακούουν, διατάζουν, κρίνουν, υπηρετούν θεούς, μετέχουν σε μυστήρια, παρακολουθούν τραγωδίες, με λίγα λόγια εκπαιδεύονται συνεχώς μέσα από άτυπες διαδικασίες και άρα ωριμάζουν ηθικά και γνωστικά μέσα από την ιδιότητά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά τους ως πολιτών.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.1–2.6.15

Το πορτρέτο του Κλέαρχου

Ο Τισσαφέρνης διαβεβαίωσε τον Κλέαρχο ότι δεν επιβουλευόταν τους Έλληνες (βλ. και ΞΕΝ ΚΑναβ 2.5.3–2.5.15). Με μια υποκριτική χειρονομία καλής θελήσεως προσκάλεσε τους στρατηγούς των Μυρίων στη σκηνή του, για να τους αποκαλύψει δήθεν ποιοι τους συκοφαντούσαν. Έτσι κατόρθωσε να συλλάβει πέντε από τους στρατηγούς των Ελλήνων, ανάμεσά τους και τον Κλέαρχο. Την ίδια στιγμή δολοφονήθηκαν οι είκοσι λοχαγοί και οι διακόσιοι στρατιώτες που τους είχαν ακολουθήσει στο περσικό στρατόπεδο. Ο Ξενοφώντας θα σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα των πέντε στρατηγών. Αρχικά παρατίθεται το πορτρέτο του Κλέαρχου.


[2.6.1] Οἱ μὲν δὴ στρατηγοὶ οὕτω ληφθέντες ἀνήχθησαν ὡς
βασιλέα καὶ ἀποτμηθέντες τὰς κεφαλὰς ἐτελεύτησαν, εἷς
μὲν αὐτῶν Κλέαρχος ὁμολογουμένως ἐκ πάντων τῶν ἐμ-
πείρως αὐτοῦ ἐχόντων δόξας γενέσθαι ἀνὴρ καὶ πολεμικὸς
καὶ φιλοπόλεμος ἐσχάτως. [2.6.2] καὶ γὰρ δὴ ἕως μὲν πόλεμος ἦν
τοῖς Λακεδαιμονίοις πρὸς τοὺς Ἀθηναίους παρέμενεν, ἐπειδὴ
δὲ εἰρήνη ἐγένετο, πείσας τὴν αὑτοῦ πόλιν ὡς οἱ Θρᾷκες
ἀδικοῦσι τοὺς Ἕλληνας καὶ διαπραξάμενος ὡς ἐδύνατο παρὰ
τῶν ἐφόρων ἐξέπλει ὡς πολεμήσων τοῖς ὑπὲρ Χερρονήσου
καὶ Περίνθου Θρᾳξίν. [2.6.3] ἐπεὶ δὲ μεταγνόντες πως οἱ ἔφοροι
ἤδη ἔξω ὄντος ἀποστρέφειν αὐτὸν ἐπειρῶντο ἐξ Ἰσθμοῦ,
ἐνταῦθα οὐκέτι πείθεται, ἀλλ’ ᾤχετο πλέων εἰς Ἑλλή-
σποντον. [2.6.4] ἐκ τούτου καὶ ἐθανατώθη ὑπὸ τῶν ἐν Σπάρτῃ
τελῶν ὡς ἀπειθῶν. ἤδη δὲ φυγὰς ὢν ἔρχεται πρὸς Κῦρον,
καὶ ὁποίοις μὲν λόγοις ἔπεισε Κῦρον ἄλλῃ γέγραπται, δίδωσι
δὲ αὐτῷ Κῦρος μυρίους δαρεικούς· [2.6.5] ὁ δὲ λαβὼν οὐκ ἐπὶ ῥᾳθυ-
μίαν ἐτράπετο, ἀλλ’ ἀπὸ τούτων τῶν χρημάτων συλλέξας
στράτευμα ἐπολέμει τοῖς Θρᾳξί, καὶ μάχῃ τε ἐνίκησε καὶ
ἀπὸ τούτου δὴ ἔφερε καὶ ἦγε τούτους καὶ πολεμῶν διεγένετο
μέχρι Κῦρος ἐδεήθη τοῦ στρατεύματος· τότε δὲ ἀπῆλθεν ὡς
ξὺν ἐκείνῳ αὖ πολεμήσων. [2.6.6] ταῦτα οὖν φιλοπολέμου μοι
δοκεῖ ἀνδρὸς ἔργα εἶναι, ὅστις ἐξὸν μὲν εἰρήνην ἄγειν ἄνευ
αἰσχύνης καὶ βλάβης αἱρεῖται πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ ῥᾳθυμεῖν
βούλεται πονεῖν ὥστε πολεμεῖν, ἐξὸν δὲ χρήματα ἔχειν
ἀκινδύνως αἱρεῖται πολεμῶν μείονα ταῦτα ποιεῖν· ἐκεῖνος
δὲ ὥσπερ εἰς παιδικὰ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ ἡδονὴν ἤθελε δαπανᾶν
εἰς πόλεμον. [2.6.7] οὕτω μὲν φιλοπόλεμος ἦν· πολεμικὸς δὲ αὖ
ταύτῃ ἐδόκει εἶναι ὅτι φιλοκίνδυνός τε ἦν καὶ ἡμέρας καὶ
νυκτὸς ἄγων ἐπὶ τοὺς πολεμίους καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς φρό-
νιμος, ὡς οἱ παρόντες πανταχοῦ πάντες ὡμολόγουν. [2.6.8] καὶ
ἀρχικὸς δ’ ἐλέγετο εἶναι ὡς δυνατὸν ἐκ τοῦ τοιούτου τρόπου
οἷον κἀκεῖνος εἶχεν. ἱκανὸς μὲν γὰρ ὥς τις καὶ ἄλλος φρον-
τίζειν ἦν ὅπως ἔχοι ἡ στρατιὰ αὐτῷ τὰ ἐπιτήδεια καὶ παρα-
σκευάζειν ταῦτα, ἱκανὸς δὲ καὶ ἐμποιῆσαι τοῖς παροῦσιν ὡς
πειστέον εἴη Κλεάρχῳ. [2.6.9] τοῦτο δ’ ἐποίει ἐκ τοῦ χαλεπὸς
εἶναι· καὶ γὰρ ὁρᾶν στυγνὸς ἦν καὶ τῇ φωνῇ τραχύς,
ἐκόλαζέ τε ἰσχυρῶς, καὶ ὀργῇ ἐνίοτε, ὡς καὶ αὐτῷ μετα-
μέλειν ἔσθ’ ὅτε. [2.6.10] καὶ γνώμῃ δ’ ἐκόλαζεν· ἀκολάστου γὰρ
στρατεύματος οὐδὲν ἡγεῖτο ὄφελος εἶναι, ἀλλὰ καὶ λέγειν
αὐτὸν ἔφασαν ὡς δέοι τὸν στρατιώτην φοβεῖσθαι μᾶλλον
τὸν ἄρχοντα ἢ τοὺς πολεμίους, εἰ μέλλοι ἢ φυλακὰς φυλά-
ξειν ἢ φίλων ἀφέξεσθαι ἢ ἀπροφασίστως ἰέναι πρὸς τοὺς
πολεμίους. [2.6.11] ἐν μὲν οὖν τοῖς δεινοῖς ἤθελον αὐτοῦ ἀκούειν
σφόδρα καὶ οὐκ ἄλλον ᾑροῦντο οἱ στρατιῶται· καὶ γὰρ τὸ
στυγνὸν τότε φαιδρὸν αὐτοῦ †ἐν τοῖς ἄλλοις προσώποις†
ἔφασαν φαίνεσθαι καὶ τὸ χαλεπὸν ἐρρωμένον πρὸς τοὺς
πολεμίους ἐδόκει εἶναι, ὥστε σωτήριον, οὐκέτι χαλεπὸν
ἐφαίνετο· [2.6.12] ὅτε δ’ ἔξω τοῦ δεινοῦ γένοιντο καὶ ἐξείη πρὸς
ἄλλον ἀρξομένους ἀπιέναι, πολλοὶ αὐτὸν ἀπέλειπον· τὸ γὰρ
ἐπίχαρι οὐκ εἶχεν, ἀλλ’ ἀεὶ χαλεπὸς ἦν καὶ ὠμός· ὥστε
διέκειντο πρὸς αὐτὸν οἱ στρατιῶται ὥσπερ παῖδες πρὸς δι-
δάσκαλον. [2.6.13] καὶ γὰρ οὖν φιλίᾳ μὲν καὶ εὐνοίᾳ ἑπομένους
οὐδέποτε εἶχεν· οἵτινες δὲ ἢ ὑπὸ πόλεως τεταγμένοι ἢ ὑπὸ
τοῦ δεῖσθαι ἢ ἄλλῃ τινὶ ἀνάγκῃ κατεχόμενοι παρείησαν
αὐτῷ, σφόδρα πειθομένοις ἐχρῆτο. [2.6.14] ἐπεὶ δὲ ἄρξαιντο νικᾶν
ξὺν αὐτῷ τοὺς πολεμίους, ἤδη μεγάλα ἦν τὰ χρησίμους
ποιοῦντα εἶναι τοὺς ξὺν αὐτῷ στρατιώτας· τό τε γὰρ πρὸς
τοὺς πολεμίους θαρραλέως ἔχειν παρῆν καὶ τὸ τὴν παρ’ ἐκείνου
τιμωρίαν φοβεῖσθαι εὐτάκτους ἐποίει. [2.6.15] τοιοῦτος μὲν δὴ
ἄρχων ἦν· ἄρχεσθαι δὲ ὑπὸ ἄλλων οὐ μάλα ἐθέλειν ἐλέγετο.
ἦν δὲ ὅτε ἐτελεύτα ἀμφὶ τὰ πεντήκοντα ἔτη.

***
Οι στρατηγοί τέλος πάντων ούτω συλληφθέντες ωδηγήθησαν κατόπιν εις τον βασιλέα και εκεί εθανατώθησαν δι' αποκεφαλισμού. Εξ αυτών είς, ο Κλέαρχος, κατά την ομολογίαν πάντων, όσοι τον εγνώριζον καλώς, ανεδείχθη ανήρ και εμπειροπόλεμος και φιλοπόλεμος εις τον υπέρτατον βαθμόν. Και όντως, έως ότου μεν οι Λακεδαιμόνιοι είχον πόλεμον προς τους Αθηναίους, παρέμενε χρησιμοποιούμενος εις αυτόν. Άμα δε έγινεν ειρήνη, αφού κατέπεισε τους συμπολίτας του ότι οι Θράκες ηδίκουν τους Έλληνας και αφού κατώρθωσε, καθ' ον τρόπον ηδύνατο, να λάβη των εφόρων την συγκατάθεσιν, ανεχώρησε δια θαλάσσης, δια να υπάγη να πολεμήση εναντίον των Θρακών, οι οποίοι κατώκουν υπεράνω της Θρακικής Χερσονήσου και της Περίνθου. Επειδή δε ήλλαξαν κάπως γνώμην οι έφοροι, ότε πλέον αυτός ευρίσκετο έξω των ορίων της Λακωνικής, και προσεπάθουν να τον γυρίσουν οπίσω από τον Ισθμόν, εις την περίστασιν αυτήν δεν υπήκουσε πλέον, παρά έπλευσε κατ' ευθείαν εις τον Ελλήσποντον. Ένεκα δε τούτου και κατεδικάσθη εις θάνατον υπό των ανωτάτων αρχόντων της Σπάρτης ως δεικνύων απείθειαν. Έκτοτε δε πλέον εξόριστος διατελών έρχεται εις τον Κύρον. Και με ποίου μεν είδους λόγους τον κατέπεισε τον Κύρον, εις άλλο σύγγραμμα έχει γραφή, πάντως όμως του έδωσεν ο Κύρος δέκα χιλιάδας δαρεικούς. Και αυτός άμα τους έλαβε, δεν παρεδόθη εις άνετον βίον, παρά με τα χρήματα αυτά εστρατολόγησε στράτευμα και ήρχισε πόλεμον εναντίον των Θρακών, και αφού τους ενίκησεν εις μίαν μάχην, έκτοτε πλέον ελεηλάτει την χώραν των και επολέμει συνεχώς εναντίον των, μέχρις ότου ο Κύρος έλαβεν ανάγκην του στρατεύματός του. Τότε δε έφυγεν απ' εκεί, δια να υπάγη να πολεμήση πάλιν μαζί με εκείνον. Αυτά βέβαια είναι, όπως νομίζω, έργα φιλοπολέμου ανθρώπου, που μολονότι δύναται να διάγη ειρηνικώς χωρίς εντροπήν και χωρίς καμίαν ζημίαν, εν τούτοις προτιμά να κάμνη πόλεμον, και μολονότι δύναται να ζη ανέτως, θέλει να κοπιάζη, αρκεί να ευρίσκεται εις πόλεμον, και μολονότι δύναται να έχη χρήματα, χωρίς να διατρέχη κανέναν κίνδυνον, προτιμά να διεξάγη πόλεμον και να τα κάμνη ολιγώτερα. Ούτω εκείνος, όπως ακριβώς άλλοι εις παιδικούς έρωτας, ή δι' άλλην τινά απόλαυσιν, ήθελε να εξοδεύη εις πολέμους. Τόσον φιλοπόλεμος ήτο. Ικανός δε εις τα του πολέμου πάλιν υπ' αυτήν την έποψιν εθεωρείτο, ότι δηλαδή ηγάπα να εκτίθεται εις κινδύνους, βαδίζων όχι μόνον εν καιρώ ημέρας παρά και εν καιρώ νυκτός εναντίον των εχθρών, και ότι κατά τας ώρας του κινδύνου ήτο κύριος του λογικού του, όπως οι παρευρισκόμενοι πλησίον του πανταχού πάντες ομοφώνως εβεβαίωνον.

Και εις το άρχειν δε ικανός ελέγετο ότι ήτο, όπως είναι δυνατόν να είναι κανείς ικανός εις τούτο με τον τρόπον που και εκείνος είχε. Δηλαδή αφ' ενός μεν είχε την ικανότητα περισσότερον από κάθε άλλον πρώτον μεν να επινοή πώς το στράτευμά του θα εξεύρισκε τα τρόφιμα, και δεύτερον να προμηθεύη εις αυτό ταύτα, αφ' ετέρου δε είχε την ικανότητα και να εμπνέη εις τους περί αυτόν την πεποίθησιν ότι ώφειλον να υπακούουν εις τον Κλέαρχον. Και τούτο το κατώρθωνε με το να είναι σκαιός άνθρωπος. Διότι και η όψις του ήτο αποκρουστική και η φωνή του τραχεία, και ετιμώρει πάντοτε με μεγάλην αυστηρότητα, μάλιστα εν οργή ευρισκόμενος ενίοτε, ώστε και αυτός ο ίδιος να μετανοή κάποτε. Αλλ' ουχ ήττον και εσκεμμένως ετιμώρει. Διότι από στράτευμα, εις το οποίον δεν επιβάλλονται τιμωρίαι, ουδεμία ωφέλεια εφρόνει ότι δύναται να υπάρχη, και μάλιστα έλεγε, όπως εβεβαίωνον οι περί αυτόν, ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον αρχηγόν του παρά τους εχθρούς, εάν θα πρόκειται είτε ως φρουρός να εκτελή καλώς την υπηρεσίαν του, είτε από το να προξενήση βλάβην τινά εις φίλους να απέχη, είτε χωρίς καμίαν αντίρρησιν να βαδίζη εναντίον των εχθρών. Κατόπιν τούτων εις μεν τας κινδυνώδεις περιστάσεις επροθυμοποιούντο να υπακούουν εις αυτόν πλήρως και δεν επροτίμων άλλον στρατηγόν οι στρατιώται. Καθόσον μάλιστα η αγριότης του προσώπου του τότε, φαιδρότης εν μέσω των άλλων προσώπων έλεγον ότι ενεφανίζετο, και η σκαιότης του δύναμις απέναντι των εχθρών εφαίνετο ότι ήτο, και επομένως σωτηρίας μέσον και ουχί πλέον επαχθής ενεφανίζετο. Όταν όμως ευρίσκοντο έξω του κινδύνου και είχον την ευκολίαν να απέλθουν, δια να ταχθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, τότε τον άφηνον και έφευγον. Διότι το χάρισμα του να ελκύη τους ανθρώπους δεν το είχε, παρά πάντοτε ήτο σκαιός και σκληρός. Και ούτω, τα προς αυτόν αισθήματα των στρατιωτών του ήσαν οποία τα αισθήματα παίδων προς ένα διδάσκαλον. Δι' αυτόν λοιπόν ακριβώς τον λόγον ανθρώπους, οι οποίοι από αγάπην και φιλικήν διάθεσιν να τον ακολουθούν, ουδέποτε είχε. Όποιοι δε είτε κατά διαταγήν της πατρίδος των είτε ένεκα απορίας είτε από αλλην καμίαν ανάγκην πιεζόμενοι ευρίσκοντο υπό την αρχηγίαν του, τούτους εις αυστηράν πειθαρχίαν τους εκράτει. Άμα όμως ήθελον αρχίσει να νικούν μαζί με αυτόν τους εχθρούς, έκτοτε πλέον σπουδαία ήσαν τα προσόντα, τα οποία καθίστων χρησίμους τους υπό τας διαταγάς του στρατιώτας. Διότι και το θάρρος του να αντιμετωπίζουν τους εχθρούς είχον, και ο φόβος της εκ μέρους εκείνου τιμωρίας τους καθίστα ευπειθείς. Τοιούτος τέλος ως αρχηγός ήτον ο Κλέαρχος. Να δέχεται δε διαταγάς άλλων δεν είχε πολλήν διάθεσιν, όπως έλεγαν. Ήτο δε τότε που απέθανε πεντήκοντα περίπου ετών.