Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Σχετικά με την ιστορία των nomina agentis στους ιστορικούς χρόνους


§ 342. Η διαίρεση των διαφόρων επιθημάτων, που έγινε στην § 338 , ήδη στον Όμηρο δεν είναι κανόνας χωρίς εξαιρέσεις. Ο Όμηρος από τη μια μεριά γνωρίζει μερικούς σχηματισμούς σε -της από απλά ρήματα· παρ' όλα αυτά εδώ συμμετέχουν κυρίως οι νεότεροι μετονοματικοί τύποι όπως -εύειν, -ίζειν, -άζειν: βουλευτής 'σύμβουλος' από το βουλεύειν (§ 213), ὑβριστής 'ασεβής' από το αναλογικό ὑβρίζειν (από το θέμα σε ι του ὕβρις· αντίθετα ληϊστήρ ληΐστωρ 'ληστής' από το "φθογγολογικά ορθό" ληΐζεσθαι από το ληΐς, -ίδος· πρβ. § 253 κεξ.), εἰλαπιναστής 'συνδαιτυμόνας, φιλοξενούμενος' από το αναλογικό εἰλαπινάζειν (από το εἰλαπίνη· § 237). Από τα ρήματα σε -εύειν ένα όνομα του ενεργούντος προσώπου είχε κάποιο νόημα, μόνο αν το -εύειν κατ' αναλογία προς τα θέματα χωρίς ευ είχε εισαχθεί (§ 211), εφόσον το ίδιο το -εύς είναι ενεργούν πρόσωπο. Από την άλλη μεριά ο Όμηρος προσφέρει μερικά παραδείγματα του -τήρ (-τωρ) σε ονοματικά σύνθετα, πάντως κατά κύριο λόγο μόνο στα νεότερα τμήματα του έργου: μηλοβοτῆρας 'βοσκοί προβάτων' (Ιλ. Σ 529) δίπλα στο συβώτης 'χοιροβοσκός', πρβ. μηλοβότᾱς στον Πίνδαρο και στον Ευρ.· οι περισσότεροι από αυτούς τους τύπους πρέπει ν' αποδοθούν στη μετρική ευχρηστία τους [1].

§ 343. Η μεθομηρική ποίηση δίνει την εντύπωση ότι το -τήρ -τωρ είναι ένα υφολογικό μέσο και ότι μπορεί να αντικαθιστά το -της. Έτσι χρησιμοποιούν πολύ συχνά τον τύπο μηλοβοτήρ· επιτρέπονται επίσης τα -ευτήρ και -εύτωρ (ἀγρευτήρ 'κυνηγός' κ.ά., ταμιεύτωρ 'διαχειριστής' Μανέθωνας), που ο Όμηρος δεν τα γνωρίζει. Ακόμη και στα παράγωγα ονοματικών θεμάτων αντικαθιστούν μερικές φορές το μόνο δικαιολογημένο -της με το -τήρ -τωρ: αἰχμητήρ (Οππιανός) = ομ. αἰχμητής 'λογχοφόρος' από το αἰχμή 'λόγχη(ς αιχμή)', κηδέστωρ (Μανέθωνας) 'κηδεμόνας' = κλασ. κηδεστής 'συμπέθερος' από το κῆδος 'φροντίδα· συγγένεια εξ αγχιστείας'.

§ 344. Η ιστορία των nomina agentis στην πεζογραφία ακολουθεί διαφορετικές κατευθύνσεις στις διαλέκτους. Ασφαλώς σχετικά με τις διαλέκτους που μας είναι γνωστές μόνον από την ποίηση (που βρίσκεται υπό την επίδραση του Ομήρου) και από ελάχιστες επιγραφές, δεν μπορούμε να πούμε τίποτε· μόνο για τη δωρική είναι βέβαιο ότι τα -τήρ και -τωρ διατηρήθηκαν για περισσότερο χρόνο από τις υπόλοιπες διαλέκτους και προσκολλώνται ακόμη σε νεότερα μετονοματικά ρήματα: δικαστήρ (επιγραφ.) = ιων.-αττ. δικαστής από τα δίκη - δικάζειν.

§ 345. Σε πλήρη αντίθεση βρίσκεται η ιωνική-αττική. Η ιωνική πολύ νωρίς, κατά κάποιο τρόπο, εγκατέλειψε εντελώς το -τήρ και το αντικατέστησε με το -της. Αυτό μπορεί να συνέβη κάπως έτσι: στα σύνθετα κάποια β΄ συνθετικά, όπως -δότης, -βώτης, -θέτης, -μήτης, -γενέτης, -στάτης, είχαν γίνει ιδιαίτερα αγαπητά και γι' αυτό εύκολα υποσκέλισαν το σχηματισμό σε -τήρ από μη σύνθετο ρήμα· γενικά το ενιαίο, συχνότερο και εύκολα παραγόμενο -της του συνθέτου υπερείχε πολύ από το ζευγάρι των ανταγωνιστικών -τήρ και -τωρ με τις μεταβλητές μεταπτωτικές συνθήκες της απόληξης του ρηματικού θέματος· επίσης ο ενδιάμεσος τύπος ἐπιβήτωρ - παραιβάτης (§ 338) λειτούργησε ως γέφυρα. Φαίνεται όμως ότι στην ιωνική το -τωρ συνέχισε να χρησιμοποιείται σε μικρότερη κλίμακα ως nomen agentis, π.χ. συλλήπτωρ 'βοηθός' (Ηρόδοτος). Η αττική συμφωνεί απόλυτα με την ιωνική στην απόρριψη του -τήρ, και έτσι δόθηκε η κατεύθυνση στην ελληνιστική κοινή. Σχετικά με το -ᾱς (-ης) από ρήματα σε -ᾶν (-εῖν) αντί για την παραγωγή με το -της δες § 98 κεξ.

§ 346. Όμως τα ίχνη της παλιότερης κατάστασης παραμένουν ευδιάκριτα στην ιωνική-αττική, ακόμη κι αν παραβλέψουμε την ποίηση. Αφενός το -τήρ -τωρ διατηρείται σε θρησκευτικές και δημοσιονομικές εκφράσεις: σωτήρ δίπλα στο σωτήριος, σωτηρία, σωτήρια 'ευχαριστήρια θυσία', σώτειρα 'η σωτήρας'· κλητήρ 'μάρτυρας για τη δικαστική κλήτευση'· ἑστιάτωρ 'ένας που αναλαμβάνει τη λειτουργία της χρηματοδότησης ενός δημόσιου γεύματος'· πράκτωρ 'φοροεισπράκτορας'.

§ 347. Έπειτα υπάρχει ένας αξιόλογος αριθμός λέξεων που δηλώνουν εργαλεία, σύνεργα, όργανα κάθε είδους σε -τήρ, μια σημασιολογική εξέλιξη που, αν κρίνουμε από παράλληλα σε άλλες γλώσσες, πλησιάζει πολύ τα nomina agentis και γι' αυτό δεν είναι σπάνια στα επιθήματα -της και -τρίς: κρατήρ κρητήρ 'αγγείο ανάμειξης' (Όμ.) από το κεραννύναι 'αναμειγνύω' - κεκρᾶσθαι, καμπτήρ 'στήλη στροφής > σημείο καμπής της ζωής, γωνία της παράταξης του στρατεύματος' (Ξεν., Ηρώδας κτλ.) από το κάμπτειν 'λυγίζω', μετρητής 'μονάδα μέτρησης υγρών' (αττ. και ελληνιστ.) από το μετρεῖν 'μετρώ', ἐπενδύτης 'πανωφόρι' (κλασ.) και ὑποδύτης 'εσώρουχο' (ελληνιστ.) δίπλα στο ἐνδυτῆρα πέπλον (Σοφοκλής) από τα ἐν-, ὑπο-δύειν 'εν-δύω', καταπάλτης (και καταπέλτης με παρετυμολογική στήριξη στο πέλτη 'μικρή ασπίδα') 'εκτοξευτήρας' (ύστερο αττικό και ελληνιστ.) από το πάλλειν 'σείω'· πρβ. γερμ. Anh ä nger= κρεμαστό κόσμημα (=καθ-ε-τήρ!), T ü rklopfer ['ρόπτρο'], Faulenzer ( stuhl )['ανάκλιντρο'], Bohrer['τρυπάνι'] κτλ., λατ. capulus 'αρπάγη > λαβή', αγγλ. propeller 'έλικας προώθησης, ατμόπλοιο με έλικα', γαλλ. ascenseur 'ανυψωτής, ανελκυστήρας'. Ως αιτία αυτής της σημασιολογικής μετακίνησης υπολογίζεται, πέρα από την προσωποποίηση αντικειμένων, η παλιά συγγένεια των nomina agentis με τα ρηματικά αφηρημένα ουσιαστικά, καθώς και η εξίσου παλιά δυνατότητα παθητικής χρήσης του επιθήματος - t -, που κατά τα άλλα σχηματίζει nomina agentis (§ 62 , 105), σπανιότερα του -της (αἰει-γενέτης 'γεννημένος αθάνατος' Όμ.).

§ 348. Δεύτερον, πρέπει να προσέξουμε τα έμμεσα ίχνη του -τήρ στην ιων.-αττ.: ως παράγωγα του μη σύνθετου -της και εδώ απαντούν σχεδόν αποκλειστικά τα -τρια -τρίς και -τήριος, πολύ σπάνια τα -τις -σιος, που ανήκουν στο παλιότερο -της και στο μετονοματικό -της (§ 341):

ψάλτης - ψάλτρια - ψαλτήριον,

αὐλητής - αὐλητρίς, αλλά

εὐεργέτης - εὐεργέτις - εὐεργεσία,

δημότης - δημότις - δημόσιος.

Περιπτώσεις όπως βουλευτίς 'βουλευτίνα' (Αισχύλ. ή Πλάτωνας κωμ.) από το βουλευτής πρέπει να θεωρηθούν παρεκκλίσεις.
---------------------------
[1] Διαφορετικό είναι φυσικά το χοροψάλτρια (δελφική επιγραφή) κτλ.· πρόκειται για ονοματικούς προσδιορισμούς με έτοιμο το ψάλτρια κτλ.· πρβ. οἰνοχόη κτλ. § 145.

Η Μία Ουσία του Θεού

Από όσο μπορούμε να Κατανοήσουμε η Πραγματικότητα, ο Θεός, η Αντίληψη, Έχει Μονάχα Μια Ιδιότητα, που μπορούμε να «Αναγνωρίσουμε»: Είναι Απεριόριστη Ελευθερία.

Η Ελευθερία Είναι η Ουσία του Θεού. Η Ελευθερία Είναι η Ουσία του Όντος, κάθε όντος, του καθενός από εμάς.

Κι Αυτή η Ουσία είναι όχι μόνο η Πραγματική Φύση, η Φυσική Κατάσταση του Όντος (του κάθε όντος) αλλά και η Ολοκλήρωση κι ο Σκοπός του Όντος, της Ύπαρξης, της Ζωής.

Μια Αντίληψη, ένα Ον, περιορισμένο, σκλαβωμένο, δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένο, δεν ζει πραγματικά, αληθινά.

Η Ελευθερία είναι η Αληθινή Ζωή. Ελευθερία από τους Περιορισμούς της Αντίληψης, από την σκέψη, τις δραστηριότητες, τα φαινόμενα, τον χρόνο: Αυτή είναι η Ουσία της Αληθινής Ζωής.

Να Ζεις Αληθινά σημαίνει ακριβώς να μην έχεις περιορισμούς, εμπόδια.

Να Ζεις Αληθινά σημαίνει να χρησιμοποιείς όλες τις δυνάμεις σου, την σκέψη, την «αίσθηση», τις σωματικές δραστηριότητες, την ζωή στον κόσμο, χωρίς όμως να εμπλέκεσαι και να λησμονιέσαι σε αυτές τις δραστηριότητες.

Να Ζεις Αληθινά σημαίνει να Ζεις Ελεύθερα, Ολοκληρωμένα, πέρα από τον χρόνο, πέρα από τα φαινόμενα, όντας μέσα στα φαινόμενα.

Αλλά η Ελευθερία, επειδή ακριβώς είναι στην Φύση μας, είναι η Φύση μας, υπάρχει εξαρχής και Παντού, Εδώ, Τώρα και σε Κάθε Στιγμή που διαδέχεται το Τώρα και γίνεται Τώρα, δηλαδή Υπάρχει Πάντα.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή Υπάρχει Πάντα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εκ νέου. Το να υποθέτει ο άνθρωπος, η σκέψη, λανθασμένα ότι δεν υπάρχει Ελευθερία, ότι υπάρχουν δεσμά και να προσπαθεί να κατακτήσει, να πραγματοποιήσει την Ελευθερία, είναι μια λανθασμένη αντίληψη, μια αυταπάτη: ο στόχος είναι, μέσα στην σκέψη, απατηλός και για αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Η Φύση, Αντίληψη, Είναι Ελεύθερη: Οι περιορισμοί, τα δεσμά είναι κατ’ ουσία απατηλά, τα δεσμά είναι ψεύτικα. Εμείς με την σκέψη μας τα χτίζουμε: το οικοδόμημα του «παρατηρητή», το οικοδόμημα του εγώ (αντίληψη, αντιλήψεις, γνώσεις, μνήμες, εμπειρίες… όλα) είναι ψεύτικο.

Υπάρχει Μόνον Ελεύθερη Ενότητα, κανένας διαχωρισμός. Όλοι οι περιορισμοί που χτίζει η σκέψη, όλοι οι διαχωρισμοί (του εγώ) από τον κόσμο είναι ψεύτικες κατασκευές… τόσο ψεύτικες που είναι απορίας άξιο γιατί οι άνθρωποι δεν το βλέπουν.

Αφού η Αλήθεια Είναι Εδώ, Πάντα, Παντού, γιατί οι άνθρωποι δεν την βλέπουν και ψάχνουν στο φως της σκέψης τους να βρουν την Αλήθεια, μια απάντηση στο πρόβλημα της ύπαρξης, μια διέξοδος στα αδιέξοδα της ζωής;

Τι είναι το εγώ; Κάνε, αγαπητέ φίλε, αυτή την ερώτηση στον εαυτό σου. Τι ακριβώς είναι το εγώ; Τι σε διαχωρίζει από τον κόσμο, από τους άλλους; Η σκέψη; οι πεποιθήσεις; η μνήμη; τα προσωπικά βιώματα; το σώμα σου; Τι;

Όλα είναι αλληλένδετα.

Οι σκέψεις σου είναι αέρας που φυσά…

Οι πεποιθήσεις σου είναι χαρταετοί στον ουρανό της φαντασίας.

Οι μνήμες σου δεν είναι παρά εμμονές της σκέψης που σπαταλούν ενέργεια.

Τα προσωπικά βιώματά σου είναι σαν βήματα στην ακροθαλασσιά που δεν αφήνουν ίχνη.

Το σώμα σου, πόσο δικό σου είναι; Ανήκει στη γη.

Αλήθεια, πόσο ξεχωριστός είσαι από τον κόσμο; Δανείζεσαι τον αέρα να ζήσεις, καταναλώνεις ενέργεια-τροφή για να συνεχίσεις να ζεις, κάνει κρύο κρυώνεις, κάνει ζέστη ζεσταίνεσαι, ξημερώνει σηκώνεσαι, πέφτει η νύχτα καταλαγιάζουν όλα. Είσαι ένα με τον κόσμο, ζεις στο κόσμο, εξαρτάσαι από τον κόσμο… και παρόλα αυτά λες «είμαι ξεχωριστός»…

Όχι! Η Φύση Είναι Ελεύθερη, Τώρα, Εδώ. Είσαι Ένα με τον κόσμο, τίποτα δεν σε χωρίζει από τον κόσμο. Τίποτα. Μόνο οι ψεύτικοι περιορισμοί που κατασκευάζεις μόνος σου:εγώ, οι σκέψεις μου, οι γνώσεις μου, οι προθέσεις μου, τα συμφέροντά μου, τα δικά μου, τα έτσι μου, τα αλλιώς μου.

Δεσμά ψεύτικα που αλυσοδένεις τον εαυτό σου. Κι αφού μπλεχτείς σε όλα αυτά, μετά λες «Που είναι η Αλήθεια»; «ποια είναι η Αλήθεια»; «πως θα Ελευθερωθώ»;

Μα όλες αυτές οι κατασκευές είναι κάτι τεχνητό, ένα ψέμα που πείθεις τον εαυτό σου ότι είναι αλήθεια. Πως θα ελευθερωθείς από το ψέμα σου;

Τι ανόητη ερώτηση! Το ψέμα δεν υπάρχει (πραγματικά), δεν είναι κάτι πραγματικό (που έχει αυτόνομη υπόσταση) για να μπορείς να το αντιμετωπίσεις, να το καταργήσεις. Το ψέμα δεν υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταργήσεις κάτι που δεν υπάρχει; Είναι ένα φανταστικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει λύση (πραγματική) σε ένα φανταστικό πρόβλημα. Απλά, «Αναγνωρίζεις» ότι είναι ψέμα και «διαλύεται», σαν την πρωινή καταχνιά που διαλύεται όταν βγαίνει ο Ήλιος.

Στον Κόσμο της Πραγματικότητας το ψέμα δεν έχει υπόσταση. Απλά νομίζεις, απλά ονειρεύεσαι, απλά σκέφτεσαι… Ξύπνα! Όλα τα δεσμά που υφαίνεις με την σκέψη σου είναι ψεύτικα, δεν υπάρχουν.

Είσαι Ελεύθερος, Τώρα, Εδώ, Πάντα. Μην ψάχνεις τον Εαυτό σου αλλού. Όσες Θάλασσες κι αν ταξιδέψεις και όσα Βουνά κι αν διαβείς για να βρεις τον Εαυτό σου, στο τέλος πρέπει να επιστρέψεις Εδώ, Τώρα, στον Εαυτό σου, για να τον Βρεις…

Όλα τα «ταξίδια» (με την σκέψη) είναι μάταια. Αλλά ακόμα κι αυτή η άσκοπη πείρα σου διδάσκει κάτι… Ότι Ποτέ δεν έφυγες μακριά από τον Εαυτό σου… μόνο στην φαντασία νόμιζες ότι έφευγες… ονειρευόσουν…

Και τι Θαυμάσιο! Να Ανακαλύπτεις ότι Ποτέ, μα Ποτέ δεν Έπαψες να Είσαι Αυτό, ο Θεός. Απλά κάποτε, κάπως, ονειρευόσουν ότι ήσουν κάτι άλλο…

Αδελφέ! Πάρε Βαθιά Ανάσα! Είσαι «Σπίτι» σου! Ποτέ δεν ήσουν μακριά!

Ησύχασε. Ήσουν Πάντα Ασφαλής.

Ήσουν Πάντα Πλήρης κι Ολοκληρωμένος.

Ένα όνειρο ήταν… μονάχα ένα όνειρο.

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ: Αν κάποιος είναι στερημένος από ελπίδα, δεν σημαίνει ότι είναι απελπισμένος

ΓΙ’ ΑΛΛΗ μια φορά, αυτές οι εικόνες δεν προτείνουν καμιά ηθική και δεν κρίνουν: είναι σχέδια. Απεικονίζουν μονάχα έναν τρόπο ζωής.

Ο εραστής, ο θεατρίνος, ο τυχοδιώκτης υποδύονται το ρόλο του παραλόγου. Όπως επίσης, ο αγνός, ο δημόσιος υπάλληλος ή ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αν το επιθυμούν. Φτάνει να ξέρουν και να μην κρύβουν τίποτα.

Στα ιταλικά μουσεία, βρίσκουμε μερικές φορές μικρά ζωγραφισμένα παραβάν που ο ιερέας κρατούσε μπροστά στα μάτια του θανατοποινίτη για να του κρύβει το ικρίωμα. Το άλμα σε όλες τις μορφές του, η βουτιά στο θείο ή στο αιώνιο, η εγκατάλειψη στις ψευδαισθήσεις της καθημερινότητας ή των ιδεών, όλ’ αυτά τα παραβάν κρύβουν το παράλογο. Υπάρχουν ωστόσο δημόσιοι υπάλληλοι χωρίς παραβάν μπροστά τους και γι’ αυτούς θέλω να μιλήσω.

Διάλεξα τους πιο ακραίους. Σ’ αυτό το βαθμό, το παράλογο τους δίνει μια απόλυτη δύναμη.

Είναι αλήθεια ότι τούτοι οι πρίγκιπες δεν έχουν βασίλειο. Αλλά πλεονεκτούν σε σχέση με τους άλλους γιατί ξέρουν ότι όλα τα βασίλεια είναι ψεύτικα.

Ξέρουν – να όλο το μεγαλείο τους – και μάταια αναφερόμαστε στην περίπτωσή τους μιλώντας για κρυφή δυστυχία ή για στάχτες από τις χαμένες προσδοκίες τους.

Αν κάποιος είναι στερημένος από ελπίδα, δεν σημαίνει ότι είναι απελπισμένος. Οι φλόγες της γης αξίζουν όσο τα ουράνια αρώματα. Ούτε εγώ ούτε κανείς εδώ μπορεί να τους κρίνει.

Δεν θέλουν να είναι οι καλύτεροι, επιδιώκουν να είναι συνεπείς. Αν η λέξη φρόνιμος ταιριάζει στον άνθρωπο που ζει μ’ αυτό που έχει χωρίς ν’ αποσκοπεί σε ό,τι δεν έχει, τότε είναι όντως φρόνιμος. Ένας απ’ αυτούς, κατακτητής σε σχέση όμως με το πνεύμα, Δον Ζουάν όμως της γνώσης, θεατρίνος της ευφυΐας, το ξέρει καλύτερα από τον καθένα: “Δεν αξίζουμε κανένα προνόμιο στη γη ή στον ουρανό, αν οδηγήσουμε το μικρό, αθώο, αγαπημένο αρνάκι της ύπαρξής μας ως την τελειότητα: ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση θα συνεχίσουμε να είμαστε ένα αγαπητό ασήμαντο αρνάκι με κέρατα και τίποτα παραπάνω – αν βέβαια υποθέσουμε ότι στο μεταξύ δεν ψοφάμε από κενοδοξία και δεν προκαλούμε σκάνδαλο κάνοντας το δικαστή”.

Θα έπρεπε πάντως να αποδώσουμε στον παράλογο συλλογισμό πιο θερμά πρόσωπα.

Η φαντασία μπορεί να προσθέσει κι άλλα πολλά, προσκολλημένα στο χρόνο και στην εξορία, που ξέρουν επίσης να ζουν στα πλαίσια ενός σύμπαντος χωρίς μέλλον και χωρίς αδυναμίες.

Τούτος ο παράλογος και δίχως Θεό κόσμος γεμίζει έτσι από ανθρώπους που σκέφτονται καθαρά και δεν ελπίζουν πια.

Και δεν μίλησα ακόμα για το πιο παράλογο πρόσωπο: τον δημιουργό.

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ, Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ, ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ

Φοβισμένα βήματα

Φοβάσαι κάθε φορά που επιλέγεις να κάνεις ένα βήμα... σκέφτεσαι, ανησυχείς, όλα σου φαίνονται δύσκολα, διστάζεις... φοβάσαι... αμφιβάλλεις...

Μήπως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή; Μήπως δεν είσαι επαρκής για αυτό το βήμα;

Μήπως τελικά δεν θα τα καταφέρεις; Μήπως δεν έπρεπε καν να μπεις σ’ αυτή τη διαδικασία;

Φοβάσαι τόσο για όλα που καταλήγεις να μην απολαμβάνεις κανένα από τα βήματα που κάνεις στη ζωή σου...

Σκέψου λιγάκι τα βήματα που έκανες μέχρι τώρα... όλα ήταν γεμάτα φόβο, αγωνία, ανησυχία, ανασφάλεια, άγχος...

Τόσα φοβισμένα βήματα, που δειλά σε οδηγούσαν στον στόχο σου. Πάντα έφτανες στον στόχο που ήθελες, όμως, αυτό δεν άλλαζε τα βήματα που παρέμεναν δειλά και φοβισμένα.

Κάθε φοβισμένο βήμα σου μπορεί να σε οδηγήσει κάπου, αλλά σκέψου πόσο ψυχοφθόρο είναι...

Ίσως, να έμοιαζαν όλα πιο εύκολα και βολικά αν τα βήματά σου ήταν λιγότερο φοβισμένα... λιγότερο προβληματισμένα... λιγότερο αγχωτικά...

Κάθε φοβισμένο βήμα σου υπενθυμίζει σε σένα πόσο λίγος νιώθεις, πόσο φοβισμένος είσαι γενικότερα στη ζωή σου...

Σε ότι κι αν κάνεις, σε ότι κι αν επιλέξεις να ζήσεις ο φόβος σε κατακλύζει και το μόνο που απομένει από την κάθε προσπάθεια είναι ο φόβος... που σε κυριεύει και ενεργοποιεί έναν εσωτερικό συναγερμό ώστε να προετοιμαστείς κατάλληλα για μια ενδεχόμενη αποτυχία.

Ο φόβος καλύπτει τα πάντα, τα κάνει να φαίνονται απόμακρα και δύσκολα, άπιαστα και μακρινά, κουραστικά και αδιάφορα.

Από σένα εξαρτάται πως θα συνεχίσεις: θα επιλέξεις να αφήσεις τα φοβισμένα βήματα που κάνεις στη ζωή σου ή θα συνεχίσεις να κοπιάζεις για ένα ακόμη φοβισμένο βήμα, προσδοκώντας ότι δεν θα είναι το τελευταίο, ότι δεν θα φτάσεις στην καταστροφή πριν καταφέρεις να το ολοκληρώσεις;

Φοβισμένα βήματα που σου υπενθυμίζουν ότι όλα είναι αμφίβολα, ρευστά και προσωρινά.

Συμβιβάσου και ενδυνάμωσε τα βήματα σου, καν’ τα πιο σταθερά και σίγουρα, αλλιώς θα συνεχίσεις μια ζωή να σέρνεσαι διστακτικά προς την εκπλήρωση των αναγκών και των επιθυμιών σου.

Οι θεωρίες συνωμοσίας ως βραχυκυκλώματα της λογικής

Προφανώς, υπάρχουν και θα υπάρχουν συνωμοσίες. Διάφοροι τύποι που αποφασίζουν να συνενώσουν τις δυνάμεις τους για την επίτευξη ενός συνήθως ιδιοτελούς σκοπού, με χρήση όλων των "μέσων". Μαζεύονται, λοιπόν, αυτά τα μπουμπούκια και σχεδιάζουν πως θα επιτευχθεί μακροχρονίως ο στόχος τους.

Όμως:
  • Οι πράξεις μας, σχεδόν πάντα , έχουν μη ηθελημένα αποτελέσματα
  • Οι κοινωνίες αλλάζουν και δεν επιδέχονται των παρεμβάσεων που είχαν αρχικά σχεδιασθεί
  • Οι συνωμότες σπανίως διακρίνονται από πραότητα και πνεύμα συνεργασίας, διότι αν είχαν αυτά τα καλά χαρακτηριστικά, δεν θα χρειαζόταν να διαβούν τις σκοτεινές ατραπούς της συνωμοσίας
  • Oι άνθρωποι είναι πολύπλοκα όντα που δεν αντιδρούν πάντα όπως θα ήθελαν οι συνωμότες
Έτσι, οι συνωμοσίες σπανίως επιτυγχάνουν τους αρχικούς τους σκοπούς.

Η συνεργασία, η επικοινωνία, η αλληλεπίδραση, η ανοιχτή κοινωνία, η εργατικότητα και η χρήση των επιστημονικών μεθόδων, είναι ασφαλέστερος τρόπος για να επιτύχει κανείς τους στόχους του.

Για όλους εμάς όμως, τους απλούς πολίτες, που πιστεύουμε στις θεωρίες συνωμοσίας, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί ότι η θεωρία συνωμοσίας είναι ένα βραχυκύκλωμα κατανόησης του κόσμου, αφού προσφέρει εύπεπτο, μαγικό και απλοϊκό τρόπο κατανόησης ενός φαινομένου, χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στην επώδυνη, μακρά και κουραστική διαδικασία της επιστημονικής ανάλυσης, που απαιτεί και σχετικό γνωστικό υπόβαθρο. Έτσι, είναι επιρρεπείς στις θεωρίες συνωμοσίας συνάνθρωποί μας με ελλιπή παιδεία και απλουστευτική σκέψη, που δεν απαιτεί χρόνο και κόπο.

Ο άνθρωπος που θέλει να εξηγήσει επαρκώς ένα φαινόμενο, θα ήταν χρήσιμο να ρωτήσει έναν ειδικό στο θέμα και να πάψει να "ψάχνεται" και να πελαγοδρομεί στις ταραγμένες ατραπούς των τσαρλατάνων. Μια δεύτερη γνώμη από ειδικό και λίγο διάβασμα των τυπικών συγγραμμάτων επί του θέματος, θα φωτίσει αρκετά τον δρόμο του. Επίσης, η ηθική και όχι η γνωσιακή αξιολόγηση των ειδικών είναι αυτή που θα ήταν καλό να γίνεται από όλους μας, ώστε να σταθούμε με εμπιστοσύνη στα λεγόμενά τους.

Τέλος, οι θεωρίες συνωμοσίας επιτρέπουν στους Πολίτες να διαφύγουν των ευθυνών τους και να επιρρίψουν το φταίξιμο για τα προβλήματά τους σε μυστικές και απόκρυφες δράσεις, πέραν των δυνάμεών τους. Με αυτή την έννοια, οι θεωρίες συνωμοσίας, παύουν να είναι ακίνδυνα γραφικά κατασκευάσματα και μετατρέπονται σε φορείς διάχυσης ευθύνης και απάθειας, τόσο χαρακτηριστικών της απολυταρχίας.

Και όπως έγραφε στην "Ανοιχτή κοινωνία" ο Karl Popper: «Δεν υπονοώ ότι δεν γίνονται ποτέ συνωμοσίες. Αντιθέτως, αποτελούν τυπικά κοινωνικά φαινόμενα. Ωστόσο, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ότι, σε πείσμα της συχνής εμφάνισής τους, λίγες από αυτές έχουν αίσιο αποτέλεσμα. Οι συνωμότες σπάνια απολαμβάνουν τη συνωμοσία τους και αυτό είναι η καλύτερη απάντηση στις θεωρίες συνωμοσίας».

Πώς οι γονείς μειώνουν την αυτοεκτίμηση των παιδιών

Όλοι οι γονείς αναγνωρίζουν πόσο σημαντικό είναι να έχουν τα παιδιά τους αυτοεκτίμηση και να πιστεύουν στο εαυτό τους και τις ικανότητες τους. Ωστόσο πολλές φορές άθελα τους κάνουν ορισμένα λάθη που έχουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Ας δούμε τα πιο συνηθισμένα από αυτά:

Τα επιβραβεύουν υπερβολικά. Η αυτοεκτίμηση είναι κάτι που πηγάζει από μέσα μας, είναι αυτό που νιώθουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Οι υπερβολικοί έπαινοι και οι συνεχείς επιβραβεύσεις έχουν ως αποτέλεσμα τα παιδιά να χρειάζονται συνεχώς κάποιον άλλο για να τους επιβεβαιώνει πόσο καλά και ικανά είναι. Επίσης σταδιακά αγχώνονται, αφού το κυνήγι του επαίνου γίνεται αυτοσκοπός, ενώ όταν για οποιοδήποτε λόγο δεν υπάρξει έπαινος, τα παιδιά νιώθουν αποτυχημένα.

Ενδιαφέρονται μόνο γα τα αποτελέσματα. Αυτό που έχει σημασία κάθε φορά, είτε πρόκειται για τους βαθμούς στο σχολείο, είτε για αθλητικές επιδόσεις, δεν είναι το αποτέλεσμα, αλλά η προσπάθεια. Η αυτοεκτίμηση χτίζεται, όταν οι γονείς δίνουν στο παιδί να καταλάβει πώς αναγνωρίζουν και εκτιμούν την προσπάθεια που έκανε, τον αγώνα που κατέβαλε ανεξαρτήτου αποτελέσματος.

Επεμβαίνουν συνεχώς. Κανένας γονιός δεν θέλει το παιδί του να αποτυγχάνει και να στεναχωριέται, γι’ αυτό ενστικτωδώς οι περισσότεροι επεμβαίνουν για να το προστατέψουν και να το γλιτώσουν από την αποτυχία. Όμως, πώς ένα παιδί θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση, αν δεν προσπαθήσει το ίδιο, αν δεν κάνει λάθη και αν τελικά δεν μάθει μέσα από αυτά; Επιπλέον, αν κάνετε τα πάντα εσείς, το παιδί θα νομίζει ότι δεν το εμπιστεύεστε.

Δεν ακούν τα παιδιά τους. Πολλές φορές αυτό που χρειάζονται τα παιδιά από τους γονείς είναι να σταματήσουν και να τα ακούσουν. Να ακούσουν αυτά που θέλουν να πουν, αυτά που σκέφτονται, αυτά που νιώθουν. Απλά να τα ακούσουν και να τους δείξουν ότι υπολογίζουν τη γνώμη και τα συναισθήματα τους.

Βάζουν ταμπέλες. Οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί και οι ταμπέλες που συχνά χρησιμοποιούν οι γονείς, είναι ότι χειρότερο για την αυτοεκτίμηση των παιδιών. Μπορεί για εσας ένας χαρακτηρισμός να φαίνεται αθώος, στην πραγματικότητα όμως πληγώνει βαθιά τα συναισθήματα του παιδιού.

Τα οφέλη της κοινωνικής σύνδεσης

Φανταστείτε να κάθεστε στο αγαπημένο σας καφέ και να γελάτε με φίλους. Αυτή η χαρά… αυτή η αγάπη… Είναι απίστευτη, έτσι δεν είναι; Αυτό το συναίσθημα όταν φεύγεις από μια συγκέντρωση, και απλά λάμπεις, γεμάτη ενέργεια; Αυτό δεν είναι απλώς κάτι ωραίο – είναι απαραίτητο. Είναι ένα άρωμα για την ψυχή σου. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η κοινωνική σύνδεση έχει διακοπεί για πολλούς ανθρώπους. Ξεκίνησε με την πανδημία και τώρα βρισκόμαστε στη δική μας επιδημία μοναξιάς.

Μπορεί να σκέφτεστε, «Ναι, η ζωή ήταν λίγο μοναχική τελευταία». Και αυτό είναι απολύτως εντάξει. Είναι εύκολο να παρασυρθείτε σε καθημερινές λίστες υποχρεώσεων και να αφήσετε τις κοινωνικές συγκεντρώσεις να ξεφύγουν από το ραντάρ. (Ειδικά μετά την πανδημία.) Αλλά είμαστε φτιαγμένοι για σύνδεση: για να ανταλλάσσουμε ιστορίες, να μοιραζόμαστε χαμόγελα και ακόμη και να κλαίμε μαζί.

Τώρα, όποιος δεν ζει κάτω από έναν βράχο τα τελευταία 10 χρόνια ξέρει πόσο σημαντική είναι η κοινωνική σύνδεση. Αλλά λίγοι καταλαβαίνουν πόσο επουλωτικό και θρεπτικό —και πιθανώς σωτήριο— είναι. Έτσι, σήμερα, θα θέλαμε να μοιραστούμε πέντε λόγους που υποστηρίζονται από την επιστήμη, για να αυξήσουμε την κοινωνική σύνδεση. (Μερικοί μπορεί να σας εκπλήξουν!).

Αυξημένη μακροζωία

«Η έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι με μεγαλύτερη κοινωνική υποστήριξη τείνουν να ζουν περισσότερο από εκείνους που είναι πιο απομονωμένοι, και αυτό ισχύει ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το συνολικό επίπεδο υγείας σας».

Μειωμένο στρες

Σε μια μελέτη του 2020 στο British Journal of Health Psychology, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μεγαλύτερη κοινωνική διασύνδεση κατά την περίοδο του lockdown συσχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα αντιληπτού στρες.

Βελτιωμένη υγεία της καρδιάς

Η Dr. Beverly Brummet διεξήγαγε μια μελέτη το 2001 σχετικά με τις επιπτώσεις της κοινωνικής απομόνωσης σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (ΣΝ). Στα ευρήματά της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεταξύ των ενηλίκων με ΣΝ, οι κοινωνικά απομονωμένοι είχαν κίνδυνο επακόλουθου καρδιακού θανάτου 2,4 φορές μεγαλύτερο από τους πιο κοινωνικά συνδεδεμένους συνομηλίκους τους.

Ενισχυμένη ανοσία

Σε μια μελέτη που διεξήχθη σε έρευνα στο Annual Review of Public Health, μια ανασκόπηση 35 ετών πειραματικών μελετών πρόκλησης ιών έδειξε ότι «Τα άτομα με μεγαλύτερη κοινωνική σύνδεση (κοινωνικά δίκτυα, κοινωνική υποστήριξη) είναι λιγότερο ευαίσθητα σε λοιμώδεις ασθένειες του ανώτερου αναπνευστικού».

Μειωμένος κίνδυνος γνωστικής παρακμής

Σε μια μελέτη του 2007 στο Journal of the American Medical Association (JAMA), ο Dr. Robert S. Wilson et al. μελέτησε τις επιπτώσεις της μοναξιάς σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου του Αλτσχάιμερ. Σύμφωνα με τη μελέτη, «Συνολικά 823 ηλικιωμένα άτομα χωρίς άνοια κατά την εγγραφή τους προσλήφθηκαν από εγκαταστάσεις ηλικιωμένων μέσα και γύρω από το Σικάγο, Ιλλινόις. «Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, 76 άτομα ανέπτυξαν κλινική AD. Ο κίνδυνος AD ήταν υπερδιπλασιασμένος στα μοναχικά άτομα (βαθμολογία 3,2, 90ο εκατοστημόριο) σε σύγκριση με τα άτομα που δεν ήταν μόνοι».

Η κοινωνική σύνδεση δεν είναι πραγματικά προαιρετική για τους ανθρώπους. Το χρειαζόμαστε για να ζήσουμε μακρά, ευτυχισμένη και υγιή ζωή.

Μην μπαίνεις στην εκδίκηση, ούτε καν στην σκέψη της

Όχι. Δεν χρειάζεται να τρέχεις να κρυφτείς από το σκοτάδι και από εκείνους με τα τόσο τεράστια Εγώ, που ηθελημένα ή μη.. μόνο κακό μπορούν να σου κάνουν.Να ενδυναμώσεις την πίστη σου στον εαυτό σου χρειάζεται.
Μην γίνεις ίδιος.
Μην μαυρίσεις και Εσύ.
Μην μπαίνεις στην εκδίκηση, ούτε καν στην σκέψη αυτής.
Αντίθετα, μείνε στην πίστη, πως ό,τι είναι να καθαρίσει και να φύγει από κοντά σου, θα φύγει από μόνο του, όχι επειδή το θες, μα επειδή το ίδιο δεν αντέχει το φως για να μείνει.
Κάντο λοιπόν, όπως με τον Αετό.
Όταν του γίνεται επίθεση από άλλα πουλιά, απλά, πετάει ψηλότερα.
Άνοιξε τα φτερά σου, πίστεψε στον εαυτό σου και πέτα ψηλότερα.
Μείνε στο φως.
Μείνε και γίνε αγάπη.
Ευγνωμοσύνη.
Μείνε στις ψηλές συχνότητες, εκεί είσαι ασφαλής.
Όλοι έχουμε την επιλογή να πάμε σ’αυτές.
Μα για να πάμε, πρέπει να θέλουμε να μπούμε σε διαδικασία κάθαρσης από τα σκοτάδια μας.
Εάν θέλεις, το μπορείς.
Πρέπει όμως, να απαρνηθείς την φωνή μέσα σου που λέει όχι.
Και πρέπει να θέλεις να την μετατρέψεις σε ναι.
Εάν το θέλεις, μπορείς.
Θα χρειαστεί να χάσεις την βολή σου και να πεις δυο τρία απεταξάμην σε όλα τα παλιά.
Μα γίνεται.
Υπάρχει η μεταμόρφωση και είναι αληθινή, μα πρέπει να το θέλεις πολύ.
Σαν την τελευταία σου αναπνοή.
Τόσο πολύ.

Γένεσις: ένας ανδροκρατικός μύθος

Φαινομενικές αντιφάσεις στην εβραϊκή περί Δημιουργίας παράδοση


Ενα μεγάλο έθνος στη μακραίωνη ιστορία-του συνηθίζει να καταγράφει στα εθνικά-του κείμενα όλες τις κατα διαστήματα διαφοροποιήσεις των μύθων του – δέν τις «κρύβει», ούτε τις ιεραρχεί. Έτσι οι μελετητές του εβραϊκού πολιτισμού μπορούν, μεταξύ άλλων, να παρακολουθούν και την εξέλιξη του κάθε μύθου, ως κατοπτρισμού των αναγκών/ απόψεων του λαού κατα τις αντίστοιχες ιστορικές περιόδους. Άλλωστε, ανάλογες «εξελίξεις» μύθου παρατηρούνται και στην περίπτωση των ελληνικών φύλων: παράδειγμα, ο προμηθεϊκός μύθος αφενός στον Ησίοδο, αφετέρου στον Πρωταγόρα του Πλάτωνος – αλλά, πολύ εντονότερα, και στη φυσιοκρατική εκδοχή του Δημοκρίτου (βλ. Διόδωρος Σικελιώτης 1.8).

Εμείς εδώ θ’ ασχοληθούμε τώρα μόνο με τα τρία κεφάλαια της Γενέσεως τα οποία αναφέρονται στη Δημιουργία των εμβίων όντων. Και θα υπογραμμίσομε
  • τις πολλαπλές φαινομενικές αντιφάσεις που παρατηρούνται εκ πρώτης όψεως μέσα σ’ αυτά τα κείμενα, καθώς και
  • τις θετικές εξελίξεις ορισμένων αντιλήψεων του εβραϊκού λαού – στις οποίες άλλωστε οφείλονταν κι αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις.
Κεφ. Α΄ της Γενέσεως

25 + 26: «Ο Θεός εποίησεν τα κτήνη, τους ιχθείς, τα πετεινά και τα ερπετά».

Το γεγονός οτι μόνον τότε θ’ ακολουθήσει η δημιουργία του ανθρώπου, συνιστά ήδη παραδοχήν (οιονεί εξελικτικήν) οτι ο Άνθρωπος είναι το τελειότερον είδος.

27: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα του Θεού εποίησεν αυτόν – άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς».

Εδώ έχομε εναν ξεκάθαρο συγχρονισμό δημιουργίας ανδρός και γυναικός – χωρίς τις υποτιμητικές του θήλεος εκδοχές που θ’ ακολουθήσουν στα επόμενα Κεφάλαια.

28: «Και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός, λέγων “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε” και κατακυριεύσατε αυτής [της γής]».

Λοιπόν «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Άρα, είναι προφανές οτι ο «απηγορευμένος καρπός» περι του οποίου θα γίνει λόγος υστερότερα, δέν είναι βέβαια η ερωτική μείξις, όπως υποστηρίζουν ορισμένες λαϊκότερες ερμηνείες.

29 + 30: «Ιδού δέδωκα υμίν πάντα χόρτον και πάν ξύλον, υμίν έσται εις βρώσιν· και πάσι τοις θηρίοις, πετεινοίς και [ερπετοίς] εις βρώσιν».

Εμερίμνησε δηλαδή και για την (φυτοφαγική) τροφήν-τους, με έμμεση ίσως προσφοράν και της γνώσεως της γεωργικής Τεχνολογίας.

Κοντολογίς, το Κεφ. Α΄ της Γενέσεως παρουσιάζει εναν Πάνσοφο και Αγαθόν Θεό, χωρίς ανδροκρατικές «επιρροές», και χωρίς κανένα παράδοξο προπατορικό αμάρτημα. «Και είδεν ο Θεός τα πάντα όσα εποίησε – και ιδού καλά λίαν» (§ 31). Οπότε, εδώ θα μπορούσε να τέλειωνε η διήγηση – αντί για τις τόσο τροποποιητικές και δυσχερείς στην κατανόησή-τους διηγήσεις των Κεφ. Β΄ και Γ΄…

Κεφ. Β΄ της Γενέσεως

2: «Και κατέπαυσε τηι ημέρα τηι εβδόμηι απο πάντων των έργων αυτού ών εποίησε»

Ωστόσο («Αντίφαση» 1η), νέα εκδοχή της Δημιουργίας ακολουθεί.

4+5: «Εποίησεν ο Θεός […] πάν χλωρόν αγρού».

Δεν ακολουθεί όμως η δημιουργία των άλλων εμβίων όντων όπως στο Κεφ. Α΄, αλλ’ απευθείας η (εμφανώς πρόωρη) δημιουργία του Ανθρώπου – «Αντίφαση» 2η.

«Και άνθρωπος ουκ ήν εργάζεσθαι αυτήν».

Απο πολύ νωρίς, λοιπόν, ο Θεός νοούσε τον άνθρωπο ως εργαζόμενον. Άρα η εργασία δέν ήταν τιμωρία, όπως δίνεται η εντύπωση στο Κεφ. Γ΄, §23.7: 

«Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χούν απο της γής».

Θα διευκρινισθεί στην §16 ότι πρόκειται μόνον για τον αρσενικό Αδάμ – κι όχι για το «άρρεν και θήλυ» του Κεφ. Α΄ («Αντίφαση» 3η).

Αλλα (το σπουδαιότερο), τώρα δέν τον πλάθει «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού» όπως στο Κεφ. Α΄ §26. Γιατί άραγε; Θα πιθανολογήσουμε αργότερα οτι αυτό το πλάσμα του Κεφ. Β΄ ΔΕΝ ήταν ακόμη ώριμο – άρα γι’ αυτό δεν ήταν καθ’ ομοίωσιν…

9: «Και εξανέτειλεν ο Θεός εκ της γής […] και το ξύλον του ειδέναι γνωστόν καλού και πονηρού».

Εδώ έχουν τη θέση-τους δυό σημαντικές, νομίζω, παρατηρήσεις:

Είναι πολλαπλώς ενδιαφέρον οτι αυτό το Δένδρον της Ηθικής Αυτοσυνειδησιακότητας, είχε φυτρώσει πρίν να εμφανισθεί άλλος Συνάνθρωπος: το πρόβλημα της ευθύνης του Ανθρώπου έναντι των άλλων εμβίων όντων και της Φύσεως ευρύτερα, ανοιγόταν απο τώρα – δυνητικώς έστω. Εξάλλου, ευλόγως διερωτάται κανεις «ποιά ήταν η μυθολογική σκοπιμότητα της σύλληψης ενος τέτοιου Δένδρου»· το ερώτημα όμως αυτό συζητείται πιο κάτω, στην §17.

15: «Και έλαβε ο Θεός τον Άνθρωπο, και έθετο αυτόν εν τωι παραδείσωι, εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν».

Ιδού οτι, όπως και στο Κεφ. Α΄ §28, 29, ο Θεός εξαρχής ευλόγησε την εργασία – αντιθέτως με την τιμωρητική εντύπωση που δίνει η ανάγνωση του Κεφ. Γ΄ §23 «και εξαπέστειλε ο Θεός εκ του παραδείσου εργάζεσθαι την γήν», (Αντίφαση 4η).

17: «Ο Θεός λέγων […] απο δέ του ξύλου του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε απ’ αυτού· ει δ’ άν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτωι αποθανείσθε».

Άς αρχίσομε μ’ ένα σχόλιο επι της αναγγελλομένης ποινής του θανάτου: Όταν στο Κεφ. Γ΄ §16 θα συμβεί η σχετική φοβερή Ανυπακοή, δέν θα επιβληθεί ποινή θανάτου αλλα απλή αποβολή απο τον Κήπο της Τρυφής («Αντίφαση» 5η).

Το σημαντικότερο όμως ζήτημα, όπως σχολιάζομε και εξ αφορμής της §9, Κεφ. Β΄, είναι το νόημα και η μυθολογική σκοπιμότητα αυτού του τόσο βασικού επεισοδίου περι του Δένδρου της Γνώσεως Καλού/ Κακού. Πρώτα-πρώτα, τί είδους Άνθρωπος ήταν αυτός χωρίς ηθική συναίσθηση: Πώς μπορούσε να του έχει ανατεθεί η φύλαξη (§ 15 πιο πάνω) όλης της ήδη περίπλοκης Δημιουργίας. Μήπως ήταν ενα ημιτελές ανώριμο όν (ενα είδος ζόμπι;) – όπως ίσως κι οι πρώτοι ησιοδικοί άνθρωποι;

Εδώ πρέπει να λεχθεί οτι, κατα το Κεφ. Β΄ της Γενέσεως, δέν υπήρχαν ακόμη στον Παράδεισο ζώα, ούτε Εύα· επομένως, δέν νοείται ακόμη «Καλόν» και «Πονηρόν» – τότε όμως ποίος ο σκοπός του «φυλάσσειν» του Παραδείσου (§15, Κεφ. Β΄): Έναντι ποίων ενδεχομένων εχθρών-του θα έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις με αναπόφευκτον ηθικό χαρακτήρα;

Όλα δείχνουν οτι αυτή η Απαγόρευση στερείται νοήματος. Κατι άλλο είχαν ίσως κατα νούν ο Θεός. Διοτι, άλλως, ποιά ήταν η ανθρώπινη μυθοπλαστική ανάγκη που ικανοποιήθηκε μ’ αυτήν την θεώρηση ενος Θεού που εναντιώνεται στην ολοκλήρωση του ίδιου του πλάσματός-του;

Για πιθανές απαντήσεις σ’ αυτά τα εμφανώς δύσβατα ερωτήματα, άς περιμένομε τουλάχιστον τη συμπλήρωση δεδομένων απ’ το ίδιο το κείμενο της «Γενέσεως».

18 + 19: «Και είπεν ο Θεός· ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αυτώι βοηθόν κατ’ αυτόν. και έπλασεν ο Θεός πάντα τα θηρία και πάντα τα πετεινά, και ήγαγεν αυτά προς τον Αδάμ».

Ιδού οτι, εν αντιθέσει προς το Κεφ. Α΄ §25+26, μόλις τώρα δημιουργούνται τα ζώα («Αντίφαση» 2η). Παραμένει όμως η βεβαιότητα του Θεού οτι αυτά τα ζώα θα ήσαν βοηθός του Ανθρώπου – μάλιστα «όμοιος αυτώι» (§ 20), κι αυτό, άς το ακούνε οι οπαδοί του ανθρωποκεντρισμού. Ωστόσο, παρά την αγαθή αυτή πρόθεση του Θεού, ο σερνικός Άνθρωπος δέν ικανοποιήθηκε. (Παρακαλώ να επιτραπεί εδώ ένα φιλοπαίγμον σχόλιο: «άιντε ο καϋμένος…».)

20: «Τωι δέ Αδάμ ούχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώι».

Η Ανθρωπότητα θ’ αργήσει πολύ ακόμη να συγκινηθεί απ’ το συμπλέειν με τα Ζώα στο (συμπαντικώς σκανδαλώδες) ποτάμι της Ζωής…

21 + 22: Και μόνον τότε, για να ευχαριστήσει τον ανικανοποίητο Άνδρα, ο Θεός προχωρεί στη δημιουργία της Γυναίκας. Για πρώτη δε φορά, δέν λαμβάνει χούν να την πλάσει και να της εμφυσήσει ζωήν, όπως έκαμε με
  • τον Αδάμ (Κεφ. Β΄, §17: «χούν απο της γής»), αλλα και με
  • τα θηρία (Κεφ. Β¨, §19: «έπλασεν εκ της γής»),
αλλα προσφεύγει σε μιαν ιδιαίτερα περίπλοκη διαδικασία: πήρε για μπόλι (;) μια πλευρά του Αδάμ· τί ανάγκη είχε ο Θεός ν’ αλλάξει τις μεθόδους δημιουργίας ζωής;

«Έλαβεν μίαν των πλευρών του Αδάμ […] και ωκοδόμησεν την πλευράν εις γυναίκα, και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ».

Άς μας επιτραπεί να σημειώσομε οτι ίσως ο μύθος εδώ είναι εμφανώς ανδροκρατικός:

Πρώτον, αναιρείται η θέση του Κεφ. Α΄, §27 περι σύγχρονης δημιουργίας «άρρενος και θήλεος» («Αντίφαση» 6η). Δεύτερον, αποφεύγεται (όπως είπαμε) η τυπική μέθοδος ποιήσεως Ανθρώπου και Ζώων, και ακολουθείται μια (δυσχερώς νοούμενη απο απλούς νομάδες) «οικοδόμηση» Γυναίκας απο ενα σκέτο μικρό κόκκαλο. Ενδέχεται λοιπόν, η εντωμεταξύ προϊούσα ανδροκρατία να θέλησε μ’ αυτήν τη λύση να μυθοποιήσει την επιθυμητή εξάρτηση της Γυναίκας απ’ τον Άνδρα. Άλλωστε, όταν ο Αδάμ είδε το νέο πλάσμα, το πρώτο πράμα που βρήκε να ’πεί είναι αυτή ακριβώς η εξάρτηση:

23: «και είπεν ο Αδάμ τούτο νύν οστούν εκ των οστέων-μου και σάρξ εκ της σαρκός-μου».

Δέν βρήκε να δείξει τον ενθουσιασμό-του, τις ευχαριστίες-του· τίποτα. Μόνο τη σχέση κυριότητας σχολίασε – άσε που η δεύτερη διαπίστωσή-του είναι ψευδής, αφού ο Θεός (κι όχι ο Αδάμ) «ωκοδόμησεν» τη σάρκα του νέου Πλάσματος («Αντίφαση» 7η).

«Αύτη κληθήσεται γυνή, οτι εκ του ανδρός αυτής ελήφθη αύτη».

Δέν είναι βέβαιον, απ’ το κείμενο, ποίος είναι ο ονοματοδότης. Αλλα κι αυτό ακόμη το χωρίον επαναλαμβάνει (κατα κόρον πλέον) το αιώνιον «χρέος» της Γυναίκας – όχι προς τον Θεόν, αλλα προς τον Άνδρα. Πολύ δε περισσότερον που, κατα την απευθείας εκ του εβραϊκού μετάφραση, η τρίτη λέξη του χωρίου δέν είναι «γυνή» (κατα τους Εβδομήκοντα), αλλα «ανδρίς» – οπότε και αιτιολογείται καλύτερα η λογική απόδοση του χωρίου· ενώ εντείνεται κι άλλο η ανδροκρατική παρέμβαση στο μύθο: δέν θα σε λέω γυναίκα· θα σε λέω ανδρούλα…

Μπροστά σε μια τέτοιαν ανηθικότητα (όπως θα τη λέγαμε σήμερα), ο Αδάμ ωστόσο δέν φαίνεται να είναι τόσο κατακριτέος, αφού ακόμη δέν είχε λάβει εκ Θεού «την γνώσιν καλού και πονηρού» – δέν είχε ακόμη φάγει εκ του ξύλου ό εστιν «εν μέσω του Παραδείσου». Ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι του κατα Πρωταγόραν Προμηθεϊκού μύθου, πρίν να λάβουν το συμπληρωματικό δώρον του Διός, ήτοι την «Αιδώ και την Δίκην» (Πλάτ. Πρωταγόρας, 321c).

Απομένει παρα ταύτα μια μικρή παρηγορία για το γυναικείο γένος: το γεγονός ότι, ως τελευταίον δημιούργημα, το Θήλυ θα ήταν και το τελειότερο – ίσως.

Κεφ. Γ΄ της Γενέσεως

Τώρα πιά, η σκηνή στον Παράδεισο αναφέρεται στη συνάντηση της Εύας (Γέν., Δ΄, 1) με τον Όφιν – η περι του οποίου εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη είναι άκρως κολακευτική, περιέργως:

1: «Ο δέ όφις ήν φρονιμώτατος πάντων των θηρίων των επι της γής».

Το επίθετον «φρόνιμος» στα Ελληνικά (Montanari, 2322) σημαίνει: συνετός, εύστροφος, σοφός. Αναμένομε λοιπόν οτι οι δηλώσεις-του θα είναι μάλλον σοβαρές. Κι όπως θα πιθανολογήσω στον Επίλογο αυτής της εργασίας, φαίνεται οτι ήσαν όντως σοβαρές και ακριβείς οι δηλώσεις του Όφεως.

4 + 5: «Και είπεν ο όφις τηι γυναικί· ου θανάτῳ αποθανείσθε [ει φάγητε απο του ξύλου του γινώσκειν]· ήιδει γάρ ο Θεός οτι ει άν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν»

Ετούτο είναι ενα εξαιρετικά σημαντικό χωρίον – κι είναι προς τιμήν του εβραϊκού έθνους το γεγονός οτι το κατέγραψε και δέν το απαλείφει απ’ τα Ιερά-του κείμενα. Διοτι το χωρίον μοιάζει να είναι σαν μια βαρύτατη κατηγορία κατά της θεότητας:

Πρώτα-πρώτα, προαναγγέλλει οτι η θανατική απειλή είναι ψευδής· δέν θα αποθάνετε – κι έτσι κι έγινε. Κατατάξαμε το γεγονός ως «Αντίφαση» 5η. Δεύτερον, κατηγορεί τον Θεό για ιδιοτέλεια τάχα: Λέει οτι ο Θεός «ήξερε πως άν φάτε απ’ αυτό, θ’ ανοίξουν τα μάτια-σας και θα γίνετε σάν θεοί καθώς θα έχετε επίγνωση του Καλού και του Κακού» – και θα ιδούμε οτι καί αυτή η πρόβλεψη του Όφεως θ’ αποδειχθεί ακριβής.

Στον Επίλογο θα αποτολμήσω την υπόθεση ότι ο Όφις υπηρετούσε ίσως ενα ευρύτερο θείον Σχέδιον – κάτι σάν τον Ιούδα ίσως, πολύ αργότερα; 

6: Φαίνεται λοιπόν ότι το τελικό δημιούργημα του Θεού, η Γυναίκα, επείσθη – και επιβεβαίωσε την πρώτη απ’ τις απόψεις του φρονιμωτάτου όφεως:

«Και είδεν η γυνή οτι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και […] ωραίον εστί του κατανοήσαι».

Εδώ έχομε μια επαλήθευση των χαρακτηριστικών της Γυναίκας, αυτής της βελτιωμένης έκδοσης του Ανθρώπου: Ενδιαφέρεται και κρίνει περι της σπουδαιότητος της Κατανόησης της Υπάρξεως μετά την απόκτηση της ικανότητας να διακρίνομε το καλό απ’ το κακό. Και παίρνει την πρωτοβουλία – και «λαβούσα απο του καρπού του ξύλου», τρώγει. Κι απλώς «έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ’ αυτής» – κι αυτός (άνευ δισταγμού ή σχολίων – προσέξτε-το αυτό) απλώς έφαγεν, υπακούοντας στην προτροπή της Γυναίκας[1].

7: «Και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο», όπως ακριβώς είχε προείπει ο Όφις!

Τώρα, η ερμηνεία που δίδεται απο τη Γραφή σ’ αυτήν την διάνοιξη οφθαλμών («κατάλαβαν» λέει «που ήσαν γυμνοί, κι έραψαν φύλλα συκής») δέν μοιάζει και πολύ πειστική:
  • Η πρόβλεψη του Όφεως ήταν υψηλόφρων: «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί».
  • Η Εύα προέκρινε ότι «ωραίον εστί του κατανοήσαι».
Τίποτε απ’ αυτά ΔΕΝ ταιριάζει με την εμφανώς αναχρονιστική «ντροπαλοσύνη» των ακάλυπτων αιδοίων – τα οποία, προφανώς, ουδεμίαν σχέση έχουν με την εκ Θεού ανακοινωθείσαν «γνώσιν του καλού και του πονηρού».

Πάντως, όπως είναι επόμενον, τώρα οι πρωτόπλαστοι μετά την ανήκουστη Ανυπακοή, είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν ενώπιον του Θεού· «εφοβήθησαν και εκρύβησαν» (§8-10) και τέλος απαντούν ως εξής στις αυστηρές ερωτήσεις του Θεού:

12: «Και είπεν ο Αδάμ· η γυνή, ήν έδωκας μετ’ εμού, αύτη μοι έδωκεν απο του ξύλου και έφαγον».

Την αλήθεια είπε. Αλλα υπαινίσσεται και κάποιαν ίσως συνυπευθυνότητα του Θεού: «αυτή που Εσύ μου την έδωσες» – άλλοι φταίνε. (Ανευθυνότητα…)
  • 13: Κι η γυναίκα, ξεχνάει τη διατύπωση προσωπικής-της γνώμης (Κεφ. Γ΄, §6), και τα ρίχνει μόνον στον Όφιν. (Αδυναμία…)
  • 14: Παρατηρούμε όμως με κάποιαν έκπληξη, ότι ο Θεός ΔΕΝ ερωτά καθόλου το άλλο («φρονιμώτατον» δε) δημιούργημά-του, τον Όφιν, όπως έκαμε με τους άλλους δύο ενόχους. Αλλα ευθύς τον καταράται αναπολόγητον! Γιατί άραγε;
Παρ’ όλον οτι όσα είπεν ο Όφις αποδεικνύονται εντός της Γραφής ως πλήρως αληθή:

«Ου αποθανείσθε» – απλώς «εξαπεστάλησαν» (§23)

«Έσεσθε ως θεοί» – και όντως, ο ίδιος ο Θεός θα ’πεί στην § 22: «ιδού ο Αδάμ γέγονεν ως είς εξ ημών του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν».

Άρα, προς τί η τιμωρία του φρονιμωτάτου Όφεως; Ίσως, μάλιστα, μετά απ’ αυτήν την απροσδόκητη θεϊκή εξήγηση του κινήτρου της Ανυπακοής – προς τί και η τιμωρία των Πρωτοπλάστων, αφού χάρις στο «γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν» γεγόνασιν[2] ως θεοί, ολοκληρώνοντας έτσι τη Δημιουργία.

Επίλογος

1. Εκτός – εκτός κι άν ΔΕΝ επρόκειτο περι τιμωρίας, αλλα περι ενός πανσόφου σταδιακού Σχεδίου του εβραϊκού Θεού. Αλλ’ επι του προκειμένου, είναι προφανές οτι μόνον αδρομερείς υποθέσεις θα μπορούσε κανεις να διατυπώσει. Ο σκοπός είναι πάντως να αναιρεθούν οι «Αντιφάσεις» που εντοπίσθηκαν, και να δειχθεί οτι ήσαν φαινομενικές μόνον. Διοτι, άλλως, δέν φαίνονται συμβατά με την Πανσοφία και την Παντογνωσία ενος Θεού τα ακόλουθα:
  • Έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη Γή, με πλήθη φυτών και ζώων – αλλά έναν μόνο (ή, έστω, δύο) Ανθρώπους, οι οποίοι μάλιστα στερούνται του βασικότερου ανθρωπικού χαρακτηριστικού, που είναι η γνώση του Καλού και του Κακού. Της οποίας γνώσης βέβαια, μικρή ανάγκη θα είχε ο ολομόναχος Αδάμ. Θα την χρειαζόταν μόνον εν κοινωνία. Επομένως, το Κεφ. Β δέν φαίνεται να περιέχει ολόκληρο το Σχέδιο της Δημιουργίας. Αλλως, η παρουσία του δένδρου του Ήθους θα ήταν αδιανόητη για εναν Πάνσοφο Θεό: Η παρουσία αυτή προαναγγέλει την μελλοντική Κοινωνία Ανθρώπων, η οποία περιλαμβάνεται στο άγνωστο ακόμη θείον Σχέδιον.
  • Περιγράφονται στο Κεφ. Β, §10 έως 15, ο τεράστιος πλούτος της γής όλης, οι τέσσαρες τεράστιοι Ποταμοί, το «καλόν χρυσίον» και ο άνθραξ και ο «λίθος ο πράσινος». Όλα τούτα προαναγγέλλουν (εμμέσως έστω) την απανταχού της γής μελλοντική παρουσία των ανθρώπων – άποψη που διατυπώθηκε στο τέλος της πιο πάνω §i: Ο Παντογνώστης Θεός, εν όψει της ολοκλήρωσης του θείου Σχεδίου με την Πλήθυνση των ανθρώπων, «εφύτευσε» και τη θεμελιώδη προϋπόθεση λειτουργίας των Κοινωνιών – το Δένδρον της γνώσης, του καλού και του κακού. Δένδρον ανενεργόν μέν προς το παρόν, αλλ’ αναγκαίον για την ολοκλήρωση της Δημιουργίας.

Με αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσε ίσως να υποστηριχθεί τώρα ότι, προκειμένου να φθάσομε στην ωρίμανση του ανθρώπινου γένους, χρειαζόταν πράγματι ενα ευρύτερο τελικό θείο Σχέδιον – για το οποίο διατυπώνεται η ακόλουθη υπόθεση:
  • Πιθανολογείται ότι (όπως είδαμε στις §§i, ii) ο Δημιουργός είχε ίσως εξαρχής στόχο την πλήθυνση των Πρωτοπλάστων – οπόθεν οι ακόλουθες δύο σχετικές συνέπειες:
  • Πρώτον, έπρεπε να τεθεί τέρμα στην αιωνιότητα[3] των Ανθρώπων («γή εί και εις γήν απελεύση», Κεφ. Γ΄, §19).
  • Δεύτερον, έπρεπε να αποκτήσουν την πρόσθετη αναγκαία ικανότητα της «συμβίωσης εν Κοινωνία» (ήτοι το Ήθος, τη γνώση του καλού και του κακού)· και επομένως έπρεπε οπωσδήποτε να φάγουν εκ του ξύλου του ειδέναι.
2. Μόνον έτσι θα εξηγείται γιατί ο Θεός, μετά την Ανυπακοή, δέν διστάζει να παρατηρήσει οτι «ο Αδάμ γέγονεν ως είς εξ ημών» (Κεφ. Γ΄, §22). Αρα, ολοκληρώθηκε: τώρα μόλις έγινε «καθ’ ομοίωσιν», όπως ήταν στην εκδοχή του Κεφ. Α΄ – αλλα ΔΕΝ ήταν καθόλου στο Κεφ. Β΄.

Εάν λοιπόν αυτό ήταν το θείον Σχέδιον, η περίφημη Απαγόρευση θα νοείται πλέον ως αναγκαία Προπαίδεια για την ανάπτυξη του ηθικού ενεργήματος στους (άνευ κοινωνικής πείρας) Πρωτοπλάστους. Ενώ η εκδίωξη εκ του Κήπου της Τρυφής, και οι πόνοι του Βίου, θα είναι η μύηση στην άσκηση της Ελευθερίας μέσα σε εναν νομοθετημένον χώρο. Έτσι θα ολοκληρωνόταν η Δημιουργία, με πλάσματα τα οποία (χάρις στο ειδέναι του καλού και του κακού) θα μπορούσαν τώρα να γίνουν υπεύθυνοι συγγραφείς του βίου των. Αυτό ίσως ήταν ολόκληρο το Σχέδιον του Πανσόφου, στο πλαίσιο της Εβραϊκής Μυθολογίας.

Εξ άλλου, με την υπόθεση εργασίας που προτάθηκε, μπορεί να λεχθεί οτι ο Θεός, για την πραγμάτωση του Τελικού Σχεδίου του, είχε βάλει τον Όφιν («τον φρονιμώτατον πάντων», Κεφ. Γ΄ §3) να ιχνογραφήσει ουσιαστικώς στην Εύα το θείον Σχέδιο. Γι’ αυτό ίσως και στη σκηνή των §§11-15 του Κεφ. Γ΄, ο Θεός ΔΕΝ έχει λόγον να ρωτήσει τον Όφιν γιατί παρέσυρε την Εύα…

Είναι βεβαίως προφανές ότι για να συζητηθεί μια τέτοια δήθεν ερμηνευτική μιας Μυθολογίας υπόθεση, δέν αρκεί η μέσω αυτής επιτυγχανόμενη αναίρεση ποικίλων Αντιφάσεων των Κεφ. Β΄ και Γ΄ της Γενέσεως, κατα τρόπον ώστε τα Κεφάλαια αυτά να είναι συμβατά και με το Κεφάλαιον Α΄[4]. Απαιτείται και μια πειστικότερη αναφορά στις «συνθήκες γενέσεως» των αντιστοίχων εκδόσεων της εβραϊκής Παράδοσης – δηλαδή (i) στις κοινωνικές ανάγκες, (ii) στις αντίστοιχες ιστορικές συγκυρίες και (iii) στις επιρροές άλλων θρησκειών. Αλλα το έργον τούτο υπερβαίνει κατα πολύ τις ικανότητες του γράφοντος – γεγονός άλλωστε το οποίον μειώνει σημαντικά και την αξιοπιστία καί της υπόθεσης εργασίας που διατυπώθηκε.

Δέν συμβαίνει, εντούτοις, το ίδιο με εκείνες των σημειουμένων «Αντιφάσεων», οι οποίες έχουν ήδη μάλλον ευχερώς αποδοθεί στην προϊούσα ανδροκρατία των νομαδικών Λαών που δημιούργησαν και τροποποιούσαν αυτές τις Παραδόσεις.

Είναι πάντως ανθρωπολογικώς ενδιαφέρον το γεγονός ότι ακόμη κι ο χαϊδεμένος Αδάμ, όταν μπήκε στην Ιστορία των πόνων και των ηδονών του Βίου, αποφάσισε να δώσει ενα (τρίτο κατα σειράν, και ευγενέστερο) όνομα στη Γυναίκα-του: την είπε «Ζωήν, οτι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων». Καιρός ήταν για λίγη αναγνώριση.
----------------------------------
[1] Έχομε άραγε εδώ μια πρώτη σκιώδη απόπειρα αντίδρασης, φεμινιστικού χαρακτήρα;

[2] Παραλείπω, πάντως, εδώ άλλη μια πιθανώς ανδροκρατική παρέμβαση: Ο Θεός αναγνωρίζει οτι μόνον ο Αδάμ γέγονεν ως είς εξ ημών. Ενώ ο όφις ήταν ακριβέστερος (Κεφ. Γ΄, §5)…

[3] Η αρχική φαινομενική αθανασία τεκμαίρεται και απ’ το γεγονός ότι παρ’ όλον οτι ο Θεός είχε φυτεύσει και το «ξύλον της ζωής» (Κεφ. Β΄ §9), δέν διετύπωσε απαγόρευση παρα μόνον για το ξύλον του καλού και πονηρού (§17). Και μόνον μετά την Ανυπακοή διατάσσει «και νύν μή ποτε εκτείνη την χείρα αυτού και λάβη απο του ξύλου της ζωής και ζήσεται εις τον αιώνα», Κεφ. Γ΄, §22.

[4] Έτσι, το Κεφ. Α΄ θα συνιστά απλώς μια περίληψη της εκβάσεως των άλλων δύο Κεφαλαίων Β΄ και Γ΄– απηλλαγμένην μάλιστα και απ’ τις υποτιμητικές περι Γυναικός διηγήσεις…

ΔΕΣ

Η υποτιθέμενη πτώση και η θεολογική παρερμηνεία

Η αρετή της Καλοσύνης

Τι είναι Καλοσύνη

H καλοσύνη είναι μια από τις αρετές που έχει υμνηθεί από πολλούς φιλοσόφους και ανθρώπους του πνεύματος ανά τον κόσμο. Θεωρείται σπουδαίο ανθρώπινο προσόν και ειδικά την εποχή που διανύουμε, όπου η ανθρωπότητα είτε δεν την αισθάνεται είτε την κρύβει διότι την θεωρεί αδυναμία και μη ωφέλιμη.

Είναι λοιπόν πιο λογική η παράσταση ενός εαυτού μη αληθινού και της μικροψυχίας παρά ένα αγαθό το οποίο θα μπορούσε σε μαζικότητα να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο φέρνοντας τους πιο κοντά. Εν πάσει περιπτώσει, η καλοσύνη δεν είναι απλώς μια θεωρία ή ιδέα αλλά βιοθεωρία. Ζει με καλοσύνη, περιγράφοντας έναν άνθρωπο για τον οποίο είναι ευχαρίστηση και χαρά να προσφέρει σε ένα οικείο του πρόσωπο και μη, σημασία δεν θα πρέπει να έχει. Να νιώθει χαρά για την χαρά του συνανθρώπου του, του οποίου μια δύσκολη στιγμή ή κατάσταση απαλύνεται. Δεν γνωρίζει άλλο τρόπο αλληλεπίδρασης και στο μυαλό δεν κυριαρχούν μόνο σκέψεις εγωκεντρικές.

Οπως λέει και ένα λαικό γνωμικό «κάνε το καλό και ρίξτο στο γυαλό» του οποίου το νόημα έχει τόση δύναμη. Το να πράττεις καλό όπου σταθείς και όπου βρεθείς ηθελημένα και με όλη σου την καρδιά και αδιάφορο άμα αναγνωριστεί ή όχι, σημασία έχει η πράξη και η θεϊκή παρουσία του καλού, της όμορφης πλευράς της ζωής, αυτής που λες οτι δεν είναι όλα μαύρα και τελειωμένα, υπάρχει φως, άρα υπάρχει και ελπίδα. Αυτά πηγαίνουν αλυσίδα, ομορφαίνεις την μέρα του συνανθρώπου σου, ομορφαίνει η ψυχολογία του και που ξέρεις μέσα στη μέρα μπορεί να την διαδώσει και ο ίδιος σε έναν άλλο συνάνθρωπο του που επίσης την χρειάζεται, αναλογιζόμενος και περιχαρής πως τελικά η καλοσύνη και η ανθρωπιά δεν έχασε ακόμα συμμετοχή στην παρτίδα που λέγεται ζωή. Και ένα παράδειγμα του αντίπερα στρατοπέδου, της αρνητικής ενέργειας. Κάνεις την μέρα του συνανθρώπου σου άσχημη, δίχως πνευματική επαφή και περιμένεις αυτός ο άνθρωπος έπειτα, να έχει καλή ψυχολογία και όρεξη να δοθεί, μα μέσα στην μιζέρια και στο εγώ του θα εγκλωβιστεί.

Ο ύψιστος ρόλος της οικογένειας

Η σπίθα αυτής της αρετής κυρίως προέρχεται από την αγάπη που θα πάρει ο άνθρωπος στα πρώτα του χρόνια, μωρό ακόμη, μαθητής των γονέων του. Πρωτοδιδάσκεται μέσα από τις αγκαλιές, τις τρυφερές στιγμές και γενικά την ολοκληρωτική αφιέρωση και αλτρουιστική αυταπάρνηση τους. Νεοαφιχθέντα σε αυτόν τον κόσμο, μαθαίνουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να απαρνιέσαι την ευδαιμονία σου, τον προσωπικό σου χρόνο και ενέργεια, προς χάριν των παιδιών σου. Τα πρώτα συναισθήματα και συμπεριφορές αλληλεπίδρασης μεταξύ των ανθρώπων δημιουργούνται εντός αυτής της κλειστής κοινωνίας, που λέγεται οικογένεια. Θα αντιμετωπίσουν μετέπειτα τις συνθήκες της άγριας πλέον κοινωνίας μας, χρήση των όσων διδάχθηκαν. Η συνεισφορά τους, ανεκτίμητη, διότι όλα εντυπώνονται μέσα στην αγνή και ακατέργαστη παιδική ψυχή τους και ο ψυχολογικός τους κόσμος κρίνεται από τούτη την οικογενειακή διαπαιδαγώγηση, για αυτό θέλει πάρα πολλή προσοχή πότε και αν κάποιος άνθρωπος, είναι έτοιμος και ικανός να γίνει γονέας. Δεν είναι ούτε παιχνίδι ούτε ένας ρόλος τον οποίο θέλεις πολύ να υποδυθείς, αλλά δεν μπορείς να τον υποστηρίξεις επί της ουσίας. Πρέπει να είσαι ψυχολογικά και συναισθηματικά και ψυχολογικά ακέραιος και πλήρης .Μιλάμε για μια ανθρώπινη ψυχή και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να την εντάξουμε στην κοινωνία μας στερημένη και αδύναμη

Όρια της καλοσύνης

Κατά ψυχο-λογική σκοπιά θα πρέπει να υπάρχουν και κάνουν την διαφορά.

Η πολύ καλοσύνη δεν εκτιμάται δεόντως,όπου σε σημείο αδιάκοπης ροής και μη θέλοντας να κακοκαρδίσεις κανέναν, κακοκαρδίζοντας τον ίδιο σου τον εαυτό, να θεωρείται δεδομένο πως θα ρέει παντοτινά,διότι εσύ δίνεις το δικαίωμα και την ιδέα ότι θα είσαι πάντα εκεί.

Υπάρχει η 24 ώρες το 24-ωρο καλοσύνη που κάνεις το καλό για να μην κακοκαρδίσεις και να φαίνεσαι στα μάτια του κόσμου, ως το καλό παιδί, να σε αγαπάνε και να είσαι αποδεκτός. Δεν αντιλέγω είναι πολύ όμορφο να είσαι πάντα εκεί, αλλά κάποια στιγμή δεν μπορεί, θα πιάσεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται γιατί να είμαι τόσο καλός με τους άλλους και για μένα κανείς, για μένα τίποτα.

Υπάρχει όμως και η καλοσύνη η αυθεντική

Η αυθεντική καλοσύνη θα πρέπει να είναι εκ εαυτού επιλογής και διάθεσης. Επιλεκτική καλοσύνη; Ναι,διότι δεν μπορείς να αφιερώνεσαι και να δίνεις τον εαυτό σου σε στιγμές που αληθινά και ειλικρινά, πάντα με γνώμονα τις προσωπικές σου επιθυμίες,δεν θέλεις.

Σέβεσαι τον εαυτό σου και τον αγαπάς, θέλεις να είσαι ειλικρινής απέναντι του και απέναντι στους συνανθρώπους σου,εκτιμάς τον χρόνο και την ενέργεια σου και δεν δίνεσαι, αν πραγματικά δεν το αισθάνεσαι.

Καλύτερα να ακουστεί εγωιστικό και απόμακρο παρά ένα έργο μη ηθελημένο, προς ευχαρίστηση του αποδέκτη και ενός εγώ ζημιωμένου. Προτιμότερο οι πράξεις σου να συμβαδίζουν με αυτό που πραγματικά επιθυμείς παρά κάτι απο υποχρέωση προς το καλό ή μάλλον καλύτερα την υποχωρητικότητα του εαυτού σου πρώτα και έπειτα προς τον αποδέκτη.

Ο κόσμος θα σε θεωρήσει υποκριτή- καλοσυνάτο και εγωιστή αλλά η ουσία είναι μια, ποια καλοσύνη είναι πιο αυθεντική και ειλικρινής προς τον εαυτό μας, ποιος είναι ο καπετάνιος αυτής της ψυχής; Ο καπετάνιος οφείλει στον εαυτό του, ένα κομμάτι χρόνου και ενέργειας και έπειτα πάλι στην φουρτούνα του,σε αυτό που ξέρει να κάνει πολύ καλά. Με θες συνάνθρωπε ολόψυχο ολόψυχα παρών ή συρμένο για να καλύψω την εγωιστική σου επιθυμία και απαίτηση.

Αληθινά και ολόψυχα δικός σου.

Φλάβιοι: Η δυναστεία του αίματος

Οι εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν για τη διαδοχή, κατά την περίοδο των τεσσάρων αυτοκρατόρων, είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση του στρατηγού Βεσπασιανού, ο οποίος είχε καταστείλει μαζί με τον πρωτότοκο γιο του Τίτο την επανάσταση των Ιουδαίων.

Μετά το θάνατο του Βεσπασιανού και τον πρόωρο τέλος του Τίτου, η μοίρα έφερε στο προσκήνιο τον Δομιτιανό, ο οποίος, στερούμενος στρατιωτικών περγαμηνών, προσπάθησε να γίνει αποδεκτός από τη Σύγκλητο και το λαό ως «κυρίαρχος και θεός». Η υπεροψία του αυτή οδήγησε και στην εξόντωσή του. Έτσι, εξέλιπε και η δυναστεία των Φλαβίων.

Η περίοδος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αρχίζει το Μάρτιο του 44 π.Χ. με τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα, ο οποίος, λίγο πριν το θάνατό του, είχε αρνηθεί την περιβολή των βασιλικών εμβλημάτων, τα οποία του είχαν προσφερθεί από τον Μάρκο Αντώνιο. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς το ποιος θα ήταν ο κυρίαρχος στη Ρώμη: ο ίδιος ο Ιούλιος Καίσαρ και κανένας άλλος.

Μετά τη νίκη του επί του Πομπήιου στη Θεσσαλία, ο Ιούλιος Καίσαρ είχε προσπαθήσει για την αποδοχή της εξουσίας του από τους πρώην αντιπάλους του. Ωστόσο, η κυριαρχία του Καίσαρα βασιζόταν μόνο στην ισχύ, η οποία προερχόταν από την πίστη των ρωμαϊκών λεγεώνων στο πρόσωπό του.

Όμως, η ρωμαϊκή αριστοκρατία της Συγκλήτου, έχοντας διαπιστώσει ότι η απροκάλυπτη επιδίωξη για κυριαρχία του ισόβιου δικτάτορα (dictator perpetuus) Ιουλίου Καίσαρα θα έθετε σε κίνδυνο τη δική της θέση στη ρωμαϊκή κοινωνία καθώς και τις αρμοδιότητες που διέθετε για τη δημόσια διοίκηση, προσπάθησε να αντισταθεί δυναμικά στα σχέδια του Καίσαρα για να τον εξοντώσει.

Η σκληρή εκδίκηση της Συγκλήτου πραγματοποιήθηκε, όταν το αίμα του Καίσαρα έβαψε τα σκαλοπάτια του θεάτρου του Πομπήιου, το οποίο βρισκόταν πλησίον των πεδίων του Άρεως.

Αμέσως μετά τη δολοφονία του δικτάτορα, στη πολιτική σκηνή εμφανίστηκε ο ανιψιός του Καίσαρα Γάιος Οκτάβιος (G. Octavius), ο οποίος, με βάση τη διαθήκη του Καίσαρα, που θεοποιήθηκε αμέσως μετά το θάνατό του, αναγνωρίστηκε από όλους ότι ήταν ο υιοθετημένος γιος του Καίσαρα και ο αδιαφιλονίκητος κληρονόμος του. Ήταν τότε ένας φιλάσθενος νέος, μόλις 18 ετών.

Ο Γάιος Οκτάβιος, στη διαμάχη με τους αντιπάλους του, που ήταν αρχικά οι δολοφόνοι του Καίσαρα και μετά ο Μάρκος Αντώνιος, απεδείχθη ότι διέθετε μεγάλες πολιτικές ικανότητες.

Ο Οκτάβιος, που είχε ονομάσει τον εαυτό του Gaius Julius Caesar divi filius (γιος του θεοποιημένου) νίκησε τον ενωμένο στόλο του Μάρκου Αντωνίου και της βασίλισσας της Αιγύπτου Κλεοπάτρας το 31 π.Χ. στο Άκτιο, και τον έτρεψε σε άτακτη φυγή στην Αίγυπτο.

Η ιστορία θέλησε ο Μάρκος Αντώνιος να αυτοκτονήσει και σύντομα στον τάφο να τον ακολουθήσει και η Κλεοπάτρα.

Μετά τη νίκη του στο Άκτιο, ο Οκτάβιος, έχοντας εξασφαλίσει την υπακοή όλων των λεγεώνων, κατέστη ο απόλυτος άρχων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως και ο θετός του πατέρας Ιούλιος Καίσαρ, το 44 π.Χ. Ωστόσο, αντί να χρησιμοποιήσει την ισχύ του, επέστρεψε στη Σύγκλητο τις έκτακτες εξουσίες που του είχαν δοθεί.

Ενώ στην πραγματικότητα, η δημοκρατία προ πολλού είχε πεθάνει, ο Οκτάβιος την αναβίωσε έστω και τυπικά, προβαίνοντας στη συμβολική κρατική πράξη της 13ης Ιανουαρίου του 27 π.Χ.

Με την πράξη αυτή αποκάλυψε την πολιτική του ιδιοφυία και κατόρθωσε να συγκεντρώσει την εξουσία στο πρόσωπό του, διατηρώντας όμως όλους τους θεσμούς της δημοκρατίας και αποφεύγοντας να προσβάλει την ευαισθησία της Συγκλήτου.

Η δήλωσή του για την παράδοση των εκτάκτων εξουσιών άφησε άφωνη τη Σύγκλητο, η οποία δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν έπρεπε να πάρει τα λόγια του Οκτάβιου στα σοβαρά, για να αναθέσει τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων σε φιλόδοξους στρατηγούς, οι οποίοι θα ξεκινούσαν μία ακόμη εμφύλια διαμάχη.

Τότε, η Σύγκλητος, επιθυμώντας να αποφύγει τις επιπλοκές στο μέλλον, αποφάσισε να δώσει στον Οκτάβιο το αξίωμα του ύπατου για δέκα χρόνια, αξίωμα με το οποίο αυτός εξασφάλιζε την αρχηγία του στρατού και του στόλου, ενώ επιπλέον αναλάμβανε και τη διοίκηση των επαρχιών της Ισπανίας, της Γαλατίας, της Αιγύπτου και της Συρίας.

Επιπροσθέτως, η Σύγκλητος, σε επιβράβευση του έργου του, τίμησε τον Οκτάβιο, ο οποίος είχε ονομάσει ταπεινά τον εαυτό του πρώτο πολίτη (princeps), με τον τίτλο του Αυγούστου (Augustus), δηλαδή του Σεβαστού.

Εφόσον του δόθηκε ο τίτλος του Αυγούστου, ο Οκτάβιος περιβλήθηκε με το φωτοστέφανο του ημίθεου, κάτι που τον βοήθησε να παγιώσει την εξουσία του. Μετά από την απόδοση αυτών των τιμών στο πρόσωπό του, ο Οκτάβιος δεν διέφερε πλέον σε τίποτε από τον Ιούλιο Καίσαρα, αφού και αυτός βασικά ήταν ένας στρατιωτικός δικτάτορας.

Η ισχύς του είχε άμεση σχέση με την ανωμαλία και την αταξία που είχε δημιουργηθεί μετά από τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι είχαν διαρκέσει έναν αιώνα.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τον Καίσαρα, ο Οκτάβιος Αύγουστος είχε αντιληφθεί ότι εκτός από τους στρατιωτικούς υπήρχαν και άλλες κοινωνικές ομάδες στη Ρώμη, οι οποίες, διαθέτοντας κοινωνική συνοχή, ομόνοια και ενεργητικότητα, μπορούσαν να κλονίσουν τα θεμέλια της εξουσίας του.

Ο Οκτάβιος, μετά τις παραπάνω διεργασίες, εγκατέλειψε την Ρώμη για ένα διάστημα τριών ετών και μετέβη σε διάφορες επαρχίες για να τακτοποιήσει τις υπάρχουσες διοικητικές και στρατιωτικές εκκρεμότητες. Όμως, τον Ιούνιο του 24 π.Χ. αρρώστησε βαριά και όταν ανάρρωσε, απείλησε ότι θα παραιτηθεί από το αξίωμά του.

Μετά από τη διαμεσολάβηση ορισμένων προσώπων, ο Οκτάβιος παρέμεινε στη θέση του και συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του. Επιπροσθέτως, ανέλαβε και το δημαρχιακό αξίωμα, που του επέτρεπε να νομοθετεί και να προβάλει βέτο.

Οι βασικές κοινωνικές ομάδες, των στρατιωτικών, της αριστοκρατίας της Συγκλήτου και του λαού (plebs urbana), συνέχισαν να αποτελούν τη βάση στην οποία στηρίχτηκε η εξουσία των αυτοκρατόρων και μετά το θάνατο του Αυγούστου. Οι αυτοκράτορες, προκειμένου να τύχουν της αποδοχής των κοινωνικών ομάδων, έπρεπε πρώτα να επικοινωνήσουν μαζί τους.

Για καθεμία από αυτές τις ομάδες, υπήρχε ένα διαφορετικό επίπεδο επαφής. Ο αυτοκράτορας ερχόταν σε επαφή με τους στρατιωτικούς κατά τη διάρκεια των εκστρατειών, με τους συγκλητικούς κατά τη διάρκεια των συμποσίων και με το λαό (plebs urbana) κατά τη διάρκεια των εορτασμών στον ιππόδρομο ή στο αμφιθέατρο.

Όταν ένας ηγεμόνας προσέβαλε τους άγραφους νόμους που ίσχυαν για την ηγεμονία και αδυνατούσε να έλθει σε επαφή με κάποια από τις παραπάνω κοινωνικές τάξεις, τότε οι ημέρες του στην εξουσία ήταν μετρημένες.

Οι κανόνες για την ηγεμονία θεσμοθετήθηκαν κατά την άνοδο στο θρόνο του Τιβέριου, ο οποίος διαδέχθηκε τον Αύγουστο.

Μετά το θάνατο του Τιβέριου, στο θρόνο ανήλθε ο Γάιος Καλιγούλας (37-41 μ.Χ.), γιος του Γερμανικού και της Αγριππίνας, ο οποίος ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που αντιμετώπισε τους αστάθμητους παράγοντες των ρυθμίσεων του Αυγούστου για την εξουσία. Δολοφονήθηκε δε από τους αξιωματικούς των Πραιτοριανών, κάτω από έως σήμερα αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Μετά από είκοσι χρόνια σχεδόν, η ιστορία επαναλήφθηκε όταν ο Νέρων (54-68 μ.Χ.) έχασε την υποστήριξη των δύο εκ των τριών κοινωνικών ομάδων, δηλαδή των συγκλητικών και των στρατιωτικών. Ήδη από το 65 μ.Χ. είχε σχηματιστεί μια συγκλητική ομάδα συνωμοτών γύρω από τον πρώην ύπατο Πίσο (L. Calpurnius Piso), της οποίας τα σχέδια απέτυχαν όταν ήλθαν στο φως της δημοσιότητας.

Ωστόσο, όταν μετά από τρία χρόνια οι στρατιωτικοί ηγέτες από όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας προσπάθησαν να καταλάβουν την Αρχή, ξέσπασε ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος.

Οι δε δυνάμεις που στρατοπέδευαν στις επαρχίες, έχοντας επίγνωση της ισχύος τους, αφού τοποθετούσαν τους διοικητές τους επάνω σε υψωμένες ασπίδες, τους ανακήρυσσαν αυτοκράτορες. Έτσι, το κλειδί για την εξουσία (Arcanum Imperii, όπως το αποκαλούσε ο Τάκιτος) δεν ήταν πλέον η Ρώμη αλλά οι επαρχίες της αυτοκρατορίας.

Η περίοδος των 19 μηνών που μεσολάβησε από το θάνατο του Νέρωνα έως την άνοδο του Βεσπασιανού, είναι μία από τις σκοτεινότερες της ρωμαϊκής Ιστορίας. Τότε στο θρόνο της Ρώμης ανήλθαν τέσσερις αυτοκράτορες.

Οι Φλάβιοι

Νικητής του εμφύλιου πολέμου που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του Νέρωνα ανεδείχθη ο Βεσπασιανός (Τitus Flavius Vespasianus), που είχε στη διάθεσή του τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη και είχε σπουδαία φήμη ως στρατιωτικός διοικητής.

Προερχόμενος από μια ταπεινή οικογένεια της χώρας των Σαβίνων, κατόρθωσε να αναρριχηθεί σε όλες τις βαθμίδες της κρατικής ιεραρχίας, το έτος 51 μ.Χ. έγινε ύπατος και, μετά από τις επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των Γερμανών και των Βρετανών, τέλεσε θρίαμβο στη Ρώμη.

Ο Νέρων είχε αναθέσει στον Βεσπασιανό τη στρατιωτική διοίκηση της Ιουδαίας. Κατά τη διάρκεια της πρώτης εβραϊκής εξέγερσης, ο Βεσπασιανός κατέλαβε τα οχυρά Γκαμπαρά και Ιοταπατά και υπέταξε τη Γαλιλαία. Όταν δολοφονήθηκε ο Νέρων το 68 μ.Χ., ο Βεσπασιανός πολιορκούσε την Ιερουσαλήμ, διαφαινόταν δε ότι η εκστρατεία θα είχε νικηφόρα κατάληξη.

Ωστόσο, ο Βεσπασιανός μετά τη δολοφονία του Νέρωνος ανέστειλε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, αναμένοντας το αποτέλεσμα της διαμάχης για τη διαδοχή.

Μετά τη δολοφονία του Γάλβα και την αυτοκτονία του Όθωνα, η αρχή κατελήφθη από τον Βιτέλλιο Αύλο, ο οποίος είχε ανακηρυχθεί από τις λεγεώνες της Γερμανίας αυτοκράτορας.

Ο Βιτέλλιος ήταν παλαιότερα ευνοούμενος διαδοχικά του Καλιγούλα, του Κλαύδιου και του Νέρωνα. Το 48 μ.Χ. είχε γίνει ύπατος και τον επόμενο χρόνο είχε σταλεί ως ανθύπατος στην Αφρική.

Ως διοικητής των ρωμαϊκών λεγεώνων της Γερμανίας είχε ανακηρυχθεί τον Ιούνιο του 69 μ.Χ. αυτοκράτορας και είχε επιστρέψει στη Ρώμη.

Σύντομα όμως, ο ρωμαϊκός στρατός της Αιγύπτου έσπευσε να αναγνωρίσει τον Βεσπασιανό ως αυτοκράτορα και σε λίγο τον ίδιο έπραξαν και οι ρωμαϊκές λεγεώνες που στάθμευαν στην Ιουδαία και την Συρία. Αμέσως μετά ακολούθησαν και οι λεγεώνες που στάθμευαν στις όχθες του Δούναβη.

Εκείνη την περίοδο, επιμελητής της Ρώμης και διοικητής των στρατιωτικών μονάδων που στάθμευαν στην πόλη ήταν ο αδελφός του Βεσπασιανού Φλάβιος Σαβίνος. Ενώ αυτός, σύμφωνα και με τις οδηγίες του Βεσπασιανού, είχε πείσει τον Βιτέλλιο να παραιτηθεί, αιφνιδιαστικά δέχθηκε την επίθεση των Πραιτοριανών.

Ο Φλάβιος Σαβίνος αδυνατώντας να προβάλλει αντίσταση, κατέφυγε τότε στο λόφο του Καπιτωλίου, όπου και σκοτώθηκε. Όμως, η εκδίκηση για το θάνατο του Φλάβιου Σαβίνου δεν ήταν μακριά.

Όταν οι δυνάμεις του Αντώνιου Πρίμου, διοικητή μιας λεγεώνας της Παννονίας, εισήλθαν στη Ρώμη, ακολούθησε ένα λουτρό αίματος στα στενά δρομάκια της πόλης, κατά το οποίο έχασαν τη ζωή τους 50.000 άτομα. Στους νεκρούς συγκαταλεγόταν και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Βιτέλλιος.

Μολονότι ο Βεσπασιανός δεν βρισκόταν στη Ρώμη κατά τη διάρκεια των αιματηρών γεγονότων, η Σύγκλητος στις 22.12.69 του απένειμε τον τίτλο του Αυγούστου και την ισχύ της Εξέδρας, που αποτελούσε από την εποχή του Αυγούστου την επίσημη προϋπόθεση του αυτοκρατορικού θεσμού.

Λίγο αργότερα, εκδόθηκε και ο Lex de imperio Vespasiani, δηλαδή o νόμος για την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος καθόριζε τις αρμοδιότητες του νέου αυτοκράτορα. Αυτός ο νόμος δεν ήταν ο πρώτος που εκδόθηκε αλλά ο πρώτος αυτού του τύπου που διασώθηκε. Ως εκ τούτου αποτέλεσε ορόσημο για την αρχή της ηγεμονίας, της οποίας η ύπαρξη διακυβευόταν.

Ενώ η προσπάθεια των ρωμαϊκών δυνάμεων που βρίσκονταν υπό τη διοίκηση του Τίτου, γιου του Βεσπασιανού, για την καταστολή της εβραϊκής εξέγερσης, συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση και η Ιερουσαλήμ, η Μαχαιρούς, το Ηρώδειο και η Μασάδα βρίσκονταν ακόμη στα χέρια των Εβραίων, ο Βεσπασιανός και ο Τίτος αποφάσισαν να οργανώσουν μια πορεία θριάμβου στη Ρώμη.

Στην πορεία αυτή συμμετείχαν χιλιάδες Ιουδαίων αιχμαλώτων και εκτέθηκαν σε δημόσια θέα τα σύμβολα λατρείας τα οποία είχαν αποσπαστεί από το Ναό της Ιερουσαλήμ, συμπεριλαμβανομένης και της επτάφωτης λυχνίας.

Ο Φλάβιος Βεσπασιανός Τίτος (Flavius Vespasianus Titus) είχε ακολουθήσει το στρατιωτικό επάγγελμα και είχε διακριθεί ως στρατιωτικός διοικητής στη Γερμανία και τη Βρετανία.

Μαζί με τον πατέρα του συμμετείχε στον ιουδαϊκό πόλεμο και ανέλαβε την πολιορκία της πόλεως της Ιερουσαλήμ όταν ο Βεσπασιανός ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας.

Ο Τίτος κατόρθωσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ, την οποία παρέδωσε στη λεηλασία και την καταστροφή. Τότε κάηκε ο μεγάλος ναός. Όταν ο Βεσπασιανός έγινε αυτοκράτορας ανέθεσε στον Τίτο τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων και τον ονόμασε πρώτα καίσαρα και μετά ύπατο.

Ο Τίτος άσκησε με ιδιαίτερη σκληρότητα τα καθήκοντα του «κηδεμόνα της αυτοκρατορίας». Διαδέχθηκε τον πατέρα του το 79 μ.Χ., όταν σημειώθηκε η έκρηξη του Βεζούβιου, που κατέστρεψε την Πομπηία. Λίγο αργότερα εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαγιά και μια θανατηφόρα πανούκλα, κατά την οποία ο Τίτος επέδειξε μεγάλη μεγαλοψυχία και γενναιοδωρία.

Κατά τη μικρή θητεία του απέκτησε τη συμπάθεια της αριστοκρατίας, που ήταν δυσαρεστημένη με την προηγούμενη πολιτική του δραστηριότητα.

Μετά το θάνατο του Τίτου, ο αδελφός του Δομιτιανός ανήγειρε προς τιμήν του και εις ανάμνηση της καταστολής της πρώτης εβραϊκής εξέγερσης μια αψίδα θριάμβου, που σώζεται έως σήμερα. Η αψίδα, που ανεγέρθηκε το 81 μ.Χ., αμέσως μετά το θάνατο του Τίτου, είναι επενδεδυμένη με πεντελικό μάρμαρο. Έχει ύψος 15,4 μέτρα, πλάτος 13,5 μέτρα και βάθος 4,75 μέτρα.

Στα ανάγλυφα που βρίσκονται στην εσωτερική επιφάνεια της αψίδας, εικονίζεται ο Τίτος επάνω σε τέθριππο μαζί με τη θεά Ρώμη.

Σε ανάγλυφο της απέναντι πλευράς παριστάνεται η μεταφορά των λαφύρων από το Ναό της Ιερουσαλήμ. Στο κέντρο της παράστασης εικονίζεται η μεταφορά της επτάφωτης λυχνίας (Menorah) και στα δεξιά αποδίδονται ανάγλυφα σάλπιγγες και άλλα θρησκευτικά σύμβολα.

Η επτάφωτη λυχνία του Ναού της Ιερουσαλήμ είχε κατασκευαστεί από ένα τάλαντο χρυσού, βάρους 44 χιλιόγραμμων. Ήταν τοποθετημένη σε ένα τρίποδα. Αποτελούνταν από τρία κλαριά που φύονταν αριστερά και δεξιά ενός κάθετου άξονα. Ήταν διακοσμημένη με κύπελλα, από τα οποία τα υψηλότερα έφεραν λυχνίες.

Η επτάφωτη λυχνία συμβόλιζε το δέντρο της ζωής. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, δέκα λυχνίες στόλιζαν το ναό του Σολομώντα, από τις οποίες οι πέντε ήταν τοποθετημένες στο νότιο άκρο του κυρίου κλίτους. Μετά το 70 μ.Χ., η επτάφωτη λυχνία έγινε το θρησκευτικό και εθνικό σύμβολο των Εβραίων και αποτελεί μέρος του εμβλήματος του κράτους του Ισραήλ.

Η ικανότητα για στρατιωτικές νίκες, όπως αυτές επιτεύχθηκαν στην Ιουδαία από τον Βεσπασιανό και τον Τίτο, αποτέλεσε το βασικό στοιχείο της νέας δυναστείας. Η ικανότητα αυτή προβλήθηκε ώστε να γίνουν αποδεκτοί πατέρας και γιος από τις κυριότερες κοινωνικές τάξεις. Ο Βεσπασιανός και ο Τίτος, έχοντας υπόψη τους ότι η ορθή συμπεριφορά απέναντι στους στρατιωτικούς ήταν θεμελιώδους σημασίας, φέρθηκαν μεγαλόψυχα προς τους άνδρες τους.

Στο πρόγραμμα των Φλάβιων περιλαμβανόταν και η κατασκευή ενός κτιριακού συγκροτήματος πλησίον της Ρωμαϊκής Αγοράς, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύνοια των Συγκλητικών και του λαού. Επρόκειτο για το ναό Templum Pacis (Ναός της Ειρήνης), που είχε διακοσμηθεί με αλληγορικές παραστάσεις.

Ο ναός συνδέθηκε με την Pax Augusta (Ειρήνη του Αυγούστου), η οποία είχε λάβει σάρκα και οστά στο μνημείο που είναι γνωστό ως Ara Pacis (Βωμός Ειρήνης), το οποίο είχε ανεγερθεί από τον Αύγουστο.

Ωστόσο, στις νέες παραστάσεις του ναού Templum Pacis, η ειρήνη της δυναστείας των Φλάβιων σήμαινε κάτι διαφορετικό, αφού δεν συνεπαγόταν αποχή από τους πολέμους, αλλά επισφράγιζε την πρωτοκαθεδρία και την πολιτισμική υπεροχή της Ρώμης, που είχαν επιτευχθεί μετά από σκληρό αγώνα.

Έτσι, έγινε προσπάθεια για τη μεταφορά της έννοιας του εσωτερικού εχθρού, που είχε ηττηθεί από τον Βεσπασιανό και τον Τίτο στην Ιουδαία, σε ένα εξωτερικό εχθρό, ο οποίος ήταν ξένος προς τη Ρώμη από πολιτισμική άποψη. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Φλάβιων, εχθροί ήταν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι διέφεραν από πολιτιστική άποψη, όπως προκύπτει και από τις παραστάσεις της αψίδας του Τίτου.

Ο Δομιτιανός και η νέα αντίληψη για την εξουσία

Το έργο του Βεσπασιανού και του Τίτου, ως νικητών και εγγυητών της ρωμαϊκής ικανότητας για νίκη, ήταν εύκολο λόγω του ένδοξου στρατιωτικού παρελθόντος τους. Όμως, ο Δομιτιανός, ο οποίος διαδέχθηκε στο θρόνο τον Τίτο, επειδή είχε παραμείνει στη Ρώμη υστερούσε σε στρατιωτικές ικανότητες και περγαμηνές.

Όταν δε, το 81 μ.Χ., σε ηλικία 30 ετών ανέβηκε στο θρόνο, δεν ήταν εύκολο να γίνει αποδεκτός αφού δεν είχε στο ενεργητικό του στρατιωτικές επιτυχίες. Έπρεπε λοιπόν είτε να στηριχτεί στην αντίληψη περί ηγεμονίας της εποχής του Αυγούστου είτε να επιδιώξει νέες στρατιωτικές επιτυχίες.

Για το σκοπό αυτό αποφάσισε να κηρύξει πόλεμο κατά των Γερμανών, και το 83 μ.Χ. οργάνωσε μια εκστρατεία εναντίον των Χαττών (Chatti). Οι Ρωμαίοι, ξεκινώντας από το Mainz και προχωρώντας προς βορρά, επέπεσαν επί των Χαττών και τους κατατρόπωσαν. Η νίκη αυτή ήταν αρκετή για να διοργανώσει ο Δομιτιανός μια πομπή θριάμβου.

Ο Τάκιτος θεώρησε ότι οι απαιτήσεις του Δομιτιανού ήταν υπερβολικές και ότι οι αιχμάλωτοι που παρήλασαν στη Ρώμη ήταν μισθωμένοι που φορούσαν περούκες για την περίπτωση. Ωστόσο, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποκαλύψει την αλήθεια. Στο σημείο αυτό του Ρήνου βρέθηκε μια οργανωμένη αμυντική γραμμή που χρονολογείται την περίοδο του Δομιτιανού.

Ο Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός, για να στηρίξει ιδεολογικά την εξουσία του, επέλεξε να προβεί σε μια ακόμα καινοτομία: δεν προσπάθησε να γίνει αποδεκτός ως πρόσωπο αλλά να νομιμοποιήσει την εξουσία του. Κανένας αυτοκράτορας πριν από αυτόν δεν είχε τολμήσει να αμφισβητήσει στην πράξη το «δόγμα» ότι ο ηγεμόνας (princeps) ήταν ένας σύντροφος των Συγκλητικών, του οποίου το κύρος ήταν μεγαλύτερο όλων των άλλων.

Ο Δομιτιανός, αποφασισμένος να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, το 84 μ.Χ. επιδίωξε την εκλογή του σε ύπατο για μια θητεία δέκα ετών και το 85 μ.Χ. την εκλογή του σε ισόβιο κένσορα (Censor), αξίωμα που επιφυλασσόταν για πρώην υπάτους, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την απογραφή των πολιτών και την εκτίμηση των περιουσιών τους.

Όταν ο Δομιτιανός, εφόσον είχε εισαγάγει αυτή την καινοτομία, άρχισε να εμφανίζεται στη Σύγκλητο, έφερε το ένδυμα του θριαμβευτή και απαιτούσε από τους Συγκλητικούς να τον προσφωνούν ως Κυρίαρχο και Θεό (dominus et deus). Η έννοια και των δυο λέξεων τόνιζε την υπεροχή του αυτοκράτορα έναντι των θεωρούμενων από εδώ και πέρα υποτελών του.

Το Dominus σήμαινε τον κύριο προ των σκλάβων του, ενώ το Deus, σύμφωνα με τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στην Ρώμη, δήλωνε την ξεκάθαρη διαφορά βαθμού που υπήρχε ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο της θρησκευτικής λατρείας.

Λίγο μετά την ανάρρηση του Δομιτιανού στο θρόνο, οι Δάκες υπό τον Δεκέβαλο πέρασαν τα σύνορα και το 85 μ.Χ. κατέλαβαν τη Μοισία. O Κορνήλιος Φούσκος ( Cornelius Fuskus), ο οποίος απεστάλη να τους αντιμετωπίσει, αρχικά τους απώθησε πέρα από τον Δούναβη, όμως στην προσπάθειά του να κατακτήσει τη Δακία, το 87 μ.Χ., χάθηκε μαζί με ολόκληρη τη δύναμή του.

Ο Ιουλιανός, ο οποίος απεστάλη εναντίον των Δακών, απεδείχθη ικανότερος στρατηγός. Αφού νίκησε τους Δάκες, προχώρησε προς την πρωτεύουσά τους, τη Σαρμιζεγετούσα (Sarmizegethusa).

Τότε ο Δομιτιανός αποφάσισε την καταβολή ετήσιου επιδόματος στον Δεκέβαλο, με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος θα ερχόταν στη Ρώμη για να στεφθεί βασιλιάς από τον Δομιτιανό, όπως στο παρελθόν είχε στεφθεί ο Τιριδάτης, βασιλιάς της Αρμενίας από τον Νέρωνα.

Η προσπάθεια του Δομιτιανού να δώσει έμφαση στη διαφορά θέσεως που υπήρχε, ανάμεσα στον ίδιο, που ήταν κυρίαρχος, και σε όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, τους οποίους θεωρούσε υποτελείς του, δεν είχε προηγούμενο στη Ρώμη.

Η αντίληψη αυτή έγινε φανερή στο σχεδιασμό του ανακτόρου, γνωστού ως Domus Flavia, που ανεγέρθη από τον Δομιτιανό το 92 μ.Χ. ως αυτοκρατορικό παλάτι. Στο ανάκτορο αυτό ο ιδιωτικός χώρος του αυτοκράτορα συνδυάστηκε με το δημόσιο χώρο. Ο αυτοκράτορας μπορούσε να παραθέσει συνεστίαση για 500 άτομα, τα οποία κατανέμονταν σε τρεις μεγάλες αίθουσες δείπνου.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας παρίστατο στο συμπόσιο, καταλαμβάνοντας μια κόγχη που προοριζόταν μόνο γι’ αυτόν. Ο τρόπος με τον οποίο εμφανιζόταν και συμπεριφερόταν ο Δομιτιανός στα συμπόσια επιβεβαίωνε το γεγονός ότι ήταν υπερόπτης. Δίχως αμφιβολία, αυτή του η στάση, που αναδείκνυε την ανώτερη θέση του ηγεμόνα από τους Συγκλητικούς, δεν έτυχε ευρείας αποδοχής.

Ο Πλίνιος υπογράμμισε ιδιαίτερα τη διαφορά ανάμεσα στην προσήνεια του Τραϊανού και την υπεροψία του Δομιτιανού.

Επιπλέον, η πρόσοψη του ανακτόρου Domus Flavia η οποία ήταν ορατή από τη Ρωμαϊκή Αγορά, τόνιζε την απόσταση που διατηρούσε ο Δομιτιανός από όλους τους θνητούς. Οι θεμελιώδεις απόψεις του αυτοκράτορα σχετικά με τον κυρίαρχο ηγεμόνα γίνονταν φανερές και από την αρχιτεκτονική του χώρου γνωστού ως Aula Regia, ο οποίος αποτελούσε το αρχιτεκτονικό και λειτουργικό κέντρο του ανακτόρου.

Η Aula Regia, με επιφάνεια 1180 τ.μ., ήταν μια τριώροφη αίθουσα, που καταλάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα του παλατιού. Οι τοίχοι της ήταν επενδεδυμένοι με σπάνια μάρμαρα και οι δύο πρώτοι όροφοι είχαν κίονες.

Ανάμεσα στους κίονες του ισογείου υπήρχαν κόγχες, που σχημάτιζαν στο βάθος τους ναΐσκους. Σε αυτές είχαν τοποθετηθεί κολοσσιαία αγάλματα θεών. Από αυτά διασώθηκαν τα αγάλματα του Βάκχου και του Ηρακλή από βασάλτη. Στο μέτωπο της αίθουσας υπήρχε μια μεγάλη αψίδα, στην οποία ως σύντροφος των θεών εικονιζόταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Εδώ ο Δομιτιανός δεχόταν τους ξένους πρεσβευτές και παρίστατο σε ακροάσεις.

Το ανάκτορο αυτό, σύμφωνα με τις απόψεις του Δομιτιανού, είχε τη μορφή ενός ιερού. Η θρησκευτική σημασία της Aula Regia υπογραμμιζόταν και από στοιχεία δανεισμένα από την αρχιτεκτονική των ναών.

Επιπλέον, την ιερότητα του χώρου αναδείκνυαν: η διακόσμηση και τα ανάγλυφα των διαζωμάτων, που είχαν θέματα θρησκευτικά, καθώς και τα γιγαντιαία αγάλματα των θεών. Τα διαζώματα προμήνυαν την έλευση μιας νέας εποχής ευδαιμονίας, της οποίας εγγυητής ήταν ο αυτοκράτορας.

Φαίνεται ότι ο Δομιτιανός δεν είχε άλλη επιλογή, προκειμένου να γίνει αποδεκτό το πρόγραμμά του. Εφόσον επιθυμούσε να εξασφαλίσει όχι μόνο την αποδοχή του από το στρατό αλλά και από τους συγκλητικούς και το λαό για να θεμελιώσει την ηγεμονία του, όφειλε να διαφοροποιήσει τις παραμέτρους επικοινωνίας.

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του, ο ίδιος δεν μπορούσε να εμφανιστεί στους συγκλητικούς ως σύντροφος αλλά ως υπεράνθρωπος, του οποίου η παντοδυναμία τον ανήγαγε σε επίπεδο θεού.

Το τέλος του Δομιτιανού

Συνήθως, οι αυτοκράτορες της Ρώμης είχαν βίαιο τέλος. Ο φυσικός θάνατος για έναν αυτοκράτορα ήταν κάτι σπάνιο. Ο αυτοκράτορας Τίτος Φλάβιος Δομιτιανός (51-96 μ.Χ.) δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα, έστω και αν άφησε την τελευταία του πνοή στην κρεβατοκάμαρα του παλατιού, το οποίο είχε ανεγερθεί στο λόφο του Παλατίνου.

Το ανάκτορο του Δομιτιανού, το οποίο σώζεται έως σήμερα στη ΝΔ πλευρά του λόφου του Παλατίνου, υπενθυμίζει την εσωστρέφεια ενός αυτοκράτορα, ο οποίος, μετά από απόφαση της Συγκλήτου, καταδικάστηκε σε λήθη (damnatio memoriae).

Οι πληροφορίες μας σχετικά με τον Δομιτιανό βασίζονται στις αφηγήσεις του Σουετώνιου και του Κάσιου Δίωνος.

Ο Δομιτιανός, φοβούμενος συνωμοσίες και δολοφονικές απόπειρες εναντίον του, είχε δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο κατασκόπων, ενώ είχε καταδικάσει άδικα πολλά άτομα σε θάνατο ή τα είχε εξορίσει. Ο αυτοκράτορας για κάθε ενδεχόμενο είχε πάντοτε ένα μαχαίρι κάτω από το προσκέφαλό του.

Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, όλα τα μέτρα που έλαβε για τη σωτηρία της ζωής του απέβησαν μάταια.

Τις μεσημεριανές ώρες της 18ης Σεπτεμβρίου του 96 μ.Χ., ο Παρθένιος, διοικητής της ανακτορικής φρουράς, έτρεξε στον Δομιτιανό να τον πληροφορήσει ότι ο Στέφανος, ένας απελεύθερος σκλάβος της Φλαβίας Δομιτίλλας (Flavia Domitilla), ανιψιάς του αυτοκράτορα, ήθελε να του δώσει κάποιες σπουδαίες πληροφορίες.

Ο Δομιτιανός ανυποψίαστος πήγε στην κρεβατοκάμαρά του για να συναντήσει τον Στέφανο. Όταν τον είδε και άρχισε να διαβάζει την αναφορά του, δέχτηκε ξαφνικά τη δολοφονική επίθεση του πρώην σκλάβου, ο οποίος προσπάθησε να τον σκοτώσει με το στιλέτο του.

Ο Δομιτιανός, που ήταν νέος και δυνατός, προέβαλλε αντίσταση και, κρατώντας το στιλέτο από τη λάμα του, προσπάθησε με τα ματωμένα χέρια του να το αποσπάσει από το δολοφόνο. Ενώ οι δύο μάχονταν, ένας αυλικός πιστός του αυτοκράτορα έτρεξε στο κρεβάτι του Δομιτιανού για να του δώσει το μαχαίρι, το οποίο έπρεπε να βρίσκεται κάτω από το προσκέφαλό του.

Η προσπάθεια του αυλικού απέβη άκαρπη, επειδή οι επίδοξοι δολοφόνοι το είχαν αφαιρέσει προηγουμένως.

Εκείνη τη στιγμή, κάποιοι άνδρες, που ήταν κρυμμένοι πίσω από τις κουρτίνες της βασιλικής κρεβατοκάμαρας, όρμησαν εναντίον του Δομιτιανού και τον αποτελείωσαν με οκτώ μαχαιριές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Στέφανος δεν ήταν μόνος και ότι η δολοφονία του αυτοκράτορα είχε σχεδιαστεί με κάθε λεπτομέρεια.

Σκέψεις & Συμπεράσματα

Ο Δομιτιανός με διάφορες μεθοδεύσεις προσπάθησε να σταθεροποιήσει την εξουσία του με το να προβάλλει το πρόσωπό του ως περιβεβλημένο από τη θεία χάρη.

Όμως, όπως αποδείχθηκε, οι Συγκλητικοί διέθεταν αρκετή συνοχή ως τάξη για να μη δεχτούν την υποτίμησή τους από έναν αυτοκράτορα, ο οποίος ηττήθηκε τελικά.

Η δολοφονία του Δομιτιανού το 96 μ.Χ. ήταν έργο όχι ενός δολοφόνου αλλά πολλών, που σχεδιάστηκε με επαγγελματική ακρίβεια. Πιθανότατα, στη συνωμοσία συμμετείχαν οι δύο ύπατοι, ένας εκ των δύο διοικητών της Πραιτοριανής Φρουράς και διάφοροι υψηλόβαθμοι Συγκλητικοί.

Η σύζυγος του Δομιτιανού Δομιτία, ανακαλύπτοντας ότι και η ίδια κινδύνευε, ανέθεσε στον απελεύθερο Στέφανο να αναλάβει να δολοφονήσει τον αυτοκράτορα.

Ενώ οι Συγκλητικοί δέχτηκαν με χαρά τα νέα της δολοφονίας του αυτοκράτορα, οι στρατιωτικοί εξέφρασαν τη λύπη τους. Λέγεται μάλιστα ότι αστραπές και κακοί οιωνοί προέλεγαν τη δολοφονία του Δομιτιανού.

Επειδή δε ο Δομιτιανός δεν είχε διάδοχο, η δυναστεία των Φλάβιων έσβησε μετά το θάνατό του.

Όπως προαναφέρθηκε, για τον Δομιτιανό, που ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας των Φλαβίων, μετά τη δολοφονία του αποφασίστηκε από τη Σύγκλητο damnatio memoriae, δηλαδή καταδίκη της μνήμης του.

Όλα τα αγάλματα που τον παρίσταναν καταστράφηκαν, οι νόμοι που είχε θεσπίσει ακυρώθηκαν και το όνομά του αφαιρέθηκε σχολαστικά από όλες τις επίσημες επιγραφές.

Μετά το θάνατο του Δομιτιανού, ο νέος αυτοκράτορας Νέρβας (96-98 μ.Χ.) που συμμετείχε στη συνωμοσία ξαναγύρισε στην αρχή της αποδοχής της ηγεμονίας και οι Συγκλητικοί ανέκτησαν τα παραδοσιακά τους προνόμια ως σύντροφοι του αυτοκράτορα.

Ωστόσο, οι επόμενοι αυτοκράτορες, όπως ο Κόμοδος, ο Ηλιογάβαλος, ο Αυρηλιανός και ο Διοκλητιανός, προσπάθησαν να λύσουν το θέμα της αποδοχής τους με διάφορα μέσα ο καθένας τους, έως την εποχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος τελικά καθιέρωσε τη θεία χάρη ως μέσο για τη νομιμοποίηση της ηγεμονίας του.

Ακόμη και σήμερα διάφοροι βασιλείς της Ευρώπης βασιλεύουν βασισμένοι στην «Dei Gratia».

Praemeditatio κατά Σενέκα

Επειδή οι μακρές περίοδοι γενναιοδωρίας της Φορτούνα εμπεριέχουν τον κίνδυνο να μας αποκοιμίσουν, ο Σενέκας μας εξορκίζει να αφιερώνουμε λίγο χρόνο κάθε μέρα για να τη σκεφτόμαστε.

Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια: οφείλουμε να περιμένουμε κάτι.

Νωρίς το πρωί πρέπει να πραγματοποιούμε αυτό που ο Σενέκας ονόμασε praemeditatio, έναν προκαταβολικό διαλογισμό για όλα τα βάσανα του μυαλού και του σώματος στα οποία η θεά μπορεί στη συνέχεια να μας εκθέσει.

[Οι συνετοί] ξεκινούν τη μέρα τοyς με μία σκέψη…

Η Φορτούνα δεν μας προσφέρει τίποτα που να είναι πραγματικά κτήμα μας.

Τίποτα, δημόσιο ή ιδιωτικό, δεν είναι σταθερό˙ το πεπρωμένο των ανθρώπων, πόσω δε μάλλον αυτό των πόλεων, στροβιλίζεται διαρκώς.

Όποια κατασκευή κι αν έχει δημιουργηθεί με το πέρασμα πολλών χρόνων, με μεγάλο κόπο και μέσα από την άφθαστη καλοσύνη των θεών, σκορπίζεται στους τέσσερις ανέμους μέσα σε μία μέρα. Όχι, όποιος πει «μία μέρα» παραχωρεί υπερβολικά μεγάλη αναβολή στη δυστυχία που χτυπά σαν αστραπή˙ μια ώρα, μια στιγμή, αρκεί για να καταλυθούν αυτοκρατορίες.

Πόσο συχνά πόλεις στην Ασία, πόσο συχνά στην Αχαΐα, δεν έχουν ισοπεδωθεί μ’ ένα και μόνο πλήγμα του σεισμού; Πόσες πόλεις στη Συρία, πόσες στη Μακεδονία δεν έχουν καταβαραθρωθεί; Πόσο συχνά μια τέτοια καταστροφή δεν έχει ερημώσει την Κύπρο;

Ζούμε ανάμεσα σε πράγματα που όλα τους είναι προορισμένα να πεθάνουν.

Θνητοί γεννηθήκατε και θνητούς γεννάτε.

Τα πάντα να σταθμίζετε, τα πάντα να περιμένετε.

Τα χαρακτηριστικά του ατόμου που διαθέτει την απολύτως αναγκαία, αλλά και σπάνια στις μέρες μας, κριτική σκέψη

Κριτική σκέψη είναι η νοητικοσυναισθηματική λειτουργία που ενεργοποιεί επιλεκτικά και συνδυαστικά γνωστικές δεξιότητες, λογικούς συλλογισμούς και μεταγνωστικές στρατηγικές, με τη βοήθεια των οποίων το άτομο επεξεργάζεται τα δεδομένα με λογικό τρόπο και αποστασιοποιημένο από τις προσωπικές του πεποιθήσεις και προκαταλήψεις, προκειμένου να δαμάσει το πλήθος των ετερογενών στοιχείων τους, ώστε τελικά να καταλήξει σε έγκυρα και λογικά συμπεράσματα, διαπιστώσεις, κρίσεις, πεποιθήσεις και επιλογές δράσης.

Κριτικά σκεπτόμενο είναι το άτομο που μπορεί να συγκεντρώνει, να αναλύει και να αξιολογεί δεδομένα και παράλληλα να επανεξετάζει θέσεις και απόψεις και να επιλύει προβλήματα. Μία βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης είναι η ανάπτυξη της αυτοσυνειδησίας και της αυτοκριτικής, καθώς και η συνειδητοποίηση ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να είναι κοινωνικο-πολιτικά ουδέτερη. Άλλωστε, ο τρόπος και η θέση από την οποία βλέπει κάποιος τα πράγματα επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο τα κρίνει.

Όλες αυτές οι διαδικασίες όμως προϋποθέτουν ανοικτό μυαλό κι ευελιξία σκέψης. Αυτό σημαίνει πως το κριτικά σκεπτόμενο άτομο πρέπει να είναι σε θέση να σκέπτεται πριν δεχθεί ή απορρίψει μία άποψη ή μία πληροφορία και να είναι έτοιμο να τροποποιεί την κρίση και τις απόψεις του όταν τα δεδομένα επιβάλλουν κάτι τέτοιο.

Διακρίνεται για την προθυμία του να αμφισβητεί τις πεποιθήσεις του και να διερευνά ακόμη και ανταγωνιστικά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να το οδηγήσουν στην υιοθέτηση μιας εκ διαμέτρου αντίθετης άποψης από αυτήν που είχε διαμορφώσει αρχικά. Έτσι είναι σε θέση να τροποποιεί τις ενέργειες και τις αποφάσεις του κάθε φορά που παρουσιάζεται η ανάγκη αλλά και η ευκαιρία να μεταβεί σε ανώτερα γνωστικά επίπεδα.

Οι άνθρωποι που σκέπτονται κριτικά είναι συνήθως πλήρως ενημερωμένοι, διασταυρώνουν τις πληροφορίες τους και δεν υποστηρίζουν δογματικά την άποψή τους. Έτσι, συχνά αντιλαμβάνονται ότι τα πραγματικά γεγονότα μπορεί να είναι δεδομένα αλλά η ερμηνεία αυτών διαφέρει, γεγονός που οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες και εξυπηρετεί και πολλές -εσωτερικές ή εξωτερικές- σκοπιμότητες 

Διαθέτουν ευρύτητα πνεύματος και είναι ανοιχτά σε αλλαγές και αναθεωρήσεις. Το ανοιχτό μυαλό που χαρακηρίζει αυτά τα άτομα δεν αποτελεί, θα λέγαμε, ένα πνευματικό κεκτημένο αλλά είναι μία διαρκής προσπάθεια αναγνώρισης των εγωκεντρικών και κοινωνικοκεντρικών τάσεων του ανθρώπου που συχνά δεσμεύουν και καθοδηγούν τη σκέψη του (Paul, 1992).

Αυτό σημαίνει πως η ανάπτυξη των δεξιοτήτων της κριτικής σκέψης είναι μία δια βίου προσπάθεια στον ευρύτερο αγώνα του ανθρώπου για κατάκτηση της πνευματικής του ακεραιότητας. Αν σκεφθούμε ότι σε αυτήν την προσπάθεια ο άνθρωπος έρχεται συνεχώς αντιμέτωπος αλλά και ζει με προκαταλήψεις, ιδέες, απόψεις και κοινωνικά στερεότυπα διαπιστώνουμε πόσο δύσκολο είναι να πετύχει την πνευματική ελευθερία που επιδιώκει.

Αυτά τα άτομα ωστόσο, διακρίνονται για την ικανότητά τους να βελτιώνουν διαρκώς την συλλογιστική τους κι έτσι γίνονται ικανότερα τα ίδια να βελτιώνουν και την κοινωνία στην οποία ανήκουν. Αυτό συμβαίνει όχι γιατί είναι πνευματικά ακέραιοι αλλά διότι έχουν επίγνωση των αδυναμιών ή των προκαταλήψεων τους και προσπαθούν να απαλλαγούν από αυτές (Paul, 1990). Χαρακτηρίζονται λοιπόν από μία ειλικρίνια και μία αμερόληπτη στάση κι έτσι μπορούν να συμβάλλουν στον γενικότερο μετασχηματισμό της κοινωνίας εφόσον απαλλάσσονται οι ίδιοι από την παθητικότητα και την αδιαλλαξία.

Ο Σωκράτης - η ζωή και η διδασκαλία του

«Απονία των Αθηναίων βιασθείς πιείν κώνειον απέθανεν».1 Αυτά τα επιγραμματικά λόγια αφιερώνει ο Σουίδας στο Σωκράτη. Με αυτά και δίνει και κρίνει το ιστορικό γεγονός. Τι τραγική ειρωνεία, αλήθεια. Το στόμα που ακούραστα μιλούσε για το αγαθό, το στόμα το γεμάτο αισιοδοξία και πίστη στον άνθρωπο, να πάρει για ανταμοιβή το πικρό κώνειο. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε ο Σωκράτης τον εαυτό του στο κώνειο, ο τρόπος με τον οποίο το πήρε, μετέβαλε το θάνατο του σε αστείρευτη εστία ηθικού φωτός.

Και έτσι η φωνή του Δασκάλου ούτε έπαψε, ούτε θα πάψει ποτέ να ακούγεται. Γιατί αναφέρεται στα καίρια και βασικά, τα ουσιαστικά θέματα της ηθικής φύσης του ανθρώπου, που παρ’ όσα κι αν λέγονται, μένουν, φαίνεται, όπως πίστευε ο Σωκράτης, κοινά και αναλλοίωτα στο βάθος. Θα ακούγεται λοιπόν η φωνή του από τις γενεές των ανθρώπων που θα μοχθούν και θα ιδρώνουν για να πραγματώσουν κι αυτές άξια την ηθική ουσία του ανθρώπου. Ο θάνατος του Σωκράτη διδάσκει και με ένα πρόσθετο τρόπο. Μας καλεί να προσέχουμε σε κάθε πράξη μας, την ώρα που την πιστεύουμε καλή ή δίκαιη, μήπως κρατούμε στο χέρι μας κάποιο ποτήρι με κώνειο για κάποιον.

Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε, ανάλωσε τη ζωή του σε αποστολική αναστροφή με τους άλλους. Συζητούσε και ερευνούσε μαζί τους τα κύρια θέματα του ηθικού βίου του ανθρώπου. Για τούτο, στο βάθος μόνιμη πάντοτε προϋπόθεση αλλά και αναζήτηση είναι το πρόσωπο του ανθρώπου. Η διδασκαλία του Σωκράτη δεν είναι τόσο, ή καλύτερα, δεν είναι μόνο γνώση, θεωρία δηλαδή που μεταδίδεται.

Είναι γνώση που έχει μέσα της και τον προσδιορισμό για πράξη. Θεωρία και πράξη είναι αχώριστα δεμένες, και μόνο τότε αποτελούν ηθική γνώση. Μόνο όταν κανείς κάνει κανονικά και πράξη της ζωής του αυτό που αποκτά με το κάλεσμα για αυτογνωσία, μόνο τότε και σωστά κατανοεί το έργο του Δασκάλου και το πραγματώνει. Και φυσικά, όσο κανείς προχωρεί στην κατεύθυνση τούτη, τόσο περισσότερο και βαθύτερο νόημα παίρνουν και η κατανόηση και η πραγμάτωση. Εστί ανεξάντλητος είναι ο σωκρατικός λόγος, και τούτο γιατί αναφέρεται στις ανεξάντλητες πτυχές του εσωτερικού ανθρώπου. Τούτη η πορεία αποτελεί τη σπουδαιότερη προσφορά του Δασκάλου.

Με το Σωκράτη είδαμε, η στροφή προς τον άνθρωπο παίρνει το βαθύ και ουσιαστικό της νόημα. Τούτο φαίνεται και από τη στάση του απέναντι στους σοφιστές. Στην θέση της λεκτικής σοφιστικής αντιλογικής, που θηρεύει την επιτυχία, ο Σωκράτης βάζει το διάλογο ως πολύτιμη μορφή συνεργασίας. Ο διάλογος καλεί πάντα τον καθένα να γίνει υπεύθυνος οικοδόμος της ζωής του με το φως που του παρέχει η αυτογνωσία και με ιδανικό την ευπραξία. Έτσι αντί να ανταγωνίζεται κατά του άλλου ο Σωκράτης, συντονίζεται και συνεργάζεται μ’ αυτόν για να νικηθεί η πλάνη, η άγνοια και τη θέση της να την πάρει η γνώση, το φως.

Μια τέτοια συνεργασία χρησιμοποιεί βέβαια τον τύπο του λόγου, τα λογικά όπλα, άλλα δεν περιορίζεται σ’ αυτά. Πέρα και πίσω από τα λογικά όπλα αναζητά την ουσία, την αλήθεια, και αυτή η αλήθεια και από τον τρόπο που την αναζητά και από το σκοπό για τον οποίο την αναζητά- την ευπραξία δηλαδή- γίνεται αυτομάτως μέσα μας αρετή. Γιατί κάθε γνώση και κάθε αλήθεια, έτσι δοσμένες, έρχονται να φωτίσουν το πρόσωπο και, με τον έμφυτο έρωτα του αγαθού, να το οδηγήσουν ασφαλέστερα στο «αναμφιλογώτατον αγαθόν». Έχουμε λοιπόν στο Σωκράτη καθαρή διάκριση των λογικών όπλων από την ουσία, που αυτήν ο νους, όχι η διάνοια την κατακτά, διάκριση της λογικής ορθότητας από την αλήθεια.

Στο διάλογο του με τον άλλον χρησιμοποιεί ο Σωκράτης και την αντιλογική και συχνά περιάγει σε αδιέξοδο το συνομιλητή. Το γεγονός τούτο, το όποιον περιορίζεται στην επιφάνεια, μπορεί να τον κάνει, όπως είδαμε, να θεώρηση σοφιστή το Σωκράτη. Οι ομοιότητες είναι εντελώς εξωτικές× περιορίζονται μόνο στον τύπο, το σχήμα του διαλόγου. Ότι έτσι είναι, καταφαίνεται κυρίως από το βασικό γεγονός ότι ο Σωκράτης ούτε διδάσκει, ούτε πολεμά ιδέες. Σπουδάζει και ελέγχει τον άνθρωπο, με σκοπό την τελείωση του «εν τη αρετή», την ανύψωση του σε κυβερνήτη της ζωής του, σε αυτουργό της φιλοσοφίας του, στη μεγάλη περιοχή της ηθικής ενέργειας, την περιοχή «των εφ’ ημίν». Προϋποθέτει βέβαια ο έλεγχος ορισμένες αρχές και αλήθειες. Αλλά αυτές οι αρχές είναι οι κοινές σε όλους αλήθειες, τα άμεσα, θα λέγαμε, δεδομένα της συνείδησης, εκείνες στις οποίες, όπως πιστεύει ο Σωκράτης, οδηγεί τον καθένα ή σωστή ανθρωπογνωσία.

Κύριο όργανο, για την οικοδομή του προσώπου μένει πάντως ο λόγος. Απαραίτητη λοιπόν η άγρυπνη άσκηση του λογικού, ας πούμε, αισθητήριου, για να είναι πάντα σε θέση να διακρίνει, μέσα στις περίπλοκες συνθήκες της ζωής, τις επιταγές του αγαθού.

Εξαίσια είναι, αλήθεια η τροχιά του ηθικού στοχασμού του Σωκράτη, που όλο και ανεβάζει τον άνθρωπο σε υψηλότερες σφαίρες ηθικού βίου. Απεργάζεται υπεύθυνο πρόσωπο φωτισμένο από τη γνώση. Προοδευτική η πορεία, γιατί όσο βαθύτερη είναι η γνώση, τόσο τελειότερη και η αρετή. Ανάλογη θέση υποστήριξε και ο Σπινόζα.

Έτσι όμως το ιδανικό πρότυπο του ανθρώπου κινδυνεύει, παρά τις προσπάθειες του Σωκράτη να το αποφύγει, κινδυνεύει να είναι ο «σοφός». Εκείνος δηλαδή που η διαγωγή του ρυθμίζεται από την εντελέστερη γνώση του αγαθού. Γνήσια ελληνική η θέση τούτη, με την μεγάλη εμπιστοσύνη προς τον λόγο. Μεγάλη, αλήθεια, η καινοτομία του Σωκράτη, που σκοπό της έχει να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τη μοίρα και το τυχαίο, να του ανοίξει το δρόμο προς την έλλογη πράξη, που αυτή τον καθιστά υπεύθυνο, ηθικό δηλαδή πρόσωπο. Mεγάλη, ναι, η σωκρατική καινοτομία. Προκαλεί όμως προβληματισμούς στους οποίους δε φαίνεται να παρέχει ικανοποιητική απάντηση.

Ας παρατηρήσουμε πρώτα ότι τη σωκρατική ηθική την χαρακτηρίζει ένας αριστοκρατισμός, ο αριστοκρατισμός του πνεύματος, αυτός που, ακόμη περισσότερο, διέπει την πλατωνική ηθική. Με την ταύτιση της αρετής με τη γνώση, όποια ερμηνεία κι αν της δώσουμε, ο αμαθής δεν μπορεί να είναι ενάρετος. Και αμαθείς μένουν πάντα οι περισσότεροι άνθρωποι. Οι στωικοί αλύγιστοι στον ορθολογισμό τους, θα φτάσουν να χωρίσουν τους ανθρώπους σε δυο γένη. Από τη μια έχουμε το σοφό, ή τους σοφούς, που κάθε πράξη τους είναι ενάρετη. Από την άλλη το μέγα πλήθος των άλλων, των ανίδεων και για τούτο «φαύλων». Αυτών η πράξη, και όταν ακόμη είναι καλή, δεν είναι ενάρετη, δεν είναι αρετή, διότι την πράττουν δίχως να έχουν γνώση του καλού. Ιδού η άκρη απόληξη της ορθολογικής ηθικής ως προς το σοβαρό αυτό ζήτημα.Αλλά στην ηθική αυτή ενυπάρχει και άλλο επικίνδυνο τρωτό. Αυτό προκαλείται από το γεγονός, ότι ο λόγος δεν μπορεί να θεμελιώσει με τρόπο απόλυτο το «αναμφιλογώτατον αγαθόν».

Ο Σωκράτης φτάνει, την αλήθεια, σε υψηλότατη σύλληψη του αγαθού, που το βλέπει ως ομολογία της συνείδησης με τον εαυτό της. Αλλά και αυτή η υψηλότατη σύλληψη δεν αίρει την προηγούμενη διαπίστωση, και μάλιστα, όταν σκεφτούμε ότι ο Σωκράτης δε φαίνεται να είδε όλο το μεταφυσικό βάθος που προϋπόθεση του είναι η ομολογία της συνείδησης με τον εαυτό της, επάνω στην οποία εδράζεται και αυτήν δηλώνει η ευπραξία. Έχει λοιπόν προϋπόθεση η ομολογία, και αυτή δεν την είδε με τρόπο ακέραιο ο Σωκράτης. Ας σημειώσουμε ότι τον ίδιο καιρό ο συνομιλητής του Αρίστιππος, διδάσκει ότι ύψιστο αγαθό είναι η ηδονή ως άμεση και πρωταρχική έφεση. Ανάλογα αργότερα θα διδάξει και ο Επίκουρος.

Οι παραπάνω ανεπάρκειες θα πείσουν τελικά τη σκέψη, ότι η γνώση δεν καλύπτει την αρετή και ότι ο λόγος είναι όργανο, πολύτιμο, όταν φωτίζει τη βούληση.Ώστε η αρετή δεν είναι γνώση, ή δεν είναι μόνο γνώση. Περαιτέρω, ο νους θα αναρωτηθεί μήπως η ηθική ενέργεια του ανθρώπου, η αρετή, είναι μεταφυσική στην προέλευση και ουσία της. Τη θέση τούτη τη θίγει ο Σωκράτης, θα τη θίξει και ο Πλάτων στο «Μένωνα»2. Τα δυο σημεία ότι η αρετή δεν είναι γνώση και ότι είναι μεταφυσική η ουσία της θα αποτελέσουν αργότερα κύριες θέσεις της χριστιανικής περί του ανθρώπου διδασκαλία.

Κάποιος Κύρσας, λέγει ο Σουίδας3 Χιώτης, πήγε στην Αθήνα, για να γνωρίσει το Σωκράτη και να τον συναναστραφεί. Αλλά ο Σωκράτης είχε πεθάνει. Πήγε τότε ο Κύρσας και κοιμήθηκε κοντά στον τάφο του Δασκάλου. Και ήρθε στον ύπνο του ο Σωκράτης και του κράτησε συντροφιά. Αμέσως ύστερα σηκώθηκε ο Κύρσας και έφυγε για τη πατρίδα του, «τούτο μόνον απολαύσας του φιλοσόφου».

Πολύ ποιο τυχεροί εμείς, έχουμε στη διάθεση μας την εικόνα του Δασκάλου, πλασμένη από το μεγαλύτερο τεχνίτη του λόγου και φιλόσοφο, τον Πλάτωνα, και μπορούμε, φτάνει να θέλουμε, να δεχόμαστε πλούσια την ανέσπερη ακτινοβολία του.
--------------------------
1.  Σουίδα, Σωκράτης.

2.  99e

3. Σουίδα. Σωκράτης