Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (11.221-11.298)

Ἰφιδάμας Ἀντηνορίδης, ἠΰς τε μέγας τε,
ὃς τράφη ἐν Θρῄκῃ ἐριβώλακι, μητέρι μήλων·
Κισσῆς τόν γ᾽ ἔθρεψε δόμοις ἔνι τυτθὸν ἐόντα
μητροπάτωρ, ὃς τίκτε Θεανὼ καλλιπάρῃον·
225 αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἥβης ἐρικυδέος ἵκετο μέτρον,
αὐτοῦ μιν κατέρυκε, δίδου δ᾽ ὅ γε θυγατέρα ἥν·
γήμας δ᾽ ἐκ θαλάμοιο μετὰ κλέος ἵκετ᾽ Ἀχαιῶν
σὺν δυοκαίδεκα νηυσὶ κορωνίσιν, αἵ οἱ ἕποντο.
τὰς μὲν ἔπειτ᾽ ἐν Περκώτῃ λίπε νῆας ἐΐσας,
230 αὐτὰρ ὁ πεζὸς ἐὼν ἐς Ἴλιον εἰληλούθει·
ὅς ῥα τότ᾽ Ἀτρεΐδεω Ἀγαμέμνονος ἀντίον ἦλθεν.
οἱ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,
Ἀτρεΐδης μὲν ἅμαρτε, παραὶ δέ οἱ ἐτράπετ᾽ ἔγχος,
Ἰφιδάμας δὲ κατὰ ζώνην θώρηκος ἔνερθε
235 νύξ᾽, ἐπὶ δ᾽ αὐτὸς ἔρεισε, βαρείῃ χειρὶ πιθήσας·
οὐδ᾽ ἔτορε ζωστῆρα παναίολον, ἀλλὰ πολὺ πρὶν
ἀργύρῳ ἀντομένη μόλιβος ὣς ἐτράπετ᾽ αἰχμή.
καὶ τό γε χειρὶ λαβὼν εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων
ἕλκ᾽ ἐπὶ οἷ μεμαὼς ὥς τε λίς, ἐκ δ᾽ ἄρα χειρὸς
240 σπάσσατο· τὸν δ᾽ ἄορι πλῆξ᾽ αὐχένα, λῦσε δὲ γυῖα.
ὣς ὁ μὲν αὖθι πεσὼν κοιμήσατο χάλκεον ὕπνον
οἰκτρός, ἀπὸ μνηστῆς ἀλόχου, ἀστοῖσιν ἀρήγων,
κουριδίης, ἧς οὔ τι χάριν ἴδε, πολλὰ δ᾽ ἔδωκε·
πρῶθ᾽ ἑκατὸν βοῦς δῶκεν, ἔπειτα δὲ χίλι᾽ ὑπέστη,
245 αἶγας ὁμοῦ καὶ ὄϊς, τά οἱ ἄσπετα ποιμαίνοντο.
δὴ τότε γ᾽ Ἀτρεΐδης Ἀγαμέμνων ἐξενάριξε,
βῆ δὲ φέρων ἀν᾽ ὅμιλον Ἀχαιῶν τεύχεα καλά.
Τὸν δ᾽ ὡς οὖν ἐνόησε Κόων, ἀριδείκετος ἀνδρῶν,
πρεσβυγενὴς Ἀντηνορίδης, κρατερόν ῥά ἑ πένθος
250 ὀφθαλμοὺς ἐκάλυψε κασιγνήτοιο πεσόντος.
στῆ δ᾽ εὐρὰξ σὺν δουρὶ λαθὼν Ἀγαμέμνονα δῖον,
νύξε δέ μιν κατὰ χεῖρα μέσην ἀγκῶνος ἔνερθε,
ἀντικρὺ δὲ διέσχε φαεινοῦ δουρὸς ἀκωκή.
ῥίγησέν τ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων·
255 ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς ἀπέληγε μάχης ἠδὲ πτολέμοιο,
ἀλλ᾽ ἐπόρουσε Κόωνι ἔχων ἀνεμοτρεφὲς ἔγχος.
ἤτοι ὁ Ἰφιδάμαντα κασίγνητον καὶ ὄπατρον
ἕλκε ποδὸς μεμαώς, καὶ ἀΰτει πάντας ἀρίστους·
τὸν δ᾽ ἕλκοντ᾽ ἀν᾽ ὅμιλον ὑπ᾽ ἀσπίδος ὀμφαλοέσσης
260 οὔτησε ξυστῷ χαλκήρεϊ, λῦσε δὲ γυῖα·
τοῖο δ᾽ ἐπ᾽ Ἰφιδάμαντι κάρη ἀπέκοψε παραστάς.
ἔνθ᾽ Ἀντήνορος υἷες ὑπ᾽ Ἀτρεΐδῃ βασιλῆϊ
πότμον ἀναπλήσαντες ἔδυν δόμον Ἄϊδος εἴσω.
Αὐτὰρ ὁ τῶν ἄλλων ἐπεπωλεῖτο στίχας ἀνδρῶν
265 ἔγχεΐ τ᾽ ἄορί τε μεγάλοισί τε χερμαδίοισιν,
ὄφρα οἱ αἷμ᾽ ἔτι θερμὸν ἀνήνοθεν ἐξ ὠτειλῆς.
αὐτὰρ ἐπεὶ τὸ μὲν ἕλκος ἐτέρσετο, παύσατο δ᾽ αἷμα,
ὀξεῖαι δ᾽ ὀδύναι δῦνον μένος Ἀτρεΐδαο.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἂν ὠδίνουσαν ἔχῃ βέλος ὀξὺ γυναῖκα,
270 δριμύ, τό τε προϊεῖσι μογοστόκοι Εἰλείθυιαι,
Ἥρης θυγατέρες πικρὰς ὠδῖνας ἔχουσαι,
ὣς ὀξεῖ᾽ ὀδύναι δῦνον μένος Ἀτρεΐδαο.
ἐς δίφρον δ᾽ ἀνόρουσε, καὶ ἡνιόχῳ ἐπέτελλε
νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσιν ἐλαυνέμεν· ἤχθετο γὰρ κῆρ.
275 ἤϋσεν δὲ διαπρύσιον Δαναοῖσι γεγωνώς·
«ὦ φίλοι, Ἀργείων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες,
ὑμεῖς μὲν νῦν νηυσὶν ἀμύνετε ποντοπόροισι
φύλοπιν ἀργαλέην, ἐπεὶ οὐκ ἐμὲ μητίετα Ζεὺς
εἴασε Τρώεσσι πανημέριον πολεμίζειν.»
280 Ὣς ἔφαθ᾽, ἡνίοχος δ᾽ ἵμασεν καλλίτριχας ἵππους
νῆας ἔπι γλαφυράς· τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην·
ἄφρεον δὲ στήθεα, ῥαίνοντο δὲ νέρθε κονίῃ,
τειρόμενον βασιλῆα μάχης ἀπάνευθε φέροντες.
Ἕκτωρ δ᾽ ὡς ἐνόησ᾽ Ἀγαμέμνονα νόσφι κιόντα,
285 Τρωσί τε καὶ Λυκίοισιν ἐκέκλετο μακρὸν ἀΰσας·
«Τρῶες καὶ Λύκιοι καὶ Δάρδανοι ἀγχιμαχηταί,
ἀνέρες ἔστε, φίλοι, μνήσασθε δὲ θούριδος ἀλκῆς.
οἴχετ᾽ ἀνὴρ ὤριστος, ἐμοὶ δὲ μέγ᾽ εὖχος ἔδωκε
Ζεὺς Κρονίδης· ἀλλ᾽ ἰθὺς ἐλαύνετε μώνυχας ἵππους
290 ἰφθίμων Δαναῶν, ἵν᾽ ὑπέρτερον εὖχος ἄρησθε.»
Ὣς εἰπὼν ὄτρυνε μένος καὶ θυμὸν ἑκάστου.
ὡς δ᾽ ὅτε πού τις θηρητὴρ κύνας ἀργιόδοντας
σεύῃ ἐπ᾽ ἀγροτέρῳ συῒ καπρίῳ ἠὲ λέοντι,
ὣς ἐπ᾽ Ἀχαιοῖσιν σεῦε Τρῶας μεγαθύμους
295 Ἕκτωρ Πριαμίδης, βροτολοιγῷ ἶσος Ἄρηϊ.
αὐτὸς δ᾽ ἐν πρώτοισι μέγα φρονέων ἐβεβήκει,
ἐν δ᾽ ἔπεσ᾽ ὑσμίνῃ ὑπεραέϊ ἶσος ἀέλλῃ,
ἥ τε καθαλλομένη ἰοειδέα πόντον ὀρίνει.

***
Ο Αντηνορίδης καλοειδής και μέγας Ιφιδάμας·
αυτόν στην Θράκην κάρπιμην μητέρα των προβάτων
μικρόν ακόμη ανάθρεψεν ο πάππος του Κισσέας
που της ευμορφοπρόσωπης Θεανούς ήταν πατέρας·
225 και ότ᾽ έφθασε της ζηλευτής νεότητος στο άνθος,
του έδωκε την κόρην του σιμά του να τον έχει,
και απ᾽ τον νυμφώνα, ως άκουσε των Αχαιών την φήμην,
ξεκίνησε με δώδεκα κυρτόπρωρα καράβια.
Κι έπειτα οπίσω τ᾽ άφησε στην πόλιν της Περκώτης
230 κι ήλθε πεζός στην Ίλιον και αυτός να πολεμήσει·
κι εκείνος τότ᾽ εστήθηκεν εμπρός εις τον Ατρείδην.
Και οπόταν επροχώρησαν κι εβρέθηκαν αντίκρυ,
του Ατρείδ᾽ η λόγχη έγυρε αλλού κι εκείνον δεν επήρε·
και κάτω από τον θώρακα, στην ζώνην, ο Ιφιδάμας
235 τον κτύπησε κι εστήριξε με το βαρύ του χέρι
την λόγχην, πλην δεν έσχισε τον εύμορφον ζωστήρα,
κι η άκρη της στον άργυρον κυρτώθη ωσάν μολύβι.
Την έπιασεν ορμητικός, ως λέοντας, ο Ατρείδης
και τραβηκτά την έσυρεν από το χέρι εκείνου,
240 και με το ξίφος έπειτα την κεφαλήν του επήρε.
Ο θλιβερός τον χάλκινον ύπνον αποκοιμήθη
στους συμπολίτες του βοηθός μακράν της νυμφευτής του,
πριν δια τα μύρια δώρα του του ανταποδώσει χάριν.
Βόδια της έδωκ᾽ εκατόν κι έταξε χίλι᾽ ακόμη
245 γίδια και αρνιά, που αμέτρητα του εβόσκαν οι ποιμένες.
Αυτόν τότε απογύμνωσεν ο Ατρείδης και τα ωραία
άρματα επήρε ανάμεσα στων Αχαιών το πλήθος.
Τον αδελφόν του όπ᾽ έπεσεν άμ᾽ είδ᾽ ο Αντηνορίδης
ο Κόων, ο πρωτότοκος, εξαίσιος πολεμάρχος,
250 λύπης μαυρίλα εσκέπασε το φως των οφθαλμών του.
Του θείου Αγαμέμνονος κρυφά στο πλάγι εστήθη,
και κάτω από τον άγκωνα τον κτύπησε κι η λόγχη
τον άνοιξε η στιλβωτή κι η άκρη εβγήκε αντίκρυ.
Ρίγος αισθάνθη στην καρδιάν ο μέγας βασιλέας·
255 όμως δι᾽ αυτό δεν έπαυσε ποσώς από την μάχην·
του εχύθη μ᾽ ανεμόθρεπτο κοντάρι στην παλάμην
και από τον πόδα ως έσερνε τον αδελφόν του ο Κόων
μέσα στο πλήθος κι έκραζε τους πρώτους πολεμάρχους,
κάτω από την ασπίδα του τον λάβωσεν ο Ατρείδης
260 με το κοντάρι κι έλυσε τα μέλη του κι επάνω
στο σώμα του Ιφιδάμαντος την κεφαλήν τού επήρε.
Και τα παιδιά του Αντήνορος, ως ήθελεν η μοίρα,
μέσα στον Άδη απέστειλεν ο Ατρείδης βασιλέας.
Και ακόμα επεριφέρετο στες τάξες των ανδρείων
265 με το κοντάρι, με τρανά λιθάρια και με ξίφος,
ωσότου από το λάβωμα ζεστόν ανάβρυζ᾽ αίμα.
Αλλ᾽ ότε εστέγνωσε η πληγή κι εστάθηκε το αίμα,
πόνοι τότ᾽ έσφαζαν πικροί του Ατρείδη την ανδρείαν,
και ως εις γυναίκα όταν γεννά δριμύ τοξεύουν βέλος
270οι οδυνηρές Ειλείθυιες της Ήρας θυγατέρες,
όπου της γέννας τούς πικρούς πόνους μαζί τους φέρουν,
παρόμοιοι πόνοι εθέριζαν του Ατρείδη την ανδρείαν.
Πηδώντας εις την άμαξαν στον κυβερνήτην είπε
να στρέψει προς τα πλοία τους, ότ᾽ η καρδιά του επιάσθη.
275 Κι εφώναξε των Δαναών: «Ω φίλοι πολεμάρχοι,
ω των Αργείων αρχηγοί, σεις τώρ᾽ ακολουθείτε
δια τα γοργά καράβια μας τον ιερόν αγώνα,
διότι εμέ δεν άφησε ο πάνσοφος Κρονίδης
να πολεμήσ᾽ ολήμερα τους αποτόλμους Τρώας».
280 Είπε και αυτός εράβδισε τους ίππους προς τα πλοία,
και αυτοί πετάξαν πρόθυμοι· τα στήθη τους αφρίζαν
και ο κονιορτός τούς έραινεν ενώ τον βασιλέα
μακράν της μάχης έφερναν σκληρά βασανισμένον.
Και ο Έκτωρ άμα ενόησε που αποχωρούσ᾽ ο Ατρείδης,
285 των Τρώων μεγαλόφωνα και των Λυκίων είπε:
«Τρώες, Λύκιοι, Δάρδᾳνοι και σεις κονταρομάχοι,
άνδρες φανείτε, μ᾽ όλην σας την δύναμιν, ω φίλοι.
Τους άφησ᾽ ο καλύτερος κι εμένα θα δοξάσει
ο Ζεύς· αλλά κινήσετε τους ίππους σας επάνω
290 των ανδρειωμένων Δαναών πολύ να δοξασθείτε».
Είπε και εις όλους άναψε το θάρρος της ανδρείας
και ως κυνηγός λευκόδοντα σκυλιά κινεί να πιάσουν
αγριόχοιρον ή λέοντα, παρόμοια τον γενναίον
λαόν των Τρώων έσπρωχνεν ενάντια στους Αργείους
295 ο μέγας Έκτωρ, και όμοιαζε τον ανδρειωμένον Άρην.
Εις τους προμάχους μ᾽ έπαρσιν αυτός επροχωρούσε
και μες στην μάχην έπεσεν, ως πέφτει η ανεμοζάλη
και τα γαλάζια κύματα σηκώνει της θαλάσσης.

Θολή Πραγματικότητα

Δεν υπάρχει καμία δύναμη που μπορεί να σε μετακινήσει, αν εσύ θέλεις να παραμένεις εκεί που βρίσκεσαι. 

Αυτό δεν είναι δύναμη;

Αυτήν την δύναμη δεν την αναγνωρίζεις;
Μπορείς να τη γυρίσεις υπέρ σου αντί να παραπονιέσαι πως "άλλοι σε περιορίζουν", είναι "οι συνθήκες που σε κρατάνε δέσμιο";

Όταν σ' αποδέχομαι όπως ακριβώς είσαι ΕΠΕΙΔΗ βλέπω περισσότερα απ' όσα φαίνονται στην επιφάνεια σου, σημαίνει πως μπορώ να υπάρχω όπως θέλω να είμαι εγώ, αντίστοιχα και παράλληλα με σένα. Όχι πάντα όπως σ' αρέσει!

Αυτό σημαίνει ότι συχνά θα διαφωνείς, θα σε θυμώνω, θα βλέπεις όλα όσα δεν είμαι και θα σ' εξυπηρετούσε ν' αλλάξω. Πόσο εύκολη θα ήταν η ζωή σου τότε!

Αποδέχομαι όμως δεν σημαίνει ανέχομαι. Κατανοώ δεν σημαίνει συμβιβάζομαι, συμμερίζομαι. Διαφορετικά, αργά ή γρήγορα δημιουργούμε θύτες και θύματα, εκεί που νομίζαμε πως υπήρχε αγάπη.

Είμαστε στο πεδίο/επίπεδο της ιδιοκτησίας. Στην κτήση. Στην κατοχή. Σε όλα τα επίπεδα. Αυτό δεν αφήνει πολλά περιθώρια μετακίνησης. Είναι το σπίτι μου, η σχέση μου, το παιδί μου, τα συναισθήματά μου, οι ανάγκες μου, οι πεποιθήσεις μου, η θέασή μου, το σωστό μου. Όλα δικά μου!

Στην ασφάλεια της απομόνωσης του νου μας, στο βόλεμα της ομαδοποίησης, της οπαδοποίησης, της κάθε λογής σύρραξης και σύνταξης, που βοηθά την διατήρηση της όποιας οπτικής μας.

Τα σκαμπανεβάσματα είναι "η ζωή σου"! Όπως η θάλασσα, που είναι ζωντανή, κινείται, άλλοτε με μικρά άλλοτε με μεγάλα κύματα.

Όμως δεν τα δέχεσαι όλα με την ίδια διάθεση και εμπιστοσύνη. Νομίζεις πως κάποτε θα γίνεις "βούδας" και θα κάθεσαι στη νιρβάνα σου, όπου τίποτα δεν θα σε ταράζει! Ή όλα θα "λειτουργούν ρολόι"... ή κάτι τέτοιο. Ο καθένας έχει τον δικό του ιδεατό παράδεισο.

Πριν τη δημιουργία βρίσκεται η αποδόμηση, το γκρέμισμα, η διάλυση, ο θάνατος, η ακύρωση. Θέλεις όμως να "ομορφαίνεις" τα πράγματα. Αρνείσαι το γκρέμισμα, θέλεις μόνο "τη φωτεινή πλευρά της ζωής", αγνοώντας πως συνυπάρχουν. Για να υπάρξει γέννηση του καινούργιου, πρέπει το παλιό να πεθάνει. Όσο αντιστέκεσαι, τόσο επιμηκύνεις το χρόνο. Όσο συνεργάζεσαι, τόσο πλησιάζουν τα δυο αντίθετα, η γέννηση και ο θάνατος.

Οι αιτίες των όποιων προβλημάτων σου δεν βρίσκονται ούτε στην παιδική σου ηλικία ούτε σε κάποιον/κάτι πέρα και έξω από σένα. Μπορείς να δεις τα πάντα παρατηρώντας το παρόν σου. Είναι πολλά και είναι συνεχόμενα... μη νομίζεις πως το κάνεις! Δεν εκπαιδευόμαστε μ' αυτόν τον τρόπο.

Τον παρατηρητή τον χάνεις επειδή δεν τον συμπαθείς και πολύ! Πάντα θέλει να σου εντοπίζει όλα όσα εσύ θέλεις να προσπερνάς, όσα δεν βολεύουν τις απόψεις σου, το προφίλ και τους σκοπούς σου. Ίσως έτσι "μπορέσεις να κρατήσεις τα κεκτημένα σου", ίσως "δεν χρειάζεται να αλλάξεις τίποτα, να μετακινηθείς", ίσως "να μην πονέσεις τόσο πολύ....είναι πολλά τα οφέλη!

Δεν μπορείς να "προσπαθείς" να βλέπεις τον εαυτό σου. Η όποια προσπάθεια είναι αυτο-ακυρωτική. Υπάρχει λόγος γι' αυτό. Ο σκεπτόμενος νους σου θα σε πείθει πάντα πως "έχεις δίκιο", πως "η ζωή/οι άλλοι είναι εναντίον σου" και άλλα παρόμοια.... Όσο κι αν προσπαθείς, πάντα θα γυρνάς στην ίδια αρχή: "είμαι μικρός, αδύναμος, απροστάτευτος."

Είναι που είσαι φορτωμένος με ενοχές, είναι που πιστεύεις πως δεν έχεις επιλογές. Είναι που πίστεψες πως ο εαυτός σου χρειάζεται έλεγχο, πλαίσια, κανόνες, ηθική, νόμους, συμβόλαια, χρέη... γιατί, αλοίμονο! Χωρίς όλ' αυτά τα βάρη, τους σταυρούς, την αυτο-τιμωρία, το βούρδουλα, τις στερήσεις, θα μεταμορφωνόσουν σε τέρας! Το μέγεθος της πλάνης είναι απερίγραπτο!

Δεν γεννιόμαστε με αθωότητα! Δεν τη χάνουμε στην πορεία! Την αποκτάμε μόνο συνειδητά και μόνο με δουλειά.

Δεν "επιστρέφουμε". Δημιουργούμε, ενώνοντας το χρόνο, μόνο στο παρόν μας.

Η ζωή δεν είναι ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ πώς ΘΑ αντιδράσεις. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να τη ζεις. Η ζωή είναι να δημιουργείς τον Εαυτό σου κάθε στιγμή, εκ νέου, επιτρέποντας στους άλλους να δημιουργούν αντίστοιχα τον Εαυτό τους.

Να είσαι απόλυτα ειλικρινής με τον Εαυτό σου! Ο δρόμος είναι ένας... η αλήθεια μας!

Όταν εκπαιδεύουμε το νου μας ΠΩΣ να σκέφτεται, οπλίζουμε τον εαυτό μας ενάντια σε όλα και όλους που θέλουν να μας επιβάλλουν ΤΙ να σκεφτόμαστε.

Αυτό που είμαστε

Ποιός από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε. Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων. Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε. Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν…

Δεν υπάρχει αγάπη όταν ο άνθρωπός σου τα βλέπει όλα μέσα από το δικό του πρίσμα. Όταν προσπαθεί να κατευθύνει τις αποφάσεις και τις συμπεριφορές σου με βάση τα δικά του θέλω και πιστεύω.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν δεν σέβεται και δεν κατανοεί την ατομικότητα σου, την προσωπικότητα σου. Όταν δεν ακούγονται εξίσου και οι δικές σου επιθυμίες.

Δεν υπάρχει αγάπη στα υβριστικά λόγια, στις προσβολές και στις εκφράσεις που μειώνουν, έτσι ώστε να νιώσει ο σύντροφος σου πως υπερτερεί, υποβιβάζοντας την δική σου ύπαρξη.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν κρίνει διαρκώς. Σαν να του έχει δοθεί η αρμοδιότητα του κριτή. Σαν να στέκει ανώτερος όλων. Σαν να μην κάνει λάθη όπως όλοι οι άνθρωποι.

Δεν υπάρχει αγάπη στον έλεγχο. Όταν κάνει το ταίρι του να ασφυκτιά, να διψάει για πνοή ελευθερίας, για να νιώθει εκείνος σιγουριά μέσα στο χάος των ανασφαλειών του.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν λέει πως σε αγαπάει ενώ μόλις σε έχει κοιτάξει στα μάτια και σου έχει πει ψέματα, μικρά ή μεγάλα.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν σε σπρώχνει με δύναμη στον τοίχο. Όταν έχεις μελανιές και πονάει το σώμα σου από το βίαιο άγγιγμα του. Και είτε καταλήγει να αναιρεί την ύπαρξη του συμβάντος, ή αν παραδεχτεί την πράξη του, ενοχοποιεί εσένα.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν σου ασκεί ψυχολογικό πόλεμο και πιστεύει ότι σου αξίζει. Έχοντας ως σκοπό του να μάθεις μέσα από την κακομεταχείριση και εκλογικεύει την συμπεριφορά αυτή, ως διδακτική.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν μοιράζεται το κρεβάτι και με άλλον άνθρωπο ή όταν ανταλλάσσει τρυφερά λόγια αγάπης από εδώ και από εκεί.

Δεν υπάρχει αγάπη όταν δεν σε ακούει γιατί έχει πάντα κάτι πιο σημαντικό να κάνει και νιώθει μοναξιά η ψυχή σου.

Πρόσεχε! Διότι βία δεν είναι μόνο η ύβρις και η σωματική κακοποίηση, αλλά όλα όσα σε ενοχλούν κάθε φορά που κάποιος καταπατά δίχως ίχνος σεβασμού τα όρια σου.

Δεν υπάρχει μονάχα έλλειψη αγάπης στις παραπάνω συμπεριφορές, διότι ένας άνθρωπος που φέρεται καθ´ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο δεν ξέρει να αγαπάει, αλλά υπάρχει και έκδηλη κακοποίηση.

Και επειδή δεν υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη στην συντροφικότητα, ίσως πρέπει να αναθεωρήσεις τους λόγους που σε κάνουν να παραμένεις σε μια σχέση, αν βιώνεις καταστάσεις σαν αυτές.

Θα πρέπει να αγαπάς περισσότερο τον εαυτό σου και να βρίσκεις τρόπους να διεκδικείς αυτά που σου αξίζουν…όλα τα βασικά θεμέλια μιας υγιούς σχέσης αγάπης.

Η κακία «διδάσκεται» στην παιδική ηλικία από τους ίδιους τους γονείς

H Alice Miller (1923-2010) ήταν Ελβετίδα ψυχολόγος, ψυχαναλύτρια και φιλόσοφος, η οποία έγινε γνωστή για τα βιβλία της πάνω στην κακoποίηση παιδιών από τους γονείς τους, τα οποία μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Στην Ελλάδα τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ροές. Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλίο της «Δρόμοι της ζωής. Έξι ιστορίες» δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη βία που ασκείται στα παιδιά και στο πώς αυτή ανακυκλώνεται έπειτα στην κοινωνία. Αντίστοιχα και στο βιβλίο «Το ξύπνημα της Εύας» εξετάζονται τα αίτια και οι συνέπειες των παιδικών τραυμάτων, ενώ η συγγραφέας υποστηρίζει, ότι τα παιδιά που έχουν υποστεί βία από τους γονείς ή τους δασκάλους τους στη βρεφική ή παιδική τους ηλικία κάποια στιγμή θα στρέψουν τη βία αυτή εναντίον της κοινωνίας.

Αποσπάσματα των βιβλίου αναφορικά με τις επιπτώσεις της κακoποίησης έχει δημοσιεύσει η κ. Πατούλη στο blog της και από αυτά αξίζει να μείνουμε σε ορισμένους «κανόνες», τους οποίους κάθε γονιός πρέπει να διαβάσει:

-«Όποιος ασχολείται με την παιδική κακοπoίηση βρίσκεται συχνά αντιμέτωπος με το ανεξήγητο φαινόμενο γονείς να κακoποιούν ή να παραμελούν τα παιδιά τους με τον ίδιο τρόπο που υπέστησαν την κακοποίηση και την παραμέληση οι ίδιοι ως παιδιά. Όμως, ως ενήλικοι δεν θυμούνται πια τι υπέφεραν.»

-«Όσο ο θυμός απέναντι σε έναν γονιό παραμένει ασυνείδητος και απωθημένος δεν μπορεί να σβήσει. Μπορεί μόνο να μετατεθεί σε αποδιοπομπαίους τράγους, στα ίδια τα παιδιά αυτού που τον νιώθει ή σε υποτιθέμενους εχθρούς.»

-«Άνθρωποι που ως παιδιά έλαβαν στοργή και συμπαράσταση υιοθετούν από νωρίς τον γεμάτο κατανόηση και αυτόνομο τρόπο συμπεριφοράς των γονιών τους. Η αυτοπεποίθηση, η ικανότητα να αποφασίζουν και να συμπονούν ήταν κοινές σε όλους τους σωτήρες.»

-«Ένα παιδί που έχει ανατραφεί με τη χρήση βίας φοβάται να προσλάβει νέες εμπειρίες, γιατί στα μάτια του ελλοχεύει παντού ο κίνδυνος εντελώς ξαφνικά να τιμωρηθεί για υποτιθέμενα σφάλματα. Στον μετέπειτα ενήλικο θα λείπει η πυξίδα των εμπειριών, που θα τον καθοδηγούσε.

Γι’ αυτό και θα υποκλίνεται με δουλοπρέπεια μπροστά στην εξουσία και θα φέρεται στους πιο αδύναμους σαν να ήταν δούλοι του, έτσι όπως βίωσε ως παιδί την αυθαιρεσία των γονιών του.»

-«Η πράξη της συγχώρεσης δεν μας βοηθάει, όσο συγκαλύπτει αυτά που συνέβησαν. Γιατί η αγάπη και η αυταπάτη αλληλοαποκλείονται.

Από την αναλήθεια, την άρνηση της οδύνης στο προσωπικό μας παρελθόν, γεννιέται το μίσος που μεταβιβάζεται σε αθώους. Αποτελεί μια προσκόλληση στην αυταπάτη και αδιέξοδο. Η πραγματική αγάπη αντέχει την αλήθεια.»

-«Κάποτε θα γνωρίζει όλος ο κόσμος, ότι η ανθρώπινη βαναυσότητα δεν είναι έμφυτη αλλά παράγεται και διδάσκεται στην παιδική ηλικία. Η πρώτη εντολή θα έπρεπε να ορίζει: Τίμα τα παιδιά σου ώστε να μη χρειάζεται να κτίσουν μέσα τους τοίχους προστασίας απέναντι στον παιδικό πόνο και να αμύνονται αργότερα απέναντι σε φανταστικούς εχθρούς με φρικτά όπλα που μπορούν να καταστρέψουν τον κόσμο. Οι νέοι που επιτίθενται σε συμμαθητές τους με σωματική βία ή φθάνουν ακόμα και στο φόνο δεν το κάνουν γιατί κάποτε τους κακόμαθαν από υπερβολική αγάπη αλλά γιατί μεγάλωσαν σε συνθήκες εγκατάλειψης και κακοποιήθηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να αντιδράσουν.»

Η χειρότερη βία είναι η ψυχολογική

Ακούγοντας ή διαβάζοντας τη λέξη βία, το μυαλό στρέφεται γύρω απ’ τη σωματική κακοποίηση. Για να θεωρηθεί όμως ένα άτομο κακοποιημένο, δε χρειάζονται πάντοτε πληγές και σημάδια στο σώμα του. Ανάμεσα στις μορφές βίας, διακρίνεται ένα είδος που συχνά υποτιμάται καθώς τα «σημάδια» αυτά δεν είναι εμφανή.

Αναφερόμαστε λοιπόν, στη συναισθηματική, στην ψυχολογική κακοποίηση, στη μορφή βίας που επειδή ακριβώς τα σημάδια της είναι αόρατα, στο στάδιο μεταξύ συνειδητοποίησης κι αντιμετώπισης, κινδυνεύεις να χαθείς.

Θεραπεία, αν με ρωτάτε, υπάρχει. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση απαιτείται περισσότερος χρόνος τόσο για να αποδεχτείς ότι υπήρξες θύμα της βίας αυτής, όσο και για να επουλώσεις αυτές τις πληγές που σου άνοιξαν. Ή για να γίνω πιο συγκεκριμένη, που επέτρεψες να σου ανοίξουν.

Αν είσαι απ’ τα άτομα αυτά που, για κάποιον λόγο, δεν πιστεύουν στον εαυτό τους, είσαι γεμάτος ανασφάλειες και κόμπλεξ, ζητάς συνεχώς επιβεβαίωση για το αυτονόητο, εμπιστεύεσαι κατευθείαν, τότε σίγουρα είσαι το κατάλληλο θύμα κι αν είσαι άτυχος θα πέσεις πάνω σε αυτόν που θα στην ασκήσει.

Το κύριο χαρακτηριστικό της βίας, μπορούμε να πούμε ότι είναι η κυριαρχία. Αυτή του δυνατότερου προς τον πιο αδύναμο. Τα άτομα αυτά, που θα αναλάβουν τη σκυτάλη, είναι εκείνοι που θέλουν να επιβάλλουν την άποψή τους, να δείξουν τη δύναμή τους, να ταΐσουν τον εγωισμό τους, να κάνουν τον άλλον κτήμα τους. Απαιτούν σεβασμό, ο οποίος όμως απλά κερδίζεται και σου ζητούν να τους εμπιστευτείς ενώ πρέπει απλά να το κατακτήσουν.

Δεν είναι λίγες οι φορές βέβαια που το κάνουν επειδή σε φοβούνται κι ο μόνος τρόπος που μπορούν να σε αντιμετωπίσουν είναι να σε μειώσουν. Άλλοτε πάλι σε βλέπουν να «πετάς ψηλά» και επειδή δε σε φτάνουν, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να σε τραβούν προς τα κάτω ασκώντας σου ψυχολογική βία.

Άλλοι πάλι το κάνουν γιατί σε θέλουν στη ζωή τους, όμως δεν έχουν σκοπό να αλλάξουν ούτε μια τρίχα από πάνω τους και προτιμούν να γεμίσουν εσένα ανασφάλειες, να μειώσουν τη δική σου αυτοπεποίθηση για να νιώσεις εσύ αδύναμος να φύγεις. Το προτιμούν καλύτερα αυτό απ’ το να προσπαθήσουν να βελτιώσουν τον εαυτό τους.

Θα 'θελα, καλή την πίστει, να βάλω στην ίδια κατηγορία και τα άτομα αυτά που δεν καταλαβαίνουν ότι ασκούν ψυχολογική βία. Βέβαια, προσωπικά απορρίπτω την ιδέα του να μην καταλαβαίνει τι προκαλεί στον άνθρωπο που δήθεν αγαπάει.

Θύμα αυτής της βίας, μπορεί να είναι ο καθένας μας, ή μπορεί να έχει ήδη υπάρξει, ή να συνεχίζει να είναι ή ακόμα χειρότερα να μην έχει καταλάβει πως είναι. Όλα επιτρέπονται. Καλό θα είναι, όμως, τη στιγμή που το συνειδητοποιείς, την ίδια κιόλας να αποχωρείς.

Να αποχωρείς και να μένεις μόνος σου. Κι η νίκη θα έρθει όταν έχεις κατανοήσει πλήρως τι σου συνέβη και πώς το επέτρεψες να συμβεί. Θα ξεκινήσεις να τα βάζεις με τον εαυτό σου, να αυτοτιμωρείσαι και να τον επικρίνεις ανελέητα. Δε θα σε οδηγήσει πουθενά αυτό, όμως. Έκανες λάθος, επέτρεψες να συμβεί, όμως μη γίνεις τώρα εσύ ο θύτης του εαυτού σου.

Μάλωσέ τον όσο του αξίζει και προχώρησε. Ενίσχυσε την εμπιστοσύνη σου σ’ αυτόν και προχώρησε παρακάτω. Δώσε όμως λίγο χρόνο στον εαυτό σου να το συλλάβει. Γιατί πολλοί έχουν την εντύπωση πως φτάνει το γεγονός ότι το έζησες και το κατάλαβες. Όμως δεν του επέτρεψες να ισορροπήσει. Κι αν αυτό δε γίνει, 99% θα πέσεις θύμα ξανά και ξέρεις γιατί; Γιατί πώς να στο πω, το κουβαλάς ταμπέλα πάνω σου.

Δείχνεις πόσο ευάλωτος είσαι. Θα ανοίξεις την ψυχή σου σαν βιβλίο, πιστεύοντας πως έτσι θα σε καταλάβουν και δε θα σε φέρουν στην ίδια θέση. Κι αυτοί, όχι απλά δε θα διαβάσουν αυτές τις σελίδες, αλλά θα τις σκίσουν κιόλας.

Ξεκίνα απ’ το να θυμάσαι πόσο δυνατός είσαι. Τόλμησες να κλείσεις μία πόρτα που άλλοι δεν μπορούν καν να αγγίξουν. Και στο τέλος, θα γίνεις εσύ η κυρίαρχη δύναμη του εαυτού σου. Θα τον σέβεσαι και θα τον εκτιμάς κι αυτό θα επιβάλλεις πια σε κάθε έναν που συναντάς.

Ξέρω πως δεν είναι εύκολο. Όμως θεωρώ πως είναι πιο δύσκολο να το αποδεχτούμε και να το μοιραστούμε. Ο θύτης είναι το άτομο αυτό που θα σας πει «σ’ αγαπάω γι’ αυτό στα κάνω αυτά…»

ARTHUR SCHOPENHAUER: Είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας

Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του, όμως, εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα. Οι τροποποιήσεις στις οποίες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι συνήθως τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.

Εξάλλου, υπάρχει στην διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλ. είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ό,τι πιστεύουμε είναι μία ανακάλυψη που κλίνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα. 

Στις κύριες γραμμές, τις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση μ’ ένα –θα ‘λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητας μας και, κατόπιν, κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες , και γινόμαστε έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας- όταν αισίως φθάσουμε σ ‘αυτό- μας παρέχει την δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Μ’ αυτή την επιδημία των χωρισμών και των νέων γνωριμιών υπάρχει μια κωμική διάσταση

Μπορούσαμε να προβλέψουμε την πρωτοφανή τρικυμία που θα προκαλούσε η απελευθέρωση των παθών;

Καλύτερα να χαμογελάμε μπροστά σ’ αυτή την “τρικυμία”: οι αποτυχίες μας δεν είναι μόνο οδυνηρές, είναι κωμικές.

Τα ήθη μας στις μεγαλουπόλεις μοιάζουν με λαϊκό βαριετέ: αιφνίδιες τροπές της τύχης, πλήγματα, μηχανορραφίες, μαλλιοτραβήγματα, συμφιλιώσεις όπως όπως και ξανά καβγάδες και ρήξεις.

Σε μερικά σχολεία των αστικών κέντρων, τα παιδιά των γονέων που δεν έχουν διαζευχθεί είναι δακτυλοδεικτούμενα, ενώ τα άλλα, η πλειονότητα, έχουν γίνει μπαλάκια του πινγκ πονγκ: πηγαινοέρχονται με το βαλιτσάκι τους από το σπίτι του μπαμπά στο σπίτι της μαμάς και πάλι πίσω, αναλόγως με τις συμφωνίες των γονέων.

Μπορούμε να δούμε την κατάσταση είτε σαν ρημαγμένο τόπο είτε σαν την απόδειξη ανώτερου πολιτισμού – εξαρτάται από την ψυχική μας διάθεση.

Η γοργή ανάφλεξη της ερωτικής μας επιθυμίας και της καρδιάς μας εξηγεί το δαιμόνιο γαϊτανάκι των ζευγαριών που διαλύονται και ανασυντίθενται, χώρια τα μιμητικά διαζύγια που παρατηρούνται σε ομάδες με στενά συνδεδεμένα μέλη, όπου μπαίνει σε λειτουργία ο μηχανισμός του ντόμινο.

Μ’ αυτή την επιδημία των χωρισμών και των νέων γνωριμιών υπάρχει μια κωμική διάσταση: το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται εκατομμύρια φορές, λες και μια αόρατη χορογραφία επιβάλλει σε όλους να περάσουν από τη γήτευση στην απογοήτευση και αντιστρόφως.

Αναζητούμε το καινούργιο ενώ πασχίζουμε να φύγουμε από το παλιό, εναλλάσσουμε τον ενθουσιασμό με την ψυχρότητα.

Πολλαπλασιάζονται οι μοναχικοί, κυρίως στους κύκλους των νέων των μεγαλουπόλεων αλλά και σε όλες τις ηλικίες, σε όλα τα στρώματα: ολόκληρη στρατιά από καρδιές “σολάρει” …

Ίσως αυτή είναι η μοιραία εξίσωση του καιρού μας: μια διασταύρωση ματαιότητας και αδιαλλαξίας.

Είμαστε άστατοι επειδή ζητάμε το απόλυτο κι επειδή περιμένουμε τα πάντα από τον έρωτα που έχει γίνει η εκκοσμικευμένη μορφή της Σωτηρίας.

Δεν υπάρχει πιο ατρόμητος από τον ερωτευμένο που τον έχουν ερωτευθεί εξίσου

Το ερωτικό ενδιαφέρον ξεκινά σαν μια προσδοκία. Προσδοκία αποδοχής αν είσαι στα πρώτα σου βήματα, επούλωσης αν έχεις να θυμάσαι φορές που αυτή διαψεύστηκε. Κυρίαρχα όμως γεννιέται στην -κι από την- προσδοκία να ερωτευτείς τον εαυτό σου ώστε στη συνέχεια να το πράξει κι ο άλλος.

Κάθε φορά που ένα νέο πρόσωπο αρχίζει να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χρόνο στις ημερήσιες αναλογίσεις μας, η σκέψη που μονοπωλεί το ενδιαφέρον μας είναι το πόσο κατάφωρα θα εντυπωσιαστεί από εμάς. Και λίγο λίγο μες σ’ αυτή τη μεθυστική προσμονή άξαφνα αρχίζουμε να μας βλέπουμε αλλιώτικους. Σαν να ομορφύναμε, σαν να ‘μαστε οι πιο ενδιαφέροντες (συν)ομιλητές που ξέρουμε, σαν να έλαμψε το δέρμα και τα μαλλιά μας, σαν τα βήματά μας να αιωρούνται μερικά εκατοστά πάνω απ’ το έδαφος. Χαμογελάμε στον περαστικό, ο καφές μας φαίνεται πιο γλυκός, το μποτιλιάρισμα παύει να ενοχλεί, -κι ο άλλος, αυτός ο εξέχουσας σημασίας άλλος που πυροδότησε τούτη τη μεταμόρφωση ίσως ακόμη και ν’ αγνοεί προς το παρόν την ύπαρξή μας. Μα έχει τόση λίγη σημασία στ’ αλήθεια – καθώς έτσι κι αλλιώς στον έρωτά του ο καθείς είναι πάντα μόνος· κι ας τρέμει τούτη τη συνειδητοποίηση.

«Κράτα μικρό καλάθι».

«Να ‘χεις τα μάτια σου ανοιχτά».

«Κοίτα μην παραμυθιαστείς».

«Πρόταξε τη λογική».

«Μην πέσεις με τα μούτρα».

«Να κρατάς πισινή».

«Κι αν σακατευτείς;»

«Δεν έχεις ιδέα τι σόι άνθρωπος είναι». «Μην υπερενθουσιάζεσαι».

«Μέτρα τα λόγια σου».

Θα γεμίζαμε βδομάδες ολόκληρες αν καθόμασταν ν’ απαριθμήσουμε παραλλαγές του εξής ενός των παραπάνω. Είμαστε στ’ αλήθεια εξαιρετικά εφευρετικοί όταν πρόκειται να υπερασπιστούμε το αδύνατον. Ο έρωτας χωρίς προσδοκία αποτελεί ανθρώπινο, θεωρητικό κατασκεύασμα με και μία πιθανότητα εφαρμογής στην πραγματική ζωή με τα πραγματικά συναισθήματα. Μια απέλπιδα προσπάθεια διατήρησης της ψευδαίσθησης του ελέγχου, μια καλοστημένη και πολυδιαφημισμένη (αυτ)απάτη που μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά κι από παρέα σε παρέα με ύφος τάχα μου εμπειρικό κι περισπούδαστο, με τη σωστή αναλογία νιασίματος και σύνεσης απ’ τον αποστολέα του σπουδαίου μηνύματος στον παραλήπτη και με σκληρή, με αδυσώπητη αυτοκριτική όταν τυγχάνει αυτοί οι δύο να είναι το ίδιο πρόσωπο.

Έρχεται σε κυματισμό. Σαν αεράκι που ίσα που φυσάει σ’ αιγαιοπελαγίτικο παράθυρο και την αμέσως επόμενη στιγμή σαν πρώιμη οδύνη τοκετού. Η στιγμή της παραδοχής ότι κάποιος σου γυάλισε. Οι περισσότεροι έρωτες τελειώνουν πριν καν αρχίσουν ακριβώς στη στιγμή της εναλλαγής απ’ τον μπάτη στις συσπάσεις. Εκεί είναι που ο αναστατωμένος θα εκλογικεύσει. Θα πανικοβληθεί.

«Δεν έχω καμία ελπίδα».

«Είναι εντελώς out of my league».

«Έχω άλλες προτεραιότητες σ’ αυτή τη φάση». «Αποκλείεται να μην έχει σχέση».

«Δε θέλω μπλεξίματα».

«Θα ‘χουμε μπλεξίματα».

«Έχω σκουριάσει».

«Δεν υπάρχει περίπτωση να ταιριάζουμε».

«Δε θα πάει πουθενά».

«Όλα είναι στο μυαλό μου μόνο, να πάει να γαμηθεί».

Προφανώς θα ‘θελαμε πολλές εβδομάδες για ν’ απαριθμήσουμε τις παραλλαγές του εξής ενός των παραπάνω. Όποιος φαντάζεται τον έρωτα σαν ηλιόλουστη πεδιάδα γεμάτη παπαρούνες προφανώς δεν έχει ερωτευτεί και προφανέστερα δε θα -επιτρέψει να- του συμβεί όσο επιμένει ν’ αναζητά πίνακες του Βαν Γκογκ. Όχι γιατί αποκλείεται στο πέρασμα απ’ τη μια σκηνή στην άλλη να βρεθεί άξαφνα μπροστά σε μια πεδιάδα γεμάτη παπαρούνες, για να σταθεί να κόψει μερικές, να κυλιστεί στο χώμα και να γεμίσει με βιταμίνη D, αλλά γιατί ο έρωτας είναι χορός εναλλαγών. Και στην επόμενη σκηνή, με τον ίδιο σύντροφο πάντα, είναι αρκετά πιθανό να βρεθεί σε σεληνιακό τοπίο, ξερό, σκοτεινό, γεμάτο λακκούβες. Οι παπαρούνες ίσως ξανάρθουν, ίσως κι όχι. Η διαρκής ψυχαναγκαστική εμμονή όμως σ’ αυτές το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί είναι ακόμη περισσότερα σεληνιακά τοπία.

Το λεπτό σχοινί στο οποίο καλείται ο ακροβάτης ερωτευμένος να ισορροπήσει είναι η αποδοχή της προσδοκίας με τη γνώση ότι ίσως αυτή δεν εκπληρωθεί ή έστω ότι ίσως δεν εκπληρωθεί εντελώς στον τόπο, τον χρόνο, την ένταση, τον ρυθμό, τον τρόπο που φαντάζεται.

Δεν μπορεί να υπάρξει ταυτοχρόνως έρωτας κι έλεγχος. Πρόκειται για έννοιες αλληλοεξουδετερωτικές. Όπου υπάρχει η μία δεν αφήνει χώρο για την άλλη. Σαν να θες να στριμώξεις φορτηγό σε σπιρτόκουτο. Αδύνατον. Το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι μετριασμός της έκφρασης. Κατά πόσο δηλαδή θ’ αφήσεις στον άλλον το περιθώριο να υποψιαστεί τη δύναμη που σου ασκεί. Όποιος ποθεί παραχωρεί μέρος της δύναμής του κι όποιος ποθείται εν γνώσει του, αφήνεται στη διακριτική του ευχέρεια τι θα κάνει με τούτη την ανέλπιστη δύναμη που του χαρίστηκε εν μία νυκτί. Οι περισσότεροι από εμάς θα μπούμε στον πειρασμό να την εκμεταλλευτούμε κι όχι απαραίτητα προς ζημία της σχέσης ή του άλλου. Ή όχι συνειδητά. Ή όχι της σχέσης ή του άλλου. Ή όχι συνειδητά. Ή όχι απαραίτητα συνειδητά. Ο έχων την εξουσία της επίδρασης στον ψυχισμό του άλλου, είναι σαν να κατέχει ταυτοχρόνως και το λυχνάρι και το τζίνι. Αποφασίζει και εκπληρώνει, επιθυμεί και πραγματοποιεί. Ακόμα και στους έρωτες τους σχετικά συγχρονισμένους και ισομερώς αμοιβαίους οι εραστές μεθούν από αυτή την εναλλαγή κι όταν τους δίνεται η ευκαιρία απολαμβάνουν να προβάλουν αναμεταξύ τους τη σαγήνη που προκαλούν ο ένας στον άλλον, Φράσεις όπως: «Πού θα πας βρε, πού αλλού θα βρεις καλύτερα;» και «αφού για μένα λιώνεις!» πίσω απ’ την περιπαικτική διάστασή τους καταδεικνύουν ακριβώς αυτή την ικανοποίηση κι ας αφήνουν παράλληλα ν’ αχνοφαίνεται η αγωνία μην και εκλείψει.

Δεν υπάρχει πιο ατρόμητος απ’ τον ερωτευμένο που τον έχουν ερωτευτεί εξίσου. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όπου υπάρχει έρως, αμφίδρομος και πλήρης, κάθε άλλος φόβος μεμιάς παραμερίζεται. Βλέπεις ανθρώπους που πότε άλλοτε έτρεμαν τ’ αεροπλάνα να επιβιβάζονται σε δεκάωρες πτήσεις μόνο και μόνο για να δουν ο ένας τον άλλον. Ανθρώπους δυσκοίλιους και δυσκίνητους να υποκλίνονται στην παρόρμησή τους, ανθρώπους στρείδια να φλυαρούν ακατάπαυστα, να εκτίθενται, ν’ ανασύρουν αναμνήσεις της ιστορίας τους και να τις μοιράζονται, αναμνήσεις που καλά δε συγκρατούσαν κι ίδιοι.

Η Άγια μεταμόρφωση στην οποία μας υποβάλει ο έρωτας. Η αίσθηση του «όλα είναι δυνατά», η ακλόνητη πίστη ότι τούτη η πεποίθηση δεν είναι άλλος ένας ευσεβής πόθος, η σωματική ενέργεια, η ταχύτητα του νου, η ευφράδεια του λόγου, ο οργανισμός που χορταίνει με πέντε ώρες ύπνο και πάνω και κύρια απ’ όλα η βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει τίποτα απολύτως που να μην μπορείς να υποστεί, ή να υπερνικήσεις για χάρη του έρωτά σου,

Ασφαλώς ένας υποψιασμένος θα μπορούσε να υποθέσει ότι όλη αυτή η αφοβία δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η απόδειξη του αντιθέτου. Ο φόβος μη χάσει τον έρωτά του (κι εδώ η λέξη «έρωτας» έχει διττή ερμηνεία. Και μη χάσει τον αντικείμενο των προσδοκιών του, αλλά και μη μια μέρα ξυπνήσει και δεν αισθάνεται το ίδιο.) Την πρώτη περίπτωση υπάρχουν αρκετές που φορές που και τη συνειδητοποιεί και την ονοματίζει και την αποδέχεται. Τη δεύτερη είναι απίθανο. Ο ερωτευμένος πιστεύει ακλόνητα ότι θα είναι ερωτευμένος αιωνίως. Οποιαδήποτε διαφορετική υποψία εκλαμβάνεται για προδοσία απέναντι στον εαυτό του πρωτίστως γι’ αυτό και δεν του επιτρέπει τέτοιες σκέψεις. Αν πάει καμιά αμφιβολία να εισβάλει θα κουνήσει νευρικά το κεφάλι 2-3 φορές, όπως κάνουμε όταν φάμε κάτι πολύ ξινό ή αν δαγκώσου με τη γλώσσα μας, και θα τη διαγράψει.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Φρόιντ δεν επέτρεπε στους ασθενείς του κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για όσο καιρό διαρκούσε αυτή, να δημιουργούν ερωτικές σχέσεις. Κι αν στο σήμερα τέτοιες απαγορεύσεις ακούγονται ακραίες κι υπερβολικές, στα σίγουρα οι ψυχολόγοι δεν πετούν και τη σκούφια τους όταν στο ντιβάνι τους κάθεται ένας ερωτευμένος. Κι αυτό γιατί η ψυχοθεραπεία απαιτεί κατά το δυνατόν διαύγεια, περισυλλογή και όσο γίνεται αντικειμενικότητα. Προφανώς το ερωτικό πάθος καταλύει σε μεγάλο βαθμό όλα τα προηγούμενα. Είναι επίσης αλήθεια, ότι οι περισσότεροι οδηγούνται στο γραφείο ή το ιατρείο ενός ειδικού βαθιά πληγωμένοι από διάψευση προσδοκιών. Ασφαλώς όταν τελικά η θεραπεία προχωρά, κι αν στο μεταξύ ο ερωτευμένος δεν την εγκαταλείψει απογοητευμένος όταν διαπιστώσει ότι δεν υπόσχεται άμεσες και δραστικές λύσεις σε ό,τι τον προβληματίζει, αλλά πρόκειται για διαδικασία χρονοβόρα και κοπιαστική, τότε θ’ αναδυθούν πολλά ακόμη που δε σχετίζονται άμεσα με την αφορμή της αρχικής επίσκεψης. Το πρώτο αμήχανο χτύπημα όμως στο κουδούνι του ψυχοθεραπευτή το κάνει κάποιος που πονά από έρωτα και ψάχνει εναγωνίως μια παρηγοριά, μια λύτρωση, μια τεχνική αποπλάνησης.

Όλα αυτά στο σενάριο, που είναι και το συνηθέστερο στατιστικά, ότι κάτι θα στραβώσει ή έστω δε θα πάει βάσει του αρχικού προγραμματισμού στη διάρκεια ενός ειδυλλίου. Όπου αρχικός προγραμματισμός, βάλτε, τις πρωταρχικές προσδοκίες.

Το πρώτο που προσδοκά ο ερωτευμένος είναι ο θαυμασμός. Κάποιοι το λένε και εκτίμηση, το ίδιο όμως εννοούν. Θέλει να νιώθει ότι τον λογίζουν ως σημαντικό και ιδανικά αξιολάτρευτο. Αυτή η προσδοκία ακούγεται εξωφρενικά γενικόλογη, φανταστείτε την όμως σαν ένα πελώρια κορμό υπεραιωνόβιου πεύκου επάνω στον οποίο στηρίζονται δεκάδες μικρότερα κλαδιά και χιλιάδες παρακλάδια. Στη διαφαινόμενη έλλειψη θαυμασμού, βρίσκει την αιτιολογία της ένα απ’ το πιο κλασικά παράπονα «Δε με ακούς όταν σου μιλάω! Συνέχεια με κάτι άλλο ασχολείσαι και ούτε που μου δίνεις σημασία.». Κυκλοφορεί σε δεκάδες εκδοχές που περιλαμβάνουν φράσεις όπως «Έχεις άλλες προτεραιότητες», «Δε μου κάνεις χώρο στη ζωή σου», «Πάντα εσύ αποφασίζεις πού θα πάμε και τι θα δούμε», «Μα καλά δε θα με ρωτήσεις τι γράφω;» και ό,τι μπορεί ο καθένας να φανταστεί.

Στην ουσία τους το παράπονο ταυτίζεται και συνοψίζεται στο: Δε με θαυμάζεις. Διότι αν με θαύμαζες θα κρεμόσουν απ’ τα χείλη μου, θα ‘μουν πάντα η μία και μόνη προτεραιότητά σου, δε θα ετίθετο θέμα χώρου στη ζωή σου μιας και θα ήθελες να ‘ μαστε διαρκώς μαζί, αν με θαύμαζες θ’ άφηνες εμένα να διαλέξω προορισμό και ταινία αφού θα θαύμαζες και το γούστο μου και εννοείται θα τρελαινόσουν να ‘ σαι ο πρώτος μου αναγνώστης. Μπορεί να μας φαίνονται λόγια αιθεροβάμονος ή κακομαθημένου παιδιού τα παραπάνω, είναι όμως λόγια ερωτευμένου- μικρή η απόκλιση δηλαδή.

Ο ίδιος όμως αυτό δεν είναι σε θέση να το κατανοήσει. Και όχι γιατί υστερεί σε στοιχειώδη νου ή ενσυναίσθηση, αλλά γιατί στο δικό του μυαλό αυτός ο θεωρούμενος «μετριασμός» του θαυμασμού απ’ τον άλλον, καθρεφτίζει μια αυτοπεποίθηση κατακερματισμένη. Δεν τον πονά τόσο η υποψία ότι δε θαυμάζεται όσο επιθυμεί, αλλά η πιθανότητα να μη βρίσκει ο ίδιος εαυτόν αξιοθαύμαστο. Και ως γνωστόν όταν δεν μπορείς να ελκύσεις το ενδιαφέρον με θαυμασμό τότε καταφεύγεις στην ενοχή και τον οίκτο. Εξού και τα κατηγορώ, τα τελεσίγραφα, οι επικλήσεις στο φιλότιμο – κι όλα αυτά όχι με μοναδικό αποδέκτη τον σύντροφό του, μα και τον ίδιο.

Θυματοποίηση κι αυτομαστίγωμα εναλλάσσονται και δημιουργούν το γνωστό δίπολο μελαγχολίας κι οργής του ερωτευμένου. Και στα δύο άκρα ενυπάρχουν τόσο θλίψη όσο και θυμός απλώς διαφέρουν τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται.

Μέχρι τη στιγμή που ο θαυμασμός θα επιστρέψει, θα τοποθετηθούν τα κουτάκια στη θέση τους βάσει του αρχικού προγραμματισμού, θα μπει η ψυχή στη θέση της και τότε ο πρώην μελαγχολικός θα καλωσορίσει την έξαψη, τη χαρά και τη μανία. Ως στη θέση της και τότε ο πρώην μελαγχολικός θα καλωσορίσει την έξαψη, τη χαρά και τη μανία. Ως την επόμενη φορά βέβαια που μια, ίσως κι ανούσια, αφορμή θα αφυπνίσει τις διαψευσμένες του προσδοκίες και τον θέσει πάλι σ’ αμφισβήτηση κα θώς θα παραχωρεί οικειοθελώς όλο και μεγαλύτερο μέρος της δύναμης του στον άλλο. Ήρθε ξανά η ώρα για μια σκυταλοδρομία.

Όλα αυτά σε μεγάλο βαθμό, στο μεγαλύτερό τους ίσως, διαδραματίζονται στις εντυπώσεις του. Και η έλλειψη θαυμασμού κι οι παραπονεμένες προσδοκίες ακόμη και η ίδια η σκυταλοδρομία. Η αντίληψη του χρόνου επηρεάζεται καθώς οι υπερβολικά ευαίσθητες αισθητήριες κεραίες μας, στην προσπάθειά τους να μη χάσουν την παραμικρή λεπτομέρεια, το παραμικρό στοιχείο απ’ το έργο που διαδραματίζεται ανάμεσα σ’ εμάς και τον λατρεμένο άλλο, χάσκουν. Ασφαλώς και δε γίνεται ένας άνθρωπος σήμερα να σε επιθυμεί ωσάν τρελός κι αύριο -στο κυριολεκτικό αύριο- να ‘χει μπουχτίσει από σένα και να μη θέλει να σε βλέπει μπροστά του. Αυτές είναι διαδικασίες προοδευτικές, δε γίνονται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη.

Ο τραγέλαφος του έρωτα. Ο απαραίτητος. Καθώς εν’ απουσία του θα ‘χε στερηθεί η ανθρωπότητα εκατομμύρια αποστάγματα τέχνης που βασίστηκαν επάνω του. Τρέμω να φανταστώ πόσα τραγούδια δε θα ‘χαν γραφτεί ποτέ, πόσα ποιήματα, πόσα σενάρια. Και ακόμη κι αν όλα αυτά στον πυρήνα τους νοσούν απ’ την αναπόφευκτη επαναληπτικότητα αυτή η νόσος καθόλου δεν τα εμπόδισε απ’ το να παραμένουν βασικοί συνοδοιπόροι των στιγμών μας, να μπουν μέσα μας, να τα ρουφήξουμε, να ταυτιστούμε, ώστε στο τέλος να μας ρουφούν εκείνα. Παρηγοριά τα τραγούδια, οπλοστάσιο τα ποιήματα.

Πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα

H ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές. Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση.

Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης. Τα δύο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.

Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού. H άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα. που δε χρειαζόμαστε. Μοιάζει σα να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.

Αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στο μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.

ΞΕΝΟΦΩΝ: ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΞΕΝΟΦΩΝ, περ. 430-μετά 355 π.Χ.

Απομνημονεύματα Δ’, II, 36 κ.εξ.

— Επειδή ετοιμάζεσαι να κυβερνήσεις μια πόλη με δημοκρατικό πολίτευμα, είπε ο Σωκράτης, είμαι σίγουρος ότι ξέρεις τι είναι δημοκρατία.

— Οπωσδήποτε, απάντησε ο Ευθύδημος.

— Νομίζεις λοιπόν ότι είναι δυνατό να γνωρίζει κάποιος τι είναι δημοκρατία, χωρίς να ξέρει τι είναι λαός;

— Όχι βέβαια.

— Και τι νομίζεις ότι είναι λαός;

— Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι είναι οι φτωχοί πολίτες.

— Γνωρίζεις λοιπόν τους φτωχούς;

— Πώς είναι δυνατόν να μην τους γνωρίζω;

— Ξέρεις, επομένως, και τους πλουσίους;

— Όσο και τους φτωχούς.

— Ποιους ονομάζεις λοιπόν φτωχούς και ποιους πλούσιους;

— Φτωχοί είναι, νομίζω, όσοι δεν έχουν αρκετά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους, και πλούσιοι όσοι έχουν περισσότερα από τα αρκετά.

— Ξέρεις όμως ότι μερικοί, ενώ έχουν πολύ λίγα, όχι μόνο τους είναι αρκετά αλλά και τους περισσεύουν, ενώ άλλοι έχουν πάρα πολλά που δεν τους είναι αρκετά;

— Μα τον Δία, είπε ο Ευθύδημος, σωστά μου το υπενθυμίζεις. Ξέρω και κάποιους τυράννους που από τη φτώχεια τους αναγκάζονται να διαπράττουν αδικίες, όπως οι πάμπτωχοι.

– Άρα, είπε ο Σωκράτης, αν βέβαια αυτά είναι έτσι, θα συμπεριλάβουμε και τους τυράννους στον λαό, ενώ όσους έχουν λίγα αλλά είναι οικονόμοι θα τους θεωρήσουμε πλούσιους;

Τότε ο Ευθύδημος απάντησε:

— Η μηδαμινότητά μου με αναγκάζει φανερά να συμφωνήσω και με αυτά. Σκέφτομαι μάλιστα μήπως είναι καλύτερο για μένα να μη μιλάω, γιατί είναι πιθανό να μη γνωρίζω απολύτως τίποτα.

Γιατί το σεξ έγινε κεντρικό θέμα στη ζωή

Τι εννοούμε όταν λέμε «το πρόβλημα του σεξ»; Έχει να κάνει με την πράξη ή τη σκέψη για την πράξη; Ασφαλώς και δεν αφορά την πράξη. Η ερωτική πράξη δεν σας προβληματίζει περισσότερο απ’ το φαγητό, μα αν αρχίσετε να σκέφτεστε και το φαγητό, ή οτιδήποτε, όλη τη μέρα επειδή δεν έχετε τίποτα καλύτερο να σκεφτείτε, τότε θα γίνει κι αυτό ολόκληρο ζήτημα… Άραγε, γιατί το μεγεθύνετε, όπως προφανώς κάνετε; Ο κινηματογράφος, τα περιοδικά, τα αναγνώσματα, το ντύσιμο των γυναικών, όλα μεγεθύνουν τις σκέψεις σας για το σεξ. Και γιατί το μεγεθύνει ο νους; Γιατί το σκέφτεται ο νους γενικά; Γιατί, κυρίες και κύριοι; Είναι πρόβλημα για σας. Γιατί;

Γιατί έγινε κεντρικό θέμα στη ζωή σας; Ενώ υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που ζητούν, απαιτούν την προσοχή σας, εσείς αφοσιώνεστε ολοκληρωτικά στη σκέψη του σεξ. Τι συμβαίνει; Γιατί ο νους σας ασχολείται τόσο πολύ με αυτό; Επειδή είναι η απόλυτη φυγή, έτσι δεν είναι; Είναι μια κατάσταση απόλυτης αυτο-λησμοσύνης,

Προσωρινά, τουλάχιστον προς στιγμήν, ξεχνάτε τον εαυτό σας – κι είναι ο μόνος τρόπος να ξεχάσετε τον εαυτό. Οτιδήποτε άλλο κάνετε στη ζωή δίνει έμφαση στο «εγώ», στον εαυτό. Η δουλειά σας, η θρησκεία σας, οι θεοί σας, οι ηγέτες σας, οι πολιτικές και οικονομικές ενέργειές σας, οι φυγές σας, οι κοινωνικές ενασχολήσεις σας, η συμμετοχή σας σε ένα κόμμα και η απόρριψη ενός άλλου, όλα αυτά τονίζουν και ενισχύουν το «εγώ»…

Όταν ένα μόνο πράγμα στη ζωή είναι η οδός της απόλυτης φυγής, της ολοκληρωτικής λήθης του εαυτού, έστω και για λίγα λεπτά, τότε γαντζώνεστε από αυτό διότι μόνο τότε είστε ευτυχισμένοι…

Επομένως, το σεξ καταντά ένα εξαιρετικά δύσκολο και σύνθετο πρόβλημα όσο δεν κατανοείτε τον νου που σκέφτεται το πρόβλημα.

Γιατί είναι πρόβλημα το σεξ;

Γιατί μετατρέπουμε σε πρόβλημα ό,τι αγγίζουμε; Γιατί το σεξ κατέληξε να είναι πρόβλημα; Γιατί συνθηκολογούμε με μια ζωή γεμάτη προβλήματα; Γιατί δεν βάζουμε ένα τέλος σε αυτά; Γιατί δεν αφήνουμε πίσω μας τα προβλήματά μας και τα κουβαλά με απ’ τη μια μέρα στην άλλη, απ’ τον έναν χρόνο στον άλλο; Ασφαλώς και είναι σχετικό το ερώτημα για το σεξ, το οποίο θα απαντήσω σε λίγο, ωστόσο το πρωταρχικό ερώτημα είναι: Γιατί μετατρέπουμε τη ζωή σε πρόβλημα; Η εργασία, το σεξ, το να βγάζεις λεφτά, το να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να βιώνεις, ξέρετε τώρα, όλη η υπόθεση του ζην, γιατί είναι πρόβλημα; Μήπως δεν οφείλεται κυρίως στο ότι σκεφτόμαστε πάντα από μια ορισμένη οπτική γωνία, από μια σταθερή οπτική γωνία;

Η επιθυμία δεν είναι αγάπη

Η επιθυμία δεν είναι αγάπη η επιθυμία οδηγεί στην απόλαυση η επιθυμία είναι απόλαυση. Δεν απαρνούμαστε την επιθυμία. Θα ήταν εντελώς ανόητο να πούμε ότι πρέπει να ζήσουμε δίχως επιθυμίες διότι είναι αδύνατον. Το προσπάθησε ο άνθρωπος. Πολλοί στερήθηκαν κάθε απόλαυση, πειθάρχησαν, βασανίστηκαν και μολαταύτα η επιθυμία παρέμενε εκεί, να προκαλεί συγκρούσεις κι όλες τις αποκτηνωμένες συνέπειες των συγκρούσεων. Δεν υποστηρίζουμε την ανεπιθυμία, όμως πρέπει να κατανοήσουμε όλα τα φαινόμενα της επιθυμίας, της απόλαυσης και του πόνου, κι αν καταφέρουμε να τα ξεπεράσουμε, θα νιώσουμε ευδαιμονία και έκσταση, δηλαδή αγάπη.

Αμερικανοί αστρονόμοι είδαν για πρώτη φορά το εκρηκτικό τέλος ενός άστρου ερυθρού υπεργίγαντα

Αμερικανοί αστρονόμοι παρατήρησαν για πρώτη φορά σε πραγματικό χρόνο το δραματικό εκρηκτικό τέλος της ζωής ενός άστρου ερυθρού γίγαντα, καταγράφοντας την αυτοκαταστροφή και τον τελικό θάνατό του, λίγο πριν αυτό καταρρεύσει βαρυτικά και δημιουργήσει έναν υπερκαινοφανή αστέρα (σουπερνόβα) τύπου ΙΙ.

Οι επιστήμονες κατάφεραν να παρατηρήσουν το άστρο στη διάρκεια των τελευταίων 130 ημερών πριν την κατακλυσμική έκρηξή του. Το άστρο βρίσκεται στον γαλαξία NGC 5731 σε απόσταση περίπου 120 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη και έχει μάζα δεκαπλάσια από τον Ήλιο μας.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων Northwestern και Καλιφόρνιας-Μπέρκλεϊ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστροφυσικής «The Astrophysical Journal», έκαναν τις παρατηρήσεις τους με δύο τηλεσκόπια της Χαβάης, το Keck και το Pan-STARSS. Η ανακάλυψη επιφέρει αναθεώρηση στις προηγούμενες θεωρίες για το πώς εξελίσσονται οι ερυθροί γίγαντες λίγο πριν εκραγούν.

Υπήρχε η αντίληψη ότι τα τεράστια αυτά άστρα παραμένουν σχετικά ήσυχα πριν τον θάνατό τους, χωρίς βίαιες εκρήξεις ή φωτεινές αναλαμπές, αλλά οι νέες παρατηρήσεις έδειξαν την εκπομπή μιας πολύ ισχυρής και φωτεινής ακτινοβολίας, λίγο πριν το τέλος του συγκεκριμένου άστρου. Αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον μερικά από αυτά τα τεράστια και ασταθή άστρα υφίστανται σημαντικές αλλαγές στην εσωτερική δομή τους λίγο πριν την κατάρρευσή τους.

«Πρόκειται για μεγάλη πρόοδο στην κατανόησή μας σχετικά με το τι κάνουν τα υπερμεγέθη άστρα μερικές στιγμές προτού πεθάνουν. Η άμεση ανίχνευση της προ-σουπερνόβα δραστηριότητας σε έναν άστρο ερυθρό υπεργίγαντα δεν είχε ποτέ έως τώρα παρατηρηθεί πριν μια κανονική έκρηξη σουπερνόβα τύπου ΙΙ. Για πρώτη φορά παρακολουθήσαμε ένα άστρο ερυθρό υπεργίγαντα να εκρήγνυται», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Γουίν Τζέικομπσον-Γκαλάν του Μπέρκλεϊ.

«Είναι σαν να παρακολουθείς μια ωρολογιακή βόμβα. Ποτέ έως τώρα δεν είχαμε επιβεβαιώσει μια τέτοια βίαιη δραστηριότητα σε έναν θνήσκοντα ερυθρό υπεργίγαντα, τον οποίο είδαμε να παράγει μια τόσο φωτεινή εκπομπή ακτινοβολίας, μετά να καταρρέει και να εκρήγνυται», ανέφερε η αναπληρώτρια καθηγήτρια αστρονομίας και αστροφυσικής Ραφαέλα Μαργκούτι του Northwestern.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

3.3.4. Δύο κούροι από το Άργος στους Δελφούς


Ένα άλλο εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής που αναπτύχθηκε στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ. είναι εκείνο του Άργους. Το εργαστήριο αυτό μας είναι γνωστό κυρίως από δύο μεγάλους όμοιους κούρους, με ύψος λίγο παραπάνω από 2 m, που βρέθηκαν στους Δελφούς στο τέλος του 19ου αιώνα, κατά τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής της Αθήνας. Στην πλίνθο του ενός από τα δύο αγάλματα υπάρχει μια επιγραφή που σώζει μέρος από το όνομα και την πατρίδα του δημιουργού τους: «Ο ---μήδης τα κατασκεύασε ο Αργείος.» Για πολλά χρόνια οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι οι κούροι των Δελφών εικονίζουν δύο αδέλφια από το Άργος, τον Κλέοβη και τον Βίτωνα. Τους δύο αυτούς νέους τούς αναφέρει ο Ηρόδοτος, όταν διηγείται την επίσκεψη του σοφού Αθηναίου νομοθέτη Σόλωνα στον πάμπλουτο βασιλιά της Λυδίας Κροίσο, που έσπευσε να ρωτήσει τον καλεσμένο του ποιον θεωρούσε τον πιο ευτυχισμένο από όλους τους ανθρώπους, με την ιδέα ότι ο ίδιος ήταν ο πιο ευτυχισμένος. Ο Σόλων όμως πίστευε ότι μόνο στο τέλος της ζωής ενός ανθρώπου μπορεί κανείς να γνωρίζει αν πράγματι ήταν ευτυχισμένος και ανέφερε δύο τέτοια παραδείγματα· το πρώτο ήταν ο Τέλλος ο Αθηναίος και το δεύτερο ο Κλέοβις και ο Βίτων. Η ιστορία έχει ως εξής (Ηρόδοτος 1.31):

«Έτσι μιλώντας για τον Τέλλο ερέθισε ο Σόλων τον Κροίσο με όσα είπε για την ευτυχία του, ώστε εκείνος τώρα ρωτούσε ποιον έβρισκε ο Σόλων δεύτερο στη σειρά μετά τον Τέλλο, πιστεύοντας ακράδαντα πως τη δεύτερη θέση θα την έπαιρνε βέβαια ο ίδιος. Όμως ο Σόλων αποκρίθηκε: "Τον Κλέοβη και τον Βίτωνα. Αυτοί, που ήταν από αργίτικη γενιά, και αγαθά αρκετά είχαν και επιπλέον σωματική δύναμη τέτοιας λογής· και οι δύο είχαν κερδίσει βραβεία σε αγώνες, και λένε μάλιστα γι᾽ αυτούς την ακόλουθη ιστορία: Πως σε μια γιορτή που έκαναν οι Αργίτες προς τιμή της Ήρας, έπρεπε η μητέρα τους να πάει οπωσδήποτε με ζεμένο αμάξι στο ιερό, όμως τα βόδια δεν έφταναν στην ώρα τους από το χωράφι· καθώς ο χρόνος δεν τους έπαιρνε να περιμένουν, μπήκαν οι ίδιοι οι νέοι κάτω από το ζυγό και έσερναν το αμάξι, ενώ πάνω του πήγαινε η μητέρα τους. Κι αφού έσυραν το φορτίο τους σαράντα πέντε στάδια [λίγο περισσότερο από οκτώ χιλιόμετρα], έφτασαν στο ιερό. Το κατόρθωμά τους, που το είδε όλος ο μαζεμένος κόσμος στο πανηγύρι, το επισφράγισε λαμπρά το τέλος της ζωής τους, και έδειξε στην περίσταση αυτή ο θεός πόσο είναι για τον άνθρωπο καλύτερο να πεθαίνει παρά να ζει. Γιατί οι Αργείοι τούς περικύκλωσαν και μακάριζαν τα παλικάρια για τη ρώμη τους, ενώ οι Αργίτισσες μακάριζαν τη μάνα τους, που της έτυχαν τέτοια παιδιά. Και η μητέρα τους γεμάτη χαρά για το έργο και τους επαίνους των παιδιών της, στάθηκε αντίκρυ στο άγαλμα της θεάς και ευχόταν για τον Κλέοβη και τον Βίτωνα, τα παιδιά της, που τόσο πολύ την τίμησαν, να τους δώσει η θεά ό,τι καλύτερο μπορεί να τύχει σε άνθρωπο. Ύστερα από αυτή την ευχή έκαναν θυσίες και έφαγαν, και σαν κοιμήθηκαν τα παλικάρια στο ίδιο το ιερό, δεν ματαξύπνησαν πια αλλά η ζωή τους τελείωσε έτσι. Και οι Αργείοι τους έφτιαξαν αγάλματα και τα αφιέρωσαν στους Δελφούς, να τους τιμήσουν που στάθηκαν άριστοι άνδρες."»

Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, οι Γάλλοι ανασκαφείς, μόλις αντίκρισαν τους δύο δίδυμους κούρους και διάβασαν στην πλίνθο του ενός την υπογραφή ενός Αργείου γλύπτη, θυμήθηκαν τη διήγηση του Ηροδότου και πίστεψαν ότι αυτά ήταν τα αγάλματα του Κλέοβη και του Βίτωνα, που είχαν στήσει οι Αργείοι στους Δελφούς. Τα υπολείμματα μιας δεύτερης επιγραφής, που ήταν χαραγμένη στην πλίνθο του δεύτερου κούρου, διαβάστηκαν και ερμηνεύτηκαν με τρόπο που φάνηκε να ενισχύει την ταύτιση των δύο κούρων με τον Κλέοβη και τον Βίτωνα: «Αυτοί οι δύο μετέφεραν τη μητέρα τους.» Ένα άλλο στοιχείο που έμοιαζε να στηρίζει την ερμηνεία αυτή ήταν ότι οι δύο κούροι των Δελφών, σε αντίθεση με τους άλλους, δεν έχουν γυμνά πόδια, αλλά φορούν κλειστά παπούτσια, όπως ταιριάζει για όσους κάνουν μεγάλες πορείες. Οι σκέψεις όμως αυτές, όσο εύλογες και αν φαίνονται, δεν είναι απόλυτα πειστικές. Το καθοριστικό στοιχείο είναι η ανάγνωση της επιγραφής, η οποία, όπως έδειξε μια πρόσφατη επανεξέταση, δεν είναι καθόλου βέβαιη. Τα ίχνη των γραμμάτων μπορούν να διαβαστούν διαφορετικά, ώστε να αναγνωρίζεται το όνομα Άνακες. Αν η ανάγνωση αυτή είναι σωστή, τότε οι εικονιζόμενοι είναι ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης, δηλαδή οι Διόσκουροι, οι δίδυμοι γιοι του Δία και της Λήδας και αδελφοί της Ελένης, της ομορφότερης γυναίκας στην ελληνική μυθολογία. Ξέρουμε ότι οι Διόσκουροι λατρεύονταν στο Άργος (όπως και στη Σπάρτη και αλλού) με την επωνυμία Άνακες. Τα κλειστά παπούτσια ταιριάζουν στους Διοσκούρους, που ήταν ήρωες ταξιδευτές. Η ταυτότητα των δύο κούρων από τους Δελφούς παραμένει επομένως προβληματική· βέβαιη είναι πάντως, όπως είδαμε, η απόδοσή τους σε Αργείο γλύπτη.

Όσο και αν οι δύο κούροι από τους Δελφούς ακολουθούν το ίδιο γενικό σχήμα, είναι προφανείς οι διαφορετικές αναλογίες τους σε σχέση με τους ναξιώτικους και τους αττικούς κούρους. Ο κορμός είναι σαφώς πιο κοντός, όπως και οι βραχίονες, ενώ το στήθος είναι τοποθετημένο αισθητά ψηλότερα. Το σχεδόν κυβικό κεφάλι με το πλατύ πρόσωπο και το χαμηλό μέτωπο πλαισιώνεται από χοντρούς βοστρύχους που πέφτουν στους ώμους, τρεις από κάθε πλευρά, όπως στα κεφάλια των αγαλμάτων της δαιδαλικής εποχής. Ακόμη, η θωρακική κοιλότητα αποδίδεται με μια τοξωτή εγχάρακτη γραμμή, που θυμίζει τη διακόσμηση των χάλκινων θωράκων. Είναι προφανές ότι οι γλύπτες του αργίτικου εργαστηρίου ακολουθούσαν τα δικά τους αισθητικά πρότυπα και γι᾽ αυτό οι κούροι τους διαφέρουν από τους ναξιώτικους και τους αττικούς.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

10.5. Και τι χρειάζονται οι φιλόσοφοι σε έναν μικρόψυχο καιρό;


Σαν να χρειαζόταν εκείνη την εποχή ένας τέτοιος τόπος για την άσκηση της φιλοσοφίας. Την ελληνιστική περίοδο η ελευθερία στις πόλεις περιορίστηκε, καθώς το καθεστώς έγινε μοναρχικό, αλλά η δημόσια ζωή δεν σταμάτησε. Απεναντίας, η πολιτική, η πολιτιστική, η θρησκευτική δραστηριότητα ήταν έντονες - το ίδιο και η φιλοσοφική.

Ποιο ρόλο ήθελε και μπορούσε να παίξει η φιλοσοφία στην καινούργια οικουμένη, στα βασίλεια των διαδόχων και στις μεγάλες πόλεις; Να παραιτηθεί από τα κοινά, νιώθοντας ότι είναι μια ειδική επιστήμη που απευθύνεται σε λίγους και ότι είναι ανίκανη να αλλάξει την κοινωνία; Ή να συνεχίσει να ενδιαφέρεται για τα κοινά και να ελπίζει ότι κάτι θα αλλάξει, ακόμη κι αν νιώθει την αδυναμία της;

Ο Επίκουρος ήταν, μαζί με τον Πλάτωνα, ένας από τους ελάχιστους φιλοσόφους του 4ου αιώνα που ήταν Αθηναίοι και έζησε, πρώτα μακριά από την Αθήνα και μετά πίσω από τον φράκτη του Κήπου, την παρακμή της πόλης και τις αλλαγές του πολιτεύματος. Δεν έκανε όμως αντικείμενο της σκέψης του τις μεταβολές ή τις αιτίες τους στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Δεν κατασκεύασε κάποια θεωρία που να εξηγεί αυτή τη, θλιβερή για πολλούς, πραγματικότητα. Ούτε, από την άλλη, έτρεφε φανερές ή κρυφές φιλοδοξίες να την αλλάξει συνολικά, δίνοντας συμβουλές σε ηγεμόνες - κάτι που και τότε συνήθιζαν οι φιλόσοφοι (ακόμη και μερικοί οπαδοί του). Δεν άρχισε να φαντάζεται ιδανικές πολιτείες μαζικής ευτυχίας ή να στρέφεται αποκλειστικά στο απομονωμένο άτομο, ούτε να κλείνεται στον εαυτό του και να τον αναγορεύει ως τη μοναδική αλήθεια.

Όπως και άλλοι φιλόσοφοι της εποχής, ο Επίκουρος είχε πολιτικές ανησυχίες και πίστευε ότι ένας τρόπος λύτρωσης από την πολιτική διαφθορά είναι η φιλοσοφική ζωή. Και αυτό ήταν το περισσότερο που μπορούσε να προσφέρει: να ασκήσει τη φιλοσοφία μαζί με άλλους και να δείξει ότι ίσως μπορεί να αλλάξει κάτι στην κοινωνία με το ζωντανό του παράδειγμα. Δεν παρέβλεπε τις πραγματικές δυσκολίες της ζωής, ούτε όμως τις δραματοποιούσε, ώστε να νομίσει αδύνατη την κατάκτηση της ευτυχίας. Απλώς εκτιμούσε ότι η απομάκρυνση από αυτό που λέγεται πολιτική ζωή του τόπου είναι προϋπόθεση για τον άνθρωπο που θέλει να ευτυχήσει.

Γιατί ο Επίκουρος αυτό θεώρησε και αυτό έζησε ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρώπινης ζωής: το «πώς μπορώ να είμαι ευτυχισμένος,»δηλαδή ποια είναι η ιδανική μορφή ζωής που μπορώ να ζήσω. Και δεν ήταν ένα θεωρητικό ερώτημα. Την εποχή εκείνη οι φιλόσοφοι πίστευαν ότι μπορεί να απαντηθεί όχι μόνο στα λόγια αλλά και από την ίδια τη ζωή. Και το πρώτο βήμα ήταν η επιλογή της κατάλληλης φιλοσοφικής σχολής: όταν την επέλεγες, δεν επέλεγες απλώς μια μέθοδο να γνωρίζεις, έναν τρόπο να σκέφτεσαι ή κάποιες συγκεκριμένες γνώσεις· επέλεγες έναν τρόπο να ζήσεις.

Κορεσμένος από φιλοσοφικές συζητήσεις που δεν οδηγούσαν σε κάτι ωφέλιμο για την ανθρώπινη ζωή, ο Επίκουρος δεν δίστασε να διεκδικήσει για τη φιλοσοφία τον ανώτερο δυνατό στόχο: να καθοδηγήσει τον χαμένο άνθρωπο μέσα από τις αντιξοότητες της προσωπικής και της δημόσιας ζωής του, για να κατακτήσει την ευτυχία εδώ και τώρα. Η φιλοσοφία δεν είναι απλώς μια μέθοδος που τη χρησιμοποιείς για να πετύχεις τον σκοπό σου και μετά σου είναι άχρηστη· είναι ο δρόμος και το τέρμα μαζί. «Στις άλλες ασχολίες το αποτέλεσμα έρχεται αφού αυτές ολοκληρωθούν. Στη φιλοσοφία, αντίθετα, συνδυάζεται το τερπνό με τη γνώση. Η απόλαυση δεν έρχεται μετά τη μάθηση, αλλά πάνε μαζί» (Επικούρου προσφώνησις27).

Όσο κάποιος είναι νέος να μην αργοπορεί να φιλοσοφήσει, κι όταν γεράσει να μην καταπονείται φιλοσοφώντας. Γιατί κανένας δεν είναι ανώριμος ούτε υπερώριμος για εκείνο που φέρνει την υγεία στην ψυχή. Όποιος, μάλιστα, λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός για να φιλοσοφήσει ή ότι πέρασε κιόλας μοιάζει με εκείνον που λέει ότι δεν έφτασε η ώρα για να ευτυχήσει ή ότι δεν έμεινε πια καιρός. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος: ο ένας καθώς γερνά να βλέπει σαν νέος τα αγαθά (χάρη στα όσα καλά έζησε), και ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, γιατί δεν θα φοβάται όσα είναι να γίνουν.
Επιστολή στον Μενοικέα

Έγραφε απλά ο Επίκουρος και είχε τους λόγους του. Αν μπορείς και θέλεις να βοηθήσεις όσο περισσότερους ανθρώπους γίνεται, θα σκεφτόταν, πρέπει η θεραπεία που τους προτείνεις να είναι απλή για να την καταλάβουν, εύκολη για να την εφαρμόσουν και, ασφαλώς, αποτελεσματική. Πρώτα πρώτα, σαν γιατρός των ψυχών οφείλεις να διαβεβαιώσεις ότι η θεραπεία είναι εφικτή, ότι δεν απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια ή ειδικές γνώσεις, τεχνικές και τελετουργίες: «το αγαθό είναι ευπόριστο και το κακό ευκαρτέρητο.» Αλλά οφείλεις και να αποδείξεις στους ασθενείς σου ότι έχει δοκιμαστεί με επιτυχία, φέρνοντας το δικό σου παράδειγμα και των άλλων συμφιλοσόφων σου.