Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

V . Τα επιθήματα με d

1. Η καταγωγή του - d -


§ 377. Η Eλληνική γνωρίζει πολλά επιθήματα, όπου ένα - d - παίζει κάποιο ρόλο· έτσι διαφέρει σαφώς από τις περισσότερες συγγενικές της γλώσσες, όπου αυτή η ομάδα από καιρό πια έχει πάψει να ξεχωρίζει. Κατά συνέπεια και η καταγωγή των επιθημάτων με d λίγο έχει αποσαφηνιστεί, και γενικά ενδείκνυται να ξεκινήσουμε από τις ελληνικές ομάδες. Μόνον ως παραδείγματα για τη διαφορετικότητα των πιθανών προελεύσεων αξίζει ν' αναφέρουμε δύο περιπτώσεις: 1) Τα αριθμητικά ουσιαστικά σε -αδ- (δεκα-δ- 'δεκάδα', επιπλέον εἰκαδ- από το εἴκοσι, δωρ. Ϝίκατι, κτλ., ύστερα με περαιτέρω εξάπλωση του -αδ- και μονάς από το μόνος, ἑβδομάς από το ἕβδομος κτλ.) είχαν παλιότερα, όπως αποδεικνύουν συγγενικές γλώσσες, θέματα με t· 2) το -δ- του επιθήματος -δαπός 'καταγόμενος από' είναι η κατάληξη του ουδετέρου των αντωνυμιών που δηλώνουν γένος (ποδ-απός [1] ἀλλοδ-απός 'από πού, καταγόμενος από αλλού', πρβ. λατ. quod, aliud· ύστερα παντ-ο-δαπός 'ποικίλης προέλευσης, παντοειδής', τηλε-δαπός 'από μακρινή χώρα'· και το οὐτιδανός 'παντελώς ανάξιος' περιέχει ένα ουδέτερο: τι(δ) = λατ. quid).

§ 378. Ωστόσο κατά τα άλλα το -δ- φαίνεται να είναι συνήθως μια ασήμαντη για μας επέκταση (ένα "καθοριστικό της ρίζας", § 7): παρα-στά-ς, -άδος 'παραστάδα' (κλασ.) από τη ρίζα στα-, και συγγενικοί μ' αυτό οι επιρρηματικοί σχηματισμοί σε -δα, -δόν, -δην (§ 107) και επίθετα σε -διος όπως στάδιος 'που στέκεται' (Όμ.· ουσιαστικοποιημένο στάδιον 'στίβος' Πίνδαρος κτλ.).
----------------------------
[1] Το -απός αντιστοιχεί ετυμολογικά στο λατ. - inquusτου propinquus 'κοντινός', longinquus 'μακρινός' και είναι ένα συνθετικό μέλος που έχει γίνει αδιαφανές.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 4. Από τα Κούναξα στη Χαιρώνεια

4.6. Το δέκατο τρίτο θεϊκό άγαλμα


Ο Ξενοφών τελείωσε την αφήγηση των Ελληνικών του με τη μάχη της Μαντίνειας. Η έκβαση των γεγονότων τού φάνηκε ιδιαίτερα προβληματική. Δεν ήταν καν σαφές, κατά τη γνώμη του, ποιοι ήταν οι νικητές και ποιο το όφελος που αποκόμισαν από τη νίκη τους. Αντί να βρεθεί νέος ηγεμόνας για την Ελλάδα, είχε δημιουργηθεί μεγαλύτερη ἀκρισία (αβεβαιότητα) και ταραχή. Δύο χρόνια αργότερα είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται εξελίξεις που κανείς δεν είχε προβλέψει, αλλά που έμελλε να ανατρέψουν όλα τα δεδομένα. Το 360 στον θρόνο της Μακεδονίας ανέβηκε ο Φίλιππος Β' (360-336) σε συνθήκες πολύ δυσμενείς. Ο αδελφός του Περδίκκας Γ' (365-360) είχε σκοτωθεί πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών μαζί με 4.000 Μακεδόνες στρατιώτες, και το μέλλον του βασιλείου προδιαγραφόταν ζοφερό.

Οι Μακεδόνες είχαν εμφανιστεί στην ελληνική ιστορία τόσο ξαφνικά και απροσδόκητα, ώστε για το παρελθόν τους, την κοινωνική τους οργάνωση και τον πολιτισμό τους πολύ λίγα ήταν γνωστά. Γράφοντας τον 5ο αιώνα, ο Ηρόδοτος ήταν πεπεισμένος ότι οι βασιλείς τους κατάγονταν από το Άργος - μια παράδοση χάρη στην οποία ονομάζονταν Αργεάδες. Μάλιστα, αφηγείται μια ιστορία σύμφωνα με την οποία όταν αμφισβητήθηκε η καταγωγή του βασιλιά Αλεξάνδρου Α' (περ. 495 - περ. 450/440), που ήθελε να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οργανωτές τους, οι ἑλλανοδίκαι, αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό του ότι ήταν Έλληνας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει (προφανώς από τον ίδιο τον βασιλικό οίκο), μολονότι υποταγμένος στους Πέρσες, ο Αλέξανδρος διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Αθηναίους. Στην κρίσιμη μάχη των Πλαταιών τον εμφανίζει μάλιστα να τους δίνει αυτοπροσώπως χρήσιμες συμβουλές. Για τον ρόλο του αυτό ο Αλέξανδρος έμεινε στην ιστορία ως φιλέλλην.

Το βασίλειο των Μακεδόνων βασιζόταν στο ιππικό, όπου στρατεύονταν οι αριστοκράτες ἑταῖροι του βασιλιά, και το πολύ πιο αδύναμο πεζικό των πεζεταίρων. Αυτό που κυρίως το διέκρινε ήταν η απουσία αυτοδιοικούμενων πόλεων. Για την επέκταση της Μακεδονίας και τη δράση των βασιλέων της στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου κάνει λόγο ο Θουκυδίδης. Βασιλιάς των Μακεδόνων ήταν τότε ο γιος του Αλεξάνδρου, ο Περδίκκας Β' (περ. 450/440-413). Ασκούσε την κυριαρχία του σε μια πολύ μεγάλη περιοχή, αλλά στην Άνω Μακεδονία υπήρχαν ακόμη ημιαυτόνομοι βασιλείς. Τα φρούρια ήταν λιγοστά και η άμυνα απέναντι στους Θράκες επιδρομείς δύσκολη. Ο γιος του Περδίκκα, ο Αρχέλαος (413-399), χάραξε δρόμους και οργάνωσε τον στρατό. Επιπλέον, απέδωσε μεγάλη σημασία στο ιππικό και τον οπλισμό. Την περίοδο της βασιλείας του έγιναν, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, όσα δεν είχαν γίνει στα χρόνια των οκτώ προκατόχων του.

Ο Αρχέλαος έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και για τον ελληνικό πολιτισμό. Προσκάλεσε στην αυλή του τον ζωγράφο Ζεύξη και ποιητές, επιφανέστερος από τους οποίους ήταν ο Ευριπίδης. Στη Μακεδονία, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ευριπίδης συνέθεσε μια τραγωδία για να τιμήσει έναν υποτιθέμενο πρόγονο του Αρχέλαου, που καταγόταν από τον Ηρακλή, καθώς και τις Βάκχες, με θέμα τη λατρεία του Διονύσου, για την οποία ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως οι Μακεδόνες. Μετά τη δολοφονία του Αρχέλαου η Μακεδονία πέρασε βαθιά κρίση, από την οποία ξαναβγήκε πια στα χρόνια του Φιλίππου Β'. Ακόμη και στα χρόνια του Φιλίππου, πάντως, η θέση των Μακεδόνων στον κόσμο των Ελλήνων παρέμενε αμφισβητούμενη, και οι εχθροί τους μπορούσαν με ευκολία να τους αποκαλούν βαρβάρους. Αλλά και μετά την κυριαρχία τους, στις ιστορικές αφηγήσεις διατηρείται συνήθως η διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Μακεδόνων.

Μόλις ανέλαβε τη βασιλεία, ο Φίλιππος Β' αντιμετώπισε με επιτυχία τους Ιλλυριούς, τους Παίονες και τους Θράκες, με τους οποίους συνέπρατταν οι Αθηναίοι. Αμέσως μετά άρχισε να επιβάλλεται σε ελληνικές πόλεις. Οι επιτυχίες αυτές, και μάλιστα η κατάκτηση ολόκληρης της Θράκης, του έδωσαν τον έλεγχο σε χρυσοφόρα μεταλλεία και σε σιτοπαραγωγικές περιοχές καθώς και πρόσβαση στο εμπόριο του βόρειου Αιγαίου.

Πολλές ελληνικές πόλεις αντιλήφθηκαν από νωρίς την απειλή, αλλά δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιδράσουν δυναμικά. Η Σπάρτη, μετά την ήττα στα Λεύκτρα, ήταν εξαιρετικά αποδυναμωμένη. Η Θήβα και η Αθήνα πάλι είχαν εμπλακεί σε σκληρούς και μακροχρόνιους πολέμους, η πρώτη για τον έλεγχο των Δελφών και η δεύτερη για τον έλεγχο της συμμαχίας της. Συνδυάζοντας πυγμή και διπλωματία, ο Φίλιππος αναμείχθηκε σε όλες τις σημαντικές υποθέσεις. Διέθετε άλλωστε μεγάλο και αποτελεσματικό στρατό.

Στην οργάνωση του στρατού ο Φίλιππος εμπνεύστηκε από τις καινοτομίες του Ιφικράτη και του Επαμεινώνδα. Από τον πρώτο πήρε την ιδέα να εφοδιάσει τους στρατιώτες του με ένα μακρύ δόρυ που ονομάστηκε σάρισα. Τον χειρισμό της καθιστούσε ευχερέστερο μια μικρή ασπίδα, που κρεμόταν με ιμάντα και άφηνε ελεύθερα τα χέρια, καθώς και ο ελαφρύτερος αμυντικός οπλισμός. Από τον δεύτερο πήρε την ιδέα να διατάξει τη μακεδονική φάλαγγα με βάθος πολύ περισσότερων σειρών από ό,τι συνηθιζόταν και να της δώσει μεγαλύτερη ευελιξία στη μάχη. Το σημαντικότερο ίσως ήταν ότι η δράση του πεζικού συνδυάστηκε οργανικά με αυτή του ιππικού. Και τα δύο σώματα υποστηρίζονταν από Θράκες ακοντιστές, τους Αγριάνες, από Κρήτες τοξότες και από μισθοφόρους πελταστές. Στο σώμα των πεζεταίρων προστέθηκαν και οι ὑπασπισταί, επίλεκτοι άνδρες που περιέβαλλαν τον βασιλιά.

Τον αμεσότερο κίνδυνο τον διέτρεχαν οι Αθηναίοι. Τα συμφέροντά τους εκείνη την εποχή τούς υποχρέωναν να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή όσα συντελούνταν στο βόρειο Αιγαίο. Εκεί κρινόταν το μέλλον της συμμαχίας τους και κυρίως η τροφοδοσία τους με σιτάρι από τον Ελλήσποντο. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται πολύ σοβαρή το 357, όταν ο Φίλιππος κατέλαβε την Αμφίπολη, την οποία διεκδικούσαν οι ίδιοι, και ταυτοχρόνως ξεσπούσε συμμαχικός πόλεμος, με την αποστασία της Χίου, της Ρόδου, της Κω και του Βυζαντίου από τη Β' Αθηναϊκή Συμμαχία. Οι Αθηναίοι είχαν στρατηγούς τον Ιφικράτη, τον Τιμόθεο και τον Χάρη, αλλά όταν οι δύο πρώτοι έπεσαν σε δυσμένεια, τις στρατιωτικές υποθέσεις ανέλαβε μόνος του ο τελευταίος. Για την εξασφάλιση χρημάτων ο Χάρης συμμετείχε στην εξέγερση ενός σατράπη εναντίον του Πέρση βασιλιά. Όταν όμως ο Αρταξέρξης Γ' Ώχος έστειλε πρεσβεία απειλώντας τους Αθηναίους, αυτοί αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν τον στρατηγό τους και να τερματίσουν άδοξα τον συμμαχικό πόλεμο. Στο μεταξύ ο Φίλιππος συνέχιζε τη νικηφόρο πορεία του, κατακτώντας την Ποτείδαια, τη Μεθώνη, τα Άβδηρα και τη Μαρώνεια.

Αντιμέτωποι με τα νέα δεδομένα, οι πολιτικοί της Αθήνας προβληματίστηκαν και συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Το μεγαλύτερο εμπόδιο στις επιχειρήσεις τις οποίες θεωρούσαν επιβεβλημένες ήταν η έλλειψη πόρων. Μετά από μια σειρά αποτυχιών, ο Εύβουλος και οι συνεργάτες του ανέλαβαν πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των οικονομικών της πόλης. Για ένα διάστημα έπεισαν τους Αθηναίους ότι το συμφέρον τους απαιτούσε ειρήνη. Ο Ισοκράτης πάλι είδε στο πρόσωπο του Φιλίππου τον άνδρα που μπορούσε να ενώσει τους Έλληνες και να επιλύσει τα κοινωνικά και πολιτικά τους προβλήματα εκστρατεύοντας εναντίον των Περσών. Ο ρήτορας Αισχίνης προέκρινε διπλωματικές λύσεις στις σχέσεις της πόλης με τον Φίλιππο. Ορισμένοι ρήτορες, ωστόσο, με κύριο εκπρόσωπο τον Δημοσθένη, θεωρούσαν ότι ο Φίλιππος συνιστούσε τόσο μεγάλη απειλή για την ελευθερία των Αθηναίων, ώστε χρειαζόταν κάθε είδους συνεργασία και συστράτευση για την αντιμετώπισή του. Ακόμη και τα χρήματα του Πέρση βασιλιά μπορούσαν να γίνουν, και γίνονταν, δεκτά. Για αρκετά χρόνια οι συγκρούσεις μεταξύ των πολιτικών ήταν οξύτατες και βίαιες.

Αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα σε μια αμυντική και μια επιθετική πολιτική, οι Αθηναίοι δεν κατόρθωσαν το 349 ούτε να βοηθήσουν την Όλυνθο, που ήταν ο βασικός τους σύμμαχος και η σημαντικότερη πόλη στη Χαλκιδική, ούτε να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους στην Εύβοια. Η Όλυνθος κατελήφθη και κατεδαφίστηκε από τον Φίλιππο, ενώ η Εύβοια αποσπάστηκε από την Αθηναϊκή Συμμαχία.

Ο Φίλιππος είχε στο μεταξύ διευρύνει την επιρροή του προς την κεντρική Ελλάδα. Από το 357 είχε ξεσπάσει ένας ακόμη αιματηρός και πολυετής πόλεμος, που ονομάστηκε Γ' Ιερός Πόλεμος, επειδή το επίδικο θέμα ήταν ο έλεγχος των Δελφών. (Είχαν προηγηθεί άλλοι δύο, ο ένας στα χρόνια του Σόλωνα και ο άλλος πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.) Η νέα διαμάχη ξεκίνησε όταν οι Φωκείς καταδικάστηκαν για καταπάτηση ιεράς γης. Το υπέρογκο πρόστιμο επιδικάστηκε από τους ἱερομνήμονας των Αμφικτυόνων. Σε Αμφικτυονικό Συνέδριο, δηλαδή σε μόνιμο σύνδεσμο για τη διαχείριση του ιερού, αντιπροσωπεύονταν οι Βοιωτοί και οι Θεσσαλοί αλλά και άλλες ισχυρές πόλεις. Οι Φωκείς αντέδρασαν και κατέλαβαν τους Δελφούς. Οι Θηβαίοι και οι Θεσσαλοί ανέλαβαν την εκδίωξή τους και σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες, αλλά οι Φωκείς, με τα χρήματα του ιερού, κατάφεραν να ξαναοργανώσουν έναν μεγάλο μισθοφορικό στρατό.

Οι Φωκείς, με την υποστήριξη των Αθηναίων και των Σπαρτιατών, συμμάχησαν με τους τυράννους των Φερών και επιχείρησαν να καταλάβουν ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αντιμέτωπους ωστόσο δεν βρήκαν μόνο τους Θηβαίους, τους Λοκρούς, την πλειονότητα των Θεσσαλών και τους Περραιβούς, αλλά και τον Φίλιππο. Προσκεκλημένος το 353 από τους Θεσσαλούς αριστοκράτες, τους Αλευάδες, ο βασιλιάς των Μακεδόνων πέτυχε ολοκληρωτική νίκη. Άφησε στο πεδίο της μάχης περισσότερους από 6.000 νεκρούς και διέταξε τον πνιγμό των περίπου 3.000 αιχμαλώτων ως ιερόσυλων. Για τον ρόλο του αυτό πέτυχε να εκλεγεί τον επόμενο χρόνο ἄρχων ή ταγός της Θεσσαλίας. Ο Ιερός Πόλεμος όμως συνεχίστηκε και οι ανασυγκροτημένοι Φωκείς αναζήτησαν βοήθεια από τον Αρταξέρξη, ο οποίος την πρόσφερε με προθυμία.

Το 346 οι Αθηναίοι ήταν πλέον εξαντλημένοι και θεώρησαν αναγκαία μια ειρήνη με τον Φίλιππο. Ήταν πρόθυμοι να του αναγνωρίσουν τη θέση που ήδη κατείχε, ώστε να αποτρέψουν την επέκτασή του νοτιότερα. Ακόμη και ο Δημοσθένης ήταν σύμφωνος. Στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε μαζί με τον Αισχίνη και τον Φιλοκράτη, το όνομα του οποίου δόθηκε στη συμφωνία. Ταυτοχρόνως διευθετήθηκε οριστικώς και ο Ιερός Πόλεμος. Οι Φωκείς τιμωρήθηκαν σκληρά και διασκορπίστηκαν σε χωριά. Επιπλέον, οι ψήφοι τους στην Αμφικτυονία δόθηκαν στον Φίλιππο. Με τη συνεργασία των Θεσσαλών, ο Φίλιππος απέκτησε πλέον τον απόλυτο έλεγχο και του μαντείου. Αν ο πρόγονός του Αλέξανδρος Α' είχε πετύχει να γίνει δεκτός στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτός πέτυχε να πρωταγωνιστήσει σε βασικές θρησκευτικές υποθέσεις των Ελλήνων. Ανέλαβε μάλιστα να οργανώσει τα Πύθια μαζί με τους Βοιωτούς και τους Θεσσαλούς. Έτσι, στα μάτια πολλών Ελλήνων εμφανιζόταν και ως ευσεβής υπερασπιστής των ιερών τους.

Για λίγα χρόνια ο Φίλιππος ήταν απασχολημένος με τους παλαιούς εχθρούς των Μακεδόνων, τους Ιλλυριούς· επιπλέον, με την αναδιοργάνωση της Θεσσαλίας και με στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Θράκη. Το 340 βάδισε εναντίον της Περίνθου στην Προποντίδα. Στη διάρκεια της πολιορκίας στράφηκε και εναντίον του Βυζαντίου, που ενίσχυε του Περίνθιους. Οι ενέργειές του αυτές τον έφεραν σε σύγκρουση με τους Πέρσες. Η επέκτασή του στη Θράκη είχε ανησυχήσει τον μεγάλο βασιλιά, που έδωσε εντολή να ενισχυθεί η πολιορκημένη πόλη. Στην περιοχή έσπευσαν και οι Αθηναίοι. Τα ζωτικά τους συμφέροντα ήταν πλέον σε σοβαρότατο κίνδυνο, καθώς υπήρχε φόβος ο ανεφοδιασμός τους σε σιτηρά να βρεθεί στον έλεγχο των Μακεδόνων. Έκριναν άλλωστε ότι η ειρήνη είχε παραβιαστεί. Ο Φίλιππος αναγκάστηκε έτσι να υποχωρήσει και να λύσει την πολιορκία. Ήταν όμως αποφασισμένος να διευθετήσει οριστικά το ελληνικό ζήτημα εξουδετερώνοντας την Αθήνα.

Το 338 η είδηση ότι ο Φίλιππος πλησίαζε στην Αττική έσπειρε τον τρόμο στους Αθηναίους. Οι πολίτες συγκεντρώθηκαν για συνεδρίαση πριν ακόμη τους καλέσουν οι άρχοντες. Αυτή τη φορά δεν υπήρχαν αντιδικίες μεταξύ των ρητόρων. Οι πάντες έστρεψαν το βλέμμα στον Δημοσθένη. Έχοντας μόλις δύο μέρες στη διάθεσή του, αυτός έσπευσε στη Θήβα και έπεισε τους Βοιωτούς να αναλάβουν μαζί την αναχαίτιση του Φιλίππου. Αμέσως άρχισαν οι πολεμικές προετοιμασίες στη Χαιρώνεια, όπου οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν όλες τους τις δυνάμεις (πανδημεί) για να σώσουν την πατρίδα τους. Παρομοίως έπραξαν οι Θηβαίοι.

Οι μεγάλοι στρατηγοί της Αθήνας ήταν πλέον νεκροί και ο μόνος που είχε απομείνει, ο Χάρης, ασφαλώς δεν ήταν ισάξιος του Φιλίππου. Η αναμέτρηση ήταν σφοδρή και μεγάλης διάρκειας. Έως ένα σημείο ο αγώνας ήταν μάλιστα αμφίρροπος. Αλλά η αποφασιστική παρέμβαση του νεαρού Αλεξάνδρου, του γιου του Φιλίππου, έκρινε, καθώς λεγόταν, το αποτέλεσμα. Περισσότεροι από 1.000 Αθηναίοι έπεσαν νεκροί και περίπου 2.000 αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Βοιωτών ήταν μεγαλύτερες. Ο Φίλιππος έστησε το τρόπαιό του θριαμβευτής.

Η Θήβα τιμωρήθηκε σκληρά και αναγκάστηκε να δεχτεί μακεδονική φρουρά και την επιβολή μιας φιλομακεδονικής ολιγαρχίας. Η Αθήνα όμως είχε ακόμη λίγες μέρες περιθώριο να προετοιμάσει την άμυνά της. Σε συνθήκες πανικού οι πάντες έσπευδαν πίσω από τα τείχη. Για τις ανάγκες του πολέμου αξιοποιήθηκαν ακόμη και όσα πολύτιμα αντικείμενα βρέθηκαν στους ιδιωτικούς τάφους του Κεραμεικού. Με την απώλεια τόσων ανδρών στη Χαιρώνεια, οι συνθήκες ήταν απελπιστικές, αλλά οι Αθηναίοι αποφάσισαν να υποστούν την υπέρτατη θυσία.

Αντιμέτωπος με τέτοιες πρωτοφανείς προετοιμασίες, ο Φίλιππος επέλεξε να προσφέρει στους Αθηναίους πολύ ευνοϊκούς όρους ειρήνης. Η συμμαχία τους έπρεπε να διαλυθεί, αλλά η πόλη θα παρέμενε ελεύθερη, διατηρώντας το δημοκρατικό πολίτευμα. Επιπλέον, οι αιχμάλωτοι αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι και οι νεκροί αποδόθηκαν για ταφή. Ο Φίλιππος σχεδίαζε άλλωστε ήδη την περσική εκστρατεία του, και οι Αθηναίοι, που εχθρεύονταν τους Πέρσες, ήταν μια πολύ χρήσιμη δύναμη. Ανακουφισμένοι, οι Αθηναίοι έσπευσαν να αποδεχθούν τους όρους των Μακεδόνων. Το όραμα του Ισοκράτη για μια κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών ήταν πλέον εφικτό, αλλά όχι με τους όρους που εκείνος ήλπιζε. Σύμφωνα με μια παράδοση, μετά από τη μεγάλη ήττα της πόλης του πέθανε από ηθελημένη ασιτία. Τον επιτάφιο για τους νεκρούς της Χαιρώνειας ανέλαβε να εκφωνήσει ο Δημοσθένης.

Οι παλαιοί ηγέτες της πόλης τραβήχτηκαν ταπεινωμένοι στο περιθώριο και παραχώρησαν την ηγεσία στον Λυκούργο. Εκείνη την εποχή ήταν ο μόνος ικανός να ανορθώσει την κατεστραμμένη οικονομία της πόλης - κάτι που η Αθήνα είχε απόλυτη ανάγκη. Τέτοια ήταν η επιτυχία του στο δύσκολο αυτό εγχείρημα, ώστε η πόλη γνώρισε μια ακόμη περίοδο δημιουργικής δραστηριότητας. Μεταξύ άλλων άρχισαν να οικοδομούνται νέα λαμπρά κτίρια, ενώ μπήκαν οι βάσεις για καλύτερη οργάνωση του στρατού. Ο μεγάλος γλύπτης της εποχής, ο Λύσιππος, ανέλαβε να κατασκευάσει ανδριάντα του Σωκράτη. Στις δύσκολες περιστάσεις οι Αθηναίοι ζητούσαν με τον τρόπο αυτό συγνώμη για την καταδίκη του.

Την ίδια χρονιά που η μάχη της Χαιρώνειας έκρινε τις υποθέσεις των Ελλήνων, στη Σικελία πέθαινε τιμημένος ο Τιμολέων και στην Ιταλία ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αρχίδαμος Γ' (360-338). Είχε βασιλέψει για 23 χρόνια, κρατώντας τη Σπάρτη μακριά από όλες σχεδόν τις κρίσιμες αποφάσεις. Καθώς ο Φίλιππος κυριαρχούσε στην Ελλάδα, αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας στο πλευρό των Ταραντίνων, που ήταν άποικοι της Σπάρτης.

Τη χρονιά που ο Φίλιππος επέβαλε την κυριαρχία του στον Ελληνικό κόσμο με τη νίκη του στη Χαιρώνεια, ο βασιλιάς της Περσίας Αρταξέρξης Γ' Ώχος έπεφτε θύμα αυλικής συνωμοσίας. Τη διακυβέρνηση της μεγάλης αυτοκρατορίας ανέλαβε ο γιος του Αρσής (338-335) σε συνθήκες ιδιαίτερα απαιτητικές. Η Αίγυπτος, για παράδειγμα, κατάφερε να ελευθερωθεί από τον περσικό ζυγό.

Ο Φίλιππος άδραξε την ευκαιρία και το 337, σε κοινό συνέδριο των Ελλήνων (πλην των Λακεδαιμονίων) που συνήλθε στην Κόρινθο, εξελέγη ἡγεμών και στρατηγὸς αὐτοκράτωρ, δηλαδή στρατηγός με απόλυτη εξουσία, για να ηγηθεί σε κοινό αγώνα εναντίον της Περσίας. Στόχος, όπως διακηρύχθηκε, ήταν η εκδίκηση για τη βεβήλωση των ελληνικών ιερών το 480· απαραίτητη προϋπόθεση, η ειρήνη μεταξύ των ελληνικών πόλεων και η διατήρηση της κοινωνικής τάξης. Απαγορεύονταν ρητώς οι δημεύσεις περιουσιών, ο αναδασμός της γης και η παραγραφή των χρεών (βασικά αιτήματα των κατώτερων τάξεων) καθώς και η απελευθέρωση των δούλων με στόχο την κοινωνική αλλαγή. Χωρίς χρονοτριβή, οι Μακεδόνες στρατηγοί Άτταλος και Παρμενίων στάλθηκαν στην Ασία για να ξεκινήσουν τον πόλεμο με 10.000 άνδρες. Κεντρικό σύνθημα ήταν η απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων.

Τον επόμενο χρόνο, με την ευκαιρία του γάμου της κόρης του Κλεοπάτρας, ο Φίλιππος διοργάνωσε μεγάλη γιορτή. Στην πομπή που οδηγούσε στο θέατρο παρήλασαν και τα αγάλματα των θεών, με δέκατο τρίτο το δικό του. Διεκδικούσε πλέον για τον εαυτό του μια θέση πλάι στους μεγάλους θεούς. Ο ίδιος εμφανίστηκε με λευκό ιμάτιο, αλλά, καθώς βάδιζε σε κάποια απόσταση από τους σωματοφύλακές του, δολοφονήθηκε.

Ο Φίλιππος παρέλαβε μια Μακεδονία που αγωνιζόταν για την επιβίωσή της και την παρέδωσε κυρίαρχη στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου και έτοιμη να αναμετρηθεί με τη μεγάλη Περσική Αυτοκρατορία. Με τις στρατιωτικές του νίκες και τη διπλωματία του δεν άλλαξε μόνο την πορεία της ιστορίας αλλά και της ιστοριογραφίας. Τα επιτεύγματά του αφηγήθηκε ένας σύγχρονός του, ο Θεόπομπος ο Χίος, μαθητής του Ισοκράτη. Το εκτενές του σύγγραμμα έχει χαθεί, αλλά και μόνο ο τίτλος του, Φιλιππικά, είναι ενδεικτικός. Για πρώτη φορά ένας άνθρωπος έδινε το όνομά του σε μια περίοδο της ιστορίας. Από τη νέα τροπή που είχε λάβει η ιστορία εμπνεύστηκε και ένας άλλος μαθητής του Ισοκράτη, ο Έφορος από την Κύμη. Και το δικό του έργο έχει χαθεί, αλλά, καθώς ήταν η πρώτη σοβαρή και αξιόπιστη προσπάθεια συγγραφής παγκόσμιας ιστορίας, άσκησε μεγάλη επίδραση στους περισσότερους μεταγενέστερους ιστορικούς. Επρόκειτο για μια αφήγηση πολύ μακράς διάρκειας, από την εμφάνιση των Δωριέων στην Πελοπόννησο έως την κυριαρχία του Φιλίππου, σχεδόν 750 χρόνια αργότερα. Ιδιαιτέρως τον ακολούθησε και τον συμβουλεύτηκε ο Διόδωρος ο Σικελιώτης.

Σύντομα μετά τη δολοφονία του Φιλίππου δολοφονήθηκε και ο βασιλιάς της Περσίας Αρσής. Έτσι η αναμέτρηση των δύο μεγάλων δυνάμεων αναβλήθηκε.

Ο δολοφόνος του Φιλίππου εκτελέστηκε επιτόπου και δεν πρόλαβε να αποκαλύψει ούτε τα κίνητρα ούτε τους συνεργούς του. Η εξέλιξη αυτή ευνόησε πάντως τον Αλέξανδρο Γ' (336-323). Οι στρατιωτικές ικανότητες του νεαρού βασιλιά είχαν αποδειχθεί ήδη στις μάχες, αλλά η θέση του στη διαδοχή ήταν επισφαλής. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Αλέξανδρος εξασφάλισε την υποστήριξη του στρατού και ανέλαβε τη βασιλεία της Μακεδονίας, εξοντώνοντας όλους τους διεκδικητές της εξουσίας. Αμέσως μετά φρόντισε να εδραιώσει τη θέση του στον Ελληνικό κόσμο.

Πολλοί Έλληνες αναθάρρησαν με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου και άρχισαν να προετοιμάζουν την απελευθέρωσή τους από τη μακεδονική κυριαρχία. Πρώτοι και καλύτεροι οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι, οι Αιτωλοί, οι Αμβρακιώτες, οι Αρκάδες, οι Αργείοι και οι Ηλείοι. Αλλά ο Αλέξανδρος αντέδρασε με αποφασιστικότητα και ταχύτητα - όπως έμελλε άλλωστε να κάνει σε όλη τη σύντομη ζωή του. Οι Θεσσαλοί τον αναγνώρισαν ἄρχοντα του κοινοῦ τους και, αμέσως μετά, οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στην Κόρινθο στρατηγὸν αὐτοκράτορα και του ανέθεσαν να αναλάβει την κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών. Μόνο οι Λακεδαιμόνιοι αρνήθηκαν και πάλι να συμμαχήσουν. Η ιστορία τους, όπως ισχυρίστηκαν, τους απαγόρευε να συμμετάσχουν σε μια στρατιωτική επιχείρηση στην οποία δεν ήταν οι ίδιοι αρχηγοί. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα ο Αλέξανδρος κατάφερε έτσι να κερδίσει τη θέση που κατείχε ο πατέρας του πριν από τη δολοφονία του και άρχισε να προετοιμάζει την περσική εκστρατεία του.

Στη νέα αναμέτρηση Ανατολής και Δύσης το πρώτο θύμα ήταν και πάλι ο Βορράς. Όπως ο Δαρείος ενάμιση αιώνα νωρίτερα πριν στραφεί εναντίον των Ελλήνων, έτσι και ο Αλέξανδρος, πριν διαβεί στην Ασία, φρόντισε πρώτα να εξασφαλίσει την κυριαρχία του στους ανυπότακτους λαούς που κατοικούσαν στη Θράκη έως τον ποταμό Ίστρο (Δούναβη) και πέρα από αυτόν. Καθώς όμως υπέτασσε διάφορα πολεμικά φύλα, ορισμένα από τα οποία του αντιστέκονταν σθεναρά, πληροφορήθηκε ότι οι Θηβαίοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι σκοτώθηκε στις μάχες και αυτό τους έδωσε θάρρος. Οι Θηβαίοι θυμήθηκαν το παλαιό και ένδοξο σύνθημα της ελευθερίας, καθώς και τα πρόσφατα λαμπρά τους κατορθώματα, και επιχείρησαν να απαλλαγούν από τη μακεδονική φρουρά. Ο κίνδυνος να επεκταθεί η εξέγερση ήταν μεγάλος. Το 335 ο Αλέξανδρος ανέλαβε δράση με όλο του τον στρατό, περισσότερους από 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς.

Παρά τις υποσχέσεις που είχαν λάβει από διάφορες πόλεις, οι Θηβαίοι αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους Μακεδόνες μόνοι τους. Πολλοί ήταν εκείνοι που συμμερίζονταν τις ελπίδες τους, αλλά κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να σπεύσει με τον στρατό του εναντίον του Αλεξάνδρου. Στην άνιση μάχη οι Θηβαίοι αρνήθηκαν κάθε συμβιβασμό, πολεμώντας με αυτοθυσία για να επαναλάβουν το ανέλπιστο επίτευγμα στα Λεύκτρα. Όταν όμως κρίθηκε το αποτέλεσμα της αναμέτρησης, ακολούθησε γενική σφαγή. Περισσότεροι από 6.000 Θηβαίοι σκοτώθηκαν και 30.000 αιχμαλωτίστηκαν και υποδουλώθηκαν. Η Θήβα ισοπεδώθηκε, με εξαίρεση τα σπίτια στα οποία είχε κάποτε φιλοξενηθεί ο Φίλιππος καθώς και το σπίτι του Πινδάρου. Στη μεγάλη αυτή μάχη σκοτώθηκαν 500 Μακεδόνες.

Η είδηση της καταστροφής έφτασε στην Αθήνα καθώς τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια. Οι Αθηναίοι τα διέκοψαν και άρχισαν να προετοιμάζουν για μια ακόμη φορά την άμυνά τους. Ωστόσο, ο Αλέξανδρος δεν τους επιτέθηκε και αρκέστηκε να ζητήσει την παράδοση των δέκα ρητόρων που τους παρακινούσαν εναντίον του. Επιφανέστεροι ανάμεσά τους ήταν ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος και ο Υπερείδης. Οι Αθηναίοι, με όση διπλωματία διέθεταν, ζήτησαν συγνώμη, στέλνοντας ως μεσολαβητές τον Δημάδη και τον Φωκίωνα, αλλά αρνήθηκαν να παραδώσουν τους πολιτικούς τους. Το αίτημά τους έγινε (ανέλπιστα) δεκτό. Ο Αλέξανδρος δεν είχε πρόθεση να καταστρέψει την Αθήνα. Βιαζόταν άλλωστε να ξεκινήσει την εκστρατεία του.

Καθώς ο Αλέξανδρος διαδεχόταν τον πατέρα του Φίλιππο, τον Πέρση βασιλιά Αρσή διαδεχόταν ένας εξάδελφός του. Ονομαζόταν Αρτασάτα ή, σύμφωνα με λιγότερο ασφαλείς μαρτυρίες, που έχουν ωστόσο καθιερωθεί, Κοδομαννός. Ως βασιλιάς έλαβε το δυναστικό όνομα Δαρείος Γ' (335-330). Πρώτο του μέλημα ήταν να υποτάξει και πάλι την Αίγυπτο, μια επιχείρηση που έφερε σε πέρας με επιτυχία. Αμέσως μετά άρχισε να αναζητά συμμάχους στην Ελλάδα εναντίον των Μακεδόνων. Ο Δαρείος, που εικονίζεται σε ρωμαϊκό ψηφιδωτό πολεμώντας, έμελλε να είναι ο τελευταίος Πέρσης βασιλιάς της δυναστείας των Αχαιμενιδών.

Μεταφυσική της Ελευθερίας: Σκλαβιά, Αυτάρκεια και η Αναζήτηση της Εσωτερικής Αλήθειας

«Την αστόχαστη ζωή δεν αξίζει να την ζεις.» -Σωκράτης

Ο κόσμος μας, μια περίπλοκη ταπετσαρία που υφαίνεται από τα νήματα των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων και των κοινωνικών κατασκευών, είναι γεμάτος από παράδοξα. Μερικές από αυτές τις αντιφάσεις είναι ιδιαίτερα έντονες, όπως η διχοτόμηση μεταξύ αφεντικών και σκλάβων - μια μεταφορά για την ανισορροπία ισχύος που βρίσκεται κάτω από πολλές ανθρώπινες κοινωνίες. Το ποιοι είμαστε, τι σκεφτόμαστε και πώς ζούμε, συχνά προκύπτει από τις κοινωνικές κατασκευές και τη διαιώνιση των ιεραρχιών εξουσίας. Ωστόσο, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκεται η επιδίωξη της ελευθερίας, της αυτάρκειας και της αλήθειας.

Σχετικά με τη δουλεία και τις δομές εξουσίας

Η έννοια της δουλείας έχει εξελιχθεί από φυσικές αλυσίδες σε πιο ύπουλες μορφές ελέγχου: οικονομική ανισότητα, ασυμμετρία πληροφοριών και χειραγώγηση των κοινωνικών αφηγήσεων. Είναι μια ζοφερή υπενθύμιση των δομών εξουσίας που επιμένουν, τροφοδοτούμενες σε μεγάλο βαθμό από την αναζήτηση πλούτου και ελέγχου. Αυτή η ανισότητα, ενώ συχνά δικαιολογείται ως υποπροϊόν του «πολιτισμού», είναι μια στρεβλή αντανάκλαση της συλλογικής μας αποτυχίας να προασπίσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Θεωρητικά, μια ίση κατανομή των πόρων της Γης μεταξύ όλων των ανθρώπων θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κοινωνία ίσων. Ωστόσο, αυτό το ουτοπικό όραμα αποσταθεροποιείται από τη δυναμική εξουσίας και την ανθρώπινη κλίση προς την ιεραρχία. Η κατάρρευση μιας τέτοιας ανισότητας θα διατάραζε την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων, συντρίβοντας την ψευδαίσθηση του πολιτισμού για την οποία δείχνουμε υπερηφάνεια, αλλά ίσως κρυφά κουβαλάμε μια αίσθηση ντροπής.

Ελευθερία και επιδίωξη της αλήθειας

Η αναζήτηση της ελευθερίας είναι ένα ταξίδι προς την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία από τα κοινωνικά κατασκευάσματα. Η αληθινή ελευθερία βρίσκεται στην ακατάπαυστη αναζήτηση της αλήθειας, ανεπηρέαστη από τις προκαταλήψεις και τη χειραγώγηση των ισχυρών. Αυτό το ταξίδι συχνά περιλαμβάνει μια εκστρατεία προς τα μέσα, μια βαθιά κατάδυση στο βασίλειο της αυτογνωσίας και της συνείδησης.

Τα σώματά μας είναι αγγεία, αγιασμένα από την καθαρότητα της συνείδησης. Ωστόσο, συχνά γεμίζουν με τη λάσπη του εγωισμού, όπου το αιώνιο αναμειγνύεται με το παροδικό. Το αποτέλεσμα είναι μια ζωή που ζει στη σκιά της επιπολαιότητας, μια ζωή χωρίς τη βαθιά ομορφιά που προκύπτει από την αλληλεπίδραση της συνείδησης και της πραγματικότητας.

Η αυτάρκεια και η πηγή της γνώσης

Η αυτάρκεια, με τη μεταφυσική έννοια, δεν αφορά απλώς την οικονομική ανεξαρτησία, αλλά αφορά την πηγή της γνώσης και της σοφίας μας. Οι σοφοί αναζητούν τη γνώση από μέσα τους, αντλώντας από την πηγή της συνείδησής τους. Είναι αυτάρκεις, απαλλαγμένοι από τα δεσμά των εξωτερικών εξαρτήσεων.

Αντίθετα, εκείνοι που αναζητούν γνώση έξω από τον εαυτό τους συχνά βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξάρτησης, και γίνονται επιρρεπείς στη χειραγώγηση. Αυτή η εξωτερική αναζήτηση γνώσης, αν και δεν είναι εγγενώς ελαττωματική, γίνεται προβληματική όταν στερείται κριτικής ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας.

Συμπέρασμα

Η μεταφυσική της ελευθερίας, της σκλαβιάς και της αυτάρκειας μας καλεί να αναλογιστούμε τη θέση μας στον κόσμο και τη σχέση μας με τις δομές εξουσίας. Μας προκαλεί να αναζητήσουμε την αλήθεια και τη γνώση από μέσα, να αγωνιστούμε για αυτάρκεια και να αντισταθούμε στα δεσμά των κοινωνικών κατασκευών. Καθώς περιηγούμαστε στις πολυπλοκότητες της ζωής, ας παραμείνουμε σταθεροί στην αναζήτησή μας για την αλήθεια, γιατί στην αλήθεια βρίσκεται η ουσία της ελευθερίας μας.

Οι καλοί φίλοι είναι το κλειδί για την ανθεκτικότητα

Ανθεκτικότητα είναι ικανότητα να προσαρμόζεστε και να αντιμετωπίζετε έντονες καταστάσεις. Σίγουρα επομένως είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην σωματική και ψυχική ευεξία κάποιου. Οι άνθρωποι που είναι ανθεκτικοί αντιμετωπίζουν καλύτερα τις απώλειες, έχουν καλύτερη υγεία και ζουν περισσότερο.

Και ακόμα και αν η ανθεκτικότητα δεν μπορεί να σας προστατέψει από τον πόνο και τις δυσκολίες της ζωής, σίγουρα μπορεί να σας βοηθήσει να μείνετε συγκεντρωμένοι και υγιείς και να μην χάσετε τον εαυτό και την λογική σας.

Το καλύτερο σχετικά με την ανθεκτικότητα έγκειται στο ότι δεν είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι γεννιούνται. Είναι ένα χαρακτηριστικό και μια ικανότητα που μπορείτε να μάθετε και να εξασκήσετε. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γίνετε ανθεκτικοί και ο πιο ισχυρός είναι η φιλία.

Οι φιλίες είναι πολύ σημαντικές επειδή απελευθερώνουν την ορμόνη οξυτοκίνη που είναι υπεύθυνη για την ευτυχία μας. Γι' αυτό όταν νιώθουμε πολύ άγχος βρίσκουμε καταφύγιο στους φίλους και στην υποστήριξη και την συντροφιά τους.

Επιπλέον, πολλές έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν δυνατές φιλίες είναι πιο ανθεκτικοί όταν αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις όπως σοβαρές ασθένειες, προβλήματα στην δουλειά ή απώλειες.

Δυστυχώς, στις μέρες μας είμαστε πιο απομονωμένοι και αγχωμένοι από ποτέ. Αναλαμβάνουμε πολλές ευθύνες και λέμε στον εαυτό μας πως δεν έχουμε χρόνο να διατηρήσουμε φιλίες.

Και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σχετικά με την δημιουργία δυνατών και βαθύτερων δεσμών με τους φίλους μας είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι που τείνουν να απομονώνουν τον εαυτό τους υιοθετούν συμπεριφορές που τους απομονώνουν ακόμα περισσότερο ακόμα και αν θέλουν να κοινωνικοποιηθούν. Αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή με το να απομακρύνονται από τους φίλους τους αρχίζουν να βλέπουν τους άλλους αρνητικά, ακόμα και αυτούς που έχουν καλές προθέσεις. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο είναι δύσκολο να βγουν.

Αν δεν είστε και πάρα πολύ κοινωνικοί μην ανησυχείτε. Μπορείτε να εξακολουθήσετε να είστε εσωστρεφείς και να κάνετε καινούργιους φίλους. Επίσης, το σπουδαίο είναι ότι χρειάζεστε έναν κοντινό φίλο για να κάνετε την διαφορά στην ζωή σας και να γίνετε πιο ανθεκτικοί.

Παρακάτω βρίσκονται κάποιες συμβουλές για να χτίσετε καλύτερες φιλίες.

Αρχικά, δημιουργήστε συνδέσεις. Γραφτείτε σε κάποια λέσχη ή σε κάποια ομάδα για να γνωρίσετε ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα. Είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να συνδεθείτε επειδή θα έχετε κάτι κοινό να συζητήσετε.

Έπειτα, ενισχύστε τις συνδέσεις που κάνατε. Εμβαθύνετε την φιλία σας προσκαλώντας τους καινούργιους σας φίλους για καφέ ή φαγητό. Προσπαθήστε να βρείτε μια κοινή ώρα μέσα στην εβδομάδα ώστε να συναντιέστε και να λέτε τα νέα σας.

Να βρίσκεστε περισσότερο με φυσικό τρόπο παρά μέσω του διαδικτύου. Παρόλο που το διαδίκτυο είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να μείνετε συνδεδεμένοι με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής σας, δεν πρέπει να ξεχνάτε πως τίποτα δεν είναι καλύτερο από την συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο όταν πρόκειται για την διατήρηση και την ανάπτυξη της φιλίας σας. Γι αυτό όλοι μας θα πρέπει να ξοδεύουμε λιγότερο χρόνο στο διαδίκτυο και περισσότερο στις συναντήσεις με φίλους.

Όταν νιώθετε αγχωμένοι, αναζητήστε τους.

Ένα μεγάλο μέρος σχετικά με το πώς να γίνετε πιο ανθεκτικοί έχει να κάνει με το να αναζητάτε και να δέχεστε βοήθεια όταν την χρειάζεστε από ανθρώπους που είναι σημαντικοί για εσάς. Θα νιώσετε καλύτερα μετά, κι εσείς και αυτοί, και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να εμβαθύνετε την σύνδεση που έχετε.

Πότε οι άνθρωποι νιώθουν και φέρονται με κακία

Οι άνθρωποι γενικότερα, είμαστε ιδιαιτέρως κοινωνικά όντα που έχουν ανάγκη από θετικές σχέσεις. Επομένως, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τα κίνητρα που έχουμε για να διατηρούμε καλές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης της κοινωνίας μας, αν ιστορικά οι άνθρωποι δε συνεργάζονταν και δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους σε ένα μεγάλο βαθμό.

Ωστόσο, πολύ συχνά οι άνθρωποι βλάπτουν εσκεμμένα ο ένας τον άλλον. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Γιατί οι άνθρωποι θέλουν κάποιες φορές να πληγώσουν και να βλάψουν τους άλλους;

Δεκαετίες ερευνών αποδεικνύουν ότι πίσω από τη δημοφιλή πεποίθηση πως οι άνθρωποι γίνονται κακοί όταν θέλουν να αισθανθούν καλύτερα για τον εαυτό τους, κρύβεται μία μεγάλη αλήθεια.

1. Η Θετική Ιδιαιτερότητα

Η θεωρία της «κοινωνικής ταυτότητας», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν μια βασική ψυχολογική ανάγκη για «θετική ιδιαιτερότητα». Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι έχουν μία θετικά προσδιορισμένη ανάγκη να αισθάνονται μοναδικοί σε σχέση με τους γύρω τους. Καθώς από τη φύση τους, έχουν την τάση να σχηματίζουν ομάδες, αυτή η ανάγκη για θετική διάκριση, επεκτείνεται και στις ομάδες που ανήκουν.

Δηλαδή, τείνουν να βλέπουν πιο ευνοϊκά τις ομάδες που ανήκουν, παρά τις ομάδες που δεν ανήκουν. Και ως εκ τούτου, έχουν την τάση να βλέπουν λιγότερο θετικά τους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος μίας ομάδας σε σχέση με αυτούς που ανήκουν κάπου.

Επίσης, αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί, όταν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων ή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ταυτότητα της ομάδας τους δοκιμάζεται ή αμφισβητείται.

Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη εξέταση αυτής της πεποίθησης, διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι γενικότερα εμφανίζουν ενδείξεις ευνοιοκρατίας για την ομάδα τους και επιπλέον, ενισχύεται θετικά η αυτοεκτίμηση τους και το αίσθημα της θετικότητας προς την ομάδας τους, όταν διαγράφονται άλλα μέλη από την ομάδα και θεωρούνται ως «παρείσακτα».

2. Οι Μειονεκτικές Συγκρίσεις

Η θεωρία της «κοινωνικής σύγκρισης», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους κάνουν συγκρίσεις με άλλους ανθρώπους και ότι αυτές οι συγκρίσεις μπορούν συχνά να μας κάνουν να αισθανόμαστε χειρότερα ή καλύτερα για τους εαυτούς μας. Καθώς, σε γενικές γραμμές προτιμάμε να αισθανόμαστε καλά, είμαστε επιρρεπείς στο να κάνουμε συγκρίσεις που θα μας επιτρέψουν να δούμε μειονεκτικά άλλους ανθρώπους.

Επιπλέον, η έρευνα που βασίζεται σε αυτή τη θεωρία, υποστηρίζει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι πιο αρνητικοί απέναντι στους άλλους όταν νιώθουν ότι τους έχουν προσβάλει ή τους έχουν υποτιμήσει και ότι έτσι μπορούν να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους και να βοηθηθούν στην αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης τους.

Ένα παράδειγμα αυτού, μπορεί να δοθεί σε μια μελέτη, κατά την οποία όταν είπαν στους συμμετέχοντες ότι δεν ήταν ελκυστικοί, χρησιμοποιώντας πλαστή ανατροφοδότηση, βαθμολόγησαν τους άλλους, όχι μόνο ως λιγότερο ελκυστικούς, αλλά και ως λιγότερο έξυπνους και ευγενικούς σε σύγκριση με την ανατροφοδότηση ότι ήταν ελκυστικοί. Συνοψίζοντας, όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν προσβεβλημένοι, ήταν πιθανότερο να υποβιβάσουν τους άλλους.

3. Η Κλασική Προβολή

Ο Freud υποστήριξε δεκαετίες πριν, ότι οι άνθρωποι ένιωθαν καλά με τον εαυτό τους και τα ελαττώματά τους, όταν πίστευαν ότι και άλλα άτομα είχαν τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά με αυτούς. Βασικά, αν υποθέσουμε ότι αισθάνεστε ανέντιμοι, τότε είναι πιο πιθανό να βλέπετε τους άλλους ανθρώπους ως επίσης ανέντιμους και αυτό σας κάνει κατά μία έννοια, να αισθάνεστε πιο έντιμοι από αυτούς.

Υπάρχουν διάφορες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Σε μια μελέτη, όταν είπαν σε κάποιους συμμετέχοντες ότι είχαν υψηλά επίπεδα εσωτερικού θυμού, πίστευαν ότι και τα άλλα άτομα εξέφραζαν θυμό και με αυτό τον τρόπο, ένιωθαν ότι δεν είχαν ιδιαίτερο θυμό μέσα τους.

4. Η Απειλή του «Εγώ»

Οι ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, εκδηλώνουμε αρκετή επιθετικότητα. Με άλλα λόγια, σε γενικές γραμμές, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν οι άνθρωποι αισθάνονται καλά ή άσχημα για τον εαυτό τους. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι εκείνη τη στιγμή που επιτίθενται, αισθάνονται χειρότερα για τον εαυτό τους από ό,τι συνήθως.

Αυτό το πεδίο έρευνας, έχει διαπιστώσει ότι η απειλούμενη αυτοεκτίμηση συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα αυξημένων επιθετικών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι νιώσουν προσβεβλημένοι, σε αντίθεση με το να λαμβάνουν εκτίμηση, είναι αρκετά πιθανό να κάνουν προσβλητικά σχόλια σε κάποιο άλλο άτομο.

Συμπέρασμα

Είτε αφορά στην προώθηση των ομάδων μας είτε των εαυτών μας, έχουμε την τάση να είμαστε πιο επιθετικοί, όταν η αυτοεκτίμηση μας αμφισβητείται και όταν δεν νιώθουμε ιδιαίτερα θετικά συναισθήματα για τους εαυτούς μας.

Όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, τότε είναι πιθανό να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με ανθρώπους που νομίζουμε ότι είναι σε χειρότερη θέση από εμάς, ώστε να βλέπουμε ότι έχουν περισσότερα αρνητικά χαρακτηριστικά από εμάς, προκειμένου να υποβαθμίσουμε τα άτομα που δεν είναι μέλη των ομάδων μας, καθώς και για να εκφράσουμε πιο άμεση επιθετικότητα προς τους ανθρώπους γενικότερα.

Η προσβολή, η υποτίμηση ή η επίκριση άλλων ανθρώπων μπορεί να δείξει πολλά περισσότερα για το πώς αισθάνεστε εσείς για τον εαυτό σας, παρά για το χαρακτήρα του άλλου προσώπου. Η ανασφάλεια για τους ίδιους μας τους εαυτούς μας, ευθύνεται σε ένα μεγάλο βαθμό για την αποτύπωση της σκληρότητας που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μὴ πολλάκις τὸν ποιητήν τις οἴηται λέγειν οὐκ ᾄσματα νέα ἀλλὰ τρόπον ᾠδῆς νέον, καὶ τοῦτο ἐπαινῇ. δεῖ δ’ οὔτ’ ἐπαινεῖν τὸ τοιοῦτον οὔτε ὑπολαμβάνειν. εἶδος γὰρ καινὸν μουσικῆς μεταβάλλειν εὐλαβητέον ὡς ἐν ὅλῳ κινδυνεύοντα· οὐδαμοῦ γὰρ κινοῦνται μουσικῆς τρόποι ἄνευ πολιτικῶν νόμων τῶν μεγίστων, ὥς φησί τε Δάμων καὶ ἐγὼ πείθομαι…
Πλάτωνος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" Δ΄ 424c

Μετάφραση

Νά φοβοῦνται μήπως πολλές φορές φανταστεῖ κανείς ὅτι ὁ ποιητής δέν ἐννοεῖ τραγούδια καινούργια ἀλλά μιά νέα τεχνοτροπία τραγουδιοῦ, κι ὅτι το ἐπιδοκιμάζει. Μήτε νά τό ἐπιδοκιμάζει κανείς αὐτό πρέπει μήτε να ἀποδίδει τέτοιες σκέψεις στόν ποιητή. Χρειάζεται νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί σε ὅ,τι ἀφορᾶ την εἰσαγωγή νέων δρόμων, ἐπειδή ἐδῶ διακυβεύονται τά πάντα. Γιατί πουθενά δεν συντελοῦνται ἀλλαγές στους τρόπους τῆς μελωδικῆς σύνθεσης, χωρίς να ἀκολουθοῦνται ἀπό ριζικές πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, ὅπως ὑποστηρίζει ¨ο Δάμων και το πιστεύω κι ἐγώ…

Διάστημα.

Η σχέση μεταξύ δύο αριθμών, αυτό δηλαδή που ονομάζεται σήμερα στην αριθμητική και στη γεωμετρία λόγος, στη μαθηματική θεωρία της Μουσικής του Πυθαγόρα ονομάζεται «Διάστημα».

Στη θεωρία της Μουσικής μάλιστα η λέξη διάστημα είχε διπλή σημασία. Διότι αφενός μεν ονομαζόταν διάστημα η αριθμητική σχέση με την οποία εκφραζόταν ο λόγος του μουσικού διαστήματος, αφετέρου δε αυτή η λέξη ήταν σύμφωνη με την καθημερινή έννοιά της και το «τμήμα ευθείας», δηλαδή την απόσταση μεταξύ δύο σημείων.

Το μουσικό διάστημα, που εκφραζόταν ως «σχέση δύο αριθμών προς αλλήλους» στη θεωρία της Μουσικής του Πυθαγόρα ονομαζόταν αρχικά διάστημα = απόσταση δυο σημείων απ’ αλλήλων. Το «διάστημα» αυτό είχε πράγματι δύο συνοριακά σημεία (πέρατα, όρους), τα οποία δινόντουσαν ως αριθμοί.

Οι αρχαίοι θεωρητικοί ενδιαφέρονταν κυρίως για τα σύμφωνα διαστήματα ή συμφωνίες. Το όνομα ενός τέτοιου διαστήματος στην Πρακτική της Μουσικής ήταν συνήθως «συμφωνία», αφού άλλωστε για αυτό το λόγο ήθελαν να εκφράσουν το «συγχρονισμένο τονισμό», το «συμφωνείν» δηλαδή δύο ήχων. Ο Πυθαγόρας κυρίως ασχολήθηκε με το «Οκτάτονο (δια πασών, Oktave)», με το «Τετράτονο (δια τεσσάρων, Quarte)» και με το «Πεντάτονο (δια πέντε, Quinte)».

Υπολογισμός διαστημάτων.

Πιο συγκεκριμένα ο Πυθαγόρας ήταν αυτός που πρώτος έθεσε τις βάσεις της επιστήμης της Μουσικής με μια επιστημονικά θεμελιωμένη θεωρία της Μουσικής. Ανακάλυψε τη σχέση ανάμεσα στο μήκος των χορδών και το τονικό ύψος που δίνουν.

Για να το πετύχει αυτό χρησιμοποίησε ένα έγχορδο όργανο, που το δημιούργησε ο ίδιος, το «Μονόχορδο».

Αρχικά υπολόγισε ότι δύο χορδές, που η μία είναι διπλάσια από την άλλη (άρα έχουν σχέση 2/1), παράγουν ήχους, δηλαδή νότες, που απέχουν διάστημα Οκτάβας ή «δια πασών». Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι όταν δύο χορδές έχουν σχέση 3/2 τότε το διάστημα που σχηματίζουν οι νότες που παράγονται είναι μια 5η Καθαρή. Με αυτά τα διαστήματα, γνωρίζοντας κανείς ότι όταν προσθέτουμε διαστήματα πολλαπλασιάζουμε τους λόγους τους και αντίθετα όταν αφαιρούμε, τους διαιρούμε, -γιατί δεν πρόκειται για ποσότητες αλλά για αναλογίες- μπορούμε να υπολογίσουμε τους λόγους όλων των διαστημάτων. [Π.χ. με αφετηρία τη νότα ντο, η νότα σολ είναι 5η Καθαρή πάνω, άρα έχει σχέση 3/2. Το ρε, και πάλι, είναι μια 5η Καθαρή πάνω από το σολ, άρα σε σχέση με το ντο είναι (3/2)2 = 9/4. 9/4 όμως είναι η σχέση του διαστήματος 9ης. Για να βρούμε λοιπόν το διάστημα 2ας θα πρέπει να διαιρέσουμε (9/4) : (2/1) = 9/8. Άρα η 2η Μεγάλη δίνεται από τη σχέση 9/8.]

Με αυτό τον τρόπο ο Πυθαγόρας υπολόγισε όλα τα διαστήματα και απέδειξε ότι υπάρχουν δύο ειδών ημιτόνια: τα διατονικά (μι-φα και σι-ντο) και τα χρωματικά (π.χ. φα-φα#). Το διατονικό το ονόμασε λείμμα και το χρωματικό αποτομή. Τη διαφορά τους την ονόμασε Πυθαγόρειο Κόμμα, το οποίο μάλιστα είναι ίσο προς τη διαφορά (3/2)12 και (2/1)7. Κανονικά 12 πέμπτες πρέπει να ισούνται με 7 οκτάβες (στο πιάνο αυτά τα διαστήματα ταυτίζονται). Ωστόσο ο Πυθαγόρας απέδειξε πως διαφέρουν κατά το Πυθαγόρειο Κόμμα.

Βέβαια από την αρχαιότητα είχε παρατηρηθεί ότι αυτή η διαδικασία δεν κλείνει ποτέ με την αφετηρία της όσο και αν πολλαπλασιάζουμε, παρόλα αυτά η απόσταση μικραίνει χωρίς ποτέ να γίνεται 0.

Το πλεονέκτημα του Πυθαγόρειου υπολογισμού των διαστημάτων είναι το ότι αποτελεί έναν τρόπο που να στηρίζεται σε αριθμητικές πράξεις και όχι στο αυτό ή την εμπειρία. Αντίθετα το μειονέκτημά του είναι πως σήμερα δεν μπορεί να εφαρμοστεί για το χόρδισμα των οργάνων.

Το Πυθαγόρειο Κόμμα είναι αυτό που οδήγησε στον Ισοτονικό Συγκερασμό (η διαίρεση της οκτάβας σε δώδεκα ίσα τμήματα-ημιτόνια). Μ’ αυτόν τον τρόπο τα φυσικά διαστήματα τροποποιούνται ελαφρά ώστε όλα τα ημιτόνια να είναι ίδια και οι δώδεκα 5ες να συμπίπτουν με επτά 8άβες (δηλαδή 12 5ες = 7 8άβες).

Ο Πυθαγόρας έκανε τους υπολογισμούς του χωρίς να κάνει συγκεκριμένη αναφορά σε κάποιο μουσικό όργανο ή σε κάποια τονικότητα.

Μέχρι το 16ο αι. ο Πυθαγόρειος υπολογισμός των διαστημάτων υπήρξε ο πυρήνας της τεχνικής χορδίσματος των οργάνων.

Διαφορές με τον Αριστόξενο τον Ταραντίνο.

Ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος, νεότερος του Πυθαγόρα (περί το 375), υπήρξε φιλόσοφος και σημαντικότατος θεωρητικός της Μουσικής. Γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, στην αρχαιότητα, του δόθηκε η ονομασία «ο Μουσικός».

Σύμφωνα με τον Αριστόξενο διάστημα είναι το περιεχόμενο τμήμα μεταξύ δύο φθόγγων, που έχουν την ίδια ένταση (ύψος). Ως προς αυτόν λοιπόν το βασικό όρο, το διάστημα παρουσιάζεται ως μία διαφορά εντάσεως και ως χώρος, αυτός μπορεί να περιέχει τόνους (φθόγγους) οξύτερους από τους βαρύτερους και βαρύτερους από τους οξύτερους και των οποίων η ένταση το διάστημα αυτό (τύπος δεκτικός φθόγγων). Η διαφορά όμως των υψών αυτών των φθόγγων δείχνει κατά πόσο η ένταση είναι περισσότερη ή λιγότερη.

Ο W. Burkert ανέφερε την εξής πρόταση για τον Αριστόξενο και τους Πυθαγορείους:

«Η έννοια του ευθύγραμμου τμήματος είναι συνδεδεμένη με το όνομα του Αριστόξενου, η δε διδασκαλία περί της αναλογίας της Μουσικής όμως είναι συνδεδεμένη με τους Πυθαγορείους...».

Ως γνωστό ο Αριστόξενος ήταν μεγάλος αντίπαλος της Πυθαγόρειας θεωρίας. Θα παρουσιάσω τη διδασκαλία του συνοπτικά, σύμφωνα με τον C.V.Jan:

«Στην Αρμονική του δεν ερευνά πως δημιουργείται ο κάθε φθόγγος, αν είναι αριθμός ή ταχύτητα (ρυθμός). Το «ούς» πρέπει μόνο αδεσμεύτως σε ότι αφορά τους τόνους να «θεάται» το βασίλειο των φθόγγων. Αυτό μόνο είναι ικανό να μας πληροφορήσει με βεβαιότητα, ποιοι φθόγγοι βρίσκονται σε αρμονική σχέση μεταξύ τους... Το σύστημα της διδασκαλίας του βασίζεται πάνω στις εύκολες αντιληπτές συγχορδίες της τετρατόνου και της πεντατόνου, και χωρίς να ερευνήσει ποια αριθμητική σχέση βρίσκεται στη βάση τους, καθορίζει συμφώνως προς αυτές τον ολόκληρο και τον μισό τόνο κ.λ.π.».

Δηλαδή θέλει να μας εξηγήσει ότι το σύστημα της διδασκαλίας του δεν στηρίζεται στις αριθμητικές σχέσεις, όπως του Πυθαγόρα, αλλά βασίζεται στην ικανότητα του αυτιού να αντιλαμβάνεται την αρμονική σχέση των μουσικών τόνων. Μπορεί να μην ερευνά τις αριθμητικές σχέσεις μέσα στην οκτάβα, καθορίζει όμως τον ολόκληρο και τον μισό τόνο και κατασκευάζει μια κλίμακα με βάση το ένα δωδέκατο του τόνου. Επομένως η μέθοδός του ήταν, καθαρά, εμπειρική.

Οι πέντε Ιερές πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας

Κατά την αρχαιότητα η Ελευσίνα αποτελούσε μαζί με την Αθήνα, την Ολυμπία, τους Δελφούς και τη Δήλο τις 5 ιερές πόλεις της Αρχαίας Ελλάδος και σε αυτήν κατέληγε η Ιερά Οδός.

Η λέξη Ελευσίς-ίνος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Ορφικό ύμνο «Δήμητρος θυμίαμα».

Επιπλέον, ο Ησύχιος μας αναφέρει ότι το παλαιότερο όνομα της Ελευσίνας ήταν Σαισαρία. Σύμφωνα με το μύθο, η Σαισαρία ήταν η μικρότερη κόρη του βασιλιά Κελεού.

Ο Κελεός αναφέρεται ως ο πρώτος Ιεροφάντης και ότι πρώτος χειροτόνησε τις κόρες του Ιέρειες της θεάς Δήμητρας.

Ο Κελεός ήταν ο οικιστής της Ελευσίνας, ο οποίος για να τιμήσει τον πατέρα, τον ήρωα Ελευσίνα, έδωσε το όνομά του στην πόλη.

Η λέξη Ελευσίνα είναι ομιλούν όνομα και προέρχεται από το ρήμα ελεύθω = έρχομαι. Δηλαδή ο τόπος της αφίξεως, του ερχομού, της παρουσίας, της αποκάλυψης. Σε όλα τα αρχαία κείμενα η λέξη Ελευσίς δεν υπάρχει παρά μόνο σε συνάρτηση με τη θεά Δήμητρα ή στα Ελευσίνια Μυστήρια. Έτσι έγινε γνωστή η Ελευσίνα στην αρχαιότητα κι έτσι μένει για πάντα.

Σαισαρία, η Ελευσίνα, από την ιέρεια Σαισάρα. Ελευσίνα, από τον ήρωα της τον Ελευσίνα. Ελευσίς, από την έλευση της θεάς Δήμητρας. Στην ελληνιστική εποχή από την πόλη άποικοι ίδρυσαν μια ομώνυμη πόλη πλάι στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ένα χωριό Ελευσίς στην όαση του Φαγιούμ.

Τα Ελευσίνια ήταν γιορτή και μυστηριακή τελετή που πραγματοποιούνταν στην Ελευσίνα της Αττικής προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης.

Επρόκειτο για την ιερότερη και πιο σεβαστή τελετή από όλες τις γιορτές της αρχαίας Ελλάδας: έχοντας ξεκινήσει από τη Σαμοθράκη και τα Καβείρια Μυστήρια μεταφέρθηκαν στην Ελευσίνα από Θράκες αποίκους. Άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη κατά τον καιρό του Πεισίστρατου και έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους κατά το χρυσό Αιώνα του Περικλή.

Η αρχαία Αθήνα (Αθηναι) ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας και μία από τις σημαντικότατες πόλεις του αρχαίου κόσμου γενικότερα. Τα όρια της περιλάμβαναν το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Αττικής.

Οι Αθηναίοι πέρα από την Αττική κυριαρχούσαν μέσω του ισχυρού τους στόλου σε έναν μεγάλο αριθμό ιωνικών αποικιών στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η Αττική άλλωστε αποτελούσε και την μητρόπολη των περισσότερων ιωνικών αποικιών.

Οι Αθηναίοι συνόρευαν βόρεια με τους Βοιωτούς και δυτικά με τους Μεγαρείς, με τους οποίους βρίσκονταν συχνά σε σύγκρουση.

Η αρχαία Αθήνα πρωταγωνίστησε στους Περσικούς πολέμους, ηγήθηκε της συμμαχίας της Δήλου, καθώς και της μιας από τις δύο συμμαχίες οι οποίες συγκρούστηκαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Η Αττική ήταν από τις λίγες περιοχές της Ελλάδας που δεν έγινε εγκατάσταση Δωριέων καθώς εκεί οι Δωριείς αποκρούστηκαν (μύθος του βασιλιά Κόδρου).

Στην Αττική σταδιακά διαμορφώθηκε μία ξεχωριστή διάλεκτος της ιωνικής, η αττική διάλεκτος που έγινε η γλώσσα των γραμμάτων και των τεχνών στην αρχαιότητα. Στην περιοχή της Αττικής υπήρχε έντονη ανθρώπινη παρουσία από την νεολιθική εποχή.

Πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αθήνας ήταν ο Κέκροπας στον οποίο αποδίδεται η επιλογή της θεάς Αθηνάς ως προστάτιδας θεάς της πόλης. Τα πρώιμα χρόνια της εποχής του χαλκού οι Αθηναίοι φαίνεται να βρίσκονταν υποταγμένοι στους Κρήτες, όπως φαίνεται και από τον μύθο του Θησέα.

Το σημαντικότερο γεγονός, μετά την εξόντωση του Μινώταυρου από τον Θησέα, ίσως και αλληγορικός μύθος, για την μελλοντική εξέλιξη της πόλης στάθηκε η συνένωση των δώδεκα οικισμών, που είχαν ιδρυθεί στην περιοχή της Αττικής, σε ένα κράτος, με την Αθήνα ως κεντρική εστία.

Την Μυκηναϊκή περίοδο οι Αθηναίοι βρίσκονταν στην σκιά των ισχυρών Μυκηναϊκών κέντρων της περιόδου. Ο Όμηρος αναφέρει συμμετοχή της Αθήνας στον Τρωικό πόλεμο, με 50 πλοία και αρχηγό τον Μενεσθέα.

Την περίοδο της καθόδου των Δωριέων οι Αθηναίοι αντιστάθηκαν με επιτυχία. Σε καμία άλλη πόλη της αρχαίας Ελλάδας δεν αναπτύχθηκαν τόσο πολύ οι τέχνες και τα γράμματα όσο στην αρχαία Αθήνα καθώς εκεί αναπτύχθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες για να υπάρξει αυτό το αξιοθαύμαστο πολιτιστικό δημιούργημα.

Οι λόγοι που αυτό συνέβη ιδιαίτερα στην Αθήνα ήταν η ύπαρξη δημοκρατικού πολιτεύματος, η μεγάλη εισροή πλούτου στην πόλη, αλλά και η έντονη συναναστροφή και ανταλλαγή ιδεών με ξένους λαούς και πολιτισμούς μέσω του ιδιαίτερα ανεπτυγμένου Αθηναϊκού εμπορίου.

Το μεγαλύτερο μέρος του πολιτιστικού δημιουργήματος της αρχαίας Ελλάδας οφείλεται στην Αθήνα. Εκεί δημιουργήθηκε το θέατρο, πρωτοεφαρμόστηκε το δημοκρατικό πολίτευμα, αναπτύχθηκε η φιλοσοφία, η ιστοριογραφία, η ρητορική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική κ.α.

Από την Αθήνα ήταν μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της αρχαιότητας, όπως οι Δραματικοί ποιητές Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης και Αριστοφάνης, οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Ξενοφώντας, οι ρήτορες Λυσίας, Ισοκράτης και Δημοσθένης ο γλύπτης Φειδίας κ.α. Επίσης οι φιλόσοφοι Αριστοτέλης, Αναξαγόρας, Επίκουρος και Ζήνων έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στην Αθήνα.

Στην Αθήνα λειτούργησαν και οι μεγάλες φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας, όπως η Ακαδημία Πλάτωνος και το Λύκειο του Αριστοτέλη και αργότερα η σχολή των Επικούρειων φιλοσόφων και των Στωικών. Στον χώρο της Αττικής υπήρχαν μερικοί από τους σημαντικότερους λατρευτικούς χώρους της αρχαίας Ελλάδας.

Ο σημαντικότερος λατρευτικός χώρος ήταν η Ακρόπολη στον οποίο λατρευόταν η θεά Αθηνά. Η ακρόπολη ήταν ο σημαντικότερος λατρευτικός χώρος της θεάς Αθηνάς στην αρχαία Ελλάδα.

Μετά την αποχώρηση των Περσών το 479 π.Χ. ανοικοδομήθηκαν στην Ακρόπολη εντυπωσιακά μνημεία κάτω από την επίβλεψη των σημαντικότερων αρχιτεκτόνων και γλυπτών της αρχαιότητας όπως του Φειδία, του Ικτίνου, του Καλλικράτη κ.α. Πολύ σημαντικός λατρευτικός χώρος ήταν το Σούνιο, αφιερωμένος στον θεό Ποσειδώνα. Στο Σούνιο υπήρχε σημαντικός ναός αφιερωμένος στον Ποσειδώνα που σώζεται μέχρι σήμερα.

Στην Ελευσίνα λατρευόταν η θεά Δήμητρα και η περιοχή ήταν από τους σημαντικότερους λατρευτικούς χώρους στην αρχαία Αθήνα.

Εκεί διεξάγονταν κάθε χρόνο τα Ελευσίνια Μυστήρια σημαντική γιορτή προς τιμήν της θεάς Δήμητρας.

Στην ανατολική Αττική υπήρχαν άλλοι τρεις σημαντικοί λατρευτικοί χώροι.

Η Βραυρώνα στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου της Αραφήνος, που ήταν λατρευτικός χώρος της Άρτεμης, ο Ραμνούντας, στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου του Μαραθώνα, όπου λατρευόταν η θεά Νέμεση και το Αμφιαράειο στα σύνορα με την Βοιωτία, σημαντικό μαντείο αφιερωμένο τον μυθικό ήρωα Αμφιάραο.

Η Δήλος, είναι μικρή νήσος των Κυκλάδων, δυτικά της Μυκόνου. Στην αρχαιότητα υπήρξε ιδιαίτερα διάσημη ως γενέτειρα του θεού Απόλλωνα, εξ ου και η επωνυμία του Δήλιος και εκ τούτου σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο που εξελίχθηκε ομοίως και σε εμπορικό.

Ο κάτοικος της Δήλου καλείται Δήλιος, ή Δηλιεύς (΄΄Δήλιοι ή Δηλιείς). Όταν η Ήρα έμαθε ότι η Λητώ ήταν έγκυος από το Δία, απαγόρευσε στη Λητώ να γεννήσει σε στεριά και σε οποιοδήποτε μέρος κάτω από τον ήλιο. Ή γέννησή του Απολλωνα αναφέρει πως αυτή πραγματοποιήθηκε στο νησί Ορτυγία Δήλος) από τη Λητώ που υπήρξε σύζυγος του Δία πριν από την Ήρα.

Λόγω της μεγάλης ζήλιας της Ήρας για την Λητώ, κανένας τόπος δεν τη δεχόταν να γεννήσει εκτός από την Ορτυγία. Ήταν ένα νησί που έως τότε έπλεε ελεύθερο στα κύματα κι έτσι ήταν δύσκολο η Ήρα να ανιχνεύσει την τοποθεσία στην οποία η Λητώ είχε καταφύγει. Αργότερα, ο Δίας σταθεροποίησε το νησί προκειμένου να πραγματοποιηθεί η γέννηση του Απόλλωνα.

Οι πόνοι του τοκετού διήρκεσαν εννιά μέρες και εννιά νύχτες και τότε η Ειλείθυια, η μαμή, που η Ήρα κρατούσε επίτηδες κοντά της, μπόρεσε να διαφύγει ώστε να βοηθήσει την ετοιμόγεννη Λητώ. Πρώτη γεννήθηκε η Άρτεμις και ύστερα ο Απόλλωνας. Η Ορτυγία ονομάστηκε Δήλος επειδή εκεί αποκαλύφθηκε (δήλος, δηλαδή φανερός) ο θεός Απόλλωνας.

Η Ολυμπία, υπήρξε το πιο δοξασμένο ιερό της αρχαίας Ελλάδας αφιερωμένο στον Δία, πατέρα των θεών και των ανθρώπων.

Ήταν ο τόπος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων οι οποίοι τελούνταν στο πλαίσιο των Ολυμπίων, της πιο σημαντικής εορτής των Ελλήνων κατά το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαιότητας.

Αντίστοιχες γιορτές ήταν τα Πύθια που διοργανώνονταν προς τιμήν του Απόλλωνος στους Δελφούς, τα Ίσθμια προς τιμήν του Ποσειδώνος στον Ισθμό της Κορίνθου και τα Νέμεα, επίσης προς τιμήν του Διός στο ιερό του στη Νεμέα.

Στην Ολυμπία, εντός του μεγαλοπρεπούς ναού του θεού, βρισκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, έργο του Φειδία, το οποίο ήταν γνωστό στην αρχαιότητα ως ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου.

Η αφετηρία των Ολυμπιακών Αγώνων τοποθετείται στο 776 π.Χ. και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια.

Την Ελληνιστική περίοδο ανεγέρθηκαν αρκετά οικοδομάματα, κυρίως κοσμικού χαρακτήρα, όπως το γυμνάσιο και η παλαίστρα, και στα ρωμαϊκά χρόνια έγιναν μετασκευές στα ήδη υπάρχοντα.

Οικοδομήθηκαν επίσης θέρμες, πολυτελείς κατοικίες και το υδραγωγείο. Η λειτουργία του ιερού χώρου συνεχίσθηκε κανονικά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια επί Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Το 393 μ.Χ. έγιναν οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες και λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄, με διάταγμά του απαγόρευσε οριστικά την τέλεσή τους γιατί θεωρούνταν παγανιστικοί, ενώ επί Θεοδοσίου Β΄, επήλθε η οριστική καταστροφή του ιερού (426 μ.Χ.).

Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην οποία λειτούργησε το σημαντικότερο μαντείο του αρχαιοελληνικού κόσμου.

Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με την ονομασία Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο και ιερή πόλη των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε επίσης κέντρο της Δελφικής Αμφικτυονίας.

Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Τους επόμενους αιώνες η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών στον μεσαίωνα (570-780μ.χ).

Στην περιοχή των Δελφών υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Κύριος του ιερού έγινε ο Απόλλωνας όταν σκότωσε τον Πύθωνα.

Στη συνέχεια ο θεός μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε στην περιοχή Κρήτες, οι οποίοι ίδρυσαν το ιερό του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνεια, και τα Πύθια.

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο και χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.) Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στο χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη.

Από την πόλη αυτή έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται πως αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις εννέα Φωκικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών. Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Για τους επόμενους τέσσερις αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή.

Τα ευρήματα από την περιοχή παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., οπότε και επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του ιερού και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της τέμενος.

ΓΟΡΓΙΑΣ: Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον

Βί­ος καί ἔρ­γο τοῦ Γορ­γί­α

Σπου­δαῖ­ος σο­φι­στής καί ρή­το­ρας ἀ­πό τούς Λε­ον­τίνους τῆς Σι­κε­λί­ας. Τά ἀκριβῆ ὁ­ρι­α τῆς ζω­ῆς του δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στά. Γεν­νή­θη­κε πι­θα­νό­τα­τα με­τά τό 490 π.Χ. (ἴ­σως τό 483) καί πέ­θα­νε με­τά τό 380 (ἴ­σως τό 376). Ἔ­ζη­σε, πάν­τως, σί­γου­ρα πά­νω ἀ­πό 100 χρό­νι­α-ἡ Σού­δα ἀ­να­φέ­ρει 109 χρό­νι­α- κα­λύ­πτον­τας μέ τή ζω­ή του ὁ­λό­κλη­ρο σχε­δόν τόν 5ο αἰώνα καί τίς ἀρχές τοῦ 4ου.

Ὑ­πῆρ­ξε μα­θη­τής τοῦ Ἐμ­πε­δο­κλῆ τοῦ Ἀ­κρα­γαντί­νου μέσω τοῦ ὁποίου ἦρ­θε σέ ἐπαφή μέ τίς ἰ­δέ­ες τῶν φυ­σι­κῶν φι­λο­σό­φων. Καρ­πός τῆς ἐ­να­σχό­λη­σής του μέ τή φυ­σι­κή φι­λο­σο­φί­α, πού ἐκείνη τήν ἐποχή -πρῶ­το μι­σό τοῦ 5ου αἰώνα- ἄκ­μα­ζε στή Σι­κε­λί­α καί τήν Κά­τω Ἰ­τα­λί­α, ὑπῆρξε ἕ­να σύγ­γραμ­μα μέ τί­τλο Πε­ρί Φύο­ε­ως ἤ πε­ρί το­ῦ μή ὄν­τος γραμ­μέ­νο λί­γο πρίν ἀ­πό τό 440 π.Χ., ὅπου ἀν­τι­στρέ­φον­τας τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τῶν Ἐ­λε­α­τῶν καί ἰ­δί­ως τοῦ Παρ­με­νί­δη γιά τήν ὕ­παρ­ξη ἑνός Ὄν­τος, αἰ­ω­νί­ου καί ἀ­κί­νη­του, προ­σπά­θη­σε νά ἀ­πο­δεί­ξει ὅτι: α) τί­πο­τε δέν ὑ­πάρ­χει, β) κι ἄν ὑ­πῆρ­χε, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά τό γνω­ρί­σου­με, γ) κι ἄν τό γνω­ρί­ζα­με δέν θά μπο­ρού­σα­με νά τό δι­α­τυ­πώ­σου­με καί νά τό με­τα­δώ­σου­με στούς ἄλ­λους (DK 82 Β3: ἕν μέν καί πρῶ­τον ὅτι οὐ­δέν ἔ­στιν, δεύ­τε­ρον ὅτι εἰ καί ἔ­στιν, ἀ­κατά­λη­πτον ἀν­θρώ­πῳ, τρί­τον ὅτι εἰ καί κα­τα­λη­πτόν, ἀλ­λά τοί γε ἀ­νέ­ξοι­σ­τον καί ἀ­νερ­μή­νεν­τον τῷ πέ­λας).

Πολ­λοί ἔ­χουν ἑρ­μη­νεύ­σει τό σύγ­γραμ­μα ὡς δεῖγ­μα το­ῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ μη­δε­νι­σμοῦ τοῦ Γορ­γί­α, θά ἦ­ταν, ὅμως, ὀρ­θό­τε­ρο νά θε­ω­ρη­θεῖ ὡς δε­ϊγ­μα φι­λο­σο­φι­κοῦ σχε­τι­κι­σμοῦ. Τό πρό­βλη­μα ἔγ­κει­ται στήν ἑρ­μηνεί­α τῆς ἐ­ναρ­κτή­ρι­ας φρά­σης τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ (οὐδέν ἔ­στιν). Μέ τή φρά­ση αὐ­τή ὁ Γορ­γί­ας δέν δι­α­κη­ρύσ­σει τήν ἀ­νυ­παρ­ξί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀλ­λά μᾶλ­λον τήν πο­λυ­πρι­σμα­τι­κό­τη­τά της: ἡ φρά­ση οὐδέν ἔ­στιν ση­μαί­νει πώς τί­πο­τε δέν ὑ­πάρ­χει μέ μί­α μό­νον ἰ­δι­ό­τη­τα, τό οὐ­δέν ἔ­στιν, δη­λα­δή, δέν ἰ­σο­δυνα­μεῖ μέ τήν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, ἄλ­λα μέ τό φαί­νε­σθαι. Ὁ Γορ­γί­ας σέ αὐ­τό τό πρῶ­το μέ­ρος τοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ του, λοι­πόν, ἀν­τι­στρέ­φει τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό τοῦ Παρ­με­νί­δη ὅτι τό ὄν εἶ­ναι ἕ­να καί συ­νε­χές (DK 28 Β8, 5-6: οὐ­δέ πότ’ ἦν οὐδ’ ἔ­σται, ἐ­πεί νῦν ἔ­στιν ὁ­μο­ῦ πᾶν, ἕν, συ­νε­χές). Στή συ­νέ­χει­α δη­λώ­νει ὅτι, καί ἄν ὑ­πῆρ­χε, δέν θά μπο­ρού­σα­με νά τό γνω­ρί­σου­με, θί­γον­τας ἔ­τσι ἕ­να ἀ­πό τά βα­σι­κά φι­λο­σο­φι­κά προ­βλή­μα­τα, τό πρό­βλη­μα τῆς σχέ­σης τῆς γνώ­σης μέ τό εἶ­ναι: αὐτό πού σκε­φτό­μα­στε γιά τά πράγ­μα­τα δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀ­λη­θι­νή οὐ­σί­α τους, γιά τόν πο­λύ ἁ­πλό λό­γο ὅτι κά­νου­με σκέ­ψεις καί γιά πράγ­μα­τα πού δέν ὑ­πάρ­χουν (ὅπως γιά τό ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος πε­τά­ει). Ὁ Γορ­γί­ας, ὅμως, δέν ἐν­το­πί­ζει τό πρό­βλη­μα μό­νο στή σχέ­ση τῆς γνώ­σης μέ τό εἶ­ναι, ἀλλά καί στή σχέ­ση τῆς γνώ­σης μέ τή γλωσ­σι­κή ἔκ­φρα­ση: κι ἄν ἀ­κό­μα εἴ­χα­με γνώ­ση τοῦ ὄν­τος δέν θά μπο­ρού­σα­με νά τήν ἐκ­φρά­σου­με οὔ­τε νά τή με­τα­δώ­σου­με στούς ἄλ­λους, για­τί «ὁ λό­γος δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πο­τέ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού ἐμ­φανί­ζε­ται ὅτι δη­λώ­νει» (Kerferd, 1996, 146-156).

Τό Πε­ρί τοῦ μή ὄν­τος τοῦ Γορ­γί­α μαρ­τυ­ρεῖ τήν ἀ­πό­στα­ση πού τόν χω­ρί­ζει ἀ­πό τούς ἕλ­λη­νες φι­λό­σο­φους τῆς Δύ­σης καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιά μι­ά ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κή προ­σέγ­γι­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πού προ­οι­κο­νο­μεῖ τή στρο­φή του πρός τή σο­φι­στι­κή καί τή ρη­το­ρι­κή.

Στή Σι­κε­λί­α ἡ ρη­το­ρι­κή εἶ­χε ἤδη ἀρ­χί­σει νά δι­δά­σκε­ται καί νά καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἀ­πό τόν πρώ­ι­μο 5ο αἰώνα· ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης μά­λι­στα θε­ω­ρεῖ πῶς ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἔ­δω­σε πρῶ­τος ὤ­θη­ση στή ρη­το­ρι­κή (DK 82 A3). Ἀ­πό τή Σι­κε­λί­α προ­ερ­χό­ταν καί τό πρῶ­το δι­δα­κτι­κό βι­βλί­ο ρη­το­ρι­κῆς πού γνω­ρί­ζου­με, γραμ­μέ­νο ἀ­πό τόν Κό­ρα­κα τόν Συ­ρα­κού­σι­ο ἤ ἀ­πό τόν μα­θη­τή του Τει­σί­α. Αὐτοί ἦ­ταν καί οἱ πρῶ­τοι πού χρη­σι­μο­ποί­η­σαν τόν ὄ­ρο εἰ­κός πού δη­λώ­νει τό ἀ­λη- θο­φα­νές ἐ­κεῖ­νο ἐ­πι­χεί­ρη­μα, τό ὁποῖο ἀ­ξι­ο­λο­γεῖ­ται βά­σει τῆς σχέ­σης του μέ τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί προ­σπα­θεῖ νά ἐμ­φα­νί­σει τά σπου­δαῖ­α ὡς ἀ­σή­μαν­τα καί τά ἀ­σή­μαν­τα ὡς σπου­δαῖ­α (βλ. Πλάτ. Φαῖ­δρος 267a).

Ὁ Γορ­γί­ας ἦρ­θε σέ ἐπαφή μα­ζί τους -πι­θα­νό­τατα μα­θή­τευσ­ε κον­τά τους- καί ἔ­γι­νε ρη­το­ρο­δι­δάσκά­λος καλ­λι­ερ­γών­τας τήν τέ­χνη τοῦ ὀ­έ τέ­τοιο βαθ­μό, ὥ­στε νά θε­ω­ρη­θεῖ ἱ­δρυ­τής της. Ἡ δι­δα­σκα­λί­α του ἀ­πο­σκο­πού­σε στό νά κά­νει τούς νέ­ους ἄ­ξι­ους ἀ­γο­ρη­τές, ἱ­κα­νούς νά ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γο­ῦν πει­στι­κά γιά ὁποιο­δή­πο­τε ζή­τη­μα. Αὐτό, ἐ­ξάλ­λου, ἦ­ταν καί τό αἴ­τη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς: τόν 5ο αἰώνα ἡ ἀλλα­γή στόν τρό­πο δι­α­κυ­βέρ­νη­σης μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α πό­λε­ων- κρα­τῶν καί τήν ἐγ­κα­θί­δρυ­ση τῆς δη­μο­κρα­τί­ας στήν Ἀ­θή­να, κέν­τρο τῶν τό­τε ἐ­ξε­λί­ξε­ων, εἶ­χε ὡς ἀ­ποτέ­λε­σμα τή δι­εύ­ρυν­ση τῆς συμ­με­το­χῆς τῶν πο­λι­τῶν στά κοι­νά, πού προϋ­πέ­θε­τε μι­άν ἀν­τί­στοι­χη δι­εύ­ρυν­ση τῆς παι­δεί­ας τῶν νέ­ων, ὥ­στε νά εἶ­ναι γό­νι­μη καί δη­μι­ουρ­γι­κή ἡ συμ­με­το­χή τους στή δι­α­χεί­ρι­ση καί ἄ­σκη­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας. Τήν ἀ­πάν­τη­ση στό αἴ­τη­μα αὐτό τήν ἔ­δι­νε ἡ ρη­το­ρι­κή, πού δί­δα­σκε στούς νέ­ους τήν τέ­χνη τῆς πει­θοῦς. Αὐτή ἀ­κρι­βῶς ἡ δύ­να­μη τοῦ λό­γου νά πεί­θει, νά με­τα­βάλ­λει τή γνώ­μη τοῦ ἀ­πο­δέ­κτη του, ἦ­ταν πού συ­νάρ­πα­ζε τόν Γορ­γί­α καί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πρό­κλη­ση μέ τήν ὁ­ποί­α δέν ἔ­χα­νε εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­με­τρη­θεῖϊ.

Ὁ Γορ­γί­ας ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν πει­θώ ὡς μί­α ψυ­χο­λο­γι­κή δύ­να­μη πού βα­σί­ζε­ται ἀφ’ ἑνός στή σωστή χρή­ση ἀ­λη­θο­φα­νῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των (εἰ­κό­των) καί ἀφ’ ἑ­τέ­ρου στήν αἴ­σθη­ση τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ νά προ­κρί­νει τήν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή γιά νά δι­α­τυ­πώ­σει τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα (λέ­ξαι τό δέ­ον ὀρ­θῶς, Ἑλ. Ἐγκ. [2]). Ἡ αἴ­σθη­ση αὐτή ὀ­νο­μά­ζε­ται και­ρός καί ἔ­χει ψυ­χο­λο­γι­κή βά­ση. Φαί­νε­ται μά­λι­στα ὅτι ὁ Γορ­γί­ας τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει καί σχε­τι­κό σύγ­γραμ­μα (Δι­ον. Ἀ­λι­καρν. Πε­ρί συν­θέ­σε­ως ὀ­νο­μά­των 12, 6).

Στήν προ­ο­πά­θει­ά του νά πεί­σει, ὁ Γορ­γί­ας ἔ­δω­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κή ση­μα­σί­α στό ὕ­φος, ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας στό ἔ­πα­κρον τίς τε­ρά­στι­ες δυ­να­τό­τη­τες το­ῦ λό­γου. Καλ­λι­έρ­γη­σε τόν ἔν­τε­χνο πε­ζό λό­γο υἱ­ο­θε­τών­τας ποι­η­τι­κές φόρ­μες, ὥ­στε ὄ­χι μό­νο νά ἐ­πι­τύ­χει ἕ­να αἰ­σθη­τι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­νά­λο­γο μέ ἐ­κεῖ­νο πού προ­κα­λο­ῦσε ἡ ποί­η­ση, ἀλλά καί γιά νά ἀ­φή­σει δι­αρ­κέ­στε­ρη ἐν­τύ­πω­ση στή σκέ­ψη καί στά συ­ναι­σθή­μα­τα τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του: για­τί γνώ­ρι­ζε πώς, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, ὁ λό­γος τῆς ποί­η­σης ὡς λό­γος θε­ϊ­κός, ἐμ­πνευσμέ­νος ἀ­πό τίς Μοῦ­σες, ἦ­ταν καί λό­γος πει­θο­ῦς, ἱ­κα­νός νά προ­κα­λεῖ ἐν­τύ­πω­ση στούς ἀ­κρο­α­τές του καί νά δι­α­μορ­φώ­νει συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀν­τί­λη­ψη γιά τά πράγ­μα­τα (ἡ τῶν ποι­η­τῶν ἀ­κου­σάν­των πί­σ­τις, Ἑλ. Ἐγκ.[2]).

Δη­μι­ούρ­γη­σε, λοι­πόν, ἕ­ναν λό­γο πε­ρί­τε­χνο, πλού­σι­ο σέ ρη­το­ρι­κά σχή­μα­τα -ἀν­τι­θέ­σεις, πα­ρι­σώ­σεις, ἰ­σό­κω­λα, ὁ­μοι­ο­τέ­λευ­τα- πού ἔ­μει­ναν γνω­στά ὡς γορ­γί­ει­α σχή­μα­τα, ὄ­χι ἐ­πει­δή ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού τά ἐ­φεῦ­ρε -ἦ­ταν ἤδη γνω­στά ἀ­πό τους προ­σω­κρατι­κούς φι­λο­σό­φους καί ἀ­πό τήν ποί­η­ση- ἀλλά ἐ­πει­δή ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού τά καλ­λι­έρ­γη­σε τό­σο πο­λύ, ὥ­στε νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν τό σῆ­μα κα­τα­τε­θέν τοῦ ὕ­φους του. Τό πε­ρί­τε­χνο αὐτό ὕ­φος σέ συν­δυ­α­σμό μέ τή ρη­το­ρι­κή του δει­νό­τη­τα τόν ἔ­κα­ναν νά ξε­χω­ρί­σει ἀ­πό τους ἄλ­λους ρή­το­ρες τῆς ἐ­πο­χῆς του καί νά ἀ­ποκτή­σει φή­μη ὡς ρη­το­ρο­δι­δά­σκα­λος. Γι’ αὐτό καί οἱ συμ­πο­λί­τες του στά 427 π.Χ. τόν ἔ­θε­σαν ἐ­πι­κε­φαλῆς μι­ᾶς πρε­σβεί­ας στήν Ἀ­θή­να μέ σκο­πό νά πεί­σει τούς Ἀ­θη­ναί­ους νά προ­σφέ­ρουν βο­ή­θει­α στήν πό­λη τῶν Λε­ον­τί­νων, πού κιν­δύ­νευ­ε νά κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πό τους Συ­ρα­κού­σι­ους. Μαρ­τυ­ρεῖ­ται πώς ἦ­ταν τό­σο ἰ­σχυ­ρή ἡ ἐν­τύ­πω­ση πού προ­κά­λε­σε στούς Ἀ­θη­ναί­ους μέ τό ἀ­συ­νή­θι­στο ὕ­φος του, ὥ­στε κα­τά­φε­ρε νά τούς πεί­σει νά συ­νά­ψουν συμ­μα­χί­α μέ τούς Λε­ον­τί­νους (DK 82 Α4). Αὐ­τή ἦ­ταν καί ἡ πρώ­τη του ἐ­πί­σκε­ψη στήν Ἀ­θή­να.

Ἔ­κτο­τε τήν ἐ­πι­σκέ­φτη­κε πολ­λές φο­ρές καί τα­ξί­δε­ψε καί σέ ἄλ­λες πό­λεις δι­δά­σκον­τας τή ρη­το­ρι­κή. Ὡς μα­θη­τές του ἀ­να­φέ­ρον­ται πολ­λά σπου­δαῖ­α ὀ­νό­μα­τα τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ἰ­σο­κρά­της, ὁ Ἀλ­κιδά­μας, ὁ Πῶ­λος ὁ Ἀ­κρα­γαν­τί­νος, ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής Ἀ­γά­θων κ.α., ἐ­νῷ μέ τό ὕ­φος του ἐ­πη­ρέ­α­σε πολ­λούς συγ­γρα­φεῖς (ὅπως ὁ Θου­κυ­δί­δης, ὁ Ἀν­τιφῶν, ὁ Ἰ­σο­κρά­της κ.α.).

Πάν­τως, ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς ρη­το­ρι­κῆς πρέ­πει νά τοῦ ἀ­πέ­φε­ρε πολ­λά χρή­μα­τα (σύμ­φω­να μέ τή Σούδα λάμ­βα­νε ἑ­κα­τό μνᾶς ἀ­πό κά­θε μα­θη­τή), για­τί ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει στό ἱ­ε­ρό τῶν Δελ­φῶν ἕ­ναν ἀν­δρι­άν­τα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του ἀ­πό ἀ­τό­φιο χρυ­σά­φι (DK 8 2 A1, Α7). Στούς Δελ­φούς ἐκ­φώ­νησε κι ἕ­ναν Πυ­θι­κό λό­γο, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὁποίου, ὅπως καί ἡ πε­ρί­στα­ση γιά τήν ὁ­ποί­α ἐκ­φω­νή­θη­κε, δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στά.

Πε­ρισ­σό­τε­ρα γνω­ρί­ζου­με γιά ἕ­ναν Ἐ­πι­τά­φι­ο πού ἔ­γρα­ψε πι­θα­νό­τα­τα γιά τούς νε­κρούς του Πε­λο­ποννη­σι­α­κο­ῦ πο­λέ­μου, ἀ­πό τόν ὁποῖο γνω­στή θά μεί­νει ἡ φρά­ση πού πα­ρα­δί­δει ὁ Φι­λό­στρα­τος (DK 82 5b: Τά μέν κα­τά τῶν βαρ­βά­ρων τρό­παι­α ὕ­μνους ἀ­παι­τεῖ τά δέ κα­τά τῶν Ἑλ­λή­νων θρή­νους), μέ τήν ὁ­ποι­α πα­ραι­νοῦ­σε τούς Ἕλ­λη­νες γιά ὁ­μό­νοι­α.

Τήν ἴ­δια συμ­βου­λή ἀ­πηύ­θυ­νε καί μέ ἕ­ναν Ὀ­λυμπι­κό λό­γο του, πού ἐκ­φω­νή­θη­κε πι­θα­νό­τα­τα τό 392 π.Χ. στή δι­άρ­κει­α τῆς 97ης Ὀ­λυμ­πι­ά­δας, δέ­κα μό­λις χρό­νι­α δη­λα­δή με­τά τό τέ­λος τοῦ Πε­λο­ποννη­σι­α­κο­ῦ πο­λέ­μου, σέ μί­α πε­ρί­ο­δο ἀν­τα­γω­νι­σμο­ῦ καί δι­χό­νοι­ας με­τα­ξύ τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων. Ἔ­τσι, ὁ Γορ­γί­ας ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­φρα­σ­τής τοῦ ὁ­ρά­μα­τος γιά πα­νελ­λή­νι­α συμ­φι­λί­ω­ση καί συμ­μα­χί­α ἐ­νάν­τι­ον τῶν βαρ­βά­ρων, πο­λύ πρίν ἀ­πό τόν Ἰ­σο­κρά­τη.

Πέ­ρα, ὅμως, ἀ­πό τους λό­γους μέ πο­λι­τι­κό καί πα­ραι­νε­τι­κό χαρακτήρα, ὁ Γορ­γί­ας ἔ­γρα­ψε καί ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κούς λό­γους πού ἀ­πο­τε­λο­ῦσαν ρη­το­ρι­κά γυ­μνά­σμα­τα καί πρό­τυ­πα γιά τή δι­δα­σκα­λί­α τῶν μα­θη­τῶν του. Σέ αὐ­τούς συγ­κα­τα­λέ­γον­ται οἱ μο­να­δι­κοί λό­γοι τοῦ Γορ­γί­α πού σῴ­ζον­ται ὁ­λό­κλη­ροι: τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον, ὅπου ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἀ­παλ­λά­ξει τήν ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τίς κα­τη­γο­ρί­ες τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν της, καί ἡ Ὑ­πέρ Πα­λα­μή­δους Ἀ­πο­λο­γί­α, ὅπου προ­σπα­θεῖ νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν ἀ­θῳ­ό­τη­τα τοῦ ὁ­μη­ρι­κοῦ ἥ­ρω­α Πα­λα­μή­δη, ὁ ὁποῖος εἶ­χε ἄ­δι­κα κα­τη­γο­ρη­θεῖ ἀ­πό τόν Ὀ­δυσ­σέ­α ὅτι εἶ­χε προ­δώ­σει τούς Ἕλ­λη­νες στούς βάρ­βα­ρους Τρῶ­ες, πράγμα πού ὁ­δή­γη­σε στή θα­νά­τω­σή του.

Πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά εἶ­χε συγ­γρά­ψει καί μί­α Τέ­χνην, μέ τίς θε­ω­ρη­τι­κές του ἀ­πό­ψεις πε­ρί ρη­το­ρι­κῆς, στήν ὁ­ποί­α ἐν­δέ­χε­ται νά συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν ἡ θε­ω­ρί­α γιά τόν και­ρόν.

Ἀ­να­φέ­ρε­ται, τέ­λος, καί ἕ­να Ἐγ­κώ­μι­ον εἰς Ἠ­λεί­ους, συμ­βου­λευ­τι­κοῦ -πι­θα­νό­τα­τα- χαρακτήρα, γιά τό ὁποῖο, ὡ­στό­σο, τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν μᾶς εἶ­ναι γνω­στό.

Ἡ δό­μη­ση τῆς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας

Ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς φή­μης τῆς Ἑ­λέ­νης δι­ά τῆς ἀ­λή­θει­ας τοῦ ρη­το­ρι­κοῦ λό­γου ἀ­φορ­μᾶ­ται ἀ­πό τήν πρό­θε­ση τοῦ ρή­το­ρα νά ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πος μέ αὐτό πού λέ­με «δύ­σκο­λη ὑ­πό­θε­ση»· δύ­σκο­λη ὑ­πό­θε­ση, κα­θώς ἀ­κό­μη καί ἡ ὑ­πε­ρά­σπι­ση πα­ρα­δέ­χε­ται τήν τέ­λε­ση τῆς πρά­ξε­ως (εἰ­κός ἦν γε­νέ­σθαι τόν τῆς Ἑ­λέ­νης εἰς τήν Τροί­αν στό­λον [5]).

Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πρα­ξεν ἅ ἔ­πρα­ξεν, αὐτό δέν τό ἀμ­φισβη­τεῖ κα­νείς. Ἐ­κεῖ­νο πού ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅμως, εἶ­ναι τί τήν ὁ­δή­γη­σε νά τά πρά­ξει. Ἡ ἴ­δια ἡ Ἑ­λέ­νη σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι ἀ­θώ­α, κα­θώς ὑπῆρξε θύμα ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς βί­ας. Ὅ,τι κι ἄν συ­νέ­βη δέν εἶ­ναι συ­νέ­πει­α τῶν δι­κῶν της ἐ­πι­λο­γῶν, οὔτε δι­κή της εὐ­θύ­νη. Δέν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε τυ­χαῖ­ο τό γε­γο­νός, ὅτι τό ὄ­νο­μά της σπα­νί­ως ἀ­να­φέ­ρε­ται στό κεί­με­νο. Τό πρᾶτ­τον ὑ­πο­κεί­με­νο ἐν προ­κει­μέ­νῳ εἶ­ναι οὕ­τως ἤ ἄλ­λως ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πό τίς εὐ­θύ­νες του, οἱ δέ πρά­ξεις του ὑ­πό­κειν­ται στήν κα­θο­λι­κή ἰ­σχύ τῶν πι­θα­νο­τή­των.

Οἱ αἰ­τί­ες, λοι­πόν, πού ὁ­δή­γη­σαν την Ἑ­λέ­νη στό τα­ξί­δι της εἶ­ναι τέσ­σε­ρις: ἡ θε­ϊ­κή δύ­να­μη, ἡ βί­αι­η ἁρ­πα­γή, ἡ πει­στι­κό­τη­τα τοῦ λό­γου, ὁ ἔ­ρω­τας ([6]). Καμ­μί­α ἀ­πό τίς τέσ­σε­ρις αὐτές αἰ­τί­ες δέν ἀ­πο­κλεί­ει ἀ­μοι­βαί­α κά­ποιαν ἄλ­λη, οὔ­τε ὅμως μᾶς ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά φαν­τα­στοῦ­με κά­ποιαν ἀ­κό­μη. Ὅλες εἶ­ναι ἐ­ξί­σου πι­θα­νές καί ὅλες ἔ­χουν ἕναν κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή: τόν πα­ρά­γον­τα τῆς ἐ­πι­βαλ­λό­με­νης βί­ας.

Ἄν, λοι­πόν, ἰ­σχύ­ει τό πρῶ­το, δέν πρέ­πει νά κα­τη­γο­ροῦ­με τήν Ἑ­λέ­νη, για­τί εἶ­ναι φυ­σι­κό (πέ­φυκεν [6]), ὁ ἀ­νώ­τε­ρος νά ὁ­δη­γεῖ τόν κα­τώ­τε­ρο καί ὁ κα­τώ­τε­ρος νά ὑ­πο­κύ­πτει στή βού­λη­ση τοῦ ἀ­νώ­τε­ρου.

Ἡ βί­αι­η ἁρ­πα­γή της Ἑ­λέ­νης ([7]) εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη πι­θα­νή αἰ­τί­α πού προ­βάλ­λει ὁ ρή­το­ρας. Ἄν ἡ Ἑ­λέ­νη ὑ­πῆρ­ξε θύμα ἀ­πα­γω­γῆς, τό­τε ἡ ἴ­δια εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη πα­ρά ἀ­ξι­ό­μεμ­πτη γι’ αὐτό πού ἔ­πα­θε. Εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το ὅτι ὁ Γορ­γί­ας δέν μι­λᾶ ἁ­πλῶς γιά τή σω­μα­τι­κή βί­α, ἀλλά εἰ­σά­γον­τας ἐνα λε­ξι­λό­γι­ο δι­κα­στι­κό στόν λό­γο τοῦ κά­νει λό­γο γιά ὕ­βριν, τήν ἄ­σκη­ση δη­λα­δή βί­ας μέ σκο­πό τόν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό καί τήν προ­σβο­λή τοῦ θύ­μα­τος ἀ­πό ἕναν βάρ­βα­ρο.

Ἡ τρί­τη πι­θα­νό­τη­τα, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ δι’ ἐ­πι­χει­ρημά­των ὑ­πο­στή­ρι­ξη κα­τα­λαμ­βά­νει καί τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ Ἐγ­κω­μί­ου ([8-14]), εἶ­ναι αὐτή το­ῦ λό­γου. Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα δο­μεῖ­ται ὡς ἑ­ξῆς: ἀρ­χι­κά ὁ Γορ­γί­ας ὁ­ρί­ζει τόν λό­γον ὡς δυ­νά­στη ([8]), ἐ­νῷ ἤδη ἀ­πό τό ση­μεῖ­ο αὐτό ὑ­παι­νίσ­σε­ται μι­ά σύν­δε­ση τοῦ λό­γου μέ ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους. Στίς δύ­ο ἑ­πό­με­νες πα­ρα­γρά­φους ([9-10]), δί­νει δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα λει­τουρ­γί­ας τοῦ λό­γου μέ τά ὁ­ποῖα στη­ρί­ζει τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό του ὡς δυ­νά­στη: τό πρῶ­το πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι αὐτό της λει­τουρ­γί­ας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου πού ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τόν ἴδ­ι­ο ὡς λό­γος ἔ­χων μέ­τρον ([9]) καί τό δεύ­τε­ρο, αὐτό τῶν ἐν­θέ­ων δι­ά λό­γων ἐ­πῳ­δῶν ([ 10]). Ὅσα λέ­γον­ται ἐ­δῶ δί­νουν λα­βή σ­έ πολ­λούς με­λε­τη­τές νά μι­λή­σουν γιά τή δι­α­μόρ­φω­ση μι­ᾶς θε­ω­ρί­ας τοῦ λό­γου ἤ μί­ας πρώ­ι­μης ποι­η­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ἡ δό­ξα τῆς πα­ρα­γρά­φου 9 ἀ­ναγγέλ­λει πράγ­μα­τι τή δι­α­τύ­πω­ση μι­ᾶς θε­ω­ρί­ας τοῦ λό­γου. Αὐτή, ὅμως, ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ λό­γου εἶ­ναι τό μέ­σο, ὁ δρό­μος τόν ὁποῖον ἐ­πι­λέ­γει ὁ Γορ­γί­ας προ­κει­μένου νά πεί­σει καί νά ἀ­παλ­λά­ξει τήν Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τίς κα­τη­γο­ρί­ες. Μέ ἄλλα λό­γι­α ἡ προ­βαλ­λό­με­νη θε­ω­ρί­α τοῦ λό­γον, ὡς γνώ­ση τῶν μη­χα­νι­σμῶν δι­ά τῶν ὁ­ποίων ὁ λό­γος ἐ­πι­δρᾶ στήν ψυ­χή, συν­τεί­νει στήν πει­στι­κό­τη­τα τοῦ λό­γου του.

Με­τά τά δύ­ο αὐ­τά πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος προ­ω­θεῖ­ται μέ τήν εἰ­σα­γω­γή τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πει­θοῦς. Ἡ πει­στι­κό­τη­τα ἑνός λό­γου δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κά ἐγ­γε­νές χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του: προ­ϋ­πο­θέ­τει καί ἕναν δέ­κτη ἐ­πιρ­ρε­πή στήν ἐ­ξα­πά­τη­ση. Ὁ δέ­κτης αὐτός δι­έ­πε­ται ἀ­πό τήν ἔλ­λει­ψη τρι­ῶν ἱ­κα­νο­τή­των: νά θυ­μᾶ­ται ὅσα συ­νέ­βη - σάν στό πα­ρελ­θόν, νά ἐ­κτι­μᾶ σω­στά ὅσα συμ­βαί­νουν στό πα­ρόν καί νά προ­βλέ­πει τά μελ­λού­με­να. Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α αὐτή κά­νει τούς ἀν­θρώ­πους νά ἐμ­πιστεύ­ον­ται τήν δό­ξαν, μι­ά γνώ­μη δη­λα­δή κι ὄ­χι μι­ά γνώ­ση. Ὁ λό­γος κα­τά συ­νέ­πει­α - κα­λύ­τε­ρα ὁ λό­γος πει­θοῦς - λει­τουρ­γεῖ σέ συν­δυ­α­σμό μέ τήν δό­ξαν, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι σύμ­βου­λος τῆς ψυ­χῆς ([11]). Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ πει­θώ τοῦ λό­γου, ὁ πει­στι­κός λό­γος, ἐ­ξα­ναγκά­ζει ([12]), για­τί ἀ­κρι­βῶς ὁ ρή­το­ρας ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τήν ἄ­γνοι­α τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ καί ἐ­πι­βάλ­λει χή δι­κή του γνώ­μη.

Τό εὐ­με­τά­βο­λο τῆς γνώ­μης (δό­ξης), ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ πει­στι­κοῦ λό­γου νά πλά­θει τήν ψυ­χή ἀ­νάλογα μέ τήν ἑ­κά­στο­τε πρό­θε­ση τοῦ ρή­το­ρα, φαί­νε­ται ἀ­πό τά πα­ρα­δείγ­μα­τα πού πα­ρα­τί­θεν­ται στήν πα­ρά­γρα­φο 13. Τά πα­ρα­δείγ­μα­τα αὐτά ἀν­τι­στοι­χο­ῦν σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές συν­θῆ­κες ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας: α) στούς λό­γους τῶν με­τε­ω­ρο­λό­γων, β) στούς δι­κα­νικούς καί γε­νι­κά στούς ρη­το­ρι­κούς λό­γους, γ) στίς δι­α­μά­χες τῶν φι­λο­σό­φων. Στήν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση οἱ με­τε­ω­ρο­λό­γοι με­τα­κι­νού­με­νοι συ­νε­χῶς στίς ἀ­πόψεις τους κα­θι­στοῦν πράγ­μα­τα ἀ­ό­ρα­τα σ­τά μά­τια, ὁ­ρα­τά στά μά­τια τῆς δό­ξης· στή δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση οἱ ρή­το­ρες γρά­φον­τας ἕναν λό­γο μέ τέ­χνη, ἐ­φαρμό­ζον­τας δη­λα­δή τίς γνώ­σεις τῆς τέ­χνης τους, τέρ­πουν καί πεί­θουν τούς ἀ­κρο­α­τές. Τό τερ­πνόν, ἄλ­λω­στε, τοῦ λό­γου - ὅπως φαί­νε­ται καί ἀ­πό τήν πα­ρά­γρα­φο 5 - εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς πει­στι­κό­τητάς του. Στήν τρί­τη καί τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση, ἡ τα­χύ­τη­τα μέ τήν ὁ­ποί­α προ­βάλ­λον­ται οἱ σκέ­ψεις ἀ­πό τους φι­λο­σό­φους κα­θι­στᾶ τίς ἀ­πό­ψεις τους ἀ­να­ξι­ό­πι­στες.

Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρά­γρα­φος ([14]) μέ ἀν­τι­κεί­με­νο τόν λό­γο χρη­σι­μο­ποι­εῖ μι­άν ἀ­να­λο­γί­α: ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ λό­γου στήν ψυ­χή εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ τήν ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων στό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα. Καί ἐ­δῶ, ὁ λό­γος ἐ­ξε­τά­ζε­ται ὡς πρός τίς ψυ­χο­λο­γι­κές πα­ρα­μέ­τρους του καί κυ­ρί­ως ἐν ἀ­να­φο­ρᾷ πρός τά συ­ναι­σθή­μα­τα πού προ­κα­λεῖ (λύ­πη, τέρ­ψις, φό­βος, θάρ­ρος). To νέ­ο στοι­χεῖ­ο πού προ­στί­θε­ται μέ τήν πα­ρά­γρα­φο 14 εἶ­ναι τό στοι­χεῖ­ο τῆς κα­κῆς πει­θο­ῦς. Ἡ κα­κή πει­θώ, ἡ δο­λε­ρή δη­λα­δή χρή­ση τοῦ πει­στι­κοῦ λό­γου, φαρ­μα­κεύ­ει καί γο­η­τεύ­ει τήν ψυ­χή, ὅπως ἀ­κρι­βῶς κά­ποια φάρ­μα­κα προ­κα­λοῦν τόν θά­να­το (βί­ου παύ­ει). Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα, λοι­πόν, ἀ­πό τά θε­τι­κά (τέρ­ψις, θάρ­ρος), ἤ τά ἀρ­νη­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα (λύ­πη, φό­βος), ἡ κα­κή πει­θώ προ­κα­λεῖ τήν ἀ­πο­νέ­κρω­ση τῶν ψυ­χι­κῶν λει­τουρ­γι­ῶν, στε­ρών­τας τή μέν ψυ­χή ἀ­πό τή δυ­να­τό­τη­τα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς, τό δέ ὑ­πο­κεί­με­νο ἀ­πό τήν ἴ­δια του τή βού­λη­ση.

Ἡ τέ­ταρ­τη πι­θα­νή αἰ­τί­α πού προ­βάλ­λει ὁ Γορ­γί­ας εἶ­ναι ὁ ἔ­ρω­τας. Ἡ δό­μη­ση τῆς ἐ­πι­χει­ρη­μα­τολο­γί­ας ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ ἐκεί­νη της πραγ­μάτευ­σης τοῦ λό­γου. Ὅπως ὁ λό­γος εἰ­σχω­ρεῖ στήν ψυ­χή ἐ­πι­δρών­τας στόν συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κό­σμο τοῦ ὑ­ποκει­μέ­νου, ἔ­τσι καί ἡ σε­ξου­α­λι­κή ἐ­πι­θυ­μί­α πρό­καλεῖϊ­ται ἀ­πό τήν ὄψιν: ἡ ὄ­ψις ἐν προ­κει­μέ­νω ἔ­χει διτ­τή ση­μα­σί­α: ἀφ’ ἑνός δη­λώ­νει τήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐμ­φά­νι­ση ἑνός ἐ­ρε­θί­σμα­τος τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος κό­σμου, ἀφ’ ἑ­τέ­ρου τήν αἴ­σθη­ση τῆς ὁ­ρά­σε­ως, ὡς μέ­σου δι­ά τοῦ ὁποίου τά ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ κό­σμου ἐγγρά­φον­ται (ἐνέ­γρα­ψεν [17]) στήν ψυ­χή.

Ὅπως καί στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ λό­γου, ἔ­τσι καί ἐ­δῶ ὁ Γορ­γί­ας ξε­κι­νᾶ ἀ­πό μι­ά φρά­ση δί­κην ἀ­ξιώμα­τος: αὐτά πού βλέ­που­με δέν εἶ­ναι φτιαγ­μέ­να ὅπως ἐμεῖς θέ­λου­με, ἀλλά ὅπως συμ­βαί­νει νά εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση του τό κα­θέ­να. Ἡ ψυ­χή, συ­να­κο­λού­θως, δι­α­μορ­φώ­νει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά της ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή δι­κή μας βού­λη­ση, ἀλλά σύμ­φω­να μέ τή βού­λη­ο­η τῆς ὄ­ψε­ως. Ὁ ἰ­σχυ­ρι­σμός στη­ρί­ζε­ται καί σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση στό πα­ρά­δειγ­μα πού ἀ­κο­λου­θεῖ: ὅταν οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἀν­τι­κρί­σουν τόν ὁ­πλι­σμό τῶν ἐ­χθρῶν, τρέ­πον­ται σέ φυ­γή. Ἡ ὄ­ψις δε­χό­με­νη τό ἐ­ρέ­θι­σμα (τόν ἐ­χθρι­κό ὁ­πλι­σμό) τα­ράσ­σε­ται καί τα­ράσ­σει τήν ψυ­χή. Ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τῆς τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας εἶ­ναι ἡ φυ­γή, ἡ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τοῦ στρα­τοῦ. Ἡ πο­δη­γέ­τη­ση τῆς ψυ­χῆς ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς παν­το­δυ­να­μί­ας τῆς ὄ­ψε­ως ἐ­δῶ δέν δη­λώ­νε­ται ἄ­με­σα, ὅπως στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ λό­γου (λό­γος δυ­νά­στης μέ­γας ἔ­στιν [8]): κα­θί­στα­ται φα­νε­ρή ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι μπο­ρεῖ νά ξε­πε­ρά­σει καί τήν ἰ­σχύ τοῦ νό­μου καί τό προ­σω­πι­κό ὄ­φε­λος πού προ­κύ­πτει ἀ­πό τή νί­κη.

Ἡ συ­ζή­τη­ση τῆς ὄ­ψε­ως ἀ­πα­σχο­λεῖ τόν Γορ­γί­α καί στήν πα­ρά­γρα­φο 17, ὅπου ἀ­να­φέ­ρον­ται γε­νι­κά οἱ συ­νέ­πει­ες τοῦ φό­βου πού προ­κα­λεῖ­ται ἀ­πό τήν ὄ­ψιν. Ἐ­δῶ κλι­μα­κώ­νον­ται τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ φό­βου, χω­ρίς νά ἀ­να­φέ­ρον­ται συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα. Ἕ­να φο­βε­ρό θέ­α­μα ὁ­δη­γεῖ τόν ἄν­θρω­πο σέ πα­θο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις, ὅπως εἶ­ναι ἡ μα­νί­α, ἐκ­δή­λω­ση τῆς ὁ­ποί­ας συ­νι­στοῦν οἱ μά­ται­οι πό­νοι, οἱ πρά­ξεις δη­λα­δή ἐ­κεῖ­νες πού δέν ξε­κι­νοῦν καί δέν κα­τα­λή­γουν σέ κά­ποιο συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὡς ἐ­δῶ, ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ὄ­ψε­ως φαί­νε­ται ἀ­σύν­δε­τη μέ τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς Ἑ­λέ­νης, ὅπως καί ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ λό­γου. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅμως, ἡ ἐ­πί­δει­ξη γνώ­σε­ων ἐκ μέ­ρους τοῦ ρή­το­ρα ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στήν ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α του καί ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος τῆς ἀ­ναπό­σπα­στο. Ἡ δό­ξα τοῦ ρή­το­ρα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς γνώ­σ­η. Ἡ ἀρ­χι­κά ἀ­θώ­α πε­ρι­γρα­φή τῆς λει­τουρ­γί­ας τῶν μη­χα­νι­σμῶν τῆς ὄ­ψε­ως καί τῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων τους σ­τήν ψυ­χή προ­ε­τοι­μά­ζει τή με­τά­βα­ση στή συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τῆς Ἑ­λέ­νης.

Ἡ με­τά­βα­ση αὐτή γί­νε­ται μέ τήν πα­ρεμ­βο­λή τῆς πα­ρα­γρά­φου 18, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κι­νᾶ μέ μι­ά γε­νι­κή πραμά­τευ­ση τῆς ὄ­ψε­ως γιά νά κα­τα­λή­ξει στή συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐτή ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τίς εἰ­κα­στι­κές τέ­χνες, τή ζω­γρα­φι­κή καί τή γλυ­πτι­κή συγ­κε­κρι­μέ­να, τῶν ὁ­ποίων τά ἔρ­γα εἶ­ναι πλα­σμέ­να γιά νά τέρ­πουν τήν ὄ­ψιν καί τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο νά προ­κα­λο­ῦν τόν ἔ­ρω­τα. Ἡ ὄ­ψις καί ὁ ἔ­ρως συν­ται­ρι­ά­ζον­ται ἐδῶ, ὥ­στε στήν ἑ­πό­μενη πα­ρά­γρα­φο ([19]) νά ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἐνα ἀ­διάσπαστο ζε­ῦ­γος.

Ἄν, λοι­πόν, ἡ Ἑ­λέ­νη - ἤ κα­λύ­τε­ρα τά μά­τια τῆς Ἑ­λέ­νης - εἶ­δε τόν Πά­ρη καί πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στόν ἔ­ρω­τα, τό­τε δέν πρέ­πει νά τήν κα­τη­γο­ροῦ­με. Ἡ ψυ­χή ἐ­ξάλ­λου, ὅπως μᾶς εἶ­πε ἤδη ὁ Γορ­γί­ας ([15]), παίρ­νει τή μορ­φή πού τῆς δί­νει ἡ ὄ­ψις καί συμ­πε­ριφέ­ρε­ται ἀ­να­λό­γως. Ὁ ἔ­ρω­τας, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι θε­ός, καί κα­τά συ­νέ­πει­α ἀ­νώ­τε­ρος τοῦ ἀν­θρώ­που.

Τό Ἐγ­κώ­μι­ον κλεί­νει μέ μι­άν ἀν­τί­στρο­φη ἀ­ναφο­ρά στίς αἰ­τί­ες πού ἔ­φε­ραν τήν Ἑ­λέ­νη στήν Τροί­α. Ὁ ρή­το­ρας σέ μι­άν αὐ­το­α­να­φο­ρι­κή ἀ­πο­στρο­φή του ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει ὅτι ἐ­πέ­τυ­χε στόν στό­χο πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε θέ­σει στήν ἀρ­χή του λό­γου του: νά ἀ­παλ­λά­ξει δη­λα­δή τήν Ἑ­λέ­νη ἀ­πό τήν ἄ­δι­κη κα­τη­γο­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη γνώ­μη (δό­ξαν) πού εἶ­χε σχη­μα­τι­στεῖ γι’ αὐ­τήν.

Ἡ ἔκ­πλη­ξη, τό νέ­ο στοι­χεῖ­ο, μᾶς ἐ­πι­φυ­λάσ­σε­ται γιά τό τέ­λος: ὁ Γορ­γί­ας μᾶς λέ­ει πώς ὅ,­τι ἀ­κού­σαμε, ἐ­κτός ἀ­πό ἐγ­κώ­μι­ο γιά τήν Ἑ­λέ­νη, ἦ­ταν γιά τόν ἴ­διον ἐνα παί­γνι­ον. Ἕ­να παι­χνί­δι εἶ­ναι, λοι­πόν, ὅσα λέ­γον­ται τό­σο σο­βα­ρο­φα­νῶς· παί­γνι­ον, ἑνός ἀνθρώ­που πού ξέ­ρει νά δη­μι­ουρ­γεῖ ὁ ἴ­διος τόν ζω­τι­κό χῶ­ρο τοῦ λό­γου του.

Χρο­νο­λό­γη­ση το­ῦ Ἐγ­κω­μί­ου

Ἡ χρο­νο­λό­γη­ση το­ῦ ’Ἐγ­κω­μί­ου τῆς Ἑ­λέ­νης εἶ­ναι μι­ά ἀρ­κε­τά δύ­σκο­λη ὑ­πό­θε­ση. Κα­θώς τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον καί ἡ Ὑ­πέρ Πα­λα­μή­δους Ἀ­πο­λο­γί­α εἶ­ναι τά μό­να ρη­το­ρι­κά κεί­με­να τοῦ Γορ­γί­α πού σῴ­ζον­ται ὁ­λό­κλη­ρα - ἐ­νῷ ἀ­πό τά ὑ­πό­λοι­πα ἔρ­γα του ἐ­λά­χι­στα μό­νον ἀ­πο­σπά­σμα­τα δι­α­θέ­του­με, κι αὐτά ἀ­πό ἔμ­με­σες πη­γές - ἡ χρο­νο­λό­γη­ση τοῦ Ἐγ­κω­μί­ου θά πρέ­πει ἀ­ναγ­κα­στι­κά νά στη­ρι­χθεῖ ἀφ’ ἑνός στή σύγ­κρι­ση μέ τήν Ὑ­πέρ Πα­λα­μή­δους Ἀ­πο­λο­γί­α καί ἀφ’ ἕ­τε­ρου σέ πλη­ρο­φο­ρί­ες πού ἀν­τλοῦ­με ἀ­πό ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων.

Ὁ Maass (1888, σ. 578) ὑ­πο­στή­ρι­ξε πῶς τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον προ­η­γεῖ­ται χρο­νο­λο­γι­κά της Ἀ­πο­λο­γί­ας καί στη­ρί­ζει τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό του στό ὅτι τό Ἐγ­κώ­μι­ον εἶ­ναι πι­ό ἄ­τε­χνο ὑ­φο­λο­γι­κά, ὅπως μαρ­τυ­ροῦν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις χα­σμω­δί­ας, πού στήν Ἀ­πο­λο­γί­α σχε­δόν ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται. Θέ­τει δέ ὡς terminus ante quem γιά τή συγ­γρα­φή καί τῶν δύ­ο ἔρ­γων τό 411 π.Χ., χρο­νιά θα­νά­του το­ῦ Ἀν­τι­φών­τα τοῦ Ρα­μνού­σι­ου, μα­θη­τῆ τοῦ Γορ­γί­α, ὁ ὁποῖος στό τέ­λος το­ῦ λό­γου του Πε­ρί το­ῦ Ἡ­ρώ­δου Φό­νου χρη­σι­μο­ποι­εῖ τίς ἴ­δι­ες με­τα­φο­ρές πού εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὁ Γορ­γί­ας σέ ἐνα χω­ρί­ο τῆς Ἀ­πο­λο­γί­ας.

Με­τα­γε­νέ­στε­ροι με­λε­τη­τές προ­σπά­θη­σαν νά προσ­δι­ο­ρί­σουν ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τή χρο­νο­λο­γί­α συγ­γρα­φῆς τοῦ Ἐγ­κω­μί­ου σέ σχέ­ση μέ δύ­ο τρα­γῳ­δί­ες τοῦ Εὐ­ρι­πί­δη, πού ἔ­χουν ὡς ἡ­ρω­ί­δα τήν Ἑ­λέ­νη, τίς Τρω­ά­δες καί τήν Ἑ­λέ­νη, οἱ ὁ­ποιες πα­ρα­στά­θη­καν τό 415 καί 412 ἀν­τί­στοι­χα.

Ὁ Preuss (1911, σ. 9) ὑ­πο­στη­ρί­ζει πῶς τό Ἐγ­κώ­μι­ον γρά­φτη­κε με­τα­ξύ το­ῦ 415 καί το­ῦ 412, ἐ­πει­δή θε­ω­ρεῖ πῶς μέ­ρος τῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των πού χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ Γορ­γί­ας γιά τήν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς Ἑ­λέ­νης βρί­σκε­ται καί στίς Τρω­ά­δες.

Τήν ἄ­πο­ψη αὐτή ἀ­να­σκεύ­α­σε μέ ἀρ­κε­τά πει­στι­κή ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α ἡ Orsini (1956) ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅτι τό Ἐγ­κώ­μι­ον γρά­φτη­κε πρίν ἀ­πό τίς Τρω­ά­δες, ὅπως μαρ­τυ­ροῦν οἱ στ. 981-990, ὅπου ὁ Εὐ­ρι­πί­δης φαί­νε­ται νά ἀ­σκε­ῖ κρι­τι­κή στόν Γορ­γί­α. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στόν στ. 989 ὁ Εὐ­ρι­πί­δης δι­ά στό­μα­τος Ἑ­κά­βης γε­λοι­ο­ποι­εῖ τήν ἀ­πό­δο­ση τῆς εὐ­θύ­νης στόν θε­ό Ἔ­ρω­τα λέ­γον­τας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: τά μῶ­ρα γάρ πάντ' ἐ­στίν Ἀ­φρο­δί­τη βρο­τοῖς: μέ ἄλλα λό­γι­α, ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­νο­η­σί­α δι­α­πράτ­τουν οἱ θνη­τοί τήν ἀ­πο­δί­δουν στήν Ἀ­φρο­δί­τη (στόν ἔ­ρω­τα).

Ἐ­πί­σης, σ­τούς στ. 998-1001 ἡ Ἑ­κά­βη συ­νε­χί­ζον­τας τό κα­τη­γο­ρη­τή­ρι­ό της πρός τήν Ἑ­λέ­νη τῆς λέ­ει πώς δέν μπο­ρεῖ νά ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅτι ὁ Πά­ρις τήν ἅρ­πα­ξε μέ τή βί­α, ἀ­φο­ῦ ἡ ἴ­δια συ­ναί­νε­σε χω­ρίς νά προ­βά­λει ἀν­τί­στα­ση, καί τά λό­γι­α αὐτά φαί­νε­ται ὅτι ἀ­παν­τοῦν σ­τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Γορ­γί­α πώς ἡ Ἑ­λέ­νη δέν εὐ­θύ­νε­ται, ἐ­πει­δή ἁρ­πά­χθη­κε μέ τή βί­α (Ἑλ. Ἐγκ.[7]).

Ή Orsini (1956, ο. 85) ἀ­να­φέ­ρει καί ἐνα τρί­το χω­ρί­ο τῶν Τρω­ά­δων, πι­ό ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό, ὅπου ἡ Ἑ­κά­βη δη­λώ­νει πώς ἡ Ἑ­λέ­νη δέν θά κα­τα­φέ­ρει, ὡ­ραι­ο­ποι­ών­τας τό σφάλ­μα της, νά πεί­σει αὐ­τούς πού εἶ­ναι σο­φοί (στ. 981-82), φρά­ση μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Εὐ­ρι­πί­δης μοιά­ζει νά ἀ­πευ­θύ­νε­ται στόν Γορ­γί­α, πού μέ τήν τέ­χνη τῆς πει­θο­ῦς καί μέ τά πε­ρί­τε­χνα ὑ­φο­λο­γι­κά του σχή­μα­τα ἐ­πι­δι­ώ­κει νά ὑ­πο­βά­λει στούς ἀ­κρο­α­τές του συγ­κε­κρι­μέ­νη ἄ­πο­ψη γιά τά πράγ­μα­τα καί δι­α­τεί­νε­ται ὅτι μπο­ρεῖ νά τό ἐ­πι­τύχει, ἐ­πει­δή οἱ ἀ­κρο­α­τές του ἔ­χουν ὡς σύμ­βου­λο τῆς ψυ­χῆς τους τή γνώ­μη (δό­ξαν) καί ὄ­χι τή γνώ­ση (σο­φί­α).

Ἄν δε­χτοῦ­με τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τῆς Orsini, τό­τε τό Ἐγ­κώ­μι­ον θά πρέ­πει νά το­πο­θε­τη­θεῖ χρο­νο­λο­γι­κά πρίν ἀ­πό τό 415 π.Χ. Θέ­τον­τας καί ὡς terminus post quem τό 430 π.Χ., ἐ­πει­δή τό­τε ἄρ­χι­σε ἡ συ­στη­μα­τι­κή ἐ­να­σχό­λη­ση τοῦ Γορ­γί­α μέ τή ρη­το­ρι­κή, μπο­ροῦ­με νά πού­με πώς τό Ἑ­λέ­νης Ἐγ­κώ­μι­ον εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς πρῶ­τες - ἄν ὄ­χι ἡ ἀρ­χαιότε­ρη - μαρ­τυ­ρί­ες τοῦ ἔν­τε­χνου ἀτ­τι­κοῦ πε­ζοῦ λό­γου.

Η "Ασσυριολογία" κατέστρεψε ανεπανόρθωτα την "θεοπνευστία" της Βίβλου

«Ασσυριολογία» μια επανάσταση που ξεχάσθηκε

Ο Paul E. Botta, Γάλλος πρόξενος στη Μοσούλη, που «μόνο αρχαιολόγος δεν ήταν», ανακάλυψε το 1842 τα ερείπια της αρχαίας Νινευή. Λίγο αργότερα ο ίδιος έφερε στο φως τα απομεινάρια του τεράστιου ανάκτορου του Σαργών Β΄. Έτσι το 1842 μπορεί να χαρακτηριστεί σαν την αρχή της αρχαιολογίας στην Εγγύς Ανατολή.

Ο Henry A. Layard, Ο αληθινός «ανασκαφέας της Νινευή» πέρασε απ’ τα ίδια αυτά μέρη λίγα χρόνια αργότερα. Βέβαια η σημαντικότερη για την έρευνά μας ανακάλυψή του ήταν: «οι 20.000 πήλινες πινακίδες σφηνοειδούς γραφής από τη βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ, που μετά την αποκρυπτογράφησή τους μας επέτρεψαν βαθιά γνώση της ιστορίας και της ουσίας των αρχαίων μεσοποταμιακών πολιτισμών. Το έπος Γιλγαμές, ο ύμνος της δημιουργίας (Ενούμα ελίς [1]) και ο κώδικας του Χαμουραμπί είναι λίγα από τα πολύτιμα γραπτά μνημεία» που μας βοήθησαν να αποκτήσουμε ολοκληρωμένη άποψη για την προϊστορία της Ανατολής.

Την ανάγνωση τελικά της σφηνοειδούς αυτής γραφής, που σε ατέλειωτα κεραμικά πλακίδια, ήταν έτοιμη να μας δώσει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη σκέψη τη ζωή και τις θρησκευτικές συνήθειες ολόκληρης της Μεσοποτάμιας ανατολής κατόρθωσε ο Georg F. Grotefent, ένας απλός δάσκαλος από το Μύντεν της Γερμανίας.

Ο άνθρωπος αυτός, επιτέλεσε έναν ανεπανάληπτο άθλο. Χωρίς κανένα σημείο αναφοράς, χωρίς δηλαδή την βοήθεια καμίας δίγλωσσης ή τρίγλωσσης επιγραφής (όπως αυτή της «Ρωσέτης» που βοήθησε τον Sampolion στην κατανόηση της Αιγυπτιακής ιερογλυφικής γραφής) κατόρθωσε να μεταφράσει μια εντελώς άγνωστη γραφή, ουσιαστικά χωρίς κανένα σημείο εκκίνησης!

Κάνοντας όμως πετυχημένα την φανταστική υπόθεση, ότι: η συχνότερα αναφερόμενη λέξη στο σφηνοειδές κείμενο πρέπει να είναι η λέξη «βασιλιάς», προς μεγάλη έκπληξη χιλιάδων ειδικών γλωσσολόγων που άπρακτοι καθόταν στις δάφνες των τίτλων τους, ο δαιμόνιος και απόλυτα μη ειδικός "δασκαλάκος" δικαιώθηκε πανηγυρικά και έδειξε για μια ακόμα φορά ότι η ευφυΐα, το ταλέντο, η ευρηματικότητα και το πάθος της έρευνας, πολύ συχνά δεν αναντικαθίστανται απ’ τους βαρύγδουπους (αλλά "νυσταλέους") τίτλους σπουδών! «Θεοί τάφοι και σοφοί» σελ. 225.

Ο "δασκαλάκος" από το Μύντεν, έδωσε λοιπόν την εκκίνηση μιας σειράς μεταφράσεων που έμελλαν να μας ξεναγήσουν σε ήθη έθιμα και νομοθετήματα της αρχαίας Μεσοποταμίας. Έτσι γεννήθηκε η επιστήμη της ασσυριολογίας.

«Κάτω από την έννοια του ασσυριολόγου συμπεριλαμβάνονται μέχρι σήμερα όλοι οι ερευνητές των πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής, αδιάφορα αν πρόκειται γι’ αυτόν των Σουμερίων, Χετταίων, Βαβυλωνίων ή Ασσυρίων. Ο χαρακτηρισμός αυτός επεβλήθη οριστικά, όταν ο ασσυριολόγος Friedrich Delitzsch, καθηγητής σημιτικών γλωσσών στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, έδωσε στο τετράτομο έργο του για ανάλογα θέματα τον τίτλο "Ασσυριολογική Βιβλιοθήκη"».

Έτσι γεννήθηκε μια επανάσταση που έμελλε να συγκλονίσει την πίστη στη Βίβλο και την "ατράνταχτη" μέχρι τότε θεοπνευστία της. Στις πρώτες βέβαια δεκαετίες, τα ευρήματα των ανασκαφών έγιναν ενθουσιωδώς δεκτά, αφού στα χέρια των αλλοπαρμένων θεολόγων, κάθε εύρημα της Βαβυλώνας μόνο θετικές βιβλικές προεκτάσεις δικαιούτο να έχει. Συνεργάτης του Delitzsch γράφει επ’ αυτού:

«Τις πρώτες δεκαετίες της έρευνας οι μαρτυρίες των μνημείων έτυχαν εκμετάλλευσης υπέρ της παραδοσιακής βιβλικής άποψης με αγύρτικο διαφημιστικό τρόπο. Με υπερβολική βιασύνη ήθελαν να εκμεταλλευτούν τα συμπεράσματα από τα ευρήματα για την επιβεβαίωση των βιβλικών μαρτυριών. Τον λόγο του (βιβλικού) Κυρίου για "βοώντες λίθους" καταχράστηκαν μέχρι αηδίας. Συμπεριφέρθηκαν έτσι, σαν να έπρεπε η κάθε βαβυλωνιακή πλίθα (η Βαβυλώνα ήταν κατά μέγα μέρος πλινθόκτιστη) να ουρλιάζει για χάρη της Παλαιάς Διαθήκης.

»Πολλοί (αρχαιολόγοι) δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν από την επιδίωξη εντυπώσεων και βρήκαν πάντοτε ευγνώμονες ακροατές ανάμεσα στους πρακτικούς θεολόγους, που ήταν ξένοι με τις επιστημονικές εργασίες. Συνέβησαν και πολλές παρεξηγήσεις (βεβιασμένες ερμηνείες υπέρ των βιβλικών θέσεων) στις οποίες πατέρας της σκέψης ήταν η επιθυμία. Έτσι θυμάμαι ότι τον τελευταίο καιρό διάβασα: Ανακαλύφθηκε ο τοίχος της Βαβυλώνας όπου ο Βαλτάσαρ είδε το mene tekel upharsin ή βρέθηκε πλίθα που μαρτυρεί την προσωπικότητα του Αβραάμ!

»Σύντομα όμως αυτός ο ενθουσιασμός και η θετική στάση από την πλευρά της εκκλησίας άλλαξε απότομα, τη στιγμή που η Ασσυριολογία έπαψε να παρουσιάζεται σαν απολογήτρα του: "κι όμως η Βίβλος έχει δίκαιο" . Η αντίθετη άποψη (δηλαδή) "η Βαβυλωνιακή λογοτεχνία να είναι η πηγή από την οποίαν αντλήθηκαν οι πρώτες βιβλικές ιστορίες" δεν μπορούσε, ακριβέστερα, δεν επιτρεπόταν να υπάρξει.» Βαβυλώνα σελ. 297.

Όλα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά για τους θρησκευτικούς ενθουσιασμούς, ανάμεσα στα χρόνια 1872 και 1876, με την δημοσίευση των πρώτων κειμένων από την βιβλιοθήκη του Ασσουρμπανιπάλ. Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε κυρίως, η σύγκριση εκείνων των αποσπασμάτων που παρουσίαζαν εντυπωσιακούς παραλληλισμούς με τις βιβλικές αναφορές της «Γένεσις».

Έτσι, στην αρχή του αιώνα μας, (το 1902) οι έρευνες είχαν φτάσει στο σημείο να φέρουν στη δημοσιότητα τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της έρευνας. Ο Friedrich Delitzsch, ο θεμελιωτής της Βαβυλωνιο-ασσυριακής γλωσσολογίας, έδωσε στο Βερολίνο την πρώτη του διάλεξη με θέμα «Βαβέλ και Βίβλος» που έμελλε να ξεσηκώσει ανεπανάληπτη θύελλα, πάνω απ’ την αρχαία λιμνάζουσα πίστη των γραφών.

Ο Delitzsch, αποκάλεσε τους εβραίους συγγραφείς της Βίβλου «δραστήριους αντιγραφείς των δημιουργικών Σουμερίο-βαβυλωνίων, επιμελείς επίγονους που βρήκαν έτοιμους τους μύθους της δημιουργίας και του κατακλυσμού και τους μετατόπισαν μονάχα, άλλοτε πολύ και άλλοτε λίγο, για τους δικούς τους σκοπούς».Βαβυλώνα 295 Petra Eisele Βαβυλώνα. σελ. 211-212 & 295.

Απ’ την πλευρά των θρησκευόμενων, ξέσπασε ένα τεράστιο κύμα αγανάκτησης. Ο Delitzsch είχε τολμήσει να παρουσιάσει την εκρηκτική ιδέα της βαβυλωνιακής προέλευσης των βιβλικών ιδεών, κατανοητά και δημόσια σε δύο διαλέξεις που αργότερα έλαβαν τη μορφή βιβλίου των 480 σελίδων.

Στα επόμενα χρόνια, οι επιθέσεις εναντίον του διογκώθηκαν. Ο Delitzsch γράφει: «Όταν το Σεπτέμβριο του 1903 αποτραβήχτηκα για λίγο στο Λονδίνο συγκέντρωσα από γερμανική μόνο βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα "Βαβέλ και Βίβλος" παραμερίζοντας μάλιστα ό,τι ήταν άχρηστο, περίπου 1350 μικρά και πάνω από 300 μεγάλα άρθρα εφημερίδων και περιοδικών και επιπλέον 28 φυλλάδια αφήνοντας πίσω μου μια μεγάλη ποσότητα αποκομμάτων ξένων εφημερίδων.

»Τα γράμματα που έλαβα εξαιτίας των δύο διαλέξεών μου καλύπτουν (γεωγραφικά) όλη τη γη, από την Καλκούτα ως και την τελευταία φάρμα των Πάμπα της Καλιφόρνιας και από την Νορβηγία ως το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας(!). Από όλες τις πόλεις, μικρές και μεγάλες, συνεχίζουν να φθάνουν οι επιστολικές εξωτερικεύσεις μέχρι και σήμερα. Και οι δύο διαλέξεις μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ιταλικά, σουηδικά, τσέχικα, ουγγρικά. Το κίνημα "Βαβέλ και Βίβλος" είχε κυριεύσει ολόκληρη την για θρησκευτικά πράγματα ενδιαφερόμενη ανθρωπότητα»

Το συμπέρασμα ήταν για όλους ολοφάνερο. Η νέα αυτή επιστήμη της Ασσυριολογίας, κατέστρεφε ανεπανόρθωτα το κύρος και την θεόπνευστη αυθεντία των βιβλικών ιερών εγγράφων. Οι πολυάριθμοι εκπρόσωποι της θεολογίας της Παλαιάς Διαθήκης, πανικόβλητοι διαισθάνθηκαν τον άμεσο κίνδυνο και εξεγέρθηκαν να συμμαζέψουν όσο γίνεται τις εντυπώσεις που ολοφάνερα προκαλούσαν οι επιστημονικές ανακοινώσεις του Delitzsch. Δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν το αυταπόδεικτο.

Ο Delitzsch όμως βομβάρδιζε ασταμάτητα την αξιοπιστία των γραφών με νέα αδιάσειστα στοιχεία, αποδεικνύοντας ότι η πνευματικότητα και η γενικότερη λογοτεχνία της Παλαιάς Διαθήκης, κάθε άλλο παρά ουράνιας προέλευσης ήταν, αφού απ’ τα ευρήματα αποδεικνύετο ως κοινότατο δάνειο κατά βάση Βαβυλωνιακό. Οι πανομοιότυπες ιστορίες του κατακλυσμού και της δημιουργίας του κόσμου, ήταν για τον Delitzsch η αναντίρρητη απόδειξη. «Φυσικά οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης δεν υπολόγισαν, ότι κάποια μέρα θα μπορούσαμε να φτάσουμε μόνοι μας στις πηγές» Βαβυλώνα σελ 289.

Στο «μεγάλο ψέμα», υποδείξαμε την προέλευση των βασικών βιβλικών μύθων εν πολλοίς ως αντιγραφές των αντίστοιχων μεσογειακών. Θα θυμάται ίσως ο αναγνώστης, ότι στη σύγκριση των τριών πανομοιότυπων κατακλυσμικών αφηγήσεων που επιχειρήσαμε εκεί, του Ελληνο-μεσογειακού Δευκαλίωνος, του Ασσυριο-βαβυλωνιακού Γιλγαμές-Ουτναπιστήμ και του εβραϊκού Νώε. Η ανάλυση των λεπτομερειών και κυρίως η κατανόηση των λόγων για την ύπαρξη και το πέταγμα της περιστεράς στο τέλος και των τριών αφηγήσεων, μας οδήγησαν στην αποδοχή του μύθου του Δευκαλίωνος ως προγενέστερου των υπολοίπων.

Υποστηρίξαμε λοιπόν, και νομίζω όχι αστήρικτα, τη σκέψη ότι οι συγκεκριμένοι τουλάχιστον μεσογειακοί μύθοι όπως «θεογονία» «ανθρωπογονία» «κατακλυσμικό» και «πολυγλωσσία», είναι οι αρχέγονοι μύθοι που διεσπάρησαν στην αρχαία Μεσοποταμία και έγιναν το βασικό υλικό των Ασσυρο-βαβυλωνιακών μύθων και όχι οπωσδήποτε το αντίθετο, όπως οι περισσότεροι διατείνονται. Αυτό βέβαια, ούτε κατά κεραία δεν υποβαθμίζει την αξία των ασσυριολογικών ευρημάτων, αφού με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αποδεικνύουν την απόλυτη πλαστότητα της βιβλικής θεοπνευστίας.

Τα ευρήματα όμως της Ασσυριολογίας, ανεξάρτητα απ’ τις όποιες απαρχές των μύθων, και την αληθινή τους προέλευση, μας προσφέρουν έναν ανεπανάληπτο θησαυρό λεπτομερέστατων γνώσεων, που αποδεικνύουν ότι: οι δεισιδαιμονίες κάθε τύπου απ’ τις γραφικότερες, ως τις πλέον φθοροποιές που μαστίζουν ακόμα την ανθρωπότητα, διαρκώς μάλιστα επεκτεινόμενες, γεννήθηκαν εν πολλοίς εδώ απ’ τη μητέρα των δεισιδαιμονιών και της μαγείας, στο άλλοτε πολυσύχναστο σταυροδρόμι της ανατολής, τη Μεσοποταμία.

Κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί πόσα από τα δεινά της ανθρώπινης σκέψης και της ιστορίας γεννήθηκαν εδώ στην δεισιδαιμονοκρατούμενη ανατολή! Η μεσοποτάμια σκέψη απόλυτα θρησκοκρατούμενη, επηρέασε βαθύτατα την ανθρωπότητα, γεννώντας άπειρες μορφές δεισιδαιμονίας, αστρολογίας, αριθμοσοφίας, μαγείας και πάσης φύσεως δαιμονολογίας, που δυστυχώς απαράλλακτες ακόμα και στις λεπτομέρειές τους, κυριαρχούν ακόμα στον κόσμο μας. Στη συνέχεια της έρευνάς μας, συχνά θα παραπέμπουμε στα ευρήματα της Ασσυριολογίας, ώστε σταδιακά να φωτίσουμε όσο γίνεται καλύτερα τους μεσοποτάμιους επηρεασμούς των βιβλικών ηρώων.

Οι βιβλικές ιστορίες άλλωστε, διαδραματίζονται κυριολεκτικά ανάμεσα στις δύο γιγάντιες επιρροές της ελληνο-αιγυπτιακής επίδρασης από τη μια και της χαλδαιο-μεσοποταμιακής από την άλλη. Η Μεσοποταμία, δικαιωματικά άσκησε ισχυρότατη επίδραση στην πατριαρχική σκέψη, αφού εκεί είναι οι χώρες της φυσικής και πνευματικής τους καταγωγής. Τα ευρήματα λοιπόν της Ασσυριολογίας, είναι κατά την γνώμη μου, ο καλύτερος μίτος της Αριάδνης, που με μεγάλη ασφάλεια, θα μας ερμηνεύσει την δαιδαλώδη εβραιο-προφητική σκέψη!

Δείτε το αν θέλετε κι έτσι. Η δεισιδαίμων εβραιο-πατριαρχική σκέψη, γεννήθηκε στη Μεσοποταμία, ανδρώθηκε επεκτατικά στην Παλαιστίνη, και έγινε αργότερα πνευματική αυτοκρατορία στη Μεσόγειο, και επέκεινα σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, χωρίς ποτέ να χάση τα τυπικά γνωρίσματα της χώρας των μάγων. Προς τούτο, είχε πάντοτε συμπαραστάτες, όχι μόνο τα άγνωστα στους πολλούς και ανίκητα όπλα του δόλου, αλλά και τη μόνιμη ροπή των λαών στην δεισιδαιμονία.

Η θύελλα όμως της Ασσυριολογίας πέρασε. Ο απόηχός της έμεινε στα γραφεία και τις βιβλιοθήκες κάποιων ιδιόρρυθμων φιλομαθών, και ο κόσμος έκατσε ξανά βαρύς στις ζεστές βολικότατες θρησκευτικές ιδέες του. Τι πειράζει αν ο Μωυσής είχε ελαττωματική θεοπνευστία; Και τι έγινε που κάποιους απ’ τις παράξενους νόμους του Σινά, τους δανείστηκε ο μεγάλος Μωυσής από προγενέστερες συλλογές νόμων; Οι κληρικοί περιποιήθηκαν την τσαλακωμένη υπερηφάνεια τους, έβαλαν αρκετό νερό στο κρασί τους, και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.

Αν και μέχρι σήμερα παρατηρείται μια έξαρση στην γαλλική κυρίως βιβλιογραφία, ουσιαστικά η Ασσυριολογία πέρασε στην αφάνεια. Στην πατρίδα μας δεν έφτασε φαντάζομαι ποτέ, ούτε ο παραμικρός κραδασμός, αφού οι δυστυχείς Έλληνες την εποχή εκείνη, είχαν τόσων αιώνων μιζέρια να αποτινάξουν από πάνω τους. Σήμερα όμως είναι καιρός, κάποιοι μεταφραστές, εκδότες και συγγραφείς, να στρέψουν την προσοχή τους επιτέλους στην δυναμικότερη αυτή εμπράγματη αμφισβήτηση των γραφών, την Ασσυριολογία. Μια επανάσταση που δεν πρέπει να ξεχαστεί.

Επιστρέφοντας λοιπόν με τη σκέψη μας στον μεγάλο Χαλδαίο-Αιγύπτιο Μωυσή, δεν πρέπει να ξεχνούμε τις έντονες μεσοποτάμιες καταβολές του.
-----------------------------
[1]«Ενούμα ελίς» επονομάσθη απ’ της δυο πρώτες εναρκτήριες λέξεις του: «όταν ψηλά»