Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 4. ΤΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


§4.0. Το απαρέμφατο, όπως και η μετοχή, θεωρούνται ειδικότερες μορφές της γενικότερης κατηγορίας των ονοματικών τύπων του ρήματος. Όπως δηλώνει ήδη ο τίτλος αυτός ("ονοματικοί τύποι του ρήματος"), τα δύο τούτα φαινόμενα παρουσιάζουν τυπολογικές και σημασιολογικές ιδιότητες τόσο του ρήματος (διάθεση, χρόνο και "όψη" ή "ποιον ενεργείας", "τροπικότητα", βλ. παρακάτω) όσο και του ονόματος (επιδέχονται άρθρο). Το απαρέμφατο εκφράζει την ρηματική έννοια υπό μορφή ουσιαστικού, η μετοχή υπό μορφή επιθέτου.

Ο όρος ἀπαρέμφατο ανάγεται στους αρχαίους γραμματικούς, οι οποίοι διέκριναν τα παρεμφατικά, τους ρηματικούς τύπους που συμπαραδήλωναν, συνυποδήλωναν κάτι (παρ-εμ-φαίνω), από τα ἀπαρέμφατα, τους ρηματικούς τύπους που δεν διέθεταν συμπαραδηλώσεις (π.χ. ρηματικό πρόσωπο, αριθμό), αλλά αποτελούσαν απλώς και μόνο την καθαρή έκφραση της ρηματικής έννοιας.

§4.1. Η διττή φύση του απαρεμφάτου αποτυπώνεται και στη σύνταξή του: Έτσι το απαρέμφατο μπορεί αφενός να έχει την ισχύ ονόματος π.χ. σε αιτιατική ή ονομαστική και τη συντακτική λειτουργία αντικειμένου ή υποκειμένου (πρβ. πολεμεῖν τολμῶσι παράλληλα με το πόλεμον τολμῶσι, θανεῖν πᾶσιν ἀναγκαῖον παράλληλα με το θάνατος πᾶσιν ἀναγκαῖόν ἐστι) και αφετέρου να ουσιαστικοποιείται με την πρόταξη του άρθρου.

Η ρηματική πλευρά του απαρεμφάτου προκύπτει από το γεγονός ότι συμπληρώνεται με αντικείμενο (π.χ. ἀκριβῶς τοῖς νόμοις πείθεσθαι, τὸ εὐτυχοῦντα νοῦν ἔχειν), προσδιορίζεται από επιρρηματικούς προσδιορισμούς, μπορεί να αποκτήσει "δυνητική" χροιά μέσω της σύναψής του με το ἄν, και εκφράζει διάθεση και "όψη" ή "ποιόν ενεργείας".

§4.2. Η "τροπικότητα" αναφέρεται στη στάση του ομιλητή προς την ισχύ του περιεχομένου του ρήματος, αν δηλαδή αυτό είναι πραγματικό, δυνατό ή μη πραγματικό, επιθυμητό κτλ., και δηλώνεται είτε μορφολογικά με τις εγκλίσεις και τις καταλήξεις τους είτε με τη χρήση του τροπικού μορίου ἄν. Σε σύναψη με απαρέμφατο ή μετοχή το ἂν προσδίδει στο περιεχόμενό τους μια δυνητική ή μη πραγματική σημασία που στο παρεμφατικό ρήμα θα αντιστοιχούσε είτε σε μια ευκτική με ἂν είτε σε μια οριστική ιστορικού χρόνου με ἄν. π.χ.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.5 ἔνιοι δὲ [λέγουσι] οὐδ' εἰ […] βούλοιο δύνασθαι ἂν [= δύναιο ἂν] ἀποδοῦναι ὅσα ὑπισχνῇ || μερικοί μάλιστα λένε πως ακόμη και αν ήθελες δεν θα μπορούσες να εκπληρώσεις όσα υπόσχεσαι.

ΞΕΝ Απομν 4.4.4 ῥᾳδίως ἂν ἀφεθεὶς [= ἀφείθη ἂν] ὑπὸ τῶν δικαστῶν, εἰ καὶ μετρίως τι τούτων [τῶν εἰωθώτων ἐν τῷ δικαστηρίῳ] ἐποίησε, [Σωκράτης] προείλετο […] ἀποθανεῖν || μολονότι μπορούσε εύκολα να αθωωθεί από τους δικαστές αν έκανε έστω και σε μέτριο βαθμό κάτι από αυτά που συνηθίζονται να γίνονται στα δικαστήρια, ο Σωκράτης προτίμησε να πεθάνει.

§4.3. Χρόνος και όψη ή ποιόν ενεργείας των ονοματικών τύπων του ρήματος:

Σε γενικές γραμμές μπορεί να πει κανείς ότι τα χρονικά θέματα της ΑΕ (με εξαίρεση αυτό του μέλλοντα, βλ. παρακάτω) δηλώνουν κυρίως την όψη ή το ποιόν ενεργείας και δευτερευόντως τον χρόνο. Δεν δηλώνουν δηλαδή πρωτίστως:

• ούτε μιαν απόλυτη χρονική βαθμίδα (το αν η ρηματική έννοια είναι ταυτόχρονη ή προτερόχρονη σε σχέση με το παρόν του ομιλητή ή του συγγραφέα),

• ούτε μια σχετική χρονική βαθμίδα (το αν δύο ή περισσότερα συμβάντα είναι μεταξύ τους ταυτόχρονα, προτερόχρονα ή υστερόχρονα),αλλά:

την όψη ή το ποιόν ενεργείας, την υποκειμενική αντίληψη ή την "άποψη", την οποίαν έχει ο ομιλητής για την χρονική υφή της ρηματικής ενέργειας, το αν δηλαδή αυτή λ.χ. είναι κάτι που τώρα εξελίσσεται και δεν έχει ακόμη αποπερατωθεί ή επαναλαμβάνεται σε τακτά διαστήματα (ενεστώς), π.χ. φεύγω (φεύγειν, φεύγων), "δραπετεύω (τώρα)" ή "συνηθίζω να δραπετεύω"∙ το αν έχει γίνει κάποτε στο παρελθόν και θεωρείται συνοπτικά, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει η διάρκεια ή η έκβασή της (αόριστος), π.χ. ἔφυγον (φυγεῖν, φυγών) "δραπέτευσα"∙ ή, τέλος, το αν έχει συντελεστεί στο παρελθόν ως αποτέλεσμα μιας προηγούμενης διεργασίας και έχει πλέον παγιωθεί ως μια κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται (παρακείμενος), π.χ. πέφευγα (πεφευγέναι, πεφευγώς) "έχω δραπετεύσει και είμαι δραπέτης").

Για τους επιμέρους ρηματικούς τύπους που σχηματίζονται από τα χρονικά θέματα (με εξαίρεση βέβαια αυτούς του μέλλοντα), επομένως και για το απαρέμφατο και τη μετοχή (με εξαίρεση και εδώ το απαρέμφατο και την μετοχή του μέλλοντα), ισχύει το εξής: Πραγματικό χρόνο, δηλαδή χρονική βαθμίδα, εκφράζουν μόνον οι τύποι της οριστικής, σε συνάρτηση όμως πάντα με τη έκφραση του ποιού ενεργείας, το οποίο είναι εκείνο που πρωτίστως δηλώνεται με το χρονικό θέμα. Οι υπόλοιποι ρηματικοί τύποι, εκτός της οριστικής, επομένως και το απαρέμφατο και η μετοχή, δεν δηλώνουν κατά βάση χρονική βαθμίδα, αλλά μόνον ποιόν ενεργείας (ως προς το οποίο συμφωνούν με τις αντίστοιχες σημασίες της οριστικής).

§4.4. Το απαρέμφατο και η μετοχή ειδικότερα (με εξαίρεση πάντα το απαρέμφατο και την μετοχή του μέλλοντα), τα οποία δεν σχηματίζουν ποτέ αυτόνομες προτάσεις αλλά αποτελούν απλώς εξαρτημένα μέρη μιας πρότασης, δεν δηλώνουν τα ίδια τη χρονική βαθμίδα του ρήματός τους, αλλά μόνο το ποιόν ενεργείας του. Ο χρόνος και η χρονική βαθμίδα στην οποίαν ανήκουν, προσδιορίζεται από τον χρόνο που εκφράζει το ρήμα από το οποίο εξαρτώνται. Για τον λόγο αυτόν μπορεί κάθε απαρέμφατο και κάθε μετοχή να συντάσσεται με οποιονδήποτε χρόνο των παρεμφατικών ρημάτων, έτσι ώστε να είναι δυνατές οι συνάψεις βούλομαι λέγειν, ἠβουλόμην λέγειν, βουλήσεται λέγειν, γελῶν λέγει, γελῶν ἔλεγε, γελῶν λέξει∙ λέγει γεγραφέναι (γράψαι), ἔλεξε γεγραφέναι (γράψαι), λέξει γεγραφέναι (γράψαι), γεγραφὼς (γράψας) λέγει, γεγραφὼς (γράψας) ἔλεξε, γεγραφὼς (γράψας) λέξει κ.ο.κ. Παραδείγματα:

• με απαρέμφατο:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.1.8 [Κῦρος] ἠξίου […] δοθῆναι οἷ ταύτας τὰς πόλεις μᾶλλον ἢ Τισσαφέρνην ἄρχειν αὐτῶν || ο Κύρος απαιτούσε να δοθούν σε αυτόν τούτες οι πόλεις παρά να [συνεχίσει να] τις έχει υπό την κυριαρχία του ο Τισσαφέρνης.

ΠΛ Γοργ 462d βούλει οὖν, ἐπειδὴ τιμᾷς τὸ χαρίζεσθαι, σμικρόν τί μοι χαρίσασθαι; || θέλεις λοιπόν, επειδή εκτιμάς τόσο πολύ το να προκαλεί κανείς ευχαρίστηση, να προκαλέσεις λίγη ευχαρίστηση σε μένα;

ΠΛ Κριτ 46a οὐδὲ βουλεύεσθαι ἔτι ὥρα ἀλλὰ βεβουλεῦσθαι || δεν είναι πια ώρα να παίρνουμε αποφάσεις, αλλά να είμαστε αποφασισμένοι.

• με μετοχή:

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.21 [Μένων] δῆλος ἦν […] ἐπιθυμῶν ἄρχειν || ο Μένων ήταν πρόδηλο ότι επιθυμούσε πάντα να έχει την εξουσία [πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό και μόνιμο γνώρισμα, και επομένως η μετοχή δηλώνει διάρκεια].

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.16 Κῦρος […] ᾔσθετο διαβεβηκότας [τὸν Εὐφράτην] || ο Κύρος έμαθε ότι είχαν διαβεί τον Ευφράτη.

ΠΛ Συμπ 202b [Διοτίμα] γελάσασα […] ἔφη || η Διοτίμα τότε γέλασε και είπε.

§4.5. Εξαίρεση αποτελεί το ρηματικό θέμα του μέλλοντα, το οποίο δηλώνει σε όλους τους ρηματικούς του τύπους, επομένως και στο απαρέμφατο και τη μετοχή, μια ενέργεια ή διεργασία που πρόκειται να γίνει μετά την ενέργεια του ρήματος από το οποίο εξαρτώνται το απαρέμφατο ή η μετοχή. Οι ονοματικοί τύποι του μέλλοντα εκφράζουν έτσι μιαν απόλυτη χρονική βαθμίδα όχι όμως και ένα ορισμένο ποιον ενεργείας. Το ἄρξω λ.χ. μπορεί να σημαίνει τόσο "θα είμαι ηγεμόνας" (διάρκεια), όσο και "θα γίνω ηγεμόνας" (συνοπτικότητα).

Ειδικότερα:

• Το απαρέμφατο του μέλλοντα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για να εκφραστεί σε πλάγιο λόγο ένας ισχυρισμός, μια γνώμη ή μια υπόσχεση που αναφέρεται στο μέλλον (αντίστοιχα με την οριστική μέλλοντα στον ευθύ λόγο):

ΘΟΥΚ 4.115.2 πῦρ ἐνήσειν διενοοῦντο ἐς τὰ ξύλινα παραφράγματα || σχεδίαζαν να εκσφενδονίσουν φωτιά στα ξύλινα πρόσθετα οχυρώματα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.4 ἐπαγγελλόμεθα Ἀριαίῳ, ἐὰν ἐνθάδε ἐλθεῖν, εἰς τὸν θρόνον τὸν βασίλειον καθιεῖν αὐτόν || υποσχόμαστε στον Αριαίο ότι, αν έρθει εδώ, θα τον κάνουμε βασιλιά.

• Η μετοχή του μέλλοντα εμφανίζεται κυρίως σε τελική χρήση, για τη δήλωση δηλαδή μιας ενέργειας που την πραγματοποίηση της μπορεί να προσδοκεί κανείς εξαιτίας της πρόθεσης, του χαρακτήρα ή της ποιότητας του υποκειμένου, π.χ.:

ΘΟΥΚ 1.18.2 ὁ βάρβαρος […] ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα δουλωσόμενος ἦλθεν || ο βάρβαρος ήρθε για να υποδουλώσει την Ελλάδα.

Καθαρά χρονική, για τη δήλωση μιας μελλοντικής πράξης, είναι η χρήση της μετοχής μέλλοντα:

(α) Μετά από αισθητικά ρήματα, ρήματα δηλαδή που δηλώνουν αισθητηριακή ή νοητική αντίληψη και γνώση (η μετοχή μέλλοντα αντιστοιχεί εδώ σε μια ειδική πρόταση με το ὅτι ή ὡς και οριστική μέλλοντα). π.χ.:

ΣΟΦ Ηλ 291-291 ὅταν κλύῃ τινὸς ἥξοντ' Ὀρέστην || όταν ακούει από κάποιον πως θα έρθει ο Ορέστης.

ΘΟΥΚ 2.13.1 Περικλῆς […] ἔγνω τὴν ἐσβολὴν ἐσομένην || ο Περικλής κατάλαβε πως η εισβολή θα γίνει [ή: βλέποντας πως η εισβολή θα γίνει].

(β) Σε περιπτώσεις όπως:

ΟΜ Ιλ 1.70 ὃς ᾔδη τά τ' ἐόντα τά τ' ἐσσόμενα πρό τ' ἐόντα || που γνώριζε και αυτά που υπάρχουν και αυτά που θα υπάρξουν και αυτά που υπήρξαν.

ΘΟΥΚ 1.138.3 [ἦν ὁ Θεμιστοκλῆς] τῶν μελλόντων ἐπὶ πλεῖστον τοῦ γενησομένου ἄριστος εἰκαστής || ήταν ο πολύ καλός στην πρόγνωση αυτών που επρόκειτο να γίνουν στο μακροπρόθεσμο μέλλον.

§4.6. Σε ότι αφορά στην προέλευση και τη γενικότερη σημασία του απαρεμφάτου, η μορφή με την οποίαν το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται στους ιστορικούς χρόνους δεν είναι η πρωταρχική, αλλά προήλθε από την εξέλιξη ρηματικών αφηρημένων ονομάτων που δήλωναν δράση (nomina actionis, π.χ. φυγή), τα οποία απόκτησαν βαθμιαία ρηματικά χαρακτηριστικά, και ειδικότερα από απολιθωμένους πτωτικούς τύπους τέτοιων ουσιαστικών. Οι απολιθωμένοι αυτοί ονοματικοί πτωτικοί τύποι, στους οποίους παραπέμπει τόσο η συγγένεια της απαρεμφατικής κατάληξης -μεναι με το μετοχικό επίθημα -μενο, όσο και η κατάληξη -αι στα -μεναι, - ναι, -σαι, ήτανκυρίως δοτικές του σκοπού ή του αποτελέσματος: δήλωναν τον σκοπό και το επιδιωκόμενο ή δυνατό αποτέλεσμα μιας ενέργειας ή κίνησης συμπληρώνοντας έτσι το ρήμα της πρότασης, όπως π.χ. στο συχνό ομηρικό (ΟΜ Ιλ 4.199 κ.α.) βῆ δ' ἰέναι κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων = κίνησε "για να πάει" ή, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, "για τον πηγαιμό" στον στρατό των χαλκοθώρακων Αχαιών.

Η εξέλιξη που οδήγησε στο απαρέμφατο με τη μορφή που εμφανίζεται στους ιστορικούς χρόνους αρχίζει ήδη στην προϊστορική περίοδο και τείνει προς την όλο και μεγαλύτερη εξομοίωση του απαρεμφάτου προς τους παρεμφατικούς ρηματικούς τύπους, έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης αντιστοιχία των εκφραστικών δυνατοτήτων μεταξύ απαρεμφάτου και παρεμφατικών. Κατά την διάρκεια τούτης της εξέλιξης το απαρέμφατο απέβαλε τη σημασιολογική ακαμψία που χαρακτήριζε τους παγιωμένους πτωτικούς τύπους των ρηματικών αφηρημένων ονομάτων, καθώς ενσωματώθηκε βαθμιαία στο σύστημα των ρηματικών χρόνων και διαφοροποιήθηκε ως προς τις ρηματικές κατηγορίες της διάθεσης, της όψης, του χρόνου και του τρόπου με την προσθήκη του ἄν (πρβ. π.χ. φυγή αφενός και φεύγειν, φυγεῖν, πεφευγέναι αφετέρου). Παράλληλα "επαναπροσέλαβε" στην ύστερη φάση αυτής της ιστορικής εξέλιξης ονοματικά χαρακτηριστικά με τη σύνταξή του με άρθρο.Έτσι η αρχαία ελληνική γλώσσα απέκτησε ένα μέσο που μπορούσε να εκφράζει την καθαρή ρηματική έννοια σε όλες τις σημασιολογικές αποχρώσεις του παρεμφατικού ρήματος, (εκτός από το πρόσωπο και τον αριθμό), διατηρώντας παράλληλα και τη ρηματική σύνταξη.

Ανάλογηεικάζεται ότι είναι και η προέλευση των μετοχών [βλ. αναλυτικά την Εισαγωγή στην Μετοχή, οι οποίες ανάγονται σε επιθετικά ονόματα και επίθετα. Τα επίθετα αυτά μπορούσαν να δηλώσουν μια χρονικά περιορισμένη ιδιότητα (παρόμοια π.χ. με το ὑγιής, ἀσθενὴς σε συνάψεις του είδους ἀσθενής εἰμι), δηλαδή χρόνο, πράγμα το οποίο τους επέτρεψε να προσεγγίσουν το ρήμα και να προσλάβουν σταδιακά ρηματική φύση.

§4.7. Τα απαρέμφατα διακρίνονται σε ειδικά και τελικά. Τα ειδικά απαρέμφατα λέγονται έτσι επειδή θεωρείται ότι κατά κανόνα ισοδυναμούν με ειδικές προτάσεις, τα τελικά επειδή αντιστοιχούν προς προτάσεις επιθυμίας με την ευρεία σημασία.

Στη νεοελληνική το ειδικό απαρέμφατο αποδίδεται με μιαν ειδική πρόταση (με το ότι ή το πώς, π.χ. νομίζω σὲ εἰδέναι || νομίζω ότι ή πως γνωρίζεις), ενώ το τελικό με μια βουλητική (με χρήση υποτακτικής, π.χ. Σωκράτης πολλοὺς ἀρετῆς ἐποίησεν ἐπιθυμεῖν || ο Σωκράτης έκανε πολλούς να επιθυμούν την αρετή).

Απαρεμφατικοί τύποι της ΝΕ θεωρούνται ο αόριστος της ενεργητικής φωνής σε -ει και της μέσης σε -θει, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τον σχηματισμό των συντελικών χρόνων ("έχω, είχα, θα έχω λύσει", "έχω, είχα, θα έχω λυθεί").

Η υπομονή είναι αρετή, αλλά δεν είναι ανεξάντλητη

Όλα έχουν αρχή και τέλος, ακόμα και οι αρετές. Τίποτα δεν είναι ανεξάντλητο, όταν δεν έχει τη θέση που του πρέπει, όταν δεν εκτιμάται αρκετά.

Έτσι κι η υπομονή! Αρετή μεν για όποιον τη διαθέτει, δεν είναι ανεξάντλητη δε! Κάποια στιγμή, στερεύει!

“Αν δεν φαντάζεσαι φωτιές με κάρβουνα μην παίζεις” λένε κι έτσι ακριβώς είναι.

Φοβού την οργή του υπομονετικού γιατί θα έρθει σε χρόνο που δεν το περιμένεις και με ένταση που ούτε καν τη φαντάζεσαι!

Μην θεωρείς την υπομονή του υπομονετικού δεδομένη λοιπόν.

Έχει τη διάρκεια που εκείνος θα επιλέξει, γιατί απλά θέλει να σου δώσει κι άλλη ευκαιρία! Ίσως γιατί δεν θέλει να σε διαγράψει εύκολα.

Βέβαια από την υπομονή στην υποτίμηση της νοημοσύνης του άλλου είναι μια εκμετάλλευση και μια αντίδραση δρόμος! Και ξέρεις, όταν στερέψει η υπομονή δεν επαναφορτίζεται και το τέλος, έρχεται ξαφνικά κι απρόβλεπτα. Και μέσα σε αυτό το τέλος, θα ακούσεις πράγματα που ούτε καν φαντάστηκες. Λεπτομέρειες, που δεν πρόσεξες ποτέ.

Μετά την έκρηξη όμως, ουδέν σφάλμα συγχωρείται, πόσο μάλλον να αναγνωρίζεται.

Μόνο διαγράφεται. Λησμονείται. Μια και για πάντα και μαζί του κι εσύ.

Και κάπως έτσι.. τελειώνουν όλα.

Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου

H Αθηνά ήταν η θεά που συμβόλιζε τη σοφία. Οι Έλληνες, ο πρώτος λαός που κατέκτησε τη λογική σκέψη και διατύπωσε καθολικούς νόμους για τη λειτουργία του σύμπαντος, έπλασαν μια θεά που προσωποποιούσε την εξυπνάδα και τη φρόνηση. Άλλωστε, ακόμη και ο τρόπος γέννησης της θεάς ήταν τέτοιος που μαρτυρούσε τις ιδιότητές της. Η γαλανομάτα κόρη ξεπήδησε από το κεφάλι του παντοδύναμου και πάνσοφου Δία.

Τον καιρό που ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων ανατρεφόταν στην Κρήτη, χωρίς να το γνωρίζει ο Κρόνος, από τις Νύμφες του βουνού και τις Ωκεανίδες, ερωτεύτηκε τη Μήτιδα. Αυτή ήταν η πιο συνετή από όλες τις αδερφές της. Με τις συμβουλές της βοήθησε αποφασιστικά τον Δία να πάρει την τελική νίκη. Αυτή του έδωσε το μαγικό βοτάνι με το οποίο ο φοβερός παιδοφάγος αναγκάστηκε να βγάλει από το στομάχι του τους θεούς που είχε καταπιεί. Η Μήτιδα ήταν η πρώτη σύζυγος του Δία ή σύμφωνα με άλλους η πρώτη ερωμένη του. Σε κάποιο γλέντι που έγινε στον Όλυμπο για να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, ο Ουρανός και η Γη αποκάλυψαν στον εγγονό τους πως θα του χάριζε πρώτα μια κόρη και ύστερα ένα γιο, που θα γινόταν τόσο δυνατός, ώστε θα ονομαζόταν πρώτος των θεών. Ο χρησμός αυτός των προγόνων του τον έβαλε σε σκέψεις. Έτσι, όταν είδε τη γυναίκα του έγκυο, δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Γι' αυτό ζήτησε ένα βοτάνι από τη γιαγιά του που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός σαν το δάχτυλο. Η Γαία του έκανε τη χάρη και αυτός έτρεξε στη Μήτιδα και της το έδωσε να το καταπιεί, λέγοντας πως θα έκανε γερά παιδιά. Έτσι κι έγινε μα σε λίγο η Μήτιδα άρχισε να μικραίνει. Τότε ο Δίας άνοιξε το τεράστιο στόμα του και την κατάπιε. Κατέφυγε δηλαδή στο κόλπο του πατέρα του, αλλά ο ίδιος εξαφάνισε και τη σύζυγό του μαζί με το παιδί που είχε στην κοιλιά της. Ο Δίας από τη στιγμή που κατάπιε τη Μήτιδα κατέκτησε ολόκληρη τη σοφία του κόσμου. Ήξερε κάθε στιγμή ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό.

Ύστερα από λίγες μέρες άρχισε να τον ενοχλεί κάτι στο κεφάλι του. Ένιωθε σαν ένα μικρό σπαθί να αγγίζει απαλά το μυαλό του. Καθώς όμως ο καιρός περνούσε οι ενοχλήσεις έγιναν πιο έντονες και ο πόνος στο κεφάλι πολύ δυνατός. Ο Δίας βογκούσε από τους πόνους! όλες οι θεές προσπαθούσαν να τον καταπραΰνουν με μαγικά βότανα, αλλά τίποτε. Ούρλιαζε και χτυπιόταν καταγής, έτσι που ολόκληρος ο Όλυμπος αντιλαλούσε και σειόταν από τις σπαρακτικές του φωνές. Μια νύχτα που δεν άντεχε άλλο, κάλεσε τον Ήφαιστο να έρθει στο παλάτι του με το τεράστιο σφυρί του. Ο γιος του έφτασε μουντζουρωμένος και ιδρωμένος.

Μόλις τον είδε ο Δίας του είπε: – Γρήγορα Ήφαιστε, δώσε μια με το σφυρί σου στο κεφάλι μου για να με γλιτώσεις μια και καλή απ' αυτό το μαρτύριο. Ο θεϊκός σιδηρουργός κοντοστάθηκε, γούρλωσε τα μάτια του και αρνήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως ο Δίας δεν αστειευόταν. Οργισμένος απείλησε τον Ήφαιστο πως θα τον πετούσε για δεύτερη φορά από τον Όλυμπο. Τρομαγμένος ο νεαρός θεός σήκωσε το τεράστιο σφυρί και το κατέβασε μ' όλη του τη δύναμη στο κεφάλι του πατέρα του. Τότε μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Ολυμπίων ξεπετάχτηκε από το κεφάλι του Δία μια γαλανομάτα κόρη πάνοπλη. Κρατούσε ασπίδα, φορούσε περικεφαλαία και κουνούσε απειλητικά το δόρυ της. Ήταν η Αθηνά, πολεμική θεά μα και προστάτιδα της σοφίας κληρονόμησε την παντοδυναμία του πατέρα της και τη σύνεση της Μήτιδας. Την ώρα της γέννησής της έβγαλε μια πολεμική κραυγή που έκανε τον Όλυμπο να σειστεί ολόκληρος και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου. Η γη τραντάχτηκε και η θάλασσα αναταράχτη πελώρια κύματα σηκώθηκαν απειλητικά και τη σκέπασαν. Ο Ήλιος σταμάτησε το ολόχρυσο άρμα του και παρακολουθούσε τη θεά μέχρι να βγάλει την πανοπλία της από το αδύναμο ακόμη κορμί της. Σε λίγο σταμάτησε η κοσμοχαλασιά που προκάλεσε η γέννηση της θεάς. Η φύση ολόκληρη γαλήνεψε. Ο Δίας, που απαλλάχτηκε από το φοβερό πονοκέφαλό του, ανακουφισμένος αντίκρισε τη νέα του κόρη και της χαμογέλασε. Αυτή σε λίγη ώρα μεγάλωσε και απέκτησε σ' όλη του την έκταση το θεϊκό της μεγαλείο. Οι θεοί έστησαν γλέντι για να καλωσορίσουν τη νέα τους σύντροφο. Το χορό έσυρε πρώτη η Αθηνά. Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο που έλεγαν στην Κρήτη, η θεά γεννήθηκε στο νησί από ένα σύννεφο που χτύπησε ο Δίας με τον κεραυνό του. Άλλοτε πάλι έλεγαν πως ήταν κόρη του γίγαντα Πάλλαντα ή κόρη του Ποσειδώνα και της Τριτωνίδας. Πολλές φορές την ονόμαζαν Παλλάδα. Για το όνομα αυτό υπήρχε ο ακόλουθος μύθος.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής της μεγάλωσε με μια κοπέλα που ονομαζόταν Παλλάδα. Είχαν γίνει πολύ αγαπημένες φίλες. Μάθαιναν μαζί την πολεμική τέχνη και έπαιζαν αρκετά βίαια παιχνίδια. Μια μέρα που μάλωσαν, η Παλλάδα ήταν έτοιμη να χτυπήσει την Αθηνά. Όμως ο Δίας που τα έβλεπε όλα, φοβήθηκε για τη μικρή του κόρη και την προστάτεψε με την αιγίδα του. Η κοπέλα τρόμαξε όταν είδε να προσγειώνεται μπροστά της η τρομερή ασπίδα. Η μικρή θεά εκμεταλλεύτηκε την ταραχή της και τη χτύπησε θανάσιμα. Όταν κατάλαβε πως η φιλενάδα της είχε πεθάνει, τότε ξέσπασε σε απαρηγόρητο κλάμα. Για να τιμήσει τη νεαρή της φίλη, δημιούργησε ένα άγαλμα που της έμοιαζε και το τοποθέτησε δίπλα στον πατέρα της. Το άγαλμα ήταν ξύλινο και ονομάστηκε Παλλάδιο. Κάποτε όμως ο Δίας το πέταξε από τον Όλυμπο και αυτό έπεσε στην Τροία τον καιρό που χτιζόταν η πόλη. Το άγαλμα αυτό προστάτευε από τότε την περιοχή. Επειδή είχε πέσει στο ναό της Αθηνάς, ονόμασαν τη θεά Αθηνά-Παλλάδα.

Πολλές πόλεις στην αρχαιότητα υποστήριζαν πως είχαν Παλλάδια και πως απολάμβαναν την προστασία της.

Η Αθηνά είναι το πιο αγαπημένο παιδί του Δία και πέρασε ολόκληρη τη ζωή της αφοσιωμένη στον πατέρα της που τον υπεραγαπούσε. Πολύτιμη ήταν η βοήθειά της στη Γιγαντομαχία όπου σκότωσε και έγδαρε τον Πάλλαντα και καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο με τη Σικελία. Μόνο αυτή έμεινε πλάι στον Δία, όταν ο φοβερός Τυφώνας όρμησε στον Όλυμπο. Μονάχα μια φορά συμμετείχε στη συνωμοσία της Ήρας, του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εναντίον του πατέρα της. Μα και τότε ήταν η μόνη που δε γνώρισε την οργή του Δία και έτσι η σχέση αγάπης και στοργής συνεχίστηκε χωρίς άλλα προβλήματα. Η Αθηνά αγαπούσε τις πολεμικές και τις καλές τέχνες και ασχολούνταν διαρκώς μ' αυτές. Δεν είχε καθόλου ερωτικές περιπέτειες και συμβόλιζε την αιώνια παρθενία. Γι' αυτό άλλωστε οι Αθηναίοι ονόμασαν το ναό της θεάς πάνω στην Ακρόπολη Παρθενώνα. Μόνο μια φορά λένε προσπάθησε να την ενοχλήσει ερωτικά ο Ήφαιστος, μα η θεά αντιστάθηκε παλικαρίσια. Από το σπέρμα του θεού που έπεσε στη γη γεννήθηκε ο Εριχθόνιος, ένας ονομαστός ήρωας της Αθήνας, που η θεά του συμπεριφερόταν σαν να ήταν γιος της. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Εριχθόνιος ήταν γιος της Γαίας που τον εμπιστεύτηκε στην Αθηνά να τον αναθρέψει. Λένε μάλιστα πως ο ήρωας καθιέρωσε τα Παναθήναια, τη σημαντικότερη γιορτή προς τιμή της Αθηνάς. Επίσης πίστευαν πως η θεά του δίδαξε να οδηγεί το τέθριππο, το άρμα δηλαδή που έσερναν τέσσερα άλογα. Πιο αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, που πήρε και το όνομά της. Έλεγαν πως πρώτος έφτασε στην Αττική ο Ποσειδώνας. Αυτός χτύπησε με την τρίαινά του ένα βράχο της Ακρόπολης και αμέσως ανάβλυσε μια πηγή με αλμυρό νερό. Κατόπιν η Αθηνά, που διεκδικούσε κι αυτή την κυριαρχία και την προστασία του τόπου, φύτεψε μια ελιά. Τότε οι υπόλοιποι Ολύμπιοι μπήκαν κριτές στη διαμάχη των θεών και αποφάσισαν υπέρ της Αθηνάς.

Σύμφωνα μ' έναν άλλο μύθο κάποτε φύτρωσε στην Ακρόπολη μια ελιά και παραπέρα ανάβλυσε μια πηγή. Ο Κέκροπας που ήταν άρχοντας της περιοχής ζήτησε τη συμβουλή του μαντείου και πληροφορήθηκε πως το δέντρο αντιπροσώπευε την Αθηνά και η πηγή τον Ποσειδώνα. Τότε κάλεσε λαϊκή συνέλευση των ανδρών και των γυναικών. Όλοι οι άνδρες ψήφισαν υπέρ του Ποσειδώνα και όλες οι γυναίκες υπέρ της Αθηνάς. Όμως αυτές ήταν περισσότερες και έτσι η πόλη δόθηκε στη θεά. Ο Ποσειδώνας οργισμένος πλημμύρισε την περιοχή. Οι άνδρες, τότε, για να τιμωρήσουν τις γυναίκες, τις απαγόρευσαν να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και να ψηφίζουν.

Αλλά η πιο κοινή εκδοχή του μύθου είναι η ακόλουθη. Οι θεοί είπαν στους αντίδικους ότι θα κέρδιζε την πόλη εκείνος που θα έκανε το πιο χρήσιμο δώρο στους κατοίκους. Τότε ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στη γη και ξεπετάχτηκε ένα κατάλευκο άλογο.

Οι αθάνατοι θαύμασαν το δώρο αυτό, γιατί ήξεραν πόσο χρήσιμο ήταν στη γεωργία και στα άλλα επαγγέλματα. Αμέσως όμως η σοφή Αθηνά χτύπησε με το δόρυ της την αττική γη και φύτρωσε μια φουντωτή και αειθαλής ελιά. Τότε οι Ολύμπιοι αποφάσισαν πως ο καρπός του ευλογημένου δέντρου ήταν πιο χρήσιμος για τους ανθρώπους της περιοχής και έτσι έδωσαν τη νίκη στην Αθηνά.

Η Αθηνά, ως παρθενική θεά, δεν τα πήγαινε καλά με την Αφροδίτη, την προστάτιδα του έρωτα. Πολύ συχνά μάλωναν και λογοφέρνανε, ακόμη και μπροστά στον πατέρα τους, τον Δία. Αυτός πάντα προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει. Φαίνεται όμως πως δεν τα κατάφερνε, όταν οι δυο θεές βρέθηκαν αντίπαλες στον Τρωικό πόλεμο, η Αθηνά δε δίστασε, μέσω του Διομήδη βέβαια, να χτυπήσει την Αφροδίτη και να την πληγώσει.

Η πολεμική θεά στάθηκε στο πλευρό πολλών γνωστών ηρώων της αρχαιότητας. Ένας από τους προστατευόμενούς της ήταν ο Ηρακλής. Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισε η Αθηνά, τότε που ο θνητός ακόμα ήρωας έτρεξε στο πλευρό του Δία για να αντιμετωπίσει τους Γίγαντες, τον συμπάθησε. Με τις πολύτιμες συμβουλές της κατόρθωσε να εξοντώσει τον Αλκυονέα. Όμως και αργότερα, όταν ο Ευρυσθέας υπέβαλε τον Ηρακλή στη δοκιμασία των δώδεκα άθλων, τον βοήθησε. Του χάρισε τα κύμβαλα που ήταν έργο του θεϊκού τεχνίτη Ήφαιστου. Χτυπώντάς τα ο ήρωας τρόμαξε τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πέταξαν από τις κρυμμένες φωλιές τους και έτσι τις σκότωσε με τα βέλη του. Για να την ευχαριστήσει της αφιέρωσε τα χρυσά μήλa των Εσπερίδων. Με τη βοήθεια της θεάς ο Περσέας κατάφερε να εξοντώσει τη Γοργόνα. Αυτή ήταν ένα τέρας που αντί για μαλλιά είχε φίδια και τα τρομερά της μάτια προκαλούσαν φριχτό πανικό σ' όποιον τα αντίκριζε ή τον απολίθωναν. Ο ήρωας, όταν πήγε ν' αντιμετωπίσει το φριχτό τέρας, είχε μαζί του τη γυαλιστερή ασπίδα που του έδωσε η Αθηνά. Έτσι, ενώ είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του, παρακολουθούσε τη Γοργόνα που καθρεφτιζόταν πάνω στην ασπίδα και την αποκεφάλισε. Πρόσφερε το φοβερό κεφάλι της, που ακόμη και κομμένο διατηρούσε τις ιδιότητές του, στην Αθηνά. Η θεά τοποθέτησε το λεγόμενο “γοργώνειο” πάνω στην αιγίδα που της είχε κάνει δώρο ο πατέρας της. Μάζεψε το αίμα που πετάχτηκε από τις φλέβες του τέρατος και το έδωσε στον Ασκληπιό, ο οποίος το χρησιμοποίησε σαν γιατρικό. ;Aλλοι πάλι λένε πως έδωσε δυο σταγόνες αίματος στον Εριχθόνιο. Η μια προκαλούσε το θάνατο και η άλλη είχε θεραπευτικές ιδιότητες.

Ακόμη λένε πως όταν ο Περσέας αποκεφάλισε τη Γοργόνα, οι αδερφές της, η Σθενώ και η Ευρυάλη, που ήταν αθάνατες, τη θρήνησαν γοερά. Όμως αυτός ο θρήνος προερχόταν από τα φίδια που είχαν στα μαλλιά τους και όχι από τις ίδιες. Η Αθηνά προσπάθησε να βρει έναν τρόπο για να τον μιμηθεί. Πήρε λοιπόν το κόκαλο ενός μεγάλου ελαφιού που της είχαν θυσιάσει, άνοιξε κάποιες τρύπες και φυσούσε κατά διαστήματα μέσα στο καινούριο μουσικό όργανο που το ονόμασε φλογέρα. Ενθουσιασμένη έτρεξε στον Όλυμπο και έδειξε την εφεύρεσή της στους θεούς.

Η Ήρα και η Αφροδίτη όμως ξέσπασαν σε ειρωνικά γέλια. Η Αθηνά δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά τους και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε της εξήγησαν πως καθώς έπαιζε τη φλογέρα φούσκωναν τα κόκκινα μάγουλά της, παραμορφωνόταν το πρόσωπό της και ήταν πολύ αστεία. Η θεά έτρεξε πεισμωμένη σ' ένα ρυάκι και καθρεφτίστηκε στα νερά του παίζοντας φλογέρα. Κατάλαβε πως οι θεές είχαν δίκιο που την ειρωνεύονταν και οργισμένη πέταξε το μουσικό όργανο.

Γιος της Γοργόνας και του Ποσειδώνα ήταν το φτερωτό άλογο Πήγασος. Ένας ήρωας, ο Βελλεροφόντης, ζήτησε κάποτε τη βοήθεια της Αθηνάς για να συλλάβει και να δαμάσει το άλογο. Μια νύχτα που ο ήρωας κοιμήθηκε στο ναό της, αυτή εμφανίστηκε στον ύπνο του και του χάρισε ένα χαλινάρι με το οποίο το δάμασε. Η Αθηνά ήταν πολύ ντροπαλή με τους άντρες. Έτσι, κάποια μέρα που ο Τειρεσίας την είδε γυμνή να λούζεται στα νερά μιας λίμνης μαζί με τη Νύμφη Χαρικλώ, τον εκδικήθηκε χωρίς οίκτο. Μ' ένα απλό άγγιγμα των ματιών του τον έκανε τυφλό για όλη του τη ζωή. Η φιλενάδα της όμως την παρακαλούσε να τον ευσπλαχνιστεί. Επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω μια θεϊκή απόφαση, ευνόησε διαφορετικά τον Τειρεσία. Καθάρισε τόσο καλά τα αυτιά του, ώστε μπορούσε να καταλάβει το κελάηδημα των πουλιών και του έδωσε ένα ραβδί που τον βοηθούσε να περπατάει όπως οι άνθρωποι που έβλεπαν. Από τότε ο Τειρεσίας έγινε ο πιο ξακουστός μάντης της αρχαιότητας. Η πολεμική θεά είχε ενεργό δράση στον Τρωικό πόλεμο, όπου και προστάτευε την παράταξη των Ελλήνων κι αυτό γιατί ήταν εξοργισμένη από την κρίση του Πάρη για την ομορφότερη θεά. Αγαπημένοι της πολεμιστές ήταν ο Διομήδης, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Στάθηκε στο πλάι τους σ' όλες τις δύσκολες στιγμές. Όταν μάλιστα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, κατέφευγε σε θαύματα για να τους σώσει. Έκανε θεϊκή φωτιά να βγαίνει από την περικεφαλαία του Διομήδη και σκέπασε με πύρινο σύννεφο το κεφάλι του Αχιλλέα. Μάλιστα, στις πιο δύσκολες στιγμές μεταμορφωνόταν η ίδια σε Τρώα πολεμιστή και πήγαινε στις συγκεντρώσεις των αντίπαλων στρατηγών, δίνοντάς τους λανθασμένες συμβουλές. Αλλά και όταν υπήρχαν διχόνοιες και διαφωνίες στο στρατόπεδο των Ελλήνων, πάντοτε κατάφερνε να προλάβει τα χειρότερα, αυτή δεν άφησε τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα αν και τον είχε προσβάλει βαρύτατα.

Βοήθησε τον πολυμήχανο Οδυσσέα τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και κατά το δεκάχρονο ταξίδι της επιστροφής του. Στην Οδύσσεια, η Αθηνά παρεμβαίνει με μεταμορφώσεις. Παίρνει τη μορφή του Μέντορα και δίνει πολύτιμες συμβουλές και οδηγίες στον Τηλέμαχο. Στέλνει επίσης όνειρα. Εμφανίζεται στον ύπνο της Ναυσικάςκαι τη συμβουλεύει να πάει να πλύνει τα ρούχα της στο ποτάμι, τη μέρα που ο Οδυσσέας πλησιάζει στο νησί των Φαιάκων. Προικίζει τον προστατευόμενό της με υπερφυσική ομορφιά για να γοητεύσει τη βασιλοπούλα και να τον φιλοξενήσει στο ανάκτορο του πατέρα της.

Σ' άλλες περιπτώσεις ξεσηκώνει τον Δία να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Με δική της παρέμβαση η Καλυψώ παίρνει εντολή ν' αφήσει ελεύθερο τον ήρωα και να του δώσει μέσο για να ξαναβγεί στο πέλαγος. Ο Ορέστης, ο γιος του Αγαμέμνονα, για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του σκότωσε τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Όμως οι Ερινύες, σκοτεινές θεότητες που τιμωρούσαν τους φονιάδες, καταδίωξαν τον Ορέστη, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα και ζήτησε καταφύγιο στο ναό της θεάς. Τότε έγινε δικαστήριο στον 'ρειο Πάγο για να κριθεί ο νεαρός μητροκτόνος, πρόεδρος ήταν η ίδια η θεά. Η ψηφοφορία έληξε με ισοπαλία, αλλά τελικά ο Ορέστης αθωώθηκε, γιατί η ψήφος της Αθηνάς, που ήταν αθωωτική, θεωρήθηκε διπλή. Από τότε θεσπίστηκε ο νόμος ότι η ισοψηφία στο δικαστήριο μετρούσε υπέρ του κατηγορουμένου.

Προστάτευε όλους γενικά τους τεχνίτες και τους βιοτέχνες. Η ίδια ήταν καταπληκτική υφάντρα. Κάποτε η Αράχνη, μια κοπέλα από τη Λυδία, που είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη στην τέχνη της υφαντικής, κάλεσε τη θεά σε διαγωνισμό. Αρχικά η θεά εμφανίστηκε στην κοπέλα μεταμορφωμένη σε γριά και τη συμβούλεψε να δείξει μετριοφροσύνη. Όμως η Αράχνη συνέχιζε να καυχιέται και η Αθηνά εκνευρισμένη πήρε την κανονική της μορφή και ο διαγωνισμός άρχισε. Η Παλλάδα παράστησε πάνω στο υφαντό της την καθημερινή ζωή των θεών και στις άκρες σκηνές που φανέρωναν την πανωλεθρία των θνητών, όταν δεν υπάκουαν τους αθάνατους. Η νεαρή Λυδή απεικόνισε στο ύφασμά της την ερωτική ζωή των θεών και ιδιαίτερα τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις. Η Αθηνά δε βρήκε κανένα ψεγάδι στο έργο της Αράχνης όση ώρα κι αν το εξέταζε. Από το θυμό και τη ζήλια της τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο ζωύφιο που αδιάκοπα κλώθει και υφαίνει με την άκρη της κλωστής της.

Κάποτε η θεά είχε μια διένεξη με τον Απόλλωνα σχετικά με τη μαντική τέχνη. Είχε διδαχτεί από τις φτερωτές Νύμφες του Παρνασσού, τις Θρίες, να προλέγει το μέλλον από τις πέτρες που παράσερναν οι χείμαρροι. Όμως ο Φοίβος παραπονέθηκε στον Δία και αυτός αποφάσισε υπέρ του γιου του. Τότε η Αθηνά πέταξε χολωμένη τις πέτρες στην πεδιάδα και από τότε η περιοχή ονομάστηκε Θριάσιο πεδίο.

Η Αθηνά – Παλλάδα συμβόλιζε μερικά από τα πιο σημαντικά ιδεώδη του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Συνδύαζε τη δύναμη και τη γενναιότητα με τη σύνεση και την εξυπνάδα. Αγαπημένα της σύμβολα ήταν η αιγίδα, το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά.

Η θετική σκέψη και η επίτευξη φιλοδοξιών και στόχων

Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι η θετική στάση συνεπάγεται ισορροπία στην καθημερινότητα τους. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η θετικότητα είναι ο οδηγός για μια θετική ζωή, με βάση τον οποίο δίνεται η δυνατότητα να αντιμετωπιστεί πιο εύκολα το καθημερινό άγχος.

Η θετική στάση φέρνει αισιοδοξία και διευκολύνει την αποφυγή ανησυχιών και αρνητικών σκέψεων, βελτιώνοντας την ποιότητα πολλών πτυχών της ζωής, όπως είναι η εργασία, η υγεία και οι κοινωνικές σχέσεις.

Οι άνθρωποι που έχουν αρνητική οπτική για τον τρόπο που πάνε τα πράγματα, θα πρέπει να θυμούνται ότι η θετική στάση είναι το βήμα από το οποίο ξεκινάμε για να φτάσουμε σε μια καλή ζωή και αυτό που βοηθά σε πρώτη φάση να ξεπεραστούν τυχόν ανησυχίες.

Η υιοθέτηση μιας θετικής στάσης ως τρόπου ζωής μπορεί να οδηγήσει σε εποικοδομητικές αλλαγές, αυξάνοντας το επίπεδο ευτυχίας, πληρότητας και επιτυχίας.

Η σημασία της θετικής στάσης

Όσο ένα άτομο διατηρεί μια θετική νοοτροπία και αντιμετώπιση απέναντι στα πράγματα, θα παρατηρεί συχνά θετικές αλλαγές στη ζωή του. Η θετική στάση βοηθά το άτομο να αναπτυχθεί, τόσο από φυσικής, όσο και από ψυχολογικής άποψης και προσδίδει οφέλη στην καθημερινή του ζωή, όπως την ικανότητα διαχείρισης του άγχους ή του στρες.

Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το γεγονός ότι σε κανέναν δεν είναι ευχάριστο να εκτίθεται στην αρνητικότητα ενός άλλου ατόμου, επομένως ένας άνθρωπος με θετική στάση γίνεται αυτομάτως περισσότερο αρεστός από τους άλλους.

Παρακάτω παρουσιάζονται μερικοί λόγοι για τους οποίους είναι ωφέλιμο οι άνθρωποι να υιοθετήσουν μια θετική στάση στην καθημερινότητα τους:

1. Αύξηση των επιπέδων ευτυχίας

Με την υιοθέτηση ενός θετικού πνεύματος, η ευτυχία εγκαθίσταται αυτόματα, γιατί δεν εξαρτάται απαραίτητα από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά προέρχεται από τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου. Μια θετική προοπτική για την αντιμετώπιση καθημερινών προσδοκιών θα οδηγήσει στην ευτυχία, ενώ η αρνητικότητα θα υποβαθμίσει την ψυχική ευημερία και θα προκαλέσει δυστυχία ή δυσάρεστα συναισθήματα. Μια θετική στάση είναι ένα υπέροχο χαρακτηριστικό που θα παρακινήσει οποιοδήποτε να προχωρήσει με αισιοδοξία προς την κατεύθυνση που επιθυμεί.

Μια θετική ψυχική κατάσταση είναι το κίνητρο για να πετύχετε και να αποκτήσετε το επιθυμητό αποτέλεσμα που αναζητάτε, ισορροπώντας με αρμονία στις καθημερινές προκλήσεις. Με αυτό το τρόπο οι θετικοί άνθρωποι θεωρούν πάντα ότι λαμβάνουν πολλά περισσότερα από όσα περίμεναν, και αυτό οδηγεί σε ένα αυξημένο επίπεδο ευτυχίας.

2. Ενίσχυση της αυτοεκτίμησης

Οι ειδικοί συνιστούν σε όλους τους ανθρώπους να δουν τον εαυτό τους με θετικότητα, καθώς αυτό θα αυξήσει αυτόματα την αυτοεκτίμηση τους. Συνιστάται, επίσης, να αποφεύγετε να ανησυχείτε για τις αρνητικές γνώμες που μπορεί να έχουν οι άλλοι για εσάς. Όταν εμείς οι ίδιοι σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και εκφραζόμαστε με εκτίμηση και σεβασμό προς τον εαυτό μας, αυτό γίνεται αντιληπτό από τους άλλους. Έτσι και οι γύρω μας θα σχηματίσουν αντίστοιχη γνώμη και θα εκδηλώνουν περισσότερο σεβασμό προς το άτομό μας.

3. Βελτίωση της υγείας

Οι άνθρωποι που σκέφτονται θετικά έχουν συνήθως μεγαλύτερα αποθέματα ενέργειας και είναι πιο υγιείς από τους ανθρώπους που σκέφτονται αρνητικά, γεγονός που επιβεβαιώνει το ότι η ευτυχία και η καλή διάθεση συνδέονται άμεσα και επηρεάζουν θετικά την υγεία. Το μυαλό έχει ισχυρή επίδραση στο σώμα και την υγεία, και τα άτομα με θετική σκέψη θα παρατηρήσουν ότι το ανοσοποιητικό τους σύστημα πολύ πιθανό να είναι ισχυρότερο, σε σχέση με τα άτομα που επιτρέπουν στις αρνητικές σκέψεις να τα καταλαμβάνουν.

4. Βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι πρέπει να υιοθετήσουν μια θετική στάση, είναι ότι αυτή έχει ευεργετική επίδραση στις σχέσεις που δημιουργούνται με άλλους ανθρώπους. Οι άνθρωποι τείνουν να μένουν περισσότερο γύρω από τα θετικά και να κρατούν μεγαλύτερη απόσταση από τα αρνητικά. Επιθυμούν, από τη μία, να έχουν γύρω τους ανθρώπους που θα τους μεταδίδουν χαρά και θα τους δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα, και από την άλλη να γίνονται αρεστοί και αποδεκτοί, κάνοντας το ίδιο για τους άλλους.

5. Προσέλκυση θετικών ευκαιριών

Όσον αφορά στις ευκαιρίες, οι άνθρωποι με θετική στάση είναι πιο πιθανό να συναντήσουν άτομα υψηλού κύρους ή σημασίας, εφόσον συνήθως είναι ευδιάθετοι και συνεπώς περισσότερο συμπαθείς και ελκυστικοί. Επιπλέον, είναι πολύ πιο ανοιχτοί στη διεύρυνση του κοινωνικού τους κύκλου, έχοντας περισσότερες πιθανότητες να έχουν πρόσβαση σε διαφορετικές ευκαιρίες.

Η θετική στάση βοηθά το άτομο να συμπεριφέρεται και να ανταπεξέρχεται πολύ καλύτερα σε κάθε τομέα της ζωής του. Η θετικότητα βοηθά στην εκτέλεση καθηκόντων, αυξάνοντας την απόδοση. Η σταθερή πίστη στις ικανότητες συνοδεύεται από μια θετική στάση και η παραγωγικότητα θα αυξηθεί, ενώ η επιτυχία θα ακολουθήσει σύντομα.

Πώς μας επηρεάζει η στάση των γύρω μας;

Η διάθεση και η στάση ενός ατόμου μπορεί να επηρεάσει πολύ τους ανθρώπους γύρω του και πολλές φορές αυτό δεν γίνεται καν αντιληπτό. Ένα σύντομο παράδειγμα που μπορεί να δοθεί, είναι η επιρροή που ασκείται στα άτομα συχνά στον χώρο εργασίας τους. Σε περιβάλλοντα όπου οι εργοδότες έχουν ψυχρή συμπεριφορά και αρνητικές προοπτικές, υπάρχει πιθανότητα να επηρεαστεί αρνητικά ολόκληρη η ομάδα. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να παρουσιάζουμε συμπεριφορές που θα θέλαμε να δεχθούμε από τους γύρω μας.

Οι ειδικοί θεωρούν ότι η εξέλιξη των προοπτικών ενός ατόμου, εξαρτάται κατά 90% από τη στάση που έχει και το υπόλοιπο 10% από τα ερεθίσματα που λαμβάνει από το περιβάλλον.

Είναι αναμενόμενο, ιδιαίτερα στην εποχή μας, να έχουμε συσσωρευμένες ανησυχίες, άγχος και νευρικότητα. Ωστόσο, θα έχετε παρατηρήσει πως, συνήθως, όπου υπάρχει αρνητική στάση και σκέψη, εξαπλώνεται και επηρεάζει κι άλλα άτομα να αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο.

Προκειμένου να βάλουμε την θετικότητα στη ζωή μας, ας κάνουμε εμείς το πρώτο βήμα, με -όσο γίνεται- θετική σκέψη και στάση προς τον εαυτό μας και τους άλλους, ευγένεια και σεβασμό, ελπίζοντας πως μια θετική αντανάκλαση θα γίνει το συντομότερο δυνατό.

Έριχ Φρομ: Είναι η αγάπη τέχνη;

Είναι η αγάπη τέχνη; Αν είναι, χρειάζεται γνώση και προσπάθεια. Ή μήπως η αγάπη είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα που κατά σύμπτωση το γνωρίζει κανείς, το «συναντά» αν είναι τυχερός;

Αυτή η αντίληψη – ότι τίποτε δεν είναι πιο εύκολο από το ν' αγαπάς – εξακολουθεί να είναι η πιο διαδεδομένη παρά την αφθονία των αποδείξεων για το αντίθετο.

Σχεδόν καμία προσπάθεια, κανένα έργο δεν αρχίζει με τόσο μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες όπως αρχίζει η αγάπη, κι ωστόσο τίποτε δεν αποτυχαίνει τόσο συχνά όσο αυτή.

Αν αυτό συνέβαινε με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, οι άνθρωποι θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι να εξετάσουν τους λόγους της αποτυχίας αυτής και να μάθουν πώς θα μπορούσαν να ενεργήσουν καλύτερα.

Ή θα εγκατέλειπαν τη δραστηριότητα αυτή.

Και αφού, στην περίπτωση της αγάπης, αυτό είναι αδύνατο, μόνο ένας δρόμος υπάρχει για το ξεπέρασμα της αποτυχίας: να εξετάσουμε τους λόγους της αποτυχίας αυτής και να προχωρήσουμε στην έρευνα της έννοιας της αγάπης.

Το πρώτο βήμα είναι να καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή.

Αν θέλουμε να μάθουμε πώς ν' αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μια οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.

Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιασδήποτε τέχνης;

Η διαδικασία της εκμάθησης μιας τέχνης μπορεί να διαιρεθεί σε δυο μέρη: Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής.

Αν θέλω να μάθω την επιστήμη της ιατρικής, πρέπει πρώτ' απ' όλα να μάθω τα βασικά στοιχεία για το ανθρώπινο σώμα και για τις διάφορες αρρώστιες.

Αλλά κι όταν αποκτήσω όλη αυτή τη γνώση, πάλι δε θα είμαι ικανός στην τέχνη της ιατρικής.

Μόνο έπειτα από μακριά πρακτική εξάσκηση θα είμαι κύριος της τέχνης, μόνο όταν η θεωρητική γνώση και η πείρα της πρακτικής θα έχουν συγχωνευτεί σ' ένα πράγμα – στη διαίσθησή μου, που αποτελεί την ουσία της κατοχής μιας τέχνης.

Αλλ' εκτός από τη γνώση της θεωρίας και της πρακτικής, ένας τρίτος παράγοντας είναι αναγκαίος για την κατάκτηση κάθε τέχνης – η υπέρτατη σημασία που δίνουμε στην τέχνη αυτή.

Τίποτ' άλλο στον κόσμο δεν πρέπει να είναι πιο σημαντικό από την τέχνη που μας ενδιαφέρει.

Αυτό ισχύει για τη μουσική, την ιατρική, την ξυλουργική – και για την αγάπη.

Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι του πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν αυτή την τέχνη στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους;

Παρόλο που η λαχτάρα γι' αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, σχεδόν όλα τ' άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη.

Όλη μας σχεδόν η ενεργητικότητα χρησιμοποιείται για να μάθουμε πώς να πετύχουμε σ' αυτούς τους σκοπούς.

Και σχεδόν καθόλου για να μάθουμε την τέχνη της αγάπης.

Θα θεωρήσουμε λοιπόν αξιόλογα και θα μάθουμε μόνο εκείνα τα πράγματα που μπορούν να μας φέρουν χρήματα ή γόητρο;

Και η αγάπη που πλουτίζει «μόνο» την ψυχή, αλλά δε φέρνει κανένα άλλο κέρδος, όπως το εννοούν σήμερα, είναι μια πολυτέλεια για την οποία δεν έχουμε το δικαίωμα να ξοδέψουμε αρκετή ενεργητικότητα;

Έριχ Φρομ, Η Τέχνη της Αγάπης

Η ζωή μας ανοίγει και κλείνει συνεχώς κύκλους

Η ζωή μας ανοίγει και κλείνει συνεχώς κύκλους.

Περπατάει το δρόμο της και προχωρά όσο κι αν εμείς αντιστεκόμαστε.

Η ζωή μας κατευθύνει εκεί που η ψυχή μας ζητά να ανασάνει και να δημιουργήσει.
Ακόμα και ό,τι πεθαίνει, έχει ζωή μέσα του.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, κάτι καινούργιο έρχεται,

Δύσκολο πολύ να το αντιληφθούμε με την πρώτη, αφού δεν φτάνει μόνο μια στεγνή νοητική επεξεργασία των καταστάσεων που μας συμβαίνουν.

Το συναισθηματικό κομμάτι χρειάζεται να πάρει τη σκυτάλη για να βιωθούν όλα τα συναισθήματα.
Να τους δώσουμε το χώρο τους να εκφραστούν για να θεραπευτούν.
Να αφήσουμε τα δάκρυά μας να τρέξουν για να ξαλαφρώσουν το βάρος της καρδιάς μας, να πάρουμε το χρόνο μας για να θρηνήσουμε την όποια αλλαγή στη ζωή μας.

Αλλαγή οποιασδήποτε μορφής, σημαίνει απώλεια.
Απώλεια αυτού που είχαμε και αλλάζει μορφή.
Απώλεια είτε στο προσωπικό κομμάτι που αφορά τις σχέσεις, είτε στο επαγγελματικό.

Η ζωή μας ρυθμίζεται με κύκλους. Άλλους ανοίγουμε και άλλους κλείνουμε. Μερικές φορές κάνουμε φαύλους κύκλους και τριγυρνάμε στα ίδια και στα ίδια μέχρι να πάρουμε το μάθημα και να αποσυρθούμε.

Δύσκολο να αποσυρθείς από έναν κύκλο αν δεν πάρεις την πληρότητα της έκφρασης των συναισθημάτων, του μοιράσματος, της αγάπης.

Οι αλλαγές τρομάζουν τους ανθρώπους γιατί τους βγάζουν από το σταθερό πλαίσιο που έχουν συνηθίσει που τους παρέχει ασφάλεια.

Η ασφάλεια είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ανθρώπινη φύση.
Αναζητά πάντα τη σταθερότητα, τη στήριξη, τη φροντίδα.

Οι τραυματικές απώλειες στη ζωή ενός ανθρώπου είναι κυρίως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ένας χωρισμός, το διαζύγιο, μια απόλυση, μία αλλαγή στη μορφή μιας σχέσης, φιλικής ή όχι, οτιδήποτε καινούργιο που νιώθουμε να μας απειλεί.

Όλες οι αλλαγές μας δημιουργούν άγχος, αναστάτωση, ανησυχία. Ακόμα και οι όμορφες. Μία νέα σχέση, ένας γάμος, η γέννηση ενός παιδιού, η δημιουργία ενός σπιτιού, η αλλαγή ενός εργασιακού περιβάλλοντος.

Κάποιες αλλαγές επιλέγουμε οι ίδιοι να κάνουμε, κάποιες νομίζουμε πως μας επιλέγουν εκείνες.
Μα ότι κι αν συμβαίνει στη ζωή μας, έχει το λόγο του, είναι για καλό και φέρνει μια ευλογία!

Αρκεί να το δούμε έτσι.
Στη διάρκεια των αλλαγών νιώθουμε ευάλωτοι και συναισθηματικά ασταθείς γιατί χάνουμε αυτό που είχαμε, αυτό που ξέραμε.

Σε αυτή την περίοδο της ζωής μας αναζητάμε υποστηρικτικό περιβάλλον μέσα μας και έξω μας.

Ζητάμε να στηριχτούμε ψυχολογικά για να αντέξουμε αυτό που μας πονά.
Η σχέση με τον εαυτό μας παίζει τον πιο καθοριστικό ρόλο.
Ο βαθμός της επίγνωσης που έχουμε για το τι συμβαίνει, είτε μας επιτρέπει να δραστηριοποιηθούμε όταν θα είμαστε έτοιμοι, δημιουργώντας νέες προσωπικές και επαγγελματικές συνθήκες σε ένα βάθος χρόνου, είτε μας καθηλώνει σε ένα πένθος άλυτο.

Προσοχή στις συνεχόμενες και με ταχύτητα αλλαγές. Είναι παγίδα χωρίς να έχουμε στήριξη. Είναι βίαιο πολύ να τις αντιμετωπίσει ο ψυχισμός του ανθρώπου. Εδώ οπωσδήποτε χρειάζεται ένα φροντιστικό περιβάλλον που μας αγκαλιάζει και δεν μας αφήνει να νιώσουμε μόνοι μας.

Η αλλαγή που ανοίγει μπροστά της ένα άγνωστο πεδίο, πάνε χέρι χέρι με το φόβο.
Ακόμα και η ευχάριστη αλλαγή μας φοβίζει όπως είπαμε, όταν έχουμε συνηθίσει σε κάτι άλλο και την κοιτάμε ως ξένη.

Κοιτάξτε λίγο τις αλλαγές που βιώνει συνέχεια η φύση. Για παράδειγμα τα όμορφα ηλιοτρόπια!
Ανθίζουν και κάποια στιγμή μαραίνονται.
Πριν μαραθούν όμως, έχουν πρώτα δώσει τον καρπό τους, την ομορφιά τους, το άρωμά τους.

Οι ηλιόσποροι από το ώριμο ηλιοτρόπιο θα φυτευτούν στο χώμα για να δημιουργήσουν νέα ηλιοτρόπια που θα δώσουν νέους σπόρους, νέα ομορφιά, νέους καρπούς!

Έτσι είναι και οι σχέσεις μας!
Ανοίγουμε και κλείνουμε κύκλους.

Θρηνούμε, πονάμε, θυμώνουμε.
Περνάμε μέσα από τα σκοτάδια μας και κάποια στιγμή, βρίσκουμε πάλι την ενέργεια και τη διάθεση να αναζητήσουμε αυτό που πνευματικά είμαστε! Το Φως, όπως ακριβώς κάνουν και τα ηλιοτρόπια.

Έχουν το βλέμμα τους πάντα στραμμένο στον Ήλιο!

Το μονοπάτι ενός λαβυρίνθου είναι κυκλικό και ελικοειδές, αλλά δεν έχει αδιέξοδα

Η αλήθεια είναι ότι, καθώς ο αγώνας για επιβίωση έχει καταλαγιάσει, ανακύπτει το ερώτημα: επιβίωση για ποιο πράγμα; “Όλο και περισσότεροι ἀνθρωποι σήμερα έχουν τα μέσα για να ζουν, αλλά δεν έχουν κάποιο νόημα για το οποίο να ζουν.” (Βίκτορ Φρανκλ.)

Σε όλο το έργο του ο Φρανκλ παρατηρούσε ότι, όταν δε μας απασχολεί η φυσική μας επιβίωση, τότε το ερώτημα μετατρέπεται σε επιβίωση για ποιο πράγμα; Παρόλο που όλο και περισσότεροι άνθρωποι σήμερα έχουν τα οικονομικά μέσα για να ζουν, παλεύουν με το ερώτημα: Για ποιο πράγμα ζούμε; Παρ’ όλη την υλική αφθονία, το εσωτερικό μας κενό, ή «υπαρξιακό κενό» σύμφωνα με τα λόγια του Φρανκλ, έχει γίνει ακόμα πιο πιεστικό. Κατά τον Φρανκλ, τόσο η θέληση για ευχαρίστηση του Φρόιντ όσο και η θέληση για δύναμη του Άντλερ αποτελούσαν ενδείξεις ότι κάτι έλειπε. Στην πραγματικότητα, η ανάγκη ή η παρόρμηση να αναζητάμε την ευχαρίστηση κατά Φρόιντ και η αδυσώπητη επιδίωξη δύναμης κατά Άντλερ δεν ήταν παρά προσπάθειες να καλυφθεί –και όχι να πληρωθεί- ένα κενό νοήματος στη ζωή των ανθρώπων. Επειδή η θέλησή τους για νόημα είχε ματαιωθεί, για οποιονδήποτε λόγο, επέλεγαν να ακολουθήσουν εναλλακτικά μονοπάτια, μονοπάτια που βασίζονταν στην υπόθεση ότι η ευχαρίστηση ή η δύναμη (ή και τα δύο) θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν αυτό που έλειπε.

Όταν οι άνθρωποι νιώθουν άδειοι μέσα τους, στρέφονται προς τα έξω. Αναζητούν την παρηγοριά στην ευχαρίστηση και στα υλικά πράγματα. Αναζητούν την επιβεβαίωση στη δύναμη και στην προσπάθεια να ελέγχουν τους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω τους. Σκέφτονται: Αν μπορέσω να βρω ευχαρίστηση ή να ελέγξω τα πράγματα, θα βρω νόημα στη ζωή μου. Δυστυχώς, κάνουν λάθος.

Λαβύρινθοι νοήματος

Ο λαβύρινθος είναι μια αναλογία για τη ζωή. Δεν είναι ένας λαβύρινθος ή ένας γρίφος προς επίλυση, αλλά μια πορεία νοήματος προς βίωση. Το μονοπάτι ενός λαβυρίνθου είναι κυκλικό και ελικοειδές, αλλά δεν έχει αδιέξοδα. Το κέντρο είναι εκεί, αλλά το μονοπάτι μάς πάει μέσα από αμέτρητες στροφές και ελιγμούς. Στην πραγματικότητα, δε χανόμαστε ποτέ, αλλά ούτε και μπορούμε ποτέ να δούμε πού πάμε. Το σημαντικό είναι ότι πρέπει να πιστεύουμε πως είμαστε πάντα στο σωστό μονοπάτι. Πράγματι, δεν υπάρχουν λάθος μονοπάτια, μια και κάθε βήμα που κάνουμε, κάθε εμπειρία, μας διδάσκει κάτι για τη ζωή μας. Κάθε βήμα έχει νόημα. Στην πορεία, κάποιες φορές προχωράμε με άνεση και σιγουριά, κάποιες φορές κάνουμε διστακτικά, φοβισμένα βήματα, κάποιες φορές νιώθουμε την ανάγκη να σταματήσουμε και να αναλογιστούμε και άλλες φορές νιώθουμε την έντονη επιθυμία να αποτραβηχτούμε. Πρόκειται για ένα ιερό μονοπάτι ατομικότητας, και κανείς δεν μπορεί να το διαβεί παρά μόνο εμείς οι ίδιοι.

Βένδις: Ένας άγνωστος κλεμμένος αρχαιοελληνικός «θησαυρός» στα μουσεία του εξωτερικού

Πάνω από 8.500 κλεμμένες Ελληνικές αρχαιότητες ανυπολόγιστης αξίας βρίσκονται σήμερα στο εξωτερικό.

Η Βένδις ήταν η Θρακική Άρτεμις η λατρευομένη με το όνομα αυτό στον Πειραιά. Στον Πειραιά υπήρχε επίσης και το Βενδίδειον, ο ναός δηλαδή της Βενδίδος Αρτέμιδος. Ανάμεσα στους πολλούς κατοίκους με διαφορετική προέλευση που ζούσαν στον Πειραιά ήταν και οι Θρακιώτες. Κάθε κάτοικος ανάλογα με την καταγωγή του, έφερνε στη νέα πόλη της εγκατάστασής του, τον Πειραιά, όχι μόνο τα ήθη και τα έθιμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά και τους θεούς της λατρείας του.

Κάθε πλοίο που εισερχόταν στο μεγάλο εμπορικό του λιμάνι αποτελείτο από δεκάδες διαφορετικές εθνότητες, που είτε έμεναν στον Πειραιά, είτε διέρχονταν από αυτόν, ένοιωθαν την ανάγκη να υπάρχει κάποιο ιερό της δικής τους λατρείας. Ο Πειραιάς είχε εποίκους από παντού αποκομίζοντας και τα δικά τους θρησκευτικά καθεστώτα.

Έτσι, λοιπόν, και οι αρχαίοι Θρακιώτες, που εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, έφτιαξαν προς τιμήν της δικής τους Αρτέμιδος ιερό, το καλούμενο «Βενδίδειον», στο οποίο τελούσαν εορταστικές εκδηλώσεις, τα «Βενδίδεια», κάθε 19η του μηνός Θαργηλιώνος, ημερομηνία που σήμερα προσδιορίζεται περίπου γύρω στις αρχές Ιουνίου.

Τα Βενδίδεια περιελάμβαναν πομπές και λαμπαδηφορίες. Οι περισσότερες εορτές άλλωστε εκείνα τα χρόνια λάμβαναν χώρα μεταξύ ανοίξεως και φθινοπώρου, ώστε να εξασφαλίζουν την μεγαλύτερη συμμετοχή κόσμου, λόγω ευμενών καιρικών συνθηκών.

Το ιερό της Βένδιδος Αρτέμιδος ήταν διαφορετικό από εκείνο της Μουνιχίας Αρτέμιδος, η οποία ήταν προστάτιδα θεά των Μινυών, των πρώτων που εποίκισαν την πόλη του Πειραιά, κατασκευάζοντας την δική τους Ακρόπολη στον σημερινό λόφο της Καστέλλας, που τότε, για τον λόγο αυτό εκαλείτο λόφος Μουνιχίας, με το μικρό όρμο του ακριβώς από κάτω να καλείται όρμος της Μουνιχίας (σημερινό Μικρολίμανο).

Το ιερό της Βένδιδος Αρτέμιδος, προσδιορίσθηκε ότι βρισκόταν κάπου κοντά στο Θέατρο Τσόχα της Καστέλλας, γι’ αυτό και εκεί τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε δρόμος που εκαλείτο οδός Βενδιδείου – τις περισσότερες φορές ήταν γραμμένη η συγκεκριμένη οδός λανθασμένα, την συναντούμε κάθε φορά και διαφορετικά, όπως Βανεδίου (σε χάρτη του 1896).

Κατά τον Ιάκωβο Δραγάτση ο προσδιορισμός του Βενδιδείου στην Καστέλλα είναι λανθασμένος και θα πρέπει, κατά την δική του άποψη, να προσδιορισθεί πέριξ του Ζαννείου Νοσοκομείου.

Την άποψή του αυτή, ενίσχυε η εύρεση ενός αναγλύφου που αναπαριστούσε την Άρτεμη Βένδιδα και το οποίο, για κάποιον λόγο, που ουδείς γνωρίζει… εξαφανίσθηκε και βρέθηκε μετά από χρόνια να κοσμεί το… Μουσείο της Κοπεγχάγης!

Σήμερα οι Δανοί έχουν δημιουργήσει ειδική ιστοσελίδα στο διαδίκτυο που παρέχει θέαση τριών διαστάσεων (3D), ώστε οι διαδικτυακοί επισκέπτες να επιτυγχάνουν ψηφιακή περιήγηση στο πειραιώτικο ανάγλυφο, το οποίο όπως προαναφέραμε βρίσκεται στην Δανία. Και σε παλαιότερα άρθρα μου, έχω αναφέρει και για άλλα σπουδαία Ελληνικά ευρήματα που κοσμούν προθήκες μουσείων στο εξωτερικό.

Στην Πολιτεία του Πλάτωνος αναφέρεται ότι όταν ο Σωκράτης κατέβηκε στον Πειραιά μετά του Γλαύκωνος του Αρίστωνος, για να προσευχηθεί στην θεά Μουνιχία Αρτέμιδα, έγραψε ότι η πομπή που παρακολούθησε ήταν ωραία, χωρίς όμως να υστερεί (να είναι κατώτερη) και η πομπή που έκαναν για την δική τους Άρτεμη οι Θρακιώτες.

Από αυτό διαφαίνεται ότι ήταν γνωστή η λατρεία της Βένδιδος Αρτέμιδος όχι μόνον στους Πειραιώτες, που συμμετείχαν, αλλά και στους Αθηναίους, που κατέβαιναν να παρακολουθήσουν, όπως έκανε ο Σωκράτης και ο Γλαύκων.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημάνουμε για μια φορά ακόμη ότι οι ονοματοθεσίες, οι ονομασίες δηλαδή των οδών, δεν αποτελούσαν τυχαίο γεγονός στον Πειραιά, αλλά σηματοδοτούσαν μια άποψη για την θέση ιερών και μνημείων της αρχαιότητος, σηματοδοτούσαν γεγονότα και ιστορικά συμβάντα της πόλεως, σηματοδοτούσαν την θέση που γεννήθηκαν ή έζησαν σπουδαία πρόσωπα.

Δυστυχώς από μια εποχή και ύστερα οι δρόμοι άρχισαν να μετονομάζονται, λαμβάνοντας ονομασίες άσχετες με την πόλη. Έτσι η οδός Βενδιδείου μετονομάστηκε σε οδό… Κλεμανσώ, ονομασία που διατηρεί μέχρι και σήμερα.

Στην ίδια περιοχή οι «ευχαριστίες» των εγχωρίων πολιτικών προς τους ξένους δεν σταμάτησαν, αλλά και οι γύρω δρόμοι μετονομάσθηκαν σε οδούς… Λόυδ Τζώρτζ και Ουίλσονος, όπως συνέβη άλλωστε και σε πολλές άλλες περιοχές και δρόμους της πόλεως.

Πέραν όμως αυτών, μου προκαλεί ιδιαιτέρα θλίψη, όταν κατά την διάρκεια των ερευνών μου βλέπω πως ακόμα και φωτογραφίες των κλεμμένων Ελληνικών αρχαιοτήτων, φέρουν κοστολόγιο και μάλιστα ιδιαιτέρως υψηλό. Η πνευματική κληρονομιά των προγόνων μας βρίσκεται διασκορπισμένη στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου. Κληρονομιά την οποία και μόνον για να δεις σε φωτογραφία θα πρέπει να πληρώσεις!

Οι αρχαιοελληνικοί θησαυροί αποτελούν, όπως αρέσκονται να λένε, παγκόσμια κληρονομιά, κατά συνέπειαν κάθε αρχαίο Ελληνικό έργο τέχνης, δικαιολογείται να ανήκει ή να εκτίθεται οπουδήποτε στον κόσμο, χωρίς στον δημιουργό του (στην Ελλάδα) να καταβάλλεται αντίτιμο γι’ αυτό.

Το Κόκκινο Κουμπί

Πριν χρόνια έλεγα «ας έβρισκα το κόκκινο κουμπί, να το πατήσω να καθαρίσει ο πλανήτης από τα ανθρώπινα καρκινώματα» κι ένας φίλος που με άκουγε τότε, σκεφτόταν ότι είμαι υπερβολικός και σε συνέχεια μου απαντούσε «Θα πέθαινες κι εσύ» … Σήμερα χρόνια μετά, εξακολουθητικά είμαι φαν του «κόκκινου κουμπιού» κι ο φίλος μου επίσης.

Δεν έχω κανένα απολύτως θέμα με τον Θάνατο, ειδικά όταν δεν ξέρουμε ούτε τι είναι Θάνατος, ούτε τι είναι Ζωή, ούτε γιατί η Ζωή είναι πιο σημαντική από τον Θάνατο, ούτε γιατί πρέπει να αποφεύγουμε τον Θάνατο και να επιλέγουμε την Ζωή… πέρα απ’ το ό,τι παπαγαλίζει ο κάθε μαλάκας.

Λοιπόν, τις εμφυτεύσεις δεν τις πιστεύω, τις χλευάζω και τις γελοιοποιώ.

Δεν διαθέτω ίχνος πίστης σε οτιδήποτε.

Είτε το γνωρίζω κάτι, είτε δεν το γνωρίζω. Τελεία και παύλα.

Αν θέλεις να δεις πολλά μαϊμουδάκια της Ουτοπίας πήγαινε σε μια οποιαδήποτε εκκλησία, σ’ ένα γήπεδο, σε μια συναυλία. Είναι χαμένο από χέρι το μαϊμουδάκι, αλλά αυτό υπάρχει νομίζοντας ότι είναι αθάνατο (LOL) ενώ απλώς υπάρχει (=υπό της αρχής) για να καταλήξει μεζεδάκι στον Κύριο κι Άρχοντα που λατρεύει, προσκυνάει κι υπακούει, σεβαστικό, ταπεινό και δουλικό, ενώ ταυτόχρονα μιλάει για ελευθερία βούλησης, αθανασία, ανεξαρτησία, όλον, αγάπη, δημοκρατία, διαλογισμό, πνευματικότητα αγγέλους, αρχαγγέλους, διαβόλους και τριβόλους... κι όλες αυτές τις αφηρημένες αρλούμπες- meme που το ταΐζουν για να το κρατούν υπό έλεγχο, χωρίς δική του Βούληση δηλ. ένα άβουλο ον.

Πόση Βούληση μπορεί να έχει ένα Άβουλο ον.

Διαθέτει τόση βούληση, όση, μπορεί να έχει ένα υποκείμενο στις πεποιθήσεις του για την αναπαραγωγή, για την υγεία, την τροφή, τις σκέψεις, τις λέξεις, τα συναισθήματα …

Τα μαϊμουδάκια είναι αγκιστρωμένα στις διάφορες αηδίες, τα διανοητικά σκουπίδια που πουλάνε σε ιλουστρασιόν συσκευασία, οι οργανωμένες θρησκείες -από τα επίσημα ιερατεία, μέχρι τα δήθεν ανεπίσημα, φτιαγμένα ειδικά για τους αμφισβητίες- και οι επαγγελματίες προπαγανδιστές είτε Κρόουλι και Μπλαβάτσκυ, είτε Εσσε, Φρομ, Οσσο, Ουσπένσκι, Γκουρτζιεφ … και κάθε μιαρό καθίκι, είναι όλοι τους ΦΟΒΙΣΜΕΝΑ υποκείμενα, που ούτε καν πλησιάζουν την έννοια «ΑΝΘΡΩΠΟΣ» γι’ αυτό τρέμουν από φόβο και να Ζήσουν και να Πεθάνουν …κι εννοείται πως οι όμοιοί τους, φοβισμένοι κι άνοοι τους λατρεύουν.

Νόμιμα εκλεγμένες ηγεσίες (κράτη, πολιτικές, οικονομία, θρησκεία) δεν υπάρχουν κι αυτό που αποκαλούν ως δημοκρατία, ψηφοφορία, βούληση του λαού… και λοιπές αρλούμπες αναλόγου κάλλους, είναι μια διαχρονική δικτατορία του κερατά. Αυτά τα ενεργούμενα που βλέπει το πόπολο, ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς που το κυβερνούν αληθινά, ούτε οι μαριονέτες που δείχνουν ως πλούσιους, έχουν καμία σχέση με την αληθινή Ελίτ του πλανήτη. Τώρα, για το ποιος ευθύνεται για τον εκφυλισμό των μαϊμούδων της ουτοπίας; Σίγουρα όχι οι μαϊμούδες … είναι σαν να λες «ποιος ευθύνεται που οι μαϊμούδες στην ζούγκλα είναι μαϊμούδες»… ε, μα, ο Δημιουργός τους.

Φυσικά, οι επαγγελματίες προπαγανδιστές της «Mystery Babylon» για να κάνουν συνένοχο με τον Δημιουργό τις «μαϊμούδες της ουτοπίας» επινόησαν την «ελεύθερη βούληση» … Πόση Βούληση μπορεί να έχει ένα Άβουλο ον; Μόνο ένστικτα έχει, ορμέμφυτα και παρορμήσεις. Τα αποτελέσματα της ανυπαρξίας ελεύθερης βούλησης ή έστω καν βούλησης, (άσε την ελευθερία, είναι ανεκδοτολογική λέξη) τα βλέπουμε γύρω μας μέσα στην φυλακή του Δημιουργού. Αντί λοιπόν να γκρεμίσουν τον Δημιουργό και την Δημιουργία του στο Χάος, απ’ όπου ξεπήδησε, οι ανθρώπινες μαϊμούδες τον λατρεύουν και τον θεοποιούν.

ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΕΣ λοιπόν!

Ο Αριστοτέλης, η μεγαλοπρέπεια, η νέμεσις, η αξιοπρέπεια, η αιδώς, η χαριτολογία και η ειλικρίνεια ως ζητήματα της κοινωνίας

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση των εννοιών που αποδίδουν ηθικό περιεχόμενο στην ανθρώπινη συμπεριφορά ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί στη μεγαλοπρέπεια: «Η μεγαλοπρέπεια είναι μεσότητα ανάμεσα στην ξιπασιά και τη μικροπρέπεια· και έχει να κάνει με δαπάνες που σχετίζονται με το πρεπούμενο» (1192a 26.1 και 1192b 26.1).

Η διαχείριση του χρήματος που ξεπερνά τα όρια της μεσότητας αντιβαίνοντας το πρέπον αποδίδει ηθικούς χαρακτηρισμούς καταδεικνύοντας την επίδειξη, που εκλαμβάνεται ως ξιπασιά: «Όποιος, λοιπόν, δαπανά χρήματα εκεί που δεν πρέπει, είναι ξιπασμένος· παράδειγμα: αν κάποιος κάνει το τραπέζι σε φίλους του συνδαιτυμόνες σαν να είχε γάμο και σαν να ήταν αυτοί οι καλεσμένοι του, τούτος είναι ξιπασμένος (με άλλα λόγια, ο ξιπασμένος έχει την τάση να επιδεικνύει τα λεφτά του σε λάθος ώρα)» (1192b 26.1).

Από την άλλη, η έλλειψη θα καταδείξει τον μικροπρεπή: «Ο μικροπρεπής κάνει τα αντίθετα: θα προβεί σε μικρή δαπάνη εκεί που πρέπει όντως να ξοδέψει χρήματα· ενδέχεται αυτός είτε να μην αναλάβει απολύτως κανένα έξοδο (π.χ. σε ένα γάμο ή σε μια χορηγία) είτε να μην το αναλάβει όπως ταιριάζει αλλά σαν να του έλειπαν λεφτά· τούτος είναι ο μικροπρεπής» (1192b 26.2).

Ο μικροπρεπής είναι ο άνθρωπος που λυπάται όταν ξοδεύει, ακόμη και στις περιπτώσεις που αξίζει να ξοδέψει κανείς. Αντλεί ευχαρίστηση από τη συλλογή του χρήματος αντιμετωπίζοντάς το σαν τελικό σκοπό κι όχι ως μέσο για την κατάκτηση της ευτυχίας. Η ηδονή που προσφέρεται από την ίδια την κατοχή του χρήματος αποτελεί διαστρέβλωση, αφού όλες οι αληθινές χαρές εν τέλει προξενούν λύπη, εκλαμβανόμενες ως αφορμές για σπατάλη.

Στην ουσία ο μικροπρεπής εκδηλώνει τα συναισθήματά του περισσότερο προς το χρήμα και λιγότερο προς τους ανθρώπους. Κι αυτός είναι ο λόγος που προτιμά την αποστασιοποίηση. Οι πολλές κοινωνικές επαφές επιφέρουν και υποχρεώσεις· και οι κοινωνικές υποχρεώσεις μεταφράζονται σε έξοδα. Όσο λιγότερες τόσο το καλύτερο.

Θα έλεγε κανείς ότι η πιο ακραία μορφή μικροπρέπειας θα σηματοδοτούσε την πλήρη απομόνωση, δηλαδή την πλήρη συναισθηματική περιχαράκωση μετατρέποντας την αποταμίευση σε νόημα ύπαρξης. Μια τέτοια εκδοχή ευτυχίας δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως στρέβλωση της ψυχής που έχει χάσει τον προσανατολισμό της. Οι άνθρωποι αυτού του είδους πριν από όλα είναι αξιολύπητοι.

Η μεγαλοπρέπεια είναι ο μοναδικός δρόμος της ισορροπίας που καταδεικνύει τη σωστή, δηλαδή την ενάρετη, συμπεριφορά: «η μεγαλοπρέπεια και από το όνομά της φαίνεται ότι είναι πάνω-κάτω αυτό που λέμε· εφόσον αναφέρεται σε μεγάλη δαπάνη κατά την πρεπούμενη στιγμή, καλώς έχει το όνομα μεγαλοπρέπεια. Άρα η μεγαλοπρέπεια, η οποία γίνεται αντικείμενο επιδοκιμασίας, είναι ένα είδος μεσότητας, αυτής που βρίσκεται ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερβολή τη σχετική με τις χρηματικές δαπάνες, ειδικότερα με τις πρέπουσες δαπάνες για πράγματα για τα οποία πρέπει κανείς να βάλει το χέρι στην τσέπη» (1192b 26.3).

Κι αν η μεγαλοπρέπεια σχετίζεται με τη διαχείριση του χρήματος, η νέμεσις έχει να κάνει με το φθόνο και τη χαιρεκακία: «Η νέμεσις είναι η μεσότητα ανάμεσα στη φθονερή διάθεση και την επιχαιρεκακία· τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη επικρίνονται και αποδοκιμάζονται, ενώ ο άνθρωπος που εκδηλώνει την νέμεσιν επαινείται» (1192b 27.1).

Και θα δοθούν εξηγήσεις: «Η νέμεσις είναι μια μορφή στενοχώριας· εκείνη η στενοχώρια η οποία έχει να κάνει με τα αγαθά που ανήκουν σε κάποιον χωρίς να το αξίζει. Ο άνθρωπος, λοιπόν, που εκδηλώνει την νέμεσιν στενοχωριέται γι’ αυτά τα ανάξια αγαθά. Ο ίδιος άνθρωπος, βέβαια, πάλι θα στενοχωρηθεί, αν τυχόν δει κάποιον να δυστυχεί χωρίς επίσης να το αξίζει» (1192b 27.1).

Η νέμεση αφορά την καταδίκη της αναξιοκρατίας. Ο κάτοχός της δε θέλει ούτε ο ίδιος να απολαμβάνει αγαθά ή τιμές που δεν αξίζει ούτε, όμως, και οι άλλοι. Αυτό που επιθυμεί είναι η ανταμοιβή του καθενός σύμφωνα με την αξία του. Γι’ αυτό και θα χαρεί με τις επιτυχίες του άξιου αναγνωρίζοντας το δίκιο της ανταμοιβής του.

Στον αντίποδα αυτού στέκει ο φθονερός: «Ο φθονερός θα νιώσει στενοχώρια έτσι κι αλλιώς, είτε ο άλλος αξίζει την ευτυχία είτε όχι. Και κατά τον ίδιο τρόπο ο επιχαιρέκακος θα χαρεί με τη δυστυχία, είτε ο άλλος την αξίζει είτε όχι. Όμως ο άνθρωπος που εκδηλώνει την νέμεσιν δεν είναι τέτοιος, αλλά βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στη φθονερή διάθεση και την επιχαιρεκακία» (1192b 27.2).

Ο φθονερός δεν ανέχεται την επιτυχία του άλλου. Η έννοια της αξίας του είναι αδιάφορη. Αυτό που προέχει είναι η ανταγωνιστικότητά που επιδεικνύει σε όλες τις περιπτώσεις. Σε τελική ανάλυση, η προκοπή των άλλων τον στενοχωρεί επειδή νιώθει ότι τον ξεπερνούν.

Για τον φθονερό οι σχέσεις είναι επιτρεπτές μόνο με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος νιώθει υπεροχή. Αν νιώσει κατώτερος γίνεται έξαλλος. Γι’ αυτό και οι επιτυχίες των άλλων τον αρρωσταίνουν. Είναι πρόθυμος να πει τις μεγαλύτερες κακοήθειες προκειμένου να τις μειώσει. Στην ουσία δεν είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Κι αυτός είναι ο λόγος που αδυνατεί να κατακτήσει την ολοκληρωμένη μορφή της φιλίας. Όσο πιο γνώριμο το πρόσωπο που πετυχαίνει τόσο πιο μεγάλη η οδύνη του.

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θέλει και το κακό τους. Ο φθονερός είναι σε θέση να λυπηθεί πραγματικά με τις δυστυχίες του άλλου και να του συμπαρασταθεί με αληθινή εγκαρδιότητα, αφού η ξένη δυστυχία θα του τονώσει το αίσθημα της ανωτερότητας διευθετώντας τις σχέσεις στο πλαίσιο που επιθυμεί. Τα προβλήματα θα ξεκινήσουν αν ο δυστυχής ανακάμψει και σημειώσει επιτυχίες που θα καταστήσουν τον φθονερό ευάλωτο κλονίζοντας την αίσθηση της υπεροχής του.

Η συμφορά των άλλων είναι η χαρά του χαιρέκακου. Η χαιρεκακία σε σχέση με το φθόνο είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, καθώς και ο χαιρέκακος αντλεί χαρά από την αίσθηση της υπεροχής. Η διαφορά είναι ότι η υπεροχή του τονώνεται από τη δυστυχία των άλλων, που εκλαμβάνεται ως δική του επιτυχία με τη σκέψη ότι κατάφερε να αποφύγει τέτοιου είδους καταστάσεις.

Στην ουσία ο χαιρέκακος έχει ακόμη χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από το φθονερό και γι’ αυτό δεν ασχολείται με τις επιτυχίες των άλλων. Του είναι αδιάφορες ως κάτι ολοκληρωτικά ξένο. Οι συμφορές είναι το αγαπημένο του πεδίο. Τον ευχαριστούν γιατί αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι καλύτεροί του είναι ευάλωτοι κι ενδέχεται να δυστυχήσουν. Γι’ αυτό και είναι επίσης αδιάφορος στο ζήτημα της αξίας. Η συμφορά του άλλου είναι επιθυμητή είτε την αξίζει είτε όχι. Αυτό που προέχει είναι να βρίσκει ικανοποίηση το αίσθημα της ατομικής υπεροχής.

Σε σχέση με τις κοινωνικές συναναστροφές η σοβαρότητα-αξιοπρέπεια προτείνεται ως ιδανικό μέσον ανάμεσα στην αυθάδεια και την αρεσκεία: «Η σοβαρότητα-αξιοπρέπεια βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στην αυθάδεια-αλαζονεία και την αρεσκεία, και έχει να κάνει με τις κοινωνικές συναναστροφές. Ο αυθάδης-αλαζών, δηλαδή, έχει τέτοιο χαρακτήρα που δε θέλει ούτε να συναντήσει κανέναν ούτε να αλλάξει καμιά κουβέντα (αλλά βέβαια το όνομα “αυθάδης” μοιάζει να βγαίνει από τον τρόπο του: διότι ο αυθάδης είναι αυτοάδης, δηλαδή “αυτός που του αρέσει ο εαυτός του)”· από την άλλη ο αρεσιάρης έχει τέτοιο χαρακτήρα που κάνει παρέα με τους πάντες και σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο» (1192b 28.1).

Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Ούτε ο αυθάδης-αλαζών ούτε και ο αρεσιάρης κερδίζουν τον έπαινό μας, ενώ ακριβώς ο σοβαρός-αξιοπρεπής, που βρίσκεται στον μέσον τους, επαινείται· διότι δε συναναστρέφεται με τους πάντες αλλά μόνο με όσους το αξίζουν, ούτε όμως αποφεύγει και τους πάντες· κάνει παρέα μόνο με αυτούς που αξίζουν την παρέα του» (1192b 28.2).

Το δεδομένο ότι οι κοινωνικές συναναστροφές είναι κάτι θετικό, αφού από τη φύση του ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, αποκλείει τον αυθάδη που από θέση αρχής θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου. Ο αδιαπραγμάτευτος εγωισμός τον καθιστά απρόθυμο στις συναναστροφές, οι οποίες (όποιες τυχόν υπάρχουν) εκλαμβάνονται περισσότερο ως πεδίο ατομικής ανάδειξης.

Ο αυθάδης έχει πάντα δίκιο, γνωρίζει όλες τις απαντήσεις και οι άλλοι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να τον ακούν. Αν δεν το κάνουν, ο αυθάδης γίνεται προσβλητικός, καθώς η ομήγυρη κρίνεται ανάξια της προσωπικότητάς του. Πρόκειται για την υπερβολή στο ζήτημα της αγάπης του εαυτού, που υπερβαίνοντας τα όρια της μεσότητας δυσκολεύει (έως ακυρώνει) την κοινωνικοποίηση.

Από την άλλη, ο αρεσιάρης ως άτομο χαμηλής αυτοεκτίμησης και ετεροκαθοριζόμενο αναζητά την αποδοχή της ομήγυρης ως τόνωση του εαυτού. Η ποιότητα της συναναστροφής και των ανθρώπων που την πλαισιώνουν του είναι αδιάφορη. Αυτό που προέχει είναι η ένταξη, δηλαδή η αίσθηση της θετικής ανταπόκρισης των άλλων.

Ο αρεσιάρης μπορεί να παρασυρθεί σε ευτελείς πράξεις, αν νιώσει ότι θα εισπράξει αποδοχή. Αυτού του είδους οι άνθρωποι στερούνται προσωπικότητας. Στην ουσία την εναποθέτουν στην ομήγυρη. Συνήθως δε χαίρουν εκτίμησης. Γι’ αυτό και συχνά αλλάζουν οι συναναστροφές τους.

Το πρόσωπο που κερδίζει την εκτίμηση είναι ο αξιοπρεπής-σοβαρός, αφού ξέρει να κινείται στη μεσότητα. Μπορεί να γίνει αποδεκτός, χωρίς να μετατρέπεται σε έρμαιο και ταυτόχρονα σέβεται τους άλλους, ενώ έχει ισχυρή προσωπικότητα. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να κατέχει και την αιδώ αποφεύγοντας τόσο την αναισχυντία όσο και την κατάπληξη: «Η αιδώς είναι η μεσότητα ανάμεσα στην αναισχυντία και την κατάπληξιν, και έχει να κάνει με πράξεις και λόγους» (1193a 29.1).

Οι εξηγήσεις κρίνονται απαραίτητες: «Αναίσχυντος είναι όποιος λέει και πράττει ό,τι του έρθει στο μυαλό, και τούτο σε κάθε περίσταση και προς κάθε πρόσωπο. Αντίθετός του είναι αυτός που τα χάνει τελείως από ντροπή: όποιος φοβάται και να πράξει και να πει τα πάντα (ένας τέτοιος άνθρωπος μένει τελείως άπρακτος)» (1193a 29.1).

Είναι φανερό ότι η αναισχυντία συγγενεύει με την αυθάδεια, ενώ η κατάπληξη με την αρεσκεία. Η αιδώς καταδεικνύει τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια της ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που ξέρει πώς πρέπει να συμπεριφερθεί χωρίς να ξεπερνά τα όρια ούτε προς την υπερβολή ούτε προς την έλλειψη: «… η αιδώς είναι μια μορφή μεσότητας, και ο αιδήμων βρίσκεται στο μέσον, ανάμεσα στον αναίσχυντο και εκείνον που τα χάνει τελείως από την ντροπή του. Διότι ο αιδήμων ούτε θα πει και θα πράξει τα πάντα και με οποιοδήποτε τρόπο, όπως κάνει ο αναίσχυντος, ούτε θα φανεί διστακτικός σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο, αλλά θα πράξει και θα πει και στην περίπτωση που πρέπει, και αυτά που πρέπει, και την ώρα που πρέπει» (1193a 29.2).

Με τον ίδιο τρόπο της μεσότητας θα διαχωριστεί και η χαριτολογία από το καραγκιοζλίκι και τη χωριατιά: «Η χαριτολογία είναι η μεσότητα ανάμεσα στο “καραγκιοζλίκι” και τη “χωριατιά”, και έχει να κάνει με τα σκώμματα. “Καραγκιόζης” είναι αυτός που φαντάζεται ότι πρέπει να σκώπτει τους πάντες και τα πάντα, ενώ ο “χωριάτης” δε θέλει ούτε να σκώπτει ούτε να σκώπτεται, αλλά οργίζεται με τα σκώμματα» (1193 30.1).

Το χιούμορ είναι απολύτως επιθυμητό με την προϋπόθεση ότι είναι εύστοχο. Το καραγκιοζλίκι δεν είναι χιούμορ και οι άνθρωποι που επιδίδονται σε αυτό δεν είναι χαριτολόγοι. Ομοίως, χαριτολόγοι δεν είναι και οι χωριάτες, που αδυνατούν να καταλάβουν την αξία του πετυχημένου αστείου ταυτίζοντάς το με την προσβολή.

Οι χωριάτες αρέσκονται να παριστάνουν τους σοβαρούς. Στην ουσία συγχέουν τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια. Το χιούμορ τους κάνει να αισθάνονται άβολα. Τους βγάζει από τα νερά τους. Η ακαμψία του αυστηρού ύφους τους έρχεται πιο βολική.

Ο αληθινά σοβαρός δεν έχει καμία σχέση με τους χωριάτες (ούτε βέβαια και με τους καραγκιόζηδες). Η σοβαρότητα έχει να κάνει με τη μεσότητα, που εκφράζει η χαριτολογία: «ο χαριτολόγος βρίσκεται στο μέσον τους: δε σκώπτει τους πάντες και τα πάντα, ούτε πάλι είναι “χωριάτης”. Και υπάρχουν τρόπον τινά δύο τύποι χαριτολόγου: χαριτολόγος είναι και αυτός που θα κάνει το χαριτωμένο πείραγμά του αλλά και αυτός που θα το δεχτεί. Έτσι περίπου είναι η χαριτολογία» (1193a 30.2).

Αυτό που μένει είναι ο καθορισμός της φιλικής διάθεσης: «Η ειλικρινής φιλική διάθεση είναι μεσότητα ανάμεσα στην κολακεία και την εχθρότητα, και έχει να κάνει με πράξεις και λόγους. Κόλακας είναι αυτός που προσθέτει περισσότερα επαινετικά από όσα αρμόζουν και όντως υπάρχουν, ενώ ο εχθρικός έχει μίσος και αφαιρεί και τα πράγματι υπαρκτά» (1193a 31.1).

Ούτε η εχθρότητα ούτε η κολακεία μπορούν να θεωρηθούν αξιέπαινες. Η εχθρότητα είναι μορφή αδικίας, αφού προσπαθεί να μειώσει την προσπάθεια του άλλου κινούμενη από το φθόνο ή την αναίδεια. Ο εχθρικός δεν μπορεί παρά να είναι εμπαθής. Αυτοί οι άνθρωποι αρέσκονται να κατακρίνουν. Αισθάνονται καλύτερα. Στην ουσία προστατεύουν τον εαυτό τους. Απαλλάσσονται από την αίσθηση της κατωτερότητας. Προτιμούν να υποτιμούν αυτά που δεν μπορούν να φτάσουν.

Όσο για τον κόλακα, είναι προφανές ότι κρύβει ιδιοτέλεια. Προτιμά να κολακεύει για να γίνει αρεστός. Οι συμπάθειες που κερδίζει μπορεί να του χρειαστούν. Ο κόλακας ξέρει να εκμεταλλεύεται τις καταστάσεις. Το δυνατό του σημείο είναι να λέει αυτά ακριβώς που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν. Είναι διατεθειμένος να πει οτιδήποτε στους ανθρώπους που πρέπει. Η κολακεία είναι μέθοδος αναρρίχησης. Εκτός αν πρόκειται για κάποιον αρεσιάρη που αποβλέπει μονάχα στη συμπάθεια. Όμως, ακόμη και αυτός, εν τέλει, είναι ιδιοτελής με τον τρόπο του.

Μονάχα ο ειλικρινά φιλικός πραγματώνει την αρετή. Κι αυτό γιατί κινείται στο μέσο: «Διότι ούτε θα προσθέσει περισσότερα από όσα υπάρχουν, ούτε θα επαινέσει αυτά που δεν αρμόζει να επαινέσει, ούτε επίσης θα σε μειώσει, και γενικώς δε θα σου αντιταχθεί παρά μόνο αν το πιστεύει» (1193a 31.2).

Κατόπιν αυτών ο καθορισμός της ειλικρίνειας είναι απολύτως αναμενόμενος: «Βρίσκεται μεταξύ της κρυψίνοιας και της καυχησιάς, και έχει βέβαια να κάνει με λόγους, πλην όμως όχι κάθε είδους λόγους. Καυχησιάρης είναι αυτός που προσποιείται ότι έχει περισσότερα από όσα στην πραγματικότητα, ή ότι γνωρίζει περισσότερα από όσα γνωρίζει· ο κρυψίνους βρίσκεται στον αντίποδα του καυχησιάρη και προσποιείται ότι έχει λιγότερα από όσα στην πραγματικότητα, και δεν αποκαλύπτει αυτά που ξέρει, αλλά συγκαλύπτει τη γνώση του. Ο ειλικρινής δεν πρόκειται να κάνει τίποτα από αυτά τα δύο· δε θα προσποιηθεί πως έχει ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα, αλλά θα κάνει λόγο γι’ αυτά που όντως έχει και για όσα όντως γνωρίζει» (1193a 32.1-32.2).

Ο ενάρετος άνθρωπος είναι αυτός που σε κάθε περίπτωση ξέρει να διατηρεί τις ισορροπίες επιλέγοντας πάντα το μέσο. Το ίδιο κάνει και ο μεγαλοπρεπής και ο αξιοπρεπής και ο χαριτολόγος και ο ειλικρινής και ο ανδρείος και ο μεγαλόψυχος και ο ανεξάρτητος και ο πράος και κάθε άνθρωπος που εκπροσωπεί την αρετή.

Όμως, η αρετή δεν αφορά μονάχα την ισορροπία της ψυχής που θα οδηγήσει στην ευτυχία ως εξασφάλιση της γαλήνης του εαυτού, αλλά και την εναρμόνιση με τους άλλους – γεγονός που θα ολοκληρώσει την ατομική ευτυχία δίνοντας τις απαραίτητες κοινωνικές διαστάσεις, καθώς ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον, δηλαδή ον που νιώθει πληρότητα μονάχα όταν συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους.

Η κοινωνική διάσταση της αρετής είναι αδύνατο να τεθεί ως κάτι αποκομμένο από τη συνολικότερη ευρυθμία της πόλης. Με άλλα λόγια, ο ενάρετος άνθρωπος είναι εκείνος που μέσω της μεσότητας θα συμβάλει θετικά στην κοινωνική ομαλότητα προασπίζοντας όλες τις αξίες που την ενισχύουν.

Δεν είναι τυχαίο που και ο εχθρικός και ο κόλακας και ο χαιρέκακος και ο φθονερός αδιαφορούν για την αξία προτάσσοντας την απατηλή χαρά της στρέβλωσης που έχει να κάνει με την υπερβολή και την έλλειψη στις επιλογές τους. Ούτε είναι τυχαίο που και ο θρασύς και ο αυθάδης και ο αναίσχυντος (ακόμη και ο χωριάτης) επιδιώκουν να στρεβλώσουν τις έννοιες παριστάνοντας ότι αυτοί εκπροσωπούν τη μεσότητα προκειμένου να πείσουν ότι συμπεριφέρονται σωστά.

Και βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλες οι περιπτώσεις πραγμάτωσης της αρετής συνοδεύονται από τον έπαινο, γεγονός τόσο σημαντικό, που ο Αριστοτέλης κρίνει σκόπιμο να το επαναλάβει: «Αν τούτες είναι ή δεν είναι αρετές, άλλη συζήτηση· πάντως είναι φανερό ότι πρόκειται για μεσότητες ανάμεσα στα προαναφερθέντα. Και όσοι ζούνε σύμφωνα με αυτές κερδίζουν τον έπαινο της κοινωνίας» (1193a 32.2).

Ο έπαινος της κοινωνίας δεν είναι παρά η επικρότηση του κοινωνικώς αποδεκτού. Και βέβαια, το κοινωνικώς αποδεκτό έχει να κάνει με τα στοιχεία που θα λειτουργήσουν ενωτικά για την πόλη κι όχι με εκείνα που θα τη διασπάσουν. Καμιά πόλη δε θα τιμούσε τις αξίες που θεωρεί ότι την υπονομεύουν, αφού μια τέτοια εκδοχή θα ισοδυναμούσε με την επιθυμία της διάλυσής της.

Ο έπαινος της αρετής είναι η απόλυτη παραδοχή της κοινωνικής της διάστασης, καθώς η αρετή θα υπηρετήσει τη δικαιοσύνη, την αξιοκρατία, τη φιλοπατρία, την εντιμότητα, δηλαδή οτιδήποτε αποτελεί συνδετικό κρίκο για την πόλη. Αντίθετα, κάθε συμπεριφορά που αντίκειται στην αρετή επιφέρει επικρίσεις ακριβώς επειδή θα δράσει διασπαστικά.

Η πόλη που εκτρέφει κι επαινεί ανθρώπους που αντιβαίνουν στην αρετή στην ουσία υποθάλπει την αυτοκαταστροφή της. Το ζήτημα της αρετής αποκτά και πάλι σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Κάθε αξιόλογη πόλη οφείλει να το γνωρίζει αυτό. Οι γραπτοί και οι άγραφοι νόμοι, οι αξίες που θα προαχθούν από το εκπαιδευτικό σύστημα, και κυρίως τα πρότυπα που θα προβληθούν μέσα από την ίδια τη λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματος οφείλουν να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Αποδεχόμενοι ότι η ευτυχία ανήκει στον ενάρετο, είναι σαφές ότι η ύψιστη ευτυχία, δηλαδή η συλλογική ευτυχία ανήκει στην ενάρετη πόλη που ανατρέφει τους πολίτες με τις αρχές της μεσότητας και του ορθού λόγου. Κι αυτό είναι θέμα πολιτικό.

Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ

ΞΕΝ Αγ 7.1–7.7

Μια ακόμη αρετή του Αγησίλαου: η φιλοπατρία του

Μετά την ευσέβεια και τη δικαιοσύνη στις οικονομικές συναλλαγές, ο Ξενοφώντας αναφέρθηκε στην εγκράτεια και τις ηγετικές ικανότητες του Αγησίλαου. Στη συνέχεια αναφέρεται σε μία ακόμη αρετή του Σπαρτιάτη βασιλιά, τη φιλοπατρία.


[7.1] Ὥς γε μὴν φιλόπολις ἦν καθ’ ἓν μὲν ἕκαστον μακρὸν ἂν
εἴη γράφειν· οἴομαι γὰρ οὐδὲν εἶναι τῶν πεπραγμένων αὐτῷ
ὅ τι οὐκ εἰς τοῦτο συντείνει. ὡς δ’ ἐν βραχεῖ εἰπεῖν,
ἅπαντες ἐπιστάμεθα ὅτι Ἀγησίλαος, ὅπου ᾤετο τὴν πατρίδα
τι ὠφελήσειν, οὐ πόνων ὑφίετο, οὐ κινδύνων ἀφίστατο, οὐ
χρημάτων ἐφείδετο, οὐ σῶμα, οὐ γῆρας προὐφασίζετο, ἀλλὰ
καὶ βασιλέως ἀγαθοῦ τοῦτο ἔργον ἐνόμιζε, τὸ τοὺς ἀρχο-
μένους ὡς πλεῖστα ἀγαθὰ ποιεῖν. [7.2] ἐν τοῖς μεγίστοις δὲ
ὠφελήμασι τῆς πατρίδος καὶ τόδε ἐγὼ τίθημι αὐτοῦ, ὅτι
δυνατώτατος ὢν ἐν τῇ πόλει φανερὸς ἦν μάλιστα τοῖς
νόμοις λατρεύων. τίς γὰρ ἂν ἠθέλησεν ἀπειθεῖν ὁρῶν τὸν
βασιλέα πειθόμενον; τίς δ’ ἂν ἡγούμενος μειονεκτεῖν νεώ-
τερόν τι ἐπεχείρησε ποιεῖν εἰδὼς τὸν βασιλέα νομίμως καὶ
τὸ κρατεῖσθαι φέροντα; [7.3] ὃς καὶ πρὸς τοὺς διαφόρους ἐν τῇ
πόλει ὥσπερ πατὴρ πρὸς παῖδας προσεφέρετο. ἐλοιδορεῖτο
μὲν γὰρ ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασιν, ἐτίμα δ’ εἴ τι καλὸν πράτ-
τοιεν, παρίστατο δ’ εἴ τις συμφορὰ συμβαίνοι, ἐχθρὸν μὲν
οὐδένα ἡγούμενος πολίτην, ἐπαινεῖν δὲ πάντας ἐθέλων, σῴ-
ζεσθαι δὲ πάντας κέρδος νομίζων, ζημίαν δὲ τιθεὶς εἰ καὶ
ὁ μικροῦ ἄξιος ἀπόλοιτο· εἰ δ’ ἐν τοῖς νόμοις ἠρεμοῦντες
διαμένοιεν, δῆλος ἦν εὐδαίμονα μὲν αἰεὶ ἔσεσθαι τὴν πατρίδα
λογιζόμενος, ἰσχυρὰν δὲ τότε ὅταν οἱ Ἕλληνες σωφρονῶσιν.
[7.4] εἴ γε μὴν αὖ καλὸν Ἕλληνα ὄντα φιλέλληνα εἶναι, τίνα τις
οἶδεν ἄλλον στρατηγὸν ἢ πόλιν οὐκ ἐθέλοντα αἱρεῖν, ὅταν
οἴηται πορθήσειν, ἢ συμφορὰν νομίζοντα τὸ νικᾶν ἐν τῷ
πρὸς Ἕλληνας πολέμῳ; [7.5] ἐκεῖνος τοίνυν, ἀγγελίας μὲν
ἐλθούσης αὐτῷ ὡς ἐν τῇ <ἐν> Κορίνθῳ μάχῃ ὀκτὼ μὲν
Λακεδαιμονίων, ἐγγὺς δὲ μύριοι τεθναῖεν <τῶν πολεμίων>,
οὐκ ἐφησθεὶς φανερὸς ἐγένετο, ἀλλ’ εἶπεν ἄρα· Φεῦ <σου>,
ὦ Ἑλλάς, ὁπότε οἱ νῦν τεθνηκότες ἱκανοὶ ἦσαν ζῶντες νικᾶν
μαχόμενοι πάντας τοὺς βαρβάρους. [7.6] Κορινθίων γε μὴν τῶν
φευγόντων λεγόντων ὅτι ἐνδιδοῖτο αὐτοῖς ἡ πόλις, καὶ
μηχανὰς ἐπιδεικνύντων αἷς πάντως ἤλπιζον <ἂν> ἑλεῖν τὰ
τείχη, οὐκ ἤθελε προσβάλλειν, λέγων ὅτι οὐκ ἀνδραποδί-
ζεσθαι δέοι Ἑλληνίδας πόλεις ἀλλὰ σωφρονίζειν. εἰ δὲ
τοὺς ἁμαρτάνοντας, ἔφη, ἡμῶν αὐτῶν ἀφανιοῦμεν, ὁρᾶν χρὴ
μὴ οὐδ’ ἕξομεν μεθ’ ὅτου τῶν βαρβάρων κρατήσομεν. [7.7] εἰ
δ’ αὖ καλὸν καὶ μισοπέρσην εἶναι, ὅτι καὶ ὁ πάλαι ἐξεστρά-
τευσεν ὡς δουλωσόμενος τὴν Ἑλλάδα καὶ ὁ νῦν συμμαχεῖ
μὲν τούτοις μεθ’ ὁποτέρων ἂν οἴηται μείζω βλάψειν,
δωρεῖται δ’ ἐκείνοις οὓς ἂν νομίζῃ λαβόντας πλεῖστα κακὰ
τοὺς Ἕλληνας ποιήσειν, εἰρήνην δὲ συμπράττει ἐξ ἧς ἂν
ἡγῆται μάλιστα ἡμᾶς ἀλλήλοις πολεμήσειν, ὁρῶσι μὲν οὖν
ἅπαντες ταῦτα· ἐπεμελήθη δὲ τίς ἄλλος πώποτε πλὴν
Ἀγησίλαος ἢ ὅπως φῦλόν τι ἀποστήσεται τοῦ Πέρσου ἢ
ὅπως τὸ ἀποστὰν μὴ ἀπόληται ἢ τὸ παράπαν ὡς καὶ βασι-
λεὺς κακὰ ἔχων μὴ δυνήσεται τοῖς Ἕλλησι πράγματα παρ-
έχειν; ὃς καὶ πολεμούσης τῆς πατρίδος πρὸς Ἕλληνας ὅμως
τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ τῇ Ἑλλάδι οὐκ ἠμέλησεν, ἀλλ’ ἐξέπλευ-
σεν ὅ τι δύναιτο κακὸν ποιήσων τὸν βάρβαρον.

***
Πολύ αν ηθέλομεν να γράψωμεν λεπτομερώς περί του πατριωτισμού του, διότι νομίζω ότι δεν υπάρχει καμμία πράξις του η οποία να μη συνέτεινε προς τον σκοπόν αυτόν. Εν βραχυλογία λοιπόν ας είπωμεν ότι, όλοι γνωρίζομεν ότι ο Αγησίλαος, όπου επίστευε ότι θα ωφελούσε την πατρίδα του, δεν απέφευγε τους κόπους, δεν απεμακρύνετο από τους κινδύνους, δεν εφείδετο χρημάτων, ούτε επροφασίζετο την υγείαν του και το γήρας, αλλ' εσκέπτετο ότι καθήκον του αγαθού βασιλέως είναι να κάμνη εις τους υποτελείς του όσον το δυνατόν περισσότερα καλά. Μεταξύ δε των μεγαλυτέρων υπηρεσιών τας οποίας προσέφερε εις την πατρίδα εγώ τάσσω και το ότι, ενώ ήτο δυνατώτατος εις την πόλιν, εφαίνετο εν τούτοις φανερά υποτασσόμενος εις τους νόμους. Διότι ποίος θα ετόλμα να απειθήση ενώ έβλεπε τον βασιλέα υπακούοντα εις αυτούς; Ποίος δε θεωρών τον εαυτόν του μειονεκτούντα θα επεχείρει να καινοτομήση, βλέπων τον βασιλέα υπακούοντα εις τα κρατούντα νόμιμα και φερόμενον προς τους διαφόρους πολίτας ως πατήρ προς τα τέκνα του; Διότι τους επέπληττε διά τα παραπτώματά των, τους αντήμειβε δε εάν έκαμναν κάτι καλόν, και τους συνέδραμε εάν συνέβαινε καμμία συμφορά, μη θεωρών κανένα πολίτην ως εχθρόν, θέλων δε να επαινή όλους, νομίζων κέρδος να διάγουν καλώς όλοι, θεωρών ως απώλειαν και αν ακόμη εχάνετο ο ολιγώτερον άξιος λόγου. Εάν δε παρέμενον εν ηρεμία υποτεταγμένοι εις τους νόμους, φανερά διεκήρυττε ότι η πατρίς θα είναι μεν αιωνίως ευτυχής, ισχυρά δε θα είναι όταν οι Έλληνες φέρωνται με φρόνησιν.

Εάν επίσης είναι καλόν δι' ένα Έλληνα να αγαπά την πατρίδα του, ποίος εγνώρισε άλλον τινά στρατηγόν ο οποίος να μη θέλη να κυριεύση μίαν πόλιν εκ φόβου μήπως λεηλατηθή ή ο οποίος να νομίζη συμφοράν την νίκην εις ένα πόλεμον εναντίον Ελλήνων; Εκείνος λοιπόν όταν του ανηγγέλθη ότι εις την εν Κορίνθω μάχην εφονεύθησαν οκτώ μεν Λακεδαιμόνιοι δέκα δε περίπου χιλιάδες από τους εχθρούς, δεν έδειξε χαράν, αλλ' είπε: «Αλλοίμονόν σου, Ελλάς, που οι σήμερον αποθανόντες ήσαν ικανοί μαχόμενοι να νικήσουν όλους τους βαρβάρους».

Όταν δε οι Κορίνθιοι φυγάδες του έλεγον ότι η πόλις θα παρεδίδετο εις αυτούς και του επεδείκνυον μηχανάς με τας οποίας ήλπιζον ωρισμένως να κυριεύσουν τα τείχη, ούτος ηρνήθη να επιτεθή κατ' αυτής ειπών ότι δεν πρέπει να εξολοθρεύωνται ελληνικαί πόλεις, αλλά να σωφρονίζωνται. «Εάν δε, είπε, εξοντώσωμεν όλους εκείνους από τους ιδικούς μας οι οποίοι σφάλλουν, πρέπει να ίδωμεν μήπως δεν θα έχωμεν πλέον άνδρας με τους οποίους να νικήσωμεν τους βαρβάρους!»

Εάν δε πάλιν είναι καλόν να μισή κανείς τους Πέρσας, διότι παλαιότερον είς μονάρχης των εξεστράτευσε διά να υποδουλώση την Ελλάδα, ο δε σημερινός μονάρχης της συμμαχεί μεν με τους λαούς εκείνους με τους οποίους νομίζει ότι θα βλάψη περισσότερον την χώραν μας, παρέχει δε τα μέσα εις εκείνους που νομίζει ότι διά της τοιαύτης παροχής θα προξενήσουν πλείστα κακά εις τους Έλληνας, μας προσφέρει δε ειρήνην όταν νομίζη ότι από αυτήν θα προκληθή ο εμφύλιος ημών πόλεμος (αυτά τα βλέπουν όλοι), ποίος άλλος ποτέ περισσότερον από τον Αγησίλαον εφρόντισε ή λαός τις να αποστατήση από τον Πέρσην ή ο αποστατήσας να μη καταστραφή ή γενικώς ν' απασχολήση τον βασιλέα της Περσίας εις την χώραν του, ώστε να μη δυνηθή να ενοχλήση τους Έλληνας; Ούτος, μολονότι η πατρίς του επολεμούσε με Έλληνας, εν τούτοις, φροντίζων διά το γενικόν καλόν της Ελλάδος, εξεστράτευσε διά να προξενήση εις τον βάρβαρον όσον κακόν ηδύνατο.