Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

4. Το πεδίο επίδρασης της αναλογίας


§ 19. Το πεδίο επίδρασης της αναλογίας είναι άλλοτε στενότερο και άλλοτε ευρύτερο. Όπου δεν χρησιμοποιείται απλώς ένα έτοιμο επίθημα, πρέπει να δεχτούμε θεωρητικά ως κανόνα ότι η αναλογία πηγαίνει από μια μεμονωμένη λέξη σε μιαν άλλη. Αν, όμως, η αναλογία περιορίζεται σε μία μεμονωμένη λέξη (όπως π.χ. μπορεί να έχει συμβεί με τα ρήματα ἐντυλίσσειν και αἱμάσσειν), ή περιλαμβάνει και άλλες, και έτσι τελικά σχηματίζεται μια καινούρια κατηγορία λέξεων, ένας "τύπος", και αν αυτός ο τύπος έχει μικρές ή μεγαλύτερες διαστάσεις, εξαρτάται εκτός από την τύχη και από την ιστορία των διαλέκτων, από το γραμματειακό είδος (πρβ. για το -μα, για το -αλέος), αλλά και από τις ιδιοτυπίες των συγγραφέων. Τα επιθήματα που παράγονται κατ' αυτόν τον τρόπο αποτελούν συνήθως προεκτάσεις των παλιότερων, καθώς ένα μεγαλύτερο τελικό στοιχείο ενός ή περισσότερων λέξεων μεταφέρεται σε άλλες. Η σημασία του επιθήματος υφίσταται με αυτή τη διαδικασία μια στένωση, καθώς η προέκταση προέρχεται από μεμονωμένες λέξεις ή ομάδες λέξεων· αρκεί να αναλογιστούμε τι προέκυψε από το γενικό μετονοματικό επίθημα -i̯o-.

§ 20. Με τη διαρκή δυνατότητα δημιουργίας καινούριων επιθημάτων είναι ευνόητο ότι το συνολικό απόθεμα των επιθημάτων της αρχαίας ελληνικής διαφέρει πολύ όχι μόνο σε σύγκριση με τα ινδοευρωπαϊκά αλλά και σε σχέση με διαφορετικές γλωσσικές περιόδους της αρχαίας ελληνικής και ανάμεσα σε διαφορετικές διαλέκτους: ἀλλες εποχές άλλα επιθήματα. Κατά συνέπεια μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες βαθμίδες: 1. Ινδοευρωπαϊκά επιθήματα, που α) έμειναν παραγωγικά και στα αρχαία Ελληνικά (-ιο-), ή β) κατά την ιστορική περίοδο της ελληνικής βρίσκονταν σε στάδιο εξαφάνισης (-νάναι), ή γ) κιόλας στα πιο παλιά ελληνικά επιβιώνουν μόνον ως απολιθώματα (ουσιαστικά σε -τος)· 2. Μη ινδοευρωπαϊκοί τύποι, που α) κιόλας στον Όμηρο απαντούν έτοιμοι στα βασικά χαρακτηριστικά τους (-αλέος κεξ.), ή β) στον Όμηρο βρίσκονται στις αρχές τους και παίρνουν αργότερα το βασικό τους σχήμα (-ώδης κεξ.), ή γ) εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά τον Όμηρο (-ώσσειν κεξ.). Γενικά ισχύει ο κανόνας: όσο γενικότερη είναι η έννοια ενός επιθήματος, τόσο μεγαλύτερη προοπτική έχει να εξαπλωθεί· πρβ. ως αντίθετες περιπτώσεις από τη μια τα -εῖν και -οῦν με γενικότερη σημασία και από την άλλη το -ώσσειν.

Συγχωρούμε ποτέ τους γονείς μας για τον τρόπο που μας μεγαλώσανε;

Συγχώρεση˙ ουσιαστικό, γένος θηλυκού με εννέα γράμματα. Εύκολα μπορείς να το βρεις στο λεξικό για να μάθεις τη σημασία της έννοιάς του, αφού φιγουράρει στην τρίτη σειρά, στη δεύτερη στήλη του γράμματος «Σ». Το ίδιο εύκολα μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη λεξούλα αυτή στον γραπτό ή προφορικό σου λόγο, αφού είναι ιδιαίτερα εύηχη. Όσο εύκολα τη χρησιμοποιείς όμως, τόσο δύσκολα την εφαρμόζεις καθώς πίσω από αυτά τα εννέα γραμματάκια της που ταιριάζουν άψογα μεταξύ τους, κρύβονται χίλιες δυο έννοιες ακόμη, που θα πρέπει να εφαρμόσεις προκειμένου να πετύχεις το βαθύ της νόημα.

Πολλούς ανθρώπους θα κληθούμε να συγχωρήσουμε στη ζωή μας και πολλούς ανθρώπους θα καλέσουμε να μας συγχωρέσουν για όλα τα μικρά και μεγάλα που μπορούν να συμβούν ηθελημένα ή χωρίς κακή πρόθεση. Με κάποιους θα τα καταφέρουμε και με κάποιους όχι. Οι βασικοί άνθρωποι όμως, που θα κληθούμε να συγχωρήσουμε στη ζωή μας, είναι οι γονείς μας. Ακόμα κι αν φαινομενικά δεν υπάρχει σοβαρό πταίσμα να προσάψεις, βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι τους έχεις κατηγορήσει πολλές φορές για τον τρόπο που σε μεγάλωσαν, επειδή συνέβαλαν στο να γίνεις αυτό που είσαι και τελικά, αυτό που είσαι δεν είναι αυτό που θα ήθελες να είσαι ώστε να μπορείς να ανταπεξέλθεις στην κοινωνία την οποία ζούμε.

Σίγουρα, κάθε γονέας εκεί έξω είναι διαφορετικός κι έτσι το εκάστοτε παιδί μεγαλώνει με διαφορετικές εμπειρίες, ποικίλα ερεθίσματα και γίνεται ένας τελείως διαφορετικός ενήλικας από κάποιον άλλο, ωστόσο σίγουρα μπορούμε να συναντήσουμε εκεί έξω τις δύο βασικές κατηγορίες γονέων. Είναι οι: «σε αφήνω να τα κάνεις σκατά και σού μαθαίνω πώς να είσαι αυτόνομος και συνειδητοποιημένος μέσα από τα λάθη σου» που καμιά φορά πάνε πακέτο με τους «είναι όλα δική σου ευθύνη» και τους «σε βάζω σε μια γυάλα να μη μου πάθεις κάτι κακό και θα ελέγχω εγώ τα πάντα για σένα ώστε να μην πληγωθείς κι απογοητευτείς ποτέ». Και οι δύο περιπτώσεις, είναι απλώς αποτέλεσμα του κατά πόσο ισχύει αυτό που λέμε στην Ελλάδα -και για χρόνια πιστεύαμε- πως «αφού σε γέννησα μού ανήκεις». Άρα και κατ’ επέκταση, πρέπει να σκέφτεσαι όπως εγώ -ο γονέας σου- να έχεις τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις, να φτιάξεις τη ζωή σου όπως εγώ αλλά καλύτερα και πάει λέγοντας.

Σε γενικές γραμμές, οι γονείς το πιστεύουν πως με τον τρόπο τους καλλιεργούν όλες εκείνες τις ηθικές αξίες, τα διδάγματα και τις γνώσεις που χρειάζεται ένα παιδί ώστε ως ενήλικας να είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, που βασικός του στόχος θα είναι να φέρεται καλά στους ανθρώπους γύρω του, να τιμά τον λόγο του και να προσπαθεί να πορεύεται στη ζωή του με έναν κώδικα τιμής. Ωστόσο περνάει στο παιδικό μυαλό η υποχρέωση του «πρέπει να γίνω σαν τους γονείς μου πάση θυσία». Ε, αυτό το «πάση θυσία» είναι που μάλλον θα δυσκολευτεί να συγχωρέσει αυτό το παιδί, αφού προσπαθώντας τόσο πολύ οι γονείς του να πλάσουν τη συνέχειά τους -με τα στραβά και τα καλά της- συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ανθρώπου που δυσκολεύεται να πει «όχι» σε ευθύνες που δεν του αναλογούν, αναλαμβάνει περισσότερα από όσα πρέπει και νοιάζεται περισσότερο για τους άλλους από ό,τι αντέχει, καταλήγοντας έτσι, ένα άτομο που ναι μεν παίρνει πρωτοβουλίες κι είναι -θεωρητικά- ανεξάρτητο αλλά είναι ταυτόχρονα δέσμιο όλων των ζητημάτων που θεωρεί δική του ευθύνη.

Από την άλλη, με το να τρέχει για τα πάντα ο γονιός και με το να δίνει πάντοτε τις κατευθυντήριες γραμμές ώστε το παιδί να μη ζοριστεί, να μην αγχωθεί για τίποτα κι όλα στη ζωή του να είναι προκαθορισμένα, καλλιεργεί ένας πρώτης τάξεως φοβικό άνθρωπο. Όλα του τα προβλήματα λύνονται φωνάζοντας απλώς το όνομα των γονιών του, νιώθοντας ανικανότητα να πράξει κάτι συγκεκριμένο προκειμένου να φέρει εις πέρας ένα ζήτημα. Το παιδί αυτό μεγαλώνει σε μια όμορφη γυάλα που όλα είναι ήσυχα, φαίνονται τακτοποιημένα ενώ είναι καταπιεστικά κι όταν μεγαλώσει αρκετά ώστε η γυάλα να μην το χωράει πια και πρέπει να τη σπάσει, συνειδητοποιεί ότι ό,τι ζούσε ως τώρα ήταν ένα καλοφτιαγμένο ψέμα των γονιών του για να ελέγχουν και την τελευταία σπιθαμή της ζωής του με τη συγκάλυψη της αγάπης. Γίνεται ένας ενήλικας που δεν μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες, δεν μπορεί να εκφράσει ολοκληρωμένη άποψη για οποιοδήποτε ζήτημα και συνήθως αποφεύγει να έχει αντίθετη γνώμη με κάποιον, γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί την άποψή του.

Μπορούμε να συγχωρήσουμε ακόμη και τον άνθρωπο που μας έκανε ένα μεγάλο κακό ακριβώς επειδή εκείνος ο άνθρωπος δεν είχε την ίδια επιρροή ή ίση σπουδαιότητα για μας ώστε να μας ενδιαφέρει τόσο πολύ η σχέση μας μαζί του, μετά από ό,τι μπορεί να συμβεί. Με τους γονείς μας όμως, είμαστε πιο αυστηροί κριτές, γιατί είναι κομμάτι του εαυτού μας και γιατί πάντα θα μας ενδιαφέρει η γνώμη τους για μας, αλλά κι η ύπαρξή τους στη ζωή μας. Θέλοντας και μη του κουβαλάμε κι όταν αυτό το κομμάτι τους μάς πληγώνει, είναι σαν να στρέφουμε ένα μαχαίρι προς τον εαυτό μας.

Σίγουρα είναι λύτρωση να συγχωρέσεις τους γονείς σου για τον τρόπο σε μεγάλωσαν κι αυτό θα σε βοηθήσει να πας παρακάτω και να φτιάξεις πια τον χαρακτήρα σου με τον τρόπο που επιθυμείς εσύ. Όλα μπορούν ν’ αλλάξουν αν δε σ’ αρέσει ο τρόπος που είναι τώρα, αρκεί να βρεις πρώτα τη δύναμη να συγχωρέσεις εκείνους που -είτε ηθελημένα είτε άθελά τους- σε μεγάλωσαν μ’ αυτόν τον τρόπο.

Μπαμπά, μαμά, σας συγχωρώ κι ευχαριστώ

Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε

Στον έρωτα ενός ανθρώπου για τη ζωή υπάρχει κάτι δυνατότερο απ’ όλες τις αθλιότητες του κόσμου.

Η κρίση του κορμιού αξίζει περισσότερο απ’ την κρίση του πνεύματος και μπροστά στην εκμηδένιση το κορμί υποχωρεί.

Συνηθίζουμε να ζούμε προτού συνηθίσουμε να σκεφτόμαστε.

Σ’ αυτήν τη διαδρομή που κάθε μέρα μας φέρνει κοντύτερα στο θάνατο το κορμί διατηρεί αυτή την αναπόφευκτη προτεραιότητα.

Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας.

Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας.

Τα υπόλοιπα, εάν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, εάν το πνεύμα διαιρείται σε εννιά ή δώδεκα κατηγορίες, ακολουθούν.

Είναι παιχνίδια.

Αρχικά πρέπει να απαντήσουμε.

Και εάν σύμφωνα με το Νίτσε, είναι αλήθεια πως για να εκτιμηθεί ένας φιλόσοφος οφείλει να δίνει το παράδειγμα, καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η απάντηση, αφού απ’ αυτή εξαρτάται η τελική χειρονομία.

Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για ευαισθησίες της καρδιάς, πρέπει όμως να εμβαθύνουμε σ’ αυτές για να τις καταλάβουμε.

Το εάν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο ή ο ήλιος γύρω απ’ τη γη, δεν έχει κατά βάθος σημασία. Είναι μια μάταιη απορία.

Αντίθετα, παρατηρώ ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν γιατί πιστεύουν πως η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς.

Βλέπω άλλους να σκοτώνονται, παραδόξως, για ιδέες ή αυταπάτες που τους παρέχουν μια δικαιολογία για να ζουν (αυτό που νομίζουν δικαιολογία για να ζουν αποτελεί συγχρόνως μια περίφημη δικαιολογία για να πεθάνουν).

Συμπεραίνω λοιπόν ότι το νόημα της ζωής είναι το σπουδαιότερο από τα ερωτήματα.

Πώς ν’ απαντήσουμε;

Πάνω σ’ όλα αυτά τα σημαντικά προβλήματα – καταλαβαίνω κι εκείνους που διακινδυνεύουν να σκοτωθούν κι αυτούς που δεκαπλασιάζουν το πάθος για ζωή – υπάρχουν κατά τα φαινόμενα δυό μονάχα μέθοδοι σκέψης, η μέθοδος του ντε Λα Παλίς και η μέθοδος του Δον Κιχώτη.

Μονάχα η ισορροπία αληθοφάνειας και λυρισμού μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε την ίδια στιγμή τη συγκίνηση και τη σαφήνεια.

Σ’ ένα θέμα τόσο απλό και παθητικό μαζί η επιστημονική και κλασική διαλεκτική οφείλει να παραχωρήσει τη θέση σε μια απλούστερη πνευματική στάση που προέρχεται από την ειλικρίνεια και τη συμπάθεια.

Περί της τήρησης αποστάσεων

Η απόσταση ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ψυχή κάθε ιδιότητας, ζωή κάθε τελειότητας, ευπρέπεια των πράξεων, γλαφυρότητα του λόγου και γοητεία κάθε καλού γούστου, κολακεύει τη νοημοσύνη και αποξενώνει την εξήγηση.

Είναι η λάμψη αυτών των ίδιων των λάμψεων και είναι κάλλος της μορφής. Οι υπόλοιπες ιδιότητες καλλωπίζουν τη φύση, αλλά η τήρηση απόστασης εξαιρεί αυτές τις ίδιες τις ιδιότητες. Συμβαίνει να είναι η τελειότητα της ίδιας της τελειότητας, μια ομορφιά που υπερβαίνει [όλες τις ομορφιές] με οικουμενική χάρη.

Έγκειται σε κάτι το αέρινο, σε μιαν άφατη ευπρέπεια, τόσο στο λέγειν όσο και στο πράττειν, ακόμα και ως προς το σκέπτεσθαι.

[Αυτό το χαρακτηριστικό] είναι έμφυτο κατά το πλείστον και κατά το υπόλοιπο είναι αποτέλεσμα της παρατήρησης. Ως τώρα, ποτέ δεν υποτάχθηκε σε αυθεντίες, ανώτερο πάντα από πάσα τέχνη.

Ως σφετεριστής του γούστου, ονομάστηκε παγιδευτής- επειδή είναι αδιόρατο, ονομάστηκε ύφος· για την περηφάνεια του, ονομάστηκε μπρίο· για την ευπρέπεια του, απόσταση από τα πράγματα- για την ευκολία του, αταραξία. Όλες αυτές οι απαριθμήσεις ενίσχυσαν την επιθυμία της απόκτησής του και τη δυσκολία να οριστεί το περιεχόμενό του.

Υποτιμάται, όταν συγχέεται με την ευκολία. Αφήνει το εύκολο πολύ πίσω του και προχωρεί ως το παράτολμο. Παρ’ όλο που κάθε τήρηση απόστασης προϋποθέτει απαλλαγή [από δυσκολίες και υποχρεώσεις], στην ουσία προσθέτει τελειότητα.

Οι πράξεις έχουν τη δική τους Ειλείθυια- και οφείλεται στην τήρηση αποστάσεων το γεγονός ότι βλέπουν με επιτυχία το φως του κόσμου, επειδή αυτή η απόσταση τις γεννάει για να λάμψουν.

Δίχως [την απόσταση από τα πράγματα], η καλύτερη υλοποίηση μιας πράξης είναι νεκρή, η καλύτερη τελειότητα ανούσια. Επειδή ούτε εκ του μακρόθεν δεν πρόκειται για παρελκόμενο, ορισμένες φορές δεν είναι άλλο από το ουσιώδες. Δεν εξυπηρετεί μόνο το στολισμό [μιας πράξης], αλλά επιπλέον υπογραμμίζει τη σημασία της.

Γιατί αν είναι η ψυχή του ωραίου, είναι το πνεύμα της φρόνησης. Αν είναι η πνοή της λαμπρότητας, είναι η ζωή της ευψυχίας.

Η τήρηση αποστάσεων συνοδοιπορεί εξίσου στην περίπτωση ενός στρατηγού όταν βαδίζει στο πλευρό της αξιοσύνης του, όπως και στην περίπτωση ενός βασιλιά, βαδίζοντας παράλληλα προς τη φρόνησή του.

Δεν διακρίνεται λιγότερο την ώρα της μάχης από την ανέμελη ατρομησία απ’ ό,τι από τη δεξιότητα και την ανδρεία. Η τήρηση αποστάσεων καθιστά πρωτίστως έναν αρχηγό άρχοντα του εαυτού του- και στη συνέχεια, αφέντη των πάντων.

Δεν φτάνει στο επίπεδο της ισοστάθμισης· έτσι, δεν υπάρχει τρόπος να εκτιμήσει κανείς την αδιατάρακτη απόσταση από τα πράγματα που διατηρούσε εκείνος ο μέγας νικητής βασιλέων, ο καλύτερος ανταγωνιστής του Ηρακλή, ο δον Φερνάντο δε Αβάλος. Αυτό [το πλεονέκτημα] κατακραύγασε η επιδοκιμασία στο θέατρο της Παβίας.

Είναι τόσο περήφανη η τήρηση αποστάσεων όταν πηγαίνει κανείς καβάλα όσο είναι μεγαλοπρεπής όταν κανείς κάθεται στο θρόνο. Ως και επί καθέδρας ακόμα, προσφέρει [συμπλήρωμα] τόλμης στην οξύνοια.

Ηρωική υπήρξε η απαλλαγή εκείνου του Γάλλου Θησέα, [εννοώ] τον Ερρίκο Δ', αφού με τον χρυσό μίτο της απόστασης από τα πράγματα κατάφερε να ξεγλιστρήσει από τέτοιο πολύπλοκο λαβύρινθο.

Η τήρηση αποστάσεων έχει επίσης εφαρμογή στην πολιτική. Και προς επίρρωση αυτού, εκείνος ο πνευματικός μονάρχης της οικουμένης έφτασε να πει: «Υπάρχει άλλος κόσμος προς διακυβέρνηση;»

Όχι άλλες συμβουλές

Έχουν ζητήσει σε όλους μας και έχουμε όλοι μπει στον πειρασμό ή πέσει στην παγίδα να δώσουμε τις σωστότερες συμβουλές.

Ο λόγος για τις συμβουλές, που δυστυχώς ή ευτυχώς είναι αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Μήπως όμως κάποιες φορές το ποτήρι ξεχειλίζει;

«Να μιλάς ευγενικά στους μεγαλύτερους», «Φόρα μπουφάν, θα κρυώσεις», «Να μπεις σε μια καλή σχολή στο πανεπιστήμιο», «Να διαλέξεις μια δουλειά που θα σου εξασφαλίσει μια καλή ζωή», «Να αδυνατίσεις». Να, να, να...

Και ο κατάλογος συνεχίζεται μακρύς.

Όλοι έχουμε δεχτεί συμβουλές, συχνά εκνευριστικές, πιεστικές ή και προσβλητικές ακόμη, κάποιες φορές όμως πολύτιμες.

Από την άλλη πλευρά, όλοι έχουμε ζητήσει, κληθεί ή σκεφτεί να προσφέρουμε τις συμβουλές μας.

Και επίσης, έχουμε προβληματιστεί με το τι και πότε να συμβουλεύσουμε ή με το αν πρέπει να ακούσουμε τα όσα μας συμβούλευσαν.

Άραγε, ποια είναι η χρυσή τομή;

Πότε, πώς και ποιους πρέπει να συμβουλεύουμε και πότε και από ποιους θα πρέπει να ζητάμε τη γνώμη τους;

«Ναι» στη συζήτηση

Είναι προφανές ότι δύο άνθρωποι που έχουν μια σχέση -συγγενική ή φιλική- θα συζητήσουν και θα μοιραστούν μεταξύ τους τη γνώμη που έχει ο καθένας για ένα θέμα, καθώς και τις προτάσεις που πιθανώς θα κάνει για την επίλυσή του.

Αυτό που επίσης είναι αναμενόμενο και λογικό είναι ότι ο καθένας θα βλέπει το ζήτημα από τη δική του οπτική γωνία, βασιζόμενος στις δικές του πεποιθήσεις, αρχές, ηθικές αξίες, εμπειρίες κ.λπ. Οπότε, όταν ο σύντροφος, ο φίλος ή ο συγγενής θα δώσει μια συμβουλή, αυτή θα βασίζεται στη δική του οπτική γωνία, χαρακτηριστικό που καθιστά τη συμβουλή υποκειμενική ή ακόμα και άχρηστη ή επικίνδυνη εφόσον δεν είναι ειδικός στο ζήτημα για το οποίο συμβουλεύει.

Ως εκ τούτου, καλό είναι να αποφεύγουμε να δίνουμε συμβουλές και αντ' αυτού να προσπαθούμε να συζητάμε εκτενώς το θέμα με τον άνθρωπό μας και να τον βοηθάμε να δει όλες τις πλευρές μίας πιθανής απόφασης, τα υπέρ και τα κατά της, τις εναλλακτικές λύσεις κ.λπ.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό και από τις δύο πλευρές είναι ότι την τελική ευθύνη για την απόφαση, την εφαρμογή και τη στήριξή της την έχει ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει το πρόβλημα κάθε φορά. Κανείς δεν δικαιούται να επιμένει να πάρει συμβουλή ή να συμβουλεύσει, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη ζωή του.

«Ναι» στη γνώμη των ειδικών

Όσο οι συμβουλές είναι επικίνδυνες όταν προέρχονται από μη ειδικούς άλλο τόσο είναι πολύτιμες και απαραίτητες όταν μας τις δίνουν οι ειδικοί.

Έτσι, ένας επαγγελματίας μπορεί πάντα να μας καθοδηγήσει καλύτερα και με μεγαλύτερη ασφάλεια για να βρούμε τη λύση σε ό,τι μας απασχολεί.

Ας ρωτήσουμε, λοιπόν, τον γυναικολόγο για το αν πρέπει να περπατάμε στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τη σύμβουλο θηλασμού για το πόσο συχνά να ταΐζουμε το μωρό μας, τον παιδίατρο για το αν το παιδί μας είναι παχύ, τον σύμβουλο γάμου για το τι να κάνουμε προκειμένου να σώσουμε τον γάμο μας κ.ο.κ.

«Ναι» στην ενσυναίσθηση

Αυτό που έχει αξία όταν θέλουμε να δώσουμε μία συμβουλή είναι να προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση του άλλου και να τον συμβουλεύσουμε με βάση τις δικές του ανάγκες.

Αυτή είναι, όμως, μία δεξιότητα που δεν την έχουμε όλοι και η οποία στην ψυχολογία ονομάζεται ενσυναίσθηση, το να μπορούμε δηλαδή να δούμε τα πράγματα από την οπτική γωνία του άλλου, καταλαβαίνοντας πώς αισθάνεται, πώς σκέφτεται και ποιες είναι οι ανάγκες του.

Σχέση ανώτερου-κατώτερου

Η συμβουλή θυμίζει γενικά μία γονική σχέση, σαν να 'ναι ο γονιός ή ο ανώτερος αυτός που συμβουλεύει και το παιδί ή ο κατώτερος αυτός που δέχεται τις συμβουλές.

Κάποιος μπορεί να δίνει πολλές συμβουλές για να αισθάνεται ότι είναι ανώτερος, χρήσιμος, ξεχωριστός, απαραίτητος, αλλά ίσως και επειδή θέλει να ανακουφίσει τον άλλον ή να λύσει ένα ζήτημα.

Αντίστοιχα, αυτός που δέχεται τις συμβουλές μερικές φορές θα μπορούσε να νιώθει ακόμα και ότι ο συμβουλάτορας δεν τον θεωρεί ικανό ώστε να αποφασίσει και ότι προσπαθεί να του υποδείξει τον δρόμο.

Φυσικά, τίθεται θέμα ερμηνείας τόσο από αυτόν που δέχεται τη συμβουλή και μπορεί να τη δει ως μία πρόταση ή ως επιβολή, όσο και από αυτόν που δίνει τη συμβουλή και την παρουσιάζει ως γνώμη του ή ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια.

Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, και τον άνθρωπο που ζητά συχνά και πολλές συμβουλές, ακριβώς επειδή έχει μάθει να βολεύεται και δεν θέλει να μπει στη διαδικασία να σκεφτεί πολύ, ακολουθώντας έναν εύκολο και πρόχειρο τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων.

Συμβουλεύοντας τα παιδιά μας

Όταν τα παιδιά είναι μικρά, δεν ξέρουν πώς να χειριστούν κάποια πράγματα.

Εκεί χρειάζονται συμβουλές, αλλά πιο πολύ κανόνες, αρχές και αξίες, τα οποία θα πρέπει εμείς οι γονείς να τους τα διδάξουμε (για παράδειγμα, ότι δεν μιλάμε σε ξένους, δεν δέρνουμε, δεν κλέβουμε κ.ά.).

Σημαντικό είναι να συζητάμε μαζί τους όσα δεν γνωρίζουν, αλλά και μέσω του παραδείγματος να τους δείχνουμε πώς να φέρονται.

Ούτως ή άλλως, οι γονείς αποτελούμε πρότυπα μίμησης ή αποφυγής για τα παιδιά μας.

Η Ιερή Φλόγα της ψυχής

Η ιερή φλόγα της ψυχής δεσπόζει αιώνια μέσα από το πέρασμα του χρόνου, ουσιαστικά είναι μια άχρονη ενέργεια φωτός. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι ένα μέσα στη δική της ποιότητα. Όλα βρίσκονται εντός του ενεργειακού πεδίου της, μέσα στον κύκλο της πρωταρχικής δημιουργίας. Περικλείει όλη τη δυναμική των ενεργειών του δημιουργού, είναι πολύμορφη, με μια συχνότητα που της επιτρέπει να υπάρχει συγχρόνως σε πολλές διαστάσεις.

Όταν ενσαρκώνεται στη γη εκδηλώνεται μέσα από την ανθρώπινη μορφή με όλα τα χαρακτηριστικά του φυσικού σώματος στην ύλη, παράλληλα έχει πάντα πρόσβαση στην πνευματική της ουσία. Απλά επιλέγει αιώνες τώρα να εγκλωβίζει το μεγαλύτερο μέρος από τη δυναμική της σε υψηλότερες σφαίρες, να συρρικνώνεται με έναν τρόπο στις τρεις διαστάσεις ώστε να δουλέψει σε αυτό το πεδίο, προσπαθώντας παράλληλα να αφυπνιστεί και να ενωθεί με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια της.

Κάθετο και οριζόντιο μοίρασμα ζωτικής ενέργειας, σε ένα τρισδιάστατο πεδίο με στόχο την ένωση του πνεύματος με την ύλη. Αυτό είναι το έργο που έχει να επιτελέσει η ψυχή στην ανθρώπινη μορφή.

Πριν την κάθε ενσάρκωσή της στη γη, βιώνει σε ανώτερα πεδία μέσα σε μια αγγελική πολυδιαστασιακή υπόσταση, σε αυτή την ενέργεια δημιουργεί το πλάνο της ζωής για το επόμενο ταξίδι της στη γη. Όταν είναι έτοιμη επιλέγει τους γονείς, τον τόπο και τον χρόνο, καθώς επίσης τα μαθήματα και τις δοκιμασίες. Επιλέγει να μπει σε ένα σύστημα που μέσα σε αυτό θα εξελιχθεί. Από τη στιγμή της γέννησής της όμως ξεχνά όλη την προηγούμενη δυναμική που φέρνει. Έτσι πορεύεται μέσα στο ταξίδι της ζωής και καλείται να μάθει όλα όσα ήδη γνωρίζει με έναν διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Σκοπός αυτής της εκπαίδευσης είναι να ολοκληρώνει μαθήματα, διαφορετικούς κύκλους ζωής, αλλά και να συλλέγει εμπειρίες που θα τη βοηθήσουν στην εξέλιξή της.

Το θεϊκό της κομμάτι παραμένει στα ανώτερα πεδία και βρίσκεται συνεχώς σε σύνδεση μαζί της, είναι ο ανώτερος εαυτός της. Η ίδια όμως στην ανθρώπινη μορφή ξεχνά την ύπαρξή του, αναπτύσσει την προσωπικότητα που είναι ο κατώτερος εαυτός και καλείται να αφυπνιστεί ώστε να πράξει την ένωση.

Έρχεται λοιπόν στη γη να αγωνιστεί μέσα στη δυαδικότητα, να ισορροπήσει το φως και το σκοτάδι, να αποδεχτεί εξ ολοκλήρου όλες τις εκφάνσεις της ύπαρξής της και να τις ενώσει. Να δώσει, να δεχτεί και να ολοκληρώσει μαθήματα, αλλά κυρίως να ενθυμηθεί τη θεϊκή της καταγωγή, ότι είναι Ένα με τον δημιουργό της.

Η εστία της είναι η ίδια εστία του πρωταρχικού δημιουργού. Μιας νοήμον ενέργειας του σύμπαντος, μιας κυρίαρχης ανώτερης δύναμης, της μητέρας και του πατέρα μαζί. Όλης της πνευματικής οικογένειας των ενεργειών του φωτός. Είναι η πηγή του όλου. Από εκεί έρχεται η ψυχή και εκεί πηγαίνει. Εκεί ανήκει, είναι μια ενέργεια γεμάτη από το φως και την αγάπη του θεού.

Κάθε φορά που επιλέγει να ενσαρκωθεί στη γη φέρνει μαζί της και ένα μέρος ενεργειών από τις προηγούμενες ενσαρκώσεις της, καθώς τίποτα δε χάνεται από όλα όσα συλλέγει στην κάθε της ζωή. Τα πάντα συγκεντρώνονται σε ένα ενεργειακό υπερδιάστατο πεδίο το λεγόμενο Ακασικό αρχείο, όπου με έναν τρόπο παραμένουν ενεργά και πορεύονται με την παρούσα ζωή της. Εκεί υπάρχουν όλοι οι ρόλοι, οι μνήμες, τα ταλέντα, ό,τι έχει δουλέψει, ό,τι δεν έχει ολοκληρώσει. Καθώς και όλα τα αποτελέσματα που έχει φέρει μέσα από τις πράξεις της προσωπικότητας (κάρμα) την αιτία και το αιτιατό, τη δράση και την αντίδραση.

Έτσι από τη μια χρειάζεται να δουλέψει με όλα όσα φέρνει από το παρελθόν και από την άλλη καλείται να επιβιώσει και να ανταπεξέλθει στα αδιέξοδα και στις αντιξοότητες της καθημερινότητας του παρόντος, αλλά και να απελευθερώσει και όλα τα άχρηστα πρότυπα και πεποιθήσεις που εντυπώθηκαν στην κάθε παρούσα ζωή της.

Εδώ είναι η πρόκληση, αυτό είναι το παιχνίδι, στην ουσία αναλαμβάνει έναν ρόλο να ερμηνεύσει, όπως και όλες οι άλλες ψυχές γύρω της, όπου μαζί δημιουργούν ένα έργο επί σκηνής πάνω στη γη, αλλά παράλληλα με τη βάση ενός σοφού θεϊκού σχεδίου που γενικεύεται σε όλο το σύμπαν.

Μέσα σε αυτό το παιχνίδι της ζωής κανείς δεν παρεμβαίνει στις ανθρώπινες επιλογές, γιατί βασικός κανόνας του παιχνιδιού είναι η ελεύθερη βούληση. Κατά αυτόν τον τρόπο βιώνουμε όλοι σταδιακά τα διάφορα επίπεδα της ανάπτυξής μας, έχοντας ή όχι συνειδητά τη γνώση της πραγματικής μας ουσίας.

Σαφώς είναι διαφορετικές οι περιπτώσεις που οδηγούν τον καθένα από εμάς σε μια εσωτερική αναζήτηση. Μέσα από τη φύση μας νιώθουμε την ανάγκη της επίγνωσης, να μάθουμε δηλαδή τον εαυτό μας. Να βρούμε τον σκοπό της ύπαρξης, την πνευματικότητα, τον εσωτερισμό μας. Όταν αναγνωρίσουμε τις πολλές εκφάνσεις του εαυτού μας ξεκινάμε την ένωση.

Στην αναζήτηση αυτή αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε το ανθρώπινο μεγαλείο πέρα από τις τρεις διαστάσεις. Ενώνουμε την ύλη με το πνεύμα, τον ανώτερο εαυτό, νιώθουμε το θεό μέσα μας και σιγά-σιγά ανακτούμε τη δύναμή μας. Έτσι δημιουργούμε τη γαλήνη, την ευτυχία, την αγάπη και την ισορροπία στη ζωή μας. Όλα αυτά είναι στάδια ανάπτυξης διαφορετικά για τον καθένα. Αρχικά έρχεται η επίγνωση, η αποδοχή των επιλογών, η συγχώρεση, η κατανόηση και η συνειδητοποίηση της δυαδικότητας του εαυτού. Έρχεται με λίγα λόγια η αναγνώριση της σοφίας που φέρνει μέσα της η ψυχή καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της πάνω στη γη.

Τις περισσότερες φορές χρειάζεται να περάσουμε μέσα από τραυματικές εμπειρίες για να μπούμε στο μονοπάτι της αναζήτησης του ίδιου του εαυτού και της πνευματικότητάς μας. Γιατί ψάχνοντας να βρούμε λύσεις και απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, έρχεται κάποια στιγμή που συνειδητοποιούμε πως τα πάντα βρίσκονται μέσα μας. Πριν να φτάσουμε όμως εκεί συνήθως αισθανόμαστε δυσφορία, αδιέξοδο, ψυχικό πόνο και αδυναμία, θεωρούμε πως κανείς γύρω μας δεν καταλαβαίνει όλο αυτό που περνάμε, αλλά μπορεί και να είναι απλά η ετοιμότητά μας για να αλλάξουμε οπτική.

Κάποιες άλλες φορές προσπαθώντας να βρούμε τον δρόμο μας μια σοβαρή ασθένεια γίνεται η αφορμή να ανακαλύψουμε τα ταλέντα της ψυχής μας π.χ. (αυτοίαση) και την ίδια μας τη δύναμη.

Δεν έχει όμως σημασία ο τρόπος που ο καθένας οδηγείται στον δρόμο της ψυχής του, αλλά το αποτέλεσμα που θα φέρει στον εαυτό του και στο σύνολο, αφού τα πάντα είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Υπάρχει προνόηση της ίδιας της ψυχής που ήδη έχει φροντίσει μέσα στο πλάνο της να φέρει κοντά μας ανθρώπους που είτε θα μας ανοίξουν τον δρόμο, είτε θα μας δείξουν μέσα από τον ίδιο τους τον εαυτό και τις αλλαγές τους, τον τρόπο που και εμείς να μπορούμε να ανακαλύψουμε την εσωτερική μας διάνοια και δύναμη.

Η εσωτερική ύπαρξη φέρνει μέσα της και το φως και το σκοτάδι εδώ είναι απαραίτητη η ισορροπία. Η υπέρβαση γίνεται από τη μια με την βοήθεια του πνεύματος, την απεριόριστη θεμελιώδη ενέργεια της αγάπης του θεού, την κινητήρια δύναμη για τη ζωή. Και από την άλλη με την αγάπη του καθενός προς τον εαυτό του, γιατί έτσι αναγνωρίζει και αποδέχεται το θεό μέσα του.

Κανένας θεός δεν τιμωρεί, η τιμωρία είναι καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό και μόνο.

Οι πράξεις μας είναι που φέρνουν το όποιο αποτέλεσμα. Το να αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες των πράξεών του αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι του εαυτού του, έτσι έρχεται η συνειδητή γνώση του “είναι”, η οποία έχει την ικανότητα να μας πηγαίνει πιο κοντά στην ψυχή και στο πνεύμα (συνειδητότητα). Ανοίγουμε την αντίληψη για τον ρόλο μας στη γη, για τον ουσιαστικό σκοπό της ζωής μας, κατανοούμε πως υπάρχει κάτι πέρα από τις τρεις διαστάσεις που ζούμε και έως τώρα γνωρίζουμε. Αποδεχόμαστε την πραγματική θεϊκή ουσία που πηγάζει μέσα μας και πορευόμαστε ως ένα πολυδιάστατο ον. Έτσι ακριβώς όπως υπήρξαμε πρωταρχικά.

Δημιουργηθήκαμε με πολλή αγάπη έχοντας στη διάθεσή μας όλες εκείνες τις δυναμικές που τώρα προσπαθούμε και πάλι να ανακτήσουμε. Έχουμε μέσα μας κερδισμένα δώρα, τη δημιουργία, την αυτοΐαση, τη σοφία, την αγάπη, τη δύναμη. Όλα είναι δικά μας, απλά επιλέξαμε να τοποθετήσουμε μπροστά μας το πέπλο της λήθης, να μπούμε σε ένα ταξίδι ενσαρκώσεων, για τη σύλλεξη εμπειριών, να δώσουμε και να πάρουμε μαθήματα αλλά κυρίως να προσφέρουμε την ενέργειά μας στο συλλογικό πεδίο της γης.

Όλα όσα συλλέγει η ψυχή βρίσκονται μέσα στην καρδιά, μέσα στο DNA, μέσα στο προσωπικό αλλά και συλλογικό Ακασικό αρχείο, εκεί υπάρχει όλο το μεγαλείο, εκεί βρίσκονται τα δώρα και είναι διαθέσιμα για όλους, εκεί υπάρχει και ο ανώτερος εαυτός που γνωρίζει τα πάντα. Είναι ένας και μοναδικός και απόλυτα συνδεδεμένος με την ψυχή του, είναι εκείνος που θα της απλώσει το χέρι του όταν χάσει τον δρόμο της. Είναι ο άγγελος που θα την αγκαλιάσει όταν πονάει, που θα την τραβήξει στο φως με την αγάπη του, που δε θα κρίνει ποτέ τις επιλογές και τις πράξεις της, αλλά θα περιμένει με υπομονή να τον θυμηθεί και να τον καλέσει.

Το έργο της ψυχής λοιπόν εκτός από τη συλλογή εμπειριών και την ολοκλήρωση μαθημάτων είναι μέσα στο κάθε ταξίδι της να ανακαλύψει κυρίως αυτό το μεγαλείο που φέρνει και να ενωθεί με τον ανώτερο εαυτό. Καλούμαστε ως άνθρωποι να δούμε και να αναγνωρίσουμε αυτήν την αλήθεια.

Να εκδηλώσουμε την μοναδική ιερότητα του εαυτού μας, ώστε ελεύθεροι να ενώσουμε το δικό μας πνεύμα στην ύλη μέσα από αγνή πρόθεση φωτός και αγάπης.

Από τα περί ισότητας τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν υλοποιείται στην πραγματικότητα

Το μόνο σίγουρο είναι πως από τα περί ισότητας τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν υλοποιείται στην πραγματικότητα. Υποτίθεται ότι διακηρύξαμε τα ίσα δικαιώματα επειδή δεν αντέχαμε την ανισότητα των δυνάμεων της κοινωνίας. Εντάξει, οι διακρίσεις καταγωγής καταργήθηκαν. Πώς μπορούν όμως να καταργηθούν κι εκείνες που έχουν να κάνουν με την ανωτερότητα των φυσικών ικανοτήτων; Δεν υπάρχει τρόπος! Κι όμως είναι αρκετές για να αποκαταστήσουν προνόμια, για να υψώσουν μεταξύ των ανθρώπων φράγματα, τόσο αξεπέραστα όσο και αυτά τα οποία χώριζαν κάποτε τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. 

Σήμερα ο καθένας στη γραμμή εκκίνησης μπορεί να πάρει τη θέση που είναι εκ φύσεως ικανός να πάρει. Έτσι, άλλοι καταφέρνουν και εξυψώνονται από τη δουλειά και τα ταλέντα τους στα υψηλότερα στρώματα, άλλοι δεν μπορούν να κατακτήσουν κάτι παραπάνω παρά μόνο τις μεσαίες θέσεις του μεγάλου όχλου κι άλλοι, που έτυχε να γεννηθούν σε οικογένειες των υψηλών στρωμάτων, επειδή δεν έχουν ταλέντα σε συνδυασμό με ανάλογη εργατικότητα, κατρακυλούν στα τελευταία στρώματα της κοινωνίας, στα οποία και είναι αναγκασμένοι να παραμείνουν για όλη τους τη ζωή.

Τι συμπέρασμα λοιπόν μπορεί να βγάλει κανείς; Ότι όλα βρίσκονται στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί υπάρχουν ισχυρά ένστικτα, που εξαιτίας τους οι άνθρωποι δέχονται να υφίστανται τα πάντα και να σκύβουν το κεφάλι. Ο κάθε άνθρωπος μεμονωμένα και, κατ’ επέκτασιν, οι πολλές και διαφορετικές ομάδες που απαρτίζουν την κοινωνία έλκονται προς τα πάνω ή μένουν προσκολλημένοι στην κατάντια στην οποία γεννήθηκαν από δυνάμεις έλξης και βαρύτητας, των οποίων οι αρχές βρίσκονται μέσα στην ψυχή τούς κι από τις οποίες δεν μπορούν να γλιτώσουν.

Όλες οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους διαμορφώνονται σύμφωνα με το αν ο καθένας είναι πλασμένος να επιβάλλει ή να υφίσταται. Πρώτα υποτασσόμαστε στον εαυτό μας και στη συνέχεια στους άλλους. Πάντα ανάλογα με το βαθμό ψυχικής δύναμης, η οποία υπάρχει εκ γενετής μέσα τους. Αυτή είναι εκείνη που κυριαρχεί και, ό,τι και να κάνουν, αυτή είναι που τους καθορίζει τη θέση τους στην κοινωνία.

Η πραγματικότητα που περιγράφεται πιο πάνω εμπεριέχει, ασφαλώς, ένα είδος μοιρολατρίας, η οποία έχει να κάνει με την κατανομή της εξυπνάδας και της αντοχής καθώς και των άλλων κοινωνικά ενεργών πλεονεκτημάτων του χαρακτήρα ανάμεσα στους ανθρώπους, κατανομή που έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την εκάστοτε ιδιοτροπία της τύχης.

■ Η δύναμη, η περιουσία, η κοινωνική θέση, η φήμη και η δόξα είναι σε ανεπάρκεια. Δεν μπορούν να τα κατέχουν παρά μόνο οι λίγοι κι εκλεκτοί.
■ Το ξεκίνημα της ζωής του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια λοταρία στην οποία λίγοι μόνο αριθμοί κερδίζουν. Οι κερδισμένοι έχουν πολύ περισσότερα φυσικά εφόδια για να παραγκωνίσουν τους υπόλοιπους.
■ Το κράμα των ανθρώπων της κοινωνίας μοιάζει με τα πλήθη που συνωστίζονται σε πολύ μικρούς δημόσιους χώρους και προσπαθούν να μη μείνουν απ’ έξω. Αυτοί που δεν έχουν πολύ δυνατά πλευρά για ν’ αντέξουν την πίεση συνθλίβονται ή αυτοί που το κεφάλι τους δεν ξεπερνά πολύ το μέσο ύψος στο πλήθος για να μπορούν να αναπνεύσουν, πνίγονται.
■ Στο παιχνίδι των κοινωνικών δυνάμεων, οτιδήποτε είναι ασθενές αναπόφευκτα ισοπεδώνεται. Αυτός είναι ο νόμος της μάχης, κι αυτό στην εποχή μας είναι η μεγαλύτερη αλήθεια.
■ Στα πόδια των κατακτητών του, ο άνθρωπος που έχει πια πέσει είναι ένα τίποτα, ένα συνηθισμένο πτώμα κάποιου που είναι φυσικό να χαθεί στο πεδίο της μάχης.
■ Οι ιαχές του πλήθους πνίγουν τους αναστεναγμούς του ηττημένου και η κυρίαρχη ιαχή ανάμεσα στο πλήθος είναι: Επιτυχία! Στόχοι!
■ Επιτυχία! Στόχοι! Οι λέξεις αυτές καθορίζουν ολόκληρο τον πολιτισμό. Η τελευταία λέξη της σύγχρονης κοινωνικής φιλοσοφίας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το να αναζητάς τρόπους για να πετύχεις.
■ Το δρόμο προς την Επιτυχία δεν γίνεται να σ’ τον δείξει άλλος. Είναι δρόμος απόλυτα προσωπικός. Πρέπει να τον βρεις μόνος σου. Το μόνο που μπορεί να σε καθοδηγήσει για να τον βρεις είναι τα εξής αξιώματα, που έχουν προκύψει από την εμπειρία:
● Τα μυστικά της ζωής δεν είναι κάτι που μαθαίνεται θεωρητικά.
● Όταν μάθουμε τη ζωή είναι ανοησία να προσπαθήσουμε να την μάθουμε και σε άλλους. Η διδασκαλία μας δεν πρόκειται να τους χρησιμεύσει σε τίποτα.
● Αυτοί που κάθονται και πολυψάχνουν θεωρητικά τη ζωή είναι αυτοί οι οποίοι λιγότερο επιτυχημένοι.
■ Δε μπορούμε να κρίνουμε τους ανθρώπους από αυτά τα οποία φαίνονται, αφού όσα φαίνονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δε μπορούμε να τους κρίνουμε με βάση αυτά που λένε, αφού δεν λένε αυτά τα οποία σκέφτονται. Κι ακόμα κι αν ήταν ειλικρινείς, δεν θα μπορούσαμε να τους πιστέψουμε, αφού κι αυτοί οι ίδιοι δεν γνωρίζουν αρκετά τον εαυτό τους για να μπορέσουν να μας διαβεβαιώσουν πως πάντα θα συμβαδίζουν τα λόγια και τις πράξεις τους

Αλκιβιάδης: Περισσότερο αδικούσε ή αδικούταν;

Αλκιβιάδης: Αθηναίος πολιτικός. Ήταν φύση προικισμένη με πολλές αρετές. Επιζητούσε τα πρωτεία, ήταν θορυβώδης και θρασύς. Πάνω στο μεθύσι του έκοψε τα κεφάλια των αγαλμάτων του Ερμή Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αλκιβιάδης άλλαξε τις πολιτικές του συμμαχίες αρκετές φορές. Στη πατρική του Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του 410 π.Χ, υιοθέτησε μια επιθετική ξένη πολιτική, και ήταν εξέχων υποστηρικής της εκστρατείας στη Σικελία.

Το καλοκαίρι του 415 π.Χ. και ενώ ο λεγόμενος Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε μπει στο 17ο έτος, οι Αθηναίοι, ύστερα από πολλές συζητήσεις και αντεγκλήσεις στην Εκκλησία του Δήμου, αποφασίζουν να αποσταλεί στη Σικελία μεγάλη στρατιωτική δύναμη με αρχηγούς τούς Αλκιβιάδη, Νικία και Λάμαχο. Με αυτήν θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους Εγεσταίους στη διαμάχη τους με τους Σελινουντίους, να απτής πράξης, οι Ερμοκοπίδες των γραπτών πηγών μας, είχαν περιοριστεί στον ακρωτηριασμό των φαλλών!

Το γεγονός προκάλεσε πανικό στους Αθηναίους. «Κανείς δεν γνώριζε τους ενόχους» μάς λέει ο Θουκυδίδης «αλλά προκηρύχτηκαν δημοσία μεγάλες αμοιβές για να τους ανακαλύψουν και ψήφισαν, επίσης, ότι οποιοσδήποτε, είτε πολίτης είτε ξένος είτε δούλος ήξερε καμιάν άλλη ιεροσυλία, έπρεπε να την καταγγείλει χωρίς φόβο για το άτομό του. Θεωρούσαν το πράγμα εξαιρετικά σοβαρό, γιατί νόμιζαν ότι ήταν κακό σημάδι για την εκστρατεία και ότι ήταν εκδήλωση συνωμοσίας για να γίνη επανάσταση και ν’ ανατραπή η δημοκρατία.

Ο Αλκιβιάδης στο στόχαστρο

Μερικοί μέτοικοι και υπηρέτες, χωρίς ν’ αποκαλύψουν τίποτε για τους Ερμάς, έκαναν μια καταγγελία για προγενέστερους ακρωτηριασμούς άλλων αγαλμάτων, τους οποίους, για διασκέδαση, είχαν κάνει μεθυσμένοι νεαροί και αποκάλυψαν ταυτόχρονα ότι σε μερικά σπίτια γίνονταν παρωδίες των Μυστηρίων της Ελευσίνος. Μεταξύ άλλων, κατηγορούσαν και τον Αλκιβιάδη. Υιοθετούσαν την κατηγορία οι εχθροί του Αλκιβιάδη, επειδή ήταν εμπόδιο για να γίνουν αυτοί ηγέτες των δημοκρατικών. Νομίζοντας ότι αν πετύχαιναν να τον διώξουν από την πολιτεία, θα γίνονταν αυτοί αρχηγοί της… Έλεγαν ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχαν γίνει χωρίς την ανάμιξή του και πρόσθεταν για επιχείρημα την εν γένει διαγωγή του, περιφρονητική του νόμου και αντιδημοκρατική.

Παρ’ όλες τις σοβαρές αυτές κατηγορίες ο Αλκιβιάδης συνόδευσε τις στρατιωτικές δυνάμεις στη Σικελία. Ο ίδιος ήθελε να παραμείνει στην Αθήνα προκειμένου να απολογηθεί, αλλά αυτό δεν του το επέτρεψαν οι αντίπαλοί του. Γνωρίζοντας ότι ήταν πολύ δημοφιλής στον λαό, δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι κατά τη χρονική εκείνη στιγμή θα αθωωνόταν πανηγυρικά. Αν έφευγε όμως μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα για τη Σικελία, θα είχαν όλο τον χρόνο, και μάλιστα χωρίς σοβαρή αντίσταση, να διαμορφώσουν ένα αρνητικό γι’ αυτόν κλίμα, κάτι που τελικά και πέτυχαν.

Τα αθηναϊκά πλοία είχαν φθάσει ήδη στη Σικελία και ελλιμενίζοντο στην Κατάνη, όταν έφθασε εκεί η «Σαλαμινία», το ιερό πλοίο των Αθηναίων, ζητώντας από τον Αλκιβιάδη και ορισμένους στρατιώτες να επιστρέψουν στην Αθήνα προκειμένου να απολογηθούν για τις κατηγορίες που τους βάραιναν, δηλαδή για τη συμμετοχή τους στον ακρωτηριασμό των ερμαϊκών στηλών και την παρωδία των Μεγάλων Μυστηρίων της Ελευσίνας. Το αθηναϊκό κράτος δεν είχε πάψει ποτέ τις έρευνές τους για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών των παραπάνω αδικημάτων, καθώς είχε την υποψία ότι αυτά σχετίζονταν με προσπάθειες σκοτεινών κύκλων να ανατρέψουν το δημοκρατικό πολίτευμα. Ωστόσο το όλο πολιτικό κλίμα της εποχής ήταν νοσηρό και οδήγησε τις ανακρίσεις σε υπερβολές και ακρότητες. Παντού κυριαρχούσε η τρομοκρατία και πολλοί διακατέχονταν από ένα αίσθημα φόβου και ανασφάλειας.

Κατέφυγε στη Σπάρτη, όταν οι πολιτικοί του εχθροί υπέβαλαν μήνυση για ιεροσυλία. Στη Σπάρτη, υπηρέτησε ως στρατηγικός σύμβουλος, προτείνοντας ή επιβλέποντας μεγάλες εκστρατείες κατά της Αθήνας. Και στη Σπάρτη, ωστόσο, ο Αλκιβιάδης απέκτησε ισχυρούς εχθρούς και αποστάτησε στην Περσία. Εκεί υπηρέτησε ως σύμβουλος του σατράπη Τισσαφέρνη, μέχρι να του ζητήσουν οι Αθηναίοι να επιστρέψει. Τότε, υπηρέτησε ως Αθηναίος Στρατηγός για αρκετά χρόνια, αλλά οι εχθροί του κατάφεραν να τον εξορίσουν για δεύτερη φορά. Η εκστρατεία στη Σικελία ήταν ιδέα του Αλκιβιάδη.

Στα χρόνια που υπηρέτησε τη Σπάρτη, ο Αλκιβιάδης έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην καταστροφή της Αθήνας – η κατάληψη της Δεκέλειας και οι εξεγέρσεις αρκετών κριτικών αθηναϊκών θεμάτων διεξήχθησαν είτε λόγω της γνώμης του είτε υπό τη διοίκηση του. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε μια σειρά αθηναϊκών νικών που ανάγκασαν τη Σπάρτη να ζητήσει ειρήνη. Ευνόησε αντισυμβατικές τακτικές, νικώντας τις μάχες με προδοσία ή διαπραγματεύσεις αντί με πολιορκία. Τα πολιτικά και στρατιωτικά ταλέντα του Αλκιβιάδη αποδείχθηκαν χρήσιμα για όποιο κράτος ήταν υπό την υποταγή του, αλλά η κλίση του να κάνει ισχυρούς εχθρούς ήταν συμβατή με το γεγονός ότι ποτέ δεν έμενε σε ένα μέρος για πολύ καιρό.

Ο Αλκιβιάδης πρότεινε στους Αθηναίους να φύγουν από τους Αιγός ποταμούς που έχουν αγκυροβολήσει και να πάνε στη Σηστό. Η πρότασή του ήταν λογική αλλά κανένας Αθηναίος δεν τον άκουσε.. Είχε διαπράξει τόσα πολλά εις βάρος των Αθηναίων που ήταν δικαιολογημένη η στάση τους.

Η Πάραλος και η Σαλαμινία ήταν τα ιερά πλοία των Αθηναίων. Εδώ, η Πάραλος πηγαίνει στην Αθήνα να ανακοινώσει τα δυσάρεστα νέα.

Οι Αθηναίοι στρατηγοί απορρίπτουν τις λογικές προτάσεις του Αλκιβιάδη. Ο πανούργος Λύσανδρος επιτίθεται αιφνιδιαστικά κατά των Αθηναίων, όταν αυτοί είχαν βγει στη ξηρά για αναζήτηση τροφίμων. Όλα σχεδόν τα πλοία των Αθηναίων, εκτός από εννέα, περιέρχονται στα χέρια των Πελοποννησίων αμαχητί.

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Συναισθηματική νοημοσύνη και δείκτης νοημοσύνης

Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η αποτυχία ανθρώπων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης και η αναπάντεχη και εντυπωσιακή επιτυχία άλλων με πιο μέτριο δείκτη; Θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι πολύ συχνά η διαφορά βρίσκεται στις δεξιότητες που εδώ αποκαλούνται «συναισθηματική νοημοσύνη», στις οποίες περιλαμβάνονται ο αυτοέλεγχος, ο ζήλος, η επιμονή και η ικανότητα να βρίσκει κανείς κίνητρα για τον εαυτό του. Και αυτές οι δεξιότητες, όπως θα δούμε, μπορούν να διδαχθούν στα παιδιά και να τους προσφέρουν έτσι μια καλύτερη ευκαιρία να αξιοποιήσουν οποιοδήποτε νοητικό δυναμικό μπορεί να τους χάρισε ο γενετικός τροχός της τύχης.

Πίσω από αυτή τη δυνατότητα αναπτύσσεται μια πιεστική ηθική επιταγή. Ζούμε σε μια εποχή στην οποία όπου ο εγωισμός, η βία και η μοχθηρία καταστρέφουν καθετί καλό υπάρχει στην κοινωνική μας ζωή. Εδώ το ζήτημα της σημασίας της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ συναισθηματικού κόσμου, χαρακτήρα και ηθικών ενστίκτων. Γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι θεμελιώδεις ηθικές στάσεις ζωής προκύπτουν από ουσιαστικές συναισθηματικές ικανότητες.

Πρώτα πρώτα, η παρόρμηση είναι το διάμεσο του συναισθήματος. Ο σπόρος κάθε παρόρμησης είναι ένα συναίσθημα που ξεσπάει θέλοντας να εξωτερικευθεί στην πράξη. Αυτοί που βρίσκονται στο έλεος της παρόρμησής τους, αυτοί που δεν έχουν αυτοέλεγχο, πάσχουν από έλλειψη ηθικών κρίσεων. Η ικανότητα ελέγχου της παρόρμησης είναι η βάση της θέλησης και του χαρακτήρα. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ρίζα του αλτρουισμού βρίσκεται στην ενσυναίσθηση, στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε σωστά τα συναισθήματα των άλλων.

Αν δεν έχουμε αίσθηση της ανάγκης ή της απόγνωσης του άλλου, δεν μπορούμε να νοιαστούμε γι’ αυτόν. Κι αν υπάρχουν δύο ηθικές στάσεις που η εποχή μας ζητάει απεγνωσμένα, αυτές δεν είναι άλλες από την αυτοσυγκράτηση και τη συμπόνια.

Ευαίσθητοι και υπερευαίσθητοι άνθρωποι

Αν και συχνά αυτά τα δύο μπερδεύονται ή παρεξηγούνται, το να είστε πολύ ευαίσθητοι ή υπερευαίσθητοι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα.
  • Η υπερευαισθησία είναι συνώνυμη με την συναισθηματική ευθραυστότητα και τα ευαίσθητα συναισθήματα.
  • Το να είστε πολύ ευαίσθητοι είναι μια βιολογική προδιάθεση που κάνει λιγότερο δύσκολο το να αναγνωρίσετε συγκεκριμένα συναισθήματα.
Ένα παράδειγμα υπερευαίσθητου ανθρώπου θα μπορούσε να είναι ένας συνάδελφος στην δουλειά που παρερμήνευσε κάποια από τις χειρονομίες σας. Εκτός από το να θυμώσει και να «εκραγεί» στην μέση του γραφείου, υποβάλλει καταγγελία στον προϊστάμενο σας.

Όταν πρόκειται για ένα πολύ ευαίσθητο άτομο, ένα καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι πως όταν συμβαίνει κάτι αρνητικό, ανησυχεί περισσότερο για την αντίδραση του άλλου.

Βιολογία και συναισθήματα

Όπως ανέφερα πριν, το να είστε πολύ ευαίσθητοι είναι μια βιολογική προδιάθεση. Αυτό σημαίνει πως σχετίζεται λίγο με τα ίδια τα συναισθήματα. Όπως πολλοί άλλοι βιολογικοί παράγοντες, η μεγάλη ευαισθησία είναι πολύπλοκη και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον.

Μπορείτε να είστε πολύ ευαίσθητοι και όχι υπερευαίσθητοι. Αν είστε πολύ ευαίσθητοι , μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να πληγώσουν τα συναισθήματα σας αν έχετε συναισθηματικές ικανότητες. Το θέμα είναι ότι οι πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι μπορούν να αντιληφθούν αν η συναισθηματική κατάσταση ενός άλλου ατόμου είναι αυθεντική.

Αυτό τους δίνει το εργαλείο να πληγώσουν τους άλλους αν το επιθυμούν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι εύκολο να τους πληγώσετε ή να τους χειραγωγήσετε συναισθηματικά. Αν έχουν αναπτύξει θετικές συναισθηματικές ικανότητες, μπορούν να είναι πολύ υποστηρικτικοί για την οικογένεια και για τους φίλους τους.

Τα υπερευαίσθητα άτομα είναι συνήθως έτσι λόγω των εμπειριών και της ανατροφής τους. Αν δεν είχαν την απαραίτητη συναισθηματική υποστήριξη για να τους κάνει δυνατούς και να τους δώσει τις ικανότητες να αντιμετωπίσουν τον κόσμο, θα καταλήξουν να επηρεάζονται από το τι σκέφτονται οι άλλοι γι' αυτούς.

Χαρακτηριστικά

Οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι:
  • Είναι ανασφαλείς επειδή δεν ξέρουν πώς να ξεχωρίσουν κάποιον που τους επιτίθεται από κάποιον που τους κάνει ένα σχόλιο χωρίς να θέλει να τους κρίνει.
  • Δεν έχουν μάθει να διαχειρίζονται τα συναισθήματα τους. Αυτό τους αναγκάζει να μένουν σιωπηλοί σε σχέση με τα συναισθήματα τους. Δηλαδή, μέχρι να φτάσουν σε ένα σημείο που δεν μπορούν να τα κρατήσουν άλλο και εκρήγνυνται.
  • Χρησιμοποιούν αρνητικά εργαλεία, όπως τον συναισθηματικό εκφοβισμό και την επιθετικότητα ενώ μιλάτε. Το κάνουν για να νιώσετε μια συγκεκριμένη αίσθηση υπεροχής.
  • Είναι πολύ ευαίσθητοι σε αυτά που λένε και κάνουν οι άλλοι.
  • Είχαν αρνητικές εμπειρίες κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας που δεν έχουν ξεπεράσει ακόμα. Αυτές μπορεί να είναι το διαζύγιο των γονιών τους, η υπέρ-προστατευτικότατα τους, ο εκφοβισμός ή ακόμα και η ενδοοικογενειακή βία.
Οι πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι:
  • Έχουν ενσυναίσθηση. Αν και αυτό μπορεί να φαίνεται καλό, μπορεί να τους δημιουργήσει σύγχυση. Η σύγχυση αρχίζει όταν δεν έχουν καλή και δυνατή συναισθηματική εκπαίδευση.
  • Μπορούν να αναπτυχθούν συναισθηματικά σε απόσταση από τους άλλους ανθρώπους. Αυτό συμβαίνει συχνότερα όταν δεν έχουν μάθει να εμπλέκονται σε όσα γίνονται γύρω τους. Τα πάντα τους καταβάλλουν.
  • Είναι πολύ διαισθητικοί. Από ανθρώπους σε ζώα και εξοπλισμούς, μπορούν να κατανοήσουν τα πάντα με μεγάλη ευκολία.
  • Προτιμούν τις μοναχικές δραστηριότητες ώστε να εστιάζουν καλύτερα στους στόχους τους. Το να δουλεύουν με άλλους μπορεί επίσης να τους αγχώνει αν δεν έχουν μάθει να διαχειρίζονται την μεγάλη ευαισθησία.
  • Είναι πολύ παρατηρητικοί. Αν έχετε κάποιον φίλο που είναι πολύ ευαίσθητος, σίγουρα θα είναι ο πρώτος που παρατηρεί οποιαδήποτε αλλαγή. Είτε είναι στην διακόσμηση, είτε στην διάθεση, είτε στην εμφάνιση σας, ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος θα παρατηρήσει την αλλαγή.
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους

Κάτι που έχουν κοινό οι ευαίσθητοι και οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι είναι ότι μπορούν να μάθουν να είναι δυνατότεροι.

Να θυμάστε πως αν δεν μπορείτε να αλλάξετε την γενεσιολογία σας, μπορείτε τουλάχιστον να μάθετε διαφορετικές ικανότητες που θα σας βοηθήσουν να βελτιωθείτε ως άτομο. Αν και οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι έχουν συνήθως πρόβλημα στο να διαφοροποιούν συγκεκριμένους τόνους και συναισθήματα, έχουν μεγάλη ικανότητα στο να κατανοούν ερεθίσματα τα οποία περνούν απαρατήρητα στους άλλους.

Κάτι που μπορεί να βοηθήσει είναι απλώς να ενημερώσετε τους ανθρώπους για τα υπερευαίσθητα και τα πολύ ευαίσθητα άτομα. Με αυτό, μαθαίνουν να τους κατανοούν. Αν αυτό δεν λειτουργήσει, η ψυχοθεραπεία είναι επίσης μια λύση. Μέσω της θεραπείας, ορισμένες συμπεριφορές που χρειάζονται για τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μπορούν να αποκατασταθούν.

BΒC: Υπάρχουν βουνά στο εσωτερικό της Γης κοντά στον πυρήνα με 3πλάσιο ύψος από το Έβερεστ

Μία πολύ μεγάλη ανακάλυψη έκαναν οι επιστήμονες δημιουργώντας και εύλογες απορίες ως προς το αν τελικά κάποιες δοξασίες περί της Κοίλης Γης έχουν κάποια δόση αλήθειας αφού τελικά στο εσωτερικό του πλανήτη και κοντά στον πυρήνα υπάρχουν βουνά με 3πλάσιο ύψος από αυτό του Έβερεστ!

Το πρόβλημα για να υπάρχουν βουνά στο εσωτερικό της γης είναι πως θα πρέπει αυτό το εσωτερικό να είναι κοίλο, δηλαδή κούφιο.

Γιατί αν ήταν συμπαγές και αποτελούμενο από ένα ενιαίο υλικό απλά δεν θα υπήρχαν βουνά.

Χρησιμοποιώντας σεισμολογικά κέντρα στην Ανταρκτική, οι ειδικοί βρήκαν αυτά τα εκπληκτικά τεράστια «βουνά» στο όριο μεταξύ του πυρήνα και του μανδύα, περίπου 1.800 μίλια βάθους (περίπου 2.900 χιλιόμετρα) όπως αναφέρει το BBC.

Από τότε, παρόμοια βουνά έχουν βρεθεί να κρύβονται σε διάσπαρτες τοποθεσίες σε όλο τον πυρήνα.

Μερικά είναι ιδιαίτερα μεγάλα: Ένα δείγμα-τέρας καταλαμβάνει ένα «μπάλωμα» 910 χιλιομέτρων (565 μίλια) κάτω από τη Χαβάη.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα, κανείς δεν ξέρει πώς δημιουργήθηκαν εκεί, ή από τι είναι φτιαγμένα.

Κάποιος θα πει σε τι κατάσταση είναι αυτά τα βουνά; Τόσο κοντά στον πυρήνα; Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι είναι… κατοικήσιμα και με χιόνια, απλά το ότι υπάρχουν σημαίνει πως μέχρι τώρα δεν έχουμε περιγράψει σωστά στους εαυτούς μας, ως προς το τι υπάρχει στο εσωτερικό της Γης.

Οι ονομαζόμενες ζώνες εξαιρετικά χαμηλής ταχύτητας (ULVZ), αυτές οι γιγάντιες υπόγειες οροσειρές κατάφεραν να ξεφύγουν από το βλέμμα των επιστημόνων όλα αυτά τα χρόνια έως ότου οι σεισμοί και οι ατομικές εκρήξεις παρήγαγαν αρκετά σεισμικά δεδομένα για να εντοπιστούν από αυτούς, ανέφερε το BBC.

Για να κατανοήσουμε πόσο μεγάλα είναι αυτά τα βουνά, το Έβερεστ βρίσκεται περίπου 5,5 μίλια (8,8 χιλιόμετρα) από την επιφάνεια, ενώ τα υπόγεια βουνά λέγεται ότι έχουν ύψος πάνω από 24 μίλια (38 χιλιόμετρα).

«Αναλύοντας 1000 σεισμικές καταγραφές από την Ανταρκτική, η μέθοδος απεικόνισης υψηλής ευκρίνειας βρήκε λεπτές ανώμαλες ζώνες υλικού στο CMB [όριο πυρήνα-μανδύα] παντού όπου ερευνήσαμε», δήλωσε ο γεωφυσικός Edward Garnero από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα.

«Το πάχος του υλικού ποικίλλει από μερικά χιλιόμετρα έως 10 χιλιόμετρα. Αυτό υποδηλώνει ότι βλέπουμε βουνά στον πυρήνα, σε ορισμένα σημεία έως και 5 φορές ψηλότερα από το Έβερεστ».

Μια πιθανή εξήγηση που έδωσαν οι επιστήμονες είναι ότι αυτοί οι αρχαίοι σχηματισμοί δημιουργήθηκαν όταν οι ωκεάνιοι φλοιοί ωθήθηκαν στο εσωτερικό της Γης.

Υποστηρίζουν ότι μπορεί να ξεκίνησε η δημιουργία τους με τεκτονικές πλάκες που γλιστρούν κάτω στον μανδύα της Γης και βυθίζονται στο όριο πυρήνα-μανδύα.

Στη συνέχεια απλώθηκαν αργά για να σχηματίσουν μια ποικιλία από δομές, αφήνοντας ένα ίχνος από βουνά και σταγόνες.

Αυτό θα σήμαινε ότι και τα δύο είναι κατασκευασμένα από αρχαίο ωκεάνιο φλοιό: ένας συνδυασμός πετρωμάτων βασάλτη και ιζημάτων από τον πυθμένα του ωκεανού, αν και μετασχηματισμένα από έντονη θερμότητα και πίεση.

Άσχετα από την εξήγηση, αυτό που προκύπτει είναι πως όλοι αυτοί που πίστη στην επιστήμη θα πρέπει να αναθεωρήσουν κάποιες από τις απόψεις τους επειδή η ίδια η επιστήμη αλλάζει τα δόγματα και τις θεωρίες της ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Με λίγα λόγια πρέπει να σταματήσει αυτή η μόδα που υπάρχει σε σύγχρονες κοινωνίες του «τα ξέρω και τα γνωρίζω όλα γιατί τα έχει ανακαλύψει επιστήμη».

Η μάθηση είναι μία αέναη διαδικασία που δε σταματάει ποτέ και κάθε θεωρία ισχύει μέχρι να αποδεχτεί ότι δεν ισχύει…

Ο Αριστοτέλης, τα συναισθήματα και η αναζήτηση της αρετής

Αφού ξεκαθαρίστηκε ότι η ευχαρίστηση και η δυσαρέσκεια παίζουν καθοριστικό ρόλο στην απόκτηση της αρετής και με δεδομένο ότι η έξη (συνήθεια/εθισμός) είναι που θα στρέψει τον άνθρωπο στις ποιοτικές ή τις τιποτένιες πράξεις, αυτό που μένει είναι ο ακριβής ορισμός της αρετής, ώστε να καταστεί σαφώς ποιες πρέπει να θεωρούνται αξιόλογες πράξεις και ποιες ανάξιες λόγου: «Ύστερα από όλα αυτά καιρός να εξετάσουμε τι είναι αρετή». (1105b 5,21).

Ο Αριστοτέλης αποδεχόμενος ότι η αρετή σχετίζεται με την ψυχή στρέφει ανάλογα και την κατεύθυνση της έρευνάς του: «Δεδομένου ότι τα συμβαίνοντα στην ψυχή μας είναι τρία, πάθη, δυνάμεις, έξεις, η αρετή δεν μπορεί παρά να είναι ένα από αυτά». (1105b 5, 21-23).

Το γιατί αποκλείεται να είναι η αρετή ένας συνδυασμός αυτών, αλλά πρέπει να εστιαστεί μόνο σε ένα, έχει να κάνει με την ιεράρχηση των παραγόντων ως προς τη συγκρότηση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Ασφαλώς και τα τρία αυτά στοιχεία (πάθη, δυνάμεις, έξεις) συνδιαμορφώνουν την αρετή, αλλά το ζητούμενο είναι η εύρεση του πρωταρχικού στοιχείου, που εν τέλει καθοδηγεί τα άλλα.

Και για να γίνει αυτό πρέπει οι έννοιες να προσδιοριστούν επακριβώς: «Λέγοντας πάθη εννοώ την επιθυμία, την οργή, το φόβο, το θάρρος, το φθόνο, τη χαρά, την αγάπη, το μίσος, τη λαχτάρα, τη ζηλοτυπία, την ευσπλαχνία, γενικά όσα συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια». (1105b 5, 23-26). Θα έλεγε κανείς ότι η έννοια πάθη αφορά όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα.

Σειρά έχουν οι δυνάμεις: «Λέγοντας δυνάμεις εννοώ αυτές που κάνουν να λεγόμαστε ικανοί να έχουμε μετοχή σ’ αυτά, δηλαδή στα πάθη (να μπορούμε π.χ. να οργιζόμαστε ή να λυπούμαστε ή να νιώθουμε ευσπλαχνία)». (1105b 5, 26-28).

Με δυο λόγια, ως δυνάμεις ορίζονται οι δυνατότητες του ανθρώπου να συμμετέχει στα συναισθήματα. Υπό αυτή την έννοια, κανένα πάθος δεν μπορεί να εκπληρωθεί, αν δεν προηγείται η δυνατότητά του μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, που θα το φέρει στην επιφάνεια. Οι δυνάμεις λειτουργούν ως προϋποθέσεις των παθών, αφού όλα τα πάθη εξαρτώνται άμεσα από αυτές.

Όσο για τις έξεις: «τέλος, έξεις εννοώ την καλή ή κακή μας σχέση με τα πάθη (ενσχέσει π.χ. προς την οργή: αν οργιζόμαστε πάρα πολύ ή εντελώς χαλαρά, η σχέση μας με την οργή είναι κακή, αν όμως οργιζόμαστε με έναν μέσο τρόπο, η σχέση μας με αυτήν είναι καλή· το ίδιο και με τα άλλα πάθη)». (1105b 5, 28-31).

Ως έξη δηλαδή ορίζεται η σχέση κάθε ανθρώπου με τα πάθη, που πρέπει να διέπεται από τη μεσότητα. Αν κάποιος οργίζεται με το παραμικρό δημιουργώντας μεγάλες εντάσεις κυμαίνεται στην υπερβολή, ενώ αν είναι υποτονικός στην έλλειψη. Η μεσότητα καθορίζει την ποιότητα της έξης κι εδώ κρύβεται και πάλι η ευχαρίστηση και η δυσαρέσκεια που αντλείται από τις πράξεις.

Αυτός που θυμώνει πολύ προφανώς έχει μάθει να επιβάλλεται στους άλλους με αυτό τον τρόπο, πράγμα που εν τέλει τον ευχαριστεί, ή, αν ο θυμός δε στρέφεται ενάντια σε ανθρώπους αλλά σε πράγματα ή καταστάσεις (κάποιος μπορεί να κλωτσάει το αυτοκίνητο που δεν παίρνει μπρος), προφανώς λειτουργεί ως εκτόνωση της ψυχής, σαν ανακουφιστική διέξοδος για την αποκατάσταση της ισορροπίας. Και στις δύο περιπτώσεις η μη τήρηση του μέτρου καθιστά τις πράξεις αντίθετες με τα πρότυπα της αρετής.

Το ζητούμενο για τον Αριστοτέλη είναι ποιο από τα τρία στοιχεία κυριαρχεί στον καθορισμό της αρετής. Οι δυνάμεις απορρίπτονται ως απολύτως ανεπαρκείς: «πραγματικά, ούτε μας λένε καλούς ή κακούς ούτε μας επαινούν ή μας ψέγουν για μόνο το λόγο ότι μπορούμε να μετέχουμε στα πάθη· άλλωστε τις δυνάμεις τις έχουμε εκ φύσεως, καλοί όμως ή κακοί δε γινόμαστε από τη φύση». (1106a 5, 8-11).

Οι δυνάμεις, ως δυνατότητες διοχέτευσης του συναισθήματος δεν μπορούν να συσχετιστούν άμεσα με την αρετή, αφού η αρετή αφορά την πραγμάτωση της συμπεριφοράς. Εξάλλου, ο σωστός εθισμός που οδηγεί στην αρετή δεν είναι τίποτε άλλο από τον έλεγχο των δυνάμεων που κατευθύνονται στην άσκηση του ορθού. Θα έλεγε κανείς ότι και ο πιο δίκαιος, αφού η αρετή δεν είναι από τη φύση, δυνάμει θα μπορούσε να είναι άδικος, αν είχε διαφορετικό (μη ποιοτικό) εθισμό.

Από αυτή την άποψη, πράγματι, είναι αδύνατο να κριθεί κάποιος ως προς την αρετή από τις δυνατότητες που έχει, καθώς όλοι έχουν όλες τις δυνατότητες. Η ταύτιση των δυνατοτήτων με την αρετή δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ισοπεδωτικά, αφού σε μια τέτοια περίπτωση δε θα λαμβανόταν υπόψη ούτε ο εθισμός ούτε η ίδια η ποιότητα της συμπεριφοράς. Δίκαια, λοιπόν, οι δυνάμεις αποκλείονται από τον καθορισμό της αρετής αναγνωρίζοντας ότι την αρετή του ανθρώπου δεν την καθορίζει το δυνάμει αλλά το ενεργεία του χαρακτήρα του.

Το ζήτημα είναι ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει εξίσου και τα πάθη: «Ούτε οι αρετές ούτε οι κακίες είναι πάθη, αφού κανένας δε μας λέει καλούς ή όχι καλούς κατά τα πάθη, ενώ μας λένε κατά τις αρετές και τις κακίες· έπειτα, κανένας δε μας επαινεί ούτε μας ψέγει κατά τα πάθη (κανένας δεν επαινεί τον άνθρωπο που αισθάνεται φόβο ή οργή, ούτε κατηγορεί τον άνθρωπο που, έτσι γενικά, οργίζεται, αλλά αυτόν που οργίζεται με έναν ορισμένο τρόπο), ενώ κατά τις αρετές και τις κακίες μάς επαινούν ή μας ψέγουν». (1105b 5, 31-36 και 1106a 5, 1-2).

Με δεδομένο ότι ως πάθη χαρακτηρίζονται τα συναισθήματα, η απόρριψή τους στον καθορισμό της αρετής προκαλεί έκπληξη, αφού τα συναισθήματα είχαν κριθεί κινητήριος δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η καταλυτική παράμετρος της ευχαρίστησης ή της δυσαρέσκειας στην επιλογή μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς έδινε την εντύπωση ότι το συναίσθημα παίζει αδιαπραγμάτευτο ρόλο για την άσκηση της αρετής. Τα πάθη δεν ήταν απλώς ο μηχανισμός που θα οδηγούσε στην αρετή, αλλά αξεδιάλυτο στοιχείο με αυτήν, καθώς η άσκηση της αρετής που δε συμπλέει με το συναίσθημα κρίνεται αδύνατη. Σε τελική ανάλυση, η έξη δεν ήταν τίποτε άλλο από καλλιέργεια συναισθημάτων, ώστε να στρέφονται θετικά με τις πράξεις που εκδηλώνουν την αρετή.

Εξάλλου, εφόσον στα πάθη συγκαταλέγεται και η ζηλοτυπία και ο φθόνος και το μίσος και γενικά όλα τα αντίθετα προς της αρετή συναισθήματα, η φράση «κανένας δε μας επαινεί ούτε μας ψέγει κατά τα πάθη» φαίνεται μάλλον αντιφατική, αφού η ζηλοτυπία και ο φθόνος κατακρίνονται από την πλειοψηφία των ανθρώπων (αν υπάρχουν εξαιρέσεις δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα) ως έννοιες αντίθετες με την αρετή.

Αυτό το παραδέχεται και ο Αριστοτέλης: «υπάρχουν, πράγματι, πάθη που ήδη η λέξη που τα δηλώνει φέρνει στο μυαλό μας κάτι αρνητικό και τιποτένιο, π.χ. επιχαιρεκακία, αδιαντροπιά, φθόνος, και στην περίπτωση πράξεων: μοιχεία, κλεψιά, φόνος· γιατί όλα αυτά – και όσα άλλα τέτοια – τα λέμε με τη βεβαιότητα ότι είναι αρνητικά και τιποτένια τα ίδια και όχι η υπερβολή ή η έλλειψή τους. Δεν υπάρχει λοιπόν περίπτωση να κάνει ποτέ κανείς το σωστό ενσχέσει με αυτά· αυτά είναι πάντοτε λάθος». (1107a 6, 10-16).

Και δεν κατακρίνονται ως κάτι θεωρητικό, αλλά απολύτως πρακτικό, αφού για να κατηγορηθεί κάποιος για ζηλοτυπία πρέπει να έχει και τη συγκεκριμένη συμπεριφορά που να την καταδεικνύει. Εκτός αν μιλάμε για ζηλοτυπία που δεν εκδηλώνεται, υποθέτοντας ότι αυτός που την αισθάνεται έχει ισχυρή αυτοσυγκράτηση, ώστε να το κρύψει, οπότε δεν ψέγεται επειδή δε γίνεται αντιληπτός.

Κάτι τέτοιο, όμως, έρχεται σε αντίθεση με την ως τώρα αριστοτελική διδασκαλία, που λέει ότι η έξη, ως μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα, σχετίζεται με την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια, οι οποίες είναι τόσο ισχυρές που θα καθορίσουν τις ανθρώπινες προτιμήσεις. Αυτός που νιώθει ζηλοτυπία ή μίσος ή φθόνο ή οτιδήποτε αρνητικό και συμπεριφέρεται με αντίθετο τρόπο, για να εκπληρώσει τις αρχές της αρετής είναι απολύτως καταπιεσμένος, οπότε είναι αδύνατο να φτάσει στην ευτυχία. Γιατί τις πράξεις της αρετής δε φτάνει να τις κάνει κάποιος, πρέπει και να τις νιώθει. Πρέπει, δηλαδή, να τις στηρίζει και συναισθηματικά. Η ευτυχία χωρίς τη σύμπλευση της συμπεριφορές με τα συναισθήματα είναι αδύνατη. Οπότε η ερμηνεία της απόκρυψης των συναισθημάτων πρέπει προφανώς να αποκλειστεί.

Ομοίως πρέπει να αποκλειστεί και η πιθανότητα της παρερμηνείας, το ενδεχόμενο, δηλαδή, ότι ο Αριστοτέλης δεν εννοεί τη ζηλοτυπία με την τρέχουσα αρνητική της σημασία, αλλά με θετικό τρόπο, ως θεμιτό συναγωνισμό, ως ερέθισμα ή παρότρυνση για να προσπαθήσει κανείς περισσότερο, ώστε να επιτύχει αυτά που πέτυχε κάποιος άλλος. Όμως, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι συμβαίνει αυτό, είναι αδύνατο να εξηγηθούν ο φθόνος και το μίσος ως έννοιες που μπορούν να έχουν θετικό περιεχόμενο. Προφανώς δεν μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο.

Εξάλλου, ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «Οργιζόμαστε, επίσης, και φοβούμαστε όχι από δική μας επιλογή, οι αρετές όμως είναι, κατά κάποιο τρόπο, αποτέλεσμα επιλογής ή, έστω, όχι δίχως διαδικασία επιλογής· τέλος, ενσχέσει με τα πάθη ο λόγος μας χρησιμοποιεί τη λέξη “κινούμαι”, ενώ ενσχέσει με τις αρετές και τις κακίες όχι τη λέξη “κινούμαι”, αλλά τη λέξη “διάκειμαι”». (1106a 5, 3-7).

Ο Αριστοτέλης δίνει την εντύπωση ότι αποκόβει τα συναισθήματα από την ευθύνη του ανθρώπου, αφού «οργιζόμαστε και φοβούμαστε όχι από δική μας επιλογή». Σαν να μην έχει σχέση ο φόβος ή η οργή με τον εθισμό, καθώς αυτός που έχει εθιστεί στις γενναίες πράξεις νιώθοντας ευχαρίστηση μ’ αυτές γίνεται ανδρείος, ενώ αυτός που δεν έχει εθιστεί δειλός. Αν δεχτούμε ότι ο φόβος ή οργή δεν αφορούν τις ανθρώπινες επιλογές, τότε δεν πρέπει κανείς να κατηγορηθεί γι’ αυτά. Θα έλεγε κανείς ότι επιστρέφουμε στο ζήτημα της φύσης. Μόνο αυτά που δίνονται από τη φύση δεν τα επιλέγουμε.

Τελικά, αφού απορρίπτονται και τα πάθη (όπως και οι δυνάμεις) από τη διαμόρφωση του τελικού ορισμού της αρετής, αυτό που μένει είναι η έξη: «Αν λοιπόν οι αρετές δεν είναι ούτε πάθη ούτε δυνάμεις, μένει να είναι έξεις». (1106a 5, 12-13). Το γιατί είναι οι έξεις έχει ήδη τεκμηριωθεί, αφού οι έξεις καθορίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα.

Κατόπιν αυτών, ο Αριστοτέλης επιχειρεί να δώσει έναν γενικό ορισμό της αρετής στηριζόμενος για μια ακόμη φορά στην τελεολογία: «Ας κάνουμε λοιπόν την παρατήρηση πως κάθε αρετή κάνει το πράγμα του οποίου είναι αρετή α) να βρίσκεται στην τελειότερη κατάστασή του, και β) να εκτελεί καλά το έργο του». (1106a 6, 16-18).

Εφόσον λοιπόν καθετί είναι πλασμένο για κάποιο σκοπό, η αρετή του είναι εκείνη η δύναμη ή εκείνες οι πράξεις που θα το κάνουν να ολοκληρωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (τελειότερη κατάστασή του) και να εκτελεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο για το οποίο είναι πλασμένο (εκτελεί καλά το έργο του).

Και θα φέρει και παραδείγματα: «π.χ. η αρετή του ματιού: και το ίδιο το μάτι το κάνει τέλειο, αλλά επίσης και το έργο του, αφού η αρετή του ματιού είναι που κάνει να βλέπουμε καλά. Όμοια η αρετή του αλόγου: α) κάνει το ίδιο το άλογο τέλειο, και β) το κάνει ικανό να τρέξει, να κρατήσει τον αναβάτη και να σταθεί αντιμέτωπο με τον εχθρό». (1106a 6, 18-23).

Το ότι η αρετή του αλόγου κρίνεται αποκλειστικά με τα κριτήρια που θέτει ο άνθρωπος για εκείνο (μόνο ο άνθρωπος θεωρεί ότι η αποστολή του αλόγου είναι να αντέχει στις μάχες) δεν πρέπει να προβληματίζει, καθώς έχει ήδη διευκρινιστεί ότι η φιλοσοφία είναι η οπτική του ανθρώπου στα πράγματα. (Αν φιλοσοφούσε το άλογο, θα είχαμε και τη δική του εκδοχή).

Οπωσδήποτε, ο ορισμός που δίνεται στο μάτι ή το άλογο στερείται ηθικού περιεχομένου, αφού η ηθική αρετή είναι αποκλειστικότητα του ανθρώπου. Για το άλογο και το μάτι η αρετή έχει περισσότερο το χαρακτήρα του προτερήματος – πλεονεκτήματος ή της χρησιμότητας. Γίνεται, δηλαδή, λόγος για το προτέρημα του αλόγου, σε σχέση, βέβαια, με το τι μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο.

Η διευκρίνιση αυτή κρίνεται απαραίτητη, καθώς δίνεται η εντύπωση της αντίφασης σε σχέση μ’ αυτά που έλεγε πιο μπροστά. Γιατί ο Αριστοτέλης, όταν αναφερόταν στην αρετή του ανθρώπου, τεκμηριώνοντας ότι δεν είναι από τη φύση (για την απόκτησή της προηγούταν το δυνάμει κι ακολουθούσε το ενεργεία, δηλαδή, κάνοντας δίκαιες πράξεις γίνεται κανείς δίκαιος), η όραση είχε τεθεί εκτός αρετής, ως δοσμένη από τη φύση, (για να δει κανείς προηγείται το δυνάμει κι ακολουθεί το ενεργεία, δηλαδή δεν βλέπουμε ασκώντας την όραση).

Από τη μια φαίνεται να θέτει την όραση εκτός αρετής κι από την άλλη κάνει λόγο για την αρετή του ματιού. Στην πρώτη περίπτωση ο όρος αρετή αφορούσε τον άνθρωπο, δηλαδή είχε ηθικό περιεχόμενο, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (του ματιού και του αλόγου) αναφέρεται στα άψυχα ή στα ζώα, οπότε έχει άλλη σημασία, αυτή της χρησιμότητας ή του προτερήματος.

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε να γίνει λόγος και για την αρετή της καρέκλας (αν δηλαδή προσφέρει αναπαυτικό κάθισμα) ή την αρετή οποιουδήποτε πράγματος (κατά πόσο προσφέρει πράγματι τις υπηρεσίες για τις οποίες φτιάχτηκε). Η έννοια αρετή αλλάζει, ακριβώς επειδή αλλάζει το πού απευθύνεται. Για τα άψυχα ή τα ζώα έχει την έννοια της χρησιμότητας και μόνο για τον άνθρωπο εκλαμβάνεται ως ηθική αρετή.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης, όταν αναφέρεται στον άνθρωπο αποδίδει ξεκάθαρα ηθικούς χαρακτηρισμούς: «Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα σε κάθε περίπτωση, τότε και του ανθρώπου η αρετή θα είναι, λέω, η έξη από την οποία ξεκινά και το ότι ο άνθρωπος γίνεται καλός και το ότι θα μπορέσει να εκτελέσει καλά το έργο που του ανήκει». (1106a 6, 23-26).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άλλο η έννοια «καλός» όταν απευθύνεται στον άνθρωπο κι άλλο όταν απευθύνεται σε άλογο ή σε αυτοκίνητο. Η διαφορά έγκειται στην αναγκαστικά ηθική υπόσταση που θα πάρει όταν πρόκειται για τον άνθρωπο.

Η αδιαπραγμάτευτη ηθική προτεραιότητα που προκύπτει στη διερεύνηση της ανθρώπινης αρετής καθορίζει και τη διαφορετικότητα των κριτηρίων που τη διαμορφώνουν σε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Γι’ αυτό και γίνεται λόγος για μεσότητα, η οποία δεν αφορά ούτε τα άλογα ούτε τα μάτια.

Κι αυτό τελικά εννοεί ο Αριστοτέλης όταν λέει ότι «οργιζόμαστε και φοβόμαστε όχι από δική μας επιλογή». Ότι, δηλαδή, η φύση μας έδωσε το φόβο και την οργή, τα οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε (δεν είναι δική μας επιλογή), αλλά μπορούμε να τα ελέγξουμε ακολουθώντας το δρόμο της μεσότητας. Με άλλα λόγια, δεν είναι κακό αν φοβόμαστε ή αν οργιζόμαστε· κακό είναι αν ξεπερνούμε το μέτρο, αν δηλαδή δεν κινούμαστε με βάση το «μέσον».

Κι αυτή είναι και η ερμηνεία για το ρόλο των παθών στη διερεύνηση της αρετής. Τα πάθη (συναισθήματα) ως δοσμένα από τη φύση δεν έχουν να κάνουν με την αρετή από μόνα τους, αφού είναι αναπόφευκτα. Το ζήτημα είναι ο έλεγχός τους που θα γίνει με τον εθισμό (έξη) σύμφωνα με τους κανόνες της μεσότητας.

Από αυτή την άποψη, ο Αριστοτέλης δεν εννοεί τον αποκλεισμό των συναισθημάτων (παθών) στην αναζήτηση της αρετής, αλλά την ιεραρχική – αξιολογική προτεραιότητα που δίνεται στον εθισμό, ο οποίος θα τα οδηγήσει προς τη θετική κατεύθυνση. Ο εθισμός αναδεικνύεται σε κυρίαρχη συνθήκη διαμόρφωσης προσωπικότητας. Και χωρίς αμφιβολία πρέπει να διέπεται από τους κανόνες της μεσότητας…

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.9–1.4.17

Μαθαίνοντας τον πραγματικό σκοπό της εκστρατείας

Ο Αρταξέρξης ο Β´, γιος του Δαρείου του Β´, ανέβηκε στον περσικό θρόνο το 404 π.Χ. και θέλησε να θανατώσει τον αδελφό του Κύρο μετά την καταγγελία ότι συνωμοτούσε εναντίον του. Η παρέμβαση της μητέρας τους Παρυσάτιδας αποδείχθηκε σωτήρια για τον τελευταίο, που, όμως, σχεδίαζε πια να ανατρέψει τον αδελφό του. Συγκέντρωσε μισθοφορικό στρατό με το πρόσχημα ότι θα εξεστράτευε στην Πισιδία. Σε αυτόν συμπεριλαμβάνονταν 13.000 Έλληνες, που έμειναν στην ιστορία με το όνομα Μύριοι. Ανάμεσά τους αρκετοί Σπαρτιάτες με αρχηγό τον Κλέαρχο. Οι Έλληνες μισθοφόροι άρχισαν να υποψιάζονται τον αληθινό σκοπό της εκστρατείας όταν έφτασαν στην Κιλικία, ο Κύρος, ωστόσο, με παροχές και ψέματα κατόρθωσε να τους πείσει να συνεχίσουν.


Μετὰ ταῦτα Κῦρος ἐξελαύνει σταθμοὺς τέτταρας παρα-
σάγγας εἴκοσιν ἐπὶ τὸν Χάλον ποταμόν, ὄντα τὸ εὖρος
πλέθρου, πλήρη δ’ ἰχθύων μεγάλων καὶ πραέων, οὓς οἱ Σύροι
θεοὺς ἐνόμιζον καὶ ἀδικεῖν οὐκ εἴων, οὐδὲ τὰς περιστεράς. αἱ
δὲ κῶμαι ἐν αἷς ἐσκήνουν Παρυσάτιδος ἦσαν εἰς ζώνην δεδο-
μέναι. [1.4.10] ἐντεῦθεν ἐξελαύνει σταθμοὺς πέντε παρασάγγας τριά-
κοντα ἐπὶ τὰς πηγὰς τοῦ Δάρδατος ποταμοῦ, οὗ τὸ εὖρος
πλέθρου. ἐνταῦθα ἦσαν τὰ Βελέσυος βασίλεια τοῦ Συρίας
ἄρξαντος, καὶ παράδεισος πάνυ μέγας καὶ καλός, ἔχων πάντα
ὅσα ὧραι φύουσι. Κῦρος δ’ αὐτὸν ἐξέκοψε καὶ τὰ βασίλεια
κατέκαυσεν. [1.4.11] ἐντεῦθεν ἐξελαύνει σταθμοὺς τρεῖς παρασάγγας
πεντεκαίδεκα ἐπὶ τὸν Εὐφράτην ποταμόν, ὄντα τὸ εὖρος
τεττάρων σταδίων· καὶ πόλις αὐτόθι ᾠκεῖτο μεγάλη καὶ
εὐδαίμων Θάψακος ὄνομα. ἐνταῦθα ἔμεινεν ἡμέρας πέντε.
καὶ Κῦρος μεταπεμψάμενος τοὺς στρατηγοὺς τῶν Ἑλλήνων
ἔλεγεν ὅτι ἡ ὁδὸς ἔσοιτο πρὸς βασιλέα μέγαν εἰς Βαβυ-
λῶνα· καὶ κελεύει αὐτοὺς λέγειν ταῦτα τοῖς στρατιώταις καὶ
ἀναπείθειν ἕπεσθαι. [1.4.12] οἱ δὲ ποιήσαντες ἐκκλησίαν ἀπήγγελλον
ταῦτα· οἱ δὲ στρατιῶται ἐχαλέπαινον τοῖς στρατηγοῖς, καὶ
ἔφασαν αὐτοὺς πάλαι ταῦτ’ εἰδότας κρύπτειν, καὶ οὐκ ἔφασαν
ἰέναι, ἐὰν μή τις αὐτοῖς χρήματα διδῷ, ὥσπερ τοῖς προτέροις
μετὰ Κύρου ἀναβᾶσι παρὰ τὸν πατέρα τοῦ Κύρου, καὶ ταῦτα
οὐκ ἐπὶ μάχην ἰόντων, ἀλλὰ καλοῦντος τοῦ πατρὸς Κῦρον.
[1.4.13] ταῦτα οἱ στρατηγοὶ Κύρῳ ἀπήγγελλον· ὁ δ’ ὑπέσχετο ἀνδρὶ
ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς, ἐπὰν εἰς Βαβυλῶνα
ἥκωσι, καὶ τὸν μισθὸν ἐντελῆ μέχρι ἂν καταστήσῃ τοὺς
Ἕλληνας εἰς Ἰωνίαν πάλιν. τὸ μὲν δὴ πολὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ
οὕτως ἐπείσθη.

Μένων δὲ πρὶν δῆλον εἶναι τί ποιήσουσιν
οἱ ἄλλοι στρατιῶται, πότερον ἕψονται Κύρῳ ἢ οὔ, συνέλεξε
τὸ αὑτοῦ στράτευμα χωρὶς τῶν ἄλλων καὶ ἔλεξε τάδε.
[1.4.14] Ἄνδρες, ἐάν μοι πεισθῆτε, οὔτε κινδυνεύσαντες οὔτε πονή-
σαντες τῶν ἄλλων πλέον προτιμήσεσθε στρατιωτῶν ὑπὸ
Κύρου. τί οὖν κελεύω ποιῆσαι; νῦν δεῖται Κῦρος ἕπεσθαι
τοὺς Ἕλληνας ἐπὶ βασιλέα· ἐγὼ οὖν φημι ὑμᾶς χρῆναι
διαβῆναι τὸν Εὐφράτην ποταμὸν πρὶν δῆλον εἶναι ὅ τι οἱ
ἄλλοι Ἕλληνες ἀποκρινοῦνται Κύρῳ. [1.4.15] ἢν μὲν γὰρ ψηφί-
σωνται ἕπεσθαι, ὑμεῖς δόξετε αἴτιοι εἶναι ἄρξαντες τοῦ
διαβαίνειν, καὶ ὡς προθυμοτάτοις οὖσιν ὑμῖν χάριν εἴσεται
Κῦρος καὶ ἀποδώσει· ἐπίσταται δ’ εἴ τις καὶ ἄλλος· ἢν δὲ
ἀποψηφίσωνται οἱ ἄλλοι, ἄπιμεν μὲν ἅπαντες τοὔμπαλιν,
ὑμῖν δὲ ὡς μόνοις πειθομένοις πιστοτάτοις χρήσεται καὶ εἰς
φρούρια καὶ εἰς λοχαγίας, καὶ ἄλλου οὗτινος ἂν δέησθε οἶδα
ὅτι ὡς φίλοι τεύξεσθε Κύρου. [1.4.16] ἀκούσαντες ταῦτα ἐπείθοντο
καὶ διέβησαν πρὶν τοὺς ἄλλους ἀποκρίνασθαι. Κῦρος δ’ ἐπεὶ
ᾔσθετο διαβεβηκότας, ἥσθη τε καὶ τῷ στρατεύματι πέμψας
Γλοῦν εἶπεν· Ἐγὼ μέν, ὦ ἄνδρες, ἤδη ὑμᾶς ἐπαινῶ· ὅπως
δὲ καὶ ὑμεῖς ἐμὲ ἐπαινέσετε ἐμοὶ μελήσει, ἢ μηκέτι με Κῦρον
νομίζετε. [1.4.17] οἱ μὲν δὴ στρατιῶται ἐν ἐλπίσι μεγάλαις ὄντες
ηὔχοντο αὐτὸν εὐτυχῆσαι, Μένωνι δὲ καὶ δῶρα ἐλέγετο
πέμψαι μεγαλοπρεπῶς.

***
Μετά ταύτα ο Κύρος προελαύνει εκείθεν και διανύσας με τέσσαρας σταθμούς είκοσι παρασάγγας φθάνει εις τον ποταμόν Χάλον, ο οποίος είχε πλάτος ενός πλέθρου και ήτο πλήρης από ιχθύς μεγάλους και εξημερωμένους, τους οποίους οι Σύροι τους εθεώρουν θεούς, και δεν επέτρεπον να τους πειράξη κανείς, καθώς και τας περιστεράς. Τα δε χωρία, εις τα οποία κατεσκήνουν εκεί, ανήκον εις την Παρυσάτιδα, εις την οποίαν ήσαν χαρισμένα υπό του βασιλέως δια τα έξοδα της ζώνης της. Απ' εκεί προελαύνει και διανύσας με πέντε σταθμούς τριάκοντα παρασάγγας φθάνει εις τας πηγάς του ποταμού Δάρδατος, ο οποίος έχει πλάτος ενός πλέθρου. Αυτού ήσαν τα ανάκτορα του Βελέσυος, ο οποίος ήρξε της Συρίας, και παράδεισος πολύ μεγάλος και ωραίος, ο οποίος περιείχε δένδρα και φυτά όλων των ωρών του έτους. Ο δε Κύρος διέταξε και κατέκοψαν τα δένδρα του, και τα ανάκτορα τα επυρπόλησαν. Απ' εκεί προελαύνει και διανύσας με τρεις σταθμούς δεκαπέντε παρασάγγας φθάνει εις τον Ευφράτην ποταμόν, ο οποίος είχε πλάτος τεσσάρων σταδίων. Και μία πόλις υπήρχε εις αυτό το μέρος κατοικουμένη, μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Θάψακος. Αυτού έμεινεν ημέρας πέντε. Και κατ' αυτάς ο Κύρος, αφού εκάλεσε τους στρατηγούς των Ελλήνων, έλεγεν εις αυτούς ότι η εκστρατεία έμελλε να γίνη εναντίον του μεγάλου βασιλέως προς την Βαβυλώνα. Και δίδει εντολήν εις αυτούς να τα είπουν αυτά εις τους στρατιώτας και να προσπαθήσουν να τους πείσουν, ώστε να τον ακολουθήσουν.

Εκείνοι λοιπόν συνεκάλεσαν τους στρατιώτας εις συνέλευσιν και τους τα ανεκοίνωνον αυτά. Οι δε στρατιώται ηγανάκτουν εναντίον των στρατηγών, και έλεγον ότι ούτοι εξ αρχής τα ήξευρον αυτά και τους τα απέκρυπτον, και ηρνούντο να ακολουθήσουν, εκτός αν θα έδιδε κανείς εις αυτούς χρήματα, όπως εις εκείνους, οι οποίοι άλλοτε ανήλθον με τον Κύρον εις την Περσίαν [προς τον πατέρα του], και μάλιστα ενώ εκείνοι δεν επήγαινον δια μάχην, αλλά διότι ο πατήρ του τον προσεκάλει τον Κύρον. Αυτά οι στρατηγοί τα ανακοίνωνον εις τον Κύρον, ούτος δε υπεσχέθη ότι θα δώση εις έκαστον άνδρα χρηματικόν ποσόν πέντε μνων, όταν θα έχουν φθάση εις την Βαβυλώνα, και τον μισθόν πλήρη, έως ότου τους επαναφέρη τους Έλληνας οπίσω εις την Ιωνίαν. Λοιπόν οι μεν περισσότεροι άνδρες του ελληνικού στρατεύματος κατ΄ αυτόν τον τρόπον επείσθησαν.

Ο Μένων όμως προτού καταστή φανερόν, τι θα κάμουν οι άλλοι στρατιώται, ποίον εκ των δύο δηλαδή, θα τον ακολουθήσουν τον Κύρον ή όχι, συνεκάλεσε το ιδικόν του στράτευμα χωριστά από τους άλλους και είπεν εις τους άνδρας του τα εξής∙ «Στρατιώται, αν ακούσετε την συμβουλήν μου, τότε χωρίς να κινδυνεύσετε και χωρίς να κοπιάσετε περισσότερον από τους άλλους, θα εκτιμηθήτε περισσότερον από τους άλλους στρατιώτας υπό του Κύρου. Τι λοιπόν σας προτρέπω να κάμετε; Τώρα ο Κύρος χρειάζεται να τον ακολουθήσουν οι Έλληνες εναντίον του Βασιλέως. Εγώ λοιπόν λέγω ότι πρέπει σεις να διαβήτε τον Ευφράτην ποταμόν, προτού να καταστή φανερόν, τίνα απάντησιν θα δώσουν οι άλλοι Έλληνες εις τον Κύρον. Διότι, αν μεν ούτοι αποφασίσουν να τον ακολουθήσουν, σεις θα φανήτε ότι είσθε αίτιοι αυτής της αποφάσεως, καθόσον πρώτοι εκάματε αρχήν της διαβάσεως. Και επειδή ούτω θα σχηματίση την γνώμην ότι είσθε προθυμότατοι εις το να τον υπηρετήτε, θα σας γνωρίζη χάριν ο Κύρος και θα σας την ανταποδώση∙ ηξεύρει δε περισσότερον από πάντα άλλον να ανταποδίδη το καλόν. Αν δε πάλιν λάβουν εναντίαν απόφασιν οι άλλοι, τότε θα γυρίσωμεν μεν όλοι μαζί οπίσω, αλλ' επειδή θα έχη την γνώμην ότι σεις μόνοι υπακούετε εις αυτόν [και του είσθε πιστότατοι], σας θα χρησιμοποιήση και εις φρούρια και εις στρατιωτικά αξιώματα και δι' ό,τι άλλο θα έχετε ανάγκην τινά, ηξεύρω ότι θα ευρίσκετε ένα φίλον εν τω προσώπω του Κύρου».

Άμα τα ήκουσαν αυτά οι στρατιώται του Μένωνος, επείσθησαν και διέβησαν τον Ευφράτην, προτού οι άλλοι δώσουν απάντησιν. Ο δε Κύρος, άμα έμαθε ότι είχον διαβή, ευχαριστήθη και έστειλεν τον Γλουν εις το στράτευμα του Μένωνος και είπε. «Εγώ, στρατιώται, επί του παρόντος σας επαινώ∙ πώς δε και σεις θα επαινέσετε εμέ, εγώ θα φροντίσω∙ ει δ' άλλως να μη με θεωρήτε πλέον Κύρον». Και οι μεν στρατιώται είχον μεγάλας ελπίδας και ηύχοντο να επιτύχη εις τους σκοπούς του, εις δε τον Μένωνα ελέγετο ότι και δώρα έστειλε μεγαλοπρεπή.