Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια 11. Έννοιες και αρχές

11.7. Αἰδώς, ὕβρις και νέμεσις


Η υπόληψη των ηρωικών μορφών στα ομηρικά έπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητάς τους κρίνουν τη συμπεριφορά τους. Γι᾽ αυτό τον λόγο, το τι θα πουν «οι άλλοι», η κοινή γνώμη, ενδιαφέρει και απασχολεί τους ήρωες και τις ηρωίδες των ομηρικών επών. Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αἰδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αἰδῶ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι». Η αἰδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. Αναστέλλει ή εμποδίζει την πραγματοποίηση μιας ενέργειας, επιβάλλοντας συχνά στους ήρωες και στις ηρωίδες το αίσθημα ότι, αν προχωρήσουν στην εκτέλεσή της, κινδυνεύουν να διαπράξουν κάτι που, ως ανάρμοστο ή απαράδεκτο, θα προκαλέσει την έντονη αποδοκιμασία των άλλων. Ωστόσο, η λειτουργία της αἰδοῦς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή.

Ο διπλός, αποτρεπτικός και συνάμα προτρεπτικός, χαρακτήρας της αἰδοῦς συντηρείται στην επικριτική, πολεμική κραυγή αἰδώς, Ἀργεῖοι! Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αἰδῶ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης. Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235):

Ντροπή [αἰδώς], Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά.

Ο βασιλιάς των Αχαιών θυμίζει στους πολεμιστές του τους κομπασμούς και τις απειλές που διατύπωναν εναντίον των αντιπάλων τους σε μια νικηφόρα πολεμική τους επιχείρηση στη Λήμνο, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Τροία, προκαλώντας τους να κάνουν πράξη τώρα τις θριαμβολογίες αυτές. Η παραίνεσή του είναι έμμεση, καθώς εξαντλείται στην επίπληξη των πολεμιστών, των οποίων τα μεγάλα λόγια (ότι τάχατες είναι ἄριστοι στον πόλεμο και πως πρόκειται να κατατροπώσουν όλους τους Τρώες) βρίσκονται σε διάσταση με την πράξη (τώρα πανικοβλημένοι δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ούτε τον έναν Έκτορα). Οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί (ρεζίληδες, ομορφονιοί, καυχησιάρηδες) εκθέτουν τους Αχαιούς στην κοινή γνώμη, δημόσια και εξωτερικά, ενώ η αἰδώς είναι το συναίσθημα που τους λείπει και το οποίο θα μπορούσε, αν υπήρχε, να διαλύσει τη δυσάρεστη εντύπωση που προκαλεί η ασυνέπεια λόγων και έργων τους.

Τα γνωρίσματα και τα παρεπόμενα της αἰδοῦς εξελίσσονται με τον πλέον δραματικό τρόπο, όταν αφορούν μεμονωμένους ήρωες όπως τον τρωαδίτη Έκτορα. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι η αἰδώς τον Έκτορα έχει εξ αποτελέσματος την ίδια σημασία και λειτουργία στην Ιλιάδα με την πολεμική αρετή του Αχιλλέα. Όπως δηλαδή η παλληκαριά του αχαιού ήρωα στο μεγαλύτερο μέρος της Ιλιάδας αποτελεί πηγή συμφορών για το στρατόπεδο των Αχαιών και ξεκόβει τον ήρωα από κάθε είδους συνεργασία με τους συμπολεμιστές του, έτσι και η αἰδώς του Έκτορα προκαλεί βάσανα στους δικούς του και στην πόλη του και τον απομακρύνει από τις αξίες του οίκου και της πόλης του. Ωστόσο, η αναλογική αυτή σύγκριση δεν θα μπορούσε να είναι ακριβής, δεδομένου ότι ο τρωαδίτης ήρωας κόβει τους δεσμούς με την κοινότητά του, όχι γιατί αισθάνεται ότι αυτή τον αδίκησε και ο ίδιος απορρίπτει τις αρχές της, αλλά ακριβώς επειδή συναισθάνεται τόσο τη θέση που έχει ο ίδιος μέσα σ᾽ αυτήν όσο και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή τη θέση του. Δικαιολογημένα λοιπόν η αἰδώς του Έκτορα τον καθιστά τον κατεξοχήν τραγικό ήρωα του έπους της Ιλιάδας, στον βαθμό που απομακρύνεται από την κοινότητά του σεβόμενος και υπερασπιζόμενος τις ίδιες τις αρχές της.

Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αἰδοῦς, αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του. Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446):

Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, Ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο.

Ο Έκτορας, κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του, υποστηρίζει κατ᾽ αρχάς ότι το συναίσθημα της αἰδοῦς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν), τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Στον κάπως εξωτερικό και υποθετικό αυτό λόγο ο ήρωας προσθέτει έναν δεύτερο, πιο βέβαιο και εσωτερικό. Ούτε η ίδια η ψυχή του, λέει, του επιτρέπει να συμμορφωθεί στην προτροπή της γυναίκας του, γιατί ο ίδιος έχει μάθει να είναι γενναίος, κατακτώντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα του και για τον εαυτό του. Είναι προφανές ότι το «μάθημα» που έχει αφομοιώσει ο Έκτορας περιλαμβάνει την αριστοκρατική του αγωγή, στην οποία, όπως ο ίδιος ο ήρωας εννοεί, εντάσσονται πατρικές συμβουλές σαν κι αυτές που δόθηκαν στον Γλαύκο και στον Αχιλλέα (Ζ 208, Λ 784): να είναι, δηλαδή, πάντα ο πρώτος και να αναδεικνύεται ανώτερος από τους άλλους. Ο Έκτορας, με άλλα λόγια, οδηγείται στο ένδοξο τέλος του, για δύο, αντιφατικούς κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, λόγους: δεν υποχωρεί μέσα στο κάστρο της Τροίας από ντροπή μήπως ο λαός του τον χαρακτηρίσει δειλό, ενώ την ίδια στιγμή λέει ότι μένει έξω από τα τείχη της Τροίας από προσήλωση στις αξίες «αγωγής» της κοινότητάς του, η συναίσθηση των οποίων του προκαλεί επίσης αἰδῶ.

Η λειτουργία επομένως της αἰδοῦς είναι διπλή: αποτρεπτική-εξωτερική και προτρεπτική-εσωτερική. Και οι δύο ωστόσο αυτές λειτουργίες της αἰδοῦς οδηγούν τον ήρωα στο ίδιο αποτέλεσμα: στην κατάκτηση μεγάλης δόξας. Καθώς ο Έκτορας δηλώνει στην Ανδρομάχη ότι δεν υποχωρεί μέσα στο κάστρο της Τροίας όχι μόνο επειδή ντρέπεται τι θα πει γι᾽ αυτόν ο λαός του αλλά και γιατί δεν μπορεί να παραβιάσει αυτό που του επιβάλλει η ψυχή του, δείχνει ότι δεν συμμορφώνεται παθητικά σε ό,τι του επιβάλλεται από τους άλλους, αλλά ότι έχει κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύσει και έχει κάνει κτήμα του τις εξωτερικές αυτές εντολές.

Η επιλογή του Έκτορα να πολεμά έξω από τα τείχη της Τροίας αποδεικνύεται στην εξέλιξη της ιλιαδικής αφήγησης ολέθρια όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για την κοινότητά του. Αν ο ήρωας δεν αισθανόταν αἰδῶ απέναντι στους Τρώες και στις Τρωαδίτισσες και υπάκουε στις συμβουλές της Ανδρομάχης, καθοδηγώντας τον πόλεμο μέσα από την πόλη της Τροίας, θα είχε ενδεχομένως σώσει τον εαυτό του και τον στρατό του. Αυτό τουλάχιστον παραδέχεται και ο ίδιος, καθυστερημένα βέβαια. Λίγο πριν αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα στην εικοστή δεύτερη ραψωδία, αναλογίζεται (Χ 98-103) μήπως θα ήταν προτιμότερο να υποχωρήσει μέσα στο κάστρο της Τροίας· αποτρέπεται ωστόσο από μια τέτοια επιλογή, καθώς υπολογίζει στις κατηγορίες που θα δεχτεί από τον Πολυδάμαντα, ο οποίος επίμονα τον συμβούλευε στη δέκατη όγδοη ραψωδία (Σ 249-283), όπως και η γυναίκα του στην έκτη, να δώσει τη μάχη μαζί με τους συμπολεμιστές του μέσα από το κάστρο της Τροίας. Μόνος τώρα ο Έκτορας, λίγο πριν από τον ένδοξο θάνατό του, αναγνωρίζει ότι η πρόταση του εταίρου του θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ καλύτερη επιλογή, όμως ο ίδιος μονολογεί ότι τότε δεν την άκουσε.

Το αδιέξοδο του Έκτορα εντείνεται όχι μόνο εξαιτίας των κατηγοριών που θα δεχθεί από ένα μέλος της κοινότητάς του για ό,τι μέχρι τώρα έπραξε μένοντας έξω από το κάστρο της Τροίας, αλλά και γι᾽ αυτό που ενδεχομένως θα υποστεί, αν επιλέξει τελικά την υποχώρηση μέσα στο κάστρο της Τροίας. Και σ᾽ αυτή την περίπτωση το συναίσθημα της αἰδοῦς παίζει καθοριστικό ρόλο (Χ 104-107):

Τώρα, αφού κατάστρεψα το στρατό από τις ανοησίες μου [ἀτασθαλίῃσιν], ντρέπομαι [αἰδέομαι] τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, μήπως καμιά φορά άλλος κατώτερος [κακώτερος] από μένα πει: «Ο Έκτορας κατάστρεψε το στρατό μας, γιατί πίστεψε πολύ στη δύναμή του

Η αἰδώς του Έκτορα απέναντι στον λαό του αποκτά τώρα μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς ενδέχεται να στιγματιστεί όχι από την προσβολή ενός φιλικού του προσώπου, ισότιμου στο κύρος με τον ίδιο, όπως είναι ο Πολυδάμας, αλλά από έναν κατώτερης κοινωνικής θέσης, ασήμαντο, ο οποίος στο αρχαίο κείμενο ονομάζεται κακώτερος. Ο κοινωνικός στιγματισμός και στη δεύτερη αυτή περίπτωση είναι υποθετικός, που απασχολεί όμως τον Έκτορα στο παρόν και εκλαμβάνεται ως βέβαιος. Σάμπως ο ήρωας, καθώς επιλέγει να κατακτήσει την υστεροφημία με τον ένδοξο θάνατό του, να μην μπορεί να περιμένει να διαπιστώσει αν πράγματι στο μέλλον θα χαρακτηριστεί ο ίδιος κακός και η συμπεριφορά του ολέθρια. Εξάλλου, ο ίδιος ομολογεί ότι κατέστρεψε τον στρατό του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις παράτολμες πράξεις του ατάσθαλες. Ο ήρωας δηλαδή, όπως και στην ομιλία του με την Ανδρομάχη, παρουσιάζεται να έχει πλήρη συνείδηση των πράξεών του, επειδή κατέχει τα πρότυπα με τα οποία οι άλλοι τον κρίνουν. Δίνει την ίδια αξία σε μια συντελεσμένη πράξη του, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ατασθαλία, με μια, αντίστοιχου περιεχομένου, κατηγορία που θα διατυπωθεί δημόσια εναντίον του από έναν κατώτερό του. Έτσι και στη δεύτερη αυτή περίπτωση η αἰδώς του Έκτορα τον αποτρέπει αφενός από το να υποχωρήσει μέσα στα τείχη της Τροίας, και τον προτρέπει αφετέρου να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, για να διαπιστωθεί τελικά, όπως ο ίδιος λέει, «σε ποιον από τους δυο θα δώσει ο Ολύμπιος δόξα».

Η απουσία της αἰδοῦς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως νέμεσις. Η ρηματική ενέργεια της νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω «οργίζομαι, θυμώνω με τη συμπεριφορά κάποιου άλλου αλλά συχνά και με τον εαυτό μου». Ενώ η αἰδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αἰδῶ. Όταν, αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αἰδῶ. Έτσι, η νέμεσις των άλλων προκαλεί την αἰδῶ.

Η σχέση αἰδοῦς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι᾽ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί. Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αἰδῶ και νέμεσιν (Ν 121-124):

Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αἰδῶ] και φιλότιμο [νέμεσιν] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη.

Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεσιν των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95):

Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κοίτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί.

Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο: ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πατρόκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεσιν)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αἰδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεσιν, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αἰδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του.

Γενικότερα, η αἰδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα (κοινωνική, ακόμη και ερωτική). Στην Οδύσσεια ο μνηστήρας Αγέλαος, ανυποψίαστος μαζί με την ομάδα του για το τέλος που τον περιμένει, προτείνει στον Τηλέμαχο να επιτρέψει τον γάμο της μάνας του, δίνοντας την υπόσχεση ότι έτσι ο νεαρός ήρωας θα μπορεί στο εξής, δίχως την πίεση των μνηστήρων, να κυβερνά ανενόχλητος στην Ιθάκη. Ο γιος του Οδυσσέα, που έχει σχεδιάσει μυστικά με τον πατέρα του τη μνηστηροφονία, απαντά στον Αγέλαο με διπλωματικό τρόπο, λέγοντάς του πως καταρχήν ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα να προχωρήσει σε δεύτερο γάμο η μητέρα του· από ντροπή ωστόσο δεν θα τολμούσε να τη διώξει από το παλάτι παρά τη θέλησή της (υ 343-344):

Όμως παρά τη θέλησή της να τη διώξω, νιώθω ντροπή [αἰδέομαι], αν φύγει αναγκασμένη - μη δώσει ο θεός να γίνει αυτό.

Η αἰδώς που αισθάνεται εδώ ο Τηλέμαχος συμπληρώνεται στη δεύτερη ραψωδία με τον, ειλικρινή του τώρα, φόβο μήπως, στην περίπτωση που εξαναγκάσει τη μάνα του σε δεύτερο γάμο, δεχτεί, εκτός των άλλων, τη νέμεσιν των κατοίκων της Ιθάκης. Η απάντησή του δίνεται στον μνηστήρα Αντίνοο, οποίος απειλεί τον νεαρό ήρωα στη συνέλευση των κατοίκων της Ιθάκης ότι οι υποψήφιοι γαμπροί της Πηνελόπης δεν θα το κουνήσουν από το παλάτι όσο δεν εξελίσσεται το θέμα του δεύτερου γάμου της (β 130-137):

Αντίνοε, δεν γίνεται, παρά τη θέλησή της, από το σπίτι να τη διώξω
εκείνη που με γέννησε, εκείνη που μ᾽ ανάθρεψε. Όσο για τον πατέρα μου,
κάπου στα ξένα μπορεί να ζει, μπορεί να πέθανε. Κι είναι κακό,
αν τώρα πλήρωνα του Ικαρίου πολλά, για την περίπτωση που θα ξαπόστελνα
τη μάνα μου σ᾽ εκείνον μόνος μου·
γιατί κι απ᾽ τον πατέρα της θα βρω κακή ανταπόδοση, αλλά κι ένας θεός
θα ρίξει πάνω μου διπλό κακό, όταν η μάνα μου, αφήνοντας το σπίτι,
τις Ερινύες φωνάζοντας θα με καταραστεί· τότε κι οι άνθρωποι
θα μου φορτώσουν βαριά μομφή
[νέμεσις].

Από την απάντηση του Τηλεμάχου προκύπτει ότι ο φόβος του μήπως του φορτώσουν οι κάτοικοι της Ιθάκης βαριά μομφή (νέμεσιν) δεν είναι εξωτερικός αλλά εσωτερικός, καθώς στηρίζεται στη συναίσθηση του χρέους που νιώθει ο νεαρός ήρωας απέναντι στη μητέρα του, που τον «γέννησε» και τον «ανάθρεψε».

Η έλλειψη της αἰδοῦς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ὕβριν· δηλαδή στην αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η ὕβρις περιλαμβάνει συχνά την αδιαντροπιά και τη σκληρότητα, που δηλώνεται με τη λέξη ἀναιδείη, ενώ ο ξεδιάντροπος χαρακτηρίζεται ἀναιδής. Οι πράξεις που συνοδεύουν την αντικατάσταση της αἰδοῦς από την ὕβριν δημιουργούν καταστάσεις αποκρουστικές και απεχθείς, τα αἴσχεα, προκαλώντας την έντονη αποδοκιμασία των άλλων, εκφρασμένη με τη νέμεσιν ή και την τίσιν.

Στην Ιλιάδα θεωρείται ὕβρις από τον Αχιλλέα και από τη μητέρα του η αρπαγή της Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα (Α 203, 214), ο οποίος, εξαιτίας της ξεδιάντροπης συμπεριφοράς του, χαρακτηρίζεται από τον οργισμένο ήρωα, «κερδοσκόπος» και «αναιδής» (Α 149, 158). Στην Οδύσσεια υβριστές χαρακτηρίζονται, εκτός από τον Πολύφημο, οι μνηστήρες, επειδή απρόσκλητοι, με τα αδιάκοπα γλέντια τους στο παλάτι της Ιθάκης, ρημάζουν την περιουσία του εξαφανισμένου Οδυσσέα και του ανήμπορου να αντιδράσει γιου του. Η μεταμορφωμένη θεά Αθηνά, όταν έρχεται στο παλάτι της Ιθάκης με σκοπό να ξεσηκώσει τον Τηλέμαχο στην αναζήτηση του πατέρα του, εκφράζει -σκόπιμα βέβαια- την έκπληξή της για το μέγεθος της αλαζονικής ὕβρεως των μνηστήρων, καθώς έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση τόσο έντονα αποκρουστική, που θα μπορούσε να υποκινήσει τη νέμεσιν (α 227-229):

γιατί πολύ ξεδιάντροποι μου φαίνονται και ξιπασμένοι, [ὑβρίζοντες ὑπερφιάλως]
έτσι που τρων αυτοί και πίνουν στο παλάτι· θα αγανακτούσε [νεμεσήσσαιτο] ασφαλώς,
τα τόσα αίσχη
[αἴσχεα] βλέποντας, αν κάποιος κατά τύχη ερχόταν,
φτάνει να ήταν συνετός
.

Η ὕβρις εδώ τονίζεται από τη θεά Αθηνά με το επίρρημα ὑπερφιάλως (υπέρμετρα, υπερβολικά) και εξηγείται ως έλλειψη αἰδοῦς των μνηστήρων (πολύ ξεδιάντροποι και ξιπασμένοι). Η θέα της «αναίδειας» των μνηστήρων (α 254) για την Αθηνά προκαλεί τον αποτροπιασμό (αἴσχεα), που θα μπορούσε να εκδηλωθεί ως δικαιολογημένος θυμός (νέμεσις) κάποιου συνετού ανθρώπου εναντίον τους. Εξάλλου, στην Οδύσσεια οι μνηστήρες λούζονται κατά καιρούς με σωρεία πρόσθετων αρνητικών χαρακτηρισμών (νήπιοι «μωροί», ἀτάσθαλοι και ὑπερηρονέοντες «άφρονες και αλαζόνες» ὑπέρβιοι «ανεύθυνοι και βίαιοι», ὑπερμενέοντες «καταχραστές, που ξεχωρίζουν για την ὑπερβασίην τους, την "άνομη" συμπεριφορά τους»). Η μαύρη αυτή εικόνα των μνηστήρων είναι μία από τις στρατηγικές που επινοεί ο ποιητής, ώστε να φανεί στο τέλος δικαιολογημένη η εκδίκηση που παίρνει ο Οδυσσέας για τις καταχρηστικές τους πράξεις.

Σίγκμουντ Φρόυντ: Οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες

Γι’ αυτό θα στραφούμε στο απλούστερο ερώτημα, τι αφήνουν οι άνθρωποι με την συμπεριφορά τους να διαφανεί σαν σκοπός και πρόθεση της ζωής τους, τι ζητούν οι ίδιοι από την ζωή, τι θέλουν να πετύχουν με αυτή.

Η απάντηση εδώ δεν είναι δύσκολη˙ επιδιώκουν την ευτυχία, θέλουν να γίνουν και να μείνουν ευτυχισμένοι.

Αυτή η επιδίωξη έχει δύο πλευρές, έναν θετικό και έναν αρνητικό σκοπό, από την μια πλευρά θέλει την απουσία του πόνου και της δυσαρέσκειας και από την άλλη το βίωμα ισχυρών αισθημάτων ηδονής.

Στην στενή σημασία της λέξης η «ευτυχία» αναφέρεται στο τελευταίο.

Αντίστοιχα με τον διαχωρισμό των σκοπών αναπτύσσεται και η δραστηριότητα των ανθρώπων προς δυο κατευθύνσεις, ανάλογα με το αν προσπαθεί να πραγματοποιήσει - κυρίως ή αποκλειστικά – τον ένα ή τον άλλο από τους σκοπούς.

Τον σκοπό της ζωής τον θέτει, όπως καταλαβαίνουμε, απλώς το πρόγραμμα της αρχής της ηδονής.

Αυτή η αρχή εξουσιάζει την επίδοση του ψυχικού μηχανισμού από την πρώτη στιγμή της ζωής˙ για την σκοπιμότητα της δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία και όμως το πρόγραμμά της βρίσκεται σε διαμάχη με όλο τον κόσμο, τόσο μακρόκοσμο όσο και τον μικρόκοσμο.

Η εκτέλεση της δεν είναι δυνατή, όλοι οι θεσμοί του κόσμου της αντιστέκονται˙ θα μπορούσε να πει κανείς: στο πρόγραμμα της «Δημιουργίας» δεν περιέχεται η πρόθεση να είναι ο άνθρωπος «ευτυχισμένος».

Αυτό που ονομάζουμε σε αυστηρή έννοια ευτυχία προέρχεται μάλλον από την ξαφνική ικανοποίηση συσσωρευμένων αναγκών και είναι σύμφωνα με την φύση του δυνατό μόνο σαν επεισοδιακό φαινόμενο.

Κάθε διάρκεια μιας ποθητής από την αρχή της ηδονής κατάστασης προσφέρει μόνο ένα αίσθημα χλιαρής ευχαρίστησης˙ είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ώστε μπορούμε να απολαμβάνουμε έντονα μόνο την αντίθεση, την κατάσταση μόνο λίγο.

Έτσι οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες ήδη από την ιδιοσυστασία μας. Πολύ ποιο εύκολο είναι να μας βρει η δυστυχία.

Από τρεις πλευρές απειλεί ο πόνος, από τον ίδιο μας το σώμα, που προορισμένο για να μαραθεί και να διαλυθεί δεν μπορεί να αποφύγει τον πόνο και το άγχος σαν προειδοποιητικά σημάδια, από το περιβάλλον, που μπορεί να στραφεί εναντίον μας με πανίσχυρες, αδυσώπητες και καταστρεπτικές δυνάμεις και τελικά από τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.

Τον πόνο, που προέρχεται από αυτή την πηγή, τον αισθανόμαστε ίσως οδυνηρότερα από κάθε άλλον˙ τείνουμε να τον θεωρήσουμε σαν κατά κάποιον τρόπο περιττό συμπλήρωμα, αν και μοιραία δεν θα έπρεπε να είναι λιγότερο αναπότρεπτος από τον πόνο άλλης προέλευσης.

Δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι κάτω από την πίεση αυτών των δυνατοτήτων του πόνου συνηθίζουν να μειώνουν την απαίτηση τους για ευτυχία, όπως επίσης και η ίδια η αρχή της ηδονής μεταμορφώθηκε κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος στην λιγότερη αρχή της πραγματικότητας, αφού θεωρούμαστε ήδη ευτυχείς, όταν έχουμε αποφύγει την δυστυχία, όταν έχουμε ξεπεράσει τον πόνο, όταν γενικά το καθήκον της αποφυγής του πόνου απωθεί στο παρασκήνιο το καθήκον της αποκόμισης της ηδονής.

Σίγκμουντ Φρόυντ, Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας

Συγχωρώντας θεραπεύομαι

Θέλω να σε συγχωρέσω που με πρόδωσες,
που με εγκατέλειψες,
που με κάνεις και νοιώθω μόνος/η και αβοήθητος/η
Θέλω να σε συγχωρέσω, μα δεν μπορώ.

Για να γιατρέψουμε το βάθος της πληγής μας χρειάζεται να στραφούμε προς τα μέσα. Η πληγή δεν είναι έξω από μας. Για να γιατρευτώ από τη θλίψη, την απογοήτευση, την αυτολύπη δεν χρειάζεται να συγχωρέσω κάποιον απ’ έξω, πρωταρχικά.

Χρειάζεται πρώτα να συγχωρέσω εμένα. Να μάθω να με αγκαλιάζω θεραπευτικά με κατανόηση. Να αναγνωρίζω τα λάθη μου, όχι για να με κατακρίνω, για να με κατηγορώ, αλλά για να γίνω πιο ώριμος και υπεύθυνος για τον εαυτό μου. Αυτό που έγινε πέρασε, αλλά αν εγώ το «ποτίζω» κάθε μέρα μέσα μου, δεν πρόκειται να περάσει ποτέ. Αν το βλέμμα μου είναι στραμμένο στο παρελθόν καμιά πληγή δεν θα κλείσει, ο πόνος και η θλίψη θα διαιωνίζονται.

Μια στροφή, μια στροφή προς την σωστή κατεύθυνση και μπορώ να με δω με άλλα μάτια. Μπορώ να με κατανοήσω, όχι να με κατακρίνω, αλλά να με μάθω, να σεβαστώ την αδυναμία μου, για να μπορώ να την μετατρέψω σε δύναμη. Αναγνωρίζοντας την αλήθεια μου μπορώ να με θεραπεύσω, να με αγκαλιάσω να με σεβαστώ.

Η συγχώρεση δεν ξεκινάει απ’ έξω, ξεκινάει απ’ την καρδιά και η καρδιά είναι μέσα. Υπομονετική, κατανοητική περιμένει την προσοχή σου, περιμένει να σταματήσεις την φλυαρία του νου, για να την ακούσεις. Την ακούς;

Βάλε την προσοχή σου στην καρδιά σου και άρχισε να σε πλησιάζεις.
Να σε χωράς . Να σε ακούς αθόρυβα.

Για μια στιγμή σώπα και άκου, νιώσε τι είναι αυτό που αληθινά θες, ποιο είναι το αίτημα της καρδιάς σου. Μια στιγμή αλήθειας θα σου δείξει την κατεύθυνση για σένα, τον ουσιαστικό εσένα.

Μια στροφή προς τα σένα, χωρίς ψέματα και δικαιολογίες. Αφέσου να σ’ ακούσεις να σε νοιώσεις να σε στηρίξεις, να σου μιλήσεις απ’ την καρδιά σου, αβίαστα, απαλά, ευγενικά, τρυφερά, θεραπευτικά.

Και αν σε πρόδωσες και αν σε εγκατέλειψες και αν σε απομόνωσες κάνε χώρο για σένα και Συν+Χώρα τον εαυτό σου για να σε συναντήσεις αληθινά, βαθιά και ουσιαστικά. Μπορείς, αν θες μπορείς. Αυτό που είσαι σε περιμένει, θα πας;

Συγχωρώντας θα θεραπεύσεις τις πληγές και μια μέρα θα ελευθερωθείς, θα ζεις στο παρόν, άφοβα και άλυπα!

Κάποιες φορές να λες: Δε γαμιέται;

Δύο άνθρωποι στο δάσος αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό κοψίματος ξύλων. Πήραν από ένα πριόνι και ξεκίνησαν να κόβουν κορμούς.

Όμως ο ένας από αυτούς κάθε τόσο σταματούσε το κόψιμο, έπαιρνε το πριόνι και έμπαινε στην καλύβα του. Έβγαινε μετά από δέκα λεπτά και συνέχιζε. Ο άλλος δεν σταματούσε να πριονίζει, και χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του.

Όταν τελειώσανε δεν χρειαζόταν καν να μετρήσουν τα κομμένα ξύλα. Ο σωρός εκείνου που κάθε τόσο σταματούσε ήταν εμφανώς μεγαλύτερος.

– Πώς έγινε αυτό; τον ρώτησε ο ηττημένος. Εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να πριονίζω, ενώ εσύ κάθε τόσο έμπαινες στην καλύβα σου.

– Ναι, αλλά εγώ, όταν έμπαινα μέσα, ακόνιζα το πριόνι μου, του απάντησε ο νικητής.

Αυτή την ιστορία τη διάβασα πριν πολλά χρόνια σ’ ένα βιβλίο του Στίβεν Κόβεϊ. Αυτός ήταν, σύμβουλος επιχειρήσεων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.

Μάθαινε τους διευθυντές πώς θα κάνουν τους εργαζόμενους να αποδίδουν τα μέγιστα. Τι τους έλεγε; (με λίγα λόγια): «Πληρώστε τους καλά, αφήστε τους να ξεκουραστούν, δώστε τους ελευθερία κινήσεων, κάντε τους ν’ αγαπήσουν την εργασία τους, να νιώσουν υπεύθυνοι και περήφανοι για όσα καταφέρνουν».

Όμως το ακόνισμα του πριονιού, που αναφέρει κάθε τόσο, δεν αφορά στην βελτίωση των ικανότητών τους, σε κάποια δια βίου και αέναη μάθηση.

Πιο πολύ, ο Κόβεϊ, στοχεύει στην ανάπτυξη της πνευματικότητας -όσο παράξενο και ν’ ακούγεται αυτό για έναν σύμβουλο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού.

Τι εννοεί όταν αναφέρεται στην πνευματικότητα; Ποιο είναι το αληθινό ακόνισμα του πριονιού;

Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι «ακονίζουμε το πριόνι μας», κάθε φορά που αποδεσμευόμαστε απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας, κάθε φορά που αφήνουμε πίσω τα προβλήματα, ίσως και τον εαυτό μας (εκείνον τον τύπο με ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, χρέη και υποχρεώσεις).

Για έναν θρήσκο άνθρωπο είναι κάτι εύκολο. Αρκεί να προσευχηθεί για λίγη ώρα στον θεό του περιμένοντας έξωθεν βοήθεια. Κάποιος άλλος, μη-θρήσκος, μπορεί να αφιερώσει λίγο χρόνο στον εαυτό του και την αυτοβελτίωσή του.

Μπορεί να περπατήσει για λίγο στο δάσος ή να κάτσει στην παραλία και να κοιτάξει τα κύματα. Μπορεί απλώς να καθίσει στο μπαλκόνι και να μην κάνει τίποτα.

Το μόνο που έχει σημασία, είναι ότι για λίγο πρέπει να ξεχάσει τον εαυτό του, τη ζωή του. Το καλύτερο θα ήταν αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να συγκεντρωθεί στο τίποτα.

Σαν σκηνοθέτης στην ταινία της ζωής του να κάνει ένα άνοιγμα του φακού, να σταματήσει να εστιάζει στο πρόσωπο του και να δει τον κόσμο όπου ζει, να προσπαθήσει να αντιληφθεί την ολότητα -και πόσο μικρός, πόσο ασήμαντος είναι ο ίδιος μέσα στο Σύμπαν.

Να ξεκουράσει την αγχωμένη ψυχή του, που αγωνιά να καταφέρει όλα όσα πρέπει να καταφέρει. Να πει, έστω για λίγο, ένα «δε γαμιέται;» ή έστω ένα αγγλικό «so fucking what?»

Να νιώσει ότι δεν υπεύθυνος για όλα όσα (καλά και κακά) συμβαίνουν. Να σταματήσει να είναι μέρος της κοινωνίας και των επιταγών της, να τραβηχτεί πίσω και να μείνει αιωρούμενος κάπου ανάμεσα στο μηδέν και στο είναι.

Και να το κάνει κάθε μέρα, έστω για λίγα λεπτά.

Να πατάει φρένο και να λέει: «Τέλος. Τώρα δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα, δεν θέλω να με απασχολεί κανένας, δεν θέλω να προσπαθώ για κάτι. Δεν είμαι εδώ».

Μια παύση για ν’ ακονίσει το πριόνι.

Γιατί πριόνι είναι το μυαλό μας, το σώμα κι η ψυχή μας (όπως και να τη ορίσουμε αυτή). Πριόνι είναι και στομώνει απ’ την υπερβολική χρήση.

Θα καταφέρουμε περισσότερα από εκείνα που θέλουμε να καταφέρουμε αν για λίγο σταματάμε να προσπαθούμε για οτιδήποτε. Και ίσως, με αυτή την παύση, να καταλάβουμε ότι αυτά που αγωνιζόμαστε να κάνουμε δεν είναι τόσο σημαντικά όσο νομίζουμε, όταν μας διακατέχουν, όταν μας εξουσιάζουν.

Τελικά αυτό το διάλειμμα, αν μάθεις να το κάνεις μέρος της ζωής σου, σε βοηθάει να κατανοήσεις ότι η ζωή σου δεν είναι τόσο βαριά, όσο πιστεύεις όταν την κουβαλάς.

Ένα διάλειμμα είναι κι αυτή.

Κάνε ό,τι μπορείς με όσα έχεις, αλλά μην ξεχνάς πως είσαι περαστικός. Βάλε το λιθαράκι σου, πιες το κρασάκι σου, αγάπα όσο αντέχεις, κι ύστερα κλείσε τα μάτια σου, χωρίς τύψεις.

Ο κόσμος θα συνεχίζει ν’ αλλάζει, αλλά εσύ δεν θα είσαι εκεί να το δεις.

Και στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όσα ξύλα κι αν κόψεις.

Το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο

Οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται βαθύτατα για τα συστήματα των πεποιθήσεων. Πολλοί φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ουίλιαμ Τζέιμς, έχουν επισημάνει τον ζωτικό ρόλο που παίζουν οι πεποιθήσεις μας – για καλό ή κακό – στην καθημερινή μας ζωή.

Ο Χομπς παρατήρησε ότι ο ανθρώπινος κόσμος κυβερνάται από τη γνώμη. Οι γνώμες είναι απλώς ανώριμες πεποιθήσεις για θέματα που επιβάλλουν την άμεση προσοχή μας. Μια φιλοσοφική εξέταση ενός συστήματος πεποιθήσεων προϋποθέτει την προσπάθεια να καταλάβεις όχι μόνο το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά επίσης πώς κατέληξαν να το πιστεύουν, τι λόγους έχουν να πιστεύουν αυτό, πώς οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τον τρόπο που ζούνε και μέχρι ποιο σημείο οι πεποιθήσεις τους είναι η πηγή της ευαρέσκειάς τους, της δυσαρέσκειάς τους ή της ασθένειάς τους αντίστοιχα.

Ένα εκπληκτικό πράγμα σχετικά με τις ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι ότι άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο ή κάτι μη συμβατό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανθρώπινες πράξεις οι οποίες είναι και αυτές αντιφατικές ή ασύμβατες.

Για παράδειγμα, ο παγανιστής Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή πίστευαν στο χριστιανισμό.

Μερικούς αιώνες αργότερα, η Ιερά Εξέταση εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή δεν πίστευαν στη δική της ερμηνεία του χριστιανισμού.

Το αν ο Δέκιος ή οι ιεροεξεταστές ήταν τρελοί ή απλώς παραπλανημένοι δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Επαναστατικού Πολέμου, αυτοί που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας θεωρούνται ήρωες σε δεκατρείς αποικίες, αλλά κρίνονταν προδότες από το βρετανικό στέμμα. Εάν συλλαμβάνονταν, οι Αμερικανοί “Ιδρυτές Πατέρες” θα είχαν κρεμαστεί επί εσχάτη προδοσία.

Είχαν μήπως αυτοκτονικές τάσεις αυτοί που υπέγραψαν τη διακήρυξη; Βεβαίως όχι. Ήταν θαρραλέοι άντρες, οι οποίοι έπραξαν μετά από πολλή ενδοσκόπηση και δημόσια διαμάχη, και οι οποίοι εφάρμοσαν βαθιές φιλοσοφικές αρχές ακόμη και με τον τρόπο που ενήργησαν.

Για να διαλέξω ένα πιο πρόσφατο και ανατριχιαστικό παράδειγμα: Οι περισσότεροι Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ασιάτες πιστεύουν ότι οι δεκαεννιά Άραβες που κατέλαβαν τα τέσσερα αεροπλάνα στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν τρομοκράτες οι οποίοι διέπραξαν τρομερά εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας και πρόσβαλαν τον πολιτισμό. Όμως πάλι, μερικοί άνθρωποι στον ισλαμικό κόσμο πιστεύουν ότι ήταν μάρτυρες, ήρωες και πολεμιστές.

Εν τω μεταξύ, αυτά τα ακραία και βίαια παραδείγματα αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τον ζωτικό ρόλο των πεποιθήσεων στη διακυβέρνηση της πορείας της ανθρώπινης ζωής, αλλά και το πώς οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων ανθρώπων διέπουν την πορεία της ανθρώπινης ζωής. Το να καταλάβει κανείς όλα αυτά είναι μια φιλοσοφική διεργασία. Το να καταλάβει πως οι πεποιθήσεις, και οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων, μπορούν να κάνουν την ανθρώπινη ζωή καλύτερη – ή χειρότερη – επίσης είναι μια φιλοσοφική διεργασία.

Για την ιστορία: Δεν είμαι ηθικός σχετικιστής. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν την ελευθερία να πιστεύουν και να λατρεύουν τον δικό τους θεό ή θεούς με τον δικό τους τρόπο ή τρόπους, αλλά μια τέτοια ελευθερία δεν θα έπρεπε ποτέ να περιλαμβάνει την ελευθερία του να βλάπτεις ή να σκοτώνεις αυτούς που πιστεύουν σε άλλους θεούς ή τους άθεους.

Επομένως ανέχομαι τις απόψεις των άλλων ανθρώπων, όσο μπορώ να ανέχομαι και αυτούς τους ίδιους. Έτσι ταυτίζομαι συναισθηματικά με τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες – οι οποίοι πέθαναν για την πίστη τους, αλλά δεν προσπάθησαν να δολοφονήσουν άλλους για αυτή –, ενώ καταδικάζω τον Δέκιο και την Ιερά Εξέταση και όλους τους Άραβες τρομοκράτες σαν δολοφόνους που δεν πρέπει να τους ανεχόμαστε.

Η αποδοκιμασία μου δεν έχει να κάνει με τον παγανισμό, τον χριστιανισμό ή τον ισλαμισμό: Έχει να κάνει με το προμελετημένο κακό, το οποίο πάντα αυξάνει και ποτέ δεν μειώνει τα βάσανα στον κόσμο.
Και αυτό δεν είναι σχετικισμός.

Αν οι απόψεις σου σε κάνουν να έχεις δυσαρέσκειες, και αν δεν έχεις την απαραίτητη φιλοσοφική καθοδήγηση για να αντιμετωπίσεις τη δυσαρέσκειά σου εποικοδομητικά, τότε είσαι υπεύθυνος που δεινοπαθείς χωρίς να χρειάζεται, και πιθανώς γιατί εξάπλωσες καταστροφικά την δυσαρέσκειά σου σε άλλους, σαν κάποιο μολυσματικό ιό του μυαλού.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ορισμένες απόψεις προκαλούν περισσότερη δυσαρέσκεια από άλλες· και ότι μερικές είναι πιο βλαπτικές από άλλες.
Ούτε αυτό όμως είναι ηθικός σχετικισμός.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βλάψετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο. Επίσης υπάρχουν πολλοί τρόποι να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βοηθάς είναι καλό. 
Και αυτό είναι απόλυτο επίσης.

Το πώς επιλέγετε να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους εξαρτάται από την κρίση σας.
Και αυτό είναι σχετικό.

Εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ

Εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ…

Η γυναίκα κάνει συχνά αυτή τη «συζήτηση» με τον μεγαλύτερο γιο της:

Εκείνος: Σ’ αγαπάω, μαμά.

Εκείνη: Κι εγώ, αγοράκι μου.

Εκείνος (που θέλει πάντα να κερδίζει): Εγώ σ’ αγαπάω πιο πολύ.

Εκείνη: Λυπάμαι, παιδί μου, αλλά εδώ δεν έχεις καμία πιθανότητα να κερδίσεις.

Η γυναίκα έχει δίκιο. Όσο κι αν τον πειράζει, αυτή τη μάχη θα τη χάνει ξανά και ξανά. Ποτέ δεν θα μπορέσει να μας αγαπήσει περισσότερο απ’ όσο τον αγαπάμε εμείς. Και όταν λέμε δεν θα μπορέσει περισσότερο, εννοούμε: ούτε με μεγαλύτερη ένταση ούτε με τον ίδιο τρόπο, αφού η αγάπη του προς εμάς δεν θα είναι ποτέ άνευ όρων (ούτε και θα ήταν υγιές να είναι).

Ας αφήσουμε γι’ αργότερα τον ορισμό του συναισθήματος για το οποίο μιλάμε (της αγάπης), κι ας αναρωτηθούμε: τι σημαίνει άνευ όρων; Κατά τη γνώμη μας, σημαίνει ακριβώς και κυριολεκτικά αυτό που λένε οι λέξεις: ένα συναίσθημα που δεν θέτει όρους. Μια αγάπη που υπάρχει, διαρκεί και διατηρείται ακέραια, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει ή τι κάνει το αγαπημένο πρόσωπο. Είναι σαφές: θ’ αγαπάμε τα παιδιά μας ακόμη κι αν μας κάνουν να υποφέρουμε, ακόμη κι αν μας φέρονται άσχημα, ακόμη κι αν δεν θέλουν να μας ξαναμιλήσουν, ακόμη κι αν -εν ολίγοις- δεν μας αγαπάνε… Ακόμη και στη χειρότερη περίπτωση, εμείς θα εξακολουθήσουμε να τ αγαπάμε. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί είναι παιδιά μας. Γιατί από τη στιγμή που τα γεννήσαμε και τα υιοθετήσαμε, έγιναν μέρος μας – κι αυτό είναι κάτι μη αναστρέψιμο.

Πριν από λίγο καιρό ένας φίλος μου είπε πως η εννιάχρονη κόρη του τον ρώτησε: «Μπαμπά, μ’ αγαπάς, έτσι δεν είναι;»

«Πάρα πολύ» απαντάει ο μπαμπάς με κάθε ειλικρίνεια. «Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο.»

«Α… και γιατί μ αγαπάς;»

«Τι ερώτηση! Μα γιατί είσαι η κόρη μου!» λέει αυτός, σαν να ήταν αυτονόητο.

«Καλά, καλά» λέει το κοριτσάκι, «αυτό το ξέρω».

Η μικρή έμεινε με την αίσθηση πως η ερώτησή της δεν είχε απαντηθεί. Η απάντηση του πατέρα επιβεβαίωνε το προφανές κι έδειχνε πως η ερώτηση ήταν άτοπη (και παρόλο που δεν το ήξερε κανένας από τους δύο, ήταν όντως έτσι: η άνευ όρων αγάπη, δεν χρειάζεται εξηγήσεις). Το κοριτσάκι, όμως, ήθελε να μάθει κι άλλα.

«Αυτό που θέλω να σε ρωτήσω» εξηγεί η μικρή, «είναι για ποια πράγματα μ’ αγαπάς. Τι έχω εγώ και μ’ αγαπάς;»

Αυτή τη φορά η απάντηση δεν ήταν τόσο εύκολη, κι ο μπαμπάς χρειάστηκε να το σκεφτεί• να κοιτάξει τη μικρή σαν -ας πούμε- να μην ήταν κόρη του, σαν να μην την είχε αγαπήσει ποτέ, για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει ό,τι αξιαγάπητο είχε και να της το πει (αν και στο τέλος θα έπρεπε να της πει ότι, έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν δεν είχε τίποτα το αξιαγάπητο, ακόμη κι αν όλα πάνω της ήταν στραβά κι ανάποδα, εκείνος πάλι το ίδιο θα την αγαπούσε).

Αξίζει ν’αναρωτηθούμε πώς της ήρθε της μικρής να κάνει αυτήν την ερώτηση γιατί, αργά ή γρήγορα, όλοι όσοι έχουμε παιδιά θα χρειαστεί ν’ απαντήσουμε. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή τα παιδιά, καθώς προετοιμάζονται να βγουν στη ζωή, θα στρέψουν το βλέμμα προς άλλα άτομα πέρα από τους γονείς τους και θ’ αναρωτηθούν αν θα μπορέσει και κάποιος άλλος να τ’ αγαπήσει όπως εκείνοι. Η μικρή αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς πως οι άλλοι δεν θα την αγαπήσουν «έτσι απλά». Δηλαδή, χωρίς να ξέρει το γιατί, αντιλαμβάνεται πως η άνευ όρων αγάπη προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από τους γονείς, και γι’ αυτό ακριβώς αναζητά πάνω της αυτά τα χαρίσματα και αυτά τα αξιαγάπητα χαρακτηριστικά που θα κινήσουν το ενδιαφέρον και των άλλων ανθρώπων.

ECKHART TOLLE: Και ενώ ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου

“Δεν μπορώ πια να ζω με τον εαυτό μου”. Αυτή ήταν η σκέψη που επαναλαμβανόταν αδιάκοπα μέσα στο νου μου. Και τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πόσο αλλόκοτη ήταν εκείνη η σκέψη. “Είμαι ένας ή δύο;” αναρωτήθηκα. “Αν δεν μπορώ να ζω με τον εαυτό μου, τότε θα πρέπει να είμαστε δύο: «εyώ» και ο «εαυτός» με τον οποίο «δεν μπορώ να ζω». Ίσως, μόνο ο ένας από τους δυο μας να είναι αληθινός”.

Ήμουν τόσο αποσβολωμένος από αυτή την παράξενη συνειδητοποίηση, ώστε ο νους μου σταμάτησε. Είχα πλήρη συνείδηση, αλλά δεν υπήρχαν πια σκέψεις. Τότε ένιωσα να με τραβάει κάτι που έμοιαζε με ενεργειακή δίνη. Ήταν μια αρχή κίνηση στην αρχή και ύστερα επιταχύνθηκε. Ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου και το κορμί μου άρχισε να τρέμει. Άκουσα τις λέξεις “μην αντιστέκεσαι”, σαν να είχαν ειπωθεί μέσα στο στήθος μου. Αισθανόμουν σαν να με ρουφούσε ένα κενό και είχα την αίσθηση ότι αυτό το κενό ήταν μέσα μου, όχι έξω από μένα. Ξαφνικά, δεν ένιωθα πια φόβο κι αφέθηκα να πέσω μέσα σ’ εκείνο το κενό. Δε θυμάμαι τι συνέβη ύστερα απ’ αυτό.

Ξύπνησα από το τιτίβισμα ενός πουλιού έξω από το παράθυρο. Δεν είχα ποτέ ξανακούσει τέτοιον ήχο. Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά και έβλεπα την εικόνα ενός πολύτιμου διαμαντιού. Ναι, αν ένα διαμάντι μπορούσε να βγάλει ήχο, έτσι θα ήταν. Άνοιξα τα μάτια μου. Το πρώτο φως της αυγής τρύπωνε μέσα από τις κουρτίνες. Χωρίς καμιά σκέψη, ένιωσα, ήξερα, ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα στο φως απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε. Αυτό το απαλό φεγγοβόλημα που φιλτραριζόταν μέσα από τις κουρτίνες ήταν η ίδια η αγάπη.

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω πάνω—κάτω. Αναγνώριζα το δωμάτιο, κι όμως ήξερα ότι ποτέ πριν δεν το είχα δει πραγματικά. Όλα ήταν φρέσκα και αγνά, σαν να είχαν μόλις γεννηθεί. Έπιανα τα αντικείμενα στα χέρια μου, ένα μολύβι, ένα άδειο μπουκάλι, θαυμάζοντας την ομορφιά και τη ζωντάνια τους. Εκείνη τη μέρα τριγύρισα στην πόλη, κυριολεκτικά θαμπωμένος από το θαύμα της ζωής πάνω στη Γη, σαν να είχα μόλις γεννηθεί σε τούτο τον κόσμο.

ECKHART TOLLE, Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ

Σε ποιο βαθμό οι αποτυχίες μας εκφράζουν ασυνείδητες επιθυμίες μας;

Για να καταλάβουμε σε ποιο βαθμό οι αποτυχίες μας μπορούν να εκφράσουν ασυνείδητες επιθυμίες πρέπει να επιστρέψουμε στον τρόπο με τον οποίο ο Φρόιντ έφερε την επανάσταση στη θεώρηση του ανθρώπινου υποκειμένου, δείχνοντας ότι η ψυχική ζωή του είχε χωριστεί σε τρεις «περιοχές»: το «Εγώ», το «Εκείνο» και το «Υπερεγώ». 

«Το Εγώ δεν κυριαρχεί στο ίδιο του το σπίτι», προειδοποιεί. Η κυριαρχία του συνειδητού «Εγώ» απειλείται πράγματι διπλά: από το «Κάτω» και το «Πάνω». Από κάτω: την ασυνείδητη ψυχική ενέργεια του «Εκείνου», από όλες τις απωθημένες παρορμήσεις από την παιδική ηλικία που προσπαθούν να επιστρέψουν. Από πάνω: από τις τυραννικές διαταγές του «Υπερεγώ», του κοινωνικού και ηθικού «Εγώ», που είναι, επίσης, σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητο. 

Το ασυνείδητο είναι, λοιπόν, μια ζωντανή δυναμική ενέργεια, η οποία επιδιώκει να εκδηλωθεί και επωφελείται από την ανάγκη του λάθους για να το πράξει. Αυτή η ενέργεια μπορεί να προέρχεται είτε από το «Εκείνο» είτε από το «Υπερεγώ». Μέσα από τα λάθη μας, μπορούμε να εκφράσουμε συσσωρευμένη επιθετικότητα, καθώς και υψηλές φιλοδοξίες που δεν παραδεχόμαστε. Ένας σύζυγος «αποτυγχάνει» στην τρυφερή χειρονομία του και χτυπάει τη γυναίκα του.

 Αν είναι μια χαμένη ευκαιρία, αυτή είναι το δικό του «Εκείνο» που καταφέρνει να τον ικανοποιήσει. Αυτός ο άνθρωπος είχε την ασυνείδητη επιθυμία να βλάψει τη σύζυγό του. Αλλά αν αποτύχει σε μια συνέντευξη για δουλειά, γιατί φιλοδοξεί πολύ περισσότερα από αυτή τη θέση, τότε είναι μάλλον το «Υπερεγώ» του που εκδηλώνεται. Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει αποτυχία και επιτυχία την ίδια στιγμή, ταυτόχρονα, λέει ο θεμελιωτής της ψυχανάλυσης. Υπάρχουν μια συνειδητή απόλαυση και μια ασυνείδητη δυσαρέσκεια.

Μια χαμένη ευκαιρία εμπίπτει σε αυτή τη λογική, η οποία συνοψίζεται από τον ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν: «Για κάθε χαμένη ευκαιρία, υπάρχει ένας επιτυχημένος λόγος». Αυτός ο επιτυχημένος λόγος πηγάζει από το ασυνείδητο, το οποίο ζητά να ερμηνευτεί, να αποκρυπτογραφηθεί.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου

Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου, που θα διατηρήσεις όταν είσαι μόνος αλλά και μαζί με άλλους ανθρώπους.

Και ως επί το πλείστον να τηρείς σιωπή ή να λες τα απολύτως αναγκαία και με λίγα λόγια. Σπανίως, μάλιστα, όταν απαιτείται να μιλήσεις, μίλα, αλλά όχι για κάτι τυχαίο, όχι για μονομαχίες ή ιπποδρομίες ή αθλητές ή φαγητά ή ποτά, θέματα που συζητούνται παντού, και κυρίως όχι για ανθρώπους ψέγοντας, επαινώντας ή συγκρίνοντας. Αν το μπορείς, οδήγησε με τα λόγια σου τα λόγια των συντρόφων σου ώστε να είναι πιο αρμόζοντα, αλλά, αν τύχει να βρεθείς μόνος ανάμεσα σε ξένους, να σωπάσεις.

Να μη γελάς πολύ ούτε για πολλά θέματα ούτε ασυγκράτητα.

Να μην ορκίζεσαι, καθόλου αν είναι δυνατόν, διαφορετικά όσο μπορείς.

Απόφευγε τα συμπόσια με ανθρώπους αδαείς. Κι αν κάποτε έρθει ο καιρός που θα χρειαστεί να το κάνεις, να εντείνεις την προσοχή σου μην τυχόν γίνεις κι εσύ αδαής. Γιατί να γνωρίζεις ότι, αν ο φίλος σου είναι βρομερός, κατ’ ανάγκη θα μολύνει και αυτόν τον οποίο συναναστρέφεται, ακόμα κι αν τύχει να είναι καθαρός.

Όσα αφορούν το σώμα να τα λαμβάνεις όσο χρειάζεται, όπως τροφές, ποτά, ενδύματα, σπίτι, υπηρέτες. Ό,τι αφορά τη δόξα ή την πολυτέλεια, να το ξεχάσεις τελείως…

Αν σου πουν ότι κάποιος σε κακολογεί, μην απολογηθείς για όσα λέει αλλά απάντησε ότι «αγνοούσε και τα άλλα μου ελαττώματα, γιατί αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά».

Δεν είναι αναγκαίο να πολυπηγαίνεις στα θέατρα. Και, αν κάποτε είναι καιρός να το κάνεις, να δείξεις ότι υποστηρίζεις μόνο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο, δηλαδή ότι θέλεις το αποτέλεσμα να είναι αυτό που πραγματικά είναι και να νικά μόνο ο νικητής. Κι έτσι δεν θα απογοητευτείς. Να απέχεις τελείως από το να φωνάζεις και να γελάς δυνατά εναντίον κάποιου ή να συγκινείσαι υπερβολικά. Και όταν φύγεις, να μη μιλάς πολύ για όσα έγιναν, παρά μόνο για όσα συμβάλλουν στη βελτίωσή σου- γιατί διαφορετικά ο κόσμος θα σκεφτεί ότι εντυπωσιάστηκες από το θέαμα.

Στις διαλέξεις που κάποιοι δίνουν να μην πηγαίνεις τυχαία και εύκολα και, όταν το κάνεις, να τηρείς σεμνότητα και ηρεμία και να μην ενοχλείς.

Όταν πρόκειται να συναντήσεις κάποιον, ειδικά κάποιον που θεωρείται σπουδαίος, αναρωτήσου τι θα έκανε ο Σωκράτης ή ο ‘Ζήνων στη συγκεκριμένη περίπτωση κι έτσι δεν θα δυσκολευτείς να διαχειριστείς την κατάσταση κατά τον αρμόζοντα τρόπο. Όταν επισκέπτεσαι κάποιον πολύ ισχυρό, να φαντάζεσαι ότι δεν θα τον βρεις μέσα στο σπίτι, ότι θα σε κλείσουν απ’ έξω, ότι θα σε αγνοήσει. Και αν παρ’ όλα αυτά πρέπει να πας, όταν βρεθείς εκεί, να αποδεχτείς όσα συμβαίνουν, να μην πεις ποτέ στον εαυτό σου ότι «δεν άξιζε τον κόπο». Γιατί αυτό δείχνει άνθρωπο ανόητο και με στρεβλή αντίληψη για τα εξωτερικά πράγματα.

Στις συνομιλίες απόφευγε να αναφέρεις υπερβολικά δικά σου κατορθώματα ή περιπέτειες. Μπορεί να σου είναι ευχάριστο να θυμάσαι τις περιπέτειες σου, αλλά για τους άλλους δεν είναι τόσο ευχάριστο να ακούν τι σου συνέβη.

Απόφευγε να προξενείς γέλιο, γιατί αυτή η συνήθεια είναι επικίνδυνη και εύκολα μπορείς να ολισθήσεις στη χυδαιότητα και να μειωθεί ο σεβασμός που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπό σου. Επίσης, είναι επισφαλής και η αισχρολογία. Όταν λοιπόν συμβεί κάτι τέτοιο, αν έχεις την ευκαιρία, να επιπλήξεις εκείνον που επιδόθηκε σε αισχρολογία, διαφορετικά να δείξεις σιωπώντας και κοκκινίζοντας και με έκφραση σκυθρωπή ότι σε δυσαρέστησε ο λόγος του.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

WILHELM REICH: Ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός

Σε καταλαβαίνω. Σε έχω δει χιλιάδες φορές απογυμνωμένο, ψυχικά και σωματικά, χωρίς μάσκα, χωρίς κομματική ταυτότητα, χωρίς τη «λαϊκότητά» σου. Γυμνό, όπως σε γέννησε η μάνα σου, σαν στρατάρχη με τα σώβρακα κατεβασμένα. Παραπονέθηκες και έκλαψες μπροστά μου, μου μίλησες για τις επιθυμίες σου, μου εξομολογήθηκες την αγάπη σου και τις στεναχώριες σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Θα σου πω λοιπόν τι είσαι στ’ αλήθεια, Ανθρωπάκο, γιατί πραγματικά πιστεύω στο λαμπρό σου μέλλον. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σου ανήκει. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου, δες τον όπως πραγματικά είναι. Αφουγκράσου αυτά που κανείς από τους μεγάλους ηγέτες και τους εκπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι ένας «κοινός μικρός άνθρωπος». Φρόντισε να αντιληφθείς το διττό νόημα αυτών των λέξεων: «μικρός» και «κοινός».

Μην τρέχεις να ξεφύγεις. Βρες τα κότσια να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου υπαγορεύεις τι να κάνω;» Βλέπω την απορία στο τρομαγμένο σου βλέμμα. Ακούω την ερώτηση να βγαίνει από το θρασύ σου στόμα, Ανθρωπάκο. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, φοβάσαι την κριτική, Ανθρωπάκο, όπως φοβάσαι και την εξουσία που σου υπόσχονται.
Δεν θα ήξερες πώς να διαχειριστείς αυτή τη δύναμη. Δεν τολμάς καν να σκεφτείς ότι θα μπορούσες να νιώσεις τον εαυτό σου διαφορετικά: ελεύθερο, αντί για υποταγμένο – ανοιχτό, αντί για κρυψίνου – ελεύθερο να αγαπήσει ολοκληρωτικά, όχι σαν τον κλέφτη μέσα στη νύχτα.

Περιφρονείς τον εαυτό σου, Ανθρωπάκο. Λες: «Ποιος είμαι εγώ στο κάτω κάτω για να έχω δική μου άποψη, για να καθορίζω τη ζωή μου και για να διακηρύσσω ότι ο κόσμος είναι κτήμα μου;». Έχεις δίκιο: Ποιος είσαι εσύ για να προβάλλεις αξιώσεις για τη ζωή σου; Θα σου πω εγώ ποιος είσαι:

Διαφέρεις μόνο σε ένα σημείο από τον πραγματικά σπουδαίο άνθρωπο: Ο σπουδαίος άνθρωπος, υπήρξε κι αυτός κάποτε ένας πολύ μικρός Ανθρωπάκος, ανέπτυξε όμως μία πολύ σημαντική ικανότητα: Αναγνώρισε τη μικρότητα και τη στενότητα των σκέψεων και των πράξεών του. Υπό την πίεση ενός καθήκοντος που σήμαινε πολλά έμαθε να βλέπει τι κίνδυνο αποτελούσε η μικρότητα, η μικροπρέπεια του, για την ευτυχία του. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει. Συγκαλύπτει τη μικρότητα και τη στενομυαλιά του με ψευδαισθήσεις ισχύος και μεγαλείου, την ισχύ και το μεγαλείο άλλων. Είναι υπερήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει τις σκέψεις των άλλων, αλλά όχι τις δικές του. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο το πιστεύει, ενώ δεν πιστεύει στην ορθότητα των ιδεών που ο ίδιος αντιλαμβάνεται πιο εύκολα.

ΒΙΛΧΕΜ ΡΑΪΧ, Άκου, Ανθρωπάκο!

H Σελήνη θα μπορούσε να αποτελέσει ενεργειακή πηγή για τη Γη

To φεγγάρι πάντα συνάρπαζε τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος πάτησε στη Σελήνη για πρώτη φορά το 1969 αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει τον ορυκτό της πλούτο. Ίσως στο μέλλον.

Από τότε που για πρώτη φορά ο Αμερικανός αστροναύτης Νιλ Άρμστρονγκ πάτησε το πόδι του στη Σελήνη αναφωνώντας «ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο για την ανθρωπότητα», έχουν περάσει πολλές δεκαετίες και έχουν μεσολαβήσει πολλές αποστολές στο φεγγάρι.

Σήμερα η κατανόηση της Σελήνης έχει φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο και οι επιστήμονες διατείνονται ότι γνωρίζουν τα πάντα για τον γειτονικό πλανήτη. Ή καλύτερα σχεδόν τα πάντα.

Χάρη στην πρόοδο της τεχνολογίας και της επιστήμης σήμερα πολλές ιδιωτικές εταιρείες έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να ξεκινήσουν τις δικές τους ερευνητικές αποστολές στο διάστημα. Η Tesla και η SpaceΧ έχουν ως μεγαλεπήβολο στόχο να δημιουργήσουν «αποικία» στον Άρη αλλά και να διοργανώνουν τουριστικά ταξίδια στη Σελήνη.

Όμως μεγάλο ενδιαφέρον έχουν αρχίσει να δείχνουν και πολλές επενδυτικές εταιρείες για εξόρυξη ορυκτών πρώτων υλών αλλά και ευγενών μετάλλων, όπως ο χρυσός, από το υπέδαφος της Σελήνης. Όπως εκτιμούν ειδικοί το υπέδαφος της Σελήνης είναι πιθανότατα πλούσιο και σε Ήλιο-3.

Ποια χημικά στοιχεία υπάρχουν στη Σελήνη;

Σύμφωνα με τον καθηγητή αστροβιολογίας και επιστήμης των πλανητών Ίαν Κρόφορντ στο Πανεπιστήμιο του Μπίρμπεκ του Λονδίνου: «Καθώς προχωρά η εξερεύνηση των πλανητών, αυξάνεται και η πιθανότητα στο μέλλον να είναι δυνατή η άντληση ενεργειακών πόρων και άλλων υλικών από άλλους πλανήτες». Προς το παρόν, όπως σημειώνει ο ίδιος, αυτή η προοπτική ενδιαφέρει κυρίως ιδιώτες επενδυτές. «Θα μπορούσαμε θεωρητικά στο μέλλον να δημιουργήσουμε βάσεις εξόρυξης, όπως στην Ανταρκτική. Οι βάσεις αυτές θα μπορούσαν να λειτουργούν εξ ολοκλήρου με φυσικούς πόρους από τη Σελήνη, αντί να μεταφέρονται από τη γη».

Ο Ίαν Κρόφορντ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «κάθε χημικό στοιχείο που βρίσκεται στον περιοδικό πίνακα της γης, ανιχνεύεται επίσης στη Σελήνη. Ειδικότερα το Ήλιο-3 της Σελήνης θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών στη γη, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται σε πυρηνικούς σταθμούς για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι λοιπόν αυξάνονται οι φωνές υπέρ της εκμετάλλευσης του χημικού αυτού στοιχείου που μπορεί να μας δώσει η Σελήνη».

Ο ίδιος βέβαια εκφράζει επιφυλάξεις τόσο ως προς την πιθανολογούμενη πραγματική ποσότητα Ήλιου-3 στο φεγγάρι όσο και ως προς την μακροπρόθεσμη συμβολή μιας τέτοιας μεγαλόπνοης και κοστοβόρας επένδυσης στην κάλυψη αναγκών πίσω στη γη. «Εάν έχεις τα χρήματα να επενδύσεις στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας στο μέλλον, δεν έχει νόημα να επενδύσεις σε άλλη μια μη ανανεώσιμη πηγή, όπως το Ήλιο-3, αλλά πολύ περισσότερο σε άλλες ανανεώσιμες μορφές ενέργειας στη γη».

Νέα νομικά ζητήματα

Όμως εάν υποθέσουμε ότι πράγματι ξεκινούν αποστολές εκμετάλλευσης του διαστήματος, ποιος θα έχει την κυριότητα των εκάστοτε σεληνιακών εδαφών; Σύμφωνα με τον Ίαν Κρόφροντ, το ζήτημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο διάστημα ρυθμίζεται από τη Διεθνή Σύμβαση για το Διάστημα του 1967 (Στα ελληνικά: Συνθήκη επί των Αρχών που Διέπουν τη Δραστηριότητα των Κρατών κατά την Εξερεύνηση και Χρησιμοποίηση του Διαστήματος, συμπεριλαμβανομένης της Σελήνης και των Άλλων ουράνιων Σωμάτων).

Το κείμενο αυτό διεθνούς δικαίου ορίζει καταρχήν ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να κατέχει εδάφη στο διάστημα, στη Σελήνη ή άλλους πλανήτες. Όμως, όπως επισημαίνει ο Βρετανός καθηγητής, η σύμβαση αυτή δεν προέβλεψε τίποτα για το ενδεχόμενο απόκτησης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων πάνω σε ορυκτές ύλες από ιδιώτες επενδυτές. Κατά τη γνώμη του λοιπόν, θα πρέπει να αναθεωρηθεί για να συμπεριλάβει και τις μελλοντικές αποστολές έρευνας και οικονομικής εκμετάλλευσης από ιδιώτες. Κι αυτό διότι όλα δείχνουν ότι κάπως έτσι θα διαγραφεί το μέλλον.

Η Τοκογλυφία στην Αρχαία Ελλάδα και η Άποψη του Αριστοτέλη

Δικαίως Κτω (Να αποκτάς κάτι τίμια-δίκαια)
Εγγύην Φεύγε (Να αποφεύγεις να εγγυάσαι για κάποιον ή για κάτι).
Κτώμενος Ήδου (Να ευχαριστιέσαι απ’ αυτά που αποκτάς και να μην είσαι άπληστος, αλλά αυτάρκης).
Πλούτω Απόστει (Να αποστασιοποιείσαι από τον πλούτο – Δελφικό Παράγγελμα)

Η λέξη «τόκος» στα αρχαία ελληνικά, προερχόμενη από το ρήμα τίκτω (=γεννώ) σημαίνει τον τοκετό, τη γέννα (π.χ ο Σωκράτης ορίζει τον έρωτα στο «Συμπόσιο του Πλάτωνα σαν «τόκο εν καλώ», δηλαδή σαν η γέννηση ενός τέκνου της ψυχής σε ένα ωραίο μέρος, με την έννοια ότι ερωτεύεται εκείνον ή εκείνην που σε βοηθά να γεννήσεις εκείνα που ήδη κυοφορείς μέσα της στην ψυχή σου). Σημαίνει επίσης το χρόνο του τοκετού. Μεταγενέστερα σήμαινε οτιδήποτε το τεχθέν, το γόνο το γέννημα, το τέκνο, τον υιό. Τελικά έφτασε να σημαίνει και το κέρδος που επιφέρουν τα δανειζόμενα για ένα ορισμένο διάστημα χρήματα, με την έννοια ότι αυτά γεννούν καινούριο (επιπλέον) χρήμα ή σύμφωνα με τον Αριστοτέλη διότι όπως τα παιδιά που γεννιούνται μοιάζουν με τους γονείς τους, έτσι και ο τόκος είναι ένα νόμισμα που γεννιέται από το ίδιο το νόμισμα.

Από την άλλη μεριά το ρήμα «γλύφω» σημαίνει λαξεύω, σμιλεύω, χαράσσω.

Η σύνθετη έτσι λέξη τοκο-γλύφος σημαίνει ετοιμολογικά αυτόν που χαράσσει τους τόκους (πάνω στις σανίδες της τράπεζάς του) και κατ’ επέκταση αυτός που τους υπολογίζει μέχρι του τελευταίου λεπτού, ο αισχροκερδής δηλαδή τοκιστής και τελικά αυτός που δανείζει με τόκο μεγαλύτερο από αυτόν που ορίζει ο νόμος.

Ας δώσουμε όμως και την ετυμολογική σημασία της λέξης «νόμισμα». Το ουσιαστικό αυτό προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «νομίζω» που είχε τις εξής σημασίες: αναγνωρίζω ως νόμο, έχω ως πατροπαράδοτη συνήθεια, ακολουθώ τις παραδόσεις, τηρώ έθιμα, συνηθίζω, αναγνωρίζω, σέβομαι, τιμώ, εισάγω συνήθεια, παραδέχομαι ως νόμιμο, ορίζω νομίμως και τελικά με το χρόνο έφτασε να σημαίνει ό,τι και σήμερα, δηλαδή θεωρώ, φρονώ, πιστεύω.

Νόμισμα λοιπόν στην πρωταρχική σημασία του είναι αυτό που έχει καθιερωθεί από κάποια παλιά συνήθεια, το νενομισμένο έθος, το έθιμο, το καθιερωμένο, ο θεσμός. Λέει έτσι ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» «ουδέν ανθρώποισιν οίον άργυρος κακόν νόμισμ’ έβλαστε». Από αυτή την πρωταρχική σημασία έφτασε να σημαίνει τελικά και το ισχύον ή κυκλοφορούν χρήμα σε μια επικράτεια. Ο Αριστοτέλης παρατηρεί επιγραμματικά στα Νικομάχεια: «οίον δ’ υπ’άλλαγμα της χρείας το νόμισμα γέγονε κατά συνθήκην, και δια τούτο τούνομα έχει νόμισμα, ότι ου φύσει, αλλά νόμω εστί».

Η τοκογλυφία στην στην αρχαία Ελλάδα άρχισε να γίνεται πρόβλημα μετά την εισαγωγή των νομισμάτων. Πριν από αυτά, ο γεωργός δανειζόταν διάφορα εμπορεύματα και επέστρεφε το δάνειο με τη συγκομιδή του. Όταν όμως εισήχθη το νόμισμα, ήταν αναγκασμένος πια να δανείζεται χρήματα για να αγοράσει προμήθειες. Κατά την συγκομιδή όμως τα προϊόντα ήταν άφθονα και οι τιμές χαμηλές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξοφλήσει τα δάνειά του. Με τον τρόπο αυτό έχανε τελικά την ιδιοκτησία της γης που κατείχε, η οποία άρχισε να συγκεντρώνεται στα χέρια μια ολιγαρχίας.

Το πρόβλημα αυτό κατέστη τελικά πολύ μεγάλο και γι’ αυτό ο Σόλωνας αναγκάστηκε τον 6ο π.Χ αιώνα να επιβάλει τη Σεισάχθεια (=σείω + άχθος), την αποτίναξη δηλαδή των βαρών ή χρεών των πολιτών, ακυρώνοντας όλα τα μέχρι τότε τοκογλυφικά δάνεια κι επιστρέφοντας τη γη στους αγρότες. Αργότερα, όταν η Ρώμη αντιμετώπισε ανάλογο πρόβλημα, ο Ιούλιος Καίσαρας εφήρμοσε ανάλογη νομοθεσία με αυτή του Σόλωνα.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την τοκογλυφία σαν ένα είδος κλοπής. Όπως ήδη σημειώσαμε, το χρήμα γι’ αυτόν δεν υπάρχει από τη φύση, αλλά από το νόμο, ο νόμος το καθιερώνει και το επιβάλλει. Η τοκογλυφία τελικά καθίσταται μια διαστροφή της φυσικής διαδικασίας της γέννησης, καθόσον το χρήμα, παρότι το ίδιο είναι στείρο, καθιερώνεται με νόμο να παράγει-γεννάει με τον τόκο άλλο χρήμα. Η τοκογλυφία ή «οβολοστατική» εναντιώνεται έτσι τόσο στη φύση όσο και στον ορθό λόγο και είναι ανάξια για έναν ελεύθερο και ηθικό άνθρωπο.

Όπως παρατηρεί ο Αριστοτέλης, οι δυσκολίες της άμεσης ανταλλαγής προϊόντων οδήγησαν τελικά στην ανάπτυξη της έμμεσης ανταλλαγής με την εισαγωγή του νομίσματος σαν ενός μέτρου ανταλλακτικής αξίας των προϊόντων. Έτσι οι άνθρωποι επιδίωξαν για το συμφέρον του εμπορίου να αποκτήσουν χρήμα, με αποτέλεσμα ο φυσικός προορισμός της ανταλλαγής των προϊόντων για την πληρέστερη ικανοποίηση των αναγκών των πολιτών να υποκατασταθεί από τη συσσώρευση απλά χρημάτων σαν αυτοσκοπό, με τη χειρότερη μάλιστα έκφρασή της της τοκογλυφίας. Ο αρχικός σκοπός του χρήματος ήταν να βοηθήσει στις ανταλλαγές και όχι να αυξάνεται μέσω του τόκου! Η πρακτική λοιπόν του δανεισμού με τόκο είναι αφύσικη και παράλογη διότι το κέρδος που δημιουργείται εδώ βγαίνει από το ίδιο το νόμισμα και δεν ανταποκρίνεται πια στο σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε το νόμισμα. Το νόμισμα επινοήθηκε με σκοπό τη διευκόλυνση των ανταλλαγών, ενώ ο τόκος πολλαπλασιάζει την ποσότητα του ίδιου του χρήματος. Ο τρόπος αυτός για να κερδίζεις χρήματα είναι για τον Αριστοτέλη φαύλος και ενάντιος στη φύση» (Αριστοτέλης, Πολιτικά).

Λέει επιγραμματικά ο Αριστοτέλης:

Η χρήση κάθε κτήματος γίνεται με δυο τρόπους. Και στους δυο χρησιμοποιείται το ίδιο πράγμα όχι όμως με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας ταιριάζει στη φύση του, ο άλλος δεν ταιριάζει• για παράδειγμα το υπόδημα χρησιμοποιείται με δυο τρόπους, ή το φοράει κανείς ή το ανταλλάσσει με άλλο είδος και οι δυο είναι τρόποι χρήσης του υποδήματος γιατί εκείνος που δίνει το υπόδημα σε όποιον το χρειάζεται με αντάλλαγμα νόμισμα ή τροφή, χρησιμοποιεί το υπόδημα, όχι όμως με τον ταιριαστό τρόπο, γιατί το υπόδημα δεν κατασκευάστηκε για να ανταλλάσσεται…

Γιατί όσοι ανήκαν στην οικογένεια είχαν τα πάντα κοινά, ενώ οι άλλοι, ζώντας χωριστά, χρειάζονταν άλλοι άλλα, οπότε για τις ανάγκες τους έκαναν ανταλλαγές, όπως κάνουν ακόμα πολλά βαρβαρικά έθνη. Ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα απαραίτητα για τη ζωή και τίποτα περισσότερο για παράδειγμα δίνουν κρασί και παίρνουν σιτάρι και καθετί από τα υπόλοιπα απαραίτητα πράγματα. Μια τέτοια ανταλλαγή δεν είναι ούτε αφύσικη ούτε αποτελεί κλάδο της τέχνης της απόκτησης (αφού γινόταν μόνο για να καλυφθούν κενά της φυσικής αυτάρκειας) απ’ αυτή όμως προήλθε κατ’ αναλογία εκείνη.

Αναγκαστικά χρησιμοποιήθηκαν τα νομίσματα όταν οι κάτοικοι μιας χώρας εξαρτώνταν περισσότερο από μια άλλη χώρα με το να εισάγουν όσα τους έλειπαν και να εξάγουν όσα τους περίσσευαν. Δεν ήταν εύκολο να μεταφερθούν όλα τα αναγκαία, γι’ αυτό συμφώνησαν μεταξύ τους να δίνουν και να παίρνουν στις συναλλαγές κάτι χρήσιμο και ταυτόχρονα εύχρηστο για τις βιοτικές ανάγκες, όπως για παράδειγμα σίδερο ή ασήμι ή κάτι παρόμοιο. Στην αρχή καθόρισαν το μέγεθος και το βάρος κι έπειτα του έδωσαν κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα για να γλιτώσουν από συχνά μετρήματα, επειδή το ιδιαίτερο γνώρισμα ορίστηκε ως απόδειξη της αξίας του.

Όταν επινοήθηκε το νόμισμα για τις ανάγκες των συναλλαγών, παρουσιάστηκε κι ένα άλλο είδος της τέχνης απόκτησης πλούτου, το λιανικό εμπόριο, που ίσως αρχικά να γινόταν απλά, αργότερα όμως έγινε πιο περίπλοκο εξαιτίας της εμπειρίας που υπαγόρευε πώς θα αποκομιζόταν μεγαλύτερο κέρδος. Έτσι επικράτησε η άποψη ότι η χρηματιστική σχετίζεται κυρίως με το νόμισμα και έχει κύριο έργο της την εξασφάλιση μεγαλύτερου κέρδους, επειδή προσπορίζει πλούτο και χρήματα. Αλλοι υποστηρίζουν ότι πολλές φορές πλούτος είναι το πλήθος των νομισμάτων, επειδή μ’ αυτό ασχολούνται η χρηματιστική και το λιανικό εμπόριο. Αλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το νόμισμα είναι χωρίς αντίκρυσμα και είδος απόλυτα συμβατικό, χωρίς καμιά φυσική αξία, κι ότι, αν αλλάξουν οι συμφωνίες που το δημιούργησαν, δεν θα έχει καμιά αξία και δεν θα είναι χρήσιμο για την προμήθεια των αναγκαίων και ότι, έστω κι αν κάποιος έχει πολλά νομίσματα, πολλές φορές δεν θα έχει ούτε την απαραίτητη τροφή. Ωστόσο φαίνεται παράδοξο πώς κάποιος, ενώ είναι πλούσιος, κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα, όπως εκείνος ο Μίδας, για τον οποίο μυθολογείται πως εξαιτίας της άπληστης ευχής του προς τους θεούς, όλα όσα υπήρχαν γύρω του γίνονταν χρυσάφι. Γι’ αυτό σκέπτονται σωστά όσοι ζητούν κάποιον άλλο διαχωρισμό του πλούτου από τη χρηματιστική. Άλλο είναι η χρηματιστική και άλλο ο φυσικός πλούτος, κι αυτά είναι μέρη της διοίκησης του οίκου, ενώ το λιανικό εμπόριο προσπορίζει πλούτο, όχι με κάθε τρόπο, αλλά μόνο με τη συναλλαγή. Θεωρείται πως τούτη σχετίζεται με το νόμισμα, επειδή το νόμισμα είναι στοιχείο και το όριο της συναλλαγής, και δεν υπάρχει τέλος σε τούτο τον πλούτο που προέρχεται από την τέχνη της απόκτησης περιουσίας.

Όσοι επιδιώκουν και την καλή διαβίωση, επιζητούν τις σωματικές απολαύσεις, ώστε, επειδή αυτό φαίνεται να ενυπάρχει μέσα στην απόκτηση, όλη η φροντίδα επικεντρώνεται στην απόκτηση χρήματος. Έτσι δημιουργήθηκε και το άλλο είδος της χρηματιστικής. Κι επειδή την απόλαυση την επιζητούν υπερβολικά, επιζητούν και τα μέσα που την εξασφαλίζουν κι αν δεν μπορούν να τα εξασφαλίσουν με τη χρηματιστική, το επιδιώκουν με άλλους τρόπους χρησιμοποιώντας τον καθένα με τρόπο που αντίκειται στη φύση. Φυσικός προορισμός της ανδρείας δεν είναι να αποφέρει χρήματα, αλλά να εμπνεύσει εμπιστοσύνη.

Πρέπει μάλιστα, όπως είπαμε και πριν, τα αγαθά να υπάρχουν στη φύση, γιατί έργο της φύσης είναι να παρέχει τροφή σ’ ό,τι γεννιέται. Κάθε γεννήτορας πρέπει να δώσει τροφή στο τέκνο του. Γι’ αυτό και η τέχνη της απόκτησης τροφών από φρούτα και ζώα είναι κάτι το φυσικό. Κι επειδή κι αυτή έχει δύο είδη, όπως είπαμε και πριν, δηλαδή το λιανικό εμπόριο και τη διαχείριση του οίκου, είναι αναγκαία και αξιέπαινη, ενώ η τέχνη της συναλλαγής δίκαια κατακρίνεται, αφού το κέρδος δεν είναι φυσικό, αλλά ο ένας κερδίζει από τον άλλο.

Κι εδώ η ουσία των λόγων του για την τοκογλυφία – παραθέτουμε και το αρχαίο κείμενο:

«Ευλογώτατα μισείται η οβολοστατική διά το απ’ αυτού του νομίσματος είναι την κτήσιν και ουκ εφ’ όπερ επορίσθη, ο δε τόκος αυτό ποιεί πλέον (όθεν και τού’ νομα τουτ’ είληφεν όμοια γαρ τα τικτόμενα τοις γεννώσιν αυτά έστιν, ο δε τόκος γίνεται νόμισμα εκ νομίσματος) ώστε και μάλιστα παρά φύσιν ούτως των χρηματιστών εστίν» (Αριστοτέλης, Πολιτικά 1258 β, 2).

Γι’ αυτό πολύ εύλογα η τοκογλυφία είναι μισητή, επειδή το κέρδος προέρχεται από το ίδιο το νόμισμα κι όχι από τη χρήση, για την οποία προορίστηκε. Ενώ επινοήθηκε για χάρη της συναλλαγής, το νόμισμα πολλαπλασιάζεται από τον τόκο (γι’ αυτό άλλωστε και ο τόκος ονομάστηκε έτσι γιατί όπως τα γεννήματα είναι όμοια με τους γεννήτορες τους, έτσι και ο τόκος είναι γέννημα χρημάτων από χρήματα). Επομένως απ’ όλους τους τρόπους απόκτησης πλούτου βασικά αυτός είναι ο πιο αφύσικος.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ, ΚΑΤΑ ΛΕΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΛΥΚΟΥΡ Λεωκ 75–82

Ο όρκος των Αθηναίων εφήβων και οι πράξεις του Λεωκράτη – Το παράδειγμα του όρκου πριν από τη μάχη των Πλαταιών

Ο Λυκούργος εισηγείται εἰσαγγελίαν προδοσίας εναντίον του Λεωκράτη για τη φυγή του από την Αθήνα τις κρίσιμες στιγμές μετά την ήττα στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.). Αρχικά, ο ρήτορας παρέθεσε τα ψηφίσματα και τα μέτρα με τα οποία προσπάθησε η πόλη να αντιμετωπίσει τη δυσχερή κατάσταση. Ένα μάλιστα από αυτά καθιστούσε ενόχους προδοσίας όσους θα εγκατέλειπαν στο εξής την Αθήνα. Ο Λεωκράτης, όμως, πρόλαβε να καταφύγει στη Ρόδο κάποιες ώρες πριν από την ψήφισή του και έτσι, στην πίστιν του λόγου του, ο ρήτορας εστιάζει στην ηθική –και όχι τη νομική– πλευρά του ζητήματος. Αφού αναφέρθηκε στην εκστρατεία του Ξέρξη, οπότε οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους, για να την υπερασπιστούν αποτελεσματικότερα, ο ρήτορας επισημαίνει
:

[75] Καίτοι ὑμεῖς τίνα τρόπον νενομίκατε περὶ τούτων,
καὶ πῶς ἔχετε ταῖς διανοίαις, θεωρήσατε. ἄξιον γὰρ
ὅμως καίπερ πρὸς εἰδότας διελθεῖν· ἐγκώμιον γὰρ νὴ
τὴν Ἀθηνᾶν εἰσι τῆς πόλεως οἱ παλαιοὶ νόμοι καὶ τὰ
ἔθη τῶν ἐξ ἀρχῆς ταῦτα κατασκευασάντων, οἷς ἂν προσ-
έχητε, τὰ δίκαια ποιήσετε καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις σεμνοὶ
καὶ ἄξιοι τῆς πόλεως δόξετ’ εἶναι. [76] ὑμῖν γὰρ ἔστιν ὅρκος,
ὃν ὀμνύουσι πάντες οἱ πολῖται, ἐπειδὰν εἰς τὸ ληξιαρχι-
κὸν γραμματεῖον ἐγγραφῶσι καὶ ἔφηβοι γένωνται, μήτε
τὰ ἱερὰ ὅπλα καταισχυνεῖν μήτε τὴν τάξιν λείψειν, ἀμυνεῖν
δὲ τῇ πατρίδι καὶ ἀμείνω παραδώσειν. ὃν εἰ μὲν ὀμώμοκε
Λεωκράτης, φανερῶς ἐπιώρκηκε, καὶ οὐ μόνον ὑμᾶς
ἠδίκηκεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ θεῖον ἠσέβηκεν· εἰ δὲ μὴ ὀμώμο-
κεν εὐθὺς δῆλός ἐστι παρασκευασάμενος <ὡς> οὐδὲν
ποιήσων τῶν δεόντων, ἀνθ’ ὧν δικαίως ἂν αὐτὸν καὶ
ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ τῶν θεῶν τιμωρήσαισθε. βούλομαι
δ’ ὑμᾶς ἀκοῦσαι τοῦ ὅρκου. [77] λέγε, γραμματεῦ.

ΟΡΚΟΣ 

—<Οὐκ αἰσχυνῶ τὰ ἱερὰ ὅπλα, οὐδὲ λείψω τὸν
παραστάτην ὅπου ἂν στοιχήσω· ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ
ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ οὐκ ἐλάττω παραδώσω τὴν πατρίδα,
πλείω δὲ καὶ ἀρείω κατά τε ἐμαυτὸν καὶ μετὰ ἁπάντων,
καὶ εὐηκοήσω τῶν ἀεὶ κραινόντων ἐμφρόνως. καὶ τῶν
θεσμῶν τῶν ἱδρυμένων καὶ οὓς ἂν τὸ λοιπὸν ἱδρύσωνται
ἐμφρόνως· ἐὰν δέ τις ἀναιρεῖ, οὐκ ἐπιτρέψω κατά τε
ἐμαυτὸν καὶ μετὰ πάντων, καὶ τιμήσω ἱερὰ τὰ πάτρια.
ἵστορες θεοὶ Ἄγραυλος, Ἑστία, Ἐνυώ, Ἐνυάλιος, Ἄρης καὶ
Ἀθηνᾶ Ἀρεία, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη, Ἡρακλῆς,
ὅροι τῆς πατρίδος, πυροί, κριθαί, ἄμπελοι, ἐλάαι, συκαῖ.
..>

Καλός γ’, ὦ ἄνδρες, καὶ ὅσιος ὁ ὅρκος. παρὰ τοῦτον
τοίνυν ἅπαντα πεποίηκε Λεωκράτης. καίτοι πῶς ἂν ἄνθρω-
πος γένοιτο ἀνοσιώτερος ἢ μᾶλλον προδότης τῆς πατρίδος;
τίνα δ’ ἂν τρόπον ὅπλα καταισχύνειέ τις μᾶλλον ἢ εἰ λαβεῖν
μὴ θέλοι καὶ τοὺς πολεμίους ἀμύνασθαι; πῶς δ’ οὐ καὶ τὸν
παραστάτην καὶ τὴν τάξιν λέλοιπεν ὁ μηδὲ τάξαι τὸ σῶμα
παρασχών; [78] ποῦ δ’ ὑπὲρ ὁσίων καὶ ἱερῶν ἤμυνεν ἂν ὁ μηδένα
κίνδυνον ὑπομείνας; τίνι δ’ ἂν τὴν πατρίδα προὔδωκε μεί-
ζονι προδοσίᾳ; τὸ γὰρ τούτου μέρος ἐκλελειμμένη τοῖς
πολεμίοις ὑποχείριός ἐστιν. εἶτα τοῦτον οὐκ ἀποκτενεῖτε
τὸν ἁπάσαις ταῖς ἀδικίαις ἔνοχον ὄντα; τίνας οὖν τιμωρήσε-
σθε; τοὺς ἕν τι τούτων ἡμαρτηκότας; ῥᾴδιον ἔσται παρ’ ὑμῖν
ἄρα μεγάλα ἀδικεῖν, εἰ φανεῖσθε ἐπὶ τοῖς μικροῖς μᾶλλον
ὀργιζόμενοι.

[79] Καὶ μήν, ὦ ἄνδρες, καὶ τοῦθ’ ὑμᾶς δεῖ μαθεῖν, ὅτι
τὸ συνέχον τὴν δημοκρατίαν ὅρκος ἐστί. τρία γάρ ἐστιν
ἐξ ὧν ἡ πολιτεία συνέστηκεν, ὁ ἄρχων, ὁ δικαστής, ὁ
ἰδιώτης. τούτων τοίνυν ἕκαστος ταύτην πίστιν δίδωσιν,
εἰκότως· τοὺς μὲν γὰρ ἀνθρώπους πολλοὶ ἤδη ἐξαπατή-
σαντες καὶ διαλαθόντες οὐ μόνον τῶν παρόντων κινδύνων
ἀπελύθησαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄλλον χρόνον ἀθῷοι τῶν ἀδι-
κημάτων τούτων εἰσί· τοὺς δὲ θεοὺς οὔτ’ ἂν ἐπιορκήσας
τις λάθοι οὔτ’ ἂν ἐκφύγοι τὴν ἀπ’ αὐτῶν τιμωρίαν, ἀλλ’
εἰ μὴ αὐτός, οἱ παῖδές γε καὶ τὸ γένος ἅπαν τὸ τοῦ ἐπι-
ορκήσαντος μεγάλοις ἀτυχήμασι περιπίπτει. [80] διόπερ, ὦ
ἄνδρες δικασταί, ταύτην πίστιν ἔδοσαν αὑτοῖς ἐν Πλαταιαῖς
πάντες οἱ Ἕλληνες, ὅτ’ ἔμελλον παραταξάμενοι μάχεσθαι
πρὸς τὴν Ξέρξου δύναμιν, οὐ παρ’ αὑτῶν εὑρόντες, ἀλλὰ
μιμησάμενοι τὸν παρ’ ὑμῖν εἰθισμένον ὅρκον. ὃν ἄξιόν
ἐστιν ἀκοῦσαι· καὶ γὰρ παλαιῶν ὄντων τῶν τότε πεπραγ-
μένων ὅμως ἱκανῶς ἔστιν ἐν τοῖς γεγραμμένοις ἰδεῖν τὴν
ἐκείνων ἀρετήν. καί μοι ἀναγίγνωσκε αὐτόν.

[81] ΟΡΚΟΣ. 

Οὐ ποιήσομαι περὶ πλείονος τὸ ζῆν τῆς ἐλευθε-
ρίας οὐδ’ ἐγκαταλείψω τοὺς ἡγεμόνας οὔτε ζῶντας οὔτε
ἀποθανόντας, ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ μάχῃ τελευτήσαντας τῶν
συμμάχων ἅπαντας θάψω. καὶ κρατήσας τῷ πολέμῳ τοὺς
βαρβάρους τῶν μὲν μαχεσαμένων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος
πόλεων οὐδεμίαν ἀνάστατον ποιήσω, τὰς δὲ τὰ τοῦ βαρβά-
ρου προελομένας ἁπάσας δεκατεύσω. καὶ τῶν ἱερῶν τῶν
ἐμπρησθέντων καὶ καταβληθέντων ὑπὸ τῶν βαρβάρων
οὐδὲν ἀνοικοδομήσω παντάπασιν, ἀλλ’ ὑπόμνημα τοῖς ἐπι-
γιγνομένοις ἐάσω καταλείπεσθαι τῆς τῶν βαρβάρων
ἀσεβείας.


[82] Οὕτω τοίνυν, ὦ ἄνδρες, σφόδρα ἐνέμειναν ἐν τούτῳ πάν-
τες ὥστε καὶ τὴν παρὰ τῶν θεῶν εὔνοιαν μεθ’ ἑαυτῶν ἔσχον
βοηθόν, καὶ πάντων <τῶν> Ἑλλήνων ἀνδρῶν ἀγαθῶν γενο-
μένων πρὸς τὸν κίνδυνον, μάλιστα ἡ πόλις ὑμῶν εὐδοκίμη-
σεν. ὃ καὶ πάντων ἂν εἴη δεινότατον, τοὺς μὲν προγόνους
ὑμῶν ἀποθνῄσκειν τολμᾶν ὥστε μὴ τὴν πόλιν ἀδοξεῖν, ὑμᾶς
δὲ μὴ κολάζειν τοὺς καταισχύναντας αὐτήν, ἀλλὰ περιορᾶν
τὴν κοινὴν καὶ μετὰ πολλῶν πόνων συνειλεγμένην εὔκλειαν,
ταύτην διὰ τὴν τῶν τοιούτων ἀνδρῶν πονηρίαν καταλυομέ-
νην.

***
Και όμως σεις οι ίδιοι σκεφθήτε, τι έχετε νομοθετήσει και ποία έθιμα ακολουθείτε δι' όσα αποβλέπουν εις την άμυναν της πατρίδος και τα καθήκοντα των αγωνιζομένων πολιτών και πώς σκέπτεσθε δι' αυτά, διότι αξίζει, αν και τα γνωρίζετε, να σας ομιλήσω δι' αυτά· διότι, μα την Αθηνάν, εγκώμιον της πόλεως είναι οι παλαιοί νόμοι της πόλεως και τα έθιμα εκείνων, που εκανόνισαν αυτά εξ αρχής, αν δε προσέχετε εις τους νόμους τούτους και τα έθιμα, θα πράξητε τα δίκαια και θα είσθε άξιοι σεβασμού εις όλους τους ανθρώπους και θα φανήτε αντάξιοι της πόλεως. Υπάρχει δηλαδή εις σας όρκος, που ορκίζονται όλοι οι πολίται, όταν γίνουν έφηβοι και εγγραφούν εις τον κατάλογον των πολιτών. Ορκίζονται, ότι δεν θα καταισχύνουν τα ιερά όπλα, δεν θα εγκαταλείψουν την θέσιν των, θα βοηθήσουν δε την πατρίδα και θα την παραδώσουν ισχυροτέραν. Τούτον δε τον όρκον εάν μεν έχη ορκισθή ο Λεωκράτης, φανερά επιώρκησεν και όχι μόνον σας ηδίκησε, αλλά και προς τους θεούς εδείχθη ασεβής, αν δε δεν ωρκίσθη τον όρκον αυτόν, είναι φανερόν ότι, αφού απέφυγε τον όρκον, ήτο αμέσως έτοιμος να μη κάμη τίποτε από τα καθήκοντά του διά τα οποία δικαίως ηθέλετε τον τιμωρήσει και προς το συμφέρον σας και προς χάριν των θεών. Παρακαλώ τον γραμματέα να αναγνώση τον όρκον.

ΟΡΚΟΣ

Δεν θα καταισχύνω τα ιερά όπλα, ουδέ θα εγκαταλείψω τον σύντροφόν μου, με οποιονδήποτε και αν ταχθώ εις την γραμμήν· θα αμυνθώ δε και υπέρ των ιερών και οσίων και μόνος και μαζί με πολλούς. Την δε πατρίδα δεν θα παραδώσω μικροτέραν, αλλά μεγαλυτέραν και ισχυροτέραν από ό,τι θα την παραλάβω. Θα σέβωμαι τας αποφάσεις των δικαστηρίων, θα πείθωμαι δε εις τους κειμένους νόμους και όσους άλλους θα θέση ο λαός εν συμπνοία· και αν κανείς καταλύη τους νόμους ή δεν πείθεται εις αυτούς, δεν θα επιτρέψω τούτο, θα αμυνθώ δε και μόνος και με πολλούς. Προς τούτοις τα πάτρια ιερά θα τιμήσω. Μάρτυρες τούτων ας είναι η Άγλαυρος, ο Ενυάλιος Άρης, ο Ζευς, η Αυξώ, η Θαλώ και η Ηγεμόνη.

Ωραίος τω όντι και ευσεβής είναι ο όρκος. Ο Λεωκράτης όμως έκαμεν όλως διόλου τα αντίθετα από ό,τι λέγει ο όρκος. Και πράγματι πώς δύναται κανείς να γίνη ασεβέστερος και μεγαλύτερος προδότης της πατρίδος; Κατά ποίον δε τρόπον ήθελε κανείς μάλλον καταισχύνει τα όπλα παρά αφού δεν θέλει να τα λάβη διά να αποκρούση τους εχθρούς; Πώς δε δεν έχει εγκαταλείψει τον σύντροφόν του και την θέσιν του εκείνος που δεν ηθέλησε να υπηρετήση ως στρατιώτης; Πού δε θα ηδύνατο να αγωνισθή υπέρ ιερών και οσίων εκείνος που δεν υπέμεινε κανένα κίνδυνον; Εις ποιον θα παρέδιδε την πατρίδα μεγαλυτέραν διά της προδοσίας; Διότι όσον εξηρτάτο από αυτόν η πατρίς του εγκατελείφθη εις την εξουσίαν των εχθρών. Έπειτα τούτον που είναι ένοχος δι' όλα αυτά τα αδικήματα, δεν θα καταδικάσετε εις θάνατον; Ποίους λοιπόν θα τιμωρήσετε; Εκείνους που διέπραξαν έν μόνον αδίκημα από αυτά; Ε! Τότε λοιπόν σας λέγω, ότι θα είναι εύκολον να διαπράττωνται εμπρός εις τους οφθαλμούς σας μεγάλα αδικήματα, αφού θα φανήτε, ότι οργίζεσθε μάλλον εναντίον των μικρών αδικημάτων.

Προς τούτοις, άνδρες δικασταί, και τούτο πρέπει να γνωρίζετε, ότι δηλαδή εκείνο που συγκρατεί την δημοκρατίαν είναι ο όρκος. Διότι τρεις τάξεις ανθρώπων αποτελούν την πολιτείαν, οι άρχοντες, οι δικασταί και οι ιδιώται. Καθένας λοιπόν από αυτούς δίδει τον όρκον ως εχέγγυον πίστεως, και ευλόγως· διότι τους μεν ανθρώπους πολλοί ήδη εξηπάτησαν και αφού διέφυγον την προσοχήν των όχι μόνον απηλλάγησαν από τους παρόντας κινδύνους, αλλά και κατά τον υπόλοιπον χρόνον έμειναν ατιμώρητοι διά τα αδικήματα αυτά· αλλ' όταν κανείς επιορκήση, κατ' ουδένα τρόπον δύναται να αποφύγη την προσοχήν των θεών και την εκ μέρους των τιμωρίαν, αλλά και αν αυτός, που εδείχθη επίορκος δεν τιμωρηθή, τα παιδιά του βεβαίως και όλον το γένος του περιπίπτουν εις μεγάλας δυστυχίας. Διά τούτο, ω άνδρες δικασταί, τον όρκον τούτον έδωκαν αναμεταξύ των ως εχέγγυον πίστεως όλοι οι Έλληνες εις τας Πλαταιάς, ότε έμελλον να αντιπαραταχθούν και πολεμήσουν κατά της δυνάμεως του Ξέρξου· και ο όρκος αυτός δεν ήτο κάτι νέον, το οποίον αυτοί εφεύρον, αλλ' εμιμήθησαν τον όρκον που σεις μεταχειρίζεσθε. Τούτον δε αξίζει να ακούσετε, διότι, αν και είναι πολύ παλαιά τα γεγονότα των χρόνων εκείνων, βλέπει όμως κανείς εις τον όρκον αυτόν γραπτήν, ούτως ειπείν, την απόδειξιν της ανδρείας των. Παρακαλώ λοιπόν τον γραμματέα να μας τον αναγνώση.

ΟΡΚΟΣ

«Δεν θα προτιμήσω όλως διόλου την ζωήν αντί της ελευθερίας, ουδέ θα εγκαταλείψω τους αρχηγούς μου, ούτε εν όσω ζουν, ούτε αν φονευθούν, αλλά θα θάψω όλους εκείνους από τους συμμάχους μου, όσοι θα φονευθούν. Και αν νικήσω τους βαρβάρους με την δύναμιν των όπλων, καμμίαν μεν δεν θα καταστρέψω από τας ελληνικάς πόλεις που ηγωνίσθησαν κατά των βαρβάρων, αλλά όλων των πόλεων που ετάχθησαν με το μέρος των βαρβάρων τα κτήματα θα κάμω φόρου υποτελή· και από τα ιερά που εκάησαν και κατεκρημνίσθησαν από τους βαρβάρους κανένα απολύτως δεν θα ανοικοδομήσω, αλλά θα αφήσω τα ερείπια αυτών διά να υπενθυμίζουν εις τους μεταγενεστέρους την ασέβειαν των βαρβάρων».

Τόσον λοιπόν, άνδρες δικασταί, έμειναν πιστοί πάντες εις τον όρκον τούτον, ώστε και την εκ μέρους των θεών αγάπην είχον μαζί των ως βοηθόν και μεταξύ όλων των Ελλήνων, που αντιμετώπισαν γενναίως τον κίνδυνον, η ιδική μας πόλις διεκρίθη περισσότερον. Το εξής δε θα ήτο και το χείριστον από όλα, δηλαδή οι μεν πρόγονοί σας να τολμούν να φονεύωνται διά να μη δυσφημούν την πόλιν, σεις δε να μη τιμωρήτε εκείνους, που κατεντρόπιασαν αυτήν, αλλά να ανέχεσθε να καταλύεται με την πονηρίαν τοιούτων ανδρών η δόξα όλων μας, η οποία απεκτήθη με τόσους πολλούς κόπους.