Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Οι μικρότεροι τύποι ενεστωτικών επιθημάτων

Ι. Επιθήματα με n


§ 168. 1. -νειν συνήθως με μηδενική βαθμίδα της ρίζας: δάκ-νειν 'δαγκώνω' (δήξομαι, ἔ-δᾰκ-ον), κάμ-νειν 'κουράζομαι' (ἔ-καμ-ον, κέ-κμη-κα), π ί̄ -νειν (Αλκαίος πώ-νην) (ἔ-πι-ον, πῶ-μα 'ποτό'· μεταπτωτικό -ō i - - -ī- ) και μερικά άλλα. Σχετικά με επεκτάσεις με -i̯o-, όπως κρίνω από το *κριν- ι̯ ω.

§ 169. 2. -άνειν ύστερα από μακρόχρονη θεματική συλλαβή: ἁμαρτ-άνειν (ἥμαρτ-ον) 'αστοχώ', βλαστ-άνειν 'βλασταίνω' (ἔ-βλαστ-ον), αἰσθ-άνεσθαι 'αντιλαμβάνομαι' (ᾐσθ-όμην) και αρκετά άλλα. Σε μικρότερη κλίμακα το -άνειν λειτούργησε παραγωγικά ως "ενίσχυση" του ενεστώτα: αὐξ-άνειν = αὔξειν 'αυξάνω, αναπτύσσω', ἱζ-άνειν = ἵζειν 'κάθομαι, καθίζω' κ.τ.λ.

Το -άνειν λειτουργεί ιδίως ως επέκταση του τύπου που αντιστοιχεί στο λατ. iungo 'ζεύω': iug - um 'ζυγός', rumpo 'σπάω': r ū p - i(πρβ. § 6)· έτσι π.χ. λαμβ-άνειν, λανθ-άνειν, πυνθ-άνεσθαι. Η αναλογία δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα δραστική, υπήρχε όμως σε όλες τις εποχές: ο Όμηρος γνωρίζει ακόμη τα λήθειν και πεύθεσθαι πλάι στα λανθάνειν και πυνθάνεσθαι· άλλα παραδείγματα, όπως λιμπάνειν = λείπειν και δαγκάνειν = δάκνειν, εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κλασική ή στη μετακλασική περίοδο. Κοινό στοιχείο όλων είναι η σχέση λαμβάνειν : ἔλαβον, δαγκάνειν : ἔδακον,λιμπάνειν : ἔλιπον, δηλαδή εκεί βρίσκεται πάντως το αφετηριακό σημείο της εξάπλωσης· όμως το αρχικό ή τα αρχικά πρότυπα δεν μπορούν πια να προσδιοριστούν.

Επεκτάσεις με το -i̯o-) παρουσιάζονται και εδώ: κλασ. ὀλισθάνειν και ὀλισθαίνειν 'ξεγλιστρώ' (ὤλισθον), κλασ. κλαγγάνειν και κλαγγαίνειν 'κραυγάζω' (πρβ. κλ ά̄ ζειν από το *κλαγγ- ι̯ -).

§ 170. 3. Το -νᾱ- (-νη-): -νᾰ- (μόνο σε δισύλλαβες ρίζες) μαζί με όλη τη συζυγία σε -μι περιπίπτει σε αχρηστία: επικά-ποιητικά είναι π.χ. τα δαμ-νά-ναι 'δαμάζω' (δέ-δμη-μαι, δαμά-ζω), μάρ-νασθαι 'μάχομαι'. Όχι πολύ σαφής, ακόμη και σε ριζικό φωνηεντισμό, είναι η ομάδα κιρ-νά-ναι = κεραννύναι 'αναμειγνύω', κριμ-νά-ναι = κρεμαννύναι 'κρεμώ', πιλ-νά-ναι = πελάζειν 'πλησιάζω', πιτ-νά-ναι = πεταννύναι 'εξαπλώνω' και = πίπτειν 'πέφτω', σκιδ-νά-ναι = σκεδαννύναι 'διασκορπίζω'· τα περισσότερα από αυτά φαίνεται να είναι τεχνητές παράλληλες δημιουργίες ποιητών που μιμούνται το έπος.

§ 171. 4. -νῡ-: -νῠ-. Αυτή η ομάδα στην αρχή της παράδοσης εκπροσωπείται από ικανοποιητικό αριθμό παραδειγμάτων, εξαφανίζεται όμως αρκετά γρήγορα· ήδη στον Όμηρο εμφανίζονται κάθε είδους υποκατάστατα: τ ί̄ νειν (από το τινϜ-· αττ. τ ῐ́ νειν) 'πληρώνω' δίπλα στο τείνυται· φθῐνύ-θειν 'καταστρέφω' και φθ ί̄ νειν (από το φθινϜ-). Τα περισσότερα έσβησαν αργότερα, ιδίως στην ελληνιστική περίοδο: αντί για το κορεννύναι 'χορταίνω' χρησιμοποιούν το χορτάζειν (στην πραγματικότητα 'παχαίνω'), αντί για το ἀνοιγνύναι 'ανοίγω' το ἀνοίγειν, αντί για το ῥηγνύναι 'σπάω' το ῥήσσειν.

Άλλα παραδείγματα: δεικνύναι (μέλ. δείξω), ὀλλύναι (από το *ὀλ-ν-) (ὤλεσα), ὀμοργνύναι 'σκουπίζω' (από το ἀμέργειν 'συλλέγω'), πτάρνυσθαι 'φτερνίζομαι' (ἔ-πταρ-ον), πεταννύναι 'απλώνω' (ἐπέτασα) [1], ζωννύναι 'ζώνω' (ἔζωσα· ύστερα με βάση τον Όμηρο σχηματίστηκαν από τα ἔστρωσα και ἔρρωσα και τα στρωννύναι και ῥωννύναι).
-------------------------
[1] Το -αννύναι από το -άσαι αντί για το παλιότερο -νάναι (§ 170) κατά το πρότυπο του ἀμφιεννύναι - ἀμφιέσαι είναι μια ιδιομορφία της αττικής διαλέκτου από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ.

Η Θεωρία του Υπερβατικού Υπαρξισμού

Η Θεωρία του Υπερβατικού Υπαρξισμού υποστηρίζει ότι η ουσία της ύπαρξης βρίσκεται πέρα από τον φυσικό κόσμο και τους περιορισμούς της ανθρώπινης σκέψης. Θέτει ένα μυστικιστικό βασίλειο αλήθειας και ελευθερίας που μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω βαθιάς κατανόησης και απελευθέρωσης από τα όρια των γήινων αντιλήψεων.

Η Αρχή της Άυλης Πραγματικότητας

Η πρώτη υπόθεση αυτής της θεωρίας είναι ότι η απόλυτη πραγματικότητα είναι άυλη και πέρα από την εμβέλεια των ανθρώπινων αισθήσεων. Αυτή η πραγματικότητα, που αναφέρεται και ως «Βασίλειο της Αλήθειας», υπάρχει σε μια διάσταση πέρα από τον φυσικό κόσμο και τη συμβατική κατανόηση του χρόνου και του χώρου. Αυτό το βασίλειο δεν δεσμεύεται από τους νόμους του φυσικού σύμπαντος και δεν υπόκειται σε αλλαγές ή φθορά.

Η έννοια της αυταπάτης

Ο Υπερβατικός Υπαρξισμός υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη σκέψη, επηρεασμένη από τον φυσικό κόσμο και τα κοινωνικά κατασκευάσματα, είναι εγγενώς παραληρηματική. Αυτή η αυταπάτη πηγάζει από την προσπάθειά μας να κατανοήσουμε και να αποδώσουμε νοήματα σε πράγματα, τα οποία εγγενώς στερούνται εγγενούς σημασίας. Αυτή η πράξη απόδοσης νοήματος είναι μια μάταιη προσπάθεια που μας περιορίζει μόνο στα όρια των δικών μας αντιλήψεων.

Το μονοπάτι προς την ελευθερία

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η απελευθέρωση ή «ελευθερία» επιτυγχάνεται υπερβαίνοντας τις αυταπάτες της σκέψης και του φυσικού κόσμου. Αυτό συνεπάγεται την αναγνώριση του εγγενούς κενού των πραγμάτων και την αποχή από το να τους αποδίδεται νόημα. Μια τέτοια απελευθέρωση μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την άυλη πραγματικότητα και να επιτύχουμε μια βαθιά κατανόηση της αληθινής φύσης της ύπαρξης.

Το Παράδοξο της Ύπαρξης

Το Παράδοξο της Ύπαρξης είναι μια βασική έννοια στον Υπερβατικό Υπαρξισμό. Προτείνει ότι ενώ τα πράγματα υπάρχουν, δεν σημαίνουν από τη φύση τους τίποτα - η ύπαρξή τους είναι η ουσία τους. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι ενώ υπάρχουμε μέσα στο φυσικό βασίλειο, η αληθινή μας ουσία βρίσκεται στο Βασίλειο της Αλήθειας, ένα βασίλειο χωρίς σωματικότητα και συμβατικό νόημα.

Η Πρακτική της Υπερβατικής Παρατήρησης

Η κύρια πρακτική που προτείνει αυτή η θεωρία είναι η Υπερβατική Παρατήρηση. Αυτό περιλαμβάνει την παρατήρηση του κόσμου γύρω μας χωρίς να αποδίδουμε κανένα νόημα ή κρίση σε αυτόν. Αυτή η παθητική παρατήρηση μας επιτρέπει να ξεκολλήσουμε από τις αυταπάτες της σκέψης και να αντιληφθούμε το εγγενές κενό των πραγμάτων, ανοίγοντας το δρόμο προς το Βασίλειο της Αλήθειας.

Συμπερασματικά, η Θεωρία του Υπερβατικού Υπαρξισμού παρουσιάζει μια μυστικιστική προσέγγιση για την κατανόηση της ύπαρξης. Ενθαρρύνει την απελευθέρωση από τον φυσικό κόσμο και τις αυταπάτες της σκέψης, οδηγώντας σε μια βαθιά κατανόηση της αληθινής φύσης της ύπαρξης.

Μην κρίνεις ποτέ τους άλλους πριν κοιτάξεις καλά τον εαυτό σου στον καθρέφτη

Ανάμεσα στους ελάχιστους ανθρώπους που ασχολούνται μονάχα με τα προσωπικά τους θέματα, υπάρχουν κι εκείνοι που ζουν και αναζωογονούνται με το να κριτικάρουν του συνανθρώπους τους. Κρίνουν και αναλύουν τα πάντα: τις επιλογές, τις δραστηριότητες, τις συζητήσεις και γενικότερα τις ζωές των άλλων.
Μια συνήθεια πολύ κακή η οποία γίνεται πολλές φορές μπροστά στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνονται φέρνοντας τους στην δύσκολη θέση να απολογηθούν για κάτι που αφορά του ίδιους.
Μην κρίνεις ποτέ τους άλλους πριν κοιτάξεις καλά τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Οι επιλογές σου, οι πράξεις σου κι γενικά η ζωή σου ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα;
Δεν έχεις κάνει πουθενά λάθος; Να ξέρεις πως όλοι οι άνθρωποι που κρίνουν, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και αισθάνονται ανώτεροι με το να συζητούν και να μειώνουν τους συνανθρώπους τους. Και το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου, το έχεις διαπράξει ήδη.
Ασχολείσαι και κρίνεις τα προβλήματα των άλλων, και πολλές φορές πληγώνεις με τα λόγια τους ανθρώπους που δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τη δική σου ζωή.
Ο Ισοκράτης είχε πολύ σωστά δηλώσει “μην κοροϊδέψεις καμία συμφορά γιατί η μοίρα είναι κοινή και το μέλλον άγνωστο”;
Έχεις σκεφτεί πως ό,τι έχεις κριτικάρει μπορεί να συμβεί αργότερα σε σένα ή τα ακόμη και στα παιδιά σου; Για αυτό λοιπόν πριν επαναλάβεις τη συμπεριφορά αυτή, κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέπτη και ασχολήσου με τα δικά σου θέματα τα οποία είναι πολλαπλά για να μπαίνεις στη διαδικασία να κρίνεις.
Μην μου μιλάς για ρομαντισμό, μέσα σε ροζ σύννεφα και ηλιοβασιλέματα. 
Ρομαντικός είναι εκείνος που τολμά να νιώσει. Που αφήνεται στο συναίσθημα. Που τολμάει να αναζητά τον έρωτα και να μην φοβάται να μπει σε σχέσεις, μόνο και μόνο για να βρουν αυτή την απόλυτη ένωση.
Αυτό το απόλυτο “μαζί” που τους κάνει “ένα” κάθε φορά που πλέκουν τα χέρια τους, κάθε φορά που ενώνουν τα σώματά τους, κάθε φορά που βάζουν φωτιά κοιτώντας ο ένας τον άλλο.
Ρομαντικοί είναι εκείνοι που δεν παρατάνε την ελπίδα του έρωτα, της αγάπης, του αμοιβαίου, μπροστά στο φόβο της απογοήτευσης και της βολής.
Μπροστά στα όνειρα που κάποτε έκαναν με κάποιον, και που τώρα μοιάζουν με ναυάγιο.
Ρομαντικός είναι εκείνος που τολμά να ταξιδέψει και με κόντρα καιρό, μόνο και μόνο γιατί αναζητά αυτό στο οποίο πιστεύει. Μόνο και μόνο, γιατί δεν παρατά την ελπίδα!
Μην μπερδεύεις τον ρομαντικό με τον δειλό.
Με εκείνον που δεν τολμά να αφήσει το ναυάγιο να βρει τη θέση του στο βυθό και το κρατά με το ζόρι, μόνο και μόνο γιατί δεν τολμά να ζήσει. Μόνο και μόνο γιατί δεν τολμά να ξαναζήσει!
Κοίτα τη θάλασσα, κι ονειρέψου ταξίδια και προορισμούς σαν να είναι οι επόμενοι έρωτες.. κι άσε τα ναυάγια στο βυθό, εκεί που είναι η θέση τους.

Επιστρέφοντας στη ζωή έπειτα από ένα τραυματικό συμβάν

Σύμφωνα με το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο DSM-5, ο βαθμός ψυχικής δυσφορίας μετά την έκθεση σε ένα τραυματικό ή στρεσογόνο συμβάν διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορούν να γίνουν κατανοητά εντός πλαισίου άγχους και φόβου και σε άλλες ενδέχεται να είναι κυρίαρχα δυσφορικά και αποσυνδετικά συμπτώματα, ανηδονία, θυμός, επιθετικότητα, ή/και συνδυασμός των ανωτέρω. Δεδομένων των ποικίλων τρόπων με τους οποίους ένα τραυματικό γεγονός είναι δυνατόν να επιβαρύνει την ψυχική υγεία, έχει ταυτοποιηθεί μια ομάδα ψυχικών διαταραχών στις οποίες ένα τραυματικό ή αγχωτικό γεγονός δηλώνεται ρητά ως διαγνωστικό κριτήριο.

Η πλέον γνωστή από τις διαταραχές αυτές είναι η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες ή Διαταραχή Στρες προκαλούμενη από Ψυχοτραυματικό Γεγονός (Post Traumatic Stress Disorder/PTSD). Πώς μπορούν, ωστόσο, να αναγνωριστούν τα συμπτώματα αυτής της διαταραχής; Σύμφωνα με το προαναφερθέν διαγνωστικό εγχειρίδιο, τα διαγνωστικά κριτήρια για τη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά άνω των έξι ετών περιλαμβάνουν αρχικά την έκθεση σε πραγματικό ή πιθανό θάνατο, σοβαρό τραυματισμό ή σεξουαλική βία μέσω της άμεσης βίωσης του τραυματικού γεγονότος ή ως αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που συνέβησαν σε άλλους ή μαθαίνοντας ότι το τραυματικό γεγονός συνέβη σε μέλος της στενής οικογένειας/σε στενό φίλο ή βιώνοντας επαναλαμβανόμενη έκθεση σε απεχθείς λεπτομέρειες του τραυματικού γεγονότος.

Παράλληλα, η εν λόγω διαταραχή μπορεί να περιλαμβάνει τα ακόλουθα συμπτώματα που συνδέονται με το τραυματικό γεγονός: ακούσιες και παρεισφρητικές αλγεινές αναμνήσεις του τραυματικού γεγονότος, επαναλαμβανόμενα οδυνηρά όνειρα, αποσυνδετικές αντιδράσεις (π.χ. αναβιώσεις) στις οποίες το άτομο αισθάνεται ή ενεργεί σαν να ξανασυμβαίνει το τραυματικό γεγονός, έντονη και παρατεταμένη ψυχολογική καταπόνηση κατά την έκθεση σε εσωτερικές ή εξωτερικές ενδείξεις που συμβολίζουν ή προσιδιάζουν προς ένα χαρακτηριστικό του τραυματικού γεγονότος και σημαντικές σωματικές αντιδράσεις. Επίσης, παρατηρείται επίμονη αποφυγή ερεθισμάτων που συνδέονται με το τραυματικό γεγονός όπως θλιβερές αναμνήσεις, σκέψεις ή αισθήματα και στοιχεία υπενθύμισης (π.χ. πρόσωπα, τοποθεσίες, διάλογοι, αντικείμενα).

Αξιοσημείωτες είναι και οι αρνητικές μεταβολές στις νοητικές διεργασίες και τη διάθεση όπως ανικανότητα ανάκλησης σημαντικού χαρακτηριστικού του τραυματικού γεγονότος και υπέρμετρα αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό, τους άλλους ή τον κόσμο.

ΑΚΟΜΗ, ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΣΗΣ Η/ΚΑΙ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΒΙΩΣΗΣ ΘΕΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ.

Τέλος, μπορεί να παρατηρηθούν σημαντικές μεταβολές στο βαθμό εγρήγορσης και την αντιδραστικότητα όπως ευερέθιστη συμπεριφορά ή ξεσπάσματα θυμού (με ελάχιστη ή καθόλου πρόκληση), ριψοκίνδυνη ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, υπερεγρήγορση, προβλήματα συγκέντρωσης και δυσκολίες ύπνου.

Για παράδειγμα, όποιος/α έχει βιώσει έναν καταστροφικό σεισμό, είναι πιθανόν να αποφεύγει για μακρό χρονικό διάστημα μετά το συμβάν σχετικές ειδήσεις ή ερεθίσματα που σχετίζονται με τραυματισμό ή θάνατο. Στην προσπάθεια του να καταπιέσει και να αποφύγει τις εμμένουσες δυσάρεστες σκέψεις σχετικά με ό,τι έχει συμβεί και να νιώσει ότι είναι λειτουργικός και ότι έχει έλεγχο των καταστάσεων ενδέχεται να εργάζεται υπερβολικά σε σημείο τέτοιο ώστε να οδηγηθεί στην κοινωνική απομόνωση και τη σωματική εξάντληση. Παράλληλα, μπορεί να έχει αϋπνίες ή ταραχώδη ύπνο με εφιάλτες και να είναι ιδιαίτερα ευέξαπτος με δυσάρεστες συνέπειες στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αντίστοιχα συμπτώματα έχουν εκδηλώσει στρατιώτες που έχουν επιστρέψει από τα πεδία των μαχών, πρόσφυγες και όσοι/ες έχουν βιώσει φυσικές καταστροφές, τροχαία δυστυχήματα και σεξουαλική κακοποίηση.

H διάρκεια των συμπτωμάτων συνήθως είναι άνω του μήνα και η συγκεκριμένη διαταραχή προκαλεί σημαντική ψυχική καταπόνηση με σοβαρές επιπτώσεις στον κοινωνικό, τον επαγγελματικό ή/και άλλους σημαντικούς τομείς της δραστηριοποίησης του ανθρώπου.

Ειδικότερα, στα μικρά παιδιά είναι δυνατόν να εκδηλωθεί αλαλία, νυχτερινή ενούρηση καθώς και υπερβολική προσκόλληση σε κάποιον γονέα/κηδεμόνα. Ορισμένα από τα ανωτέρω συμπτώματα μπορεί να παρατηρηθούν μετά από την έκθεση σε ένα τραυματικό γεγονός ως αντίδραση σε αυτό και πολλές φορές ενδέχεται να παρέλθουν εντός διαστήματος τριών εβδομάδων περίπου χωρίς αυτό να συνιστά λόγο ανησυχίας. Όπως προαναφέρθηκε, ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά και η έκθεση σε ένα τραυματικό γεγονός δεν συνεπάγεται αυτόματα την ανάπτυξη Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η συμπτωματολογία εμμένει επί μακρόν και επιφέρει συνέπειες σε διάφορους τομείς του βίου και της λειτουργικότητας του ατόμου θεωρείται επιβεβλημένη η αναζήτηση βοήθειας από επαγγελματία ψυχικής υγείας.

ΑΡΙΣΤΙΠΠΟΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ: Έχω και ουκ έχομαι

Ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος ήταν ο ιδρυτής της ηδονιστικής σχολής. Γεννήθηκε στην Κυρήνη της Αφρικής το 435 από εύπορη οικογένεια. Αποφάσισε όμως να φύγει μακριά από την πατρική εστία προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Αρχικά γίνεται μαθητής του Πρωταγόρα αλλά στη συνέχεια πηγαίνει στην Αθήνα όπου γοητεύεται από τις διδαχές του Σωκράτη και γίνεται μαθητής του. Όταν ο Αρίστιππος γνώρισε τον Σωκράτη είχε ήδη διαμορφώσει την κοσμοθεωρία του σχετικά με την ηδονή. Το ότι ήρθε τόσο κοντά με τον Σωκράτη δεν φαίνεται να του άλλαξε άποψη. Ίσα- ίσα. Ο Αρίστιππος επί της ουσίας τροποποίησε τη Σωκρατική άποψη και ταύτισε την ηδονή με το αγαθό.

Με το πέρασμα του χρόνου διαφοροποιήθηκε τόσο πολύ από τον δάσκαλό του που έφυγε από κοντά του και άρχισε να διδάσκει τη δική του θεωρία. Είναι ο πρώτος μαθητής του Σωκράτη ο οποίος μετά τον θάνατο του μεγάλου δασκάλου εμφανίστηκε ως σοφιστής, δηλαδή επαγγελματίας και αμειβόμενος δάσκαλος, αρχικά στην Αθήνα και αργότερα σε άλλες πόλεις. Για τον Αρίστιππο οι πάντες και τα πάντα χρησίμευαν σαν «οχήματα» αρκεί να τον οδηγούσαν στην ηδονή. Έκανε ότι ήταν απαραίτητο προκειμένου να μπορεί να φτάνει στην ευδαιμονία. Η μάχη ανάμεσα στο «ηθικό» και το «ανήθικο» ήταν άνιση.

Φιλοξενήθηκε από τυράννους, τους οποίους κολάκευε και ζούσε με πολυτέλεια στις αυλές τους. Ως σοφιστής έπαιρνε υψηλά δίδακτρα τα οποία στη μεγάλη τους πλειονότητα τα σπαταλούσε για να αγοράζει την συντροφιά της διασημότερης και ομορφότερης πόρνης των αρχαίων χρόνων της Λαϊδας. Πέρα από το χαρακτηριστικό περιστατικό με τον Διογένη, λέγεται πως κάποτε είχαν ρωτήσει τον Αρίστιππο αν τον πειράζει που η περιώνυμη εταίρα δεν τον αγαπάει και εκείνος (πιστός στη φιλοσοφία του) είχε απαντήσει: «Και τα ψάρια και το κρασί δεν μ’ αγαπάνε, αλλά εγώ τα απολαμβάνω».

Πάντα ετοιμόλογος και τρομερά οξυδερκής ο Αρίστιππος είχε κληθεί από κάποιον να διδάξει τον γιό του. Όταν ο αρχαίος φιλόσοφος απαίτησε τα… υψηλά δίδακτρα, ο πατέρας αντέδρασε λέγοντας του πως με το ποσό αυτό θα ήταν δυνατόν να αγοράσει ένα βόδι. Τότε ο Αρίστιππος τον προέτρεψε να το κάνει λέγοντάς του «αγόρασέ το, λοιπόν, κι έτσι θα έχεις δύο μαζί βόδια στο σπίτι σου».

Τι πρέσβευε η ηδονιστική σχολή

Το να ικανοποιείς τις αισθήσεις σου δεν είχε τίποτα το μεμπτό για τον Αρίστιππο. Αυτός ήταν άλλωστε ο πυρήνας της ηδονιστικής φιλοσοφίας του. Εκεί που εστίαζε, ωστόσο, ήταν στο ότι οι ηδονές δεν θα έπρεπε να ελέγχουν τον άνθρωπο, δεν θα έπρεπε δηλαδή να τον καθιστούν σκλάβο τους. Αντίθετα ανά πάσα στιγμή θα έπρεπε ο άνθρωπος να έχει την ικανότητα να απομακρυνθεί από αυτές χωρίς να νιώσει την παραμικρή έλλειψη. Η φιλοσοφία πάνω στη οποία βασίστηκε ο Αρίστιππος για τη δημιουργία της ηδονιστικής σχολής, στην πραγματικότητα πατούσε πάνω σε… δυο βάρκες. Από την μια ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να φοράει τα πιο ακριβά ρούχα αλλά και να κυκλοφορεί με κουρέλια, να κοιμάται στα σπίτια πλουσίων αλλά και στην ύπαιθρο με την ίδια ευκολία. Στόχος του ήταν να δείξει πως η εξωτερική εικόνα ενός ανθρώπου δεν είχε την παραμικρή σημασία μπροστά στην εσωτερική.

Από την άλλη δεν έβρισκε κανέναν λόγο αρκετά σημαντικό ώστε να μην προσφέρει το καλύτερο δυνατό στον εαυτό του από πλευρά πολυτέλειας. Η φιλοσοφία του ήταν καθαρά ηδονιστική και ευδαιμονική χωρίς να τον νοιάζει ούτε στιγμή από πού προέρχονται τα οφέλη αυτά.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, ο κίνδυνος όλη αυτή η διαρκής αναζήτηση της ηδονής να ξεφύγει από κάθε έλεγχο , ήταν το μοναδικό πρόβλημα για τον Αρίστιππο ο οποίος, όμως, εμφάνιζε ως ζωτικής σημασίας την απόκτηση της σωστής παιδείας και φιλοσοφίας προκειμένου κάτι τέτοιο να αποφευχθεί.

Για τη φιλοσοφία του Αρίστιππου υπάρχουν μόνο δύο αισθήματα: ο πόνος και η ηδονή. Άρα, νομοτελειακά, το αγαθό ταυτίζεται με το ευχάριστο (που προκαλεί ηδονή), ενώ το κακό με το δυσάρεστο (που προκαλεί πόνο). Παράλληλα, ωστόσο, θεωρούσε την φρόνηση του ανθρώπου ως βασική προϋπόθεση ώστε να κυριαρχήσει στις προκλήσεις του περιβάλλοντος του και να επιβάλει τις δικές του επιθυμίες, όντας κύριος του εαυτού του χωρίς να γίνεται έρμαιο των επιθυμιών του («έχω και ουκ έχομαι», έλεγε χαρακτηριστικά) και έτσι να αποκτά μια μόνιμη εσωτερική ελευθερία.

Η φιλοσοφική του σχολή στην Κυρήνη άνθησε και άκμασε ως την εποχή των Πτολεμαίων, ενώ σε γενικές γραμμές η φιλοσοφία του, αν και πρωτοποριακή, δεν κατάφερε να διαδραματίσει κάποιο σημαντικό ρόλο όσο άλλες στην πάροδο των μετέπειτα αιώνων.

ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΟΠΟΙΣ ΚΤΩΝΤΑΙ

Χαρακτηριστικό της εποχής μας βασικό είναι η αποθέωση της ευκολίας. Όλα θέλουμε να τα κάνουμε εύκολα και γρήγορα. Έχουμε τόσο πολύ οικειωθεί αυτό το πνεύμα ώστε και η παραμικρή δυσκολία μάς θλίβει και μας απομακρύνει από την προσπάθεια και την επιμονή. Τίποτε το κακό δεν βλέπουμε σε αυτήν τη νοοτροπία· θεωρούμε απόλυτα λογικό να θέλουμε το εύκολο και να απορρίπτουμε το δύσκολο. Επιζητούμε να πετύχουμε τα πάντα εύκολα και άκοπα και ταυτίζουμε την ευτυχία με μία κατάσταση παθητικής απόλαυσης. Φαίνεται πως κάτι δεν κατάλαβε καλά ο Οδυσσέας, όταν εγκατέλειψε την Καλυψώ που του πρόσφερε τα πάντα και ρίχτηκε ξανά σε μία μεγάλη και επικίνδυνη περιπέτεια ελπίζοντας να καταφέρει να επιστρέψει στην οικογένειά του που τον περίμενε στην Ιθάκη!

Την νοοτροπία μας αυτή την υπηρετεί και η τεχνολογία που έχει περιβληθεί το ένδυμα της ανωτάτης αυθεντίας και επαγγέλλεται την λύση όλων μας των προβλημάτων – σωματικών αλλά και ψυχικών. Πραγματικά ριζοσπαστική η άποψη αυτή! Συνιστά δηλαδή ένα σπάσιμο της ρίζας που μας συνδέει με τον ελληνικό πολιτισμό ο οποίος και σε αυτό το θέμα – ανάμεσα σε άλλα πολλά – βρίσκεται σε διαφορετική συχνότητα από αυτήν που βρισκόμαστε εμείς σήμερα.

Αρχαίοι Έλληνες και κόπος

Οι Έλληνες από πολύ παλιά είχαν διαπιστώσει άρρηκτη σχέση ανάμεσα στον κόπο και την πραγματική ευτυχία. ο κώος φιλόσοφος και κωμωδιογράφος Επίχαρμος (5ος αι. π.Χ.) σε κάποιο από τα λίγα διασωθέντα αποσπάσματα των έργων του επισημαίνει: «τῶν πόνων πωλοῦσιν ἡμῖν πάντα τ΄αγαθὰ οἱ θεοί» – δηλαδή οι θεοί μας πωλούν όλα τα αγαθά με αντίτιμο την καταβολή του αντίστοιχου κόπου από μέρους μας. Αλλά και ο πολύς Σοφοκλής στην Ηλέκτρα του αναφέρει: «πόνου χωρίς οὐδὲν εὐτυχεῖ». Ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης (436 – 338 π.Χ.) συμβουλεύει: «γύμναζε σεαυτὸν πόνοις ἑκουσίοις, ὅπως ἂν δύνῃ καὶ τοὺς ἀκουσίους ὑπομένειν» – δηλαδή να ασκείς τον εαυτό σου με εκούσιους κόπους, για να μπορείς να αντιμετωπίσεις και τους ακούσιους.

Δεν είναι τυχαίο ότι την έννοια του ευτυχώ στα Αρχαία Ελληνικά αποδίδει το ρήμα εὖ πράττω, που σημαίνει πρωταρχικά ενεργώ σωστά. Στη σωστή ενέργεια δηλαδή έβλεπαν την ευτυχία και όχι στην παθητική απόλαυση όπως σήμερα. Γι΄αυτό και η ενέργεια του Οδυσσέα να εγκαταλείψει την Καλυψώ και όσα αυτή του πρόσφερε (έρωτα, επάρκεια αγαθών, αθανασία) και να επιστρέψει στην θνητότητα με όσα δεινά αυτή συνεπάγεται είναι απολύτως κατανοητή για τους Έλληνες εκείνης της εποχής και απολύτως παράλογη για εμάς σήμερα.

Για τον Οδυσσέα το υπέροχο νησί της θεάς ήταν χειρότερο από φυλακή. Υπέφερε νοσταλγώντας την γυναίκα του την Πηνελόπη, τον μοναχογιό του τον Τηλέμαχο, τον γερο-Λαέρτη τον πατέρα του, τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, το νησί του, την Ιθάκη του! Δεν μπορούσε να νιώσει ευτυχισμένος μακριά από τα αγαπημένα του πρόσωπα, μακριά από την οικογένειά του.

Αυτά ισχύουν όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε εθνικό: «Ἐν γὰρ τοῖς πόνοισιν αὔξεται ἡ πατρὶς» διαπιστώνει ο Ευριπίδης (480 – 406 π.Χ) η πατρίδα δηλαδή μεγαλώνει με κόπους και αγώνες· άρα, όταν λείπουν αυτά συρρικνώνεται!

Η νέα γενιά

Η νοοτροπία αυτή της καλοπέρασης και της αποστροφής προς τον κόπο πέρασε φυσικά και στα παιδιά μας. Το κριτήριο της ευκολίας και της δυσκολίας παίζει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις τους· και είναι – ως ένα βαθμό – φυσιολογικό με την δεδομένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Καθίσταται όμως τελικά επικίνδυνο, διότι η πραγματικότητα στην οποία θα κληθούν να ζήσουν ως ενήλικες δεν θα είναι εύκολη αλλά δύσκολη. Εάν λοιπόν δεν τα μάθουμε να μην φοβούνται τον κόπο και την ανηφόρα, θα λυγίσουν και θα σπάσουν, όταν έλθουν σε επαφή με την πραγματικότητα. Το σπάσιμο αυτό εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, γι΄αυτό και πολλές φορές δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό: μελαγχολία, ηττοπάθεια, οργή, φυγή στο παράλογο, εξαρτήσεις, αδιαφορία για το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα. Και όλα αυτά, διότι ο τρόπος εισαγωγής των νέων στην κοινωνία των ενηλίκων δεν τα προετοιμάζει κατάλληλα για όσα θα αντιμετωπίσουν, αλλά μάλλον τα κοιμίζει και τα αποπροσανατολίζει. Είναι ενδεικτικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ως γονείς ανέθεταν την διαπαιδαγώγηση των νεαρών βλαστών τους σε παιδαγωγούς – συνήθως μορφωμένους δούλους – με την εντολή να τα σκληραγωγήσουν και να τα καταστήσουν ικανά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής. Μήπως θα ήταν σώφρον να εγκαταλείψουμε – έστω και λίγο – τις σύγχρονες (;) θεωρίες και να αφουγκραστούμε τις παιδαγωγικές αντιλήψεις των προγόνων μας; Όχι βέβαια όσον αφορά τα εξωτερικά σχήματα και τις περιστάσεις, αλλά την ουσία της σκέψης τους. Λίγα έχουμε να χάσουμε και πολλά να κερδίσουμε!

Οι αναφορές του Επίκτητου στην θρησκεία

Οι αναγνώστες του Επίκτητου δεν γίνεται να μην προσέξουν τις συχνές του αναφορές στη θρησκεία. Ο Δίας αναφέρεται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, με εξαίρεση τον Σωκράτη. Για να καταλάβετε καλύτερα τον ρόλο που έχει ο Δίας στον στωικισμό, σκεφθείτε έναν υποψήφιο μαθητή στη σχολή του Επίκτητου. Εάν το άτομο αυτό ρωτούσε τι πρέπει να κάνει κανείς για να εφαρμόσει πρακτικά τον στωικισμό, ο Επίκτητος ίσως να του περιέγραφε τις διάφορες τεχνικές που κήρυτταν οι Στωικοί. Εάν ο υποψήφιος μαθητής ρωτούσε γιατί έπρεπε να εφαρμόζει αυτές τις τεχνικές, ο Επίκτητος μπορεί να απαντούσε ότι έτσι θα είχε τη δυνατότητα να κατακτήσει τη γαλήνη.

Όλα καλά έως εδώ: υποθέστε όμως ότι αυτός ο μαθητής είχε υπόψη και άλλες σχολές φιλοσοφίας και αναρωτιόταν γιατί η σχολή του Επίκτητου να ήταν καλύτερη από εκείνες. Υποθέστε, πιο συγκεκριμένα, ότι αυτός ο μαθητής ρωτούσε τον Επίκτητο τι λόγους είχε να πιστεύει πως οι τεχνικές που προωθούσαν οι Στωικοί θα του έδιναν όντως τη δυνατότητα να κατακτήσει την ψυχική γαλήνη. Απαντώντας σε αυτή την ερώτηση, ο Επίκτητος θα ξεκινούσε μιλώντας για τον Δία.

Μας δημιούργησε θα έλεγε στον μαθητή, ο Δίας. Κι ο μαθητής του, το πιο πιθανό είναι ότι θα δεχόταν αυτό τον ισχυρισμό, στον βαθμό που ο αθεϊσμός φαίνεται πως σπάνιζε στην αρχαία Ρώμη. (Αλλά και πάλι, αυτό που εννοούσε ο Επίκτητος, όταν αναφερόταν στον Δία, μάλλον διέφερε από αυτό που εννοούσαν οι περισσότεροι Ρωμαίοι. Συγκεκριμένα, ο Επίκτητος πιθανότατα ταύτιζε τον Δία με τη Φύση). Ο Επίκτητος θα συνέχιζε εξηγώντας ότι ο Δίας μάς έχει πλάσει διαφορετικούς από τα άλλα ζώα υπό μια σημαντική έννοια: Είμαστε έλλογοι, όπως και οι θεοί. Συνεπώς, είμαστε ένα περίεργο υβρίδιο, μισοί ζώα και μισοί θεοί.

Ο Δίας, ως γνωστόν, είναι ένας θεός συμπονετικός, αγαθός και γεμάτος αγάπη, και μας δημιούργησε έχοντας τις καλύτερες προθέσεις για μας. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι δεν ήταν παντοδύναμος κι έτσι, όταν μας δημιουργούσε, υπήρχαν όρια σε όσα μπορούσε να κάνει. Στις Διατριβές του, ο Επίκτητος φαντάζεται ότι συζητά με τον Δία και στον διάλογο αυτόν ο Δίας εξηγεί το αδιέξοδό του με τα ακόλουθα λόγια: «Επίκτητε, εάν ήταν δυνατό, θα είχα κάνει και το ευτελές σου σώμα και την ασήμαντη περιουσία σου ελεύθερα και ανεμπόδιστα. Επειδή όμως αυτό δεν μπόρεσα να το κάνω, σου δώσαμε κάτι δικό μας, αυτή τη δύναμη της επιλογής και της αποτροπής, της επιθυμίας και της απόρριψης.» Προσθέτει ότι, εάν ο Επίκτητος μάθει να χρησιμοποιεί κατάλληλα αυτή την ικανότητα, δεν θα νιώσει ποτέ απελπισία ή δυσαρέσκεια.

Με άλλα λόγια, θα διατηρεί τη γαλήνη του ακόμα και χαρά θα βιώνει- παρά τα χτυπήματα που μπορεί να του επιφέρει η Μοίρα. Αλλού στις Διατριβές, ο Επίκτητος λέει ότι, ακόμα και αν ο Δίας μπορούσε να μας είχε πλάσει ελεύθερους και ανεμπόδιστους, θα επέλεγε να μην το κάνει. Ο Επίκτητος πλάθει μια εικόνα του Δία σαν προπονητή: «Οι δυσκολίες είναι που αναδεικνύουν τους ανθρώπους. Όταν λοιπόν προκύψει μια δυσκολία, θυμήσου ότι ο θεός , σαν ένας προπονητής , σε έχει βάλει να παλέψεις με κάποιον σκληροτράχηλο νέο.» Γιατί να το κάνει αυτό; Για να σε σκληραγωγήσει και να σε ενδυναμώσει, ώστε να μπορέσεις να γίνεις «Ολυμπιονίκης»: με άλλα λόγια, για να ζήσεις την καλύτερη δυνατή ζωή. Παρεμπιπτόντως, και ο Σενέκας είχε μια παρόμοια θεωρία: Ο θεός, έλεγε, “δεν φτιάχνει κακομαθημένα κατοικίδια από καλούς ανθρώπους τους περνά από δοκιμασίες, τους σκληραγωγεί και τους καθιστά ικανούς να τον υπηρετήσουν.” Συγκεκριμένα, οι αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε μετρούν ως «απλή εξάσκηση» και «αυτά τα πράγματα που όλοι μας μπροστά τους ριγούμε και τρέμουμε είναι για το καλό εκείνων στους οποίους έχουν ενσκήψει».

Έπειτα, ο Επίκτητος θα έλεγε στον υποψήφιο μαθητή ότι, εάν θέλει να ζήσει μια καλή ζωή, πρέπει να αναλογιστεί τη φύση του και τον σκοπό για τον οποίο τον δημιούργησε ο θεός και να ζήσει σύμφωνα με αυτόν. Πρέπει, όπως το θέτει ο Ζήνωνας, να ζήσει σύμφωνα με τη φύση. Ο άνθρωπος που ζει έτσι δεν επιδιώκει απλώς την ευχαρίστηση, όπως θα έκανε ένα ζώο αντίθετα, θα χρησιμοποιήσει την έλλογη ικανότητά του για να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη. Τότε, θα ανακαλύψει τον λόγο για τον οποίο δημιουργηθήκαμε όλοι και τον ρόλο που παίζουμε στο κοσμικό σχέδιο. Θα συνειδητοποιήσει ότι, για να ζει μια καλή ζωή, πρέπει να επιτελεί σωστά τη λειτουργία των ανθρώπινων όντων, τον σκοπό για την εκπλήρωση του οποίου τον έχει σχεδιάσει ο Δίας. Κι έτσι θα επιδιώξει την αρετή, με την αρχαία σημασία της λέξης, που σημαίνει ότι θα προσπαθήσει σκληρά να γίνει ένα εξαιρετικό ανθρώπινο ον. Θα καταλήξει να συνειδητοποιήσει επίσης, ότι εάν ζει σε συμφωνία με τη φύση, θα ανταμειφθεί με τη γαλήνη που μας έχει υποσχεθεί ο Δίας.

Αυτή η εξήγηση μπορεί να ικανοποιούσε τους ανθρώπους την εποχή του Επίκτητου, αλλά μάλλον είναι άτοπη σήμερα , αφού σχεδόν κανείς δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Δία και πολλοί δεν πιστεύουν ότι είμαστε δημιουργήματα κάποιου θείου όντος που ήθελε το καλύτερο για μας. Πολλοί αναγνώστες, επομένως, σε αυτό το σημείο θα σκεφτούν: Εάν πρέπει να πιστεύω στον Δία και στη θεία δημιουργία για να εφαρμόσω τον στωικισμό, τότε δεν έχω πιθανότητες επιτυχίας». Όμως, οι αναγνώστες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι είναι απολύτως εφικτό να εφαρμόσει κανείς τον στωικισμό -και, συγκεκριμένα, να επιστρατεύσει Στωικές στρατηγικές για να κατακτήσει τη γαλήνη-χωρίς να πιστεύει στον Δία ή, ακόμα, στη θεία δημιουργία.

Η στρατιωτική πειθαρχία στην Αρχαία Ελλάδα

Λόγος πολύς έχει γίνει κατά το παρελθόν, και πολλές μελέτες έχουν γραφεί, με θεματολογία περιστρεφόμενη γύρω από τα στρατηγήματα και τις τακτικές που εφήρμοσαν στα Πεδία τις Μάχης οι Αρχαίοι Έλληνες, επιτυγχάνοντας αποφασιστικό αποτέλεσμα για την Τροπή της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Ελληνικός στρατός γενικά αποτελείτο από γυμνασμένους άνδρες, με πολεμική περιβολή (θώρακας, περικνημίδες, περικεφαλαία) και με επιδεξιότητα στην χρήση οπλών (ακόντιο, σφενδόνα, τόξο, ξίφος).

Καλύτεροι σφενδονιστές ήταν οι Ρόδιοι, καλύτεροι τοξότες οι Κρήτες, καλύτεροι ακοντιστές οι Ακαρνάνες (από την Ακαρνανία) και οι Αγριάνες (λαός στον Στρυμόνα) και καλύτεροι πελταστές οι Θράκες.

Ο στρατός των αρχαίων Ελλήνων ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε στρατιωτικούς σχηματισμούς στη μάχη, καθώς και το τρέξιμο με ιαχές στην επίθεση κατά των εχθρών.

Η ναυτική υπερδύναμη της εποχής ήταν η Αθήνα. Είναι γνωστές οι περίφημες τακτικές των Αθηναίων που παραπλανούσαν τον εχθρό τους αλλάζοντας τους σχηματισμούς του στόλου τους. Στον στρατό ξηράς, ο Ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε από τον 5ο αιώνα π.Χ., πολύ πριν από τον ρωμαϊκό (που είχε μισθοφορικό στρατό από Ρωμαίους και ξένους άνδρες), πολιορκητικές μηχανές όπως πολιορκητικούς κριούς, καταπέλτες και πολιορκητικούς πύργους.

Οι Ρωμαίοι αντέγραψαν το αρχαιοελληνικό στρατιωτικό πρότυπο: τον εξοπλισμό (οπλίτες, ιππείς, πελταστές, ακοντιστές, τοξότες, σφενδονιστές), τις πολεμικές κατασκευές (τριήρεις, πολιορκητικές μηχανές) και την στρατηγική, τόσο στο πεζικό, όσο και στο ναυτικό.

Οι Έλληνες Συρακούσιοι στον πελοποννησιακό πόλεμο – στην Σικελική Εκστρατεία (415 – 413 π.Χ.) είχαν Ιταλούς μισθοφόρους στους οποίους έμαθαν την τέχνη του πολέμου. Οι Έλληνες είχαν και σαλπιγκτές για τα στρατιωτικά παραγγέλματα στις μάχες, καθώς και αυλητές που συντόνιζαν το βήμα των στρατιωτών.

Επιστρέφοντας στον σπαρτιατικό στρατό, πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε τους στρατιωτικούς σχηματισμούς στη μάχη και μάλιστα αλλάζοντάς τους κατά την διάρκειά της. Αυτό έγινε πολύ πριν από την εμφάνιση της μακεδονικής φάλαγγας που δημιούργησε – περίπου το 338 π.Χ. – ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος ο Β΄.

Οι Λακεδαιμόνιοι οπλίτες έφεραν σκούρα κόκκινη επωμίδα ή θώρακα (οι πιο βαριά οπλισμένοι), δόρυ, ασπίδα στην οποία ενεγράφετο το χαρακτηριστικό μεγάλο Λ (=Λακεδαιμόνιοι), καθώς και μικρό εγχειρίδιο (φονικό μαχαίρι): την ξυήλη. Οι στρατιώτες συγχρόνιζαν το βήμα τους με τη μουσική αυλών. Κατά την διάρκεια της μάχης γινόταν αλλαγή των σχηματισμών κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι καλύτεροι πολεμιστές να είναι στην πρώτη γραμμή.

Αν ο εχθρός διασπούσε το σχηματισμό, τότε τους πεσόντες στρατιώτες αντικαθιστούσαν άλλοι οπλίτες που ήταν σκορπισμένοι στην περιοχή της μάχης.

Ο σπαρτιατικός στρατός, επίσης, χρησιμοποίησε και άλλα πολεμικά τεχνάσματα, τα λεγόμενα «κλέμματα΄΄. Τέτοιο κλέμμα ήταν, για παράδειγμα, η προσποίηση ότι ο σπαρτιατικός στρατός ήταν σε κατάσταση αδρανείας, για να παραπλανηθεί ο εχθρός. Πάντως και ο σπαρτιατικός και ο μακεδονικός στρατός, αποτέλεσαν πρότυπο οργάνωσης και τακτικής. Ομοίως και άλλοι στρατοί όπως των Αθηναίων και των Βοιωτών.

Ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα, Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς μέχρι και σύγχρονοι ακαδημαϊκοί, εξετάζουν το αντικείμενο από μία σχετική απόσταση, είτε σαν να παρακολουθούν επί χάρτου τις τακτικές κινήσεις των αντιπάλων στρατευμάτων, είτε σε γεωστρατηγικό και πολιτικό επίπεδο σε συσχετισμό με τις συνθήκες της υπό εξέτασι περιόδου.

Παρέβλεψαν όμως, σχεδόν όλοι, να ασχοληθούν και να εξετάσουν, το ίδιο το κύτταρο που γέννησε την ανάγκη χρησιμοποιήσεως αυτών των τακτικών και στρατηγικών εφαρμογών, το στοιχείο που επέδρασε τόσο καταλυτικά στην διαμόρφωση του πεδίου της μάχης και του κοινωνικού γίγνεσθαι, που δεν είναι άλλο παρά η Επινόηση και Εισαγωγή της Οπλιτικής Φάλαγγος!

Πώς και από ποιους δομείται; πως διοικείται; πως κινείται; τι είναι αυτό που καταβάλλει τον αντίπαλο; και πως νοιώθει κάποιος που ανήκει σε αυτήν;… Ίσως οι σύγχρονοί της, εκ συναφείας και εγγύτητος, κάποια πράγματα τα θεώρησαν αυτονόητα και τετριμμένα για να τα αναφέρουν με αποτέλεσμα να τους διαφύγουν.

Ενώ οι σύγχρονοι μελετητές λόγω χρονικής αποστάσεως και ελλιπούς βιβλιογραφίας, είτε δεν τους απασχόλησε είτε δεν τόλμησαν να το αγγίξουν. Εκπληκτική βέβαια εξαίρεση αποτελεί η αξιολογότατη μελέτη του Victor Davis Hanson με τίτλο: «Ο Δυτικός Τρόπος Πολέμου» η οποία καταπιάνεται με ακριβώς αυτό το αντικείμενο!

Στο παρόν άρθρο λοιπόν, θα ασχοληθούμε ειδικά με την επινόησι και χρήσι των Αρχαίων Ελληνικών Παραγγελμάτων και Ασκήσεων Ακριβείας Οπλιτικής Φάλαγγος, και καθόλου με τα λοιπά από τα παραπάνω ερωτήματα, αφού θα αποτελέσουν αντικείμενα ιδιαιτέρων άρθρων.

Από τα Βιβλία στην Πράξη!

Όπως είναι φυσικό λοιπόν, η επιτυχία της Φάλαγγος στο Πεδίο της Μάχης ήταν άμεση συνάρτηση της ακριβείας και συγχρονισμού των κινήσεών της και σαφώς του βαθμού πειθαρχίας αυτών που την απάρτιζαν. Διεφάνη αμέσως λοιπόν η ανάγκη καθιερώσεως μίας μεθόδου ώστε να καταστεί δυνατή η μετατροπή ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων, από μία απλή συνάθροιση ενός ατάκτου πλήθους, σε μία συγχρονισμένη, συμπαγή και αποφασιστική πολεμική μηχανή, με άριστη διάταξη σε γραμμές και στοίχους. Βεβαίως ο κάθε ένας οπλίτης χωριστά, δεν έπαυε να αποτελεί ξεχωριστή προσωπικότητα, με ατομικό χαρακτήρα, ανάγκες και επιθυμίες!

Η λειτουργία όμως της Φάλαγγος προϋπέθετε την αυτοπροαίρετη και εθελοντική υποβολή των προσωπικών αναγκών και ενσυνείδητη πειθαρχία των κινήσεων και αποφάσεων του κάθε οπλίτου χωριστά.

Έτσι λοιπόν γεννήθηκε και το απαύγασμα της Ελληνικής Κοινωνικής Συνειδήσεως που είναι η υποταγή του προσωπικού συμφέροντος στο Συλλογικό!

Έτσι δομήθηκαν ευνομούμενες πολιτείες αποτελούμενες από ευσυνειδήτους, παραγωγικούς και ενεργούς Πολίτες, που μέχρι σήμερα θαυμάζουμε και ζηλεύουμε, σαν να αποτελούν άφθαστο όνειρο!!

Επομένως υπό συγκεκριμένη στρατιωτική διοίκηση, ΕΝΑΣ αποφάσιζε ποια θα ήταν η επόμενη κίνησι της Φάλαγγος, αλλά κοινή ενσυνείδητη συναπόφαση ΟΛΩΝ των Οπλιτών ήταν η σύγχρονη και ακριβής εκτέλεση της συγκεκριμένης κινήσεως στον συγκεκριμένο χρόνο!

Αυτό βεβαίως, γέννησε την αμέσως επόμενη πρακτική ανάγκη: Της καθιερώσεως ενός σαφούς και συνοπτικού τρόπου μεταφοράς των διαταγών του επικεφαλής μέχρι και τον τελευταίο οπλίτη με τρόπο που να είναι πλήρως κατανοητός από όλους και με κοινή ορολογία.

Έτσι λοιπόν προέκυψε η επινόηση των Παραγγελμάτων που δεν είναι παρά μία κωδικοποίηση σειράς ενεργειών και κινήσεων σε συγκεκριμένο χρόνο, μετά από εκφώνηση μίας συντόμου και κοφτής φράσεως ή λέξεως από τον επικεφαλής.

Με σκοπό βεβαίως να καταστούν αυτές οι κινήσεις αποτελεσματικές και συγχρονισμένες στο πεδίο της μάχης, καθιερώθηκαν οι από την περίοδο της ειρήνης Ασκήσεις Ακριβείας για την εξάσκηση και προετοιμασία των Οπλιτών.

Όσο πιο ακριβείς ήταν στην εκτέλεσή τους οι Οπλίτες, τόσο πιο αποτελεσματικοί ήταν στο πεδίο της Μάχης, όπως αποδεικνύει περίτρανα το παράδειγμα των Σπαρτιατών που όχι μόνον είναι οι γεννήτορες της Ιδέας της Φάλαγγος αλλά είχαν αναγάγει την Στρατιωτική Αγωγή σε πραγματική τέχνη, καθιστώντας τους αναντιρρήτως Πρότυπα Πολεμικής Αρετής, ανά τους αιώνες! Από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας στον σύγχρονο Στρατό, λέμε ότι ο δείκτης πειθαρχίας ενός τμήματος είναι ο βαθμός ακριβείας κατά την εκτέλεση ασκήσεων ακριβείας!

Μας παραδίδεται μάλιστα από αρχαίους ιστορικούς, η έκπληξη στα μάτια των Περσών βλέποντας από μακρυά την προέλαση της Μακεδονικής Φάλαγγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την οποία παρομοίασαν άψογα λέγοντας, ότι ήταν τόσο τέλεια ζυγησμένοι και στοιχημένοι οι οπλίτες κατά την κίνησή τους, που από απόσταση δεν έμοιαζαν για ένα πλήθος ανθρώπων, αλλά σαν καρφιά καρφωμένα σε τέλειες γεωμετρικές θέσεις επί μίας κυλιομένης σανίδος! Και αυτή η εικόνα από μόνη της, τους έκανε να κυριευτούν από τρόμο.

Περί Αισθητικού Ενστίκτου

Η εποχή μας είναι αντιαισθητική.

Τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο είναι ζήτημα ενός αισθητικού ενστίκτου και όχι απλώς γούστου. Οι χίππυς είχαν ένα σύνθημα Επικούρειας φιλοσοφικής έμπνευσης: «κάνετε έρωτα, όχι πόλεμο». Αυτό δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο ακούγεται. Τείνω να πιστέψω ότι το κυριότερο πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι απλώς πολιτικό, οικονομικό κλπ. αλλά αισθητικό.

Δεδομένου ότι η αισθητική λειτουργία στα ανώτερα θηλαστικά πηγάζει από το ερωτικό ένστικτο (και στον άνθρωπο μετασχηματίζεται σε τέχνη, αρχιτεκτονική, ένδυση κλπ.), η εποχή μας είναι αντιαισθητική ακριβώς επειδή είναι αντιερωτική.

Ένα καλό παράδειγμα του πόσο αντιερωτική είναι η εποχή μας μπορούμε να δούμε στον τρόπο που φέρεται στα παιδιά. Η «παιδεία» παράγει μαζικά εργασιακά εργαλεία, διαρκώς αγχωμένα και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους. Τους γαμάει το μέλλον, αφού προηγουμένως τους έχει γαμήσει την ψυχική τους υγεία.

Ο λόγος που τουλάχιστον οι λεγόμενοι φυσιολογικοί άνθρωποι γοητεύονται από τα παιδιά, είναι ότι τους θυμίζουν τον έρωτα. Οι αρχαίοι έλληνες απεικόνιζαν τον Θεό Έρωτα ως ένα παιδί. Όταν τα κοιτάζουμε, είναι σαν να κοιτάζουμε Αυτόν. Και φυσικά γι΄ αυτό είναι που χαμογελάμε σαν ηλίθιοι μπροστά τους.

Ποιος είναι λοιπόν ο σωστός τρόπος να μεγαλώνεις ένα παιδί, αν όχι το να το αναθρέφεις με σεβασμό στον έρωτα;

Ένα παιδί πρέπει να το μεγαλώνεις όπως ακριβώς συμπεριφέρεσαι σε έναν άνθρωπο με τον οποίο είσαι ερωτευμένος. Με παθιασμένη τρυφερότητα, σεβασμό, νοιάξιμο και σταθερότητα χαρακτήρα. Να του χαρίζεις την πληρότητα. Μπορούμε να καταλάβουμε πόσο ολοκληρωμένος εραστής είναι κάποιος από τον τρόπο που φέρεται, ή που απλώς κοιτάει το παιδί του (ή τα παιδιά, γενικότερα). Πρέπει να το κοιτάει σαν κάποιον που θέλει να κατακτήσει ερωτικά. Να μην επαναπαύεται στο ότι τα παιδιά ούτως ή άλλως αγαπούν τους γονείς τους, επειδή είναι εξαρτημένα από αυτούς. Να ξεπερνάει τον εαυτό του. Να ανεβαίνει εξελικτικό σκαλοπάτι. Το μεγάλωμα ενός παιδιού είναι η συνέχεια του φλερτ και του σεξ, γιατί το σεξ δεν τελειώνει πάντα με το να ξαναφορέσουμε τα ρούχα μας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα έπρεπε να φέρεται και η κοινωνία στις νέες γενιές.

Ένα άλλο παράδειγμα του πόσο αντιερωτική είναι η εποχή μας μπορούμε να δούμε στην έλλειψη προσανατολισμού που περνούν ειδικά οι ερωτικές σχέσεις.

Πίσω από τις επιμέρους αιτίες, η πρωταρχική αιτία για την γενικότερη αποσάθρωση των σχέσεων είναι η ίδια η αντιερωτικότητα (= αντιαισθητικότητα) της εποχής. Ακόμα και σε εποχές πείνας και δυστυχίας, ο έρωτας μπορούσε να ανθίσει ηρωικά στα πιο άγονα βράχια και στους πιο αποπνικτικούς βούρκους, σαν εξωτικό λουλούδι. Ίσως γιατί τότε υπήρχε φτώχεια και αγώνας, οι άνθρωποι ήσαν λιγότερο εγωιστές και είχαν περισσότερη ανάγκη ο ένας τον άλλον. Αλλά κι ο κοινωνικός εχθρός φαινόταν πιο καθαρά και ήταν πιο προσωποποιημένος.

Αλλά τι συμβαίνει σήμερα; Ο καθένας προσπαθεί να συγκεντρώσει και να τετραγωνίσει τα κομμάτια της ζωής του σαν να παραγγέλνει ράφια για τον τοίχο. Προσπαθεί να φτιάξει την επαγγελματική του ζωή, τον ιδιωτικό χώρο του, τις κοινωνικές σχέσεις του, τον λεγόμενο «ελεύθερο» χρόνο του σαν αποκομμένα μεταξύ τους πράγματα και όχι σαν ένα οργανικό σύνολο. Και μόνο στο τέλος διαμορφώνει την ερωτική του οπτική και ρυθμίζει την ερωτική του δραστηριότητα ανάλογα με το εάν χωράει σε κάποιο ράφι που του έχει περισσέψει.

Και τότε -ακόμα κι αν δεν το αντιλαμβάνεται- σκέφτεται και ενεργεί με προκατάληψη, με μέτρα και με σταθμά και (όσο κι αν δεν το παραδέχεται) με φόβο. Το αποτέλεσμα είναι η επ’ αόριστον ματαίωση της ερωτικής του ολοκλήρωσης και ένα αίσθημα μη ικανοποίησης (παρά την ενδεχόμενη υπερλειτουργία στο αμιγώς σεξουαλικό ζήτημα. -I Can’t Get No Satisfaction όπως τραγουδούσαν οι Rolling Stones στα χίππικα ’60s). Πιθανότατα δεν θα γνωρίσει ποτέ αυτή την πλευρά του έρωτα που σε κάνει να αντιληφθείς πόσο μίζερη είναι η ζωή φασόν που μας έχουν δώσει, που σε αλλάζει για πάντα και κάνει τον προηγούμενο εαυτό σου να μοιάζει με αγοφερόμενη σκιά και τον κόσμο με ένα εξωραϊσμένο άσυλο δυστυχισμένων.

Πίσω από τις μάσκες, η εποχή μας παράγει μαζικά ανθρώπους σκυθρωπούς, αγχωμένους, φοβικούς, αλλοτριωμένους, με μια λέξη αντιαισθητικούς. Κι έτσι δεν είναι περίεργο που είτε αδυνατούν να συνάπτουν δυνατές ερωτικές σχέσεις, είτε δεν μπορούν καν να συντηρήσουν αυτές τις ισχνές που ενδεχομένως έχουν. Μια αντιερωτική και άρρωστη εποχή πώς θα φέρει στον κόσμο υγιείς ανθρώπους;

Επειδή η εποχή μας είναι αντιερωτική είναι και αντιαισθητική και αντιστρόφως.

Η αισθητική διαπαιδαγώγηση αυτού του κόσμου είναι ένα κομμάτι «αγοράς», το οποίο έχει εκχωρηθεί σε ψυχικά σακάτηδες “ειδικούς”, σε μόδιστρους και “στυλίστες”, σε “συμβούλους” και σε κατασκευαστές μαζικών προτύπων με ημερομηνία λήξης. Περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σε αντιαισθητικούς χώρους, κάνουμε αντιαισθητικά επαγγέλματα, βάζουμε αντιαισθητικά χρονοδιαγράμματα, συμπεριφερόμαστε αντιαισθητικά -π.χ. στην φύση- σκεφτόμαστε αντιαισθητικά, χαιρόμαστε, ή λυπόμαστε αντιαισθητικά. Και μετά παραπονούμαστε για την «μοναξιά» και για τον μαρασμό των ερωτικών σχέσεων.

Αλλά ο έρωτας δεν είναι πραγματικά τέτοιος αν δεν σου διαμορφώνει την αισθητική, αν δεν σε κάνει να χαζεύεις -όπως μπροστά σε ένα μικρό παιδί-, αν δεν σε κάνει επαναστάτη, αν δεν σε κάνει να θέλεις να θρυμματίσεις τον περιχαρακωμένο φασόν μικρόκοσμό σου στην απεραντοσύνη Του.

Η πνευματική και ψυχολογική βάση κάθε επανάστασης πρέπει να είναι αισθητική ώστε, να μην παραχθούν άλλα εκτρώματα που απλώς θα διαδεχθούν τα παλιά. Ο καπιταλισμός είναι αντιαισθητικός γιατί, είναι ένα σύστημα που βασίζεται στις «αρπαχτές» και στον ανταγωνισμό και όχι στην γνήσια δημιουργία. Όσο υπάρχει, θα υπάρχουν και «κρίσεις» όπου θα τρέχουμε πανικόβλητοι να ξαναμαζέψουμε τα κομμάτια της ζωής μας (όπως σήμερα). Η περίφημη «κατάσταση ισορροπίας» της αγοράς είναι απλώς μια υπόθεση εργασίας για τους πρωτοετείς φοιτητές οικονομικών, ένας ευσεβής πόθος των οικονομολόγων (από τον οποίο σπάνια απαλλάσσονται). Αυτό σημαίνει ότι όσες φορές κι αν «λύνουμε» πρόσκαιρα το πρόβλημα, θα το ξαναβρίσκουμε πάντοτε μπροστά μας.

Κατά συνέπεια τα πολιτικά, οικονομικά, επαγγελματικά και εκπαιδευτικά μας κριτήρια πρέπει να γίνουν κατά κύριο λόγο αισθητικά. Από εκεί και μετά τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους. Δεν χρειαζόμαστε άλλες αντιαισθητικές «αντικαπιταλιστικές» ιδεολογίες, που είναι το ίδιο αρρωστημένες με αυτό εναντίον του οποίου φτιάχτηκαν για να πολεμήσουν. Δεν χρειαζόμαστε άλλα σκυθρωπά, αγχωμένα, και σκληρά με τον εαυτό τους πλάσματα. Χρειαζόμαστε έναν κόσμο από ελεύθερους και υπερήφανους ανθρώπους, χωρίς θεούς κι αφέντες και αυτό είναι κατεξοχήν αισθητικό και όχι απλά ιδεολογικό, πολιτικό, ή οικονομικό ζητούμενο.

Η αισθητική του ανθρωπισμού.

Οι αυθεντικές επαναστάσεις έφερναν πάντα, μεταξύ άλλων, έναν νέο τρόπο μετεπαναστατικής καλαισθησίας. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί και το κριτήριο της αυθεντικότητάς τους.

Κατά την αρχαϊκή περίοδο, το κύμα των δημοκρατικών επαναστάσεων στις ελληνικές πολιτείες (αυτές τις πολιτείες, που τόσο πολύ κομπλεξάρησαν τον περιθωριακό τυραννόφιλο Πλάτωνα και τους επιγόνους του), οδήγησε στην κλασική αισθητική και δημιούργησε τα αισθητικά πρότυπα του σημερινού δυτικού κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν οι ιδρυτές του ανθρωπισμού και άρα μιας νέας αισθητικής τόσο στην τέχνη, όσο και στην πολιτική σκέψη.

Κανείς πιο πριν δεν είχε απεικονίσει τον άνθρωπο με τέτοια πληρότητα, ποίηση, θέατρο, εικαστικές τέχνες, φιλοσοφία, πολιτική αναζήτηση. Πριν από αυτούς επικρατούσε η καταπλακωτική αισθητική των αφροασιατικών μοναρχιών. Μετά από αυτούς ο κόσμος πισωγύρισε στον ανατολικό σκοταδισμό, στην χριστιανική, ή στην ισλαμική εκδοχή του, τον οποίο ακόμα δεν έχει αποβάλλει εντελώς, ούτε κι έχει διαφύγει οριστικά τον κίνδυνο ενός νέου ιστορικού πισωγυρίσματος.

Μετά τον χριστιανικό μεσαίωνα, κατά την επανεμφάνιση των πόλεων στην Ιστορία, η Αναγέννηση ξανάπιασε το αισθητικό νήμα από εκεί όπου είχε κοπεί δηλαδή από τους Έλληνες, αλλά αυτό αφορούσε κυρίως στο καλλιτεχνικό πεδίο. Η Γαλλική Επανάσταση και το εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα επέκτειναν την αισθητική του ανθρωπισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης στην πολιτική σκέψη. Ήταν η πρώτη ίσως φορά στην Ιστορία μετά τους αρχαίους Έλληνες, όπου το ζωικό είδος “άνθρωπος” ξαναεπιχείρησε να περπατήσει στα δύο του πίσω άκρα…

Η “αισθητική” των φασισμών.

Αντίθετα, ο χριστιανισμός και κάθε Αβρααμισμός –και ειδικά η ανατολική αυτοαποκαλούμενη “ορθοδοξία” του- δημιούργησε μια αισθητική βδελυρή, εντιερωτική, μουντή και κατηφή. Μια (αντί)αισθητική που αντανακλούσε ακριβώς το εφιαλτικό ιδεώδες του χριστιανισμού για τον άνθρωπο. Την ίδια ακριβώς αισθητική υιοθέτησαν και ο λενινισμός/κομμουνισμός (μπολσεβίκοι), και ο εθνικοσοσιαλισμός (ναζιστές).

Αν η Αναγέννηση κατόρθωσε να εξανθρωπίσει –έστω και σε ένα επιφανειακό εικαστικό επίπεδο- τον καθολικισμό, οι κακόγουστες αντιερωτικές βυζαντινές τοιχογραφίες των βλοσυρών χριστιανών αγίων με τον σκοτεινό χρωματισμό τους και την έλλειψη προοπτικής, μοιάζουν ευεξήγητα με τα ζωγραφικά, ή φωτογραφικά πορτραίτα του Λένιν, του Χίτλερ, του Στάλιν, του Μαρξ, του Τρότσκυ, του Μάο κ.α. Ακόμα και τα χριστιανικά αγιολόγια και οι αστείοι βίοι αγίων μοιάζουν με την εξίσου απλοϊκή “λογοτεχνία” (βλ. π.χ. “Πώς δενότανε τ’ ατσάλι” του Ν. Οστρόφσκι), ή κινηματογράφο του λεγόμενου “σοσιαλιστικού ρεαλισμού”.

Δεν είναι τυχαίο που όλες αυτές οι ιδεολογίες του θανάτου -ανεξάρτητα από τον θρησκευτικό, ή πολιτικό μανδύα με τον οποίο επενδύθηκαν- μοιράζονται την ίδια απαξιωτική ιδέα για τον άνθρωπο και που στις επικράτειες τους βασίλεψαν ο τρόμος και οι τεχνικές μαζικού θανάτου.

Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός μάζα που χρησιμοποιούν αυτές οι ιδεολογίες για να προσδιορίσουν αυτό που θεωρούν ως ιστορικό τους υποκείμενο είναι άκρως υποτιμητικός. Είναι το ίδιο υποτιμητικός και ίδια φύσης με τον χαρακτηρισμό δούλοι του θεού, ή ποίμνιο (πρόβατα) που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί. Όποιοι χρησιμοποιούν ιδεολογικά τους παραπάνω χαρακτηρισμούς, τότε ή νιώθουν οι ίδιοι έτσι –οπότε δεν μπορούν να παράξουν κανένα απελευθερωτικό έργο- ή επιδιώκουν να κρατήσουν τον κόσμο στην κατάσταση του δούλου, του πρόβατου και της μάζας.

Μπορούμε να προβλέψουμε την πρακτική κατάληξη μιας κοινωνικής θεωρίας εξετάζοντας απλώς την γλωσσική και νοηματική αισθητική της, αλλά και την αισθητική των τελετουργιών της. Τότε η πολυδιαφημισμένη πλατωνική πολιτεία δεν θα διαφέρει ουσιαστικά σε τίποτα από μια κοινωνία/κάτεργο μπολσεβικικού, ή ναζιστικού τύπου, με την ιεραρχία του, το αλάθητο ιερατείο του, την ένοπλη αριστοκρατία του και την στρατιωτικοποίηση της δουλείας/εργασίας των υπολοίπων.

Δεν είναι τυχαίο που οι χριστιανοί αγιοποίησαν τον Πλάτωνα και μέσω αυτού, (ω, τι βολικό) τον δάσκαλό του Σωκράτη. Ενώ η αθηναϊκή δημοκρατία είχε καταδικάσει, τουλάχιστον τον δεύτερο, ως εκτροφέα αιμοσταγών τυράννων, όπως ο Κριτίας. Αλλά και ο μπολσεβικισμός, ή ο ναζισμός θα φαίνονταν από την αρχή σαν αυτό που ήταν προδιαγεγραμμένο να καταλήξουν: μέθοδοι συστηματικής γενοκτονίας του απλώς διαφορετικού. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και στα μαρξιστικά γραπτά δεν εξετάστηκε φιλοσοφικά ούτε μια φορά η λέξη «ελευθερία».

Δεν είναι επίσης τυχαίο που η αναρχική συνιστώσα του εργατικού κινήματος αντέδρασε από την αρχή στην μαρξιστική, χρησιμοποιώντας συχνά μια επιχειρηματολογία παρμένη από την αισθητική και που προέβλεψε με αγχωτική διαύγεια την αιματοβαμμένη γραφειοκρατική μετάλλαξη μιας πολλά -τότε- υποσχόμενης θεωρίας όπως ο μαρξισμός.

Ούτε είναι τυχαίο που τόσο ο χριστιανισμός, όσο και ο μαρξισμός, ή ο ναζισμός δεν είναι παρά μορφές της ίδιας μεταφυσικής, όπου ο άνθρωπος θεωρείται ένα εσαεί ανώριμο ον, ένα πρόβατο, το οποίο έχει ανάγκη «καθοδήγησης». Και όπου οι σωτήρες και οι μεσσίες κάθε είδους είναι επιφορτισμένοι από κάποια αόρατη -«θεϊκή», ή «ιστορική»- δύναμη για να τον «σώσουν» και να τον οδηγήσουν σε μια κατάσταση χιλιόχρονης βασιλείας.

Ούτε επίσης είναι τυχαίο που οι μαζικές εκδηλώσεις των χριστιανών, των λενινιστών, ή των φασιστών χαρακτηρίζονται από τον ίδιο φανατισμό, το ίδιο μίσος για τον «άπιστο» και άρα τον «κατώτερο», την ίδια πομπώδη αλλά και γελοιωδώς γραφική συγκινησιακότητα. Αρκεί να διαβάσει κάποιος τα κηρύγματα μισάνθρωπων/κτηνών όπως ο Παύλος, ή ο Ιωάννης Χρυσόστομος και να συγκρίνει την φανατισμένη ατμόσφαιρα που επικρατεί συχνά στους χριστιανικούς ναούς με τα φιλμ από τις ομιλίες του Χίτλερ, του Μουσολίνι, του Λένιν, ή του Στάλιν.

Με αυτή την έννοια, αν θέλει κάποιος να αξιολογήσει μια ιδεολογία, το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι απλώς να εξετάσει τις αισθητικές επιπτώσεις της πρώτα από όλα στους ίδιους τους υποστηρικτές της. Ούτε να διαβάσει τα κείμενά της, ούτε να ανοίξει συζητήσεις με τους θιασώτες της, ούτε να περιμένει να δει την εφαρμογή της στην “πράξη”, ούτε τίποτα. Όσο υψηλότερος είναι ο βαθμός μιας συλλογικής συνειδητοποίησης, τόσο πιο αχρείαστη είναι η “οργάνωση” της αντίστοιχης συλλογικότητας –και αντιστρόφως, όπου βλέπει κάποιος “ισχυρές οργανώσεις”, τόσο πιο ποιμνιωμένο και αγράμματο είναι το πλήθος που θέλουν να “εκφράζουν”.

Αυτό που έχει κυρίως σημασία δεν είναι η οποιαδήποτε ιδεολογία καθεαυτή, αλλά η ψυχική και διανοητική ποιότητα εκείνων που την φέρουν. Μάλιστα όσο πιο συγκροτημένοι σε προσωπικό επίπεδο είναι αυτοί, τόσο λιγότερο χρειάζονται την «οργανωμένη» ιδεολογία, με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το επιδραστικότερο κίνημα του 20ου αιώνα, τους χίππυς του ’60, οι οποίοι δεν είχαν καν κάτι τέτοιο. Και αντιστρόφως: όσο πιο «οργανωμένη» με άρθρα πίστης και παραγράφους είναι μια ιδεολογία, τόσο πιο ποίμνιο είναι αυτοί που την φοράνε καπέλο.

Ένα ενδεικτικό “μαργαριτάρι” μισανθρωπισμού του χριστιανού θεωρητικού Ιωάννη, του αποκαλούμενου “Χρυσόστομου”: «Κι αν ακόμη φονεύση κάποιος κατά το θέλημα του Θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξει ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του Θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οιοδήποτε φόνο»(!).

(«Κάν φονεύσει τις κατά γνώμην του Θεού, φιλανθρωπίας απάσης βελτίων εστίν ο φόνος. Καν φείσηταί τις και φιλανθρωπεύσηται παρά το δοκούν εκείνω, φόνου παντός ανοσιωτέρα γένοιτ’ αν η φειδώ» Κατά Ιουδαίων, Λόγος Δ΄σελ. 195, AdversusJudaeos 48.873.18 επόμ.)

Ας μη ξεχνάμε άλλωστε και τα εκβιαστικά διλήμματα του «γλυκύτατου Ιησού»: «Ο μή ων μετ’ εμού, κατ’ εμού εστί» (!) Ματθ. ΙΒ΄30. Δηλαδή: “όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου”.

Οι ομοιότητες με την γνωστή λενινιστική και ναζιστική θεωρητική θεμελίωση της βίας, μόνο συμπτωματικές δεν μπορούν να είναι.

Η αισθητική της τεχνολογίας.

Ίσως τελικά να μην υπάρχει τίποτα στον κόσμο που να είναι αισθητικώς ουδέτερο. Ακόμα και η τεχνολογία έχει αισθητική. Οι έλληνες αντιλαμβάνονταν την τεχνολογία με γνήσιο τρόπο, δηλαδή σαν κάτι απελευθερωτικό για τον άνθρωπο, και όχι τον τελευταίο σαν εξάρτημά της, όπως συμβαίνει σήμερα. Οι αρχαίοι ανέπτυξαν αυθεντική τεχνολογική σκέψη, ίσως γιατί η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα ήταν περιορισμένο φαινόμενο: η παραγωγική βάση της αρχαίας ελληνικής οικονομίας –με την εξαίρεση της Σπάρτης- ήταν η εργασία του σκληρά εργαζόμενου ανεξάρτητου τεχνίτη και αγρότη και όχι η δουλεία. Εξάλλου και οι μισθοδοσίες για την κατασκευή των διαφόρων μνημείων -όπως του Παρθενώνα- που έχουν ανευρεθεί, αποδεικνύουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χτιστών τους ήσαν ελεύθεροι πολίτες και όχι δούλοι.

Επειδή ακριβώς ζούσε σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούσε η κοπιώδης ανεξάρτητη εργασία, ο Αριστοτέλης περιέγραψε μια τεχνολογία που θα αντικαθιστούσε πλήρως την σκληρή σωματική προσπάθεια, αποδεσμεύοντας από τον καθημερινό μόχθο. Μάλιστα η αριστοτελική σύλληψη της πλήρως αυτοματοποιημένης τεχνολογίας περιλαμβάνει και τον θάνατο της ιεραρχίας: σε ένα περίφημο χωρίο του ο Αριστοτέλης δεν λέει μόνο ότι δεν θα χρειάζεται η ανθρώπινη σωματική προσπάθεια, αλλά κι ότι επίσης δεν θα χρειάζονται οι διάφοροι επιστάτες και αρχιμάστορες (βλ. διευθυντές, προϊστάμενοι κλπ.)

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ιστορικά η πρώτη αμφισβήτηση της δουλείας έρχεται από την αρχαία Ελλάδα, δηλαδή από μια κοινωνία που δεν στηριζόταν ούτε αποκλειστικά, ούτε κυρίως στην δουλεία, όπως π.χ. η Περσία, ή η Ρώμη. Ειδικά η Ρώμη απαξίωσε πλήρως την τεχνολογία αφού η οικονομία της στηριζόταν στην εργασία εκατομμυρίων σκλάβων. Οι μεγάλες τεχνολογικές καινοτομίες της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, όπως η ατμοδύναμη, έμειναν στα χαρτιά, γιατί θα μπορούσαν να ανατρέψουν τον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής και άρα τους δουλοκτήτες και την κυριαρχία τους.

Κατά παρόμοιο τρόπο σήμερα, όπου εξακολουθεί να επικρατεί η εξαρτημένη εργασία (=μισθωτή δουλεία με ψευδαίσθηση ελευθερίας), η επικρατούσα τεχνολογία -και συνακόλουθα η οργάνωση της παραγωγής- αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως πλήρως υποταγμένο γρανάζι της. Αλλά μια τεχνολογία όπου προϋποθέτει τον άνθρωπο ως ένα ακόμα εξάρτημά της, θα ήταν για τους αρχαίους τόσο αντιαισθητική όσο και ένα λατομείο με σκλάβους.

Αρκεί να ρίξει κάποιος μια ματιά π.χ. σε ένα οποιοδήποτε εργοστάσιο, ή και απλώς στην αλυσίδα παραγωγής μιας οποιασδήποτε επιχείρησης. Επίσης μια τεχνολογία που απαξιώνει με τέτοιον τρόπο τον άνθρωπο, δεν μπορεί να μην απαξιώνει γενικότερα την ζωή και κατ΄ επέκτασιν την φύση. Η σημερινή τεχνολογία είναι αντιφυσική -και άρα παρά φύσιν- ακριβώς επειδή είναι πρώτα από όλα αντιανθρώπινη.

Σχετικά με την σημερινή τεχνολογία δεν μπορούν άλλο να μπαίνουν αποπροσανατολιστικά ζητήματα «καλής», ή «κακής» χρήσης της. Αρκετά πια με αυτή την συλλογιστική τρικλοποδιά. Είναι μια τεχνολογία φτιαγμένη για να υποτάσσει τον συλλογικό κοινωνικό παραγωγό στα οικονομικά -δηλαδή στα πραγματικά- αφεντικά της κοινωνίας. Μια τεχνολογία σχεδιασμένη για να διατηρεί την δουλεία. Χρειαζόμαστε μια εντελώς διαφορετικού είδους τεχνολογία, όπου θα αποτελεί απελευθερωτική προέκταση του ανθρώπου και εργαλείο ολόπλευρης πραγμάτωσης των δυνατοτήτων του και ταυτόχρονα θα αποτρέπει την συσσώρευση εξουσίας.

Μια τεχνολογία που θα προάγει την αισθητική του αυτοκαθορισμού και της δημιουργίας, αντί της εξουσίας, της ιεραρχίας και της «παραγωγικότητας». Μια τέτοια τεχνολογία θα τίναζε φυσικά στον αέρα την υπάρχουσα εκμεταλλευτική μορφή οικονομίας.

Η αισθητική ενός νέου ανθρωπότυπου.

Αλλά αυτό που κατεξοχήν χρειάζεται -ο πλανήτης, η “Ιστορία” ή απλά το ανθρώπινο είδος- δεν είναι άλλες αντιαισθητικές θρησκείες, ιδεολογίες κ.λπ. αλλά ένα νέο είδος ανθρώπου, το οποίο θα θα περιγραφεί και θα αναζητηθεί βάσει αποκλειστικά αισθητικών κριτηρίων. Κι αυτό δεν είναι τόσο ουτοπικό όσο ακούγεται. Ο άνθρωπος έχει αλλάξει πολλές φορές στο παρελθόν τόσο βιολογικά π.χ. Νεάντερταλ, Homo Sapiens κλπ. όσο και σαν ψυχική συγκρότηση “φύση”. Ο σημερινός άνθρωπος δεν είναι παρά ο πιο πρόσφατος κρίκος μιας εξελικτικής αλυσίδας.

Η ανθρώπινη «φύση» ως κάτι στατικό και αναλλοίωτο στο πέρασμα των χιλιετηρίδων είναι μια «ανακάλυψη» της χριστιανικής θρησκείας. Σύμφωνα με αυτή ο άνθρωπος είναι ένα ον «εκ φύσεως» άπληστο, επιθετικό, «αμαρτωλό», «κακό». Και φυσικά έχει ανάγκη -από τι άλλο;- «διασώσεως», επιτήρησης – και, συνακόλουθα, ιεραρχίας. Ωστόσο η Ανθρωπολογία από τον 19ο αιώνα έχει καταρρίψει τον μύθο περί υπάρξεως μιας ενιαίας και διαχρονικής ανθρώπινης φύσης.

Οι Ευρωπαίοι ανθρωπολόγοι είχαν μείνει κατάπληκτοι από την ακραία διαφορά και ποικιλία αντιλήψεων, τρόπου αίσθησης των πραγμάτων, ηθών, συμπεριφορών κλπ. που ανακάλυπταν στις προκρατικές -αλλά όχι πρωτόγονες- κοινωνίες, π.χ. των νησιών του Ειρηνικού, αλλά και σε “υπανάπτυκτες” περιοχές μέσα στην ίδια την Ευρώπη.

Η αλληλεγγύη που ανακαλύφθηκε σε όλες ανεξαιρέτως τις προκρατικές κοινωνίες υπήρξε -και παραμένει- άλλωστε το βασικότερο επιστημονικό επιχείρημα του αναρχισμού για την μη αναγκαιότητα της εξουσίας. Οι μόνοι που θέλουν να μας πείσουν περί του δήθεν αναλλοίωτου της ανθρώπινης φύσης είναι οι εξουσίες, που μας θέλουν πρόβατα, «αναλλοίωτα» ανεπαρκείς, αμαρτωλούς, ατελείς και ανίκανους να ζήσουμε χωρίς την κηδεμονία τους, για απολύτως ευνόητους λόγους.

Ο Αριστοτέλης και η φθορά σε αριστοκρατία και πολιτεία

Η αριστοκρατία είναι το πολίτευμα που την εξουσία την ασκούν οι άριστοι, δηλαδή οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί. Αυτή είναι η σημασία που δίνει ο Αριστοτέλης στον όρο κι όχι εκείνη του αριστοκράτη – ευγενή που αναδεικνύεται λόγω του πλούτου ή της καταγωγής. Όμως η αντίληψη της αριστοτελικής αξιοκρατίας, όσο κι αν στηρίζεται στο δίκαιο, δεν μπορεί παρά να πραγματωθεί ως αποκλεισμός των περισσότερων από την εξουσία. Από αυτή την άποψη είναι εύκολο να ταυτιστεί με την ολιγαρχία και κατ’ επέκταση να υφίσταται τους ίδιους κινδύνους μ’ αυτήν: «Στα αριστοκρατικά πολιτεύματα ένα σύνολο επαναστάσεων προκαλείται, επειδή λίγοι δικαιούνται πολιτικά αξιώματα, λόγος που αναφέρθηκε ήδη ότι μεταβάλλει τις ολιγαρχίες (καθώς και στα δύο πολιτεύματα οι άρχοντες είναι λίγοι, όχι όμως για τον ίδιο λόγο λίγοι). Γι’ αυτό μάλιστα δίνεται η εντύπωση ότι η αριστοκρατία είναι ολιγαρχία».

Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης παραθέτει την ολιγαρχία ως διαστρέβλωση της αριστοκρατίας. Τα δύο πολιτεύματα αποτελούν ζευγάρι για το λόγο ότι η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των λίγων. Η στρέβλωση της ολιγαρχίας έγκειται στο γεγονός ότι οι λίγοι που άρχουν επιλέγονται με κριτήρια τον πλούτο ή την καταγωγή, παράγοντες που όχι μόνο δεν εγγυώνται τη σωστή διακυβέρνηση, αλλά διαμορφώνουν και το πλέγμα των συμφερόντων που καθορίζεται από τα κοινά συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών. Η αριστοκρατία, ως πολίτευμα ορθό, εγγυάται την ορθή διακυβέρνηση, δηλαδή τη διακυβέρνηση που μεριμνά για την ευτυχία της πόλης ως σύνολο, αφού οι άξιοι δεν εκπροσωπούν κάποια συγκεκριμένη τάξη, ώστε να υπηρετήσουν συμφέροντα, και συγχρόνως είναι οι πλέον κατάλληλοι για να πάρουν τις σωστότερες αποφάσεις.

Όμως, τα πολιτεύματα που κατανέμουν τα αξιώματα σε λίγους είναι αδύνατο να μην επιφέρουν τη δυσαρέσκεια των πολλών, πολύ περισσότερο, όταν αυτοί νιώθουν το ίδιο αξιόλογοι με τους λίγους που μονοπωλούν την εξουσία: «Τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν αναγκαστικά, όταν υπάρχει σημαντικός αριθμός ανθρώπων που εμφορούνται από την ιδέα ότι είναι ισάξιοι με τους άρχοντες». Και βέβαια, η αριστοκρατία προϋποθέτει τη δίκαιη επιλογή των λειτουργών της εξουσίας, δηλαδή τους πραγματικά άξιους, αφού και πάλι ξεκινούν επαναστάσεις «όταν παραγκωνίζονται από κατόχους υψηλότερων αξιωμάτων κάποιοι που είναι έξοχοι και καθόλου κατώτεροι από κανέναν σε αξία, περίπτωση του Λυσάνδρου» (αναφέρεται στο Σπαρτιάτη στρατηγό που έδωσε το τελικό χτύπημα στους Αθηναίους τερματίζοντας τον πελοποννησιακό πόλεμο), «ο οποίος παραγκωνίστηκε από τους βασιλείς». Η αξιοκρατία, ως ύψιστη δικαιοσύνη, είναι ο εγγυητής της πολιτειακής ομαλότητας δημιουργώντας το ιδανικό πολίτευμα που υπερασπίζει τα συμφέροντα ολόκληρης της πόλης κι όχι κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης. Το γεφύρωμα των οικονομικών άκρων, σε κάθε περίπτωση, θα συμβάλει θετικά στην ενότητα της πόλης: «Επιπλέον τέτοιες επαναστάσεις συμβαίνουν αναγκαστικά, και όταν άλλοι από τους πολίτες είναι πάμφτωχοι, ενώ άλλοι έχουν μεγάλη οικονομική άνεση».

Το πολίτευμα της πολιτείας, ως ορθή εκδοχή της δημοκρατίας (η δημοκρατία για τον Αριστοτέλη είναι διαστρέβλωση της πολιτείας), συνδυάζει στοιχεία ολιγαρχικά και δημοκρατικά εξαλείφοντας τόσο τις δημοκρατικές στρεβλώσεις (την εμφάνιση των δημαγωγών, την κατάλυση του νόμου, την κυριαρχία του όχλου), όσο και τις ολιγαρχικές (τη μετατροπή της διαχείρισης της εξουσίας σε μέσο εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, την ανάδειξη των πλουσίων σε κυρίαρχη τάξη, τον ολοκληρωτικό παραγκωνισμό των φτωχότερων στρωμάτων). Η πολιτεία είναι ο ιδανικός συνδυασμός των δύο πολιτευμάτων (ολιγαρχία – δημοκρατία), αφού δεν υποκύπτει στις επιθυμίες των πολλών καταλύοντας το νόμο (και κατά συνέπεια εξαφανίζει το δημαγωγό) ούτε αποβλέπει στα συμφέροντα των πλουσίων προκαλώντας την αγανάκτηση του λαού (καθιστά δηλαδή τη διακυβέρνηση πεδίο των ικανών κι όχι των πλουσίων) και η φιλοσοφία που ακολουθεί στην άσκηση της εξουσίας βασίζεται στα συμφέροντα της πόλης ως σύνολο. Από την άποψη αυτή μοιάζει με την αριστοκρατία: «αυτά κυρίως επιχειρούν να συνδυάσουν και οι πολιτείες και οι περισσότερες αριστοκρατίες». Όμως, σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται μαζί της, αφού υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές: «Και σ’ αυτό πράγματι διαφέρουν οι αριστοκρατίες από τις αποκαλούμενες πολιτείες και γι’ αυτόν το λόγο οι πρώτες είναι λιγότερο ενώ οι δεύτερες περισσότερο σταθερές. Έτσι ονομάζονται αριστοκρατίες τα πολιτεύματα που κλίνουν προς την ολιγαρχία, και πολιτείες αυτά που κλίνουν προς το πλήθος, με συνέπεια τα τελευταία να είναι σταθερότερα από τα άλλα, με τη σκέψη ότι το περισσότερο είναι και ισχυρότερο και ευχαριστεί εκείνους που έχουν ισότητα μεταξύ τους, ενώ οι πλούσιοι, αν το πολίτευμα τους δώσει ανώτερες θέσεις, στρέφονται στην αδικία και στην πλεονεξία».

Το ότι και πάλι αναφερόμενος στην αριστοκρατία επικαλείται την πλεονεξία των πλουσίων (η αριστοκρατία δεν αφορά αποκλειστικά τους πλούσιους, αλλά τους άξιους ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης και καταγωγής) καταδεικνύει την πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι η αξία των ανθρώπων οφείλει να προσμετρείται και περιουσιακά. Οφείλει δηλαδή ο άξιος να κατέχει και τα περισσότερα. Όμως, αυτό απέχει πολύ από την αντίληψη της εξυπηρέτησης των συμφερόντων, ως ταξικός συνασπισμός. Αυτό που μένει είναι το πάντα επίφοβο του πλούτου, που πρέπει πάση θυσία να μην μονοπωλεί τα αξιώματα, καθώς οι πλούσιοι που κατέχουν τις υψηλές θέσεις «στρέφονται στην αδικία και την πλεονεξία». Το ζήτημα της δικαιοσύνης τίθεται ως θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής ή, αλλιώς, η απαξίωση της δικαιοσύνης είναι τα προεόρτια των ταραχών: «Πολύ συχνά καταλύονται οι πολιτείες και οι αριστοκρατίες, επειδή διαστρεβλώνεται το δίκαιο μέσα στο ίδιο το πολίτευμα».

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι η προϋπόθεση της πολιτειακής ομαλότητας κι εφόσον η πολιτεία και η αριστοκρατία είναι τα ορθά πολιτεύματα, που συνδυάζουν σωστά τα στοιχεία των στρεβλών πολιτευμάτων της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας, δε μένει παρά να διαπιστωθεί ότι η κατάλυση της πολιτείας και της αριστοκρατίας δεν είναι παρά η αλλοίωση που τις οδηγεί στη στρέβλωση και τις υποβιβάζει σε δημοκρατίες ή ολιγαρχίες: «Με άλλα λόγια η κατάλυση της πολιτείας αρχικά οφείλεται στον κακό συνδυασμό δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων, ενώ της αριστοκρατίας στον κακό συνδυασμό και αυτών των δύο στοιχείων και της αρετής, κυρίως όμως στον κακό συνδυασμό των δύο στοιχείων, και εννοώ βέβαια τη δημοκρατία και την ολιγαρχία». Το ότι η αρετή αναφέρεται πρωτίστως στην αριστοκρατία δε σημαίνει ότι δεν αφορά την πολιτεία. Αυτό που τονίζεται είναι ότι η αριστοκρατία εστιάζει στην ανάδειξη του άξιου, που καθορίζεται από την αρετή, ενώ η πολιτεία στην ανάδειξη της μεσαίας τάξης, ως εξισορροπητικό ιδανικό ανάμεσα στα άκρα του πλούτου και της φτώχειας. Αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «κακό συνδυασμό δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων» είναι η αποτυχία της επιβολής της πολιτείας και της αριστοκρατίας που βαθμιαία υποβιβάζονται στις στρεβλώσεις της δημοκρατίας και ολιγαρχίας: «Γενικά, προς όποιο μέρος από τα δύο κλίνει το πολίτευμα, προς αυτή την κατεύθυνση αλλάζει κιόλας, καθώς το κάθε μέρος από τα δύο προσπαθεί να αυξήσει τις δυνάμεις του, όπως για παράδειγμα η πολιτεία μεταβάλλεται σε δημοκρατία, η αριστοκρατία σε δημοκρατία (γιατί οι φτωχότεροι, με την ιδέα ότι αδικούνται, μεταστρέφουν το πολίτευμα στο αντίθετο), ενώ οι πολιτείες σε ολιγαρχία (διότι το μόνο σταθερό είναι η αξιοκρατική/αναλογική ισότητα και η ιδιοκτησία)».

Η ομολογία ότι τα πολιτεύματα της αριστοκρατίας και της πολιτείας, παρόλο που έχουν την τάση να μεταβάλλονται προς την κατεύθυνση που κλίνουν, τελικά μπορούν να μεταβληθούν και προς την αντίθετη πλευρά (η πολιτεία να γίνει ολιγαρχία και η αριστοκρατία δημοκρατία), καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ατράνταχτες σταθερές μέσα στα πολιτεύματα κι ότι εν τέλει κανένα πολίτευμα δεν έχει αμιγή χαρακτήρα, αλλά όλα αποτελούν προσμείξεις που τα στρέφουν προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Επί της ουσίας το εξονυχιστικό ξεκαθάρισμα που επιχειρεί ο Αριστοτέλης στον προσδιορισμό των πολιτευμάτων δεν αφορά την κατάδειξη της εφαρμογής τους στον ένα ή τον άλλο τόπο, αλλά το διαχωρισμό των επιμέρους χαρακτηριστικών (δημοκρατικών και ολιγαρχικών), που τις περισσότερες φορές συνυπάρχουν μέσα στη διακυβέρνηση ενός τόπου. Με άλλα λόγια ο τρόπος που καθορίζονται τα πολιτεύματα μέσα στις διάφορες πόλεις αφορά περισσότερο τη γενική χροιά που αφήνουν κι όχι το απόλυτο της καθαρότητάς τους, αφού σχεδόν πάντα άλλοι θεσμοί λειτουργούν δημοκρατικά κι άλλη ολιγαρχικά μέσα στο ίδιο πολίτευμα. Ο προσδιορισμός της πολιτείας και της αριστοκρατίας (με την αριστοτελική έννοια πάντα) είναι η κατάδειξη της μείξης που πλέον διεκδικεί χειροπιαστή πολιτειακή ταυτότητα. Αυτό που μένει για τη μελέτη οποιουδήποτε πολιτεύματος, ασχέτως με τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται, είναι η αποσαφήνιση του τρόπου της λειτουργίας όλων των θεσμών, ώστε να φανερωθούν τα ολιγαρχικά και τα δημοκρατικά του στοιχεία.

Προκειμένου να καταδειχθεί η ρευστότητα των πολιτειακών μεταβολών ο Αριστοτέλης καταφεύγει σ’ ένα πολύ διαφωτιστικό παράδειγμα: «Το προαναφερόμενο συνέβη στους Θουρίους. Επειδή, δηλαδή, οι άρχοντες εκλέγονταν με βάση το υψηλότερο εισόδημα, βαθμιαία αυτό μειώθηκε και πλήθυναν τα αξιώματα, αλλά και γιατί οι επιφανείς πολίτες ιδιοποιήθηκαν ολόκληρη τη χώρα παράνομα (διότι το πολίτευμα είχε αποκτήσει περισσότερο ολιγαρχικό χαρακτήρα και μπορούσαν επομένως να ικανοποιούν την απληστία τους). Από την άλλη πάλι ο λαός, αφού απέκτησε πείρα στις πολεμικές επιχειρήσεις, επιβλήθηκε στους φρουρούς, ώσπου αναγκάσθηκαν όσοι κατείχαν κτήματα περισσότερα από τα νόμιμα να παραιτηθούν από αυτά». Παρακολουθούμε την πορεία ενός πολιτεύματος που ξεκινά με ολιγαρχικά δεδομένα, αφού «οι άρχοντες εκλέγονταν με βάση το υψηλότερο εισόδημα» και ενώ δίνει την εντύπωση ότι προχωρά σ’ ένα δημοκρατικό άνοιγμα δίνοντας σε περισσότερους πρόσβαση στην εξουσία «βαθμιαία αυτό μειώθηκε και πλήθυναν τα αξιώματα», τελικά αποδεικνύεται ότι η μεγαλύτερη προσβασιμότητα στα αξιώματα προέκυψε ως εξισορροπητικός παράγοντας της σκληρής ολιγαρχίας που ιδιοποιήθηκε τον πλούτο της περιοχής και ήθελε να παγιωθεί και σε πολιτικό επίπεδο: «οι επιφανείς πολίτες ιδιοποιήθηκαν ολόκληρη τη χώρα παράνομα». Η αντίδραση του λαού, πέρα από δίκαιη, κρίνεται μάλλον αναπόφευκτη και τελικά βλέπουμε την πλουτοκρατία να παραιτείται από κάποιες παράλογες αξιώσεις δίνοντας χώρο σε μια δημοκρατική στροφή χωρίς όμως να μπορούμε να πούμε ότι το πολίτευμα έγινε δημοκρατικό.

Κι εδώ, πέρα από το προφανές της πολυπλοκότητας των πολιτειακών στοιχείων που συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται, γίνεται σαφές και πάλι το αδύνατο της προσέγγισης των πολιτευμάτων ως κάτι ανεξάρτητο από τη διαχείριση του πλούτου. Η ταξική πάλη είναι ο πιο βασικός παράγοντας διαμόρφωσης του πολιτεύματος και οι πολιτειακές μεταβολές δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθρέφτη των ταξικών δυνάμεων που καταφέρνουν να υπερισχύσουν σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, το σταθερότερο πολίτευμα είναι εκείνο που αναδεικνύει τη μεσαία τάξη. Γιατί η μεσαία τάξη είναι αυτή που εξισορροπεί τις συγκρούσεις των άκρων. Εξάλλου, το εύρος της μεσαίας τάξης αποδεικνύει και το μέγεθος της ισοκατανομής του πλούτου, αφού η συρρίκνωσή της δεν είναι παρά η αύξηση των περιουσιακών άκρων. Θα λέγαμε ότι η κοινωνία που αποτελείται σε απόλυτο βαθμό από μεσαίους έχει εκμηδενίσει τις ταξικές αποστάσεις, αφού δε θα υπάρχουν ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι. Κι αυτός θα έπρεπε να είναι και ο στόχος της μεσαίας τάξης.

Και βέβαια, η ίδια η χαλάρωση της επίβλεψης των πολιτευμάτων μπορεί να επιφέρει πολιτειακές μεταβολές μέσω ανεπαίσθητων θεσμικών αλλαγών, που αρχικά φαίνονται ασήμαντες και στη συνέχεια αποδεικνύονται καθοριστικές: «Πολύ συχνά μάλιστα οι αριστοκρατίες μεταβάλλονται χωρίς να γίνεται αντιληπτό, γιατί σιγά σιγά χαλαρώνουν, κάτι που αποδόθηκε προηγουμένως σε όλα γενικά τα πολιτεύματα, επειδή οι μεταβολές οφείλονται ακόμη και σε ασήμαντες αλλαγές. Με άλλα λόγια, όταν καταργούν κάποιο θεσμό του πολιτεύματος, μετά έρχεται η σειρά να μεταβάλουν ευκολότερα κάποιον άλλο, λίγο σημαντικότερο θεσμό, ώσπου αλλάζουν όλο το πολιτικό σύστημα».

Κι εδώ ακριβώς κρύβεται το εύθραυστο όλων των πολιτευμάτων, που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμα να μεταβληθούν ακόμη και με τις (φαινομενικά) πιο επουσιώδεις θεσμικές αλλαγές. Οι διαχειριστές τις εξουσίας οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σ’ αυτού του είδους τις παρεμβάσεις. Κι αν μιλάμε για δημοκρατίες, όπου ο κυρίαρχος είναι ο λαός, δεν υπάρχει τίποτε πιο αυτονόητο από την ακατάπαυστη λαϊκή επαγρύπνηση σχετικά με τις αποφάσεις αυτών που διαχειρίζονται την εξουσία στο όνομά του. Ο λαός που αδιαφορεί για τα πολιτικά τεκταινόμενα, που αντιλαμβάνεται την εξουσία μόνο ως πεδίο εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων και παραχωρεί τα αξιώματα με βάση ιδιωτικές υποσχέσεις είναι ιδιαίτερα επίφοβος να υποστεί τις συνέπειες μιας πολιτειακής μεταβολής (ενδεχομένως απροκάλυπτης, ενδεχομένως συγκαλυμμένης, σε κάθε περίπτωση φανερής), που κατά κανόνα θα ευνοεί τους εκάστοτε ισχυρούς Με δεδομένο ότι οι ολιγαρχίες παίζουν το παιχνίδι των πλουσίων, οι δημοκρατίες πρέπει να προασπίζουν τα συμφέροντα των φτωχών. Οι δημοκρατίες που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των πλουσίων παραχωρώντας τους απροκάλυπτα το δημόσιο πλούτο είναι προφανές ότι έχουν χάσει την ταυτότητά τους.

Γι’ αυτό και τα πολιτεύματα δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να δράσουν ανταγωνιστικά. Γιατί εκφράζουν την ταξική αντιπαράθεση που αναγκαστικά παίρνει πολιτικό περιεχόμενο. Η αριστοκρατία, ως ορθή εκδοχή της ολιγαρχίας, όσο κι αν λειτουργεί με βάση την αξία του καθενός κι όσο κι αν η αξία δεν μετριέται με τον πλούτο, τελικά προωθεί τους οικονομικά ισχυρούς στα αξιώματα, αφού, όταν όλα λειτουργούν αξιοκρατικά, οι πραγματικά άξιοι θα προκόψουν και οικονομικά – εκτός βέβαια αν δεν το επιδιώκουν. Στη Σπάρτη, όσο κι αν ο τρόπος ζωής δεν ευνοούσε την επίδειξη του πλούτου, τις μεγάλες περιουσίες τις κατείχαν λίγοι: «Ακόμη, καθώς όλα τα αριστοκρατικά πολιτεύματα είναι ολιγαρχικά, οι επιφανείς πολίτες συγκεντρώνουν μεγαλύτερη δύναμη, όπως στη Σπάρτη, όπου οι περιουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων». Αντίθετα στην Αθήνα, μολονότι η οικονομική επιφάνεια και ο τρόπος ζωής έφεραν πολλές περιπτώσεις οικονομικής επίδειξης (ο Αλκιβιάδης είναι πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα) και μολονότι υπήρχαν σοβαρές ταξικές αποκλείσεις, το δημοκρατικό πολίτευμα, με όλη του την παθογένεια, μεριμνούσε για τους φτωχότερους παρέχοντας επιχορηγήσεις προκειμένου να ενισχύσει τη συμμετοχή τους στα κοινά.

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τη διαφορετικότητα της οικονομίας ανάμεσα στις δύο πόλεις. (Το θαλάσσιο εμπόριο και οι συνθήκες της αθηναϊκής συμμαχίας – ηγεμονίας, έδιναν σαφές οικονομικό προβάδισμα στην Αθήνα). Εδώ γίνεται λόγος για τον τρόπο που το πολίτευμα δίνει οικονομικές ευκαιρίες και βοήθειες επιθυμώντας να εξασφαλίσει την πολιτική συμμετοχή των πολλών. Από αυτή την άποψη δε θα μπορούσαν να μη λειτουργήσουν ανταγωνιστικά, αφού η υπεροχή ενός πολιτεύματος που βρίσκεται μακριά ή κοντά αποτελεί λόγο για να συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα. Κι αυτά είναι τα πολιτικά αίτια της αθηνοσπαρτιατικής αντιπαράθεσης: «Όλα, λοιπόν, τα πολιτεύματα καταλύονται άλλοτε από ενδογενείς παράγοντες και άλλοτε από εξωγενείς, όταν δηλαδή υπάρχει αντίθετο πολίτευμα κοντά ή μακριά αλλά ισχυρό. Αυτό συνέβαινε τον καιρό της ακμής των Αθηναίων και των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να καταλύσουν τις ολιγαρχίες παντού, ενώ οι Σπαρτιάτες τις δημοκρατίες».

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.3.8–7.3.16

Η Πάνθεια μοιρολογεί τον νεκρό άνδρα της

Ο Κύρος αναρωτιέται πού βρίσκεται ο σύμμαχός του Αβραδάτας πληροφορείται τον θάνατό του στη μάχη και σπεύδει στο σημείο όπου τον θρηνεί η γυναίκα του, η Πάνθεια.

[7.3.8] Ἐπεὶ δὲ εἶδε τὴν γυναῖκα χαμαὶ καθημένην καὶ τὸν
νεκρὸν κείμενον, ἐδάκρυσέ τε ἐπὶ τῷ πάθει καὶ εἶπε· Φεῦ,
ὦ ἀγαθὴ καὶ πιστὴ ψυχή, οἴχῃ δὴ ἀπολιπὼν ἡμᾶς; καὶ ἅμα
ἐδεξιοῦτο αὐτὸν καὶ ἡ χεὶρ τοῦ νεκροῦ ἐπηκολούθησεν· ἀπε-
κέκοπτο γὰρ κοπίδι ὑπὸ τῶν Αἰγυπτίων. [7.3.9] ὁ δὲ ἰδὼν πολὺ
ἔτι μᾶλλον ἤλγησε· καὶ ἡ γυνὴ δὲ ἀνωδύρατο καὶ δεξαμένη
δὴ παρὰ τοῦ Κύρου ἐφίλησέ τε τὴν χεῖρα καὶ πάλιν ὡς οἷόν
τ’ ἦν προσήρμοσε, καὶ εἶπε· [7.3.10] Καὶ τἆλλά τοι, ὦ Κῦρε, οὕτως
ἔχει· ἀλλὰ τί δεῖ σε ὁρᾶν; καὶ ταῦτα, ἔφη, οἶδ’ ὅτι δι’ ἐμὲ οὐχ
ἥκιστα ἔπαθεν, ἴσως δὲ καὶ διὰ σέ, ὦ Κῦρε, οὐδὲν ἧττον. ἐγώ
τε γὰρ ἡ μώρα πολλὰ διεκελευόμην αὐτῷ οὕτω ποιεῖν, ὅπως
σοι φίλος ἄξιος γενήσοιτο· αὐτός τε οἶδ’ ὅτι οὗτος οὐ τοῦτο
ἐνενόει ὅ τι πείσοιτο, ἀλλὰ τί ἄν σοι ποιήσας χαρίσαιτο.
καὶ γὰρ οὖν, ἔφη, αὐτὸς μὲν ἀμέμπτως τετελεύτηκεν, ἐγὼ δ’
ἡ παρακελευομένη ζῶσα παρακάθημαι. [7.3.11] καὶ ὁ Κῦρος χρόνον
μέν τινα σιωπῇ κατεδάκρυσεν, ἔπειτα δὲ ἐφθέγξατο· Ἀλλ’
οὗτος μὲν δή, ὦ γύναι, ἔχει τὸ κάλλιστον τέλος· νικῶν γὰρ
τετελεύτηκε· σὺ δὲ λαβοῦσα τοῖσδε ἐπικόσμει αὐτὸν τοῖς
παρ’ ἐμοῦ· παρῆν δὲ ὁ Γωβρύας καὶ ὁ Γαδάτας πολὺν καὶ
καλὸν κόσμον φέροντες· ἔπειτα δ’, ἔφη, ἴσθι ὅτι οὐδὲ τὰ
ἄλλα ἄτιμος ἔσται, ἀλλὰ καὶ τὸ μνῆμα πολλοὶ χώσουσιν
ἀξίως ἡμῶν καὶ ἐπισφαγήσεται αὐτῷ ὅσα εἰκὸς ἀνδρὶ ἀγαθῷ.
[7.3.12] καὶ σὺ δ’, ἔφη, οὐκ ἔρημος ἔσῃ, ἀλλ’ ἐγώ σε καὶ σωφρο-
σύνης ἕνεκα καὶ πάσης ἀρετῆς καὶ τἆλλα τιμήσω καὶ συ-
στήσω ὅστις ἀποκομιεῖ σε ὅποι ἂν αὐτὴ ἐθέλῃς· μόνον, ἔφη,
δήλωσον πρὸς ἐμὲ πρὸς ὅντινα χρῄζεις κομισθῆναι. [7.3.13] καὶ ἡ
Πάνθεια εἶπεν· Ἀλλὰ θάρρει, ἔφη, ὦ Κῦρε, οὐ μή σε κρύψω
πρὸς ὅντινα βούλομαι ἀφικέσθαι. [7.3.14] ὁ μὲν δὴ ταῦτ’ εἰπὼν
ἀπῄει, κατοικτίρων τήν τε γυναῖκα οἵου ἀνδρὸς στέροιτο καὶ
τὸν ἄνδρα οἵαν γυναῖκα καταλιπὼν οὐκέτ’ ὄψοιτο. ἡ δὲ
γυνὴ τοὺς μὲν εὐνούχους ἐκέλευσεν ἀποστῆναι, ἕως ἄν, ἔφη,
τόνδ’ ἐγὼ ὀδύρωμαι ὡς βούλομαι· τῇ δὲ τροφῷ εἶπε παρα-
μένειν, καὶ ἐπέταξεν αὐτῇ, ἐπειδὰν ἀποθάνῃ, περικαλύψαι
αὐτήν τε καὶ τὸν ἄνδρα ἑνὶ ἱματίῳ. ἡ δὲ τροφὸς πολλὰ
ἱκετεύουσα μὴ ποιεῖν τοῦτο, ἐπεὶ οὐδὲν ἥνυτε καὶ χαλεπαί-
νουσαν ἑώρα, ἐκάθητο κλαίουσα. ἡ δὲ ἀκινάκην πάλαι
παρεσκευασμένον σπασαμένη σφάττει ἑαυτὴν καὶ ἐπιθεῖσα
ἐπὶ τὰ στέρνα τοῦ ἀνδρὸς τὴν ἑαυτῆς κεφαλὴν ἀπέθνῃσκεν.
ἡ δὲ τροφὸς ἀνωλοφύρατό τε καὶ περιεκάλυπτεν ἄμφω ὥσπερ
ἡ Πάνθεια ἐπέστειλεν. [7.3.15] ὁ δὲ Κῦρος ὡς ᾔσθετο τὸ ἔργον
τῆς γυναικός, ἐκπλαγεὶς ἵεται, εἴ τι δύναιτο βοηθῆσαι. οἱ
δὲ εὐνοῦχοι ἰδόντες τὸ γεγενημένον, τρεῖς ὄντες σπασάμενοι
κἀκεῖνοι τοὺς ἀκινάκας ἀποσφάττονται οὗπερ ἔταξεν αὐτοὺς
ἑστηκότες. [καὶ νῦν τὸ μνῆμα μέχρι τοῦ νῦν τῶν εὐνούχων
κεχῶσθαι λέγεται· καὶ ἐπὶ μὲν τῇ ἄνω στήλῃ τοῦ ἀνδρὸς
καὶ τῆς γυναικὸς ἐπιγεγράφθαι φασὶ τὰ ὀνόματα, Σύρια
γράμματα, κάτω δὲ εἶναι τρεῖς λέγουσι στήλας καὶ ἐπιγε-
γράφθαι ΣΚΗΠΤΟΥΧΩΝ.] [7.3.16] ὁ δὲ Κῦρος ὡς ἐπλησίασε τῷ
πάθει ἀγασθείς τε τὴν γυναῖκα καὶ κατολοφυράμενος ἀπῄει·
καὶ τούτων μὲν ᾗ εἰκὸς ἐπεμελήθη ὡς τύχοιεν πάντων τῶν
καλῶν, καὶ τὸ μνῆμα ὑπερμέγεθες ἐχώσθη, ὥς φασιν.

***
Μόλις ο Κύρος είδε τη γυναίκα να κάθεται χάμω και το νεκρό ξαπλωμένο καταγής, δάκρυσε για τη συμφορά και είπε: Αλλοίμονο, μας άφησες λοιπόν κι έφυγες, γενναία και πιστή ψυχή; Σήκωσε ταυτόχρονα τη δεξιά του νεκρού, και το χέρι ακολούθησε το δικό του, γιατί είχε κοπεί από τους Αιγυπτίους με κοπίδα. Μόλις το είδε, λυπήθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ η γυναίκα έβγαλε γοερές κραυγές, πήρε από τον Κύρο το χέρι, το φίλησε και προσπάθησε όπως μπορούσε να το βάλει πάλι στη θέση του. Και τ' άλλα μέλη, Κύρε, του είπε, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, και δεν είναι απαραίτητο να τα δεις. Ξέρω, συνέχισε, πως έπαθε αυτά, Κύρε, περισσότερο για χάρη μου, ίσως μάλιστα όχι λιγότερο και για χάρη σου. Γιατί εγώ η ανόητη τον παρακινούσα πολύ να πολεμήσει έτσι, για να αναδειχτεί αντάξιος φίλος σου· κι ο ίδιος εξάλλου, είμαι σίγουρη πως δε σκεφτόταν τι μπορούσε να πάθει, αλλά με τι τρόπο θα μπορούσε να σ' ευχαριστήσει. Τώρα λοιπόν, πρόσθεσε, αυτός πέθανε με μεγάλη αξιοπρέπεια, ενώ εγώ που τον παρακινούσα κάθομαι κοντά του ζωντανή. Ο Κύρος έκλαψε για λίγο σιωπηλά και μετά της είπε: Αυτός, γυναίκα, πέθανε με τον ωραιότερο θάνατο, γιατί πέθανε νικητής· συ όμως, πάρε αυτά που σου προσφέρω και στόλισέ τον· είχαν έρθει στο μεταξύ ο Γωβρύας και ο Γαδάτας, φέρνοντας πολλά ωραία κοσμήματα· να ξέρεις εξάλλου, συνέχισε, πως δε θα στερηθεί και τις άλλες τιμές, αλλά και μνήμα αντάξιο θα του στήσουμε και πολλά ζώα θα σφαγούν προς τιμή του, όσα αρμόζουν σε άντρα γενναίο. Όσο για σένα, δε θα μείνεις μόνη, αλλ' εγώ θα σε τιμήσω και για τή σωφροσύνη σου, και για την κάθε είδους αρετή σου, και θα αναθέσω σε κάποιον να σε οδηγήσει όπου θελήσεις· πες μου μονάχα σε ποιον θα ήθελες να πας. Μη φοβάσαι Κύρε, του είπε η Πάνθεια, αυτό δε θα σου τ' αποκρύψω. Αυτά είπε ο Κύρος κι έφυγε με υπερβολικό οίκτο για τη γυναίκα που στερήθηκε τέτοιον άντρα και για τον άντρα που άφησε τέτοια γυναίκα και δε θα την ξανάβλεπε ποτέ πια. Η γυναίκα, εξάλλου, διέταξε τους ευνούχους να απομακρυνθούν, «ως ότου τον κλάψω όπως θέλω», τους είπε· στην τροφό είπε να παραμείνει και τη διέταξε, όταν πεθάνει, να σκεπάσει με το ίδιο ύφασμα αυτήν και τον άντρα της. Η τροφός πολύ την παρακάλεσε να μην το κάνει αυτό, επειδή όμως δεν το κατάφερε και την έβλεπε μάλιστα να οργίζεται, κάθησε και τόριξε στο κλάμα. Η Πάνθεια τότε έσυρε μαχαίρι που το είχε ετοιμάσει από πρώτα, σφάχτηκε και ξεψύχησε με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στήθος του άντρα της. Η τροφός έκλαψε γοερά και σκέπασε τα σώματά τους, όπως τη διέταξε η Πάνθεια. Μόλις ο Κύρος πληροφορήθηκε την πράξη της γυναίκας, έτρεξε κατάπληκτος μήπως μπορούσε σε κάτι να βοηθήσει. Οι ευνούχοι εξάλλου, μόλις αντίκρυσαν αυτό που έγινε, έσυραν και οι τρεις τα μαχαίρια τους και σφάχτηκαν στο μέρος που η Πάνθεια τους διέταξε να σταθούν. Λέγεται μάλιστα πως υπάρχει μέχρι σήμερα το μνήμα που στήθηκε προς τιμή των ευνούχων· στην πάνω στήλη έχουν χαραχτεί με συριακά γράμματα τα ονόματα του άντρα και της γυναίκας, ενώ κάτω υπάρχουν τρεις στήλες με την επιγραφή ΣΚΗΠΤΟΥΧΩΝ. Ο Κύρος πλησίασε στον τόπο της συμφοράς, θαύμασε τη γυναίκα, έκλαψε πολύ και έφυγε· όπως ήταν φυσικό, φρόντισε να τους αποδοθούν όλες οι τιμές και, καθώς λένε, τους έστησε μεγαλοπρεπέστατο μνημείο.