Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. Αναδιπλασιασμός


§ 22. Η καθαρά συντακτική επανάληψη της ίδιας λέξης για δήλωση διάρκειας, συσσώρευσης, έντασης, αν αναπτυχτεί στενά συνδεμένη με μια ενιαία παράσταση, μπορεί να γίνει συνθετικό: καθαρά συντακτική επανάληψη π.χ. Ἆρες Ἄρες (Όμ.), κύριε κύριε, ἔπεσεν ἔπεσεν (Καιν. Διαθ.), αλλά και σύνθετο π.χ. προπροκυλινδόμενος (Όμ.) 'στριφογυρίζοντας διαρκώς', πάμπαν (Όμ.) 'παντελώς'. 

Τέτοιοι, όμως, διπλασιασμοί είναι μόνο περιστασιακοί στα αρχαία ελληνικά· τυπική είναι μια ημιτελής επανάληψη, που μπορεί να είχε παρόμοια αρχή, όπως το πάμπαν κτλ., σε μια από καιρό χαμένη γλωσσική περίοδο, αλλά χρησιμοποιήθηκε κιόλας κατά την ινδοευρωπαϊκή περίοδο για να εκφράσει ενίσχυση της έννοιας: μορ-μύρειν 'μουρμουρίζω' (Όμ.), δαί-δαλον 'καλλιτέχνημα' (Όμ.), ὀλ-ολυγή 'ολολυγμός' (Όμ.), τέ-τανος (κλασ.), τι-θήνη 'τροφός' (Όμ.). Αυτοί οι σχηματισμοί, πάντως, στα ελληνικά δεν έχουν πια τη δύναμη να εξαπλωθούν· μόνον η πιο περιορισμένη μορφή αναδιπλασιασμού διατήρησε την παλιά μορφοποιητική της δύναμη, αλλά όχι σε λέξεις παρά σε συζυγίες ρημάτων: ενεστωτικός αναδιπλασιασμός δι-δό-ναι, αναδιπλασιασμός παρακειμένου γε-γον-έναι.

Οι ανθρώπινες ψυχές είναι κάτι περισσότερο από «αλληλεπιδράσεις» νευρώνων στον εγκέφαλό μας

Σύμφωνα με δύο κορυφαίους επιστήμονες, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι στην πραγματικότητα ένας «βιολογικός υπολογιστής» και η συνείδηση ​​των ανθρώπων είναι ένα πρόγραμμα που διευθύνεται από τον κβαντικό υπολογιστή που βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλο και συνεχίζει να υπάρχει και μετά το θάνατό του.

Όπως το εξηγούν οι ειδικοί. «Αφού οι άνθρωποι πεθάνουν, η ψυχή τους επιστρέφει στο σύμπαν και δεν πεθαίνει».

Η συζήτηση για την ύπαρξη της ψυχής και αν είναι αθάνατη ή πεθαίνει με το άτομο είναι μια ατελείωτη ιστορία που για αιώνες κατέλαβε την εποχή των μεγάλων στοχαστών της παγκόσμιας ιστορίας. Η μυστηριώδης φύση της συνεχίζει να συναρπάζει διαφορετικούς τομείς της επιστήμης, αλλά τώρα μια ομάδα ερευνητών ανακάλυψε μια νέα αλήθεια γι' αυτό: η “ψυχή” δεν πεθαίνει. Επιστρέφει στο σύμπαν .

Από το 1996, ο δρ Stuart Hameroff, Αμερικανός φυσικός και ομότιμος στο Τμήμα Αναισθησιολογίας και Ψυχολογίας, και ο Sir Roger Penrose, μαθηματικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εργάστηκαν σε μια Κβαντική Θεωρία της Συνείδησης στην οποία δηλώνουν ότι διατηρείται η ψυχή σε μικρο-σωληνάρια των κυττάρων του εγκεφάλου.

Η προκλητική θεωρία τους δηλώνει ότι η ανθρώπινη ψυχή πρέπει να περιέχεται από τα κύτταρα του εγκεφάλου σε δομές μέσα τους που ονομάζονται μικρο-σωληνάρια.

Οι δύο ερευνητές πιστεύουν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι στην πραγματικότητα ένας βιολογικός υπολογιστής και η συνείδηση ​​των ανθρώπων είναι ένα πρόγραμμα που διευθύνεται από τον κβαντικό υπολογιστή που βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλο και εξακολουθεί να υπάρχει μετά το θάνατό του.

Επιπλέον, και οι δύο επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αυτό που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως «συνείδηση» είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα των κβαντικών βαρυτικών επιδράσεων που βρίσκονται μέσα στα λεγόμενα μικρο-σωληνάρια.

Αυτή η διαδικασία ονομάζεται από τους δύο επιστήμονες “Orchestrated Target Reduction – (Orch-OR)”.

Η θεωρία δείχνει ότι όταν οι άνθρωποι εισέρχονται σε μια φάση γνωστή ως «κλινικός θάνατος», οι μικροσωληνίσκοι που βρίσκονται στον εγκέφαλο χάνουν την κβαντική τους κατάσταση, αλλά διατηρούν τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτές. Με άλλα λόγια – όπως εξηγούν οι ειδικοί μετά το θάνατο των ανθρώπων, η ψυχή τους επιστρέφει στο σύμπαν και δεν πεθαίνει».

Μιλώντας στο ντοκιμαντέρ Science Channel’s Through the Wormhole, ο Δρ Hameroff είπε:

“Ας πούμε ότι η καρδιά σταματά να κτυπά, το αίμα σταματά να ρέει. Τα μικροσωληνάρια χάνουν την κβαντική τους κατάσταση. Η κβαντική πληροφορία εντός των μικροσωληναρίων δεν καταστρέφεται, δεν μπορεί να καταστραφεί και απλώς διανέμει και διαχέεται στο σύμπαν γενικότερα. Εάν ο ασθενής αναζωογονηθεί, αυτή η κβαντική πληροφορία μπορεί να επανέλθει στους μικροσωληνίσκους και ο ασθενής λέει «είχα μια εμπειρία κοντά στο θάνατο». Εάν δεν ξαναζωντανέψουν και ο ασθενής πεθάνει, είναι πιθανό ότι αυτές οι κβαντικές πληροφορίες μπορούν να υπάρχουν έξω από το σώμα, ίσως επ ‘αόριστον, ως ψυχή “.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι ανθρώπινες ψυχές είναι κάτι περισσότερο από «αλληλεπιδράσεις» νευρώνων στον εγκέφαλό μας και θα μπορούσαν να ήταν παρούσες από την αρχή του χρόνου.

Τίποτα δε συγκρίνεται με την πλήρη βίωση του εδώ και τώρα

Να ανακαλύψω το νόημα της ζωής; Ποιον κοροϊδεύω; Ποιος νομίζω ότι είμαι;

Πάντως αφού διαβάσει κανείς τι έχει να πει ο Ντέρεκ Πάρφιτ για τις διαβαθμίσεις της προσωπικής ταυτότητας, το “Ποιος νομίζω ότι είμαι;” γίνεται ένα αρκετά μυστήριο ερώτημα. Θα μπορούσε το νόημα της ζωής μου να διαφέρει ανάλογα με τον εαυτό που τυχαίνει να έχω την εκάστοτε στιγμή;
Αυτό ακριβώς το ερώτημα συνοψίζει το πρόβλημά μου.

Με συναρπάζουν τα ερωτήματα και οι απαντήσεις που διατυπώνουν οι φιλόσοφοι. Με μαγεύουν. Όμως, συγχρόνως αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό οποιονδήποτε φιλόσοφο θεωρεί ότι γνωρίζει οποιαδήποτε απόλυτη αλήθεια.

Γι’ αυτό με συγκινεί η ρήση του Μπέρτραντ Ράσελ που κατέγραψα στο σημειωματάριό μου. Αντλώ πάντοτε μεγάλη ευχαρίστηση από την ερασιτεχνική μου ενασχόληση με φιλοσοφικά ερωτήματα, αυτά που, όπως πρώτος παραδεχόταν ο Ράσσελ, δεν επιδέχονται κατηγορηματικές απαντήσεις. (Μάλιστα, ο Ράσσελ λέει ότι ακριβώς αυτό τα καθιστά φιλοσοφικά ερωτήματα και όχι επιστημονικά προβλήματα).

Υποθέτω πως αυτό το χαρακτηριστικό με καθιστά εγκεφαλικό ηδονιστή, αν και κάποιοι θα με αποκαλούσαν διανοητικό μαζοχιστή.

Ασφαλώς δεν πιστεύω καθόλου ότι η δική μου μορφή ηδονισμού είναι καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη – τουλάχιστον όσον αφορά τους ηδονισμούς που δε βλάπτουν άλλους ανθρώπους.

Κάτι που μου έκανε εντύπωση καθώς μελετούσα εκ νέου τη συλλογή μου από αφορισμούς και φιλοσοφικά αποσπάσματα είναι το πόσο συχνά προκύπτει από αυτά ότι η πλήρης βίωση του παρόντος αποτελεί την ύψιστη ανθρώπινη αξία καθώς και η ποικιλία των τρόπων με τους οποίους οι διάφοροι φιλόσοφοι συνάγουν αυτό το συμπέρασμα. Ο Επίκουρος το καθιστά κεντρικό άξονα της φιλοσοφίας του, συμβουλεύοντάς μας να πάψουμε να θέλουμε διαρκώς κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουμε ακριβώς τώρα. Ο Μάρκος Αυρήλιος δίνει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη συγκεκριμένη ιδέα, νουθετώντας μας να πράττουμε σαν κάθε πράξη μας να ήταν η τελευταία της ζωής μας.

Χιλιετίες αργότερα ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορό την εκφράζει με απλότητα και πάθος, μέσα από την προτροπή του “να ορμάς σε κάθε κύμα”. Και η ίδια ιδέα εκτοξεύεται στη σφαίρα του υπερβατικού όταν ο Βιττγκενσταιν δηλώνει: “Η αιώνια ζωή ανήκει σε όσους ζουν στο παρόν”, προκαλώντας μας ίλιγγο.
Τίποτα δε συγκρίνεται με την πλήρη βίωση του εδώ και τώρα μέσω μιας δραστηριότητας που προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση. Πετυχαίνουμε έτσι μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: Αφενός την ευχαρίστηση της δραστηριότητας αυτής καθαυτής, αφετέρου την άκρα ευχαρίστηση της τέλειας προσήλωσης στο εδώ και τώρα, δηλαδή πολλαπλάσια ευχαρίστηση. Κάποιοι το επιτυγχάνουν παίζοντας έναν καλό αγώνα τένις· άλλοι φτιάχνοντας ένα μουσακά· οι περισσότεροι κάνοντας σεξ· και ορισμένοι τη βρίσκουν κάνοντας τρελίτσες με φιλοσοφικά ερωτήματα.

Ο ηδονισμός, οποιασδήποτε απόχρωσης, είναι μια επιλογή που διαθέτουμε. Όμως, συνήθως αυτή η επιλογή συνεπάγεται την αμφισβήτηση των κανόνων και των εθίμων του πολιτισμού, της κουλτούρας, της θρησκείας και της οικογένειάς μας.

Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε τον άγριο και ακόλαστο ηδονισμό ενός Αρίστιππου για να έρθουμε αντιμέτωποι με “κληροδοτημένες αλήθειες” που στέκονται ανάμεσα σε εμάς και στη μεγάλη ευχαρίστησή μας. Αν, ολοκληρώνοντας τη δαπανηρή πανεπιστημιακή μας εκπαίδευση, απλώς αποφασίσουμε ότι θα βιώναμε τη μέγιστη ευχαρίστηση αν πιάναμε δουλειά σε βιολογικό αγρόκτημα, η πρακτική εφαρμογή της απόφασής μας θα συνιστά τρομερή πρόκληση. Ο Νίτσε θεωρεί πως η υπερπήδηση κάθε εμποδίου στο πλαίσιο της αντιμετώπισης μιας τέτοιας πρόκλησης είναι αναγκαία συνθήκη προκειμένου να γίνουμε στο έπακρο ανθρώπινοι.

Είμαι περισσότερο πεπεισμένος από ποτέ ότι κάθε άτομο έχει τη να επιλέξει συνειδητά τον δικό του λόγο για να ζει και το αν θα γίνει πιστός αγγλικανός, μαχητής της ελευθερίας ή πάρτι άνιμαλ – ή ακόμη και τα τρία μαζί. Πιστεύω επίσης ότι το να επιλέγουμε σκόπιμα αυτό το νόημα κι έπειτα να του δίνουμε σάρκα και οστά κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια – πιο “αυθεντική”, όπως θα έλεγε ο Σαρτρ – απ’ ό,τι αν απλώς αφήναμε τη ζωή μας να συμβεί. Υποθέτω πως αυτό με κάνει γνήσιο υπαρξιστή.

Πάντως, θεωρώ πως δεν είναι και μικρή αστοχία εκ μέρους μου να δώσω έστω και αυτή τη μικρή συμβουλή γύρω από το πως να ζει κανείς. Ο Μπινξ Μπόλλινγκ, στο αγαπημένο μου χωρίο από τον Κινηματογραφόφιλο του Ουόκερ Πέρσυ, κλείνει το θέμα των ανθρώπων που εισηγούνται στάσεις ζωής:

Ακούω κάθε βράδυ στις δέκα μια εκπομπή που λέγεται Αυτό το πιστεύω. Στο πλαίσιο της εκπομπής, εκατοντάδες από τους πιο υψηλόφρονες ανθρώπους της χώρας μας, συνετοί και ευφυείς άνθρωποι, άνθρωποι με ώριμα ερευνητικά μυαλά, εκθέτουν την προσωπική στάση ζωής τους. Οι διακόσιοι με τριακόσιοι που έχω ακούσει μέχρι τώρα είναι όλοι τους ανεξαιρέτως αξιοθαύμαστοι άνθρωποι.

Αν έπρεπε να κατονομάσω ένα κοινό χαρακτηριστικό σε όλους τους, θα έλεγα την καλοσύνη τους. Η ζωή του καθενός από αυτούς συνιστά έναν θρίαμβο της καλοσύνης. Τρέφουν τα πιο θερμά και ευγενή συναισθήματα συμπάθειας για όλους τους ανθρώπους. Όσο για τη στάση των άλλων απέναντί τους, θα ήταν αδύνατο να μην τους συμπαθήσει ακόμη και ένας στριμμένος άνθρωπος.

Απόψε παρουσιάζεται ένας θεατρικός συγγραφέας ο οποίος με τα έργα του μεταδίδει ακριβώς αυτή τη στάση καλοσύνης. Ξεκινάει λέγοντας:

“Πιστεύω στους ανθρώπους. Πιστεύω στην ανεκτικότητα και στην κατανόηση ανάμεσα στους ανθρώπους. Πιστεύω στη μοναδικότητα και στην αξιοπρέπεια του ατόμου”.

Οι πάντες στο Αυτό το πιστεύω πιστεύουν στη μοναδικότητα και στην αξιοπρέπεια του ατόμου. Ωστόσο, έχω προσέξει ότι οι εν λόγω πιστοί δε διακρίνονται για την μοναδικότητά τους, μάλιστα μοιάζουν να έχουν βγει όλοι από το ίδιο καλούπι.

Τα λάθη στην επικοινωνία των ερωτικών συντρόφων

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η υγιής επικοινωνία θεωρείται θεμέλιος λίθος μίας καλής συντροφικής σχέσης.

Καλή επικοινωνία σημαίνει ότι μπορούμε να εκφράσουμε στον σύντροφό μας αυτό που θέλουμε και αντίστοιχα καταλαβαίνουμε αυτό που ο σύντροφός μας θέλει να μας πει. Η επικοινωνία δυσχεραίνεται συχνά από πλήθος παραγόντων που έχουν να κάνουν με την ιδιοσυγκρασία του κάθε συντρόφου, με τις επιρροές που έχει δεχθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και με περιορισμούς που πιθανόν να υφίστανται στο παρόν από συγκυριακούς λόγους.

Η καταστροφική κριτική

Η κριτική, ως μέσο κοινοποίησης της δυσαρέσκειάς μας ή προτροπή για αλλαγή του άλλου, σπάνια πετυχαίνει το στόχο της.

Η διαρκής έκθεση ενός ατόμου στα επικριτικά σχόλια του συντρόφου του, καλλιεργεί σταδιακά αρνητικά συναισθήματα και οδηγεί σε αποξένωση. Άλλες φορές πάλι, το άτομο που υφίσταται συνεχώς κριτική, αρχίζει και αμφιβάλλει για τον εαυτό του και τις ικανότητές του και χάνει σταδιακά την αυτοπεποίθησή του.

Αλλά και ο ίδιος ο «κριτής» αρχίζει να βλέπει τον σύντροφό του μειονεκτικά καθώς έχει δώσει υπερβολική σημασία σε όψεις της συμπεριφοράς του που θεωρεί αρνητικές. Συχνά είναι πιο εποικοδομητικό να αναγνωρίζουμε στον άλλον τα θετικά στοιχεία που έχει από το να αναμασούμε επίμονα κάποια αρνητικά.

Χρειάζεται επίσης να αποφασίσουμε αν μια κριτική είναι χρήσιμη, πριν την κοινοποιήσουμε. Πολλές φορές κριτικάρουμε ασήμαντα πράγματα στον άλλον αλλά το φθοροποιό στοιχείο στη σχέση παραμένει. Επίσης αντί να επικρίνουμε μια συμπεριφορά στον άλλον που δεν μας αρέσει είναι προτιμότερο να μιλήσουμε για το πώς εμείς νιώθουμε για αυτήν ή ακόμα καλύτερα να τοποθετηθούμε μέσα από μια θετική οπτική. Έτσι αντί να πούμε «Είσαι ακατάστατος, ποτέ δεν βάζεις τα ρούχα τους στη θέση τους» θα μπορούσαμε να πούμε «Με βοηθάς πολύ όταν τακτοποιείς τα ρούχα σου, γιατί έχω πολύ λιγότερα πράγματα να συμμαζέψω»

Η απαίτηση

Το να απαιτούμε από τον άλλον ακόμα και τα αυτονόητα συχνά τον φέρνει σε μία θέση άρνησης. Αρνείται να ικανοποιήσει την ανάγκη μας, όχι πάντα γιατί διαφωνεί με αυτήν, αλλά γιατί διαφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο την διεκδικούμε.

Η απαίτηση, ως μέσο επικοινωνίας, κοινοποιεί κάτι αναφορικά με την κατανομή εξουσίας στη σχέση. Αυτός που απαιτεί, αξιώνει για τον εαυτό του ένα ποσοστό εξουσίας. Αν του ικανοποιηθεί η απαίτηση από τον σύντροφό του, η εξουσία αυτή είναι σαν να επικυρώνεται έμμεσα. Χάνεται όμως η ισορροπία μέσα στην σχέση με αυτόν τον τρόπο και συχνά δημιουργούνται διενέξεις και προστριβές.

Το διάβασμα της σκέψης του άλλου

Πολλές φορές κάνουμε το λάθος να υποθέτουμε τι σκέφτεται ή τι πιστεύει ο άλλος για μία κατάσταση. Η υπόθεσή μας, η οποία στην ουσία είναι η προσωπική μας ερμηνεία για μία κατάσταση, μπορεί να έχει άκρως αρνητικό περιεχόμενο, πυροδοτώντας αντίστοιχα επικίνδυνα για μια υγιή επικοινωνία συναισθήματα.

Η σύντροφος που πλένει τα πιάτα ενώ ο σύζυγός της κάθεται στον καναπέ, διαβάζοντας την αγαπημένη του εφημερίδα, μπορεί να σκέφτεται «Μόνο για την βόλεψή του ενδιαφέρεται, ούτε του περνά από το μυαλό να με βοηθήσει».

Αυτή η πεποίθηση συνήθως εδραιώνεται στην σύζυγο όταν, είτε δεν μπαίνει στη διαδικασία να την επαληθεύσει ζητώντας τη βοήθεια που χρειάζεται, είτε την ζητάει με αρνητικό τρόπο, οπότε και δεν την παίρνει. Πολλές φορές χρεώνουμε στον άλλο αρνητικά χαρακτηριστικά απλώς και μόνο εμείς δεν έχουμε μάθει να διεκδικούμε με υγιή τρόπο τα θέλω μας.

Ο θυμός

Ο θυμός, η αγανάκτηση και ο εκνευρισμός μπορεί να εξοκείλουν μία κατά τα άλλα καλή προσπάθεια επικοινωνίας με τον άλλον. Όταν αφήνουμε τέτοια συναισθήματα να κατευθύνουν τα λόγια μας, συνήθως το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Ο θυμός μπορεί να φουντώσει από τον δικό μας εσωτερικό διάλογο, αναφορικά με μία κατάσταση, από ερμηνείες που εμείς αναπαράγουμε και πιστεύουμε αλλά και από ακραίες ερμηνείες σχετικά μέτριων καταστάσεων όπως για παράδειγμα «Προτιμάει να βγει με τους φίλους του σήμερα, δεν μ’ αγαπάει καθόλου!»

Αν είστε θυμωμένος με τον σύντροφο σας, δώστε χρόνο στον εαυτό σας να ηρεμήσετε πριν μιλήσετε. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί για ώρες ή και για την επόμενη μέρα. Προσπαθήστε να μιλήσετε για τον εαυτό σας, για τα δικά σας συναισθήματα και τις δικές σας σκέψεις αντί να παρασυρθείτε σε ένα κατηγορητήριο εναντίον του άλλου.

Υποχωρώ αντί να διεκδικήσω

Αρκετοί άνθρωποι θεωρούν ότι το να ικανοποιούν τις ανάγκες του συντρόφου τους αδιαμαρτύρητα μπορεί να τους εξασφαλίσει μια καλή σχέση. Η διαρκής υποχώρηση όμως συχνά έχει τη βάση της στη δυσκολία που έχουν τα άτομα αυτά να εκφράσουν τις ανάγκες τους ή να διεκδικήσουν τα θέλω τους. Μπορεί να έμαθαν να λειτουργούν έτσι από παιδιά ακόμα και να αναπαράγουν αυτό το μοτίβο στην ενήλικη ζωή. Το σίγουρο είναι ότι σταδιακά αδυνατούν να ταυτοποιήσουν τις ανάγκες και τα θέλω τους και τελικά ζουν τη ζωή του συντρόφου τους. Αν και φαίνεται βολική κατάσταση, καθώς το ένα μέλος είναι πάντα πρόθυμο να υποχωρήσει, τελικά μπορεί να οδηγήσει τη σχέση σε μαρασμό. Όταν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας, για αυτά που θέλουμε, σκεφτόμαστε, προσδοκούμε, στην ουσία δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε μια διαπροσωπική επικοινωνία. Και όπως αναφέρθηκε στην αρχή η καλή επικοινωνία είναι η βάση μιας υγιούς σχέσης.

Η υγιής επικοινωνία απαιτεί να ακούμε αυτά που ο σύντροφός μας έχει να μας πει. Αυτό σημαίνει ότι ίσως χρειαστεί να σωπάσουμε για λίγο τη δική μας εσωτερική φωνή προκειμένου να ακούσουμε τον άλλον και να προσπαθήσουμε με διευκρινιστικές ερωτήσεις και διάλογο να τον καταλάβουμε. Το να τον καταλάβουμε δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα συμφωνήσουμε αλλά χρειάζεται να κατανοήσουμε τη δική του οπτική στα πράγματα. Ο σεβασμός των ορίων του άλλου είναι επίσης ζωτικής σημασίας καθώς δίνει στον σύντροφό μας το μήνυμα ότι τον έχουμε ακούσει και κατανοήσει. Έτσι δεν επιμένουμε σε έναν διάλογο όταν ο άλλος είναι πολύ αναστατωμένος για να τον υποστηρίξει.

Ο Αριστοτέλης και η αναζήτηση της αρετής

Από τη στιγμή που έχει καταδειχτεί ότι η αρετή δεν είναι από τη φύση, αλλά μπορεί να αποκτηθεί με τον εθισμό, αυτό που μένει είναι η πρακτική διαδικασία, η ανεύρεση, δηλαδή, των καθημερινών επιλογών – συνηθειών, που θα διαπλάσουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα με τρόπο ενάρετο: «Επειδή λοιπόν η παρούσα φιλοσοφική μας ενασχόληση δεν έχει ως στόχο της, όπως οι άλλες, τη θεωρητική γνώση (η έρευνά μας δηλαδή δε γίνεται για να μάθουμε τι είναι η αρετή, αλλά για να γίνουμε ενάρετοι – αλλιώς δε θα είχε κανένα νόημα), είναι ανάγκη να εξετάσουμε το θέμα “πράξεις”, με το νόημα “πώς πρέπει να τις πράττουμε” – αυτό, φυσικά, επειδή από αυτές εξαρτάται και το τι θα είναι τελικά οι έξεις μας, όπως το έχουμε ήδη πει». (1103b 2, 30-34).

Ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει την πάγια θέση ότι η φιλοσοφία που αποκόβεται από την ανθρώπινη πραγματικότητα στο όνομα καθαρά θεωρητικών αναζητήσεων δεν είναι φιλοσοφία. Έχοντας ως μοναδική αποστολή την υπηρεσία του ανθρώπου (διαφορετικά δεν έχει νόημα), οφείλει να σταθεί πλάι του λειτουργώντας βοηθητικά στη διερεύνηση όλων των διανοητικών ζητημάτων που τον απασχολούν.

Παρακολουθούμε το ξεδίπλωμα της αριστοτελικής δεοντολογίας για το ρόλο του φιλοσόφου (και κατ’ επέκταση του επιστήμονα), που τίθεται αποκλειστικά σε ανθρωποκεντρική βάση. Αυτός είναι και ο λόγος που αντιτάσσεται στον πλατωνικό κόσμο των ιδεών. Γιατί ο άνθρωπος είναι συνυφασμένος με τις αισθήσεις κι όπως δε νοείται άνθρωπος χωρίς αισθήσεις, έτσι δεν μπορεί να νοηθεί και κόσμος που δεν τις λαμβάνει υπόψη – πολύ περισσότερο που τις περιφρονεί ως δεσμά που τον οδηγούν στην αμάθεια. Εκτός αν μιλάμε για μη ανθρώπινο κόσμο, οπότε στερείται ενδιαφέροντος.

Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης αναζητά την πρακτική εφαρμογή αυτών που πρεσβεύει, αφού το ανεφάρμοστο ή αυτό που κινείται στο νεφέλωμα της θεωρητικής ασάφειας δεν τον αφορά. Κι εδώ βρίσκονται τα προβλήματα, καθώς είναι δύσκολο να αναφερθεί κανείς με τρόπο καθαρά πρακτικό (δηλαδή απολύτως συγκεκριμένο) σε ζητήματα πολύπλοκα και πολλές φορές αντιφατικά, όπως η ανθρώπινη προσωπικότητα: «Ας σπεύσουμε όμως να συμφωνήσουμε από τώρα μεταξύ μας πως κάθε φορά που μιλούμε για πράξεις και για συμπεριφορές ο λόγος μας δεν μπορεί παρά να είναι γενικός και όχι ακριβής ως τη λεπτομέρεια». (1104a 2, 1-2).

Με άλλα λόγια, αφού όλα κινούνται με γνώμονα τον άνθρωπο, και η παρέμβαση του φιλοσόφου να δώσει ερμηνείες μεταφέροντας τις διανοητικές του αναζητήσεις στο πρακτικό πεδίο θα γίνουν επίσης μέσα στα όρια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Το ζήτημα είναι ότι η επακριβής, εξονυχιστική παρουσίαση της ανθρώπινης δράσης κρίνεται αδύνατη, καθώς δεν πρόκειται για κάτι μετρήσιμο.

Μοιραία, η αναζήτηση θα κυμανθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι χάνει τον προσανατολισμό της. Απλώς, οφείλει να προσαρμοστεί στα δεδομένα της διερεύνησης: «το είπαμε ήδη στην αρχή αρχή, ότι οι φιλοσοφικοί μας λόγοι πρέπει να ζητούμε να είναι αντίστοιχοι προς το θέμα μας – και, βέβαια, τα θέματα τα σχετικά με τη συμπεριφορά μας και με ό,τι μας συμφέρει και μας ωφελεί δεν έχουν τίποτε το σταθερό, όπως δεν έχουν τίποτε το σταθερό και τα θέματα τα σχετικά με την υγεία μας». (1104a 2, 3-5).

Με άλλα λόγια, συνταγή ευτυχίας που να την πάρει κανείς και να την εφαρμόσει επακριβώς δεν υπάρχει. Αν κάποιος ψάχνει την απόλυτη καθοδήγηση (με συμβουλές του στυλ «κάθε απόγευμα να ποτίζεις τα λουλούδια») ας μην υπολογίζει στον Αριστοτέλη. Εφόσον μιλάμε για ανθρώπους δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το πρόταγμα μιας γενικής κατεύθυνσης, που θα ακολουθείται ως τρόπος ζωής με οτιδήποτε κι αν ασχολείται κανείς. Από τη στιγμή που πράγματα πολύ πιο συγκεκριμένα και μετρήσιμα, όπως η υγεία, είναι αδύνατο να μπουν σε απόλυτα καλούπια, θα ήταν προφανώς παράλογο να ζητηθεί κάτι τέτοιο για ένα θέμα τόσο αόριστο και υποκειμενικό, όπως η ευτυχία.

Αυτό που μένει είναι η κρίση του καθενός, ώστε να επιλέγει αυτά που του ταιριάζουν: «Αν αυτό ισχύει για τις γενικότερου περιεχομένου κρίσεις μας, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό δεν μπορεί να είναι ακριβής ως την τελευταία λεπτομέρεια ο λόγος μας για τα επιμέρους θέματα, αφού αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο κάποιας συγκεκριμένης επιστήμης ούτε εμπίπτουν σε κάποιους συγκεκριμένους κανόνες, αλλά τα ίδια τα ενεργούντα άτομα πρέπει κάθε φορά να κρίνουν τι ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίσταση – όπως ακριβώς συμβαίνει στο χώρο της ιατρικής ή στην τέχνη της διακυβέρνησης του πλοίου». (1104a 2, 6-11).

Παρά τις αντικειμενικές αυτές δυσκολίες όμως, ο Αριστοτέλης θα χαράξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η αρετή, προς επίτευξη της ευτυχίας: «Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την παρατήρηση ότι τα πράγματα αυτά έχουν από τη φύση τους την ιδιότητα να φθείρονται από την έλλειψη και την υπερβολή, όπως ακριβώς βλέπουμε ότι γίνεται στην περίπτωση της σωματικής ρώμης και της υγείας – το θεωρείτε, φαντάζομαι, φυσικό, για τα όχι φανερά πράγματα να χρησιμοποιούμε τις αποδείξεις που μας προσφέρουν τα φανερά». (1104a 2, 12-16).

Οι παρατηρήσεις του αισθητού κόσμου αποτελούν για τον Αριστοτέλη αδιαπραγμάτευτα τεκμήρια. Κι όπου κι αν στρέψει το βλέμμα του δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει τις αρνητικές συνέπειες τόσο της υπερβολής όσο και τη έλλειψης: «οι υπερβολικές γυμναστικές ασκήσεις αλλά και οι λειψές φθείρουν τη σωματική δύναμη· τα ποτά και τα τρόφιμα, όταν γίνονται περισσότερα ή λιγότερα από κάποια συγκεκριμένη ποσότητα, φθείρουν την υγεία, ενώ τα σύμφωνα με το μέτρο τη γεννούν, την αυξάνουν και τη διασφαλίζουν». (1104a 2, 16-20).

Ο πρώτος αδιαπραγμάτευτος κανόνας που τίθεται για την αναζήτηση της αρετής είναι το μέτρο. Η υπερβολή και η έλλειψη παρουσιάζονται ως κυριότεροι παράγοντες απομάκρυνσης από την αρετή. Η μεσότητα σε όλα τα ζητήματα είναι ο ασφαλέστερος τρόπος προσέγγισής της. Η μέριμνα του σώματος δίνει το στίγμα. Τόσο το φαγητό, όσο και η γυμναστική κρίνονται απαραίτητα για την καλή σωματική υγεία, όμως η πολυφαγία και οι εξοντωτικές γυμναστικές ασκήσεις αποδεικνύονται ζημιογόνα. Με δυο λόγια, είναι καλό να τρώει ή να γυμνάζεται κανείς όσο πρέπει. Ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, καθώς όσο βλάπτει το ένα (έλλειψη), άλλο τόσο βλάπτει και άλλο (υπερβολή).

Και το σώμα είναι απλώς το παράδειγμα: «Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και στην περίπτωση της σωφροσύνης, της ανδρείας και των άλλων αρετών». (1104a 2, 20-22).

Κι αν κάποιος θέλει περισσότερες εξηγήσεις, ο Αριστοτέλης θα δώσει: «… ο άνθρωπος που συστηματικά τρέπεται σε φυγή μπροστά στο καθετί, που φοβάται τα πάντα και δεν αντιστέκεται σε τίποτε, γίνεται δειλός· ο άνθρωπος, από την άλλη, που δε φοβάται τίποτε και βγαίνει να αντιμετωπίζει το καθετί, γίνεται απόκοτος· το ίδιο: αυτός που απολαμβάνει συστηματικά όλων των ειδών τις ηδονές και δε μένει μακριά από καμία, γίνεται ακόλαστος, ενώ αυτός που – σαν αγροίκος – μένει συστηματικά μακριά από όλες τους, γίνεται, θα λέγαμε, αναίσθητος· συμπέρασμα: τη σωφροσύνη και την ανδρεία τις φθείρει η υπερβολή και η έλλειψη, ενώ η μεσότητα τις σώζει». (1104a 2, 22-29).

Όλες οι αρετές έχουν ως βάση τη μεσότητα. Πρέπει να είναι κανείς ανδρείος, αλλά όχι θρασύς. Δεν είναι σωστό να γίνεται κανείς έρμαιο των ηδονών, αλλά δεν πρέπει και να στερεί από τον εαυτό του («σαν αγροίκος») τις απολαύσεις της ζωής. Η αρετή εμφανίζεται πάντα ως σημείο ισορροπίας, ως σταθερότητα κι ευρυθμία ανάμεσα στα άκρα της υπερβολής και της έλλειψης.

Στο αρνητικό ζεύγος δειλός – θρασύς (έλλειψη – υπερβολή) αυτό που προτάσσεται είναι η αρμονικότητα και η σύνεση της μετριοπάθειας ως μόνος δρόμος για την αρετή. Κι αυτό είναι το θάρρος. Σε τελική ανάλυση, και αυτό που ονομάζουμε ευτυχία δεν είναι παρά η ισορροπία της ψυχής που επέρχεται από τις αποφάσεις της μεσότητας. Είναι καλό να μην ανέχεται κανείς να τον αδικούν, αλλά δεν πρέπει να ψάχνει συνέχεια για εχθρούς ή να αναλύει τα πάντα για να βρει το υποτιμητικό σχόλιο που τον μειώνει.

Η έλλειψη και η υπερβολή δηλητηριάζουν την ψυχή, όπως ακριβώς ζημιώνουν το σώμα. Όμως η αναζήτηση της μεσότητας δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απαξίωση της προσπάθειας, δεν πρέπει, δηλαδή, να εκληφθεί ως ματαίωση της εντατικοποίησης: «π.χ. στην περίπτωση της σωματικής ρώμης: η σωματική ρώμη γεννιέται από την πολλή τροφή και από την άσκηση στους πολλούς κόπους, αυτά όμως τα πράγματα είναι ικανός να τα κάνει κατά κύριο λόγο ο σωματικά ρωμαλέος. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις αρετές: μένοντας συστηματικά μακριά από τις ηδονές γινόμαστε σώφρονες, και όταν γίνουμε, έχουμε πια σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δύναμη να μένουμε μακριά τους». (1104a 2, 33-39).

Ο Αριστοτέλης θα φέρει κι ένα ακόμη παράδειγμα: «το ίδιο και με την ανδρεία: αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να περιφρονούμε τα πράγματα που προκαλούν φόβο και να τα αντιμετωπίζουμε, γινόμαστε ανδρείοι, και όταν γίνουμε, έχουμε πια σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δύναμη να τα αντιμετωπίζουμε». (1104b 2, 1-4).

Με άλλα λόγια, αν κάποιος θέλει να αποκτήσει κάποια αρετή, πρέπει να μοχθήσει. Να εξασκηθεί. Εξάλλου, για όλες τις ηθικές αρετές προηγείται το ενεργεία κι ακολουθεί το δυνάμει, πράγμα που σημαίνει ότι προηγείται η προσπάθεια των επαναλαμβανόμενων πράξεων που θα φέρουν τον εθισμό, ώστε ακολούθως να έχει κανείς τη δυνατότητα να εφαρμόσει την αρετή που κατέχει, όταν το ζητήσουν οι περιστάσεις.

Όμως κι εδώ υπάρχουν όρια. Στόχος είναι η ανδρεία κι όχι το θράσος. Ο εσφαλμένος εθισμός που τελικά θα επιφέρει το θράσος αντί της ανδρείας ή την αναισθησία αντί της εγκράτειας δεν έχει ποιότητα, αφού τελικά δεν οδηγεί στην αρετή. Ο εθισμός πρέπει επίσης να εκπληρώνει τις αρχές της μεσότητας. Θα έλεγε κανείς ότι η μεσότητα η ίδια θα έπρεπε να είναι αντικείμενο εθισμού. Κι αυτή είναι η εξασφάλιση της ποιότητας.

Ο καθορισμός του μέτρου στις έξεις είναι ζήτημα υψίστης σημασίας, καθώς οι έξεις θα διαμορφώσουν τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Αν κάποιος μάθει να συμπεριφέρεται υπερβολικά δεν μπορεί παρά κινείται στην υπερβολή. Γιατί ο εθισμός σε κάτι γίνεται μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα. Η φράση «έξις δευτέρα φύσις» είναι αρκούντως κατατοπιστική. Ο άνθρωπος είναι ακριβώς αυτό που συνηθίζει να πράττει. Γι’ αυτό πρέπει οι πράξεις του να συνοδεύονται από ποιότητα.

Ο εθισμός, ως υπέρτατη συνήθεια που σηματοδοτεί την προσωπικότητα του ανθρώπου, ολοκληρώνεται μόνο αν συνδεθεί με τα συναισθήματα: «Σημάδι αποδεικτικό των έξεων πρέπει να θεωρούμε την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια που συνοδεύει τις πράξεις μας». (1104b 3, 5-6).

Το να ασκεί, δηλαδή, κάποιος την αρετή δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι ενάρετος. Αν η άσκηση της αρετής δε συμβαδίζει με το αίσθημα της χαράς κρίνεται επίφοβη. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναιρεθεί: «Όποιος μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση, είναι άνθρωπος σώφρων· ακόλαστος είναι αυτός που το πράγμα αυτό τον δυσαρεστεί· επίσης: ο άνθρωπος που στέκεται να αντιμετωπίσει όλα τα επικίνδυνα πράγματα και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση ή, έστω, δεν τον δυσαρεστεί, είναι ανδρείος· δειλός είναι αυτός που το πράγμα αυτό τον δυσαρεστεί». (1104b 3, 6-10).

Σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος θα κάνει αυτό που του δίνει ευχαρίστηση. Είναι αδύνατο να πράξει διαφορετικά. Αυτός που συνέχεια καταπιέζεται κάνοντας πράγματα που δεν επιθυμεί είναι αδύνατο να φτάσει στην ευτυχία. Κι αυτό είναι το νόημα του σωστού εθισμού. Να κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται με τις αξιόλογες πράξεις.

Η επισήμανση του Αριστοτέλη για τον ανδρείο «αντιμετωπίζει όλα τα επικίνδυνα πράγματα και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση» δεν είναι προτροπή προς το φιλοπόλεμο. Δεν εννοεί, δηλαδή, ότι ανδρείος είναι αυτός που ευχαριστιέται με τις μάχες. (Γι’ αυτό και συμπληρώνει «ή, έστω, δεν τον δυσαρεστεί»). Εννοεί ότι ανδρείος είναι αυτός που στέκεται και αντιμετωπίζει τους κινδύνους χωρίς να νιώθει τον πειρασμό να το βάλει στα πόδια.

Κι όταν ο κίνδυνος περάσει, νιώθει χαρά που στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Αν νιώθει φόβο, και στο τέλος της μάχης, αντί για την ικανοποίηση του εαυτού, αισθανθεί ανακούφιση για τον κίνδυνο που διέφυγε και οδύνη για την επόμενη μάχη που θα πρέπει να συμμετέχει, τότε είναι δειλός ασχέτως που δε λιποτάχτησε. Γιατί έχοντας τέτοια ψυχολογία είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα το κάνει.

Με τον ίδιο τρόπο, όταν κάποιος απορρίπτει μια δωροδοκία ή μια πρόταση για κλοπή ή οποιοδήποτε πειρασμό για άδικη κερδοφορία, πρέπει να είναι περήφανος γι’ αυτό. Να αισθάνεται γαλήνη και ψυχική ολοκλήρωση. Γιατί, αν σκέφτεται τα κέρδη που έχασε και υπολογίζει τις ηδονές που θα μπορούσε να απολαύσει μ’ αυτά, είναι πολύ πιθανό, την επόμενη φορά να υποκύψει. Το συναίσθημα είναι που θωρακίζει τη συμπεριφορά.

Ο Αριστοτέλης εφαρμόζοντας την αρχή ότι η φιλοσοφία πρέπει να απευθύνεται στους ανθρώπους λαμβάνει πολύ σοβαρά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Και το συναίσθημα αποτελεί κινητήριο δύναμη για την ανθρώπινη δράση. Αν λοιπόν θέλουμε να γαλουχήσουμε τον άνθρωπο στο δρόμο της αρετής, πρέπει να του μάθουμε ότι η χαρά έχει να κάνει με την πραγμάτωση της αρετής.

Η συναισθηματική είσπραξη από την ενάρετη πράξη είναι η επιβεβαίωση του εθισμού που πλέον είναι αμετάκλητος. Κι αν κάποιος έχει τον αντίθετο προς την αρετή εθισμό, αν δηλαδή βρίσκει χαρά κλέβοντας ή εξαπατώντας το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικό του, αλλά ολόκληρης της πόλης. Γιατί όχι μόνο θα είναι δύσκολο να ευτυχήσει ο ίδιος προσωπικά, αλλά θα ζημιώσει την κοινωνική γαλήνη παραβαίνοντας τους νόμους.

Κι αυτό η πόλη πρέπει να το λάβει υπόψη της πολύ σοβαρά. Να εκμεταλλευτεί δεόντως τους θεσμούς της παιδείας και της αγωγής στρέφοντας τους πολίτες προς τη σωστή κατεύθυνση. Όσο για την πόλη που ανάγει σε κοινωνικό πρότυπο την αδικία, την απληστία, την αναξιοκρατία και την αδιαφορία προς τον άλλο, αριστοτελικά τουλάχιστον, δεν έχει καμία πιθανότητα ευημερίας…

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.1–1.9.10

Σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Κύρου

Όταν ξεκίνησε η μάχη στα Κούναξα (401 π.Χ), οι Έλληνες με γρήγορη επίθεση προκάλεσαν πανικό στους αντιπάλους τους. Ο Κύρος κατόρθωσε να τρέψει σε φυγή τη βασιλική φρουρά και, βλέποντας σχεδόν απροστάτευτο τον Αρταξέρξη, τον τραυμάτισε. Αμέσως, όμως, τραυματίστηκε θανάσιμα ο ίδιος. Στο σημείο αυτό ο Ξενοφώντας διακόπτει την αφήγηση της μάχης, για να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του Πέρση ηγεμόνα. Απόσπασμα του πορτρέτου αυτού παρατίθεται εδώ. (Σημειώνεται ότι στο παρακάτω απόσπασμα γίνεται λόγος και για τον Τισσαφέρνη, ο οποίος μετά το 408 π.Χ. ήταν σατράπης της Καρίας, αλλά, λόγω των υπηρεσιών του προς τον Αρταξέρξη κατά τη διαμάχη του με τον Κύρο, θα λάβει τελικά ως ανταμοιβή τη σατραπεία που περιελάμβανε τη Λυδία, τη Μεγάλη Φρυγία και την Καππαδοκία.)


[1.9.1] Κῦρος μὲν οὖν οὕτως ἐτελεύτησεν, ἀνὴρ ὢν Περσῶν τῶν
μετὰ Κῦρον τὸν ἀρχαῖον γενομένων βασιλικώτατός τε καὶ
ἄρχειν ἀξιώτατος, ὡς παρὰ πάντων ὁμολογεῖται τῶν Κύρου
δοκούντων ἐν πείρᾳ γενέσθαι. [1.9.2] πρῶτον μὲν γὰρ ἔτι παῖς
ὤν, ὅτ’ ἐπαιδεύετο καὶ σὺν τῷ ἀδελφῷ καὶ σὺν τοῖς ἄλλοις
παισί, πάντων πάντα κράτιστος ἐνομίζετο. [1.9.3] πάντες γὰρ οἱ
τῶν ἀρίστων Περσῶν παῖδες ἐπὶ ταῖς βασιλέως θύραις παι-
δεύονται· ἔνθα πολλὴν μὲν σωφροσύνην καταμάθοι ἄν τις,
αἰσχρὸν δ’ οὐδὲν οὔτ’ ἀκοῦσαι οὔτ’ ἰδεῖν ἔστι. [1.9.4] θεῶνται δ’
οἱ παῖδες καὶ τιμωμένους ὑπὸ βασιλέως καὶ ἀκούουσι, καὶ
ἄλλους ἀτιμαζομένους· ὥστε εὐθὺς παῖδες ὄντες μανθάνουσιν
ἄρχειν τε καὶ ἄρχεσθαι. [1.9.5] ἔνθα Κῦρος αἰδημονέστατος μὲν
πρῶτον τῶν ἡλικιωτῶν ἐδόκει εἶναι, τοῖς τε πρεσβυτέροις
καὶ τῶν ἑαυτοῦ ὑποδεεστέρων μᾶλλον πείθεσθαι, ἔπειτα δὲ
φιλιππότατος καὶ τοῖς ἵπποις ἄριστα χρῆσθαι· ἔκρινον δ’
αὐτὸν καὶ τῶν εἰς τὸν πόλεμον ἔργων, τοξικῆς τε καὶ ἀκοντί-
σεως, φιλομαθέστατον εἶναι καὶ μελετηρότατον. [1.9.6] ἐπεὶ δὲ
τῇ ἡλικίᾳ ἔπρεπε, καὶ φιλοθηρότατος ἦν καὶ πρὸς τὰ θηρία
μέντοι φιλοκινδυνότατος. καὶ ἄρκτον ποτὲ ἐπιφερομένην
οὐκ ἔτρεσεν, ἀλλὰ συμπεσὼν κατεσπάσθη ἀπὸ τοῦ ἵππου,
καὶ τὰ μὲν ἔπαθεν, ὧν καὶ τὰς ὠτειλὰς εἶχεν, τέλος δὲ
κατέκανε· καὶ τὸν πρῶτον μέντοι βοηθήσαντα πολλοῖς μακα-
ριστὸν ἐποίησεν. [1.9.7] ἐπεὶ δὲ κατεπέμφθη ὑπὸ τοῦ πατρὸς
σατράπης Λυδίας τε καὶ Φρυγίας τῆς μεγάλης καὶ Καππα-
δοκίας, στρατηγὸς δὲ καὶ πάντων ἀπεδείχθη οἷς καθήκει εἰς
Καστωλοῦ πεδίον ἁθροίζεσθαι, πρῶτον μὲν ἐπέδειξεν αὑτόν,
ὅτι περὶ πλείστου ποιοῖτο, εἴ τῳ σπείσαιτο καὶ εἴ τῳ συν-
θοῖτο καὶ εἴ τῳ ὑπόσχοιτό τι, μηδὲν ψεύδεσθαι. [1.9.8] καὶ γὰρ
οὖν ἐπίστευον μὲν αὐτῷ αἱ πόλεις ἐπιτρεπόμεναι, ἐπίστευον
δ’ οἱ ἄνδρες· καὶ εἴ τις πολέμιος ἐγένετο, σπεισαμένου
Κύρου ἐπίστευε μηδὲν ἂν παρὰ τὰς σπονδὰς παθεῖν. [1.9.9] τοι-
γαροῦν ἐπεὶ Τισσαφέρνει ἐπολέμησε, πᾶσαι αἱ πόλεις ἑκοῦ-
σαι Κῦρον εἵλοντο ἀντὶ Τισσαφέρνους πλὴν Μιλησίων·
οὗτοι δὲ ὅτι οὐκ ἤθελε τοὺς φεύγοντας προέσθαι ἐφοβοῦντο
αὐτόν. [1.9.10] καὶ γὰρ ἔργῳ ἐπεδείκνυτο καὶ ἔλεγεν ὅτι οὐκ ἄν
ποτε προοῖτο, ἐπεὶ ἅπαξ φίλος αὐτοῖς ἐγένετο, οὐδ’ εἰ ἔτι
μὲν μείους γένοιντο, ἔτι δὲ κάκιον πράξειαν.

***
Ο Κύρος τέλος πάντων έτσι ετερμάτισε την ζωήν του, αυτός ο οποίος εκ των Περσών που έζησαν μετά τον Κύρον τον αρχαίον ήτο αξιώτατος δια να βασιλεύη και ικανώτατος δια να άρχη, όπως ομοφώνως το βεβαιώνουν όλοι περί όσων πιστεύεται ότι εγνώρισαν καλώς τον Κύρον. Και πρώτον μεν ότε ακόμη ήτο παις και εξεπαιδεύετο μαζί με τον αδελφόν του και με τους άλλους παίδας, από όλους εις όλα καλύτερος εθεωρείτο. Διότι όλοι οι παίδες των ευγενών Περσών εντός της βασιλικής αυλής εκπαιδεύονται. Εκεί δε πολλά μεν μαθήματα συνέσεως και ευκοσμίας ημπορεί να λάβη τις, άσχημον δε πράγμα κανέν ούτε να ακούση ούτε να ίδη είναι δυνατόν.

Εκεί βλέπουν οι παίδες και εκείνους, που τιμώνται υπό του βασιλέως, και ακούουν τίνων τιμών αξιούνται ούτοι, και άλλους βλέπουν που περιπίπτουν εις την δυσμένειάν του. Ώστε ευθύς από της παιδικής των ηλικίας μανθάνουν να άρχουν και να άρχωνται. Εκεί λοιπόν ο Κύρος πρώτον μεν ο μάλλον εντροπαλός από όλους τους συνομήλικάς του εφαίνετο, και προς τους μεγαλυτέρους του περισσότερον ευπειθής και από αυτούς τους υποδεεστέρους του ήτο. Έπειτα δε πολύ φίλος των ίππων ήτο και ικανός εις το να χειρίζεται αυτούς με μεγάλην δεξιότητα.

Τον εύρισκον προσέτι και όσον αφορά τας πολεμικάς ασκήσεις, εις τον χειρισμόν δηλαδή του τόξου και εις τον ακοντισμόν, φιλομαθέστατον, και μετά μεγίστου ζήλου ησκείτο εις αυτά. Όταν δε πλέον εταίριαζε εις την ηλικίαν του, τότε και εις το κυνήγιον μετ' ενθουσιασμού επεδίδετο και προς τα άγρια θηρία μεγάλως ηγάπα να ριψοκινδυνεύη. Έτσι κάποτε ενώπιον μιας άρκτου, η οποία επήρχετο εναντίον του, δεν εδειλίασε, παρά επέπεσε κατ' επάνω της και συνεπλάκη με αυτήν. Και ναι μεν τον απέσπασεν η άρκτος κάτω από τον ίππον του και διαφόρους πληγάς του επροξένησε, των οποίων κατόπιν διετήρει τας ουλάς, αλλά τέλος ο Κύρος την εφόνευσε. Και εκείνον όμως ο οποίος πρώτος έδραμε προς βοήθειάν του, τον έκαμεν ώστε πολλοί να τον καλοτυχίζουν.

Άμα δε υπό του πατρός του απεστάλη κάτω εις την Μικράν Ασίαν ως σατράπης της Λυδίας και της Φρυγίας της μεγάλης και της Καππαδοκίας και διωρίσθη προσέτι αρχιστράτηγος πάντων, όσοι είναι καθωρισμένον να συναθροίζωνται εις την πεδιάδα της Καστωλού, πρώτον μεν έκαμεν ώστε να καταστή περί του εαυτού του φανερόν ότι τα μέγιστα ενδιεφέρετο οσάκις έκαμνε σπονδάς μέ τινα ή συνήπτε συνθήκην μέ τινα ή έδιδε κάποιαν υπόσχεσιν είς τινα, να μη αθετή κατ' ουδένα τρόπον τον λόγον του. Και δι' αυτό ακριβώς είχον εμπιστοσύνην εις αυτόν αι πόλεις, οσάκις ετίθεντο υπό την προστασίαν του, καθώς και οι ιδιώται εν γένει.

Και οσάκις τις συνέβη να καταστή εχθρός του δια πολέμου, ούτος, άμα ο Κύρος ήθελε συνδιαλλαγή και κάμη σπονδάς με αυτόν, είχε πεποίθησιν ότι τίποτε δεν είχε να πάθη κατά παράβασιν των όρων της συνδιαλλαγής. Δι' αυτό λοιπόν, όταν περιήλθε εις πόλεμον προς τον Τισσαφέρνην, όλαι αι Ελληνικαί πόλεις αυτοπροαιρέτως επροτίμησαν να συνταχθούν μετά του Κύρου εγκαταλείψασαι τον Τισσαφέρνην, εκτός των Μιλησίων. Ούτοι δε, δια τον λόγον ότι δεν ήθελε να αφήση εις την τύχην των τους εξορίστους, τον εφοβούντο. Διότι και δια των πράξεών του εδείκνυε και συγχρόνως έλεγεν ότι δεν θα τους άφηνε ποτέ εις την τύχην των, αφού άπαξ είχε γίνει φίλος των, και αν ήθελον μείνει ακόμη ολιγώτεροι κατ' αριθμόν, και αν τα πράγματά τους ήθελον βαδίσει ακόμη προς το χειρότερον.