Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (9.281-9.352)

Ὣς φάτο πειράζων, ἐμὲ δ᾽ οὐ λάθεν εἰδότα πολλά,
ἀλλά μιν ἄψορρον προσέφην δολίοις ἐπέεσσι·
«Νέα μέν μοι κατέαξε Ποσειδάων ἐνοσίχθων,
πρὸς πέτρῃσι βαλὼν ὑμῆς ἐπὶ πείρασι γαίης,
285 ἄκρῃ προσπελάσας· ἄνεμος δ᾽ ἐκ πόντου ἔνεικεν·
αὐτὰρ ἐγὼ σὺν τοῖσδε ὑπέκφυγον αἰπὺν ὄλεθρον.»
Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ οὐδὲν ἀμείβετο νηλέϊ θυμῷ,
ἀλλ᾽ ὅ γ᾽ ἀναΐξας ἑτάροις ἐπὶ χεῖρας ἴαλλε,
σὺν δὲ δύω μάρψας ὥς τε σκύλακας ποτὶ γαίῃ
290 κόπτ᾽· ἐκ δ᾽ ἐγκέφαλος χαμάδις ῥέε, δεῦε δὲ γαῖαν.
τοὺς δὲ διὰ μελεϊστὶ ταμὼν ὁπλίσσατο δόρπον·
ἤσθιε δ᾽ ὥς τε λέων ὀρεσίτροφος, οὐδ᾽ ἀπέλειπεν,
ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα μυελόεντα.
ἡμεῖς δὲ κλαίοντες ἀνεσχέθομεν Διὶ χεῖρας,
295 σχέτλια ἔργ᾽ ὁρόωντες· ἀμηχανίη δ᾽ ἔχε θυμόν.
αὐτὰρ ἐπεὶ Κύκλωψ μεγάλην ἐμπλήσατο νηδὺν
ἀνδρόμεα κρέ᾽ ἔδων καὶ ἐπ᾽ ἄκρητον γάλα πίνων,
κεῖτ᾽ ἔντοσθ᾽ ἄντροιο τανυσσάμενος διὰ μήλων.
τὸν μὲν ἐγὼ βούλευσα κατὰ μεγαλήτορα θυμὸν
300 ἄσσον ἰών, ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ,
οὐτάμεναι πρὸς στῆθος, ὅθι φρένες ἧπαρ ἔχουσι,
χείρ᾽ ἐπιμασσάμενος· ἕτερος δέ με θυμὸς ἔρυκεν.
αὐτοῦ γάρ κε καὶ ἄμμες ἀπωλόμεθ᾽ αἰπὺν ὄλεθρον·
οὐ γάρ κεν δυνάμεσθα θυράων ὑψηλάων
305 χερσὶν ἀπώσασθαι λίθον ὄβριμον, ὃν προσέθηκεν.
ὣς τότε μὲν στενάχοντες ἐμείναμεν Ἠῶ δῖαν.
Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
καὶ τότε πῦρ ἀνέκαιε καὶ ἤμελγε κλυτὰ μῆλα,
πάντα κατὰ μοῖραν, καὶ ὑπ᾽ ἔμβρυον ἧκεν ἑκάστῃ.
310 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σπεῦσε πονησάμενος τὰ ἃ ἔργα,
σὺν δ᾽ ὅ γε δὴ αὖτε δύω μάρψας ὁπλίσσατο δεῖπνον.
δειπνήσας δ᾽ ἄντρου ἐξήλασε πίονα μῆλα,
ῥηϊδίως ἀφελὼν θυρεὸν μέγαν· αὐτὰρ ἔπειτα
ἂψ ἐπέθηχ᾽, ὡς εἴ τε φαρέτρῃ πῶμ᾽ ἐπιθείη.
315 πολλῇ δὲ ῥοίζῳ πρὸς ὄρος τρέπε πίονα μῆλα
Κύκλωψ· αὐτὰρ ἐγὼ λιπόμην κακὰ βυσσοδομεύων,
εἴ πως τισαίμην, δοίη δέ μοι εὖχος Ἀθήνη.
ἥδε δέ μοι κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή.
Κύκλωπος γὰρ ἔκειτο μέγα ῥόπαλον παρὰ σηκῷ,
320 χλωρὸν ἐλαΐνεον· τὸ μὲν ἔκταμεν, ὄφρα φοροίη
αὐανθέν. τὸ μὲν ἄμμες ἐΐσκομεν εἰσορόωντες
ὅσσον θ᾽ ἱστὸν νηὸς ἐεικοσόροιο μελαίνης,
φορτίδος εὐρείης, ἥ τ᾽ ἐκπεράᾳ μέγα λαῖτμα·
τόσσον ἔην μῆκος, τόσσον πάχος εἰσοράασθαι.
325 τοῦ μὲν ὅσον τ᾽ ὄργυιαν ἐγὼν ἀπέκοψα παραστάς,
καὶ παρέθηχ᾽ ἑτάροισιν, ἀποξῦναι δ᾽ ἐκέλευσα·
οἱ δ᾽ ὁμαλὸν ποίησαν· ἐγὼ δ᾽ ἐθόωσα παραστὰς
ἄκρον, ἄφαρ δὲ λαβὼν ἐπυράκτεον ἐν πυρὶ κηλέῳ.
καὶ τὸ μὲν εὖ κατέθηκα κατακρύψας ὑπὸ κόπρῳ,
330 ἥ ῥα κατὰ σπείους κέχυτο μεγάλ᾽ ἤλιθα πολλή·
αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κλήρῳ πεπαλάσθαι ἄνωγον,
ὅς τις τολμήσειεν ἐμοὶ σὺν μοχλὸν ἀείρας
τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ, ὅτε τὸν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι.
οἱ δ᾽ ἔλαχον τοὺς ἄν κε καὶ ἤθελον αὐτὸς ἑλέσθαι,
335 τέσσαρες, αὐτὰρ ἐγὼ πέμπτος μετὰ τοῖσιν ἐλέγμην.
ἑσπέριος δ᾽ ἦλθεν καλλίτριχα μῆλα νομεύων·
αὐτίκα δ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλασε πίονα μῆλα,
πάντα μάλ᾽, οὐδέ τι λεῖπε βαθείης ἔντοθεν αὐλῆς,
ἤ τι ὀϊσάμενος, ἢ καὶ θεὸς ὣς ἐκέλευσεν.
340 αὐτὰρ ἔπειτ᾽ ἐπέθηκε θυρεὸν μέγαν ὑψόσ᾽ ἀείρας,
ἑζόμενος δ᾽ ἤμελγεν ὄϊς καὶ μηκάδας αἶγας,
πάντα κατὰ μοῖραν, καὶ ὑπ᾽ ἔμβρυον ἧκεν ἑκάστῃ.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σπεῦσε πονησάμενος τὰ ἃ ἔργα,
σὺν δ᾽ ὅ γε δὴ αὖτε δύω μάρψας ὁπλίσσατο δόρπον.
345 καὶ τότ᾽ ἐγὼ Κύκλωπα προσηύδων ἄγχι παραστάς,
κισσύβιον μετὰ χερσὶν ἔχων μέλανος οἴνοιο.
«Κύκλωψ, τῆ, πίε οἶνον, ἐπεὶ φάγες ἀνδρόμεα κρέα,
ὄφρ᾽ ἰδῇς, οἷόν τι ποτὸν τόδε νηῦς ἐκεκεύθει
ἡμετέρη· σοὶ δ᾽ αὖ λοιβὴν φέρον, εἴ μ᾽ ἐλεήσας
350 οἴκαδε πέμψειας· σὺ δὲ μαίνεαι οὐκέτ᾽ ἀνεκτῶς.
σχέτλιε, πῶς κέν τίς σε καὶ ὕστερον ἄλλος ἵκοιτο
ἀνθρώπων πολέων; ἐπεὶ οὐ κατὰ μοῖραν ἔρεξας.»

***
Μιλώντας έτσι γύρευε να με ψαρέψει·
εμένα όμως, που πολλά ο νους μου κόβει,
ο δόλος δεν μου ξέφυγε, γι᾽ αυτό κι αμέσως αποκρίθηκα με δόλια λόγια:
«Α, το καράβι μου το σύντριψε ο κοσμοσείστης Ποσειδών,
στα βράχια το ᾽ριξε, πέρα στην άλλην άκρη της δικής σου χώρας·
το τσάκισε πάνω σε κάβο, όπου και το παρέσυρε ο πελαγίσιος άνεμος,
μόνος εγώ, μ᾽ αυτούς εδώ, γλίτωσα τον φριχτό χαμό.»
Έτσι του μίλησα, όμως αυτός καμιάν απόκριση δεν δίνει, άσπλαχνη καρδιά·
μόνο πετάχτηκε κι απλώνει τα δυο του χέρια στους συντρόφους,
αρπάζει δυο μαζί, και καταγής, σάμπως κουτάβια, τους χτυπά.
290 Ο εγκέφαλός τους λύθηκε, χύθηκε κάτω, μούσκεψε το χώμα,
μετά τους διαμελίζει και με τα μέλη τους στρώνει το δείπνο του·
σάμπως λιοντάρι ορεσίβιο, τους καταβρόχθιζε, τίποτε να μη μείνει
υπόλοιπο· σπλάχνα και σάρκες, κόκαλα και μεδούλι.
Εμείς, θρηνώντας, τα χέρια μας υψώναμε στον Δία,
βλέποντας μπρος στα μάτια μας έργα φριχτά, ανήμποροι
και σαν παραλυμένοι.
Ώσπου ξεχείλισε ο Κύκλωπας τη φουσκωμένη του κοιλιά,
μασώντας κρέας ανθρώπινο και καταπίνοντας άμεικτο γάλα.
Τέλος, ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στη μέση της σπηλιάς,
ανάμεσα στα πρόβατά του.
Τότε κι εγώ μελέτησα μες στη γενναία ψυχή μου
300 να τον σιμώσω και, τραβώντας κοφτερό σπαθί απ᾽ τον μηρό,
να του το μπήξω εκεί στο στήθος, όπου οι φρένες συγκρατούν το σκώτι,
το μέρος ψάχνοντας και με το χέρι· δεύτερη όμως σκέψη με συγκράτησε.
Γιατί κι εμάς φριχτός χαμός θα μας περίμενε επιτόπου·
αφού πώς θα μπορούσαμε από τις θύρες τις ψηλές, και μόνο με τα χέρια μας,
τον λίθο εκείνο τον βαρύ να τον μετακυλίσουμε,
που αυτός είχε προλάβει να τον βάλει;
Γι᾽ αυτό και περιμέναμε στενάζοντας πότε θα φέξει η θεία Αυγή.
Κι όταν, χαράζοντας την άλλη μέρα, ρόδινη φάνηκε στον ουρανό η Αυγή,
τότε κι εκείνος άναψε πυρά κι άρμεξε τα καλά του γιδοπρόβατα
όλα με τη σειρά, βάζοντας κάτω από την κάθε μάνα το μικρό της.
310 Αποτελειώνοντας, μ᾽ όση σπουδή μπορούσε, το έργο της ημέρας,
άρπαξε πάλι δυο συντρόφους, τους έφαγε για πρόγευμα,
Κι όταν απόφαγε, έβγαλε το παχύ κοπάδι του απ᾽ τη σπηλιά,
εύκολα αφαιρώντας τον βράχο της μπασιάς· ύστερα
εύκολα πάλι τον έβαλε στη θέση του, σάμπως και να ᾽βαζε
το πώμα στη φαρέτρα.
Μετά σφυρίζοντας ξέγνοιαστος ανεβάζει στο βουνό
παχιά τα γιδοπρόβατά του ο Κύκλωπας· όμως κι εγώ απομονωμένος
βυσσοδομούσα το κακό, πώς θα μπορούσα εκδίκηση να πάρω,
αν ήθελε κι η Αθηνά να με δοξάσει.
Κι όπως σκεφτόμουν μόνος μου, αυτή μου φάνηκε η πιο καλή βουλή:
ήταν εκεί του Κύκλωπα κορμός μεγάλος, αφημένος στη μέσα μάντρα,
320 χλωρός ακόμη, από ξύλο ελιάς· τον είχε κόψει, να τον κάνει ρόπαλο,
όταν στεγνώσει για καλά. Εμείς τον βλέπαμε μπροστά μας,
και φανταστήκαμε κατάρτι σε καράβι μαύρο μ᾽ είκοσι κουπιά,
πες φορτηγό ευρύχωρο, όπως αυτά που σκίζουν το μεγάλο κύμα —
τόσο το μάκρος, τόσο το πάχος του μας φάνηκε πως ήταν.
Τότε πήγα κι εγώ κοντά, κόβω, καμιάν οργιά, ένα κομμάτι,
το παραδίνω στους συντρόφους, τους είπα να το ξεφλουδίσουν·
κι αυτοί το ᾽φτιαξαν λείο· μετά στα χέρια μου το παίρνω εγώ,
το ᾽ξυσα για να γίνει μυτερό και, πιάνοντάς το από την άκρη,
το βάζω αμέσως στης φωτιάς τη φλόγα, για να σφίξει·
ύστερα το τακτοποιώ καλά, το ᾽κρυψα κάτω απ᾽ την κοπριά —
ήταν μες στη σπηλιά παντού χυμένη ή μαζεμένη
330 σε σωρούς μεγάλους και πολλούς.
Συγχρόνως παραγγέλλω κλήρωση στους άλλους μου συντρόφους,
να δείξει ποιος θα το τολμούσε, τον πάσσαλο σηκώνοντας μαζί μου,
να τον σφηνώσουμε στο μάτι του, όταν γλυκός ο ύπνος τον ναρκώσει.
Κι ο κλήρος πέφτει ακριβώς σ᾽ εκείνους που θα τους ήθελα διαλέγοντας
και μόνος· τέσσερις βγήκαν, μαζί τους λογαριάστηκα πέμπτος εγώ.
Σουρούπωσε, και φτάνει εκείνος οδηγώντας
τα μαλλιαρά βοσκήματά του· τα φέρνει γρήγορα στο μέγα σπήλαιο
παχιά τα γιδοπρόβατά του, ένα προς ένα, όλα, απέξω
ετούτη τη φορά δεν άφησε κανένα· ποιος ξέρει αν κάτι μόνος του
φαντάστηκε ή μήπως ένας θεός τον παρακίνησε για να το κάνει.
340 Μετά, ψηλά σηκώνοντας τον μέγα βράχο, την είσοδο σφραγίζει
κι ύστερα κάθησε, αρνιά και γίδια αρμέγοντας (εκείνα να βελάζουν)
όλα με τη σειρά, κι έσπρωχνε στην κάθε μάνα το μικρό της.
Τελειώνοντας με τάξη και σπουδή αυτό του το έργο,
αρπάζει πάλι δυο, κι έπιασε να τους τρώει.
Τότε κι εγώ, από πολύ κοντά, προσφώνησα τον Κύκλωπα,
στο χέρι μου κρατώντας μια γαβάθα μαύρο κρασί:
«Κύκλωπα, να, πιες το κρασί, τώρα που χόρτασες κρέας ανθρώπινο·
να δεις και μόνος σου τι θείο ποτό έχει κρυμμένο
το δικό μας το καράβι. Σου το ᾽φερνα, να κάνουμε σπονδή,
αν μ᾽ ελεούσες κι ήθελες να με στείλεις πίσω στην πατρίδα·
350 όμως εσένα σε κρατεί μανία ανήκουστη.
Σκληρέ κι απάνθρωπε! Πώς θα τολμούσε και στο μέλλον να ᾽ρθει
κοντά σου άνθρωπος απ᾽ τους πολλούς που πέρα ζουν;
Όχι, αυτά που κάνεις ξεπερνούν το κάθε μέτρο.»

Πόσο ελεύθερος νιώθεις;

Στη σημερινή εποχή υπάρχουν πολλοί παράγοντες που «φυλακίζουν» το πνεύμα μας, το άγχος της καθημερινότητας, η επικαιρότητα, οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής, η τόσο έντονη σύγκριση με τους άλλους…

Κοιτάζεις παντού στα κοινωνικά δίκτυα και βλέπεις ανθρώπους να ποστάρουν χαρούμενες φωτογραφίες, να ζουν την τέλεια ζωή, να ταξιδεύουν… ενώ η δική σου ζωή κάθε άλλο παρά τέλεια μοιάζει και συχνά μένεις να σκρολάρεις με τις ώρες στο ίνσταγκραμ και να αναρωτιέσαι πόσο άδικο είναι αυτό.

Το παραπάνω συναίσθημα είναι αρκετά γνώριμο στην εποχή μας, ονομάζεται «Fomo» (Fear of missing out) και περιγράφει αυτό ακριβώς το άγχος του να παρατηρείς τις φαινομενικά αψεγάδιαστες ζωές των άλλων στο διαδίκτυο και είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες της ανελευθερίας του πνεύματος μας.

Οι αψεγάδιαστες εικόνες του ίνσταγκραμ είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Η ζωή δεν είναι αψεγάδιαστη, είναι γεμάτη ατέλειες και εκεί κρύβεται η ομορφιά της.

Δεν μπορούμε να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι ούτε έχει νόημα να προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πάντα.

Σε μια εποχή που όλοι καλούμαστε να βρούμε την ψευδαίσθηση της ευτυχίας στο έχειν και στην εικόνα, η φωνή των Στωικών έρχεται να μας θυμίσει να παραμείνουμε πιστοί στις ουσιαστικές αρχές που μας προσδιορίζουν, του μοναδικού δρόμου για να νιώσουμε αληθινά ελεύθεροι.

Η ελευθερία, σύμφωνα με το στωικό φιλόσοφο Επίκτητο δεν είναι ούτε νομικό καθεστώς ούτε η δυνατότητα να κυκλοφορούμε ελεύθεροι. Είναι ο πνευματικός προσανατολισμός των ανθρώπων που έχουν ανοσία στην αναστάτωση και την απογοήτευση, επειδή οι επιθυμίες και οι αποφάσεις τους εξαρτώνται από τους ίδιους και δεν αφορούν τίποτα απ’ όσα δεν μπορούν να αποκτήσουν από μόνοι τους.

Προσπαθώντας να τους έχεις όλους ικανοποιημένους

Μπορεί να θεωρείσαι ελεύθερος άνθρωπος αλλά αν για παράδειγμα αγχώνεσαι τόσο πολύ για τη γνώμη των άλλων, που τρέχεις διαρκώς προσπαθώντας να τους έχεις όλους ικανοποιημένους… τότε δεν είσαι πραγματικά ελεύθερος, έτσι δεν είναι;

Ελευθερία σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, να επιλέγεις να πορεύεσαι με βάση τα θέλω σου και να σκέφτεσαι κριτικά όσα συμβαίνουν γύρω σου, να μη σε νοιάζει η γνώμη των άλλων.

«Όποιος θέλει να είναι ελεύθερος, δεν πρέπει να επιθυμεί ή να αποφεύγει κάτι που εξαρτάται από τους άλλους, αλλά να περιοριστεί μόνο σε εκείνα στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο».

Σύμφωνα με τον Επίκτητο, μπορούμε να είμαστε εξωτερικά ελεύθεροι και εσωτερικά δούλοι.

Αντιστρόφως, θα μπορούσαμε να είμαστε κυριολεκτικά φυλακισμένοι, αλλά εσωτερικά απαλλαγμένοι από την απογοήτευση και τη δυσαρμονία, άρα στην πραγματικότητα τόσο ελεύθεροι, ώστε να είμαστε υπεύθυνοι για την ευημερία μας και να μας λείπουν ελάχιστα ή και τίποτα που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μόνοι μας.

Ο Επίκτητος μιλά για τη σημασία της ελευθερίας γνωρίζοντας από πρώτο χέρι πώς είναι να ζει κανείς χωρίς αυτή. Γεννήθηκε δούλος την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δούλος ακόμα και το όνομά του το αντιπροσώπευε την ανελευθερία του (σημαίνει «αποκτηθείς»). Υπήρξε δούλος στην υπηρεσία του Επαφρόδιτου, ενός ισχυρού άνδρα στη Ρώμη του Νέρωνα.

Άρχισε να μιλά δημόσια και να διδάσκει την αξία της ελευθερίας, ήταν πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση του. Όμως, η εμπειρία της δουλείας άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της σε όλη τη φιλοσοφία του. Ασπάστηκε τη στωική φιλοσοφία και τα διδάγματά του είναι επίκαιρα μέχρι και σήμερα.

Πραγματικά η ζωή είναι απρόβλεπτη και δεν έχουμε κανέναν απολύτως έλεγχο σε αυτή, όμως μπορούμε να ελέγξουμε το πώς θα αντιδράσουμε σε όσα μας συμβαίνουν και εκεί κρύβεται το μυστικό της φιλοσοφίας του Επίκτητου.

Όλοι μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι, αρκεί να μάθουμε να προσδίδουμε ύψιστη αξία σε ό,τι μπορούμε να ελέγξουμε (τα κίνητρά μας και τις αντιδράσεις μας), να αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία ό,τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε, και να αναζητούμε ευκαιρίες να κάνουμε το καλό και να είμαστε καλά παρά την κακοτυχία μας ή τα όσα μας συμβαίνουν ως συνέπεια των πράξεων άλλων ανθρώπων.

William James: Οτιδήποτε μπορείς να κρατήσεις σταθερά στην φαντασία σου, μπορεί να γίνει δικό σου

Οι συνεισφορές του William James τόσο στην φιλοσοφία όσο και στην ψυχολογία έδωσαν φως σε πολλές θεωρίες και επεξηγηματικά μοντέλα και στους δύο κλάδους. Θεωρείται ο πατέρας της Αμερικάνικης ψυχολογίας λόγω της ρεαλιστικής και λειτουργικής προσέγγισης του. Τα ακόλουθα αποφθέγματα του συνοψίζουν την αντίληψη του για την ψυχολογία.

Γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες σε πλούσια οικογένεια. Η δεκαετία του ’70 ήταν μια κρίσιμη καμπή στην ζωή του. Πέρασε μια βαθιά συναισθηματική κρίση, παντρεύτηκε και άρχισε να δουλεύει ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1872. Από τότε, αφιερώθηκε στο να μελετήσει σε βάθος την σχέση ανάμεσα στις συνειδητές και συναισθηματικές καταστάσεις.

Το πρώτο του βιβλίο «Οι αρχές της ψυχολογίας» τον έκανε έναν πολύ σημαντικό στοχαστή. Έγινε επίσης η μεγαλύτερη συνεισφορά του στην έρευνα της ψυχολογίας. Αυτός ο συγγραφέας άφησε μια σειρά από θαυμάσια αποφθέγματα που κατέχουν μεγάλη σημασία και σοφία.

«Οτιδήποτε μπορείς να κρατήσεις σταθερά στην φαντασία σου, μπορεί να γίνει δικό σου».

Το μυαλό ως αντικείμενο γνώσης

Ο William James ίδρυσε το εργαστήριο ψυχολογίας στο Χάρβαρντ όπου ξεκίνησε την Σχολή Λειτουργικής Ψυχολογίας. Αυτό το μοντέλο επικεντρώνεται στην μελέτη του μυαλού ως ένα λειτουργικό και σημαντικά χρήσιμο μέρος του σώματος.

«Η μεγαλύτερη ανακάλυψη της γενιάς μου είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την ζωή του αλλάζοντας την στάση του.»

Έβλεπε την συνείδηση ως ποτάμι, μια συνεχόμενη ροή σκέψεων, ιδεών και νοητικών εικόνων. Γι αυτό τον λόγο, δεν υπάρχει τίποτα στο μυαλό που μπορεί να απομονωθεί ή να αποθηκευτεί για μελέτη, δεδομένου ότι τα πάντα μπορούν να κατανοηθούν μόνο σε αυτό το πλαίσιο.

«Το πιο αμετάβλητο εμπόδιο στην φύση βρίσκεται ανάμεσα στις σκέψεις ενός ανθρώπου και ενός άλλου.»

«Η πίστη δημιουργεί το πραγματικό γεγονός.»

Οι απρόσιτες σκέψεις μας

Ο William James πίστευε ότι τα πιστεύω, οι ιδέες και οι σκέψεις μας ανήκουν στον καθένα μας, πράγμα που μας καθιστά απρόσιτους στους άλλους. Αυτή η ιδέα της ιδιωτικοποίησης ή του αδιαπέραστου είχε έντονες επιπτώσεις στην φιλοσοφική μας αντίληψη για την ψυχολογία.

«Όταν δύο άτομα συναντιούνται, είναι παρόντες έξι άνθρωποι. Υπάρχει ένας άνθρωπος όπως βλέπει τον εαυτό του, ένας όπως τον βλέπει ο άλλος και ένας άλλος όπως είναι στην πραγματικότητα.»

Με κάποιον τρόπο, αυτό ήταν για να αναγνωρίσουμε έναν περιορισμό: παραδεχόμαστε ότι η πειραματική ψυχολογία δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει πλήρως το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη σκέψη. Έτσι, μελετώντας το ανθρώπινο μυαλό, μελετάμε στην πραγματικότητα μια αφηρημένη έννοια, τον «εαυτό».

«Η άποψη μας για τον κόσμο διαμορφώνεται από αυτό που αποφασίζουμε να ακούσουμε.»

Μια ρεαλιστική εστίαση: η λειτουργία του μυαλού

Η βασική ιδέα αυτού του μοντέλου είναι ότι η αλήθεια είναι αυτή που πραγματικά λειτουργεί. Εδώ, η έννοια «αλήθεια» βασίζεται στην χρησιμότητα. Δηλαδή, με ρεαλιστικούς όρους, αυτό που είναι αληθινό, είναι αυτό που είναι χρήσιμο. Οι συνέπειες, οι επιπτώσεις και αυτά που λαμβάνουμε από κάτι μας επιτρέπουν να το κατηγοριοποιήσουμε ως αληθινό ή ψεύτικο.

«Καθώς δεν υπάρχει χειρότερο ψέμα από μια παρεξηγημένη αλήθεια από αυτούς που την ακούν.»

Αυτό είναι ένα από τα πιο διάσημα αποφθέγματα του, αν και επιβλητικό, κάνει τις ιδέες του για την αλήθεια πολύ ξεκάθαρες. Γι' αυτόν δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, μάλλον απλές απόψεις.

«Δεν υπάρχει καμία απολύτως κοινή και καθολική άποψη».

Το επόμενο απόφθεγμα μιλά για το πώς δημιουργούμε το δικό μας νόημα για τις εμπειρίες ή τις συμπεριφορές με βάση τα αποτελέσματα. Δηλαδή, κρίνουμε τα πράγματα με τα γεγονότα, και αυτός μπορεί να είναι ένας πολύ σχετικός τρόπος για να βρούμε το νόημα.

«Αν πιστεύετε ότι με το να νιώθετε άσχημα ή με το να ανησυχείτε θα αλλάξει ένα παρελθοντικό ή ένα μελλοντικό γεγονός, τότε κατοικείτε σε έναν άλλον πλανήτη με διαφορετικό σύστημα πραγματικότητας.»

Πρότεινε μια από τις κύριες ψυχοφυσιολογικές θεωρίες για τα συναισθήματα

Είναι γνωστή ως η θεωρία James-Lange. Την πρότεινε ταυτόχρονα με -αν και ανεξάρτητα από- τον Carl Lange το 1884. Βασίζεται στην ιδέα ότι το συναίσθημα είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής αντίληψης των φυσιολογικών αλλαγών. Αυτό σημαίνει ότι δεν κλαίμε γιατί είμαστε λυπημένοι, είμαστε λυπημένοι γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι κλαίμε.

«Η πράξη φαίνεται να ακολουθεί το συναίσθημα, αλλά στην πραγματικότητα η πράξη και το συναίσθημα πάνε μαζί. Και ρυθμίζοντας την πράξη που βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο της θέλησης, μπορούμε να ρυθμίσουμε έμμεσα το συναίσθημα.»

Αυτή η θεωρία είναι «ψυχοφυσιολογική» επειδή μιλά για την σχέση μεταξύ των σωματικών αλλαγών και της αντίληψης των ερεθισμάτων που προκαλούν το συναίσθημα.

Αυτά τα αποφθέγματα συμβολίζουν τα πιο αξιοσημείωτα πράγματα για τον τρόπο σκέψης του William James. Σκέψεις που για πολλούς τον έκαναν τον πατέρα της ψυχολογίας.

Ο κύκλος της ζωής επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά

Όταν ένα αστέρι πεθαίνει, όλη η ενέργεια που είναι αποθηκευμένη στο εσωτερικό του πυρήνα του, εκτοξεύεται προς τα έξω με απίστευτη δύναμη. Η ενέργεια του απελευθερώνεται σε μια κατακλυσμιαία στιγμή εξαλείφοντας την ύπαρξη του. Με την πάροδο του χρόνου από τα λείψανα αυτά του άστρου, θα δημιουργηθούν και άλλα νέα άστρα. Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής, ο κύκλος του σύμπαντος.

Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής.

Σαν ένα αστέρι είναι ο άνθρωπος, αλλά και σαν ένα λουλούδι, μέρος αμετάκλητο και αυτός της φύσης. Ανθίζει, μαραίνεται κι έπειτα χάνεται. Γίνεται γη κι από τους σπόρους που αφήνει πίσω του δημιουργείται νέα ζωή και ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Ίσως αυτό να είναι η αθανασία. Γι' αυτό έχουμε τόσο έντονη την ανάγκη της αναπαραγωγής, το βιολογικό μας κάλεσμα να αφήνουμε πίσω μας απογόνους. Με την νέα ζωή, αφήνουμε μέρος της δίκης μας ύπαρξης, σαν την συνέχεια μας.

Τα λίγα χρόνια που έχουμε ακόμα να ζήσουμε, μοιάζουν ασήμαντα μπροστά στον απέραντο χρόνο της αιωνιότητας. Οι άνθρωποι που το κατανοούν αυτό σέβονται την ζωή. Ξέρουν πως δεν πεθαίνουν, απλά σταματούν να υπάρχουν όπως γνωρίζουν.

Όταν καταλάβει κανείς ποσό εύθραυστα και ονειρικά είναι όλα γύρω μας τόσο πιο εύκολα θα συνειδητοποιήσει την αιωνιότητα της εσωτερικής μας φύσης.

Όταν όμως βιώνουμε τον θάνατο αγαπημένων μας ανθρώπων, είναι πολύ σκληρό. Όταν συμβαίνει αυτό, πρέπει να έχουμε πίστη πως θα γίνουμε ευτυχισμένοι και πάλι μια μέρα.

Γιατί το φως είναι πιο δυνατό από το σκοτάδι.

Αντιμετωπίζοντας από κοντά τον θάνατο, πρέπει να παραδοθούμε στην θλίψη και να μην μιλάμε εάν δεν επιθυμούμε, όσο καιρό και αν χρειαστεί. Με την πάροδο του χρόνου, θα πάψουν να κυλάνε συχνά δάκρυα από το πρόσωπο μας και θα κλαίμε κρυφά μόνο τις νύχτες. Μετά από καιρό θα συμβαίνει όλο και λιγότερο ωσότου έρθει η στιγμή που θα είμαστε απλά ήσυχοι.

Το αίμα που τρέχει στις φλέβες μας θα μας κάνει και πάλι να ζήσουμε. Διότι η ζωή, είναι πιο δυνατή από τον θάνατο.

Εκείνη την μέρα που θα παραδεχτούμε πως ο θάνατος αποτελεί μέρος της ζωής θα καταφέρουμε να ζήσουμε όπως όταν ήταν κοντά μας οι άνθρωποι αυτοί. Με την διαφορά ότι από εκεί ψηλά μπορούν να κάνουν την ζωή μας ακόμα πιο φωτεινή. Τότε θα γίνουμε ευτυχισμένοι και πάλι.

Ο θάνατος μας τρομάζει μόνο επειδή δεν τον κατανοούμε. Το να φύγεις από την ζωή λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα δεν έχει καμία σημασία. Αλλά το να ζεις με θάρρος, ν´ αγαπάς, να μπορείς να διακρίνεις την ομορφιά στο κάθε τι, είναι που κάνουν την παραμονή μας στον κόσμο να αξίζει. Όσο και αν διαρκέσει.

Η ίδια η φύση μας διδάσκει πως η ζωή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τον θάνατο. Όπως έρχεται η άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, έπειτα ο χειμώνας, έτσι και ο άνθρωπος, γεννιέται, αποκτά τα νιάτα του, γερνάει και πεθαίνει. Ο κύκλος της ζωής επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, μέσα στους κύκλους του χρόνου.

Δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβόμαστε τον θάνατο, όπως η μέρα δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται την νύχτα. Η κάθε νέα μέρα διδάσκει την επόμενη όπως και η κάθε νέα ζωή που έρχεται στον κόσμο, διδάσκεται από την προηγούμενη.

«Κάθε φορά που γεννιέται ένας άνθρωπος το ρολόι της ανθρώπινης ζωής κουρδίζεται για μια ακόμα φορά και επαναλαμβάνει την ίδια μουσική που έχει ήδη παιχτεί αμέτρητες φορές, μοτίβο, μοτίβο και μέτρο, μέτρο, χωρίς σημαντικές παραλλαγές»  -Άρθουρ Σοπενχάουερ

Σου είπαν και σένα ότι η αγάπη πονάει

Κι εσύ τους πίστεψες και θωράκισες την καρδιά σου. Τη διπλοκλείδωσες με λουκέτο ασφαλείας και τη διέταξες να πάψει και να χτυπά ακόμα. Κι όταν αυτή δεν σε άκουγε και ξεπόρτιζε, εσύ της φώναζες ότι θα την πληγώσουν, θα τη βασανίσουν, θα τη σκοτώσουν!

Σου είπαν και σένα ότι η αγάπη πονάει…

Κι εσύ που φοβόσουν μην πονέσεις, κλεινόσουν όλο και περισσότερο στον εαυτό σου. Φόρεσες τη μάσκα της αδιαφορίας και έμαθες να την απαξιώνεις. Έπαψες να την εμπιστεύεσαι και μαζί μ’ αυτή και τους ανθρώπους. Άλλωστε αρκετό πόνο δεν έχεις βιώσει; Όχι, “ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω”, έλεγες συχνά στον εαυτό σου και την προσπερνούσες. Κι αν κάποιες φορές ξέφευγες λίγο και της έριχνες μια κλεφτή ματιά, με την πρώτη αναποδιά επιβεβαίωνες την αρχική σου άποψη και λάκιζες!

Η αγάπη πονάει σου έλεγαν…

Μα η καρδιά είναι ανυπότακτη σου λέω, δεν φυλακίζεται! Σπάει λουκέτα, λυγίζει σίδερα, ξεσκίζει σώματα και βγαίνει τσάρκα όποτε γουστάρει! Γιατί δημιουργήθηκε για να χτυπάει δυνατά και ν’ αγαπάει. Γιατί είναι φτιαγμένη από σπάνιο υλικό και όσο κι αν ματώνει, έχει μια μαγική ικανότητα να θεραπεύεται και να ξαναρίχνεται στη μάχη πιο δυνατή κατάλαβες; Γιατί το υλικό αυτό, λέγεται αγάπη κι εσύ αντί να αφήνεσαι, την πολεμάς!

Σου είπαν και σένα ότι η αγάπη πονάει..

Αλλά σου είπαν ψέματα! Γιατί η αγάπη θεραπεύει τον πόνο. Η αγάπη ζεσταίνει την καρδιά και το σώμα παύει να κρυώνει. Η αγάπη λυτρώνει. Η αγάπη σου χαρίζει ευτυχία και σε κάνει να γελάς. Η αγάπη σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Η αγάπη σε ομορφαίνει. Η αγάπη πολλαπλασιάζει τη δύναμή σου και σε κάνει να αντέχεις όλα αυτά που υπό άλλες συνθήκες δε θα άντεχες!

Σου λένε οι δειλοί ότι η αγάπη πονάει…

Αλλά εγώ σου λέω ότι ο εγωισμός τη σκοτώνει.
Η ατολμία τη νικά
Η προδοσία την απαξιώνει.
Η μιζέρια τη βασανίζει.
Το μίσος την αφανίζει.
Η αδιαφορία την τελειώνει.
Η αμοιβαιότητα την στέφει νικήτρια!

Κι αν σου είπαν ότι η αγάπη πονάει, εσύ άνθρωπε μην τους ακούς, αγάπα!
Κι αν σου λένε ότι η αγάπη βασανίζει, πες τους ότι εμείς οι άνθρωποι με τις πράξεις μας την κάνουμε να ματώνει, μα αυτή πάντα θα θριαμβεύει ακούς;

ΕΝΟΧΗ

Η ενοχή είναι το αντίστροφο τou θυμού. Αισθανόμαστε θυμό όταν μας προσβάλλει κάποιος. Αισθανόμαστε ενοχή όταν εμείς προσβάλλουμε κάποιον, ή παραβιάζουμε κανόνες. Μπορώ να απαριθμήσω δέκα τουλάχιστον διαφορετικές αποχρώσεις αυτού του καταστροφικού συναισθήματος, πέρα από την ενοχή που αισθάνομαι όταν δεν τηρώ μια δέσμευσή μου. Απλώς για να θυμηθούμε μερικές, σκεφτείτε την ενοχή που μπορεί να νιώσετε αν καθυστερήσετε στη δουλειά σας, ή όταν δεν προλαβαίνετε μια διορία. Ας μην ξεχνάμε και την ενοχή που μπορούν να σας «φορτώσουν» οι γονείς σας αν αμελήσετε να τους τηλεφωνήσετε για πάνω από μία εβδομάδα, ή επιλέξετε να ζήσετε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους. Ακόμη, έχουμε την ικανότητα να φορτίζουμε τον εαυτό μας με ενοχές για κάτι που κάναμε, αλλά και που δεν κάναμε: για το ότι δεν πήγαμε στο μάθημα της γιόγκα, ας πούμε, ή για το ότι δεν αντισταθήκαμε σ’ εκείνα τα ακαταμάχητα τραγανά πατατάκια, ή για το ότι δεν κόψαμε το κάπνισμα. Επίσης, αν ξεχάσουμε να απαντήσουμε σε ένα σημαντικό μέιλ μπορεί να βασανιζόμαστε από ενοχές για μια ολόκληρη εβδομάδα. Μας τρώνε οι ενοχές και όταν αισθανόμαστε ότι αγνοήσαμε τους συνεργάτες μας, ή τους φερθήκαμε απότομα, ή ακόμη και όταν είμαστε πιο επιτυχημένοι από αυτούς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να αισθάνονται ενοχές επειδή είναι ευτυχισμένοι!

Χρησιμοποιούμε, επίσης, την ενοχή για να χειριστούμε τους άλλους. Μπορούμε να γεμίσουμε με ενοχές έναν υπάλληλό μας για τα λάθη που έκανε, ή να αναγκάσουμε ένα μέλος της οικογένειάς μας να αισθάνεται ενοχές επειδή απαιτεί υπερβολικά πολλά ή προσφέρει υπερβολικά λίγα. Για τους θρησκευόμενους, η ενοχή είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ο φρουρός όλων των πράξεων τους. Και η λίστα με τις διαφορετικές αποχρώσεις της ενοχής, δεν τελειώνει εδώ.

Σε καθημερινή βάση, και με την πάροδο του χρόνου, το φορτίο της ενοχής αυξάνεται αδιάκοπα και ριζώνει τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε γίνεται σχεδόν αδύνατον να το εξαλείψουμε.

Η ενοχή μάς φορτίζει με φόβο. Η ενοχή κατατρώει. Δαγκώνει. Επιτίθεται ανελέητα. Μοιάζει με βαρύ φορτίο. Τέτοιες είναι οι μεταφορές που της αρμόζουν.

Ανεξάρτητα του πόσο έντονη αισθανόμαστε σε προσωπικό επίπεδο την πίεση της ενοχής, είναι σχεδόν σίγουρο ότι ξοδεύουμε -ή μάλλον χάνουμε- πολύ χρόνο κλωθογυρίζοντας την στο μυαλό μας. Φανταστείτε για λίγο μια ζωή -την κοινωνική και διαπροσωπική ζωή σας- κενή από οποιαδήποτε μορφή ενοχής. Αν δεν έχετε ήδη απορρίψει τούτη τη σκέψη ως γελοία, και λαμβάνετε σοβαρά υπόψη σας τη δυνατότητα μιας ζωής χωρίς ενοχές, πιθανότατα θα σκεφτείτε: πόσο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθα! Αν αναλογιζόμασταν όλες τις διαφορετικές περιστάσεις και συνθήκες που μπορούν να γεννήσουν ή να παρατείνουν τις ενοχές, σίγουρα θα κερδίζαμε πολύ χρόνο και το μυαλό μας θα ηρεμούσε.

Ωστόσο, αν δεν νιώθαμε, ή δεν μπορούσαμε να νιώθουμε ενοχή, θα κάναμε διαρκώς λάθη. Δεν θα είχαμε κανένα κίνητρο να τροποποιήσουμε ή να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά μας. Θα περιφρονούσαμε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής ή ηθικής νόρμας, θα παραβλέπαμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Οι μπαζωμένοι δολοφόνοι μάχονται με τις ενοχές τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αντιθέτως, οι ψυχοπαθείς δεν αισθάνονται συχνά ενοχές. Συνεπώς, βιολογικά, η ενοχή έχει εξελιχθεί σε ένα κοινωνικό διορθωτικό εργαλείο που διασφαλίζει ότι δεν θα συμβούν ή δεν θα επαναληφθούν ορισμένες πράξεις. Σμιλεύει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Περιορίζει το προσωπικό συμφέρον και δημιουργεί χώρο για αλτρουιστικές και κοινωνικά ωφέλιμες πράξεις. Το αίσθημα της ενοχής είναι δυσάρεστο, διαρκές και εξαλείφεται δύσκολα, ωστόσο εμπνέει πράξεις που αποσκοπούν στην επανόρθωση μιας ζημιάς (για παράδειγμα, μια συγγνώμη) και επιχειρεί να σταματήσει, να αποτρέψει ή να αντισταθμίσει τις συνέπειες μιας προσβολής. Συνεπώς, η ενοχή αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για να ενεργούμε με ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους και να διορθώνουμε τη διαγωγή μας.

Γι’ αυτούς είναι ευκολότερο ν’ αντέξουν άλλους παρά τον εαυτό τους

Γενικά, πάντως, ο καθένας δεν μπορεί να βρίσκεται σε τέλεια αρμονία παρά μόνο με τον εαυτό του και όχι με τον φίλο του ή την ερωμένη του, καθώς οι διαφορές προσωπικότητας και ιδιοσυγκρασίας επιφέρουν σε κάθε περίπτωση μια, έστω και μικρή, δυσαρμονία. Ως εκ τούτου, την αληθή, βαθιά ψυχική γαλήνη και τέλεια αταραξία του θυμικού δεν την βρίσκει κανείς παρά μόνο στην μοναχικότητα. 

Εάν, τώρα, η προσωπικότητα κάποιου είναι μεγάλη και πλούσια, τότε ο άνθρωπος αυτός απολαμβάνει την πλέον ευτυχή κατάσταση που είναι δυνατόν να βρεθεί σ’ αυτόν τον πενιχρό κόσμο. Ναι, ας το πούμε ανοιχτά: όσο στενά και αν συνδέουν τους ανθρώπους η φιλία, ο έρωτας και ο γάμος, απόλυτα ειλικρινής είναι ο καθένας, σε τελική ανάλυση, μόνο με τον εαυτό του ή το πολύ πολύ και με το παιδί του.

Από όλα τούτα προκύπτει ότι στην καλύτερη κατάσταση βρίσκεται εκείνος που δεν έχει βασισθεί παρά στον εαυτό του και είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις. Επιπλέον, όσα περισσότερα έχει κανείς καθ’ εαυτόν τόσα λιγότερα μπορεί να βρει εκτός του. Ένα κάποιο αίσθημα πλήρους αυτάρκειας είναι αυτό που αποτρέπει τους ανθρώπους μ’ εσωτερική αξία κι εσωτερικό πλούτο να κάνουν τις διόλου ασήμαντες θυσίες που απαιτεί η συναναστροφή μ’ άλλους, πόσο μάλλον να την επιδιώξουν απαρνούμενοι τον εαυτό τους.

Το ακριβώς αντίθετο κάνει τους συνηθισμένους ανθρώπους τόσο κοινωνικούς και καλόβολους: γι’ αυτούς είναι ευκολότερο ν’ αντέξουν άλλους παρά τον εαυτό τους. Σε τούτα δε προστίθεται και το γεγονός πως ό,τι έχει πραγματική αξία δεν εκτιμάται από τους ανθρώπους, ενώ ό,τι εκτιμάται δεν έχει αξία. Τεκμήριο και συνάμα συνέπεια αυτού αποτελεί ο αποτραβηγμένος βίος κάθε αξιοπρεπούς και εξέχοντος ανθρώπου.

Σύμφωνα μ’ όλα τούτα, για τον άνθρωπο που έχει κάτι το αξιόλογο μέσα του, ο περιορισμός των αναγκών του, όταν τούτο απαιτείται προς διατήρηση ή επέκταση της ελευθερίας του, και, συνεπώς, ο προθυμότατος συμβιβασμός του με τα ολίγα, αφού είναι βέβαια αναπόφευκτο να συσχετίζεται με τους ανθρώπους, συνιστά αυθεντική σοφία της ζωής.

Οι φανατικοί εχθροί της μοναξιάς

Δεν βλέπω ωστόσο γιατί αυτή η ανάγκη συντροφιάς, αυτή η ισχυρή επιθυμία συναναστροφής, συγκαταλέγεται στα υπέρ μας και αναφέρεται ως ανθρώπινη αυταξία που δεν απαντά στα άλλα ζώα. Διότι, για να είναι μια απόδειξη της φυσικής μας υπεροχής και της ύπαρξης στον ανθρώπο μιας γενναιόδωρης αγάπης που υπερβαίνει τον εαυτό του και αγκαλιάζει ολόκληρο το είδος του, η ανάγκη για συντροφιά (και, αντίστοιχα, η απέχθεια της μοναξιάς) θα έπρεπε να είναι εξόφθαλμη και ιδιαιτέρως ισχυρή στους καλύτερους του είδους μας, στους ανθρώπους με τη μεγαλύτερη ευφυΐα, τα μεγαλύτερα ταλέντα και τις περισσότερες αρετές. 

Όμως τα πιο αδύναμα πνεύματα, τα λιγότερο ικανά να χαλιναγωγήσουν τα πάθη τους, οι ένοχες συνειδήσεις που τρέμουν στην ιδέα να μείνουν μόνες με τον εαυτό τους, καθώς και οι άνθρωποι δίχως αξία, οι οποίοι είναι ανίκανοι να παραγάγουν από μόνοι τους οτιδήποτε χρήσιμο, αυτοί είναι οι φανατικότεροι εχθροί της μοναξιάς – προτιμούν οποιαδήποτε συντροφιά παρά να μείνουν χωρίς συντροφιά.

Ενώ οι γνωστικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται και μελετούν τα πράγματα και οι οποίοι δεν είναι έρμαιο των παθών τους, πρόθυμα και χωρίς πρόβλημα μπορούν να μείνουν μοναχοί. Θ’ αποφύγουν είκοσι, παρέες προκειμένου να μην υποστούν την κακοφωνία, τη βλακεία και την προπέτεια, και θα προτιμήσουν το γραφείο τους ή έναν κήπο προκειμένου να μη συναντήσουν τίποτε δυσάρεστο και προσβλητικό για το καλό τους γούστο – ή ακόμα και την έρημο για ν’ αποφύγουν τη συναναστροφή με ορισμένους ανθρώπους.

Ζούμε περισσότερο άθλια ζωή λόγω της τύχης ή του ίδιου του εαυτού μας

 ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΤΕΡΟΝ ΤΑ ΨΥΧΗΣ
Ή ΤΑ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΑΘΗ ΧΕΙΡΟΝΑ

Ο Όμηρος, αφού παρατήρησε τα θνητά γένη των ζωντανών πλασμάτων και τα συνέκρινε μεταξύ τους ως προς τη ζωή και τις συνήθειές τους, διακήρυξε πως τίποτα δεν είναι το πιο αξιολύπητο από τον άνθρωπο απ’ όλα όσα ανασαίνουν και κινούνται πάνω στη γη, αποδίδοντας στον άνθρωπο το ατυχές πρωτείο στην υπεροχή των κακών.

Εμείς όμως, σαν ν’ αναγνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι ο νικητής ως προς την κακοδαιμονία και έχει αναγορευτεί το πιο αξιολύπητο απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα, ας τον συγκρίνουμε με τον εαυτό του, χωρίζοντας το σώμα και την ψυχή, στον αγώνα των ξεχωριστών τους κακοδαιμονιών, έργο όχι ανώφελο αλλά κατ’ εξοχήν αναγκαίο, για να μάθουμε αν ζούμε περισσότερο άθλια ζωή λόγω της τύχης ή του ίδιου του εαυτού μας.

Ενώ, δηλαδή, η αρρώστια αναπτύσσεται στο σώμα από τύχη, η κακία και η φαυλότητα στην ψυχή είναι πρώτα έργο της ίδιας της ψυχής και μετά πάθος της. Δεν έχουμε μικρό όφελος όσο αφορά την ψυχική ηρεμία, αν το χειρότερο είναι ιάσιμο, όντας και ελαφρότερο και λιγότερο έντονο.

Η αλεπού του Αισώπου, όταν μαζί με τη λεοπάρδαλη κρινόταν δικαστικά σχετικά με το ποια από τις δύο ήταν περισσότερο πολύχρωμη, αφού η λεοπάρδαλη είχε δείξει το σώμα της με τη γυαλιστερή επιφάνεια γεμάτη βούλες και ενώ το ξανθό χρώμα της αλεπούς ήταν τραχύ και όχι ευχάριστο στην όψη, “Αν κοιτάξεις μέσα μου δικαστή”, είπε, “θα δεις πως είμαι πιο πολύχρωμη από αυτήν”, δηλώνοντας το ποικιλόμορφο του χαρακτήρα της που αλλάζει πολλές όψεις ανάλογα με την ανάγκη. Ας πούμε λοιπόν και στη δική μας περίπτωση ότι πολλά από τα νοσήματά σου και τα πάθη σου, άνθρωπε, δημιουργεί κατά φυσικό τρόπο το σώμα σου μόνο του, ενώ άλλα προκαλούνται σ’ αυτό απ’ έξω. Αν ανοίξεις τον εαυτό σου από μέσα, θα βρεις, όπως λέει ο Δημόκριτος, “αποθήκευση και συγκέντρωση κάθε λογής και μορφής κακών”, τα οποία δεν εισρέουν απ’ έξω αλλά είναι σαν να έχουν υπόγειες τις πηγές τους και σαν να βγαίνουν από τη γη, τις οποίες κάνει να ξεπηδούν η κακία, που βρίθει και αφθονεί σε πάθη. Αν, ωστόσο, οι αρρώστιες στη σάρκα γίνονται αντιληπτές με το σφυγμό και την ωχρότητα και η παρουσία τους επιβεβαιώνεται με πυρετούς και ξαφνικούς πόνους ενώ τα κακά στην ψυχή ξεφεύγουν από την προσοχή των περισσότερων ανθρώπων, για το λόγο τούτο ακριβώς είναι χειρότερα κακά, αφού στερούν την αντίληψη του πάσχοντος.

Παρ’ ότι ο λογισμός, αν είναι υγιής, αντιλαμβάνεται τις ασθένειες που προσβάλλουν το σώμα, ωστόσο, πάσχοντας και ο ίδιος από αυτά που πάσχει η ψυχή, δεν μπορεί να διαμορφώσει κρίση για τις δικές του παθήσεις, γιατί πάσχει στο μέρος με το οποίο κρίνει· από τις αρρώστιες της ψυχής, επίσης, πρέπει κάποιος να λογαριάζει πρώτη και μεγαλύτερη την άγνοια, που κάνει την ανίατη κακία να συγκατοικεί με τους περισσότερους ανθρώπους, να παραμένει μαζί τους για όλη τους τη ζωή και να πεθαίνει μαζί τους.

Αρχή της απαλλαγής από την αρρώστια είναι η συναίσθηση που οδηγεί το πάσχον μέρος στη χρήση αυτού που θα το βοηθήσει· ο άνθρωπος όμως που, επειδή δεν πιστεύει ότι πάσχει, δεν ξέρει τι χρειάζεται, αρνείται το φάρμακο που θα τον θεραπεύσει, ακόμα κι αν το έχει μαζί του.

Και για τις αρρώστιες του σώματος, δηλαδή, ισχύει ότι χειρότερες είναι κείνες που συνοδεύονται από ανικανότητα ν’ αντιληφθούμε την κατάσταση του σώματος, όπως οι λήθαργοι, οι κεφαλαλγίες, οι επιληψίες και κείνοι ακριβώς οι πυρετοί που, ανεβάζοντας τη φλεγμονή μέχρι παραληρήματος και διαταράσσοντας την αίσθηση, σαν σε μουσικό όργανο, κινούν τις ίσαμε τότε ακίνητες χορδές της καρδιάς.

Για τούτο οι γιατροί επιθυμούν, κατ’ αρχάς, να μην αρρωσταίνει ο άνθρωπος και στη συνέχεια, αν αρρωστήσει, να μην αγνοεί ότι νοσεί, πράγμα που συμβαίνει με όλα τα ψυχικά πάθη. Όταν οι άνθρωποι ενεργούν ανόητα ή ασελγούν ή αδικοπραγούν, δεν πιστεύουν πως σφάλλουν και μερικοί μάλιστα πιστεύουν πως ενεργούν σωστά.

Παρ’ ότι, δηλαδή, κανείς δεν έχει ονομάσει ποτέ τον πυρετό υγεία ούτε τη φθίση ευεξία ούτε την ποδάγρα ταχυποδία ούτε την ωχρότητα κοκκινάδα, ωστόσο πολλοί ονομάζουν την οξυθυμία ανδρεία και τον έρωτα φιλία και τον φθόνο άμιλλα και τη δειλία ασφάλεια.

Ακόμα, ενώ οι άρρωστοι στο σώμα φωνάζουν γιατρό (αφού αντιλαμβάνονται ποιον χρειάζονται για τις παθήσεις τους), ωστόσο, εκείνοι που είναι άρρωστοι στην ψυχή αποφεύγουν τους φιλοσόφους, γιατί πιστεύουν πως πράττουν σωστά σε κείνα ακριβώς τα ζητήματα που σφάλλουν.

Γεγονός είναι πως, αν ακολουθήσουμε την παραπάνω συλλογιστική, υποστηρίζουμε πως η ελαττωματική όραση είναι ελαφρότερη από τη μανία και η ποδάγρα από τη φρενίτιδα.

Ο άνθρωπος, δηλαδή, που είναι άρρωστος στο σώμα το καταλαβαίνει και φωνάζει να του φέρουν το γιατρό, και, όταν έρθει, τον αφήνει να του αλείψει τα μάτια ή να του ανοίξει τις φλέβες.

Πράγματι, αυτός που είναι άρρωστος στο σώμα υποχωρεί αμέσως και πηγαίνει στο κρεβάτι και μένει ήσυχος όσο κρατάει η θεραπεία του, ενώ, αν τύχει, όταν του ανεβαίνει ο πυρετός, να τινάζεται λίγο και να κουνιέται εδώ κι εκεί, κάποιος από αυτούς που κάθονται κοντά του του λέει μαλακά:

Μείνε, δύστυχε, ακίνητος στο στρώμα σου, (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ)

κι έτσι τον σταματάει και τον εμποδίζει· εκείνοι όμως που πάσχουν από αρρώστιες της ψυχής τότε είναι πιο δραστήριοι, τότε ησυχάζουν λιγότερο.

Οι παρορμήσεις, δηλαδή, είναι η αρχή των πράξεων, και οι ανώμαλες καταστάσεις της ψυχής είναι σφοδρές παρορμήσεις. Για τούτο δεν αφήνουν την ψυχή να ησυχάσει, αλλά ακριβώς την ώρα που ο άνθρωπος χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ανάπαυση, σιωπή και χαλάρωση, τότε οι κρίσεις του θυμού, της φιλονικίας, του έρωτα και της λύπης τον τραβούν στο ύπαιθρο και τον γυμνώνουν, και εξαναγκάζεται να κάνει πολλές ανομίες και να λέει πράγματα ανάρμοστα για την περίσταση.

Όπως, λοιπόν, η καταιγίδα που εμποδίζει τον ναυτικό να μπει στο λιμάνι είναι πιο επικίνδυνη από κείνη που δεν του επιτρέπει να αποπλεύσει, έτσι πιο επικίνδυνες είναι οι καταιγίδες της ψυχής που δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να καταστείλει ή να γαληνέψει τον ταραγμένο του λογισμό· αντίθετα, ακυβέρνητος και ανερμάτιστος, σε ταραχή και άσκοπη περιπλάνηση, λοξοδρομώντας και χάνοντας την πορεία του μέσα στη παραφορά του, πέφτει σε φοβερό ναυάγιο και καταστρέφει τη ζωή του. Επομένως, και για τον λόγο τούτο επίσης είναι χειρότερο να νοσούν οι άνθρωποι στην ψυχή παρά στο σώμα· οι δεύτεροι μόνο πάσχουν, ενώ οι πρώτοι και πάσχουν και κάνουν κακό.

Τι χρειάζεται όμως να μιλάω για το πλήθος των παθών της ψυχής; Η παρούσα κατάσταση το θυμίζει από μόνη της.

Βλέπετε το τεράστιο αυτό και ανόμοιο πλήθος που σπρώχνεται και πάει και έρχεται μέσα σε σύγχυση γύρω από το βήμα και την αγορά;

Οι άνθρωποι αυτοί συγκεντρώθηκαν όχι για να θυσιάσουν στους θεούς της πατρίδας τους ούτε για να πάρουν μέρος ο ένας στις οικογενειακές τελετές του άλλου ούτε να φέρουν στον Ασκραίο Δία τους πρώτους καρπούς από τις Λυδικές σοδειές ούτε να τελέσουν προς τιμήν του Διόνυσου τη μυστική γιορτή του σε ιερές νύχτες με κοινά όργια, αλλά είναι σαν να καταλαμβάνεται η Ασία από ετήσια επιδημία που τους κάνει να συγκεντρώνονται εδώ σε καθορισμένους χρόνους για μηνύσεις και δίκες, ενώ το πλήθος, σαν ποτάμια που συρρέουν, κατακλύζει αυτήν εδώ την αγορά και κοχλάζει από μανία και φτιάχνει την αγριεμένη δίνη “εκείνων που παθαίνουν και κείνων που σκοτώνουν”.

Ποιοι πυρετοί ή ποιες θέρμες προκάλεσαν τούτο;

Ποιες αποφράξεις ή βίαιες εισβολές αίματος ή δυσκρασία θερμότητας ή ξεχείλισμα υγρών;

Αν εξετάσεις κάθε δικαστική υπόθεση σαν να ήταν άνθρωπος, για ν’ ανακαλύψεις τι τη γέννησε και από που προήλθε, θα βρεις πως πεισματική οργή γέννησε τη μια, έξαλλη φιλοδοξία την άλλη, την τρίτη άδικη επιθυμία…

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Η σοφία του χρήματος

Το χρήμα είναι απατηλό. Για το χρήμα δεν μπορούμε να πούμε τίποτα χωρίς να προσθέσουμε και το αντίθετό του: είναι χυδαίο και ευγενές, είναι μύθος και πραγματικότητα- χωρίζει και συνδέει τους ανθρώπους, τρομάζει όταν αφθονεί, όπως και όταν λείπει. Είναι ένα αγαθό που κάνει κακό, ένα κακό που ωφελεί. Τα πρώτα κέρματα, όπως μας λένε οι ιστορικοί, χρονολογούνται από την τρίτη χιλιετία π.Χ. στην Ουρ της Μεσοποταμίας και είχαν χαραγμένη τη μορφή της Ιστάρ (Ινάννα), της θεάς της γονιμότητας και του θανάτου, μια παράξενη δυαδικότητα. Το χρήμα είναι μια οικονομική γλώσσα κατανοητή σε όλους- ο καθένας μπορεί να το χειριστεί, ανεξαρτήτως λεξιλογίου και θρησκείας, να το μετατρέψει οπουδήποτε και αμέσως σε αντικείμενα και υπηρεσίες: βαθιά στην έρημο ή στα πιο απομακρυσμένα νησιά.

Το χρήμα προσφέρει τη μοναδική πολύτιμη αξία σ’ αυτό τον κόσμο: προσφέρει χρόνο, την ανεξάντλητη αφθονία του χρόνου. Υπό αυτή την έννοια, είναι απελευθερωτικό. Όταν λείπει, η ύπαρξη συρρικνώνεται σε ένα αιώνιο παρόν που μας φυλακίζει. Ξεχώριζα πάντοτε τον βιοπορισμό από το νόημα της ζωής.

Το χρήμα είναι μια υπόσχεση που επιδιώκει τη σοφία. Η έκφραση πρέπει να γίνει κατανοητή με διπλή έννοια: είναι σοφό να έχουμε χρήματα, είναι σοφό να αναρωτιόμαστε πάνω σ’ αυτά. Το χρήμα μάς αναγκάζει σε μια μορφή διαιτησίας ανάμεσα στο τι θέλουμε, τι μπορούμε και τι οφείλουμε. Κάνει τον κάθε άνθρωπο φιλόσοφο: σκέφτεται, υπολογίζει, μαθαίνει να ξοδεύει με τον καλύτερο τρόπο για τον ίδιο και τους άλλους. Το χρήμα αποκαλύπτει τον τσιγκούνη, τον σπάταλο, τον φιλάργυρο, τον ζηλόφθονο- όλοι προδίδονται όταν βάζουν το χέρι στην τσέπη. Με το χρήμα, κανείς δεν είναι απολύτως ειλικρινής: όσοι πιστεύουν ότι το μισούν στην πραγματικότητα το εξιδανικεύουν- όσοι το εξιδανικεύουν το υπερεκτιμούν- όσοι προσποιούνται ότι το περιφρονούν λένε ψέματα στον εαυτό τους. Προβληματικός ενθουσιασμός, άτοπη αποδοκιμασία. Αυτή είναι η δυσκολία. Αλλά αν η σοφία δεν είναι να αντιμετωπίζουμε και να κατανοούμε ό,τι εμφανίζεται ως σύμβολο τρέλας, τότε σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία;

Έτσι λυτρώθηκε ο Προμηθέας

Η αρχική περιοχή της Αρτέμιδος, το χοροστάστι της απάνω στις σπαθωτές βουνοπλαγιές και το αγαπημένο της βουνό, όπως ο Ταΰγετος, ήταν ο Ερύμανθος στη νοτιοδυτική γωνία της Αρκαδίας, όπου συνορεύει με την Αχαΐα και την Ήλιδα. Εκεί στάλθηκε ο Ηρακλής με την τέταρτη εντολή: να πιάση τον κάπρο. Όταν η θεά οργισμένη έστρεφε το πρόσωπό της σε μια χώρα, όπως στην Ιστορία του Μελεάγρου, έστελνε έναν μανιασμένο κάπρο, που κατάστρεφε τους αγρούς των χωρικών. Γι’ αυτό δεν αναφέρεται τίποτα εδώ, μόνο ότι οι κάτοικοι της Ψωφίδος παραπονιούνταν για τον Ερυμάνθιο κάπρο. Αλλά δεν ήταν αυτός πάλι ο λόγος που ο Ηρακλής έπρεπε να τον πιάση ζωντανό και να τον φέρη στις Μυκήνες. Στους γεωργούς θ’ αρκούσε, αν σκότωνε το ζώο.

Ο ήρωας περιπλανήθηκε κι αυτή τη φορά σ’ όλη την Αρκαδία κι έφτασε πρώτα στα δάση της Φολόης, του οροπεδίου ανάμεσα στην κοιλάδα του Αλφειού και στον Ερύμανθο. Σ’ αυτή την περιοχή κατοικούσαν οι Κένταυροι, που είχαν την ίδια φύση και τις ίδιες συνήθειες όπως οι ζωώδεις αντίπαλοι των Λαπιθών στη Θεσσαλία. Υπήρχαν επίσης και Λαπίθαι στα γύρω, με τους οποίους δεν είχε καμιά δουλειά ο Ηρακλής. Φιλοξενήθηκε εγκάρδια από τον Κένταυρο Φόλο, που κατοικούσε δω σε μια σπηλιά. Ο οικοδεσπότης του πρόσφερε ψητό κρέας, ενώ ο ίδιος έτρωγε ωμό. Σύμφωνα με μια διήγηση, ήταν μαζί τους και ο σοφός Κένταυρος Χείρων, ο πιο δίκαιος ανάμεσα στους Κενταύρους. Ο Χείρων είχε αποτραβηχτή από τους Θεσσαλούς Λαπίθας στην Πελοπόννησο και, αντί να κατοική στο Πήλιο, κατοικούσε στο Ακρωτήριο Μαλέα. Ζήτησε άραγε ο Ηρακλής κρασί, ή ήταν κι αυτό μέσα στη φιλοξενία του Φόλου; Άνοιξε το κοινό κρασί των Κενταύρων, που ο Φόλος το φύλαγε σ’ ένα μεγάλο πιθάρι.

Αυτό το κρασί θα πρέπη να ήταν δώρο του Διονύσου προορισμένο απ’ τον ίδιο το θεό για τον ήρωα. Ήταν ένα επικίνδυνο δώρο, που τη φύση του δεν την ήξεραν προφανώς οι Κένταυροι. Παλιοί αγγειογράφοι παριστάνανε μ’ ευχαρίστηση τη σκηνή, πως ο Ηρακλής άντλησε πρώτος από το μεγάλο βαρέλι.

Το άρωμα του κρασιού δελέασε τώρα και τους άλλους Κενταύρους, και το κενταυρικό συμπόσιο μεταβλήθηκε σε λίγο σε κενταυρική μάχη, που πάλι παρουσίαζαν ευχαρίστως οι καλλιτέχνες και οι αφηγητές. ‘Ισχυρίστηκαν ότι η μάχη απλώθηκε από το βουνό Φολόη μέχρι τη σπηλιά του Χείρωνος στο ακρωτήριο Μαλέα. Μέχρις εκεί θα κυνήγησε ο Ηρακλής με τα δηλητηριασμένα βέλη του τους Κενταύρους. Ένα βέλος, προορισμένο για τον Έλατο, αστόχησε και χτύπησε τον θεϊκό Χείρωνα. Μάταια προσπάθησε ο ήρωας να τον γιατρέψει με χειρονικά γιατρικά: το δηλητήριο της Ύδρας ήταν πολύ δραστικό.

Τραυματισμένος στο γόνατο ο Χείρων, δεν μπορούσε ούτε να γίνη καλά, αλλά ούτε και να πεθάνη. Έτσι αποτραβήχτηκε με την αγιάτρευτη πληγή του στη σπηλιά του και βασανιζόταν εκεί, μέχρι που μπόρεσε, αντί για τον βασανιζόμενο Προμηθέα, να προσφέρη στο Δία τον εαυτό του. Έτσι πέθανε ο Χείρων και λυτρώθηκε ο Προμηθεύς. Από ένα βέλος του Ηρακλέους πέθανε επίσης ο καλός Φόλος μ’ αυτό τον τρόπο: τράβηξε το δηλητηριασμένο βέλος από κάποιο πτώμα Κενταύρου κι απορούσε πως ένα τόσο μικρό πράγμα μπόρεσε να θανατώση ένα τόσο μεγάλο πλάσμα. Τότε το βέλος έπεσε στο πόδι του και σκότωσε και τον ίδιο. Ο Ηρακλής όμως έθαψε το φίλο του και πήρε το δρόμο για τον Ερύμανθο.

Εκεί καταδίωξε τον κάπρο από την κρυψώνα του. Τον παράσυρε στα χιόνια της κορυφής, τον έπιασε με μια θηλιά κι έριξε το ζώο στους ώμους του. Μετά τράβηξε για τις Μυκήνες, παίρνοντας και το ζώο μαζί του. Τότε ακολούθησε η από παλιά γνωστή σκηνή, που οι αγγειογράφοι απεικόνιζαν πάλι μ’ ευχαρίστηση. Ο ήρωας, με τ’ αγριογούρουνο στην πλάτη, πάτησε με το ένα του πόδι στην άκρη του υποχθόνιου πιθαριού, όπου είχε γλιστρήσει ο Ευρυσθεύς. Βλέπει κανείς μόνο τα κεφάλι και τα χέρια του φοβητσιάρη. Τόσο τρόμαξε, όταν είδε τον κάπρο, λες κι έβλεπε το θάνατο.

Οι πολλαπλοί κόσμοι του Επίκουρου

Ο περίφημος αυτός πρόγονός μας καταγόταν όντως από τον αρχαίο Γαργηττό, τον σημερινό δηλαδή Γέρακα, ενώ σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο γεννήθηκε «μηνός Γαμηλιώνος εβδόμη», που ταυτίζεται με τον σημερινό μήνα Φεβρουάριο.

Όταν στο μάθημα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας γνώρισα για πρώτη φορά τον Επίκουρο τον Γαργήττιο (341-270 π.Χ.), τη Φιλοσοφία του και τις αντιλήψεις του για τη ζωή και τη φύση, αν και το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε σε δύο κυρίως θέσεις του σχετικές με τον θάνατο και την κοσμολογία και ιδιαίτερα τις ιδέες του για τους «πολλαπλούς κόσμους».

Οι απόψεις αυτές του Επίκουρου περιγράφονται σε τρεις επιστολές που αποτελούν το απαύγασμα της επικούρειας φιλοσοφίας και οι οποίες έχουν διασωθεί από τον Διογένη Λαέρτιο (3ος αιώνας μ.Χ.), ενώ ιδιαίτερα βοηθητικό για την κατανόηση της επικούρειας φιλοσοφίας είναι επίσης και το περίφημο ποίημα «De Rerum Natura» (Για τη Φύση των Πραγμάτων) του επικούρειου Ρωμαίου Λουκρήτιου (94-55 π.Χ.). Σύμφωνα με τις απόψεις τού Επίκουρου, Γη και ουρανός, Σελήνη κι όλα τ’ άλλα, δεν είναι μοναδικά. Υπάρχουν αμέτρητοι κόσμοι και διαφορετικές φυλές ανθρώπων και θηρίων και για τη ζωή τους, όπως και για καθετί άλλο, έχει οριστεί ένα τέρμα.

Το παράξενο είναι ότι τις σύγχρονες αυτές αντιλήψεις για την ύπαρξη «πολλών κόσμων» είχαν και άλλοι από τους αρχαίους μας προγόνους. Πρώτος απ’ όλους στη σειρά ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος (611-547 π.Χ.), ο οποίος θεωρούσε ότι το σύμπαν ήταν άπειρο σε έκταση, ενώ δεν δεχόταν κάποια κεντρική θέση της Γης σ’ ένα σύμπαν όπου υπάρχει άπειρο πλήθος άλλων κόσμων!

Παρόμοιες ιδέες για τους άπειρους κόσμους είχαν και οι ατομικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος (5ος π.Χ. αιώνας) και Δημόκριτος (~460 – 370 π.Χ.), οι οποίοι υποστήριζαν την ύπαρξη ενός άπειρου σύμπαντος, οι αναρίθμητοι κόσμοι του οποίου ήσαν γεμάτοι ζωή και από τους οποίους κάποιοι μοιάζουν με τον δικό μας κόσμο, ενώ άλλοι είναι τελείως διαφορετικοί.

«Σε μερικούς από αυτούς δεν υπάρχει ούτε ήλιος ούτε σελήνη, σε άλλους υπάρχουν με μεγαλύτερο μέγεθος και σε άλλους υπάρχουν περισσότεροι ήλιοι και σελήνες. Και άλλοι μεν από τους κόσμους βρίσκονται στη φάση ανάπτυξής τους, άλλοι δε στην ακμή τους και άλλοι στην παρακμή τους, άλλοι γεννιούνται και άλλοι εξαφανίζονται. Υπάρχουν δε και μερικοί κόσμοι έρημοι από ζώα και φυτά και χωρίς ύδατα».

Τα ίδια πίστευε και ο Μητρόδωρος ο Χίος (400-350 π.Χ.), που ήταν μαθητής του Δημόκριτου και δάσκαλος του Επίκουρου, ο οποίος υποστήριζε ότι

«είναι παράλογο να βγει ένα μόνο στάχυ σε μια ολόκληρη έκταση κι ένας μόνο κόσμος μέσα στο άπειρο. Το ότι οι κόσμοι είναι άπειροι σε πλήθος είναι φανερό από το ότι τα αίτια είναι άπειρα. Διότι, όπου είναι άπειρα τα αίτια, είναι άπειρα και τα αποτελέσματα».

Πάνω από δύο χιλιετίες μετά τον Επίκουρο και τον Λουκρήτιο, κι όλους εκείνους τους αρχαίους προσωκρατικούς φυσικούς φιλοσόφους, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στις σύγχρονες ανακαλύψεις της Αστροφυσικής. Γιατί σήμερα, η σύγχρονη επιστήμη επιβεβαιώνει με πολλαπλές παρατηρησιακές αποδείξεις την ορθότητα των αρχαίων εκτιμήσεων για τους «πολλούς κόσμους» του σύμπαντος.

Το ήμισυ του βραβείου Νομπέλ Φυσικής του 2019 απονεμήθηκε στους ερευνητές Μισέλ Μαγιόρ και Ντιντιέ Κελό, που ανακάλυψαν το 1995 τον πρώτο εξωηλιακό πλανήτη, ο οποίος περιφέρεται γύρω από ένα άστρο παρόμοιο με τον ήλιο μας.

Οι απόψεις αυτές, μάλιστα, κάνουν τον Επίκουρο ιδιαίτερα επίκαιρο.

Έκτοτε, κάθε μήνας που περνάει προσθέτει όλο και πιο πολλούς νέους εξωηλιακούς πλανήτες που σήμερα πλέον φτάνουν τις 4.172 γύρω από 3.095 άλλα άστρα του γαλαξία μας, ενώ σύντομα αναμένεται η ανακοίνωση και μερικών χιλιάδων ακόμη εξωπλανητών από τη λειτουργία των διαστημικών τηλεσκοπίων TESS της NASA και CHEOPS της ESA, καθώς και πολλών άλλων ερευνητικών προγραμμάτων για τη μελέτη εξωηλιακών πλανητών.

Πέρα, όμως, και από την ύπαρξη εξωηλιακών πλανητών, ορισμένες θεωρητικές εκτιμήσεις που έχουμε σήμερα για την ύπαρξη «παράλληλων συμπάντων» δικαιώνουν τις θέσεις που υποστήριζε ο Επίκουρος. Γιατί τα τελευταία χρόνια αρκετοί θεωρητικοί κοσμολόγοι έχουν προτείνει μία σειρά διαφόρων θεωρήσεων για την ύπαρξη ενός «άπειρου» αριθμού συμπαντικών μανάδων και μωρών, σε διάφορες εκφάνσεις αυτού που αποκαλείται σήμερα «Πολυσύμπαν». Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση αυτή είναι σήμερα πηγή διαφωνιών στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα τόσο για το αν υπάρχει όντως το «πολυσύμπαν» όσο και για το αν το «πολυσύμπαν» αποτελεί πραγματικό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΥΠΕΡ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΔΗΜ 18.270–275

Ο αντιφατικός και κακόβουλος χαρακτήρας των κατηγοριών και της στάσης του Αισχίνη

Επιμένοντας στην ανασκευή των ισχυρισμών του Αισχίνη περί της κακής του τύχης (βλ. και ΔΗΜ 18.252–255), ο Δημοσθένης συνέκρινε τον βίο του με αυτόν του αντιπάλου του, αποδεικνύοντας ότι υπήρξε πάντα ευτυχέστερος από εκείνον, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις ευεργεσίες του προς τους συνανθρώπους του.


[270] Βούλομαι δὲ τῶν ἰδίων ἀπαλλαγεὶς ἔτι μικρὰ πρὸς ὑμᾶς
εἰπεῖν περὶ τῶν κοινῶν. εἰ μὲν γὰρ ἔχεις, Αἰσχίνη, τῶν
ὑπὸ τοῦτον τὸν ἥλιον εἰπεῖν ἀνθρώπων ὅστις ἀθῷος τῆς
Φιλίππου πρότερον καὶ νῦν τῆς Ἀλεξάνδρου δυναστείας
γέγονεν, ἢ τῶν Ἑλλήνων ἢ τῶν βαρβάρων, ἔστω, συγχωρῶ
τὴν ἐμὴν εἴτε τύχην εἴτε δυστυχίαν ὀνομάζειν βούλει πάν-
των αἰτίαν γεγενῆσθαι. [271] εἰ δὲ καὶ τῶν μηδεπώποτ’ ἰδόντων
ἐμὲ μηδὲ φωνὴν ἀκηκοότων ἐμοῦ πολλοὶ πολλὰ καὶ δεινὰ
πεπόνθασι, μὴ μόνον κατ’ ἄνδρα, ἀλλὰ καὶ πόλεις ὅλαι καὶ
ἔθνη, πόσῳ δικαιότερον καὶ ἀληθέστερον τὴν ἁπάντων, ὡς
ἔοικεν, ἀνθρώπων τύχην κοινὴν καὶ φοράν τινα πραγμάτων
χαλεπὴν καὶ οὐχ οἵαν ἔδει τούτων αἰτίαν ἡγεῖσθαι. [272] σὺ
τοίνυν ταῦτ’ ἀφεὶς ἐμὲ τὸν παρὰ τουτοισὶ πεπολιτευμένον
αἰτιᾷ, καὶ ταῦτ’ εἰδὼς ὅτι, καὶ εἰ μὴ τὸ ὅλον, μέρος γ’ ἐπι-
βάλλει τῆς βλασφημίας ἅπασι, καὶ μάλιστα σοί. εἰ μὲν
γὰρ ἐγὼ κατ’ ἐμαυτὸν αὐτοκράτωρ περὶ τῶν πραγμάτων
ἐβουλευόμην, ἦν ἂν τοῖς ἄλλοις ῥήτορσιν ὑμῖν ἔμ’ αἰτιᾶσθαι·
[273] εἰ δὲ παρῆτε μὲν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἁπάσαις, ἀεὶ δ’ ἐν
κοινῷ τὸ συμφέρον ἡ πόλις προὐτίθει σκοπεῖν, πᾶσι δὲ ταῦτ’
ἐδόκει τότ’ ἄριστ’ εἶναι, καὶ μάλιστα σοί (οὐ γὰρ ἐπὶ εὐνοίᾳ
γ’ ἐμοὶ παρεχώρεις ἐλπίδων καὶ ζήλου καὶ τιμῶν, ἃ πάντα
προσῆν τοῖς τότε πραττομένοις ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ τῆς ἀληθείας
ἡττώμενος δηλονότι καὶ τῷ μηδὲν ἔχειν εἰπεῖν βέλτιον), πῶς
οὐκ ἀδικεῖς καὶ δεινὰ ποιεῖς τούτοις νῦν ἐγκαλῶν ὧν τότ’
οὐκ εἶχες λέγειν βελτίω; [274] παρὰ μὲν τοίνυν τοῖς ἄλλοις ἔγωγ’
ὁρῶ πᾶσιν ἀνθρώποις διωρισμένα καὶ τεταγμένα πως τὰ
τοιαῦτα. ἀδικεῖ τις ἑκών· ὀργὴν καὶ τιμωρίαν κατὰ τούτου.
ἐξήμαρτέ τις ἄκων· συγγνώμην ἀντὶ τῆς τιμωρίας τούτῳ.
οὔτ’ ἀδικῶν τις οὔτ’ ἐξαμαρτάνων εἰς τὰ πᾶσι δοκοῦντα
συμφέρειν ἑαυτὸν δοὺς οὐ κατώρθωσεν μεθ’ ἁπάντων· οὐκ
ὀνειδίζειν οὐδὲ λοιδορεῖσθαι τῷ τοιούτῳ δίκαιον, ἀλλὰ συνά-
χθεσθαι. [275] φανήσεται ταῦτα πάνθ’ οὕτως οὐ μόνον ἐν τοῖς
νόμοις, ἀλλὰ καὶ ἡ φύσις αὐτὴ τοῖς ἀγράφοις νομίμοις καὶ
τοῖς ἀνθρωπίνοις ἤθεσιν διώρικεν. Αἰσχίνης τοίνυν τοσοῦ-
τον ὑπερβέβληκεν ἅπαντας ἀνθρώπους ὠμότητι καὶ συκο-
φαντίᾳ, ὥστε καὶ ὧν αὐτὸς ὡς ἀτυχημάτων ἐμέμνητο, καὶ
ταῦτ’ ἐμοῦ κατηγορεῖ.

***
[270] Επιθυμώ δε, αφίνων τα προσωπικά μου, να σας είπω ολίγα ακόμη περί των δημοσίων πραγμάτων. Λοιπόν, εάν μεν ημπορής, Αισχίνη, να αποδείξης, ότι κάποιος εκ των υπό τούτον τον ήλιον ανθρώπων, έστω Έλλην ή βάρβαρος, έμεινεν αβλαβής, πρότερον από την εξουσίαν του Φιλίππου, και τώρα του Αλεξάνδρου, συμφωνώ μαζί σου, ότι αιτία όλων υπήρξεν η δική μου, είτε τύχην είτε ατυχίαν, θέλεις να την ονομάσης.

[271] Εάν όμως πολλοί από εκείνους που ποτέ έως τώρα, δεν με είδον, ούτε ήκουσαν την φωνήν μου, πολλά και φοβερά έχουν πάθει, όχι μόνον τα άτομα αλλά και πόλεις ολόκληροι, και έθνη, πόσον δικαιότερον και αληθέστερον όλων είναι, ως φαίνεται, να νομίζη κανείς, ότι αιτία τούτων είναι, η κοινή τύχη των ανθρώπων, και κάποια δυσμενής εξέλιξις των πραγμάτων, και τοιαύτη, οποία δεν έπρεπε; [272] Συ λοιπόν, λησμονήσας αυτά, αιτιάσαι εμέ τον πολιτευθέντα εν μέσω αυτών εδώ, αν και ταύτα γνωρίζεις, ότι και αν μη το όλον, μέρος τουλάχιστον των κακολογιών, επιπίπτει εις όλους, και προ πάντων εις σε.

Διότι, εάν μεν εγώ απεφάσιζον περί των πραγμάτων ως μόνος άρχων, θα ήτο δυνατόν, οι άλλοι ρήτορες να με αιτιάσθε. [273] Εάν όμως παρευρίσκεσθε μεν εις όλας τας συνελεύσεις του λαού, η δε πόλις πάντοτε επρότεινε να εξετάζεται από κοινού το συμφέρον της, εις όλους δε τότε εφαίνοντο αυτά άριστα, και προ παντός εις σε, (διότι όχι βέβαια από συμπάθειαν προς εμέ, μου παραχώρεις ελπίδας, δόξαν και τιμάς, αι οποίαι όλαι ήρμοζον εις τας τότε πράξεις μου, αλλά διότι προφανώς, ενικάσο υπό της αληθείας, και διότι δεν είχες να προτείνης τίποτε καλλίτερον), πώς δεν αδικείς, και δεν πράττεις φοβερά, όταν τώρα κατηγορείς ταύτα, καλλίτερα των οποίων δεν ηδύνασο τότε να προτείνης;

[274] Βλέπω προσέτι εγώ τουλάχιστον, ότι τα τοιαύτα έχουν περίπου ούτω ρυθμισθή, και κανονισθή, μεταξύ όλων των άλλων ανθρώπων. Αδικεί τις εκουσίως, οργή και τιμωρία, σφάλλει τις άκων, συγγνώμη εις τούτον αντί τιμωρίας. Κάποιος χωρίς να αδική, χωρίς να σφάλλεται, αφού αφιέρωσε τον εαυτόν του εις εξυπηρέτησιν των παρ'όλων θεωρουμένων ως συμφερόντων, απέτυχεν με όλους μαζί· τον τοιούτον δεν είναι δίκαιον, ούτε να τον ονειδίζη, ούτε να τον υβρίζη αλλά να λυπήται μαζί του.

[275] Όλα αυτά θα φανούν ούτως, όχι μόνον μέσα εις τους γραπτούς νόμους, αλλά και αυτή αύτη η φύσις διά των αγράφων νόμων και των εθίμων των ανθρώπων, καθώρισεν. Ο Αισχίνης λοιπόν, τοσούτον υπερέβαλλεν όλους, κατά την αναισχυντίαν και την συκοφαντίαν, ώστε και εκείνα ακόμη, τα οποία ο ίδιος εμνημόνευσεν ως ατυχήματα, και αυτά τα αποδίδει εις εμέ.