Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

(i) Είδη υποθετικών λόγων


§11.46. Με βάση το κριτήριο που μόλις μνημονεύθηκε έξι κύρια είδη υποθετικών λόγων διακρίνονται στην ΑΕ:

Στο πρώτο είδος ο ομιλητής εκλαμβάνει, όπως συχνά λέγεται, την υπόθεση ως κάτι "πραγματικό" για να συνάψει με αυτήν ένα συμπέρασμα, απέχει ωστόσο από οποιαδήποτε απόφανση για το εάν όντως η υπόθεση είναι πραγματική (βλ. την Σημείωση που ακολουθεί αμέσως παρακάτω).

• Η υπόθεση εκφέρεται στην περίπτωση αυτή με εἰ και οριστική οποιουδήποτε χρόνου.

• Η απόδοση εκφέρεται με οποιαδήποτε έγκλιση, ανάλογα με το συμπέρασμα που καταλήγει ο ομιλητής από την προκείμενη υπόθεση. Τα ίδιο ισχύει και για την μετάφραση στα ΝΕ. Ως τύπος αυτού του πρώτου είδους και της μετάφρασής του μπορεί να χρησιμοποιηθεί η πρόταση:

εἰ + οριστική οποιουδήποτε χρόνου → οπαιαδήποτε έγκλισηεἰ τοῦτο ποιεῖς [ποιήσεις, ἐποίησας κ.λπ.], τὴν πόλιν βλάπτεις [βλάψεις, ἔβλαψας]

αν πραγματικά το κάνεις [θα το κάνεις, το έκανες κ.λπ.] αυτό, τότε βλάπτεις [θα βλάψεις, έβλαψες] την πόλη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το είδος αυτό ονομάζεται συνήθως "το πραγματικό" ή λέγεται ότι "εκφράζει το πραγματικό". Εάν αυτό σημαίνει ότι το περιεχόμενο της "πρότασης" ή της "υπόθεσης" είναι κάτι πραγματικό, ένα γεγονός, τότε η προηγούμενη ονομασία και ο τρόπος έκφρασης ("το πραγματικό", "εκφράζει το πραγματικό") δεν είναι και τόσο εύστοχα. Στο είδος αυτό δεν υπάρχει καμιά, θετική ή αρνητική, απόφανση για την σχέση της "υπόθεσης" με την πραγματικότητα, η οποία σχέση αφήνεται απροσδιόριστη. Ως πραγματική παρουσιάζεται εδώ μόνο η συνάφεια προκείμενης και συμπεράσματος ή "πρότασης/υπόθεσης" και "απόδοσης". Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα:

ΕΥΡ απ. 5 εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὐκ εἰσὶν θεοί || εάν οι θεοί κάνουν κάτι ανήθικο, δεν είναι θεοί.

Το απόσπασμα αυτό δεν ισχυρίζεται ούτε ότι οι θεοί κάνουν πραγματικά κάτι ανήθικο, ούτε ότι δεν είναι θεοί. Πραγματικό είναι εδώ μόνο το ότι εάν ισχύει η "υπόθεση" (εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν), τότε ισχύει και η απόδοση. Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα του εἰ που ουσιαστικά σημαίνει "εάν αληθεύει ότι …".

§11.47. Στο πρώτο αυτό είδος υποθετικού λόγου μπορούν να διακριθούν ως προς την απόδοση οι εξής υποκατηγορίες:

• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα, όπως και η υπόθεση, με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, και παρουσιάζεται έτσι ως κάτι βέβαιο, πραγματικό, αντικειμενικό:

ΘΟΥΚ 3.65.2 εἰ μὲν ἡμεῖς αὐτοὶ πρός τε τὴν πόλιν ἐλθόντες ἐμαχόμεθα καὶ τὴν γῆν ἐδῃοῦμεν ὡς πολέμιοι, ἀδικοῦμεν∙ εἰ δὲ ἄνδρες ὑμῶν […] ἐπεκαλέσαντο ἑκόντες, τί ἀδικοῦμεν; || αν είχαμε έρθει από μόνοι μας και πολεμούσαμε την πολιτεία σας και καταστρέφαμε τη γη σας σαν εχθροί, τότε διαπράττουμε αδίκημα∙ αν όμως μας καλέσανε αυτόβουλα δικοί σας άνθρωποι, σε τι διαπράττουμε αδικία;

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.19 εἰ μὲν τῶν μυρίων ἐλπίδων μία τις ὑμῖν ἐστι σωθῆναι πολεμοῦντας βασιλεῖ, συμβουλεύω μὴ παραδιδόναι τὰ ὅπλα· εἰ δέ τοι μηδεμία σωτηρίας ἐστὶν ἐλπὶς ἄκοντος βασιλέως, συμβουλεύω σῴζεσθαι ὑμῖν ὅπῃ δυνατόν || αν από τις άπειρες ελπίδες υπάρχει για σας πραγματικά έστω και μία να σωθείτε πολεμώντας τον βασιλιά, σας συμβουλεύω να μην παραδώσετε τα όπλα∙ αν όμως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας χωρίς τη θέληση του βασιλιά, σας συμβουλεύω να προσπαθήσετε να σωθείτε με οποιονδήποτε τρόπο μπορείτε.

• Ενδέχεται, πάλι, να εκφέρεται με προστακτική:

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.4.7 εἰ ἡμᾶς ἀφήσετε, σκέψασθε πόθεν αὖθις ἂν τοσαύτην δύναμιν λάβοιτε σύμμαχον || αν δεν συνάψετε συμμαχία με μας, αναλογιστείτε από πού θα μπορούσατε να αποκτήσετε πάλι μια τόσο μεγάλη δύναμη ως σύμμαχο.

ΠΛ Συμπ 217b εἰ ψεύδομαι, Σώκρατες, ἐ ξέλεγχε || Σωκράτη, αν δεν λέω την αλήθεια, διάψευσέ με.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.17 εἴ τις οὖν ὑμῶν ἢ δεξιᾶς βούλεται τῆς ἐμῆς ἅψασθαι ἢ ὄμμα τοὐμὸν ζῶντος ἔτι προσιδεῖν ἐθέλει, προσίτω·Αν λοιπόν κανένας από σας ή θέλει να πιάσει το δεξί μου χέρι ή να με δει στο πρόσωπο, όσο ακόμη είμαι ζωντανός, ας έρθει κοντά μου.

• Η απόδοση εκφέρεται πολύ συχνά με δυνητική ευκτική (ευκτική που συνοδεύεται από το ἄν), όταν πρόκειται να παρουσιαστεί ως κάτι αβέβαιο, αμφίβολο, ενδεχόμενο, πιθανό. Σε σύγκριση με την διατύπωση σε οριστική ενεστώτα ή μέλλοντα, η οποία είναι ένας πιο άμεσος και ακατέργαστος τρόπος έκφρασης, η δυνητική ευκτική συχνά χρησιμοποιείται, εξαιτίας ακριβώς της αμφισημίας της, για να προσδώσει μια υπαινικτική, μετριασμένη και εκλεπτυσμένη χροιά στον λόγο:

ΠΛ Απολ 25b πολλὴ γὰρ ἄν τις εὐδαιμονία εἴη περὶ τους νέους εἰ εἷς μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δ' ἄλλοι ὠφελοῦσιν || οι νέοι θα ήταν πολύ τυχεροί αν ένας μόνο τους κάνει κακό, ενώ όλοι οι άλλοι τους ωφελούν.

ΠΛ Θεαιτ 171b οὐκοῦν τὴν αὑτοῦ ἂν ψευδῆ συγχωροῖ, εἰ τὴν τῶν ἡγουμένων αὐτὸν ψεύδεσθαι ὁμολογεῖ ἀληθῆ εἶναι; || επομένως θα παραδεχόταν την στρεβλότητα της άποψής του, εάν αναγνωρίζει ότι είναι ορθή η γνώμη εκείνων που πιστεύουν ότι πλανιέται;

ΠΛ Φαιδρ 242e εἰ ἔστιν, ὥσπερ οὖν ἔστι, θεὸς ἤ τι θεῖον ὁ Ἔρως, οὐδὲν ἂν κακὸν εἴη || αν λοιπόν είναι, όπως βέβαια είναι, ο Έρωτας θεός ή κάτι θεϊκό, τότε δεν μπορεί να είναι κάτι κακό.

ΛΥΣ 13.94 καὶ οὕτως ἂν δεινότατα πάντων πάθοιεν, εἰ […] οὗτοι ὁμόψηφοι κατ' ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν τοῖς τριάκοντα γενήσονται || έτσι, μπορεί να πάθουν τα χειρότερα αν […] εκείνοι ψηφίσουν όπως και οι Τριάκοντα εναντίον εκείνων των ανδρών.

Σπανιότερα ενδέχεται στην απόδοση να χρησιμοποιούνται:

• "υποτακτική της ενθάρρυνσης":

ΣΟΦ Φιλ 526 ἀλλ' εἰ δοκεῖ, πλέωμεν, ὁρμάσθω [Φιλοκτήτης] ταχύς || αλλά αν νομίζεις, ας ξεκινήσουμε, και γρήγορα ας ετοιμαστεί [ο Φιλοκτήτης].

ΣΟΦ Φιλ 645 ἀλλ' εἰ δοκεῖ, χωρῶμεν || όμως αν έχεις αυτή τη γνώμη, ας πάμε.

ΠΛ Φαιδ 78b ὅθεν δὲ ἀπελίπομεν ἐπανέλθωμεν, εἴ σοι ἡδομένῳ ἐστίν || ας επανέλθουμε όμως στο σημείο που αφήσαμε τη συζήτηση, αν έχεις την ευχαρίστηση.

• "ευχετική ευκτική":

ΟΜ Οδ 4.193 εἴ τι που ἔστι, πίθοιό μοι || αν επιτρέπεται, άκου τη γνώμη μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν τόσο στην υπόθεση όσο και στην απόδοση του πρώτου είδους υπάρχει μέλλοντας (δηλ. έχουμε το σχήμα εἰ + οριστική μέλλοντα → οριστική μέλλοντα), ο υποθετικός λόγος δηλώνει το πραγματικό στο μέλλον, πρόκειται δηλ. για το πραγματικό με σημασία προσδοκωμένου. Παραδείγματα:

ΕΥΡ απ. 5 εἰ μὴ καθέξεις γλῶσσαν, ἔσται σοι κακά || αν δεν μαζέψεις τη γλώσσα σου, θα σου συμβούν κακά.

§11.48. Στο δεύτερο είδος του υποθετικού λόγου ο ομιλητής παρουσιάζει το περιεχόμενο της υπόθεσης ως κάτι "μη πραγματικό", ως κάτι, δηλαδή, που δεν μπορεί ή δεν θα μπορούσε να γίνει, καθώς βρίσκεται σε αντίθεση προς ό,τι πραγματικά συμβαίνει ή συνέβη. Η απόδοση δηλώνει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα εάν θα γινόταν ή είχε γίνει πραγματικότητα η υπόθεση.

• Η υπόθεση εκφέρεται εδώ με εἰ και οριστική ιστορικού χρόνου.

• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με οριστική ιστορικού χρόνου που συνοδεύεται από το ἄν, δηλαδή με δυνητική οριστική. Στα ΝΕ η υπόθεση μεταφράζεται με παρατατικό ή, εάν υπάρχει στο πρωτότυπο, με οριστική υπερσυντέλικου, η απόδοση με "θα" και παρατατικό (ή υπερσυντέλικο). Ο τύπος εδώ είναι ο εξής:

εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου → δυνητική οριστικήεἰ τοῦτο ἐποίεις [ἐποίησας κ.λπ.], τὴν πόλιν ἂν ἔβλαπτες [ ἔβλαψας]

αν [θα] το έκανες [το είχες κάνει] αυτό, θα έβλαπτες [θα είχες βλάψει] την πόλη [υπονοείται: "όμως δεν θα το κάνεις και επομένως δεν την βλάπτεις" ή: "όμως δεν το έκανες και επομένως δεν την έβλαψες].

§11.49. Ως προς την απόδοση μπορούν και εδώ να διακριθούν και εδώ διάφορες υποκατηγορίες:

• Ενδέχεται οι ρηματικές ενέργειες να ανήκουν στο παρελθόν, η ισχύς, δηλαδή, του ρηματικού περιεχομένου να περιορίζεται σ' αυτό. Παραδείγματα:

ΞΕΝ Απομν 1.1.5 τίς οὐκ ἂν ὁμολογήσειεν αὐτὸν [Σωκράτη] βούλεσθαι μήτ' ἠλίθιον μήτ' ἀλαζόνα φαίνεσθαι τοῖς συνοῦσιν; ἐδόκει δ' ἂν ἀμφότερα ταῦτα, εἰ προαγορεύων ὡς ὑπὸ θεοῦ φαινόμενα καὶ ψευδόμενος ἐφαίνετο. δῆλον οὖν ὅτι οὐκ ἂν προέλεγεν, εἰ μὴ ἐπίστευεν ἀληθεύσειν || ποιος δεν θα παραδεχόταν ότι ο Σωκράτης δεν ήθελε να φαίνεται στους φίλους του ούτε ηλίθιος ούτε αλαζόνας∙ θα έδινε την εντύπωση ότι είχε και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, εάν προέλεγε κάτι ως φανερωμένο από τον θεό και κατόπιν αποδεικνυόταν ότι έλεγε ψέμματα∙ είναι λοιπόν πρόδηλο ότι δεν θα προέλεγε τίποτα αν δεν ήταν πεπεισμένος πως θα επαληθευόταν.

ΛΥΣ 13.90 εἰ μὲν οὖν οὗτος μὲν ἐν ἄστει, ἡμεῖς δ' ἐν Πειραιεῖ ἦμεν, εἶχον ἄν τινα λόγον αὐτῷ αἱ συνθῆκαι· νῦν δὲ οὗτος ἐν Πειραιεῖ ἦν || αν βέβαια αυτός ήταν στην πόλη και εμείς στον Πειραιά, θα μπορούσε να επικαλεστεί τις συμφωνίες· αλλά όμως αυτός ήταν στον Πειραιά [με το "νῦν δὲ…" εισάγεται η μετάβαση στην υφιστάμενη πραγματικότητα].

ΑΝΔΟΚ 3.2 εἰ μὲν οὖν μηδεπώποτε πρότερον ὁ δῆμος ὁ [τῶν] Ἀθηναίων εἰρήνην ἐποιήσατο πρὸς Λακεδαιμονίους, εἰκότως ἂν ἐφοβούμεθα αὐτὸ διά τε τὴν ἀπειρίαν τοῦ ἔργου διά τε τὴν ἐκείνων ἀπιστίαν· ὅπου δὲ πολλάκις ἤδη πρότερον εἰρήνην ἐποιήσασθε δημοκρατούμενοι, πῶς οὐκ εἰκὸς ὑμᾶς πρῶτον ἐκεῖνα σκέψασθαι τὰ τότε γενόμενα; || αν βέβαια ποτέ στο παρελθόν η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν είχε συνάψει ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους, εύλογα θα φοβόμασταν και εξαιτίας της απειρίας μας στο έργο αυτό και επειδή εκείνοι δεν τηρούν τα συμφωνημένα. Εφόσον όμως πολλές φορές ήδη στο παρελθόν συνάψατε ειρήνη έχοντας δημοκρατία, πώς να μην είναι εύλογο να αναλογιστείτε πρώτα εκείνα που συνέβησαν τότε;

• Ενδέχεται οι παρελθούσες ρηματικές ενέργειες, είτε και της εξαρτημένης και της κύριας πρότασης είτε μόνο της μιας από τις δύο, να συνδέονται με το παρόν του ομιλητή, καθώς επεκτείνονται κατά κάποιον τρόπο μέχρι αυτό. Τις πιο πολλές φορές χρησιμοποιείται εδώ ο παρατατικός ή ο ισοδύναμος υπερσυντέλικος, σπανιότερα ο αόριστος. Παραδείγματα:

ΣΟΦ Αντ 755 εἰ μὴ πατὴρ ἦσθ', εἶπον ἄν σ' οὐκ εὖ φρονεῖν || αν δεν ήσουν πατέρας μου θα έλεγα δεν είσαι στα καλά σου.

ΞΕΝ Απομν 4.3.3 [φῶς] εἰ μὴ εἴχομεν, ὅμοιοι τοῖς τυφλοῖς ἂν ἦμεν || αν δεν είχαμε φως, θα ήμασταν όμοιοι με τους τυφλούς.

ΛΥΣ 24.11 εἰ ἐκεκτήμην οὐσίαν, ἐπ' ἀστράβης ἂν ὠχούμην, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ τοὺς ἀλλοτρίους ἵππους ἀνέβαινον· νυνὶ δ' ἐπειδὴ τοιοῦτον οὐ δύναμαι κτήσασθαι, τοῖς ἀλλοτρίοις ἵπποις ἀναγκάζομαι χρῆσθαι πολλάκις || αν είχα περιουσία, θα ίππευα σε άλογο με σαμάρι πολυτελείας και δε θα ανέβαινα σε ξένα άλογα· επειδή όμως δεν μπορώ να αγοράσω τέτοιο, αναγκάζομαι πολλές φορές να χρησιμοποιώ τα ξένα άλογα.

§11.50. Όταν στην απόδοση χρησιμοποιείται απρόσωπο ρήμα ή απρόσωπη έκφραση (π.χ. ἔδει, ἐχρῆν, ἐνῆν, ἔπρεπε, προσῆκε, δίκαιον ἦν, ἄξιον ἦν, ἀναγκαῖον ἦν, οἷον τ' ἦν, εἰκός ἦν κ.λπ.), είναι δυνατόν να παραλείπεται το δυνητικό ἄν.

ΙΣΟΚΡ 4.170 ἐχρῆνγὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμβουλεύειν || έπρεπε, δηλαδή, αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα, να υποβάλλουν τις προτάσεις και να προσφέρουν τις συμβουλές τους μονάχα για τον πόλεμο εναντίον των βαρβάρων.

Πρβ., ωστόσο, ΔΗΜ πρ 1.1-3 εἰ μὲν οὖν εἶχεν καλῶς τὰ πράγματα, οὐδὲν ἂν ἔδει συμβουλεύειν || Αν, βέβαια, πήγαιναν καλά τα πράγματα, καθόλου δεν θα χρειαζόταν να σας δίνω συμβουλές.

• Παράλειψη του δυνητικού ἄν έχουμε και στις παρακάτω συνεκφορές: ἐκινδύνευσε, ἔμελλον, ἐβουλόμην +απαρέμφατο.

ΘΟΥΚ 3.74.2καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι, εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν || και η πόλη θα κινδύνευε να καταστραφεί ολόκληρη, αν σηκωνόταν άνεμος με κατεύθυνση προς αυτή.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ενίοτε στον Όμηρο η απόδοση εκφέρεται με ευκτική και ἄν [κεν]:

ΟΜ Ιλ 2.80-83 εἰ μέν τις τὸν ὄνειρον Ἀχαιῶν ἄλλος ἔνισπε, ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον· νῦν δ' ἴδεν ὃς μέγ' ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι || αν έλεγε κάποιος άλλος από τους Αχαιούς αυτό το όνειρο, θα το λέγαμε απάτη και θα προτιμούσαμε να το αγνοήσουμε· μα τώρα το είδε αυτός που υπερηφανεύεται πως είναι ο κατά πολύ ανώτερος ανάμεσα στους Αχαιούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Κατ' εξαίρεση μόνο χρησιμοποιείται στην απόδοση η απλή οριστική αρκτικού χρόνου, πράγμα που οφείλεται σε ρητορικούς λόγους ή στην έλλειψη της πραγματικής απόδοσης:

ΕΥΡ Ελ 1106-1106 εἰ δ' ἦσθα μετρία, τἄλλα γ' ἡδίστη θεῶν πέφυκας ἀνθρώποισιν || αν ήξερες μόνο το μέτρο να κρατήσεις, θα ήσουν η πιο καλή από τους θεούς για τους ανθρώπους.

ΔΗΜ 53.17 τηρήσας με ἀνιόντα ἐκ Πειραιῶς ὀψὲ περὶ τὰς λιθοτομίας παίει τε πὺξ καὶ ἁρπάζει μέσον καὶ ὠθεῖ με εἰς τὰς λιθοτομίας, εἰ μη τινες προσιόντες, βοῶντος μου ἀκούσαντες, παρεγένοντο καὶ ἐβοήθησαν || αφού με παραφύλαξε κοντά στα λατομεία όταν επέστρεφα αργά από τον Πειραιά, [ο Νικόστρατος] με χτυπάει με τη γροθιά του και αρπάζοντάς με από τη μέση με σπρώχνει προς τα λατομεία [και θα με στρίμωχνε εκεί μέσα], αν μερικοί περαστικοί, ακούγοντάς με να φωνάζω, δεν έσπευδαν να με βοηθήσουν.

§11.51. Το τρίτο είδος του υποθετικού λόγου χρησιμοποιείται όταν το περιεχόμενο της υπόθεσης πρόκειται να παρουσιαστεί ως κάτι το οποίο, ανάλογα με τις περιστάσεις ή την εμπειρία του ομιλούντος, μπορεί ή πρέπει να προσδοκά κανείς ("το προσδοκώμενο").

• Η υπόθεση εκφέρεται στο είδος αυτό με το ἐὰν (= εἰ ἄν "αν ενδεχομένως"), ἄν, ἤν (ποιητ. εἴ κε, εἴ κεν) και υποτακτική.

• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα σε οριστική μέλλοντα ή με κάποια έκφραση που έχει σημασία μέλλοντα. Ως τύπος αυτής της περίπτωσης και της μετάφρασής της μπορεί να θεωρηθεί ο εξής:

ἐὰν + υποτακτική → οριστική μέλλοντα ή μελλοντική έκφρασηἐὰν τοῦτο ποιῇς [ποιήσῃς], τὴν πόλιν βλάψεις

αν [θα] το κάνεις αυτό, θα βλάψεις την πόλη.

Πιο αναλυτικά για την απόδοση και τους τρόπους εκφοράς της ισχύουν τα εξής:

§11.52. Όταν η προσδοκία που εκφράζει η υπόθεση αναφέρεται ειδικά σε κάτιμελλοντικό, τότε η απόδοση εκφέρεται:

• Κατά κανόνα με οριστική μέλλοντα:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.14 ἄνδρες, ἐάν μοι πεισθῆτε, οὔτε κινδυνεύσαντες οὔτε πονήσαντες τῶν ἄλλων πλέον προτιμήσεσθε στρατιωτῶν ὑπὸ Κύρου || στρατιώτες, αν ακούσετε τη συμβουλή μου, τότε ο Κύρος θα σας εκτιμήσει περισσότερο από τους άλλους στρατιώτες, χωρίς να κινδυνεύσετε και χωρίς να κοπιάσετε περισσότερο από αυτούς.

ΠΛ Γοργ 455d τί ἡμῖν, ὦ Γοργία, ἔσται, ἐάν σοι συνῶμεν; τι θα μας συμβεί, Γοργία, αν συναναστραφούμε μαζί σου;

ΠΛ Λαχ 201c ἥξω παρὰ σὲ αὔριον, ἐὰν θεὸς ἐθέλῃ || θα έρθω αύριο σε σένα, αν το θέλει ο θεός.

• Με διάφορες μελλοντικές εκφράσεις. Πιο συγκεκριμένα:

• με εγκλίσεις επιθυμίας, δηλ. προστακτική, υποτακτική, ευχετική ευκτική:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.2.13 ἢν μὲν πόλεμον αἱρῆσθε, μηκέτι ἥκετε δεῦρο ἄνευ ὅπλων, εἰ σωφρονεῖτε∙ ἢν δὲ εἰρήνης δοκῆτε δεῖσθαι, ἄνευ ὅπλων ἥκετε || αν προτιμάτε τον πόλεμο, να μην έρχεστε πλέον εδώ χωρίς όπλα, εφόσον είστε γνωστικοί∙ αν πάλι πιστεύετε ότι έχετε ανάγκη την ειρήνη, να έρχεστε άοπλοι.

ΠΛ Πολ 358b Ἴθι δή, ἔφη, ἄκουσον καὶ ἐμοῦ, ἐάν σοι ἔτι ταὐτὰ δοκῇ || εμπρός, λοιπόν, είπε, άκουσε και εμένα, αν έχεις ακόμη την ίδια γνώμη.

ΠΛ Τιμ 29c ἐὰν οὖν, ὦ Σώκρατες, πολλὰ πολλῶν πέρι, θεῶν καὶ τῆς τοῦ παντὸς γενέσεως, μὴ δυνατοὶ γιγνώμεθα πάντῃ πάντως αὐτοὺς ἑαυτοῖς ὁμολογουμένους λόγους καὶ ἀπηκριβωμένους ἀποδοῦναι, μὴ θαυμάσῃς || αν, λοιπόν, Σωκράτη, δεν καταφέρουμε να διατυπώσουμε απολύτως συνεπείς από κάθε πλευρά και ακριβείς συλλογισμούς για πολλά και ποικίλα ζητήματα ―για τους θεούς και τη γέννηση του σύμπαντος―, μην εκπλαγείς.

ΑΡΙΣΤΟΦ Βατ 586-588 Ἀλλ' ἤν σε τοῦ λοιποῦ ποτ' ἀφέλωμαι χρόνου͵ πρόρριζος αὐτός͵ ἡ γυνή͵ τὰ παιδία͵ κάκιστ' ἀπολοίμην || αλλά αν σου τα αφαιρέσω κάποτε στο μέλλον, να αφανιστώ με τον χειρότερο τρόπο ο ίδιος, αλλά κι η γυναίκα και τα παιδιά μου.

• με δυνητική ευκτική:

ΞΕΝ Απολ 6 ἂν δὲ αἰσθάνωμαι χείρων γιγνόμενος καὶ καταμέμφωμαι ἐμαυτόν, πῶς ἄν […] ἐγὼ ἔτι ἂν ἡδέως βιοτεύοιμι; || αν πάλι αισθάνομαι ότι γίνομαι χειρότερος και τα βάζω διαρκώς με τον εαυτό μου, πως θα μπορούσα πια να χαίρομαι τη ζωή;

ΠΛ Μενεξ 239c ἐὰν ἡμεῖς ἐπιχειρῶμεν τὰ αὐτὰ λόγῳ ψιλῷ κοσμεῖν, τάχ' ἂν δεύτεροι φαινοίμεθα || αν εγώ επιχειρήσω να εγκωμιάσω τα ίδια έργα με τον γυμνό πεζό λόγο, θα μπορούσα να φανώ κατώτερος.

• με απρόσωπο ρήμα + τελικό απαρέμφατο:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.7 ἢν δ' ἡμεῖς νικήσωμεν, ἡμᾶς δεῖ τοὺς ἡμετέρους φίλους τούτων ἐγκρατεῖς ποιῆσαι || αν, όμως, νικήσουμε εμείς, πρέπει να καταστήσουμε τους δικούς μας φίλους κυρίους τους [ενν. των χωρών αυτών].

• με μελλοντικό ενεστώτα:

ΠΛ Πολ 473d ἐὰνμή […] ἢ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἢ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμενοι καὶ δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε καὶ ἱκανῶς, καὶ τοῦτο εἰς ταὐτὸν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτικὴ καὶ φιλοσοφία, τῶν δὲ νῦν πορευομένων χωρὶς ἐφ' ἑκάτερον αἱ πολλαὶ φύσεις ἐξ ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσιν, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα […] ταῖς πόλεσι || αν δεν συμβεί ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να φιλοσοφήσουν γνήσια και σε βάθος αυτοί που τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και κυρίαρχους της εξουσίας και έτσι αυτά τα δύο, πολιτική εξουσία και φιλοσοφία, συμπέσουν, και αν δεν αποκλειστούν με κάποιο εξαναγκαστικό μέσο από αυτές τις δύο οι πολλές φύσεις που προσεγγίζουν τώρα την καθεμιά τους, δεν θα έχουν τέλος οι συμφορές για τις πολιτείες.

ΕΥΡ Ανδρ 381 ἢν θανῇς σύ, παῖς ὅδ' ἐκφεύγει μόρον || αν πεθάνεις εσύ, το παιδί αυτό θα γλυτώσει τον θάνατο.

• με ρηματικά επίθετα (-τέος, -τὸς + ἐστί):

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1165b13-14 ἐὰν δ' ἀποδέχηται ὡς ἀγαθόν, γένηται δὲ μοχθηρὸς καὶ δοκῇ, ἆρ' ἔτι φιλητέον; || αν, όμως, προσφέρει κανείς τη φιλία του σε κάποιον που θεώρησε έντιμο, στη συνέχεια , ωστόσο, εκείνος αποδειχτεί πανούργος, πρέπει να εξακολουθήσει να τον αγαπά;

• με απαρέμφατο του σκοπού:

ΘΟΥΚ 1.44.1 ἐπιμαχίαν δ' ἐποιήσαντο τῇ ἀλλήλων βοηθεῖν, ἐάν τις ἐπὶ Κέρκυραν ἴῃ ἢ Ἀθήνας ἢ τοὺς τούτων ξυμμάχους. σύναψαν αμυντική συμμαχία, για να βοηθούν η μία πόλη την άλλη, εάν κάποιος έκανε επίθεση ενάντια στην Κέρκυρα, την Αθήνα ή τους συμμάχους καθεμιάς.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η υποτακτική που χρησιμοποιείται στην υπόθεση είναι η υποτακτική με σημασία μέλλοντα ("προορατική υποτακτική"). Το ἐὰν με υποτακτική ενεστώτα συγγενεύει με το εἰ και οριστική μέλλοντα, γι' αυτό άλλωστε οι δύο τρόποι έκφρασης ενδέχεται να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στην ίδια συνάφεια του λόγου, όπως π.χ.:

ΗΡΟΔ 1.71 τοῦτον μὲν δή, εἰ νικήσεις, τι σφέας ἀπαιρήσεαι, τοῖσί γε μὴ ἔστι μηδέν; τοῦτο δε, ἢν νικηθῇς μάθε ὅσα ἀγαθἀ ἀποβαλέεις || αν λοιπόν τους νικήσεις, τι έχεις να πάρεις από αυτούς, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα; αν όμως, αντίθετα, νικηθείς, αναλογίσου πόσα αγαθά θα χάσεις.

Η διαφορά μεταξύ των δύο εκφορών έγκειται στο εξής: Κατά την χρήση του εἰ με οριστική μέλλοντα, ο ομιλητής διατυπώνει τον υποθετικό λόγο ως μια καθαρά λογική αλληλουχία προτάσεων, παρουσιάζει αυτό που δηλώνει η υπόθεση ως κάτι που θα συμβεί σίγουρα (ή ως μια απειλή ή προειδοποίηση). Χρησιμοποιώντας το ἐὰν και υποτακτική, αντίθετα, τονίζεται η προσδοκία του ομιλητή για την πραγματοποίηση αυτού που δηλώνεται στην υποθετική πρόταση.

§11.53. Το τέταρτο είδος υποθετικών λόγων χρησιμοποιείται όταν η προσδοκία η οποία εκφράζεται στην υποθετική πρόταση, αναφέρεταισε κάτι που ισχύει παντού και πάντοτε, δηλαδή "καθολικά" (δηλώνεται, δηλαδή, "το αορίστως επαναλαμβανόμενο στο παρόν και το μέλλον", με την έννοια του: "κάθε φορά που").

• Η υπόθεση σε αυτό το είδος εκφέρεται με το ἐὰν (= εἰ ἄν "αν ενδεχομένως"), ἄν, ἤν (ποιητ. εἴ κε, εἴ κεν) και υποτακτική.

• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με ενεστώτα οριστικής, ενώ αρκετές φορές με γνωμικό αόριστο. Τύπος:

ἐάν + υποτακτική → οριστική ενεστώτα (ή γνωμικός αόριστος)ἐάν τις τοῦτο ποιῇ [ποιήσῃ], χαίρουσιν οἱ θεοί

εάν [= κάθε φορά που, πάντοτε όταν] το κάνει κανείς αυτό, χαίρονται οι θεοί.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση στο τέταρτο είδος των υποθετικών λόγων εκφέρεται με:

• υποτακτική του ενεστώτα, όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης (δηλ. της απόδοσης) είναι ταυτόχρονη με την ενέργεια της εξαρτημένης πρότασης (δηλ. της υπόθεσης),

• υποτακτική του αορίστου, όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης (δηλ. της απόδοσης) προηγείται από την ενέργεια της εξαρτημένης πρότασης (δηλ. της υπόθεσης).

ΣΟΦ Φιλ 1321-1323 σὺ δ' ἠγρίωσαι, κοὔτε σύμβουλον δέχῃ, ἐάν τε νουθετῇ τις εὐνοίᾳ λέγων, στυγεῖς || εσύ όμως είσαι αγριεμένος και δεν δέχεσαι συμβουλή, και αν [= και κάθε φορά που, πάντοτε όταν] σε συμβουλεύει κανείς θέλοντας το καλό σου, τον μισείς.

ΕΥΡ Αλκ 671-672 ἢν δ' ἐγγὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θνῄσκειν || αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δεν θέλει να πεθάνει.

§11.54. Η απόδοση ενός υποθετικού λόγου που δηλώνει αόριστη επανάληψη στο παρόν ή στο μέλλον μπορεί να εκφέρεται:

• Κατά κανόνα, με οριστική αρκτικού χρόνου, συνήθως ενεστώτα:

ΠΛ Πρωτ 322d καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν μὲν περὶ ἀρετῆς τεκτονικῆς ᾖ λόγος ἢ ἄλλης τινὸς δημιουργικῆς, ὀλίγοις οἴονται μετεῖναι συμβουλῆς, καὶ ἐάν τις ἐκτὸς ὢν τῶν ὀλίγων συμβουλεύῃ, οὐκ ἀνέχονται || και γι' αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν η συζήτηση αφορά την οικοδομική τέχνη ή κάποια άλλη τεχνική δραστηριότητα, πιστεύουν ότι λίγοι έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύουν και, εάν κάποιος εκτός από αυτούς τους λίγους, επιχειρεί να τους προσφέρει τις συμβουλές του, δεν του επιτρέπουν.

ΑΡΙΣΤΟΦ Εκκλ 176-178 ὁρῶ γὰρ αὐτὴν [τὴν πόλιν] προστάταισι χρωμένην ἀεὶ πονηροῖς. κἄν τις ἡμέραν μίαν χρηστὸς γένηται, δέκα πονηρὸς γίγνεται || γιατί βλέπω αυτή την πολιτεία να κυβερνιέται από διεφθαρμένους ηγεμόνες∙ και αν κάποιος γίνει μια μέρα έντιμος, τις δέκα γίνεται απατεώνας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πολύ σπάνια μπορεί να χρησιμοποιείται στην απόδοση και ένας παρακείμενος που ισοδυναμεί με ενεστώτα, π.χ.:

ΔΗΜ 11.11 ἔτι δὲ τῶν μὲν πολλῶν ἐὰν ἁμάρτῃτις, ζημίας κατὰ τὴν ἀξίαν εἴληφεν· οἱ δ' ὅταν μάλιστα κατορθώσωσι, τότε μάλιστα σκορακίζονται καὶ προπηλακίζονται παρὰ τὸ προσῆκον || και αν κάποιος από τους απλούς στρατιώτες σφάλει, έχει την τιμωρία που του αξίζει· εκείνοι [=οι αξιωματούχοι], αντιθέτως, όταν πετύχουν κάποιο σημαντικό κατόρθωμα, τότε κυρίως υβρίζονται και προπηλακίζονται, παρόλο που δεν τους αξίζει.

• Σπανιότερα με γνωμικό αόριστο.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.2.2 ἢν δέ τις τούτων τι παραβαίνῃ͵ ζημίαν αὐτοῖς ἐπέθεσαν || κι αν κάποιος υποπέσει σε κάποιο από αυτά τα αδικήματα, τιμωρείται.

§11.55. Το πέμπτο είδος υποθετικών λόγων χρησιμοποιείται όταν ο ομιλητής θέλει να παρουσιάσει την υπόθεση ως μιαν απλή σκέψη του ("απλή σκέψη του λέγοντος"), ως μια αυθαίρετη, αλλά λογικά δυνατή εικασία ή πιθανολογία για κάτι παροντικό ή μελλοντικό, το οποίο ενδέχεται εξίσου να πραγματοποιηθεί ή να μη πραγματοποιηθεί.

• Η υπόθεση σε αυτό το είδος υποθετικών λόγων εκφέρεται με εἰ και ευκτική.

• Η απόδοση εκφέρεται κατά κανόνα με ευκτική που συνοδεύεται από το ἄν, δηλαδή με δυνητική ευκτική, για να δηλώσει ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν η υπόθεση επαληθευόταν και γινόταν πραγματικότητα. Αρκετές φορές, ωστόσο, στην απόδοση χρησιμοποιείται η οριστική ενός αρκτικού χρόνου. Στη μετάφραση της υπόθεσης αυτού του είδους χρησιμοποιείται συνήθως ο παρατατικός, ενώ η δυνητική ευκτική της απόδοσης μεταφράζεται με τον συνήθη τρόπο (θα +παρατατικός, μπορεί να…. κλπ). Ο τύπος αυτού του υποθετικού λόγου είναι ο εξής:

εἰ + ευκτική → δυνητική ευκτική (ή οριστική αρκτικού χρόνου)εἰ τοῦτο ποιοίης [ποιήσειας], τὴν πόλιν ἂν βλάπτοις [βλάψειας]

αν το έκανες αυτό [πράγμα που θα μπορούσα να το σκεφτώ], θα έβλαπτες την πόλη.

§11.56. Με βάση την εκφορά της απόδοσης μπορεί και εδώ να διακριθούν οι εξής υποκατηγορίες:

• Η απόδοση εκφράζεται κατά κανόνα με δυνητική ευκτική, παρουσιάζοντας έτσι και το συμπέρασμα της υπόθεσης ως κάτι που η πραγματικότητά του δεν έχει κριθεί ακόμη, δηλαδή ως μια απλή δυνατότητα:

ΘΟΥΚ 1.70.9 εἴ τις αὐτοὺς ξυνελὼν φαίη πεφυκέναι ἐπὶ τῷ μήτε αὐτοὺς ἔχειν ἡσυχίαν μήτε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐᾶν, ὀρθῶς ἂν εἴποι || αν έλεγε κανείς γι' αυτούς με μια κουβέντα ότι γεννήθηκαν για να μην κάθονται ούτε οι ίδιοι ήσυχα ούτε να αφήνουν τους άλλους ήσυχους, θα μιλούσε σωστά.

ΞΕΝ Κ Αναβ 5.6.9 ὡς δ' αὔτως καὶ ὁ Παρθένιος ἄβατος· ἐφ' ὃν ἔλθοιτε ἄν, εἰ τὸν Ἅλυν διαβαίητε || και ο Παρθένιος ποταμός είναι επίσης αδιάβατος, στον οποίον μπορείτε να φτάσετε, αν διαβείτε τον Άλυ.

ΠΛ Γοργ 469c εἰ ἀναγκαῖον εἴη ἀδικεῖν ἢ ἀδικεῖσθαι, ἑλοίμην ἂν μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν || αν ήταν αναπόφευκτο να αδικώ ή να αδικούμαι θα προτιμούσα περισσότερο να αδικούμαι παρά να αδικώ.

ΛΥΣ 31.31 σχέτλιον δ' ἂν εἴη, εἰ οὗτος μὲν ἅπαντας τοὺς πολίτας περὶ οὐδενὸς ἡγήσατο, ὑμεῖς δὲ τοῦτον ἕνα ὄντα μὴ ἀποδοκιμάσαιτε || θα ήταν θλιβερό, αν εσείς δεν αποδοκιμάσετε αυτόν, που, ενώ ήταν ένας μόνο, περιφρόνησε πλήρως ολόκληρο το σώμα των πολιτών

ΙΣΟΚΡ 2.8 εἰ τις τοὺς κρατοῦντας τοῦ πλήθους ἐπ' ἀρετὴν προτρέψειεν, ἀμφοτέρους ἂν ὀνήσειε, καὶ τοὺς τὰς δυναστείας ἔχοντας καὶ τοὺς ὑπ' αὐτοῖς ὄντας || αν κανείς προέτρεπε αυτούς που έχουν την εξουσία πάνω στο πλήθος να ακολουθήσουν την αρετή, θα ωφελούσε και τους δύο, και εκείνους που κατέχουν την εξουσία και τους υπηκόους τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1 Στις περιπτώσεις όπου οι αττικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν εἰ με δυνητική ευκτική, η υπόθεση εμπεριέχει ταυτόχρονα και μιαν απόφανση (κρίση). Ο ομιλητής με τη χρήση του ἄν υποδηλώνει ότι η υπόθεση ενδέχεται υπό ορισμένες συνθήκες να γίνει πραγματικότητα, δεν την παρουσιάζει δηλαδή ως μιαν απλή σκέψη (χωρίς οποιανδήποτε αναφορά στην πραγματικότητα) (όταν πρόκειται για απλή σκέψη η πρόταση εκφέρεται με απλή ευκτική (χωρίς το ἄν).

ΠΛ Μεν 98b εἴπερ τι ἄλλο φαίην ἂν εἰδέναι - ὀλίγα δ' ἂν φαίην - ἓν δ' οὖν καὶ τοῦτο ἐκείνων θείην ἂν ὧν οἶδα || αν ισχυρίζομαι [όπως μπορεί να γίνεται] ότι ξέρω ορισμένα πράγματα ―και τούτα δεν είναι και τόσα πολλά― τότε αυτό προπαντός θα συγκατάλεγα σε αυτά που γνωρίζω.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Ο Ηρόδοτος μπορεί να χρησιμοποιεί το είδος αυτό του υποθετικού λόγου και για μια εικασία που αναφέρεται στο παρελθόν:

ΗΡΟΔ 7.214 εἰδείη μὲν γὰρ ἂν καὶ ἐὼν μὴ Μηλιεὺς ταύτην τὴν ἀτραπὸν Ὀνήτης, εἰ τῇ χώρῃ πολλὰ ὡμιληκὼς εἴη || βέβαια ο Ονήτης θα μπορούσε, και ας μην ήταν από τη Μαλίδα, να γνωρίζει αυτό το μονοπάτι εάν σύχναζε σε τούτα τα μέρη.

• Αρκετές φορές η απόδοση εκφέρεται με οριστική αρκτικού χρόνου. Αυτό συμβαίνει όταν στην αβέβαιη και ανοικτή ως προς την έκβασή της υπόθεση αντιπαρατίθεται η απόδοση ως κάτι βέβαιο και οριστικό:

ΗΡΟΔ 1.32 οὐ γάρ τι ὁ μέγας πλούσιος μᾶλλον τοῦ ἐπ' ἡμέρην ἔχοντος ὀλβιώτερός ἐστι, εἰ μη οἱ τύχη ἐπίσποιτο πάντα καλὰ ἔχοντα εὖ τελευτῆσαι τὸν βίον || γιατί βέβαια δεν είναι πιο ευτυχισμένος ο πολύ πλούσιος από εκείνον που έχει τον επιούσιο, εκτός και αν του μείνει η τύχη πιστή και ολοκληρώσει τη ζωή του διατηρώντας όλα τα αγαθά.

ΘΟΥΚ 1.121.4 εἰ δ' ἀντίσχοιεν, μελετήσομεν καὶ ἡμεῖς ἐν πλέονι χρόνῳ τὰ ναυτικά || αν πάλι αντέξουν, θα ασκηθούμε και εμείς περισσότερο χρόνο στις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις.

§11.57. Το έκτο είδος υποθετικών λόγων δείχνει ότι κάτι επαναλαμβανόταν στο παρελθόν (κατά απεριόριστο αριθμό επαναλήψεων), δηλώνει δηλαδή αόριστη επανάληψη στο παρελθόν:

• η υπόθεση σε αυτήν την περίπτωση εκφέρεται με εἰ και ευκτική ("ευκτική επαναληπτική"), ενώ

• η απόδοση με οριστική ιστορικού χρόνου, κατά κανόνα με παρατατικό, σπανιότερα με αόριστο. Εάν πρόκειται για μια ενέργεια που επαναλαμβάνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες, τότε ο παρατατικός ή αόριστος συνοδεύεται από το ἄν.

Στο συγκεκριμένο είδος υποθετικών λόγων η υπόθεση μπορεί να αποδίδεται στα ΝΕ με το "όσες φορές", "σε περίπτωση που", "κάθε φορά που", "αν" και οριστική παρατατικού, ενώ η απόδοση με οριστική παρατατικού. Ο τύπος αυτού του υποθετικού λόγου είναι ο εξής:

εἰ + ευκτική → οριστική παρατατικού (σπάνια με το ἄν) ή αορίστου (συνήθως με το ἄν)εἰ τοῦτο ποιοίης [ποιήσειας], τὴν πόλιν ἔβλαπτες [ἔβλαψας ἄν]

κάθε φορά που έκανες αυτό, έβλαπτες την πόλη.

ΘΟΥΚ 7.79.5 εἰμὲν ἐπίοιεν οἱ Ἀθηναῖοι, ὑπεχώρουν [οἱ Συρακόσιοι], εἰ δ' ἀναχωροῖεν, ἐπέκειντο κάθε φορά που οι Αθηναίοι επιχειρούσαν να επιτεθούν, οι Συρακούσιοι υποχωρούσαν, στην περίπτωση, όμως, που εκείνοι ξεκινούσαν να φύγουν, έπεφταν επάνω τους.

ΞΕΝ Αγησ 1.21 πολλάκις δὲ ὁπότε μεταστρατοπεδεύοιτο, εἰ αἴσθοιτο καταλελειμμένα παιδάρια μικρὰ ἐμπόρων, ἃ πολλοὶ ἐπώλουν διὰ τὸ νομίζειν μὴ δύνασθαι ἂν φέρειν αὐτὰ καὶ τρέφειν, ἐπεμέλετο καὶ τούτων και αρκετές φορές, όταν άλλαζαν συνέχεια στρατόπεδο, κάθε φορά που έπεφτε στην αντίληψή του ότι οι έμποροι είχαν εγκαταλείψει μικρά παιδιά, τα οποία πολλοί δοκίμαζαν να τα πουλήσουν γιατί πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν να τα κουβαλούν και να τα ταΐζουν, μεριμνούσε και γι' αυτά.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.11 εἴ τις αὐτῷ δοκείη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν, ἐκλεγόμενος τὸν ἐπιτήδειον ἔπαισεν ἄν || αν του φαινόταν ότι κάποιος από αυτούς στους οποίους είχε ανατεθεί τούτο το έργο έκανε ανοησίες, αφού διάλεγε τον κατάλληλο, τον χτυπούσε.

ΕΥΡ Εκ 1165-1167 εἰ μὲν πρόσωπον ἐξανισταίην ἐμόν, κόμης κατεῖχον, εἰ δὲ κινοίην χέρας, πλήθει γυναικῶν οὐδὲν ἤνυον τάλας || όσες φορές προσπαθούσα να σηκώσω το κεφάλι μου, με άρπαζαν από τα μαλλιά, αν, πάλι, κουνούσα τα χέρια, δεν κατόρθωνα, η δύστυχη, τίποτα για το πλήθος των γυναικών.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κάποιοι θεωρούν ότι το εἰ + ευκτική στο συγκεκριμένο είδος υποθετικών λόγων αντικαθιστά στην περίπτωση εξάρτησης από ιστορικό χρόνο, το "καθολικευτικό" ή "γενικευτικό" ἐάν + υποτακτική, που χρησιμοποιείται μόνο για το παρόν και το μέλλον. Θεωρούν, μάλιστα, ότι ο χαρακτηρισμός της ευκτικής αυτής ως επαναληπτικής δεν είναι τόσο εύστοχος, καθώς η έννοια της επανάληψης δεν ενυπάρχει στην ευκτική, αλλά προκύπτει από το ρήμα της κύριας πρότασης και την ολότητα των συμφραζομένων του υποθετικού λόγου. Η ευκτική, αντίθετα, παρουσιάζει την ενέργεια που δηλώνει, σύμφωνα με την αρχική δυνητική της φύση, μόνο ως κάτι που μπορεί να συμβεί, ως απλή δυνατότητα. Η σημασία του εἰ με ευκτική προσεγγίζει τη σημασία του ὅτε και ὁπότε, γι'αυτό και οι δύο τρόποι έκφρασης μπορούν να εναλλάσσονται, όπως π.χ.:

ΕΥΡ Ικ 897-898 χὡπότ' εὖ πράσσοι πόλις, ἔχαιρε, λυπρῶς δ' ἔφερεν, εἴ τι δυστυχοῖ όποτε πήγαινε καλά η πόλη, χαιρόταν, ενώ εάν την έβρισκαν συμφορές, στεναχωριόταν.

Οι σχέσεις throuple

Στις μέρες μας, οι πειραματισμοί στον τομέα των σχέσεων, έχουν αυξηθεί κατά πολύ. Και δεν είναι πως δε μας ενδιαφέρει το συνηθισμένο, αλλά πλέον ψάχνουμε αυτό το κάτι που θα μας έχει απολύτως ικανοποιημένους, για να μπορέσουμε να γίνουμε πιο σταθεροί στις επιλογές μας. Ευτυχώς έτσι στον τομέα των σχέσεων έχουμε μια σχετική ελευθερία, μπορεί να μην ξέρουμε από την αρχή τι ζητάμε ή πώς το θέλουμε, αλλά όταν το συνειδητοποιούμε μπορούμε να γίνουμε πιο άμεσοι κι ειλικρινείς. Μ’ όλα αυτά να επηρεάζουν τα ερωτικά μας, παρουσιάζεται μια καινούρια ορολογία στο κομμάτι των σχέσεων και δεν είναι άλλη από το throuple.

Το throuple αναφέρεται στη σχέση τριών ατόμων. Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι συνδυασμός των λέξεων τρία (three) και ζευγάρι (couple). Είναι ουσιαστικά ακριβώς το ίδιο με μια συνηθισμένη σχέση, με τη διαφορά πως είναι τρία άτομα μέσα σ’ αυτή. Τα τρία αυτά άτομα μπορεί να συμμετέχουν στο throuple με όποιον συνδυασμό θέλουν. Μπορεί να είναι δύο γυναίκες κι ένας άνδρας, δύο άνδρες και μια γυναίκα ή και ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Σ’ αυτό το παιχνίδι, είναι όλοι ίσοι, θέτοντας τους δικούς τους κανόνες με σκοπό να μπορούν να ικανοποιούνται. Κατά το πέρασμα της σχέσης τους, αυτοί οι κανόνες μπορεί να αλλάζουν αρκετά συχνά, ανάλογα τις ανάγκες που προκύπτουν και τις συζητήσεις που γίνονται.

Τώρα, όσον αφορά στη σχέση χωρίς τους κανόνες που βάζουν τα μέλη, μπορεί να είναι μονογαμική ή ελεύθερη, ανάλογα τις προτιμήσεις -αν και κυρίως ο όρος αναφέρεται σε μη μονογαμικές και πολυαμερικές κοινότητες. Όπως σε μια κανονική για εμάς σχέση, τα μέλη μπορούν να πάνε με άλλους, άσχετα αν το γνωρίζουμε ή όχι (κέρατο δηλαδή). Έτσι και σ’ αυτήν τη μορφή, υπάρχει πολυδιάστατη τροπή. Αυτό που ίσως αλλάζει λίγο παραπάνω, είναι τα ξεσπάσματα που μπορεί να έχει αυτή η σχέση. Ας το πάρουμε όμως διαφορετικά για να καταλάβετε τι εννοώ.

Σε μια σχέση δυο ατόμων, νιώθουμε συχνά ζήλια ή ότι μας παραμελούν. Αυτό συμβαίνει και σε μια σχέση τριών ατόμων, αλλά ίσως λίγο συχνότερα. Σε μερικές περιπτώσεις, το ένα από τα μέλη μπορεί να νιώσει ζήλια, διότι τα άλλα δύο άτομα έρχονται ορισμένες φορές πιο κοντά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να υπάρχει πιο έντονα το αίσθημα της επικοινωνίας, διότι θα μπορούσε να είναι αφορμή ν’ αλλάξουν οι κανόνες.

Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, σε μια τέτοια μορφή σχέσης δεν έχει προτεραιότητα μόνο το άτομο σαν μονάδα, αλλά όλη η σχέση. Η σχέση των ατόμων είναι το επίκεντρο και το πώς θα μπορέσουν να τη διατηρήσουν ζωντανή. Όλοι απολαμβάνουν τις ίδιες δραστηριότητες την ίδια στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, για να είναι πιο αρμονική προτείνεται να περνούν και τα μέλη χρόνο μόνα τους ή ξεχωριστά σαν δυάδες μέσα στην εβδομάδα, με τους συνδυασμούς που επιθυμούν. Αλλά αυτό που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους είναι πως σ’ αυτήν τη σχέση όλοι είναι ίσοι, ασχέτως ηλικίας ή χρόνου γνωριμίας.

Όπως κι αν έχουν οι επιλογές που θα κάνει το ζευγάρι, το θέμα είναι όχι μόνο να κρατήσει η σχέση, αλλά και να ικανοποιηθούν τα μέλη της και να μπορούν όλοι να απολαμβάνουν τις προτιμήσεις τους. Βέβαια, αυτό το είδος ζευγαριού είναι αρκετά κατακριτέο από την κοινωνία, οπότε μπορεί να δέχεται αρκετές κριτικές για τον τρόπο με τον οποίο ζει.

Βέβαια, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί μόνο τα μέλη, αλλά ακόμη δεν είναι ευρέως γνωστό μάλλον πως ο κάθε άνθρωπος πρέπει να αποφασίζει ελεύθερα για τη ζωή του. Όταν υπάρχει η επικοινωνία, όσα κι αν είναι τα άτομα, έχουν τις καλύτερες προοπτικές μαζί. Η θέληση είναι κάτι που μας ενώνει, αρκεί να βρούμε το κατάλληλο «κάτι», για να «συμβιβαστούμε».

Η ευδαιμονία επιτυγχάνεται μέσω της αρμονικής ζωής και της ισορροπημένης σχέσης μεταξύ του σώματος, του πνεύματος και της ψυχής

Η ευτυχία είναι μια από τις πιο πολυσυζητημένες έννοιες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο ορισμός της ευτυχίας είναι μια σχετικά υποκειμενική έννοια που είναι δύσκολο να οριστεί απόλυτα.

Συνήθως, αναφέρεται σε μια κατάσταση ψυχολογικής πληρότητας και ευχαρίστησης που αντιλαμβάνεται κάποιος ως αποτέλεσμα της ικανοποίησης βασικών αναγκών, την επίτευξη στόχων και επιθυμιών.

Προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία της ευτυχίας, ας ξεκινήσουμε με μια αναδρομή στο παρελθόν. Στην αρχαία Ελλάδα, οι φιλόσοφοι θεωρούσαν ότι ο σκοπός της ζωής ήταν η ευδαιμονία, η οποία περιλάμβανε, την αρετή, την ευημερία και την αρμονία.

Πίστευαν ότι η ευδαιμονία επιτυγχάνεται μέσω της αρμονικής ζωής και της ισορροπημένης σχέσης μεταξύ του σώματος, του πνεύματος και της ψυχής.

Η ευημερία επιτυγχάνεται όταν κάθε άτομο εκτελεί τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προσφέροντας στην κοινωνία τους καλύτερους πόρους και υπηρεσίες, και ταυτόχρονα απολαμβάνοντας τα οφέλη που προσφέρει η κοινωνία αυτή στα μέλη της.

Η αρετή δεν είναι απλά η απουσία κακίας, αλλά η ικανότητα να επιτύχουμε το καλό, να ζούμε δηλαδή με ηθική, και σε αρμονία με τους άλλους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον.
 
Διαφορές μεταξύ χαράς και ευτυχίας

Η ευτυχία, η χαρά και η ευδαιμονία είναι όροι που συχνά αντιμετωπίζονται ως συνώνυμα, ωστόσο ο Daniel Nettle στο βιβλίο του "Happiness" εξηγεί πώς αυτοί οι όροι διαφέρουν μεταξύ τους.

Η χαρά είναι ένα πρόσκαιρο συναίσθημα που προκαλείται από κάποια ευχάριστη εμπειρία, όπως μια εκπληκτική συναυλία ή ένα πολύ νόστιμο γεύμα. Αν και η χαρά μπορεί να είναι πολύ έντονη και ευχάριστη, δεν είναι κάτι που μπορεί να διαρκέσει για πολύ καιρό.

Από την άλλη πλευρά, περιγράφει πως η ευτυχία είναι μία πολύπλοκη έννοια. Μπορεί να οριστεί ως το αίσθημα ικανοποίησης των αναγκών και των στόχων μας, ωστόσο, δεν είναι απλά μια στατική κατάσταση. Η ευτυχία είναι μια κατάσταση όπου κάποιος αισθάνεται καλά με τον εαυτό του και τη ζωή του, την καριέρα του, και τις σχέσεις του.

Τέλος, η ευδαιμονία είναι μια πιο σταθερή κατάσταση από την ευτυχία, καθώς περιλαμβάνει την αίσθηση ότι κάποιος ζει μια πλούσια ζωή, με σκοπό και νόημα. Η ευδαιμονία συμπεριλαμβάνει την ευτυχία, αλλά διαφέρουν στο ότι η ευδαιμονία είναι μία κατάσταση μόνιμη, όπου έχουμε μία θετική στάση στη ζωή, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν.

Δηλαδή, άμα συμβεί κάτι άσχημο στην καριέρα ενός ανθρώπου που ζει σε μία κατάσταση ευδαιμονίας, θα νιώσει όλα τα αρνητικά συναισθήματα που είναι λογικό να υπάρξουν, δεν θα αισθάνεται ευτυχισμένος γιατί συμβαίνει κάτι δυσάρεστο που αφορά τη δουλειά του, αλλά ο σκοπός και το νόημα που έχει βρει στη ζωή του, τον κάνουν να νιώθει δυνατός και έτοιμος να ανταπεξέλθει σε αυτές τις δυσκολίες, με αποτέλεσμα να κρατάει μία πιο θετική στάση προς αυτές.

Η ευδαιμονία δεν εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες όπως ο πλούτος, η κοινωνική θέση ή η διασημότητα.

Οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι, δηλαδή αυτοί που διακατέχονται από ευδαιμονία, είναι αυτοί που έχουν μια θετική στάση ζωής, μια εσωτερική ηρεμία και μπορούν να απολαμβάνουν τα μικρά πράγματα της ζωής, να αισθάνονται ικανοποίηση και πληρότητα.

Έτσι, η ευτυχία είναι μια παρενέργεια της προσπάθειάς μας να επιτύχουμε και να αναπτυχθούμε ως άνθρωποι. Οι αξίες και τα ιδανικά, η προσωπική μας ανάπτυξη, η ασχολία με αυτά που μας ολοκληρώνουν και μας εκφράζουν και οι αρμονικές και ειλικρινές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους μας προσφέρουν μια αίσθηση ευτυχίας και μας οδηγούν σε κατάσταση ευδαιμονίας.

Αντιθέτως, όταν η ευτυχία γίνεται αυτοσκοπός και συνεχώς κυνηγάμε όλα τα συναισθήματα που πιστεύουμε ότι την απαρτίζουν, πολύ εύκολα μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα δρόμο ματαιότητας, όπου προσπαθούμε απεγνωσμένα να νιώθουμε όμορφα όσο περισσότερο μπορούμε, με αποτέλεσμα αυτό το συναίσθημα να μην είναι ποτέ αρκετό, χάνοντας έτσι την αξία του. Επίσης, μπορεί να καταλήξουμε σε έναν ηδονιστικό τρόπο ζωής, αφού τα «καλά» και προσωρινά συναισθήματα, όπως η ευχαρίστηση, μπορούν να επιτευχθούν με πολλούς και εύκολους τρόπους (πχ το χρήμα, το φαγητό, τα ναρκωτικά, το να περνάμε καλά), αλλά αυτός ο τρόπος ζωής συχνά δεν οδηγεί σε μία κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και ολοκλήρωσης.

Σε καμία περίπτωση δεν καταδικάζω τους ανθρώπους που ακολουθούν ένα τέτοιο τρόπο ζωής, ούτε ισχυρίζομαι ότι υπάρχει κάποια συνταγή για την ευτυχία, ο κάθε άνθρωπος βρίσκει την ευτυχία με διαφορετικό τρόπο.

Η ευτυχία, και ακόμα περισσότερο η ευδαιμονία, είναι κάτι που προκύπτει από τις επιλογές μας και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη ζωή.

Έτσι, είναι καλύτερα να αποφεύγουμε τις απεγνωσμένες προσπάθειες να είμαστε χαρούμενοι ή ευτυχισμένοι σε κάθε στιγμή της ζωής μας, γιατί κάποιες φορές ο δρόμος για την ευτυχία συμπεριλαμβάνει τη συνειδητοποίηση ότι η δυστυχία και όλα τα άσχημα συναισθήματα είναι κομμάτι της εμπειρίας μας στη ζωή, που δεν μπορούμε να το αποφύγουμε.

Με αυτό ως δεδομένο, μπορούμε να εκτιμούμε ακόμα και τα άσχημα όπως και τα όμορφα, σαν μέρος της ζωής μας και της πορείας μας σε αυτήν, εστιάζοντας πάντα στην συνεχή βελτίωση του εαυτού μας αλλά και των σχέσεών μας με τους άλλους ανθρώπους.

Ζωντανός θα πει περήφανος

Το βλέφαρο του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος!

Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το “ευγενέστερον ζώον”…

Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.

Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς.

Ζωντανός θα πει περήφανος!

Όλα τα λόγια είναι καλά.

Μόνο, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα.

Ομορφιά!

Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά “που πρέπει”… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση.

«Απελευθέρωση» από το σώμα, την σκέψη, την ύπαρξη

1. Η «Κάθοδος» και η «Άνοδος» του Όντος

Αυτό που είναι πραγματικά ο άνθρωπος (και στο οποίο «ερχόμαστε» όταν σε κατάσταση ησυχίας, διερευνούμε με πλήρη προσοχή το «Ποιος Είμαι»;, απομακρύνοντας όλες τις «προτάσεις» της σκέψης…), είναι Αγνή Παρουσία («Επίγνωση της Ύπαρξης», «είμαι εδώ»)… Το Βάθος Αυτής της Παρουσίας, Χωρίς Ιδιότητες, Απεριόριστο, Διευρύνεται Επ’ άπειρον σε ένα Αιώνιο Τώρα: Μια Συνεχής Ζωή, Αλλαγή, Μια Ροή Χωρίς Αλλοιώσεις… Είναι Αυτή η Απεριόριστη Παρουσία που Δημιουργεί τους Αντικειμενικούς Κόσμους και Αναδύει το Ατομικό Ον, τα ατομικά όντα, τον άνθρωπο… Ο άνθρωπος είναι Παρουσία που «συνδέεται» με ένα υλικό σώμα. Υπάρχει, Αντιλαμβάνεται, Σκέπτεται, Συναισθάνεται, κι Ενεργεί στο σώμα, (στις ανάλογες περιοχές του νευρικού συστήματος- στα αντίστοιχα λειτουργικά κέντρα) και μέσω του σώματος στον κόσμο.

2. ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ - Η Εικονική Πραγματικότητα της Σκέψης, Η Διάσπαση της Ύπαρξης (σε Υποκείμενο-Αντικείμενο)

Όταν ο άνθρωπος Αντιλαμβάνεται «αυτό που συμβαίνει» είναι σε μια «κατάσταση» Ενοποιημένης Επίγνωσης Εντός της Οποίας (στο Πεδίο της Οποίας) συμβαίνουν όλα, ο εαυτός, ο κόσμος, τα άλλα συμβαίνοντα… έχει άμεση επαφή με τα συμβαίνοντα, τις διαδικασίες. «Αυτό που συμβαίνει» είναι μια ροή επίγνωσης που συλλαμβάνει όσα συμβαίνουν σαν ροές, «γίγνεσθαι», συμβαίνοντα… Όλα είναι ζωντανά μέσα σε αυτή την ενοποιημένη Επίγνωση. Η ροή επίγνωσης είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι «άλλοι», τα «πράγματα»… όλα είναι ροές.

Σε μια τέτοια δράση επίγνωσης το μόνο πραγματικό είναι αυτό που συμβαίνει εδώ, τώρα, στην στιγμή που ρέει. Ο Μόνος Πραγματικός Χώρος είναι «αυτό που συμβαίνει». Κι ο μόνος πραγματικός χρόνος είναι η στιγμή που ζούμε τώρα. Μια τέτοια αντίληψη υπάρχει μόνον στη στιγμή που ρέει, δεν αφήνει ίχνη, κατάλοιπα. Είμαστε συνεχώς, εμείς, εδώ, τώρα, ολόφρεσκοι κάθε στιγμή, με ολόφρεσκια «όραση» κι αντιλαμβανόμαστε κάθε στιγμή έναν ολοκαίνουργιο κόσμο, που γεννιέται στην στιγμή αυτή που ρέει, κάθε στιγμή, κι εμφανίζεται μπροστά μας, ανανεωμένος, κάθε στιγμή. Αυτή η Δράση της Αντίληψης είναι η Αληθινή Εγρήγορση, που συλλαμβάνει αυτό που πραγματικά συμβαίνει, εδώ, τώρα, κάθε στιγμή, χωρίς να αφήνει ίχνη. Κάθε στιγμή ζούμε κάτι καινούργιο. Αυτό σημαίνει ότι ζούμε στην στιγμή, κι όχι στον χρόνο που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι συνήθως, παρελθόν-παρόν-μέλλον (που είναι μια τεχνητή κατασκευή της σκέψης). Είμαστε ουσιαστικά, τώρα, εδώ, στη ζωντανή ρέουσα στιγμή, έξω από τον χρόνο. Και κάθε στιγμή είναι πλήρης, ολοκληρωμένη. Η Πραγματικότητα, (η Αλήθεια), είναι η Ροή, η Ροή της Ζωής, κι όπου κι αν είμαστε, είμαστε εμείς, Παρόντες, Ολοζώντανοι, Ολοκληρωμένοι μέσα στην στιγμή.

Η Εγρήγορση είναι μια δράση της Αντίληψης που Απαιτεί Ολοκληρωτική Προσοχή, Ενέργεια…αλλά είναι και Πλήρης Αντίληψη κι Ελευθερία από τον χρόνο και την μνήμη. Ο συνηθισμένος άνθρωπος όμως δεν μπορεί να κρατηθεί σε Δράση Εγρήγορσης. Για διάφορους λόγους (που ξεκινούν από βιολογικές καταβολές και γίνονται ψυχολογικές συμπεριφορές και νοητικές νοοτροπίες) ο άνθρωπος δεν μπορεί να βλέπει έτσι, ζωντανά, αυτά που συμβαίνουν. Αναγνωρίζει και κάνει γνωστό το περιβάλλον, τον «χώρο», τον «εαυτό», τα «αντικείμενα». Κατασκευάζει μια νοητική εικόνα του κόσμου και σταθερές εικόνες των «πραγμάτων», κι αφοσιώνεται (θεωρώντας γνωστό τα περιβάλλον, τα πράγματα) σε επιμέρους σκοπούς και δραστηριότητες που αφορούν την «επιβίωση» γενικά (σε όλα τα επίπεδα).

Ο άνθρωπος λειτουργεί με βάση αυτή την νοητική εικόνα την οποία αναπροσαρμόζει (αναπρογραμματίζει) μόλις συμβαίνουν «αλλαγές», διαφορετικά τα θεωρεί όλα δεδομένα, γνωστά. Ζούμε σε ένα χώρο (στο σπίτι μας). Επειδή θεωρούμε γνωστά τα πράγματα (κι είναι, μέσα στην νοητική εικόνα, που διατηρούμε στην μνήμη), μπορούμε να κινηθούμε ακόμα και με κλειστά μάτια. Δεν βλέπουμε τα γνωστά αντικείμενα που είναι στην θέση τους. Αν όμως αλλάξουν θέση (τους αλλάξει κάποιος θέση), «ξυπνάμε» κι αναπροσαρμόζουμε την νοητική εικόνα μας. αν αλλάξουμε θέση στα αντικείμενα, σε κάποια σκεύη της κουζίνας για παράδειγμα, για λίγες μέρες κατευθυνόμαστε από μνήμη-ένστικτο, προς την παλιά θέση τους… μέχρι να αναπροσαρμόσουμε την νοητική εικόνα που έχουμε για το περιβάλλον. Συμβαίνει σε όλους.

Δεν είμαστε σε Εγρήγορση αλλά λειτουργούμε μέσω της σκέψης. Έχουμε μια νοητική εικόνα του κόσμου, την προβάλλουμε στην Πραγματικότητα, κι ενώ κινούμαστε μέσω της νοητικής εικόνας, μέσα στην εικονική πραγματικότητα, νομίζουμε ότι ζούμε στην πραγματικότητα. Η πρώτη συνέπεια αυτής της δράσης (της ολίσθησης στην σκέψη) είναι ότι ζούμε σε μια εικονική πραγματικότητα, όπου όλα είναι γνωστά, «σταθερές εικόνες». Η πρώτη εικόνα μετά τον «όλο χώρο» είναι η εικόνα του εαυτού, και των αντικειμένων απέναντί μας, μετά. Κατασκευάζουμε μια σταθερή εικόνα για τον εαυτό μας, δημιουργούμε το Υποκείμενο (το εγώ) με τις συγκεκριμένες ιδιότητες που του αποδίδουμε (μέσα σε μια πλαστή αυτογνωσία) και τα αντικείμενα, με τις δικές τους ιδιότητες. Αντί να βλέπουμε (όπως στην Εγρήγορση) την Ροή της Ζωής και τα συμβάντα, βλέπουμε σταθερές ουσίες (που συλλαμβάνουμε σαν έννοιες και περιγράφουμε σαν ουσιαστικά). Διασπάσαμε την Πραγματικότητα, την Ύπαρξη, σε Υποκείμενο-Αντικείμενο και βιώνουμε ένα αγεφύρωτο διαχωρισμό με τα πράγματα. Ζούμε μέσα σε μια νοητική εικόνα που κατασκευάσαμε με την σκέψη, μπαίνοντας ουσιαστικά σε μια ψεύτικη πραγματικότητα, στον κόσμο της δυαδικότητας (εγώ-κόσμος, εγώ-άλλοι). Η Ύπαρξη έχει διασπαστεί.

3. Η ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ της Διασπασμένης (σε Υποκείμενο-Αντικείμενο) Αντίληψης, Διαλογισμός, Τα Τέσσερα Στάδια του Διαλογισμού

Ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα της σκέψης, έχοντας διασπάσει την Ύπαρξή του σε Υποκείμενο-Αντικείμενο… Αναδύεται, εκ των πραγμάτων η ανάγκη της Ενοποίησης της Ύπαρξης, ξανά.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σαν Διαλογισμό την Μέθοδο της Ενοποίησης της Ύπαρξης που χρησιμοποιούν από τα αρχαία χρόνια σε διάφορες παραδόσεις. Ο διαλογισμός σαν Γενική Δράση είναι η Ενοποίηση της Ύπαρξης: Υπάρχει το Υποκείμενο, ο διαχωρισμός (η «αντιληπτική απόσταση» από το άλλο), το αντικείμενο απέναντί μας. Η Γενική Δράση της Ενοποίησης ξεκινά από το αντικείμενο (σε μια πρακτική άσκηση, μπορούμε να βάλουμε ένα αντικείμενο απέναντί μας και να δούμε πως λειτουργεί η όλη διαδικασία. Υπάρχει το αντικείμενο. Συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στο αντικείμενο. Η προσοχή μπορεί να διασπάται από διάφορους παράγοντες, οπότε την επαναφέρουμε ξανά και ξανά. Για κάποιο χρόνο καταβάλουμε προσπάθεια συγκέντρωσης. Και καθώς οι ενοχλητικοί παράγοντες απομακρύνονται, «καταλαγιάζουν», η συγκέντρωση βαθαίνει όλο και πιο πολύ. Ήδη έχουμε «μεταφερθεί» (η επίγνωσή μας έχει «μεταφερθεί») από το αντικείμενο στην διαδικασία της συγκέντρωσης… Όταν στην συγκέντρωση δεν καταβάλλεται πλέον καμία προσπάθεια, όταν η συγκέντρωση γίνεται εύκολη, φυσική, χωρίς εμπόδια… η διαδικασία ξεχνιέται. Υπάρχει πλέον βαθιά ήρεμη ενατένιση… μια «κατάσταση» ενοποιημένης επίγνωσης εντός της οποίας είμαστε εμείς και το πρώην «αντικείμενο», χωρίς διαχωρισμούς, αποστάσεις. Έχει επιτευχθεί η Ενοποίηση της Ύπαρξης, η «Κατάσταση» της Εγρήγορσης. Αντιλαμβανόμαστε τα συμβαίνοντα, εμάς, τα πράγματα, όλα.

Η Διαδικασία της Ενοποίησης της Ύπαρξης (της Υπέρβασης του διαχωρισμού Υποκειμένου-Αντικειμένου) είναι Μία. Τυπικά την διαχωρίζουμε σε τρία στάδια. Συγκέντρωση στο αντικείμενο (Νταράνα). Διαλογιστική Διαδικασία (Ντυάνα). Θεωρία του Ενοποιημένου Πεδίου (Σαμάντι, με υποστήριγμα).

Αυτή είναι η Γενική Δράση του Διαλογισμού (Σαμγιάμα) που μπορεί να εφαρμοστεί στα διάφορα επίπεδα της ανθρώπινης λειτουργίας, το σώμα, την ψυχολογική – και ηθική – συμπεριφορά, την νοητική δράση…

Να σημειώσουμε ακόμα ότι η πειραματική ψυχολογία (μέσα από πειράματα με ανθρώπους που διαλογίζονταν, και των οποίων είχαν συνδέσει τον εγκέφαλο με ηλεκτρόδια και ηλεκτρονικούς υπολογιστές) διαπίστωσε (εδώ και τριάντα χρόνια, στις Ηνωμένες πολιτείες, στην Ιαπωνία, κι αλλού) ότι στην διάρκεια της συγκέντρωσης τα εγκεφαλικά κύματα είναι τύπου «β». Καθώς βαθαίνει ο Διαλογισμός τα εγκεφαλικά κύματα τείνουν να γίνουν τύπου «α», ενώ όταν επιτυγχάνεται η Θεωρία του Ενοποιημένου Πεδίου της Ύπαρξης, τα κύματα είναι «α». Σε βαθύτερα επίπεδα Διαλογισμού τα εγκεφαλικά κύματα γίνονται «θ». Και στην Βαθιά Έκσταση τείνουν να γίνουν τύπου «δ»… Με άλλα λόγια, κατά την διάρκεια του Διαλογισμού τα εγκεφαλικά κύματα τείνουν να ηρεμήσουν (μικραίνει συνέχεια η συχνότητά τους), μέχρι να γίνουν ένας ελαφρύς κυματισμός.

4. Η Διαδικασία της «Ανόδου» μέσω του Διαλογισμού

Ο άνθρωπος σαν Παρουσία «συνδέεται» με ένα σώμα, επιτελώντας διάφορες λειτουργίες:

Αντίληψη – Εγρήγορση.

Σκέψη – Εικονική πραγματικότητα, διάσπαση της Ύπαρξης σε Υποκείμενο-αντικείμενο

Διάσπαση της Ύπαρξης στην ψυχολογική συμπεριφορά

Διάσπαση της Ύπαρξης στο σώμα (στο σωματικό επίπεδο).

Υπάρχει λοιπόν ανάγκη ο άνθρωπος να Ενοποιήσει την Ύπαρξή του σε όλα τα επίπεδα, ξεκινώντας από κάτω, από το σώμα, την ψυχολογική συμπεριφορά, μέχρι την νοητική διαδικασία, και να Επανέλθει σε Δράση Εγρήγορσης, όπου θα Αντιλαμβάνεται μέσα σε ένα Ενοποιημένο Πεδίο Επίγνωσης, την Ενότητα των πάντων… Έτσι ο Διαλογισμός (του οποίου την Γενική Δράση περιγράψαμε πιο πάνω) πρέπει να εφαρμοστεί

στο σώμα (Ασάνα),

στην ψυχολογική συμπεριφορά (Γιάμα-Νιγιάμα),

στην νοητική δράση (Σαμγιάμα: Νταράνα-Ντυάνα-Σαμάντι),

για να επιτευχθεί η «Κατάσταση» Εγρήγορσης (Σαμάντι, με υποστήριγμα).

Η Εγρήγορση όταν βαθαίνει αποκαλύπτει το Βάθος της Παρουσίας και πραγματοποιείται η Μετάβαση από την Κατάσταση της Απλής Παρουσίας μέσα στο Ενοποιημένο Πεδίο Επίγνωσης, σε μια Κατάσταση όπου Είμαστε το Πεδίο, και μετά σε μια Κατάσταση Χωρίς Ιδιότητες, όπου Καθρεφτίζεται το Είναι, σαν Τέλειο Κενό. Σε αυτές τις Εσωτερικές Καταστάσεις υπάρχει ακόμα Αντίληψη (Σαμάντι χωρίς υποστήριγμα)… Πέρα από όλα αυτά υφίσταται μια «Κατάσταση» Υπέρτατης Ύπαρξης όπου Δεν Αντιλαμβανόμαστε την Ύπαρξη, αλλά Είμαστε η Ύπαρξη, η Θεϊκή Ύπαρξη, το Χωρίς Ιδιότητες, που Ρέει Χωρίς να Αλλοιώνεται, που Είναι Ζωντανό Χωρίς να Φανερώνεται, που είναι σαν το Κενό που Δημιουργεί τα Πάντα, Μια «Κατάσταση» Απερίγραπτη (Καϊβαλγία).

5. Η ΑΣΚΗΣΗ

Το Σημαντικό, που πρέπει να Κατανοήσουμε είναι ότι όλα αυτά που περιγράψαμε είναι πράγματα που πρέπει να Κάνουμε, που πρέπει να Πραγματοποιήσουμε, Μέσα μας. Η Ανύψωση Ως την Αληθινή Ουσία μας, την Απεριόριστη Χωρίς Ιδιότητες Παρουσία, πρέπει να είναι Βιωματική, Πραγματική.

Πρέπει να Αναγνωρίσουμε Που είμαστε, και πρακτικά, μεθοδικά, να πραγματοποιήσουμε την Άνοδο, όσος χρόνος κι αν χρειαστεί… Η ανάγκη του χρόνου αναδύεται επειδή εμείς είμαστε απορροφημένοι, προσκολλημένοι, και δεν θέλουμε να απαγκιστρωθούμε από τον παλιό τρόπο ζωής μας… Αλλά πρέπει να Δράσουμε… να το Κάνουμε. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Η βία των ανηλίκων

Αφορμή γι' αυτό το άρθρο, αποτέλεσε η αύξηση της βίας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια από ανήλικους, διαπιστώνοντας καθημερινά επεισόδια παραβατικής συμπεριφοράς, που δημοσιεύονται στον ημερήσιο τύπο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ελπίδα μας είναι να εντοπίσουμε τις παθογένειες, να ευαισθητοποιήσουμε τις οικογένειες και την κοινωνία, προκειμένου να ανταποκριθούν στο θεσμικό τους ρόλο, στην κατεύθυνση της εξάλειψης ή βελτίωσης του φαινομένου.

Η δράση των ανήλικων δραστών, εστιάζεται στις μικροκλοπές, τις παραβάσεις νομοθεσίας για τα ναρκωτικά (διακίνηση), τις ληστείες με «λεία» το χαρτζιλίκι ενός εφήβου ή το κινητό του τηλέφωνο και φυσικά το bullying. Με τον όρο σχολικός εκφοβισμός (bullying), εννοείται η επαναλαμβανόμενη και εσκεμμένη χρήση βίας μεταξύ μαθητών ή παιδιών παρόμοιας ηλικίας, με σκοπό την πρόκληση πόνου και αναστάτωσης. Αποτελεί μία κατάχρηση εξουσίας και εμπεριέχει ανισότητα στη σωματική δύναμη ή αντιληπτή ικανότητα ενός παιδιού. Ωστόσο, ο σχολικός εκφοβισμός δεν θα πρέπει να συγχέεται με τις περιπτώσεις όπου τα παιδιά κάνουν αστεία μεταξύ τους διασκεδάζοντας και οι δύο αληθινά.

Την ίδια στιγμή που τα αγόρια μπορεί να εκφοβίσουν άλλους χρησιμοποιώντας τη δύναμή τους, τα κορίτσια χρησιμοποιούν πιο περίτεχνες επιθετικές τακτικές, όπως είναι η απομάκρυνση, το κουτσομπολιό, η έμμεση εκδίκηση, για να εκφοβίσουν άλλα κορίτσια μέσα από τον κοινωνικό αποκλεισμό. Το bullying είναι μέρος του σχολείου και του εργασιακού χώρου από παλιά. Τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δημιούργησαν ένα νέο χώρο για bullying, όπου επεκτάθηκε το εύρος του.

Άλλες επιθέσεις έχουν οπαδικά κίνητρα, κάποιες άλλες για τα «μάτια» μιας κοπέλας και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις βιασμοί και ανθρωποκτονίες. Από έρευνες διαπιστώνεται ότι, οι έφηβοι που εμφανίζουν παραβατική συμπεριφορά, προέρχονται από ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και όχι μόνο από τις λεγόμενες «προβληματικές ή δυσλειτουργικές» οικογένειες, δηλαδή από παιδιά που ζουν με γονείς που κάνουν χρήση ουσιών ή αλκοόλ ή έχουν απασχολήσει για διάφορα αδικήματα.

Αυτό που μας προβληματίζει περισσότερο, είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της μορφής παραβατικότητας, καθώς, πολλές φορές δίνει την αίσθηση ότι, οι ανήλικοι που εμφανίζουν τέτοιες συμπεριφορές δεν αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς τους, μοιάζει να μην έχουν συναίσθηση των πράξεών τους. Οι ανήλικοι βέβαια, που οδηγούνται στις αστυνομικές υπηρεσίες, μετά από κάποιο περιστατικό, δείχνουν ένα άλλο πρόσωπο. Εκεί πλέον, συνειδητοποιούν τι έχουν κάνει και «σπάνε».

«Μετά τη σύλληψή του δεν έδειξε ούτε ίχνος μεταμέλειας και έδειχνε σαν να μην έχει καμία ενσυναίσθηση για την πράξη του και συμπεριφερόταν σαν το όλο συμβάν να μην έχει σχέση με τον ίδιο», αναφέρει το αστυνομικό ρεπορτάζ. Γειτόνισσα που γνώριζε τον νεαρό από την ημέρα που γεννήθηκε, είπε ότι: «ήταν ένα παιδί σχετικά απρόσιτο από τα άλλα παιδιά».

Κατά την ταπεινή μου άποψη τα περισσότερα προβλήματα σχετίζονται με την οικογένεια. Βέβαια, ο κοινωνικός περίγυρος, το σχολείο και το περιβάλλον των ομιλήκων, θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας ενός παιδιού και σίγουρα έχουν μερίδιο ευθύνης, όμως, όταν το παιδί χτίσει γερά θεμέλια μέσα στην οικογένεια, θα είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγει, κι αν αυτό συμβεί θα μπορέσει να επανέλθει και να επουλώσει τα τραύματα και τις αστοχίες του, μέσα από το προστατευτικό κουκούλι της οικογένειας.

Εκτιμώ ότι, το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα!», είναι η πεμπτουσία των επί μέρους συνιστωσών, που οδηγούν στην καρδιά του προβλήματος. Αν και το νόημά της σε κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο αφορά στις «κακές πράξεις» (κλοπή, αδικία, φόνος κλπ.), για μένα αποκτά εντελώς διαφορετική διάσταση και σημαίνει το πέρασμα των δυσλειτουργικών μοτίβων επικοινωνίας και «σχετίζεσθαι» από τους γονείς στα παιδιά. Το θέμα είναι κατά πόσο μας επηρεάζουν τα βιώματα των γονιών μας και πώς εμείς με τη σειρά μας τα περνάμε στις σχέσεις μας, χωρίς φυσικά να το αντιλαμβανόμαστε.

Οι γονείς, με απλές καθημερινές εκφράσεις και ασήμαντες γι’ αυτούς πράξεις, κάνουν τα παιδιά πολλές φορές να νιώθουν άσχημα ή περνούν σ΄ αυτά λάθος στερεότυπα, σεξιστικά ή ρατσιστικά. Όλα αυτά, φυσικά, δε γίνονται συνειδητά ούτε σκόπιμα, αλλά μέσω μικρών κι επαναλαμβανόμενων στάσεών τους, που τα παιδιά παρατηρούν και ενσωματώνουν στη συμπεριφορά τους από την πρώιμη παιδική ηλικία. Επομένως είναι απόλυτα λογικό οι γονείς, να περνάνε ασυνείδητα στα παιδιά τους πράγματα και ψυχικά τραύματα. Είναι τα πρώτα άτομα που τα παιδιά έρχονται σε επαφή από την αρχή της ζωής τους και τα πρώτα άτομα που μιμούνται.

Ο ρόλος του γονιού είναι μοναδικός, ίσως ο πιο σημαντικός ρόλος που αναλαμβάνει κάποιος. Ένας ρόλος ωστόσο με προκλήσεις και απαιτήσεις, καθώς η ανατροφή του παιδιού χρειάζεται εκτός από το ένστικτο και γνώσεις. Σύμφωνα με την UNESCO, οι γονείς είναι παιδαγωγοί αναντικατάστατοι, οι βασικοί υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού τους. Την ίδια ώρα όμως, οι γονείς είναι εντελώς απροετοίμαστοι για τον πολύ υπεύθυνο ρόλο τους και μάλιστα στη σημερινή εποχή που βάλλονται από υπερπληροφόρηση και παραπληροφόρηση και από την άλλη, ο θεσμός της οικογένειας αλλάζει και μετασχηματίζεται με γοργούς ρυθμούς. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν υπάρχει manual στο πώς να γίνεις ο τέλειος γονιός ή πώς να συμπεριφερθείς στο παιδί σου.

Λένε ότι, το καλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει ένας πατέρας στο παιδί του, είναι να είναι καλός με τη γυναίκα του. Με τη μητέρα του παιδιού του. Να την αγαπάει και να της το δείχνει. Μέσα από αυτό θα πάρει το καλύτερο και το παιδί. Η συζυγική δυσαρμονία δημιουργεί πολλά προβλήματα στα παιδιά, τόσο στην παιδική και εφηβική ηλικία αλλά και αργότερα, στην ενήλικη ζωή, με καταστροφικές πρακτικές συνέπειες στην ψυχική τους υγεία. Και δυστυχώς το 85% των ζευγαριών βιώνει συζυγική δυσαρμονία. Άρα μιλάμε για κάτι όχι και τόσο εύκολο όσο το διατυπώνω!

Συχνά οι γονείς σαστίζουν μπροστά σε όλον αυτόν τον καταιγισμό των νέων οικογενειακών και κοινωνικών δεδομένων: αύξηση του αριθμού των διαζυγίων, σεξουαλική απελευθέρωση, αύξηση των γεννήσεων από ελεύθερες γυναίκες και μάλιστα εφήβους, νεανική παραβατικότητα, πρόσβαση των γυναικών στην εργασία και αύξηση της οικονομικής ανεξαρτησίας της γυναίκας. Όλα αυτά τα δρώμενα συχνά αποδυναμώνουν τους γονείς στο έργο της ανατροφής των παιδιών τους και τους φέρνουν αντιμέτωπους με αδιέξοδα και δυσεπίλυτα προβλήματα.

Αγάπη, επιβράβευση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ’ αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί για να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και, στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με τους άλλους… Και αυτό ακριβώς είναι η κύρια ευθύνη των γονιών!

Πολλοί γονείς όμως, στο κυνήγι της επιτυχίας και της δικής τους αυτοπραγμάτωσης, δεν ασχολούνται με τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να τα παραμελούν συναισθηματικά, κάτι που θα έχει συνέπειες στην ενήλικη ζωή τους. Αναπληρώνουν την αγάπη τους με υποκατάστατα, όπως είναι τα χρήματα και τα ακριβά δώρα, αλλά φαίνεται ότι δεν καλύπτουν όλη την έκταση της ζημιάς. Για να δώσει όμως ο γονιός αγάπη, πρέπει να είναι και να νιώθει ο ίδιος καλά. Αν δεν είναι μέσα του ο ίδιος καλά, δεν μπορεί να δώσει τίποτα, ούτε καν στο ίδιο του το παιδί.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι γονείς δεν αφιερώνουν προσωπικό χρόνο στα παιδιά τους και δεν τους δίνουν ενθάρρυνση που θα τα κάνει να σταθούν στα πόδια τους, χωρίς να χρειαστούν τα δεκανίκια των ναρκωτικών και των άλλων καταστροφικών συμπεριφορών, για να παλέψουν τη ζωή τους. Η απουσία διαλόγου για ζητήματα που απασχολούν τους νέους είναι επίσης σημαντική παράμετρος, αλλά οι γονείς δυστυχώς, στο πλαίσιο της τυπικής πυρηνικής οικογένειας, δεν έχουν υπομονή να εξηγήσουν στο παιδί και απλά επιβάλλουν, από θέση ισχύος, τη θέλησή τους.

Ένα παιδί που δεν το αποδέχθηκαν, τρέχει για μια ζωή προκειμένου να φτάσει κάπου. Έχει ανάγκη από γονείς που αποδέχονται ότι το παιδί τους δεν είναι τέλειο, ότι δεν είναι ίσως αυτό που ονειρεύτηκαν, ότι δεν είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι! Παιδική κακοποίηση δεν είναι μόνο ό,τι αγγίζει τη σφαίρα του ακραίου, αλλά και οι τιμωρίες, οι επικρίσεις, οι υποτιμήσεις, οι ετικέτες, οι συγκρίσεις, οι απαιτήσεις, οι απειλές, η αδιαφορία, η απόρριψη, η απαξίωση, η ειρωνεία, τα λόγια που πονάνε, η αγάπη υπό όρους («Σ’ αγαπώ/ Είσαι καλός/ή, αν κάνεις αυτό που λέω/θέλω εγώ»), η γονεϊκή αποξένωση!

Η αυξημένη βία των ανηλίκων που παρατηρείται στις μέρες μας, έρχεται πάντα να καλύψει παιδικά τραύματα. Για να μην βιωθεί η οδύνη της συναισθηματικής παραμέλησης το παιδί καταφεύγει σε επιθετικότητα. Σε άλλες περιπτώσεις η οργή στρέφεται στον εαυτό τους, γίνεται κατάθλιψη, ή διαφόρων ειδών εθισμοί, όπως είναι το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, ο τζόγος, τα επικίνδυνα σπορ και τελευταία η εξάρτηση από το διαδίκτυο. Όταν σαν παιδί δεν παίρνω αγάπη, όταν δεν σέβονται τις ανάγκες μου και δεν μου επιτρέπουν να είμαι ο εαυτός μου, ψάχνω να βρω γονεϊκά υποκατάστατα για να πάρω πίσω την αγάπη που μου στερούν. Μια ακραία ιδεολογία γίνεται η καταφυγή μου. Μέσα από αυτήν μπορώ να εκδραματίζω όλη την κρυμμένη παιδική οργή μου. Επειδή δεν το συνειδητοποιώ, δεν μπορώ να το αλλάξω. Κάνω συναισθηματικές μεταθέσεις σε αντιπάλους, σε βάρος ομιλήκων, σε συμμαθητές και μετανάστες. Κι όλα αυτά με πολύ μίσος γιατί είναι απωθημένο.

Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε, ότι η ανθρώπινη βαναυσότητα δεν είναι έμφυτη αλλά παράγεται και διδάσκεται στην παιδική ηλικία. Η πρώτη εντολή θα έπρεπε να ορίζει: Τίμα τα παιδιά σου ώστε να μη χρειάζεται να κτίσουν μέσα τους τοίχους προστασίας απέναντι στον παιδικό πόνο και να αμύνονται αργότερα απέναντι σε φανταστικούς εχθρούς με φρικτά όπλα που μπορούν να καταστρέψουν τον κόσμο. Οι νέοι που επιτίθενται σε συμμαθητές τους με σωματική βία ή φθάνουν ακόμα και στο φόνο, δεν το κάνουν γιατί κάποτε τους κακόμαθαν από υπερβολική αγάπη, αλλά γιατί μεγάλωσαν σε συνθήκες φυσικής ή συναισθηματικής εγκατάλειψης ή κακοποιήθηκαν χωρίς να έχουν περιθώριο αντίδρασης!

Το κακό που έγινε, είναι πολύ δύσκολο να καλυφθεί. Οι γονείς είναι αυτοί που είναι, δεν συνειδητοποιούν την δυσλειτουργία και είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουν. Οι σχολές γονέων που λειτουργούν στην πατρίδα μας, είναι μια κάποια εμβαλωματική λύση, αλλά εκτιμώ, δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά από γονείς που τρέχουν να προλάβουν. Η Πολιτεία όμως μέσα από το σχολείο έχει την κύρια ευθύνη και οφείλει να επενδύσει στο μέλλον, με το να χτίσει τις νέες γενιές γονέων, δίνοντας στα παιδιά τα κατάλληλα ερεθίσματα. Μπορεί ίσως να προσθέσει, αφαιρώντας λιγότερο χρήσιμα πράγματα, μαθήματα ψυχολογίας και μαθήματα γονέων, που θα τα προσαρμόσει στις ανάγκες των παιδιών.

Πλάτων: τι είναι ο Δεύτερος Πλους;

ΠΛΑΤΩΝ: 427 π.Χ.–347 π.Χ.

Πλάτωνος Φαίδων:

Η Θεωρία των Ιδεών ή ο Δεύτερος Πλους του Σωκράτη

1. Στο πλαίσιο του συνολικού έργου του Πλάτωνα, ο Φαίδων θεωρείται ως η πραγματική εισαγωγή στη θεωρία των Ιδεών. Εδώ «αποδεικνύεται» ότι η ψυχή ως το είδος, η Ιδέα ή η μορφή της ζωής, αποκλείει το Είναι του θανάτου (105 c-107 b). Είναι αυτή, που με την παρουσία της μέσα στο σώμα, το κάνει να έχει ζωή. Η ψυχή έτσι δίνει πάντοτε ζωή στο σώμα, εντός του οποίου υπάρχει, και έχει για αντίθετό της τον θάνατο. Τουτέστι δεν γνωρίζει τη φθορά του θανάτου και είναι αθάνατη. Ως αθάνατη είναι και άφθαρτη, ανώλεθρη, ζει αιωνίως. Όταν επομένως έρχεται ο θάνατος στον άνθρωπο, αυτό που αποθνήσκει είναι το σώμα του, δηλαδή το θνητό μέρος του, ενώ το αθάνατο μέρος του, η ψυχή, δεν χάνεται ποτέ και με την έλευση του θανάτου φεύγει για κάπου αλλού. Εφόσον λοιπόν η ψυχή θα εξακολουθήσει να υπάρχει και μεταθανάτια, αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος είναι να φροντίζει γι’ αυτήν καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του αλλά και καθ’ όλο τον χρόνο, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, εάν περιφρονήσει την επιμέλειά της, το τίμημα θα είναι ακριβό: όχι μόνο συντριβή του σώματος, αλλά και κακότητα της ψυχής.

2. Υπό την οπτική του ζητήματος των αιτιών της γένεσης και της φθοράς, η εστίαση στις Ιδέες, με τη στροφή προς τους λόγους υπό την έννοια της «υπόθεσης», γίνεται αντικείμενο μιας αφήγησης του Σωκράτη με τη μορφή της εικόνας του Δεύτερου Πλου, δηλαδή του δεύτερου θαλάσσιου ταξιδιού. Με τούτο το ταξίδι εννοεί το άνοιγμα σε μια νέα φιλοσοφική μέθοδο, στη διαλεκτική των Ιδεών. Το πρώτο ταξίδι είναι για τον Σωκράτη/Πλάτωνα η αναζήτηση, με τα μεθοδολογικά εργαλεία της ελληνικής φυσικής φιλοσοφίας, των αληθινών αιτιών της κοσμικής πραγματικότητας: από πού προέρχονται τα πράγματα, πού πάνε, γιατί υπάρχουν; Ο Πλάτων λέει, δια στόματος του Σωκράτη, ότι ήδη ενδιαφερόταν για αυτά τα θεμελιώδη προβλήματα «στα νιάτα του» και προσπάθησε να αποκτήσει εκείνη την επιστημονική γνώση που είναι έγκυρη για τη «διερεύνηση της φύσης». Έλεγξε επανειλημμένα τις απαντήσεις των φυσιολόγων στις σχετικές ερωτήσεις. Ήταν ιδιαίτερα γοητευμένος από τη θεωρία του Αναξαγόρα για τον Νου ως την αρχή, που ρυθμίζει την τάξη των φυσικών φαινομένων. Ωστόσο, ήταν απογοητευμένος από τούτη τη θεωρία. Και τούτο, γιατί η τελευταία αναφερόταν μόνο στο βασίλειο των φυσικών στοιχείων, τα οποία συνδέει μεν και συνέχει ο Νους, αλλά δεν τα καθορίζει ο ίδιος. Η εν λόγω θεωρία όμως δεν οδηγεί στη γνώση αυτής της «αληθινής αιτίας» που «συνενώνει» τον κόσμο και που είναι ο πραγματικός λόγος για το ότι ο Σωκράτης, αν και θα μπορούσε να είχε δραπετεύσει, κάθεται στη φυλακή και προσφέρεται να πεθάνει.

3. Προσπαθώντας ο διαλεκτικός φιλόσοφος να καταδείξει με τον πιο ελκυστικό τρόπο τη νέα διαλεκτική μέθοδο, δηλαδή να δείξει τι εννοεί με τον Δεύτερο Πλου, αναφέρει επακριβώς:

«θέλεις Κέβη μου, να σου εκθέσω πώς έκανα το δεύτερο ταξίδι μου για την αναζήτηση της αιτίας;

Ναι, θα το ήθελα πάρα πολύ, είπε.

Μετά απ’ αυτά, είπε αυτός, αφού είχα αποκάμει να εξετάζω τα όντα, σκέφτηκα πως έπρεπε να προσέξω μην πάθω ό,τι παθαίνουν όσοι παρατηρούν και εξετάζουν τον ήλιο κατά τη διάρκεια μιας έκλειψης· γιατί μερικοί χαλούν τα μάτια τους, αν δεν εξετάσουν την εικόνα του μέσα στο νερό ή σε κάτι παρόμοιο. Μια παρόμοια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και φοβήθηκα μήπως η ψυχή μου τυφλωθεί εντελώς, αν έστρεφα τα μάτια μου προς τα πράγματα και επιχειρούσα να τα αγγίξω με καθεμιά από τις αισθήσεις μου. Μου φάνηκε λοιπόν σωστό πως έπρεπε να καταφύγω στους λόγους και με εκείνους να εξετάσω την αλήθεια των όντων. Ίσως όμως αυτή η σύγκριση να είναι, κατά κάποιο τρόπο, άστοχη, γιατί σίγουρα δεν παραδέχομαι ότι αυτός που ερευνά τα πράγματα με λόγους τα ερευνά με εικόνες καλύτερα από εκείνον που τα ερευνά συγκεκριμένα. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησα: παίρνω ως υπόθεση τον κάθε λόγο, που θα κρίνω ως τον ισχυρότερο, και θεωρώ αληθινό ό,τι μου φαίνεται ότι συμφωνεί με αυτόν, είτε πρόκειται για την αιτία είτε για οτιδήποτε άλλο, ό,τι όμως δεν συμφωνεί με αυτόν, δεν το θεωρώ αληθινό».

4. Σύμφωνα με τον Ιταλό μελετητή του Πλάτωνα G. Reale, ένα από τα «πιο μεγαλειώδη χωρία» που μας άφησε ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος στο έργο του είναι το 96a-102a. Στο εν λόγω χωρίο περιλαμβάνεται και το ως άνω απόσπασμα. Πρόκειται όντως για μεγαλειώδες χωρίο, γιατί είναι το πρώτο στην ιστορία της Δυτικής Μεταφυσικής, όπου αναζητείται και αναδεικνύεται ορθολογικά η ύπαρξη μιας νοητής πραγματικότητας εν γένει, η ύπαρξη μιας υπερβατικής και υπεραισθητής πραγματικότητας. Το υπό συζήτηση χωρίο είναι η Magna Carta της Δυτικής Μεταφυσικής. Ο μεταφορικός λόγος που χρησιμοποιείται εδώ από τον Σωκράτη/Πλάτωνα μας παραπέμπει σε μια σειρά από ισχυρές υποδηλώσεις, αντίστοιχες πλήρως στη ρεαλιστική ύπαρξη των πραγμάτων: πρώτα πρώτα, η έκλειψη ηλίου υποδηλώνει τον αισθητό κόσμο. Τα μάτια περαιτέρω αποτελούν σύμβολα για όλες τις αισθήσεις. Η αντανάκλαση στο νερό αντιπροσωπεύει την ορθολογική σκέψη και τις υποθετικές παραδοχές, οι οποίες είναι πολύ πιο ασφαλείς από τις αισθήσεις. Η τύφλωση της ψυχής που προκαλείται από την άμεση θέα του σκοτεινού ήλιου συμβολίζει την απατηλή επίδραση που έχουν οι αισθήσεις στην απόκτηση της γνώσης.

5. Ο Δεύτερος Πλους λαμβάνει χώρα σε δυο φάσεις: 1) τη φάση της αποδοχής των Ιδεών και 2) τη φάση της ανάβασης στις αρχές, την οποία υπαινικτικά μας υποδεικνύει ο Πλάτων. Με όλη τούτη την περιγραφή της μυθοποιητικής εικόνας του δεύτερου ταξιδιού ο Σωκράτης διατυπώνει την υπόθεση, ως λογική πλέον εξήγηση, ότι η αισθητηριακή μέθοδος της ελληνικής φυσικής φιλοσοφίας εμπλέκεται σε αντιφάσεις και συσκοτίζει την αληθινή γνώση. Αυτή την περιγραφή ο φιλόσοφος τη στηρίζει στους λόγους, δηλαδή στις έννοιες, και προσπαθεί μέσω αυτών να φτάσει στην αλήθεια των πραγμάτων. Σύμφωνα επομένως με τη μεταφορική εικόνα του δεύτερου θαλάσσιου ταξιδιού, δεν είναι τα «πανιά» στον άνεμο, οι αισθήσεις και οι αισθητηριακές αντιλήψεις τους, που, όπως φαίνεται από φυσική-φιλοσοφική-υλιστική άποψη, επιτρέπουν στο πλοίο να προσανατολιστεί σωστά στη διαδρομή του, αλλά τα «κουπιά», το επίπονο έργο της εννοιολογικής-διαλεκτικής σκέψης, που σίγουρα θα οδηγήσει στην «άφιξη» στη σφαίρα του υπερφυσικού-αιώνιου, του «υπερουράνιου» (Φαίδρος) κόσμου. Αν το πρώτο θαλάσσιο ταξίδι, το πρώτο φιλοσοφικό ταξίδι, οδηγεί στα υλικά/φυσικά-αισθητηριακά αίτια με τον τρόπο που τα κατανοεί η ελληνική φυσική φιλοσοφία, το δεύτερο θαλάσσιο, ήτοι φιλοσοφικό ταξίδι, με την έννοια της πλατωνικής μεταφυσικής, οδηγεί στα υπερφυσικά «αίτια», στις Ιδέες και στις υψηλότερες αρχές. Είναι ο αληθινός προορισμός του «ιδεατού ταξιδιού που πρέπει να κάνει ο ανθρώπινος νους αναζητώντας την αλήθεια».

Η ζωή απαιτεί εσωτερική δύναμη

Δυνατός δεν είναι κάποιος με έντονους μύες. Η αληθινή δύναμη κατοικεί στην ψυχή κάποιου που αντιμετωπίζει αντιξοότητες και δεν τις αποφεύγει, που αφήνει πίσω τον πόνο μόλις εκείνος περάσει. Η ζωή είναι δύσκολη. Απαιτεί το θάρρος τον σοφών πλασμάτων που καταφέρνουν να κατακτήσουν την περιοχή του φόβου.

Όπως μας λέει η διαίσθησή μας, ο φόβος και το θάρρος διαμορφώνουν ένα συγκεκριμένο είδος δυαδικών. Κάθε πράξη κουράγιου περιλαμβάνει το να αψηφήσουμε τον φόβο. Εξαιτίας αυτού, η αγωνία που μας παραλύει, η οποία συγκροτείται από την αμυγδαλή, το πρωτόγονο μυαλό που είναι κρυμμένο στον εγκέφαλο μπορεί να εξαπολύσει θαυμάσιες στρατηγικές. Η ελαστικότητα τρέφεται από την ίδια της την τιμωρία: τον φόβο.

«Τα ιδανικά που φώτισαν τον δρόμο μου και με τον καιρό να αντιμετωπίσω την ζωή χαρωπά είναι η Καλοσύνη, η Ομορφιά και η Αλήθεια».

Ο γιατρός Stanley Jack Rachman καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας στον Καναδά είναι ένας από τους πρώτους ειδικούς στις αγχώδεις διαταραχές. Στο βιβλίο του Fear and Courage, εξηγεί πως το κουράγιο στην πραγματικότητα είναι μια ψυχική ιδιότητα. Όλοι το έχουμε, ακόμα και αν δεν είναι φανερό στην αρχή

Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε πάντα να ενεργοποιήσουμε τον εσωτερικό μηχανισμό που συγκρατεί το κουράγιο. Βαθιά μέσα μας μπορεί να ακούμε μια φωνή να ψιθυρίζει «κάντο, πρέπει να το κάνεις για να συνεχίσεις να πηγαίνεις μπροστά». Θα σας εξηγήσουμε πως να το κάνετε αυτό.

Η ζωή απαιτεί θάρρος αλλά ο φόβος είναι η πιστή συντροφιά μας

Οι περισσότεροι από εμάς περνάμε μια φάση στην ζωή μας η οποία είναι ντυμένη με μια πλαστή ψευδαίσθηση. Κανένας δεν είναι αληθινά προετοιμασμένος για τις αντιξοότητες, στην πραγματικότητα, μέχρι να φτάσουμε σε αυτή τη φάση δεν ξέρουμε καν ότι υπάρχουν. Ίσως πιστεύουμε ότι η δυστυχία, ο κίνδυνος και οι απειλές υπάρχουν μόνο στην τηλεόραση. Τα βλέπουμε σε πολέμους που δεν είναι δικοί μας, μακριά από τον πόνο που μπορούμε να κατανοήσουμε για μια στιγμή και μετά να ξεχάσουμε.

Αυτού του είδους αυτό-εξαπάτησης είναι ένας αμυντικός μηχανισμός. Ακόμα και έτσι, όταν τελικά χάσουμε την ισορροπία και ζήσουμε την απειλητική πλευρά, ο εγκέφαλος μας αντιδρά.

Ο φόβος μας αγκαλιάζει. Ο φόβος είναι ο πιο ισχυρός μηχανισμός επιβίωσης που έχουμε. Αυτό είναι αλήθεια για έναν απλό λόγο: ο φόβος μας κρατά σε εγρήγορση ώστε να αντιδράσουμε όταν αντιμετωπίσουμε κάποια απειλή. Έτσι επιβιώνουμε.

Τώρα, μακριά από την διαχείριση του φόβου, κάνουμε έναν πιστό φίλο από αυτό. Αρνούμαστε να κάνουμε οτιδήποτε χωρίς αυτόν. Του δίνουμε τόση δύναμη που χάνουμε την δική μας θέληση. Σταδιακά δίνουμε χώρο στο άγχος, στην αγωνία για το «τι θα γίνει μετά» και χειρότερα, στο «οτιδήποτε θα συμβεί θα είναι χειρότερο.»

Είναι σημαντικό να έχουμε κάποια πράγματα ξεκάθαρα. Το θάρρος δεν σημαίνει ότι ο φόβος απουσιάζει. Θάρρος σημαίνει να συνεχίζουμε ακόμα και όταν αντιμετωπίζουμε τον φόβο. Στην πραγματικότητα, οι μοναδικές στιγμές που είμαστε στ΄ αλήθεια θαρραλέοι είναι όταν ο φόβος έχει περικυκλώσει την καρδιά μας και προσπαθεί να μας αποτρέψει από το να προχωρήσουμε.

Θάρρος, ή πώς να ξυπνήσουμε το εσωτερικό μας λιοντάρι

Θυμάστε το δειλό λιοντάρι στον Μάγο του Οζ; Αυτό, όπως και οι άλλοι πήγαν στον μάγο για να του ζητήσουν μια ευχή. Ευχήθηκε να είναι θαρραλέο. Με έναν τρόπο, μας αντιπροσωπεύει όλους.

«Θαρραλέος δεν είναι αυτός που δεν φοβάται, είναι αυτός που θριαμβεύει πάνω από τους φόβους του.»

Πολλοί από εμάς είμαστε επίσης δειλά λιοντάρια. Είμαστε προγραμματισμένοι να αντιμετωπίζουμε τις αντιξοότητες επειδή αυτό έκανε πάντα το είδος μας. Ωστόσο, μερικές φορές χρειάζεται να αφυπνίσουμε αυτόν τον προγραμματισμό. Εν τέλει, είμαστε γεννημένοι ως επιζώντες σε ένα αιώνιο απειλητικό περιβάλλον, που έχουμε ξεχάσει για πόσα είμαστε ικανοί.

Για να θυμηθείτε, σας προτείνουμε να σκεφτείτε τις ακόλουθες στρατηγικές.

5 στύλοι του Θάρρους

Όταν μιλάμε για θάρρος ή για δύναμη, σχεδόν αυτόματα σκεφτόμαστε κάποιον με επιβλητική παρουσία και απειλητικό βλέμμα. Ωστόσο, αν σκεφτούμε καλύτερα, οι αληθινοί θαρραλέοι στην ιστορία μας και στην μοντέρνα κοινωνία ήταν και είναι κανονικοί άνθρωποι. Σκεφτείτε τον Nelson Mandela, την Άννα Φρανκ, ή ίσως κάποιον στην οικογένεια σας. Τους θαυμάζουμε για το κουράγιο τους.

Ας κοιτάξουμε τα χαρακτηριστικά που τους καθορίζουν.

• Αν θέλετε να κάνετε κάτι αλλά σας τρομάζει, κάντε το ακόμα και αν είστε φοβισμένοι. Είναι μια βασική αρχή που τα πιο θαρραλέα άτομα έχουν ενσωματώσει στην καρδιά και στο μυαλό τους.

• Ένα άτομο με θάρρος ακούει την διαίσθηση του και δρα με ένα συγκεκριμένο τρόπο: με υπομονή και αποφασιστικότητα.

• Μια γενναία καρδιά ξέρει πως η ζωή συμβαίνει πέρα από την γραμμή του φόβου. Το Θάρρος απαιτεί να κατακτήσουμε νέα σύνορα.

• Μέχρι την ημέρα που θα το αποδείξουμε, δε θα είμαστε σίγουροι για το θάρρος μας. Μέχρι τότε, δεν θα πρέπει να ντρεπόμαστε για τα δάκρυα μας, είναι ένας τρόπος για να απελευθερώσουμε την ένταση.

• Ο θυμός κάποιες φορές ενεργεί ως προάγγελμα του θάρρους. Όταν βλέπουμε αδικίες, το μυαλό μας, μας πιέζει μέσω του θυμού για να δράσουμε. Μας δίνει κουράγιο για να αφήσουμε την θέση ασφαλείας μας.

Συμπερασματικά, ξέρουμε πως η ζωή είναι δύσκολη κάποιες φορές. Κανένας δεν επιλέγει τις ταλαιπωρίες του. Ωστόσο, αυτό που μπορούμε να επιλέξουμε είναι πώς να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες: με κουράγιο.

Σωκράτης: Πόσο ακαταμάχητος πρέπει να είναι ο Χαρμίδης, αν έχει ένα ακόμα μικρό προσόν

(ΣΩΚΡΑΤΗΣ) : Ήρθα χθες το βράδυ από το στρατόπεδο της Ποτίδαιας και, επειδή ξαναγύριζα μετά από πολύ καιρό, πήγαινα με χαρά να επισκεφθώ τα μέρη όπου συνήθιζα να συχνάζω. Μπήκα λοιπόν στην παλαίστρα του Ταυρέας, απέναντι από το ιερό της Βασίλης, όπου βρήκα πολλούς, άλλους άγνωστους σε μένα, αλλά τους περισσότερους γνωστούς μου. Μόλις με είδαν να μπαίνω απροσδόκητα, άρχισαν αμέσως να με χαιρετούν από μακριά, άλλος από εδώ κι άλλος από εκεί. Ο Χαιρεφών όμως, έτσι τρελός που είναι, πηδώντας ανάμεσα απ’ όλους έτρεξε προς το μέρος μου και μου έπιασε το χέρι λέγοντας: Πώς σώθηκες, Σωκράτη, από τη μάχη; Διότι, λίγο πριν φύγω, είχε γίνει μάχη στην Ποτίδαια, την οποία μόλις είχαν πληροφορηθεί οι παρευρισκόμενοι.

Κι εγώ απαντώντας του είπα: Καθώς βλέπεις κι εσύ.

Έχουμε ωστόσο πληροφορηθεί, είπε ο Χαιρεφών, ότι η μάχη ήταν πολύ σκληρή και πολλοί γνωστοί μας σκοτώθηκαν σε αυτή.

Η πληροφορία, είπα εγώ, είναι απόλυτα αληθινή.

Πες μας, είπε αυτός, ήσουν στη μάχη;

Ήμουν. Έλα τότε, είπε, κάθισε και διηγήσου μας, διότι δεν έχουμε μάθει ακόμη σαφώς όλα τα γεγονότα. Και συνάμα με βάζει να καθίσω κοντά στον Κριτία, τον γιο του Καλλαίσχρου. Καθώς λοιπόν καθόμουν, χαιρέτισα τον Κριτία και τους άλλους και τους εξιστόρησα τα γεγονότα από το στρατόπεδο, απαντώντας σε ό,τι με ρωτούσε καθένας· άλλος ρωτούσε το ένα κι άλλος το άλλο.

Όταν εξαντλήθηκε το θέμα, τους ρώτησα κι εγώ για τα εδώ, δηλαδή για τη φιλοσοφία, σε ποια κατάσταση βρίσκεται αυτό τον καιρό, και για τους νέους, αν διακρίθηκε κάποιος ανάμεσά τους για τη σοφία ή για το κάλλος ή και για τα δυο. Ο Κριτίας τότε, στρέφοντας το βλέμμα προς την πόρτα, είδε κάποιους νεαρούς να μπαίνουν και να βρίζουν ο ένας τον άλλο, ακολουθούμενοι από άλλο πλήθος. Για τους ωραίους, είπε, Σωκράτη, νομίζω ότι θα μάθεις αμέσως· διότι αυτοί που μπαίνουν τυχαίνει να είναι οι πρόδρομοι και εραστές εκείνου που σήμερα θεωρείται ο ομορφότερος μου φαίνεται μάλιστα ότι και αυτός κάπου εδώ κοντά βρίσκεται.

Ποιος είναι, ρώτησα εγώ, και τίνος γιος;

(ΚΡΙΤΙΑΣ): Τον γνωρίζεις, αν δεν κάνω λάθος, κι εσύ, είπε, όταν όμως έφυγες, δεν είχε ενηλικιωθεί ακόμη. Είναι ο Χαρμίδης, ο γιος του θείου μου του Γλαύκωνα, εξάδελφός μου.

Ασφαλώς και τον γνωρίζω, μα τον Δία, είπα εγώ· διότι και τότε που ήταν ακόμα παιδί, δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητος, τώρα βέβαια θα είναι πια, πιστεύω, ένας πολύ καλοφτιαγμένος έφηβος.

Θα μάθεις αμέσως, είπε, και πόσο μεγάλωσε και πόσο όμορφος είναι. Και καθώς έλεγε αυτά, μπαίνει μέσα ο Χαρμίδης.

Εγώ λοιπόν, φίλε μου, δεν μπορώ να κρίνω· διότι είμαι εντελώς λευκή στάθμη σχετικά με τους ωραίους -αφού όλοι σχεδόν οι νέοι ωραίοι μου φαίνονται αυτός όμως και τότε αξιοθαύμαστος μου φάνηκε στο ανάστημα και στην ομορφιά, αλλά και όλοι οι άλλοι μου φαίνονταν ερωτευμένοι μαζί του – τόση έκπληξη και ταραχή πάθαιναν μόλις έμπαινε μέσα – ενώ και πολλοί άλλοι εραστές τον ακολουθούσαν από πίσω. Για εμάς τώρα τους άνδρες αυτό ήταν λιγότερο παράξενοι εγώ όμως πρόσεξα ότι και από τα παιδιά, κανένα δεν γύριζε αλλού το βλέμμα του, ούτε και το μικρότερο, αλλά όλοι τον κοίταζαν σαν να ήταν άγαλμα. Τότε ο Χαιρεφών με φώναξε και είπε: Πώς σου φαίνεται ο νεαρός, Σωκράτη; Δεν έχει ωραίο πρόσωπο;

Υπερβολικά, είπα.

Αλλά κι αν θελήσει να γδυθεί, είπε, θα σου φανεί σαν να μην έχει πρόσωπο τόσο όμορφος είναι σ’ ολόκληρο το σώμα.

Όλοι συμφώνησαν με τα λόγια του Χαιρεφώντα. Ω Ηρακλή, είπα εγώ, πόσο ακαταμάχητο περιγράφετε τον άνδρα, αν συμβεί να έχει ακόμα κι ένα μόνο μικρό προσόν.

Τι; είπε ο Κριτίας.

Αν τυχαίνει να έχει γεννηθεί με καλή ψυχή.

Ω Ηρακλή, είπα εγώ, πόσο ακαταμάχητο περιγράφετε τον άνδρα, αν συμβεί να έχει ακόμα κι ένα μόνο μικρό προσόν.

Τι; είπε ο Κριτίας.

Αν τυχαίνει να έχει γεννηθεί με καλή ψυχή. Πρέπει, νομίζω, τέτοιος να είναι αυτός, Κριτία, αφού ανήκει στη δική σας οικογένεια.

Ναι, αποκρίθηκε, αλλά και σε αυτά είναι πολύ και καλός και χρηστός.

Γιατί λοιπόν να μην τον απογυμνώσουμε ως προς αυτό ακριβώς το μέρος και να μην το παρατηρήσουμε πριν από τη σωματική ομορφιά; Διότι, οπωσδήποτε, κατά τη γνώμη μου, στην ηλικία που είναι, θα θέλει πια να συζητήσει.

Και βέβαια, είπε ο Κριτίας, διότι και τη φιλοσοφία αγαπά και έχει ιδιαίτερη κλίση προς την ποίηση, όπως πιστεύουν και οι άλλοι και ο ίδιος.

Τούτο το προτέρημα, αγαπητέ Κριτία, το έχετε από παλιά από τη συγγένεια με τον Σόλωνα. Γιατί όμως δεν μου παρουσιάζεις τον νεαρό, καλώντας τον εδώ; Διότι φυσικά, ακόμα κι αν τύχαινε να είναι ακόμα πιο νέος δεν θα ήταν άπρεπο να συζητά μαζί μας ενώπιόν σου, αφού είσαι κηδεμόνας και συνάμα εξάδελφός του.

Σωστά μιλάς, είπε, ας τον καλέσουμε. Και ταυτόχρονα είπε στον ακόλουθό του: Παιδί, φώναξε τον Χαρμίδη και πες του πως θέλω να τον συστήσω σ’ ένα γιατρό για την αρρώστια που μου έλεγε νωρίτερα ότι έχει πάθει. Και ο Κριτίας στρεφόμενος σε μένα είπε: Μου παραπονέθηκε πριν λίγο ότι αισθάνεται κάποιο βάρος στο κεφάλι, όταν σηκώνεται το πρωί τι σε εμποδίζει όμως να προσποιηθείς απέναντί του ότι γνωρίζεις κάποιο φάρμακο για τον πονοκέφαλο;

Τίποτα, είπα- φτάνει να έρθει. Μα θα έρθει, μου είπε.

Έτσι και έγινε. Ήρθε, και προκάλεσε πολύ γέλιο διότι καθένας από μας που καθόμαστε άρχισε να σπρώχνει τον διπλανό του βιαστικά, για να καθίσει κοντά του, μέχρις ότου από τους δυο τελευταίους που κάθονταν στα άκρα, αναγκάσαμε τον ένα να σηκωθεί και τον άλλο τον ρίξαμε προς τα πλάγια. Εκείνος όμως, μόλις ήρθε, κάθισε ανάμεσα σε μένα και στον Κριτία. Τότε όμως, φίλε μου, ένιωσα μια αμηχανία κι έχασα το προηγούμενο θάρρος που είχα, ότι θα μπορούσα τάχα πολύ εύκολα να συζητήσω μαζί του κι όταν, αφού του είπε ο Κριτίας ότι εγώ ήμουν αυτός που γνώριζε το φάρμακο, με κοίταξε κατάματα – αδύνατο να περιγράψω πώς- κι ετοιμαζόταν να με ρωτήσει, ενώ όλοι όσοι βρίσκονταν στην παλαίστρα έκαναν κύκλο γύρω μας, τότε πια, φίλε μου, είδα μέσα από τα ρούχα και άναψα κι έχασα πια το μυαλό μου και θεώρησα σοφότατο τον Κυδία στα ερωτικά, όταν συμβούλευε ένα φίλο του για κάποιο ωραίο παιδί λέγοντας, «Ελάφι εσύ, πρόσεξε μην αντικρίσεις το λιοντάρι, γιατί θα γίνεις λεία του» έτσι κι ο ίδιος πίστεψα πως έχω γίνει θύμα ενός τέτοιου θηρίου. Όταν όμως με ρώτησε αν γνώριζα το φάρμακο για τον πονοκέφαλο, κατάφερα να του απαντήσω ότι το γνώριζα.

Ποιο είναι λοιπόν; ρώτησε.

Τότε του απάντησα ότι αυτό είναι κάποιο βότανο και ότι μαζί με το φάρμακο πηγαίνουν και κάτι ξόρκια, τα οποία, αν έλεγε κάποιος ταυτόχρονα με τη χρησιμοποίηση του φαρμάκου, αυτό θα τον θεράπευε τελείως χωρίς τα ξόρκια όμως, το βότανο δεν ωφελεί καθόλου. Τότε μου είπε: Θα αντιγράψω από σένα τα ξόρκια.

Με ποιον από τους δύο τρόπους, αν με πείσεις ή και δίχως να με πείσεις;

Γέλασε και απάντησε: Αν σε πείσω, Σωκράτη. Ας είναι, είπα· γνωρίζεις λοιπόν ακριβώς το όνομά μου;

Θα ήμουν αδικαιολόγητος, αν δεν το γνώριζα, είπε διότι πολύς λόγος γίνεται για σένα μεταξύ των συνομήλικών μου και θυμάμαι μάλιστα ότι και όταν ήμουν παιδί, συναναστρεφόσουν με αυτόν εδώ τον Κριτία.

Ωραία, αποκρίθηκα· γι’ αυτό τώρα θα σου μιλήσω πιο ελεύθερα για τα ξόρκια, τι είδους είναι πριν από λίγο δεν ήξερα με ποιο τρόπο να σου δείξω τη δύναμή τους. Τα ξόρκια λοιπόν, Χαρμίδη, είναι τέτοια, ώστε δεν μπορούν να θεραπεύσουν μόνο τον πονοκέφαλο, αλλά όπως ακριβώς και οι καλοί γιατροί, όπως κι εσύ ίσως έχεις ήδη ακούσει, όταν τους επισκεφθεί κάποιος με πονόματο, του λένε πως δεν μπορούν να επιχειρήσουν να του γιατρέψουν μόνο τα μάτια, αλλά πως είναι ανάγκη να φροντίσουν συγχρόνως και το κεφάλι του, αν πρόκειται να γίνουν καλά τα μάτια· και λένε επίσης ότι το να νομίζει κάποιος πως είναι δυνατό να θεραπευτεί χωριστά το κεφάλι, χωρίς να θεραπευτεί μαζί ολόκληρο το σώμα, είναι μεγάλη ανοησία. Γι’ αυτό τον λόγο καθορίζοντας διαιτητικές αγωγές για όλο το σώμα, μαζί με το σύνολο προσπαθούν να θεραπεύσουν και να κάνουν καλά το μέρος μαζί με το όλο ή μήπως δεν ξέρεις πως αυτά λένε οι γιατροί και πως έτσι έχουν τα πράγματα;

Ασφαλώς, είπε.

Νομίζεις λοιπόν πως είναι σωστή αυτή η άποψη και την αποδέχεσαι;

Πιο σωστή απ’ όλες, είπε.

Πώς χώριζαν τα ζευγάρια στην Αρχαία Ελλάδα

Σήμερα το διαζύγιο φαίνεται εύκολη υπόθεση, που τα Ελληνικά δικαστήρια λύνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πολλοί θεωρούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων και η ισότητα των δύο φύλων έφερε και τις καλύτερες προϋποθέσεις για να βγαίνει κόσμια ένα διαζύγιο.

Πώς ήταν όμως τα πράγματα για ένα γάμο που έληξε στην αρχαιότητα; Συγκεκριμένα στην αρχαία Ελλάδα είχαν καταγραφεί από τους ιστορικούς πολλά διαζύγια.

Αρχικά, υπήρχαν δύο είδη διαζυγίων. Το κριτήριο ήταν ποιος ζητούσε το διαζύγιο.

Αν ο άνδρας του ζευγαριού ήθελε να χωρίσει, τότε έπρεπε να επιστρέψει στην οικογένεια της γυναίκας, την προίκα που είχε λάβει και να διασφαλίσει την οικονομική επιβίωση της συζύγου για τα πρώτα χρόνια, μετά το διαζύγιο. Αν υπήρχαν παιδιά, τα κρατούσε ο σύζυγος, ενώ αν ξαναπαντρευόταν νεότερη γυναίκα από την πρώην σύζυγο, απαγορεύονταν οι δημόσιες εμφανίσεις, μέχρι να ξαναπαντρευτεί και η ίδια.

Αν το διαζύγιο το ζητούσε η γυναίκα της οικογένειας, τότε έπρεπε να αποδείξει στον τοπικό Άρχοντα με αδιάσειστα στοιχεία, ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να διαλυθεί ο γάμος. Ο πιο σοβαρός λόγος που πάντα γινόταν δεκτός από τον Άρχοντα, ήταν η αδυναμία να προσφέρει ο σύζυγος, τα ελάχιστα για τη διαβίωση της συζύγου.

Τα θέματα υγείας ήταν και αυτά από τους σοβαρούς λόγους για ένα διαζύγιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις η οικία του σπιτιού περνούσε στην οικογένεια της συζύγου, μέχρι να ξαναπαντρευτεί.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πρώην σύζυγος αναλάμβανε να βρει καινούργιο σύντροφο για την πρώην γυναίκα του.

Ο Αριστοτέλης και η ηθική ως ταξικό μέγεθος

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δικαιοσύνη, όπως κι αν την αντιλαμβάνεται κανείς (είτε ως ισοτιμία είτε ως διανεμητικό πλαίσιο είτε ως επανορθωτική αξία αποκατάστασης του μέσου είτε ως αμοιβαιότητα), δεν είναι τίποτε άλλο από τη διευθέτηση των ανθρωπίνων σχέσεων μέσα στη λειτουργία της πόλης, δηλαδή ένα σύνολο κανόνων που έχει στόχο την αρμονία της συνύπαρξης. Κι αυτή ακριβώς είναι η πολιτική της διάσταση, αφού η πολιτική δεν είναι παρά η μέριμνα για την ευρυθμία της πόλης σε όλα τα επίπεδα.

Από αυτή την άποψη, ο νομοθέτης αναδεικνύεται σε πολιτικό πρόσωπο υψίστων ευθυνών, καθώς, σε τελική ανάλυση, είναι το πρόσωπο που θα ορίσει όλες τις υποθέσεις στο εσωτερικό της πόλης: «Μιλήσαμε πιο πάνω για τη σχέση αμοιβαιότητας–δικαίου. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι το θέμα που εξετάζουμε δεν είναι μόνο το δίκαιο γενικά, αλλά και το δίκαιο στο εσωτερικό της πόλης. Αυτό πραγματοποιείται μεταξύ ανθρώπων που η κοινή ζωή τους έχει ως σκοπό την αυτάρκεια –ανθρώπων ελεύθερων και ίσων ή κατά την αναλογία ή κατά τον αριθμό» (1134a 6, 27-31).

Με άλλα λόγια, το δίκαιο είναι η δικλείδα που θα εξασφαλίσει και την αξιοκρατία και την ισότητα, δηλαδή την ισότητα με βάση την αξία του καθενός. Γι’ αυτό πρέπει να αποδίδει σωστά όλες τις αναλογίες σεβόμενη, όμως, πάντα την αρχή της πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία διασφαλίζει την ισότητα σε αριθμό· η αξιοκρατία τη δίκαιη ανάδειξη των ανθρώπων που αξίζουν.

Αυτοί οι δύο παράγοντες είναι η εξασφάλιση της ατομικής ελευθερίας μέσα στη συλλογικότητα. Θα έλεγε κανείς ότι η διευθέτηση αυτών των λεπτών ισορροπιών αποτελεί –αριστοτελικά τουλάχιστον– τον ορισμό του πολιτικού δικαίου: «Αυτό θα πει ότι στους ανθρώπους που αυτό δεν υπάρχει, δεν υπάρχει μεταξύ τους πολιτικό δίκαιο, αλλά κάποια μορφή δικαίου, που απλώς μοιάζει με το πολιτικό δίκαιο» (1134a 6, 32-34).

Όσο για το ρόλο του άρχοντα, ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Ο άρχοντας, από την άλλη, είναι φύλακας του δικαίου, και αν είναι φύλακας του δικαίου, τότε είναι και της ισότητας. Δεδομένου τώρα ότι κατά την κοινή αντίληψη ο άρχοντας δεν έχει κανένα ιδιαίτερο προσωπικό πλεονέκτημα, εφόσον, βέβαια, είναι δίκαιος (γιατί δεν παραχωρεί ποτέ στον εαυτό του μεγαλύτερο μέρος από αυτά που είναι καθεαυτά αγαθά, εκτός και αν ένα τέτοιο μερτικό είναι ανάλογο προς την αξία του, πράγμα που θα πει ότι κοπιάζει για τους άλλους), πρέπει, άρα, να δίνεται στον άρχοντα κάποιος μισθός, και ο μισθός αυτός είναι οι τιμές και τα προνόμια· κι αν κάποιου δεν του φτάνουν αυτά, αυτοί γίνονται τύραννοι» (1134b 6, 1-9).

Ο ορισμός του άρχοντα ως προσώπου που διαφυλάττει το δίκαιο καταδεικνύει την αμετάκλητα πολιτική διάσταση της δικαιοσύνης. Κι επειδή οφείλει να τη διαφυλάττει, οφείλει πρωτίστως να την εκφράζει προσωπικά. Γι’ αυτό πρέπει εξίσου δίκαια να καθορίζει και τη δική του αμοιβή σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρει. Αν συμπεριφέρεται άδικα εισπράττοντας περισσότερα από αυτά που πράγματι του αναλογούν, δεν είναι άρχοντας αλλά τύραννος.

Θα έλεγε κανείς ότι η πραγμάτωση της δικαιοσύνης είναι το στοιχείο που καθορίζει τα πολιτεύματα. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαιοσύνη από τη διαχείριση της εξουσίας προς όφελος των συμφερόντων όλων των πολιτών. Η δικαιοσύνη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα ορισμένων σε βάρος του συνόλου δεν είναι δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και οι πρακτικές αυτού του είδους αρμόζουν περισσότερο στους τυράννους. Σε τελική ανάλυση, ο σωστός κυβερνήτης είναι εκείνος που εφαρμόζει τις αρχές του πολιτικού δικαίου.

Για τον Αριστοτέλη το πολιτικό δίκαιο χωρίζεται σε δύο είδη: «Το πολιτικό δίκαιο είναι δύο ειδών: φυσικό και νομικό. Φυσικό είναι αυτό που έχει παντού την ίδια ισχύ και δεν εξαρτάται από τις θετικές ή αρνητικές γνώμες του κόσμου, ενώ νομικό είναι αυτό που αρχικά μπορεί να είναι έτσι ή έτσι αδιάφορα, όταν όμως υπάρξει σχετική νομοθεσία, τότε ο καθένας πρέπει να ενεργεί με αυτόν τον καθορισμένο τρόπο. Παραδείγματα: το ποσό για την εξαγορά ενός αιχμαλώτου θα είναι μία μνα, ή η θυσία θα είναι θυσία μιας κατσίκας και όχι δύο προβάτων» (1134b 7, 21-26).

Με άλλα λόγια, το φυσικό δίκαιο έχει να κάνει με το αμετάβλητο, ενώ το νομικό έχει να κάνει με την υποκειμενική εκδοχή των ανθρώπων που το εφαρμόζουν: «Κάποιοι είναι της γνώμης ότι όλοι οι κανόνες δικαίου έχουν αυτό το χαρακτήρα. Το λένε αυτό επειδή τα φυσικά πράγματα είναι αμετάβλητα και ισχύουν παντού με τον ίδιο τρόπο (η φωτιά π.χ. καίει και σε μας και στους Πέρσες), ενώ στις απόψεις για το δίκαιο βλέπουν διαφορές από τόπο σε τόπο» (1134b 7, 28-31).

Το μεταβλητό του νομικού δικαίου κάνει τον Αριστοτέλη να το παρομοιάζει με το μέτρο που ορίζει την αξία των προϊόντων: «Οι κανόνες δικαίου που έχουν θεσπισθεί με κοινή συμφωνία και για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος μοιάζουν με τις μονάδες μέτρησης· τα μέτρα, πράγματι, με τα οποία μετριούνται το κρασί και το σιτάρι δεν είναι παντού ίσα: όταν αγοράζουν είναι μεγαλύτερα, όταν πουλούν είναι μικρότερα. Παρόμοια και οι κανόνες δικαίου που δεν έχουν την αρχή τους στη φύση αλλά είναι κατασκευάσματα των ανθρώπων δεν είναι παντού οι ίδιοι, γιατί δεν είναι ίδια και τα πολιτεύματα» (1134b 7, 40 και 1135a 7, 1-5).

Η αναλογία με τη διαφορετικότητα των μονάδων μέτρησης της αξίας, που είναι άλλες κατά την αγορά κι άλλες κατά την πώληση, προφανώς έχει να κάνει με τα παιχνίδια των εμπόρων που φροντίζουν να πουλούν ακριβότερα από ό,τι αγοράζουν. Αυτό όμως που ξεκαθαρίζει απόλυτα την αριστοτελική αντίληψη για τους κανόνες δικαίου είναι ότι τις νομοθετικές διαφορές που υπάρχουν από μέρος σε μέρος τις αποδίδει στη διαφορετικότητα των πολιτευμάτων.

Κι εδώ δεν πρόκειται μόνο για τη νομοθεσία που σχετίζεται με τη διαχείριση της εξουσίας (η οποία είναι αναμφίβολα πολιτικό θέμα, αφού καθορίζει τη μορφή του πολιτεύματος), αλλά τη νομοθεσία στο σύνολό της, η οποία ορίζει το καλό και το κακό, το δίκαιο και άδικο. Με άλλα λόγια, αν ο νόμος αποδίδει την τρέχουσα ηθική, είναι φανερό ότι και οι μικρές του αποκλίσεις αποδίδουν, επίσης, τις ηθικές αποκλίσεις που υπάρχουν από μέρος σε μέρος. Κι αυτό για τον Αριστοτέλη είναι θέμα πολιτικό, αφού αποδίδεται στο ότι «δεν είναι ίδια και τα πολιτεύματα».

Η αναγνώριση ότι ακόμη και στις μεγαλύτερες πολιτειακές αποκλίσεις (όπως της δημοκρατίας και της τυραννίας) η αδικία θεωρείται πάντα κάτι κακό (η κλοπή είναι κλοπή και επιφέρει ποινές σε όλα τα πολιτεύματα) δεν αλλάζει την ουσία του συλλογισμού, αφού το δίκαιο δεν ορίζεται μόνο από τον καθορισμό της άδικης πράξης, αλλά και από το μέγεθος των ποινών που προβλέπει σε κάθε περίπτωση. Σε γενικές γραμμές οι πολύ αυστηρές–εξοντωτικές ποινές παραπέμπουν περισσότερο σε απολυταρχικά καθεστώτα. Ο τύραννος είναι πιο ήσυχος όταν ξέρει ότι οι πολίτες είναι φοβισμένοι. Γι’ αυτό και θέλει τους νόμους αυστηρούς.

Με άλλα λόγια, θέλει να επιβάλλει τη δική του ηθική, δηλαδή την ηθική που τον συμφέρει, φέρνοντας ως πρόσχημα τη διατήρηση της τάξης ή το άτεγκτο που δήθεν ο ίδιος εκπροσωπεί. Το ότι οι μεγαλύτερες αδικίες διαπράττονται από αυτόν και το περιβάλλον του (κι ως εκ τούτου μένουν ατιμώρητες), δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η επιβολή της συμφέρουσας ηθικής τάξης που θα εκπροσωπηθεί και νομικά.

Όμως, και πέρα από αυτό το εξόφθαλμο παράδειγμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το νομοθετικό πλαίσιο ρυθμίζει τις διαφορές που προκύπτουν ανάμεσα στους πολίτες κι έχει μεγάλη σημασία το αν θα δικαιώσει τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης μερίδας. Αποδεχόμενοι ότι οι πλούσιοι είναι συνήθως αυτοί που δανείζουν και οι φτωχοί αυτοί που δανείζονται, πώς πρέπει ο νόμος να ρυθμίσει το ζήτημα των χρεών; Όσο περισσότερο δικαιώνει τα συμφέροντα του πλούσιου δανειστή ορίζοντας αυστηρές ποινές σ’ αυτόν που αδυνατεί να πληρώσει, τόσο περισσότερο το πολίτευμα τείνει στην ολιγαρχία που προστατεύει τα συμφέροντα των λίγων πλουσίων. Αντιθέτως, όσο χαλαρώνει τις δεσμεύσεις του οφειλέτη, τείνει προς τη δημοκρατία, που μεριμνά για τους πολλούς φτωχούς.

Τελικά και η ηθική είναι ταξικό μέγεθος. Άλλη η ηθική του πλούσιου κι άλλη του φτωχού. Για τον πλούσιο το ηθικό είναι η αποπληρωμή του χρέους, ακόμη κι αν οι όροι είναι εξόφθαλμα δυσβάσταχτοι. Την ευθύνη την έχει ο φτωχός που έκανε τη συμφωνία. Για το φτωχό το πράγμα τίθεται εντελώς διαφορετικά, αφού ο πλούσιος δανειστής δεν έκανε μια δίκαιη συμφωνία, αλλά προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ανάγκη του με ανήθικο τρόπο.

Γι’ αυτό η ηθική που εκφράζεται με τους νόμους δεν είναι ίδια για όλα τα πολιτεύματα (κι αντιστρόφως οι νομοθετικές διαφορές που σηματοδοτούν ηθικές διαφοροποιήσεις δεν είναι παρά πολιτειακές διαφοροποιήσεις). Γιατί άλλο πολίτευμα εκφράζει την ηθική των πλουσίων κι άλλο των φτωχών. Κι άλλη η νομοθεσία για τα χρέη στη μία περιοχή κι άλλη στην άλλη. Το ζήτημα είναι ποιος κυριαρχεί στην πάλη των συμφερόντων. Γιατί αυτός που κυριαρχεί θα επιβάλει και την ηθική του. Γι’ αυτό και «οι κανόνες δικαίου που έχουν θεσπισθεί με κοινή συμφωνία και για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος μοιάζουν με τις μονάδες μέτρησης».

Για τον Αριστοτέλη είναι απόλυτα σαφές ότι το δίκαιο είναι εκείνο που θα επιφέρει τη χρυσή τομή, ώστε ούτε να απαξιώνεται το χρέος ούτε όμως να επιτρέπεται η εξαθλίωση του δανειζόμενου, ώστε να πέφτει θύμα εκμετάλλευσης. Καμία κοινωνική τάξη δεν πρέπει να επιβάλλει τα συμφέροντά της, αλλά όλα πρέπει να κρίνονται με βάση τις αντικειμενικές αρχές του δικαίου, δηλαδή τη μεσότητα.

Όπως είναι άδικο ο πλούσιος να αισχροκερδεί σε βάρος του φτωχού με τοκογλυφικούς δανεισμούς, έτσι είναι επίσης άδικο να δανείζεται ο φτωχός λεφτά για να τα σπαταλήσει σε ανούσια πράγματα αρνούμενος μετά να τα ξεπληρώσει. Από αυτή την άποψη, ο πραγματικά δίκαιος άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί να διακρίνει τη μεσότητα σε όλες τις διενέξεις χωρίς να παρασύρεται από την ηθική της τάξης στην οποία ανήκει.

Ωστόσο, ενώ ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει με πληρότητα το νομικό είδος του πολιτικού δικαίου, δεν κάνει το ίδιο και με το φυσικό δίκαιο. Το παράδειγμα της φωτιάς που καίει το ίδιο και στους Έλληνες και στους Πέρσες είναι διαφωτιστικό ως προς τον αμετάκλητο τρόπο με τον οποίο τίθεται το φυσικό δίκαιο (σε αντίθεση με το νομικό δίκαιο που διαφέρει), αλλά δεν επεξηγεί πώς συνδέεται αυτό με τις σχέσεις των ανθρώπων. Προφανώς εννοεί την πλήρη ισότητα απέναντι στις επιταγές της φύσης. Από αυτή την άποψη, ο θάνατος αποτελεί στοιχείο του φυσικού δικαίου. Γι’ αυτό και το φυσικό δίκαιο είναι πάντα το ίδιο για όλους.

Κι ενώ φαίνεται ξεκάθαρο ότι το φυσικό δίκαιο, ακριβώς επειδή προέρχεται από τη φύση, δε μεταβάλλεται από μέρος σε μέρος, καθώς είναι αδύνατο να αλλάξει, ο Αριστοτέλης προσθέτει: «σε μας όμως τους ανθρώπους υπάρχει και κάτι που είναι δίκαιο εκ φύσεως, στο σύνολό του όμως υπόκειται σε αλλαγή» (1134b 7, 33-34).

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και το τελικό συμπέρασμα αποδεικνύεται επίσης ασαφές: «Είναι, τώρα, φανερό ποιο δίκαιο, μέσα στις διάφορες ρυθμίσεις και τακτοποιήσεις που μπορούν να έχουν αυτή ή εκείνη τη μορφή, έχει την αρχή του στη φύση και ποιο δεν έχει την αρχή του στη φύση, αλλά στους νόμους και στις κοινές συμφωνίες, με την παραδοχή ότι και τα δύο υπόκεινται εξίσου στη μεταβολή» (1134b 7, 35-37).

Από τη μια το φυσικό δίκαιο «έχει παντού την ίδια ισχύ και δεν εξαρτάται από τις θετικές ή αρνητικές γνώμες του κόσμου» κι από την άλλη «στο σύνολό του υπόκειται σε αλλαγή». Από τη μια «τα φυσικά πράγματα είναι αμετάβλητα και ισχύουν παντού με τον ίδιο τρόπο» σε αντίθεση με το νομικό δίκαιο που «μπορεί να είναι έτσι ή έτσι αδιάφορα» κι από την άλλη «και τα δύο υπόκεινται εξίσου στη μεταβολή».

Ειδικά για την τελευταία φράση στα σχόλια παραθέτει: «Η φράση αυτή κυριολεκτικά καταταλαιπώρησε τους ερμηνευτές–μεταφραστές. Δεν είναι μόνο η απόδοσή της σε μιαν άλλη γλώσσα δύσκολη· πριν από αυτήν εξίσου δύσκολη και αμφίβολη είναι και η διακρίβωση του νοήματος. Και η δική μας λοιπόν απόδοση δεν είναι, στην πραγματικότητα, κάτι παραπάνω από μια απλή δοκιμή».

Τίθεται θέμα μεταφραστικής δυσκολίας ειδικά στη φράση «και τα δύο υπόκεινται εξίσου στη μεταβολή» («άμφω κινητά ομοίως» γράφει ο Αριστοτέλης στο πρωτότυπο) κι αυτός είναι ίσως ο λόγος της συνακόλουθης δυσερμηνείας. Για άλλους, ίσως να πρόκειται για απροσεξία του Αριστοτέλη, καθώς είναι γνωστό ότι τα «Ηθικά Νικομάχεια» στο σύνολό τους αποτελούν σημειώσεις που χρησιμοποιούσε στις παραδόσεις των μαθημάτων του και δεν τα επιμελήθηκε ποτέ συστηματικά, ώστε να εκδοθούν. Υπάρχουν κι άλλα σημεία που παρατηρούνται ατέλειες κι αποδίδονται ακριβώς στην προφορικότητα του έργου. Οι ατέλειες αυτού του είδους θεωρούνται απολύτως λογικές για ένα έργο που δε γνώρισε ποτέ τη σχολαστική επιμέλεια που επιβάλλει μια επικείμενη έκδοση.

Επιχειρώντας μια προσωπική ερμηνεία οφείλουμε να συνοψίσουμε ότι το φυσικό δίκαιο είναι πάντα το ίδιο για όλους και κρίνεται αμετάβλητο, αλλά ως σύνολο υπόκειται σε αλλαγή, ενώ το νομικό δίκαιο αλλάζει όχι μόνο από εποχή σε εποχή, αλλά και από τόπο σε τόπο την ίδια χρονική περίοδο. Υπάρχει δηλαδή το αμετάβλητο (ή το μεταβλητό) τόσο του χρόνου, όσο και του τόπου. Ενδεχομένως το αμετάβλητο του φυσικού δικαίου να αφορά πρωτίστως τον τόπο (είναι παντού το ίδιο), ενώ η αλλαγή στην οποία υπόκειται ως σύνολο να αφορά κυρίως το χρόνο. Είναι βέβαιο (αμετάκλητο) ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν. Το ορίζει το φυσικό δίκαιο, και το δεδομένο αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει.

Όμως, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η ανθρώπινη δράση με το πέρασμα του χρόνου έχει καταφέρει να επηρεάζει (ως ένα βαθμό) τις φυσικές επιταγές. Όχι ότι αναιρεί το θάνατο, αλλά τουλάχιστον μπορεί να παρατείνει τη ζωή γιατρεύοντας κάποιες θανατηφόρες αρρώστιες του παρελθόντος. Αν, λοιπόν, σε μια δεδομένη εποχή κάποια συγκεκριμένη αρρώστια όριζε ως φυσικό δίκαιο το θάνατο, σε μια άλλη εποχή η ίδια αρρώστια δεν το έκανε, αφού η πρόοδος της ιατρικής την είχε εξουδετερώσει. Από αυτή την άποψη έχουμε μια ελαφρά μετατόπιση του φυσικού δικαίου, αφού το φυσικό δίκαιο του ασθενή της πρώτης περίπτωσης είναι εντελώς διαφορετικό από τον ασθενή της δεύτερης. Αποδεχόμενος αυτό θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει ότι άλλο το φυσικό δίκαιο των σύγχρονων ημερών κι άλλο της αρχαιότητας.

Κι αν δεχτούμε ότι η πρόοδος των επιστημών που αλλάζει το φυσικό δίκαιο δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες, μπορούμε να πούμε ότι το φυσικό δίκαιο δεν αλλάζει μόνο μέσα στο χρόνο, αλλά και από περιοχή σε περιοχή. Άλλο το φυσικό δίκαιο στην Αφρική κι άλλο στην Ευρώπη. Κατ’ επέκταση μπορούμε να πούμε ότι το φυσικό δίκαιο αποκτά και πάλι ταξικό περιεχόμενο, καθώς ο πλούσιος και ο φτωχός δεν έχουν την ίδια μοίρα στις αρρώστιες (οπότε και στο θάνατο) – ασχέτως αν τελικά και οι δύο θα πεθάνουν. Θα έλεγε κανείς ότι γεννιέται ένα φυσικό δίκαιο δύο ταχυτήτων. Βεβαίως, όλα αυτά δεν είναι παρά υποθέσεις.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια