Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 13. ΕΥΘΥΣ ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΓΙΟ ΛΟΓΟ


§13.21. Κατά την μετατροπή του ευθέος λόγου σε πλάγιο (και αντίστροφα) είναι αναγκαίες πολύ συχνά κάποιες τροποποιήσεις όχι μόνο στα πρόσωπα του ρήματος, αλλά και στις αντωνυμίες, κατά βάση σε αυτές που δηλώνουν πρόσωπο: προσωπικές (συνυπολογίζεται και η επαναληπτική που χρησιμοποιείται στη θέση της προσωπικής αντωνυμίας του τρίτου προσώπου), αυτοπαθείς και κτητικές. Αυτές οι τροποποιήσιες μόνο με βάση τα συμφραζόμενα μπορούν να αποφασιστούν.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.2.2 τοὺς φυγάδας ἐκέλευσε σὺν αὐτῷ στρατεύεσθαι, ὑποσχόμενος αὐτοῖς, εἰ καλῶς καταπράξειεν ἐφ’ ἃ ἐστρατεύετο, μὴ πρόσθεν παύεσθαι πρὶν αὐτοὺς καταγάγοι οἴκαδε || τους εξόριστους τους κάλεσε να εκστρατεύσουν μαζί του, δίνοντάς τους την υπόσχεση πως, αν κατόρθωνε να πετύχει αυτά για τα οποία έκανε την εκστρατεία, δεν θα σταματούσε τον πόλεμο πριν τους οδηγήσει πίσω στην πατρίδα τους. [ευθύς λόγος: ἐὰν καταπράξω, ἐφ’ ἃ στρατεύομαι, οὐ πρόσθεν παύσομαι, πρὶν ἂν ἡμᾶς καταγάγω.]

§13.22. Ενίοτε, κατά την τροπή του πλάγιου λόγου σε ευθύ, είναι απαραίτητη και η προσθήκη κάποιον αντωνυμιών.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.6.34 [οἱ στρατιῶται] ἠπείλουν αὐτῷ ὅτι εἰ λήψονται ἀποδιδράσκοντα, τὴν δίκην ἐπιθήσοιεν || οι στρατιώτες τον απειλούσαν πως αν τον πιάσουν να δραπετεύει, θα τον τιμωρήσουν. [ευθύς λόγος: εἰ ληψόμεθά σε ἀποδιδράσκοντα, τὴν δίκην ἐπιθήσομεν.]

Το κόστος της αλλαγής

Καμία αλλαγή δεν είναι εύκολη.

Τίποτα δεν έρχεται χωρίς κόστος.
Είναι όμως απαραίτητο να περάσουμε μέσα από αυτήν την διαδικασία ,αν θέλουμε να εξελιχθούμε.
Τίποτα στάσιμο, τίποτα που δεν αλλάζει, δεν είναι ικανό να μας πάει μπροστά.
Πολλές φορές μια αλλαγή μας ξεβολεύει, ταράζει τα νερά μας.
Φέρνει τα πάνω κάτω, μετατοπίζει το κέντρο βάρους μας και ταράζει την ρουτίνα μας.
Ταράζει την καθημερινότητά μας, τον ψυχικό μας κόσμο.
Κάθε αλλαγή είναι πάντα για καλό, ακόμα και αν δεν μπορούμε να το διακρίνουμε εκείνη την στιγμή.

Γιατί εκείνη την ώρα γκρεμίζεται η κοσμοθεωρία μας, καταρρίπτεται ο κόσμος μας.
Είναι λογικό να αντιδρούμε σπασμωδικά , να έχουμε νεύρα ή ακόμα να χάνουμε και τον έλεγχο.
Είναι επίσης λογικό να έχουμε θλίψη, να αισθανόμαστε μοναξιά ή συχνά να βιώνουμε και ένα μικρό συναισθηματικό πένθος.

Όλα αυτά όμως τα συναισθήματα, όλη αυτή η πορεία είναι απαραίτητα για να συνδειτοποιήσουμε την νέα πραγματικότητα.

Να περάσουμε στην απέναντι όχθη και στα νέα δεδομένα.
Τίποτα δεν γίνεται χωρίς κόστος και όλα έχουν ένα τίμημα.
Πάντα κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις, νόμος στην ζωή.
Όσο πιο ευέλικτος και προσαρμοστικός είσαι, τόσο πιο ανώδυνη θα είναι η αλλαγή.
Να είσαι θετικός, να είσαι δεκτικός και να έχεις εμπιστοσύνη σε αυτά που φέρνει η ζωή.
Εξάλλου “πέτρα που κυλά δεν χορταριάζει”.

Πώς μπερδεύονται οι άνθρωποι

Κοίτα να δεις σε τι παγίδες πέφτουν οι άνθρωποι!

Πηγαίνουν και ερωτεύονται ανθρώπους που αδιαφορούν γι’ αυτούς και γυρίζουν την πλάτη σε εκείνους που τους αγαπούν πραγματικά.

Κάνουν πείσματα και καψόνια σε αυτούς που είναι δίπλα τους “κερί αναμμένο” , ενώ τα χατίρια τα έχουν για εκείνους που δεν αξίζουν δεκάρα.

Γλυκομιλούν σε αγνώστους ενώ γκρινιάζουν ασταμάτητα στους δικούς τους ανθρώπους.

Τα “συγγνώμη” και τα “ευχαριστώ” τα λένε σ’ αυτούς που δεν τα εκτιμούν γιατί δε γνωρίζουν τη σημασία αυτών των λέξεων. Όσο για τους άλλους που τους κοιτούν στα μάτια ούτε μια καλή κουβέντα.

Τι μπέρδεμα!
Άλλα αντί άλλων.
Γιατί άραγε;

Οι άνθρωποι που έμαθαν να φεύγουν, πάντα θα φεύγουν

Όσο είσαι νέος νομίζεις έχεις χρόνο να σε μπλοκάρουν για μήνες, να περιμένεις, να κάνεις υπομονή, να συγχωρείς, να κλαις… να χάνεις χρόνο σε τοξικές σχέσεις, με τοξικούς ανθρώπους που έμαθαν στα δύσκολα να το βάζουν στα πόδια.

Όσο μεγαλώνεις, όμως, κάθε μέρα είναι πολύτιμη και νιώθεις ότι δεν έχεις άλλη μέρα να χάσεις στον πόνο και την αναμονή.

Οι άνθρωποι που έμαθαν να φεύγουν πάντα θα φεύγουν. Έτσι ξέρουν να λύνουν ένα πρόβλημα. Και στην ουσία δεν το λύνουν ποτέ, το αποφεύγουν και περιμένουν ο άλλος να υποχωρήσει.

Οι άνθρωποι που έμαθαν να φεύγουν, πατάνε απλά το μπλοκ και εξαφανίζονται χωρίς κανένα σοβαρό λόγο. Επειδή τους μίλησες κάπως, επειδή δεν θέλουν να δουν τα λάθη τους, επειδή έτσι. Για να σε διαλύσουν ψυχολογικά.

Αυτοί πάντα θα φεύγουν απότομα, ξαφνικά, χωρίς να καταλαβαίνεις καν τι έγινε, θα ξεσπάς, δεν θα σε χωράνε οι τόποι και μετά τι; Πόσο χρόνο θα χάσεις πλέοντας στη σιωπή και τα σκοτάδια του άλλου;

Οι άνθρωποι που έμαθαν να φεύγουν πάντα θα φεύγουν. Πάντα θα σε αφήνουν στα δύσκολα. Πάντα θα αποφεύγουν τα λάθη τους και τις συζητήσεις. Πάντα θα νιώθεις μόνος/η.

Αυτοί πάντα θα φεύγουν, εσύ τι θα κάνεις γι’ αυτό;

Ό,τι κι αν κάνεις, πάντα να θυμάσαι ότι σου αξίζει αυτός ο άνθρωπος που πάντα θα μένει. Στα καλύτερά σου, στα χειρότερά σου, στα λάθη σου. Και στα δικά του λάθη.

Αυτός που θα μένει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες των λαθών του και θα προσπαθεί να το διορθώσει. Οι άνθρωποι που μένουν είναι μεγάλοι θησαυροί στη ζωή μας. Είναι η ωριμότητα, η δύναμη και η ασφάλεια που χρειαζόμαστε για να νιώθουμε καλά.

Οι άνθρωποι που έμαθαν να φεύγουν, πάντα θα φεύγουν. Εσύ τι θα κάνεις γι’ αυτό;

Που πηγαίνουν τα δάκρυα που δεν μας έχουν επιτρέψει;

Και έφτασε αυτή η στιγμή να αναρωτηθούμε!

Τι υπάρχει πίσω από αυτό που έρχεται συνειδητά ως επίγνωση;

Πόσο βαθιά μέσα στον πόνο ταξιδεύει;

Που πηγαίνουν τα δάκρυα που δε μας έχουν επιτρέψει;

Επιθυμούμε αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε ή έχουμε αντικαταστήσει τις πραγματικές μας ανάγκες με συμβολικές για να συντηρούμε μια θλίψη που αιμορραγεί;

Μήπως με τη θωράκιση του μηχανισμού άμυνας εξωραΐζουμε τα τραύματα μας και δε φτάνουμε τελικά στον πυρήνα;

Στη αυτοθεραπεία μας δημιουργείται ένας χώρος να σπάσουμε με ασφάλεια το κέλυφος των αμυντικών μας εμποδίων.

Να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος μας δε βιώθηκε ολοκληρωμένα γιατί καμουφλαρίστηκε και κάνει την εμφάνιση του εκεί όπου δεν τον περιμένουμε, να εξαντλήσουμε τον πόνο, να γίνουμε πόνος, ώστε να καταρρεύσει το νοητικό φράγμα που μας απομακρύνει από το να αισθανθούμε τον εαυτό μας, τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις πληγές μας.

Όταν η ανάγκη δεν καλυφθεί, η έλλειψη ικανοποίησης είναι οδυνηρή και αυτό είναι ανυπόφορο. Για να αντέξουμε τον πόνο, καταπιέζουμε την ανάγκη αλλά αυτή διατηρείται με τη μορφή έντασης. Γίνεται άγχος και αμφισβήτηση.

Γίνεται δρόμος δακρύων και μόνιμο μπούκωμα που μας στερεί την καθαρή αναπνοή. Γίνεται θλίψη που αιμορραγεί και μύτη που ανοίγει με το παραμικρό, γίνεται φωνή που τσιρίζει να ακουστεί. Γίνεται δέρμα που υποφέρει. Γίνεται τραύμα.

Πολλές φορές αρκεί μόνο να πάρουμε επαφή με την απόσταση από τον εαυτό. Να συναντηθούμε με την αποσύνδεση από το συναίσθημα. Είναι αρκετό να αισθανθούμε και να εκφράσουμε την πραγματική μας ανάγκη και να αναλάβουμε την ευθύνη της κάλυψης της. Τότε εμφανίζεται ο φόβος.

Ο φόβος εμφανίζεται όταν η ανάγκη ή το συναίσθημα, που έχουμε καταπιέσει και μας δημιουργεί πόνο, πλησιάζει κοντά στη συνείδηση.

Ο φόβος δίνει σήμα στο αμυντικό σύστημα, στο στρατιώτη της επιβίωσης, που θα προετοιμάσει το σύστημα να αποκρούσει το χτύπημα.

Η βάση του άγχους δεν είναι παρά ο φόβος ότι κανείς δε μας αγαπά. Ας μη ξεχνάμε ότι όταν είμαστε παιδιά δεν γνωρίζουμε τι είναι η αγάπη αλλά πληγωνόμαστε όταν μας λείπει.

Δεν μας αρκεί να γνωρίζουμε λογικά, θέλουμε να τη νιώσουμε.

Ο πυρήνας της αυτοθεραπείας μας βρίσκεται στη σύνδεση με το συναίσθημα.

Στην αναγνώριση των πραγματικών αναγκών και την ανάληψη της προσωπικής μας ευθύνης στην κάλυψη τους.

Όμως αυτό προϋποθέτει χώρο ζωής, επαφή και επικοινωνία. Σημεία επαφής και επικοινωνίας το δέρμα. Το βλέμμα. Το άρρητο. Οι σωματικές αισθήσεις, το χάδι, η αγκαλιά.

Ένα από τα πιο σημαντικά βήματα για να έχουμε επαφή και επικοινωνία σε κάθε επίπεδο είναι να αναγνωρίσουμε τι θέλουν να μας πουν οι φόβοι μας. Φόβοι που μας κρατούν στην επιβίωση και μας απομακρύνουν από το να αφήσουμε πίσω μας ζωές που έχουμε ζήσει.

Σύμμαχος η εσωτερική δύναμη. Αυτή η ιδιαίτερη ποιότητα θάρρους που κρύβεται στον καθένα από εμάς. Ας ξεκινήσουμε σήμερα βρίσκοντας χρόνο να ανακαλύψουμε τη δική μας και να κοιτάξουμε κατάματα τους φόβους μας. Να βιώσουμε κατάσαρκα τον πόνο.

Είναι το ταξίδι βαθιά μέσα στον πόνο που μας οδηγεί στο δρόμο της αγάπης και της αποδοχής του εαυτού, στην αυτεπίγνωση, για να περπατήσουμε συντονισμένοι στο εδώ και τώρα της ενηλικίωσης.

Η αγάπη απελευθερώνει τον εαυτό, ο πόνος τον καταπιέζει, ας του επιτρέψουμε να εκφραστεί.

Με τον σωστό άνθρωπο, τα αισθήματα θα είναι αμοιβαία

Μία μέρα ένας ξεχωριστός άνθρωπος θα μπει, ξαφνικά, στη ζωή σου. Ένας άνθρωπος που δεν θα θέλει να περάσει μονάχα ένα βράδυ μαζί σου.

Στα μάτια σου θα βλέπει ζωγραφισμένο το κοινό σας μέλλον. Θα ξέρει τι αισθάνεσαι προτού προλάβεις να εκφραστείς με λέξεις, γιατί μπορεί να καταλάβει τις εκφράσεις του προσώπου σου και του σώματος σου. Θα διαβάζει το μυαλό σου και θα κάνει κάθε σου επιθυμία πραγματικότητα.

Μία μέρα ένας ξεχωριστός άνθρωπος θα μπει, ξαφνικά, στη ζωή σου. Θα είναι χαρούμενος που θα είσαι κομμάτι της δικής του ζωής, ενώ παράλληλα το ίδιο χαρούμενη θα νιώθεις κι εσύ.

Μαζί του θα νιώθεις ασφάλεια. Μαζί του θα μπορείς να μοιραστείς όλα όσα σε απασχολούν. Φόβους, ανασφάλειες, φιλοδοξίες και όνειρα. Χωρίς κανένα δισταγμό. Αυτός ο άνθρωπος θα βρει τον τρόπο να ξεδιπλώσει την ψυχή σου. Μαζί του θα νιώθεις σα να γνωρίζεστε από πάντα.

Ηρεμία και γαλήνη. Αυτό το μοναδικό συναίσθημα κάθε φορά που είναι στο πλευρό σου. Η αγκαλιά του είναι το φάρμακο που θα γιατρέψει κάθε σου πληγή. Κι όλα σιγά σιγά, θα δεις πως έγιναν για κάποιο λόγο. Κάθε λάθος επιλογή, κάθε λάθος άνθρωπος ήρθε στη ζωή σου με σκοπό να σε οδηγήσει σε αυτόν. Κι έτσι κάθε πίκρα, κάθε στενοχώρια θα ανήκει πια στο παρελθόν.

Όμως, το πιο σημαντικό είναι πως τα συναισθήματα αυτά είναι αμοιβαία. Θα δεις τις δικές του πληγές. Θα νιώσεις τον πόνο του. Θα θυμώσεις με όσους του φέρθηκαν σκάρτα και του ράγισαν την καρδιά. Δε θα μπορέσεις να εξαφανίσεις κάθε σημάδι που έχει χαραχθεί στη ψυχή του. Αυτό που μπορείς να κάνεις εσύ, είναι να βάλεις στόχο να κάνεις το μέλλον σας καλύτερο κι όμορφο.

Τότε θα συνειδητοποιήσεις πόσο σημαντικός είναι αυτός ο άνθρωπος για σένα. Θα τρέμεις στην ιδέα μήπως κάτι του συμβεί. Η ζωή σου θα είναι ένα χάος μακριά του. Αυτόν αναζητούσες πάντα. Σε αυτόν ανήκεις. Γιατί αυτός ο άνθρωπος είναι το σπίτι σου.

Πόσο χρόνο νομίζεις ότι έχεις;

Όταν το 1915 ο Einstein εισήγαγε τη Θεωρία της Σχετικότητας, προσπαθώντας να εξηγήσει στην ανθρωπότητα με πολύπλοκες πράξεις και εξισώσεις πως… ο χρόνος είναι εντελώς υποκειμενική έννοια… Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως φαντάζουν πιο πολύπλοκες από κάθε φυσική θεωρία. Ολόκληρες βιβλιοθήκες, δε φτάνουν για να τις αποκρυπτογραφήσουν. Καμία μαθηματική πράξη δεν είναι αρκετή ώστε να εξηγήσει γιατί εγκλωβίζεσαι σε σχέσεις που δεν σε καλύπτουν.

Για ποιο λόγο επαναλαμβάνεις ξανά και ξανά τα ίδια λάθη με τεράστια επιτυχία, θεωρώντας πως έχεις όλο τον καιρό μπροστά σου για να τα διορθώσεις; Χρησιμοποιείς σαν άλλοθι τα νιάτα για να πληγωθείς και να πονέσεις. Χαρίζεις απλόχερα πολύτιμες στιγμές σου σε ανθρώπους, ενώ οι δικές τους δε σε συμπεριλαμβάνουν. Είσαι καθηλωμένος πίσω από ένα γραφείο, ενώ από μικρός ονειρευόσουν να γυρίσεις τον κόσμο.

Διατηρείς κατά συνθήκη φιλίες και σχέσεις για να μη θυσιαστείς στο βωμό της μοναξιάς. Αφήνεις για αύριο όσα μπορείς να κάνεις σήμερα. Και την ίδια στιγμή η ζωή περνάει. Περνάει από μπροστά σου και δε στέκεται λεπτό. Σε χαιρετάει ειρωνικά φωνάζοντας «πόσο χρόνο νομίζεις ότι έχεις;» κι εσύ την παρατηρείς από το σημείο αναφοράς σου, χωρίς να κάνεις το παραμικρό για να την αλλάξεις. Ζητάς από εκείνη κι άλλες εμπειρίες και μόλις σου δοθούν ξεκινάς πάλι από το μηδέν. Επαληθεύοντας την ίδια εξίσωση. Όλα βρίσκονται σε μια διαρκή κίνηση εκτός από σένα.

Κι όταν αυτά δεν έρχονται, θυμώνεις με τη ζωή που σου φέρθηκε σκληρά. Τα λάθη που έχεις κάνει μέσα στον χωροχρόνο δεν αλλάζουν. Πόσες φορές κοιτώντας πίσω παραδέχτηκες πως αν γυρνούσες για λίγο πίσω τη ζωή, θα έπραττες διαφορετικά; Πως αν σου δινόταν μία ευκαιρία ακόμα, θα έλεγες εκείνο το «σ’ αγαπώ»; Πως θα διεκδικούσες περισσότερο εκείνη τη θέση που έψαχνες καιρό; Πως δε θα άφηνες να φύγουν από κοντά σου άνθρωποι που σας έδεναν τόσα; Κανείς δε θα σου δώσει πίσω το χαμένο έδαφος. Οι ευκαιρίες που έδωσες, αλλά κι αυτές που έχασες, δεν επιστρέφουν. Το ερώτημα είναι, τι άφησαν πίσω τους.

Τι έμεινε σε σένα. Το παρελθόν πέρασε ανεπιστρεπτί κι έδωσε τη θέση του στη γνώση. Την κρατάς και πορεύεσαι. Την έχεις ως «ένα το κρατούμενο» στο μυαλό σου, και τη χρησιμοποιείς στο μέλλον. Για να πάψεις να λειτουργείς ως απλός παρατηρητής της ζωής σου. Τρέξε. Προλαβαίνεις. Δώσε τέλος σε μισοτελειωμένες καταστάσεις που σε κρατούσαν δέσμιο για χρόνια.

Βγες εκεί έξω και πραγματοποίησε όσα ονειρευόσουν και δεν τολμούσες να ξεστομίσεις. Μην περιμένεις να πέσουν οι κατάλληλες συνθήκες ως μάννα εξ ουρανού, φτιάξε τες. Κάνε εκείνο το ταξίδι που ήθελες, αλλά δεν προλάβαινες λόγω δουλειάς. Γεφύρωσε τις σχέσεις σου με ανθρώπους που τελικά θέλεις στην καθημερινότητά σου. Δούλεψε για να ζήσεις. Μη ζεις για να δουλεύεις. Αντιμετώπισε τους φόβους σου για να νιώσεις ελεύθερος. Μη ζητάς τη ζωή, κυνήγησέ τη.

Κράτησε μέσα σου μόνο όσα σε πάνε μπροστά. Κάνε το χρόνο σύμμαχο, στη δική σου αιωνιότητα. Γιατί αυτός είναι το νόμισμα της ζωής σου. Είναι το μοναδικό νόμισμα που έχεις και μόνο εσύ μπορείς να αποφασίσεις πώς θα το ξοδέψεις. Στο χέρι σου είναι να μην αφήσεις άλλους ανθρώπους να το ξοδέψουν εκείνοι για σένα.

Το υπόβαθρο του έρωτα

Ο έρωτας δεν είναι παρά «η διακοσμητική επίφαση μέσω της οποίας προωθείται το πραγματικό τού φύλου» ή που θεωρεί ότι «η επιθυμία και η σεξουαλική ζήλια αποτελούν το υπόβαθρο του έρωτα». 

Αυτή η ηθοστοχαστική αντίληψη ανήκει σε μια σκεπτικιστική παράδοση. Η φιλοσοφία αυτή ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα ο έρωτας δεν υπάρχει και ότι δεν είναι παρά το ευτελές ένδυμα της επιθυμίας. Το μόνο που υπάρχει είναι η επιθυμία. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεώρηση ο έρωτας δεν είναι παρά μια φαντασιακή κατασκευή επικολλημένη στη σεξουαλική επιθυμία. Αυτή η αντίληψη, η οποία έχει μια μακρά ιστορία, μας παροτρύνει να δυσπιστούμε ως προς τον έρωτα. Εγγράφεται ήδη στη λογική των μέτρων ασφάλειας, γιατί αυτό που λέει συνίσταται στο εξής: «Ακούστε, αν έχετε σεξουαλικές επιθυμίες, πραγματοποιήστε τες. Αλλά δεν χρειάζεται να παίρνουν τα μυαλά σας αέρα με την ιδέα ότι πρέπει να αγαπήσετε κάποιον. Αφήστε τα όλ’ αυτά και πηγαίνετε κατευθείαν στον στόχο!» Σ’ αυτή την περίπτωση όμως θα πω απλώς ότι ο έρωτας έχει απαξιωθεί -ή, αν θέλετε, αποδομηθεί-στο όνομα του πραγματικού της σεξουαλικότητας.

Σ΄ αυτό το σημείο θέλω να αναφερθώ στη δική μου ζωντανή εμπειρία. Γνωρίζω, πιστεύω, όπως περίπου όλος ο κόσμος, τη δύναμη, την εμμονή της σεξουαλικής επιθυμίας. Η ηλικία δεν με έκανε να το ξεχάσω. Ξέρω επίσης ότι ο έρωτας εγγράφει στο γίγνεσθαί του την πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας. Και πρόκειται για ένα σημαντικό σημείο, γιατί, όπως μια ολόκληρη φιλολογία υποστηρίζει από παλιά, η εκπλήρωση της σεξουαλικής επιθυμίας λειτουργεί σαν μία από τις σπάνιες υλικές αποδείξεις, απόλυτα συνδεδεμένη με το σώμα, ότι ο έρωτας είναι κάτι διαφορετικό από μια δήλωση. Η δήλωση του τύπου «σ’ αγαπώ» επισφραγίζει το συμβάν της συνάντησης, είναι θεμελιακή, δεσμεύει. Το να παραδώσω όμως το σώμα μου στον άλλο, να γδυθώ, να είμαι γυμνός (-ή) για κείνον ή για κείνη, να εκπληρώσω τις πανάρχαιες χειρονομίες, να αρνηθώ κάθε ντροπή, να κραυγάσω, όλη αυτή η είσοδος στη σκηνή του σώματος ισοδυναμεί με απόδειξη παράδοσης στον έρωτα. Πρόκειται άλλωστε για μια ουσιώδη διαφορά με τη φιλία. Η φιλία δεν εμπεριέχει σωματική απόδειξη, δεν έχει απόηχο μέσα στην απόλαυση του σώματος. Γι’ αυτό η φιλία είναι το πιο διανοητικό συναίσθημα, αυτό που πάντοτε προτίμησαν όσοι φιλόσοφοι είναι καχύποπτοι απέναντι στο πάθος. 

Ο έρωτας, κυρίως μέσα στη διάρκεια, έχει όλα τα θετικά γνωρίσματα της φιλίας. Αλλά ο έρωτας αναφέρεται στην ολότητα του είναι του άλλου, και η παράδοση του σώματος είναι το υλικό σύμβολο αυτής της ολότητας. Θα πουν: «Μα όχι! Η επιθυμία, και μόνον αυτή, λειτουργεί σ΄ αυτή την περίπτωση». Υποστηρίζω ότι στο στοιχείο του δεδηλωμένου έρωτα αυτή ακριβώς η δήλωση, έστω και αν είναι ακόμη λανθάνουσα, προκαλεί αποτελέσματα επιθυμίας, και όχι άμεσα η επιθυμία. 

Ο έρωτας θέλει η απόδειξή του να περικλείει την επιθυμία. Η τελετουργία των σωμάτων αποτελεί την υλική εγγύηση της ομιλίας, είναι αυτό μέσω του οποίου πορεύεται η ιδέα ότι η υπόσχεση μιας επανεπινόησης της ζωής θα τηρηθεί, κατ’ αρχάς στο επίπεδο των σωμάτων. Αλλά οι εραστές ξέρουν ότι, ακόμη και στο πιο βίαιο παραλήρημα, ο έρωτας είναι παρών, σαν ένας φύλακας άγγελος των σωμάτων, στο ξύπνημα, το πρωί, όταν γαληνεύει η απόδειξη από τον απόηχο που είχε στα σώματα η δήλωση του έρωτα.

Να γιατί ο έρωτας δεν μπορεί να είναι, και πιστεύω ότι δεν είναι για κανέναν, παρά μόνο για τους ιδεολόγους που φροντίζουν για τον χαμό του, ένα απλό ένδυμα της σεξουαλικής επιθυμίας, μια περίπλοκη και χιμαιρική πανουργία προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αναπαραγωγή του είδους.

Το πόσο υγιείς είναι οι σχέσεις σου με τους άλλους, μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος σ’ αυτές όσο διαρκούν

Η πιο υποχρεωτική και σταθερή αντίδραση σε έναν συναισθηματικό δεσμό είναι, απλώς, να είσαι διατεθειμένος να μην προσκολληθείς στο άτομο εκείνο, σ’ εκείνη την κατάσταση, σ’ εκείνη τη σχέση. Κι αν ο δεσμός αυτός, όση χαρά κι αν σου δίνει, τελειώσει αύριο, να μπορείς, να πάρεις την απόφαση να τον ξεχάσεις. Μέχρι όμως να έρθει αυτή η στιγμή (που μπορεί να μην έρθει ποτέ), ενόσω δεν έρχεται το τέλος, προσπάθησε να είσαι ΤΕΛΕΙΩΣ αφοσιωμένος.

Είμαι αφοσιωμένος όπως εκείνοι που δηλώνουν ότι αφοσιώνονται από αγάπη, κι όχι όπως εκείνοι που αγαπούν από υποχρέωση.

Το πόσο υγιής είναι η σχέση σου με τους άλλους μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος όσο διαρκεί, και πόσο ελέγχεις, ψάχνεις μέσα σου και σιγουρεύεσαι ότι αυτό που έχεις είναι πράγματι αυτό που θέλεις και πρέπει να έχεις και όχι τα απομεινάρια εκείνου που είχες. Και αν έχει πεθάνει, έχει σημασία πόσο αποφασιστικά το αποχαιρετάς και φεύγεις από αυτό που έχει ήδη τελειώσει.

Λέω λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Και κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Είναι φοβερό να παραδεχτούμε ότι σε κάθε απώλεια υπάρχει όφελος. Ότι ο πόνος για την απώλεια θα τελειώσει αναγκαστικά με κάποιο κέρδος.

Και βέβαια δεν υπάρχει απώλεια χωρίς ένα όφελος, δεν υπάρχει απώλεια που δεν οδηγεί στην προσωπική ανάπτυξη!

Καίσαρας: Δεν μπορώ να του συγχωρήσω το ότι μου στέρησε τη δυνατότητα να τον συγχωρήσω

Όταν ο Καίσαρας επέστρεψε στη Ρώμη από την Αίγυπτο, η κατάσταση ήταν δύσκολη. Το σιτάρι δεν ερχόταν από την Ισπανία, όπου ο γιος του Πομπήιου είχε συγκεντρώσει άλλο στρατό, ούτε από τη Αφρική, όπου βρίσκονταν ο Κάτωνας και ο Λαβιηνός. Λόγω εσωτερικών ταραχών ο Μάρκος Αντώνιος, που αντιπροσώπευε τον Καίσαρα, εξαπέλυσε τις δυνάμεις του και έσφαξε χίλιους Ρωμαίους.

Οι ταραξίες Κέλιος και Μίλωνας έφυγαν για την επαρχία για να οργανώσουν εξεγέρσεις, καθώς διάφορες λεγεώνες είχαν εξεγερθεί. Ο Καίσαρας που ήταν συνηθισμένος να μάχεται τους συντηρητικούς, δεν επιθυμούσε να έχει εχθρούς από την προοδευτική πλευρά και επίσης δεν ήθελε να έχει το τέλος του Μάριου, που είχε υποχρεωθεί να εξοντώσει δικούς του για να διατηρήσει την τάξη. Ξεκίνησε από τους στρατιώτες, γιατί όπως είπε, «αυτοί εξαρτώνται από το χρήμα, που εξαρτάται από τη δύναμη, που εξαρτάται από αυτούς».

Παρουσιάστηκε άοπλος μπροστά τους, με τη συνηθισμένη ηρεμία του, αναγνώρισε ως νόμιμες τις διεκδικήσεις τους και θα τους ικανοποιούσε μόλις επέστρεφε από την Αφρική, όπου θα πήγαινε με «άλλους» στρατιώτες. Οι βετεράνοι ξεχείλισαν από ντροπή και μεταμέλεια, φώναξαν πως αυτοί είναι οι στρατιώτες του Καίσαρα και θα τον ακολουθούσαν παντού. Ο Καίσαρας έκανε λίγο τον δύσκολο, αλλά τελικά συναίνεσε, διότι πολύ απλά δεν είχε άλλους στρατιώτες. Τον Απρίλη του 46 π.Χ. αποβιβάστηκε στην Αφρική, όπου οι εχθροί του είχαν ογδόντα χιλιάδες στρατιώτες.

Για άλλη μια φορά ήταν ένας εναντίον τριών και έχασε πάλι την πρώτη μάχη. Όμως ύστερα κέρδισε την αποφασιστική μάχη και οι στρατιώτες του δεν υπάκουσαν στις εντολές του για επιείκεια και έσφαξαν τους αιχμαλώτους. Ο Ιούβας, βασιλιάς της Νουμιδίας, σκοτώθηκε στη μάχη, ο Μέτελλος Σκιπίωνας αποκεφαλίστηκε. Ο Κάτωνας κλείστηκε στην Ούτικα με ένα μικρό απόσπασμα, συμβούλεψε τον γιο του να υποταχθεί στον Καίσαρα, μοίρασε τα χρήματά του σε όσους ήθελαν να δραπετεύσουν και, αφού κουβέντιασε σε γεύμα για τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, κλείστηκε στο δωμάτιό του και έχωσε το μαχαίρι στην κοιλιά του.

Τον βρήκαν νεκρό πάνω στις σελίδες του «Φαίδωνα». Ο Καίσαρας λυπημένος είπε, «δεν μπορώ να του συγχωρήσω το ότι μου στέρησε τη δυνατότητα να τον συγχωρήσω». Στη συνέχεια ο Καίσαρας διέλυσε στην Μούνδα της Ισπανίας τον τελευταίο στρατό των οπαδών του Πομπηίου και κύριος πλέον των πάντων μπόρεσε να επικεντρωθεί στην εσωτερική ανασυγκρότηση του κράτους.

Yuval Noah Harari: Η τεχνητή νοημοσύνη θα εισέλθει μέσα στους ανθρώπους

Ο Yuval Noah Harari, ο σύμβουλος του Κλάους Σβαμπ και εκ των βασικών δημιουργών της θεωρίας της «Μεγάλης Επανεκκίνησης» και συνομιλητής του Παγκοσμίου Οικονομικού Φόρουμ, μιλά για την συνέχεια και την προώθηση της τεχνητής νοημοσύνης στην ανθρωπότητα.

Μάλιστα κάνει προβλέψεις που μπορούν να επηρεάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Όπως αναφέρει:

«Τα άσχημα νέα είναι ότι για να απειλήσει την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισμού, η τεχνητή νοημοσύνη δεν χρειάζεται στην πραγματικότητα συνείδηση ούτε χρειάζεται την ικανότητα να κυκλοφορεί στον υλικό κόσμο.

Τα τελευταία λίγα χρόνια, νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης έχουν εξαπολυθεί στην δημόσια σφαίρα, τα οποία ίσως να απειλήσουν την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισμού από μια πολύ απρόσμενη κατεύθυνση.

Και είναι δύσκολο για μας ακόμη και να συλλάβουμε τις δυνατότητες αυτών των νέων εργαλείων της τεχνητής νοημοσύνης και την ταχύτητα με την οποία συνεχίζουν να αναπτύσσονται.

Πράγματι, επειδή η τεχνητή νοημοσύνη είναι ικανή να μάθει από τον εαυτό της, να αυτοβελτιωθεί, ακόμη και οι προγραμματιστές αυτών των εργαλείων δεν γνωρίζουν τις πλήρεις δυνατότητες του δημιουργήματός τους και οι ίδιοι συχνά ξαφνιάζονται από τις αναδυόμενες ικανότητες και τα αναδυόμενα χαρακτηριστικά αυτών των εργαλείων.

Υπάρχουν πολλές επιπρόσθετες ικανότητες που αναδύονται όπως η πλαστογραφία ανθρώπινων φωνών και εμφανίσεων, όπως η σύνταξη νομοσχεδίων, η ανεύρεση σφαλμάτων τόσο στον κώδικα των υπολογιστών όπως επίσης και σε νομικά συμβόλαια και σε νομικές συμφωνίες.

Αλλά το σημαντικότερο ίσως, τα νέα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης αποκτούν την ικανότητα να αναπτύσσουν βαθιές και προσωπικές σχέσεις με ανθρώπινα όντα».

Χαμένες Ελληνικές ηθικές αξίες και (α)παιδεία

Όπως μας παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος, κάποτε ρώτησαν τον Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο, έναν από τους επτά σοφούς, «τι διαφέρουν οι πεπαιδευμένοι από τους απαιδεύτους». Ο σοφός απάντησε «ότι η διαφορά έγκειται στις καλές ελπίδες» (Βίοι Φιλοσόφων, Α΄ 69). Με άλλα λόγια, χωρίς την παιδεία -με την αρχαιοελληνική σύλληψη της έννοιας, δεν υπάρχουν αγαθές ελπίδες ούτε σε ατομικό αλλά ούτε σε συλλογικό επίπεδο.

Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός σκοπός που ζούμε. Δεν υπάρχει τελεολογία. Απλά ζούμε. Βιώνουμε το φαινόμενο που αποκαλούμε ζωή, με ότι αυτό περιλαμβάνει. Τον σκοπό του βίου τον καθορίζει ο σκεπτόμενος άνθρωπος. Εμείς οι ίδιοι, προκειμένου να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένος αντικειμενικός σκοπός, υπάρχει πλήθος διαφορετικών φιλοσοφικών κατευθύνσεων και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Υπάρχουν διάφορες κοσμοθεωρίες και βιοθεωρίες, που άλλοτε δεν έχουν κανένα σημείο επαφής μεταξύ τους, και άλλοτε συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Με αυτά, δεν θέλω να πω σε καμία περίπτωση ότι δεν υπάρχει αυτό που λέμε «αλήθεια». Υπάρχει. Το πρόβλημα έγκειται στην προσέγγισή της, καθώς ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται μέρος αυτού που πραγματικά υπάρχει. Και αν συμβαίνει αυτό, επόμενο είναι ότι η γνωστική ικανότητα του ανθρώπου δεν μπορεί να φτάσει στο 100%. Συνεπώς, πάντα θα υπολείπεται στην γνώση και στην επιστήμη.

Αφετηρία της φιλοσοφίας, είναι το «απορείν» και το «θαυμάζειν». Από εκεί αρχίζει η διερεύνηση του κόσμου και του εαυτού μας, εφόσον και εμείς είμαστε μέρος του κόσμου. Ο Πλάτων στον διάλογο «Θεαίτητος», το αναφέρει έτσι: «Προσιδιάζει απολύτως σε φιλόσοφο το αίσθημα τούτο, το θαυμάζειν. Δεν υπάρχει άλλωστε αρχή άλλη για τη φιλοσοφία παρά αυτή» (155d 2- 4). Ο Πλούταρχος προσθέτει και το «απορείν». Αναφέρει στο έργο του «Περί του ει του εν Δελφοίς»: «Επεί δε του φιλοσοφείν, έφη, το ζητείν αρχήν, του δε ζητείν το θαυμάζειν και απορείν» (385:2).

Η διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα είδη, έγκειται στο ότι διαθέτει ανεπτυγμένη νόηση. Με την κατάλληλη παιδεία, βελτιώνει το πνευματικό του επίπεδο, δημιουργεί αξίες και ιδανικά, και με βάση αυτά, ολοκληρώνεται ως ύπαρξη. Απόρροια όλων αυτών είναι η δημιουργία των πολιτισμών. Και, κατά την άποψή μου, η βασική διαφορά μεταξύ αρχαίου κόσμου και σύγχρονου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Για αυτό και έχουμε μεγάλους πολιτισμούς στα αρχαιότατα χρόνια, ενώ στους λεγόμενους ιστορικούς χρόνους, έχουμε σταδιακά μία πτωτική πορεία, με αποτέλεσμα σήμερα να μην παράγει η ανθρωπότητα καθόλου πολιτισμό, εφόσον το «εμείς» έχει αντικατασταθεί από το «εγώ». Και το στηρίζω στα γραφόμενα του Ησίοδου, όπου στο «Έργα και Ημέραι», μιλάει για το χρυσό γένος, και καταλήγει στο δικό του (και δικό μας) σιδερένιο γένος.

Η πολιτική κατά την αρχαία αντίληψη είναι συνυφασμένη με την καλλιέργεια του ήθους και της δικαιοσύνης στους ανθρώπους. Ο νομοθέτης καλείται να θεσμοθετήσει νόμους που θα αποτελούν οδοδείκτες προς το αγαθό. Ο πολιτικός άνδρας όφειλε να γνωρίζει πώς να άρχει και να οδηγεί στους συμπολίτες του και την πόλη του στην ευδαιμονία, τόσο την υλική όσο και την πνευματική. Άγνωστα πράγματα στους σημερινούς εξουσιαστές. Με τούτα, δεν θα ήθελα να εξωραΐσω την αρχαιότητα. Και τότε υπήρχαν καταχρήσεις και δεν εφαρμόζονταν πάντα οι φιλοσοφικές παραινέσεις. Όμως υπήρχε μια κάποια ποιότητα, που σήμερα λείπει.

Διαβάζοντας κανείς τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, δεν μπορεί να μην σταθεί και να μην συλλογιστεί την σημερινή παρακμή, η οποία ξεκινά από τους νομιζόμενους «μεγάλους». Για παράδειγμα· «Τέλος μεν ουν της πόλεως το ευ ζην» (Πολιτικά 1280b 43), «εστί δε πολιτικόν αγαθόν το δίκαιον, τούτο δ’ εστί το κοινή συμφέρον» (ο. π 1282b 18), «αυτάρκης γαρ η πόλις, το δε δούλον ουκ αυτάρκες» (ο. π 1291a 11), «όπου δ’ οι νόμοι μη εισί κύριοι, ενταύθα γίνονται δημαγωγοί» (ο. π 1292a 10), «όπου γαρ μη νόμοι άρχουσιν, ουκ εστί πολιτεία» (ο. π 1292a 35), κ.ά.

Ο άνθρωπος συγκροτήθηκε σε πόλεις επειδή εκ φύσεως είναι «πολιτικόν ζώον». Ο σκοπός της συγκρότησης είναι το αγαθόν που έχει ως αποτέλεσμα την τελειοποίησή του. Αν ο άνθρωπος όμως ξεφύγει από την αρετή, γίνεται το «χείριστον πάντων».

Δι’ αυτό εφόσον οι πρώτες κοινωνίες συνεστήθησαν εκ φύσεως, ούτω και εκάστη πόλις συνεστήθη εκ φύσεως· διότι τελειοποίηση δι’ εκείνων είναι η πόλις, η δε φύσις είναι η τελειοποίηση παντός. Ό, τι είναι έκαστον ον να φτάσει εις την τέλεια του ανάπτυξη, λέγουν ότι αύτη είναι η φύσις εκάστου, είτε περί ανθρώπου πρόκειται είτε περί ίππου είτε περί οίκου. Προσέτι ότι η αιτία και ο προορισμός αυτός των όντων είναι το σπουδαιότερο αγαθό· η δε αυτάρκεια είναι και σκοπός και μέγιστο αγαθό. Από αυτά συνάγομε ότι η πόλις είναι εκ των υπαρχόντων εκ φύσεως και ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κοινωνική ύπαρξη και ότι ο εκ φύσεως αλλ’ όχι εκ τυχαίου περιστατικού ακοινώνητος άνθρωπος είναι ή φαύλος ή ον ανώτερο του ανθρώπου· είναι ακριβώς αυτός τον οποίον ονειδιστικώς αποκαλεί ο Όμηρος «άνευ οικογενείας, άνευ νόμων, άνευ εστίας». Τούτο είναι και το αποκλειστικώς ιδιαίτερο από τα λοιπά όντα γνώρισμα του ανθρώπου, το να έχει μόνος αυτός αντίληψη του αγαθού και του κακού και του δικαίου και του αδίκου και των άλλων ομοίων· και αυτοί ακριβώς συνενούμενοι δημιουργούν την οικογένεια και την πόλη. Φανερό λοιπόν είναι ότι η πόλις εκ φύσεως ευρίσκεται υπεράνω εκάστου ατόμου, διότι εάν έκαστος αποχωριζόμενος από το σύνολον καθίσταται μη αυτάρκης, θα ευρεθεί εις την αυτήν κατάσταση, εις την οποίαν και έκαστον μέρος του σώματος σε σχέση προς το σύνολον, ο δε μη δυνάμενος να ζει εν τη κοινωνία μετ’ άλλων ή ο μη έχων την ανάγκην ουδενός ένεκα αυταρκείας, αυτός δεν έχει καμία θέση εις την πόλη, αυτός είναι ή θηρίο ή θεός. Και είναι φυσική η τέτοια τάση προς την πολιτική κοινωνία· εκείνος ο οποίος πρώτος συνέστησε τέτοια υπήρξε η αιτία μεγίστων αγαθών. Διότι καθώς ο άνθρωπος φθάσας εις την τελειότητά του είναι το βέλτιστο των όντων, ούτω απομακρυνθείς από τον νόμο και την δικαιοσύνη καταντά το χειρότερο εξ όλων. Διότι είναι λίαν καταπιεστική η αδικία όταν έχει όπλα. Ο άνθρωπος γεννάται έχων από την φύση όπλα την φρόνηση και την αρετή, τα οποία μάλιστα δύναται να μεταχειρισθεί και προς κακούς σκοπούς. Δι΄ αυτό ο άνευ αρετής άνθρωπος είναι το πλέον ανόσιο και πλέον άγριο ον, και το χειρότερο σχετικώς προς τις αφροδισιακές ηδονές του και την λαιμαργία του. Η δικαιοσύνη είναι κοινωνική ανάγκη, διότι το δίκαιον είναι ο κανών της πολιτικής κοινωνίας. Η δίκη είναι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
(Πολιτικά, 1252b 29-1253b 43)

Σε άλλο σημείο του ίδιου έργου, αναφέρεται σε γενικές γραμμές ποιο είναι το άριστο πολίτευμα. Σε όλο το έργο του, αναλύει την σκέψη του βασιζόμενος σε ιστορικά δεδομένα, στο πραγματικό και όχι στο ιδεατό όπως ο Πλάτωνας. Για αυτόν τον λόγο, ο μεν Αριστοτέλης μιλάει για το άριστο πολίτευμα στο μέτρο του δυνατού, ενώ ο Πλάτων για το ιδανικό ιδεατό πολίτευμα, το οποίο ουδέποτε υπήρξε.

«Εκείνο το πολίτευμα είναι κατ’ ανάγκη το άριστο, υπό το οποίο κάθε πολίτης δύναται να ζει άριστα και να βρίσκει την ευτυχία του» (1324a 25).

«Ο καλός νομοθέτης ως και ο αληθής πολιτικός δεν πρέπει να λησμονούν ότι όχι το απολύτως άριστο αλλά το εκ των πραγμάτων καλύτερο είναι εκείνο που πρέπει να προτιμηθεί σε έκαστη δεδομένη περίπτωση» (1288b 27).

Η αποστολή όσων άρχουν αλλά και του νομοθέτη είναι να οδηγούν τους πολίτες στην ευδαιμονία.

«Του σπουδαίου νομοθέτη αποστολή είναι να ξέρει τον τρόπο , χάρη στον οποίο και η πόλη και οι κάτοικοί της και κάθε άλλη κοινωνία ανθρώπων θα συμμετάσχει εις αγαθόν βίο και εις την ευδαιμονία, η οποία αρμόζει σε αυτούς» (1325a 8).

Η ιδανική πολιτεία, κατά τον Πλάτωνα, είναι εκείνη η οποία θα στηρίζεται σε υψηλές ηθικές αξίες, όπως στην δικαιοσύνη. Και συνδέει, όπως και ο Αριστοτέλης, την αρετή με την πολιτεία και το πολίτευμα των αρίστων.

Σύμφωνα με το έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» ή αλλιώς «Περί δικαίου», οι πολλοί νόμοι είναι περιττοί, όταν ο πολίτης έχει λάβει αγωγή ψυχής παιδιόθεν.

«Να φτιάχνει κανείς νόμους για να ρυθμίσει τέτοια πράγματα είναι, νομίζω, ανόητο· γιατί τέτοιες ρυθμίσεις, προφορικές ή γραπτές, δεν γίνονται, αλλά κι αν γίνονταν, θα έμεναν ανεφάρμοστες. Φαίνεται, Αδείμαντε, είπα, ότι ανάλογα με την κατεύθυνση που θα πάρει κανείς από την παιδεία, θα εξαρτηθεί και η παραπέρα εξέλιξή του· ή μήπως δεν αληθεύει ότι πάντοτε το όμοιο αποζητάει το όμοιό του;» (425b 6- c 2).

Ο πολιτικός, πρέπει είτε να είναι φιλόσοφος είτε να ασχολείται με την φιλοσοφία. Μέλημά του, η διάπλαση των πολιτών και η ηθική προκοπή τους.

Αν δεν συμβεί, είπα εγώ, ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, ανυστερόβουλα και άξια, αυτοί τους οποίους τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και άρχοντες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συναντηθούν στο αυτό πρόσωπο, κι αν τούτος ο εσμός (το πλήθος) όσων σήμερα πορεύονται χωριστά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση δεν εμποδιστεί δια της βίας να το κάνει αυτό, δεν θα ’χουν τελειωμό, φίλε Γλαύκων, οι συφορές για τις πολιτείες, νομίζω ούτε και για το ανθρώπινο γένος, κι ούτε τούτο το πολίτευμα, που μόλις τώρα το περιγράψαμε θεωρητικά, πρόκειται ποτέ να βγει στο φως το ήλιου. Αυτό είναι που ώρα τώρα διστάζω να το πω, καθώς βλέπω πόσο παράδοξο θα ακουστεί· δύσκολο, βλέπεις, να το αντιληφθεί κανείς πως δεν είναι δυνατόν να υπάρξει άλλος τρόπος να ευδαιμονήσουν ούτε τα άτομα ούτε το σύνολο (473c 11-e 5).

Παίρνοντας, είπα εγώ, στα χέρια τους μια πόλη και ανθρώπινους χαρακτήρες -όπως παίρνει κανείς έναν πίνακα, πρώτη τους φροντίδα θα ήταν η κάθαρσή τους, πράγμα που δεν είναι πολύ εύκολο. Να ξέρεις όμως ότι ως προς τούτο οι φιλόσοφοι θα διέφεραν ευθύς εξαρχής από τους άλλους, ως προς το ότι δηλαδή δεν θα ήσαν διατεθειμένοι να αγγίξουν ούτε άτομο κανένα ούτε την πόλη ούτε και να φτιάξουν νόμους, προτού να τα παραλάβουν αυτά στα χέρια τους αποκαθαρμένα ή προτού να τα αποκαθάρουν οι ίδιοι (501a 1-7).

«Αν δεν πάρουν την πόλη στα χέρια τους οι φιλόσοφοι, δεν θα έχουν σταματημό τα δεινά ούτε για την πόλη ούτε για τους πολίτες» (501e 2).

Έχοντας αυτά κατά νου και πάντα στο μέτρο του δυνατού, ένας από τους μεγάλους πατέρες και διαφωτιστές του ελληνικού έθνους, ο Αδαμάντιος Κοραής, ανησυχούσε για το μέλλον του έθνους. Ήταν από τους ανθρώπους που έβλεπαν μακριά. Ο απλός ελληνικός λαός, δούλος πρώτα στους Ρωμαίους από 146 π.κ.ε. μέχρι το 1453, και μετά στους Οθωμανούς για άλλα τετρακόσια χρόνια, μακριά από τις προγονικές παραδόσεις (στην καλύτερη των περιπτώσεων η πλειονότητα των λογίων ακολουθούσε μια νόθα ελληνική παράδοση), δέσμιος της χριστιανικής δεισιδαιμονίας με «το πολίτευμά μας εν ουρανοίς», της ανοησίας του «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», και μοιρολάτρης του «πάσα εξουσία παρά θεού», δεν είχε τα πνευματικά εφόδια για να διαχειριστεί την μέλλουσα ελευθερία του. Άλλοι θα τον σκλάβωναν σε αλλότρια συμφέροντα με την βοήθεια των πολιτικών του. Την ανησυχία του αυτή την επαναλάμβανε αρκετές φορές.

Στον Ιωάννη Βαρβάκη (εθνικός ευεργέτης και αυτός, αλλά δυστυχώς άγνωστος στους πολλούς), έγραφε στις 6.5.1822 τα εξής:

Η αγαπητή μας Χίος ελευθερώθη από τους βαρβάρους. Δεν αρκεί όμως ότι απέλευσε την ελευθερίαν της, αλλά χρειάζεται φροντίς και να την φυλάξει. Την διακοπήν της παιδείας, φίλε μου, εις τας παρούσας περιστάσεις την κρίνω και την θρηνώ ως μεγάλην δυστυχίαν. Τώρα μάλιστα έχομεν χρείαν παιδείας δια να καταλάβωμεν και να ενεργήσωμεν όσα μέσα είναι αναγκαία εις την φύλαξιν της ελευθερίας. Εις απόκτησιν της ελευθερίας αρκεί μόνη η ανδρεία και η καταφρόνησις του θανάτου· αλλά δια να την φυλάξη τις πρέπει να καλέση βοηθόν την φρόνησιν συνωδευμένην με τας άλλας όλας αρετάς. Πολλά έθνη ηφάνισαν τους τυράννους των· ολίγα εφάνησαν καλά να ξεριζώσωσι την τυραννίαν από τας ψυχάς των και να ζήσωσιν ειρηνικώς και ισονόμως ως αδελφοί.

Γράφει ο Κ. Δημαράς στο έργο του «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»:

Σε τούτο όμως συνετέλεσε κι ένας άλλος σπουδαίος λόγος, δεμένος με τη συναισθηματική ζωή του Κοραή όσο και με την πνευματική του καλλιέργεια: είναι η πατριωτική του συνείδηση, η αγάπη της ελευθερίας και η πεποίθηση ότι η παιδεία ήταν για τους συμπατριώτες του ο ασφαλέστερος δρόμος προς την απόκτηση της ελευθερίας. Η τροπή, λοιπόν, προς τις εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, η οποία πολύ γρήγορα θα αποβεί αποκλειστική του απασχόληση, δεν είναι απομάκρυνση από την επικαιρότητα, παρά, αντίθετα, αφοσίωση στο γένος. Ο Κοραής συνδέει αναπόσπαστα στην συνείδησή του τα κλασικά γράμματα και την ελευθερία· για να συντελέσει στην ανάκτηση της ελευθερίας θα αφοσιωθεί στα ελληνικά γράμματα· όταν λέει και ξαναλέει το «Δράξασθε παιδείας», ξέρει καλά ότι συμβουλεύει τους πατριώτες του να αδράξουν στα χέρια τους ένα όπλο (σελ. 335).

Εκδότης και μέγιστος μεταξύ των φιλολόγων, ο Αδαμάντιος Κοραής καταπιάστηκε με την έκδοση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, με ιδία δαπάνη αλλά και των άλλων Ελλήνων και φιλελλήνων που τον στήριξαν οικονομικά στο δύσκολο έργο του.

Γράφει πάλι ο Κ. Δημαράς στο έργο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»:

Αλλά το μεγάλο προσωπικό του έργο, στο οποίο στηρίζει μέγιστες ελπίδες για την εθνική παλιγγενεσία, είναι η έκδοση των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, στην οποία αφιέρωσε το μέγιστο μέρος των προσπαθειών του· έτσι τον είδαν και οι μεταγενέστεροι: «εγκαταλείψας την εξάσκησιν της τέχνης (ιατρική) ήτις κατά την εποχήν εκείνην ηδύνατο να του χορηγήσει και δόξαν και πλούτη, αφιερώθη εις ό, τι την πατρίδα έμελλε μάλλον να ωφελήσει» (ο. π. σελ. 111).

Θεωρούσε ότι το έθνος που έμελε να ελευθερωθεί, όταν πια θα αποκτούσε και κράτος, θα έπρεπε να στηριχθεί στην ευνομία προκειμένου να παραμείνει ελεύθερο. Δυστυχώς, δεν εισακούστηκε. Έγραφε στον Δημήτριο Υψηλάντη στις 20.6.1821, τα εξής:

Και παλαιοί και νέοι φιλόσοφοι όλοι συμφωνούν ότι της πολιτείας βάσις είναι η ευνομία. Ομοφωνούν ακόμη και εις τούτο, ότι εις οποιονδήποτε πολιτικής κοινωνίας είδος, ευνομία να στερεωθή δεν εμπορεί χωρίς ισονομίαν, ήγουν τοιαύτην των κοινωνούντων κατάστασιν, εις την οποίαν όλοι χωρίς εξαίρεσιν, να κυβερνώνται από τους αυτούς νόμους, όλοι επίσης να κολάζωνται, όταν τους παραβαίνωσιν, και όλοι να λαμβάνωσι τας εκ των νόμων αμοιβάς και ωφελείας, καθόσον έκαστος συνεργεί εις το κοινόν συμφέρον, εις ένα λόγον τοιαύτην κατάστασιν, όπου το όνομα προνόμιον να ταράσση τους ακούοντας ως πολιτική βλασφημία.

Στον Κ. Κοκκινάκη, έγραφε στις 24.5.1820: «Πολιτεία ήτις δεν έχει βάσιν την παιδείαν, είναι οικοδομή εις άμμον».

Στον Α. Βασιλείου, έγραφε στις 22.1.1817: «Το γένος μας, φίλε, είναι βαμμένον με την αδικίαν, και αν δεν ήτον, ήθελεν είσθε θαύμα ασυγκρίτως μεγαλύτερον από νεκρών ανάστασιν. Όστις γεννάται και τρέφεται εις πολίτευμα άνομον και άδικον, εξανάγκης άδικος κατά το μάλλον και ήττον και δεσποτική πρέπει να είναι η ψυχή του. Την έκπλυσιν της βρωμισμένης ταύτης βαφής πρέπει να επιτύχη η παιδεία του έθνους».

Για τον Κοραή, όπως και για τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους, η πολιτική, η ηθική, και η παιδεία είναι συστατικά στοιχεία της έννοιας του ελεύθερου ανθρώπου. Σε κείμενό του, γράφει:

Ηθική και Πολιτική, αν και διαφέρωσιν εις τα’ όνομα, είναι όμως μία και η αυτή επιστήμη, η πρακτική φιλοσοφία, η ονομασθείσα από τον Κικέρωνα και τον Πλούταρχον Τέχνη του βίου, και συντομώτερον από τον φιλόσοφον αυτοκράτορα, Βιωτικήν, ήγουν διδασκαλία πως έχομεν εις τον παρόντα βίον να συζώμεν και να συμπολιτευώμεθα με τους ομοίους μας, δια να αποκτήσωμεν την οποίαν όλοι χωρίς εξαίρεσιν επιθυμούμεν ευδαιμονίαν. Χωρίς την επιστήμην ταύτην, αι λοιπαί των ανθρώπων γνώσεις καταντούν εις την ευτέλειαν των βαναύσων τεχνών, και όσα έθνη δοξάζονται ως σοφά, μην ελπίσωσι να ονομασθώσι φιλόσοφα, αν δεν διορθώσωσι τα ήθη και την πολιτείαν των, τα μόνα μέσα να ζώσιν ευδαίμονα. Καθώς πάσης τέχνης σκοπός είναι να μεταβάλη την όποιαν μεταχειρίζεται ύλην εις τεχνητόν τι κατασκεύασμα, τόσον τέλειον, όσον συγχωρούν η ύλη και η σοφία του τεχνίτου, παρόμοια και η Βιωτικήν σκοπόν έχει να τελειοποιήση το λογικόν ζώον, τον άνθρωπον. Όσον σημειωδέστερον κάμη τον χωρισμό, τόσον αξιώτερον του ονόματος, και τόσον ευδαιμονέστερον δύναται να τον καταστήση η Βιωτική. Η ευδαιμονία είναι του ορθού, ήγουν του τελείου λόγου αποτέλεσμα· δια τούτο δεν ονομάζονται ούτε τα άλογα ζώα ούτε τα παιδία ευδαίμονα· εκείνα, δια την στέρησιν του λογικού· τα παιδία, διότι το έχουν ακόμη ατελές.

Δυστυχώς, έκτοτε, λίγοι ήταν οι πολιτικοί που ενδιαφέρθηκαν για την παιδεία. Και όσοι από αυτούς προσπάθησαν είτε σε πολιτικό επίπεδο, είτε σε προσωπικό, να συμβάλλουν στην πνευματική αναγέννηση των Ελλήνων, η προσπάθειά τους έμεινε ημιτελής. Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη. Στο χέρι του καθένα μας εναπόκειται να λάβει την παιδεία, μελετώντας και βιώνοντας τον φιλοσοφικό λόγο. Όχι βέβαια με μια στείρα απομίμηση. Αλλά παίρνοντας από την σοφία τα κατάλληλα για αυτόν δομικά υλικά, ας προσπαθήσει ο καθένας μας να ανέβει πνευματικό επίπεδο, με οδηγό τον ορθό λόγο. Τότε μόνο θα επιτευχθεί η ποιοτική αναβάθμιση της ζωής μας, που θα συμβάλλει στην δημιουργία μιας ποιοτικότερη κοινωνίας. Αυτή θα είναι η μόνη πραγματική ανάσταση. Όχι μία «ανάσταση» κάποιου φερόμενου θρησκευτικού ηγέτη, η οποία όμως καμία ωφέλεια δεν έφερε ούτε στις κοινωνίες ούτε στους ίδιους τους πιστούς. Που δεν μπόρεσε να μεταμορφώσει ούτε τον κόσμο ούτε την ίδια την εθνοκτόνο εκκλησία, που είναι μέρος της διαφθοράς που τείνει να καταπνίξει κάθε τι όμορφο και αγνό που έχει απομείνει.

Ας αναστηθούμε από την παρακμή, λοιπόν

Ο Αριστοτέλης και η φύση της εκούσιας και ακούσιας πράξης

Με δεδομένο ότι ως ακούσια ορίζεται η πράξη που οφείλεται είτε σε συνθήκες εξωτερικής βίας που ξεπερνούν την ανθρώπινη φύση είτε σε άγνοια γίνεται αντιληπτό ότι μια τέτοια πράξη δε θα μπορούσε να επισύρει ηθικούς χαρακτηρισμούς. Το άτομο που ενεργεί απαλλάσσεται από τις ευθύνες, αφού ή δε γνωρίζει τι πρέπει να κάνει ή κινείται ανεξέλεγκτα από δυνάμεις που υπερβαίνουν τα ανθρώπινα μέτρα. Για παράδειγμα, αν κάποιος που σκόνταψε, τη στιγμή της πτώσης τραυματίσει ένα παιδάκι που βρίσκεται δίπλα του, θα ήταν παράλογο να κατηγορηθεί, καθώς είναι απολύτως προφανές ότι δεν ήλεγχε το σώμα του.

Αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «εξωτερική βία», που ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει, αφορά πρωτίστως παρόμοιες περιπτώσεις αδυναμίας διαχείρισης του σώματος, που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, κι όχι ενδεχόμενους ψυχολογικούς εκβιασμούς που εξαναγκάζουν την εκδήλωση μιας συμπεριφοράς. Για τον Αριστοτέλη οποιαδήποτε πράξη γίνεται με τη συγκατάθεση του σώματος και της λογικής είναι εκούσια, ακόμη κι αν κάποιος ενεργεί υποκύπτοντας στο χειρότερο εκβιασμό κι έχοντας τα αγνότερα κίνητρα. Ακόμη κι αν ενεργεί για να γλιτώσει το παιδί του από τον πιο επαίσχυντο τύραννο.

Το μέγεθος του εξαναγκασμού μπορεί να λειτουργεί ελαφρυντικά από την άποψη των ηθικών χαρακτηρισμών, αλλά δε ματαιώνει τη δυνατότητα της επιλογής. Φυσικά, η συντριπτική πλειοψηφία θα υπέκυπτε προκειμένου να σώσει το παιδί της. Κανείς δεν αμφισβητεί το μέγεθος του κινήτρου. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα το έκαναν όλοι.

Κάποιοι λίγοι ενδεχομένως να μην το έκαναν. Να προτιμούσαν να θυσιάσουν το παιδί τους. Το πώς θα χαρακτηρίσει κανείς τους πρώτους ή τους δεύτερους είναι μια άλλη υπόθεση. Εκείνο που αφορά το χαρακτηρισμό της πράξης ως ακούσια ή εκούσια είναι η δυνατότητα της επιλογής, η λήψη της τελικής απόφασης και η συμμετοχή του σώματος για την εκτέλεσή της. Από αυτή την άποψη είναι εκούσια.

Όσο για την άγνοια, τίθεται επίσης σε πολύ αυστηρά περιθώρια. Σημαίνει αποκλειστικά την έλλειψη γνώσης για το πώς να δράσει κανείς σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Για παράδειγμα, κανείς δεν μπορεί κατηγορηθεί επειδή δεν είναι γιατρός και δεν κατάφερε να σώσει κάποιον που ένας γιατρός θα τον έσωζε. Κι αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να λέει κανείς ότι έκανε μια πράξη, επειδή δεν είχε συνειδητοποιήσει το μέγεθός της. Ούτε η οργή ούτε η έξαρση του ποτού μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία ότι κάποιος βρισκόταν σε άγνοια.

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Το να κάνει κανείς μια πράξη από άγνοια φαίνεται, επίσης, ότι είναι διαφορετικό από το να την κάνει μη έχοντας συνείδηση του ότι την κάνει. Γιατί ο μεθυσμένος ή ο οργισμένος ό,τι κάνει δεν το κάνει από άγνοια, αλλά – έτσι το δεχόμαστε όλοι – για έναν από τους λόγους που είπαμε, μη έχοντας συνείδηση του τι κάνει, αλλά αγνοώντας το». (1110b 1, 27-30).

Η άγνοια που οδηγεί στο ακούσιο μιας πράξης δε σχετίζεται ούτε με την εκτίμηση του συμφέροντος ούτε με το γενικό πλαίσιο της σωστής συμπεριφοράς – αυτό όλοι πρέπει να το γνωρίζουν – αλλά με συγκεκριμένα-επιμέρους πράγματα στα οποία μπορεί να εμπλακεί κανείς άθελά του και να μη γνωρίζει πώς πρέπει να δράσει νιώθοντας σαν ψάρι εκτός νερού: «ο όρος “ακούσιο” δεν έχει την τάση να χρησιμοποιείται για την περίπτωση που κάποιος αγνοεί το πραγματικό του συμφέρον· γιατί η άγνοια κατά τη στιγμή της απόφασης δεν είναι αιτία του να ενεργεί κανείς ακούσια (αντίθετα, είναι αιτία της κακίας), ούτε επίσης είναι αιτία η άγνοια του γενικού (γι’ αυτήν, βέβαια, ψέγονται οι άνθρωποι), αλλά η άγνοια των συγκεκριμένων-επιμέρους πραγμάτων, των συνθηκών δηλαδή κάτω από τις οποίες έγινε η συγκεκριμένη πράξη και των πραγμάτων με τα οποία αυτή σχετιζόταν· γιατί από αυτά τα συγκεκριμένα-επιμέρους πράγματα εξαρτάται το αν θα βρει κανείς συμπόνια και κατανόηση, αφού αυτών των πραγμάτων η άγνοια είναι που τον κάνει να ενεργεί ακούσια». (1110b 1, 33-36 και 1111a 1, 1-3).

Και για να γίνει απολύτως σαφής, ο Αριστοτέλης θα φέρει και κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα που φανερώνουν την άγνοια της πράξης: «λέει π.χ. ο κόσμος ότι “τους ξέφυγε καθώς μιλούσαν”, ή ότι “δεν ήξεραν πως είναι μυστικό” (όπως έκανε ο Αισχύλος ενσχέσει με τα Μυστήρια)» Αναφορά στην αρχαία παράδοση ότι ο μεγάλος τραγικός ποιητής οδηγήθηκε στον Άρειο Πάγο με την κατηγορία ότι διέπραξε ασέβεια αποκαλύπτοντας τα μυστικά των Μυστηρίων, αθωώθηκε όμως λέγοντας στο δικαστήριο ότι είπε όσα είπε χωρίς να ξέρει ότι ήταν μυστικά, «ή ότι “απλώς ήθελε να δείξει πώς λειτουργεί κάτι και αυτό ξέφυγε από τον έλεγχό του” (όπως εκείνος με τον καταπέλτη)· μπορεί, επίσης, κανείς να φαντασθεί ότι ο γιος του είναι ένας εχθρός (όπως το έκανε η Μερόπη)» (πρόκειται για τη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη Κρεσφόντης), «ή ότι το μυτερό ακόντιο είχε αμβλυμένη την άκρη του με ένα κουμπί ή ότι η πέτρα που χρησιμοποίησε ήταν ελαφρόπετρα· θα μπορούσε, επίσης, να δώσει σε κάποιον κάτι να πιει για να τον σώσει, και με αυτό να τον σκοτώσει». (1111a 1, 10-16).

Οι περιπτώσεις αυτού του είδους δεν τελειώνουν, όπως είναι αναρίθμητα και τα ακούσια ατυχήματα που μπορεί να συμβούν. Το σίγουρο είναι ότι αυτό που ακολουθεί πάντα σε μια τέτοιου είδους ζημιογόνα ακούσια πράξη είναι η μεταμέλεια και η στενοχώρια: «Η άγνοια σε όλα αυτά που είπαμε αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται η πράξη, και ο άνθρωπος που είχε άγνοια κάποιας από αυτές, θεωρείται ότι ενήργησε ακούσια, ιδίως αν η άγνοιά του αναφερόταν στα κυριότερα από αυτά τα σημεία· τέτοια είναι οι συνθήκες της πράξης και ο σκοπός της. Μια πράξη λοιπόν που λέγεται ακούσια επειδή γίνεται από τέτοιου είδους άγνοια, πρέπει, επιπλέον, να συνοδεύεται από στενοχώρια και από μεταμέλεια». (1111a 1, 17-23).

Κατόπιν αυτών είναι ξεκάθαρο ότι η άγνοια είναι αδύνατο να τεθεί ως δικαιολογία για πράξεις που σχετίζονται με την οργή ή την επιθυμία. Ο έντονος πόθος για κάτι (συνήθως τον πλούτο, τη δόξα ή ακόμη και τον έρωτα) είναι δυνατό να ωθήσει σε ενέργειες αντίθετες με την αρετή και η συχνότερη δικαιολογία για τέτοιου είδους πράξεις είναι το παράφορο των αισθημάτων που οδηγεί σε άγνοια των συνεπειών. Κάτι τέτοιο όμως κρίνεται μάλλον γελοίο, καθώς εξισώνει την επιθυμία με το ζωώδες.

Δεν είναι κακό να επιθυμεί κανείς κάτι. Είναι όμως κακό να ενεργεί έξω από τους νόμους της αρετής για να το πετύχει. Τα ζώα μπορούν να κάνουν τα πάντα γι’ αυτό που επιθυμούν. Και θα ήταν παράλογο να κατηγορηθούν γι’ αυτό. Η ηθική αρετή αφορά μόνο τους ανθρώπους.

Εξάλλου, κι αυτά που επιθυμεί κανείς είναι απόρροια της παιδείας και της αγωγής που τον διέπουν. Άλλο να επιθυμεί κανείς τη γνώση κι άλλο τις ευτελείς διασκεδάσεις. Κι αυτός είναι ο λόγος που η ακούσια πράξη είναι αδύνατο να συνδεθεί με την επιθυμία. Οι επιθυμίες είναι εκούσιες, γιατί είναι αντικείμενο επιλογής και προτίμησης. Διαμορφώνονται από την πνευματική και ηθική καλλιέργεια κάθε ανθρώπου. Γι’ αυτό υπάρχουν υψηλές κι ευτελείς επιθυμίες.

Όταν είναι σαφές ότι το αντικείμενο των επιθυμιών αφορά το σύνολο της ανθρώπινης προσωπικότητας είναι παράλογο να υποστηριχθεί ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωσή τους κινούνται στο χώρο του ακούσιου: «Θα ήταν, ασφαλώς, παράξενο να αποδώσουμε το χαρακτηρισμό “ακούσια” σε πράγματα που οφείλουμε να επιθυμούμε· και πραγματικά οφείλουμε και να οργιζόμαστε για κάποια πράγματα και να επιθυμούμε κάποια, την υγεία π.χ. και τη μάθηση». (1111a 1, 32-34).

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά με δεδομένο το επιθυμητικό (λόγον – άλογον) μέρος της ψυχής είναι σαφές ότι ο άνθρωπος δεν κινείται μόνο από τη λογική αλλά και από το δίχως λογική κομμάτι του εαυτού του, που αφορά τις εκρήξεις του συναισθήματος. Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο του χρέος, που τον διαφοροποιεί από τα ζώα· να δαμάσει δηλαδή τις άλογες παρορμήσεις του κατακτώντας την ηθική αρετή, ώστε να μπορέσει να συνυπάρξει με τους άλλους.

Ο θυμός είναι συναίσθημα αλληλένδετο με τη φύση του ανθρώπου. Το αχαλιναγώγητο όμως που μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές βίαιες πράξεις ξεπερνώντας κάθε έννοια μεσότητας είναι αδύνατο να δικαιολογηθεί ως κάτι ακούσιο που στηρίζεται στην άγνοια ή στο πέρας των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Αν κάτι τέτοιο γίνει δεκτό, τότε η προσπάθεια της κατάκτησης της ηθικής αρετής βρίσκεται πλήρως ματαιωμένη: «… σε τι διαφέρουν από την άποψη του ακούσιου τα σφάλματα που έγιναν με υπολογισμό και σκέψη και αυτά που έγιναν από θυμό; Στην πραγματικότητα, και τα δύο πρέπει να τα αποφεύγουμε το ίδιο· και, πάντως, το άλογο προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση εξίσου με το λογικό, άρα και οι πράξεις που προέρχονται από την οργή και την επιθυμία. Είναι επομένως παράξενο να χαρακτηρίζουμε τις πράξεις αυτές ακούσιες». (1111a 1, 36-37 και 1111b 1-4).

Και βέβαια, μέσα στη σφαίρα του εκούσιου δεν μπορεί παρά να ενταχθεί και η έννοια της προαίρεσης: «Αφού ορίσαμε με ακρίβεια το περιεχόμενο των εννοιών “εκούσια πράξη” και “ακούσια πράξη”, το αμέσως επόμενο θέμα μας είναι η προαίρεση· γιατί θεωρείται ότι βρίσκεται σε πολύ στενή σχέση με την αρετή και βοηθάει στο να διακρίνεται ο χαρακτήρας των ανθρώπων περισσότερο από ό,τι το κάνουν οι πράξεις τους». (1111b 2, 5-8).

Κι αμέσως συμπληρώνεται: «Η προαίρεση λοιπόν φαίνεται ότι δηλώνει ότι το άτομο ενεργεί εκούσια, στην πραγματικότητα όμως οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται: το περιεχόμενο της έννοιας “εκούσιο” είναι ευρύτερο». (1111b 2, 8-9).

Ο Αριστοτέλης θα επιμείνει πολύ στην έννοια της προαίρεσης. Η μεγάλη δυσκολία που έγκειται στο να αποδώσει κανείς την ακριβή μετάφραση αυτής της λέξης: «Δεν είναι μόνο οι ξένοι μελετητές του Αριστοτέλη που το βρίσκουν πολύ δύσκολο να αποδώσουν στη γλώσσα τους την αριστοτελική αυτή λέξη (έχουν δοκιμαστεί λέξεις όπως – δείγματος χάριν – βούληση, πρόθεση, σκοπός, απόφαση, επιλογή). Μεταφραστικές δυσκολίες γεννάει η λέξη και στους Έλληνες μελετητές: μερικοί χρησιμοποιούν μια από τις λέξεις που μόλις είπαμε, μεταφράζοντας, στην πραγματικότητα, μια από τις ξένες λέξεις με τις οποίες δοκιμάστηκε εκεί να αποδοθεί η αριστοτελική λέξη. Παράγωγο από το ρήμα προαιρούμαι (= “ύστερα από σκέψη προτιμώ κάτι από κάτι άλλο”) το ουσιαστικό προαίρεσις σήμαινε την ύστερα από σκέψη επιλογή και προτίμηση: έτσι απέδωσα ο ίδιος – αρκετές φορές ως τώρα – την αριστοτελική αυτή λέξη στο νεοελληνικό μας λόγο»..

Το σίγουρο είναι ότι η προαίρεση εμπεριέχει το εκούσιο μιας πράξης, αλλά δεν πρέπει να εξισώνεται μ’ αυτό, καθώς το εκούσιο είναι έννοια σφαιρικότερη, που απευθύνεται ακόμη και στα ζώα, ενώ η προαίρεση όχι: «Πραγματικά, το εκούσιο υπάρχει και στα παιδιά και, γενικά, στα ζώα, η προαίρεση όμως όχι· έπειτα, ενώ για τις πράξεις που τις κάνουμε ξαφνικά, κάτω από την επιβολή της στιγμής, λέμε ότι τις κάνουμε εκούσια, δε λέμε ότι είναι αποτέλεσμα διαδικασίας επιλογής και προτίμησης». (1111b 2, 10-12).

Η προαίρεση δεν έχει να κάνει μόνο με το εκούσιο, αλλά και με τη συνείδηση μιας πράξης. Τα ζώα ή τα μικρά παιδιά μπορεί να δρουν εκουσίως, μπορεί δηλαδή πράγματι να επιθυμούν αυτό που κάνουν, αλλά δεν μπορούν να έχουν συνείδηση των πράξεών τους. Η επιθυμία τους λειτουργεί αντανακλαστικά, γι’ αυτό και είναι αφιλτράριστη. Το ίδιο και η παρόρμηση για έναν ενήλικα, που αποφασίζει ακαριαία να κάνει κάτι (από ενθουσιασμό ή επιπολαιότητα), χωρίς όμως να συνειδητοποιεί (θα λέγαμε να έχει πλήρη επίγνωση) τις συνέπειες που θα μπορούσαν να επέλθουν.

Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης λέει ότι τέτοιου είδους πράξεις δεν ανήκουν στην προαίρεση, γιατί όσο εκούσιες κι αν είναι δεν έχουν εξεταστεί επαρκώς, ώστε να αποτελούν διαδικασία επιλογής και προτίμησης. Και βέβαια η ηθική ευθύνη που βαραίνει την ενήλικη απερισκεψία είναι απείρως μεγαλύτερη από εκείνη της παιδικής πράξης. Γιατί ο μεγάλος είναι σε θέση να προνοεί, ενώ το παιδί όχι. Σε τελική ανάλυση, ο μεγάλος έχει την ευθύνη και για το παιδί, το οποίο οφείλει να προσέχει.

Από αυτή την άποψη, γίνεται αντιληπτό ότι άλλο η επιθυμία κι άλλο η προαίρεση. Η επιθυμία, κυρίως όταν προέρχεται από το άλογο μέρος της ψυχής, μπορεί να έχει καθαρά αρνητικό περιεχόμενο. Η προαίρεση, ως επανεξέταση της επιθυμίας με βάση τη λογική, οφείλει να τιθασεύσει τέτοιες επιθυμίες δίνοντας την οπτική της συνείδησης που ενεργοποιεί την ευθύνη: «Η επιθυμία μπορεί να είναι αντίθετη με την προαίρεση, επιθυμία όμως με επιθυμία όχι. Ακόμη: Η επιθυμία σχετίζεται με το ευχάριστο και το δυσάρεστο, ενώ η προαίρεση ούτε με το δυσάρεστο ούτε με το ευχάριστο». (1111b 2, 18-20).

Η προαίρεση εμπεριέχει και το καθήκον ή την ανάληψη ενός μόχθου, ακόμη και δυσάρεστου, προκειμένου να εκπληρωθούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Γι’ αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστη. Η επιθυμία έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με το συναίσθημα. Η ταύτιση της προαίρεσης με την επιθυμία μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον η επιθυμία εκπληρώνει τις απαιτήσεις της λογικής· όταν δηλαδή το συναίσθημα συμπλέει με τη λογική. Κι αυτό είναι η ύψιστη μορφή ευτυχίας.

Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να συσχετιστεί η προαίρεση με συναισθήματα όπως ο θυμός ή η χαρά της έντονης επιθυμίας: «όλοι αυτοί που λένε ότι η προαίρεση είναι επιθυμία ή θυμός ή βούληση ή ένα είδος γνώμης δε φαίνεται να έχουν δίκαιο, γιατί η προαίρεση δεν είναι κάτι που το μοιράζονται με τον άνθρωπο τα διάφορα άλογα όντα, ενώ είναι κοινά στον άνθρωπο και σ’ αυτά τα όντα η επιθυμία και ο θυμός». (1111b 2, 12-15).

Ειδικά για το θυμό ο Αριστοτέλης είναι ανυποχώρητος: «Πολύ λιγότερο μπορεί η προαίρεση να είναι θυμός· κατά την κοινή, πράγματι, αντίληψη τίποτε δεν έχει τόσο λίγη σχέση με την προαίρεση όσο οι πράξεις που οφείλονται στο θυμό». (1111b 2, 21-22).

Ο θυμός, ως συναίσθημα που αντίκειται στη συνείδηση καταδεικνύει ότι η προαίρεση είναι η απόφαση που θα παρθεί μετά τη συναισθηματική αποφόρτιση. Οι αποφάσεις εν βρασμώ ψυχής δεν έχουν να κάνουν με την προαίρεση. Κι αυτή ίσως είναι η διαφορά ανάμεσα στον ακρατή κι εκείνον που ξέρει να δείχνει εγκράτεια: «Ο ακρατής άνθρωπος ενεργεί με την επιθυμία του, ενώ, αντίθετα, εγκρατής ενεργεί με την προαίρεσή του, όχι με την επιθυμία του». (1111b 2, 16-18).

Η βούληση μπορεί να βρίσκεται κοντά στην προαίρεση, όμως και πάλι δε θα ταυτιστεί, γιατί η προαίρεση, ως επιταγή της λογικής, κινείται αποκλειστικά στο χώρο του εφικτού, ενώ η βούληση όχι: «ούτε και η βούληση μπορεί να είναι προαίρεση, παρόλο ότι φαίνεται να βρίσκεται πολύ κοντά της: η προαίρεση δεν έχει καμία σχέση με τα αδύνατα, και αν βρισκόταν κανείς να πει ότι επιλέγει και προτιμάει τα αδύνατα, θα τον θεωρούσαμε ανόητο· βούληση όμως έχουμε και για τα αδύνατα, π.χ. για την αθανασία». (1111b 2, 23-27).

Κι αυτός είναι ο λόγος που όλοι οφείλουν να προσαρμόζουν την προαίρεσή τους σύμφωνα με τις πραγματικές τους δυνατότητες. Η αυτογνωσία αποδεικνύεται αναπόσπαστο στοιχείο της προαίρεσης, καθώς η δίχως αυτογνωσία βούληση (ας πούμε η θέληση του παράφωνου να γίνει τραγουδιστής) κατευθύνει στο μη εφικτό αναιρώντας τη συνθήκη της προσγειωμένης λογικής που απαιτεί η προαίρεση.

Ο Αριστοτέλης προσθέτει διευκρινιστικά: «Η βούληση σχετίζεται πιο πολύ με το τέλος, ενώ η προαίρεση με τα μέσα που οδηγούν στο τέλος· π.χ. η βούλησή μας είναι να είμαστε υγιείς, η προαίρεσή μας όμως αναφέρεται στα μέσα που θα μας κάνουν υγιείς». (1111b 2, 31-34).

Τέλος, πρέπει να αποκλειστεί ο συσχετισμός της προαίρεσης με τη γνώμη, αφού η γνώμη (με την έννοια της άποψης για κάτι) δεν έχει κατ’ ανάγκη ηθικό περιεχόμενο. Κι ο πιο ενάρετος άνθρωπος, κι ο πιο εγκρατής είναι δυνατό να έχει εσφαλμένη γνώμη σε κάποιο θέμα: «Κανείς επίσης, θαρρώ, δε λέει ότι η προαίρεση ταυτίζεται γενικά με τη γνώμη. Δεν ταυτίζεται, επίσης, με κάποιο επιμέρους είδους γνώμης· απόδειξη: επιλέγοντας και προτιμώντας τα καλά ή τα κακά, είμαστε άτομα με μια ορισμένη ποιότητα χαρακτήρα, κάτι που δε συμβαίνει, αν το κριτήριο είναι οι γνώμες που έχουμε». (1112a 2, 1-3).

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μπορεί το ίδιο άτομο που έχει τις καλύτερες απόψεις να ακολουθεί τις χειρότερες προαιρέσεις, καθώς η άποψη έχει να κάνει με την αντίληψη των καταστάσεων (ή των αφηρημένων ιδεών) που τίθενται, ενώ η προαίρεση την ποιότητα του χαρακτήρα: «Όλοι, τέλος, δέχονται ότι οι καλύτερες προαιρέσεις και οι καλύτερες γνώμες δε συνυπάρχουν στα ίδια πρόσωπα, αλλά ότι υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζουν τις καλύτερες γνώμες, λόγω του κακού τους όμως χαρακτήρα επιλέγουν και προτιμούν να κάνουν πράγματα που δεν πρέπει». (1112a 2, 10-12).

Εξάλλου, άλλο η άποψη κι άλλο η πράξη. Η προαίρεση είναι αλληλένδετη με την πράξη, ενώ η γνώμη όχι. Σε τελική ανάλυση, ο καθένας κρίνεται πρωτίστως από αυτά που πράττει και δευτερευόντως από αυτά που έχει στο μυαλό του: «… στη μια περίπτωση “επιλέγουμε και προτιμούμε” να κάνουμε ή να αποφύγουμε κάτι καλό ή κάτι κακό, ενώ στη δεύτερη “έχουμε τη γνώμη” ότι το τάδε πράγμα είναι έτσι ή έτσι, ότι συμφέρει στον τάδε ή τον συμφέρει με τον εξής τρόπο – καθόλου όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της γνώμης η επιτέλεση ή η αποφυγή ενός πράγματος». (1112a 2, 4-6).

Το κατά πόσο έχει σημασία αν η γνώση προηγείται της προαίρεσης ή το αντίθετο για τον Αριστοτέλη δεν έχει καμία σημασία, αφού η παράμετρος αυτή δεν επηρεάζει την ουσία των συλλογισμών του: «Αν, τώρα, μια γνώμη προηγείται από την προαίρεση ή την ακολουθεί, αυτό δεν έχει για μας καμιά σημασία: δεν είναι αυτό το θέμα μας, αλλά το αν η προαίρεση ταυτίζεται με κάποιο είδος γνώμης». (1112a 2, 12-14).

Αυτό που ενδιαφέρει τον Αριστοτέλη είναι να καταδειχθεί με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο η έννοια της προαίρεσης. Γι’ αυτό και κλείνει συνοψίζοντας: «Φαίνεται λοιπόν ότι είναι» (η προαίρεση εννοείται) «κάτι το εκούσιο, καθετί όμως το εκούσιο δεν είναι αντικείμενο προαίρεσης. Μήπως είναι λοιπόν η εκούσια ενέργεια που επιλέχθηκε και προτιμήθηκε ύστερα από σκέψη; Και βέβαια, αφού η προαίρεση προϋποθέτει λόγο και σκέψη. Και η ίδια η λέξη φαίνεται να το υποδηλώνει: είναι κάτι που επιλέγεται και προτιμάται πριν από άλλα». (1112a 2, 16-20).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 7.1.1–7.1.11

Συζήτηση για την ηγεσία της αντιθηβαϊκής συμμαχίας

Στα χρόνια μετά τη μάχη στα Λεύκτρα (371 π.Χ) ο τύραννος των Φερών Ιάσονας δολοφονήθηκε, οι Θηβαίοι ενισχύθηκαν και επέκτειναν την επιρροή τους, ενώ οι Σπαρτιάτες αντιμετώπισαν δυσχέρειες από την ίδρυση του Κοινού των Αρκάδων και έχασαν κάποια από τα εδάφη τους. Έτσι, στέλνουν πρέσβεις στην Αθήνα, προτείνοντας τη σύναψη επιθετικής συμμαχίας.


[7.1.1] Τῷ δ’ ὑστέρῳ ἔτει Λακεδαιμονίων καὶ τῶν συμμάχων
πρέσβεις ἦλθον αὐτοκράτορες Ἀθήναζε, βουλευσόμενοι καθ’
ὅ τι ἡ συμμαχία Λακεδαιμονίοις καὶ Ἀθηναίοις ἔσοιτο.
λεγόντων δὲ πολλῶν μὲν ξένων, πολλῶν δὲ Ἀθηναίων,
ὡς δέοι ἐπὶ τοῖς ἴσοις καὶ ὁμοίοις τὴν συμμαχίαν εἶναι,
Προκλῆς Φλειάσιος εἶπε τόνδε τὸν λόγον.

[7.1.2] Ἐπείπερ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀγαθὸν ὑμῖν ἔδοξεν εἶναι
Λακεδαιμονίους φίλους ποιεῖσθαι, δοκεῖ μοι χρῆναι τοῦτο
σκοπεῖν, ὅπως ἡ φιλία ὅτι πλεῖστον χρόνον συμμενεῖ. ἐὰν
οὖν ᾗ ἑκατέροις μάλιστα συνοίσει, ταύτῃ καὶ τὰς συνθήκας
ποιησώμεθα, οὕτω κατά γε τὸ εἰκὸς μάλιστα συμμένοιμεν
ἄν. τὰ μὲν οὖν ἄλλα σχεδόν τι συνωμολόγηται, περὶ δὲ
τῆς ἡγεμονίας νῦν ἡ σκέψις. τῇ μὲν οὖν βουλῇ προβεβού-
λευται ὑμετέραν μὲν εἶναι τὴν κατὰ θάλατταν, Λακεδαιμονίων
δὲ τὴν κατὰ γῆν· ἐμοὶ δὲ καὶ αὐτῷ δοκεῖ ταῦτα οὐκ ἀνθρω-
πίνῃ μᾶλλον ἢ θείᾳ φύσει τε καὶ τύχῃ διωρίσθαι. [7.1.3] πρῶτον
μὲν γὰρ τόπον ἔχετε κάλλιστα πεφυκότα πρὸς τοῦτο· πλεῖ-
σται γὰρ πόλεις τῶν δεομένων τῆς θαλάττης περὶ τὴν ὑμε-
τέραν πόλιν οἰκοῦσι, καὶ αὗται πᾶσαι ἀσθενέστεραι τῆς
ὑμετέρας. πρὸς τούτοις δὲ λιμένας ἔχετε, ὧν ἄνευ οὐχ οἷόν
τε ναυτικῇ δυνάμει χρῆσθαι. ἔτι δὲ τριήρεις κέκτησθε
πολλάς, καὶ πάτριον ὑμῖν ἐστι ναυτικὸν ἐπικτᾶσθαι. [7.1.4] ἀλλὰ
μὴν τάς γε τέχνας τὰς περὶ ταῦτα πάσας οἰκείας ἔχετε.
καὶ μὴν ἐμπειρίᾳ γε πολὺ προέχετε τῶν ἄλλων περὶ τὰ
ναυτικά· ὁ γὰρ βίος τοῖς πλείστοις ὑμῶν ἀπὸ τῆς θαλάττης·
ὥστε τῶν ἰδίων ἐπιμελόμενοι ἅμα καὶ τῶν κατὰ θάλατταν
ἀγώνων ἔμπειροι γίγνεσθε. ἔτι δὲ καὶ τόδε· οὐδαμόθεν ἂν
τριήρεις πλείους ἁθρόαι ἐκπλεύσειαν ἢ παρ’ ὑμῶν. ἔστι δὲ
τοῦτο οὐκ ἐλάχιστον πρὸς ἡγεμονίαν· πρὸς γὰρ τὸ πρῶτον
ἰσχυρὸν γενόμενον ἥδιστα πάντες συλλέγονται. [7.1.5] ἔτι δὲ καὶ
ἀπὸ τῶν θεῶν δέδοται ὑμῖν εὐτυχεῖν ἐν τούτῳ· πλείστους
γὰρ καὶ μεγίστους ἀγῶνας ἠγωνισμένοι κατὰ θάλατταν ἐλά-
χιστα μὲν ἀποτετυχήκατε, πλεῖστα δὲ κατωρθώκατε. εἰκὸς
οὖν καὶ τοὺς συμμάχους μεθ’ ὑμῶν ἂν ἥδιστα τούτου τοῦ
κινδύνου μετέχειν. [7.1.6] ὡς δὲ δὴ καὶ ἀναγκαία καὶ προσήκουσα
ὑμῖν αὕτη ἡ ἐπιμέλεια ἐκ τῶνδε ἐνθυμήθητε. Λακεδαιμόνιοι
ὑμῖν ἐπολέμουν ποτὲ πολλὰ ἔτη, καὶ κρατοῦντες τῆς χώρας
οὐδὲν προὔκοπτον εἰς τὸ ἀπολέσαι ὑμᾶς. ἐπεὶ δ’ ὁ θεὸς
ἔδωκέ ποτε αὐτοῖς κατὰ θάλατταν ἐπικρατῆσαι, εὐθὺς ὑπ’
ἐκείνοις παντελῶς ἐγένεσθε. οὐκοῦν εὔδηλον ἐν τούτοις
ἐστὶν ὅτι ἐκ τῆς θαλάττης ἅπασα ὑμῖν ἤρτηται σωτηρία.
[7.1.7] οὕτως οὖν πεφυκότων πῶς ἂν ἔχοι καλῶς ὑμῖν Λακεδαι-
μονίοις ἐπιτρέψαι κατὰ θάλατταν ἡγεῖσθαι, οἳ πρῶτον μὲν
καὶ αὐτοὶ ὁμολογοῦσιν ἀπειρότεροι ὑμῶν τούτου τοῦ ἔργου
εἶναι, ἔπειτα δ’ οὐ περὶ τῶν ἴσων ὁ κίνδυνός ἐστιν ἐν τοῖς
κατὰ θάλατταν ἀγῶσιν, ἀλλ’ ἐκείνοις μὲν περὶ τῶν ἐν ταῖς
τριήρεσι μόνον ἀνθρώπων, ὑμῖν δὲ καὶ περὶ παίδων καὶ
γυναικῶν καὶ ὅλης τῆς πόλεως; [7.1.8] τὰ μὲν δὴ ὑμέτερα οὕτως
ἔχει· τὰ δὲ δὴ τῶν Λακεδαιμονίων ἐπισκέψασθε. πρῶτον
μὲν γὰρ οἰκοῦσιν ἐν μεσογαίᾳ· ὥστε τῆς γῆς κρατοῦντες
καὶ εἰ θαλάττης εἴργοιντο, δύναιντ’ ἂν καλῶς διαζῆν. ἐγνω-
κότες οὖν καὶ οὗτοι ταῦτα εὐθὺς ἐκ παίδων πρὸς τὸν κατὰ
γῆν πόλεμον τὴν ἄσκησιν ποιοῦνται. καὶ τὸ πλείστου δὲ
ἄξιον, τὸ πείθεσθαι τοῖς ἄρχουσιν, οὗτοι μὲν κράτιστοι κατὰ
γῆν, ὑμεῖς δὲ κατὰ θάλατταν. [7.1.9] ἔπειτα δὲ ὥσπερ ὑμεῖς ναυ-
τικῷ, οὕτως αὖ ἐκεῖνοι κατὰ γῆν πλεῖστοι καὶ τάχιστ’ ἂν
ἐξέλθοιεν· ὥστε πρὸς τούτους αὖ εἰκὸς τοὺς συμμάχους
εὐθαρσεστάτους προσιέναι. ἔτι δὲ καὶ ὁ θεὸς αὐτοῖς δέδωκεν,
ὥσπερ ὑμῖν κατὰ θάλατταν εὐτυχεῖν, οὕτως ἐκείνοις κατὰ
γῆν· πλείστους γὰρ αὖ οὗτοι ἀγῶνας ἐν τῇ γῇ ἠγωνισμένοι
ἐλάχιστα μὲν ἐσφαλμένοι εἰσί, πλεῖστα δὲ κατωρθωκότες.
[7.1.10] ὡς δὲ καὶ ἀναγκαία οὐδὲν ἧττον τούτοις ἡ κατὰ γῆν ἐπι-
μέλεια ἢ ὑμῖν ἡ κατὰ θάλατταν ἐκ τῶν ἔργων ἔξεστι γι-
γνώσκειν. ὑμεῖς γὰρ τούτοις πολλὰ ἔτη πολεμοῦντες καὶ
πολλάκις καταναυμαχοῦντες οὐδὲν προὔργου ἐποιεῖτε πρὸς
τὸ τούτους καταπολεμῆσαι. ἐπεὶ δὲ ἅπαξ ἡττήθησαν ἐν τῇ
γῇ, εὐθὺς καὶ περὶ παίδων καὶ περὶ γυναικῶν καὶ περὶ ὅλης
τῆς πόλεως κίνδυνος αὐτοῖς ἐγένετο. [7.1.11] πῶς οὖν οὐ τούτοις
αὖ δεινὸν ἄλλοις μὲν ἐπιτρέπειν κατὰ γῆν ἡγεῖσθαι, αὐτοὺς
δὲ ἄριστα τῶν κατὰ γῆν ἐπιμελεῖσθαι; ἐγὼ μὲν οὖν, ὥσπερ
τῇ βουλῇ προβεβούλευται, ταῦτα εἴρηκά τε καὶ συμφορώ-
τατα ἡγοῦμαι ἀμφοῖν εἶναι· ὑμεῖς δὲ εὐτυχοῖτε τὰ κράτιστα
πᾶσιν ἡμῖν βουλευσάμενοι.

***
Τον επόμενο χρόνο ήρθαν στην Αθήνα πρέσβεις των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, με γενική πληρεξουσιότητα να συζητήσουν τους όρους της συμμαχίας ανάμεσα στους Λακεδαιμονίους και τους Αθηναίους. Πολλοί από τους ξένους πρέσβεις, αλλά κι από τους Αθηναίους, έλεγαν ότι η συμμαχία έπρεπε να γίνει με βάση την απόλυτη ισοτιμία. Ο Προκλής ο Φλιάσιος έβγαλε τον ακόλουθο λόγο:

«Μια και κρίνατε σκόπιμο, Αθηναίοι, να γίνετε φίλοι με τους Λακεδαιμονίους, νομίζω πως πρέπει να εξεταστεί τούτο: με ποιον τρόπο θα διατηρηθεί η φιλία σας πιο πολύν καιρό. Όσο περισσότερο λοιπόν θα συμφέρει και στα δύο μέρη η συνθήκη που θα κάνουμε, τόσο περισσότερο διάστημα θα είναι πιθανό να τη διατηρήσουμε. Τώρα οι υπόλοιποι όροι έχουν ουσιαστικά συμφωνηθεί, και μένει το ζήτημα της αρχηγίας. Η Βουλή σας πρότεινε να την έχετε σεις στη θάλασσα κι οι Λακεδαιμόνιοι στη στεριά· πιστεύω κι εγώ ότι τούτος ο διαχωρισμός δεν ανταποκρίνεται μόνον στην ανθρώπινη κρίση, αλλά και σε θεία διάταξη και μοίρα.

»Πραγματικά, πρώτ' απ' όλα η γεωγραφική σας θέση είναι απ' αυτή την άποψη η καλύτερη δυνατή: γιατί πάρα πολλές πόλεις που εξαρτώνται από τη θάλασσα βρίσκονται τριγύρω σας, κι είν' όλες πιο αδύναμες από τη δική σας. Εκτός από τούτο έχετε λιμάνια, που χωρίς αυτά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ναυτική δύναμη. Έπειτα έχετε πολλά πολεμικά, κι αποτελεί παλιά σας παράδοση να ενισχύετε το ναυτικό σας· είστε εξοικειωμένοι και μ' όλες τις σχετικές τέχνες. Εξάλλου είστε πολύ πιο έμπειροι από τους άλλους στα ναυτικά πράγματα, γιατί οι περισσότεροι από σας ζουν από τη θάλασσα ― κι έτσι φροντίζοντας τις ιδιωτικές σας υποθέσεις αποκτάτε συνάμα πείρα για θαλασσινούς πολέμους. Αλλά πρέπει να προστεθεί και τούτο: από κανένα άλλο μέρος δεν θα μπορούσαν να ξεκινήσουν ταυτόχρονα τόσα πολλά πολεμικά, όσα από τα δικά σας λιμάνια. Κι αυτό έχει μεγάλη σημασία όταν πρόκειται για την αρχηγία, επειδή όλοι προτιμούν να συγκεντρώνονται γύρω στον πρώτο ισχυρό πυρήνα που δημιουργείται.

»Σε τούτο τον τομέα άλλωστε σας έχει ευνοήσει η θεία μοίρα, γιατί στους πάμπολλους και σπουδαίους αγώνες σας στη θάλασσα πολύ λίγες στάθηκαν οι ήττες σας και πάρα πολλές οι επιτυχίες σας. Εκεί, λοιπόν, είναι φυσικό να δέχονται με χαρά οι σύμμαχοι να ριψοκινδυνεύουν στο πλευρό σας. Και το πόσο σας είναι απαραίτητη και σας ταιριάζει η φροντίδα στο ναυτικό, μπορείτε να το συμπεράνετε από το γεγονός ότι όλα εκείνα τα χρόνια που σας πολεμούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, ακόμα κι όταν κυριαρχούσαν στα εδάφη σας, δεν κατόρθωναν να σας καταστρέψουν. Όταν όμως τους έδωσε κάποτε ο θεός την υπεροχή στη θάλασσα, αμέσως βρεθήκατε ολότελα στο έλεός τους. Από τούτο φαίνεται καθαρά ότι η σωτηρία σας εξαρτάται απόλυτα από τη θάλασσα. Τέτοια λοιπόν που είναι από τη φύση τους τα πράγματα, πώς να 'ναι παραδεκτό για σας να παραχωρήσετε την αρχηγία του ναυτικού στους Λακεδαιμονίους; Πρώτ' απ' όλα ομολογούν κι οι ίδιοι ότι είναι λιγότερο έμπειροι από σας σ' αυτόν τον τομέα· έπειτα δεν ριψοκινδυνεύετε τα ίδια στους θαλασσινούς αγώνες ― για κείνους παίζεται μόνο η τύχη των πληρωμάτων των πολεμικών τους, ενώ για σας παίζεται η τύχη των παιδιών, των γυναικών κι ολόκληρης της πόλης σας.

»Τέτοια είν' η δική σας θέση· τώρα σκεφτείτε και τη θέση των Λακεδαιμονίων. Πρώτ' απ' όλα κατοικούν ηπειρωτική χώρα: έτσι, όσο κυριαρχούν στη στεριά, μπορούν να ζήσουν καλά κι αν ακόμα αποκοπούν από τη θάλασσα. Έχοντας λοιπόν κι εκείνοι συνείδηση της θέσης τους, γυμνάζονται από παιδιά στον στεριανό πόλεμο. Και στο σπουδαιότατο θέμα της πειθαρχίας έρχονται εκείνοι πρώτοι στη στεριά, όπως εσείς στη θάλασσα. Έπειτα, καθώς εσείς με το ναυτικό, έτσι κι εκείνοι με τον στρατό ξηράς ― μπορούν να παρατάξουν μεγαλύτερη δύναμη, και γρηγορότερα, από κάθε άλλον. Η συνέπεια είναι ότι, αντίστοιχα, όταν πρόκειται για στεριανές δυνάμεις, εκείνοι είναι που εμπνέουν το περισσότερο θάρρος στους συμμάχους να συνταχθούν μαζί τους. Έπειτα, όπως η θεία μοίρα σάς έχει ευνοήσει στη θάλασσα, έτσι τους έχει ευνοήσει εκείνους στη στεριά, γιατί στους πάμπολλους και σπουδαίους στεριανούς αγώνες τους έχουν σταθεί πολύ λίγες οι αποτυχίες και πάρα πολλές οι επιτυχίες τους.

»Τέλος, η φροντίδα για τον στρατό ξηράς δεν τους είναι λιγότερο απαραίτητη απ' ό,τι σε σας η φροντίδα για το ναυτικό, όπως δείχνουν τα γεγονότα: σεις, που τους πολεμήσατε πολλά χρόνια και τους νικήσατε σε πολλές ναυμαχίες, δεν κατορθώσατε ποτέ να τους υποτάξετε. Άρκεσε όμως να νικηθούν μια φορά στη στεριά, κι αμέσως βρέθηκαν σε κίνδυνο και τα παιδιά και οι γυναίκες κι ολόκληρη η πόλη τους. Πώς, επομένως, να μην είναι απαράδεκτο για κείνους, αντίστοιχα, να παραχωρήσουν σ' άλλους την αρχηγία στη στεριά, ενώ εκεί είναι που οι ίδιοι έχουν τόση υπεροχή;

»Εγώ λοιπόν συμφωνώ με την πρόταση της Βουλής και πιστεύω πως αυτή είναι που συμφέρει περισσότερο και στις δύο πλευρές. Όσο για σας, εύχομαι να 'χετε την τύχη ν' αποφασίσετε ό,τι είναι το καλύτερο για όλους μας».