Παρασκευή 24 Μαρτίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 2α ΟΙ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

(iv) Αυτοπαθείς αντωνυμίες


§2.48. Οι αυτοπαθείς αντωνυμίες χρησιμοποιούνται μόνο στις πλάγιες πτώσεις, επειδή η λειτουργία τους είναι να αντικαθιστούν τις πλάγιες πτώσεις των προσωπικών αντωνυμιών, όταν το πρόσωπο που δηλώνει η αντωνυμία είναι το ίδιο με το υποκείμενο του ρήματος.

§2.49. Άμεση ή ευθεία αυτοπάθεια. Άμεση χαρακτηρίζεται η αυτοπάθεια όταν η αυτοπαθής αντωνυμία και το υποκείμενο (ή σπανιότερα το αντικείμενο) του ρήματος στο οποίο αυτή αναφέρεται ανήκουν στην ίδια πρόταση ή φράση.

ΛΥΣ 25.15 ἐγὼ γὰρ τοιοῦτον ἐμαυτὸν ἐν ταῖς τῆς πόλεως συμφοραῖς παρέσχον || εγώ τέτοια συμπεριφορά έδειξα την περίοδο που οι συμφορές βρήκαν την πόλη.

ΛΥΣ 16.20 καὶ ἐμαυτῷ δοκῶ φιλοτιμότερον διατεθῆναι τοῦ δέοντος || κι ο ίδιος έχω την εντύπωση ότι έδειξα μεγαλύτερη φιλοδοξία από ό,τι έπρεπε.

ΛΥΣ 19.1 ἀνάγκη οὖν […] βοηθεῖν τῷ πατρὶ καὶ ἐμαυτῷ || είναι ανάγκη λοιπόν να υπερασπιστώ τον πατέρα μου και τον εαυτό μου.

ΛΥΣ 2.77 οὐ γὰρ ἐλανθάνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὄντες θνητοί || δεν ξεχνούσαμε ότι είμαστε θνητοί.

ΔΗΜ 13.2 τὰ μέγιστ' ὠφελήσετε τὴν πόλιν καὶ ὑμᾶς αὐτούς || θα ωφελήσετε στο μέγιστο βαθμό και την πόλη και τους εαυτούς σας.

ΘΟΥΚ 7.85.1 Νικίας Γυλίππῳ ἑαυτὸν παραδίδωσι || ο Νικίας παραδίδεται στον Γύλιππο.

ΘΟΥΚ 6.26.2 ἄρτι δ' ἀνειλήφει ἡ πόλις ἑαυτὴν ἀπὸ τῆς νόσου καὶ τοῦ ξυνεχοῦς πολέμου || τελευταία είχε συνέλθει η πόλη από την αρρώστια και τον αδιάκοπο πόλεμο.

ΞΕΝ Απομν 4.2.25 οὕτως ἔμοιγε δοκεῖ, ἔφη, ὁ μὴ εἰδὼς τὴν αὑτοῦ δύναμιν ἀγνοεῖν

ἑαυτόν || συνεπώς, είπε, πιστεύω ότι όποιος αγνοεί την δύναμή του, αγνοεί τον εαυτό του.

ΘΟΥΚ 2.65.1 ἐπειρᾶτο τοὺς Ἀθηναίους τῆς τε ἐς αὑτὸν ὀργῆς παραλύειν καὶ ἀπὸ τῶν παρόντων δεινῶν ἀπάγειν τὴν γνώμην || προσπαθούσε (ο Περικλής) και την οργή των Αθηναίων εναντίον του να εξασθενίσει και να απομακρύνει τη σκέψη τους από τις τωρινές συμφορές.

ΞΕΝ Ελλ 6.5.21 τοὺς δὲ περιοίκους ἀφῆκεν ἐπὶ τὰς ἑαυτῶν πόλεις || τους περίοικους τους άφησε να πάνε στις πόλεις τους.

Μερικές φορές, στην άμεση αυτοπάθεια αντί για την αυτοπαθή αντωνυμία του πρώτου και δευτέρου προσώπου χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχες προσωπικές αντωνυμίες. Αυτό είναι σύνηθες στην έκφραση δοκῶ μοι / ἐμοί, η οποία είναι πολύ συχνότερη από το κανονικό δοκῶ ἐμαυτῷ.

ΘΟΥΚ 2.71.2 οὐ δίκαια ποιεῖτε οὐδ' ἄξια οὔτε ὑμῶν οὔτε πατέρων ὧν ἐστε (αντί ὑμῶν αὐτῶν) || αυτά που κάνετε δεν είναι δίκαια κι ούτε ανταποκρίνονται στην αξία σας ούτε στην αξία των προγόνων από τους οποίους κατάγεστε.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.20 οὐκ ἀπείρως μοι δοκῶ αὐτοῦ ἔχειν (αντί ἐμαυτῷ) || νομίζω πως δεν είμαι άπειρος σ' αυτό.

Σε κάποιες περιπτώσεις, αντί για την αυτοπαθή αντωνυμία του πρώτου ή δευτέρου προσώπου χρησιμοποιείται εκείνη του τρίτου προσώπου.

ΑΙΣΧ Αγ 1296-1297 εἰ δ᾽ ἐτητύμως μόρον τὸν αὑτῆς οἶσθα (αντί σαυτῆς) || αν πραγματικά γνωρίζεις τον θάνατό σου.

ΠΛ Φαιδ 78b δεῖ ἡμᾶς ἀνερέσθαι ἑαυτούς (αντί ἡμᾶς αὐτούς) || πρέπει να αναρωτηθούμε εμείς.

ΞΕΝ Ελλ 1.7.19 εὑρήσετε σφᾶς αὐτοὺς ἡμαρτηκότας τὰ μέγιστα (αντί ὑμᾶς αὐτούς) || θα διαπιστώσετε ότι έχετε διαπράξει μέγιστα σφάλματα.

§2.50. Έμμεση ή πλάγια αυτοπάθεια. Στην έμμεση αυτοπάθεια η αυτοπαθής αντωνυμία και το υποκείμενο του ρήματος στο οποίο αυτή αναφέρεται ανήκουν σε διαφορετικές προτάσεις ή φράσεις. Η έμμεση αυτοπάθεια ισχύει μόνο για την αυτοπαθή αντωνυμία του τρίτου προσώπου.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.18δείσας μὴ […] ἀνήκεστα κακὰ γένοιτο τῇ πόλει καὶ ἑαυτῷ || επειδή φοβήθηκε μήπως συμβούν αθεράπευτες συμφορές στην πόλη και στον ίδιο.

ΞΕΝ Ελλ 3.5.4 εὐθὺς οἱ Φωκεῖς πέμπουσι πρέσβεις εἰς Λακεδαίμονα καὶ ἠξίουν βοηθεῖν αὑτοῖς || οι Φωκείς έστειλαν αμέσως πρέσβεις στη Σπάρτη και ζητούσαν να τους βοηθήσουν οι Σπαρτιάτες.

ΘΟΥΚ 1.111.1Ὀρέστης ὁ Ἐχεκρατίδου υἱὸς […] ἔπεισεν Ἀθηναίους ἑαυτὸν κατάγειν || ο Ορέστης, ο γιος του Εχεκρετίδη, έπεισε τους Αθηναίους να τον αποκαταστήσουν στην εξουσία στην πατρίδα του.

ΛΥΣ 2.28 ἡγούμενος τὴν διατριβὴν αὑτῷ πολλὴν ἔσεσθαι || επειδή πίστευε ότι θα καθυστερήσει πολύ.

ΞΕΝ Ελλ 1.4.12 ἑώρα (τὴν πόλιν) ἑαυτῷ εὔνουν οὖσαν || έβλεπε ότι η πόλη ήταν ευνοϊκή απέναντί του.

ΛΥΣ 12.67 Ἀντιφῶντα καὶ Ἀρχεπτόλεμον φιλτάτους ὄντας αὑτῷ κατηγορῶν ἀπέκτεινεν || τον Αντιφώντα και τον Αρχεπτόλεμο, παρότι ήταν στενότατοι φίλοι του, τους κατηγόρησε και προκάλεσε την κετέλεσή τους.

Πολύ συχνά στην έμμεση αυτοπάθεια, αντί για την αυτοπαθή αντωνυμία χρησιμοποιείται η προσωπική αντωνυμία του τρίτου προσώπου ή, συνηθέστερα, η αντωνυμία αὐτός.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.2.8ἐνταῦθα λέγεται Ἀπόλλων ἐκδεῖραι Μαρσύαν νικήσας ἐρίζοντά οἱ περὶ σοφίας (αντί ἑαυτῷ) || εκεί λέγεται ότι ο Απόλλωνας νίκησε και έγδαρε τον Μαρσύα, που συναγωνίζονταν μαζί του στη μουσική δεξιότητα.

ΠΛ Πολ 327b κατιδὼν οὖν πόρρωθεν ἡμᾶς οἴκαδε ὡρμημένους Πολέμαρχος ὁ Κεφάλου ἐκέλευσε δραμόντα τὸν παῖδα περιμεῖναί ἑ κελεῦσαι (αντί ἑαυτόν) || μας είδε απο μακριά ο Πολέμαρχος, ο γιος του Κέφαλου, να επιστρέφουμε σπίτι μας και πρόσταξε τον δούλο του να τρέξει και να μας ζητήσει να τον περιμένουμε.

ΘΟΥΚ 1.24.6 πέμπουσιν ἐς τὴν Κέρκυραν πρέσβεις […] δεόμενοι μὴ σφᾶς περιορᾶν φθειρομένους, ἀλλὰ τούς τε φεύγοντας ξυναλλάξαι σφίσι (αντί ἑαυτοὺς και ἑαυτοῖς) || στέλνουν πρέσβεις στην Κέρκυρα, παρακαλώντας τους να μην τους αφήσουν να καταστραφούν, αλλά να τους συμφιλιώσουν με τους εξόριστους.

ΘΟΥΚ 4.34.2 αἰεὶ διὰ φόβου εἰσὶ μή ποτε Ἀθηναῖοι αὐτοῖς ἐπὶ τὴν πόλιν ἔλθωσιν (αντί ἑαυτοῖς) || συνεχώς φοβούνται μήπως κάποτε οι Αθηναίοι επιτεθούν στην πόλη τους.

ΘΟΥΚ 1.29.1 Κορίνθιοι δὲ οὐδὲν τούτων ὑπήκουον, ἀλλ' ἐπειδὴ πλήρεις αὐτοῖς ἦσαν αἱ νῆες […] ἔπλεον ἐπὶ τὴν Ἐπίδαμνον (αντί ἑαυτοῖς) || οι Κορίνθιοι δεν δέχονταν τίποτε από αυτά, αλλά επειδή τα πλοία τους ήταν ήδη επανδρωμένα, ξεκίνησαν για την Επίδαμνο.

ΞΕΝ Απομν 4.7.1 ἁπλῶς τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἀπεφαίνετο Σωκράτης πρὸς τοὺς ὁμιλοῦντας αὐτῷ (αντί ἑαυτῷ) || ο Σωκράτης συνήθιζε να λέει καθαρά τη γνώμη του σε όσους τον συναναστρέφονταν.

§2.51. Αμοιβαία αυτοπάθεια. Αρκετά συχνά η αυτοπαθής αντωνυμία χρησιμοποιείται στη θέση της αλληλοπαθούς.

ΠΛ Φαιδ 116a περιεμένομεν οὖν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς διαλεγόμενοι || τον περιμέναμε λοιπόν συζητώντας μεταξύ μας.

ΙΣΟΚΡ 4.15 χρὴ διαλυσαμένους τὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἔχθρας ἐπὶ τὸν βάρβαρον τραπέσθαι || πρέπει, αφού σταματήσουμε τις μεταξύ μας έχθρες, να στραφούμε εναντίον των βαρβάρων.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ: Συνήθης επίκληση γυναικείων θεοτήτων

Μεταφορά στο θηλυκό του αρσενικού δεσπότης, άναξ, κύριος. Συνήθης επίκληση γυναικείων θεοτήτων, όπως της Αθηνάς, της Αρτέμιδος, της Εκάτης, της Κυβέλης, της Αφροδίτης, της Δήμητρας και της Περσεφόνης και όχι της εβραιοπούλας Μαριάμ. 

Στην Οδύσσεια τού Ομήρου η λέξη απαντά και με την έννοια της κυρίας του σπιτιού, της οικοδέσποινας.

Από τις θεές που αναφέραμε παραπάνω, οι δύο τελευταίες, η Δήμητρα και η Περσεφόνη, απαντούν περισσότερο από τις άλλες γυναικείες θεότητες με την επίκληση Δέσποινα είτε μόνη της η καθεμιά είτε ως δυάδα.

Πέρα όμως από τη γενική αυτή σημασία της επίκλησης Δέσποινα για τις θεές, ειδικά στην Αρχαία Αρκαδία, η ονομασία Δέσποινα αναφέρεται σε συγκεκριμένη χθόνια Θεά της περιοχής, η οποία αργότερα ταυτίστηκε με την «Κόρη» της Δήμητρας, την Περσεφόνη. Μια περαιτέρω εξέλιξη στη λατρευτική δεοντολογία της περιοχής παρατηρείται όταν η Κόρη και η μητέρα της Δήμητρα, οι οποίες ήταν δύο αυτόνομες θεές, χαρακτηρίστηκαν ως δυάδα με την ονομασία «Δέσποιναι».

Κατά τον Παυσανία, στην Άλτι της Ολυμπίας, κοντά στο Λεωνίδιο, υπήρχε βωμός των Δεσποινών, στον οποίο γίνονταν σπονδές προς τιμήν των δύο αυτών θεοτήτων. Οι σπονδές αυτές δεν έπρεπε να περιέχουν κρασί.

Η Δέσποινα, μόνη, λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή της Αρκαδικής Λυκόσουρας και θεωρούνταν κόρη της Δήμητρας. Σύμφωνα με τον μύθο για τη γέννησή της, τον οποίο μάς διασώζει ο Παυσανίας, η Δήμητρα, καθώς αναζητούσε την κλεμμένη κόρη της και βρισκόταν στην Αρκαδία, έγινε στόχος των ερωτικών επιθυμιών τού Ποσειδώνος, ο οποίος άρχισε να την καταδιώκει. Η θεά,για να τον αποφύγει,κρύφτηκε ανάμεσα στα άλογα του βασιλιά Ονκίου, κοντά στη Θέλπουσα της Αρκαδίας και μεταμορφώθηκε σε φοράδα. O Ποσειδών, όταν κατάλαβε το τέχνασμά της, μεταμορφώθηκε σε άλογο και ενώθηκε μαζί της. Η Δήμητρα οργίστηκε, όταν κατάλαβε το τέχνασμα του Ποσειδώνος, γι' αυτό και στην περιοχή απαντά και με το επίθετο Ερινύς (=οργισμένη). Από την ένωση των δύο αυτών θεών γεννήθηκε ένα άλογο με μαύρη χαίτη, ο Αρίων, και μια κόρη, η Δέσποινα, της οποίας όμως το όνομα ο Παυσανίας δεν τολμά να αναφέρει, καθώς λέγει, σε αμύητους στα Μυστήρια ανθρώπους.

Αυτή λοιπόν την κόρη της Δήμητρας, την Αρκαδική Δέσποινα, λάτρευαν κατά τον Παυσανία οι Αρκάδες. Η γραπτή παράδοση και οι ανασκαφές στην περιοχή, ήδη από τον περασμένο αιώνα, επιβεβαιώνουν την πληροφορία αυτή τού Παυσανία.

Στη Λυκόσουρα της Αρκαδίας υπήρχε ιερό της Δέσποινας, το οποίο αναστηλώθηκε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή.

Στην είσοδο του περιβόλου του υπήρχε, σύμφωνα με την παράδοση, ναός της Αρτέμιδος Ηγεμόνης και μπροστά στην είσοδο τρεις βωμοί, της Δήμητρας, της Δέσποινας και της Μητέρας των θεών. Μέσα στον ναό υπήρχαν καθήμενα σε θρόνο τα λατρευτικά αγάλματα της Δήμητρας και της Δέσποινας (Εικόνα). H Δήμητρα κρατούσε δάδες στο ένα χέρι και είχε ακουμπήσει το άλλο πάνω στη Δέσποινα, η τελευταία κρατούσε σκήπτρο και τη μυστική κίστη (=κιβώτιο). Δεξιά και αριστερά του θρόνου υπήρχε άγαλμα της Αρτέμιδος και του τιτάνα Ανύτου, μορφή που συνδεόταν με τον Κάτω Κόσμο. Το γλυπτό αυτό σύμπλεγμα ήταν έργο του Μεσσήνιου Δαμοφώντος, τμήματά του βρίσκονται στο Εθνικό Μουσείο.

Από τη μνεία του Παυσανία ότι το άνομα της Δέσποινας δεν προφέρεται μπροστά στους αμύητους, από την απεικόνιση της θεάς να κρατεί κίστη, αλλά και από τον συσχετισμό της με τη Δήμητρα, κατεξοχήν θεά των Mυστηρίων, εικάζουμε ότι η λατρεία της Δέσποινας στην περιοχή της Αρκαδίας συνδεόταν με μυστηριακές τελετουργίες.

Εκτός από τη Λυκόσουρα της Αρκαδίας, η παράδοση αναφέρει ότι υπήρχε λατρεία της Δέσποινας στο Φαίδριον (κοντά στα σύνορα της Μεσσηνίας), στη Φιγάλεια, στο Ιερά της Επιδαύρου, καθώς και κοντά στη Σπάρτη. Στην τελευταία σε συνδυασμό με τη λατρεία της Δήμητρας και της Κόρης.

Η αποτελεσματικότητα της Γνωσιακής-Συμπεριφορικής Θεραπείας στην αντιμετώπιση της Κατάθλιψης

Η Γνωσιακή Αντίληψη της Κατάθλιψης: Ο γνωσιακός τρόπος αντίληψης στο Γνωσιακό Συμπεριφορικό μοντέλο υποστηρίζει πως δεν είναι καθ’ αυτά τα γεγονότα που προκαλούν την αλλαγή διάθεσης του ατόμου, αλλά ο τρόπος που το άτομο τα αντιλαμβάνεται και δίνει νόημα σε αυτά.

Συνήθως όταν συμβαίνει ένα γεγονός περνάνε απ’ το μυαλό του ατόμου κάποιες σκέψεις ή εικόνες που ονομάζονται αυτόματες σκέψεις.

Αυτές οι σκέψεις είναι σύντομες, φευγαλέες και επιφανειακές, και προκύπτουν χωρίς να έχει προηγηθεί λογικός συλλογισμός.

Τα άτομα με κατάθλιψη τείνουν να εμμένουν άκαμπτα στις αυτόματες αρνητικές σκέψεις που κάνουν και να εγκλωβίζονται στο φαύλο κύκλο της κατάθλιψης, όταν οι σκέψεις τους γίνονται όλο και πιο καταστροφικές. Η έντονη αρνητική σκέψη συνοδεύει πάντα ένα καταθλιπτικό επεισόδιο.

Οι κανόνες, οι στάσεις και οι παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες το άτομο πορεύεται στη ζωή του ονομάζονται ενδιάμεσες πεποιθήσεις. Κάτω από αυτές υπάρχουν οι πυρηνικές πεποιθήσεις, δηλαδή οι μόνιμες και βαθιά ριζωμένες αναπαραστάσεις που έχει διαμορφώσει το άτομο για τον εαυτό, τους άλλους και το μέλλον, μέσα από εμπειρίες της πρώιμης ηλικίας.

Η γνωστική τριάδα της κατάθλιψης σύμφωνα με το Beck και συν. (1979) αποτελείται από αρνητικές σκέψεις που αφορούν τον εαυτό (π.χ. “είμαι άχρηστος”, “δεν τα καταφέρνω σε τίποτα”) , τους άλλους (π.χ.“δεν ενδιαφέρεται για μένα”, “απογοήτευσα το φίλο μου”) και το μέλλον (π.χ. “η ζωή μου δεν έχει νόημα”, “ το μέλλον είναι μαύρο”).

Τα άτομα με κατάθλιψη στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν διάφορες καταστάσεις, τείνουν να κάνουν γνωσιακά λάθη και να πέφτουν σε παγίδες της σκέψης, διαστρευλώνοντας την πραγματικότητα. Έτσι, μπορεί να υπεργενικεύουν, να βγάζουν αυθαίρετα συμπεράσματα, να προβλέπουν το μέλλον, να ετικετοποιούν, κλπ. Για παράδειγμα μπορεί να σκέφτονται: “τίποτα δεν πηγαίνει καλά με μένα”, “έτσι είναι όλοι οι άνθρωποι, σκληροί και αναίσθητοι!”, “όλοι θα φύγουν από κοντά μου”, “είμαι ένα λάθος”.

Κατά το Lewinsohn (1974) η κατάθλιψη είναι απόρροια της μείωσης των καθημερινών πηγών ευχαρίστησης που το άτομο βιώνει στο κοινωνικό του περιβάλλον.

Όταν δεν λαμβάνει θετική ενίσχυση, τότε η λειτουργικότητά του μειώνεται και η δυσφορία του αυξάνεται, γεγονός που επηρεάζει την αυτοεκτίμησή του, και συγχρόνως μεγεθύνει το αίσθημα αβοηθητότητας.

Στην κατάθλιψη οι διεργασίες της σκέψης χαρακτηρίζονται από μεροληψίες με την έννοια ότι το άτομο δίνει προσοχή σε πληροφορίες που συμφωνούν με την καταθλιπτική του διάθεση και διαγράφει πληροφορίες που είναι ασύμφωνες. Τα αρνητικά γεγονότα αποδίδονται σε σταθερούς και εσωτερικούς παράγοντες, ενώ τα θετικά γεγονότα αποδίδονται σε ασταθείς και εξωτερικούς παράγοντες.

Για παράδειγμα, ένα άτομο με κατάθλιψη μπορεί να κάνει μια αυτόματη αρνητική σκέψη, η οποία να επηρεάσει το συναίσθημά του προκαλώντας πτώση στη διάθεση, έπειτα η κινητοποίηση και η ενέργειά του να μειωθούν, πράγμα που με τη σειρά του θα οδηγήσει σε κοινωνική απόσυρση. Έτσι, θα ενεργοποιηθεί μια δευτερογενής αυτόματη αρνητική σκέψη (π.χ. "είμαι άχρηστος", "δεν αξίζω"), με σημαντική επίπτωση στην αυτοπεποίθηση του ατόμου. Αυτή η χαρακτηριστική κυκλική αλληλουχία σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών ενδέχεται να βουλιάξουν το άτομο ακόμα περισσότερο στην κατάθλιψη.

Τι λένε οι έρευνες για την αποτελεσματικότητα της Γνωσιακής-Συμπεριφορικής Θεραπείας στην Κατάθλιψη;

Διάφορες μελέτες έχουν αποδείξει στο παρελθόν πως η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική από τη φαρμακοθεραπεία, καθώς οι θεραπευόμενοι παρουσιάζουν γρηγορότερη βελτίωση. Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνα των Driessen και συν.(2010) η Γ.Σ.Θ. είναι πιο αποτελεσματική σε άτομα με σοβαρά καταθλιπτικά συμπτώματα, παρά σε άτομα με λιγότερο σοβαρά συμπτώματα.

Η θέση αυτή αντιτίθεται στα ευρήματα της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης (2000) για τη χαμηλή αποτελεσματικότητα της Γ.Σ.Θ. σε άτομα με σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ μετα-αναλύσεις της έρευνας αυτής ανέφεραν το συνδυασμό ψυχοθεραπείας (χρονικά προσδιορισμένης) με φαρμακοθεραπεία ως τον πιο πλεονεκτικό - μεταξύ άλλων - για άτομα με βαριά κατάθλιψη και χρόνια καταθλιπτική διαταραχή (American Psychiatric Association, 2000)

Ωστόσο, η πιο πρόσφατη βιβλιογραφία εξακολουθεί να επιβεβαιώνει το γεγονός πως η Γ.Σ.Θ. είναι πιο αποτελεσματική σε σύγκριση με τη φαρμακευτική αγωγή (Cuijpers et al. 2016, Lopez & Basco, 2015). Βρέθηκε μάλιστα πως τα άτομα τείνουν να ανταποκρίνονται καλύτερα στη Γ.Σ.Θ. όταν εμφανίζουν πριν από τη θεραπεία σοβαρότερα συμπτώματα κατάθλιψης και όταν έχει προηγηθεί νοσηλεία για τα συμπτώματα αυτά (Lopez & Basco, 2015).

Κατά τους Schindler και συν. (2013) η αποτελεσματικότητα της Γ.Σ.Θ. δεν κρίνεται με βάση π.χ. προηγούμενες θεραπείες, παρουσία φαρμακευτικής αγωγής, τύπος κατάθλιψης, θεραπευτική συμμαχία, αλλά με βάση τις προσδοκίες θετικών αποτελεσμάτων από το θεραπευτή.

Κάτι τέτοιο συνεπάγεται και τις ανάλογες στρατηγικές που ο θεραπευτής πρέπει να εφαρμόζει προκειμένου να κινητοποιεί και να ενθαρρύνει το θεραπευόμενο μέσα στην όλη διαδικασία, ενώ επίσης είναι σημαντική και η συνεχής ανατροφοδότηση και από τις δύο πλευρές.

Παρατηρούμε λοιπόν πως οι έρευνες διακρίνουν τη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία από άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, αλλά και από τη φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της κατάθλιψης.

Το μοντέλο της Γ.Σ.Θ. υποστηρίζει, όπως αναφέραμε και παραπάνω, πως τα συναισθήματα, οι συμπεριφορές και οι σωματικές αντιδράσεις του ατόμου επηρεάζονται από την αντίληψη και τη νοηματοδότηση που δίνει το ίδιο το άτομο στα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή του.

Τα συναισθήματά μας προκύπτουν, αναλόγως με το νόημα που δίνουμε στις διάφορες καταστάσεις. Συνεπώς, αν αλλάξουμε τις γνωσίες μας, δηλαδή τον τρόπο που σκεφτόμαστε, αλλάζει και το συναίσθημά μας, αλλά και οι σωματικές μας αντιδράσεις και κατ΄ επέκταση η συμπεριφορά μας.

Μεγαλώνω

Ο χρόνος δεν με τρομάζει.

Δεν με πειράζει που μεγαλώνω.

Αρκεί να κοιτάζω πίσω μου και να δακρύζω από ευτυχία και ευγνωμοσύνη για όλα όσα έζησα, όμορφα και άσχημα.

Αρκεί να κοιτάζω… μέσα μου και όλες οι εμπειρίες που έχω συλλέξει μέχρι σήμερα, να λειτούργησαν ευεργετικά. Να έχω καταφέρει να γίνω η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού μου έως τώρα.

Αρκεί να κοιτάζω… τη ζωή που έχω μπροστά μου με αισιοδοξία. Όντας σε εγρήγορση να αντιμετωπίσω το αύριο. Αγναντεύοντας το μέλλον με καθαρή μάτια και εσωτερική γαλήνη, έχοντας πίστη πως όλα θα κυλήσουν όπως πρέπει.

Αρκεί να κοιτάζω.. την νοητή λίστα των ονείρων μου και να νιώθω ικανοποιημένος με όλα όσα έχω ήδη καταφέρει. Αν όχι, να έχω την κινητήρια δύναμη να τρέξω για να προλάβω. Να μην έρθει η ύστατη στιγμή και αισθανθώ πως δεν έζησα όλα όσα ονειρεύτηκα.

Αρκεί να κοιτάζω.. τους ανθρώπους που με πλαισιώνουν και εκείνους που υπήρξαν απλά περαστικοί, περήφανα. Γνωρίζοντας πως ήμουν σωστή και καθαρή απέναντι τους. Πως δεν πλήγωσα εσκεμμένα κανέναν, αντιθέτως στο διάβα μου να βοήθησα όσο μπόρεσα.

Αρκεί να κοιτάζω.. τα παιδιά μου και να ξέρω πως έκανα όλα όσα μπορούσα με βάση τις δυνατότητες μου την εκάστοτε στιγμή. Πως τα λάθη που έκανα ήταν ανθρώπινα και έχω συγχωρέσει τον εαυτό μου. Έχοντας κατανοήσει πως όλοι κάνουμε λάθη. Όμως ακόμα και μέσα από αυτά μπορούμε να διδάξουμε τα παιδιά μας. Αναπλάθοντας τα σφάλματα μας, σε κάτι θετικό.

Αρκεί να κοιτάζω.. τον εαυτό μου στον καθρέφτη και να βλέπω φως στο πρόσωπό μου και όχι τον χρόνο που κύλησε και άφησε τα σημάδια του πάνω μου. Αλλά να αντικρίζω την αγάπη και την ομορφιά της ψυχής μου που αναπτύχθηκαν και έλαμψαν στην όψη μου, στο πέρασμα του.

Αρκεί να κοιτάζω.. τις σκέψεις μου και να μην με τρομάζουν. Να μην τρέχω να κρυφτώ από τις έγνοιες και τα προβλήματα. Να αντιμετωπίζω κάθε τι που με φοβίζει, να το τακτοποιώ όπως αρμόζει και να το απομακρύνω από την ζωή μου.

Τι κι αν μεγαλώνω. Ο χρόνος τρέχει μονάχα αν εμείς νιώθουμε πως μας κυνηγά..

Κι ο χρόνος διάφανος σαν φάντασμα, διανύει τους αιώνες. Ακέραιος, αυστηρός, αγέραστος, ακούραστος βαδίζει με σταθερό βηματισμό, μόνο μπροστά.

Προσφέρει γενναιόδωρα ομορφιά και ελπίδα στην αρχή κάθε ύπαρξης.

Μα τα θερίζει όλα στο πέρασμα του, αφήνοντας πίσω, αυτός, ο γηραιότερος όλων, ο χρόνος, ο αθάνατος, συντρίμμια και από αυτά αναβλύζει ξανά ζωή... μονάχα με ένα άγγιγμα του.

Αυτή είναι η ζωή!

Οι ιδιότητες του πολιτικού

«Δύο τρόποι υπάρχουν για να κάνει κάποιος την πολιτική επάγγελμά του: Ή ζει για την πολιτική ή ζει από την πολιτική.» -Μαξ Βέμπερ, Η Πολιτική ως Επάγγελμα

Πολιτικός είναι αυτός που ασκεί πολιτική εξουσία, σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής τέχνης και επιστήμης. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική είναι διαχείριση καταστάσεων χωρίς όραμα. Το επιθυμητό, το όραμα, το ιδανικό είναι αυτά που εμπνέουν και νοηματοδοτούν την πολιτική. Αν οι λαοί που έκαναν μεγάλες επαναστάσεις και τομές στην ιστορία (π.χ. Γαλλική Επανάσταση, Ρωσική Επανάσταση) δεν κινητοποιούνταν από κάποιο ιδανικό (ισότητα, ελευθερία κτλ.) και παρέμεναν στη σφαίρα του εφικτού, οι επαναστάσεις αυτές δεν θα είχαν γίνει. Άλλωστε και ο Κολοκοτρώνης παρατηρούσε για την Ελληνική επανάσταση του 1821:

«Ο κόσμος μάς έλεγε τρελλούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελλοί, δενωεκάναμε την επανάσταση, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμη την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε, όπου ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα». Πράγματι, αν οι αγωνιστές του 1821 περιορίζονταν στο «εφικτό» δεν έπρεπε να είχαν ξεκινήσει την επανάσταση.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πρέπει να κυβερνούν οι άριστοι, οι ειδικοί, όπως σε όλες τις τέχνες, γιατί η άγνοια και η ανεπάρκεια των πολιτικών είναι μεγάλη πληγή της δημοκρατίας. Όμως, η άποψη του Πλάτωνα καταργεί την ουσία της άμεσης δημοκρατίας της αρχαίας Αθήνας. Θεωρεί ότι δεν είναι όλοι οι πολίτες ικανοί να κυβερνήσουν αλλά μόνο οι άριστοι.

Αν η πολιτική είναι η κορωνίδα των επιστημών και των τεχνών, τότε και ο πολιτικός κατέχει κυρίαρχη θέση και παίζει κυρίαρχο ρόλο. Κατέχει την υπέρτατη εξουσία (την πολιτική εξουσία) και με τις αποφάσεις του επηρεάζει τις υπόλοιπες εξουσίες. Γι' αυτό άγνοια και ανεπάρκεια στους πολιτικούς αλλά και στους πολίτες –που είναι εν δυνάμει πολιτικοί– δεν συγχωρείται.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, όποιος πρόκειται να αναλάβει δημόσια αξιώματα πρέπει να έχει αρετές και προσόντα:

Να αγαπάει την πόλη, την πολιτική, το πολίτευμα, τους πολίτες.
Να είναι δίκαιος, ενάρετος, μετριοπαθής, συνετός.
Να γνωρίζει ποιοι νόμοι σώζουν και φθείρουν το πολίτευμα.
Να είναι ικανός να εκτελεί έργα.
Να επιλέγει εφικτούς σκοπούς και θεμιτά μέσα για να τους πραγματοποιήσει.

Σύμφωνα με τον Αγάθωνα (ποιητή 5ου π.Χ. αιώνα), ο πολιτικός δεν πρέπει να λησμονεί τρία πράγματα: ότι κυβερνά ανθρώπους, ότι κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους, ότι δεν θα κυβερνά για πάντα.

Ο πολιτικός χρειάζεται να είναι και ρήτορας. Ο προφορικός λόγος γίνεται το κύριο εργαλείο του πολιτικού, το μέσο για απόκτηση και άσκηση εξουσίας. Η πολιτική τέχνη απαιτεί ικανότητα χειρισμού του λόγου. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Για να πείσει ο πολιτικός χρειάζεται να έχει και ήθος. Και βέβαια πολιτικό ήθος δεν έχει ο πολιτικάντης, δηλαδή ο επιτήδειος στο να εκμεταλλεύεται πολιτικές καταστάσεις για την εξυπηρέτηση του ατομικού του συμφέροντος.

Ο πολιτικός λόγος και ο αντίλογος είναι χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Η ενημέρωση του πολίτη για τις θέσεις και τα προγράμματα των υποψηφίων και των κομμάτων είναι απαραίτητη, ώστε
να αποφασίσει έχοντας τη σχετική ενημέρωση.

Χαρακτηριστικά ενός ποιοτικού πολιτικού λόγου, μεταξύ άλλων, θεωρούνται η σαφήνεια και η λιτότητα, η ορθολογική σκέψη, η πειθώ με επιχειρήματα, η πολιτισμένη αντιπαράθεση κτλ.

Κάποιοι πολιτικοί είναι ηγέτες. Οι ηγέτες είναι πρόσωπα με πολλά και υψηλού επιπέδου προσόντα. Τα προσόντα αποκτώνται από την οικογένεια, το σχολείο, την κοινωνία, την προσωπική αναζήτηση.

Τέτοια προσόντα ενός ηγέτη είναι:

α. Να έχει όραμα. Διαρκής προσπάθεια υλοποίησης του οράματος, αλλά και ικανότητα για προσαρμογή, πρωτοβουλία, ορθολογική σκέψη και λήψη αποφάσεων. Επίσης, δημιουργική σκέψη, ανάλυση και σύνθεση καταστάσεων, επίλυση προβλημάτων και συγκρούσεων, ικανότητα λεκτικής και εξωλεκτικής επικοινωνίας κτλ.

β. Ηθικά προσόντα. Τέτοια προσόντα είναι π.χ. η υπευθυνότητα, συνεργασία, η εντιμότητα, η κοινωνική ευαισθησία, και γενικά οι πολιτικές αρετές (ελευθερία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη κτλ.).

γ. Γνώσεις, γενικές και ειδικές. Γνώσεις για την πολιτική κατάσταση και τις πολιτικές εξελίξεις, για τις διεθνείς σχέσεις και τους συσχετισμούς δυνάμεων, για την υπάρχουσα οικονομική κατάσταση και τις προβλεπόμενες εξελίξεις, αλλά και γνώσεις για διάφορους τομείς και κλάδους της οικονομίας κτλ.

Γενικά, ο ηγέτης έχει την ικανότητα να συνθέτει διαφορετικές απόψεις και ιδέες, να έχει σφαιρική και συνολική αντίληψη του κόσμου, να εμπνέει τους πολίτες και, επιπλέον, να μετουσιώνει όσα υπόσχεται και δηλώνει σε έργα.

ΚΙΚΕΡΩΝ: Χωρίς αρετή, καμία φιλία δεν είναι δυνατόν να στεριώσει

[Μιλά ο Λαίλιος] Η φιλία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σύμπνοια σε πράγματα ανθρώπινα και θεϊκά. Είναι σύμπνοια που την τρέφει η στοργή και η καλή προαίρεση. Αναρωτιέμαι αν οι θεοί πρόσφεραν τίποτε καλύτερο στον άνθρωπο, εκτός βέβαια από τη σοφία. Σίγουρα άλλοι άνθρωποι προτιμούν το χρήμα, άλλοι προτιμούν την υγεία, την εξουσία, τις τιμές. Πολλοί προτιμούν μόνο την ηδονή, αλλά αυτή η τελευταία επιλογή ταιριάζει περισσότερο στην τάξη των χυδαίων ανθρώπων. Όσο για τις προηγούμενες επιλογές είναι αβέβαιες και πρόσκαιρες, εξαρτώνται κυρίως από τα καπρίτσια της τύχης και λιγότερο από τη βούληση του ανθρώπου. Όσο για κείνους που εντάσσουν τη φιλία στην αρετή, το υπέρτατο αγαθό, ασφαλώς έχουν δίκιο· ακριβώς απ’ αυτήν την αρετή γεννιέται και αναπτύσσεται η φιλία. Χωρίς αρετή, καμία φιλία δεν είναι δυνατόν να στεριώσει!

Ας δώσουμε λοιπόν στη λέξη αρετή την έννοια που προσλαμβάνει από την καθημερινότητα, στην απλή γλώσσα των ανθρώπων. Ας μην αφήσουμε να απομακρυνθεί από την κυριολεκτική της σημασία με λεκτικούς ακροβατισμούς, όπως κάνουν οι δοκησίσοφοι. Ας θεωρήσουμε ότι οι άριστοι άνδρες, που τη λογάριασαν έτσι, ήταν άνθρωποι σαν τον Παύλο Αιμίλιο, τον Κάτωνα, τον Γάλλο, σαν τους Σκιπίωνες και τον Φίλωνα. Η ζωή τους αποτελεί παράδειγμα και σήμερα ακόμη. Ας έχουμε λοιπόν κατά νου αυτούς και ας αφήσουμε τους άλλους.

Η φιλία ανάμεσα σε άριστους ανθρώπους έχει τέτοια και τόσο μεγάλα πλεονεκτήματα που δεν θα μπορούσα να τα περιγράψω παρά μονάχα επιφανειακά. Και πρώτα απ’ όλα πώς μπορεί να είναι η ζωή «άξια να τη ζει κανείς» όπως λέει ο Έννιος, χωρίς την ηρεμία και την αφοσίωση που μπορείς να βρεις στο πρόσωπο ενός φίλου;

Υπάρχει πιο γλυκιά εμπειρία από την παρουσία ενός ανθρώπου στον οποίο μπορείς να τα εκμυστηρευτείς όλα, σαν να μιλάς στον εαυτό σου; Τι να την κάνεις την ευτυχία, όταν δεν έχεις κανέναν να τη μοιραστείς; Και πώς θα μπορούσε κανείς ν’ αντέξει την κακοτυχία χωρίς το στήριγμα που οι περισσότεροι από μας αναζητούν; Όλες οι επιθυμίες του ανθρώπου έχουν ένα συγκεκριμένο στόχο: θέλει να αποκτήσει πλούτη για να περνάει καλύτερα, επιζητεί την ισχύ για να κερδίσει το σεβασμό του κόσμου, επιδιώκει τις τιμές για να τον επαινούν, τις ηδονές για να γεύεται την απόλαυση· θέλει να έχει υγεία για να μην υποφέρει και για να αντλεί δυνάμεις από το σφρίγος του σώματος. Η φιλία, αυτή καθαυτή έχει πολλά θετικά στοιχεία. Όποιος τη χρειάζεται, είναι εκεί πάντα παρούσα, δεν αποκλείει κανέναν, δεν είναι ποτέ νωθρή. Όπως λένε, δεν χρειαζόμαστε τόσο τη φωτιά και το νερό, όσο χρειαζόμαστε τη φιλία. Δεν μιλώ φυσικά για μια συνηθισμένη, κοινή, συγκαταβατική φιλία, ανεξάρτητα από τα πλεονεκτήματα που τη συνοδεύουν. Μιλώ για την πραγματική, την ολοκληρωμένη φιλία που ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων κατάφερε να κατακτήσει. Κάνει την ευτυχία ακόμη μεγαλύτερη και τη δυστυχία λιγότερο οδυνηρή γιατί μοιράζει το βάρος της.

Κικέρων, Περί Φιλίας

Ο Αριστοτέλης και η ευτυχία ως φιλία προς τον εαυτό

Το ότι ο εγωισμός και η ματαιόδοξη οπτική της προώθησης του εαυτού αποτελούν αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας κρίνεται αναμφίβολο. Ο εγωισμός δεν αφορά την αγάπη προς τον εαυτό αλλά την υπερβολική προβολή του σε βάρος των άλλων υποκρύπτοντας (ή φανερώνοντας) την ανισορροπία της ψυχής (όπως όλες οι υπερβολές) κι εμποδίζοντας τη συνύπαρξη. Η παραδοχή αυτή όμως δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως παραμέληση του εαυτού ή (πολύ περισσότερο) άρνησή του.

Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «σίγουρα θέλουμε το καλό του εαυτού μας, όλα μάλιστα τα καλά· διότι και το να είμαστε μαζί με τον εαυτό μας το θέλουμε (πράγμα που ίσως και να μην γίνεται αλλιώς) και την ευτυχία και τη ζωή, και γενικά το καλό μας το θέλουμε για μας και όχι για κανέναν άλλο» (1210b 11.42).

Για να συμπληρώσει: «Εξάλλου, στα συναισθήματά μας δε μετέχει κανένας άλλος πιο πολύ από τον εαυτό μας· και αν κάνουμε κάποιο παράπτωμα ή αν πέσουμε σε κάποιο λάθος παρόμοιο, η λύπη μας είναι άμεση. Με βάση, λοιπόν, τα προηγούμενα φαίνεται ότι υπάρχει φιλία για τον εαυτό μας» (1210b 11.43).

Η φιλία προς τον εαυτό υπόκειται στους ίδιους νόμους που διέπουν και την τέλεια φιλία: «Όλα τούτα, τη μετοχή στα ίδια μας τα συναισθήματα και την ευτυχία και τα υπόλοιπα, τα αναφέρουμε είτε στη φιλία για τον εαυτό μας είτε στην τέλεια φιλία. Διότι τα προηγούμενα γνωρίσματα χαρακτηρίζουν τόσο τη φιλία για τον εαυτό μας όσο και την τέλεια φιλία· αφού σ’ αυτές τις φιλικές σχέσεις συναντώνται και το να είμαστε μαζί με κάποιον και η ζωή και η ευτυχία και όλα τα άλλα» (1211a 11.44).

Το ζήτημα της φιλίας προς τον εαυτό ο Αριστοτέλης προτίθεται να το επαναλάβει: «Όπως είπαμε, λοιπόν, και λίγο πριν, η ύπαρξη φιλίας χαρακτηρίζεται από επιμέρους γνωρίσματα, και αυτά τα επιμέρους γνωρίσματα της φιλίας θα τα θέλαμε ο καθένας κατεξοχήν για τον εαυτό του (τόσο τα αγαθά όσο τη ζωή και την ευτυχία μας· επίσης, στα συναισθήματά μας δε μετέχει κανείς άλλος πιο πολύ από εμάς· τέλος, δεν επιθυμούμε τόσο να είμαστε μαζί με κάποιον άλλο όσο και κυρίως με τον ίδιο μας τον εαυτό)» (1211a 11.47).

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «Με δεδομένα, συνεπώς, πρώτον ότι η φιλία χαρακτηρίζεται από επιμέρους γνωρίσματα, δεύτερον ότι αυτά τα γνωρίσματα θα τα θέλαμε για τον εαυτό μας, γίνεται φανερό ότι υπάρχει φιλία για τον εαυτό μας» (1211a 11.47).

Η φιλία για τον εαυτό κρίνεται ως κάτι δεδομένο κι έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τη φιλία προς τα άλλα άτομα επιθυμώντας την επάρκεια των αγαθών, τη συναισθηματική πληρότητα, τη χαρά, με δυο λόγια την ευτυχία. Θα έλεγε κανείς ότι, όταν πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό μας, όλα αυτά ισχύουν σε ακόμη εντονότερο βαθμό, καθώς είναι αδύνατο να αποχωριστεί κανείς τον εαυτό του.

Υπό αυτή την έννοια, όσο απαραίτητη είναι η ύπαρξη φίλων για την ψυχική ισορροπία της συναισθηματικής μοιρασιάς, η φιλία με τον εαυτό είναι ακόμη ζωτικότερης σημασίας, αφού η ανισορροπία αυτής της σχέσης θα σηματοδοτήσει το αδιέξοδο της ύπαρξης που δεν αντέχει τον εαυτό της.

Κι όπως είναι δυνατή η φιλία προς τον εαυτό, με τον ίδιο τρόπο είναι δυνατό να αδικήσει κανείς τον εαυτό του: «Επειδή, όμως, υπάρχει η διάκριση ανάμεσα σε αυτόν που αδικεί και αυτόν που αδικείται, πλην όμως στην περίπτωση του εαυτού μας αυτοί οι δύο ταυτίζονται στο πρόσωπό μας, για τούτον το λόγο προκλήθηκε η εντύπωση πως δεν υπάρχει αδικία προς τον εαυτό μας· κι όμως υπάρχει· το είπαμε κατά την εξέταση των ψυχικών μερών» (1211a 11.48).

Ο Αριστοτέλης θα δώσει διευκρινίσεις: «Εφόσον αυτά είναι περισσότερα του ενός» (εννοείται τα μέρη της ψυχής) «όταν δεν υπάρχει ομόνοια ανάμεσά τους, τότε εμφανίζεται και η αδικία προς τον εαυτό μας. Με ανάλογο τρόπο φαίνεται πως εμφανίζεται και η φιλία προς τον εαυτό μας. Επειδή –έτσι λέγεται– φίλος είναι αυτός για τον οποίο υπάρχει μεγάλη επιθυμία να τον αποκαλέσουμε φίλο, λέμε: μία ψυχή η δικιά μου και του φίλου μου» (1211a 11.48 και 11.49).

Το ζήτημα της αδικίας ή της φιλίας προς τον εαυτό αφορά ξεκάθαρα την ισορροπία και την αρμονικότητα των μερών της ψυχής. Αν υπάρχει ψυχική ισορροπία, θα προκύψει φιλία για τον εαυτό, αν όχι, αδικία: «Αφού, λοιπόν, και τα μέρη της ψυχής είναι περισσότερα του ενός, τότε θα αποτελέσουν ψυχή ενιαία, όταν υπάρξει ομόνοια ανάμεσα στο λογικό και τα πάθη (έτσι η ψυχή γίνεται μία). Συμπέρασμα: άμα η ψυχή αποκτήσει ενότητα, θα υπάρξει φιλία με τον εαυτό μας» (1211a 11.49).

Ξεκαθαρίζοντας ότι ο όρος «πάθη» αναφέρεται στα συναισθήματα είναι απολύτως σαφές ότι η ενότητα των μερών της ψυχής έχει να κάνει με τη σύμπλευση της λογικής και του συναισθήματος. Όταν κάποιος αντλεί χαρά με πράγματα από τα οποία η λογική τον αποτρέπει είναι αδύνατο να ισορροπήσει ψυχικά. Η σύγκρουση των μερών της ψυχής θα σηματοδοτήσει την πιο αδυσώπητη εσωτερική πάλη.

Υπό αυτές τις συνθήκες η γαλήνη είναι αδύνατη. Η επικράτηση της λογικής θα επιφέρει τον εκμηδενισμό του συναισθήματος (δηλαδή την ύψιστη καταπίεση), ενώ η υποχώρησή της θα γεννήσει ενοχές. Και στις δύο περιπτώσεις το άτομο είναι αδύνατο να ευτυχήσει. Αρχαία ελληνική αρωγή με ήρωες και προσκυνητές από τη Σπάρτη. γύρω στο 540 π.Χ.

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την κοινωνική ορθότητα των επιλογών που μπορεί να βασίζεται σε προκαταλήψεις και να λειτουργεί καταπιεστικά (σε μια τέτοια περίπτωση το άτομο οφείλει να επαναστατήσει απελευθερώνοντας τον εαυτό του –πράγμα καθόλου εύκολο βέβαια), αλλά για την ίδια την αντίληψη του δικαίου που η λογική ορίζει ότι πρέπει να ακολουθηθεί, ενώ το συναίσθημα αντιστέκεται. Είναι κακό να αδικήσει κανείς στα κληρονομικά τους συγγενείς του αρπάζοντας αυτά που δε του ανήκουν, αλλά θα νιώσει χαρά αν τα αποκτήσει.

Αν το μέγεθος της χαράς είναι τέτοιο που να υπερκεράσει τη λογική, τότε ενδέχεται να προβεί κανείς στην άδικη πράξη. Φυσικά δε θα νιώθει όμορφα με αυτό. Θα προσπαθήσει να το εκλογικεύσει. Θα παραστήσει ότι δήθεν είχε δίκιο. Θα πρέπει όμως να πείσει και τον εαυτό του. Αν δεν το πετύχει, θα χάσει τη φιλία του εαυτού. Τα μέρη της ψυχής δε θα ισορροπήσουν. Η ευτυχία θα γίνει μια υπόθεση δύσκολη.

Ο ρόλος της αρετής στην ανθρώπινη ευτυχία είναι πλήρως κατανοητός: «… η φιλία προς τον εαυτό δεν μπορεί να υπάρξει σε κανέναν άλλο παρά μόνο στον ενάρετο· διότι μόνο σε τούτον τα μέρη της ψυχής έχουν μεταξύ τους εκείνη την ορθή σχέση που τα προστατεύει από τη φθορά· αντίθετα, ένας άνθρωπος κακός ποτέ δεν μπορεί να είναι φίλος με τον εαυτό του· συνέχεια μάχεται ενάντια στον εαυτό του» (1211a 11.50 και 1211b 12.50).

Η αρετή είναι το κλειδί της ψυχικής ισορροπίας, καθώς ο ενάρετος ξέρει να αντλεί χαρά από αυτά που υπαγορεύει η λογική. Εξασφαλίζοντας την ενότητα της ψυχής βιώνει την αρμονία, δηλαδή την εσωτερική γαλήνη που θα τον οδηγήσει στην ευτυχία. Ο ενάρετος θα αποφύγει όλες τις υπερβολές, αφού η ισορροπία πηγάζει από μέσα του. Γι’ αυτό δε θα συμπεριφερθεί εγωιστικά. Ούτε θα επιδείξει αλαζονεία. Δεν αισθάνεται την ανάγκη της υπεροχής, για να επιδείξει τον εαυτό του. Η υπεροχή του είναι εξασφαλισμένη, γιατί πηγάζει από μέσα του. Ο ενάρετος ζει σε απόλυτη φιλία με τον εαυτό του.
«Το θέμα “αδικία εις βάρος του εαυτού μας” συζητείται στο Α33, 31-36. Εκεί ο συγγραφέας καταλήγει στο ότι δεν μπορεί να υφίσταται αδικία εις βάρος του εαυτού μας, παρά μόνο με μία έννοια που θυμίζει οικονομικόν αδίκημα (36), δηλ. το ένα μέρος της ψυχής να αδικεί το άλλο· και, βέβαια, η διχασμένη αυτή ψυχή δε θα μπορούσε να ανήκει σε άνθρωπο σπουδαίον, ενάρετο, αλλά μόνο σε φαύλον. Με την ίδια, λοιπόν, εξειδικευμένη έννοια που υφίσταται η “αδικία προς τον εαυτό μας”, υφίσταται και η φιλία προς τον εαυτό μας, ως αρμονική συνύπαρξη των μερών της ψυχής. Ασφαλώς η αρμονική αυτή συνύπαρξη των ψυχικών μερών χαρακτηρίζει μόνο την ψυχή του σπουδαίου, οπότε προκύπτει το συμπέρασμα ότι μόνο ο σπουδαίος μπορεί να είναι φίλος με τον εαυτό του».

Ο Αριστοτέλης προκειμένου να καταδείξει τη δυστυχία της ψυχικής ανισορροπίας, δηλαδή της σύγκρουσης του λογικού με τα πάθη που θα εκμηδενίσει τη φιλία προς τον εαυτό, θα φέρει το παράδειγμα του ακρατή: «Ο ακρατής, για παράδειγμα, όταν πράξει κάτι που του προσφέρει ηδονή, ύστερα από λίγο μετανιώνει και κακίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αυτό το βίωμα έχει ένας άνθρωπος κακός, όποια κι αν είναι η κακία του: βρίσκεται σε διαρκή μάχη και αντίθεση με τον ίδιο του τον εαυτό» (1211b 11.50).

Εν τέλει, όλες οι υπερβολές στη συμπεριφορά πηγάζουν από εδώ. Ο εγωισμός, η ανταγωνιστικότητα, η προσπάθεια να μειωθεί η επιτυχία του άλλου, η ματαιοδοξία, η αλαζονεία, η θρασύτητα, όλα τα ψυχικά συμπλέγματα που δηλητηριάζουν τη ζωή έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Την έλλειψη φιλίας προς τον εαυτό δηλαδή το έλλειμμα της αρετής που διαταράσσει τις ισορροπίες. Υπό αυτή την έννοια ο κακός πριν από όλα καθιστά θύμα τον εαυτό του ή, για να το πούμε αλλιώς, η κακία δεν είναι παρά το ξεδίπλωμα της προσωπικής δυστυχίας που δυσκολεύει και τις ζωές των άλλων.

Υπό αυτή την έννοια, ο κακός, για να μπορέσει να ευτυχήσει, πρέπει πριν από όλα να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Πρέπει να ψάξει βαθιά μέσα του και με απόλυτη ειλικρίνεια να εντοπίσει την πηγή της ψυχικής του δυσαρμονίας. Να ερευνήσει τα αίτια που την προκάλεσαν. Να κατανοήσει σε βάθος τον εαυτό του. Και βέβαια, το εγχείρημα αυτό είναι δύσκολο. Κι επίπονο. Βρισκόμαστε μπροστά στην ουσία του αρχαιοελληνικού «γνώθι σαυτόν». Βρισκόμαστε δηλαδή στις παρυφές της ψυχανάλυσης.

Από κει και πέρα ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί σε άλλες μορφές φιλικών σχέσεων τονίζοντας ότι η ισότητα αφορά τη συντροφικότητα μεταξύ ανθρώπων ίσης αξίας: «Υπάρχουν, όμως, και φιλικές σχέσεις που χαρακτηρίζονται από ισότητα μεταξύ των μελών τους· για παράδειγμα, η συντροφική σχέση χαρακτηρίζεται από ισότητα τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα των αγαθών (κανένας από τους δυο συντρόφους δεν αξίζει να έχει περισσότερα αγαθά από τον άλλο ούτε από άποψη ποσότητας ούτε από άποψη ποιότητας ούτε από άποψη μεγέθους, αλλά ίσα· και βέβαια, οι σύντροφοι το θέλουν να είναι ίσοι)» (1211b 11.51).

Οι συντροφικές σχέσεις βασίζονται στην ισότητα, αφού η έλλειψη ισότητας γεννά σχέσεις ιεραρχίας ακυρώνοντας τη συντροφικότητα. Οι άνισες σχέσεις παραπέμπουν και σε άνισους κοινωνούς, δηλαδή σε ανώτερο και κατώτερο: «Αντίθετα, οι φιλικές σχέσεις του πατέρα προς τον γιο του, και του υπηκόου προς τον ηγέτη και του ανώτερου προς τον κατώτερο, και της συζύγου προς τον σύζυγο είναι σχέσεις ανισότητας. Γενικώς, είναι σχέσεις ανισότητας όλες αυτές οι φιλίες στις οποίες συναντάται διάκριση κατώτερου και ανώτερου» (1211b 11.52).

Οι αντιλήψεις του Αριστοτέλη για τις σχέσεις που διαμορφώνονται μέσα στην οικογένεια και τη θέση της γυναίκας έχουν ξεκαθαριστεί στο πρώτο βιβλίο του έργου του «Πολιτικά». Αυτό που αναλύεται εδώ είναι η σημασία της συντροφικότητας που είναι αδύνατο να νοηματοδοτηθεί με όρους ιεραρχίας. Μόνο οι ίσοι μπορούν να είναι σύντροφοι. Και η ισότητα είναι αδύνατο να οριστεί ως κάτι ξεκομμένο από την αξία.

Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Αυτή η μορφή άνισης φιλίας στηρίζεται στην αναλογικότητα. Δεν υπάρχει περίπτωση κατά τη διανομή κάποιων αγαθών να δώσουν και να πάρουν τα ίδια ο καλύτερος και ο χειρότερος· όποιος υπερέχει θα πάρει πάντα περισσότερα. Είναι και τούτο μια μορφή ισότητας· στηρίζεται στην αναλογικότητα· και κατά κάποιο τρόπο είναι το ίδιο, να πάρει ο χειρότερος μικρότερο μερίδιο του αγαθού, και ο καλύτερος μεγαλύτερο» (1211b 11.53).

Η ισότητα που νοείται μονάχα μέσα από το πρίσμα της αξίας αποτελεί πάγια αντίληψη του Αριστοτέλη. Ο καλύτερος και ο χειρότερος θα πάρουν τα ίσα μονάχα όταν ο καθένας πάρει όσα του αναλογούν με βάση την προσφορά του. Έτσι ερμηνεύεται και η έννοια της αναλογικότητας. Η κατά αριθμό ισότιμη μοιρασιά σε ανθρώπους που δεν πρόσφεραν το ίδιο για τον Αριστοτέλη αποτελεί αδικία.

Με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεται και την ισότητα ανάμεσα στις σχέσεις των ανθρώπων. Είναι ίσοι με γνώμονα την αξία τους. Από αυτή την άποψη, ο άξιος με τον ανάξιο δεν μπορούν να έχουν φιλία βασισμένη στην ισότητα. Η φιλία τους θα είναι άνιση, αφού ο άξιος θα έχει ξεκάθαρη υπεροχή.

Όμως μια τέτοια φιλία δεν μπορεί να εκληφθεί ως συντροφικότητα. Ο άξιος δεν μπορεί να είναι σύντροφος με τον ανάξιο με τον ίδιο τρόπο που ο ελεύθερος δεν μπορεί να είναι σύντροφος με το δούλο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να έχουν καλές σχέσεις ή ότι είναι αδύνατο να περνούν ευχάριστα μαζί την ώρα τους. Η φιλία τους όμως μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί. Στην ουσία θα περιορίζεται στο ρηχό επίπεδο της ευχαρίστησης ή του συμφέροντος. Δύο άνισοι άνθρωποι δεν μπορούν να συνάψουν την ύψιστη φιλία της αρετής. Κι αυτό γιατί δεν είναι ίσης αξίας η αρετή που πρεσβεύουν. 

Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΥΠΕΡ ΜΑΝΤΙΘΕΟΥ (ΕΝ ΒΟΥΛΗ ΜΑΝΤΙΘΕΩ ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΩ ΑΠΟΛΟΓΙΑ)

ΛΥΣ 16.1–21

Προοίμιον (§1–3): Ο Μαντίθεος ελπίζει σε έγκριση της εκλογής του – Διήγησις–ἀπόδειξις (§4–19): Γιατί πρέπει να εκλεγεί βουλευτής ο ομιλητής – Ἐπίλογος (§20–21): Τα κίνητρα της ανάμειξης του Μαντίθεου στα πολιτικά πράγματα της πόλης

Ο Μαντίθεος κατά τη διαδικασία της δοκιμασίας του υπερασπίζεται τον εαυτό του απέναντι στην καταγγελία ότι είχε υπηρετήσει ως ιππέας επί Τριάκοντα τυράννων και επομένως δεν θα έπρεπε να καταλάβει το βουλευτικό αξίωμα.

[1] Εἰ μὴ συνῄδη, ὦ βουλή, τοῖς κατηγόροις βουλομένοις
ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν, πολλὴν ἂν αὐτοῖς
χάριν εἶχον ταύτης τῆς κατηγορίας· ἡγοῦμαι γὰρ τοῖς
ἀδίκως διαβεβλημένοις τούτους εἶναι μεγίστων ἀγαθῶν
αἰτίους, οἵτινες ἂν αὐτοὺς ἀναγκάζωσιν εἰς ἔλεγχον τῶν
αὐτοῖς βεβιωμένων καταστῆναι. [2] ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα
ἐμαυτῷ πιστεύω, ὥστ’ ἐλπίζω καὶ εἴ τις πρός με τυγχάνει
ἀηδῶς [ἢ κακῶς] διακείμενος, ἐπειδὰν ἐμοῦ λέγοντος ἀκούσῃ
περὶ τῶν πεπραγμένων, μεταμελήσειν αὐτῷ καὶ πολὺ βελ-
τίω με εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον ἡγήσεσθαι. [3] ἀξιῶ δέ, ὦ βουλή,
ἐὰν μὲν τοῦτο μόνον ὑμῖν ἐπιδείξω, ὡς εὔνους εἰμὶ τοῖς καθ-
εστηκόσι πράγμασι καὶ ὡς ἠνάγκασμαι τῶν αὐτῶν κινδύνων
μετέχειν ὑμῖν, μηδέν πώ μοι πλέον εἶναι· ἐὰν δὲ φαίνωμαι
<καὶ> περὶ τὰ ἄλλα μετρίως βεβιωκὼς καὶ πολὺ παρὰ τὴν
δόξαν καὶ παρὰ τοὺς λόγους τοὺς τῶν ἐχθρῶν, δέομαι
ὑμῶν ἐμὲ μὲν δοκιμάζειν, τούτους δὲ ἡγεῖσθαι χείρους εἶναι.
πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐκ ἵππευον οὔτ’ ἐπεδήμουν ἐπὶ
τῶν τριάκοντα, οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας.

[4] Ἡμᾶς γὰρ ὁ πατὴρ πρὸ τῆς ἐν Ἑλλησπόντῳ συμφορᾶς
ὡς Σάτυρον τὸν ἐν τῷ Πόντῳ διαιτησομένους ἐξέπεμψε,
καὶ οὔτε τῶν τειχῶν καθαιρουμένων <ἐπεδημοῦμεν>
οὔτε μεθισταμένης τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἤλθομεν πρὶν τοὺς
ἀπὸ Φυλῆς εἰς τὸν Πειραιᾶ κατελθεῖν πρότερον πένθ’ ἡμέ-
ραις. [5] καίτοι οὔτε ἡμᾶς εἰκὸς ἦν εἰς τοιοῦτον καιρὸν ἀφιγ-
μένους ἐπιθυμεῖν μετέχειν τῶν ἀλλοτρίων κινδύνων,
οὔτ’ ἐκεῖνοι φαίνονται τοιαύτην γνώμην ἔχοντες ὥστε καὶ
τοῖς ἀποδημοῦσι καὶ τοῖς μηδὲν ἐξαμαρτάνουσι μεταδι-
δόναι τῆς πολιτείας, ἀλλὰ μᾶλλον ἠτίμαζον καὶ τοὺς συγ-
καταλύσαντας τὸν δῆμον. [6] ἔπειτα δὲ ἐκ μὲν τοῦ σανιδίου
τοὺς ἱππεύσαντας σκοπεῖν εὔηθές ἐστιν. ἐν τούτῳ γὰρ πολλοὶ
μὲν τῶν ὁμολογούντων ἱππεύειν οὐκ ἔνεισιν, ἔνιοι δὲ τῶν
ἀποδημούντων ἐγγεγραμμένοι εἰσίν. ἐκεῖνος δ’ ἐστὶν ἔλεγχος
μέγιστος· ἐπειδὴ γὰρ κατήλθετε, ἐψηφίσασθε τοὺς φυλάρ-
χους ἀπενεγκεῖν τοὺς ἱππεύσαντας, ἵνα τὰς καταστάσεις
ἀναπράξητε παρ’ αὐτῶν. [7] ἐμὲ τοίνυν οὐδεὶς ἂν ἀποδείξειεν
οὔτ’ ἀπενεχθέντα ὑπὸ τῶν φυλάρχων οὔτε παραδοθέντα
τοῖς συνδίκοις οὔτε κατάστασιν καταβαλόντα. καίτοι πᾶσι
ῥᾴδιον τοῦτο γνῶναι, ὅτι ἀναγκαῖον ἦν τοῖς φυλάρχοις, εἰ
μὴ ἀποδείξειαν τοὺς ἔχοντας τὰς καταστάσεις, αὐτοῖς ζη-
μιοῦσθαι. ὥστε πολὺ ἂν δικαιότερον ἐκείνοις τοῖς γράμ-
μασιν ἢ τούτοις πιστεύοιτε· ἐκ μὲν γὰρ τούτων ῥᾴδιον ἦν
ἐξαλειφθῆναι τῷ βουλομένῳ, ἐν ἐκείνοις δὲ τοὺς ἱππεύ-
σαντας ἀναγκαῖον ἦν ὑπὸ τῶν φυλάρχων ἀπενεχθῆναι. [8] ἔτι
δέ, ὦ βουλή, εἴπερ ἵππευσα, οὐκ ἂν ἦν ἔξαρνος ὡς δεινόν
τι πεποιηκώς, ἀλλ’ ἠξίουν, ἀποδείξας ὡς οὐδεὶς ὑπ’ ἐμοῦ
τῶν πολιτῶν κακῶς πέπονθε, δοκιμάζεσθαι. ὁρῶ δὲ καὶ
ὑμᾶς ταύτῃ τῇ γνώμῃ χρωμένους, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν
τότε ἱππευσάντων βουλεύοντας, πολλοὺς δ’ αὐτῶν στρατη-
γοὺς καὶ ἱππάρχους κεχειροτονημένους. ὥστε μηδὲν δι’
ἄλλο με ἡγεῖσθε ταύτην ποιεῖσθαι τὴν ἀπολογίαν, ἢ ὅτι
περιφανῶς ἐτόλμησάν μου καταψεύσασθαι. ἀνάβηθι δέ
μοι καὶ μαρτύρησον.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ

[9] Περὶ μὲν τοίνυν αὐτῆς τῆς αἰτίας οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ
πλείω λέγειν· δοκεῖ δέ μοι, ὦ βουλή, ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις
ἀγῶσι περὶ αὐτῶν μόνων τῶν κατηγορημένων προσήκειν
ἀπολογεῖσθαι, ἐν δὲ ταῖς δοκιμασίαις δίκαιον εἶναι παντὸς
τοῦ βίου λόγον διδόναι. δέομαι οὖν ὑμῶν μετ’ εὐνοίας
ἀκροάσασθαί μου. ποιήσομαι δὲ τὴν ἀπολογίαν ὡς ἂν
δύνωμαι διὰ βραχυτάτων.

[10] Ἐγὼ γὰρ πρῶτον μέν, οὐσίας μοι οὐ πολλῆς καταλει-
φθείσης διὰ τὰς συμφορὰς καὶ τὰς τοῦ πατρὸς καὶ τὰς τῆς
πόλεως, δύο μὲν ἀδελφὰς ἐξέδωκα ἐπιδοὺς τριάκοντα
μνᾶς ἑκατέρᾳ, πρὸς τὸν ἀδελφὸν δ’ οὕτως ἐνειμάμην
ὥστ’ ἐκεῖνον πλέον ὁμολογεῖν ἔχειν ἐμοῦ τῶν πατρῴων,
καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας οὕτως βεβίωκα ὥστε
μηδεπώποτέ μοι μηδὲ πρὸς ἕνα μηδὲν ἔγκλημα γενέσθαι.
[11] καὶ τὰ μὲν ἴδια οὕτως διῴκηκα· περὶ δὲ τῶν κοινῶν μοι
μέγιστον ἡγοῦμαι τεκμήριον εἶναι τῆς ἐμῆς ἐπιεικείας,
ὅτι τῶν νεωτέρων ὅσοι περὶ κύβους ἢ πότους ἢ [περὶ] τὰς
τοιαύτας ἀκολασίας τυγχάνουσι τὰς διατριβὰς ποιούμενοι,
πάντας αὐτοὺς ὄψεσθέ μοι διαφόρους ὄντας, καὶ πλεῖστα
τούτους περὶ ἐμοῦ λογοποιοῦντας καὶ ψευδομένους. καίτοι
δῆλον ὅτι, εἰ τῶν αὐτῶν ἐπεθυμοῦμεν, οὐκ ἂν τοιαύτην
γνώμην εἶχον περὶ ἐμοῦ. [12] ἔτι δ’, ὦ βουλή, οὐδεὶς ἂν ἀποδεῖ-
ξαι περὶ ἐμοῦ δύναιτο οὔτε δίκην αἰσχρὰν οὔτε γραφὴν
οὔτε εἰσαγγελίαν γεγενημένην· καίτοι ἑτέρους ὁρᾶτε πολλά-
κις εἰς τοιούτους ἀγῶνας καθεστηκότας. πρὸς τοίνυν τὰς
στρατείας καὶ τοὺς κινδύνους τοὺς πρὸς τοὺς πολεμίους
σκέψασθε οἷον ἐμαυτὸν παρέχω τῇ πόλει. [13] πρῶτον μὲν γάρ,
ὅτε τὴν συμμαχίαν ἐποιήσασθε πρὸς [τοὺς] Βοιωτοὺς καὶ εἰς
Ἁλίαρτον ἔδει βοηθεῖν, ὑπὸ Ὀρθοβούλου κατειλεγμένος ἱπ-
πεύειν, ἐπειδὴ πάντας ἑώρων τοῖς μὲν ἱππεύουσιν ἀσφάλειαν
εἶναι δεῖν νομίζοντας, τοῖς δ’ ὁπλίταις κίνδυνον ἡγουμένους,
ἑτέρων ἀναβάντων ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀδοκιμάστων παρὰ τὸν
νόμον ἐγὼ προσελθὼν ἔφην τῷ Ὀρθοβούλῳ ἐξαλεῖψαί με
ἐκ τοῦ καταλόγου, ἡγούμενος αἰσχρὸν εἶναι τοῦ πλήθους
μέλλοντος κινδυνεύειν ἄδειαν ἐμαυτῷ παρασκευάσαντα
στρατεύεσθαι. καί μοι ἀνάβηθι, Ὀρθόβουλε.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ

[14] Συλλεγέντων τοίνυν τῶν δημοτῶν πρὸ τῆς ἐξόδου,
εἰδὼς αὐτῶν ἐνίους πολίτας μὲν χρηστοὺς ὄντας καὶ προ-
θύμους, ἐφοδίων δὲ ἀποροῦντας, εἶπον ὅτι χρὴ τοὺς ἔχοντας
παρέχειν τὰ ἐπιτήδεια τοῖς ἀπόρως διακειμένοις. καὶ οὐ
μόνον τοῦτο συνεβούλευον τοῖς ἄλλοις, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς
ἔδωκα δυοῖν ἀνδροῖν τριάκοντα δραχμὰς ἑκατέρῳ, οὐχ ὡς
πολλὰ κεκτημένος, ἀλλ’ ἵνα παράδειγμα τοῦτο τοῖς ἄλλοις
γένηται. καί μοι ἀνάβητε.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ

[15] Μετὰ ταῦτα τοίνυν, ὦ βουλή, εἰς Κόρινθον ἐξόδου γενο-
μένης καὶ πάντων προειδότων ὅτι δεήσει κινδυνεύειν,
ἑτέρων ἀναδυομένων ἐγὼ διεπραξάμην ὥστε τῆς πρώτης
τεταγμένος μάχεσθαι τοῖς πολεμίοις· καὶ μάλιστα τῆς
ἡμετέρας φυλῆς δυστυχησάσης, καὶ πλείστων ἐναποθανόν-
των ὕστερος ἀνεχώρησα τοῦ σεμνοῦ Στειριῶς τοῦ πᾶσιν
ἀνθρώποις δειλίαν ὠνειδικότος. [16] καὶ οὐ πολλαῖς ἡμέραις
ὕστερον μετὰ ταῦτα ἐν Κορίνθῳ χωρίων ἰσχυρῶν κατειλημ-
μένων, ὥστε τοὺς πολεμίους μὴ δύνασθαι παριέναι, Ἀγη-
σιλάου δ’ εἰς τὴν Βοιωτίαν ἐμβαλόντος ψηφισαμένων τῶν
ἀρχόντων ἀποχωρίσαι τάξεις αἵτινες βοηθήσουσι, φοβου-
μένων ἁπάντων (εἰκότως, ὦ βουλή· δεινὸν γὰρ ἦν
ἀγαπητῶς ὀλίγῳ πρότερον σεσωσμένους ἐφ’ ἕτερον κίν-
δυνον ἰέναι) προσελθὼν ἐγὼ τὸν ταξίαρχον ἐκέλευον ἀκλη-
ρωτὶ τὴν ἡμετέραν τάξιν πέμπειν. [17] ὥστ’ εἴ τινες ὑμῶν ὀργί-
ζονται τοῖς τὰ μὲν τῆς πόλεως ἀξιοῦσι πράττειν, ἐκ δὲ
τῶν κινδύνων ἀποδιδράσκουσιν, οὐκ ἂν δικαίως περὶ ἐμοῦ
τὴν γνώμην ταύτην ἔχοιεν· οὐ γὰρ μόνον τὰ προσταττό-
μενα ἐποίουν προθύμως, ἀλλὰ καὶ κινδυνεύειν ἐτόλμων.
καὶ ταῦτ’ ἐποίουν οὐχ ὡς οὐ δεινὸν ἡγούμενος εἶναι Λακε-
δαιμονίοις μάχεσθαι, ἀλλ’ ἵνα, εἴ ποτε ἀδίκως εἰς κίνδυνον
καθισταίμην, διὰ ταῦτα βελτίων ὑφ’ ὑμῶν νομιζόμενος
ἁπάντων τῶν δικαίων τυγχάνοιμι. καί μοι ἀνάβητε τούτων
μάρτυρες.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ

[18] Τῶν τοίνυν ἄλλων στρατειῶν καὶ φρουρῶν οὐδεμιᾶς
ἀπελείφθην πώποτε, ἀλλὰ πάντα τὸν χρόνον διατετέλεκα
μετὰ τῶν πρώτων μὲν τὰς ἐξόδους ποιούμενος, μετὰ τῶν
τελευταίων δὲ ἀναχωρῶν. καίτοι χρὴ τοὺς φιλοτίμως καὶ
κοσμίως πολιτευομένους ἐκ τῶν τοιούτων σκοπεῖν, ἀλλ’ οὐκ
εἴ τις κομᾷ, διὰ τοῦτο μισεῖν· τὰ μὲν γὰρ τοιαῦτα ἐπιτη-
δεύματα οὔτε τοὺς ἰδιώτας οὔτε τὸ κοινὸν τῆς πόλεως
βλάπτει, ἐκ δὲ τῶν κινδυνεύειν ἐθελόντων πρὸς τοὺς πολε-
μίους ἅπαντες ὑμεῖς ὠφελεῖσθε. [19] ὥστε οὐκ ἄξιον ἀπ’ ὄψεως,
ὦ βουλή, οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἔργων
σκοπεῖν· πολλοὶ μὲν γὰρ μικρὸν διαλεγόμενοι καὶ κο-
σμίως ἀμπεχόμενοι μεγάλων κακῶν αἴτιοι γεγόνασιν, ἕτεροι
δὲ τῶν τοιούτων ἀμελοῦντες πολλὰ κἀγαθὰ ὑμᾶς εἰσιν
εἰργασμένοι.

[20] Ἤδη δέ τινων ᾐσθόμην, ὦ βουλή, καὶ διὰ ταῦτα ἀχθο-
μένων μοι, ὅτι νεώτερος ὢν ἐπεχείρησα λέγειν ἐν τῷ δήμῳ.
ἐγὼ δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἠναγκάσθην ὑπὲρ τῶν ἐμαυτοῦ πραγ-
μάτων δημηγορῆσαι, ἔπειτα μέντοι καὶ ἐμαυτῷ δοκῶ φιλο-
τιμότερον διατεθῆναι τοῦ δέοντος, ἅμα μὲν τῶν προγόνων
ἐνθυμούμενος, ὅτι οὐδὲν πέπαυνται τὰ τῆς πόλεως
πράττοντες, [21] ἅμα δὲ ὑμᾶς ὁρῶν (τὰ γὰρ ἀληθῆ χρὴ λέγειν)
τοὺς τοιούτους μόνους <τινὸς> ἀξίους νομίζοντας εἶναι,
ὥστε ὁρῶν ὑμᾶς ταύτην τὴν γνώμην ἔχοντας τίς οὐκ ἂν
ἐπαρθείη πράττειν καὶ λέγειν ὑπὲρ τῆς πόλεως; ἔτι δὲ τί
ἂν τοῖς τοιούτοις ἄχθοισθε; οὐ γὰρ ἕτεροι περὶ αὐτῶν κρι-
ταί εἰσιν, ἀλλ’ ὑμεῖς.

***
Εάν δεν εγνώριζον, κύριοι βουλευταί, ότι οι κατήγοροί μου επιθυμούν με πάντα τρόπον να με βλάψουν, θα τους χρεωστούσα μεγάλην ευγνωμοσύνην διά ταύτην την κατηγορίαν· διότι φρονώ ότι οι τοιούτοι είναι αίτιοι μεγίστων αγαθών σε κείνους, που αδίκως έχουν κατηγορηθή, διότι αναγκάζουν τους αδίκως κατηγορουμένους να εκθέσουν όσα εις τον βίον των έπραξαν. Διότι τόσον μεγάλην πεποίθησιν έχω εις τον εαυτόν μου, ώστε ελπίζω ότι, και αν τυχόν κανείς διάκειται προς εμέ δυσαρέστως ή δυσμενώς, θα μεταμεληθή, και θα με θεωρή εις το εξής πολύ καλύτερον (από ότι έως τώρα με θεωρεί). Έχω δε την αξίωσιν, κύριοι βουλευταί, εάν μεν τούτο μόνον αποδείξω, ότι δηλαδή είμαι φίλος και υποστηρικτής του υπάρχοντος πολιτεύματος, και ότι έχω αναγκασθή να μετέχω των ιδίων κινδύνων με σας, να μη ωφεληθώ τίποτε ακόμη· εάν όμως φαίνωμαι ότι και ως προς τα άλλα έχω ζήσει σωφρόνως και πολύ διαφορετικά από την ιδέαν (που έχει δι' εμέ το πλήθος) και τας συκοφαντίας των εχθρών μου, σας ικετεύω εμέ μεν να εγκρίνετε βουλευτήν, τούτους δε να θεωρήτε κακούς. Πρώτον δε θα αποδείξω ότι δεν υπηρέτησα ως ιππεύς, και δεν ευρισκόμην εν Αθήναις επί της εποχής των Τριάκοντα, και δεν έλαβον μέρος εις το τότε εφαρμοσθέν πολίτευμα.

Ημάς δηλαδή ο πατήρ μου προ της εν Ελλησπόντω συμφοράς μάς απέστειλε προς τον εν τω Πόντω Σάτυρον διά να παραμείνωμεν εκεί, και δεν είμεθα εδώ ούτε όταν κατεστράφησαν τα τείχη, ούτε όταν μετεβλήθη το πολίτευμα, αλλ' ήλθομεν εις Αθήνας πέντε ημέρας προ της καθόδου των δημοκρατικών από της Φυλής εις Πειραιά. Και βέβαια ούτε ημείς επανελθόντες εις τοιαύτας περιστάσεις ήτο φυσικόν να επιθυμώμεν να μετέχωμεν των ξένων κινδύνων, ούτε οι Τριάκοντα φαίνονται πως είχον τοιαύτην γνώμην, ώστε και εις τους αποδημούντας και ουδέν έγκλημα διαπράξαντας να επιτρέψουν συμμετοχήν εις το πολίτευμά των, αλλά τουναντίον εστέρουν των πολιτικών των δικαιωμάτων και εκείνους που μαζί τους κατέλυσαν το δημοκρατικόν πολίτευμα. Έπειτα είναι ανόητον να εξετάζη κανείς από την πινακίδα ποίοι υπηρέτησαν ως ιππείς· διότι εις αυτήν δεν υπάρχουν αναγεγραμμένοι πολλοί εξ εκείνων, που οι ίδιοι ομολογούν ότι ήσαν ιππείς, είναι δε αναγεγραμμένοι μερικοί, που είχον απέλθει των Αθηνών. Μεγίστη απόδειξις δε (ποίος υπηρέτησεν ιππεύς επί των Τριάκοντα, και ποίος δεν υπηρέτησεν) είναι το εξής. Όταν δηλαδή επανήλθατε εις την πατρίδα σας (καταλύσαντες τους Τριάκοντα) διά ψηφίσματος της συνελεύσεως του λαού διετάξατε να αναφέρουν οι φύλαρχοι τίνες (επί των Τριάκοντα) υπηρέτησαν ως ιππείς, διά να εισπράξετε παρ' αυτών τα καταβληθέντα εις αυτούς χρήματα. Ουδείς λοιπόν δύναται να αποδείξη ότι με ανέφεραν οι φύλαρχοι, και ότι παρεδόθην εις τους συνηγορούντας υπέρ του δημοσίου, και ότι απέδωσα δοθείσαν μοι προκαταβολήν. Και όμως εύκολον βέβαια σε καθένα είναι να εννοήση, ότι ήτο ανάγκη να τιμωρούνται οι φύλαρχοι, εάν δεν απεδείκνυον ποίοι έλαβον προκαταβολάς. Ώστε πολύ δικαιότερον είναι εις εκείνους τους καταλόγους να δίδετε πίστιν παρά εις τούτους (τους απλώς αναγράφοντας τα ονόματα των ιππέων)· διότι εκ τούτων των καταλόγων εύκολον ήτο να εξαλείψη το όνομά του, όποιος ήθελε, εις εκείνους δε ήτο ανάγκη να αναγραφούν υπό των φυλάρχων τα ονόματα των ιππευσάντων και να ανακοινωθούν εις (την συνέλευσιν του λαού). Προσέτι δε, κύριοι βουλευταί, εάν είχον υπηρετήσει ως ιππεύς (επί της εποχής των Τριάκοντα), δεν θα το ηρνούμην, διότι δήθεν είχον διαπράξει κακήν πράξιν, αλλά θα είχον την αξίωσιν να εγκρίνετε την εκλογήν μου ως βουλευτού, εάν απεδείκνυον ότι ουδένα πολίτην έβλαψα. Βλέπω δε ότι και πολλοί από σας υπηρετήσαντες εις το ιππικόν επί των Τριάκοντα είναι βουλευταί, και ότι πολλοί εξ αυτών έχουν εκλεγή στρατηγοί και ίππαρχοι. Ώστε δι' ουδένα άλλον λόγον επιμένω υποστηρίζων ότι δεν υπηρέτησα ως ιππεύς επί των Τριάκοντα, παρά διότι είχον την αναίδειαν οι κατήγοροί μου προφανώς ψευδώς να με καταγγείλουν. Ανέβα, σε παρακαλώ, και μαρτύρησε.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Περί μεν λοιπόν ταύτης της κατηγορίας δεν ηξεύρω διατί πρέπει να λέγω περισσότερα· μου φαίνεται δε, κύριοι βουλευταί, ότι μεν εις τους άλλους δικαστικούς αγώνας πρέπει ο κατηγορούμενος να απολογήται μόνον διά τας αποδιδομένας εις αυτόν κατηγορίας, εις δε τας δοκιμασίας ότι είναι δίκαιον να λογοδοτή δι' όλον τον βίον του. Σας παρακαλώ λοιπόν να με ακούσετε ευνοϊκώς. Θα απολογηθώ δε όσον δύναμαι βραχύτατα.

Εγώ δηλαδή πρώτον μεν, αν και ο πατήρ μου δεν μου άφησε μεγάλην περιουσίαν ένεκα των ατυχιών των ιδικών του και της πατρίδος, υπάνδρευσα δύο αδελφάς μου δώσας εις κάθε μίαν ως προίκα τρεις χιλιάδας δραχμάς, με τον αδελφόν μου δε κατά τοιούτον τρόπον εμοίρασα την πατρικήν περιουσίαν, ώστε εκείνος να ομολογή, ότι έλαβε περισσότερα από εμέ εκ της πατρικής περιουσίας, και προς όλους τους άλλους δε τοιαύτην συμπεριφοράν έχω δείξει, ώστε ουδέποτε μέχρι τούδε ουδεμίαν αφορμήν παραπόνου προς ουδένα έδωσα.

Και όσον αφορά μεν τον ιδιωτικόν μου βίον κατ' αυτόν τον τρόπον συμπεριεφέρθην. Όσον αφορά δε τας προς τους άλλους ανθρώπους σχέσεις μου νομίζω πως είναι μεγίστη απόδειξις της καλωσύνης μου, ότι, όσοι από τους νεωτέρους ασχολούνται σε τυχερά παιγνίδια, σε οινοποσίαν και τοιαύτας ακολασίας, θα είδετε πως είναι όλοι εχθροί μου, και ότι ούτοι πλάττουν διαφόρους φήμας και διαδίδουν διάφορα ψεύδη περί εμού. Και βέβαια φανερόν είναι πως, εάν και εγώ είχον τας ιδίας επιθυμίας με αυτούς, δεν θα είχον τοιαύτην γνώμην περί εμού (και δεν θα διέκειντο δυσμενώς). Προσέτι δε, κύριοι βουλευταί, ουδείς δύναται να αποδείξη ότι έχει γίνει εναντίον μου απρεπής ιδιωτική δίκη, ή δίκη προς το δημόσιον, ή δίκη διά μεγάλο έγκλημα εναντίον του κράτους· και όμως βλέπετε ότι άλλοι πολλάκις περιεπλάκησαν εις τοιούτους δικαστικούς αγώνας.

Έπειτα σκεφθήτε ακόμη οποίαν συμπεριφοράν έδειξα απέναντι της πόλεως εις τους προς τους εχθρούς κινδύνους και τας εκστρατείας. Πρώτον μεν δηλαδή, ότε εκάματε την συμμαχίαν με τους Βοιωτούς, και έπρεπε να στείλετε βοήθειαν εις την Αλίαρτον, ενώ είχον καταγραφή υπό του Ορθοβούλου να υπηρετήσω εις το ιππικόν, επειδή έβλεπον πως όλοι εθεώρουν ότι υπάρχει ασφάλεια διά τους ιππείς, και ότι ενόμιζον ότι οι οπλίται θα διατρέξουν κίνδυνον, ενώ άλλοι προσήλθον και κατετάγησαν εις το ιππικόν παρά τον νόμον χωρίς να υποστούν την εξέτασιν ενώπιον των αρμοδίων αρχόντων, εγώ προσελθών είπον εις τον Ορθόβουλον να σβήση το όνομά μου από τον κατάλογον των ιππέων, διότι ενόμιζον ότι είναι αισχρόν, ενώ ο λαός διέτρεχε κίνδυνον, να εκστρατεύω, αφού εξασφαλίσω τον εαυτόν μου. Και, παρακαλώ, ανέβα (εις το βάθρον) Ορθόβουλε (διά να μαρτυρήσης).
ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Αφού προ της εκκινήσεως συνηθροίσθησαν οι συνδημόται μου, επειδή εγνώριζον ότι μερικοί εξ αυτών ήσαν μεν χρηστοί και πρόθυμοι πολίται, αλλ' ότι εστερούντο των μέσων (να παρασκευασθούν), είπον ότι πρέπει οι εύποροι να παρέχουν τα μέσα (της παρασκευής) εις τους απόρους. Και δεν συνεβούλευον τούτο μόνον εις τους άλλους, αλλά και εγώ έδωσα εις δύο άνδρας από τριάκοντα δραχμάς εις έκαστον, όχι διότι είχον πολλά, αλλά διά να γίνη τούτο παράδειγμα εις τους άλλους. Και παρακαλώ, ανέλθετε (εις το βάθρον να μαρτυρήσετε).
ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Μετά ταύτα λοιπόν, αφού έγινε η εκστρατεία, και πάντες προέβλεπον ότι θα παραστή ανάγκη να διατρέξωμεν κίνδυνον, ενώ άλλοι απέφευγον τον κίνδυνον, εγώ κατώρθωσα, ώστε να πολεμώ εναντίον των εχθρών τεταγμένος εις την πρώτην γραμμήν, και μάλιστα αν και ηττήθησαν οι οπλίται της φυλής μου και πλείστοι εφονεύθησαν, υπεχώρησα ύστερον από τον αλαζόνα Στειριέα, ο οποίος όλους τους ανθρώπους τους υβρίζει δειλούς. Ολίγας ημέρας μετά ταύτα, ενώ είχον καταληφθή (υπό των εχθρών) οχυραί θέσεις, ώστε να μη δύναται κανείς να τους πλησιάση, όταν ο Αγησίλαος εισέβαλεν εις την Βοιωτίαν, αφού απεφάσισαν οι άρχοντες να αναχωρήσουν οι οπλίται μερικών φυλών, διά να σπεύσουν εις βοήθειαν (των Βοιωτών), και έκαμναν κλήρωσιν (ποίοι θα μεταβούν εις Βοιωτίαν), διότι όλοι εφοβούντο (ευλόγως δε, κύριοι βουλευταί, εφοβούντο, διότι ήτο φοβερόν να σπεύσουν εις άλλον κίνδυνον, ενώ ολίγον πρωτύτερα μόλις και μετά δυσκολίας είχον σωθή), προσελθών εγώ παρεκάλουν τον ταξίαρχον να στείλη εις την Βοιωτίαν άνευ κληρώσεως τους οπλίτας της φυλής μου.

Ώστε, εάν μερικοί από σας οργίζωνται εναντίον εκείνων, που επιθυμούν μεν να πολιτεύωνται, δεν έχουν όμως το θάρρος να μετέχουν εις τους κινδύνους, δεν δύνανται δικαίως να έχουν περί εμού ταύτην την γνώμην, διότι εγώ όχι μόνον τας διαταγάς των ανωτέρων μου εξετέλουν προθύμως, αλλά είχα το θάρρος και να εκτίθεμαι εις κινδύνους. Και ταύτα έπραττον, όχι διότι δεν ενόμιζον επικίνδυνον να μάχωμαι εναντίον των Λακεδαιμονίων αλλ' ίνα, εάν καμμιά φορά ήθελον περιπλακή εις δικαστικόν αγώνα θεωρούμενος διά ταύτα υφ' υμών χρηστός πολίτης εύρω το δίκαιόν μου. Ανέλθετε παρακαλώ εις το βάθρον διά να μαρτυρήσετε, δι' όσα ανέφερα.
ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Από ουδεμίαν λοιπόν από τας άλλας φρουράς και εκστρατείας ουδέποτε καθυστέρησα, αλλά αδιαλείπτως καθ' όλον τον χρόνον με τους πρώτους μεν εξεστράτευον, με τους τελευταίους δε επανηρχόμην εις την πατρίδα μου. Και όμως πρέπει εκ των τοιούτων πράξεων να εξετάζετε τους φιλοδόξως και κοσμίως κυβερνώντας, και όχι να μισήτε, αν κανείς είναι ατημέλητος κατά την περιβολήν του· διότι με το να είναι κανείς ατημέλητος κατά την περιβολήν του ούτε τους ιδιώτας ούτε το κράτος βλάπτει, όλοι όμως ωφελείσθε από εκείνους, που θέλουν να διακινδυνεύουν (πολεμούντες) εναντίον των εχθρών. Ώστε δεν πρέπει, κύριοι βουλευταί, από την όψιν μόνον ούτε να αγαπάτε ούτε να μισήτε ουδένα, αλλά να εξετάζετε τα έργα του (και εξ αυτών να τον κρίνετε)· διότι πολλοί ομιλούντες σιγά και ενδυόμενοι κοσμίως έχουν γίνει πρόξενοι μεγάλων συμφορών, άλλοι δε που παραμελούν τα τοιαύτα, πολλάς και μεγάλας ευεργεσίας σας έκαμαν.

Κατάλαβα δε, κύριοι βουλευταί, τώρα ότι μερικοί ηγανάκτουν εναντίον μου, διότι νέος ων επεχείρουν να αγορεύω εις την συνέλευσιν του λαού. Εγώ δε την πρώτην μεν φοράν ηναγκάσθην να δημηγορήσω διά τας ατομικάς μου υποθέσεις, έπειτα όμως μου εγεννήθη φιλοδοξία, ίσως μεγαλυτέρα του πρέποντος, αφ' ενός μεν διότι ενεθυμούμην ότι οι πρόγονοί μου ουδόλως είχον παύσει να ασχολούνται με την πολιτικήν και αφ' ετέρου δε διότι έβλεπον (διότι πρέπει να λέγω την αλήθειαν) ότι εθεωρείτε τούτους (τους πολιτευομένους) αξίους να τιμάτε, ώστε βλέπων ότι ταύτην την γνώμην είχετε ποίος δεν θα παρεκινείτο να πολιτεύεται; Εκτός δε τούτων διατί αγανακτείτε εναντίον αυτών (των πολιτευομένων;) (Δεν πρέπει να αγανακτείτε), διότι δεν είναι άλλοι κριταί περί αυτών, αλλά σεις.