Κυριακή 7 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


§11.0. Οι δευτερεύουσες ή εξαρτημένες προτάσεις ενγένει συμπληρώνουν ή προσδιορίζουν την κύρια πρόταση, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο όρους αυτής της τελευταίας, οι οποίοι όροι, ωστόσο, έχουν τη μορφή προτάσεων. Έτσι στη συνάφειά τους με την κύρια πρόταση οι δευτερεύουσες προτάσεις αντιστοιχούν προς τα γραμματικο-συντακτικά συστατικά στοιχεία αυτής της πρότασης και τις σχέσεις και λειτουργίες τους. Ειδικότερα οι δευτερεύουσες προτάσεις αντιστοιχούν αφενός προς τις γραμματικές κατηγορίες του ουσιαστικού, του επιθέτου και του επιρρήματος, αφετέρου προς τις συντακτικές κατηγορίες του υποκειμένου, του αντικειμένου, του επιθετικού προσδιορισμού και του επιρρηματικού προσδιορισμού. Με άλλα λόγια: Με εξαίρεση το κατηγόρημα, το οποίο ως θεμέλιο της πρότασης φέρει τα υπόλοιπα στοιχεία της και γι' αυτό δεν επιδέχεται μετατροπή, όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία της πρότασης μπορούν να εκφραστούν με δευτερεύουσες προτάσεις, οι οποίες αποτελούν περιφραστικούς αντικαταστάτες ενός ουσιαστικού, επιθέτου ή επιρρήματος και των συντακτικών λειτουργιών τους.

• Οι δευτερεύουσες προτάσεις που αντιστοιχούν προς ένα όνομα ουσιαστικό ή επίθετο και τις συντακτικές λειτουργίες αυτών των ονομάτων λέγονται ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις (βλ. κεφ. 10).

• Οι επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας ενότητας, είναι, από την άλλη πλευρά, εκείνες οι εξαρτημένες προτάσεις, οι οποίες ισοδυναμούν με ένα επίρρημα (ή μια επιρρηματική έκφραση) και λειτουργούν συντακτικά ακριβώς όπως αυτό, δηλαδή ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί, οι οποίοι διευρύνουν ή εμπλουτίζουν την πρόταση από την οποία εξαρτώνται, προσδιορίζοντας ειδικότερα τη ρηματική έννοια αυτής της πρότασης ως προς τον χρόνο, τον τόπο, την αιτία, τον σκοπό, το αποτέλεσμα, τις προϋποθέσεις, τον τρόπο ή τις περιστάσεις.

§11.1. Οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις εισάγονται μευποτακτικούς συνδέσμους. Οι σύνδεσμοι που εισάγουν τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις δηλώνουν τη σχέση υποταγής ή εξάρτησης της δευτερεύουσας επιρρηματικής πρότασης προς την κύρια πρόταση. Οι σύνδεσμοι αυτοί είναι συνήθως "συσχετικοί" καθώς ανταποκρίνονται προς δεικτικές λέξεις της κύριας πρότασης συνιστώντας έτσι ό,τι οι Αρχαίοι αποκαλούσαν ἄρθρα, "αρθρώσεις" ή "αρμούς" που αλληλοσυμπλέκονται συνδέοντας την κύρια με τη δευτερεύουσα πρόταση, π.χ.:

ΞΕΝ Ελλ 3.5.8 ὅτε δὲ παρεκάλουν ἡμᾶς οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐπὶ τὸν Πειραιᾶ, τότε ἅπασα ἡ πόλις ἀπεψηφίσατο μὴ συστρατεύειν αὐτοῖς || όταν οι Λακεδαιμόνιοι μας προσκαλούσαν να βαδίσουμε εναντίον του Πειραιά, τότε όλη η πόλη αποφάσισε με ψηφοφορία να μην εκστρατεύσουμε μαζί τους.

Αντί του συσχετικού δεικτικού ενδέχεται στην κύρια πρόταση να χρησιμοποιείται ένα ουσιαστικό:

ΠΛ Νομ 698b κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ὅτε ἡ Περσῶν ἐπίθεσις τοῖς Ἕλλησιν ἐγίγνετο (αντί του τότε…, ὅτε) || κατά την περίοδο εκείνη, όταν γινόταν η επίθεση των Περσών εναντίον των Ελλήνων.

Το δεικτικό, ωστόσο, αποσιωπάται όταν δεν επιδιώκεται να εξαρθεί ο αμοιβαίος συσχετισμός:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.1.2 ὅτε παρ' Ἀστυάγους εἰς Πέρσας ἀπῄει, τοῦτον [Κῦρος] ἐκέλευσε διαφυλάξαι αὐτῷ τήν τε γυναῖκα καὶ τὴν σκηνήν || όταν αναχωρούσε από τα ανάκτορα του Αστυάγη για την Περσία, ο Κύρος τον διέταξε να του φυλάξει και τη γυναίκα και τη σκηνή.

§11.2. Ο τύπος του δεικτικού της κύριας πρότασης, είτε αυτό το δεικτικό εκφράζεται ρητά είτε αποσιωπάται και απλώς υπονοείται, αποτελεί, ακολούθως, ένα από τα κριτήρια για την ειδολογική κατάταξη των εξαρτημένων προτάσεων εν γένει καθώς καθορίζει το είδος της δευτερεύουσας πρότασης: Το επιρρηματικό δεικτικό υποδηλώνει, όπως στα προηγούμενα παραδείγματα, ότι πρόκειται για δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, ενώ τα ονοματικά δεικτικά σημαίνουν ότι πρόκειται για ονοματικές (ουσιαστικοειδείς ή επιθετικές) προτάσεις.

Ο χαρακτήρας των δευτερευουσών προτάσεων υποδηλώνεται όμως και από τους συνδέσμους που τις εισάγουν καθώς και τον τρόπο σύνταξής τους. Οι εισαγωγικοί αυτοί σύνδεσμοι και η σύνταξή τους δεν αποτελούν ωστόσο πάντοτε ασφαλή κριτήρια για την ειδολογική κατάταξη των εξαρτημένων προτάσεων. Οι εξαρτημένες προτάσεις, λ.χ., που εισάγονται με το ὅπως και παρουσιάζουν την ίδια σύνταξη ενδέχεται βέβαια να είναι επιρρηματικές δευτερεύουσες τελικές προτάσεις όπως συμβαίνει στην ακόλουθη περίπτωση:

ΞΕΝ Απομν 3.9.11 καὶ ἀπόντας μεταπεμπομένους, ὅπως ἐκείνοις πειθόμενοι τὰ δέοντα πράττωσιν (= μεταπεμπόμενοι ἐπὶ τούτῳ, ὅπως … πράττωσιν) καλούν και όσους απουσιάζουν [για το εξής:] για να πράξουν αυτά που πρέπει ακούγοντας εκείνους [που είναι γνώστες του πράγματος].

Οι εισαγόμενες με το ὅπως και συντασσόμενες με υποτακτική δευτερεύουσες πρότάσεις ενδέχεται όμως να είναι και ονοματικές, όπως στο παράδειγμα:

ΞΕΝ Απομν 2.2.6 οἱ γονεῖς […] ἐπιμελοῦνται […], ὅπως οἱ παῖδες αὐτοῖς γένωνται ὡς δυνατὸν βέλτιστοι (= οἱ γονεῖς ἐπιμελοῦνται τούτου, ὅπως … γένωνται) || οι γονείς φροντίζουν για τούτο, πως δηλαδή τα παιδιά τους να γίνονται όσο το δυνατόν καλύτερα.

Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με τις εξαρτημένες προτάσεις που εισάγονται με το ὥστε, οι οποίες, παρουσιάζοντας την ίδια σύνταξη, ενδέχεται να έχουν επιρρηματική σημασία και να δηλώνουν τον τρόπο, όπως λ.x:

ΣΟΦ Ηλ 393 καλὸς γὰρ οὑμὸς βίοτος ὥστε θαυμάσαι (= θαυμασίως καλός ἐστιν = οὕτω καλῶς ἐστιν, ὥστε θαυμάσαι) || πραγματικά, ωραία είναι η ζωή μου, αξιοθαύμαστα ωραία,

ενδέχεται όμως να έχουν και τη σημασία ενός εκφερόμενου σε αιτιατική ουσιαστικού ή απαρεμφάτου όπως στο παράδειγμα:

ΗΡΟΔ 7.6 ἀνέπεισε Ξέρξην ὥστε ποιέειν ταῦτα(= ἀνέπεισε Ξέρξην ποιεῖν, δηλαδή αιτιατική όπως στο: ἀνέπεισε Ξέρξην τοῦτο [= ουσιαστικοειδές δεικτικό] ὥστε ποιέειν ταῦτα) || έβαλε στο νου του Ξέρξη τούτο, να πραγματοποιήσει αυτή την επιχείρηση.

Σε τέτοιες περιπτώσεις μόνο το ρητά διατυπωμένο ή απλώς υπονοούμενο δεικτικό της κύριας πρότασης (όπως παρατίθεται στις παρενθέσεις) μπορεί να διασαφηνίσει το είδος της δευτερεύουσας πρότασης, εάν δηλαδή αυτή έχει επιρρηματικό ή ονοματικό χαρακτήρα.

Ο τύπος του επιρρηματικού δεικτικού της κύριας πρότασης καθορίζει και το είδος της εξαρτημένης επιρρηματικής πρότασης: Όπως δηλαδή τα δεικτικά επιρρήματα (στα οποία συγκαταλέγονται και οι δεικτικές αντωνυμίες που συνοδεύονται από μια πρόθεση και χρησιμοποιούνται επιρρηματικά) προσδιορίζουν το κατηγόρημα ως προς τον τόπο (π.χ. ἐνταῦθα, ἐκεῖ), τον χρόνο (τότε), τον τρόπο (οὕτως), την αιτία (ἐκ τούτου, ἐπὶ τούτῳ) κ.λπ., έτσι ακριβώς χρησιμοποιούνται και οι εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις.

§11.3. Οι υποτακτικοί σύνδεσμοι που εισάγουν τις εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις προέρχονται συνήθως από παγιωμένες πτώσεις της αναφορικής αντωνυμίας. Παλαιοί παγιωμένοι πτωτικοί τύποι της αναφορικής αντωνυμίας είναι λ.χ. το ὅθεν, ὅθι. Πιο πρόσφατοι είναι οι πτωτικοί τύποι που συνοδεύονται από προθέσεις, όπως το ἐν ᾧ, και τα επιρρήματα. Η σημασία όλων αυτών των τύπων ήταν αρχικά τοπική ή χρονική, από τις οποίες προέκυψαν κατόπιν οι διάφορες τροπικές αποχρώσεις (αιτία, όρος, συμπέρασμα, αντίθεση κ.λπ.).

§11.4. Με την προέλευση των υποτακτικών συνδέσμων συνδέονται κατά κάποιον τρόπο και οι δυσχέρειες που παρουσιάζονται αφενός στη λογική σειρά πραγμάτευσης και αφετέρου στην ειδολογική ταξινόμηση των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει και των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων ειδικότερα.

Επειδή οι περισσότεροι από τους συνδέσμους που εισάγουν τις εξαρτημένες προτάσεις προέρχονται από αναφορικούς τύπους (π.χ. το ὅτι, ὡς, ὅπως, ὥστε κ.λπ.), η πραγμάτευση των προτάσεων αυτών θα έπρεπε να αρχίζει από τις αναφορικές. Ωστόσο και οι ίδιες οι εξαρτημένες αναφορικές προτάσεις υποδιαιρούνται σε ονοματικές και επιρρηματικές, οι οποίες όμως για να γίνουν κατανοητές προϋποθέτουν την γνώση εννοιών όπως "χρονικές", "αιτιολογικές", "τελικές", "συμπερασματικές", κ.λπ. Για τον λόγο αυτόν στα συντακτικά συνήθως προτάσσεται η πραγμάτευση των "ονοματικών" και "επιρρηματικών" εξαρτημένων προτάσεων και έπονται οι "αναφορικές" προτάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προβλημάτων που παρουσιάζονται στην ειδολογική ταξινόμηση των δευτερευουσών προτάσεων εν γένει και των εξαρτημένων επιρρηματικών προτάσεων ειδικότερα είναι οι"τοπικές" προτάσεις. Ως τέτοιες χαρακτηρίζονται από τους θεωρητικούς εκείνες οι εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις, οι οποίες εισάγονται με αναφορικά τοπικά επιρρήματα ή, καλύτερα, τοπικούς συνδέσμους (οὗ, ὅπῃ, ὅπου, ἔνθα, ἵνα, ὅθεν, ἔνθεν, οἷ, ὅποι κ.λπ.), και οι οποίες δηλώνουν, όπως τα τοπικά επιρρήματα, τις τρεις τοπικές σχέσεις: το "που", το "από που" και το "προς τα που". Τα αναφορικά τοπικά επιρρήματα της εξαρτημένης πρότασης ενδέχεται να ανταποκρίνονται σε δεικτικά τοπικά επιρρήματα της κύριας πρότασης (ἐνταῦθα, ἐκεῖ, ἐκεῖσε, ταύτῃ κ.λπ.).

Κατ' αναλογία προς τις εξαρτημένες επιρρηματικές χρονικές προτάσεις όπως π.x.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.13 [Κῦρος] ὑπέσχετο ἀνδρὶ ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς, ἐπὴν εἰς Βαβυλῶνα ἥκωσι || ο Κύρος υποσχέθηκε ότι θα δώσει σε κάθε άνδρα το ποσόν των πέντε μνων όταν θα έχουν φθάσει στην Βαβυλώνα,

μπορεί σε περιπτώσεις όπως:

ΘΟΥΚ 2.11.9 ἕπεσθε, ὅπῃ ἄν τις ἡγῆται || ακολουθείτε όπου σας οδηγούν οι στρατηγοί.

να γίνει λόγος για "τοπικές" επιρρηματικές προτάσεις.

Εάν όμως στην κύρια πρόταση υπάρχει μια δεικτική έκφραση, η οποία διασαφηνίζεται ή επεξηγείται από την εξαρτημένη πρόταση, τότε η δευτερεύουσα αυτή πρόταση μπορεί να υπαχθεί και στις ονοματικές αναφορικές προτάσεις. Μια τέτοια αμφίσημη περίπτωση θα μπορούσε π.χ. να θεωρηθεί η εξής:

ΠΛ Απολ 28d οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ, ἐνταῦθα δεῖ μένοντα κινδυνεύειν || όπου [σε αυτό, στο οποίο] τάξει κανείς τον εαυτό του, εκεί πρέπει να μείνει και να κινδυνέψει.

Ενώ γνήσια αναφορική πρόταση, εφόσον στην κύρια πρόταση υπάρχει ένα συσχετικό ουσιαστικό, είναι η ακόλουθη:

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.7.20 ἄξει αὐτοὺς εἰς χωρίον ὅθεν ὄψονται θάλατταν || θα τους οδηγήσει σε μέρος, από το οποίο θα ιδούν τη θάλασσα.

Οι εξαρτημένες "τοπικές" προτάσεις δεν διαφέρουν στη σύνταξή τους από τις αντίστοιχες χρονικές αφενός και αναφορικές αφετέρου. Έτσι από τη μια φαίνεται να ανήκουν στις επιρρηματικές προτάσεις, αφού περιέχουν έναν τοπικό επιρρηματικό προσδιορισμό. Από την άλλη όμως, και στο μέτρο που επεξηγούν έναν όρο της πρότασης από την οποίαν εξαρτώνται, οι εξαρτημένες "τοπικές" προτάσεις είναι ονοματικές προσδιοριστικές προτάσεις. Η αμφισημία αυτή είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους πολλοί θεωρητικοί δεν τις πραγματεύονται ως αυτόνομη κατηγορία εξαρτημένων προτάσεων.

§11.5. Η διάταξη που ακολουθείται στα επόμενα έχει ως εξής: προτάσσονται οι χρονικές προτάσεις, οι οποίες είναι, μαζί με τις "τοπικές", οι αρχαιότερες εξαρτημένες επιρρηματικές προτάσεις. Ακολουθεί μια ομάδα επιρρηματικών προτάσεων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν "αιτιώδεις" με την ευρεία έννοια καθώς περιλαμβάνουν όχι μόνο τις αιτιολογικές με τη στενή έννοια, αλλά και τις τελικές, αφού ο σκοπός δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα "τελικό αίτιο", τις υποθετικές, οι οποίες έχουν να κάνουν με έναν λόγο και την ακολουθία του ή μια προϋπόθεση που λειτουργεί ως αιτία, όπως και τις εναντιωματικές ή παραχωρητικές που συγγενεύουν με τις υποθετικές και επομένως και με τις υπόλοιπες αιτιολογικές. Ακολουθούν οι συμπερασματικές που έχουν συγκριτικό και τροπικό χαρακτήρα. Την κατακλείδα αποτελούν οι αναφορικές προτάσεις, η οποίες αποτελούν μιαν αυτόνομη κατηγορία και γι' αυτό παρουσιάζονται σε μια ξεχωριστή ενότητα.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 2. Νομοθέτες και τύραννοι

2.2. Ένας μεγάλος βράχος έπεσε πάνω στους άρχοντες


Γύρω στο 500 οι Σπαρτιάτες κάλεσαν τους Πελοποννήσιους συμμάχους τους σε σύσκεψη. Είχαν κάνει ένα σοβαρό λάθος στην εξωτερική πολιτική και επιθυμούσαν να επανορθώσουν το ταχύτερο. Ισχυρίστηκαν ότι, παραπλανημένοι από χαλκευμένους χρησμούς, ανέτρεψαν τον τύραννο της Αθήνας, τον Ιππία, μολονότι ήταν φιλικός προς αυτούς, και παρέδωσαν την πόλη σε έναν αχάριστο δήμο. Οι Αθηναίοι ωστόσο, παρά την ευεργεσία, σήκωσαν κεφάλι και τους έδιωξαν από την πόλη (αντί να ενταχθούν, όπως αναμενόταν, στη συμμαχία τους). Ελεύθεροι πλέον και ανεξάρτητοι, γίνονταν καθημερινά ισχυρότεροι. Επιθυμούσαν λοιπόν οι Σπαρτιάτες, με τη βοήθεια των συμμάχων τους, να αποδώσουν την εξουσία και πάλι στον τύραννο.

Ο Ηρόδοτος, που αφηγείται την ιστορία, εμφανίζει τον αντιπρόσωπο των Κορίνθιων στη σύσκεψη να εξανίσταται και βάζει στο στόμα του τα ακόλουθα λόγια:

Ο ουρανός θα βρεθεί κάτω από τη γη και η γη θα βρεθεί μετέωρη πάνω από τον ουρανό και οι άνθρωποι θα ζουν με θαλασσινό νερό και τα ψάρια στη στεριά, όταν εσείς, Λακεδαιμόνιοι, ετοιμάζεστε να καταργήσετε στις διάφορες πόλεις την ἰσοκρατίαν και να επιβάλετε τυραννίες, που απ᾽ αυτές δεν υπάρχει πιο άδικο και σκληρό καθεστώς. Αν νομίζετε ότι είναι σωστό να υπάρχουν τυραννίες στις πόλεις, τότε εσείς πρώτοι διαλέξτε έναν τύραννο και τότε μόνο προσπαθήστε να επιβάλετε και στους άλλους τυραννία. Αλλά εσείς δεν έχετε δοκιμάσει την τυραννία και προφυλάσσετε με όλα τα μέσα τη Σπάρτη για να την αποφύγει, ενώ θέλετε να την επιβάλετε στους συμμάχους σας.

Την εποχή που έγινε η σύσκεψη, η τυραννία ήταν πολίτευμα μισητό στον ελληνικό κόσμο. Πολλές ελληνικές πόλεις είχαν διακυβερνηθεί από τυράννους τους οποίους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατάφεραν να ανατρέψουν - συχνά με τη βοήθεια της Σπάρτης. Ο αντιπρόσωπος των Κορίνθιων, οι οποίοι διέθεταν μεγάλο κύρος στη συμμαχία, θεώρησε χρήσιμο να αφηγηθεί τη δική τους εμπειρία. Την πόλη τους διοικούσαν κάποτε οι Βακχιάδες, μια ομάδα ευγενών που παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Μια από τις κόρες τους, ωστόσο, επειδή ήταν κουτσή και δεν βρήκε γαμπρό στον κύκλο της, παντρεύτηκε κάποιον από άλλο γένος. Μαζί του απέκτησε έναν γιο, τον Κύψελο. Με την ενθάρρυνση του μαντείου των Δελφών, ο Κύψελος ανέτρεψε τους Βακχιάδες και έγινε τύραννος. Έδιωξε αρκετούς Κορίνθιους από την πόλη, κατέσχεσε τις περιουσίες πολλών και σκότωσε ακόμη περισσότερους. Στην εξουσία παρέμεινε ευτυχής για τριάντα χρόνια και, όταν πέθανε, τον διαδέχθηκε ο γιος του Περίανδρος. Ο Περίανδρος ήταν στην αρχή ηπιότερος από τον πατέρα του, αλλά στη συνέχεια έγινε πολύ χειρότερος. Ασκώντας βία, θεώρησε επιπλέον σωστό να προσβάλει τις γυναίκες των Κορίνθιων για να τιμήσει τη δική του νεκρή σύζυγο.

Η ιστορία αυτή είναι διαφωτιστική, καθώς υπογραμμίζει βασικά χαρακτηριστικά της τυραννίας. Αφήνει ωστόσο κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες αδιευκρίνιστες. Δεν είναι σαφές πώς κατάφερε ο Κύψελος να κερδίσει την εύνοια του μαντείου, να ανατρέψει τους ευγενείς και να παραμείνει στην εξουσία για πολύ μεγάλο διάστημα, μεταβιβάζοντάς την μάλιστα στον γιο του.

Για την τυραννία στην Κόρινθο συγκέντρωσε πληροφορίες και ένας μεταγενέστερος ιστορικός, ο Νικόλαος Δαμασκηνός, από το έργο του οποίου έχουν σωθεί αποσπάσματα. Σύμφωνα με τον Νικόλαο, ο Κύψελος δεν έγινε τύραννος αλλά βασιλιάς. Πριν ανατρέψει τους ευγενείς, κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών της Κορίνθου, επειδή, σε αντίθεση με τους Βακχιάδες που ήταν υβριστές και βίαιοι, αυτός είχε θεωρηθεί ανδρείος και σώφρων. Επιπλέον, διακρίθηκε ως πολέμαρχος, ασκώντας με ηπιότητα τα δικαστικά καθήκοντα που του αναλογούσαν. Διαπιστώνοντας ότι οι πολίτες της Κορίνθου εχθρεύονταν τους Βακχιάδες, έγινε αρχηγός τους. Είχε άλλωστε με το μέρος του και χρησμό από το μαντείο. Σκότωσε αυτόν που ασκούσε εκείνη τη χρονιά την εξουσία και αναγορεύτηκε από τον δήμο βασιλιάς στη θέση του. Δήμευσε τις περιουσίες ευγενών και τους έδιωξε από την πόλη. Επανέφερε όμως όσους είχαν εξοριστεί από τους Βακχιάδες και απέδωσε πολιτικά δικαιώματα σε εκείνους που τα είχαν στερηθεί.

Όσα χρόνια παρέμεινε στην εξουσία ο Κύψελος ήταν πράος και δεν χρειάστηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει σωματοφύλακες (δορυφόρους), όπως συνήθιζαν οι τύραννοι. Όταν πέθανε, άφησε την εξουσία στον γιο του Περίανδρο, ο οποίος όμως υπήρξε ωμός και βίαιος. Αυτός χρειαζόταν τριακόσιους σωματοφύλακες για την προστασία του. Δεν άφηνε τους πολίτες να αγοράζουν δούλους και τους κρατούσε διαρκώς απασχολημένους. Ούτε τους επέτρεπε να κάθονται στην αγορά, από φόβο μήπως συνωμοτήσουν εναντίον του. Βρισκόταν σε διαρκείς πολέμους και ναυπηγούσε πολεμικές τριήρεις. Στον ερωτικό του βίο υπήρξε ανόσιος. Ο Περίανδρος, με δυο λόγια, εξέτρεψε τη βασιλεία σε τυραννία.

Οι δύο αφηγήσεις δεν είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα έχει πάντα σημασία η οπτική γωνία του αφηγητή. Ακόμη και όταν επιθυμεί να είναι αντικειμενικός, ο ιστορικός προσέχει διαφορετικές πλευρές των ίδιων φαινομένων και αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στις ίδιες πράξεις. Σε βασικά ζητήματα, πάντως, οι δύο εκδοχές συμφωνούν. Πρώτον, ο Κύψελος πήρε την εξουσία με βία, ανατρέποντας το παλαιό πολιτικό σύστημα. Δεύτερον, κυβέρνησε με αυθαιρεσία, εξορίζοντας, δημεύοντας περιουσίες και θανατώνοντας. Τρίτον, προσπάθησε να καταστήσει την εξουσία του κληρονομική. Και οι δύο εκδοχές συμφωνούν επίσης ότι ο Περίανδρος, είτε από την αρχή είτε αργότερα, έγινε πολύ χειρότερος και, επιπλέον, δεν σεβόταν τα χρηστά ήθη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι συμπληρωματικές διευκρινίσεις της δεύτερης εκδοχής. Απέναντι στους Βακχιάδες ο Κύψελος ήταν σκληρός και αδίστακτος, αλλά μόνο ο Νικόλαος εξηγεί ότι εξέφραζε το γενικό αίσθημα του δήμου και ότι η επιτυχία του οφειλόταν στη διαφθορά του παλαιού καθεστώτος. Η μακρά παραμονή του στην εξουσία δείχνει άλλωστε ότι υπήρξε δημοφιλής. Η αυθαιρεσία του μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, στρεφόταν ωστόσο εναντίον μιας ολιγομελούς κλειστής ομάδας, όχι εναντίον των μαζών.

Η αρχαιολογία και διάσπαρτες ιστορικές μαρτυρίες βοηθούν να φανταστούμε κάπως τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Κόρινθο πριν από την επικράτηση του Κύψελου. Για έναν περίπου αιώνα, την εποχή δηλαδή που κυβερνούσαν οι Βακχιάδες, η πόλη ευημερούσε. Αξιοποιούσε με επιτυχία τη γεωγραφική της θέση στον Ισθμό για τις χερσαίες μετακινήσεις μεταξύ Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου και τα δύο λιμάνια της για τις θαλάσσιες μετακινήσεις προς το Αιγαίο πέλαγος ανατολικά και το Ιόνιο δυτικά. Διακρίθηκε έτσι τόσο στο εμπόριο όσο και στην ίδρυση αποικιών, από τις οποίες ξεχώρισαν η Κέρκυρα και οι Συρακούσες. Στην ίδια την πόλη, τεχνίτες και έμποροι ήταν διαρκώς απασχολημένοι, κατασκευάζοντας και διακινώντας εμπορεύματα υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Ο πλούτος που άρχισε να συσσωρεύεται διαμοιράστηκε σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και, σε μεγάλο βαθμό, επενδύθηκε στη γη, δημιουργώντας μια σημαντική τάξη εύπορων αγροτών.

Τα συμφέροντα και οι ανάγκες της Κορίνθου, μετά από έναν αιώνα ανάπτυξης, συγκρούονταν πλέον ευθέως με τα συμφέροντα και τις ανάγκες μιας κλειστής ομάδας ευγενών που δεν ήταν διατεθειμένοι να μοιραστούν την εξουσία με νέους άνδρες. Επιπλέον, ισχυροί και επικίνδυνοι γείτονες, όπως το Άργος και τα Μέγαρα, δεν αντιμετωπίζονταν πλέον αποτελεσματικά από την παλαιά αριστοκρατία. Η λύση βρέθηκε, καθώς φαίνεται, στο πρόσωπο του Κύψελου. Ως απόλυτος άρχοντας μπορούσε να αναδείξει και να κινητοποιήσει ευρύτερες δυνάμεις. Όταν εδραίωσε την εξουσία του, θα πρόβαλε ασφαλώς στο πλήθος ως αγαθός βασιλιάς και στους ευγενείς ως σφετεριστής δυνάστης, δηλαδή τύραννος.

Οι διαφορετικοί τίτλοι που αποδίδονται στον Κύψελο δεν δημιουργούν ιδιαίτερο πρόβλημα: βασιλεύς και τύραννος ήταν αρχικά λέξεις συνώνυμες. Στα ομηρικά έπη εμφανίζονται αρκετοί βασιλείς με μεγάλη εξουσία, αλλά ο τίτλος δίνεται κάποτε και σε άλλους ευγενείς. Στον Ησίοδο βασιλείς αποκαλούνται γενικά οι ευγενείς. Για «τυραννία» έγινε πρώτη φορά λόγος, όσο ξέρουμε, από τον ποιητή Αρχίλοχο, στο μέσον του 7ου αιώνα, ίσως για να δηλωθεί η απόλυτη εξουσία που δεν είχε μεταβιβαστεί κληρονομικά. Για άνδρες που επιβάλλονταν μόνοι τους, έξω από το αριστοκρατικό πλαίσιο, εξοντώνοντας ή εκτοπίζοντας άλλους ευγενείς, θεωρήθηκε χρήσιμο να χρησιμοποιηθεί ένας νέος όρος, δάνειο, μάλλον, από κάποιον ανατολικό πολιτισμό - ίσως από τη Λυδία, όπου κυβερνούσε εκείνη την εποχή ο σφετεριστής Γύγης. Το μαντείο των Δελφών πάντως, ακόμη και στην εκδοχή του Ηροδότου, προανήγγειλε τον Κύψελο ως βασιλιά.

Ο Κύψελος ήταν ένας από τους παλαιότερους Έλληνες τυράννους. Πήρε την εξουσία στο μέσον περίπου του 7ου αιώνα ή λίγο αργότερα. Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν σε πολλές άλλες πόλεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι τύραννοι επικράτησαν ύστερα από αναταραχή ή σφοδρή σύγκρουση, ενώ σε ορισμένες με πόλεμο. Συχνά είχαν ισχυρή υποστήριξη από τον δήμο. Ορκισμένοι τους εχθροί ήταν οι ευγενείς, που έχαναν την εξουσία και κάποτε τις περιουσίες ή τη ζωή τους. Συνέβαινε ωστόσο να τους υποστηρίζουν και ορισμένοι ευγενείς που αισθάνονταν αποκλεισμένοι από την πολιτική εξουσία.

Ο κυριότερος λόγος που καθιστούσε την εγκαθίδρυση μιας τυραννίας επιθυμητή από τον δήμο, ή πάντως από μια μεγάλη μερίδα του, ήταν ο πόλεμος. Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις βρίσκονταν σε αυξανόμενη ένταση με γειτονικές κοινότητες για τον έλεγχο της γης, αλλά και με μακρινές για τον έλεγχο περιοχών κατάλληλων προς αποικισμό, επομένως πάλι για τον έλεγχο καλλιεργήσιμων εδαφών. Οι ανάγκες του πολέμου απαιτούσαν ικανούς στρατηγούς, όχι κληρονομικούς άρχοντες. Ο Κύψελος και ο Περίανδρος, μεταξύ άλλων, ήταν αποτελεσματικοί οργανωτές του στρατού και πρόθυμοι να στηριχτούν στη δύναμη και τη βούληση των οπλιτών. Για να επέλθει μια αλλαγή που θα περιόριζε την εξουσία και την αυθαιρεσία των ευγενών, χρειαζόταν μια επίσης αυθαίρετη και αποφασιστική παρέμβαση.

Προκειμένου να εξασφαλίσουν στρατιωτικές επιτυχίες, οι τύραννοι έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον δήμο, από τον οποίο προέρχονταν οι οπλίτες. Σε αντίθεση με τους ευγενείς, που προτιμούσαν να επιδεικνύουν τη δόξα των προγόνων τους, αυτοί είχαν κάθε λόγο να αναδείξουν τη δόξα της πόλης και των πολιτών. Επέβλεψαν την κατασκευή λαμπρών ναών και την εκτέλεση άλλων δημόσιων έργων, δίνοντας στους αντιπάλους τους την εντύπωση ότι επιθυμούσαν απλώς να κρατούν τον λαό απασχολημένο. Επιπλέον, προσπάθησαν να καταστήσουν τις εορτές υπόθεση όλου του δήμου, τονώνοντας το ηθικό του και το αίσθημα ενότητας που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ο Περίανδρος μπορεί να απαγόρευσε την αγορά πολλών δούλων, για να περιορίσει την επίδειξη των ευγενών, ή να κατέσχεσε τα κοσμήματα που φορούσαν οι ευγενείς δέσποινες, αλλά αξιοποίησε πολυάριθμους δούλους και έκανε μεγάλες δαπάνες για έργα της πόλης. Ως πολιτικοί άνδρες, οι τύραννοι έθεσαν τον πολιτισμό στην υπηρεσία της πόλης και του πολέμου.

Οι πρώτοι τύραννοι είχαν αρκετούς εχθρούς αλλά πολύ περισσότερους φίλους. Το μαντείο ήξερε τι έκανε όταν τους ενθάρρυνε και τους στήριζε. Οι μύθοι που πλάστηκαν για τα παιδικά χρόνια του Κύψελου και τη διάσωσή του μέσα σε μια κυψέλη από τις επιβουλές των ευγενών φανερώνουν ότι κάποιοι τον φαντάστηκαν να επιβιώνει με σκοπό να επιτελέσει ηρωικά κατορθώματα. Η Πυθία, καθώς λεγόταν, το είχε πει καθαρά πριν γεννηθεί: «Ένας μεγάλος βράχος θα πέσει πάνω στους άνδρες που κατέχουν την εξουσία και θα αποδώσει στην Κόρινθο τη θέση που δικαιούται.» (μτφρ. Ά. Βλάχος) Άλλωστε, παρά τα όσα είχαν να προσάψουν πολλοί στον Περίανδρο, στην ιστορία παρέμεινε περισσότερο ως ένας από τους λεγόμενους Επτά Σοφούς και λιγότερο ως δυνάστης.

Η πρόθεση των τυράννων να καταστήσουν την εξουσία τους κληρονομική ήρθε πάντως σε σύγκρουση με τις φιλοδοξίες και τις ανάγκες του δήμου που τους είχε στηρίξει. Η πολυετής διακυβέρνηση μιας πόλης χωρίς ουσιαστικό έλεγχο καθιστούσε πολλούς από αυτούς άπληστους και μισαλλόδοξους. Κάθε προσπάθεια να αμφισβητηθεί η εξουσία τους αντιμετωπιζόταν με μεγάλη σκληρότητα. Εκτός από την παλαιά αριστοκρατία, που παρέμενε σταθερά εχθρική απέναντί τους, εναντίον τους στράφηκε τελικά και ο δήμος. Αρκετοί τύραννοι κατάφεραν να μεταβιβάσουν την εξουσία στα παιδιά τους, αλλά μόνο στην Κόρινθο η τυραννία πέρασε στην τρίτη γενιά - και αυτό για λίγα μόνο χρόνια. Στο τέλος ανατράπηκαν όλοι σε συνθήκες αναταραχών ή εξωτερικών επεμβάσεων, εξάπτοντας νέα πάθη. Η λέξη «τύραννος» κατέληξε να σημαίνει τον καταπιεστή και τον δυνάστη. Μόνο στην ποίηση, που επιθυμούσε να χρησιμοποιεί αρχαϊκό λεξιλόγιο, ο τύραννος μπορούσε να παραμένει αγαθός και καλοπροαίρετος άρχοντας. Ο Σοφοκλής προτίμησε να αποκαλέσει έτσι τον Οιδίποδα.

Στη Μυτιλήνη του ύστερου 7ου αιώνα επικρατούσαν συνθήκες που θύμιζαν πολύ την Κόρινθο. Η πόλη, την οποία κυβερνούσε το αριστοκρατικό γένος των Πενθιλιδών, ευημερούσε και είχε συμμετάσχει στην ίδρυση πολλών αποικιών. Αλλά οι Πενθιλίδες βασιλείς φέρονταν με υπεροψία. Λέγεται ότι περιδιάβαιναν τους δρόμους της πόλης και χτυπούσαν τους κατοίκους με ρόπαλα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό. Στο μεταξύ οι αριστοκρατικές οικογένειες που δεν συμμετείχαν στην εξουσία διαμαρτύρονταν. Το πολίτευμα ανατράπηκε, και στη θέση των ευγενών κυβέρνησαν διαδοχικά διάφοροι τύραννοι. Η κατάσταση παρέμενε έκρυθμη, με διαρκείς συνωμοσίες και πολιτικές δολοφονίες.

Κάποια στιγμή δόθηκε απόλυτη εξουσία στον Πιττακό που, όπως ο Κύψελος, είχε αριστοκρατική καταγωγή μόνο από τη μητέρα του. Ο αριστοκράτης ποιητής Αλκαίος τον αποκαλούσε τύραννο και είχε πολλά να του προσάψει, αλλά ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι ήταν αἰσυμνήτης, δηλαδή, όπως εξηγεί, ένας «αιρετός τύραννος». Σε άλλες πηγές ο Πιττακός αποκαλείται βασιλιάς. Άσκησε τα καθήκοντά του για δέκα χρόνια, όπως προβλεπόταν, και, όταν παραιτήθηκε, ιδιώτευσε για άλλα δέκα. Ένα από τα βασικά του καθήκοντα ήταν να αποτρέψει την επάνοδο των εξόριστων ευγενών στην πόλη και την εξουσία. Ο Πιττακός κέρδισε και αυτός μια θέση μεταξύ των Επτά Σοφών της αρχαίας Ελλάδας.

Η σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση τυράννων σε πολλές ελληνικές πόλεις είναι εντυπωσιακή. Υπήρχαν δύο λόγοι που συνέβαλαν στη γρήγορη διάδοση του φαινομένου. Ο ένας ήταν ο μιμητισμός: οι επιτυχίες των τυράννων στην Κόρινθο έδωσαν την ιδέα σε άλλους να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Ο άλλος λόγος ήταν η βοήθεια που έσπευδαν να προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Ο Περίανδρος, για παράδειγμα, μπορούσε να γεφυρώσει τις παλαιές διαφορές της πόλης του με τη Μίλητο και να συνεργαστεί με τον τύραννό της, τον Θρασύβουλο.

Ισχυροί τύραννοι αναδείχθηκαν ορισμένες φορές μπροστά στον κίνδυνο μιας σοβαρής εξωτερικής απειλής. Ο Πολυκράτης της Σάμου οικοδόμησε μια ισχυρή συμμαχία ικανή να αντισταθεί, για ένα διάστημα, στην περσική επέκταση. Προκειμένου να επιβληθεί στην εξουσία, δέχτηκε τη βοήθεια του τυράννου της Νάξου Λύγδαμη και έγινε γρήγορα τόσο ισχυρός, ώστε έθεσε κάτω από τον έλεγχό του πολλά άλλα νησιά, όπως τη Ρόδο. Είχε στη διάθεσή του 100 πολεμικά πλοία και 1.000 τοξότες. Για τα κατορθώματά του κατέστη ο θρυλικότερος και ενδοξότερος τύραννος, με φιλίες που περιλάμβαναν τον φαραώ της Αιγύπτου. Τα δημόσια έργα που προώθησε ήταν για την εποχή του αξεπέραστα σε μεγαλείο και τεχνική αρτιότητα. Στην αυλή του συγκεντρώθηκαν ποιητές όπως ο Ανακρέων και ο Ίβυκος, που τον δόξασε και τον ύμνησε. Το καθεστώς του πάντως δεν το ανέχτηκε ο σοφός Πυθαγόρας, που προτίμησε να εγκατασταθεί στη νότια Ιταλία για να ιδρύσει τη σχολή του.

Η αυξανόμενη δύναμη του Πολυκράτη φόβισε πολλούς Έλληνες. Παρακινημένοι από εξόριστους Σάμιους, οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους προσπάθησαν να τον ανατρέψουν. Η επιχείρηση απέτυχε, αλλά ο Πολυκράτης δεν άργησε να βρει τον θάνατο στα χέρια των Περσών, που τον συνέλαβαν με δόλο. Στη συνέχεια οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να ανατρέψουν τον Λύγδαμη της Νάξου και αργότερα τον Ιππία της Αθήνας. Προσπαθούσαν να οικοδομήσουν μια δική τους μεγάλη συμμαχία, ικανή να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Στη συμμαχία αυτή οι φιλόδοξοι τύραννοι δεν είχαν θέση. Αλλά τα σχέδια των Σπαρτιατών σκόνταψαν στον αθηναϊκό δήμο, που αποδείχθηκε ακόμη πιο φιλόδοξος από τους τυράννους.

Προς το τέλος του 6ου αιώνα, όταν πολλές ελληνικές πόλεις προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τους τυράννους τους, οι Πέρσες άρχισαν να καταλαμβάνουν τα μικρασιατικά παράλια. Για τη διοίκηση των ελληνικών πόλεων που εξουσίαζαν, οι Πέρσες θεώρησαν ότι το καταλληλότερο σύστημα διακυβέρνησης ήταν η τυραννία. Με τυράννους της δικής τους επιλογής μπορούσαν να ασκούν τον έλεγχο που επιθυμούσαν και να εξασφαλίζουν τους φόρους που απαιτούσαν. Με αυτή την εξέλιξη, στις συνειδήσεις των Ελλήνων οι τύραννοι έγιναν επιπλέον μισητοί εκπρόσωποι μιας ξένης δύναμης. Ακόμη και για την αντιμετώπιση επικίνδυνων εχθρών, οι περισσότεροι Έλληνες πίστευαν πλέον ότι καταλληλότερα ήταν άλλα πολιτεύματα με πολύ ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.

Παρόμοιες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες δημιουργήθηκαν και στις δυτικές αποικίες. Εκτός από τις συγκρούσεις των ευγενών με τον δήμο, οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, τους Ετρούσκους από τη βόρεια και τη δυτική Ιταλία και τους Καρχηδόνιους από τη βόρεια Αφρική. Στον Ακράγαντα, τη Γέλα, τις Συρακούσες και άλλες πόλεις επιβλήθηκαν τυραννίες. Όπως και αλλού, οι τυραννίες αυτές αντικαταστάθηκαν με τη σειρά τους από συμμετοχικότερα πολιτεύματα, αλλά νέοι εξωτερικοί κίνδυνοι και εσωτερικές αναταραχές επέτρεψαν και πάλι την επιβολή τυράννων στις Συρακούσες, που παρέμεινε για πολλούς αιώνες η ισχυρότερη ελληνική πόλη στη Σικελία.

Ο «Διαμορφωμένος» Άνθρωπος

Πως «Διαμορφώνεται» ο Άνθρωπος, από την Φύση, την Κοινωνία, την ζωή

1. Η Έλευση του Ανθρώπου στον κόσμο

Σύνοψη Προηγουμένων: Ο Άνθρωπος, αυτό που Είμαστε Πραγματικά, Είναι ο Αληθινός Άνθρωπος, ο Ζωντανός Άνθρωπος, που Υπάρχει Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο: Η Απλή Αυθόρμητη Ανόθευτη Καθαρή Παρουσία… όχι ό,τι σκεφτόμαστε, ό,τι συναισθανόμαστε, ό,τι αισθανόμαστε, το σώμα, ή οτιδήποτε άλλο… Αυτή η Παρουσία Είναι η Μόνη που Υπάρχει. Υπάρχει Μόνο Αυτή η Μία Παρουσία, δεν έχει Ιδιότητες, Όρια, Περιορισμούς… Είναι Απεριόριστη, Είναι περιορισμένη, ανάλογα με το «πως» βλέπουμε… Αυτή η Παρουσία Δημιουργεί τους Αντικειμενικούς Κόσμους κι Αυτή η Παρουσία Ενοικεί στους Κόσμους (Είναι η Μία Παρουσία που Λειτουργεί και στο Αντικειμενικό και στο Υποκειμενικό Πεδίο). Από Αυτή την Παρουσία Αναδυόμαστε κι είμαστε εμείς οι ίδιοι που «δημιουργούμε» την αντίληψη του εαυτού, περιοριζόμαστε μέσα στην αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης… Υπάρχει Μια Παρουσία… δεν Υπάρχει Βούδας, εγώ, εσύ, ο καθένας… όλοι οι διαχωρισμοί κι οι «ταυτότητες» είναι τεχνητές κατασκευές της αντίληψης… Κι επειδή έχουμε κάνει ήδη αυτούς τους διαχωρισμούς στους Ανώτερους Κόσμους, ερχόμαστε εδώ, στη γη, σαν ξεχωριστές οντότητες μέσα σε ένα σώμα.

Η Αληθινή Ουσία, η Παρουσία (που Είμαστε), έρχεται εδώ, «στο μέρος που είναι το σώμα»… Είναι Έξω από το σώμα και μέσα στο σώμα. Δεν «ενσαρκώνεται», αλλά «διαπερνά» το σώμα, έχει επίγνωση του σώματος, γνωρίζει τι συμβαίνει παντού μέσα στο σώμα, και μέσω του σώματος έξω στοκ κόσμο. Μεταφέροντας την Προσοχή στις κατώτερες λειτουργίες, Αντίληψη, σκέψη, συναίσθημα, σώμα, «μαθαίνει» να λειτουργεί μέσα από το σώμα, μέσα από τις ιδιαίτερες λειτουργίες, στις αντίστοιχες λειτουργικές περιοχές, στα αντίστοιχα «κέντρα». Ξεχνιέται, Εγκλωβίζεται, Απορροφιέται,, Χάνεται στις λειτουργίες και στον κόσμο.

Δείτε το πώς «συνέβη» σε σας (εγώ το έχω κάνει ήδη), πως συμβαίνει σε ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο. Στην αρχή το παιδί έχει μια ασαφή αντίληψη ενότητας όλων μέσα στην οποία όμως διακρίνει τα «πράγματα». Έχει γνώση ότι είναι εδώ, ότι πραγματικά είναι εδώ, απλώνει τα χέρια του, αγγίζει τα πράγματα, τα δοκιμάζει… Κι όταν αναδύονται ανάγκες, επειδή «αισθάνεται» δυσάρεστα αλλά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κλαίει, χτυπάει συναγερμό… Κι αν ικανοποιηθούν οι ανάγκες ξαναγυρίζει στην ήρεμη ενατένιση των πραγμάτων… Στα τρία, τέσσερα χρόνια όμως, η αντίληψη αρχίζει να συγκεκριμενοποιεί την ύπαρξή της, να της αποδίδει ιδιότητες, χαρακτηριστικά… Η πρώτη ιδιότητα είναι «είμαι ξεχωριστός», διαφορετικός από το περιβάλλον… «Είμαι εγώ» απέναντι στον κόσμο. Αρχίζει να χτίζεται ο νοητικός πυρήνας, που δεν θα μείνει βέβαια ένα απλό εγώ – ο άνθρωπος, ο συγκεκριμένος άνθρωπος – αλλά θα «εμπλουτιστεί» με πλήθος ιδιότητες, εμπειρίες, πεποιθήσεις…

Στην αρχή-αρχή της πορείας του σχηματισμού του εγώ, ο άνθρωπος, αρχίζει να συσσωρεύει ιδιότητες, εμπειρίες-γνώσεις, μνήμες, και σιγά σιγά-σιγά οικοδομεί ένα σύστημα σκέψης… πάντα μέσα σε ένα περιβάλλον, και με την καθοδήγηση του περιβάλλοντος… Μέσα από αυτό το σύστημα σκέψης, το παιδί συναισθάνεται, δίνει αξίες, απαξίες στα πράγματα, παίρνει θέση απέναντί τους, προσανατολίζεται και όλα αυτά τα διοχετεύει σε δράσεις.

Αλλά το παιδί δεν μεγαλώνει, όπως είπαμε ήδη, ελεύθερο στη φύση… καθοδηγείται από την κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκε… ακόμα κι ο Μόγλης του παραμυθιού των παιδικών χρόνων μας (από το βιβλίο «Το Βιβλίο της Ζούγκλας», του Κίπλινγκ), το παιδί της ζούγκλας, είχε τα αδέρφια του τους λύκους, τον Μπαλού, την αρκούδα, τον Μπαγκίρα, τον πάνθηρα, να του «μάθουν» πράγματα… Ο άνθρωπος στην κοινωνία δεν είναι ελεύθερος να διαλέξει τις γνώσεις του, τις πεποιθήσεις του, τον τρόπο ζωής του. «Εκπαιδεύεται» σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας. «Κοινωνικοποιείται» το λένε αυτοί… «Διαμορφώνεται» το λέω εγώ… Και γίνεται νοητικά και πρακτικά κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας… Και μετά του λένε πήγαινε ζήσε σε αυτή την κοινωνία που σε εκπαίδευσε σαν εγώ, μέσα από τον ανταγωνισμό, την αδιαφορία για τους άλλους, ένα θηρίο μέσα σε μια ζούγκλα… γιατί μια κοινωνία ζούγκλα μόνο θηρία ανατρέφει.

2. Ο άνθρωπος στη ζωή

Είμαστε Εδώ, Εδώ που είναι το σώμα, Έξω από το σώμα, μέσα στο σώμα, χαμένοι στις επιμέρους λειτουργίες, κυρίως στην σκέψη, έτσι όπως έχουμε εκπαιδευτεί, όπως μας έμαθαν, όπως μάθαμε, να λειτουργούμε μέσα από ένα σύστημα σκέψης που μας επιβλήθηκε… και μεγαλώνουμε, και ζούμε, εξελισσόμαστε, και περνάνε τα χρόνια…. Και τι κάνουμε;

Δείτε το αυτό στον εαυτό σας, πως γίνεται. Ο άνθρωπος που γεννιέται εδώ, που έρχεται στο σώμα, ο καθένας μας, χωρίς πραγματική καθοδήγηση, μέσα σε μια κοινωνία άγνοιας, που είναι σε πρωτόγονη κατάσταση και πλάθει τους ανθρώπους σύμφωνα με την άγνοιά της και την αγριότητά της, δεν ξέρει που πηγαίνει. Η κοινωνία που δήθεν έχει πολιτισμό, έχει πανεπιστήμια της άγνοιας, της νοητικής πληροφορίας, έχει σοφούς που έχουν γράψει εκατομμύρια βιβλία, τέχνη, κοινωνική ζωή, μέσα πληροφόρησης, ίντερνετ σήμερα… τρισεκατομμύρια τόνους πληροφορίες… Όλα άχρηστα, γιατί κι οι άνθρωποι κι ο πολιτισμός τους στερούνται ανθρωπιάς.

Η Ζωή όμως ακολουθεί την δική της πορεία, ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις και τις πράξεις των ανθρώπων… Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο, στο σώμα, ταυτόχρονα αρχίζει αθόρυβα η άνοδος προς το Πνεύμα, προς την Αλήθεια, προς την Έξοδο από τον υλικό κόσμο. Στα πρώτα δέκα χρόνια αναπτύσσεται το σώμα και μετά επιβραδύνεται η ανάπτυξη για να σταματήσει γύρω στα 20… Από τα 10 χρόνια αναπτύσσεται ο ψυχικός κόσμος, των συναισθημάτων, κλπ., για να επιβραδυνθεί η εξέλιξή του μετά τα 20 και κάπου να «παγώσει»… από τα 20 χρόνια κορυφώνεται η νοητική δραστηριότητα, για να επιβραδυνθεί μετά τα 30… και να δώσει την ευκαιρία να αναπτυχθούν ανώτερες λειτουργίες, μιας «ευρύτερης πνευματικής αντίληψης»… Από τα 30 και μετά αρχίζουν – σε όσους αρχίζουν - οι αληθινοί προβληματισμοί για το νόημα της ύπαρξης, της ζωής, όλα αυτά, και να δοθεί διέξοδος προς ένα ανώτερο φωτισμό που θα αποκαλύψει την Αλήθεια.

Κάπως έτσι συμβαίνει σε γενικές γραμμές… με εξαιρέσεις βέβαια. Ο άνθρωπος έρχεται παιδί, γίνεται έφηβος, ενήλικος, ώριμος άνθρωπος, για να φύγει μέσα στην σοφία που αποκόμισε – αν αποκόμισε – από την ζωή του… Κάπως έτσι. Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως επειδή εκπαιδεύονται άσχημα από την κοινωνία των αγρίων, μένουν άγριοι, εγκλωβισμένοι σε τρόπους ζωής, σε ψυχολογικούς λαβύρινθους, και σε νοητικές σπηλιές, που θεωρούν ερμηνευτικά συστήματα του κόσμου, αλλά πάντα μακριά από το Ερεβοκτόνο Φως της Αλήθειας, μακριά από την Πραγματικότητα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, κι εμείς εδώ, που μιλάμε, κάπου χανόμαστε…Το πολύ-πολύ να φτάσουμε μέχρι την ενηλικίωση, της ανάπτυξη μιας διαμορφωμένης διανόησης… και τέρμα… Ποιας διανόησης; Αυτής που έχει διαμορφωθεί από την κοινωνία της άγνοιας. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι εικόνες της κοινωνίας, που ανατράφηκαν με την παράδοση και συνεχίζουν την παράδοση, ανατρέφοντας τα παιδιά τους με το ίδιο παλιό δοκιμασμένο μοντέλο της άγνοιας... Που πηγαίνει αυτή η ανθρωπότητα;

3. Προσανατολισμοί στον χρόνο

Και ναμαστε εμείς, Εδώ, Τώρα… ενήλικοι, διαμορφωμένοι, λειτουργώντας μέσα από ένα σύστημα σκέψης, που μας έχει επιβληθεί… Ίσως κάποια στιγμή να θελήσαμε να ξεπεράσουμε αυτά που μας έμαθαν, να ψάξαμε για την Αλήθεια, σε βιβλία, σε δασκάλους, σε ομάδες ανθρώπων… Να σκεφθήκαμε, να οραματιστήκαμε, να γκρεμίσαμε, να ξαναχτίσαμε απόψεις.

Τι ακριβώς κάνουμε; Που ακριβώς κινούμαστε; Πως ακριβώς εξελισσόμαστε; Η κοινωνία που νοιάζεται μόνο για την διατήρησή της, μέσω των πεποιθήσεων… της επικρατούσας κοσμοαντίληψης, που περιλαμβάνει κοσμοθεωρία, πολιτική, κοινωνική, οικονομική σταθερότητα, μας εκπαιδεύει να λειτουργούμε σαν εγώ, με το σύστημα σκέψης που επιβάλει, σαν αυτόματα… αδιαφορώντας για την προσωπική ύπαρξη, τις προσωπικές αγωνίες, τα προσωπικά όνειρα κι οράματα. Όλα τα διαμορφώνει και τα διοχετεύει μέσα σε κοινωνικές δραστηριότητες.

Έχεις αγωνίες; Πήγαινε στον Δάσκαλο ή στον Ιερέα να σε σώσει (sic)… Θες να ζήσεις; Πρέπει να αγωνιστείς μόνος… Θες να ξεφύγεις; Έχεις υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία… Δεν μπορείς να ονειρευτείς ένα καλύτερο κόσμο. Δεν επιτρέπεται. Μπορείς μόνο να διεκδικήσεις μια καλύτερη θέση σε αυτή την κοινωνία. Πως; Πατώντας πάνω στους άλλους… Επαναστατείς; Είσαι εχθρός. Θα σε εξουδετερώσουν ή θα σε οδηγήσουν σε συμβιβασμό, ή στην απομόνωση... Θα κάνεις πολιτική επανάσταση; Θα επιβάλεις άλλο κοινωνικό πολιτικό σύστημα; Το ίδιο πράγμα θα ξαναφτιάξεις. Γιατί; Επειδή έχεις διαμορφωθεί να λειτουργείς σαν εγώ, όλοι σαν εγώ. Πολλά εγώ δεν κάνουν κοινωνία, δεν επικοινωνούν, δεν κοινωνούν, δεν συνεργάζονται… Ιδού η σχιζοφρένεια στην οποία η κοινωνία οδηγεί τους ανθρώπους: τους εκπαιδεύει να υπάρχουν, να ζουν σαν εγώ, και συνάμα απαιτεί να λειτουργούν σαν κοινωνία.

Και τελικά διαπιστώνουμε - μπορείτε να το Δείτε, Εδώ, Τώρα; - ότι είμαστε εγκλωβισμένοι, εμείς οι ίδιοι, σαν υπάρξεις, μέσα στην διαμόρφωσή μας, μέσα σε μια κοινωνία, εγκλωβισμένοι στην διαμόρφωσή της, στο σύστημα σκέψης και λειτουργίας και ύπαρξής της… και να επαναστατήσουμε πάλι, καθώς είμαστε μέσα σε προσωπική διαμόρφωση θα ξαναφτιάξουμε μια ίδια κοινωνία. Δεν υπάρχει επανάσταση, δεν υπάρχει διέξοδος, όχι με αυτόν τον τρόπο.

Η μόνη επανάσταση που μπορούμε να κάνουμε είναι μέσα μας. Να ελευθερωθούμε, να υπερβούμε τον εγκλωβισμό μας μέσα στις κατώτερες λειτουργίες, στην σκέψη, στα συστήματα σκέψης, στις διαμορφώσεις μας… Η μόνη διέξοδος είναι να Γνωρίσουμε τον Εαυτό μας, τις λειτουργίες μας, να απεγκλωβιστούμε, να ανυψωθούμε μέσα μας, προς μια Ευρύτερη Συνείδηση, να Ανυψωθούμε Βιωματικά προς την Αληθινή Ουσία μας, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, στον Πραγματικό Χώρο που είναι ο Χώρος της Ζωής, που Ρέει κάθε Στιγμή, χωρίς αλλοιώσεις που κάνει η σκέψη… όχι στον φανταστικό χώρο της σκέψης μας.

4. Οι επιλογές μας

Και Φτάνουμε στο Κατώφλι της Πραγματικότητας, Εδώ, Τώρα, σε Πραγματικό Χρόνο, όχι μέσα στη σκέψη… Προσέχουμε να Δούμε τι Συμβαίνει. Να αρχίσουμε, Εδώ, Τώρα, να Αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει. Να αρχίσουμε να Ζούμε στον Πραγματικό Χώρο, στην Αληθινή Ζωή, Αυτού που συμβαίνει… όχι αυτού που «κατασκευάζει» η σκέψη… Είμαστε Εδώ, Τώρα, σε ένα σώμα. Επιτελούμε διάφορες λειτουργίες. Που είμαστε; Τι κάνουμε; Αντιλαμβανόμαστε; Σκεφτόμαστε, για να «παραποιήσουμε» την πραγματικότητα; Τι κάνουμε; Που πάμε;

Ας σταθούμε μια στιγμή. Ας έρθουμε λίγο στον Εαυτό μας. Εδώ, Τώρα, στον Ζωντανό Άνθρωπο που Είναι Εδώ, Τώρα, αυτή την στιγμή. Είμαστε Εδώ, είμαστε παρόντες Εδώ, στο σώμα, τίποτα άλλο. Είμαστε Εδώ. Παρουσία, σε ένα σώμα. Μέσα στο Όλο, που είναι Παρουσία. Μια Παρουσία Υπάρχει και Μέσα της όλα τα άλλα, οι κόσμοι, η αντίληψή μας, η σκέψη μας, το σώμα, ο εξωτερικός κόσμος.

Μπορούμε να Δούμε; Εμείς, η Αληθινή Ουσία, η Παρουσία, η Επίγνωση της ύπαρξης που είμαστε, η Προσοχή μας… μπορούμε να Δούμε Που Είναι; Αντιλαμβανόμαστε απλά αυτό που συμβαίνει; Λειτουργούμε μέσα από την σκέψη;, το σύστημα σκέψης, των πεποιθήσεων, κλπ., που μας έμαθαν; Είμαστε χαμηλότερα σε επιθυμίες, συναισθήματα, επιδιώξεις; Καταναλωνόμαστε σε εξωτερικές δραστηριότητες και πράξεις; Που είμαστε; Τι κάνουμε;

Αν θέλουμε πραγματικά να βγούμε από τον λαβύρινθο της σκέψης, του εγώ, σαν τον Θησέα του Μύθου, και να μην κατασπαραχθούμε από τον Μινώταυρο της αυταπάτης, αν θέλουμε να βγούμε από το Σπήλαιο των Σκιών που κατασκευάζει η σκέψη, στον Πλατωνικό Μύθο, υπάρχει μόνο μια επιλογή: Η Ελευθερία, η Απελευθέρωση, ο Απεγκλωβισμός από τις κατώτερες λειτουργίες, από τους περιορισμούς. Πρέπει να τα αφήσουμε όλα πίσω. Να απαρνηθούμε όλα τα παλιά, αγαπημένα, άχρηστα, πράγματα. Να τα πετάξουμε όλα. Να Ανυψωθούμε Μέσα μας στο Φως.

Η Ελευθερία (η Απελευθέρωση) είναι η Μόνη Επανάσταση. Να Βγεις από το σύστημα που λειτουργείς, στο σώμα σου… έξω από το σύστημα σκέψης που σου επιβάλει η κοινωνία, έξω από τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι γύρω σου, έξω από τις αξίες-απαξίες των ανθρώπων, έξω από τον τρόπο ζωής τους… Πρέπει να Κατακτήσεις την Αλήθεια Μέσα σου. Μόνο τότε, Εσύ ο Ίδιος, Μόνος σου, Είσαι Μια άλλη Πραγματικότητα, μια Άλλη Κοινωνία, ένας Άλλος Κόσμος… Επειδή η Ελευθερία που Είσαι Θεσπίζει τους Αληθινούς Κανόνες της Αληθινής Ζωής… οι σκλάβοι υπακούνε μόνο σε όσα τους επιβάλλουν… Και μόνο όταν υπάρχουν Ελεύθεροι Άνθρωποι, μπορούν να φτιάξουν μια Ελεύθερη Κοινωνία Ελεύθερων Ανθρώπων, μια Αληθινή Κοινότητα Ανθρώπων, που Βιώνουν μέσα στην Ελευθερία τους, την Ενότητα, την Χωρίς Όρους κι Όρια Αγάπη, μια Αδελφότητα.

5. Η Ευθύνη του ανθρώπου

Αν πραγματικά Θέλουμε να Βρούμε την Αλήθεια, θα πρέπει να Απελευθερωθούμε. Τι σημαίνει να Απελευθερωθώ; Είναι κάτι που πρέπει να κάνω Μόνος μου, κανένας άλλος δεν μπορεί να το κάνει για μένα, να με απελευθερώσει. Δεν υπάρχουν Σωτήρες, δεν υπάρχουν Δάσκαλοι, Καθοδηγητές, Μεσολαβητές… είναι όλοι απατεώνες… Οι Αρχαίοι Σοφοί που αγαπούσαν τον άνθρωπο, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα… δεν είπαν ποτέ ότι είναι σωτήρες, δάσκαλοι, οτιδήποτε (αυτά τα έλεγαν οι άλλοι, εκ των υστέρων). Οι Αρχαίοι Σοφοί Έλεγαν πάντα… Μέσα σου είναι ο Δρόμος, η Λύση των δεσμών, η Ελευθερία, η Αλήθεια, το Υπέρτατο… Καν’ το, βρες, το. Βρες την Αλήθεια Μέσα σου κι η Αλήθεια θα σε Απελευθερώσει, κι Αυτή η Ελευθερία είναι η Αλήθεια, το Υπέρτατο, η Αληθινή Ουσία, Χωρίς Όρια, Περιορισμούς… εγκατέλειψε τις αυταπάτες σου, τις αλυσίδες σου, απεγκλωβίσου… κι ο ομιλών δεν λέει τίποτα περισσότερο.

Υπάρχει Μόνο Μια Ελευθερία. Η Ελευθερία που Κατακτάμε Μέσα μας. Και δεν γίνεται με επικλήσεις, με διδαχές, με διαβάσματα, ούτε με τεχνικές και τεχνοτροπίες. Γίνεται με το να Δούμε, με Προσοχή, τι ακριβώς συμβαίνει… Να σταματήσουμε να γυρίζουμε τον Τροχό της σκέψης… να αφήσουμε επιθυμίες, τις κοσμικές επιδιώξεις, να Κατανοήσουμε ότι είμαστε προσωρινοί στη γη.

Κανένας δεν έχει Ευθύνη για μας. Ούτε Θεός, ούτε άνθρωποι. Ελευθερία σημαίνει να μην εξαρτάσαι από τίποτα, από κανέναν. Να πατάς στα δικά σου πόδια. Να Βαδίζεις μόνος σου (χωρίς την βοήθεια κανενός). Να Κατανοείς ο Ίδιος.

Ακόμα κι ο Θεός, ο Θεός που Γνωρίζουμε μόνο Βιωματικά Μέσα μας, στην Εσωτερική Εμπειρία μας, Όλο Αυτό που Υπάρχει, που Στηρίζει τα Πάντα, που Είναι τα Πάντα, Είμαστε μόνο Εμείς, Όλοι… Ακόμα κι αυτός ο Βιωματικός Θεός μας, Στέκει Αμήχανος… Αναμένει από εμάς να αποφασίσουμε. Που θα πάμε; Που θα στρέψουμε την Προσοχή μας; Μέσα μας, Πάνω; Στο Όλον που Υπάρχει, που Είμαστε Όλοι;… η έξω, σε μια ατομική αντίληψη, μέσα από την διαστρέβλωση της σκέψης, μέσα σε επιθυμίες που μας ζαλίζουν ή κοσμικές δραστηριότητες που μας απομακρύνουν;

Εμείς, μόνο εμείς θα αποφασίσουμε. Αν θα Σωθούμε ή θα χαθούμε. Εμείς, μόνο εμείς θα κινηθούμε… Προς το Όλο, την Ενότητα, την Αγάπη, την Ζωή, την Αλήθεια… ή αν θα χαθούμε στους σκοτεινούς δρόμους της ατομικής ύπαρξης, της σκέψης, των προσωπικών επιδιώξεων και πράξεων. Εμείς, μόνο εμείς, έχουμε την Απόλυτη Ευθύνη του Εαυτού μας, της Πορείας μας, της Κατάστασής μας, της ζωής μας… Κανένας άλλος δεν θα το κάνει για μας…. Κι εμείς, μόνο εμείς θα είμαστε υπεύθυνοι για ό,τι συμβαίνει, κι ό,τι συμβεί, στην Στιγμή που Ρέει… Μόνοι μας Γινόμαστε Φως, μόνοι μας γινόμαστε σκοτεινοί, σκοτάδι, κόλαση… Δεν μπορούμε ποτέ να δοξάσουμε κανέναν για το Φως που Γινόμαστε, ούτε θα μπορέσουμε να καταραστούμε κανέναν για το σκοτάδι που επιλέξαμε.

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΕΔΕΛΕΙΑ

Ο ΚΥΚΕΩΝ ΣΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΗΤΑΝ ΨΥΧΟΔΗΛΩΤΙΚΟ;

«Είχε δύσει ο Ήλιος, όταν ο Αρχίλαος μπήκε στο Ναό, μαζί με τους άλλους μυηούμενους στα Μεγάλα Μυστήρια της Δήμητρας – στην Ελευσίνα. Είχε προηγηθεί ολιγοήμερη νηστεία και «ακούσματα» – διδαχή, από μυστικές φωνές. Αυτές ακούγονταν μέσα από τους τοίχους μιας μικρής υπόγειας αυλής που περίμεναν, πριν μπουν στο Ναό. Είχαν ακούσει να τους προκαλούν να σκεφτούν πάνω στην αλήθεια, ότι η Περσεφόνη ήταν μέσα σε κάθε άνθρωπο. Κι ότι καθένας μας, στην αναζήτηση της ομορφιάς – κόβοντας λουλούδια – σχετίζεται και με το «Νάρκισσο» – την νάρκωση της Συνείδησης και τότε κατέρχεται στον Άδη.*

ο Αρχίλαος, σκέφτηκε ότι ηχητικά Α-Δ-Ι-Σ ήταν αλλαγμένο Δ-Ι-Α-Σ και ότι «πάνω» και «κάτω» κόσμος είναι απλά μια αλλαγή θέσης. Σκέφτηκε ότι, Φερσε-Φόνη, ήταν αυτή που «έφερνε» και «έπαιρνε» – «φόνευε». Θυμήθηκε τη φράση: «Φερσεφόνια! Φέρεις γαρ αεί και πάντα φονεύεις». Εύρεση και Χάσιμο, παρουσία και απουσία, ξύπνιος και κοιμισμένος, ζωντανός και πεθαμένος! Ο Αρχίλαος την έψαχνε με τον εαυτό του και είχε γνωρίσει ανθρώπους, που έχοντας μυηθεί στα Μεγάλα Μυστήρια, είχαν αλλάξει τη ζωή τους και σαν να μη φοβούνταν πια το Θάνατο!

Είχε περάσει περίπου μισός χρόνος που θα είχε «καθαρθεί» στον καταρράκτη του Ιλισού, στα Μικρά Μυστήρια τα «εν Αγραίς». Ήταν αποφασισμένος να γίνει «επόπτης», να δει τα «Ιερά», να ανεβάσει την Περσεφόνη από τον Άδη! Ήταν μαθητευόμενος λιθοξόος-γλύπτης και ήθελε να λαξεύσει και τα μάρμαρα της ψυχής του…Προχωρούσαν τώρα σε σκοτεινούς διαδρόμους, που φωτίζονταν από αραιούς δαυλούς. Πριν μπουν στο Ναό είχαν πιει τον «κυκεώνα» – ένα κριθαρόζουμο με βληχώνα και τώρα ένοιωθε κάτι σαν ίλιγγο, ενώ τον διαπερνούσαν ρίγη.

Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και άρχισε να βλέπει, αχνές αρχικά και πιο λαμπερές στη συνέχεια, οπτασίες. Ακούγονταν ύμνοι και ένοιωσε σαν να βγαίνει από το κορμί του και να ταξιδεύει στον ουρανό! Βρέθηκε ανάμεσα στους Θεούς και τις Νύμφες και τους Ημίθεους. Και ξαφνικά γκρεμίστηκε σε ένα μαύρο βάραθρο, με την τρομακτική μορφή της γοργόνας Μέδουσας να τον καταδιώκει…»

Σ’ αυτό το σημείο, το κείμενο διακόπτεται, πιθανόν από τήρηση του άρρητου των μυστηρίων και μένει σ’ όλους μας να πιθανολογήσουμε για το περιεχόμενο, το σκοπό και τ’ αποτελέσματα της εμπειρίας της Ελευσίνιας Τελετής.

Στα «Μεγάλα Μυστήρια», όπως λέγονταν τα Ελευσίνια, αφιερωμένα στη Δήμητρα και στην επάνοδο της κόρης της Περσεφόνης από τον Άδη, οι μυηούμενοι εγίνοντο «επόπτες». Έβλεπαν δηλαδή την σύνολη πραγματικότητα, που περιλάμβανε τον ερχομό, τη φυγή και την επιστροφή. Ερχόντουσαν σε επικοινωνία με τον σκοτεινό κόσμο του Ασυνείδητου, για να μάθουν το ταξίδι του εαυτού τους, στις περιοχές της Αθανασίας και να επιστρέψουν ισχυρότεροι – όπως η Περσεφόνη με το γιο της τον «Βριμό»!

Το περιεχόμενο της εμπειρίας και τα «δρώμενα» ήταν «άρρητα». Δεν λεγόντουσαν και κρατιόντουσαν σαν «ιερό μυστικό». Το σίγουρο είναι ότι υπήρχε μια εκστατική εμπειρία, που μεταμόρφωνε την αντίληψη των μυηούμενων για τη ζωή και τον θάνατο. Σε όλα τα αρχαία μυστήρια, αυτό που επιδιωκόταν ήταν το ΒΙΩΜΑ των παραδόσεων ή της κοσμοαντίληψης της κάθε εθνικής θρησκείας. Οι μύστες είχαν δει! Είχαν γίνει ΕΠΟΠΤΕΣ! Είχαν γνωρίσει «από πρώτο χέρι» τις «άλλες» πραγματικότητες και είχαν ανακαλύψει τη θέση τους ανάμεσα στους «δαίμονες» και τους «Αγγέλους» του θρησκευτικού τους Σύμπαντος. Στην Ελευσίνα, έβλεπαν μορφές, που ο Πλάτωνας στο Φαίδρο, αποκαλεί «φάσματα» ενώ ο Σώπατρος μας αναφέρει ότι έβλεπαν την άνοδο της Περσεφόνης μέσα σε φως με το μικρό γιο της τον Βριμό. Αυτές οι εμπειρίες της αλλαγής των αισθήσεων και της συνείδησης και του ταξιδιού στις «άλλες» πραγματικότητες, ερμηνεύονται από τη χρήση του Κυκεώνα, εφόσον περιείχε ψυχότροπα συστατικά.

Τα ψυχότροπα φυτά, χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες χρόνια τώρα, για τη δημιουργία «πνευματικών» ή «αλλοκοσμικών» εμπειριών. Η «βρώση» και η «πόση» του «σώματος και αίματος» του Θεού, ήταν ανέκαθεν ο πιο άμεσος τρόπος μετάδοσης των θεϊκών ιδιοτήτων στους θνητούς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα ψυχότροπα μανιτάρια ψιλοκυβίνης, που χρησιμοποιούν στις τελετές τους οι Ινδιάνοι της Μεσαμερικής, τα λένε: «Σάρκα των θεών». Υπήρχε πλήθος ψυχοτρόπων φυτών και συνδυασμών τους με διαφορετικές το καθένα επιδράσεις: Από απλή ζάλη έως ύπνο και από διέγερση έως θάνατο. Οι περιγραφές του Διοσκουρίδη για τις επιδράσεις του λιβανιού αν αναμιχθεί με κρασί και του Πλίνιου, γι’ αυτές που προκαλεί κυκλάμινο με κρασί και πικροδάφνη με κρασί, δεν μας αφήνουν αμφιβολία για τις γνώσεις και τη χρήση ψυχοτρόπων, που μπορεί να έκαναν οι αρχαίοι σε ειδικές περιπτώσεις, όπως εορτές και τελετές.

«Σόμα» και Κάνναβη του Σίβα στις Ινδίες, μανιτάρια παντού, κάκτους Μεσκαλίνης στους Ινδιάνους της Αμερικής, Νηπενθές στην Οδύσσεια – το πιθανότερο: όπιο, ενώ ο Υοσκύαμος που αναφέρουν ο Πλίνιος και ο Ξενοφώντας, συναγωνίζονταν τον Μανδραγόρα και τον Ελλέβορο ή Μελαμπόδιο, που αναφέρουν ο Θεόφραστος και ο Μένανδρος. Και φυσικά, στην Ελευσίνα, έχουμε δύο βασικά ψυχότροπα, που προκαλούν την κάθοδο στον Άδη ή στο Α-συνείδητο. Το πρώτο είναι στη θεωρία του μύθου και είναι το λουλούδι: Νάρκισσος, που ναρκώνει και κατεβάζει την Περσεφόνη στον «κάτω» σκοτεινό κόσμο. Το δεύτερο είναι η πράξη της μέθεξης: η πόση του Κυκεώνα, που δημιουργεί, όπως λέει ο Πλούταρχος, «φρίκη και τρόμο και ιδρώτα και θάμβος» και σε «κατεβάζει» – αυτή τη φορά ξύπνιο – στους άλλους κόσμους.

Την πιο σοβαρή ένδειξη, για τη φύση του κυκεώνα και των «ιερών» σαν ψυχοτρόπων ουσιών, μας δίδει η περίπτωση του Αλκιβιάδη, που αυτός και οι φίλοι του κατηγορήθηκαν για ιεροσυλία το 415 π.Χ., έχοντας χρησιμοποιήσει τον κυκεώνα για διασκεδάσεις στα σπίτια τους, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο ομώνυμο βιβλίο του.

Οι επιδράσεις των ψυχοτρόπων, που αλλάζουν βαθιά τη συνείδηση, ανάλογα με το αν είναι αρνητικές ή θετικές, δίνουν και την ανάλογη ονομασία. Όντας ψυχο-δηλωτικά, μπορούν ν’ αποκαλύψουν από εφιαλτικά τραυματικά και φοβικά στοιχεία, μέχρι αισθήματα υπέρτατης έκστασης, καθαρότητας και σοφίας. Στην πρώτη περίπτωση τα λένε: Ψυχοδυσληπτικά ή Ψυχοσιομιμητικά και στη δεύτερη περίπτωση: Ψυχοδιασταλτικά (Mind expanding) και Ενθεογενή (entheogenic).

Τα Δημητριακά: κριθάρι, στάρι, σίκαλη κ.α. δεν έχουν ψυχότροπες ιδιότητες. Ένα παράσιτο όμως σε ξενιστή των Δημητριακών, η Ερισυβώδης Όλυρα, σκληρώτιο του μύκητα claviceps purpurea, έχει τα βασικά αλκαλοειδή που περιέχουν Λυσεργικό οξύ. Η Ερισυβώδης Όλυρα της σίκαλης ονομάστηκε ergot και έγινε αιτία διαταραχών με «ψευδαισθήσεις» τον μεσαίωνα στην Ευρώπη, μεταξύ αυτών που έτρωγαν ψωμί χωρίς άλεσμα. Η ερισυβώδης Όλυρα συνυπάρχει με ένα παρασιτικό αγριόχορτο το Λόλιο ή Ήρα, ζιζάνιο στα Δημητριακά. Το φάγωμα ψωμιού από Λόλιο, σύμφωνα με τον Οβίδιο προκαλεί διαταραχές στην όραση, ενώ ο Πλίνιος αναφέρεις ιλίγγους. Σε μια κωμωδία αναφέρεται η φράση: «Πρέπει να έχει φάει ψωμί από Λόλιο για να βλέπει ανύπαρκτα πράγματα». Ο Ψευδο-Διοσκουρίδης αναφέρει την Ήρα σαν «φυτό της παραφροσύνης».

Το κριθάρι μολύνεται συχνά από τον μύκητα που περιέχει Λυσεργικό οξύ – τον βασικό πυρήνα του ψυχοδηλωτικού L.S.D. (Δι-αιθυλ-αμίδη του Λυσεργικού οξέως). Κριθαρόζουμο με βληχώνα, είχε σαν συστατικά ο κυκεώνας, μας λέει ο Ομηρικός ύμνος στη Δήμητρα. Κι αμέσως μετά, κενό στο αρχαίο κείμενο! Και έτσι μας μένει να βγάλουμε συμπεράσματα από την ερμηνεία των στοιχείων του μυστηρίου: Κριθαρόζουμο, Ρίγη, Ίλιγγος, Φάσματα, Αλκιβιάδης, Ιεροσυλία. Κάπου μπορεί να είχε δίκιο ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς που έγραφε ότι «τα “Ιερά” της τελετής ήσαν φαγώσιμα». Έτσι, λογικά, θα μπορούσε να τα μεταφέρει ο Αλκιβιάδης σπίτι του για να «διασκεδάσει» με τους φίλους του.

Το «κριθαρόζουμο, έχει πολύ μεγάλες πιθανότητες να περιείχε ψυχοδηλωτικό της ομάδας του Λυσεργικού, όπως το L.S.D. Αυτού του είδους τα ψυχότροπα υπάρχουν σε διάφορα φυτά, όπως σε περικοκλάδες και στο φυτό ololiqui που οι Ινδιάνοι χρησιμοποιούσαν στις τελετές τους. Τα ζιζάνια των Δημητριακών όπως το Paspalum Distichum λέγονται «Αγρωστίδες» και φέρουν συνήθως την Ερυσιβώδη Όλυρα με τις ψυχότροπες επιδράσεις

Οι επιδράσεις αυτών των ψυχοδηλωτικών, προσομοιάζουν με αυτές της Διαιθυλαμίδης του Λυσεργικού οξέως (L.S.D.): Ρίγη, τρόμος, ίλιγγος, αισθητηριακές αλλαγές, «φάσματα», «Μεταφυσικές» εμπειρίες. Ειδικά οι τελευταίες, είναι αυτές που χαρακτηρίζουν τις λεγόμενες «ενθεογενείς» ουσίες, στις οποίες κατατάσσονται οι ψυχεδελικοί μύκητες. Δεν είναι τυχαίο ότι τη διάδοση της χρήσης των ψυχεδελικών στη Δύση, τη δεκαετία 1960 την ακολούθησε αμέσως η αναζήτηση της μυστικιστικής και εσωτερικής φιλοσοφίας και η διάδοση των αρχαίων Ανατολικών πνευματικών διδασκαλιών και των σχετικών μεθόδων πνευματικής ανάπτυξης. Διάφορες μορφές γιόγκα, Τάντρα, Διαλογισμός δίπλα σε σαμανιστικές τεχνικές, και μεθόδους αυτογνωσίας από ινδιάνικες έως βουδιστικές, αποτέλεσαν έναν πολύχρωμο κήπο «μεταφυσικής» αναζήτησης, που αναπτύχθηκε την εποχή της ψυχεδελικής έκρηξης.

Η αλλαγή συνείδησης, που προκαλείται από τις ψυχοδηλωτικές ουσίες, αναπτύσσει τη μεταφυσική αναζήτηση, γιατί αλλάζει σημαντικά την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, την αντίληψη του Εαυτού και του Κόσμου, την αίσθηση της ζωής και την ίδια την ταυτότητα. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος καταναλώσει ψυχοδηλωτικά θα δει το Θεό μέσα του (εντός-θεός-γεννιέται – ενθεογενές). Το αποτέλεσμα είναι πάντα εξαρτημένο από τη δόση, το περιβάλλον και την προετοιμασία. Σε άλλη δόση και με άλλη σκοπιμότητα, τα ψυχοδηλωτικά – επειδή αυξάνουν την αισθαντικότητα, μπορούν να οδηγήσουν σε αισθησιακές διασκεδάσεις – όπως του Αλκιβιάδη ή των σύγχρονων Μουσικών φεστιβάλ.

Σε άλλη δόση, με κατάλληλη προετοιμασία και σε κατάλληλο περιβάλλον, όπως στην Ελευσίνια Τελετή, μετά από 9 ημέρες νηστείας και σχετικά «ακούσματα», έκαναν τους χρήστες του κυκεώνα «παθείν και διατεθήναι». «Να παθαίνουν και να μπαίνουν σε μια κατάσταση» (Αριστοτέλης) ώστε, όπως λέει ο Ψελλός: «Αυτού παθόντος του νου την έλλαμψιν… αυτοπτήσας τωί νωί»: «να υφίστανται το φωτισμό στο νου τους ώστε να γίνονται αυτόπτες» – να βλέπουν τις αλήθειες με τα ίδια τους τα μάτια.

«Ενήστευσα, έπιον τον κυκεώνα» μας λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ήταν το βασικό σύνθημα εισόδου στην Μυστική εμπειρία. Αυτή, ήταν τέτοια ώστε να γράψει ο Πίνδαρος: «Όλβιος όστις ίδων κειν εις υποχθόν. Οίδε μεν βίου τελευτάν οίδε δε Διόσδοτον αρχάν» «Ευτυχισμένος εκείνος που θα δει αυτά που είναι κάτω από την γη! Γιατί γνώρισε το σκοπό (τέλος) της ζωής του και την από το Δία δοσμένη αρχή του.»

Πιστεύω, ότι το γεγονός της «ιεροσυλίας» του Αλκιβιάδη με τη χρήση του κυκεώνα είναι η μεγαλύτερη ένδειξη της ψυχοτρόπας επίδρασης του Ελευσίνιου ποτού. Οι δε περιγραφές των εμπειριών, φαίνονται να δικαιώνουν τον Gordon Wasson, Carl Ruck και Albert Hofmann, έναν εθνομυκητολόγο, έναν Αρχαιολόγο κι έναν χημικό αντίστοιχα, που στο βιβλίο τους: «Ο Δρόμος στην Ελευσίνα – Αποκαλύπτοντας το Μυστικό των Μυστηρίων», καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο κυκεώνας ήταν σχετικό με το L.S.D. ψυχοδηλωτικό, προερχόμενο από την Ερυσιβώδη Όλυρα. Στόχος της χρήσης του ήταν να υπάρξει Αναγέννηση ή Ανάσταση της «Περσεφόνης». Αυτό συμβολικά αναφέρεται στο φωτισμό της Συνείδησης (εποπτεία) αφού θα είχε περάσει από τις αόρατες περιοχές της πραγματικότητας – τις «κάτω από τη γη».

Δυστυχώς σήμερα, η έστω και ερευνητική χρήση – με τους καλύτερους κανόνες προστασίας – των ψυχοδηλωτικών, είναι αυστηρά απαγορευμένες. Οι ουσίες, που κυκλοφορούν σαν ψυχοδηλωτικά – τα «τριπάκια», συνήθως δεν είναι καθαρές ή ελεγμένες ποιοτικά. Έτσι, οι κίνδυνοι χρήσης είναι πολλαπλάσιοι, από αυτούς που ήταν για χιλιάδες χρόνια μέχρι πριν τέσσερις δεκαετίες. Σήμερα η ανάσταση της «Περσεφόνης» με ψυχοδηλωτικά είναι επικίνδυνη και ιστορικά ανεπίκαιρη. Η Ελευσίνια Τελετή θάφτηκε πριν δεκαπέντε αιώνες!
---------------------
* Σύμφωνα με το μύθο, την Περσεφόνη άρπαξε ο Πλούτωνας, μόλις έκοψε τον Νάρκισσο. Έκτοτε περνούσε το ένα τρίτο του χρόνου της στον Άδη και τα δύο τρίτα στον πάνω κόσμο. Στα Ελευσίνια, η Περσεφόνη ανασταίνεται έχοντας γεννήσει γιο από τον Πλούτωνα, τον Βριμό. (Ισχυρό)

Αυτοεκτίμηση

Αν έχετε χαμηλή αυτοεκτίμηση, τότε σας λείπει η εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Αν και έχετε ταλέντα σε κάποιους τομείς, διστάζετε να τα αξιοποιήσετε και να διεκδικήσετε αυτό που σας αξίζει πραγματικά είτε σε προσωπικό είτε σε εργασιακό επίπεδο.

Ενδεχομένως να έχετε συμβιβαστεί με μια εργασία κατώτερη των δυνατοτήτων σας ή με σχέσεις που δεν ανταποκρίνονται στα θέλω σας. Ίσως υποθέτετε ότι δεν έχετε αρκετή αξία, δεν είστε αρκετά σημαντικός ή ότι δεν θα έχετε επιτυχία σε τίποτα. Όταν έχετε μια τάση να επιδιώξετε κάτι, να δοκιμάσετε κάτι, νιώθετε μια αίσθηση κατάπτωσης στο στήθος, έναν κόμπο και εγκαταλείπετε την ιδέα. Μπορεί να πιστεύετε ότι δεν αξίζετε τίποτα ή δεν θα καταφέρετε τίποτα.

Αυτές οι υποθέσεις/σκέψεις ανήκουν σε μια εσωτερική επικριτική φωνή που σας κάνει τη ζωή δύσκολη. Ζει μέσα σας και σας λέει πράγματα όπως, «Δεν είσαι καθόλου καλός. Δεν μπορείς να το κάνεις. Μην το προσπαθήσεις καν.» Πιθανότατα υποθέτατε πάντα ότι αυτή είναι η αλήθεια για σας και δεν έχετε καταλάβει ότι αποτελεί ένα ξεχωριστό μέρος του εαυτού σας που σας δίνει αυτά τα βλαβερά μηνύματα. Αυτή η φωνή είναι τόσο κατηγορηματική που δεν μπαίνετε καν στη διαδικασία να επιδιώξετε κάτι που επιθυμείτε.

Αυτό το μέρος τους εαυτού σας αποκαλείται «εσωτερικός κριτής». Αν δεν τον γνωρίζετε, τότε δεν έχετε κανένα τρόπο να επικοινωνήσετε μαζί του. Οπότε δεν μπορείτε να αντιμετωπίσετε την πηγή των αρνητικών πεποιθήσεων για τον εαυτό σας.

Όταν αποκτήσετε επίγνωση του πώς αυτό το μέρος σας καταβάλλει και καταστρέφει τη ζωή σας, ίσως θυμώσετε πολύ και θελήσετε να απαλλαγείτε από αυτό. Σε μια συμβατικού τύπου θεραπεία, ενδεχομένως να ενθαρρύνονταν η προσπάθεια να το πείσετε να αλλάξει ή απλά να το ξεπεράσετε. Θα το βλέπατε ως εχθρό. Ωστόσο, αυτό δεν είναι πολύ αποτελεσματικό. Όταν μπαίνουμε σε διαμάχη με τον «εσωτερικό κριτή», αυτός μπορεί απλά να εδραιωθεί ακόμη περισσότερο.

Εναλλακτικά, χρησιμοποιώντας την προσέγγιση IFS (Internal Family Systems), μπορείτε να εξερευνήσετε τον εσωτερικό σας κόσμο και σταδιακά να γνωρίσετε τον «εσωτερικό κριτή». Τότε θα ανακαλύψετε ότι αυτό το μέρος στην πραγματικότητα προσπαθεί να σας βοηθήσει. Παρ’ όλο που σας προκαλεί απόγνωση και κατάθλιψη, το κάνει αυτό στα πλαίσια μιας στρεβλής προσπάθειας να σας προστατεύσει. Θέλει να σας κρατήσει μακριά από την αποτυχία και πιστεύει ότι ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να σας αποτρέπει από το να προσπαθείτε οτιδήποτε δύσκολο. Αυτό το πετυχαίνει μέσω συνεχούς κριτικής και αποθάρρυνσης.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΤΕ ΟΤΙ Ο «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΡΙΤΗΣ» ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΒΟΗΘΗΣΕΙ, Ο ΘΥΜΟΣ ΣΑΣ ΘΑ ΜΑΛΑΚΩΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΦΕΡΕΣΤΕ ΦΙΛΙΚΑ.

Στην προσέγγιση IFS, ποτέ δεν χρειάζεται να μπείτε σε διαμάχη με ένα μέρος σας ή να προσπαθήσετε να απαλλαγείτε από αυτό. Μπορείτε να αναπτύξετε μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί του και να το βοηθήσετε να σχετιστεί μαζί σας πιο εποικοδομητικά. Μέσα από τη σχέση σας με τον «κριτή» σας, αυτός θα μαλακώσει και θα γίνει λιγότερο σκληρός.

Όταν διερευνήσετε περαιτέρω την εσωτερική σας ζωή με τη χρήση του IFS, θα ανακαλύψετε ότι υπάρχει ένα διαφορετικό μέρος του εαυτού σας που παίρνει αυτά τα μηνύματα από τον «κριτή». Πρόκειται για το «επικριμένο παιδί» που πιστεύει αυτές τις επικρίσεις και νιώθει ασήμαντο, ανάξιο,, αποθαρρυμένο και απελπισμένο. Είναι σκόπιμο να γίνετε φίλοι με αυτό το μέρος σας και να συνδεθείτε μαζί του μέσα από αγάπη και συμπόνια. Στη συνέχεια, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε αναμνήσεις από την παιδική σας ηλικία όπου εισπράξατε επίκριση και απόρριψη και νιώσατε άχρηστοι. Το «επικριμένο παιδί» είναι το μέρος που είχε πληγωθεί από αυτές τις επικρίσεις. Σε επόμενη φάση, θα μπορέσετε να θεραπεύσετε αυτό το παιδί μέσα από την αγάπη σας και βοηθώντας το να απελευθερώσει τα συναισθήματα της ντροπής και αναξιότητας. Ως αποτέλεσμα, ο «κριτής» θα υποχωρήσει στο παρασκήνιο και θα σας προκαλεί λιγότερα προβλήματα.

Μέσω αυτής της δουλειάς, θα ανακαλύψετε μια χρήσιμη πτυχή του Αυθεντικού Εαυτού σας, έναν «εσωτερικό υποστηρικτή» που έχει την ικανότητα να σας υποστηρίξει και να σας ενθαρρύνει έναντι των επιθέσεων του «κριτή». Θα μπορέσετε να αναπτύξετε και να ενισχύσετε αυτό το μέρος που νοιάζεται και θέλει το καλύτερο για σας. Ο «εσωτερικός υποστηρικτής» θα σας τονώσει λέγοντάς σας ότι έχετε πολλά ταλέντα και μπορείτε να πετύχετε σπουδαία πράγματα στον κόσμο. Θα μάθετε να τον επικαλείσθε όταν είναι απαραίτητο και να παίρνετε την υποστήριξη του.

Ο «εσωτερικός υποστηρικτής» θα σας πει «Είσαι εντάξει, ακριβώς όπως είσαι. Μπορείς να τα καταφέρεις. Είμαι περήφανος για σένα.» Αυτό θα σας βοηθήσει να τολμήσετε να αναπτύξετε τα ταλέντα σας, να βγείτε προς τα έξω, να εξελιχθείτε επαγγελματικά στον τομέα που πραγματικά σας αρέσει και να αποκτήσετε μια προσωπική σχέση όπως την επιθυμείτε. Καθώς ο «εσωτερικός υποστηρικτής» σας υπερισχύει έναντι του «κριτή», θα αποκτήσετε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και περισσότερη χαρά σε πολλές πτυχές της ζωής σας.

Μεγαλώνεις όταν κατανοείς.

Όταν όλα πηγαίνουν στραβά και δεν έχει νόημα να γκρινιάζεις.

Μεγαλώνεις τη μέρα που δεν θα χτυπήσει το τηλέφωνο και κανείς δεν θα σε ρωτήσει αν είσαι καλά.

Μεγαλώνεις όταν σου λένε «Βγάλ’τα πέρα μόνος σου».

Όταν οι λογαριασμοί στο σπίτι δεν θα πληρωθούν μαγικά από άλλον, όταν σε παίρνουν από τις εισπρακτικές εταιρείες γιατί χρωστάς, και αναρωτιέσαι πώς θα τα βγάλεις πέρα.

Μεγαλώνεις όταν τα βγάζεις πέρα.

Μεγαλώνεις όταν απελπίζεσαι.

Όταν μένεις μόνος σου σε ένα σπίτι.

Όταν μάθεις να αποδέχεσαι τη φράση «δεν μπορείς να κάνεις τίποτα».

Όταν ξυπνάς μετά από μια νύχτα που έχασες το μυαλό σου, και είσαι ακόμα εκεί, έχοντας τα λογικά σου.

Μεγαλώνεις όταν αρρωσταίνεις.

Όταν περιμένουν από εσένα να βρεις τη λύση.

Όταν σε απογοητεύουν οι φίλοι, κι όταν μαθαίνεις να τους συγχωρείς.

Όταν χάνεις τα πιο κοντινά σου πρόσωπα.

Μεγαλώνεις όταν αγαπάς κάποιον περισσότερο κι από σένα.

Μεγαλώνεις όταν χωρίζεις. Όταν χωρίζεις από τον άνθρωπο που αγαπάς περισσότερο κι από σένα.

Όταν καταλαβαίνεις πως οι άνθρωποι δεν σκέφτονται όπως εσύ.

Μεγαλώνεις όταν σε αδικούν στη δουλειά, όταν δεν αναγνωρίζουν τις ικανότητές σου.

Μεγαλώνεις όταν ό,τι καλό κάνεις θεωρείται αυτονόητο, αλλά ένα λάθος σου γίνεται ολόκληρο θέμα.

Μεγαλώνεις τη μέρα που δεν έχει καμία σημασία τι πιστεύεις εσύ για τα πράγματα, όταν συνειδητοποιείς πως η ζωή σου εκτός από τις δικές σου επιλογές επηρεάζεται από τις επιλογές των άλλων, τη σωστή στιγμή και την τύχη. Κυρίως αυτή.

Όταν το «νιώθω μόνος» γίνεται «την παλεύω».

Μεγαλώνεις όταν συνειδητοποιείς πως η αγάπη δεν αρκεί.

Και όταν συνειδητοποιείς πως η αγάπη αρκεί.

Όταν καταλαβαίνεις πως όλες αυτές οι απόλυτες φιλοσοφίες για τη ζωή δεν είναι τόσο απόλυτες, και ούτε τόσο σωστές.

Όταν καταλαβαίνεις πως τελικά, δεν ξέρεις τίποτα.

Μεγαλώνεις όταν πρέπει να προσέξεις έναν άλλον άνθρωπο.

Μεγαλώνεις όταν δεν έχεις κανένα να σε προσέχει.

Όταν πρέπει να προσέξεις τον εαυτό σου.

Σχέση σημαίνει επιθυμία, όχι υποχρέωση

Σχέση σημαίνει επιθυμία, μια βαθύτερη ανάγκη για επικοινωνία και αλληλεπίδραση και όχι υποχρέωση και απαιτήσεις...

Οι σχέσεις είναι απλές... αλλά τις περισσότερες φορές τις κάνουμε περίπλοκες. Για να δημιουργηθεί και να εξελιχθεί μια σχέση χρειάζεται επιθυμία και από τις δύο πλευρές, χρειάζεται ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, σεβασμό και πάθος, κοντινότητα και αγάπη... Οι σχέσεις, όμως, δεν είναι πάντα τόσο απλές και δεν είναι δεδομένη η ύπαρξη των προαναφερόμενων στοιχείων.

Η σχέση δεν χρειάζεται υποσχέσεις και χρονοδιαγράμματα. Χρειάζεται μόνο ενδιαφέρον, κατανόηση, επικοινωνία, συζήτηση, μοίρασμα και αμοιβαία συναισθήματα.

Για να διατηρηθεί η σχέση χρειάζεται επιμονή και υπομονή, ενδιαφέρον και προσπάθεια και από τις δύο πλευρές. Δεν μπορεί η σχέση να προχωρήσει ή να αναπτυχθεί μόνη της.

Η αμοιβαία επιθυμία είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη της σχέσης.

Είμαι σε μια σχέση σημαίνει ότι επιθυμώ να δω τον άλλο, μου λείπει, θέλω να μοιράζομαι πράγματα μαζί του, θέλω να περνάω όσο το δυνατόν περισσότερες στιγμές μαζί του... νιώθω ότι ποτέ δεν πρόκειται να τον βαρεθώ και πότε δεν θα σταματήσω να θέλω να είμαι δίπλα του...

Ο καθένας μπορεί να δώσει ένα δικό του ορισμό για τη σχέση. Η σχέση σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα μας, ενώ όταν σκεφτόμαστε ή φανταζόμαστε μια σχέση μας έρχονται διαφορετικά πράγματα στο μυαλό. Το τι περιμένουμε και προσδοκούμε από μια σχέση εξαρτάται από τα βιώματα και τις εμπειρίες που έχουμε, από την εικόνα που έχουμε από τις σχέσεις γύρω μας ξεκινώντας από τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια και από την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Τι περιμένουμε από έναν άνθρωπο και τι είδους συμπεριφορά αξίζουμε; Ποια πράγματα θεωρούμε σημαντικά και σε ποια μπορούμε να υποχωρήσουμε ή να συμβιβαστούμε; Τι είδους αξίες θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικές και απαραίτητες για μια σχέση;

Η σχέση θέλει διαρκή προσπάθεια, δεν αρκεί να μας ενδιαφέρει ο άλλος ή να είμαστε ερωτευμένοι.

Η σχέση χρειάζεται χρόνο για την χτίσουμε και χρειάζεται τη διαρκή παρουσία μας για να μπορέσουμε να τη διατηρήσουμε.

Είναι σημαντικό να εξασφαλίσουμε υγιείς σχέσεις, που δεν μας κρατάνε πίσω, δεν βγάζουν τα χειρότερα στοιχεία του χαρακτήρα μας, δεν μας κακοποιούν και δεν γινόμαστε εμείς κακοποιητικοί απέναντι στους άλλους.

Μια υγιής σχέση στηρίζεται στο πάρε- δώσε, χωρίς όμως εξαρτήσεις και έντονη κτητικότητα, δίνοντας ο ένας στον άλλο την ελευθερία της επιλογής και τον δικό του χώρο και χρόνο.

Μια υγιής σχέση δέχεται τα θετικά αλλά και τα αρνητικά του καθενός, συγχωρεί τα λάθη και ωθεί σε προσπάθειες βελτίωσης των συμπεριφορών και από τις δύο πλευρές. Μια υγιής σχέση στηρίζεται στην ειλικρίνεια και στη γνήσια συνύπαρξη, στο πραγματικό ενδιαφέρον και στην απόλαυση της πραγματικότητας.

Δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν διαφορές, διαφωνίες και συγκρούσεις. Το θέμα είναι πώς επιλέγουμε να επιλύσουμε τις διαφωνίες που υπάρχουν και τι αντίκτυπο έχει ο τρόπος που επιλέγουμε στη σχέση.

Πόσο μπορούμε να αποδεχτούμε τον άλλο όπως ακριβώς είναι και πόσο μπορούμε να δούμε τη σχέση όπως πραγματικά είναι;

Πόση απόκλιση υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που έχουμε φανταστεί και σε αυτό που ζούμε και πόσο βλέπουμε την πραγματικότητα αυτής της σχέσης;

Σχέση σημαίνει ακούω και καταλαβαίνω τον άλλο, θέλω να ακούσω τα προβλήματά του και να τον στηρίξω και το ίδιο επιθυμώ να κάνει και αυτός. Και όλα αυτά είναι βασικά σε μια σχέση, για να μπορέσει να υπάρξει και να εξελιχθεί μια σταθερή και ασφαλής σχέση, που θα κάνει καλό και στους δύο.

Αν η σχέση έχει επιθυμία, αγάπη, πάθος και έρωτα, μοίρασμα και αμοιβαίο ενδιαφέρον, κοινή προσπάθεια και επιμονή τότε μπορεί να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο χρόνο, χωρίς φθορές.

Η σχέση έχει ανάγκη από την εκδήλωση των συναισθημάτων μας.

Δεν αρκεί να ξέρουμε ότι ο άλλος μας αγαπά, αλλά είναι σημαντικό να νιώθουμε ότι ο άλλος μας αγαπά.

Σοφιστές. Οι πρώτοι ανθρωπιστές της υφηλίου

Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι την πρώτη εξανθρωπισμική επανάσταση στην υφήλιο την έκαναν οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι, με προεξάρχοντα τον Θαλή. Για πρώτοι φορά παγκοσμίως, οι άνθρωποι αυτοί επιχείρησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο περιφρονώντας κάθε έννοια θεού και οποιουδήποτε άλλου υπερβατικού πλάσματος.

Αν και σε ζητήματα υπολογισμών θεμάτων φυσικής έπεσαν έξω, καθόλου δεν μειώνει τη τεράστια προσφορά τους στην ανθρωπότητα, διότι άνοιξαν τους δρόμους των επιστημών μια για πάντα, μόνο και μόνο επειδή έριξαν τους θεούς οριστικά στον κάλαθο των αχρήστων. Απ’ εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου η τακτοποίηση των ζητημάτων της κάθε επιστήμης, διότι άρθηκε το εμπόδιο που λέγονταν θεός.

Ωστόσο παρέμεινε μια σοβαρή εκκρεμότητα. Έπρεπε για να ολοκληρωθεί ο άθλος της εκκίνησης της εξανθρωπιστικής διαδικασίας. Έπρεπε να απαλλαγούν οι ανθρώπινες υποθέσεις από την εξάρτησή τους από τους θεούς. Το έργο αυτό ανέλαβαν οι Σοφιστές. Οι νόμοι δεν ήταν πλέον θεϊκές επιταγές αλλά επινοήματα των ανθρώπων. Την αρετή δεν έπρεπε να την προσμένουν από τους θεούς αλλά από την ανάλογη διδασκαλία που έπρεπε να εφαρμόσουν. Οι αρετές μπορούσαν πια να διδαχτούν.

Με τους Σοφιστές επομένως ολοκληρώθηκε ο κύκλος της εξανθρωπισμικής εκκίνησης. Οι φυσικοί φιλόσοφοι απάλλαξαν από τους θεούς την φύση και οι Σοφιστές τους ανθρώπους.

Ο Ηράκλειτος είπε το «Κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν αλλ’ ήν αεί και εστίν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα» (Αυτόν τον κόσμο που είναι ο ίδιος για όλα τα όντα, ούτε κάποιος θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε αλλά ήταν πάντα και είναι και θα είναι πυρ αείζωο, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο).

Ο Πρωταγόρας συμπλήρωσε «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» (ο άνθρωπος αποτελεί μέτρο της αλήθειας και της γνώσης).

Ο πρώτος απελευθέρωσε από τους θεούς τον φυσικό κόσμο κι ο δεύτερος τις κοινωνίες των ανθρώπων.

Τίποτε πλέον δεν πρόκειται να παραμείνει το ίδιο στις ανθρώπινες υποθέσεις, μετά τους σοφιστές. Το ποτάμι του εξανθρωπισμού καμμιά δύναμη δεν θα μπορούσε στο εξής να το σταματήσει. Η προσπάθεια του Πλάτωνα να αναχαιτίσει την επιρροή της διδασκαλίας των σοφιστών – η οποία κρατάει ακόμα – ποτέ δεν κατόρθωσε να επιτύχει τον στόχο της. Τα βάθρα των θεών κλονίστηκαν και ράγισαν ανεπανόρθωτα. Το γκρέμισμά τους ήταν μια αναπόφευκτη διαδικασία.

Η συμβατικότητα του δικαίου και το δικαίωμα της αντίστασης στους σοφιστές

1. Εισαγωγικά

Η μελέτη των πηγών μάς οδηγεί στο συμπέρασμα οτι στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. αρχίζει να διαμορφώνεται μια νέα αντίληψη περί δικαίου και νόμου. Φαίνεται όμως πως οι συζητήσεις και κάποια αμφισβήτηση της ουσίας του δικαίου και του νόμου πρέπει να είχαν αρχίσει ήδη στο πρώτο μισό του 5ου αι. ή στο τέλος του 6ου αι., αν μπορούμε να στηρίξουμε μια ορθή ερμηνεία σε μερικές εκφράσεις του Ηρακλείτου.

Η πρώτη (Β 114) προβάλλει την άποψη ότι όλοι οι νόμοι των ανθρώπων προέρχονται ή εξαρτώνται (τρέφονται) από ένα νόμο, το θεϊκό, έχουν μια πηγή, τη θεϊκή επίνευση. Διαφορετική, εν τούτοις, είναι η γνώμη του μεγάλου αυτού διανοητή σ’ ένα άλλο απόσπασμα, το Β 102, που εισάγει την έννοια της σχετικότητας του δικαίου, βασική θέση της Σοφιστικής αργότερα, όπως θα δούμε. Η αντίληψη αυτή του Ηρακλείτου είναι σύμφωνη βέβαια με το γενικότερο νόμο της μεταβολής, που αποτελεί κεντρικό άξονα της φιλοσοφίας του. Ωστόσο, η νέα οπτική, με την οποία αντιμετωπίζουν οι στοχαστές το νόμο και το δίκαιο κατά τα μέσα του 5ου αι., έχει μάλλον κοινωνικά αίτια. Δηλαδή οι νέες κοινωνικές, στην ευρεία έννοιά τους, πολιτικές συνθήκες, που διαμορφώθηκαν στον ελληνικό κόσμο, σχεδόν στο σύνολό του, μετά τα Μηδικά, επέτρεψαν την επανεκτίμηση πολλών κοινωνικών θεσμών, αξιών και καταστάσεων, και ευνόησαν τελικά τη νέα αντίληψη του νόμου και του δικαίου.

Η ανάπτυξη εξάλλου της επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς επί πολλούς αιώνες είχε προσφέρει στους Έλληνες πολύτιμες εθνογραφικές εμπειρίες, που τους βοήθησαν να υπερβούν δυσκαμψίες και προκαταλήψεις κοινωνικές, ενώ παράλληλα εκκόλαψαν νέες αντιλήψεις. Είναι ασφαλώς αναμφισβήτητο ότι η νέα αντίληψη του νόμου και του δικαίου συμπορεύεται με την ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού, την ωριμότητα της κοινωνικής συνείδησης και τη σταθερή πρόοδο της ορθολογικής σκέψης. Οι κατακτήσεις αυτές της Φιλοσοφίας και εν τέλει της επιστημονικής σκέψης θα προκαλέσουν ραγδαίες μεταβολές και ανακατατάξεις στο χώρο των κοινωνικών ιδεών αυτή την εποχή, δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Οι μεταβολές αυτές είναι εμφανέστερες στην περιοχή των πολιτικών μεταρρυθμίσεων (λίγο πριν και λίγο μετά τα μέσα του 5ου αι., Εφιάλτης και Περικλής), στις μεγάλες προόδους της Ιατρικής, στην περίπτωση της Τέχνης (τραγωδία, αγγειογραφία και γλυπτική) και στις νεωτεριστικές προτάσεις της Σοφιστικής. Στο ευρύ πλαίσιο αυτής της νέας κοινωνικής πραγματικότητας με τις ιστορικές, αναμφισβήτητα, προεκτάσεις πρέπει να εντάξουμε τις αναθεωρητικές αντιλήψεις των μεγάλων σοφιστών για το νόμο και το δίκαιο. Αυτό ήταν άλλωστε εύλογο, αφού δηλαδή δεχόμαστε ότι η Σοφιστική είναι κατεξοχήν κίνημα κοινωνικό και ιδεολογικό, ήταν επόμενο να αρθρώσει ένα νέο πολιτικό λόγο και να προσκομίσει νέες ιδέες ή να προτείνει την αναθεώρηση/επανεκτίμηση παλαιών αντιλήψεων. Από την άποψη αυτή η Σοφιστική θα επηρεάσει όλο το εύρος των κοινωνικών ιδεών.

2. Ο Πρωταγόρας, πρωτοπόρος και καινοτόμος

Το απόσπασμα Β 114 του Ηρακλείτου, που αναφέραμε ήδη, ήταν το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της αποδοχής μιας αντίληψης, που αποδέσμευε το δίκαιο και το νόμο από μεταφυσικές εξαρτήσεις. Οι νόμοι δεν έχουν τη θεϊκή επίνευση ούτε ενιαία πηγή, είναι έργα των ανθρώπων και απηχούν τις αντιλήψεις τους σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και σ’ ένα ορισμένο κοινωνικό χώρο. Κατ’ αρχήν όλοι οι σοφιστές είναι σύμφωνοι (όσο μας επιτρέπουν οι πηγές να μιλάμε για ομοφωνία), ότι το δίκαιο είναι έκφραση συγκεκριμένων κοινωνικών αντιλήψεων, απηχεί κοινωνικές καταστάσεις και υφίσταται, επομένως, τις αντίστοιχες μεταβολές.

Η σχετικότητα του δικαίου είναι ανάλογη προς τις μεταβολές των νόμων, οι οποίες με τη σειρά τους αντανακλούν τις κοινωνικές, τις πολιτικές και τις οικονομικές συσχετίσεις και ανακατατάξεις στο σώμα της ανθρώπινης κοινότητας. Από την άποψη αυτή είναι σαφής ο ιστορικός χαρακτήρας του δικαίου. Επίσης γίνεται φανερό πως εφόσον δεχόμαστε αυτή τη θέση, επιβάλλεται να αναγνωρίσουμε όχι μόνο τη σχετικότητα του δικαίου αλλά και την «ταύτισή» του τελικά με το θετικό δίκαιο, τους κειμένους νόμους (νόμιμον – δίκαιον), όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Οι σοφιστές βρίσκονται στο κέντρο κοινωνικών ανακατατάξεων και έντονης προβληματικής και αμφισβήτησης ή κρισης των κοινωνικών ιδεών και αξιών. Υποχρεώνονται από τα πράγματα ν’ αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση, έχουν όμως την ικανότητα όχι μόνο να ασκήσουν κριτική αλλά και να διατυπώσουν προτάσεις. Από την άποψη της τοποθέτησης των σοφιστών απέναντι στο πρόβλημα του νόμου και του δικαίου, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο ομάδες, που εκπροσωπούν μια συντηρητική και μια προοδευτική, θα λέγαμε, αντίληψη. Στην πρώτη ομάδα ανήκει ο Πρωταγόρας, οπαδός της ευνομίας, που δέχεται την ταύτιση του δικαίου με το θετό νόμο.

Σ’ αυτόν άλλωστε οφείλουμε και τις πιο ολοκληρωμένες και σαφείς απόψεις για το νόμο, όπως τις διέσωσε βέβαια ο Πλάτων στον «Θεαίτητο»:

Το κριτήριο της θέσπισης των νόμων είναι το συμφέρον της πόλεως, της κοινότητος (τα συμφέροντα εαυτή ή μή συμφέροντα, Θεαίτ. 172 a). Την άποψη αυτή δέχεται και ο Σωκράτης, δηλ. ο Πλάτων: Πολ. 339 b: συμφέρον γέ τι είναι και ομολογώ δίκαιον (πβ. Μπέης 22). Ουσιαστικά η θέση αυτή εγκαινιάζει στη φιλοσοφία του δικαίου την υποκειμενική αντίληψη και τη σχετικότητα του δικαίου: οια αν εκάστη πόλις οιηθείσα θήται νόμιμα αυτά, ταύτα και είναι τη αληθεία εκάστη (ό.π. 172 a). Δεν υπάρχει στη σκέψη του Πρωταγόρα ούτε ίχνος αμφισβήτησης του νόμου και δικαίου ούτε η παραμικρή ιδέα αντίστασης.

3. Η σχετικότητα του δικαίου και των νόμων

i. Οπαδός του Πρωταγόρα είναι ο Ανώνυμος του Ιαμβλίχου, που βλέπει επίσης την προκοπή των πόλεων στην ευνομία και τον όλεθρο στην ανομία, όπως ονομάζει τους κακούς νόμους προφανώς (7, 101). Το δίκαιο και ο νόμος αποτελούν ενότητα φύσει (νόμος και δίκαιον: φύσει ισχυρά ενδεδέσθαι ταύτα, 6,1). Ολόκληρο το κείμενο του Ανωνύμου άλλωστε ειναι ουσιαστικά η προβολή και έξαρση των αγαθών της ευνομίας και της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Δεν διαθέτουμε κανένα άλλο στοιχείο, εξωτερικό ή εσωτερικό, για να υποστηρίξουμε στενότερους δεσμούς του διανοητή αυτού με τον Πρωταγόρα. Είμαστε βέβαιοι ωστόσο σήμερα, ότι ο συγγραφέρς του πολιτικού αυτού δοκιμίου κινείται μέσα στον ιδεολογικό κόσμο της «σχολής» του μεγάλου Αβδηρίτη σοφιστή και ότι διέσωσε μια γνήσια δημοκρατική φωνή από το τέλος του 5ου αι. π.Χ., όπως πιστεύει η έρευνα.

ii. Ενα δεύτερο βήμα προς την ίδια κατεύθυνση της υποκειμενικότητας ή της σχετικότητας του δικαίου στοιχειοθετεί, στον Πρωταγόρα επίσης η άποψη ότι, το δίκαιο και το άδικο ουκ έστι φύσει αυτών ουδέν ουσίαν εαυτού έχον, αλλά το κοινή δόξαν τούτο γίγνεται αληθές τότε, όταν δόξη και όσον αν δοκή χρόνον (Θεαίτ. 172 b). Η αντίληψη αυτή οδηγεί ασφαλώς στην ίδια κατεύθυνση αλλά σε πιο προχωρημένη θέση την έννοια του δικαίου.

Πρώτον, διότι έχουμε από το στόμα του ίδιου του Πρωταγόρα την ομολογία, ότι το δίκαιο και το άδικο δεν είναι φύσει αλλά έργο των ανθρώπων (νόμω), δηλ. θετό, και επομένως εκφράζεται με τους κειμένους νόμους. Και ένα δεύτερο στοιχείο, σημαντικότερο κατά τη γνώμη μας από πολλές πλευρές, το ότι προσδιορίζεται με σαφήνεια η πηγή του δικαίου, που είναι ο λαός, η κοινή βούληση (τό κοινή δόξαν). Η θέση αυτή του Πρωταγόρα αποτελεί τη δημοκρατική αντίληψη του δικαίου· για την έρευνα είναι σήμερα γενικά παραδεκτό, ότι δεν εκφράζει μόνο το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά κυρίως προσδιορίζει την πηγή όλων των δικαίων, τη λαϊκή βούληση. Η αλήθεια του τί είναι δίκαιο και τί άδικο δεν έχει αντικειμενική υπόσταση δηλ. η αντίληψη για τις κοινωνικές και ηθικές αξίες (επομένως και για το δίκαιο και το άδικο) διαμορφώνεται από κοινωνικά κριτήρια, που δεν μπορεί να είναι βέβαια ποτέ και παντού τα ίδια, απηχούν ωστόσο το κοινό συμφέρον.

iii. Υπάρχει μια τρίτη άποψη για το νόμο και το δίκαιο, την οποία εκπροσωπούν σοφιστές της νεότερης γενιάς, οι δύο πάντως ανήκουν στην αρχαία Σοφιστική, ο Θρασύμαχος και ο Καλλικλής. Και οι σοφιστές αυτοί δέχονται ότι ο νόμος είναι έργο των ανθρώπων και εκφράζει το καθιερωμένο δίκαιο μιας κοινότητας. Η ερμηνεία όμως της προέλευσης του δικαίου και του νόμου είναι διαφορετική τώρα και η αντίθεσή τους με τον Πλάτωνα αγεφύρωτη. Αφετηρία και των δύο, όπως άλλωστε όλων των σοφιστών, είναι η επικρατούσα πραγματικότητα, η δεδομένη ιστορική στιγμή, η ορισμένη κοινωνία και οι φορείς της. Απ’ αυτήν αντλούν τα παραδείγματα και με βάση την καθημερινή πολιτική πρακτική συγκροτούν τους συλλογισμούς τους.

Ο Θρασύμαχος επιχειρει στο Α’ βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα να ερμηνεύσει το δίκαιο πραγματιστικά ως το της καθεστηκυίας αρχής συμφέρον (339 a). Η διαπίστωσή του αυτή έχει εμπειρικό χαρακτήρα και αφορά όλες γενικά τις πόλεις (εν απάσαις ταις πόλεσιν ταυτόν είναι δίκαιον…). Στην ίδια συνοχή, λίγο πριν απ’ αυτά, ορίζει το δίκαιον με παρόμοια φρασεολογία, ως ουκ άλλο τι ή το του κρειττονος συμφέρον (338 c). Το δίκαιον, λοιπόν, όπως ισχύει στις πολιτείες που υπάρχουν στον ιστορικό ορίζοντα, δεν είναι παρα η νομοθετημένη βούληση των ισχυρών, δηλ. η νομιμοποίηση του συμφέροντος των κρατούντων, κατά την άποψη του Θρασύμαχου. Προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο: (συμπεραίνει), αφού δεχθούμε ότι τελικά το δίκαιο είναι έκφραση του συμφέροντος των εκάστοτε ισχυρών, τότε ο δίκαιος παντού βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τον άδικο, όποιος δηλ. πείθεται και υπακούει στους νόμους, αυτός εισπράττει και την αντίστοιχη βλάβη (343 c-d).

Πραγματικά, η συλλογιστική αυτή φαίνεται σκληρή και σχεδόν κυνική. Ο Θρασύμαχος όμως, όπως υπαινιχθήκαμε ήδη, δεν ευαγγελίζεται μια παρόμοια κατάσταση, αλλά απλώς καταγράφει την πραγματικότητα, που επικρατεί στο γνωστό του κόσμο χωρίς εξαιρέσεις (εν απάσαις ταις πόλεσι). Ο ίδιος μάλιστα, σ’ ένα από τα αποσπάσματά του, μιλάει με καταφανή πικρία για την αδιαφορία των θεών, που παραβλέπουν το μέγιστον των εν ανθρώποις, την δικαιοσύνην (Β 8). Δεν ισχυρίζεται, λοιπόν, τί θα έπρεπε να είναι ή πώς πρέπει να είναι τα πράγματα, αλλά πώς είναι· θέλει να καταδείξει πόσο οδυνηρή και αδήριτη είναι η πραγματικότητα, ανατέμνει το κοινωνικό σώμα με ασυνήθιστη ευθυκρισία και σκληρότητα· δεν είναι η παραδεκτή κατάσταση (σε κανένα σημείο δε φαίνεται μια παρόμοια άποψη) αλλά η υπαρκτή. Απαντά στο ερώτημα, που είχε δεχθεί να συζητήσουν με τον Σωκράτη, δηλ. τί φης είναι το δίκαιον (336 d), και μεταφέρει την επικρατούσα αντίληψη, απόρροια βέβαια των κοινωνικών συνθηκών στη δεδομένη εκείνη ιστορική στιγμή. Ο Θρασύμαχος, λοιπόν, δεν είναι κήρυκας του δικαίου των κρατούντων ούτε βέβαια ευαγγελίζεται τον ηθικό αμοραλισμό. Μήπως όμως έμμεσα θα δικαιολογούσε μια μορφή αντίστασης σ’ αυτό το κίβδηλο δίκαιο των κρατούντων με την αποκάλυψη της ουσίας του δήθεν δικαίου ή των δικαίων νόμων; Είναι ασφαλώς ένα ερώτημα. Πάντως, με τόλμη και παρρησία διαπιστώνει και κρίνει τα κρατούντα, χωρίς προκαταλήψεις και με επίγνωση της δυσκολίας του προβλήματος.

Διαφορετική, βέβαια, είναι η περίπτωση του Καλλικλή, όπως την ξέρουμε από τον Γοργία του Πλάτωνα, γιατί ο σοφιστής αυτός είναι σχεδόν άγνωστος κατά τα άλλα. Αντίθετα προς τον Θρασύμαχο, ο Καλλικλής ισχυρίζεται ότι οι νόμοι είναι έκφραση της βούλησης των πολλών (και εννοεί τους δημοκρατικούς) και αδυνάτων, σ’ αντίθεση προς τους ολίγους και «κρείττονες»: αλλ’ άμαι οι τιθέμενοι τους νόμους οι ασθενείς ανθρωπά εισιν και οι πολλά (483 b). Είναι προφανές ότι υποκρύπτεται στη σκέψη και στην επιχειρηματολογία αυτή η αντιδημοκρατική νοοτροπία του επιγόνου αυτού των μεγάλων σοφιστών. Και κατά τον Καλλικλή, ωστόσο, οι νόμοι κατοχυρώνουν απλώς τα συμφέροντα μιας μερίδας, αυτής που επικρατεί μέσα στην αδυσώπητη πάλη των κοινωνικών ομάδων – και επειδή βέβαια στη δημοκρατία επικρατούν οι πολλοί, ο δήμος, που συγκεντρώνει τους περισσότερους αλλά και οικονομικά πιο αδύναμους πολίτες, αυτοί είναι τώρα οι ισχυροί, επομένως αυτοί υπαγορεύουν και τους νόμους! Αυτό είναι μια κατάσταση αφύσικη κατά την κρίση του Καλλικλή, διότι η φύσις άλλα διδάσκει: η δε γε άμαι φύσις αυτή αποφαίνει αυτό, ότι δίκαιόν εστιν τον αμείνω του χείρονος πλέον έχειν και τον δυνατώτερον του αδυνατωτέρου (483 c-d).

Μ’ αυτή τη συλλογιστική προβάλλει η περίφημη θεωρία, που διακηρύσσει το δίκαιον του ισχυροτέρου ή το δίκαιον της πυγμής.

Η θεωρία είναι καινοφανής, δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ότι απηχεί κι αυτή, σε τελευταία ανάλυση, αντιλήψεις της εποχής, και πιθανότατα αυτής μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ή των αρχών του 4ου αι. μ.Χ. Το δίκαιο, βέβαια ταυτίζεται και σ’ αυτήν την περίπτωση με το θετό νόμο, ερμηνεύεται όμως σαν απόρροια της φύσεως, δηλ. προέκταση του «δικαίου» που επικρατεί στη φύση (κατά νόμον γε τον της φύσεως, 483 e- το της φύσεως δίκαιον, 484 a). Η θεωρία αυτή δεν αντέχει ασφαλώς σε λογικό έλεγχο, γιατί της λείπει η βασικότερη αρχή, η αλήθεια των προκειμένων ενός συλλογισμού. Η φύση δεν έχει ηθική ούτε διατυπώνει κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, η ηθική (και το δίκαιο ασφαλώς είναι βασικό στοιχείο της ηθικής) είναι δημιούργημα της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων· ο άνθρωπος στην κοινωνική του ζωή «υπερβαίνει» τη φυσική του κατάσταση και δημιουργεί πολιτισμό. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να επικαλούμαστε τη φύση ως πρότυπο ηθικής ζωής, αφού φύση και ηθική είναι έννοιες αλληλοαποκλειόμενες. Οι νόμοι θεσπίζουν δίκαιο και αποβλέπουν στο κοινό συμφέρον, δηλ. «περιορίζουν» τη φύση και διαμορφώνονν κανόνες ζωής που υπερβαίνουν τη φυσική «τάξη».

iv. Από την ίδια εποχή, το τέλος δηλ. του 5ου αι., έχουμε ακόμα μια περίπτωση ενός διανοητή, του σοφιστή Αντιφώντα, που εντάσσεται στο πλαίσιο που ερευνούμε σ’ αυτή τη συνοχή: τη σχέση του νόμου και του δικαίου. Η δική του οπτική όμως διαμορφώνεται και λειτουργεί μέσα στον προβληματισμό του γνωστού σχήματος νόμω-φύσει. Γι αυτό οι απόψεις του Αντιφώντα θα μας απασχολήσουν στην αμέσως επόμενη ενότητα, όπου θα εκθέσουμε συνοπτικά το εννοιολογικό και ιδεολογικό εύρος του σχήματος αυτού.

v. Πιο κοντά στον εννοιολογικό χώρο που εξετάζουμε βρίσκονται, μάλλον οι θέσεις του Γλαύκωνα, όπως τις καταγράφει ο Πλάτων στο Β’ βιβλίο της Πολιτείας του. Ο Γλαύκων ξαναθέτει το πρόβλημα του δικαίου εξαρχής, ακριβέστερα τον ενδιαφέρει η αρχή (γένεση) του δικαίου και της δικαιοσύνης. Οι σκέψεις του έχουν άμεση συνάρτηση με τις θέσεις των σοφιστών που είδαμε, γι’ αυτό θα τις συνοψίσουμε σ’ αυτήν την ενότητα, για να γίνει ακόμα πιο φανερό, ότι αυτή την εποχή το πρόβλημα του νόμου και του δικαίου είναι στην επικαιρότητα και απασχολεί έντονα τη σκέψη των διανοητών. Κατά τον Γλαύκωνα, λοιπόν, νόμιμον και δίκαιον συμπίπτουν, αφού σημαίνουν και οι δύο λέξεις το υπό του νόμου επίταγμα (359 a). Οι νόμοι άλλωστε είναι αποτέλεσμα συμφωνίας, για να αποφύγουν οι άνθρωποι την αδικία αλλά και να πάψουν να αδικούν άλλους. Αυτή τη συμφωνία ονομάζει γένεσιν και ουσίαν δικαιοσύνης, την προσπάθεια δηλ. να εξευρεθεί μια ισορροπία και ένας συμβιβασμός, ένα μέτρο ανάμεσα σε δύο ακραίες θέσεις (του αρίστου – του κακίστου, ο.π.). Αυτή η «συνθήκη» είναι αναγκαία, γιατί ο άνθρωπος φύσει ρέπει προς την πλεονεξία (πλέον έχειν), τόσο ο άδικος όσο και ο δίκαιος. Γι’ αυτό άλλωστε, πιστεύει ο Γλαύκων, στην πραγματικότητα κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του, αλλά από ανάγκη (ουδείς εκών δίκαιος αλλ’ αναγκαζόμενος, 268 c).

4. Το πρόβλημα νόμω – φύσει

α. Η προέλευση και η διερεύνηση του σχήματος αυτού

Κεντρική θέση στην προβληματική των σοφιστών κατέχει το γνωστό ιδεολογικό σχήμα νόμω-φύσει. Ασφαλώς ιδεολογικό, γιατί εκφράζει και μετουσιώνει ιδέες και αντιλήψεις διαφορετικές, προβάλλει αντίθετες θέσεις και ερμηνείες κοινωνικών φαινομένων και θεσμών. Το σχήμα νόμω-φύσει (ή νόμος – φύσις) ήταν ήδη προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ. ένας «τόπος» και είχε επηρεάσει ολόκληρο το πεδίο της σκέψης, κυρίως βέβαια προς την κοινωνικο-πολιτική κατεύθυνση· επιπλέον τις επιδράσεις του επισημαίνουμε σ’ όλα τα είδη του λόγου και της σκέψεως. Για την περίφημη, λοιπόν, αυτή αντίθεση, την προέλευσή της και τα ερμηνευτικά προβλήματα που παρουσιάζει, ιδιαίτερα για τον πνευματικό ορίζοντα της αρχαίας Σοφιστικής, θα αναφέρουμε, εντελώς συνοπτικά, μερικές θέσεις:

Η προέλευση του σχήματος αυτού «νόμω-φύσει», μάλλον από τα αρχαιότερα κείμενα των ιπποκρατικών γιατρών, όπως δέχεται σήμερα η έρευνα, μας προϊδεάζει για την εννοιολογιή του αφετηρία. Όπως είναι γνωστό, η ιπποκρατική ιατρική ήταν μια από τις μεγάλες αποκαλύψεις του πνεύματος στον 5ο αι. π.Χ., και η επίδρασή της ήταν έκδηλη σ’ όλα τα δημιουργήματα του λόγου και της τέχνης σ’ αυτόν και στον επόμενο αιώνα (Πλάτων, Αριστοτέλης, πλαστική, γλυπτική, κλπ.). Πιστεύουμε ότι η πρώτη εμφάνιση ή υποτύπωση του δίδυμου όρου νόμος-φύσις εντοπίζεται στο ιπποκρατικό έργο Περί αέρων, υδάτων, τόπων (κεφ. 14), που η έρευνα το χρονολογεί λίγο μετά το 440 π.Χ. (Πβ. και στο άλλο ιπποκρατικό έργο, Περί δεσμών Ι, 4 (VI, 476 L). Ο νόμος γαρ τη φύσει περί τούτων εναντίος. Η γνώμη του προσωκρατικού (5ος αι.) φιλοσόφου Αρχέλαου: το δίκαιον και το αισχρόν ου φύσει αλλά νόμω, αν και δεν δημιουργεί προβλήματα αξιοπιστίας, διχάζει ωστόσο τους ερευνητές). Από το χώρο της ιατρικής εμπειρίας μεταφέρεται από τους σοφιστές στην περιοχή των κοινωνικών ιδεών, όπου και το έδαφος είναι γονιμότερο και οι συγκυρίες ευνόησαν εύκολα την ένταξη και την πολιτογράφησή του στον ιδεολογικό κόσμο της πολιτικής.

Στη σκέψη των σοφιστών συναντούμε όλες σχεδόν τις εννοιολογικές αποχρώσεις των δύο αυτών όρων (νόμος-φύσις, νόμω-φύσει). Ειδικά τώρα ο όρος φύσει αποκτά τελικά ένα νόημα, που τείνει να τον ταυτίσει με την αλήθεια (φύσει = τη αληθεία), όπως αυτό γίνεται εμφανέστερο στην περίπτωση του σοφιστή Αντιφώντα. Έτσι καταλήγει να εννοεί το μέτρο και τον κανόνα, με τον οποίο πρέπει να μετρηθούν όλα, θα λέγαμε να λογοδοτήσουν μπροστά στο δικαστήριο της φύσεως, που εκπροσωπεί και κλείνει το αληθινό και το ορθό, το έξω από κοινωνικές σκοπιμότητες και συμβάσεις, που ταυτίζονται, εντέλει, με το νόμω.

Οι σοφιστές μετέφεραν τον όρο από το πεδίο της πρακτικής ιατρικής και του έδωσαν ευρύτερο περιεχόμενο στην περιοχή των κοινωνικών ιδεών, όπως είπαμε ήδη. Όλες οι κοινωνικές αξίες και οι θεσμοί υποβάλλονται τώρα σε αυστηρό έλεγχο και κρίνονται με το μέτρο και τον κανόνα του νόμω-φύσει: η γλώσσα και η θρησκεία, το δίκαιο και οι νόμοι, οι κοινωνικές διακρίσεις σε ευγενείς και δυσγενείς, η διάκριση Έλληνες-βάρβαροι είναι νόμω-φύσει; Και γενικά όλος ο κόσμος των παλαιών αξιών επαναπροσδιορίζεται μέσα σ’ ένα κλίμα επαναστατικής κριτικής και διάθεσης ελέγχου. Είναι εύλογο σε παρόμοιες περιπτώσεις να φθάνουν οι άνθρωποι στην υπερβολή, κυρίως οι επίγονοι των πρώτων μεγάλων δασκάλων. Η ευρύτερη σημασία όμως αυτών των ιδεολογικών σχημάτων για τις κοινωνικές διεργασίες δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Αλλά και στο επίπεδο των φιλοσοφικών ιδεών αν περιοριστούμε, η σπουδαιότητα αυτών των αναθεωρητικών αντιλήψεων είναι προφανής: προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις και οδήγησε το στοχασμό σε αυτοέλεγχο και κριτική θεμελίωση των προτάσεών του.

β. Η σοφιστική εκδοχή

Στους εκπροσώπους της Σοφιστικής, τους αποδέκτες του σχήματος νόμω-φύσει, διακρίνουμε τρεις ομάδες, στις οποίες ο νόμος και η φύσις λειτουργούν δημιουργικά και κριτικά, αλλά κατά διαφορετικό τρόπο. Πιστεύουμε ότι η διαφορετική λειτουργία αντιστοιχεί σε διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις και ότι δεν είναι μόνο η περίπτωση διαφορετικών ανθρώπων. Αυτές οι ιδεολογικές εκχυμώσεις δεν είναι υπόθεση ή εκρήξεις προσωπικών επιλογών, αλλά μάλλον αποτελούν κρυσταλλώσεις βαθύτερων κοινωνικών εντάσεων.

Τα πρόσωπα γίνονται οι φορείς και οι εκφραστές ιδεών, που έχουν ήδη σχηματισθεί στο κοινωνικό υπόβαθρο.

Στην πρώτη ομάδα, λοιπόν, ανήκει ο Πρωταγόρας, ο πρώτος μάλλον συνειδητός χρήστης του όρου φύσει στην περιοχή του νόμου και του δικαίου.

Το δίκαιο ταυτίζεται με το θετό νόμο (το κοινή δόξαν), όπως είδαμε σε προηγούμενες σελίδες. Αλλά πέρα απ’ αυτό ή ακριβώς γι αυτό δεν είναι φύσει: αλλ ‘ εκεί ου λέγω, εν τοις δικαίοις και αδίκοις… Εθέλουσιν ισχυρίζεσθαι ως ουκ έστι φύσει αυτών ουδέν ουσίαν εαυτού έχον, κλπ. (Θεαιτ. 172 b). Ο Πρωταγόρας είναι ο εισηγητής του σχετικισμού (ρελατιβισμού) και μένει συνεπής με τις απόψεις του σ’ όλες τις περιοχές του πνευματικού και κοινωνικού βίου που εξετάζει.

Σ’ ένα άλλο έργο του Πλάτωνα, όπου αναπτύσσει τη θεωρία του Πρωταγόρα για τη γένεση της κοινωνίας και του κοινωνικού συμβολαίου, ο σοφιστής θεωρεί τους νόμους αγαθών και παλαιών νομοθετών ευρήματα (Πρωτ. 326 d). Είναι σαφές ότι οι νόμοι και το δίκαιο δεν είναι φύσει.

Από τους σοφιστές, που θα ονομάσουμε, με κάποια ευκολία και πνεύμα ενοποίησης, «σχολή» του Πρωταγόρα, μόνο ένας ακολουθεί τις απάψεις του σ’ αυτό το σημείο: Ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος, ο γνωστός μας σοφιστής από το Α’ βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα· συνεπής και ρεαλιστής στοχαστής προτείνει μια ερμηνεία για την προέλευση του δικαίου, η οποία φανερώνει προσωπική γνώμη και ρεαλιστική σκέψη, και πιο πολύ ίσως ειλικρίνεια προθέσεων.

Όπως είδαμε, λοιπόν, στα προηγούμενα, ο Θρασύμαχος, παρά τη γνώμη του Πλάτωνα, δεν είναι εισηγητής μιας νέας θεωρίας, αλλά καταγράφει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, όταν ισχυρίζεται ότι οι νόμοι είναι απλώς η θεσμοθετημένη βούληση των δυνατών και το δίκαιον… (εστί) το του κρείττονός τε και άρχοντος συμφέρον (Πολ.Α 343 c). Είναι βέβαια αυτονόητο, ότι το δίκαιο δεν είναι άλλο παρά τα νόμιμα, δηλ. αυτό που η βούληση των ισχυρών μέσα στην πολιτεία νομοθέτησε. Άλλωστε αυτό είναι σαφές και αναντίρρητο από την ομολογία του Γλαύκωνα στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας (Β 359 a), όπου γίνεται προσπάθεια να ερμηνευθεί η γένεση της κοινωνίας από την πρωτόγονη κοινότητα με τη θέσπιση νόμων: και ονομάσαι το υπό του νόμου επίταγμα νόμιμόν τε και δίκαιον. Ολόκληρο, επομένως, το πλέγμα των νόμων και των κανόνων που διέπουν την κοινωνική συμβίωση είναι νόμω, έργο των ανθρώπων: θέμεναι δε (sc, αι πόλεις,) απέφηναν τούτο δίκαιον τοις αρχομένοις είναι (Α 338 e). Έτσι ο Θρασύμαχος αποδείχνεται μαθητής και συνεχιστής του μεγάλου Πρωταγόρα· συνεχιστής, γιατι πρώτος αυτός τόλμησε να πει ότι οι νόμοι έμμεσα πλην σαφώς σε τελευταία ανάλυση εκφράζουν τα συμφέροντα των ισχυρών και της καθεστηκυίας τάξεως, δεν αφήνει μάλιστα καμιά αμφιβολία τί εννοεί μ’ αυτό: τίθεται δε γε τους νόμους εκάστη η αρχή προς το αυτή συμφέρον, δημοκρατία μεν δημοκρατικούς, τυρρανίς δε τυρρανικούς, και αι άλλαι ούτως (Α 338 e). Πάντως ο Θρασύμαχος είναι συνεπής οπαδός της θεωρίας του «νόμω» δικαίου.

Στο ίδιο πνεύμα της αποδοχής του νόμω, για το δίκαιο και τους νόμους, κινείται και ο Ανώνυμος συγγραφέας της μικρής διατριβής για το νόμο και την ευνομία, που ξέρουμε ήδη· και αυτός επίσης είναι οπαδός της ιδέας του κοινωνικού συμβολαίου και του θετού δικαίου (6 p. 100, 1). Ωστόσο ο Ανώνυμος πιστεύει ότι ο νόμος και το δίκαιο δεν ταυτίζονται, είναι όμως φύσει στενά συναρτημένα μεταξύ τους (φύσει γαρ ισχυρά ενδεδέσθαι ταύτα). Το «φύσει» όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με την έννοια που ξέρουμε από το γνωστό μας σχήμα, αλλά με την κοινή σημασία.

Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τρεις σοφιστές: ο Ιππίας, ο Αντιφών και ο νεότερος απ’ όλους, ο Αλκιδάμας, που ανήκει στη δεύτερη γενιά των σοφιστών (4ος αι. π.Χ.). Και οι τρεις αυτοί είναι υπέρμαχοι της φύσεως έναντι του νόμου και θεωρούνται οι θεμελιωτές (οι δύο πρώτοι) της λεγόμενης σχολής του «φυσικού δικαίου» εκφράζουν τουλάχιστον τις πρώτες θέσεις της «σχολής» αυτής. Ενώ μια άλλη ομάδα, όπως θα δούμε πιο κάτω, φθάνει σε ακραίες απόψεις.

Ο Ιππίας μεταφέρει την έννοια «νόμω-φύσει» στην περιοχή των ανθρωπίνων σχέσεων και διακηρύσσει ότι όλοι (;) οι άνθρωποι είναι συγγενείς- οικείοι και πολίται – φύσει ου νόμω (337 b). Τον ισχυρισμό αυτό θεμελιώνει με το επιχείρημα, ότι το όμοιον τω ομοίω φύσει συγγενές έστιν (337 b)· αφού, λοιπόν, οι άνθρωποι είναι φύσει όμοιοι, άρα συγγενείς κλπ. Μοιάζει ο συλλογισμός αυτός ταυτολογικός και παρουσιάζει αδυναμίες, π.χ. οι πολίτες δεν μπορεί να είναι φύσει σε καμιά περίπτωση αλλά μόνο νόμω. Αντίθετα, βρίσκει ερείσματα η άποψή του στο ότι οι νόμοι των ανθρώπων πολλές φορές καταπιέζουν και βιάζουν τη φύση: ο δε νόμος, τύρρανος ων των ανθώπων, πολλά παρά την φύσιν βιάζεται (337 b). Αυτή ακριβώς η θέση θα γνωρίσει μεγάλη διάδοση, θα βρει προφανώς πολλούς θιασώτες, θα ξεσηκώσει συζητήσεις και θα προκαλέσει οξύτατες αντιδράσεις και ατέλειωτες έριδες.

Αυτά είναι όλα όσα μας σώζονται από τον Ιππία σχετικά με την προβληματική του νόμω-φύσει. Για το σύγχρονό του Αντιφώντα το σοφιστή όμως είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι. Στους παπύρους της Οξυρρύγχου οφείλουμε τα δύο εκτεταμένα αποσπάσματα του έργου Περί αληθείας (Β 44 Α-Β), από τα οποία κερδίζουμε μια πιο ολοκληρωμένη, δηλ. τεκμηριωμένη άποψη γι’ αυτά τα θέματα.

Οι βασικές θέσεις του Αντιφώντα μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα σημεία:

α) Τα φυσικά πράγματα και ο άνθρωπος είναι «δεμένα», συνέχονται, από κάποια φυσική αναγκαιότητα, με ορισμένους σταθερούς και απαράβατους νόμους, που έχουν αναγκαστική ισχύ. Αντίθετα, οι διατάξεις των κειμένων νόμων είναι συμβατικές, δεν ανταποκρίνονται δηλ. στη φύση των πραγμάτων, αλλά υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, επομένως είναι ένα στοιχείο επιπρόσθετο (επίθετο) (τα μεν γαρ των νόμων επίθετα, τα δε της φύσεως αναγκαία, Β 44,1). Αυτό εξηγείται· οι διατάξεις των νόμων, οι κανόνες (θα συμπληρώσουμε εδώ: τα των νόμων επιτάγματα) είναι αποτέλεσμα συμφωνίας (ομολογηθέντα) δεν ανήκουν στη φύση των πραγμάτων (ου φύντα)· ενώ τα της φύσεως (sc. επιτάγματα) φύντα ουχ ομολογηθέντα (sc. εστί). Απ’ αυτήν ακριβώς τη φύση τους, την ουσία τους εκπορεύεται και το καθολικό κύρος τους, ο χαρακτήρας της αναγκαιότητας που ενυπάρχει στα «επιτάγματα» της φύσεως. Αυτά στοιχειοθετούν τους βασικούς κανόνες συμπεριφοράς για όλους τους ανθρώπους και δεν μπορούμε να τα παραβιάσουμε ατιμωρητί.

Μπορεί δηλ. κάποιος να παραβεί τους νόμους της πόλεως, όπου ζει, και να μην τιμωρηθεί, αν δεν τον δει κανείς ή αν δεν αποκαλυφθεί. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με τους νόμους της φύσεως. Εδώ δε χρειάζονται μάρτυρες, η τιμωρία είναι αυτονόητη και αυτόματη – σ’ αυτή την αναπόδραστη ποινή στηρίζεται το αναγκαστικό κύρος των φυσικών νόμων.

β) Οι νόμοι στηρίζονται στο συμφέρον : όσα συμφέροντα καθορίζονται από τους νόμους της πολιτείας, στην πραγματικότητα αποτελούν δεσμά της φύσεως· αντίθετα τώρα, όσα συμφέροντα ερείδονται στη φύση, έχουν τον χαρακτήρα της ελεύθερης επιλογής (Β 44, 4). Το επιχείρημα στηρίζεται στη σκέψη, ότι η φύση περικλείει τα συμφέροντα στον άνθρωπο, χωρίς υστεροβουλία, άρα εκπροσωπεί την αλήθεια, ενώ ό,τι αντιτίθεται στη φύση ειναι κακό και ασύμφορο.

γ) Ο Αντιφών ως δικαιοσύνη εννοεί τα νόμιμα της πόλεως, εν η αν πολιτεύηταί τις (Β 441). Η θέσπιση ενός ορίου συμβατικού, που δεν επιτρέπεται να το ξεπεράσει κανείς, κανονίζει τη συμπεριφορά του ατόμου.

Δεν υφίσταται ο δεσμός του ανθρώπου με το νόμο, όπως ήταν η περίπτωση με τη φύση· ο νόμος τώρα υπαγορεύει απλώς μια εξωτερική συμπεριφορά, δηλ. τη νομιμότητα των ενεργειών και της κοινωνικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Είναι επομένως μια σύμβαση, μια συνθήκη και εγγυητής αλλήλοις των δικαίων, όπως θα πει τον 40 αι. ο Λυκόφρων.

δ) Ωστόσο ο Αντιφών δεν είναι τόσο ριζοσπαστικός· διακηρύσσει βέβαια ότι τα πολλά των κατά νόμον δικαίων πολεμίως τη φύσει κείται (Β 44, 2), αναγνωρίζει όμως έμμεσα σ’ αυτό το έργο του, ότι αντίθετα στη φύση δεν είναι όλοι οι νόμοι (πολλά – πβ. Β 44, 5). Τα επιχειρήματά του αντλεί βέβαια από τις φυσικές λειτουργίες του ανθρώπου, έχουν προφανώς ιπποκρατική καταγωγή, όπως θα δούμε σε μια άλλη συνοχή. Ο Αντιφών δεν έχει πρόθεση να καταρρίψει τους νόμους της πολιτείας και να τροφοδοτήσει αναρχικές κινήσεις, όπως υπέθεσαν μερικοί μελετητές, αλλά θέλει να διαφωτίσει τους ανθρώπους ως προς το αληθινό νόημα της σχέσης ανάμεσα στο νόμο και στη φύση. Σ’ ένα άλλο έργο του, το Περί ομονοίας, με παρρησία και σαφήνεια καταδικάζει την αναρχία, τη θεωρεί μάλιστα το μεγαλύτερο κακό στους ανθρώπους (Β 61). Η βασική θέση του στοχαστή αυτού, μπορούμε να πούμε, συνοψίζεται στην άποψη, ότι ο νόμος δεν ωφελεί αλλά βλάπτει τους ανθρώπους, αν δεν τους ενώνει, όπως η φύση.

Γ. Στην τρίτη ομάδα αριθμούμε τον Καλλικλή και τον Κριτία. Συγκαταλέγουμε και τον Κριτία, που περισσότερο με τις πράξεις του παρά με τα γραπτά του υπηρέτησε ιδέες ολιγαρχικές και ενίσχυσε τυρρανικά φρονήματα.

Μ’ αυτούς τους σοφιστές έχουμε τις απολήξεις των μεγάλων οραματιστών, κυρίως του Πρωταγόρα. Ιδιαίτερα η περίπτωση του Καλλικλή (δεν ξέρουμε αν έγραψε κάτι) μαρτυρεί ψυχολογία και σκέψη επιγόνου, μολονότι από μια άποψη η κοινωνική πραγματικότητα τον δικαιώνει. Αν όμως σκεφτούμε την κοινωνία που διαμόρφωσε ο μακροχρόνιος και ψυχοφθόρος Πελοποννησιακός πόλεμος, ίσως θα βρισκόμασταν πιο κοντά σ’ αυτές τις τόσο κυνικές και απροκάλυπτα αντιδημοκρατικές σκέψεις του Καλλικλή.

Ο πρώιμος αυτός κήρυκας του υπερανθρώπου, όπως τον είδαν μερικοί μελετητές, που ευαγγελίζεται και υπερασπίζεται τους ισχυρούς χωρίς να νοιάζεται για το ηθικό τους ποιόν, στην πραγματικότητα νομίζει ότι επαναλαμβάνει το δάσκαλό του, το Γοργία. Ακριβέστερα θέλει να μεταφέρει τη γνώμη του μεγάλου δασκάλου του στην περιοχή της κοινωνικής πραγματικότητας, κάνει όμως ένα καίριο λάθος, όπως είδαμε στα προηγούμενα: αποδίδει δηλ. στη φύση ηθικές προθέσεις και αναζητεί το δίκαιο, δημιούργημα εξ ολοκλήρου των ανθρώπινων σχέσεων, στη λειτουργία των φυσικών νόμων.

Και βέβαια, ακριβώς αυτό δεν είναι το δίκαιο, και γενικότερα κάθε ηθικός κανόνας, δηλ. δεν είναι φύσις αλλά υπέρβαση της φύσεως.

Η ιδέα ενός ισχυρού άνδρα, που θα ενσάρκωνε δήθεν τα κοινωνικά ιδανικά των καταπιεσμένων και θα προχωρούσε αλύγιστος στην εφαρμογή της κοινωνικής δικαιοσύνης, γεννήθηκε, φαίνεται, μέσα από τις συμφορές και τις απογοητεύσεις που έφερε η ήττα στην Αθήνα με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, και πρέπει να βρήκε κάποια ανταπόκριση στους συντηρητικούς πολίτες.

Σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγούμαστε από την αναφορά στο θέμα αυτό του Ανωνύμου (Ανώνυμος Ιαμβλίχου D.Κ. 6, 100, 5,1): ει μεν δη γένοιτο τις εξ αρχής φύσιν τοιάνδε έχων, άτρωτος τον χρώτα άνισός τε απαθής και υπερφυής και αδαμάντινος (= σκληρός σαν το διαμάντι) το τε σώμα και την ψυχήν, κλπ. Ο Ανώνυμος απορρίπτει βέβαια την ιδέα αυτή του υπερανθρώπου και υπερασπίζεται τη δημοκρατική αρχή· επίσης δε δέχεται τη θεωθία για το δίκαιο του ισχυρότερου (Καλλικλής): ο Ανώνυμος δε δέχεται αλλά απορρίπτει τη θεωρία του ισχυρού ανδρός και οι σοφιστές δεν περίμεναν τον υπεράνθρωπο, για να πραγματώσουν το ιδανικό τους πολίτευμα! Παρόμοιες ερμηνείες δε βρίσκουν ερείσματα στα κείμενα.

Ας δούμε όμως την αφετηρία αυτών των αντιλήψεων του Καλλικλή, που όπως είπαμε ήδη, την εντοπίζουμε στο Γοργία και συγκεκριμένα στο παίγνιόν του, δηλ. στο ρητορικό του γύμνασμα Ελένης εγκώμιον (Β 1,6): πέφυκε γαρ ου το κρείσσον υπό του ήσσονος κωλύεσθαι, αλλά το ήσσον υπό του κρείσσονος άρχεσθαι και άγεσθαι, και το μέν κρείσσον ηγείσθαι, το δε ήσσον έπεσθαι. (Από τη φύση είναι τα πράγματα έτσι ώστε να μην εμποδίζεται το πιο δυνατό από το πιο αδύνατο, αλλά το πιο δυνατό να εξουσιάζει και να οδηγεί το πιο αδύνατο και στην περίπτωση αυτή βέβαια οδηγεί το πιο δυνατό και ακολουθεί το πιο αδύνατο).

Ο Γοργίας όμως εκφράζει μ’ αυτό τον αφορισμό μια γενική σκέψη, τί πράγματι συμβαίνει στη φύση, και συγκρίνει αμέσως πιο κάτω το θεό (κρείσσον) με τον άνθρωπο (ήσσον) (Πβ. Πλάτων, Φαιδ.8ο a). Ούτε μία λέξη, ούτε υπόνοια για την προέλευση ή την φύση του δικαίου υπάρχει σ’ αυτές τις σκέψεις του. Το ότι έτσι πράγματι συμβαίνει στη φύση, αυτό δε στοιχειοθετεί δίκαιο ούτε μπορεί να αποτελέσει βάση δικαίου. Αντίθετα μάλιστα, το δίκαιο επιδιώκει να αμβλύνει το φυσικό «νόμο» και εντέλει να τον υπερβεί. Το δίκαιο είναι ανθρώπινο, δεν είναι «φυσικό», είναι ηθική και στη φύση δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο, αλλά απλώς δυνατό ή αδύνατο, ισχυρό και ασθενικό, και οι διαβαθμίσεις τους ως φυσικές καταστάσεις.

Ο Καλλικλής, τώρα, γεμάτος οίηση, νομίζει ότι ερμηνεύει κοινωνικά φαινόμενα, διακηρύσσοντας το δίκαιο του ισχυροτέρου σαν νόμο της φύσεως ή δίκαιο της φύσεως (κατά νόμον γε τόν της φύσεως, 483 e – το της φύσεως δίκαιον 484 a). Έτσι βλέπει μια τέλεια «αρμονία» ανάμεσα στο νόμο και στο δίκαιο, υπεραπλουστεύοντας τα πράγματα και ταυτίζοντας τη φυσική κατάσταση με την ηθική και τα κοινωνικά φαινόμενα.

Αυτή η «θεωρία» -βέβαια στην πραγματικότητα οπισθοδρομεί το στοχασμό των σοφιστών και φανερώνει, πού μπορεί να καταλήξει η άκριτη αποδοχή μεγάλων και ρηξικέλευθων ιδεών και πού οδηγεί η οίηση και η έπαρση.

Έγινε ήδη φανερό, υποθέτουμε, ότι οι σοφιστές με τη διδασκαλία τους και το έργο τους (όχι όμως και με τη δραστηριότητά τους!) έθεσαν το πρόβλημα της «αληθείας, του δικαίου και του νόμου, αμφισβήτησαν το καθολικό κύρος των νόμων και αποκάλυψαν την προέλευση του δικαίου ως έκφραση του συμφέροντος των κρατούντων.

Στοιχειοθετεί αυτή τη στάση το δικαίωμα αντίστασης; Την απάντηση ίσως πρέπει να την αναζητήσουμε στις επιδράσεις που άσκησε η σκέψη τους και στις κοινωνικές διεργασίες που ακολούθησαν την παρουσία τους στο προσκήνιο της Ιστορίας.