Τετάρτη 10 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


§11.31. Οι εξαρτημένες επιρρηματικές τελικές προτάσεις δηλώνουν τον σκοπό και τον στόχο της ρηματικής ενέργειας ή, γενικότερα, της κατάστασης πραγμάτων που εκφράζει η κύρια πρόταση.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι εξαρτημένες τελικές προτάσεις δεν χρησιμοποιούνται μόνο για να εκφράσουν τον σκοπό που επιδιώκει κανείς πραγματικά, το αποτέλεσμα μιας πρόθεσης, αλλά και για να δηλώσουν το "φυσικό", κατά κάποιον τρόπο, επακόλουθο που πρέπει να προσδοκάται ή που προκύπτει από μια σειρά περιστάσεων. Αυτό ισχύει ήδη για την ομηρική εποχή και γλώσσα:

ΟΜ Ιλ 2.357-359 εἰ δέ τις ἐκπάγλως ἐθέλει οἶκόνδε νέεσθαι, ἁπτέσθω ἧς νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης, ὄφρα πρόσθ' ἄλλων θάνατον καὶ πότμον ἐπίσπῃ || αν πάλι κανείς δεν μπορεί να κρατηθεί να γυρίσει στην πατρίδα, ας αγγίξει το στέρεο καράβι του το μαύρο, για να τον πάρει νωρίτερα από τους άλλους ο χάρος και η μοίρα.

ΟΜ Οδ 9.12-13 σοὶ δ' ἐμὰ κήδεα θυμὸς ἐπετράπετο στονόεντα εἴρεσθ', ὄφρ' ἔτι μᾶλλον ὀδυρόμενος στεναχίζω || εσένα όμως το μυαλό σου γύρισε να ρωτήσει για τα βάσανά μου τα βαριά, για να οδύρομαι και να αναστενάζω ακόμη πιο πολύ.

§11.32. Εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους ἵνα, ὡς, ὅπως "για να" (Το ὄφρα και το ἕως, που έχουν τη ίδια σημασία, χρησιμοποιούνται στην επική και τη λυρική ποίηση).

Η άρνηση είναι ἵνα μή, ὡς μή κ.λπ., ή απλό μή "για να μη".

§11.33. Το παλαιότερο είδος τελικών προτάσεων αποτελούν αυτόνομες, αρχικά, απαγορευτικές ή αποτρεπτικές προτάσεις που εισάγονται με το μή, οι οποίες κατόπιν προσαρτώνται στην πρόταση που προηγείται και μεταβάλλονται σε εξαρτημένες. Το μή λειτουργούσε δηλαδή στην ΑΕ και ως απαγορευτικό ή αποτρεπτικό μόριο που εισάγει δευτερεύουσες τελικές προτάσεις. (Πρβ. την διάκριση των αρχαίων Γραμματικών μεταξύ του οὐ ως έκφραση της ἀρνήσεως αφενός και του μή, με το οποίο δηλώνεται η ἀπαγόρευσις αφετέρου).

Προτάσεις που εισάγονται με το μή αρχικά δικαιολογούσαν την επιθυμία, τη βούληση ή την απαίτηση που εκφραζόταν στην προηγούμενη πρόταση και δεν διέφεραν σε τίποτα από προτάσεις που δήλωναν μιαν επιθυμία ή βούληση με καταφατικό τρόπο. Μια πρόταση όπως λ.χ.:

ΟΜ Ιλ 10.65 αὖθι μένειν[,] μή πως ἀβροτάξομεν ἀλλήλοιν.

είναι ως προς το σημείο που ενδιαφέρει εδώ αντίστοιχη πρός την

ΟΜ Ιλ 23.71 θάπτε με ὅττι τάχιστα[,] πύλας Ἀίδαο περήσω.

Και οι δύο προτάσεις από αυτά τα ομηρικά χωρία που εκφέρονται σε υποτακτική (το μή πως ἀβροτάξομεν ἀλλήλοιν και το ὅττι τάχιστα πύλας Ἀίδαο περήσω), οι οποίες, όπως διαφαίνεται από το ασύνδετο, σχετίζονται στενά με την προηγούμενή τους πρόταση, θα μπορούσαν να αποδοθούν στα ΝΕ τόσο με μιαν ανεξάρτητη πρόταση όσο και με μιαν εξαρτημένη τελική πρόταση (από την ερμηνεία της σχέσης τους προς την προηγούμενή τους πρόταση εξαρτάται και η στίξη):

ΟΜ Ιλ 10.65 μείνε εδώ∙ θέλω να μη χάσουμε ό ένας τον άλλον. ή: μείνε εδώ, για να μη χάσουμε ό ένας τον άλλον.

ΟΜ Ιλ 23.71 θάψε με∙ θέλω να περάσω όσο γίνεται πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη ή:θάψε με, για να περάσω όσο γίνεται πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη.

Στο παράδειγμα από το 10.65 της Ιλιάδας η πρόταση που εισάγεται με το μή (μή πως ἀβροτάξομεν ἀλλήλοιν) δηλώνει κάτι το οποίο θέλει να αποτρέψει ο ίδιος ο ομιλητής τη στιγμή που εκφέρει τον λόγο, και γι' αυτό ακριβώς η πρόταση αυτή έχει τον χαρακτήρα μιας ανεξάρτητης πρότασης, μιας πρότασης δηλαδή που μπορεί να κατανοηθεί και χωρίς την αμέσως προηγούμενη (αὖθι μένειν) και στον προφορικό λόγο διακρινόταν από αυτήν προφανώς μέσω μιας παύσης.

Διαφορετικά είναι τα πράγματα στο παράδειγμα:

ΟΜ Ιλ 5.844-845 αὐτὰρ Ἀθήνη δῦν' Ἄϊδος κυνέην, μή μιν ἴδοι ὄβριμος Ἄρης.

Εδώ περιγράφεται μια ανάλογη συπεριφορά με συντακτικά αντίστοιχες προς το 10.65 προτάσεις. Αυτή τη φορά, όμως, η αποτροπή δεν εκφέρεται από τον ομιλητή και επομένως δεν αφορά τον ίδιο, αλλά εκείνον για την ενέργεια του οποίου γίνεται λόγος στην αμέσως προηγούμενη πρόταση. Η πρόταση που εισάγεται με το μή (μή μιν ἴδοι ὄβριμος Ἄρης) δεν είναι εδώ κατανοητή ανεξάρτητα από την προηγούμενη πρόταση (αὐτὰρ Ἀθήνη δῦν' Ἄϊδος κυνέην), αλλά μόνο σε συνάρτηση με αυτήν και γι' αυτό ακριβώς είναι χωρίς αμφιβολία εξαρτημένη ή δευτερεύουσα. (Ο χαρακτήρας της αυτός προκύπτει και από την ευκτική ἴδοι, η οποία υπαγορεύεται από τον παρατατικό δῦνε της κύριας πρότασης). Η μετάφρασή της λοιπόν θα έπρεπε, σύμφωνα με τα προηγούμενα, να είναι:

ΟΜ Ιλ 5.844-845 η Αθηνά όμως φόρεσε το κράνος του Άδη για να μη την ιδεί ο κραταιός Άρης.

Το ίδιο ισχύει και για τις προτάσεις με τις οποίες κάποιος αφηγείται πράξεις που έκανε ο ίδιος στο παρελθόν, διαρθρώνοντας και νοηματοδοτώντας κατά την αναδρομική αφήγηση τις πράξεις και τα βιώματά του, όπως π.χ.:

ΟΜ Οδ 9.100-103 αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κελόμην […] ἑταίρους […] νηῶν ἐπιβαινέμεν ὠκειάων, μή πώς τις λωτοῖο φαγὼν νόστοιο λάθηται || όμως εγώ παρότρυνα τους άλλους συντρόφους να ανεβούν στα γοργόπλοα καράβια, για να μη λησμονήσει κανείς τρώγοντας από τον λωτό την επιστροφή στην πατρίδα.

Ήδη στον Όμηρο οι αρνητικές τελικές προτάσεις αντί με το απλό μή εισάγονται και με το ἵνα μή, ὡς μή αργότερα και με το ὅπως μή. Προφανώς επειδή οι θετικές τελικές προτάσεις εισάγονταν συνήθως με το ἵνα, ὄφρα, ὡς άρχισαν και οι αρνητικές να εισάγονται όλο και πιο συχνά με τα ίδια μόρια, στα οποία τώρα προτασσόταν το μή. Τη μεταβολή μπορεί να την παρατηρήσει κανείς μέσα στον ίδιο λογότυπο όπως εμφανίζεται αφενός στην Ιλιάδα και αφετέρου στην Οδύσσεια:

ΟΜ Ιλ 11.704-705 τὰ δ' ἄλλ' ἐς δῆμον ἔδωκε δαιτρεύειν, μή τις οἱ ἀτεμβόμενος κίοι ἴσης || και τα άλλα [λάφυρα] τα έδωσε να τα μοιραστούν στον λαό, για να μη φύγει κανείς χωρίς το ίσο μερίδιο που του αναλογεί.

ΟΜ Οδ 9.41-43 ἐκ πόλιος δ' ἀλόχους καὶ κτήματα πολλὰ λαβόντες δασσάμεθ', ὡς μή τίς μοι ἀτεμβόμενος κίοι ἴσης || αφού πήραμε γυναίκες και πολλά αγαθά από την πόλη τα μοιράσαμε μεταξύ μας, για να μη φύγει κανείς χωρίς το ίσο μερίδιο που του αναλογεί.

Βαθμιαία η χρήση του απλού μή υποχωρεί όλο και περισσότερο. Ο Ηρόδοτος και οι Αττικοί το χρησιμοποιούν σποραδικά μόνο, ενώ σε ορισμένους ρήτορες, όπως ο Λυσίας, δεν εμφανίζεται ποτέ. Μεμονωμένα, ωστόσο, το μή με τη σημασία του "για να μη", δηλαδή ως απαγορευτικό ή αποτρεπτικό μόριο που εισάγει δευτερεύουσες τελικές προτάσεις, χρησιμοποιείται και στην Κοινή, ακόμη και στη ΝΕ, πρβ. λ.χ.: έκοψε ταχύτητα μη [= για να μη] τον χτυπήσει.

§11.34. Ως προς την εκφορά των τελικών προτάσεων ισχύουν τα εξής:

Όταν στην κύρια πρόταση υπάρχει αρκτικός χρόνος, αλλά και μια ευκτική ή ένας τύπος αορίστου με σημασία ενεστώτα, τότε η εξαρτημένη τελική πρόταση εκφέρεται μευποτακτική:

ΟΜ Ιλ 11.289-290 ἀλλ' ἰθὺς ἐλαύνετε μώνυχας ἵππους ἰφθίμων Δαναῶν, ἵν' ὑπέρτερον εὖχος ἄρησθε || κατευθείαν λοιπόν πάνω στους Δαναούς οδηγείστε τα μονόνυχα άλογα, για να κερδίσετε περισσότερη δόξα.

ΟΜ Οδ 18.202-204 αἴθε μοι ὣς μαλακὸν θάνατον πόροι Ἄρτεμις ἁγνὴ αὐτίκα, ἵνα μηκέτ' ὀδυρόμενη κατὰ θυμὸν αἰῶνα φθινύθω || μακάρι να μου έδινε τώρα αμέσως η αγνή Άρτεμις έναν τέτοιον ήπιο θάνατο, για να μη μαραζώσει η ζωή μου μέσα στης καρδιάς το κλάμα.

ΟΜ Οδ 13.363-364 χρήματα μυχῷ ἄντρου θεσπεσίοιο θείομεν αὐτίκα νῦν, ἵνα περ τάδε τοι σόα μίμνῃ || ας εναποθέσουμε μέσα στο εσωτερικό του θεϊκού σπηλαίου τα πράγματα, για να τα φυλάξεις.

ΞΕΝ Απομν 3.2.3 βασιλεὺς αἱρεῖται οὐχ ἵνα ἑαυτοῦ καλῶς ἐπιμελῆται, ἀλλ' ἵνα καὶ οἱ ἑλόμενοι δι' αὐτὸν εὖ πράττωσι || ο βασιλιάς εκλέγεται όχι μόνο για να φροντίζει καλά τον εαυτό του, αλλά για να ευημερούν εξαιτίας του και όσοι τον εξέλεξαν.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.2.3 ἐντεῦθεν [ἐκ τῆς τῶν Περσῶν ἐλευθέρας ἀγορᾶς καλουμένης] τὰ μὲν ὤνια καὶ οἱ ἀγοραῖοι καὶ αἱ τούτων φωναὶ καὶ ἀπειροκαλίαι ἀπελήλανται εἰς ἄλλον τόπον, ὡς μὴ μιγνύηται ἡ τούτων τύρβη τῇ τῶν πεπαιδευμένων εὐκοσμίᾳ || από εκεί [από την αγορά που οι Πέρσες την ονομάζουν ελεύθερη] έχουν εξοριστεί και έχουν μεταφερθεί σε άλλον τόπο τα προς πώληση εμπορεύματα και οι αγοραστές και πωλητές και οι φωνές και οι χυδαιότητές τους, για να μην ανακατώνεται ο θόρυβός τους με την κοσμιότητα των μορφωμένων.

ΠΛ Πολ 614a χρὴδ' αὐτὰ [ἃ τελευτήσαντα ἑκάτερον περιμένει] ἀκοῦσαι, ἵνα τελέως ἑκάτερος αὐτῶν ἀπειλήφῃ τὰ ὑπὸ τοῦ λόγου ὀφειλόμενα ἀκοῦσαι || και είναι ανάγκη να τα ακούσουμε και αυτά [εκείνα που περιμένουν τον καθένα (δηλαδή και τον δίκαιο και τον άδικο) από τους δύο όταν πεθάνει] για να αποκομίσει ο καθένας τους από τη συζήτηση όλα όσα χρειάζεται να ακούσουν.

ΠΛ Πρωτ 324b ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται[…] ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ || αυτός όμως που προσπαθεί να τιμωρήσει με περίσκεψη δεν επιβάλλει ποινή για το αδίκημα που έγινε στο παρελθόν, αλλά αποβλέποντας στο μέλλον, για να μην διαπράξει κανείς πάλι αδίκημα.

ΔΗΜ 54.18 φασὶ τοίνυν ταύτας [κακηγορίας δίκαι] διὰ τοῦτο γίγνεσθαι, ἵνα μὴ λοιδορούμενοι τύπτειν ἀλλήλους προάγωνται || λένε λοιπόν ότι αυτές [οι δίκες για προσβολή με λόγια] γίνονται για τούτο, για να μην παρασύρωνται οι άνθρωποι όταν βρίζουν ο ένας τον άλλον στον αλληλοξυλοδαρμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, μετά από αρκτικό χρόνο στην κύρια πρόταση η εξαρτημένη τελική πρόταση εκφέρεται, αντί με υποτακτική, με ευκτική. Αυτό, ειδικότερα, ενδέχεται να συμβαίνει όταν η ενέργεια που δηλώνει η τελική πρόταση επιδιώκεται να παρουσιαστεί από τον ομιλητή ως απλή σκέψη, ανεξάρτητα, δηλαδή, από την πραγμάτωσή της:

• Μετά από ευχετική ευκτική στην κύρια πρόταση:

ΑΙΣΧ Ευ 297-298 ἔλθοι [Ἀθηναία], ὅπως γένοιτο τῶνδ' ἐμοὶ λυτήριος || ας έρθει, για να με λυτρώσει από αυτά.

ΣΟΦ Φιλ 324-326 θυμὸν γένοιτο χειρὶ πληρῶσαί ποτε, ἵν' αἱ Μυκῆναι γνοῖεν ἡ Σπάρτη θ' ὅτι χἠ Σκῦρος ἀνδρῶν ἀλκίμων μήτηρ ἔφυ || μακάρι να μπορέσω κάποτε να εκπληρώσω τον πόθο της εκδίκησης με τα ίδια μου τα χέρια, για να μάθουν οι Μυκήνες και η Σπάρτη πως και η Σκύρος είναι μάνα γενναίων ανδρών.

• Μετά από ευκτική (στην κύρια πρόταση) που δηλώνει μιαν αυθαίρετη υπόθεση ή μιαν απλή μελλοντική πιθανότητα:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.22 εἰ δὴ πείσαις ἐπαινεῖν τέ σε πολλούς, ὅπως δόξαν λάβοις[…] ἄρτι τε ἐξηπατηκὼς εἴης ἂν || αν πείσεις πολλούς να σε επαινούν, για να αποκτήσεις φήμη […] μπορείς προσωρινά μόνο να εξαπατήσεις τον κόσμο.

ΠΛ Πολ 370d ἀλλ' οὐκ ἄν πω πάνυ μέγα τι εἴη [τὸ πολίχνιον], εἰ αὐτοῖς βουκόλους τε καὶ ποιμένας τούς τε ἄλλους νομέας προσθεῖμεν, ἵνα οἵ τε γεωργοὶ ἐπὶ τὸ ἀροῦν ἔχοιεν βοῦς || δεν θα μεγάλωνε όμως και πάρα πολύ η μικρή μας πόλη αν προσθέταμε σε αυτούς αγελαδάρηδες, βοσκούς και άλλους κτηνοτρόφους, για να έχουν και οι γεωργοί βόδια για το όργωμα.

§11.35. Όταν στην κύρια πρόταση υπάρχει ιστορικός χρόνος, τότε η εξαρτημένη τελική πρόταση εκφέρεται μεευκτική του πλαγίου λόγου:

ΟΜ Ιλ 21.547-548 ἐν μέν οἱ κραδίῃ θάρσος βάλε, πὰρ δέ οἱ αὐτὸς ἔστη, ὅπως θανάτοιο βαρείας χεῖρας ἀλάλκοι || σε αυτόν έρριξε θάρρος στην καρδιά και στάθηκε δίπλα του, για να αποκρούσει τα βαριά χέρια του θανάτου.

ΟΜ Ιλ 21.422 αὐτή μιν πόμπευον, ἵνα κλέος ἐσθλὸν ἄροιτο κεῖσ' ἐλθών || εγώ η ίδια ήμουν οδηγός του, για να αποκτήσει δόξα ξεχωριστή φτάνοντας εκεί.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.4.25 [Καμβύσης] ἐπεὶ δ' ἤκουσεν ἔργα ἀνδρὸς ἤδη διαχειριζόμενον τὸν Κῦρον, ἀπεκάλει δή, ὅπως τὰ ἐν Πέρσαις ἐπιχώρια ἐπιτελοίη || ο Καμβύσης, όταν έμαθε πως ο Κύρος αναλαμβάνει πια έργα που χαρακτηρίζουν τους άντρες, τον ανακάλεσε για να ολοκληρώσει εκείνα που συνηθίζονται στην Περσία.

ΠΛ Απολ 22b διηρώτων ἂν αὐτοὺς τί λέγοιεν, ἵν' ἅμα τι καὶ μανθάνοιμι παρ' αὐτῶν || τους ρωτούσα τι ήθελαν να πουν, για να μαθαίνω ταυτόχρονα και εγώ κάτι από αυτούς.

Τις περιπτώσεις της §11.35., δηλαδή ιστορικός χρόνος στην κύρια πρόταση, ευκτική στην εξαρτημένη τελική πρόταση, και της §11.34., δηλαδή αρκτικός χρόνος στην κύρια, υποτακτική στη εξαρτημένη τελική πρόταση, συνδυάζει το ακόλουθο χωρίο από τον Ξενοφώντα:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.4.25 ἀλλὰ καὶ τῶν φυομένων ἐκ τῆς γῆς τὰς δυνάμεις οἱ παῖδες πρόσθεν μὲν ἐμάνθανον, ὅπως τοῖς μὲν ὠφελίμοις χρῷντο, τῶν δὲ βλαβερῶν ἀπέχοιντο· νῦν δὲ ἐοίκασι ταῦτα διδασκομένοις, ὅπως ὅτι πλεῖστα κακοποιῶσι || τα παιδιά μάθαιναν άλλοτε ακόμη και τις ιδιότητες των φυτών, για να χρησιμοποιούν τα ωφέλιμα και να αποφεύγουν τα βλαβερά∙τώρα φαίνεται πως τα μαθαίνουν για να βλάπτουν όσο γίνεται πιο πολύ.

§11.36. Συχνά, μετά από έναν ιστορικό χρόνο στην κύρια πρόταση, η εξαρτημένη τελική πρόταση εκφέρεται με υποτακτική αντί ευκτικής. Αυτό συμβαίνει συνήθως στις εξής περιπτώσεις:

• Όταν η ενέργεια της κύριας πρότασης ανήκει στο παρελθόν, ο ομιλητής, ωστόσο, επιδιώκει να παρουσιάσει τον σκοπό ή τη συνέπεια αυτής της ενέργειας ως κάτι που εξακολουθεί να ασκεί επίδραση και στο παρόν:

ΟΜ Οδ 11.92-93 τίπτ' αὖτ', ὦ δύστηνε, λιπὼν φάος ἡελίοιο ἤλυθες, ὄφρα ἴδῃ νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον; || γιατί, δύστυχε, ήρθες ξανά εγκαταλείποντας το φως του ήλιου, για να δεις τους νεκρούς και τον θλιβερό τόπο;

ΗΡΟΔ 7.8 διὸ ὑμέας νῦν ἐγὼ συνέλεξα, ἵνα τὸ νοέω πρήσσειν ὑπερθέωμαι || γι' αυτό λοιπόν σας συγκέντρωσα, για να σας ανακοινώσω αυτό που σκέφτομαι να πράξω.

ΘΟΥΚ 2.60.1 ἐκκλησίαν τούτου ἕνεκα ξυνήγαγον, ὅπως ὑπομνήσω καὶ μέμψωμαι ὑμῖν εἴ τι μὴ ὀρθῶς ἢ ἐμοὶ χαλεπαίνετε ἢ ταῖς ξυμφοραῖς εἴκετε || γι' αυτό συγκάλεσα τη συνέλευση, για να σας υπενθυμίσω ορισμένα πράγματα και να σας ψέξω αν αγανακτείτε άδικα με μένα ή λιποψυχείτε στις συμφορές.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.6.6 παρεκάλεσα ὑμᾶς, ἄνδρες φίλοι, ὅπως σὺν ὑμῖν βουλόμενος ὅτι δίκαιόν ἐστι καὶ πρὸς θεῶν καὶ πρὸς ἀνθρώπων, τοῦτο πράξω περὶ Ὀρόντα τουτουί || σας προσκάλεσα, φίλοι μου, για να συσκεφτώ μαζί σας σχετικά με αυτό που είναι δίκαιο και ενώπιον των θεών και ενώπιον των ανθρώπων και αυτό να το εφαρμόσω στην περίπτωση τούτου εδώ του Ορόντα.

ΠΛ Θεαιτ 205b οὐκοῦν τοῦτο ἵνα μὴ γένηται, ἕτερον αὐτῶν [τῶν στοιχείων] αὐτὴν [τὴν συλλαβήν] ἐθέμεθα; || για να μη παρουσιαστεί αυτό δεν υποθέσαμε ότι τούτη [η συλλαβή] διαφέρει από αυτά [τα στοιχεία που την αποτελούν];

ΛΥΣ 1.4 οὔτε χρημάτων ἕνεκα ἔπραξα ταῦτα, ἵνα πλούσιος ἐκ πένητος γένωμαι ούτε για τα χρήματα τα έκανα αυτά, για να γίνω πλούσιος από φτωχός.

• Όταν πρόκειται για την αντικειμενική παρουσίαση γεγονότων του παρελθόντος. Στην περίπτωση αυτήν ο ομιλητής υιοθετεί το πνεύμα και την οπτική γωνία του παρελθόντος και των προσώπων που δρούσαν τότε. Οι προθέσεις του παρελθόντος εμφανίζονται έτσι σαν να ανήκουν και να υπάρχουν στο παρόν του ομιλητή.

Αυτός ο τρόπος παρουσίασης χρησιμοποιείται συχνά από του ιστορικούς, προπαντός από τον Θουκυδίδη:

ΟΜ Οδ 16.367-370 ἐνὶ πόντῳ νηῒ θοῇ πλείοντες ἐμίμνομεν Ἠῶ δῖαν, Τηλέμαχον λοχόωντες, ἵνα φθείσωμεν ἑλόντες αὐτόν || πλέοντας με γοργό καράβι στο πέλαγος περιμέναμε τη θεϊκή αυγή, παραμονεύοντας τον Τηλέμαχο για να τον σκοτώσουμε αφού τον πιάσουμε.

ΗΡΟΔ 1.29 Σόλων […] ἀπεδήμησε ἔτεα δέκα […], ἵνα μὴ τινα τῶν νόμων ἀναγκασθῇ λῦσαι τῶν ἔθετο || ο Σόλων αποδήμησε για δέκα χρόνια, για να μην βρεθεί στην ανάγκη να ακυρώσει κάποιον από τους νόμους που θέσπισε.

ΘΟΥΚ 1.31.3 οἱ δὲ Κορίνθιοι πυθόμενοι ταῦτα ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυτικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται || οι Κορίνθιοι όταν τα έμαθαν αυτά ήρθαν και αυτοί στην Αθήνα με μια αντιπροσωπεία, για να μην τους εμποδίσει το αθηναϊκό ναυτικό, αφού ενωθεί με το κερκυραϊκό, να δώσουν στον πόλεμο τη λύση που ήθελαν.

ΘΟΥΚ 1.132.5 παρασημηνάμενοςσφραγῖδα, ἵνα, ἢν ψευσθῇ τῆς δόξης ἢ καὶ ἐκεῖνός τι μεταγράψαι αἰτήσῃ, μὴ ἐπιγνῷ, λύει τὰς ἐπιστολάς || αφού παραχάραξε τη σφραγίδα για να μην το αντιληφθεί κανείς αν διαψευσθεί η εικασία του ή ζητήσει ο βασιλιάς να αλλάξει κάτι στο περιεχόμενο, παραβιάζει τις επιστολές.

ΘΟΥΚ 4.66.3 ξυνέβησάντε πρῶτα μὲν τὰ μακρὰ τείχη ἑλεῖν Ἀθηναίους […], ὅπως μὴ ἐπιβοηθήσωσιν ἐκ τῆς Νισαίας οἱ Πελοποννήσιοι || συμφώνησαν λοιπόν πρώτα να καταλάβουν οι Αθηναίοι τα Μακρά Τείχη, για να μην έρθουν για υποστήριξη οι Πελοποννήσιοι από τη Νίσαια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.18 Ἀβροκόμας προϊὼν κατέκαυσεν [πλοῖα], ἵνα μὴ Κῦρος διαβῇ || ο Αβροκόμας που προπορευόταν πυρπόλησε τα πλοία για να μη διαβεί ο Κύρος.

ΙΣΟΚΡ 4.96 ἐπειδὴ γὰρ οὐχ οἷοί τ' ἦσαν πρὸς ἀμφοτέρας ἅμα παρατάξασθαι τὰς δυνάμεις, παραλαβόντες ἅπαντα τὸν ὄχλον τὸν ἐκ τῆς πόλεως εἰς τὴν ἐχομένην νῆσον ἐξέπλευσαν, ἵν' ἐν μέρει πρὸς ἑκατέραν κινδυνεύσωσιν || και αφού δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα και τις επίγειες και τις θαλάσσιες δυνάμεις του εχθρού, αφού πήραν όλο τον άμαχο πληθυσμό έπλευσαν στο γειτονικό νησί της Σαλαμίνας, για να μπορέσουν να πολεμήσουν πρώτα με τη μια [το πεζικό] και ύστερα με την άλλη [το ναυτικό] από τις δυο δυνάμεις του εχθρού.

§11.37. Τελικές προτάσεις με το ἄν:

(α) Οι τελικοί σύνδεσμοι ὡς και ὅπως (επ. ὄφρα) όταν συντάσσονται με υποτακτική συνοδεύονται ενίοτε από το τροπικό επίρρημα ἄν (επ. κεν), το οποίο παραπέμπει σε μια κατά κανόνα υπόρρητη και ενοούμενη υποθετική πρόταση. Τούτο είναι προφανές από χωρία όπως:

ΟΜ Οδ 5.167-169 πέμψω δέ τοι οὖρον ὄπισθεν, ὥς κε μάλ' ἀσκηθὴς σὴν πατρίδα γαῖαν ἵκηαι, αἴ κε θεοὶ γ' ἐθέλωσι || θα σου στείλω ούριο άνεμο πίσω σου, για να φτάσεις σώος και ακέραιος στην πατρική σου γη, αν βέβαια το θελήσουν οι θεοί.

Με την προσθήκη του ἄν (επ. κεν) η έκφραση μετριάζεται και αποκτά μιαν επιφυλακτική χροιά∙ έτσι το ὡς και το ὅπως (επ. ὄφρα) με το ἄν (επ. κεν) θα μπορούσαν εδώ να αποδοθούν με τη φράση "ενδεχομένως για να". Αυτός ο τρόπος έκφρασης προσιδιάζει κυρίως στην επίσημη γλώσσα, γι' αυτό στις αττικές επιγραφές της κλασικής εποχής χρησιμοποιείται σχεδόν πάντοτε το ὅπως ἄν, ενώ στη λογοτεχνία είναι πολύ πιο συχνό το απλό ὅπως με υποτακτική:

ΟΜ Οδ 2.373-376 ἀλλ' ὄμοσον μὴ μητρὶ φίλῃ τάδε μυθήσασθαι, […] ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ || ορκίσου μου όμως να μη το φανερώσεις στη μάνα μου, […] για να μην χαλάσει κλαίγοντας το όμορφο πρόσωπό της.

ΣΟΦ Φιλ 127-129 αὖθις ἐκπέμψω πάλιν τοῦτον τὸν αὐτὸν ἄνδρα, ναυκλήρου τρόποις μορφὴν δολώσας, ὡς ἂν ἀγνοία προσῇ || θα στείλω ξανά αυτόν τον ίδιο άνθρωπο, αφού τον μεταμφιέσω σε καπετάνιο, για να παρουσιαστεί αγνώριστος.

ΗΡΟΔ 1.11 ἢ γὰρ Κανδαύλεα ἀποκτείνας ἐμέ τε καὶ τὴν βασιληίην ἔχε τὴν Λυδῶν, ἢ αὐτόν σε αὐτίκα οὕτω ἀποθνῄσκει δεῖ, ὡς ἂν μὴ πάντα πειθόμενος Κανδαύλῃ τοῦ λοιποῦ ἴδῃς, τὰ μή σε δεῖ || ή αφού σκοτώσεις τον Κανδαύλη πάρε εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, ή ο ίδιος πρέπει αμέσως τώρα να πεθάνεις, για να μην δεις στο εξής υπακούοντας σε όλα στον Κανδαύλη όσα δεν σου επιτρέπεται.

ΘΟΥΚ 6.91.4 καὶ ὃ τῆς στρατιᾶς ἔτι χρησιμώτερον εἶναι νομίζω, [πέμψετε] ἄνδρα Σπαρτιάτην ἄρχοντα, ὡς ἂν τούς τε παρόντας ξυντάξῃ καὶ τοὺς μὴ ᾿θέλοντας προσαναγκάσῃ || και αυτό που μου φαίνεται ότι είναι ακόμη πιο σημαντικό από το στράτευμα: στείλτε έναν Σπαρτιάτη ως αρχηγό, για να οργανώσει τους στρατιώτες που βρίσκονται εκεί και να αναγκάσει με τη βία όσους δεν θέλουν [να πολεμήσουν].

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.2.21 διὰ τῆς σῆς χώρας ἄξεις ἡμᾶς, ὅπως ἂν εἰδῶμεν ἅ τε δεῖ φίλια καὶ πολέμια νομίζειν || να μας οδηγήσεις δια μέσου της χώρας σου, για να μάθουμε ποια πρέπει να θεωρούμε ότι ανήκουν στους φίλους μας και ποια στους εχθρούς μας.

ΔΗΜ 20.127 Λεπτίνης εἶπεν […], ὅπως ἂν οἱ πλουσιώτατοι λειτουργῶσιν, ἀτελῆ μηδέν' εἶναι πλὴν τῶν ἀφ' Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος || ο Λεπτίνης πρότεινε, για να λειτουργούν οι πιο πλούσιοι τις δημόσιες υπηρεσίες με δικές τους δαπάνες, να μην είναι κανένας απαλλαγμένος από τη φορολογία εκτός από τους απογόνους του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα.

(β) Το τροπικό επίρρημα ἄν (επ. κεν) ενδέχεται όμως να συνοδεύει τους τελικούς συνδέσμους ὡς και ὅπως (επ. ὄφρα) και όταν αυτοί συντάσσονται με ευκτική.

Αυτό συμβαίνει στους Αττικούς, με εξαίρεση τον Ξενοφώντα, σε μεμονωμένες απλώς περιπτώσεις, ενώ στον Ηρόδοτο και στον Ξενοφώντα το φαινόμενο παρουσιάζεται τις περισσότερες φορές μετά από έναν παρατατικό στην κύρια πρόταση:

ΟΜ Οδ 8.21-22 καὶ μιν μακρότερον καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι, ὥς κεν Φαιήκεσσι φίλος πάντεσσι γένοιτο || και τον έκανε να φαίνεται πιο ψηλός και πιο γεμάτος, για να γίνει προσφιλής σε όλους τους Φαίακες.

ΗΡΟΔ 1.99 ταῦτα δὲ περὶ ἑωυτὸν ἐσέμνυνε τῶνδε εἵνεκεν, ὅκως ἂν μὴ ὁρῶντες οἱ ὁμήλικοι […] λυπεοίατο καὶ ἐπιβουλεύοιεν || αυτό το τυπικό το καθιέρωσε γύρω από τον εαυτό του για τον εξής λόγο: για να μην τον βλέπουν οι συνομήλικοί του και στεναχωριούνται και επιδιώκουν να τον βλάψουν.

ΘΟΥΚ 7.65.2 τὰς γὰρ πρῴρας καὶ τῆς νεὼς ἄνω ἐπὶ πολὺ κατεβύρσωσαν, ὅπως ἂν ἀπολισθάνοι καὶ μὴ ἔχοι ἀντιλαβὴν ἡ χεὶρ ἐπιβαλλομένη || τις πλώρες και ένα μεγάλο μέρος από το κατάστρωμα των πλοίων τα κάλυψαν με δέρματα, για να γλιστράει η αρπάγη και να μην έχει που να γαντζωθεί όταν ριχτεί πάνω στο καράβι.

ΞΕΝ Ελλ 4.8.16 λάθρᾳ γε μέντοι ἔδωκε χρήματα Ἀνταλκίδᾳ, ὅπως ἂν πληρωθέντος ναυτικοῦ ὑπὸ Λακεδαιμονίων οἵ τε Ἀθηναῖοι καὶ οἱ σύμμαχοι αὐτῶν μᾶλλον τῆς εἰρήνης προσδέοιντο || έδωσε όμως κρυφά χρήματα στον Ανταλκίδα, για να οργανώσουν στόλο οι Λακεδαιμόνιοι και να αναγκαστούν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους να επιζητούν περισσότερο την ειρήνη.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.4.2 τὴν λείαν ἀπέπεμψε διατίθεσθαι Ἡρακλείδην εἰς Πέρινθον, ὅπως ἂν μισθὸς γένοιτο τοῖς στρατιῶταις || τα λάφυρα τα έστειλε στον Ηρακλείδη στην Πέρινθο για να πάρουν την αμοιβή τους οιστρατιώτες.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.3.33 τοῖς δὲ νικῶσι πᾶσιν ἐδίδου βοῦς τε, ὅπως ἂν ἑστιῷντο || και σε όλους τους νικητές έδωσε βόδια για θυσιάσουν και να γευματίσουν.

Όπου, αντίθετα, το ὡς ἄν με ευκτική ακολουθεί μετά από αρκτικό χρόνο στην κύρια πρόταση είναι ακόμη εμφανής η αρχική αναφορική φύση του τελικού συνδέσμου:

ΟΜ Οδ 23.133-135 αὐτὰρ θεῖος ἀοιδὸς ἔχων φόρμιγγα λίγειαν ἡμῖν ἡγείσθω πολυπαίγμονος ὀρχηθμοῖο, ὥς κέν τις φαίη γάμον ἔμμεναι ἐκτὸς ἀκούων || και ο θείος αοιδός κρατώντας την ψιλόφωνη κιθάρα στο χέρι ας παίξει στον παιχνιδιάρικο χορό, έτσι που κάποιος ακούγοντας από έξω "γάμος γίνεται" να πει.

ΗΡΟΔ 1.110 κελεύεισε Ἀστυάγης τὸ παιδίον τοῦτον λαβόντα θεῖναι ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων, ὅκως ἂν τάχιστα διαφθαρείη || ο Αστυάγης σε διατάζει αφού πάρεις αυτό το παιδί να το εγκαταλείψεις στο πιο έρημο βουνό έτσι που να αφανιστεί όσο πιο γρήγορα γίνεται.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.3.8 οἱ δὲ τῶν βασιλέων τούτων οἰνοχόοι κομψῶς τε οἰνοχοοῦσι […] καὶ προσφέρουσιν ὡς ἂν ἐνδοῖεν τὸ ἔκπωμα εὐληπτότατα τῷ μέλλοντι πιεῖν || οι οινοχόοι αυτών των βασιλιάδων και κομψά βάζουν το κρασί και το προσκομίζουν με τρόπο που να μπορούν να δίνουν το ποτήρι όσο πιο πρόσφορα γίνεται για το χέρι εκείνου που πρόκειται ναπιει.

§11.38. Όταν υπάρχει μια σειρά εξαρτημένων τελικών προτάσεων, τότε είναι ενίοτε δυνατόν να εναλλάσσονται σε αυτές η υποτακτική και η ευκτική. Στην περίπτωση αυτήν ορισμένες φορές, στις περισσότερες από τις οποίες προηγείται η υποτακτική και ακολουθεί η ευκτική, ενδέχεται η πρώτη να δηλώνει τον εγγύτερο και άμεσο σκοπό, ενώ η ευκτική τις απώτερες επιδιωκόμενες ή δυνατές συνέπειες από την πραγματοποίηση ή μη πραγματοποίηση του άμεσου σκοπού. Μπορεί επίσης η υποτακτική να δηλώνει τον κύριο και πρωτεύοντα, η ευκτική τον δευτερεύοντα σκοπό. Στο υπό συζήτηση φαινόμενο υπάρχει, με άλλα λόγια, αρκετά συχνά ένα είδος διαβάθμισης των σκοπών ως προς το χρόνο (εγγύτερος/απώτερος), τη σημασία τους (κύριος/δευτερεύων) ή τη γνησιότητά τους (αληθινός/προσχηματικός). Για ποιον ακριβώς πρόκειται, προκύπτει από τα εκάστοτε συμφραζόμενα της τελικής πρότασης. Αυτό που φαίνεται, πάντως, να ισχύει γενικότερα είναι ότι η ευκτική συνήθως μεταθέτει τον επιδιωκόμενο σκοπό στο απώτερο μέλλον:

ΟΜ Οδ 12.156-157 ἀλλ' ἐρέω μὲν ἐγών [Κίρκης θέσφατα], ἵνα εἰδότες ἤ κεν θάνωμεν ἤ κεν ἀλευάμενοι θάνατον καὶ κῆρα φύγοιμεν || εγώ όμως θα σας τις πω τις προφητείες της Κίρκης για να τις γνωρίζουμε και είτε να πεθάνουμε είτε ίσως, γλιτώνοντας από το θάνατο και τη μοίρα, να ξεφύγουμε.

ΗΡΟΔ 8.76 τῶνδε δὲ εἵνεκα ἀνῆγον τὰς νέας, ἵνα δὴ τοῖσι Ἕλλησι μηδὲ φυγεῖν ἐξῇ, ἀλλ' ἀπολαμφθέντες ἐν τῇ Σαλαμίνι δοῖεν τίσιν τῶν ἐπ' Ἀρτεμισίῳ ἀγωνισμάτων || και γι' αυτό οδήγησαν τα πλοία τους στο ανοιχτό πέλαγος, για να μην έχουν την δυνατότητα οι Έλληνες να φύγουν, αλλά αποκλεισμένοι στη Σαλαμίνα να πληρώσουν για τα κατορθώματά τους στο Αρτεμίσιο.

ΘΟΥΚ 3.22.8 παρανῖσχον δὲ καὶ οἱ ἐκ τῆς πόλεως Πλαταιῆς ἀπὸ τοῦ τείχους φρυκτοὺς πολλοὺς πρότερον παρασκευασμένους ἐς αὐτὸ τοῦτο, ὅπως ἀσαφῆ τὰ σημεῖα τῆς φρυκτωρίας τοῖς πολεμίοις ᾖ καὶ μὴ βοηθεῖεν, ἄλλο τι νομίσαντες τὸ γιγνόμενον εἶναι ἢ τὸ ὄν || ύψωσαν όμως απαντώντας και οι Πλαταιείς μέσα στην πόλη πάνω από το τείχος πολλούς αναμμένους δαυλούς που τους είχαν ετοιμάσει γι' αυτόν ακριβώς τον σκοπό, για να υπάρχει σύγχυση στην επικοινωνία των εχθρών με τα φωτεινά σημάδια και να μην σπεύσουν για βοήθεια, αλλά να πιστέψουν πως συμβαίνει κάτι άλλο από αυτό που γίνεται πραγματικά.

Περιπτώσεις όπου προηγείται η ευκτική και ακολουθεί η υποτακτική:

ΗΡΟΔ 1.185 ἐποίεε δὲ ἀμφότερα ταῦτα, τόν τε ποταμὸν σκολιὸν καὶ τὸ ὄρυγμα πᾶν ἕλος, ὡς ὅ τε ποταμὸς βραδύτερος εἴη περὶ καμπὰς πολλὰς ἀγνύμενος, καὶ οἱ πλόοι ἔωσι σκολιοὶ ἐς τὴν Βαβυλῶνα, ἔκ τε τῶν πλόων ἐκδέκηται περίοδος τῆς λίμνης μακρή || έκανε λοιπόν και τα δύο αυτά, και το ποτάμι δηλαδή να ακολουθεί ελικοειδή πορεία και το όρυγμα να γίνεται όλο βάλτος, τόσο για να επιβραδυνθεί σπάζοντας σε πολλές καμπές η ροή του, όσο και για να είναι ο πλους προς την Βαβυλώνα περίπλοκος, αλλά και για να ακολουθεί μετά τον διάπλου του ποταμού μια μακρά πεζοπορία γύρω από τη λίμνη.

ΘΟΥΚ 6.96.3 ἑξακοσίους λογάδας τῶν ὁπλιτῶν ἐξέκριναν πρότερον, ὧν ἦρχε Διόμιλος φυγὰς ἐξ Ἄνδρου, ὅπως τῶν τε Ἐπιπολῶν εἶεν φύλακες, καὶ ἢν ἐς ἄλλο τι δέῃ, ταχὺ ξυνεστῶτες παραγίγνωνται || ξεχώρισαν προηγουμένως εξακόσιους επίλεκτους από τους βαριά οπλισμένους, υπό τη διοίκηση του Διόμιλου, εξόριστου από την Άνδρο, για να αποτελέσουν την φρουρά των Επιπολών και, αν παρουσιαστεί κάποια άλλη ανάγκη, να οργανωθούν γρήγορα και να σπεύσουν για βοήθεια.

ΛΥΣ 32.22 πρὸς τὸ κεφάλαιον συνελογίζετο, ὥσπερ διὰ τοῦτο ἐπίτροπος τῶν παιδίων καταληφθείς, ἵνα γράμματα αὐτοῖς ἀντὶ χρημάτων ἀποδείξειε καὶ πενεστάτους ἀντὶ πλουσίων ἀποφήνειε καὶ ἵνα, εἰ μέν τις αὐτοῖς πατρικὸς ἐχθρὸς ἦν, ἐκείνου μὲν ἐπιλάθωνται, τῷ δὲ ἐπιτρόπῳ τῶν πατρῴων ἀπεστερημένοι πολεμῶσι || τα συνυπολόγιζε στο συνολικό ποσό, σαν να ορίστηκε κηδεμόνας των παιδιών ακριβώς γι' αυτό, για να παρουσιάζει δηλαδή σε αυτά λογαριασμούς αντί για χρήματα και να τα βγάλει πάμπτωχα αντί για πλούσια, καθώς και για να λησμονήσουν όποιον προγονικό εχθρό είχαν και να κάνουν πόλεμο με τον κηδεμόνα τους που τους στέρησε την πατρική κληρονομιά.

§11.39. Οι τελικοί σύνδεσμοι ἵνα και ὡς, σπανιότερα το ὅπως, συντάσσονται με οριστική ιστορικού χρόνου όταν πρόκειται να δηλωθεί ένας σκοπός που δεν πραγματοποιήθηκε ή είναι ανέφικτος. Η κύρια πρόταση πρέπει στην περίπτωση αυτή να σημαίνει επίσης κάτι μη πραγματικό, το οποίο μπορεί να διατυπώνεται με πολλούς τρόπους, όπως π.χ. με έναν ιστορικό χρόνο και το ἄν, με εκφράσεις που δηλώνουν αναγκαιότητα, το πρέπον κ.λπ. μαζί με απαρέμφατο, οι οποίες σημαίνουν μιαν ανεκπλήρωτη απαίτηση (όπως ἔδει, χρῆν, ἐχρῆν, προσῆκεν, ἄξιον ἦν κτό.), με εκφράσεις που σημαίνουν ανεκπλήρωτη επιθυμία (όπως εἰ γάρ ή εἴθε με παρατατικό οριστικής, π.χ. εἰ γὰρ ὤφελον), με μια ερώτηση με το οὐ και έναν ιστορικό χρόνο (π.χ. τί οὐ τοῦτο ἐποίησας που έχει τη σημασία "θα έπρεπε να το κάνεις αυτό"), κ.ά.:

ΣΟΦ ΟΤ 1391-1393 τί μ' οὐ λαβὼν ἔκτεινας εὐθύς, ὡς ἔδειξα μήποτε ἐμαυτὸν ἀνθρώποισιν ἔνθεν ἦ γεγώς; || γιατί δεν με έπιασες να με σκοτώσεις αμέσως, για να μην φανέρωνα ποτέ στους ανθρώπους από πού κατάγομαι;

ΣΟΦ Ηλ 1131-1134 ὡς ὤφελον πάροιθεν ἐκλιπεῖν βίον, […] ὅπως θανὼν ἔκεισο τῇ τόθ' ἡμέρᾳ μακάρι να είχα πεθάνει νωρίτερα, για να έπεφτες και εσύ νεκρός εκείνη την ημέρα.

ΕΥΡ Ιππ 645-648 χρῆν δ' εἰς γυναῖκα πρόσπολον μὲν οὐ περᾶν ἄφθογγα δ' αὐταῖς συγκατοικίζειν δάκη θηρῶν, ἵν' εἶχον μήτε προσφωνεῖν τινα μήτ' ἐξ ἐκείνων φθόγγων δέξασθαι πάλιν || θα έπρεπε να μην αφήνει κανείς δούλο να βλέπει μια γυναίκα, αλλά να δίνει σε αυτές για συντροφιά άφωνα άγρια θηρία, για να μην έχουν κανέναν ούτε να του μιλούν ούτε να τις ανταποδίδει το λόγο.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.6.23 ἔδει τὰ ἐνέχυρα τότε λαβεῖν, ὡς μηδ' εἰ ἐβούλετο ἐδύνατο ἐξαπατᾶν || έπρεπε τότε να πάρω εγγυήσεις, για να μη μπορούσε να μας εξαπατά ακόμη και αν το ήθελε.

ΠΛ Κριτ 44d εἰ γὰρ ὤφελον ὦ Κρίτων οἷοί τ' εἶναι οἱ πολλοὶ τὰ μέγιστα κακὰ ἐργάζεσθαι, ἵνα οἷοί τ' ἦσαν καὶ ἀγαθὰ τὰ μέγιστα, καὶ καλῶς ἂν εἶχεν || μακάρι, Κρίτωνα, να ήταν το πλήθος ικανό να κάνει το μεγαλύτερο κακό, για να μπορούσε να κάνει και το μεγαλύτερο καλό, και τα πράγματα θα πήγαιναν μια χαρά.

ΠΛ Ευθυδ 304d-e - καὶ μήν, ἔφη, ἄξιόν γ' ἦν ἀκοῦσαι. - τί δέ; ἦν δ' ἐγώ. - ἵνα ἤκουσας ἀνδρῶν διαλεγομένων οἳ νῦν σοφώτατοί εἰσι τῶν περὶ τοὺς τοιούτους λόγους || ήταν, είπε, πράγματι κάτι που άξιζε να το ακούσει κανείς. ― Γιατί; ρώτησα. ― Για να άκουγες τη συζήτηση ανδρών που είναι οι πιο ικανοί της εποχής μας στις συζητήσεις αυτού του είδους.

ΛΥΣ 3.21 ἐβουλόμην δ' ἂν […] Σίμωνα τὴν αὐτὴν γνώμην ἐμοὶ ἔχειν, ἵν' ἀμφοτέρων ἡμῶν ἀκούσαντες τἀληθῆ ῥᾳδίως ἔγνωτε τὰ δίκαια || θα επιθυμούσα ο Σίμωνας να είχε τις ίδιες προθέσεις με μένα, για να φτάνατε, αφού ακούγατε την αλήθεια και από τους δυο μας, εύκολα στην δίκαιη απόφαση.

ΙΣΟΚΡ 9.5 ἐχρῆν μὲν οὖν καὶ τοὺς ἄλλους ἐπαινεῖν τοὺς ἐφ' αὑτῶν ἄνδρας ἀγαθοὺς γεγενημένους, ἵν' οἵ τε δυνάμενοι τὰ τῶν ἄλλων ἔργα κοσμεῖν ἐν εἰδόσι ποιούμενοι τοὺς λόγους ταῖς ἀληθείαις ἐχρῶντο περὶ αὐτῶν || και άλλοι τεχνίτες του λόγου όφειλαν να εγκωμιάζουν τους άνδρες που ξεχώρισαν στη δική τους εποχή, για να έλεγαν και αυτοί που μπορούν να εξυμνούν τα έργα των άλλων, μιας και απευθύνονται σε γνώστες των συμβάντων, την αλήθεια σχετικά με αυτά.

ΔΗΜ 29.17 ἐξῄτησεν ἄν με τὸν παῖδα τὸν γράφοντα τὰς μαρτυρίας, ἵν', εἰ μὴ παρεδίδουν, μηδὲν δίκαιον λέγειν ἐδόκουν || θα απαιτούσε από μένα τον δούλο που κατέγραφε τις καταθέσεις, για να φαινόταν, αν δεν του τον παρέδιδα, ότι όσα αναφέρω δεν είναι δικαιολογημένα.

ΔΗΜ 53.24 ἡγούμην τε δεῖν τὴν ἀρχὴν ἢ τοὺς εἰρημένους ὑπὸ τῆς βουλῆς γράφεσθαι, καὶ κατασημηναμένους τὰς βασάνους , ὅτι εἴποιεν οἱ ἄνθρωποι, παρέχειν εἰς τὸ δικαστήριον, ἵν' ἀκούσαντες ἐκ τούτων ἐψηφίσασθε, ὁποῖόν τι ὑμῖν ἐδόκει || νόμιζα ότι η επίσημη αρχή [οι Ένδεκα (επόπτες των φυλακών)] ή αυτοί που όρισε η βουλή έπρεπε να καταγράψουν τα πάντα, και αφού επικυρώσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που αποσπάστηκαν με βασανιστήρια ―τις απαντήσεις, δηλαδή, που έδωσαν οι άνθρωποι― να τα προσκομίσουν στο δικαστήριο, για να τα ακούγατε και, στηριγμένοι σε αυτά, να εκδίδατε την ετυμηγορία που θα θεωρούσατε ορθή.

Όλοι έχουμε την δική μας μοναδική ιστορία στην ζωή

Όλοι έχουμε την δική μας μοναδική ιστορία στην ζωή. Όλοι έχουμε το δικό μας ταξίδι να ακολουθήσουμε. Μια αναζήτηση για τα πράγματα που κινητοποιούν την ψυχή μας. Έναν στόχο που χρειάζεται να εκπληρώσουμε πριν τελειώσει ο χρόνος μας εδώ. Όλοι έχουμε ένα διαφορετικό δρόμο στην ζωή με εμπειρίες που προοριζόμαστε να ζήσουμε.

Αλλά επίσης έχουμε και κάτι ακόμα κοινό.

Ως ανθρώπινα όντα, δεν θέλουμε να είμαστε αυθόρμητοι. Ο αυθορμητισμός και η απροβλεψία μας αγχώνουν και μας κάνουν ανασφαλείς. Αγαπάμε να ξέρουμε το που θα μας οδηγήσει ακριβώς η ζωή. Χρειαζόμαστε έναν συγκεκριμένο δρόμο στην ζωή μας ώστε να νιώθουμε ασφαλείς. Νιώθουμε πιο δυνατοί όταν έχουμε τον έλεγχο σε όλα όσα συμβαίνουν.

Κι έτσι τείνουμε να πιέζουμε τις καταστάσεις που δεν πήγαν όπως θα θέλαμε, καταστάσεις που ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι θα συμβούν και πράγματα που αλλάζουν την καθημερινότητα μας και μας αναγκάζουν να αφήσουμε την ζώνη ασφαλείας μας.

Θέτουμε υψηλές προσδοκίες και απεγνωσμένα προσπαθούμε να ελέγξουμε την ζωή. Σχεδιάζουμε τα πάντα ελπίζοντας πως η ζωή θα πάει σύμφωνα με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.

Πιέζουμε την αγάπη. Πιέζουμε την ευτυχία. Πιέζουμε τον εαυτό μας να τελειώσει το Πανεπιστήμιο και να πάρει πτυχίο. Πιέζουμε τον εαυτό μας να παντρευτεί σε μια συγκεκριμένη ηλικία. Πιέζουμε τον εαυτό μας να γίνουμε το άτομο που πάντα ήθελαν οι γονείς μας. Συνέχεια βιαζόμαστε κι έτσι ξεχνάμε να βρούμε την ευτυχία.

Δεν είναι ότι δεν ξέρουμε πόσο απρόβλεπτη είναι η ζωή. Πιστεύω πως πέρα από τις ωραίες εμπειρίες όλοι έχουμε βιώσει και την άσχημη πλευρά της ζωής. Ξέρουμε πόσο εκπληκτική είναι, αλλά γνωρίζουμε πως μερικές φορές είναι επίσης επώδυνη.

Τα ξέρουμε όλα αυτά από τις εμπειρίες κι όμως εξακολουθούμε να την πιέζουμε, χωρίς να αφήνουμε την μοίρα να κάνει την δουλειά της. Αρνούμαστε να περιμένουμε το πώς θα ξετυλιχθεί η ζωή, επειδή μερικές φορές φέρνει δυσάρεστα γεγονότα που μας κάνουν να υποφέρουμε.

Και μόλις η απροβλεψία της ζωής μας χτυπήσει και δεν μπορούμε να πετύχουμε τις προσδοκίες μας πέφτουμε και τα παρατάμε. Νιώθουμε απογοητευμένοι και προδομένοι. Δουλέψαμε τόσο σκληρά για να φτάσουμε τον στόχο μας και ξαφνικά η ζωή μας χαλά την ισορροπία. Χωρίς να το περιμένουμε.

Γιατί σε μένα; Τι έκανα για να το αξίζω αυτό; Γιατί συμβαίνει σε μένα και όχι σε κάποιον άλλον;

Άσε με να σου πω γιατί. Υπάρχω σε αυτή την γη αρκετό καιρό για να συνειδητοποιήσω πως ανεξάρτητα από το πόσο σκληρά προσπαθήσεις να έχεις πάντα τον έλεγχο του τι συμβαίνει, η ζωή δεν θα πηγαίνει πάντα σύμφωνα με αυτό το σχέδιο. Είναι η αλήθεια. Τίποτα δεν είναι υποσχόμενο σε αυτή τη ζωή.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως είναι τρομακτικό να μην έχεις κανένα στοιχείο για το που πας. Αλλά αυτό δεν κάνει το ταξίδι μας πιο συναρπαστικό;

Δεν ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο για να ζήσουμε την ζωή αποκλειστικά σύμφωνα με τις αυστηρές αρχές μας. Δεν ήρθαμε στον κόσμο για να ακολουθήσουμε μια βαρετή και επαναλαμβανόμενη ρουτίνα. Υπάρχουν πολλά περισσότερα στην ύπαρξη μας. Πιστεύω πως ο σκοπός μας είναι να ζήσουμε μια ολοκληρωμένη ζωή, να αλλάξουμε τους κανόνες της κοινωνίας που ορίζουν τι είναι σωστό και λάθος, να ακολουθήσουμε τους βαθύτερους στόχους μας και να μοιραστούμε τις μοναδικές ιστορίες μας με τον κόσμο για να υπενθυμίσουμε σε όλους να μην σταματούν ποτέ να ονειρεύονται.

Αλλά για να κάνουμε αυτές τις αλλαγές και ταυτόχρονα να βρούμε την ευτυχία, πρέπει να αφήσουμε την ιδέα πως ελέγχουμε την ζωή. Πρέπει να σταματήσουμε να πιέζουμε την ζωή μας.

Σταμάτα να πιέζεις τις καταστάσεις.

Η αλήθεια είναι πως τα πάντα στην ζωή συμβαίνουν στην ώρα τους. Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ το αποκαλώ μοίρα. Και ειλικρινά πιστεύω πως αν κάτι είναι γραφτό να σου συμβεί, θα γίνει. Ανεξάρτητα από τα εμπόδια που θα βρεθούν στον δρόμο.

Η ηρεμία του μυαλού έρχεται όταν είμαστε έτοιμοι να τη δεχτούμε

Αξίζει περισσότερο από τον πλούτο ή οποιαδήποτε άλλη υλική κατοχή, είναι κάτι που κάθε άνθρωπος προσπαθεί, αλλά λίγοι επιτυγχάνουν, είναι το τέλειο δώρο γιατί είναι το πιο δύσκολο να επιτευχθεί και λέγεται ηρεμία του μυαλού.

Είναι διαθέσιμο και έτοιμο να διεκδικηθεί από οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να καλλιεργήσει ισχυρή θετική σκέψη στη ζωή του και μαζί με την πίστη ότι όλα όσα επιθυμούν ή χρειάζονται θα τ’ αποκτήσουν και οποιαδήποτε πρόκληση θα ξεπεραστεί.

Σκεφτείτε πώς θα ήσασταν εάν δεν είχατε απολύτως καμία ανησυχία, αγνοώντας εντελώς τα χρήματα, τις σχέσεις και όλες τις άλλες καθημερινές ανησυχίες που επιτρέπουμε να υπονομεύσουν τη φύση μας και τον τρόπο που ζούμε.

Οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους ανήσυχοι και όταν εστιάζουν τα πάντα σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, βιώνουν αυτό που φοβούνται περισσότερο. Το Σύμπαν είναι ο τελικός υπολογιστής, αλλά ποτέ δε θέλει να πει όχι. Το πρόβλημα είναι ότι δε διακρίνει αν αυτό που ζητάτε είναι για καλό ή κακό.

Όλοι δημιουργούμε το μέλλον μας με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και ακόμα κι αν δεν είστε αρνητικοί από τη φύση σας, πρέπει να αναπροσανατολίζετε τις σκέψεις σας όταν στρέφονται σε σκοτεινά μονοπάτια. Αυτό μπορεί να είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο να επιτευχθεί αρχικά επειδή οι σκέψεις μας είναι τόσο τυχαίες ώστε η εστίασή μας συνεχώς να αλλάζει από πρόβλημα σε πρόβλημα.

Αυτή είναι η πρόκληση για τους κατά συρροή ανήσυχους που φαίνεται να προβληματίζονται για τα πάντα. Ανησυχούν για την ασφάλεια των παιδιών τους, πώς τα βλέπουν οι άλλοι, αν είναι αρκετά καλά, αν είναι υπέρβαρα ή πάρα πολύ αδύνατα, πάρα πολύ κοντά, πολύ ψηλά – Ουφ! Ας σταματήσουμε εκεί – αυτή η λίστα είναι ατελείωτη.

ΠΟΤΕ ΔΕ ΘΑ ΕΙΣΤΕ ΣΕ ΘΕΣΗ ΝΑ ΕΠΙΤΥΧΕΤΕ ΤΗΝ ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΣΑΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΤΕ ΝΑ ΥΠΕΡ-ΑΝΑΛΥΕΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

Μια καλή αρχή είναι να καταγράψετε όλες τις ανησυχίες σας – μην ντρέπεστε και μη διστάζετε – βγάλτε τα όλα από μέσα σας. Μόλις διαβάσετε τη λίστα σας θα δείτε πόσο ασήμαντα είναι τα περισσότερα. Έτσι μπορείτε να βάλετε ένα μεγάλο X σε όλα εκείνα για τα οποία δε χρειάζεται να ανησυχείτε.

Μόλις εντοπίσετε το τι σας ανησυχεί πραγματικά, τότε ξεκινήστε να καταστρώνετε ένα σχέδιο δράσης και αρχίστε να εστιάζετε σε αυτό αντί για το πρόβλημα. Το σύμπαν αρέσκεται σ αυτό που βλέπει (νέο λογισμικό!) και είναι έτοιμο να σας δώσει μια ώθηση επειδή οι σκέψεις σας έχουν τώρα θετικά αποτελέσματα και όχι μια σειρά από παράλογες ανησυχίες. Έχετε κάνει ένα τεράστιο βήμα για την επίτευξη ηρεμίας του μυαλού σας.

Φυσικά – δεν είναι όλες οι ανησυχίες παράλογες ή ασήμαντες. Είναι φυσικό να φοβόμαστε για έναν αγαπημένο αν έχει, για παράδειγμα, διαγνωσθεί με μια σοβαρή ασθένεια, αλλά δε χρειάζεται να φανταστείτε το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα. Δημιουργήστε στο μυαλό σας την καλύτερη εφικτή πρόγνωση. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείτε να είστε ρεαλιστές. Ορισμένες ασθένειες είναι μη αναστρέψιμες αλλά με το να είσαι θετικός δημιουργείς δύναμη και ειρήνη για τους γύρω σου. Επωφελούνται από το θετικό σας μυαλό που επιτρέπει στους αγαπημένους σας να γιορτάσουν τη ζωή και να αξιοποιήσουν όσο χρόνο τους έχει απομείνει.

Το ίδιο μπορεί να εφαρμοστεί στα χρήματα. Αν εστιάζετε συνεχώς στην αδυναμία σας να πληρώνετε λογαριασμούς τότε μην εκπλαγείτε αν φανερωθούν περισσότερα έξοδα. Η συνεχής ανησυχία για τα χρήματα σημαίνει ότι δεν μπορείτε ποτέ να επιτύχετε την ηρεμία του μυαλού σας ή να προσελκύσετε πραγματικά τα μετρητά που χρειάζεστε.

Απλά με τη μετατόπιση της εστίασης θα δημιουργήσετε δράση στη ζωή σας για την επίλυση του προβλήματός σας και το μυαλό σας με τη σειρά του θα είναι πιο ήρεμο.

Έχω αφήσει τις σχέσεις προς το τέλος αυτού του άρθρου επειδή υπάρχουν τόσες πολλές μεταβλητές και επιπλοκές που πρέπει να λάβετε υπόψη. Η φύση της σχέσης, είτε πρόκειται για έναν σύντροφο, για ένα παιδί, για έναν γονέα είναι διαφορετική και ο φόβος σας θα είναι και αυτός διαφορετικός.

Για άλλη μια φορά πρέπει να είστε ρεαλιστές. Όλη η θετική σκέψη στον κόσμο δεν θα κερδίσει έναν σύντροφο που έχει φύγει και δε θέλει να επιστρέψει, αλλά θα σας βοηθήσει να δημιουργήσετε μια νέα ζωή και να βοηθήσετε τον εαυτό σας να προσελκύσετε κάτι ή κάποιον καλύτερο.

Αρχίστε να βλέπετε τη ζωή σας με πιο θετικό τρόπο και αφήστε το Σύμπαν να σας βοηθήσει να βγείτε από τη σκοτεινή πλευρά των σκέψεων. Η ηρεμία του μυαλού έρχεται όταν είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε ό,τι καλό μας φέρνει η ζωή.

Το γίγνεσθαι του προσώπου

Στην πραγματικότητα, καθένας μας είναι από μόνος του ένα νησί και μπορεί να χτίσει γέφυρες με άλλα νησιά μόνο εάν, αρχικά, είναι διατεθειμένος να είναι ο εαυτός του και του επιτρέπεται να είναι ο εαυτός του.

Θεωρώ λοιπόν πως όταν μπορώ να δεχτώ έναν άλλον άνθρωπο, πράγμα που σημαίνει να δεχτώ τα συναισθήματα, τις στάσεις, και τα πιστεύω του ως ένα αληθινό και ζωτικό κομμάτι του εαυτού του, τότε τον βοηθάω να γίνει «πρόσωπο», κι αυτό έχει μεγάλη αξία.

Το επόμενο δίδαγμα ίσως είναι δύσκολο να το επικοινωνήσω. Είναι το ακόλουθο:

Όσο περισσότερο ανοιχτός είμαι στις δικές μου πραγματικότητες και σε αυτές των άλλων ανθρώπων, τόσο λιγότερο εύχομαι να προλάβω «να διορθώσω τα πράγματα».

Όσο προσπαθώ να ακούω τον εαυτό μου και την εμπειρία που συντελείται μέσα μου, κι όσο προσπαθώ να επεκτείνω μια τέτοια στάση και στους άλλους, τόσο περισσότερο σεβασμό νιώθω για την περίπλοκη διαδικασία της ζωής.

Έτσι τείνω όλο και λιγότερο να προσπαθώ να διορθώσω τα πράγματα, να βάζω στόχους, να διαπλάθω τους ανθρώπους, να τους χειρίζομαι και να τους ωθώ στις κατευθύνσεις που θέλω.

Είμαι πολύ πιο ευχαριστημένος με το να είμαι απλά ο εαυτός μου και να αφήνω και τους άλλους να κάνουν το ίδιο.

Καταλαβαίνω πολύ καλά πως ίσως ακούγεται κάπως περίεργο, σχεδόν σαν ανατολίτικη άποψη.

Τι είναι η ζωή, αν δεν πρόκειται να κάνουμε πράγματα στους ανθρώπους;

Τι είναι η ζωή, αν δεν πρόκειται να τους διδάξουμε τα πράγματα που εμείς νομίζουμε πως πρέπει να μάθουν;

Τι είναι η ζωή αν δεν πρόκειται να τους κάνουμε να σκέφτονται και να νιώθουν όπως εμείς;

Πως μπορεί κάποιος να υιοθετήσει μια τόσο ανενεργή άποψη σαν αυτή που εκφράζω;

Είμαι σίγουρος πως παρόμοιες στάσεις αποτελούν μέρος των αντιδράσεων πολλών από εσάς.

Κι όμως το παράδοξο της εμπειρίας μου είναι πως όσο περισσότερο είμαι διατεθειμένος να είμαι απλά ο εαυτός μου, μέσα σε όλη την περιπλοκότητα της ζωής, κι όσο περισσότερο είμαι διατεθειμένος να κατανοήσω και να αποδεχτώ τις πραγματικότητες σ’ εμένα και στους άλλους, τόσο περισσότερο συντελείται η αλλαγή.

Το ακόμα πιο παράδοξο είναι πως ο καθένας μας, στο βαθμό που είναι πρόθυμος να είναι ο εαυτός του, ανακαλύπτει πως δεν αλλάζει μόνο αυτός, αλλά και αυτοί με τους οποίους συνδέεται.

Πρόκειται για ένα πολύ ζωντανό κομμάτι της εμπειρίας μου κι ένα από τα πιο ουσιαστικά πράγματα που νομίζω πως έχω μάθει στην προσωπική και επαγγελματική μου ζωή.

Μου χρωστάει η ζωή μια πανσέληνο που θα φωτίζει τα σκοτάδια μου

Μου χρωστάει μια αγάπη η ζωή να ξεδιψάσω.

Στέγνωσαν τα σωθικά μου. Αφυδατώθηκαν τα σπλάχνα μου.
Ό, τι με κρατούσε στη ζωή, ό, τι με έτρεφε, έτρεξε και χάθηκε από τα βλέφαρά μου.

Μάρτυρες οι καιροί που ήρθαν και πέρασαν με ψεύτικα δώρα.

Μου χρωστάει μια αγάπη η ζωή, γιατί αγάπησα σαν να είχα εκατό ζωές, όχι μία.

Ξέχασα τον εαυτό μου και δόθηκα.
Αφέθηκα να παρασυρθώ απ’ το ρέμα.
Χτυπήθηκα στα βράχια, έπεσα από μεγάλα ύψη, βυθίστηκα στα ορμητικά νερά και παραλίγο να πνιγώ.
Μ’ έσωζε πάντα την τελευταία στιγμή η πίστη μου σ’ ένα καλύτερο αύριο.

Η πίστη ότι θα βρω την δική μου όχθη να ξεκουραστώ και ν’ απαγκιάσω.

Μου χρωστάει μια αγάπη η ζωή για να έχει νόημα η ίδια.
Για ν’ αποκτήσει γεύση το φαγητό στο τραπέζι και το κρεβάτι μου να πάψει να μου θυμίζει την μοναξιά μου.
Μια αγάπη έτσι όπως την ονειρεύτηκα.
Για να βρει η περιπλάνησή μου σκοπό και το πνεύμα μου όραμα.
Για ν΄ ανακτήσουν οι πνεύμονές μου τις χαμένες τους ανάσες.

Μου χρωστάει η ζωή το πιο γλυκό της μεθύσι.
Μια αγάπη ηδονική σαν αμαρτία.
Ζεστή σαν κουβέρτα μάλλινη που ολόκληρη θα με τυλίγει στην θαλπωρή της.
Απαλή για να μην ξανανοίξουν οι πληγές μου.
Ξεχωριστή σαν τον κόσμο με τα επτά του θαύματα.
Και δική μου, μοναδική μου, να την έχω λάβαρο στην εστία της καρδιάς μου.

Μια αγάπη άνοιξη που θα διώξει μακριά τους χειμώνες και θ’ ανθίσει τις ελπίδες στην ψυχή μου.

Μια αγάπη θάλασσα που θα με ταξιδεύει τα καλοκαίρια και θα με νανουρίζει τα βράδια μου.

Μια αγάπη πανσέληνο που θα φωτίζει τα σκοτάδια μου και θα είναι εκεί ψηλά
δορυφόρος και προστάτιδά μου.

Όταν σπάει η σιωπή κάνει θόρυβο

Πόσο όμορφη και σπάνια ιδιότητα είναι τελικά η σιωπή. Η σιωπή είναι πιο δυνατή σε νόημα κι από την κάθε μικρούλα λέξη. Κάνει τον πιο ηχηρό, τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο χωρίς να χρειαστεί να αρθρώσεις ούτε λέξη.

Οι λέξεις, ο λόγος, είναι αιτία παρεξηγήσεων, μα το να παραμένει κανείς σιωπηλός και ήσυχος σε μια γωνιά παρακολουθώντας λόγια και κουβέντες, διαλόγους, συζητήσεις επί συζητήσεων και πάει λέγοντας, του εξασφαλίζει μια υπέροχη αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που καμιά λέξη δεν μπορεί να περιγράψει.

Πόσο περιττεύουν οι λέξεις μπροστά στο μεγαλείο της σιωπής. Πόσο άσκοπη ενέργεια σπαταλάει κανείς στην προσπάθειά του να πείσει, να μεταπείσει, να εξηγήσει, να αιτιολογήσει, να δικαιολογήσει, να συμβουλέψει, να πει τη γνώμη του απρόσκλητα και προκλητικά. Πόσο χώρο μεταξύ δυο ανθρώπων καταλαμβάνουν τα λόγια.

Τόσο που δε μένει χώρος για σκέψη, την κατεξοχήν πνευματική διεργασία αυτή του νου που λαμβάνει χώρο σιωπηλά. Πρώτα τρέχει η γλώσσα μας και μετά η σκέψη μας, δυστυχώς.

Κι εγώ το είχα συνήθεια να παραβγαίνω σε ατέρμονους διαλόγους και να μην αφήνω να πέφτει τίποτα κάτω, αλλά διέκρινα σε έναν άνθρωπο που γνώρισα τη δική του υπεροχή. Όσο εγώ φλυαρούσα κρίνοντας, χαρακτηρίζοντας, συμβουλεύοντας, υπεραναλύοντας κ.ο.κ., εκείνη απλώς άκουγε ενεργητικά συγκρατώντας την παραμικρή λεπτομέρεια από τα λεγόμενά μου. Τι ματαιότητα! Τι ρηχότητα! Πόσο πολύτιμη είναι τελικά η σιωπή.

Η σιωπή είναι χρυσός. Είναι δύναμη. Είναι αρετή. Όταν σιωπάς δε σημαίνει πως δεν έχεις τίποτα να πεις. Μερικές φορές, μπορεί να σημαίνει ότι ο άλλος δεν είναι έτοιμος να ακούσει τις σκέψεις σου. Να ακούσει, όχι με την πρόθεση να συμβουλέψει μήτε να απαντήσει, μα με πρόθεση να σε καταλάβει, να σε νιώσει, να σου κάνει χώρο να απλώσεις τις σκέψεις σου και να ακούσεις αυτά που σκέφτεσαι και λες. Και θα πάρεις ο ίδιος τις απαντήσεις που ζητάς. Όχι απο τον συνομιλητή, αλλά από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ο συνομιλητής είναι απλώς παρών στο να ακούει ενεργητικά. Να διαισθάνεται, να ενσυναισθάνεται και να καθοδηγεί τη συζήτηση με τέτοιον τρόπο ώστε να πάρεις εσύ τις απαντήσεις που γυρεύεις.

Είναι σπουδαίο το να έχεις τη δύναμη να κλείσεις το στόμα μπροστά στη λύπη, στο θυμό, ακόμα και στην χαρά και στην ευτυχία του άλλου. Άστον να το μοιραστεί, άστον να το βγάλει από μέσα του, ό,τι κι αν είναι αυτό, χωρίς διάθεση κριτικής και συμβουλές, χωρίς να του κλέψεις το χρόνο και τη χαρά να το εκφράσει έτσι όπως θέλει, όσο θέλει, για όσο θέλει, και είναι βέβαιο ότι θα κάνει το ίδιο με σένα. Εσύ σε κάθε περίπτωση θα του έχεις προσφέρει το μεγάλο δώρο της σιωπής, του χρόνου που χρειάζεται να πει όσα σκέφτεται.

Η σιωπή μπορεί να σημαίνει κι άλλα πολλά. Μπορεί να σημαίνει αδιαφορία και απαξίωση, μπορεί να σημαίνει διαφωνία, ευαισθησία με την έννοια του ανθρώπου που έχει τις αισθήσεις του σε πλήρη λειτουργία• σε κάθε περίπτωση η σιωπή είναι ένα μάθημα που χαίρομαι πολύ που το διδάχτηκα έστω και αργά. Γι’ αυτό εκτιμώ τους ανθρώπους που μιλούν με τη σιωπή τους. Μου λένε περισσότερα από όσα προσπαθούν να μου πουν σε λέξεις. Ακόμη, οι πιο σιωπηλοί σε νοιάζονται περισσότερο από όσους με μανία προσπαθούν να σε πείσουν πως σε νοιάζονται.

Είναι αυτοί που θα μιλήσεις μαζί τους στο τηλέφωνο ή βγαίνετε για να τα πείτε και τους έχει πιάσει μια ανελέητη λύσσα για κουβέντα που στο τέλος της επαφής νιώθεις άδειος. Σαν να έβγαλε την υποχρέωση από πάνω του να γεμίσει το χρονικό διάστημα που βρίσκεται μαζί σου με ένα τεράστιο κενό, μιλώντας ασταμάτητα χωρίς να έχει αντιληφθεί την ελάχιστη δική σου οπτική. Ας λένε ότι το κάνουν, δεν μας γνωρίζουν βαθιά τέτοιοι άνθρωποι, είναι χάσιμο χρόνου μια ουσιαστική σχέση μαζί τους. Θα σου πάρουν κυριολεκτικά τα αφτιά, θα σηκώσουν τόσο σκόνη στο πέρασμά τους και θα είσαι ΕΣΥ και μόνο που θα την έχεις εισπνεύσει.

Η σιωπή είναι μια τέχνη που την κατέχουν μόνο όσοι γνωρίζονται σε βάθος, μόνο όσοι καταφέρνουν με ένα βλέμμα, μια αγκαλιά ή λέξη να πουν όσα με τα λόγια δεν μπορούν ή δε θέλουν να πουν. Γι’ αυτό, ας μιλάμε μόνο όταν έχουμε κάτι να πούμε, ας ακούμε χωρίς ανταπόκριση και ας είμαστε με όσους δε χρειάζεται να λέμε πολλά για να μας καταλάβουν. Αυτοί μας ξέρουν. Και είναι αυτοί που είναι έτοιμοι να ακούσουν τις σκέψεις μας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Αλέξανδρος & Φίλιππος

Όταν ο Φιλόνικος ο Θεσσαλός έφερε τον Βουκεφάλα, για να τον πουλήσει στον Φίλιππο στην τιμή των δεκατριών ταλάντων, κατέβηκαν λοιπόν όλοι στην πεδιάδα, για να δοκιμάσουν το άλογο, που φαινόταν να είναι ατίθασο και πολύ δύσκολο στη χειραγώγησή του και ούτε αναβάτη δεχόταν, ούτε υπέμενε τη φωνή κανενός από τους ανθρώπους του Φιλίππου, αλλά εναντιωνόταν σ’ όλους. Δυσαρεστήθηκε λοιπόν ο Φίλιππος και διέταξε να το οδηγήσουν μακριά ως εντελώς άγριο και αδάμαστο. Ο Αλέξανδρος όμως που ήταν παρών, είπε: «Τι θαυμάσιο άλογο χάνουν, γιατί από απειρία και έλλειψη υπομονής δεν μπορούν να το χειραγωγήσουν». Την πρώτη φορά λοιπόν ο Φίλιππος σώπασε. Επειδή όμως ο Αλέξανδρος πολλές φορές επαναλάμβανε τα ίδια και έδειχνε σφοδρή συγκίνηση, του είπε: «Εσύ κατηγορείς τους μεγαλυτέρους σου, σαν να ξέρεις ο ίδιος περισσότερα και σαν να μπορείς να χειραγωγήσεις καλύτερα ένα άλογο». «Αυτό το άλογο τουλάχιστο», αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος, «θα μπορούσα να το χειραγωγήσω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον». «Κι αν δεν το χειραγωγήσεις, ποια ποινή θα πληρώσεις για την αυθάδειά σου;». «Εγώ», είπε «μα τον Δία θα πληρώσω την τιμή του αλόγου». Τότε γέλασαν όλοι, έπειτα όμως συμφώνησαν για τα χρήματα, κι ο Αλέξανδρος έτρεξε κοντά στο άλογο κι αφού πήρε στα χέρια του τα ηνία, το έστρεψε προς τον ήλιο, επειδή, όπως φαίνεται, κατάλαβε πως εκείνο έβλεπε τη σκιά του να πέφτει και να σαλεύει μπροστά του και γι’ αυτό ταραζόταν. Αφού το παρατήρησε λίγο στον καλπασμό του και το χάιδεψε, μόλις το είδε να είναι γεμάτο από ψυχή και ορμή πέταξε κάτω ήσυχα ήσυχα τη χλαμύδα του και μ’ ένα σάλτο κάθισε πάνω στη ράχη του με ασφάλεια. Κατόπι μάζεψε λίγο τα ηνία κι έσφιξε το χαλινάρι, χωρίς να το χτυπήσει ούτε να το τρυπήσει με τα σπιρούνια του. Κι όταν είδε ότι το άλογο σταμάτησε ν’ αγριεύει και ήταν πρόθυμο να τρέξει, το άφησε και το οδηγούσε πια με δυνατότερη φωνή και το χτυπούσε με τα πόδια. Στον Φίλιππο και τους γύρω του στην αρχή επικρατούσε αγωνία και σιωπή. Όταν όμως εκείνος έκαμε στροφή και γύρισε, καβαλώντας σωστά, σοβαρός και γεμάτος χαρά, όλοι οι άλλοι ξέσπασαν σε αλαλαγμούς. Κι ο πατέρας του λένε ότι δάκρυσε κιόλας λίγο από τη χαρά του και, μόλις κατέβηκε εκείνος από το άλογο, τον φίλησε στο κεφάλι και είπε: «Παιδί μου, ζήτησε για τον εαυτό σου βασιλεία αντάξιά σου, γιατί η Μακεδονία δεν σε χωράει».

Όταν Φίλιππος ξεκίνησε την εκστρατεία του εναντίον των Βυζαντίων, ο Αλέξανδρος ήταν δεκάξι ετών, όμως τον άφησε πίσω στη Μακεδονία κύριο των πραγμάτων και της βασιλικής σφραγίδας. Κατέστρεψε τους Μαίδους που είχαν επαναστατήσει και κυρίεψε μια πόλη τους κι έδιωξε απ’ αυτήν τους βαρβάρους· κατόπιν έβαλε να κατοικήσει εκεί μεικτός πληθυσμός και την ονόμασε Αλεξανδρούπολη. Στη Χαιρώνεια ήταν παρών και συμμετείχε στη μάχη εναντίον των Ελλήνων και λέγεται μάλιστα ότι πρώτος αυτός εξόρμησε εναντίον του Ιερού Λόχου των Θηβαίων. Ακόμα κι ως τη δική μας εποχή μάλιστα έδειχναν κοντά στον Κηφισό μια γέρικη βαλανιδιά, που ονομαζόταν δρυς του Αλεξάνδρου, κοντά στην οποία τότε κατασκήνωσε. Και το νεκροταφείο των Μακεδόνων δεν είναι μακριά. Για όλα αυτά, όπως ήταν φυσικό ο Φίλιππος αγαπούσε εξαιρετικά τον γιο του, ώστε να χαίρεται, όταν οι Μακεδόνες ονόμαζαν τον Αλέξανδρο βασιλιά και τον Φίλιππο στρατηγό. Οι ταραχές στον βασιλικό του οίκο για τους γάμους και τους έρωτές του, που εξαιτίας τους κατά κάποιο τρόπο βρισκόταν σε κακή κατάσταση και η βασιλεία μαζί με τον γυναικωνίτη, παρείχαν αιτίες για πολλές κατηγορίες και μεγάλες φιλονικίες. Και τις έκανε ακόμη μεγαλύτερες η σκληρότητα της Ολυμπιάδας, που ήταν γυναίκα ζηλότυπη βαρύθυμη και παρόξυνε τον Αλέξανδρο. Ολοφάνερη όμως αφορμή φιλονικίας έδωσε ο Άτταλος στους γάμους της Κλεοπάτρας, την οποία πήρε γυναίκα του, νεαρή κοπέλα, ο Φίλιππος, γιατί την ερωτεύτηκε παρά την ηλικία της. Ο Άτταλος ήταν θείος της και στο συμπόσιο πάνω στο μεθύσι του προσκαλούσε τους Μακεδόνες να ζητήσουν από τους θεούς να γεννηθεί από τον Φίλιππο και την Κλεοπάτρα γνήσιος διάδοχος της βασιλείας. Απ’ αυτό το συμβάν εξερεθίστηκε ο Αλέξανδρος και φωνάζοντας «Κι εμείς, κακοκέφαλε, σου φαινόμαστε νόθοι;», πέταξε καταπάνω του ένα ποτήρι. Ο Φίλιππος τότε σηκώθηκε και όρμησε εναντίον του Αλεξάνδρου τραβώντας το ξίφος του. Ευτυχώς όμως και για τους δύο, από το θυμό του και από το κρασί σκόνταψε κι έπεσε. Κι ο Αλέξανδρος βρίζοντας τον, είπε: «Αυτός λοιπόν άντρες, που ετοιμαζόταν να διαβεί από την Ευρώπη στην Ασία τώρα περνώντας από κρεβάτι σε κρεβάτι, έπεσε». Ύστερα απ’ αυτό το μεθύσι και τα παρεπόμενά του πήρε την Ολυμπιάδα και την εγκατέστησε στην Ήπειρο, ενώ εκείνος ζούσε κοντά στους Ιλλυριούς. Στο μεταξύ ο Δημάρατος ο Κορίνθιος, που είχε σχέσεις φιλοξενίας με την οικογένειά του και μπορούσε να του μιλάει ελεύθερα, ήρθε προς τον Φίλιππο. Κι ύστερα από τις πρώτες δεξιώσεις και φιλοφρονήσεις, όταν τον ρώτησε ο Φίλιππος, αν οι Έλληνες έχουν μεταξύ τους ομόνοια απάντησε: «Πολύ λοιπόν σου ταιριάζει, Φίλιππε, να νοιάζεσαι για την Ελλάδα, εσύ που το ίδιο σου το σπίτι το γέμισες από τόση διχόνοια και τόσα κακά». Έτσι λοιπόν ήρθε στα συγκαλά του ο Φίλιππος κι έστειλε και έφερε πίσω τον Αλέξανδρο, αφού τον έπεισε μέσω του Δημαράτου.

Κοσμολογία: Η αρχή της μετριότητας και η Κοπερνίκεια αρχή

Η αρχή της μετριότητας και η Κοπερνίκεια αρχή στην κοσμολογία δηλώνει ότι η γη δεν είναι ένας προνομιακός χώρος ή το κέντρο της Γης όπως πίστευαν παλιά, αλλά ένας μέτριος πλανήτης, σε ένα συνηθισμένο ηλιακό σύστημα μέσα σε έναν από τους αναρίθμητους γαλαξίες του σύμπαντος.

Η έρευνα στα βάθη του ουρανού με τη βοήθεια του Hubble, που ονομάζεται Άκρως Βαθύ Πεδίο Hubble, διαπίστωσε ότι ακόμα και τα σκοτεινά σημεία στο νυχτερινό ουρανό περιέχουν χιλιάδες άλλους γαλαξίες. Αυτή η εικόνα λοιπόν μας δείχνει την αρχή της μετριότητας: αυτό που εμείς θεωρούμε ξεχωριστό είναι μόνο ένας από τους αναρίθμητους πλανήτες.

Πρόσφατα η Αρχή αυτή γενικεύτηκε στην απλή δήλωση ότι οι άνθρωποι δεν είναι προνομιούχοι παρατηρητές μέσα στο σύμπαν. Κατά μία έννοια αυτό είναι ισοδύναμο με την αρχή της μετριότητας, με σημαντικές επιπτώσεις στη φιλοσοφία της επιστήμης. Η αρχή της μετριότητας είναι μια έννοια στη φιλοσοφία της επιστήμης σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερο σαν όντα. Αυτές οι δύο αρχές, συνδυαζόμενες, αποτελούν τη βάση της τρέχουσας κοσμολογίας μας.

Ακόμα κι αν η θεωρία της ειδικής σχετικότητας δηλώνει ότι μπορούμε να επιλέξουμε οποιοδήποτε σύστημα αναφοράς για τη βάση των υπολογισμών στον κόσμο, που σημαίνει ότι μπορούμε εύκολα να βάλουμε τη γη στο κέντρο των πάντων και να διαμορφώσουμε τους φυσικούς νόμους με αυτή ως σημείο αναφοράς ή ακόμα κι αν ο κόσμος φαίνεται ο ίδιος προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κοιτάξουμε ή ακόμα κι αν όλοι οι γαλαξίες φαίνονται να απομακρύνονται μακριά από μας (σαν να είμαστε εμείς στο κέντρο του κόσμου όπως ο ίδιος ο Hubble αναγνώρισε στην αρχή, αλλά στη συνέχεια το αρνήθηκε απλά και μόνο επειδή αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τις δύο παραπάνω αρχές), οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι και η Γη μας δεν είναι τίποτα παραπάνω από κόκκοι σκόνης μέσα στον απέραντο κόσμο.

Η Κοπερνίκεια Αρχή

Η Κοπερνίκεια Αρχή, σαν την Αρχή της Μετριότητας, δηλώνει ότι η ζωή πάνω στη Γη εξαρτάται μόνο από μερικά βασικά μόρια, τα στοιχεία που συνθέτουν τα μόρια αυτά είναι (σε ​​μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό) κοινά σε όλα τα αστέρια, και οι νόμοι της φυσικής γνωρίζουμε ότι ισχύουν για ολόκληρο το σύμπαν (και δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι δεν ισχύουν).

Επειδή ξέρουμε ότι η ηλικία του σύμπαντος είναι 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια, φαίνεται να υπάρχει επαρκής χρόνος ώστε να ξεκινήσει η ζωή κάπου μέσα σε αυτό, ενώ κατά πάσα πιθανότητα μπορεί να υπάρχει κι αλλού μέσα στο σύμπαν.

Γιατί όμως λέγεται Κοπερνίκεια; Γιατί ενώ στην αρχαιότητα όπως και στον Μεσαίωνα οι άνθρωποι πίστευαν ότι η Γη ήταν το κέντρο του σύμπαντος, ο Κοπέρνικος πρότεινε ότι ο Ήλιος ήταν στο κέντρο. Εν συνεχεία στη δεκαετία του 1930, ο R.J. Trumpler διαπίστωσε ότι το ηλιακό σύστημα δεν ήταν στο κέντρο του Γαλαξία, κάπου προς την περιφέρεια. Στα μέσα του εικοστού αιώνα, ο George Gamow έδειξε ότι αν και φαίνεται ότι ο Γαλαξίας μας είναι στο κέντρο ενός διαστελλόμενου σύμπαντος (σύμφωνα με το νόμο του Hubble), κάθε σημείο του χώρου θα μπορούσε να έχει την ίδια αίσθηση.

Και, στο τέλος του εικοστού αιώνα, ο Geoff Marcy ανακάλυψε ότι οι εξωηλιακοί πλανήτες είναι αρκετά κοινοί, αλλάζοντας την πεποίθηση των ανθρώπων ότι ο ήλιος μας είναι ένα ασυνήθιστο άστρο που έχει πλανήτες. Με λίγα λόγια, η Κοπερνίκεια μετριότητα είναι μια σειρά από αστρονομικά ευρήματα ότι η Γη είναι ένας σχετικά συνηθισμένος πλανήτης σε τροχιά γύρω από ένα σχετικά συνηθισμένο αστέρι, σε έναν σχετικά συνηθισμένο γαλαξία, που είναι ένας από τους αμέτρητους άλλους γαλαξίες σε ένα τεράστιο σύμπαν, πιθανώς μέσα σε ένα άπειρο Πολυσύμπαν.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ: Κάθε πράξη στη ζωή σου κάνε τη σαν να ήταν η τελευταία της ζωής σου

“Κάθε πράξη στη ζωή σου κάνε τη σαν να ήταν η τελευταία της ζωής σου” -ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΡΩΜΑΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΣΤΩΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ (121–180μ.Χ.)

Αν μας φαίνεται οικείο το απόφθεγμα του Μάρκου Αυρήλιου, αυτό οφείλεται στο ότι ήδη από τα πανάρχαια χρόνια φιλόσοφοι και θρησκευτικοί στοχαστές λένε λίγο πολύ το ίδιο.

Να είσαι εδώ τώρα.
Να είσαι πάντα πνευματικά προσηλωμένος.
Να ζεις στο παρόν.

Ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορό είναι ένας από τους σύγχρονους φιλοσόφους που εξέφρασαν με τον πιο ξεκάθαρο κι επιβλητικό τρόπο αυτή την ψυχική διάθεση: “ Πρέπει να ζεις στο παρόν, να ορμάς σε κάθε κύμα, να βρίσκεις την αιωνιότητά σου κάθε στιγμή. Οι ανόητοι στέκονται στο νησί των ευκαιριών τους κι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο σε έναν άλλο τόπο. Δεν υπάρχει άλλος τόπος· δεν υπάρχει άλλη ζωή εκτός από αυτή”.

Είναι ξεκάθαρο ότι εμείς τα ανθρώπινα όντα πρέπει να βρίσκουμε πολύ δύσκολο το να ζούμε πνευματικά προσηλωμένοι στο παρόν, αλλιώς γιατί να νιώθουν την ανάγκη να επαναλαμβάνουν το συγκεκριμένο μήνυμα τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι;

Εκ πρώτης όψεως, δε φαίνεται και τόσο δύσκολο να βιώσουμε πλήρως το εδώ και τώρα. Το εδώ βρίσκεται ακριβώς εδώ μπροστά μας. Και το τώρα είναι ακριβώς τώρα. Οπότε ποιο είναι το πρόβλημα;

Κάποιοι άνθρωποι παρασύρονται από την επιθυμία τους για κάτι καλύτερο από αυτό που υπάρχει εδώ και τώρα και απομακρύνονται από το παρόν. Άλλοι, όπως εγώ, απομακρύνονται από το παρόν προσπαθώντας να φανταστούν τι θα γίνει στο μέλλον. Ένας άλλος, πιο ολοκληρωτικός τρόπος αποφυγής της πλήρους προσήλωσης στο παρόν είναι το να βλέπουμε όλη τη ζωή μας ως στάδια προετοιμασίας, από προετοιμασία για δείπνο έως προετοιμασία για τη ζωή στο Επέκεινα, και κάπου ενδιάμεσα προετοιμασία για την εξεταστική. Στον αντίποδα βρίσκονται όσοι από μας είναι προσκολλημένοι στο παρελθόν, νιώθοντας είτε νοσταλγία, είτε τύψεις, είτε και τα δύο.

Αυτή η απομάκρυνση από το παρόν είναι συνάρτηση των ανθρώπινων ικανοτήτων της φαντασίας και της μακροπρόθεσμης μνήμης. Πάντοτε έχουμε τη δυνατότητα να φανταστούμε ότι η ζωή μας είναι διαφορετική από αυτή που πραγματικά είναι· πάντοτε μπορούμε να δούμε εναλλακτικές εκδοχές της. Φαίνεται πως αυτό συνιστά έναν πειρασμό στον οποίο οι περισσότεροι από μας δυσκολευόμαστε να αντισταθούμε. Παρομοίως, μπορούμε να θυμηθούμε πως ήταν η ζωή στο παρελθόν, και η προσκόλληση σε αυτό επίσης μοιάζει ακαταμάχητη.

Φυσικά, μια ζωή χωρίς καθόλου προετοιμασία για το μέλλον έχει σοβαρά μειονεκτήματα.

Ο σχεδιασμός που κάνουμε για το μέλλον εμείς οι άνθρωποι συχνά αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της συνειδησιακής λειτουργίας μας, κυρίως επειδή έχουμε την τάση να επανεξετάζουμε ατέρμονα τα σχέδιά μας, αναπαράγοντάς τα ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό μας.

Υποπτεύομαι ότι η ολοκληρωτική βίωση του παρόντος έχει κάτι που γεννά μέσα μας έναν βαθιά ριζωμένο φόβο. Ίσως αυτός ο φόβος να αποτελεί βασικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό, όπως η θεμελιώδης ενόρμηση του Φρόυντ, η λίμπιντο.

Μάλιστα, φαίνεται πως αυτά τα δύο αλληλοσυμπληρώνονται: Η περίπτωση του σεξ είναι μια από τις λίγες στις οποίες μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είμαστε σταθερά προσηλωμένοι στο εδώ και τώρα.

Όμως, ποια θα μπορούσε να είναι η πηγή του φόβου μας να ζούμε στο παρόν; Ένας λόγος θα μπορούσε να είναι το ότι φοβόμαστε διαρκώς μήπως απογοητευτούμε από τη ζωή μας, και μάλιστα από τη ζωή γενικά. Αντιλαμβανόμαστε διαισθητικά ότι η ζωή στο εδώ και τώρα είναι η ζωή στην απόλυτη έκφανσή της – η ζωή ακριβώς τώρα είναι η πιο πραγματική που μπορούμε να βιώσουμε. Τι γίνεται όμως αν ανακαλύψουμε ότι η ζωή τού εδώ και τώρα υπολείπεται κατά πολύ των προσδοκιών μας; Τι γίνεται αν μας έρθει κατακέφαλα ένα μεγαλοπρεπές “Αυτό είναι όλο κι όλο;”; Τι γίνεται αν βρούμε αυτή την απόλυτη πραγματικότητα μπανάλ ή, ακόμη χειρότερα, σκληρή, άδικη και οδυνηρή; Για να αντιμετωπίσουμε αυτόν τον φόβο της υπαρξιακής απογοήτευσης προβαίνουμε σε ένα προληπτικό χτύπημα κατά της βίωσης του παρόντος, με το να φανταζόμαστε αυτόματα κάτι διαφορετικό, κατευθύνοντας τη συνείδησή μας στο μέλλον ή στο παρελθόν ή σε μια φανταστική εναλλακτική ζωή.

Άλλος πιθανός λόγος που αποφεύγουμε να ζούμε στο παρόν είναι ότι βρίθει από παραπομπές στη θνητότητά μας. Όταν είμαστε ολοκληρωτικά προσηλωμένοι στο εδώ και τώρα συναισθανόμαστε βαθιά το ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου και τη συνεχή αλλαγή. Οι περισσότεροι από μας έχουμε βιώσει στιγμές ευδαιμονίας με αφορμή απλά γεγονότα – η ξαφνική εμφάνιση ενός σμήνους περιστεριών στον ουρανό, μια καταπληκτική εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, το γοητευτικό χαμόγελο ενός άγνωστου περαστικού.

Αυτές οι στιγμές είναι φευγαλέες. Η έντασή τους έχει άμεση σχέση με το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Όμως, αυτές οι φευγαλέες στιγμές μάς αφήνουν μια γλυκόπικρη αίσθηση ότι όλα τελειώνουν. Και η αίσθηση αυτή συνοδεύεται από την αναπόφευκτη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου της ατομικής μας ύπαρξης. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι κάποια στιγμή τα εδώ και τώρα μας θα τελειώσουν και δε θα υπάρχουν άλλα.

Ιππαλεκτρυών: Ένα άγνωστο πλάσμα της Ελληνικής μυθολογίας – Ήταν μισό άλογο και μισός κόκορας

Ένα όχι και τόσο γνωστό ον της Ελληνικής μυθολογίας είναι ο ιππαλεκτρύων. Πρόκειται για ένα φανταστικό όν, ένα υβριδικό πλάσμα που από τη μέση και πάνω έχει τη μορφή αλόγου και απο τη μέση και κάτω τη μορφή κόκορα. Το πίσω του μέρος φέρει τη φτερωτή ουρά ενός κόκορα, έχει τα φτερά ενός κόκορα καθώς και τα πόδια ενός πτηνού.

Ετυμολογικά η λέξη ιππαλεκτρυών προέρχεται από τη λέξη ἵππος που σημαίνει στα αρχαία Ελληνικά, άλογο και τη λέξη ἀλεκτρυών που σημαίνει αντίστοιχα κόκορας. Η ίδια λοιπόν η λέξη για να περιγράψει αυτό το ον αποτελεί και αυτή ένα «γλωσσικό υβρίδιο.»

Αν και στις γραπτές πηγές ο ιππαλεκτρυών δεν εμφανίζεται συχνά, ούτε υπάρχουν θεματικές ιστορίες ή μυθολογικοί κύκλοι που να τον αφορούν άμεσα, η πιο πρώιμη εμφάνισή του στην εικονογραφία χρονολογείται στον 9ο αι. π.Κ.Ε. από την Κνωσσό. Πιο ολοκληρωμένη η μορφή του εικονογραφικά και πιο συχνή παρατηρείται τον 6ο αι. π.Κ.Ε. και ιδιαίτερα σαν θέμα απεικόνισης στην κεραμική, αλλά και στην γλυπτική.

Συχνά απεικονίζεται και κάποιος πολεμιστής που ιππεύει το ον αυτό, όπου είναι και εικονογραφικό θέμα σε ορισμένες σειρές νομισμάτων.

Στην κωμωδία του Αριστοφάνη, Όρνιθες ο ιππαλεκτρυών περιγράφεται σαν ένα περίεργο πλάσμα με κίτρινα φτερά.

Εικονογραφικά όπως παρατηρούμε και απο τις φωτογραφίες ο τρόπος απεικόνισής του είναι σταθερός και παγιωμένος: το μπροστινό μέρος και το κεφάλι είναι ένα άλογο καθώς και τα δύο μπροστινά πόδια, ενώ το πίσω μέρος είναι αυτό ενός κόκορα, με πλουμιστή ουρά, φτερά και ανάλογα πόδια. Συνήθως φέρουν και στην πλάτη τους έναν νεαρό καβαλάρη ή πολεμιστή.

Ο Ησύχιος αναφέρει ότι υπήρχαν τρία είδη ιππαλεκτρύονος: ένας με τη μορφή ενός μεγάλου κόκορα, ένας με τη μορφή ενός τεράστιου αρπακτικού και τέλος ενός πλάσματος που έμοιαζε με γρύπα. Στις γραπτές πηγές φαίνεται να υπάρχει μία σύγχιση για το πώς εμφανίζεται αυτό το ον και πριν από τον Αισχύλο δεν υπάρχουν ειδικές περιγραφές ή λέξεις που να αναφέρονται σε αυτό.

Συνδυαστικές μελέτες και αναφορές θεωρούν ότι το μοτίβο αυτό πιθανόν να μην είναι αμιγώς Ελληνικό και να προέρχεται από επιρροές από τη Μ. Ανατολή, όπως είναι το σύνηθες και για άλλα υβρίδια της Ελληνικής μυθολογίας. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν γνωρίζουμε κάποια παράσταση ιππαλεκτρύονος από την Αίγυπτο ή το χώρο της Μ. Ανατολής. Εικονογραφικά στον Ελληνικό χώρο το συναντάμε κατεξοχή στην μελανόμορφη κεραμική της Αθήνας όπου θα μπορούσε να είναι και μία παραλλαγή του μοτίβου του Πήγασου.

Ο ιππαλεκτρυών εμφανίζεται και σε κάποιες σειρές νομισμάτων όπου θα μπορούσαν να αφορούν να αναπαραστάσεις του Πήγασου. Όμως ο τρόπος που αποδίδεται η ουρά και κυρίως τα πόδια με τα νύχια θυμίζει περισσότερο στυλιστικά τον ιππαλεκτρύονα.

Στους Βατράχους του Αριστοφάνη αναφέρεται ότι το ον αυτό απεικονιζόταν συχνά πάνω σε πολεμικές ασπίδες και μάλιστα έχει υπάρχει απεικόνιση πάνω σε ερυθρόμορφο αγγείο που δείχνει τη θεά Αθηνά να κρατάει μία τέτοια ασπίδα. Όπως συμβαίνει και με άλλα ανάλογα όντα της Ελληνικής μυθολογίας, όπως για παράδειγμα με το κεφάλι της Μέδουσας, η χρήση αυτή υποδηλώνει έναν προφυλακτικό ή αποτροπαϊκό χαρακτήρα.

Tέτοιες εικονογραφικές επιλογές θεωρούνταν ότι προκαλούσαν γέλιο και έδιωχναν το φόβο μακρυά ή προκαλούσαν τον τρόμο στα μάτια του εχθρού.

Από την ίδια κωμωδία του Αριστοφάνη μαθαίνουμε ότι το μοτίβο του ιππαλεκτρύονα έφεραν επίσης και πλοία, γεγονός που συνηγορεί με τις μαγικές-αποτροπαϊκές ιδιότητες που πιθανόν είχε το ον αυτό για να προστατεύει τα πλοία και τα πληρώματά τους.

Σε ένα χαμένο έργο του Αισχύλου, Μυρμιδόνες αναφέρεται επίσης ότι η μορφή του ιππαλεκτρύονα υπήρχε στο πλοίο του Πρωτεσίλαου. Σε όσες από τις Αριστοφανικές κωμωδίες γίνεται αναφορά στον ιππαλεκτρύονα υπάρχει μία διάθεση αστειασμού που αφορά τόσο το μέγεθός του, αλλά και το αστείο περπάτημά του.

Ο Αριστοτέλης και ο τελικός ορισμός του δίκαιου ανθρώπου

Η διερεύνηση της δίκαιης πράξης δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην υπόδειξη της δίκαιης ή της άδικης συμπεριφοράς, αλλά οφείλει να προχωρήσει διαχωρίζοντας την αδικία από το σφάλμα: «είναι η περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο κατευθύνεται η πράξη ή η ίδια η πράξη ή το όργανο που χρησιμοποιείται ή ο σκοπός της πράξης δεν είναι αυτά που νόμιζε ο δράστης· μπορεί, επιπαραδείγματι, να πίστευε ή ότι δε χτύπησε κανέναν ή ότι δεν τον χτύπησε με αυτό το όργανο ή ότι δε χτύπησε αυτό το πρόσωπο ή ότι δεν τον χτύπησε γι’ αυτό το σκοπό, αλλά έτυχε να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος σκόπευε να κάνει, όχι π.χ. για να τον τραυματίσει, αλλά για να τον κεντρίσει και να τον πονέσει ή ότι δεν είχε στο νου του αυτό το πρόσωπο ή αυτό το όργανο» (1135b 8, 15-19).

Με άλλα λόγια, για να χαρακτηριστεί μια πράξη άδικη πρέπει να υπάρχει επίγνωση, δηλαδή ξεκαθαρισμένη πρόθεση, της ζημιάς που προκαλείται. Όταν κάποιος προξενεί συγκεκριμένες βλάβες χωρίς όμως να έχει αυτό το σκοπό, τότε δεν πρόκειται για αδίκημα, αλλά για σφάλμα. Κατά συνέπεια, η τιμωρία που πρέπει να του επιβληθεί (αν πρέπει) δε σχετίζεται με το αποτέλεσμα της πράξης, αλλά με το μέγεθος της ανευθυνότητας που το επέφερε.

Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με το ατύχημα: «Όταν η βλάβη γίνει αντίθετα προς κάθε λογική προσδοκία, είναι ατύχημα». (1135b 8, 19-20). Ο τελικός διαχωρισμός ανάμεσα στο ατύχημα και το σφάλμα είναι πλέον σαφής: «όταν όμως δε γίνει» (η βλάβη εννοείται) «αντίθετα με τις λογικές προσδοκίες, γίνει, πάντως, δίχως κακία, είναι σφάλμα (ένας άνθρωπος κάνει σφάλμα, όταν η αιτία που τον οδηγεί σ’ αυτό βρίσκεται μέσα του· ατύχημα υπάρχει, όταν η αιτία αυτή έρχεται από έξω)» (1135b 8, 20-22)..

Για να υπάρχει αδίκημα πρέπει να υπάρχει πλήρης γνώση των συνεπειών που μπορούν να επέλθουν. Όμως και πάλι, όλες οι περιπτώσεις δεν είναι ίδιες: «Όταν, πάλι, προκαλεί κανείς τη βλάβη εν γνώσει του, χωρίς όμως να το έχει σκεφτεί και να το έχει μελετήσει από πριν, τότε είναι αδίκημα· αδικήματα είναι, επιπαραδείγματι, οι βλάβες που προκαλούνται στους άλλους από θυμό ή από άλλα πάθη που σχετίζονται με τις ανάγκες του ανθρώπου ή έχουν την αρχή τους στη φύση: προκαλώντας οι άνθρωποι αυτές τις βλάβες στους άλλους και κάνοντας αυτά τα σφάλματα αδικούν, βέβαια, και είναι όλα αυτά αδικήματα, δεν είναι όμως ακόμη εξαιτίας τους άδικοι ούτε κακού χαρακτήρα άνθρωποι· ο λόγος είναι ότι η βλάβη που προκαλούν δεν οφείλεται σε κακία» (1135b 8, 23-28).

Αυτός είναι και ο λόγος που οι ποινές που αποδίδονται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ηπιότερες: «Γι’ αυτό και είναι σωστό που στα δικαστήρια οι πράξεις που οφείλονται στο θυμό δεν κρίνονται ως πράξεις που έγιναν από προμελέτη: στην αρχή της πράξης δε βρίσκεται αυτός που ενεργεί με οργή, αλλά αυτός που τον εξόργισε. Εξάλλου το ερώτημα που τίθεται στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι αν έγινε ή δεν έγινε η πράξη, αλλά αν ήταν δίκαιη, δεδομένου ότι οργίζεται κανείς εναντίον μια ενέργειας που του φαίνεται πως είναι άδικη» (1135b 8, 29-33).

Φυσικά, το να ασκεί κανείς βία, επειδή θεωρεί ότι αδικήθηκε, είναι κατακριτέο και πρέπει να επισύρει ποινές, αφού, αν γίνει αποδεκτό ότι ο δράστης έχει απόλυτο δίκιο, ώστε να αθωωθεί πλήρως, είναι σαν να δικαιώνεται η αυτοδικία, που από θέση αρχής ματαιώνει το θεσμό της δικαιοσύνης. Το ζητούμενο δεν αφορά την απαλλαγή του δράστη, αλλά το ελαφρυντικό του βρασμού της ψυχής μπροστά σε μια άδικη προσβολή που ήταν αδύνατο να ανεχτεί.

Το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει επακριβώς τα δεδομένα (το μέγεθος της προσβολής, το μέγεθος της βίας που ασκήθηκε, το κατά πόσο ο δράστης έχει εμπλακεί και στο παρελθόν σε τέτοιες υποθέσεις κλπ), ώστε η ποινή να είναι σχολαστικά ανάλογη των καταστάσεων. Ένας τέτοιος δράστης δεν πρέπει να μείνει ατιμώρητος, αλλά συγχρόνως πρέπει να διαφοροποιηθεί από εκείνον που αδικεί με απόλυτη προτίμηση και προμελέτη, δηλαδή με πλήρη συνείδηση της αδικίας που διαπράττει.

Ο Αριστοτέλης καταδεικνύει την πιο επαίσχυντη μορφή αδικίας, θα λέγαμε τον απόλυτο ορισμό της: «αν όμως κανείς προκαλεί τη βλάβη από προσωπική του επιλογή και προτίμηση, τότε είναι άδικος και κακός». (1135b 8, 28-29) Η κακία είναι το επισφράγισμα της ολοκληρωτικής αδικίας και σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να προβλέπονται οι αυστηρότερες ποινές. Ο δόλος, η επίγνωση και ο υπολογισμός των κερδών από την άδικη πράξη συνθέτουν την προμελέτη. Η αδικία του οξύθυμου δε συγκαταλέγεται σ’ αυτή την κατηγορία. Κι αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να διαφοροποιηθεί και στην προβλεπόμενη νομοθεσία για τον καθορισμό των ποινών.

Αφού έχει αποσαφηνιστεί τι είναι αδικία και τι όχι κι έχουν καταδειχθεί οι διαβαθμίσεις της άδικης συμπεριφοράς, μέχρι την πιο καθαρή της μορφή, αυτό που μένει είναι να διερευνηθεί το ενδεχόμενο κατά πόσο είναι δυνατό να αδικεί κανείς (και μάλιστα) σκόπιμα τον εαυτό του. Ως αφορμή για το θέμα τίθενται οι στίχοι από ένα χαμένο έργο του Ευριπίδη:

– Σκότωσα τη μάνα μου, σύντομος και κοφτός ο λόγος μου.

–Το θέλατε κι οι δυο σας; Ή μήπως άθελα κι οι δυο σας; (1136a 9, 15-16).

Μοιραία, ο Αριστοτέλης αναρωτιέται: «Αλήθεια, μπορεί κανείς να αδικείται με τη θέλησή του, ή μήπως όχι, αλλά πάντοτε αδικείται χωρίς τη θέλησή του, όπως το να αδικεί είναι κάτι που κανείς το κάνει πάντοτε με τη θέλησή του; Και ισχύει άραγε σε όλες τις περιπτώσεις μόνο το δεύτερο ή μόνο το πρώτο, ή μήπως το να αδικείται κανείς είναι σε άλλες περιπτώσεις εκούσιο και σε άλλες ακούσιο;» (1136a 9, 17-21).

Το ίδιο ισχύει και αντιστρόφως, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο αυτός που κάνει μια δίκαιη πράξη δρα με τρόπο ακούσιο ή εκούσιο. Γιατί, αν δρα ακουσίως τότε δεν είναι πράγματι δίκαιος, αλλά είναι η τύχη που καθιστά την πράξη του δίκαιη, όπως κι αν αδικεί ακουσίως δεν είναι άδικος.

Το σίγουρο είναι ότι για να διαπραχτεί αδικία χρειάζονται τουλάχιστον δύο πρόσωπα: αυτό που θα αδικηθεί κι αυτό που θα αδικήσει: «είναι, πράγματι, αδύνατο να υποστεί κανείς αδικία, αν δεν υπάρχει αυτός που θα την κάνει, ή να έχει δίκαιη μεταχείριση, αν δεν υπάρχει αυτός που θα κάνει τη δίκαιη πράξη. Αν όμως “αδικώ” θα πει γενικά “βλάπτω κάποιον με τη θέλησή μου”, και “με τη θέλησή μου” θα πει “γνωρίζοντας και αυτόν που βλάπτω και με τι τον βλάπτω και πώς τον βλάπτω”, και αν ο ακρατής άνθρωπος βλάπτει με τη θέλησή του ο ίδιος τον εαυτό του, τότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο ακρατής άνθρωπος αδικείται με τη θέλησή του και, ακόμη, ότι είναι δυνατό να αδικεί ο ίδιος τον εαυτό του» (1136a 9, 34-39).

Αποδεχόμενοι αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάκτηση της ηθικής αρετής, δηλαδή η εξασφάλιση της ισορροπίας για τις πράξεις του εαυτού σε όλα τα ζητήματα, αποτελεί στοιχείο δικαιοσύνης. Σε τελική ανάλυση, ο ακρατής, όπως και ο τσιγκούνης (που δε σκέφτεται παρά μόνο τα λεφτά), ο τεμπέλης (που υποβαθμίζει τη ζωή του λόγω απραξίας), ο αλαζόνας (που τον αποστρέφονται), ο δειλός (που φοβάται οποιαδήποτε πρωτοβουλία), ο άπληστος (που δεν ικανοποιείται με τίποτε), και γενικά όλοι αυτοί που με τη συμπεριφορά τους αντίκεινται στην αρετή πρώτα απ’ όλα αδικούν τον εαυτό τους. Και τον αδικούν, γιατί επί της ουσίας τον βλάπτουν. Όμως, για τον Αριστοτέλη η επιδίωξη της αδικίας του εαυτού είναι κάτι παράλογο: «Βλάπτεται κανείς με τη θέλησή του και υπομένει αδικίες με τη θέλησή του, κανένας όμως δεν αδικείται με τη θέλησή του» (1136b 9, 6-7).

Το παράδοξο ότι μπορεί κανείς να «υπομένει αδικίες με τη θέλησή του», αλλά όχι να «αδικείται με τη θέλησή του» σχετίζεται προφανώς με το στοιχείο της εκούσιας και ακούσιας δράσης. Μπορεί κανείς να ανεχτεί μια αδικία, αν οι συνθήκες είναι τέτοιες που τον εξαναγκάζουν ή αν φοβάται ότι μπορεί να αδικηθεί περισσότερο, αλλά είναι αδύνατο με τη θέλησή του κι έχοντας πλήρη επίγνωση των πράξεών του να προτίθεται να τον αδικήσουν, ενώ θα μπορούσε εύκολα να το αποφύγει. Τελικά, η αποδοχή της ζημίωσης του εαυτού δεν μπορεί παρά να υποκρύπτει την αδυναμία. Και η αδυναμία μπορεί να έχει ρίζες κοινωνικές (ο εργαζόμενος μπορεί να δεχτεί ένα άδικο μεροκάματο φοβούμενος την ανεργία) ή να αφορούν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα.

Οι αδυναμίες του χαρακτήρα που γίνονται επιζήμιες για τον εαυτό είναι το αδιέξοδο του ανθρώπου που, αν και κατανοεί το σφάλμα, είναι αδύνατο να φέρει αντιστάσεις. Θα έλεγε κανείς ότι οι άνθρωποι αυτού του είδους ενεργούν ενάντια στη θέλησή τους, αφού τα πάθη τους αποδεικνύονται ισχυρότερα: «κανένας δε θέλει να αδικείται, ούτε και ο ακρατής, που απλώς ενεργεί αντίθετα με τη θέλησή του· γιατί κανένας δεν επιθυμεί πράγματα για τα οποία είναι βέβαιος ότι δεν είναι καλά, ο ακρατής όμως άνθρωπος δεν κάνει αυτά που κατά βάθος πιστεύει ότι θα έπρεπε να κάνει» (1136b 9, 8-11).

Κι αυτό είναι το αδιέξοδο των ανθρώπων που δεν κατέχουν την ηθική αρετή, που δεν μπορούν δηλαδή να ζήσουν σύμφωνα με τη λογική και το μέτρο. Πρόκειται για τη δυστυχία της διαρκούς εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα σ’ αυτό που ξέρουν ότι πρέπει να κάνουν και σ’ αυτό που τελικά υποκύπτουν λόγω αδυναμίας ελέγχου των παθών. Οι άνθρωποι αυτοί είναι αδύνατο να βρουν γαλήνη, αφού είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους. Σε περιπτώσεις ακραίες ενδέχεται ακόμη και να τον μισούν. Κι επειδή ένα τέτοιο φορτίο είναι αβάσταχτο, ο μοναδικός αμυντικός μηχανισμός είναι η απόκρυψη από τους άλλους, ως επιβεβαίωση της ύψιστης υποτίμησης του εαυτού.

Δε χρειάζεται οι άλλοι να ξέρουν αυτά που επιφέρουν ντροπή. Κι αν κάνουν ότι τα υποπτεύονται ή τα υπαινιχτούν, θα γίνουν αμέσως εχθροί. Σε τελική ανάλυση, η επιθετικότητα που μπορεί να δείχνει κάποιος προς τους άλλους είναι το σύμπτωμα της μη αποδοχής του εαυτού. Η έλλειψη φίλων, η μισανθρωπία, το αδύνατο της εμπιστοσύνης είναι τα συμπτώματα της εσωτερικής σύγκρουσης, που έχουν να κάνουν με την απόρριψη του εαυτού. Εκείνος που δεν μπορεί να δώσει αγάπη στους άλλους, πριν από όλα δεν αγαπά τον εαυτό του. Και δεν τον αγαπά γιατί ξέρει ότι αντίκειται στις επιταγές της αρετής, όπως ορίζονται από τις αξίες της λογικής και του μέτρου. Από αυτή την άποψη, η κατάκτηση της ηθικής αρετής αφορά πριν από όλα τον εαυτό μας, αφού τίθεται ως βάση της ψυχικής γαλήνης, δηλαδή της αγάπης του εαυτού. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να ζήσει αρμονικά με τους άλλους ανθρώπους. Κι αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την ευτυχία.

Ωστόσο, όσο κι αν βλάπτει κανείς τον εαυτό του απομακρυνόμενος από τις επιταγές της αρετής, δεν είναι δόκιμος ο ισχυρισμός ότι αδικεί τον εαυτό του. Γιατί η αδικία είναι κάτι βαθύτερο από τη βλάβη. Απαιτεί θέληση και προμελέτη και ο ακρατής δε λειτουργεί με τέτοιο τρόπο: «Ο ορισμός, επίσης, που δώσαμε για το “αδικώ” βοηθάει και αυτός στο να λυθεί η δυσκολία· δεν παθαίνει, πράγματι, ο άνθρωπος αυτός τίποτε το αντίθετο προς τη θέλησή του, και άρα δεν αδικείται εξαιτίας αυτής της πράξης του· το πολύ πολύ να βλάπτεται μόνο». (1136b 9, 28-31).

Ως αδικία, όμως, αναφέρεται η ακρότατη αυτοκαταστροφική πράξη της αυτοκτονίας. Όμως και πάλι η αδικία κινείται στο ακαθόριστο: «Αυτός που μέσα στην οργή του σφάζει τον εαυτό του, κάνει το πράγμα αυτό με τη θέλησή του αντίθετα προς τον ορθό λόγο, κάτι που ο νόμος δεν το επιτρέπει. Ο άνθρωπος, επομένως, αυτός αδικεί. Ποιον όμως; Μήπως την πόλη και όχι τον εαυτό του; Γιατί ό,τι παθαίνει, το παθαίνει με τη θέλησή του, κανένας όμως δεν αδικείται με τη θέλησή του. Γι’ αυτό και η πόλη τού επιβάλλει ποινή, και προβλέπεται ένα είδος στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων» (πρόκειται για τη στέρηση κάθε τιμής μετά το θάνατο) «για τον αυτόχειρα, με το αιτιολογικό ότι διαπράττει αδικία σε βάρος της πόλης» (1138a 11, 11-16).

Το κατά πόσο η αυτοκτονία είναι μια συνειδητή και ηθελημένη πράξη κι όχι αποτέλεσμα παθολογίας, που επί της ουσίας διαταράσσει τη θέληση καθιστώντας τον αυτόχειρα όμηρό της, είναι θέμα με το οποίο δεν καταπιάνεται ο Αριστοτέλης. Το σίγουρο είναι ότι αντίκειται στον ορθό λόγο. Από την πλευρά του ο νόμος απαγορεύει τις μεταθανάτιες τιμές καταδικάζοντας τον αυτόχειρα (και κατ’ επέκταση και τους συγγενείς του) σε ντροπή. Κι αυτό καθιστά την αυτοκτονία αδίκημα.

Επειδή, όμως, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο θύμα που έχει αδικηθεί (ο Αριστοτέλης αναρωτιέται για τον αυτόχειρα «Ποιον» αδικεί «όμως;»), αυτό που μένει ως απάντηση είναι ότι αδικείται το σύνολο της πόλης. Η στάση του νόμου δεν έχει να κάνει μόνο με την προτεραιότητα του όλου έναντι του ατόμου, το οποίο συνεπάγεται ότι ο πολίτης δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει από την πόλη τις υπηρεσίες του, αλλά και με την εύλογη προτροπή του προς τη ζωή. Ο νόμος οφείλει να προστατεύει τη ζωή κι οφείλει να καταδικάζει οτιδήποτε μπορεί να την απειλήσει από όπου κι αν προέρχεται.

Από κει και πέρα, αν κάποιος αδικεί τον εαυτό του όχι επειδή υποκύπτει σε πάθη, αλλά γιατί σε μια μοιρασιά κρατάει τα λιγότερα για τον εαυτό του, ο Αριστοτέλης καταθέτει την άποψη: «αν δίνει κανείς στον άλλον μεγαλύτερο μερίδιο από ό,τι στον εαυτό του και αυτό το κάνει εν γνώσει του και με τη θέλησή του, αυτός αδικεί ο ίδιος τον εαυτό του, και αυτό το κάνουν, ως γνωστόν, οι μετρημένοι άνθρωποι· γιατί ο καλός και σωστός άνθρωπος έχει την τάση να κρατάει για τον εαυτό του τα λιγότερα» (1136b 9, 23-26).

Τελικά, όμως, γι’ αυτό δε φαίνεται απόλυτα σίγουρος: «Ή μήπως δεν είναι ούτε αυτό απόλυτα αληθινό;» (1136b 9, 26). Για να συμπληρώσει αμέσως: «Γιατί μπορεί, αν το φέρει η περίσταση, να κρατήσει για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μερίδιο από κάποιο άλλο αγαθό, από τη δόξα π.χ. ή από το γενικά ωραίο και καλό» (1136b 9, 26-28).

Τελικά, η γνώση της δικαιοσύνης και της αδικίας δεν είναι και τόσο εύκολο πράγμα, αφού δεν έχει να κάνει μόνο με τον καθορισμό της δίκαιης ή της άδικης πράξης, αλλά με την επίγνωση όλου του πλαισίου σε μια κατάσταση, που θα το καθορίσει. Ο Αριστοτέλης δε συμμερίζεται την άποψη των περισσότερων: «Οι άνθρωποι, τώρα, πιστεύουν ότι το να αδικούν είναι κάτι που εξαρτάται από τους ίδιους, και ότι, γι’ αυτό, το να είναι δίκαιοι είναι εύκολο πράγμα» (1137a 9, 6-7).

Κι αυτό συμβαίνει επειδή η δικαιοσύνη δεν έχει να κάνει μόνο με συγκεκριμένες πράξεις που όλοι γνωρίζουν ότι πρέπει να αποφεύγουν, αλλά με τη συνολική διαμόρφωση της προσωπικότητας: «Το πράγμα δεν είναι όμως έτσι· γιατί το να συνευρεθούν με τη γυναίκα του γείτονα είναι εύκολο πράγμα και, σίγουρα, κάτι που εξαρτάται από αυτούς, όπως και το να χτυπήσουν το διπλανό τους ή να βάλουν στο χέρι κάποιου χρήματα· το να κάνουν όμως τα πράγματα αυτά ως αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου χαρακτήρα, ούτε εύκολο πράγμα είναι ούτε και κάτι που εξαρτάται από αυτούς» (1137a 9, 7-11).

Θα έλεγε κανείς ότι, αν ήταν τόσο εύκολο να διευθετηθεί το ζήτημα της δίκαιης και άδικης συμπεριφοράς, δε θα υπήρχαν και τόσες πολλές διενέξεις μεταξύ των ανθρώπων ή, τουλάχιστον, θα ήταν όλες απολύτως ξεκάθαρες, όπως και ο καθορισμός της αδικίας. Στην πράξη όμως δε συμβαίνει αυτό. Ο Αριστοτέλης έχει καταδείξει ότι η άδικη πράξη δε συνεπάγεται άμεσα και αδικία, όπως στην περίπτωση του σφάλματος ή του ψυχικού βρασμού. Και το να αποφευχθούν τέτοιες περιπτώσεις δε φτάνει μόνο η γνώση της αδικίας, αλλά πρόκειται για κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό: την ολική διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου σύμφωνα με τις αξίες της αρετής, δηλαδή την απόκτηση της ηθικής αρετής.

Ο Αριστοτέλης, για να γίνει κατανοητός θα φέρει το παράδειγμα της ιατρικής: «και εκεί το να ξέρει κανείς για το μέλι, για το κρασί, για τον ελλέβορο, για τον καυτηριασμό ή για την τομή είναι εύκολο πράγμα, το να ξέρει όμως πώς πρέπει να χρησιμοποιούνται όλα αυτά, σε ποιον και πότε, για να είναι ωφέλιμα στη υγεία, αυτό είναι τόσο δύσκολο πράγμα όσο και το να είναι κανείς γιατρός» (1137a 9, 17-20).

Κι αυτός είναι ο τελικός ορισμός του δίκαιου ανθρώπου, ο οποίος δεν περιορίζεται απλά στο να αναγνωρίζει την άδικη πράξη, πράγμα εύκολο, αλλά «το πώς πρέπει να ενεργεί κανείς, το πώς πρέπει να κάνει τις διανομές για να ενεργεί δίκαια, αυτό είναι πιο δύσκολο» (1137a 9, 15-16). Εν τέλει, ο δίκαιος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη συνολική αντίληψη που έχει περί δικαίου, την οποία μπορεί να επικαλεστεί σε κάθε περίπτωση. Κι αυτό δεν είναι μια γνώση, αλλά τρόπος ζωής. Απαιτεί σύνεση, καθαρή σκέψη, λογική, εγκράτεια, με δυο λόγια όλες τις αξίες που διέπουν την ηθική αρετή.

Ο Αριστοτέλης προτίθεται να γίνει απολύτως ξεκάθαρος: «Μόνο που “είναι κανείς δειλός” ή “είναι κανείς άδικος” δε θα πει “κάνει αυτές τις πράξεις” (αυτές οι πράξεις γίνονται και κατά σύμπτωση), αλλά “κάνει αυτές τις πράξεις ως αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου χαρακτήρα” – ακριβώς όπως “ασκώ το ιατρικό επάγγελμα” ή “γιατρεύω” δε θα πει “κάνω ή δεν κάνω τομές”, “ορίζω ή δεν ορίζω φάρμακα”, αλλά “τα κάνω όλα αυτά με έναν ορισμένο τρόπο”» (1137a 9, 25-30)..

Αρχές δικαιοσύνης μπορεί να βρεθούν ακόμη και στον πιο άδικο άνθρωπο, ακόμη και σ’ αυτόν που κινείται στα μεγαλύτερα άκρα της υπερβολής και της έλλειψης, με τον ίδιο τρόπο που και ο πιο άσχετος μπορεί να έχει κάποιες γνώσεις ιατρικής. Όσο απέχει ο δεύτερος από το να είναι γιατρός, άλλο τόσο απέχει και ο πρώτος από το να είναι δίκαιος. Κι όπως ο απόλυτος ορισμός του γιατρού προϋποθέτει βαθιά γνώση των ιατρικών ζητημάτων, ώστε να παίρνει τις σωστές αποφάσεις σε όλες τις περιπτώσεις, έτσι κι ο ορισμός του δίκαιου έχει να κάνει με την εκπλήρωση της ηθικής αρετής σε καθημερινή βάση. Κι αυτό είναι θέμα παιδείας.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 2.3.35–2.3.49

(ΞΕΝ Ελλ 2.3.35–2.3.56: Η παρωδία δίκης του Θηραμένη) Η απολογία του Θηραμένη

Οι αυθαιρεσίες των Τριάκοντα (βλ. και ΞΕΝ Ελλ 2.3.6–2.3.16) πολλαπλασιάστηκαν, ειδικά μετά την επιλογή των "Τρισχιλίων", των Αθηναίων δηλαδή που θεωρήθηκαν έμπιστοι και κλήθηκαν να μετάσχουν στην άσκηση της εξουσίας. Επειδή ο Θηραμένης αντιδρούσε στα σχέδιά τους, τον συκοφάντησαν και τον προσήγαγαν σε δίκη. Στην αγόρευσή του ο Κριτίας τον κατηγόρησε για αμοραλισμό, καιροσκοπισμό και αναξιοπιστία και πρότεινε την εκτέλεσή του.


[2.3.35] Ὁ μὲν ταῦτ’ εἰπὼν ἐκαθέζετο· Θηραμένης δὲ ἀναστὰς
ἔλεξεν· Ἀλλὰ πρῶτον μὲν μνησθήσομαι, ὦ ἄνδρες, ὃ
τελευταῖον κατ’ ἐμοῦ εἶπε. φησὶ γάρ με τοὺς στρατηγοὺς
ἀποκτεῖναι κατηγοροῦντα. ἐγὼ δὲ οὐκ ἦρχον δήπου τοῦ κατ’
ἐκείνων λόγου, ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἔφασαν προσταχθέν μοι ὑφ’
ἑαυτῶν οὐκ ἀνελέσθαι τοὺς δυστυχοῦντας ἐν τῇ περὶ Λέσβον
ναυμαχίᾳ. ἐγὼ δὲ ἀπολογούμενος ὡς διὰ τὸν χειμῶνα οὐδὲ
πλεῖν, μὴ ὅτι ἀναιρεῖσθαι τοὺς ἄνδρας δυνατὸν ἦν, ἔδοξα τῇ
πόλει εἰκότα λέγειν, ἐκεῖνοι δ’ ἑαυτῶν κατηγορεῖν ἐφαίνοντο.
φάσκοντες γὰρ οἷόν τε εἶναι σῶσαι τοὺς ἄνδρας, προέμενοι
ἀπολέσθαι αὐτοὺς ἀποπλέοντες ᾤχοντο. [2.3.36] οὐ μέντοι θαυμάζω
γε τὸ Κριτίαν †παρανενομηκέναι†· ὅτε γὰρ ταῦτα ἦν, οὐ
παρὼν ἐτύγχανεν, ἀλλ’ ἐν Θετταλίᾳ μετὰ Προμηθέως
δημοκρατίαν κατεσκεύαζε καὶ τοὺς πενέστας ὥπλιζεν ἐπὶ
τοὺς δεσπότας. [2.3.37] ὧν μὲν οὖν οὗτος ἐκεῖ ἔπραττε μηδὲν ἐνθάδε
γένοιτο· τάδε γε μέντοι ὁμολογῶ ἐγὼ τούτῳ, εἴ τις ὑμᾶς
μὲν τῆς ἀρχῆς βούλεται παῦσαι, τοὺς δ’ ἐπιβουλεύοντας
ὑμῖν ἰσχυροὺς ποιεῖ, δίκαιον εἶναι τῆς μεγίστης αὐτὸν
τιμωρίας τυγχάνειν· ὅστις μέντοι ὁ ταῦτα πράττων ἐστὶν
οἶμαι ἂν ὑμᾶς κάλλιστα κρίνειν, τά τε πεπραγμένα καὶ ἃ νῦν
πράττει ἕκαστος ἡμῶν εἰ κατανοήσετε. [2.3.38] οὐκοῦν μέχρι μὲν τοῦ
ὑμᾶς τε καταστῆναι εἰς τὴν βουλείαν καὶ ἀρχὰς ἀποδειχθῆναι
καὶ τοὺς ὁμολογουμένως συκοφάντας ὑπάγεσθαι πάντες ταὐτὰ
ἐγιγνώσκομεν· ἐπεὶ δέ γε οὗτοι ἤρξαντο ἄνδρας καλούς τε
κἀγαθοὺς συλλαμβάνειν, ἐκ τούτου κἀγὼ ἠρξάμην τἀναντία
τούτοις γιγνώσκειν. [2.3.39] ᾔδειν γὰρ ὅτι ἀποθνῄσκοντος μὲν
Λέοντος τοῦ Σαλαμινίου, ἀνδρὸς καὶ ὄντος καὶ δοκοῦντος
ἱκανοῦ εἶναι, ἀδικοῦντος δ’ οὐδὲ ἕν, οἱ ὅμοιοι τούτῳ φοβή-
σοιντο, φοβούμενοι δὲ ἐναντίοι τῇδε τῇ πολιτείᾳ ἔσοιντο·
ἐγίγνωσκον δὲ ὅτι συλλαμβανομένου Νικηράτου τοῦ Νικίου,
καὶ πλουσίου καὶ οὐδὲν πώποτε δημοτικὸν οὔτε αὐτοῦ οὔτε
τοῦ πατρὸς πράξαντος, οἱ τούτῳ ὅμοιοι δυσμενεῖς ἡμῖν γενή-
σοιντο. [2.3.40] ἀλλὰ μὴν καὶ Ἀντιφῶντος ὑφ’ ἡμῶν ἀπολλυμένου,
ὃς ἐν τῷ πολέμῳ δύο τριήρεις εὖ πλεούσας παρείχετο,
ἠπιστάμην ὅτι καὶ οἱ πρόθυμοι τῇ πόλει γεγενημένοι πάντες
ὑπόπτως ἡμῖν ἕξοιεν. [2.3.41] ἀντεῖπον δὲ καὶ ὅτε τῶν μετοίκων
ἕνα ἕκαστον λαβεῖν ἔφασαν χρῆναι· εὔδηλον γὰρ ἦν ὅτι
τούτων ἀπολομένων καὶ οἱ μέτοικοι ἅπαντες πολέμιοι τῇ
πολιτείᾳ ἔσοιντο. ἀντεῖπον δὲ καὶ ὅτε τὰ ὅπλα τοῦ πλήθους
παρῃροῦντο, οὐ νομίζων χρῆναι ἀσθενῆ τὴν πόλιν ποιεῖν·
οὐδὲ γὰρ τοὺς Λακεδαιμονίους ἑώρων τούτου ἕνεκα βουλο-
μένους περισῶσαι ἡμᾶς, ὅπως ὀλίγοι γενόμενοι μηδὲν δυναί-
μεθ’ αὐτοὺς ὠφελεῖν· ἐξῆν γὰρ αὐτοῖς, εἰ τούτου γε δέοιντο,
καὶ μηδένα λιπεῖν ὀλίγον ἔτι χρόνον τῷ λιμῷ πιέσαντας.
[2.3.42] οὐδέ γε τὸ φρουροὺς μισθοῦσθαι συνήρεσκέ μοι, ἐξὸν αὐτῶν
τῶν πολιτῶν τοσούτους προσλαμβάνειν, ἕως ῥᾳδίως ἐμέλ-
λομεν οἱ ἄρχοντες τῶν ἀρχομένων κρατήσειν. ἐπεί γε μὴν
πολλοὺς ἑώρων ἐν τῇ πόλει τῇ ἀρχῇ τῇδε δυσμενεῖς, πολλοὺς
δὲ φυγάδας γιγνομένους, οὐκ αὖ ἐδόκει μοι οὔτε Θρασύβουλον
οὔτε Ἄνυτον οὔτε Ἀλκιβιάδην φυγαδεύειν· ᾔδειν γὰρ ὅτι
οὕτω γε τὸ ἀντίπαλον ἰσχυρὸν ἔσοιτο, εἰ τῷ μὲν πλήθει
ἡγεμόνες ἱκανοὶ προσγενήσοιντο, [2.3.43] τοῖς δ’ ἡγεῖσθαι βουλο-
μένοις σύμμαχοι πολλοὶ φανήσοιντο. ὁ ταῦτα οὖν νουθετῶν
ἐν τῷ φανερῷ πότερα εὐμενὴς ἂν δικαίως ἢ προδότης νομί-
ζοιτο; οὐχ οἱ ἐχθρούς, ὦ Κριτία, κωλύοντες πολλοὺς ποι-
εῖσθαι, οὐδ’ οἱ συμμάχους πλείστους διδάσκοντες κτᾶσθαι,
οὗτοι τοὺς πολεμίους ἰσχυροὺς ποιοῦσιν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον
οἱ ἀδίκως τε χρήματα ἀφαιρούμενοι καὶ τοὺς οὐδὲν ἀδικοῦντας
ἀποκτείνοντες, οὗτοί εἰσιν οἱ καὶ πολλοὺς τοὺς ἐναντίους
ποιοῦντες καὶ προδιδόντες οὐ μόνον τοὺς φίλους ἀλλὰ καὶ
ἑαυτοὺς δι’ αἰσχροκέρδειαν. [2.3.44] εἰ δὲ μὴ ἄλλως γνωστὸν ὅτι
ἀληθῆ λέγω, ὧδε ἐπισκέψασθε. πότερον οἴεσθε Θρασύ-
βουλον καὶ Ἄνυτον καὶ τοὺς ἄλλους φυγάδας ἃ ἐγὼ λέγω
μᾶλλον ἂν ἐνθάδε βούλεσθαι γίγνεσθαι ἢ ἃ οὗτοι πράτ-
τουσιν; ἐγὼ μὲν γὰρ οἶμαι νῦν μὲν αὐτοὺς νομίζειν συμμάχων
πάντα μεστὰ εἶναι· εἰ δὲ τὸ κράτιστον τῆς πόλεως προσφιλῶς
ἡμῖν εἶχε, χαλεπὸν ἂν ἡγεῖσθαι εἶναι καὶ τὸ ἐπιβαίνειν ποι
τῆς χώρας. [2.3.45] ἃ δ’ αὖ εἶπεν ὡς ἐγώ εἰμι οἷος ἀεί ποτε μετα-
βάλλεσθαι, κατανοήσατε καὶ ταῦτα. τὴν μὲν γὰρ ἐπὶ τῶν
τετρακοσίων πολιτείαν καὶ αὐτὸς δήπου ὁ δῆμος ἐψηφίσατο,
διδασκόμενος ὡς οἱ Λακεδαιμόνιοι πάσῃ πολιτείᾳ μᾶλλον ἂν
ἢ δημοκρατίᾳ πιστεύσειαν. [2.3.46] ἐπεὶ δέ γε ἐκεῖνοι μὲν οὐδὲν
ἀνίεσαν, οἱ δὲ ἀμφὶ Ἀριστοτέλην καὶ Μελάνθιον καὶ Ἀρί-
σταρχον στρατηγοῦντες φανεροὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῷ χώματι
ἔρυμα τειχίζοντες, εἰς ὃ ἐβούλοντο τοὺς πολεμίους δεξάμενοι
ὑφ’ αὑτοῖς καὶ τοῖς ἑταίροις τὴν πόλιν ποιήσασθαι, εἰ ταῦτ’
αἰσθόμενος ἐγὼ διεκώλυσα, τοῦτ’ ἐστὶ προδότην εἶναι τῶν
φίλων; [2.3.47] ἀποκαλεῖ δὲ κόθορνόν με, ὡς ἀμφοτέροις πειρώμενον
ἁρμόττειν. ὅστις δὲ μηδετέροις ἀρέσκει, τοῦτον ὢ πρὸς
τῶν θεῶν τί ποτε καὶ καλέσαι χρή; σὺ γὰρ δὴ ἐν μὲν τῇ
δημοκρατίᾳ πάντως μισοδημότατος ἐνομίζου, ἐν δὲ τῇ ἀριστο-
κρατίᾳ πάντων μισοχρηστότατος γεγένησαι. [2.3.48] ἐγὼ δ’, ὦ
Κριτία, ἐκείνοις μὲν ἀεί ποτε πολεμῶ τοῖς οὐ πρόσθεν
οἰομένοις καλὴν ἂν δημοκρατίαν εἶναι, πρὶν [ἂν] καὶ οἱ
δοῦλοι καὶ οἱ δι’ ἀπορίαν δραχμῆς ἂν ἀποδόμενοι τὴν πόλιν
†δραχμῆς† μετέχοιεν, καὶ τοῖσδέ γ’ αὖ ἀεὶ ἐναντίος εἰμὶ οἳ
οὐκ οἴονται καλὴν ἂν ἐγγενέσθαι ὀλιγαρχίαν, πρὶν [ἂν] εἰς
τὸ ὑπ’ ὀλίγων τυραννεῖσθαι τὴν πόλιν καταστήσειαν. τὸ
μέντοι σὺν τοῖς δυναμένοις καὶ μεθ’ ἵππων καὶ μετ’ ἀσπίδων
ὠφελεῖν διὰ τούτων τὴν πολιτείαν πρόσθεν ἄριστον ἡγούμην
εἶναι καὶ νῦν οὐ μεταβάλλομαι. [2.3.49] εἰ δ’ ἔχεις εἰπεῖν, ὦ
Κριτία, ὅπου ἐγὼ σὺν τοῖς δημοτικοῖς ἢ τυραννικοῖς τοὺς
καλούς τε κἀγαθοὺς ἀποστερεῖν πολιτείας ἐπεχείρησα, λέγε·
ἐὰν γὰρ ἐλεγχθῶ ἢ νῦν ταῦτα πράττων ἢ πρότερον πώποτε
πεποιηκώς, ὁμολογῶ τὰ πάντων ἔσχατα παθὼν ἂν δικαίως
ἀποθνῄσκειν.

***
Άμα τέλειωσε και κάθισε, σηκώθηκε και μίλησε ο Θηραμένης:

«Πρώτ' απ' όλα, άνδρες, θ' αναφερθώ στην τελευταία του κατηγορία ― ότι τάχα εγώ, με την καταγγελία μου, οδήγησα τους στρατηγούς στον θάνατο. Όμως είναι γνωστό ότι δεν τους κατηγόρησα πρώτος εγώ· εκείνοι ισχυρίστηκαν πως ενώ με πρόσταξαν δεν περιμάζεψα τ' άμοιρα θύματα της ναυμαχίας της Λέσβου. Εγώ απολογήθηκα ότι με την τρικυμία δεν μπορούσε ούτε να βγει καράβι στη θάλασσα ―άσε πια να σώσει τους ναυαγούς― κι η πόλη με πίστεψε. Εκείνοι, αντίθετα, κατηγόρησαν ουσιαστικά τους ίδιους τους εαυτούς τους, γιατί ενώ, καθώς έλεγαν, μπορούσαν να σωθούν οι άνθρωποι, εκείνοι σηκώθηκαν κι έφυγαν αφήνοντάς τους να πεθάνουν. Ωστόσο δεν απορώ με το λάθος του Κριτία: όταν έγιναν αυτά συνέβαινε να μη βρίσκεται εδώ, αλλά στη Θεσσαλία, όπου μαζί με τον Προμηθέα οργάνωνε δημοκρατία, οπλίζοντας τους κολίγους εναντίον των αφεντάδων. Ας ευχόμαστε να μη γίνει εδώ τίποτα απ' όσα έκανε αυτός εκεί!

»Σ' ένα πράγμα πάντως συμφωνώ μαζί του: όποιος τυχόν θέλει να σας αφαιρέσει την εξουσία και δυναμώνει όσους συνωμοτούν εναντίον σας, πρέπει να τιμωρηθεί με τον πιο αυστηρό τρόπο· το ποιος είναι όμως που τα κάνει αυτά θα το κρίνετε καλύτερα, νομίζω, αν εξετάσετε την περασμένη και την τωρινή πολιτική του καθενός από μας. Λοιπόν, όταν επρόκειτο να γίνετε εσείς βουλευτές, να συγκροτηθούν αρχές και να δικαστούν οι γνωστοί καταδότες, βρεθήκαμε όλοι σύμφωνοι. Καθώς όμως τούτοι άρχισαν να συλλαμβάνουν έντιμους πολίτες, τότε άρχισα κι εγώ να διαφωνώ. Ήξερα ότι αν θανατωνόταν ο Λέων ο Σαλαμίνιος, άνθρωπος με αξία και καλή φήμη, που δεν είχε κάνει καμιά παρανομία, οι όμοιοί του θα τρόμαζαν ― κι ο τρόμος θα τους έκανε αντίπαλους αυτού του καθεστώτος. Το 'βλεπα ότι αν συλλαμβανόταν ο Νικήρατος του Νικία, πλούσιος άνθρωπος που ούτε ο ίδιος ούτε ο πατέρας του είχαν ποτέ υποστηρίξει τους δημοκρατικούς, οι όμοιοί του θα 'χαν κακές διαθέσεις εναντίον μας. Αλλά κι όταν εκτελέσαμε τον Αντιφώντα, που τον καιρό του πολέμου είχε αρματώσει μ' έξοδά του δυο γοργοτάξιδα πολεμικά, καταλάβαινα ότι θα γεννούσαμε καχυποψία σ' όλους όσοι είχαν δείξει πατριωτικά αισθήματα. Αντιμίλησα κι όταν είπαν ότι έπρεπε να συλλάβουμε ο καθένας από έναν μέτοικο, γιατί ήταν ολοφάνερο ότι η εκτέλεσή τους θα 'κανε όλους τους μετοίκους εχθρούς του πολιτεύματος. Αντιμίλησα και τότε που αφόπλισαν τον λαό, επειδή πίστευα ότι δεν έπρεπε να εξασθενήσουμε την πόλη: ακόμα κι οι Λακεδαιμόνιοι, όταν μας έσωσαν, δεν φαντάζομαι να το 'καναν με σκοπό να μείνουμε τόσο λίγοι που να τους είμαστε ολότελα άχρηστοι· αν αυτό αποζητούσαν, στο χέρι τους ήταν κανέναν να μην αφήσουν ζωντανό ― δεν είχαν παρά να μας σφίξουν λίγο καιρό ακόμα με την πείνα.

»Δεν συμφώνησα ούτε με την πρόσληψη μισθοφόρων, τη στιγμή που μπορούσαμε να στρατολογήσουμε από τους ίδιους τους πολίτες όσους είχαμε ανάγκη για να επιβληθούμε άνετα, εμείς οι εξουσιαστές, στους υπηκόους μας. Επειδή πάλι έβλεπα να πληθαίνουν μέσα στην πόλη οι αντίπαλοι αυτής της εξουσίας, και να πληθαίνουν κι οι εξόριστοι, δεν το 'βρισκα σωστό να εξορίζονται ούτε ο Θρασύβουλος, ούτε ο Άνυτος, ούτε ο Αλκιβιάδης, γιατί ήξερα ότι μ' αυτόν τον τρόπο θα δυνάμωνε η εχθρική παράταξη, αφού η μάζα θ' αποκτούσε ικανούς ηγέτες κι οι επίδοξοι ηγέτες θα 'βρισκαν πολλούς οπαδούς.

»Αυτός που δίνει στα φανερά τέτοιες συμβουλές, λοιπόν, τι είναι δίκαιο να θεωρηθεί ― φίλος ή προδότης; Τον αντίπαλο, Κριτία, δεν τον δυναμώνουν όσοι φροντίζουν να μην πληθαίνουν οι εχθροί, ούτε όσοι δείχνουν πώς αποκτά κάποιος περισσότερους συμμάχους ― αλλά όσοι αποσπούν χρήματα με παράνομο τρόπο και σκοτώνουν αθώους: αυτοί είναι, πιο πολύ από κάθε άλλον, που πολλαπλασιάζουν τους αντιπάλους και προδίδουν, όχι μονάχα τους φίλους τους, αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους, από ταπεινή φιλοχρηματία.

»Κι αν από αλλού δεν φαίνεται πως λέω την αλήθεια, σκεφτείτε και τούτο: τι φαντάζεστε ότι προτιμούν ο Θρασύβουλος κι ο Άνυτος κι οι άλλοι εξόριστοι ― ν' ακολουθούμε την πολιτική που συμβουλεύω εγώ ή εκείνη που εφαρμόζουν τούτοι;

»Κατά τη δική μου γνώμη, οι εξόριστοι πιστεύουν τώρα ότι έχουν παντού συμμάχους· θα το θεωρούσαν ωστόσο δύσκολο ακόμη και να πατήσουν το πόδι τους στον τόπο, αν ήταν με το μέρος μας τα καλύτερα στοιχεία της πόλης.

»Όσο για τ' άλλο που είπε, ότι τάχα στάθηκα πάντα καιροσκόπος, προσέξτε και τούτο: το πολίτευμα των Τετρακοσίων το ψήφισαν, καθώς ξέρετε, κι οι ίδιοι οι δημοκρατικοί, γιατί τους είχαν εξηγήσει ότι οι Λακεδαιμόνιοι καθόλου δεν μαλάκωσαν, ενώ από την άλλη πλευρά έγινε φανερό ότι οι στρατηγοί που ήταν με τον Αριστοτέλη, τον Μελάνθιο και τον Αρίσταρχο έχτιζαν πάνω στον μόλο ένα οχυρό όπου είχαν σκοπό να φέρουν τους εχθρούς, για να γίνουν οι ίδιοι κι οι φίλοι τους κύριοι της πόλης. Όταν κατάλαβα το σχέδιο, τους εμπόδισα ― αυτό μήπως λέγεται προδοσία προς τους φίλους;

»Με ονομάζει κόθορνο επειδή τάχα προσπαθώ να ταιριάσω και με τις δυο πλευρές. Αλλά πώς, μα τους θεούς, πρέπει να ονομάζεται αυτός που δεν ταιριάζει ούτε στη μια ούτε στην άλλη; Γιατί εσένα τον καιρό της δημοκρατίας σε θεωρούσαν τον χειρότερο εχθρό του λαού, και τώρα με το αριστοκρατικό πολίτευμα έχεις γίνει ο χειρότερος εχθρός των τιμίων ανθρώπων. Εγώ, Κριτία, πάντα πολέμησα εκείνους που δεν έβρισκαν τη δημοκρατία αρκετά τέλεια όσο δεν μετείχαν στην εξουσία ακόμα κι οι δούλοι, ακόμα κι όσοι από φτώχεια θα πουλούσαν την πόλη για μια δραχμή· στάθηκα όμως πάντα αντίθετος και μ' εκείνους που δεν βρίσκουν τέλεια οργανωμένη την ολιγαρχία όσο δεν έχουν επιβάλει στην πόλη την τυραννία λίγων ανθρώπων. Το να μετέχουν όμως στην κυβέρνηση κι όσοι μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες με τ' άλογα και τις ασπίδες τους, πάντα το θεωρούσα ιδεώδη λύση ― κι ούτε και τώρα αλλάζω γνώμη. Κι αν ξέρεις, Κριτία, κάποια περίπτωση όπου να συνεργάστηκα με δημοκρατική ή με τυραννική παράταξη για να στερήσω τους ευυπόληπτους πολίτες από τα πολιτικά τους δικαιώματα, πες την! Γιατί αν βρεθεί ότι κάνω ή ότι έκανα ποτέ κάτι τέτοιο, παραδέχομαι ότι αξίζει να πάθω τα χειρότερα κακά και να πεθάνω».