Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 3. ΤΟ ΡΗΜΑ

(i) Μονόπτωτα ρήματα


Ι. Με γενική

§3.25. Με γενική συντάσσονται οι ακόλουθες κατηγορίες ρημάτων, οι οποίες σε σημαντικό βαθμό αντιστοιχούν ως προς τη σημασία τους με τα ουσιαστικά και επίθετα που συντάσσονται με γενική αντικειμενική. Ειδικότερα, με γενική συντάσσονται ρήματα που δηλώνουν:

§3.26. Μνήμη και λήθη: μέμνημαι, ἐπιλανθάνομαι, ἀμνημονῶ κ.ά.

ΛΥΣ 18.18 ἔτι γὰρ ἐμέμνησθε τῶν γεγενημένων συμφορῶν || γιατί ακόμα διατηρούσατε στη μνήμη σας τις συμφορές που είχαν συμβεί.

ΞΕΝ Ελλ 4.2.3 εὖ ἐπίστασθε […] ὅτι οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι ὑμῶν || να ξέρετε καλά […] ότι σίγουρα δεν θα σας ξεχάσω.

ΞΕΝ Αγ 2.13 ὅμως οὐκ ἐπελάθετο τοῦ θείου || ωστόσο δεν ξέχασε το θεό.

ΙΣΟΚΡ 4.75 οὐ μὴν οὐδὲ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου τούτου γενομένων καὶ δυναστευσάντων ἐν ἑκατέρᾳ τοῖν πολέοιν δίκαιον ἀμνημονεῖν || δεν είναι όμως σωστό να ξεχνούμε κι αυτούς που έζησαν πριν από αυτόν τον πόλεμο και κατείχαν την εξουσία στην καθεμιά από αυτές τις δύο πόλεις.

§3.27. Φροντίδα, επιμέλεια, φειδώ και τα αντίθετα: φροντίζω, ἐπιμελοῦμαι, κήδομαι, προνοῶ, ἀμελῶ, φείδομαι, ἀφειδῶ, ὀλιγωρῶ, μέλει τινί κ.ά.

ΙΣΟΚΡ 8.93 πλὴν εἴ τις […] μήθ’ ἱερῶν μήτε γονέων μήτε παίδων μήτ’ ἄλλου μηδενὸς φροντίζει πλὴν τοῦ χρόνου μόνον τοῦ καθ’ ἑαυτόν || εκτός αν κάποιος […] δεν ενδιαφέρεται ούτε για θρησκεία ούτε για γονείς ούτε για παιδιά ούτε για τίποτε άλλο, παρά μόνο για το άτομό του.

ΛΥΣ 25.1 ἀμελοῦντες τῶν οἰκείων τῶν ἀλλοτρίων ἐπιμέλονται || παραμελούν τα προσωπικά τους ζητήματα και φροντίζουν για τις υποθέσεις των άλλων.

ΙΣΟΚΡ 2.21 κήδου τῶν οἴκων τῶν πολιτικῶν || να φροντίζεις για τις ιδιωτικές υποθέσεις των υπηκόων σου.

ΔΗΜ πρ 43.2 εἰ μὴ προνοήσεσθε τῶν πραγμάτων || αν δεν νοιαστείτε εκ των προτέρων τις υποθέσεις σας.

ΠΛ Συμπ 216a ἐμαυτοῦ μὲν ἀμελῶ || δεν φροντίζω για τον εαυτό μου.

ΞΕΝ Αγ 7.1 οὐ χρημάτων ἐφείδετο || δεν λογάριαζε τα χρήματα.

ΙΣΟΚΡ 4.76 οὐ γὰρ ὠλιγώρουν τῶν κοινῶν || δεν έδειχναν αδιαφορία για τα δημόσια πράγματα.

ΙΣΟΚΡ 10.6 οὐδενὸς αὐτοῖς ἄλλου μέλει πλὴν τοῦ χρηματίζεσθαι || αυτούς τίποτ' άλλο δεν τους νοιάζει εκτός από το να κερδίζουν χρήματα.

§3.28. Επιτυχία, αποτυχία, απόπειρα, δοκιμή, απόκτηση: τυγχάνω, ἐπιτυγχάνω, στοχάζομαι, ἐξικνοῦμαι, πειρῶ, πειρῶμαι, ἀποτυγχάνω, ψεύδομαι, σφάλλω, ἁμαρτάνω, ἐπιλαμβάνομαι κ.ά.

ΞΕΝ Αγ 1.6 Ἀγησίλαος τοίνυν ἔτι μὲν νέος ὢν ἔτυχε τῆς βασιλείας || ο Αγησίλαος όντας ακόμη νέος ανέλαβε τη βασιλεία.

ΞΕΝ Ελλ 4.5.6 ἐρησόμενοι τί ἂν ποιοῦντες εἰρήνης τύχοιεν || για να ρωτήσουν τι θα έπρεπε να κάνουν για να πετύχουν ειρήνη.

ΔΗΜ 48.3 ἐὰν δ’ ἄρα μὴ ἐπιτυγχάνητε τούτου || αν όμως δεν μπορέσετε να το πετύχετε αυτό.

ΑΡΙΣΤ Πολ 1252a4 πᾶσαι μὲν ἀγαθοῦ τινος στοχάζονται || όλες (οι κοινωνίες) έχουν για στόχο τους κάποιο αγαθό.

ΙΣΟΚΡ 1.24 μήτε μετὰ βλάβης πειρῶ τῶν φίλων || ούτε να δοκιμάζεις τους φίλους, με κίνδυνο από τη δοκιμή αυτή να προκύψει βλάβη.

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1106b32 ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν || είναι εύκολο να αποτύχει κανείς στον στόχο του, ενώ είναι δύσκολο να τον πετύχει.

ΞΕΝ Ελλ 7.5.24 οὐκ ἐψεύσθη τῆς ἐλπίδος || οι ελπίδες του δεν διαψεύστηκαν.

ΘΟΥΚ 1.33.3 γνώμης ἁμαρτάνει σφάλλει στην κρίση του.

ΛΥΣ 12.98 εἰ δὲ ἐδυστυχήσατε καὶ τούτων ἡμάρτετε || αν όμως αποτυχαίνατε και αστοχούσατε στις προσπάθειές σας αυτές.

ΠΛ Θεαιτ 184c ἀνάγκη ἐπιλαβέσθαι τῆς ἀποκρίσεως ἣν ἀποκρίνῃ || είναι αναγκαίο να εξετάσουμε την απάντηση που έδωσες.

§3.29. Εξουσία: ἄρχω, κρατῶ, ἡγοῦμαι, ναυαρχῶ, δεσπόζω, τυραννῶ, βασιλεύω, ἡγεμονεύω, προΐσταμαι, στρατηγῶ κ.ά.

ΔΗΜ 9.47 θαλάττης μὲν ἦρχον καὶ γῆς ἁπάσης || κυριαρχούσαν σε όλη τη θάλασσα και την ξηρά.

ΞΕΝ Ιερ 2.17 ἐπίσταταί τε ὅτι μειόνων ἄρξει || γνωρίζει επίσης ότι θα εξουσιάζει λιγότερους.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.5.44 ὅπῃ γὰρ ἂν πορευώμεθα, κρατοῦμεν τῆς χώρας || γιατί όπου πηγαίνουμε, γινόμαστε κύριοι της χώρας.

ΑΡΙΣΤ ΑθΠολ 13.4 ἡγεῖτο δ’ αὐτῶν Λυκοῦργος || αρχηγός τους ήταν ο Λυκούργος.

ΘΟΥΚ 1.126.3 ὃς (= Θεαγένης) κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἐτυράννει Μεγάρων || ο οποίος (Θεαγένης) εκείνον τον καιρό ήταν τύραννος των Μεγάρων.

ΙΣΟΚΡ 5.154 φημὶ γὰρ χρῆναί σε τοὺς μὲν Ἕλληνας εὐεργετεῖν, Μακεδόνων δὲ βασιλεύειν, τῶν δὲ βαρβάρων ὡς πλείστων ἄρχειν || λέω, λοιπόν, ότι έχεις υποχρέωση να ευεργετείς τους Έλληνες, να είσαι βασιλιάς των Μακεδόνων και να υποτάξεις στην εξουσία σου όσο το δυνατόν περισσοτέρους βαρβάρους.

ΘΟΥΚ 1.45.2 ἐστρατήγει δὲ αὐτῶν Λακεδαιμόνιός τε ὁ Κίμωνος || στρατηγός τους ήταν ο Λακεδαιμόνιος ο γιος του Κίμωνα.

§3.30. Σύγκριση, διαφορά, υπεροχή: πλεονεκτῶ, μειονεκτῶ, ὑπερτερῶ, ὑστερῶ, ὑπερέχω, προέχω, ὑστερίζω, ἡττῶμαι, ὑπολείπομαι, περιγίγνομαι, περίειμι, διαφέρω, προτιμῶ κ.ά.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.8.13 αὐτοὶ δὲ λιπόντες τὰς τάξεις προθέοντες ἁρπάζειν ἤθελον καὶ ὑμῶν πλεονεκτεῖν || ενώ οι ίδιοι εγκαταλείποντας την θέση τους και τρέχοντας μπροστά, ήθελαν να αρπάζουν και να έχουν περισσότερα λάφυρα από σας.

ΞΕΝ Ιερ 3.6 μειονεκτοῦσιν οἱ τύραννοι πάντων μάλιστα || οι τύραννοι βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σε σχέση με όλους.

ΞΕΝ Ελλ 7.1.4 καὶ μὴν ἐμπειρίᾳ γε πολὺ προέχετε τῶν ἄλλων περὶ τὰ ναυτικά || πράγματι ως προς την εμπειρία στα θέματα του ναυτικού υπερτερείτε πολύ απέναντι σε όλους τους άλλους.

ΔΗΜ 25.24 μετὰ γὰρ τούτων (= τῶν νόμων) οἱ χρηστοὶ τῶν πονηρῶν περίεισιν || γιατί χάρη σε αυτούς (δηλ. τους νόμους) οι ενάρετοι υπερισχύουν των φαύλων.

ΙΣΟΚΡ 15.293 καὶ γὰρ αὐτοὶ προέχετε καὶ διαφέρετε τῶν ἄλλων […] τῷ καὶ πρὸς τὴν φρόνησιν καὶ πρὸς τοὺς λόγους ἄμεινον πεπαιδεῦσθαι τῶν ἄλλων || διότι εσείς υπερέχετε και διαφέρετε από τους άλλους […] κατά το ότι έχετε μορφωθεί στη φρόνηση και τους λόγους καλύτερα από τους άλλους.

ΑΡΙΣΤ Πολ 1281b20 τί διαφέρουσιν ἔνιοι τῶν θηρίων; || σε τι διαφέρουν κάποιοι από τα ζώα;

§3.31. Απόλαυση, αφθονία, έλλειψη, απαλλαγή, χωρισμό ή απομάκρυνση: ἀπολαύω, γέμω, εὐπορῶ, δέω, δέομαι, ἀπαλλάττομαι, χωρίζομαι, ἀπορῶ, ἀπέχω, ἀπέχομαι, διέχω κ.ά.

ΙΣΟΚΡ 5.34 τῶν ὑπαρχόντων ἀγαθῶν ἀπολαύουσι || απολαμβάνουν τα αγαθά που κατέχουν.

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1166b25 μεταμελείας γὰρ οἱ φαῦλοι γέμουσιν || γιατί οι πονηροί είναι πλημμυρισμένοι από μετάνοια.

ΙΣΟΚΡ 7.51 οὐ δικῶν οὐδ’ ἐγκλημάτων οὐδ’ εἰσφορῶν οὐδὲ πενίας οὐδὲ πολέμων ἡ πόλις ἔγεμεν || η πόλη δεν κατακλυζόταν ούτε από δίκες ούτε από κατηγορίες ούτε από φόρους ούτε από φτώχεια ούτε από πολέμους.

ΛΥΣ 19.25 πολλῶν γὰρ ἀγαθῶν καὶ ἄλλων χρημάτων εὐπορήσειν || θα εξοικονομήσει πολλά αγαθά και χρήματα.

ΛΥΣ 24.1 oὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ || δεν απέχω πολύ, κύριοι βουλευτές, από το να χρωστώ ευγνωμοσύνη στον κατήγορό μου.

ΞΕΝ Απομν 2.6.1 εἰ δεοίμεθα φίλου ἀγαθοῦ || αν είχαμε ανάγκη ενός καλού φίλου.

ΞΕΝ Απομν 2.9.6 πάντ’ ἐποίει ὥστε ἀπαλλαγῆναι τοῦ Ἀρχεδήμου || έκανε τα πάντα για να απαλλαγεί από τον Αρχέδημο.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.2.32 σάφ᾽ ἴσθι, ἔφη, ὅτι τοῦ μὲν φόβου ἀπαλλάξονται ὃς αὐτοῖς ἐνεγένετο || να ξέρει καλά, είπε, ότι θα απαλλαγούν από τον φόβο που τους έχει κυριεύσει.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.4.19 σὺν γὰρ θεοῖς οὐδενὸς ἀπορήσομεν || γιατί, με τη βοήθεια των θεών, δε θα μας λείψει τίποτε.

ΘΟΥΚ 4.104.4 ἔστι δὲ ἡ νῆσος (=ἡ Θάσος) Παρίων ἀποικία, ἀπέχουσα τῆς Ἀμφιπόλεως ἡμίσεος ἡμέρας μάλιστα πλοῦν || το νησί αυτό (η Θάσος) είναι αποικία της Πάρου κι απέχει από την Αμφίπολη το πολύ μισής μέρας ταξίδι με το πλοίο.

§3.32. Επαφή: ἅπτομαι, λαμβάνομαι, ἔχομαι, ψαύω, θιγγάνω, συλλαμβάνομαι, ἀντιλαμβάνομαι κ.ά.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.25 εὖ γὰρ ἴσθι ὅτι […] οἱ αὐτοὶ πόνοι οὐχ ὁμοίως ἅπτονται ἄρχοντός τε ἀνδρὸς καὶ ἰδιώτου || γιατί να είσαι βέβαιος πως οι ίδιοι κόποι δε βαρύνουν εξίσου τον άρχοντα και τον υπήκοο.

ΠΛ Πρωτ 324d τοὺς αὑτῶν ὑεῖς διδάσκουσιν ἃ διδασκάλων ἔχεται || μορφώνουν τα παιδιά τους σε όσα εξαρτώνται από δασκάλους.

ΣΟΦ Φιλ 1255 χεῖρα δεξιὰν ὁρᾷς κώπης ἐπιψαύουσαν; || το χέρι μου το βλέπεις πού 'χει αρπάξει τη λαβή του ξίφους;

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.4.9 Ἀβραδάτας […] θιγὼν αὐτῆς τῆς κεφαλῆς || ο Αβραδάτας […] αφού άγγιξε το κεφάλι της.

ΘΟΥΚ 2.61.4 χρεὼν […] τοῦ κοινοῦ τῆς σωτηρίας ἀντιλαμβάνεσθαι || έχετε χρέος να καταπιαστείτε με τη σωτηρία της πόλης.

§3.33. Συμμετοχής, μετάδοσης, κοινωνίας, διεκδίκησης, σφετερισμού: μετέχω, μεταλαγχάνω, μεταλαμβάνω, κοινωνῶ, συμμετέχω, μέτεστί τινι κ.ά.

ΞΕΝ Απομν 4.3.14 (ἡ ψυχὴ) τοῦ θείου μετέχει || (η ψυχή) έχει μερίδιο στη θεϊκή φύση.

ΑΡΙΣΤ Πολ 1280a5 τῆς δὲ ἐλευθερίας μετέχουσι πάντες || όλοι όμως έχουν τα δικαιώματα του ελεύθερου πολίτη.

ΞΕΝ Ελλ 3.5.2 Ἀθηναῖοι δὲ καὶ οὐ μεταλαβόντες τούτου τοῦ χρυσίου ὅμως πρόθυμοι ἦσαν εἰς τὸν πόλεμον || οι Αθηναίοι, αν και δεν πήραν μερίδιο από αυτά τα (περσικά) χρήματα, ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν (ενάντια στους Σπαρτιάτες).

ΙΣΟΚΡ 4.167 ἵν’ οἱ τῶν συμφορῶν κοινωνήσαντες οὗτοι καὶ τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσωσιν || για να απολαύσουν και τα αγαθά αυτοί που συμμετείχαν στις συμφορές.

ΙΣΟΚΡ 5.131 τῶν μὲν γὰρ εἰρημένων οὐδεὶς κεκοινώνηκε τῶν δ᾽ ὠφελειῶν τῶν κατεργασθησομένων οὐκ ἔστιν ὅστις οὐκ οἰήσεται μεθέξειν || γιατί αυτά που έχω πει κανένας δεν τα συμμερίστηκε ως τώρα τις ωφέλειες όμως που θα προκύψουν από αυτά, όλοι υπολογίζουν πως θα τις καρπωθούν.

ΔΗΜ 20.141 καὶ οὐχ, ὅτι τῇ φύσει τούτων ὀλίγοις μέτεστιν, ἐφθονήσατε τοῖς ἔχουσιν || και δεν φανήκατε φθονεροί απέναντι σε αυτούς που έχουν (τις μέγιστες τιμές από τους γυμνικούς αγώνες), επειδή εκ φύσεως λίγοι έχουν μερίδιο σε αυτές.

§3.34. Αίσθηση ή αντίληψη: ἀκούω, ἀκροῶμαι, αἰσθάνομαι, πυνθάνομαι, ὀσφραίνομαι, ὄζω, συνίημι, ἀποδέχομαι κ.ά.

ΛΥΣ 19.24 τῶν μὲν μαρτύρων ἀκούετε || ακούτε τους μάρτυρες.

ΠΛ Ευθυδ 304d ὦ Κρίτων, ἔφη, οὐδὲν ἀκροᾷ τῶνδε τῶν σοφῶν; || Κρίτωνα, είπε, δεν ακούς καθόλου αυτούς τους σοφούς;

ΞΕΝ Απομν 4.4.13 οὐ γὰρ αἰσθάνομαί σου || δεν σε καταλαβαίνω.

ΔΗΜ 21.85 ὡς ἐγὼ τῶν παραγενομένων τινὸς ἐπυνθανόμην || όπως εγώ πληροφορήθηκα από κάποιον από τους παρευρισκομένους.

ΞΕΝ Απομν 2.1.24 σκοπούμενος […] τί ἂν ἰδὼν ἢ ἀκούσας τερφθείης ἢ τίνων ὀσφραινόμενος ἢ ἁπτόμενος || εξετάζοντας […] ποιο θέαμα ή ακρόαμα ή ποιών πραγμάτων η όσφρηση ή αφή θα σου προκαλούσε να σου προκαλέσει ευχαρίστηση.

ΠΛ Πολ 358e ἐπειδὰν ἀλλήλους ἀδικῶσί τε καὶ ἀδικῶνται καὶ ἀμφοτέρων γεύωνται || όταν οι άνθρωποι αδικούν ο ένας τον άλλον και αδικούνται και δοκιμάζουν και τις δύο αυτές καταστάσεις.

§3.35. Εφετικά: ἐφίεμαι, ἐπιθυμῶ, ὀρέγομαι, διψῶ, πεινῶ, ἐρῶ κ.ά.

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1155a25 ταύτης (= τῆς ὁμονοίας) δὲ μάλιστ’ ἐφίενται || κι αυτήν (την ομόνοια) αποζητούν όσο μπορούν περισσότερο.

ΞΕΝ Απομν 2.6.3 πολλῶν δὲ χρημάτων ἐπιθυμεῖ || επιθυμεί πολλά χρήματα.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1389a12 ὑπεροχῆς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἡ νεότης || γιατί τα νιάτα επιθυμούν την υπεροχή.

ΞΕΝ Οικ 13.9 πεινῶσι γὰρ τοῦ ἐπαίνου || γιατί επιζητούν τον έπαινο.

§3.36. Έναρξη ή λήξη: ἄρχω, ἄρχομαι, λήγω, παύομαι, ἐπέχω κ.ά.

ΘΟΥΚ 2.12.3 ἥδε ἡ ἡμέρα τοῖς Ἕλλησι μεγάλων κακῶν ἄρξει || η μέρα τούτη θα γίνει αρχή μεγάλων συμφορών για τους Έλληνες.

ΘΟΥΚ 1.53.4 οὔτε ἄρχομεν πολέμου, ὦ ἄνδρες Πελοποννήσιοι, οὔτε τὰς σπονδὰς λύομεν || ούτε πόλεμο αρχίζουμε, Πελοποννήσιοι, ούτε τη συνθήκη παραβιάζουμε.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.2.8 τοῦ λόγου δὲ ἤρχετο ὧδε || κι άρχισε τον λόγο του ως εξής.

ΛΥΣ 2.74 πῶς δ’ αὐτοὺς χρὴ λῆξαι τῆς λύπης; || με ποιο τρόπο άραγε πρέπει αυτοί (= οι γονείς των νεκρών) να καταπαύσουν το πένθος τους;

ΞΕΝ Αγ 1.37 ἐπεὶ Ἀθηναῖοι τῆς ἀρχῆς ἔληξαν || όταν οι Αθηναίοι έχασαν την ηγεμονία.

ΘΟΥΚ 3.74.3 παυσάμενοι τῆς μάχης || αφού σταμάτησαν τη μάχη.

§3.37. Σύνθετα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, κατά, πρό, ὑπέρ.

ΛΥΣ 13.96 Ἀγοράτου δὲ ἀπεψηφίσαντο || τον Αγόρατο όμως τον αθώωσαν.

ΙΣΟΚΡ 1.27 καταφρόνει τῶν περὶ τὸν πλοῦτον σπουδαζόντων || να καταφρονείς εκείνους, οι οποίοι με ζήλο επιδιώκουν να αποκτήσουν πλούτη.

ΞΕΝ Απομν 3.5.15 οὐ μόνον αὐτοὶ εὐεξίας ἀμελοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιμελομένων καταγελῶσι || όχι μόνο οι ίδιοι παραμελούν την καλή σωματική κτάσταση, αλλά και περιγελούν εκείνους που νοιάζονται γι’ αυτήν.

ΞΕΝ Ελλ 2.3.12 καὶ ἥ τε βουλὴ ἡδέως αὐτῶν κατεψηφίζετο || και η Βουλή ευχαρίστως τους καταδίκαζε.

ΠΛ Πολ 514b-c ὅρα τοίνυν παρὰ τοῦτο τὸ τειχίον φέροντας ἀνθρώπους σκεύη τε παντοδαπὰ ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου || φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ’ αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι.

ΙΙ. Με δοτική

§3.38. Με δοτική συντάσσονται οι ακόλουθες κατηγορίες ρημάτων, οι οποίες σε σημαντικό βαθμό αντιστοιχούν ως προς τη σημασία τους με τα ουσιαστικά και επίθετα που συντάσσονται με δοτική αντικειμενική. Ειδικότερα, με δοτική συντάσσονται ρήματα που δηλώνουν:

§3.39. Φιλική ή εχθρική διάθεση: εὐνοῶ, χαρίζομαι, ἀρέσκω, βοηθῶ, ἀρήγω, ἐπικουρῶ, ἀμύνω, λυσιτελῶ, συναγωνίζομαι, φθονῶ, ἐπιβουλεύω, μάχομαι, πολεμῶ, διαφέρομαι, χαλεπαίνω, ἐναντιοῦμαι, ὀργίζομαι, ἐπιτιμῶ, ἐγκαλῶ, μέμφομαι κ.ά.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.25 ἢν δὲ τῷ θυμῷ χαριζώμεθα || αν ενδώσουμε στον θυμό μας / αν παρασυρθούμε από τον θυμό μας.

ΔΗΜ πρ 1.1 εἰ μὲν ἤρεσκέ τί μοι τῶν ῥηθέντων || και αν με ικανοποιούσε κάτι από όσα ειπώθηκαν.

ΑΝΤΙΦ 5.80 ὑμεῖς οὖν ἐμοί τε βοηθεῖτε καὶ τῷ δικαίῳ || εσείς, λοιπόν, υπερασπιστείτε κι εμένα και το δίκαιο.

ΛΥΣ 10.32 καὶ ἐμοὶ καὶ τῷ πατρὶ βοηθήσατε καὶ τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις || υπερασπιστείτε και εμένα και τον πατέρα μου και τους ισχύοντες νόμους.

ΛΥΣ 25.25 ἃ μὲν οὗτοι συμβουλεύουσιν, οὐδεπώποτε ὑμῖν ἐλυσιτέλησεν || οι συμβουλές που σας δίνουν αυτοί, ποτέ ώς τώρα δεν σας ωφέλησαν.

ΔΗΜ 35.40 ἐγὼ δὲ […]οὐδενὶ πώποτε ἐφθόνησα || εγώ όμως κανέναν ποτέ ώς τώρα δεν φθόνησα ούτε τον κατηγόρησα.

ΙΣΟΚΡ 8.13 τοῖς μὲν τοιούτοις (συμβούλοις) ἀπιστεῖτε καὶ φθονεῖτε || τους τέτοιου είδους (συμβούλους) δεν τους εμπιστεύεστε και τους φθονείτε.

ΙΣΟΚΡ 4.155 ποῖον δὲ χρόνον διαλελοίπασιν ἐπιβουλεύοντες τοῖς Ἕλλησιν; || και πότε σταμάτησαν (οι Πέρσες) να σχεδιάζουν συμφορές για τους Έλληνες;

ΛΥΣ 14.15 χρὴ […] πᾶσι φανερὸν ποιεῖν ὅτι Ἀθηναίων οἱ μὴ βουλόμενοι τοῖς πολεμίοις μάχεσθαι ὑφ’ ὑμῶν κακῶς πείσονται || πρέπει να κάνετε φανερό σε όλους ότι όσοι Αθηναίοι δεν θέλουν να πολεμήσουν εναντίον των εχθρών, θα τιμωρηθούν από εσάς.

ΔΗΜ 8.39 τοῦτο παρ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς (χρὴ) βεβαίως γνῶναι, ὅτι τῇ πόλει Φίλιππος πολεμεῖ καὶ τὴν εἰρήνην λέλυκεν || πρέπει να συνειδητοποιήσετε το εξής, ότι ο Φίλιππος πολεμάει ενάντια στην πόλη μας και έχει παραβιάσει τη συνθήκη.

ΠΛ Απολ 41d τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ καὶ τοῖς κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω || δεν αγανακτώ με αυτούς που ψήφισαν εναντίον μου και με τους κατηγόρους.

ΛΥΣ 25.1 ὑμῖν μὲν πολλὴν συγγνώμην ἔχω […] ὁμοίως ἅπασιν ὀργίζεσθαι τοῖς ἐν ἄστει μείνασι || σας κατανοώ απόλυτα […] που οργίζεσθαι εξίσου με όλους όσους έμειναν τότε στην πόλη.

ΑΙΣΧΙΝ 1.169 ἐπετίμησα δ’ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ Δημοσθένει … || και κατηγόρησα στη βουλή τον Δημοσθένη…

ΛΥΣ 19.55 οὔτε τῶν πολιτῶν οὐδείς μοι ἐνεκάλεσεν || ούτε ποτέ κάποιος πολίτης έκανε καταγγελία εναντίον μου.

§3.40. Ευπείθεια, υποταγή, ακολουθία, διαδοχή, προσέγγιση, συμμαχία, συμφιλίωση, επικοινωνία: πείθομαι, πιστεύω, πέποιθα, θαρρῶ, ἀπειθῶ, δουλεύω, ὑπακούω, ὑπηρετῶ, ὑπουργῶ, ἕπομαι, ἀκολουθῶ, πελάζω, ὁμιλῶ, χρῶμαι, εἴκω, ὑπείκω, διάκειμαι κ.ά.

ΞΕΝ Απομν 4.4.15 οἱ πολῖται τοῖς νόμοις πείθονται || οι πολίτες υπακούν στους νόμους.

ΛΥΣ 24.14 μᾶλλον πιστεύετε τοῖς ὑμετέροις αὐτῶν ὀφθαλμοῖς ἢ τοῖς τούτου λόγοις || έχετε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα μάτια σας παρά στα λόγια αυτού (= του κατήγορου).

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1390a15 δουλεύουσι τῷ κέρδει || είναι δούλοι του κέρδους (οι ηλικιωμένοι).

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.13 ἕψονται Κύρῳ || θα ακολουθήσουν τον Κύρον.

ΙΣΟΚΡ 12.31 (πεπαιδευμένους καλῶ) τοὺς πρεπόντως καὶ δικαίως ὁμιλοῦντας τοῖς ἀεὶ πλησιάζουσι || (μορφωμένους αποκαλώ) εκείνους που συναναστρέφονται με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη τους εκάστοτε φίλους τους.

ΙΣΟΚΡ 8.52 τοιούτοις χρώμεθα συμβούλοις ὧν οὐκ ἔστιν ὅστις οὐκ ἂν καταφρονήσειεν || έχουμε τέτοιους συμβούλους, που οι πάντες θα τους περιφρονούσαν.

ΘΟΥΚ 2.64.3 γνῶτε δὲ ὄνομα μέγιστον αὐτὴν ἔχουσαν ἐν ἅπασιν ἀνθρώποις διὰ τὸ ταῖς ξυμφοραῖς μὴ εἴκειν || να γνωρίζετε όμως ότι η πόλη μας έχει σπουδαίο όνομα σε όλον τον κόσμον, επειδή ποτέ δεν υπέκυψε στις συμφορές.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1389b30 ἐναντίως γὰρ διάκεινται (οἱ πρεσβύτεροι) τοῖς νέοις || γιατί η γενικότερη κατάστασή (των ηλικιωμένων) είναι αντίθετη προς την κατάσταση των νέων.

§3.41. Πρέπει, ταιριάζει: πρέπει, ἁρμόττει, προσήκει κ.ά.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.6 ἐπεὶ δὲ τῇ ἡλικίᾳ ἔπρεπε, καὶ φιλοθηρότατος ἦν καὶ πρὸς τὰ θηρία μέντοι φιλοκινδυνότατος || κι όταν πια ήταν ταιριαστό για την ηλικία του, τότε και ενθουσιώδης κυνηγός ήταν και πολύ ριψοκίνδυνος απέναντι στα άγρια θηρία.

ΠΛ Φαιδ 114d τὸ μὲν οὖν ταῦτα διισχυρίσασθαι οὕτως ἔχειν ὡς ἐγὼ διελήλυθα, οὐ πρέπει νοῦν ἔχοντι ἀνδρί || βέβαια, το να ισχυριστώ κατηγορηματικά, ότι αυτά (δηλ. η μεταθανάτια τύχη της ψυχής) είναι έτσι ακριβώς όπως εγώ τα παρουσίασα, δεν αρμόζει σε συνετό άνθρωπο.

ΑΡΙΣΤ Πολ 1338b3 τὸ δὲ ζητεῖν πανταχοῦ τὸ χρήσιμον ἥκιστα ἁρμόττει τοῖς μεγαλοψύχοις καὶ τοῖς ἐλευθερίοις || το να ζητά κανείς παντού το χρήσιμο ελάχιστα ταιριάζει στους μεγαλόψυχους κι ελεύθερους ανθρώπους.

§3.42. Ομοιότητα, ισότητα, ταυτότητα, συμφωνία και τα αντίθετα: ἰσοῦμαι, ὁμοιάζω, ἔοικα, ὁμοιοῦμαι, συμφωνῶ, ὁμολογῶ κ.ά.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.13 ἀλλὰ φιλοσόφῳ μὲν ἔοικας, ὦ νεανίσκε || αλλά εσύ, νεαρέ μου, μοιάζεις με φιλόσοφο.

ΙΣΟΚΡ 2.31 τὸ τῆς πόλεως ὅλης ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσιν || ο χαρακτήρας ολοκλήρης της πόλης εξομοιώνεται με τον χαρακτήρα των αρχόντων.

ΙΣΟΚΡ 5.87 ἔσχε γὰρ (Ἀγησίλαος) διττὰς ἐπιθυμίας, καλὰς μὲν ἀμφοτέρας, οὐ συμφωνούσας δ’ ἀλλήλαις οὐδ’ ἅμα πράττεσθαι δυναμένας || γιατί (ο Αγησίλαος) είχε δύο επιθυμίες, που ήταν και οι δύο καλές, αλλά δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους, και δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν συγχρόνως.

§3.43. Σύνθετα με τις προθέσεις ἐν, σύν, ὑπό, ἐπί, παρά, περί, πρὸς και το επίρρημα ὁμοῦ: ἐμμένω, συνοικῶ, ὑπόκειμαι, ἐπιτίθεμαι, παραγίγνομαι, περιπίπτω, προσφέρομαι, ὁμολογῶ, ὁμονοῶ κ.ά.

ΞΕΝ Ελλ 2.4.43 τοῖς ὅρκοις ἐμμένει ὁ δῆμος || οι δημοκρατικοί μένουν σταθεροί στους όρκους.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.4.10 γυναιξὶ ταῖς αὐταῖς συνοικήσετε || θα ζείτε με τις ίδιες γυναίκες

ΘΟΥΚ 3.72.2 ἐπιτίθενται τῷ δήμῳ || επιτίθενται κατά των δημοκρατικών

ΛΥΚΟΥΡ Λεωκ 79 μεγάλοις ἀτυχήμασι περιπίπτει || σε μεγάλες δυστυχίες περιπέπτει

ΙΣΟΚΡ 16.13 τοῖς τείχεσιν προσεβάλετε || κάνατε επιθέσεις εναντίον των τειχών

ΑΡΙΣΤ Πολ 1282b19 ὁμολογοῦσι τοῖς κατὰ φιλοσοφίαν λόγοις || συμφωνούν με τις φιλοσοφικές θεωρίες

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1167b5 οὗτοι γὰρ καὶ ἑαυτοῖς ὁμονοοῦσι καὶ ἀλλήλοις || γιατί αυτοί ομονοούν και με τον ίδιο τον εαυτό τους και με τους συνανθρώπους τους

ΙΙΙ. Με αιτιατική

§3.44. Η βασική λειτουργία της αιτιατική είναι να αποτελεί συμπλήρωμα της σημασίας του ρήματος, γι’ αυτό και είναι η βασική πτώση στην οποία τίθεται το άμεσο αντικείμενο. Με αιτιατική συντάσονται ρήματα που δηλώνουν:

(α) ενέργεια που επιδρά πάνω σε πρόσωπο ή πράγμα, το οποίο υφίσταται ανεξάρτητα από την ενέργεια του ρήματος και μεταβάλλει την κατάστασή του (εξωτερικό αντικείμενο), π.χ. ὁ ἥλιος θερμαίνει τὴν γῆν, ὁ βασιλεὺς ἔπεμψε κήρυκας.

(β) τη δημιουργία ενός πράγματος, που αποτέλεσμα της ρηματικής ενέργειας και δεν υπήρχε πριν από αυτήν (εσωτερικό αντικείμενο), π.χ. γράφω ἐπιστολήν, οἱ στρατιῶται ὤρυξαν τάφρον.

Ιδιαίτερη περίπτωση του εσωτερικού αντικειμένου είναι το σύστοιχο αντικείμενο, το οποίο δηλώνει το ίδιο το περιεχόμενο της ρηματικής ενέργειας, π.χ. νικῶ νίκην.

§3.45. Με σύστοιχο αντικείμενο μπορεί να συντάσσεται οποιοδήποτε ρήμα, σε οποιαδήποτε διάθεση κι αν βρίσκεται. Συχνά το σύστοιχο αντικείμενο προσδιορίζεται από επιθετικό προσδιορισμό που εξειδικεύει τη σημασία του.

§3.46. Το σύστοιχο αντικείμενο, επειδή δεν είναι αναγκαίο συμπλήρωμα του ρήματος, πολύ συχνά παραλείπεται και παραμένει μόνο ο επιθετικό προσδιορισμός, ο οποίος δηλώνει ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του αντικειμένου.
Συνήθως όμως, μετά την παράλειψη του σύστοιχου αντικειμένου, ο ειθετικό προσδιορισμός που μένει στη θέση του, τίθεται σε ουδέτερο γένος, σπανιότερα ενικού και συνηθέστερα πληθυντικού αριθμού.

§3.47. Το σύστοιχο αντικείμενο παραλείπεται επίσης και όταν συνοδεύεται από ετερόπτωτο προσδιορισμό π.χ. ἀγωνίζομαι δρόμον = ἀγωνίζομαι ἀγῶνα δρόμου, νικῶ ναυμαχίαν = νικῶ νίκην ναυμαχίας.

Με αυτόν τον τρόπο προέκυψαν μια σειρά από ιδιωματισμούς της αρχαίας ελληνικής όπως:

ἀγωνίζεσθαι στάδιον, δρόμον, πάλην κ.ά.,
νικᾶν μάχην, ναυμαχίαν, δρόμον, Ὀλύμπια, Πύθια κ.ά.,
δίκην διώκειν, εἰσιέναι, ἀγωνίζεσθαι, φεύγειν,
ὀφλισκάνειν δίκην, δίαιταν, αἰσχύνην, γέλωτα μωρίαν κ.ά.,
σπένδεσθαι ἀναίρεσιν νεκρῶν,
ἑστιᾶν γάμους,
ἀποκρίνεσθαι τὸ ἐρωτώμενον.

Συγγνώμες που δεν αξίζουν να ειπωθούν

Είναι ευρέως γνωστό πως η συγγνώμη είναι μια λέξη που δείχνει τη μεταμέλεια που αισθάνεται κανείς για κάτι που θεωρεί σφάλμα του. Είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη, την επιδιόρθωση και τη διατήρηση των ανθρωπίνων σχέσεων και δείχνει πως άτομο που τη ζητάει εκτιμά τόσο τη σχέση όσο και την άποψη του άλλου. Βέβαια κάποιοι έχουν τη συγγνώμη μονίμως στην άκρη της γλώσσας τους και κάποιοι βγάζουν φλύκταινες στην ιδέα απολογίας.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν συνθήκες που το να ζητήσεις συγχώρεση κρίνεται αναποτελεσματικό για ποικίλους λόγους και χρήζει απαραίτητο ν’ εκπαιδευτείς σε διαφορετικές προσεγγίσεις και στρατηγικές που στοχεύουν στην επαναφορά της ηρεμίας -χωρίς να φτάσεις σ’ εκείνη.

1. Προσωπικές επιλογές ή δεδομένα

Ίσως η σπουδαιότερη περίπτωση κατά την οποία δεν πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη είναι όταν αφορά στην εμφάνιση, τα συναισθήματα, τη γνώμη, τις ιδιομορφίες, τα χόμπι σου και οτιδήποτε ενδέχεται να αφορά αποκλειστικά και μόνο σε σένα, όσο δηλαδή σε εκφράζει κι αποτελεί τμήμα της ελεύθερης ανάπτυξης και έκφρασης της προσωπικότητάς σου.

2. Προσωπικός χρόνος

Πόσες φορές έχεις ζητήσει συγγνώμη επειδή δεν είχες όρεξη να βγεις ή δεν είχες τον χρόνο ή/και την επιθυμία να κάνεις κάτι που κάποιος άλλος ζήτησε; Δε χρειάζεται ν’ απολογείσαι όταν επιλέγεις τον εαυτό σου πάνω από οποιονδήποτε. Ο προσωπικός σου χρόνος είναι πολύτιμος, όπως ακριβώς κι ο εαυτός σου. Τίμησέ τον όπως πρέπει και μην τον υποβιβάζεις αισθανόμενος τύψεις που δεν ευχαριστείς τα θέλω κάποιου άλλου μια δεδομένη στιγμή.

3. Δυνατότητα αλλαγής οπτικής/σεναρίου

Όταν υπάρχει δυνατότητα αντίστροφης των όρων. Για παράδειγμα, όταν η λέξη «συγγνώμη» μπορεί να αντικατασταθεί από τη λέξη «ευχαριστώ» ή όταν μπορείς να αλλάξεις την απολογία με ερώτημα, δε χρειάζεται να ζητήσεις συγγνώμη. Η πραγματική συγγνώμη πρέπει να πηγάζει από αισθήματα μετάνοιας και φιλότιμου, ωστόσο συχνά εκφράζεται λανθασμένα και σε περιπτώσεις που στην πραγματικότητα εκείνο που επιθυμούμε να δείξουμε είναι ευγνωμοσύνη και κομψότητα. Αντί να πεις, «Συγνώμη για την καθυστέρηση», χρησιμοποίησε «Σε ευχαριστώ πολύ που περίμενες». Ακόμα, μπορείς να αντικαταστήσεις εκφράσεις όπως, «Συγνώμη για την ενόχληση» μα μια ερώτηση «Είναι καλή στιγμή να σας απασχολήσω;». Το να ζητάει κανείς επεξηγήσεις και διευκρινήσεις, να κάνει ερωτήσεις ή να ζητά βοήθεια, δεν αποτελεί ποτέ λόγο απολογίας. Καλό θα ήταν να διαχωρίσεις, λοιπόν, τη μετάνοια από τους τρόπους καλής συμπεριφοράς.

4. Απουσία ξεκάθαρης και ισχυρής αιτίας

Εάν πηγάζει η συγγνώμη από καλά παγιωμένες συνήθειες που σχετίζονται με την αδυναμία σου να διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά σενάρια αντιπαραθέσεων και απλώς θέλεις να εξομαλύνεις μια κατάσταση -επειδή σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα-, τότε σίγουρα η συγγνώμη δεν αποτελεί και την καλύτερη τακτική. Εδώ ανήκει και η περίπτωση κατά την οποία κάποιος σου ζητά κάτι που εσύ δε θέλεις να κάνεις ωστόσο έχεις βρεθεί προ εκπλήξεως και αντί να εκθέσεις την αγένεια του άλλου, εσύ σαστίζεις με το θράσος και αποκρίνεται απολογητικά: «Μπορείς να μου δώσεις το τηλέφωνο του Μάκη;». «Συγνώμη δε θα ήθελα να δώσω προσωπικά στοιχεία κάποιου εν αγνοία του». Πες «Όχι», χωρίς επεξηγήσεις κι απολογίες. Άντε, επειδή είσαι ευγενική ψυχούλα μπορείς να το μετατρέψεις σ’ ένα όμορφο και χαμογελαστό, «Με συγχωρείς, όχι». Ας σημειωθεί κιόλας πως η έκφραση «με συγχωρείς» χρησιμοποιείται κυρίως σε συνθήκες που με τακτ προστάζεις τα αυτονόητα, δεν έχει παρακλητικό τόνο.

5. «Σαρδάμ»

Ένα σφάλμα μπορεί να είναι ασήμαντο, να μην έβλαψε και να μην έχει και τόση αξία για τον άλλον. Για παράδειγμα, όταν έκαψες το φαγητό. Ακόμη, μπορεί να έγινε κατά λάθος ή να μη βρισκόταν η κατάσταση υπό τον έλεγχό σου. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, μια συγνώμη που ενδεχομένως να ειπωθεί δεν αφορά τόσο σε μεταμέλεια αλλά μοιάζει περισσότερο με γλωσσικό ολίσθημα, μια παραδρομή της γλώσσας λόγω συνήθειας. Σίγουρα και σ’ αυτήν την περίπτωση είναι αχρείαστη.

6. Συμπόνια

Πολλές είναι οι φορές που ζητάμε συγγνώμη για τα αρνητικά συναισθήματά μας και τον τρόπο που θεωρούμε ότι κάνει τον περίγυρό μας να αισθάνεται. Λέμε «Συγγνώμη που γκρινιάζω τόσο πολύ. Σ’ έπρηξα με τα δικά μου». Φυσικά, στη θέση της γκρίνιας βάλε ό,τι θέλεις. Κλάμα, νεύρα, άγχος κ.λπ. Για κάποιο λόγο, που δε θα αναλύσουμε τώρα παρ’ όλο που είναι ιδιαίτερα σημαντικός, προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να απωθήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται οποίο συναίσθημα προκαλεί δυσαρέσκεια. Όταν εκείνο που χρειάζεσαι από τον άλλον μια δεδομένη στιγμή, σε μια αναποδιά λόγου χάρη, είναι καλοσύνη και πρόθυμη εύνοια. Μην μπλέκεις αυτές τις έννοιες με τη συγχώρεση.

7. Ανειλικρίνεια και προσποίηση

Η συγγνώμη, όπως έχουμε αναφέρει, αφορά στη μεταμέλεια για κάποιο λάθος. Όταν, λοιπόν, λέγεται χωρίς ειλικρίνεια, χάνεις την αξιοπιστία σου. Υπάρχουν περιπτώσεις που το συναίσθημα ανήκει στον άλλον, δεν είναι δικό σου. Αποτελεσματικά, δε γνωρίζεις στην πραγματικότητα το λόγο που εκείνο το οποίο έκανες ή είπες κρίθηκε ως σφάλμα. Ίσως, πριν ξεστομίσεις τη λέξη να αναλογιστείς σχετικά με τα εξής: «Ποιος αισθάνεται πως είναι λάθος ό,τι συνέβη -εσύ ή ο άλλος; Για ποιο λόγο θεωρήθηκε λάθος το περιστατικό; Ποιος ήταν ο δικός σου σκοπός; Θα το επαναλάμβανες;». Αν πράγματι, δεν αισθάνεσαι πως οφείλεις ηθικά να απολογηθείς και δε νιώθεις μετανιωμένος ή αν τα μόνα συναισθήματα που έχεις είναι εκείνα του εκνευρισμού, της ενόχλησης και της απογοήτευσης, τότε καλύτερα να μην πεις συγγνώμη και να μην ενδώσεις σε κανένα είδος συναισθηματικού πειθαναγκασμού. Θα μπορούσες, ωστόσο, ως καλό παιδί που είπαμε ότι είσαι, να κρατήσεις τα προσχήματα και να κάνεις μια συζήτηση σχετικά με τον τρόπο που θα επιθυμούσε να έχεις κινηθεί ώστε να γνωρίζεις ακριβώς εκείνο που τον ενόχλησε και να μπορέσεις πιθανόν να προλάβεις την επανάληψη δυσάρεστων σκηνικών στο μέλλον.

8. Ανούσια μεταμέλεια

Όταν η μεταμέλεια δε συνοδεύεται από αισθήματα ταπεινότητας και σύνεσης και όταν απουσιάζει το νοιάξιμο, η συγγνώμη που θα αρθρώσεις είναι «κούφια», δηλαδή μπορεί να έχει τη μορφή της μετάνοιας, ωστόσο θα λείπει όλη η ουσία της . Το ίδιο συμβαίνει και εάν είναι υπερβολική, σε ποσότητα ή/και συχνότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση, παρ’ όλο που η ανάγκη να σε συγχωρέσει ο άλλος είναι παρούσα, στρέφεται η προσοχή στα δικά σου συναισθήματα και όχι σε εκείνα του ανθρώπου από τον οποίο ζητάς να σου άρει το βάρος του καταλογισμού στη συνείδησή σου. Θα ήταν καλή ιδέα να εξασκούσες τις ενσυναισθητικές δεξιότητές σου επικεντρώνοντας την προσοχή σου στην εμπειρία του άλλου, όχι τη δική σου.

9. Οριστικότητα

Πολλές φορές, ιδίως όταν έχουμε πληγωθεί πολύ και κάνει, αναπόφευκτα, την εμφάνισή του ο εγωισμός, λαμβάνουμε την παράκληση του άλλου για άφεση αμαρτιών ως το καταληκτικό στάδιο επικοινωνίας που λήγει το θέμα, κι ας μην είναι ακριβώς έτσι για εμάς. Εάν δε θέλεις, λοιπόν, η συγγνώμη σου να πέσει σε τοίχο και αισθάνεσαι πως ο άνθρωπος που έχεις απέναντι σου έχει ανάγκη να του δείξεις έμπρακτα πως έχεις μετανιώσει, θα μπορούσες να αναλύσεις τους λόγους που σε οδήγησαν στο λάθος, όπως και τους τρόπους αποφυγής κι επανάληψής του. Έτσι, φαίνεται ότι η ένταση μειώνεται, ο άλλος αισθάνεται πως ακούγεται και εσύ πως πραγματικά λαμβάνεις υπόψη τόσο τα συναισθήματά του όσο και την ποιότητα της σχέσης σας.

10. Σοβαρό σφάλμα

Όταν πρόκειται για κάτι πραγματικά σοβαρό που θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη τη σχέση σου με τον άνθρωπο απέναντι σου τότε μια συγγνώμη απλώς δε θα επιτύχει τον στόχο -σε κανένα επίπεδο. Εδώ, θα ήταν σοφότερο να δώσεις λίγο χρόνο και την κατάλληλη στιγμή να εξηγήσεις -όχι να δικαιολογήσεις αλλά ούτε και να εκλογικεύσεις βάσει της προσωπικής σου οπτικής- τα γεγονότα. Να προτείνεις τρόπους επίλυσης του θέματος, να δεσμευτείς ότι δε θα το επαναλάβεις προσέχοντας στο μέλλον να μην παρεκκλίνεις από την υπόσχεσή σου συνδέοντας με αυτόν τον τρόπο τη μεταμέλειά σου με επανορθωτικές χειροπιαστές ενέργειες.

Ας καταστήσουμε σαφές πως σκοπός μας δεν είναι να σου πούμε πως το να ζητάς συγγνώμη είναι κάτι μεμπτό. Δε μας αφορά αν ζητώντας συγγνώμη φανούμε ευαίσθητοι, αδύναμοι και οτιδήποτε άλλο θεωρούν όσοι επιδεικτικά αρνούνται να εκφράσουν μεταμέλεια. Τουναντίον, εμείς τα θεωρούμε όλα άκρως θετικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, που τείνουν μάλιστα να εκλείψουν.

Την ίδια στιγμή, από πολύ μικρά παιδιά εκπαιδευόμαστε να ζητάμε συγγνώμη. Πόσες είναι οι φορές που εσύ ο ίδιος θυμάσαι τους δικούς σου -και όχι μόνο- να προστάζουν, «Ζήτησε συγνώμη που άρπαξες το αρκουδάκι από τον Κωστάκη!». Η λέξη συγγνώμη είναι σχεδόν εγγεγραμμένη στα κύτταρα σου, τόσο που αυθόρμητα την ξερνάς παντού, έχοντας χάσει παντελώς το νόημά της.

Φαίνεται πως τη συνδέουμε περισσότερο με την ευγένεια παρά με την εσωτερική ανάγκη να διορθώσουμε την ηθική μας πυξίδα. Με αυτόν τον τρόπο όμως, το «φαίνεσθαι» κερδίζει έδαφος έναντι του «είναι» και συνθλίβεται η ευγένεια προς τον ίδιο σου τον εαυτό, αφού χρίζεσαι εσύ ο ίδιος ανίκανος αναγνώρισης των πραγματικών συναισθημάτων σου.

Κάτι που σταθερά παραβλέπεται, λοιπόν, είναι πως μαθαίνουμε καλύτερα μιμητικά παρά καταναγκαστικά. Εάν κατά τη διάρκεια της ζωής σου ήσουν ελεύθερος να ζητάς συγγνώμη όταν έμφυτα αισθανόσουν την ανάγκη να το κάνεις, τότε θα είχες τη γνώση των σταδίων μιας συγγνώμης που πραγματικά αξίζει. Μιας συγγνώμης που οδηγεί στα εξής:

1. Αναλαμβάνεις την ευθύνη των πράξεων σου και εκφράζεις τη μεταμέλειά σου

2. Zητάς συγχώρεση

3. Yπόσχεσαι να μην επαναληφθεί και δεσμεύεσαι να βελτιώσεις όσα σε οδήγησαν στο σφάλμα, προσπαθώντας ενεργά και διαρκώς να αποτρέψεις να γίνει ξανά στο μέλλον

Τη στιγμή που ένα από τα παραπάνω στάδια παραληφθεί, η συγγνώμη χάνει αξία παραμένοντας ανολοκλήρωτη. Στη γνήσια συγγνώμη δε χωρά παθητική ή απαξιωτική στάση και ασάφεια· δεν μπορείς να ζητάς συγχώρεση λέγοντας, «Συγγνώμη αλλά…». Μια συγγνώμη τέτοιου τύπου μοιάζει περισσότερο με δήλωση αποποίησης ευθύνης, ακύρωσης των συναισθημάτων του άλλου και έμμεσης κριτικής του. Τέλος, ας μην ξεχνάς πως στην πραγματικότητα έχεις μονάχα μια και μοναδική ευκαιρία να ζητήσεις συγγνώμη. Εκπαίδευσε, λοιπόν, τον εαυτό σου να ελέγχει τα παρορμητικά συναισθήματα και να εστιάζει. Έτσι, θα είσαι πάντοτε σε θέση να γνωρίζεις πότε και πώς να ζητάς συγγνώμη και κυρίως πότε δεν πρέπει να το κάνεις, αλλά και πώς να δράσεις αντ’ αυτού αναλόγως των συνθηκών.

Σε ένα σύμπαν όπου όλοι θα βρίσκαμε τον έρωτα

Ο όρος «πολυσύμπαν» χρησιμοποιείτε για να περιγράψει τη θεωρία ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά σύμπαντα, και ότι σε αυτό το πεπερασμένο ή άπειρο αριθμό συμπάντων κάθε αποτέλεσμα είναι δυνατό. Τα λεγόμενα «εναλλακτικά» ή «παράλληλα» σύμπαντα, έχουν εξεταστεί από πολλούς κλάδους, από την αστρονομία έως τη θεολογία, τη φυσική και γενικότερα την επιστήμη. Σήμερα όμως θα χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας, η οποία μερικές φορές πρέπει να υπερισχύει της φυσικής πραγματικότητας και του παρατηρήσιμου κόσμου.

Σας προκαλώ λοιπόν να φανταστείτε κι εσείς πως όντως υπάρχουν περισσότερα από ένα σύμπαντα. Άραγε εκεί πώς θα ήταν η αγάπη και ο έρωτας; Θα μπορούσε ο κάθε ερωτευμένος να βρει ανταπόκριση, σε τουλάχιστον ένα σύμπαν; Θα μπορούσαμε όλοι να αγαπήσουμε και ν’ αγαπηθούμε με έναν τρόπο που δεν είναι εφικτός σε αυτόν τον χώρο και χρόνο;

Και φυσικά, τι θα συνέβαινε με τους ανεκπλήρωτους έρωτες; Θα είχαν μια ευκαιρία για ένα διαφορετικό τέλος; Ένα τέλος πιο ελπιδοφόρο; Θα μπορούσαμε επιτέλους να νιώσουμε πως είναι να κατέχεις την πρώτη θέση στην καρδιά κάποιου που τόσο λαχταράς; Κάποιου που σε αυτό το σύμπαν δεν μπορεί ή δε θέλει να σε αγαπήσει;

Άραγε αν είχαμε τη δυνατότητα να διαλέξουμε σύμπαν, ποιο θα διαλέγαμε;

Στο πρώτο σύμπαν -που είναι και αυτό που ζούμε σήμερα-, λέμε πως η αγάπη αξίζει κάθε κόπο. Αξίζει τους πόνους, και τις θυσίες. Και το πιστεύουμε αυτό, γιατί βιώνουμε την απαράμιλλη ομορφιά του να συγχρονίζονται δυο ξένες καρδιές. Γιατί ξέρουμε πως είτε αγαπάς για μια στιγμή είτε για μια ζωή, είτε δίνεις τα πάντα και παίρνεις το απόλυτο τίποτα, είτε υπάρχει αμοιβαία ανταπόκριση, το τέλος πάντα είναι ίδιο. Τα αστέρια εδώ είναι σκληρά. Μας χλευάζουν για την τραγωδία μας και την αποτυχία μας να ζήσουμε μια παραμυθένια ιστορία. Είναι σκοτεινά. Φεύγουν μαζί με τα δάκρυα που κυλούν κάθε βράδυ. Φεύγουν μακρυά και μας αφήνουν με μόνη παρηγοριά τη μοναξιά. Σ’ αυτό το σύμπαν σε στοιχειώνει αυτό που ποτέ δεν υπήρξε. Η καρδιά ραγίζει -και θα ραγίζει κάθε φορά. Κάθε φορά που θα συναντιέστε σ’ ένα ξεχασμένο μπαρ και θα προσποιείστε ότι δε μοιραστήκατε μια ιστορία -λες και δεν ήσασταν ποτέ κάτι περισσότερο από δυο ξένοι.

Στο δεύτερο σύμπαν όλα είναι πιο γενναιόδωρα και φωτεινά. Είναι ένα σύμπαν στο οποίο θα μπορούσαμε εμείς να είμαστε μαζί. Τα αστέρια θα ευθυγραμμίζονταν, θα έγραφαν στον ουρανό την ιστορία του έρωτά μας. Οι αστερισμοί θα έκαναν ένα ξόρκι και θα μας έδιναν το αίσιο τέλος που τόσο πολύ ποθήσαμε. Και με λίγη απ’ αυτήν τη μαγεία, θα ακούγαμε και το «σ’ αγαπώ» από τα χείλη του ανθρώπου μας. Ναι, αυτό το σενάριο σε ένα άλλο σύμπαν θα μπορούσε να είναι η πραγματικότητα και όχι απλώς ένα βραχύβιο σενάριο από τις μεταμεσονύχτιες φαντασιώσεις μας.

Το άλλο σύμπαν είναι εκείνο που δε θα συναντήσεις ποτέ τον «άνθρωπο» σου. Ναι, αυτόν που μόλις σκέφτηκες. Αυτόν που κάνει την καρδιά σου να χτυπά τόσο γρήγορα και τη νιώθεις μέσα στο στήθος, λες και είναι έτοιμη να εκραγεί. Αυτόν που κάνει την καρδιά σου να χτυπά τόσο αργά, που νιώθεις λες και θα χάσεις τις αισθήσεις σου αν συνεχίσεις να τον σκέφτεσαι. Αυτόν που σου κόβει την ανάσα κυριολεκτικά, και ξυπνά τις πεταλουδίτσες σου οι οποίες είχαν πέσει σε λήθαργο. Αυτόν με τον οποίο για κάποιο λόγο δεν μπορείτε να είστε μαζί. Τι θα γινόταν αν στο παράλληλο σύμπαν, δε συναντιόσασταν ποτέ; Δε θα τον ήξερες, και δε θα σε ήξερε. Θα ήσουν μόνος ή μπορεί και να ήσουν σε μια ιδανική και ευτυχισμένη σχέση. Φαινομενικά δεν ακούγεται άσχημο να μπορείς να πηγαίνεις για ύπνο χωρίς κλάματα και χίλιες σκέψεις να βουίζουν στο μυαλό σου, αλλά ποιος θα διάλεγε να μη νιώσει ποτέ πεταλούδες στο στομάχι του και ταχυκαρδίες μετά απ’ ένα φιλί;

Έχοντας υπόψη αυτά τα 3 διαφορετικά σύμπαντα, η επιλογή φαίνεται κάτι περισσότερο από εύκολη. Όλοι θα διαλέγαμε το δεύτερο σύμπαν: Εκείνο στο οποίο ερωτεύεσαι το άτομο που πραγματικά θέλεις, και σε ερωτεύεται και εκείνο. Ωραία και ανώδυνα. Αυτό είναι το τέλειο και ιδανικό αποτέλεσμα, έτσι δεν είναι; Ωστόσο αν με ρωτούσατε εμένα, δε θα διάλεγα κανένα, κανένα πέρα από το δικό μας. Πολύ «τελειότητα» στο δεύτερο σύμπαν, και καθόλου πόνος στο τρίτο. Η τελειότητα δε σου αφήνει περιθώρια εκτίμησης. Και εκεί που δεν υπάρχει πόνος, δεν υπάρχει ούτε και χαρά. Φυσικά στο ατελείωτο πολυσύμπαν όλα τα σενάρια είναι πιθανά.

Θα συνεχίσω να πιστεύω πως η αγάπη στο δικό μας σύμπαν είναι τραγική. Είναι τραγικό να μην είσαι με το άτομο που πραγματικά θέλεις. Με αυτό που χρειάζεσαι αλλά και θα ήθελες να σε χρειάζεται. Αλλά αυτή η αγάπη, η «heartbreaking» αγάπη, είναι αυτή που κάνει το σύμπαν μας τόσο καταστροφικά όμορφο. Το να μπορείς να αγαπάς και να συνεχίζεις να αγαπάς χωρίς να αγαπιέσαι, το να σπάει η καρδιά σου χίλια κομμάτια κάθε μέρα, και εσύ να τα συναρμολογείς κάθε βράδυ για να σπάσει ξανά, το να αγαπάς για μια στιγμή, το να αγαπάς για πάντα, το να τολμάς να αγαπάς… αυτό είναι είναι ένα μικρό άπειρο από μόνο του. Ό,τι και αν γίνει, εγώ θα εξακολουθώ να επιλέγω το δικό μας σύμπαν. Γιατί εδώ μπορούμε ν’ αγαπάμε, όπως πραγματικά θέλουμε -ανιδιοτελώς, όμορφα, τρομακτικά, παθιασμένα, τολμηρά. Να πληγωνόμαστε, να μαθαίνουμε, να εξελισσόμαστε.

Το υπερκινητικό παιδί

Όποιος ασχολείται με τα παιδιά στη σημερινή εποχή σίγουρα θα έχει παρατηρήσει μια έντονη υπερκινητικότητα, που καθιστά κάθε εκπαιδευτική διαδικασία εξαιρετικά δύσκολη. Τη συνοδεύει η έλλειψη υπομονής, συγκέντρωσης και ταυτόχρονα οι συνεχείς απαιτήσεις των παιδιών και η μικρή ανοχή που επιδεικνύουν στη ματαίωση.

Τι είναι το υπερκινητικό παιδί και ποια η διαφορά του από ένα «ζωηρό» παιδί; 

-Το ζωηρό παιδί είναι ένα παιδί που απολαμβάνει το παιχνίδι και μπορεί να ανταποκριθεί απέναντι στο όριο, δηλαδή μπορεί να σταματήσει. Η κινητικότητα είναι άλλωστε κάτι φυσικό στα παιδιά. 

-Το παιδί με υπερκινητικότητα χαρακτηρίζεται από αδιάκοπη κίνησή που στερείται νοήματος και είναι έκφραση μιας εσωτερικής ανησυχίας. Επίσης, δεν σταματά για να παίξει.

Πότε ξεκινά η υπερκινητικότητα; Η υπερκινητικότητα είναι ιδιαίτερα εμφανής κατά την ένταξη του παιδιού στο σχολείο. Οι γονείς, οι δάσκαλοι, ακόμη και οι ειδικοί ψυχικής υγείας κάποιες φορές είναι ανήμποροι απέναντι της. Η υπερκινητικότητα, είναι «έκφραση δυσκολιών», είναι κάτι «που πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και όχι να διορθώσουμε». Όσο το υπερκινητικό άτομο αντιλαμβάνεται στον ενήλικα μια επιθυμία ρύθμισης της ανησυχίας, τόσο ξεφεύγει, αυξάνοντας τη σωματική αντίστασή του στον Άλλον.

Η λύση είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά αυτά να εκφραστούν σε ένα περιβάλλον που θα τα ακούσει χωρίς να τα ταυτίζει με το σύμπτωμά τους. «Πρέπει να κάνουμε τα παιδιά να μιλήσουν» κι αυτό ισχύει για το οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετωπίζει ένα παιδί. Εξατομικευμένα θεραπευτικά μονοπάτια, δηλαδή θεραπευτικές παρεμβάσεις που λαμβάνουν υπόψη τις ξεχωριστές ανάγκες του κάθε ατόμου.

Σε παλιότερες κοινωνίες ήταν πολύ λιγότερες οι περιπτώσεις υπερκινητικότητας. Είναι ελάχιστες επίσης σε άλλες κοινωνίες, για παράδειγμα στην Ινδία ή στις ασιατικές χώρες. Η υπερκινητικότητα είναι υπερβολικά έντονη στις δυτικές κοινωνίες σε μια εποχή όπου ο θεσμός του σχολείου έχει χάσει την εξουσία του.

ΟΜΩΣ, Ο ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΥΠΕΡΠΡΟΣΦΟΡΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΩΝ, ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕΒΑΣΤΕΙ ΤΟΝ ΔΙΠΛΑΝΟ ΤΟΥ.

Τα ψυχικά συμπτώματα εκφράζουν πάντα την παθολογία των κοινωνιών, στις οποίες εμφανίζονται,«σε ένα σύμπτωμα εμπλέκεται το σύνολο μιας κοινωνίας». «Ο ναρκισσισμός με τον οποίο η σύγχρονη προπαγάνδα έχει εμποτίσει τον κοινωνικό λόγο ελέγχει κυρίως τα παιδιά που απορροφούν και αφομοιώνουν άμεσα το πνεύμα της εποχής».

Τα παιδιά σήμερα δεν προλαβαίνουν να επιθυμήσουν. Ο γονιός έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου και θεωρεί ότι η ασταμάτητη παροχή αντικειμένων και διασκεδάσεων είναι ο γονεϊκός ρόλος. Αυτή η υπερπροσφορά ερεθισμάτων οδηγεί σε «νοητικό μπούκωμα», τα παιδιά χάνουν το ενδιαφέρον τους για τα πάντα περνώντας από το ένα στο άλλο και αδυνατούν εντελώς να μένουν ακίνητα ή σε ησυχία. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω πως δεν ευθύνονται μόνο οι γονείς για αυτό. Τα παιδιά είναι η πιο εύκολη πηγή κέρδους σήμερα κι αυτό λειτουργεί εις βάρος της ανάγκης τους να διαπαιδαγωγηθούν. Για παράδειγμα, σε κάποια παιδικά θέατρα δεν απαγορεύεται να τρώνε τα παιδιά στην ώρα της παράστασης. Όπου κι αν βρίσκονται τα παιδιά, είναι αντιμέτωπα με απολαύσεις που τους προσφέρονται με υπερβολή και τα αποσπούν.

Στην Ελληνική κοινωνία είναι η απροθυμία της μητέρας να αποχωριστεί το παιδί της και να το «παραδώσει» στο σχολείο. Η μητρική φροντίδα όσο μεγαλώνει το παιδί πρέπει να μειώνεται. «Το σχολείο είναι από κάθε πλευρά το μέρος της δοκιμασίας ενός χωρισμού και η μητέρα πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή της σε αυτήν την αποκόλληση».

Επίσης, «το σχολείο είναι μια βασική εμπειρία κοινωνικής αδελφοσύνης, φροντίδας για τους άλλους». Έχω την αίσθηση ότι οι σημερινές μητέρες εμπλέκονται υπερβολικά στη σχέση των παιδιών με το σχολείο, πολλές φορές αυτό οφείλεται και σε νοοτροπίες των εκπαιδευτικών. «Στο σχολείο το παιδί βρίσκει λιγότερη μητέρα και περισσότερο κοινωνικό νόμο, παιχνίδι, ομάδα. Πρέπει να ανεχτεί αυτή τη μείωση και να ικανοποιηθεί με αυτό το κέρδος». Σίγουρα στο σημερινό σχολείο υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα και κάθε ανησυχία ενός γονιού είναι φυσική. Είναι σημαντικό όμως να αποδεχόμαστε ότι το παιδί μας σε όλη του τη ζωή θα προχωράει αφήνοντάς μας πίσω.

Είναι η υπερκινητικότητα δείγμα ευφυίας και ποιοι είναι οι κίνδυνοι στο να επιθυμούμε ένα πολύ ευφυές παιδί; Η υπερκινητικότητα αφορά περισσότερο στα αγόρια; Θεραπεύεται η υπερκινητικότητα; Τι συμβαίνει στην εφηβεία; Ποια η σχέση υπερκινητικότητας και παραβατικότητας; Πότε χρειάζεται να χορηγηθούν φάρμακα σε ένα παιδί με υπερκινητικότητα;

Αν κάτι από αυτό θεωρώ τρομερά σημαντικό είναι η κοινωνική διάσταση που δίνει, γι’ αυτό και αναφέρθηκα κυρίως σε αυτήν. Κι αυτό γιατί όπως λέει ο συγγραφέας, όταν αρκούμαστε σε βιολογικές εξηγήσεις διαταραχών και συμπεριφοράς, αποποιούμαστε την ευθύνη που έχουμε ως ενήλικες απέναντι στους ανηλίκους.

«Η απουσία ηρεμίας και τάξης στον σύγχρονο άνθρωπο επηρεάζει το ατομικό νοητικό πεδίο». Οι δικές μας συνήθειες, το δικό μας χάος, η δική μας απληστία και διάσπαση, ο δικός μας ναρκισσισμός και κυρίως η ανικανότητά μας να κατανοήσουμε την αξία του «όχι» στη διαπαιδαγώγηση αντανακλούν μαζικά στον τρόπο που λειτουργούν οι παιδικοί εγκέφαλοι. Κι αν τελικά δεν οριοθετηθούμε εμείς, αν δεν αντέξουμε εμείς την ησυχία και τη ματαίωση, ό,τι κι αν προσπαθούμε για τα παιδιά, ως γονείς, εκπαιδευτικοί ή ειδικοί ψυχικής υγείας, θα είναι εντελώς μάταιο.

Νίτσε: Οι περιφρονητές του σώματος

Σ’ αυτούς που το σώμα περιφρονούν θέλω να πω δυο λόγια. Μήτε να πολυδιδαχτούν και μήτε να πολυδιδάξουν πρέπει -φτάνει μονάχα να πουν στο ίδιο τους το σώμα: χαίρε- και τότε θα βουβαθούν.

«Σώμα είμαι και ψυχή» - έτσι μιλάει το παιδί. Και γιατί δε θα ’πρεπε τάχα να μιλάει κανείς σαν τα παιδιά;

Όμως αυτός που ξύπνησε και βλέπει συνειδητά, λέει: Σώμα είμ’ ολόκληρος και τίποτ’ άλλο, κι είναι μια λέξη απλή η ψυχή, για κάτι που έχει σχέση με το σώμα.

Το σώμα είναι ένα μεγάλο λογικό, μια ποικιλία με μια μόνη αίσθηση, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι κι ένας βοσκός.

Του σώματός σου όργανο είναι και η μικρή σου λογική, αδερφέ μου που «πνεύμα» την φωνάζεις, ένα μικρό όργανο κι ένα παιχνιδάκι του μεγάλου σου λογικού.

Λες «Εγώ» κι είσαι περήφανος γι’ αυτή τη λέξη. Το πιο μεγάλο όμως -κι αυτό δεν θέλεις να το πιστέψεις- είναι το σώμα σου και το μεγάλο του λογικό! αυτό δε λέει «Εγώ», αυτό δρα σαν «Εγώ».

Ό,τι οι αισθήσεις νιώθουν κι ό,τι το πνεύμα αναγνωρίζει, αυτό δεν αποτελεί τον τελικό σκοπό. Όμως οι αισθήσεις και το πνεύμα πασχίζουν να σε πείσουν ότι αυτό είναι ο σκοπός του παντός: πόσο ματαιόδοξα είναι!

Αισθήσεις και πνεύμα, είν’ όργανα και παιχνιδάκια. Πίσω τους κρύβεται ο «εαυτός». Ο «εαυτός» ερευνάει ακόμα, με τα μάτια των αισθήσεων κι ακούει μετ’ αφτιά του πνεύματος.

Ολοένα ακούει ο «εαυτός» και ψαχουλεύει, ζυγιάζει, εκβιάζει, κατακτάει, ρημάζει. Κυριαρχεί κι είναι όμοια του «Εγώ» κυρίαρχος.

Πίσω από τους στοχασμούς και τα αισθήματά σου, αδερφέ μου, σηκώνεται ένας πιο τρανός αφέντης, ένας άγνωστος σοφός -αυτός ονομάζεται «εαυτός». Κατοικεί στο κορμί σου, είναι το ίδιο το κορμί σου.

Και βρίσκεται πιο πολύ λογικό μέσα στο κορμί σου, παρά μέσα στη σπουδαιότερη σοφία σου. Και ποιος ξέρει τάχα γιατί έχει ανάγκη το κορμί σου τη μεγαλύτερη σοφία σου;

Ο «εαυτός» σου γελάει για το εγώ σου και για τα περήφανα πηδήματά του. «Τι είναι για μένα τούτα τα πηδήματα και τα φτερουγίσματα της σκέψης;» λέει μέσα του: «Ξεστρατίζει το σκοπό μου. Εγώ χειραγωγούμαι από το Εγώ και είμαι των ιδεών ο υποβολέας».

Ο Εαυτός προστάζει το Εγώ: «νιώσε πόνο!» Κι αυτό πονάει και στοχάζεται να μην πονάει πια - κι είν’ αυτό ακριβώς που πρέπει να στοχάζεται.

Ο Εαυτός προστάζει το Εγώ: «νιώσε χαρά!» κι αυτό χαίρεται και στοχάζεται, πώς να χαίρεται πιο πολύ - κι αυτό ακριβώς πρέπει να στοχάζεται.

Στους περιφρονητές του κορμιού θέλω να πω δυο λόγια: Τιμή σ’ αυτούς που περιφρονούν. Τι δημιούργησε όμως την εκτίμηση και την περιφρόνηση, την αξία και τη θέληση;

Ο δημιουργός Εαυτός, δημιούργησε για λογαριασμό του, εκτίμηση και περιφρόνηση, δημιούργησε χαρά και πόνο. Το δημιουργό σώμα, δημιούργησε το πνεύμα, σάμπως χέρι της θέλησής του.

Ακόμα και στη βλακεία σας και στην περιφρόνησή σας, τον Εαυτό σας υπηρετείτε, περιφρονητές του κορμιού. Σας το λέω: Κι ο Εαυτός σας ακόμα θέλει να πεθάνει και ξεμακραίνει από τη ζωή!

Δε μπορεί πια να κάνει αυτό που πολύ θέλει: παραπάνω από τον εαυτό του να δημιουργήσει. Αυτό θέλει πιο πολύ, αυτός είναι ο πόθος του ολάκερος.

Όμως πολύ αργά του είναι κιόλας για κάτι τέτοιο: - κι έτσι ποθεί να δώσει ο εαυτός σας, ω καταφρονητές του κορμιού! Γιατί δε μπορείτε πια να δημιουργήσετε τίποτα πιο πάνω από τον εαυτό σας.

Και τούτος είναι ο λόγος που αγανακτείτε εναντίον του κορμιού και της γης.

Ένας φθόνος ασυνείδητος κρύβεται στη λοξή ματιά της καταφρόνησής σας.

Δεν παίρνω το δρόμο σας, ω καταφρονητές του κορμιού! Δεν είστε για μένα γέφυρα για τον Υπεράνθρωπο!

Αυτά έλεγε ο Ζαρατούστρας

Ειλικρίνεια, μία έκπτωτη αξία

Αν κάπου έχουν τη βάση αλλά και τις ρίζες τους όλες οι αρετές, τούτη η βάση ακούει στο σαγηνευτικό όνομα της ειλικρίνειας. Ουδέποτε η ψυχή του ανθρώπου δεν λυτρώθηκε και δεν εξυμνήθηκε τόσο πολύ όσο χάρη στην συμβολή της ειλικρίνειας, καθώς μόνο εκείνη κατάφερε να την υπηρετήσει συνετά, ευλαβικά και ελεύθερα.

Ο ορισμός του ενάρετου σώματος της ειλικρίνειας δεν μπορεί να αποδοθεί εντός ολίγων λέξεων, ακόμη και ο ασύγκριτος πλούτος των λέξεων καθίσταται απογοητευτικά λειψός και ανεπαρκής ενώπιον της κατάθεσης τούτου του ορισμού. Ας πούμε όμως πως μια άδηλη και ταπεινή σοφία είναι η ειλικρίνεια στη ζωή του ανθρώπου, ατέρμονη εράστρια της αλήθειας, του συνετού και του ωραίου, ξεχωριστή και αμόλευτη.

Κι’ όμως αυτό το τόσο ευειδές ιδανικό η ανθρώπινη φύση το εκμαυλίζει και το ξεθωριάζει με αμείωτους ρυθμούς, σχεδόν αποτρόπαιους και χυδαίους. Το πατάσσει, το μάχεται και το τραυματίζει κατάφορα στο χορό της αβύσσου, δίχως περισυλλογή και ενσυναίσθηση, δηλητηριάζοντας τις παραφυάδες και τους καρπούς της. Κυριαρχεί η ανειλικρίνεια και υπέρμετρη λατρεία των αναληθειών , ενώ η αντίπερα όχθη ατροφεί και ολιγοψυχεί λόγω του χλευασμού και του αδιάκοπου εμπαιγμού. Πειρασμοί, αδυναμίες, «σειρήνες» των ημερών μας και πνευματικές διολισθήσεις αμέριστοι σύμμαχοι της ανειλικρίνειας που την ενισχύουν και την οικοδομούν.

Τα συμπτώματα αυτά της κοινωνίας μας επαληθεύουν με μαθηματική ακρίβεια τις παθογένειες και τα πλήγματα της καθιστώντας την καθηλωμένη και αιμόφυρτη στο βούρκο των «διατρητών αληθειών». Η ενσάρκωση τέτοιων καταστάσεων καταδεικνύει με απόλυτη ενάργεια τον ολικό ξεπεσμό της προσωπικότητας του ανθρώπου, την αδυναμία του να προβάλει αντιστάσεις ουσίας αλλά και να επιβληθεί στο ανειλικρινές πνεύμα που τον περιτύλιξε και τον κατέστησε ανδράποδο του εαυτού του. Λησμόνησε την τέρψη που προσφέρεται απλόχερα δια της αλήθειας αλλά και την ανάγκη για την επιδίωξη της, το στοργικό του ενδιαφέρον αλλά και την θέληση να διατηρηθεί ανέπαφη και ανεπηρέαστη από αλλοιώσεις.

Η εναγκαλίαση της ειλικρίνειας προϋποθέτει πρωταρχικώς και ουσιαστικώς εσωτερική διαπάλη με τις σκοτεινές δυνάμεις του πνεύματος και της ψυχής οι οποίες μέχρι πρότινος θριάμβευαν ακούραστα και οδηγούσαν στην εξαχρείωση και τον ευτελισμό της προσωπικότητας, πάλη όμως που θα είναι αποκύημα αληθινούς και ατόφιας θέλησης για άρδην ανατροπή των υπαρχόντων δεδομένων. Απαιτείται περιθωριοποίηση και εκτοπισμός του φαύλου αυτού φαινομένου ώστε μέσω αυτής της επίπονης διαδικασίας ο άνθρωπος να καταστεί εραστής, λάτρης, θηρευτής και πρεσβευτής της αλήθειας η οποία θα τον οδηγεί με σταδιακούς ρυθμούς στο μονοπάτι της καταξίωσης και του «ευ». Μόνο έτσι καταθέτει ψυχή, δηλώνει πρόθυμος για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής, προσεγγίζει ορθές κατευθυντήριες γραμμές, μα κυρίως έχοντας ως συνοδοιπόρο την ειλικρίνεια έχει κατορθώσει να είναι ελεύθερος και αληθινός σε κάθε πτυχή και συνιστώσα του βίου του. Τέλος, μέσω αυτής δηλώνει εμμέσως την ακόρεστη επιθυμία του να προβεί και σε άλλα σπουδαιότερες κατακτήσεις αρετών και ηθών.

Η «αξιομνημόνευτη δεξιότητα» της σημερινής εποχής έσπευσε να επισκιάσει την λαμπρότητα της ειλικρίνειας σε βωμούς της ευτέλειας. Η ευθύτητα, η ακεραιότητα και η δικαιοσύνη που εκπηγάζουν απ’ την ειλικρίνεια αφανίζονται και ηττώνται καθημερινώς με βίαιο τρόπο. Όπως είχε αναφέρει και ο εμπνευσμένος Καμύ «ελεύθερος και ευτυχής είναι εκείνος που συλλογίζεται και βουλεύεται άνευ ψεμάτων και υποκριτικών σεναρίων». Στην δειλία απαντάς με τόλμη, στην ημιμάθεια με γνώση και στην ψευδολογία με ειλικρίνεια.

Ο Θεομάχος Επίκουρος

Κατά τη μεγαλύτερη περίοδο της αρχαιότητας, αν ρωτούσες κάποιον: «ποιοι είναι οι άθεοι;», θα σου απαντούσε αμέσως: «οι επικούρειοι!». Η σημερινή λέξη στα εβραϊκά για τον άθεο, apikoros, μαρτυρά τη διάρκεια του εν λόγω συσχετισμού.

Γύρω στο 360 π.Χ. ο Επίκουρος (το όνομά του σημαίνει «βοηθός») πήγε από το νησί της Σάμου στην Αθήνα, όπου και αγόρασε ένα κομμάτι γης έξω ακριβώς από τα τείχη της πόλης, όχι πολύ μακριά από την Ακαδημία του Πλάτωνα. Το κομμάτι αυτό γης θα γινόταν γνωστό ως Κήπος, και έγινε σύμβολο της φιλοσοφίας του Επίκουρου. Στόχος του επικουρισμού ήταν να αφαιρέσει από τις ζωές των ανθρώπων την ψυχική ενόχληση και να επιτύχει την αταραξία. Οι επικούρειοι δεν επεδίωκαν τη σωματική ηδονή, όπως δηλώνει σήμερα η αγγλική λέξη epicurean, αν και πολλοί από τους εχθρούς τους στην αρχαιότητα τους κατηγορούσαν ακριβώς γι’ αυτό. Αντιθέτως, επεδίωκαν να αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα που επέφερε άγχος και οδηγούσε στη σύγκρουση -λάθε βιώσας ήταν το διάσημο μότο τους-, καθώς και να προσαρμόζουν τις συνήθειές τους ώστε να απομακρύνουν από την ψυχή τους κάθε είδους όχληση και φόβο. Οι έγνοιες και τα άγχη, όπως δίδασκε ο Επίκουρος, είχαν ως πηγή τους τις κενοδοξίες, τις κενές ουσίας αντιλήψεις μας για τον κόσμο.

Κεντρική θέση ανάμεσα σε αυτές τις λαθεμένες απόψεις έχουν για τον Επίκουρο οι εσφαλμένες μας αντιλήψεις για το υπερφυσικό. Οι επικούρειοι ήταν αυστηρά προσκολλημένοι σε φυσικές αρχές. Αναπτύσσοντας τα διδάγματα των ατομικών φιλοσόφων του 5ου αιώνα π.Χ., Λεύκιππου και Δημόκριτου, διατείνονταν ότι τα πάντα στο σύμπαν αποτελούνται από έναν άπειρο αριθμό άφθαρτων και αδιάσπαστων σωματιδίων, τα άτομα, τα οποία βρίσκονται συνεχώς σε κίνηση -αν και η κίνηση αυτή δεν μπορεί πάντοτε να προβλεφθεί (εξαιτίας της γνωστής αρχής της «παρέκκλισης»)- καθώς και από άπειρο κενό. Δεν υπάρχει κάτι πέραν του σύμπαντος (καθώς το σύμπαν δε γνωρίζει όρια). Η ανθρώπινη ψυχή, επίσης, αποτελείται από άτομα, λεπτεπίλεπτα σωματίδια που μοιάζουν με φωτιά και αέρα. Όταν πεθαίνουμε, οι ψυχές μας αποσυντίθενται κατευθείαν, όπως και το σώμα μας με τον καιρό. Επομένως, δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή.

Η συγκεκριμένη θεωρία της ύλης συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο του επικουρισμού να εξασφαλίσει αταραξία, καθώς οι παρανοήσεις των ανθρώπων σε ό,τι αφορά τη φύση του θανάτου αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή άγχους στη ζωή μας. «Ο θάνατος δεν μας αφορά» έγραψε ο Επίκουρος «καθώς ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται, και αυτό που παύει να αισθάνεται δεν μας αφορά». Ο θάνατος δεν προκαλεί πόνο, εφόσον οι νεκροί δεν είναι σε θέση να αισθανθούν τίποτε. Ο θάνατος είναι απλώς η αποσύνθεση ενός συγκεκριμένου συνόλου ατόμων.

Και τι συμβαίνει με τους θεούς; Εκ πρώτης όψεως, η επικούρεια αντίληψη του κόσμου δεν έχει ανάγκη από την έννοια της θεότητας, καθώς τα πάντα μπορούν να εξηγηθούν με απόλυτα υλιστικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, ο Επίκουρος επέμενε ότι οι θεοί υπάρχουν και ασκούσε δριμεία κριτική στους άθεους. «Πρώτα απ’ όλα, να έχεις στον νου σου ότι ο θεός είναι μία άφθαρτη και ευτυχισμένη οντότητα... μην του αποδίδεις καμιά ιδιότητα που αντιφάσκει με τις έννοιες της αφθαρσίας και της ευτυχίας». (Ο «θεός», για την ακρίβεια, δεν υποδηλώνει μονοθεϊσμό σε αυτό το σημείο. Πρόκειται απλά για μία συνηθισμένη φιλοσοφική συντόμευση για την αναφορά στο θείο εν γένει.).

Αλλά, συνεχίζει, οι θεοί δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν. Ουσιαστικά, είναι περισσότερο ασεβές να πιστεύει κανείς στους θεούς της λαϊκής παράδοσης από το να αρνείται την ύπαρξή τους. Η πλέον καταστροφική παρανόηση έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι οι θεοί αναμειγνύονται στις υποθέσεις των ανθρώπων. Δεν ήταν οι θεοί αυτοί που δημιούργησαν το σύμπαν και αυτοί που το κυβερνούν. Μπορούμε να καταλάβουμε τη φύση μόνο εφόσον αντιληφθούμε τους φυσικούς νόμους που διέπουν τον κόσμο. Και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι περνούν τη ζωή τους, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε την αποκλειστική ευθύνη των επιλογών που κάνουμε, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από την δικαιολογία ότι μία εξωτερική δύναμη ήταν αυτή που μας ανάγκασε να δράσουμε όπως δράσαμε. Οι θεοί ζουν μακριά μας και δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή μας.

Ο Επίκουρος πίστευε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας είναι ακριβής. Οι αισθήσεις μας οφείλονται στη ροή ατόμων που καταλήγουν στα αισθητηριακά μας όργανα και τα άτομα, μαζί με το κενό, συνιστούν την πραγματικότητα.

Η απώλεια βασικών έργων του Επίκουρου καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε βεβαιότητα σχετικά με τις απόψεις του. Από τα πολλά γραπτά του, τα μόνα που διασώζονται είναι τρεις συνοπτικές επιστολές και ένα εγχειρίδιο «βασικών αρχών» (κύριαι δόξαι), καθώς και παραθέματα και αναφορές σε ύστερους συγγραφείς. Ακόμη κι έτσι, μας σώζεται αρκετός Επίκουρος για να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε μία γενική εικόνα των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Σίγουρα πίστευε ότι οι συμβατικές θρησκευτικές τελετουργίες ήταν χάσιμο χρόνου. Η λατρεία των θεών, η προσευχή, το να ορκίζεσαι στο όνομά τους και να τους κάνεις αγάλματα πίστευε ότι δεν οδηγούσαν πουθενά. Πρέπει να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα διότι, εν μέρει, η ευτυχία μας εξαρτάται από την αγαστή συνύπαρξη με τους συμπολίτες μας, αλλά δεν πρέπει να ξοδεύουμε πάρα πολλή από την πολύτιμη συναισθηματική μας ενέργεια γι’ αυτά τα ζητήματα. Ο Επίκουρος, επομένως, φαίνεται να πίστευε ότι οι λαϊκές δοξασίες περί θείου είναι ακίνδυνες, αν και εσφαλμένες. Οι σοφότεροι από εμάς, λέει, έχουν κατακτήσει την πραγματική αλήθεια για τους θεούς - αλλά, δυστυχώς, δεν μας λέει ποια είναι αυτή η αλήθεια.

Όλα τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι τα γραπτά του Επίκουρου υπήρξαν διφορούμενα πάνω στο ζήτημα των θεών, σε βαθμό ασάφειας. Η συμβατική θρησκεία είναι εσφαλμένη, αλλά πρέπει να την ακολουθούμε. Πρέπει να πιστεύουμε στους θεούς, αλλά όχι έτσι όπως τους εννοούν οι πολλοί. Οι θεοί υπάρχουν αλλά όχι στον φυσικό κόσμο, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Παραμένει, επομένως, μυστήριο ο λόγος για τον οποίο ο Επίκουρος επιμένει να διατείνεται ότι οι θεοί υπάρχουν, τη στιγμή που οι θεωρίες του για την πραγματικότητα όχι μόνο δεν τους έχουν ανάγκη, αλλά δυσκολεύονται κιόλας να τους εντάξουν στο σύστημά τους.

Μέρος της εξήγησης μπορεί να σχετίζεται με το πολιτισμικό πλαίσιο. Ακόμη και έναν αιώνα μετά, η δίκη του Σωκράτη δεν είχε ξεχαστεί. Η κατηγορία της «μη πίστης στους θεούς» θα μπορούσε να βλάψει έναν φιλόσοφο, όπως διαπίστωσε και ο Θεόδωρος από την Κυρήνη όταν εξορίστηκε από την Αθήνα προς τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.. Ίσως να είναι τόσο απλό: διακρίνοντας τις πιθανές θεολογικές επιπτώσεις του υλιστικού μοντέλου του για τον κόσμο, ο Επίκουρος διαπίστωσε ότι θα ήταν καλύτερο να προστατεύσει τον εαυτό του από αντιδράσεις όπως αυτές που είχαν προηγουμένως εξοντώσει στοχαστές όπως ο Διαγόρας από τη Μήλο και ο Σωκράτης.

Οι ιστορικοί της κλασικής φιλοσοφίας έχουν την τάση να απορρίπτουν εξηγήσεις αυτού του είδους, εν μέρει επειδή παραμένουν υποθετικές και δεν σχετίζονται ιδιαιτέρως με διανοητικά κίνητρα και εν μέρει επειδή υπονοούν ότι η πεζή πολιτική πραγματικότητα είχε μολύνει τον κόσμο του πνεύματος. Οι κλασικοί φιλόλογοι έχουν επενδύσει πολύ στην ιδέα ότι τα κείμενα που εξετάζουν είναι προϊόντα καθαρής σκέψης και ότι οι αρχαίες πόλεις αποτελούσαν χώρους ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Ακούγεται πολύ παράταιρο σε αυτό το πλαίσιο να υποστηρίξει κανείς ότι ο μεγάλος Επίκουρος μπορεί και να είχε ως κίνητρό του τον φόβο της δίωξης, αλλά αυτό δεν αποτελεί λόγο να αποκλείσουμε αυτήν την πιθανότητα.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος να ερμηνεύσει κανείς τις θεωρίες του Επίκουρου περί του θείου. Σύμφωνα με μία σύγχρονη σχολή κριτικής, οι θεοί στους οποίους πίστευε δεν ήταν πραγματικές θεότητες, αλλά εξιδανικευμένες αφαιρέσεις που συμβόλιζαν την ευτυχία στην οποία όλοι στοχεύουμε. Το θείο αντιπροσωπεύει μία νοητή εικόνα αταραξίας και ηρεμίας, την οποία ο φιλόσοφος φιλοδοξεί να εξασφαλίσει και ο ίδιος - και τίποτα παραπάνω. Σίγουρα η άποψη αυτή δεν ήταν αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι μεταγενέστεροι οπαδοί του Επίκουρου, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν τους θεούς ως υπαρκτά όντα που ζούσαν σε χώρους μεταξύ των διαφόρων κόσμων. Μπορεί όμως και να παρερμήνευσαν τα λόγια του ηγέτη τους.

Ο Επίκουρος φαίνεται να αντιλαμβανόταν τη θεϊκή υπόσταση ως κάτι που μπορεί να κατακτηθεί απ’ τους θνητούς.

Αλλά φαίνεται, τελικά, μάλλον απίθανο ο Επίκουρος να πίστευε ότι οι θεοί δεν είναι τίποτα παραπάνω από παραδείγματα προς μίμηση για τους θνητούς. Όταν γράφει ότι «ο θεός είναι ένα άφθαρτο και ευλογημένο ον», η διατύπωση αυτή υπαινίσσεται κάτι το υπεράνθρωπο, κάτι το θεϊκό με τη συμβατική σημασία του όρου. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο ρόλος του θείου στη σκέψη του ήταν μάλλον αμφίσημος - ίσως πράγματι, όπως είπαμε, επειδή είχε προβλέψει τις δοκιμασίες που περίμεναν κάθε φιλόσοφο που θα τολμούσε να αρνηθεί κατηγορηματικά την ύπαρξη των θεών.

Παρά την ασάφειά του, όμως, πάνω στο θέμα των θεών, υπήρχαν αρκετά σημεία στη σκέψη του Επίκουρου που τον κατέστησαν διάσημο κατά την αρχαιότητα για την αθεΐα του. ]Όπως ο Σαλμονέας και ο Κήυκας στον επικό Κατάλογο γυναικών, ή ο Βελλεροφόντης στο δράμα του Ευριπίδη, ο Επίκουρος θεωρούνταν θεομάχος, «πολεμιστής ενάντια στους θεούς».

Πουθενά δεν εμφανίζεται περισσότερο έντονα με αυτήν του την ιδιότητα απ’ ό,τι στο μεγάλο έργο του Λουκρήτιου "Περί της φύσεως των πραγμάτων". Γραμμένο στη Ρώμη την εποχή των εμφυλίων πολέμων του 1ου αιώνα π.Χ., το έργο αυτό αποτελεί το πιο πρώιμο, πλήρως σωζόμενο επικό ποίημα που γράφτηκε στα λατινικά (επικό με την έννοια ότι ο Λουκρήτιος κάνει χρήση του εξάμετρου στίχου). Άσκησε τεράστια επιρροή, ήδη από την αρχαιότητα, όχι μόνο εξαιτίας της υψηλής ποιητικής του τέχνης, αλλά και για το πώς ενσωματώνει τα διδάγματα της επικούρειας φιλοσοφίας.

Η ανάκτηση του χειρογράφου του ποιήματος είναι υπεύθυνη για την εκκοσμίκευση και την Αναγέννηση στην Ευρώπη. Κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα αναγνωριζόταν ως ο θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής διανοητικής παράδοσης, καθώς στηριζόταν στην επιστήμη και στην παρατήρηση και όχι σε προτάγματα θεοκρατικού χαρακτήρα.

Ο Επίκουρος κάνει μία εντυπωσιακή είσοδο στο ποίημα του Λουκρήτιου, και περιγράφεται με τρόπο που θα έκανε τους παλμούς κάθε ανθρωπιστή αναγνώστη να ανέβουν:

Ενώ η ανθρώπινη ζωή σερνόταν άθλια πάνω στη γη
μπροστά στα μάτια όλων,
τσακισμένη από το βάρος της θρησκείας
που έδειχνε το πρόσωπό της πάνω από τον ουρανό
με όψη φριχτή και απειλούσε τους θνητούς,
τότε πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να της αντισταθεί.
Δεν τον σταμάτησαν ούτε οι θρύλοι των θεών,
ούτε οι βροντές, ούτε ο ουρανός με το απειλητικό του μούγκρισμα. 
Αντίθετα, δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του, 
ώστε να επιθυμήσει να παραβιάσει, πρώτος αυτός, 
τις κλειδαριές από τις θύρες της φύσης.

Έτσι η ζωντανή δύναμη του πνεύματός του νίκησε και προχώρησε μακριά, πέρα από τα φλεγόμενα τείχη του ουρανού, και με το πνεύμα και τη σκέψη διέσχισε το απέραντο σύμπαν.

Από εκεί επέστρεψε νικητής, για να μας πει τι μπορεί να γεννηθεί, τι δεν μπορεί, τέλος, με ποιον τρόπο καθορίζεται η δύναμη στο καθετί και τα ακλόνητα όριά του.

Έτσι, η θρησκεία, με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται, κι εμάς η νίκη μάς ανεβάζει στον ουρανό.

Όπως ακριβώς ο Βελλεροφόντης του Ευριπίδη, ο Λουκρήτιος φαντάζεται τον Επίκουρο να ηγείται μίας στρατιωτικής επίθεσης κατά της θρησκείας (religio). Η εικονοποιία σε αυτό το σημείο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε έργα σχετικά με την πολιορκητική τέχνη. Στο πρώτο μισό του κειμένου, η θρησκεία περιγράφεται να ορθώνεται πάνω από την καταπιεσμένη ανθρωπότητα, σαν ένα τρομακτικό οχυρό, όπως αυτά που έχτιζαν οι Ρωμαίοι για να εμπνεύσουν φόβο στους υποτελείς τους. Τα όπλα που χρησιμοποιεί για να κρατήσει τους ανθρώπους υπό τον έλεγχό της είναι οι μύθοι, τα τελετουργικά και οι συμβάσεις. Σε αυτό το σημείο η εικόνα αντιστρέφεται και ο Επίκουρος απεικονίζεται όχι σαν επιτιθέμενος αλλά σαν πολιορκούμενος, που ηγείται της απόδρασης από τα «στενά όρια» και προελαύνει πέρα από τα «φλεγόμενα τείχη του κόσμου».

Τι εννοεί ο Λουκρήτιος με τη λατινική λέξη religio; Σίγουρα όχι τη θρησκεία όπως την εννοούμε εμείς, δηλαδή το θεσμικό πλαίσιο μέσα από το οποίο προάγεται ένας συγκεκριμένος τρόπος λατρείας των θεών. Η σημασία της λέξης φαίνεται να έχει να κάνει περισσότερο με την έννοια της ευσεβούς αφοσίωσης, μιας ηθικής ποιότητας. Ο Λουκρήτιος θεωρεί ότι ο εχθρός της ανθρώπινης ελευθερίας είναι τα ψυχολογικά δεσμά. (Η λέξη δεσμά πράγματι αρμόζει στα συμφραζόμενα: σε άλλο σημείο, ο Λουκρήτιος κάνει λόγο για την «απελευθέρωση του μυαλού από τα πιεστικά δεσμά της θρησκείας», υπαινισσόμενος προφανώς ότι το religio προέρχεται από το religare, «δένω».)

Ο Επίκουρος του Λουκρήτιου δεν είναι τόσο ένας σταυροφόρος ενάντια στις τελετουργίες και στους κρατικούς θεσμούς, όσο ενάντια στις εσφαλμένες αντιλήψεις που μας καταπιέζουν με τον φόβο του θανάτου, την τιμωρία, και τη μετά θάνατον ζωή. Η απελευθέρωση από αυτόν τον φόβο δε θα προκύψει, από την απόρριψη της οργανωμένης θρησκείας (κανείς επικούρειος δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο), αλλά από την άρνηση της παραδεδομένης, μυθικής αντίληψης για πράγματα που δεν ασκούν απολύτως καμία επιρροή στις ζωές μας.

Ο πόλεμος του Επίκουρου ενάντια στη θρησκεία δεν είχε στόχο να προωθήσει την εκκοσμίκευση σε κρατικό επίπεδο. Αλλά, ακόμη κι έτσι, η ριζοσπαστικότητά του είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι συχνά του αναγνωρίζεται. Η άρνηση της έννοιας της θρησκευτικής αλήθειας έχει βαθιές και σημαντικές συνέπειες. Ο Λουκρήτιος, μετά την περιγραφή του Επίκουρου, συνεχίζει με ένα παράδειγμα των καταστροφικών συνεπειών που μπορεί να έχουν αυτού του είδους οι θρησκευτικές αντιλήψεις. «Η θρησκεία στάθηκε η αφορμή για εγκληματικές και ανόσιες πράξεις» ισχυρίζεται (δίνοντας, περιπαιχτικά, άλλο νόημα στη λέξη «ανόσιος», προκειμένου να περιγράψει τις πράξεις εκείνων που πιστεύουν, και όχι των εχθρών τους).

Ως παράδειγμα χρησιμοποιεί τη μυθολογική ιστορία του Αγαμέμνονα και της θυσίας της κόρης του Ιφιάνασσας (περισσότερο γνωστής με το όνομα Ιφιγένεια) προς τιμή της Άρτεμης στην Αυλίδα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο στόλος του είχε καθηλωθεί από την άπνοια -τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αγαμέμνονα επειδή είχε σκοτώσει ένα ελάφι σε έναν χώρο αφιερωμένο στη θεά Άρτεμη. «Τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή της θρησκείας σε πράξεις φριχτές» καταλήγει ο Λουκρήτιος: Tantum religio potuit suadere malorum, ένας από τους πιο διάσημους στίχους του ποιητή (ο Βολταίρος, για παράδειγμα, τον έστειλε στον Φρειδερίκο Β' της Πρωσίας το 1737 για να τονίσει την ανάγκη για εκκοσμίκευση).

Αυτό που θέλει να τονίσει ο Λουκρήτιος είναι ότι η εσφαλμένη αντίληψη μας για τη μεταβαλλόμενη φύση του ανέμου (την οποία εξηγεί σε άλλο σημείο με καθαρά υλιστικούς όρους) δεν είναι απλώς ένα λάθος. Όταν αποτυγχάνουμε να αντιληφθούμε την αλήθεια για τη φύση, και πιο συγκεκριμένα όταν υποκαθιστούμε την επιστημονική με τη θρησκευτική εξήγηση, αυτό μπορεί να έχει τρομερές συνέπειες. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι ο Λουκρήτιος επιλέγει ως παράδειγμά του μία θυσία - το βασικό συστατικό του θρησκευτικού τελετουργικού στην αρχαιότητα: αν και φυσικά η απεχθής διάσταση της συγκεκριμένης θυσίας έχει να κάνει με το ότι το θύμα είναι άνθρωπος, οι επιπρόσθετες συνδηλώσεις είναι ότι οποιοδήποτε είδος αιματηρής θυσίας δεν είναι απλώς αναποτελεσματική αλλά ενδέχεται επίσης να προκαλεί σωματικό και ψυχικό πόνο. Χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, ο Λουκρήτιος αφήνει να φανεί ότι καταστροφικές πράξεις που επιτελούνται στο όνομα των θεών θα ήταν ολωσδιόλου καταδικαστέες σε άλλες εκφάνσεις της ζωής μας.

Επομένως, το διακύβευμα των ορθών και των εσφαλμένων αντιλήψεων δεν περιορίζεται στον ψυχολογικό πόνο. Οι εσφαλμένες αντιλήψεις έχουν συνέπειες, μερικές φορές αιματηρές. Ο Λουκρήτιος γνωρίζει καλά ότι με το να επισημαίνει την ασέβεια που χαρακτηρίζει τις συμβατικές δοξασίες περί θεών αντιπαραθέτει τη δική του αλήθεια, με τρόπο δυναμικό, απέναντι σε μία εδραιωμένη θεολογία. Καθώς απευθύνεται στον αποδέκτη του ποιήματος του Μέμμιο, προβλέπει ότι:

Θα έρθει μια μέρα που κι εσύ ο ίδιος,
επηρεασμένος από τα τρομακτικά λόγια των ιερέων,
θα ζητήσεις να αποσυρθείς από την κοινότητά μας.
Γιατί, πραγματικά, πολλές ονειροφαντασίες
μπορούν να επινοήσουν, ικανές να ανατρέψουν
τον ρυθμό της ζωής σου και να ταράξουν με τον φόβο
κάθε σου ευτυχία. Και δικαιολογημένα.
Γιατί αν οι άνθρωποι έβλεπαν πως υπάρχει ένα καθορισμένο τέλος
στα βάσανά τους, θα είχαν τη δύναμη να αντισταθούν
με κάποιον τρόπο στις προβλέψεις και στις απειλές των ιερέων.


Το διακύβευμα εδώ είναι ποιος μπορεί να μιλάει με εγκυρότητα για τους θεούς. Ποιος λέει την αλήθεια, οι ιερείς ή οι φιλόσοφοι; Η λέξη ιερέας (vates) στα λατινικά καλύπτει σημασιολογικά ως όρος τόσο εκείνους που εξειδικεύονται σε μια συγκεκριμένη λατρεία όσο και τους παραδοσιακούς ποιητές. Η επίθεση του Λουκρήτιου, επομένως, έχει ως στόχο τόσο τις εδραιωμένες δομές της κρατικής θρησκείας όσο και το σύνολο των παραδοσιακών μύθων. Οι ιστορίες είναι όπλα που «απειλούν τις θρησκευτικές δοξασίες» στις οποίες ο αληθινός φιλόσοφος πρέπει να «εναντιώνεται». Ο Λουκρήτιος εδώ ακούγεται πιο μοντέρνος από ποτέ, καθώς παρουσιάζει τον επιστημονικό υλισμό ως μία πιο ακριβή και περισσότερο ανοιχτόμυαλη από κοινωνική άποψη εναλλακτική σε σύγκριση με τα «όνειρα» που επινοεί η παραδοσιακή θρησκεία.

Ο Λουκρήτιος ήταν διάσημος στην αρχαιότητα για τις μεγαλειώδεις αποτυπώσεις της επιβλητικής δύναμης της φύσης (όπως αυτές του Turner), αλλά αυτό που βρίσκει κανείς σε αυτά τα φανταχτερά αποσπάσματα δεν είναι απλώς μία ζωηρή επίδειξη των ποιητικών του ικανοτήτων: ήθελε με τον στίχο του να συλλάβει τη μαγεία του κόσμου γύρω μας και να μας διδάξει ότι πρέπει να αναζητήσουμε το «θείο» στην ύλη και όχι σε κάποιον φανταστικό θεό.

Ήταν άθεοι οι επικούρειοι, όπως τους θεωρούσαν οι αντίπαλοί τους; Σίγουρα η αθεΐα αποτελούσε τη λογική εξέλιξη της κοσμοθεωρίας τους και σίγουρα αντιλαμβάνονταν ότι βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με τη συμβατική θρησκεία. Αλλά για κάποιον λόγο αδυνατούσαν να απελευθερωθούν πλήρως από τα δεσμά της.

Αξίζεις περισσότερα από αυτά που σου έδωσαν άνθρωποι

Συνηθίζουμε πολλές φορές να μετράμε την αξία μας ανάλογα με το πόσο έχουμε αγαπηθεί από τους άλλους, και στο τέλος καταλήγουμε να βασανιζόμαστε από αισθήματα μειονεξίας, αναξιότητας και μπορεί να καταλήξουμε ακόμα και στο συμπέρασμα ότι δε μας αξίζει η αγάπη, η τρυφερότητα, η στοργή.

Αν ένας άνθρωπος αποζητά αγάπη και έρχεται αντιμέτωπος διαρκώς με την απόρριψη ή τον πόνο και την απογοήτευση, μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν του αξίζει η αγάπη. Η αυτοεκτίμηση και η σχέση με τον εαυτό μας σχηματίζονται πολύ νωρίς, από την παιδική μας ηλικία και το πόσο αγαπηθήκαμε και γίναμε αποδεκτοί από τους γονείς μας. Αν όντως υπήρξε μία τραυματική σχέση, τότε στο διάβα της ενήλικης ζωής δυσάρεστες συναισθηματικές εμπειρίες μπορεί να δυναμώσουν την πίστη για την αναξιότητά μας στην αγάπη. Για παράδειγμα, αν ένα παιδί δέχεται σχολικό εκφοβισμό και εισπράττει αδιαφορία και από την οικογένειά τους, μεγαλώνοντας αν έρθει αντιμέτωπος με άσχημες και απορριπτικές σχέσεις στη ζωή του, μπορεί μέσα του να σιγουρευτεί για την αναξιότητά του.

Η κοινωνία μας διδάσκει από την αρχή της ζωής μας μερικές αξίες όπως, το σεβασμό στους γονείς, την αγάπη για το συνάνθρωπο, την ανιδιοτέλεια. Σπουδαίες, διαχρονικές και πανανθρώπινες αξίες που πρέπει να διδάσκονται εσαεί. Όμως τις περισσότερες φορές αγνοεί μία εξίσου σπουδαία αξία: αυτή της αγάπης για τον εαυτό μας, η οποία και στην τελική είναι απαραίτητα και για την αγάπη του πλησίον. Δε μεγαλώνουμε ανθρώπους που να τους διδάσκουμε ότι αξίζουν περισσότερα από την κακομεταχείριση, την απαξίωση, την απόρριψη, δεν τους διδάσκουμε ότι αξίζουν περισσότερα από αυτά που τους προσφέρουν μερικοί άνθρωποι ή από τον πόνο μας έδωσαν κάποιες τραυματικές για εμάς σχέσεις. Δε διδάσκουμε στα παιδιά ότι κανένας δεν είναι τόσο σημαντικός για να μας οδηγεί στην πίστη ότι είμαστε λίγοι και ανάξιοι.

Με αποτέλεσμα τα αισθήματα αναξιότητα και μίσους για τον εαυτό, σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι αυτό που είμαστε δεν είναι άξιο να αγαπηθεί.

Αν κάποιος μεγάλωσε σε ένα τραυματικό περιβάλλον και είχε δυσάρεστες εμπειρίες ή έλλειψη αγάπης, ας το αφήσει πίσω του. Δε χρειάζεται να τραυματίζει και το παρόν του για κάτι που έζησε στο παρελθόν. Αξίζει περισσότερα από αυτά που του προσφέρουν μερικοί άνθρωποι, αξίζει αγάπη και όχι πόνο, αποδοχή και όχι απόρριψη. Είναι πολύ σημαντικό ο καθένας να το πιστέψει πρώτα ο ίδιος και μετά να το αποζητά αυτό τους άλλους.

Κανένας δεν είναι τόσο σημαντικός για να γεμίζει με πικρία. Κανένας δεν πρέπει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν αξίζουμε. Ας διεκδικούμε με δύναμη και σθένος την αγάπη, την προσοχή και την εκτίμηση που μας αξίζει, απομακρύνοντας από τη ζωή μας τους τοξικούς ανθρώπους και εκείνους που δε μας εκτιμούν και μας πληγώνουν.

Την ζωή που δεν ζήσαμε, την θρηνούμε κάθε μέρα

Ξυπνάμε ματωμένοι, εξαντλημένοι και με αδιάκοπους ρυθμούς ζούμε την ημέρα. Καθώς βραδιάζει, σχεδόν υπνωτισμένοι πηγαίνουμε ξανά για ύπνο, μέχρι το επόμενο πρωί να αρχίσουμε και πάλι από την αρχή.

Όλοι έχουμε μέσα μας μια ζωή που δεν ζήσαμε.


Όλα τα χρόνια μας τα περάσαμε αναζητώντας την ευτυχία και έχουμε γεμίσει όνειρα. Όσο περνάνε τα χρόνια, αν δεν έχουμε υλοποιήσει κάποια από αυτά, θλιβόμαστε ακόμη πιο πολύ. Δυστυχία είναι η αντίληψη των χαμένων ονείρων και επιθυμιών.

Έχουμε μάθει να κρύβουμε τα συναισθήματα μας καλά, το μέσα μας έγινε απόρθητο κάστρο και υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην επικοινωνία με τους γύρω μας. Άλλα θέλουμε να πούμε απ’ αυτά που λέμε, άλλα κάνει το σώμα, άλλα θέλει η καρδιά. Απέχουμε τόσο πολύ από τον εαυτό μας, που χάσαμε την συμπόνια για εμάς πρώτα και μετέπειτα για τους άλλους. Είμαστε αυστηροί κριτές με μας και γινόμαστε αυστηρότεροι με τους άλλους, γιατί πολύ απλά εκεί μπορούμε να εκφραστούμε ελεύθερα κρίνοντας και κακολογώντας. Ζούμε στον μικρό κόσμο της δυστυχίας μας, τρώγοντας τα συναισθήματα μας και ο στρόβιλος όλο και μας πλαισιώνει.

Έχουμε γεράσει, έχουμε καμπουριάσει και πονάει το σώμα μας. Προσπερνάμε το πόνο με οτιδήποτε βοηθάει για να μην τον αισθανθούμε, μα μια πληγή δεν θεραπεύεται με γιατροσόφια, απλά μας ανακουφίζουν απ’ τα συμπτώματα.

Όταν ζούμε μέσα σ’ ένα φαύλο κύκλο, τα εγκεφαλικά κύτταρα μας δεν βρίσκουν έδαφος να καρποφορήσουν και να μας προσφέρουν τα συναισθήματα που έχουμε ανάγκη.

Δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε μια πληγή στο παρελθόν, μονάχα στο τώρα μπορούμε. Αν επιμένουμε να σκαλίζουμε τι έγινε τότε και πως, δεν υπάρχει καθαρή σκέψη στο σήμερα και σήμερα δεν είμαστε όπως ήμασταν τότε.

Οι πληγές μας με τον καιρό βαθαίνουν, αλλάζουν χρώμα, αλλά δεν φεύγουν από πάνω μας. Δεν πονάνε το ίδιο, δεν ματώνουν όπως παλιότερα, αλλά κάποτε κουράζονται και θέλουν ξεκούραση και φροντίδα. Όταν κουράζονται, παραπονιούνται, θυμώνουν και κοκκινίζουν, όπως ακριβώς το σώμα μας και το μυαλό μας. Όταν είμαστε κουρασμένοι ψυχικά και σωματικά, όλα φαντάζουν πιο δύσκολα, πιο άδικα και σχεδόν μάταια. Μας κουράζουν τα ανέκφραστα συναισθήματα, η προσπάθεια να είμαστε τέλειοι, να στηρίζουμε τους άλλους, να μην λυγίζουμε, η προσποίηση, να τα κάνουμε όλα εμείς.

Για να ανθίσει οτιδήποτε χρειάζεται πρόσφορο έδαφος, χώρο, καθαρό αέρα, ήρεμο περιβάλλον, φροντίδα, αγάπη και φως.

Είναι κάποιες φορές που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό και συλλογίζονται αθόρυβα. Μην τους ενοχλείτε, εκεί κατοικούν τα πιο μεγάλα τους όνειρα. Έχουν ανάγκη απλά να τα παρατηρούν και ίσως κάποια μέρα να τα ζωντανέψουν. Όταν έχεις φτάσει στον πάτο, δεν υπάρχει πιο κάτω. Η μόνη πορεία που απομένει, είναι πάνω, στο φως. Πιστεύω στους ανθρώπους, όπως πιστεύω και σε μένα και ξέρω πως κάποια στιγμή αυτή ή πορεία είναι εφικτή.

Όταν ονειρεύεστε, όταν αφήνεστε στο κενό, απολαύσετε το. Έστω και μια διαφορετική προσέγγιση σε οτιδήποτε, μπορεί να φέρει μικρές αλλαγές. Θα ακολουθήσει το σώμα και το μυαλό, φτάνει να μπορέσουμε να τους προσφέρουμε αυτή την ανακούφιση – να εκφραζόμαστε και να πράττουμε.

Δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να ορίσει τις σκέψεις μας, είναι δικές μας. Εμείς τις ελέγχουμε, εμείς μπορούμε να τις διαφοροποιήσουμε. Ακόμη κι αν φοβόμαστε, μπορούμε να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας.

Να γίνεις ειλικρινής

Όσο σκληρό και αν θεωρείς ότι είναι να πεις την αλήθεια σε μια συγκεκριμένη περίσταση και όσο δύσκολο κι αν είναι να αφήσεις τις πραγματικές σκέψεις να έρθουν στην επιφάνεια, εσύ θα πρέπει να είσαι ειλικρινής. Θα πρέπει να λες αυτό που σκέφτεσαι. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω ότι, όταν λέω να είσαι απόλυτα ειλικρινής, δεν εννοώ να είσαι τόσο ωμή με τους άλλους που να τους προσβάλλεις και να τους πληγώνεις. Άλλο είναι το μήνυμα που θέλω να σου δώσω. Το να είσαι απόλυτα ειλικρινής συνδέεται κατά κάποιον τρόπο μ’ αυτό που σου έλεγα πριν, ότι πρέπει να είσαι προσεκτική όταν δίνεις τον λόγο σου. Μην είσαι απερίσκεπτη με τα λόγια σου. Τα λόγια έχουν μεγάλη δύναμη. Όταν λες κάτι, φρόντισε να το εννοείς. Ξέχνα τις κολακείες και τα περιττά λόγια και λέγε την αλήθεια σε όλες σου τις συζητήσεις».

«Τι όφελος έχει το να είμαι απόλυτα ειλικρινής;» αναρωτήθηκα.

Τεράστιο! Όπως το όφελος που έχει να κρατάς τις υποσχέσεις σου και να μένεις πιστή στις δεσμεύσεις σου. Αυξάνει την εμπιστοσύνη που έχουν σε εσένα οι άλλοι. Ξέρουν πως, όταν λες κάτι, είναι αλήθεια. Όταν λες πάντα την αλήθεια, αποκτάς μεγάλο σεβασμό στα μάτια τους και γίνεσαι πιο δυνατός άνθρωπος. Καταλαβαίνουν πλέον ποια είσαι, και δεν υπάρχει πια τίποτα το προσποιητό πάνω σου. Όλα τα επιφανειακά στοιχεία με τα οποία στολίζουμε τον χαρακτήρα μας αποβάλλονται και μένει μόνο γυμνή η ανθρωπιά μας. Και αυτό έχει τεράστια δύναμη, Κάθριν, τεράστια. Γίνεσαι κάτι παραπάνω από άτομο. Φτάνεις να γίνεις μια δύναμη της φύσης και απελευθερώνεις γύρω σου αυτήν την αύρα. Και, πίστεψέ με, οι άνθρωποι νιώθουν αυτήν τη δύναμη που σε περιβάλλει.

Την είχαν και οι σοφοί αυτήν τη δύναμη;

Σε εξωπραγματικό βαθμό, κοιτάζοντας τον ουρανό. Αυτό είναι ένα απ’ τα πράγματα που θυμάμαι περισσότερο από τους αγαπημένους μου δασκάλους. Καθένας τους ήταν βαθιά αφοσιωμένος στην αλήθεια όχι μόνο όσον αφορά τα λόγια τους, αλλά και τη σκέψη τους. Μου θυμίζει τα λόγια του σπουδαίου Ρωμαίου φιλόσοφου, του Σενέκα, που έγραψε ότι: ‘’Διέπω τη ζωή και τη σκέψη μου, σαν ολόκληρος ο κόσμος να έβλεπε τη μια και να μπορούσε να διαβάσει την άλλη’’.

ADLER: Τρόπος διαφυγής από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, είναι το άτομο να φαντάζεται ότι υπερέχει χωρίς αυτό να αληθεύει

Ο Άντλερ υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος έχει ένα αίσθημα κατωτερότητας, το οποίο σε ορισμένους λειτουργεί ως κίνητρο για την πραγματοποίηση θετικών αλλαγών στη ζωή τους, ενώ σε άλλους, το στοιχείο που τους τοποθετεί σε μειονεκτικότερη θέση συγκριτικά με τον κόσμο γύρω τους, μπορεί να μετατραπεί σε διαβρωτικό παράγοντα και να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξελικτική τους πορεία. Όταν το άτομο προσπαθεί να μεταβάλλει τα ελαττωματικά χαρακτηριστικά του και επιδιώκει την υπεροχή σε ένα θετικό πλαίσιο αυτοβελτίωσης και εξέλιξης, δείχνοντας παράλληλα ότι διαθέτει κοινωνικό συναίσθημα – ενδιαφέρεται δηλαδή να κάνει καλό στους συμπολίτες του και στην κοινωνία – το στοιχείο αυτό ακριβώς είναι που μετριάζει την επιδίωξη της υπεροχής του και τον τοποθετεί στη χρήσιμη πλευρά της ζωής.

Όταν, όμως, το άτομο θεωρεί ότι πρέπει να διαχειριστεί μία πιο δύσκολη κατάσταση από ότι οι άλλοι γύρω του και αρχίζει να επικεντρώνει την προσοχή του πιο πολύ στον εαυτό του, χάνει το ενδιαφέρον για τις κοινωνικές επαφές και καταστάσεις και υιοθετεί μία εσφαλμένη συμπεριφορά για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η οποία δεν διευκολύνει με κανέναν τρόπο την επίλυσή του. Η αιτία της συμπεριφοράς αυτής μπορεί να εντοπιστεί στην αδυναμία του ατόμου να αντιληφθεί τη συνάρτηση της ζωής στο σύνολό της.

Όταν το άτομο σκέφτεται συνεχώς τα αρνητικά στοιχεία που θεωρεί ότι τον καθιστούν κατώτερο σε σχέση με τους διπλανούς του και ασχολείται ακατάπαυστα με το πώς θα ξεπεράσει τους άλλους, στρέφεται στην άχρηστη πλευρά της ζωής. Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι όταν γίνεται λόγος για την άχρηστη πλευρά της ζωής στην ατομική ψυχολογία, υποδηλώνεται ότι το άτομο στερείται κοινωνικού συναισθήματος, ότι είναι δηλαδή κοινωνικά απροσάρμοστος και δεν ενδιαφέρεται να λειτουργεί προσωπικά ως ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Τη στιγμή, λοιπόν, που κατακλύζεται από σκέψεις που αφορούν τα μειονεκτικά χαρακτηριστικά του, είναι δυνατόν να δημιουργηθούν εντυπώσεις για την κατοχή εξαιρετικών ιδιοτήτων που, χωρίς κόπο και πραγματικό αγώνα, οδηγούν το άτομο να τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια ανώτερη θέση συγκριτικά με τους άλλους γύρω του.

Μέσα από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, δηλαδή, είναι δυνατόν να φύεται ένα σύμπλεγμα υπεροχής, το οποίο λειτουργεί σαν ένας τρόπος διαφυγής από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, καθώς το άτομο φαντάζεται ότι υπερέχει, κάτι όμως που δεν αληθεύει. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στους μεγαλομανείς, στους ανθρώπους δηλαδή που θεωρούν ότι είναι κάποια θεϊκή οντότητα η μία αυτοκρατορική προσωπικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί περνούν τον καιρό τους εγκλωβισμένοι στην άχρηστη πλευρά της ζωής, σε έναν πλασματικό κόσμο που τον αντιλαμβάνονται ως αληθινό και που τους οδηγεί στην απομόνωση.

Ορισμένοι άνθρωποι ζουν με ευχαρίστηση στο φανταστικό τους κόσμο και αυτό συμβαίνει κυρίως όταν στερούνται το θάρρος. Καθώς δεν αισθάνονται ιδιαίτερα δυνατοί να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στο δρόμο τους, γίνονται φυγόπονοι, νομίζοντας πως με αυτή τη συνεχόμενη αποφυγή να εμπλακούν σε οποιαδήποτε μορφή αγώνα γίνονται πιο δυνατοί και πιο έξυπνοι από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Ο Άντλερ θεωρούσε ότι η εγκληματικότητα δεν είναι η έκφραση κάποιας θεμελιακής διαφθοράς αλλά η εκδήλωση ενός συμπλέγματος υπεροχής. Σύμφωνα με την άποψη του, ένα παιδί που κλέβει μπορεί να έχει οδηγηθεί σε αυτή την πρακτική επειδή θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους υπόλοιπους, πιστεύει δηλαδή ότι μπορεί να εξαπατά τους άλλους χωρίς εκείνοι να αντιλαμβάνονται ότι τους κλέβει. Όταν ένας άνθρωπος είναι υπερόπτης και καυχάται υπερβολικά για τον εαυτό του, η συμπεριφορά του αυτή μπορεί να υποδηλώνει ότι αισθάνεται μειονεκτικά σε σχέση με τους υπόλοιπους και ότι θεωρεί πως δεν μπορεί να τους ανταγωνιστεί. Προκύπτει έτσι ένα κοινό στοιχείο που διαθέτουν τα συμπλέγματα κατωτερότητας και υπεροχής: και οι δύο αυτές συναισθηματικές τάσεις κατευθύνουν το άτομο προς την άχρηστη πλευρά της ζωής.

Αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας και για τη ζωή των άλλων

Στις εύπορες κοινωνίες, όντως βομβαρδιζόμαστε αδιάκοπα από εκατοντάδες επιλογών σχετικά με το τι θα φάμε, τι θα φορέσουμε, τι θα αγοράσουμε και τι θα παρακολουθήσουμε στην τηλεόραση. Αυτές οι επιλογές απαιτούν ελάχιστη σκέψη γιατί οι συνέπειές τους είναι εφήμερες. Αλλά υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας, και μερικές φορές για τη ζωή των άλλων, και αξίζουν μια σοβαρή επένδυση χρόνου και ενεργητικής σκέψης.

Τέτοιες αποφάσεις είναι, για παράδειγμα, το πότε θα συζήσουμε με έναν συγκεκριμένο άντρα ή γυναίκα, αν θα παντρευτούμε, αν και πότε θα κάνουμε παιδιά, πού θα ζήσουμε, αν θα συνάψουμε εξωσοζυγική σχέση ή αν θα πάρουμε διαζύγιο ή σε ποιον θα αφήσουμε χρήματα σε μια διαθήκη. Οι αποφάσεις μας μπορεί να σχετίζονται με ανθρώπους για τους οποίους έχουμε ευθύνη. Χρειάζεται να αποφασίσουμε τι όνομα θα δώσουμε στα παιδιά μας, τι όρια συμπεριφοράς θα θέσουμε, τι πρέπει να ρυθμίσουμε για τη φροντίδα τους και σε τι σχολείο θα πρέπει να τα στείλουμε. Κάποια επαγγέλματα έχουν ενσωματωμένες στη δομή τους αλλεπάλληλες λήψεις αποφάσεων: γιατροί, δικαστές, πολιτικοί, ακόμη και χρηματιστές, πρέπει σε καθημερινή βάση να κάνουν επιλογές με εξαιρετικά σημαντικές συνέπειες, και έχουν τα εφόδια να το κάνουν αυτό μέσα από μια εκπαίδευση στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε ό,τι αφορά τον εκάστοτε τομέα των αρμοδιοτήτων τους. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καθόλου καταρτισμένοι σε βασικές τεχνικές λήψης αποφάσεων.

Μία από τις πιο σημαντικές αποφάσεις στη ζωή του Αριστοτέλη λήφθηκε όταν ήταν έφηβος. Μετά τον θάνατο των γονιών του τον υιοθέτησε ο γαμπρός του, Πρόξενος, και μεταξύ τους αποφάσισαν ότι ο ιδανικός τόπος για αυτόν τον εξαιρετικά ευφυή νεαρό ήταν η καλύτερη σχολή στον κόσμο – η Ακαδημία του Πλάτωνα στην Αθήνα. Ως ο πιο ευφυής μαθητής στον οποίο δίδαξε ποτέ ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης μπόρεσε να καταπιαστεί με κάθε είδους κλάδο μελέτης, μεταξύ αυτών και με κάποιους για τους οποίους ελάχιστα ενδιαφερόταν ο Πλάτων – τις φυσικές επιστήμες. Ο Αριστοτέλης εξελίχθηκε στον πρώτο φιλόσοφο που περιέγραψε με πρακτικούς όρους τον καλύτερο τρόπο λήψης μιας απόφασης, γράφοντας με ζωντανό, πρακτικό τρόπο και χωρίς σύνθετες και ακατανόητες εκφράσεις. Η μέθοδος απαιτεί να εξετάζουμε επαρκώς όλες τις εναλλακτικές συμπεριφορές που ενδέχεται ή όχι να μας οδηγήσουν στην επίτευξη των στόχων μας, προσπαθώντας να προβλέψουμε τις συνέπειες κάθε συμπεριφοράς, κι έπειτα να επιλέγουμε μία από αυτές και να μένουμε προσκολλημένοι σε αυτή.

Η αρχαιοελληνική λέξη για την όλη διαδικασία της ικανοποιητικής εξέτασης και λήψης αποφάσεων είναι η ευβουλία: το ρήμα «εξετάζω», βουλεύεσθαι, σχετίζεται με λατινογενείς λέξεις όπως «volition» (βούληση) και με το αγγλικό ρήμα «to will» (βούλομαι). Η ευβουλία δηλώνει την ικανότητα κάποιου να εξετάζει από μόνος του και να μπορεί να αναγνωρίζει την καλή βούληση και τις λογικές αποφάσεις των άλλων. Συνεπώς, περιλαμβάνει το να ζητάμε συμβουλές από προσεκτικά επιλεγμένους συμβούλους. Η αρχαιοελληνική έννοια της βούλησης ήταν εγγενώς συνδεδεμένη με μια εκλεπτυσμένη κατανόηση της διακυβέρνησης: αν ακόμα και οι πιο απλοί άνθρωποι πρέπει να ασκούν καλά την εξουσία, χρειάζεται να «βουλεύονται». Άρα ο αρχαιοελληνικός όρος βουλεύεσθαι έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη που περιγράφει τη Βουλή της δημοκρατικής Αθήνας.

Οι ικανότητες του βουλεύεσθαι απαιτούν χρόνο για να βελτιωθούν· αρχίζουν ως αυτο-συνείδητα εφαρμοσμένη κοινή λογική αλλά ανθούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «πρακτική σοφία» (φρόνησις), αν εφαρμόζονται καθημερινά σε πραγματικές καταστάσεις. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το ιστορικό πρόσωπο τον οποίον τη φρόνησιν επαινεί ο Αριστοτέλης είναι ο Περικλής, ο περίφημος Αθηναίος πολιτικός που είχε κυβερνήσει την Αθήνα επί πολλές δεκαετίες στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., καθώς εκλεγόταν στο ίδιο αξίωμα επανειλημμένα. Ο Περικλής τηρούσε την καλή λήψη αποφάσεων με εξαιρετική συνέπεια και οι Αθηναίοι ευημερούσαν αποκτώντας την ικανότητα να δημιουργήσουν σπουδαία έργα τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων της Ακρόπολης και των τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Η εξέλιξη του Περικλή ως πολιτικού δεν παρουσίαζε σημάδια κάμψης, καθώς ο ίδιος βελτιωνόταν στην πρακτική σοφία: η σταδιοδρομία του αναχαιτίστηκε μόνο με τον θάνατό του από τον λοιμό, ένα κλασικό παράδειγμα της κακής τύχης ενάντια στην οποία ο Αριστοτέλης ήξερε πολύ καλά ότι το βουλεύεσθαι μπορεί να αποδειχτεί πλήρως ανίσχυρο.

Η εκπαίδευση στις διαδικασίες της ηθικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί έναν καλύτερο κόσμο για όλους μας.

Οι νέοι έχουν άμεση ανάγκη από εκπαίδευση, όπως προειδοποιεί ο Αριστοτέλης, γιατί το βουλεύεσθαι μπορεί να αποβεί τρομερά δύσκολο. Υπάρχουν εύκολες περιπτώσεις διάκρισης μεταξύ σωστού και λάθους· ο θεμελιωδώς τίμιος άνθρωπος θα γνωρίζει από ένστικτο έναν σωστό τρόπο κατανομής χρημάτων ή τροφής σε ομάδες ανθρώπων. Αλλά, όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο ακριβής τρόπος για την πραγματοποίηση αυτής της σωστής πράξης είναι κάτι «πολύ δυσκολότερο από το να γνωρίζει κάποιος τι ωφελεί την υγεία». Η ηθική είναι πολύ πιο ρευστή και πολύπλοκη ακόμα και από την ανθρώπινη φυσιολογία. Γιος γιατρού, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι ακόμα και στην ιατρική, η πρακτική εφαρμογή της θεραπείας είναι πολύ πιο δύσκολη από την απλή γνώση σχετικά με «το μέλι, το κρασί και τον ελλέβορο, τον καυτηριασμό και τη χειρουργική».

Ωστόσο, πρέπει προηγουμένως να ορίσουμε το βουλεύεσθαι. Για τον Αριστοτέλη, το βουλεύεσθαι έχει μια πολύ συγκεκριμένη έννοια. Δεν αφορά τους τελικούς στόχους μας – ένας γιατρός δεν βουλεύεται σχετικά με την πρόθεσή του, που είναι προφανώς να εξασφαλίσει την υγεία του ασθενή του. Αφορά την επιλογή του καλύτερου μέσου για την επίτευξη των στόχων μας. Ο γιατρός βουλεύεται σχετικά με την πορεία των ενεργειών και τη θεραπεία που θα αποκαταστήσει την υγεία του ασθενή. Κατ’ αναλογία, γνωρίζουμε ότι η ευτυχία είναι ο στόχος μας, αλλά βουλευόμαστε σχετικά με το μέσο επίτευξής της – την πορεία των ενεργειών που είναι πιθανότερο να εξασφαλίσουν την ευτυχία για εμάς τους ίδιους, τους αγαπημένους μας και τους συμπολίτες μας.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ αδύναμοι ώστε να μπορούν να αναλάβουν πλήρη ευθύνη για τα πράγματα που απαραίτητα εναπόκεινται σε αυτούς. Δεν είναι πιθανόν να μπορούν να μάθουν να βουλεύονται καλά ή να εφαρμόζουν πολιτικές που προκύπτουν μετά το βουλεύεσθαι. Αλλά η ουσία της υπόθεσης είναι η εξής: αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεων σου αλλά και των αποτυχιών σου ώστε να δράσεις. «Για ό,τι εξαρτάται από κάποιον να κάνει ή να μην κάνει, ο ίδιος είναι η αιτία και όλα αυτά των οποίων την αιτία αποτελεί εξαρτώνται από τον ίδιο», γράφει ο Αριστοτέλης, διακηρύττοντας ότι όλοι έχουμε την ελεύθερη βούληση να ενεργούμε ως καλοί ή ως κακοί άνθρωποι. Το ίδιο πρόσωπο «σαφώς διαπράττει εκούσια όλες τις ενέργειες που διαπράττει σκόπιμα.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι τόσο η καλοσύνη όσο και η κακία είναι εκούσιες». Αυτό είναι θεμελιώδες για την ηθική μας: ο Αριστοτέλης μάλιστα, καταλήγει να πει ότι «κρίνουμε τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βάση τη σκόπιμη επιλογή του – δηλαδή, με κριτήριο όχι τι κάνει αλλά για ποιο λόγο το κάνει». Ο Αριστοτέλης δηλώνει εντυπωσιασμένος από ένα παράδειγμα σε μια τραγωδία όπου ο Πελίας δολοφονείται από τις κόρες του. Αυτός ο μυθικός Έλληνας βασιλιάς ήταν γέρος και ανήμπορος. Η μάγισσα Μήδεια έπεισε τις αδελφές ότι το υγρό στον λέβητά της είχε την ιδιότητα να τον κάνει να ξανανιώσει. Μάλιστα, αυτό το απέδειξε εμπειρικά μέσω ενός πειράματος με ένα κριάρι. Οι Πελιάδες βουλεύτηκαν και αποφάσισαν ως καλές κόρες, μετά την προφανή επιστημονική απόδειξη, να κόψουν σε κομμάτια τον Πελία και να τα βάλουν μέσα στον λέβητα. Ο ίδιος δεν επιβίωσε. Αλλά με το βουλεύεσθαι οι κόρες τον Πελία θα είχαν λάβει υπόψη ποιο προσωπικό κίνητρο θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τη Μήδεια (ήθελε τον θρόνο του Πελία για τον σύζυγό της) και σίγουρα δεν θα δέχονταν ποτέ συμβουλές από εκείνη.

Ο Αριστοτέλης συστήνει να θέτουμε τους στόχους μας, που θα πρέπει να είναι αυστηροί αλλά εφικτοί και ανάλογοι των ικανοτήτων και των πόρων μας, με καλές προθέσεις. Να βουλευόμαστε συστηματικά σχετικά με την ακριβή πορεία δράσης μας που θα τους κατακτήσει. Να συγκρίνουμε διαφορετικές πορείες δράσης κι έπειτα να επιλέγουμε μία (ο όρος του Αριστοτέλη γι’ αυτόν τον τύπο επιλογής είναι η λέξη προαίρεσις). Έπειτα, πολύ προσεκτικά, να πραγματοποιούμε αυτές τις πράξεις. Με αυτόν τον τρόπο περιγράφεται η ιδέα του Αριστοτέλη για την αληθινή, βαθιά, ικανοποιητική και διαρκή ευτυχία. Επειδή είναι αυτοδημιούργητη, δεν μπορεί να αφαιρεθεί παρά μόνο με συμπτωματική κακοτυχία, όπως με τον λοιμό της Αθήνας. Ακόμα και τότε, τα επιτεύγματά μας πριν μολυνθούμε από τον λοιμό πιθανότατα θα αναγνωριστούν και επίσης αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνουμε πιο ευτυχείς απ’ ό,τι αν είχαμε ζήσει μια ζωή χωρίς σκοπό και χωρίς βουλεύεσθαι.

Ανακαλύφθηκε θρακικό άρμα 2.000 ετών με σκελετούς αλόγων

Η φωτογραφία ενός αρχαίου θρακικού άρματος μαζί με τα οστά δύο αλόγων και ενός σκύλου ανέβηκε στην κορυφή του Reddit. Αλλά τι είναι τόσο συναρπαστικό για την ανακάλυψη και ποιος θάφτηκε μέσα στο άρμα;

Μια ομάδα αρχαιολόγων με επικεφαλής τον Veselin Ignatov, από το μουσείο Istoricheski muzej Nova Zagora, ένα μουσείο στη Βουλγαρία, ανακάλυψε το ξύλινο άρμα ηλικίας 2.000 ετών το 2018. Ήταν καλυμμένο με μπρούτζο και διακοσμημένο με σκηνές από τη θρακική μυθολογία. που τώρα είναι δύσκολο να το δεις. Η ακριβής ηλικία του είναι αβέβαιη και μπορεί να είναι πιο κοντά στα 1.800 χρόνια.

Ο Ignatov και η ομάδα του βρήκαν επίσης έναν τάφο από τούβλα, που περιείχε τα λείψανα ενός άνδρα ντυμένου με κάτι που φαίνεται να είναι πανοπλία, κοντά στο άρμα. Ο άνδρας θάφτηκε με πολλά αντικείμενα, όπως χρυσά νομίσματα, χρυσά δαχτυλίδια και ένα ασημένιο κύπελλο που απεικονίζει τον Έλληνα θεό Έρωτα (το ρωμαϊκό αντίστοιχο ήταν ο Έρως). Θα ήταν ένας ευγενής ή ίσως ακόμη και ηγεμόνας που έζησε στην αρχαία Θράκη, στη σημερινή Βουλγαρία.

Τέτοιες ταφές αρμάτων συναντώνται συνήθως στον χώρο της Βουλγαρίας. Η πρακτική των ευγενών να θάβονται κοντά σε άρματα φαίνεται ότι ξεκίνησε στη Θράκη πριν από περίπου 2.500 χρόνια, έγραψε ο Ignatov σε μια εργασία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Archaeologia Bulgarica. Σημείωσε ότι η πρακτική ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και κατά την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία διήρκεσε από περίπου 2.100 έως 1.500 χρόνια πριν.

Αν και οι κάτοικοι ορισμένων άλλων περιοχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έθαβαν μερικές φορές τους ευγενείς τους κοντά σε άρματα, αυτή η πρακτική ήταν «μακράν η πιο δημοφιλής και μακροχρόνια στη Θράκη», έγραψε ο Ignatov στο άρθρο του περιοδικού. «Σε όλες τις περιπτώσεις, τα άρματα αντιπροσωπεύουν κύρος, δύναμη και εξουσία», έγραψε ο Ιγκνάτοφ, σημειώνοντας ότι τα άρματα προορίζονταν πιθανώς να χρησιμοποιηθούν από τον νεκρό στη μετά θάνατον ζωή.

Κατά τη στιγμή της ταφής, τα άλογα που τράβηξαν το άρμα πιθανότατα θα είχαν σκοτωθεί. Προσφορές ζώων όπως χοίροι, σκύλοι, πρόβατα και ελάφια θα είχαν γίνει στους θεούς, μαζί με σπονδές (όπως το κρασί), έγραψε ο Ignatov. Μερικές φορές, τα ίδια τα άρματα διαλύονταν ή θρυμματίζονταν πριν ταφούν, έγραψε ο Ignatov.

Επειδή οι ταφές με άρματα είναι συνηθισμένες στη Βουλγαρία, και μερικές φορές έχουν πλούσια ταφικά αγαθά, οι λεηλάτες προσπαθούν να τα βρουν και να πουλήσουν τα τεχνουργήματα στη μαύρη αγορά, σημείωσε ο Ιγκνάτοφ. Αυτό σημαίνει ότι οι αρχαιολόγοι στη Βουλγαρία συχνά αγωνίζονται για να ανακαλύψουν και να ανασκάψουν ταφές αρμάτων προτού τις βρουν και τις λεηλατήσουν οι λεηλάτες.

Εφόσον οι αρχαιολόγοι ανέσκαψαν αυτήν την ταφή του άρματος πριν φτάσουν οι λεηλάτες, τα αντικείμενα μπορούν να εκτεθούν δημόσια σε ένα μουσείο και οι φωτογραφίες που δείχνουν την ταφή του άρματος κοινοποιούνται δημόσια στο Reddit και σε άλλες μορφές κοινωνικών μέσων.

Ο Αριστοτέλης, η προαίρεση και το αδύνατο της αδικίας του εαυτού

Το ζήτημα της πραγμάτωσης του δικαίου νοηματοδοτείται μονάχα στο πλαίσιο του συνειδητού, ως πράξη που λαμβάνει χώρα αποκλειστικά κατόπιν επιλογής και προτίμησης. Με άλλα λόγια, το δίκαιο και το άδικο δε σχετίζονται με το τυχαίο, αλλά έχουν να κάνουν με το εκούσιο, δηλαδή την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, που δεν αισθάνεται κανενός είδους επιβολή: «Σε γενικές γραμμές, όταν ενεργεί κανείς με συνειδητή επιλογή (προαίρεσις) και εκουσίως, και επιπλέον, όταν έχει συνείδηση και για το πρόσωπο στο οποίο αφορούν οι πράξεις του, και για τον τρόπο και για το σκοπό των ενεργειών του, τότε μπορούμε να πούμε ότι ενεργεί δίκαια» (1195a 33.23).

Όσο για το τι σημαίνει εκούσια πράξη, ο Αριστοτέλης έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «Για να το πούμε απλά, εκούσιον είναι οτιδήποτε πράττουμε χωρίς να είμαστε εξαναγκασμένοι» (1188b 12.1). Κατόπιν αυτών, είναι απολύτως προφανής και ο τρόπος που θα οριστεί η άδικη πράξη: «Ομοίως, κατά τον ίδιο τρόπο άδικος είναι αυτός που έχει συνείδηση και για το πρόσωπο στο οποίο αφορούν οι πράξεις του, και για τον τρόπο και για το σκοπό των ενεργειών του» (1195a 33.23).

Μια πράξη που δεν εκπληρώνει αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άδικη – και κατ’ επέκταση ούτε δίκαιη: «Σε περίπτωση που διαπράξει (κάποιος) κάτι το άδικο χωρίς να έχει συνείδηση τούτων των παραγόντων, δεν πρόκειται για έναν άδικο αλλά για έναν άτυχο άνθρωπο» (1195a 33.23).

Για να γίνει σαφέστερος ο Αριστοτέλης θα φέρει και παράδειγμα: «Έστω ότι κάποιος σκότωσε τον πατέρα του ενώ νόμιζε ότι σκοτώνει έναν εχθρό· οπωσδήποτε διέπραξε κάτι το άδικο, αλλά όμως δεν διαπράττει κανένα αδίκημα εναντίον κάποιου, πλην ατυχεί ο ίδιος» (1195a 33.23).

Η έμμεση αναφορά στην ατυχία του Οιδίποδα είναι σαφής. Σκοπός εδώ δεν είναι η αναζήτηση του δικαίου σε σχέση με την πράξη που περιγράφεται αλλά με το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Ο Αριστοτέλης δε θέλει να υποστηρίξει ότι είναι δίκαιο να σκοτώνει κανείς τους εχθρούς του. Αυτό που τονίζεται είναι το ηθικό βάρος που πέφτει πάνω στο δράστη, το οποίο θα τον συντρίψει και για το οποίο δεν ευθύνεται. Σε τελική ανάλυση ένας τέτοιος δράστης είναι άτυχος, είναι δηλαδή θύμα της μοίρας, αφού ενήργησε εν αγνοία διαπράττοντας κάτι που εν γνώσει δε θα έκανε ποτέ.

Σε τελική ανάλυση, η καθαυτό άδικη πράξη είναι δευτερευούσης σημασίας μπροστά στο ζήτημα της συνείδησης: «Η περίπτωση του να μην διαπράττει κανείς αδίκημα, μολονότι πράττει κάτι το άδικο, ανάγεται στο ότι ο δράστης έχει άγνοια της πράξεώς του, όπως προ ολίγου είπαμε, όταν δηλαδή δεν έχει συνείδηση ούτε ποιον βλάπτει ούτε με ποιον τρόπο τον βλάπτει ούτε που αποβαίνουν οι πράξεις του» (1195a 33.24).

Ένα μωρό δεν έχει ευθύνη οτιδήποτε κι αν πράξει, αφού αδυνατεί να έχει συνείδηση. Αυτός είναι και ο λόγος που την ευθύνη για ό,τι κάνει την έχει ο γονιός του. Με τον ίδιο τρόπο αθωώνονται από τις ευθύνες τους άνθρωποι με σοβαρά νοητικά ή ψυχολογικά προβλήματα, που καθιστούν τις πράξεις τους ασυνείδητες, δηλαδή ακούσιες. Η άγνοια της πράξης ακυρώνει κάθε έννοια προαίρεσης μετατρέποντας το αδίκημα σε ατύχημα: «Όταν η άγνοια είναι η αιτία μιας πράξης, τότε η πράξη αυτή δεν είναι εκούσια, και δεν υπάρχει αδίκημα» (1195a 33.25).

Αρκεί βέβαια, να μην έχει ο αγνοών την ευθύνη για την άγνοιά του: «Όταν, όμως, ο άνθρωπος είναι υπαίτιος της άγνοιάς του και πράττει κάτι το άδικο μέσα στην άγνοιά του (για την οποία είναι ο ίδιος υπεύθυνος), αυτός ήδη διαπράττει αδίκημα, και σωστά ένας άνθρωπος σαν και τούτον θα αποκληθεί άδικος» (1195a 33.25).

Ο Αριστοτέλης θα φέρει ως παράδειγμα τους μεθυσμένους: «Όταν αυτοί πράττουν κάτι κακό, διαπράττουν οπωσδήποτε αδίκημα, διότι είναι οι ίδιοι υπαίτιοι της άγνοιάς τους· ήταν στο χέρι τους να μην πιούν τόσο που να μην έχουν συνείδηση ότι χτυπούν τον πατέρα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις άγνοιας η οποία οφείλεται στους ίδιους τους δράστες: όσοι αδικούν λόγω αυτής της άγνοιας, διαπράττουν αδίκημα» (1195a 33.25-26).

Ο άνθρωπος, ως κοινωνός της πόλης οφείλει να γνωρίζει τόσο τα όρια της επιτρεπτής συμπεριφοράς, όσο και το πλαίσιο της νομοθεσίας, ώστε να έχει την πρέπουσα συμπεριφορά. Αν αποφασίσει να ασχοληθεί με ζητήματα που η νομοθεσία εξειδικεύεται και απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις, οφείλει να απευθυνθεί σε ειδικούς και να τους συμβουλευτεί, ώστε να ενεργήσει με το σωστό τρόπο. Η επίκληση της άγνοιας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αδύνατο να τον αθωώσει, καθώς η ευθύνη βαραίνει τον ίδιο που δεν ενδιαφέρθηκε όσο έπρεπε.

Η προαίρεση του πολίτη πρέπει να ωθεί τις ενέργειές του προς την κατεύθυνση του νόμου και της αρμονικότητας στη συνύπαρξη. Όταν αυτό γίνει συνείδηση, τότε και η συμπεριφορά προσαρμόζεται αναλόγως. Ο πολίτης που ενεργεί χωρίς πρώτα να ενημερωθεί για το νομικό πλαίσιο των ενεργειών του στην ουσία είναι αδιάφορος προς αυτό. Ασφαλώς η ευθύνη είναι δική του.

Η πολιτική αρετή εκδηλώνεται πριν από όλα ως ενδιαφέρον προς τους κανόνες της συνύπαρξης. Γι’ αυτό αποτελεί πολιτική πράξη. Γιατί είναι ζήτημα πράξης κι όχι θεωρίας η στάση του πολίτη μέσα στην πόλη. Κι αυτό που ονομάζεται στάση του πολίτη δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνολική του παρουσία, δηλαδή το σύνολο των ενεργειών του που άλλοτε μπορεί να ευνοούν και άλλοτε να υπονομεύουν τη συνύπαρξη.

Ο αδιάφορος στην ουσία είναι εγωιστής, αφού ο εαυτός του τίθεται υπεράνω κανόνων. Σημασία δεν έχει τι ορίζει η πόλη ως σωστό αλλά τι επιθυμεί εκείνος. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να πραγματώσει την πολιτική αρετή, καθώς δεν αισθάνεται ότι εντάσσεται στην πόλη. Γι’ αυτό και δε νιώθει την ανάγκη να μάθει τους κανόνες της. Προφανώς η πόλη πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτόν. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν υπάρχει άγνοια. Υπάρχει προαίρεση. Είναι η προαίρεση του ανθρώπου που αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου.

Από την άλλη, και η πόλη οφείλει να είναι σαφής και υποστηρικτική στις προσπάθειες των πολιτών. Η πόλη που στέκεται εμπόδιο στις ανθρώπινες δραστηριότητες προτάσσοντας νόμους αντιφατικούς και επώδυνα χρονοβόρες διαδικασίες ή εξωφρενικές-απαγορευτικές απαιτήσεις για απλά θέματα στην ουσία δεν προασπίζει την τάξη και την ευνομία αλλά την καταπίεση. Οι πολίτες δεν την αισθάνονται ως σύμμαχο, αλλά ως εμπόδιο στον τρόπο που θέλουν να εξελιχθούν.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ο νομοθέτης έχει πλήρως αποτύχει, καθώς η πολιτική συνείδηση (προαίρεση) που διαμορφώνεται στρέφεται εχθρικά προς την πόλη. Αυτομάτως, το ζήτημα δεν είναι η γνώση και η εφαρμογή του νόμου, αλλά ο τρόπος αποφυγής του. Μια τέτοια πόλη δεν μπορεί να είναι λειτουργική. Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι προασπίζει τη συνύπαρξη. Η ευημερία της θα αφορά τους λίγους. Εκείνους που ξέρουν τα κατατόπια.

Σε ένα τέτοιο νομικό-πολιτειακό πλαίσιο ο νομοταγής μετατρέπεται σε θύμα, αφού αυτού του είδους οι νομοθεσίες δεν προασπίζουν το δίκιο αλλά το άδικο. Ο πολίτης που θέλει να μείνει πιστός σε μια τέτοια νομοθετική εκδοχή είτε δεν έχει επίγνωση της αδικίας που υποθάλπεται είτε είναι πρόθυμος να αδικεί τον εαυτό του. Ο Αριστοτέλης διερωτάται: «Άραγε αδικείται (κανείς) με τη θέλησή του; Ή μήπως όχι;» (1195b 33.27).

Την απάντηση θα τη δώσει αμέσως: «Το δίκαιο και το άδικο τα πράττουμε ασφαλώς με τη θέλησή μας, αλλά το να αδικηθούμε δεν το υφιστάμεθα με τη θέλησή μας· την τιμωρία την αποφεύγουμε, άρα είναι φανερό ότι το να αδικηθούμε δεν μπορούμε να το υποστούμε με τη θέλησή μας. Διότι κανείς δεν κάθεται με τη θέλησή του να υποστεί κάτι το βλαβερό, και το να υποστούμε αδικία είναι μια μορφή βλάβης» (1195b 33.27).

Η διαπίστωση ότι κανείς δε θα δεχτεί με τη θέλησή του να υποστεί αδικία είναι η συνείδηση ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο υπονομευτικό για τη συνοχή της πόλης από τον άδικο νόμο. Από κει και πέρα, κάτω από ειδικές περιστάσεις και σε σχέση με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι δυνατό να δεχτεί κάποιος να αδικήσει τον εαυτό του, για να ενισχύσει ανθρώπους που αγαπά ή για να νιώσει το συναίσθημα της μεγαλοψυχίας ως τόνωση του εαυτού: «υπάρχουν κάποιοι που, ενώ πρέπει να έχουν τα ίσα, παραχωρούν ένα μέρος σε κάποιους τρίτους· αν το να έχουν τα ίσα ήταν το δίκαιο, τότε το να έχουν λιγότερα σημαίνει ότι υφίστανται αδικία· και επειδή με τη θέλησή τους έχουν λιγότερα, άρα λέει αυτό το επιχείρημα – υφίστανται την αδικία με τη θέλησή τους» (1195b 33.28).

Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει: «και σε τούτη την περίπτωση είναι φανερό ότι δεν πρόκειται για κάτι το εκούσιο. Όλοι όσοι παίρνουν λιγότερα, δέχονται για τούτα ως αντάλλαγμα είτε τιμές είτε έπαινο είτε δόξα είτε φιλία είτε κάτι άλλο παρόμοιο. Αλλά αυτός που δίνει κάτι παίρνοντας ως αντάλλαγμα κάτι άλλο το οποίο επιθυμεί, αυτός δεν υφίσταται πλέον αδικία· κι αν δεν υφίσταται αδικία, τότε δεν υφίσταται ούτε εκούσια αδικία» (1195b 33.28).

Κι όχι μόνο αυτό: «Ύστερα, πάλι, όσοι παίρνουν λιγότερα υφιστάμενοι αδικία που δεν παίρνουν τα ίσα, αυτοί το παίζουν ωραίοι και περηφανεύονται γι’ αυτό και λένε: “ενώ μπορούσα να πάρω τα ίσα, δεν τα πήρα, αλλά τα άφησα σε έναν μεγαλύτερό μου ή έναν φίλο μου”. Αλλά βέβαια δεν υπάρχει άνθρωπος που να υφίσταται αδικία και να περηφανεύεται γι’ αυτό. Και αν οι άνθρωποι δεν περηφανεύονται για τα αδικήματα που υφίστανται ενώ στην προκειμένη περίπτωση περηφανεύονται, βγαίνει το συμπέρασμα ότι καθόλου δεν αδικούνται εκείνοι που παίρνουν τα λιγότερα. Κι αν δεν αδικούνται, τότε ούτε εκουσίως αδικούνται» (1195b 33.29).

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο ακρατής που αδυνατεί να χαλιναγωγήσει τα πάθη του: «Για όλα αυτά, και για παρόμοιους λόγους, υπάρχει μια ένσταση: όσα λέγονται σχετικά με τον ακρατή· διότι ο ακρατής, ενεργώντας άσχημα, βλάπτει τον εαυτό του – ενεργεί βέβαια με τη θέλησή του· άρα, ο ακρατής βλάπτει τον εαυτό του ενσυνειδήτως, και κατά προέκταση υφίσταται με τη θέλησή του αδικία, ως δράστης ο ίδιος και θύμα» (1195b 33.30).

Ο ακρατής, ως δέσμιος των παθών του, υποκύπτει σε αυτά παραβιάζοντας κάθε έννοια μέτρου και λογικής. Η αδυναμία διατήρησης της ισορροπίας μετατρέπει την υπερβολή σε συνθήκη ζωής οδηγώντας τη συμπεριφορά στο ανεξέλεγκτο. Γι’ αυτό και ο ακρατής δεν είναι περήφανος για τα πάθη του. Γιατί ξέρει ότι τον βλάπτουν, ότι δηλαδή τον αδικούν. Το δεδομένο ότι κανείς δε θέλει να αδικείται (και κατά συνέπεια κανείς δεν περηφανεύεται όταν πέφτει θύμα αδικίας) καθιστά τον ακρατή ανίσχυρο να προστατευτεί από τον ίδιο του τον εαυτό.

Κανείς βουλιμικός δεν καυχιέται για τη βουλιμία του. Στην ουσία πρόκειται για παθολογία που εξουσιάζει τη συμπεριφορά. Από αυτή την άποψη ούτε ο ακρατής ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλάπτουν εκούσια τον εαυτό τους, αφού το πάθος του ξεπερνά τη θέλησή του. Σε τελική ανάλυση, ο δέσμιος των παθών δεν έχει βούληση. Αν είχε, δε θα ήταν δέσμιος. Οι άνθρωποι αυτοί πρωτίστως χρειάζονται βοήθεια. Ο ακρατής που τελικά συμβιβάζεται και αφήνεται πλήρως στο πάθος του ουσιαστικά έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του.

Ο Αριστοτέλης στο έβδομο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» σχετικά με τους ακρατείς που έχουν τη γνώση ότι οι πράξεις τους βλάπτουν τον εαυτό τους, αλλά εξακολουθούν να τις κάνουν αναφέρει: «Υπάρχει, επίσης, στους ανθρώπους άλλος ένας τρόπος να έχουν γνώση· γιατί στην περίπτωση που κάποιος έχει γνώση χωρίς να τη χρησιμοποιεί βλέπουμε ότι αυτό το “έχω” έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα: να έχει, κατά κάποιον τρόπο και συγχρόνως να μην έχει γνώση· τέτοια είναι, επιπαραδείγματι, η περίπτωση του ανθρώπου που κοιμάται, ή η περίπτωση του τρελού ανθρώπου, ή η περίπτωση του μεθυσμένου ανθρώπου. Ακριβώς όμως σε μια τέτοια κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από την επήρεια των παθών: είναι ολοφάνερο ότι οι θυμοί, οι γενετήσιες επιθυμίες και κάποια άλλα τέτοια πάθη επιφέρουν αλλαγές και στη σωματική μας κατάσταση – σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλούν ακόμη και κρίσεις τρέλας. Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να πούμε ότι οι ακρατείς άνθρωποι βρίσκονται σε μια παρόμοια κατάσταση» (1147a 11-20).

Αποδεχόμενοι ότι η ακράτεια αποτελεί μορφή τρέλας που ακυρώνει τη γνώση υπονομεύοντας τον εαυτό, είναι φανερό ότι η αυτοκτονία, ως ύψιστη μορφή αυτοεγκατάλειψης, σηματοδοτεί την πιο ακραία ανισορροπία της ψυχής που αδυνατεί να βρει ευχαρίστηση σε οτιδήποτε. Κι εδώ δεν αναφέρεται η αυτοκτονία για να ταυτιστεί με την ακράτεια (σαν να επρόκειτο κάθε ακρατής να αυτοκτονήσει), αλλά για να καταστεί σαφές ότι κάθε μορφή εγκατάλειψης του εαυτού υποκρύπτει την παθολογία είτε σε μικρό είτε σε μεγάλο βαθμό, ανάλογα με το πάθος που την υποκινεί και τα αποτελέσματα που θα επέλθουν.

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να γίνει λόγος για βούληση, δηλαδή για το εκούσιο της πράξης με την πλήρη έννοιά του. Το εκούσιο, με την έννοια της προαίρεσης, δηλαδή της συνειδητής συμπεριφοράς ταυτίζεται με τη γνώση και η κατάσταση της γνώσης που (όπως περιγράφει ο Αριστοτέλης) κάποιος έχει και δεν έχει τη στιγμή του πάθους είναι πιο κοντά στην τρέλα παρά στη λογική.

Η αριστοτελική αρετή έχει ακριβώς το νόημα της αγάπης του εαυτού και της επιδίωξης του αρίστου για την κατάκτηση της ευτυχίας προβάλλοντας τη μεσότητα και τον ορθό λόγο. Ο άνθρωπος που απομακρύνεται από αυτά υπονομεύει την ευτυχία του. Κι όσο πιο πολύ απομακρύνεται, τόσο περισσότερο νιώθει δυστυχής. Οι ακραίες περιπτώσεις της εγκατάλειψης του εαυτού υποδηλώνουν την παθολογία που λειτουργεί υπονομευτικά.

Επί της ουσίας, οι άνθρωποι αυτοί δεν αγαπούν τον εαυτό τους. Όλες οι υπερβολές κρύβουν κάτι το παθολογικό μέσα τους. Η υπερβολή στο ποτό, το φαγητό, τις ερωτικές απολαύσεις κρύβουν το κενό της ύπαρξης που πρέπει με κάποιο τρόπο να διοχετευτεί. Κι όσο πιο ακραίες είναι, τόσο πιο μεγάλο κενό προσπαθούν να συγκαλύψουν.

Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα - Ηθικά Νικομάχεια