Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 9. Ιλιάδα

9.4. Ψυχοστασία


Η όγδοη ραψωδία αποτελεί από πολλές απόψεις κομβικό σταθμό στην πλοκή της Ιλιάδας. Εγκαινιάζει και εξαντλεί τη δεύτερη μάχιμη μέρα του έπους, που θα αποδειχτεί κρίσιμη, οδηγώντας τους Τρώες στο χείλος της τάφρου και απωθώντας τους Αχαιούς στα πλοία τους. Εκεί θα μείνουν αυτοί όλη τη νύχτα, ενώ οι Τρώες, στρατοπεδευμένοι στον ενδιάμεσο χώρο, συντηρούν άγρυπνοι αναμμένες φωτιές, περιμένοντας να ξημερώσει, για να ανανεώσουν την απειλητική τους έφοδο.

Η νέα αυτή κατάσταση πραγμάτων υπακούει σε προηγούμενη απόφαση του Δία, η οποία ανακοινώνεται στους ολύμπιους θεούς με αξιωματικό λόγο. Ο Δίας απαγορεύει εφεξής οποιαδήποτε ανάμειξη θεών στην επικείμενη σύγκρουση Αχαιών και Τρώων, έχοντας στον νου του προπάντων την Ήρα και την Αθηνά, οι οποίες αντιδρούν αμήχανα, αλλά εξαναγκάζονται προς το παρόν να συμμορφωθούν. Για να ελέγξει μάλιστα την τήρηση της απαράβατης εντολής του ο Δίας, μετακινείται από την κορυφή του Ολύμπου στην κορυφή της τρωικής Ίδης, ώστε να εποπτεύει καλύτερα το πεδίο της μάχης. Με τους όρους αυτούς, η βίαιη σύγκρουση των αντιπάλων παραμένει αμφίρροπη μέχρις ότου μεσουρανεί ο ήλιος.

Τότε επεμβαίνει δραστικά ο Δίας, ζυγίζοντας στους δίσκους του χρυσού ζυγού του τις θανάσιμες μοίρες Αχαιών και Τρώων. Βαρύς ο κλήρος των Αχαιών κατηφορίζει προς τη γη, σημαδεύοντας την ήττα τους· λαφρύς ο κλήρος των Τρώων ανηφορίζει προς τον ουρανό, προλέγοντας τη νίκη τους. Έτσι προκρίνεται η έκβαση της μάχης, πρόκριση που επικυρώνεται με διόσταλτο κεραυνό και φλεγόμενο σέλας. Πρόκειται για ενεργοποίηση της βουλής του Δία, που φαίνεται να εκπληρώνει την προηγούμενη υπόσχεση του θεού στη Θέτιδα, αλλά κατά κάποιον τρόπο τη μετασχηματίζει.

Ο Δίας (και πίσω από τον Δία ο ποιητής) κατοχυρώνει την προσωπική του βουλή με ένα αντικειμενικό τώρα μέτρο, τον ζυγό. Με άλλα λόγια: το έπος προς στιγμή ταλαντεύεται, προτού προχωρήσει στον αποφασισμένο δρόμο του. Μ᾽ αυτή την ταλάντευση ο ιλιαδικός πόλεμος ζυγίζεται εκ νέου και η τύχη του (προσωρινή και τελική) τίθεται επί ξηρού ακμής, κρατώντας τον ακροατή του έπους σε εγρήγορση.

Τα ίδια εξάλλου τα δρώμενα της δεύτερης μάχιμης μέρας, που εξελίσσονται στην πορεία της όγδοης ραψωδίας, επιβεβαιώνουν τον αμφίρροπο χαρακτήρα τους. Μολονότι η απόφαση του Διός, επικυρωμένη και με τη σκηνή της «Ψυχοστασίας», προβλέπει άμεση ήττα των Αχαιών, η εξέλιξη της μάχης αφήνει περιθώρια αντίστασής τους στην έφοδο των Τρώων, με τη συμπαράσταση συμμάχων θεών, της Ήρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα. Θα χρειαστεί νέα επέμβαση του Δία, που ρίχνει κεραυνό μπροστά στα άλογα του Διομήδη, για να ανακόψει την ορμή του.

Αλλά και στην επόμενη φάση της μάχης οι Αχαιοί αναθαρρούν προσώρας και επιτίθενται. Στο σημείο όμως αυτό επεμβαίνει ξανά ο Δίας, ενισχύοντας δραστικά το μένος των Τρώων. Ο έσχατος αυτός κίνδυνος προς το παρόν αποτρέπεται, καθώς η Ήρα παρακινεί την Αθηνά, και οι δύο θεές, παραβαίνοντας την αποτρεπτική εντολή του Δία, εγκαταλείπουν τον Όλυμπο, έτοιμες να προσγειωθούν στο πεδίο της μάχης, για να σώσουν τους Αχαιούς. Τις καθηλώνει εντούτοις ο Δίας, στέλνοντας με την Ίρη μήνυμα απειλητικό, προτού επιστρέψει ο ίδιος στον Όλυμπο.

Ο Δίας αντιμετωπίζει τον διαμαρτυρικό λόγο της Ήρας με τον δικό του αντίλογο (Θ 429-483), στον οποίο σφηνώνεται ένα νέο, εντελώς απροσδόκητο στοιχείο. Επιμένει καταρχήν ο ύπατος θεός στην υποχώρηση των Αχαιών, ωσότου η επίθεση των Τρώων φτάσει στα καράβια τους, οπότε προβλέπεται η σωτήρια επιστροφή του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης. Στο γνωστό όμως αυτό όριο προστίθεται, τώρα για πρώτη φορά, ένα δεύτερο ενδιάμεσο όριο: ο φόνος του Πατρόκλου, που ορίζεται μάλιστα ως αμετάκλητο θέσφατον (Θ 475-476). Με τον ελιγμό αυτό (που ο ποιητής τον αναθέτει πάλι στον Δία) προαναγγέλλεται και προοικονομείται η απρόβλεπτη μέχρι στιγμής «Πατρόκλεια» (ραψωδίες Π-Ρ), η οποία αναρρυθμίζει την αναμενόμενη πλοκή του έπους, παραλλάσσοντας τη συμπεριφορά και του ίδιου του Αχιλλέα, αφού ως αποφασιστικό κίνητρο για την επιστροφή του ήρωα στο πεδίο της μάχης προβλέπεται τώρα ο σπαραγμός για τον θάνατο του εταίρου του. Σ᾽ αυτό το νέο όριο οφείλουν να προσαρμοστούν τα αμέσως επόμενα επεισόδια.

Τούτο σημαίνει ότι η νυχτερινή πρεσβεία του Αγαμέμνονα προς τον Αχιλλέα, με εκπροσώπους τον Φοίνικα, τον Αίαντα και τον Οδυσσέα, η εξιστόρηση της οποίας καλύπτει ολόκληρη την ένατη ραψωδία, δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, αν είναι να τηρηθεί ως όρος επιστροφής του ήρωα στη μάχη ο φόνος του εταίρου του. Στο μεταξύ, χρειάζεται να εντοπιστούν (στην πραγματικότητα: να επινοηθούν) από τον ποιητή όλες εκείνες οι συνθήκες που θα οδηγήσουν τον Πάτροκλο στη μάχη, καταλήγοντας στον αφανισμό του.

Σημειωτέον ότι, προτού ακουστεί το όνομα του Πατρόκλου από το στόμα του Δία, η παρουσία του μέσα στο έπος είναι εντελώς διακριτική (Α 337 και 335, I 190-191, 195-220, 620 και 658-662). Η επόμενη εμφάνιση του Πατρόκλου στο προσκήνιο της αφήγησης επιφυλάσσεται για το τελευταίο μέρος της ενδέκατης ραψωδίας. Έχει μεσολαβήσει, μετά την αποτυχία της νυχτερινής πρεσβείας, η αριστεία του Αγαμέμνονα, αποκαθιστώντας το αγωνιστικό του κύρος, με την οποία εγκαινιάζεται η τρίτη μάχιμη μέρα του ιλιαδικού πολέμου. Στη συνέχεια όμως οι Τρώες ανανεώνουν και επιδεινώνουν την έφοδό τους στο ναυτικό στρατόπεδο των Αχαιών, με αποτέλεσμα τον διαδοχικό τραυματισμό του Αγαμέμνονα, του Διομήδη, του Οδυσσέα, του Μαχάονα. Βλέποντας ο Αχιλλέας εναγώνιος από την πρύμνη του πλοίου του τον Νέστορα να μεταφέρει κάθιδρος με το άρμα του τον πληγωμένο Μαχάονα, φωνάζει τον Πάτροκλο, κι εκείνος προσέρχεται, πρόθυμος να εκτελέσει την εντολή του φίλου του.

Στο σημείο αυτό ακούγεται υπόκωφο ένα μοιραίο σχόλιο του ποιητή: κακοῦ δ᾽ ἄρα οἱ πέλεν ἀρχή (Λ 604). Που πάει να πει: κι αυτή υπήρξε η αρχή της συμφοράς του. Πρόβλεψη που υπονοεί το φονικό τέλος του Πατρόκλου και ενισχύει την προηγούμενη δήλωση του Δία ότι η έξοδος του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης θα συγχρονιστεί με τον αναπόφευκτο φόνο του αγαπημένου εταίρου του. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα, που επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι Δίας και ποιητής σε κομβικά σημεία του έπους συνεργάζονται. Εδώ τροποποιούν (καθένας στην ώρα του και με τον τρόπο του) την πλοκή του έπους στην κρισιμότερη καμπή του.

Γιατί, αν έχουν δίκαιο όσοι πιστεύουν ότι η «Πατρόκλεια», που τώρα προοικονομείται, αποτελεί επινόηση του ποιητή της Ιλιάδας, τότε η διπλή της υποστήριξη (από τον Δία πρώτα, από τον ποιητή μετά) της δίνει το απαιτούμενο αυξημένο κύρος. Ο ποιητής εντούτοις (όπως εξάλλου και ο Δίας) δεν ανοίγει αμέσως όλα τα χαρτιά του.

Στο μεταξύ, ο Νέστορας έχει μεταφέρει τον Μαχάονα στη σκηνή του, όπου η Εκαμήδη αναλαμβάνει να συνεφέρει τον κύριό της από τον μάχιμο μόχθο προσφέροντας τροφή και κρασί. Στο άνοιγμα της σκηνής στημένος ο Πάτροκλος αναγνωρίζει την ταυτότητα του πληγωμένου, μεταφέροντας το προσωπικό ενδιαφέρον του Αχιλλέα στον Νέστορα. Εκείνος όμως δηλώνει ότι η έμμεση συμπάθεια δεν αναπληρώνει την άμεση συμπαράσταση σ᾽ αυτή την περίσταση. Η απειλή των Τρώων έφτασε ήδη σε κρίσιμο σημείο, και είναι καιρός ο Αχιλλέας, αφήνοντας στην άκρη τον θυμό του, να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης, για να αποτρέψει τον έσχατο κίνδυνο. Όπως το έκανε και ο ίδιος σε ανάλογη περίπτωση, όσο ήταν νέος ακόμη - κι εδώ ακούγεται η μακροσκελέστερη αυτοβιογραφική διήγηση του Νέστορα στην Ιλιάδα, η οποία σφραγίζεται με μια μοιραία, όπως θα αποδειχτεί, συμβουλή.

Επείγει, λέει ο Νέστωρ, η επιστροφή του Αχιλλέα στη μάχη και οφείλει ο Πάτροκλος, πειστικά και πιεστικά μιλώντας, να την εκμαιεύσει. Αν όμως δεν κατορθώσει να τον πείσει, τότε υπάρχει και δεύτερη λύση: να τον αντικαταστήσει ο ίδιος, φορώντας την πανοπλία εκείνου· οπότε οι Τρώες, νομίζοντας πως βλέπουν μπροστά τους τον Αχιλλέα, θα υποχωρήσουν, ώστε οι Αχαιοί να πάρουν ανάσα. Η πρόταση του Νέστορα συγκινεί τον Πάτροκλο, ο οποίος σπεύδει ήδη προς τη σκηνή του Αχιλλέα, για να την πραγματοποιήσει. Καθ᾽ οδόν όμως πέφτει πάνω στον αιμόφυρτο Ευρύπυλο, που σέρνοντας το διαπερασμένο από το βέλος πόδι του, προσπαθεί μάταια να φτάσει στη σκηνή του. Ο Πάτροκλος ταλαντεύεται: να σπεύσει, όπως οφείλει, στον Αχιλλέα, αφήνοντας τον πληγωμένο Ευρύπυλο στη μοίρα του; να τον οδηγήσει στη σκηνή του, όπου να τον γιατροπορέψει, καθυστερώντας; Επιλέγει το δεύτερο. Στη σκηνή λοιπόν του Ευρύπυλου θα μείνει ο Πάτροκλος, όσο κρατεί η αφήγηση των επόμενων τριών ραψωδιών.

Έτσι η επικείμενη μοίρα του Πατρόκλου, στο πλαίσιο μιας αναμενόμενης «Πατρόκλειας», που θα ξεκινήσει στην αρχή της δέκατης έκτης ραψωδίας, έχει σηματοδοτηθεί τρεις φορές: ο Δίας προηγήθηκε, ορίζοντας το θέσφατο τέλος της· ο ποιητής ακολούθησε σημαδεύοντας την αρχή της· ο Νέστορας διαμεσολαβώντας προκαθορίζει την εξέλιξή της. Ο Δίας και ο ποιητής αναφέρονται στο τι θα γίνει· ο Νέστορας στο πώς θα γίνει. Σ᾽ αυτήν επομένως τη φάση του έπους, μάλλον την κρισιμότερη, η απροσδόκητη πλοκή χρεώνεται στον ύπατο θεό, στον εξωτερικό αφηγητή (δηλαδή στον ποιητή) και σ᾽ έναν εσωτερικό ήρωα, φημισμένο για την πείρα και τη φρόνησή του. Ο οποίος, με ειρωνικό τρόπο, επιλέγεται να λειτουργήσει εδώ ως εκτελεστικός αγωγός μιας αποφασισμένης, αναγκαίας για την πλοκή του ποιήματος, συμφοράς.

Το ποιητικό αυτό σχέδιο, που εξειδικεύεται με την πρόταση του Νέστορα, προβλέπει μια απρόβλεπτη εφαρμογή του τυπικού θέματος της μεταμόρφωσης, που, μαζί με τις τροπές της παραμόρφωσης και του εξωραϊσμού, απαντά και στα δύο ομηρικά έπη, αφορώντας θεούς και ήρωες. Εκεί ωστόσο μεταμορφώνεται, παραμορφώνεται ή εξωραΐζεται η όψη κάποιου, επικαλύπτεται δηλαδή η πραγματική ταυτότητα, αλλά παραμένει ισχυρή η υπόστασή του. Ενώ εδώ η μεταμόρφωση στηρίζεται στο τέχνασμα του «αντ᾽ αυτού»: ο Πάτροκλος αντί του Αχιλλέα. Αυτή η αντικατάσταση προκύπτει με τη μεταφορά της πανοπλίας του ενός στον άλλον. Έτσι όμως εναλλάσσονται δύο ταυτότητες αλλά και δύο μοίρες: η ταυτότητα του Αχιλλέα με την ταυτότητα του Πατρόκλου· η μοίρα του Αχιλλέα με τη μοίρα του Πατρόκλου.

Ας θυμηθούμε ότι στον τρωικό πόλεμο και μύθο προορίζεται να σκοτωθεί ο ὠκύμορος Αχιλλέας. Στον ιλιαδικό όμως πόλεμο και μύθο αντ᾽ αυτού σκοτώνεται ο Πάτροκλος. Από την άποψη αυτή ο Πάτροκλος στην Ιλιάδα λειτουργεί ως είδωλο του Αχιλλέα. Αποτέλεσμα: οι δύο ταυτότητες συγχέονται, σχεδόν συμπίπτουν. Οι δύο εταίροι μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο. Έτσι εξηγείται και η απαίτηση του φάσματος του Πατρόκλου στη εικοστή τρίτη ραψωδία, όταν επιφαίνεται στον ύπνο του Αχιλλέα, να σμίξει κάποτε στην ίδια τεφροδόχο η δική του στάχτη με τη στάχτη του φίλου του (Ψ 82-92). Αυτή η αδιαχώριστη σύζευξη είναι επιλογή και κατόρθωμα του ποιητή της Ιλιάδας.

Η Ατελής Προδοσία

Έχω συλλάβει την καλύτερη μορφή προδοσίας, η οποία είναι να πάψεις να αγαπάς κάποιον χωρίς αυτός να το ξέρει.

Αυτό για μένα είναι υψίστης μορφής προδοσία.

Η απιστία είναι κάτι πολύ εύκολο.

Μπορείς να απιστήσεις και να εξακολουθείς να αγαπάς κάποιον.

Το να πάψεις να αγαπάς όμως έναν άνθρωπο από το ένα βράδυ στο άλλο και να μην το γνωρίζει και να νομίζει ότι τον αγαπάς, είναι μια δεύτερη Μήδεια.

Η προδοσία αυτή οφείλεται στην υπερβολική προσφορά του ενός προς τον άλλο και είναι από τις πιο φοβισμένες και σπασμωδικές ενέργειες της αυτοσυντήρησης.

Είναι στη φύση μας.

Διαφέρει, ευτυχώς, ως προς το βαθμό της.

Από την άλλη, το να του το πεις μοιάζει με καθαρή εκδίκηση.

«Στο λέω και σε τιμωρώ. Το κέρδος της προδοσίας αυτό είναι δικό σου όλο».

Αν δεν αντιμετωπίσεις το σκοτάδι, θα φοβάσαι πάντα το φως

Το σκοτάδι σου… το σκοτάδι μου… οι φόβοι σου, οι φόβοι μου, τα άγχη μας, οι ανασφάλειές μας, οι προβληματισμοί μας, οι σκέψεις που μας βασανίζουν.

Πίσω όμως από αυτό το σκοτάδι, υπάρχει το φως.

Μπροστά από αυτό το σκοτάδι υπάρχει το φως.

Πώς θα μπορέσεις να αφεθείς στο φως;

Πώς θα πιστέψεις ότι το αξίζεις;

Στη ζωή μας τα πάντα εξαρτώνται από τις σκέψεις μας. . . Κάποιος λοιπόν που σκέφτεται ότι δεν αξίζει το φως, κάποιος που σκέφτεται ότι θα πληγωθεί από το φως, κάποιος που αφήνει στους άλλους να τον κάνουν να πιστέψει ότι οι άλλοι αξίζουν περισσότερο, στην πραγματικότητα αφαιρεί από τον εαυτό του το φως.

Αν δεν μάθεις να αντιμετωπίζεις το σκοτάδι, πάντα θα φοβάσαι το φως, πάντα θα φοβάσαι μήπως το χάσεις.

Αν δεν μάθεις να αντιμετωπίζεις το σκοτάδι, πάντα θα φοβάσαι μήπως χάσεις το φως, μάλλον γιατί θα φοβάσαι τον ίδιο σου τον εαυτό στο σκοτάδι.

Αν δεν μάθεις να αντιμετωπίσεις το δικό σου σκοτάδι, δεν θα μάθεις να αντιμετωπίζεις και το σκοτάδι των άλλων.

Κινήσου θεραπευτικά λοιπόν, σχεδόν παρηγορητικά προς τον εαυτό σου και άρχισε να αμφισβητείς σταδιακά τους φόβους σου.

Αξιολόγησε τους φόβους σου και ξεκίνησε από αυτόν που φοβάσαι λιγότερο. . και αντιμετώπισέ τον. . Οι άνθρωποι όταν εστιάζουμε στις σκέψεις μας σχεδόν τις δαιμονοποιούμε και φοβόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Οπότε αμφισβήτησε τη σκέψη και το φόβο σου.

Αγκάλιασε το φόβο σου, αποδέξου ότι δεν πειράζει αν φοβάσαι και αντιμετώπισέ τον. Αυτή η αντιμετώπιση θα λειτουργήσει θεραπευτικά μέσα σου. 

Και να θυμάσαι πάντα ότι υπάρχουν και άλλοι σαν εσένα που φοβούνται... οι φόβοι μας γίνονται πάντα μικρότεροι, όταν τους μοιραζόμαστε και νιώθουμε ότι δεν είμαστε μόνοι σε αυτό τον αγώνα.

Πώς το υποσυνείδητο μας “προστατεύει” από το άγνωστο

Είναι γνωστό και επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι οι άνθρωποι είμαστε πλάσματα της συνήθειας. Αγαπάμε τη ρουτίνα από την ημέρα που γεννηθήκαμε και δε μας αρέσει κατά βάθος καθόλου το «ξεβόλεμα». Έχουμε ένα σύστημα ανοσίας (δηλαδή αντίστασης) στην αλλαγή, το οποίο απέκτησε αυτή την ονομασία από τους ψυχολόγους στο Πανεπιστήμιο του Harvard.

Ουσιαστικά περιγράφουν πως ο κάθε άνθρωπος στο υποσυνείδητό του κρύβει μία αντίθετη δέσμευση (hidden commitment) σε μια πολύ δυνατή ιδέα. Η ιδέα αυτή συνήθως πηγάζει από φόβο ή έχει σκοπό την αυτοπροστασία μας. Δεδομένου ότι η αυτο-προστασία είναι το πρώτο πράγμα που απασχολεί τον άνθρωπο από τα αρχαία χρόνια, στον ανθρώπινο εγκέφαλο «φαντάζει» απολύτως λογικό το γεγονός ότι εξακολουθούμε να είμαστε προσκολημμένοι σε μία κακή συνήθεια. Μπορεί να γνωρίζουμε βαθιά μέσα μας ότι πρέπει και θα μας κάνει καλό να την αλλάξουμε, όμως στην πράξη δεν το κάνουμε.

Επομένως, οι κύριοι λόγοι που δεν αλλάζουμε εύκολα είναι πρωτίστως το ίδιο μας το μυαλό και το παρελθόν μας, το οποίο φέρνει μαζί του τις βασικές πυρηνικές μας πεποιθήσεις. Πρόκειται για τις γνωστές «φωνές» που ακούει ο καθένας μας ξεχωριστά και οι οποίες μας κρατούν πίσω από στόχους και όνειρα, ακόμα κι αν θέλουμε διακαώς να τα εκπληρώσουμε. Κάποιος είχε πει πως «Όταν ο άνθρωπος φοβάται να βγει στη δράση και να κυνηγήσει αυτό που πραγματικά θέλει, μπορεί να επικαλεστεί δικαιολογίες ή ακόμα και φαινόμενα που μοιάζουν ανυπέρβλητα».

Ας θυμηθούμε πόσοι από εμάς επηρεαστήκαμε από την πανδημία και την κρίση που ακολούθησε και πόσοι άλλοι γνωστοί μας κυριολεκτικά άρπαξαν την ευκαιρία και την αξιοποίησαν παρά τις δύσκολες συνθήκες.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα! Μπορεί η αλλαγή να αποτελέσει το έναυσμα, ή μάλλον το… ξύπνημα για να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας; Όσο γενικό και αν ακούγεται, κάτι τέτοιο ισχύει. Και όταν συμβεί, το καταλαβαίνει κανείς για τα καλά, γιατί η «κλωτσιά» που μας δίνει το σύμπαν είναι έντονη και δυνατή.

Είναι συνθήκη πλέον ότι η… εξωτερική αλλαγή μας περιμένει κάπου στη γωνία για να μας πετάξει έξω από το οικείο και ζεστό μας οικοσύστημα! Θα απαιτήσει να απορρίψουμε κάποια βασική αρχή ή αξία της ζωής μας; Eίναι πιθανό! Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να «αντιληφθούμε την κάθε κρίση ως ευκαιρία για ανασυγκρότηση και εξέλιξη».

Η σωστή επικοινωνία είναι το πιο δυνατό φάρμακο

Ζούμε σε ένα κόσμο όπου έχουμε πρόσβαση σε (σχεδόν) τα πάντα με το πάτημα ενός κουμπιού. Είμαστε τόσο καλομαθημένοι στη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, που έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις και από τις κοινωνικές μας σχέσεις. Θέλουμε κάποιον τη στιγμή που τον/την θέλουμε, και όταν δεν θέλουμε, απλά δεν. Στο μυαλό μας έχουν όλα και όλοι αποκτήσει μια αναλώσιμη διάσταση και προσπαθούμε όλο και λιγότερο με κάθε γενιά για επιτυχημένες σχέσεις.

Στη σύγχρονη εποχή αναζητάμε λύσεις για τα προβλήματα μας – αυτά που συχνά οι ίδιοι μας δημιουργούμε – σε άλλους: σε βιβλία αυτοβελτίωσης, σεμινάρια εμβάθυνσης σκέψης, σε συμβούλους ζωής, γκουρού, οποιοσδήποτε μπορεί φαινομενικά να μας πει μερικές σοφές ρήσεις που πιστεύουμε πως μαγικά θα μας αφαιρέσουν το βάρος των ανησυχιών μας. Το βασικότερο πρόβλημα επίκειται όμως στο ότι ψάχνουμε κάποιον άλλον να διαχειριστεί τα θέματα μας, και δεν κοιτάμε εμείς τι κάνουμε πραγματικά για αυτό. Η εύκολη λύση είναι πάντα ο παράδρομος, και η αποφυγή της ουσίας.

Το ίδιο κάνουμε και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Δημιουργούμε προσδοκίες για το πώς θα θέλαμε οι άλλοι να είναι απέναντι μας, και έπειτα τους κατηγορούμε που απέτυχαν να τις εκπληρώσουν.

Καθώς μεγαλώνουμε και ωριμάζουμε όμως, αυτός ο φαύλος κύκλος στον οποίο περιπλεκόμαστε γίνεται κουραστικός. Και οι ανοχές μας μειώνονται με το χρόνο. Καταλήγουμε να αποφασίζουμε όλο και πιο γρήγορα και πιο δικαστικά για το ποιους θέλουμε να έχουμε δίπλα μας, και ποιους πιστεύουμε πως θα συμβάλλουν θετικά στη ζωή μας. Φτάνουμε να γνωρίζουμε καλύτερα τι δεν θέλουμε από το τι θέλουμε.

Και αντιλαμβανόμαστε πως αυτό που λείπει στις σύγχρονες σχέσεις είναι το βάθος. Σε όλες τις πτυχές. Το να μπορείς να μιλάς στον άλλον για οτιδήποτε και να νιώθεις πως σε καταλαβαίνει, να μπορεί να αντιληφθεί πέρα από το ‘τίποτα’ που του λες ότι έχεις όταν κάτι συμβαίνει, να μπορείς να επικοινωνείς χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και δίχως πολλές λέξεις. Γιατί η σωστή επικοινωνία με κάποιον είναι να βλέπεις πέρα από αυτό που σου δείχνει ή επιχειρεί να κρύψει. Είναι το να μπορείς να διακρίνεις στις λεπτομέρειες πόσο μοιάζετε, να ξεφτιλίζεστε από το ποτό μια νύχτα αλλά να συμπάσχετε στον πρωινό καφέ το επόμενο πρωί, να μοιράζεστε τις πιο απόκρυφες σας σκέψεις και καημούς αλλά και να κάθεστε παρέα σιωπηλά απολαμβάνοντας μια ταινία ή ένα γεύμα.

Αλλά κυρίως το να μη φοβάσαι να μιλήσεις, κι ας σε κρίνει με τον πιο σκληρό τρόπο, θα ξέρεις πως είναι για το καλό σου γιατί αυτό θέλει – να είσαι ευτυχισμένη και καλά. Οι σωστές σχέσεις σε βοηθούν να γίνεις δυνατότερος, με περίσσια αυτοπεποίθηση, με αυτογνωσία, και σίγουρα πιο χαρούμενος. Και με τους κατάλληλους ανθρώπους αυτό έρχεται φυσικά, χωρίς ζόρι, χωρίς ταλαιπωρία. Σου εμπνέουν εμπιστοσύνη και νιώθεις την ελευθερία να τους λες τα πάντα όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή το θες.

Όσους περισσότερους ανθρώπους γνωρίζουμε στη ζωή μας, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε την αξία της (σωστής) επικοινωνίας. Γιατί κι αυτό πλέον σπανίζει. Το να μπορεί ο άλλος να σε αγγίζει στο μυαλό, να ακουμπάει τις σκέψεις σου, και να αγκαλιάζει τους προβληματισμούς σου, αυτό – η απόλυτη σύζευξη δυο μυαλών – είναι ίσως το πιο ισχυρό φάρμακο.

Οι ανικανοποίητες ανάγκες μας

Δε πιστεύω πώς γεννιέται κανείς με δεδομένο το χάρισμα της Υπομονής…

Προκειμένου η σπουδαία τούτη αρετή να καλλιεργηθεί και να θεωρηθεί κεκτημένη, απαιτείται χρόνος και ώριμη ανοχή στη ματαίωση ή την όποια στέρηση επιβάλλεται από την πραγματικότητα και το περιβάλλον μας…

Οι ανάγκες μας – υλικές και συναισθηματικές – ζητούν ενίοτε άμεση ικανοποίηση, όχι «όποτε» αλλά «εδώ και τώρα»!

Η Πραγματικότητα, ωστόσο, πολλές φορές έρχεται για να στερήσει και να ορθώσει τείχη μπροστά στην κάλυψη διψασμένων ανικανοποίητων επιθυμιών…

Ο τρόπος που ο καθένας μας διαχειρίζεται τις ματαιώσεις της ζωής ενσαρκώνει ασυνείδητες άμυνες που «κάποτε» έδειχναν μάλλον λειτουργικές… Φαίνεται, ωστόσο, ότι τώρα η ενήλικη πράξη έχει άλλη αναγκαστική πορεία!

Θα περίμενε ίσως κανείς ότι άνθρωπος που λαχταρά για τρυφερότητα και στοργή, μάλλον δεν έλαβε αρκετή αγάπη «τότε», όταν ήταν παιδί, όταν ήταν βρέφος… Ότι τώρα αναζητά με «λύσσα» ό,τι έλειπε τότε…

Πολλές φορές, όμως, ανικανοποίητος μένει εν τέλει εκείνος που τότε μπορεί να δέχτηκε πολλή αγάπη, πολλά χάδια, πολλές αγκαλιές, υπερ-βολικές… Τώρα του λείπουν πολύ! Και τώρα όλα του μοιάζουν λίγα, μη αρκετά… Διψά..!

Και γι΄αυτό αντιδρά και εξεγείρεται τόσο μπροστά στην αδυναμία του Άλλου να χωρέσει και να αγαπήσει, αλλά και μπροστά στην προσωπική του αδυναμία να παραδοθεί άνευ όρων και να αγαπηθεί…Θα αγαπηθεί..;

Όσο και αν μία πλευρά του εαυτού μας διψά για αγάπη και ένωση, άλλο τόσο μια άλλη πλευρά – πιο σκοτεινή – φοβάται μη χαθούν τα όρια, μη τυχόν και όλα γίνουν ένα και συγχρόνως τίποτα…Αφανισμός..!

Και όμως ενίοτε θυμώνουμε πολύ με τον σύντροφό μας, τον συνεργάτη ή τον εργοδότη μας, τους φίλους μας που δεν στέκονται εκεί, εξιδανικευμένοι και τέλειοι για να παρέχουν όσα τώρα τόσο απουσιάζουν…

Συχνά ζητάμε από ανθρώπους να σταθούν δίπλα μας, όπως όμως θα τους επιθυμούσαμε εμείς να είναι δίπλα μας..!

Κάποιες φορές, κάνουμε τα πάντα για να το καταφέρουμε τούτο! Εκδραματίσεις, αυτοκαταστροφές, καταθλίψεις….Και έρχεται η ματαιωτική πραγματικότητα για να μας προσγειώσει και να μας υπενθυμίσει ότι και ο Άλλος μπορεί να έχει τις ίδιες ανάγκες ή αδυναμίες με εμάς… Και ο Άλλος αγάπη και τρυφερότητα ψάχνει! Και ας μην το δείχνει, και ας μην το βλέπουμε…

Κάποιος θα αναρωτιέται εδώ εάν ο τρόπος που μεγάλωσε ο καθένας μας, παίζει τον βασικό ρόλο στον τρόπο που αναζητούμε συναισθηματική ικανοποίηση μέσα από τις σχέσεις μας… Φυσικά και παίζει ρόλο, αλλά όχι τον καταλυτικό! Άν αποδεχόμασταν ότι το «σωστό μεγάλωμα» ενός ανθρώπου καθορίζει αποκλειστικά και τις μετέπειτα ενήλικες σχέσεις του, τότε ίσως να μην πιστεύαμε ότι υπάρχουν πραγματικά όμορφες σχέσεις. Καθώς κανείς δε μεγάλωσε «σωστά»! Ποιος μπορεί άλλωστε να ορίσει με τόσο λογικούς όρους «σωστού ή λάθους» μια τόσο ενστικτώδη λειτουργία, όπως είναι η μητρική..;

Έτσι και αλλιώς, οι γονείς μας δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι τέλειοι! Ακόμα και αν μπορούσαμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, τίποτα δε θα μπορούσε να είναι…»ιδανικό»!

Και, όμως, το ψάχνουμε παντού αυτό το ιδανικό, λες και το γνωρίσαμε ποτέ στ΄αλήθεια…

Φαίνεται πώς είναι το πεπρωμένο μας να αναζητάμε – διαρκώς και εναγωνίως – το Ανικανοποίητο. Να «τρωγόμαστε» μαζί του…Να μας υπενθυμίζει αυτό ακριβώς: ότι είναι εκεί και παραμένει ακόμα στερητικά ανικανοποίητο!

Εν τέλει, η αποδοχή του μη εφικτού είναι αυτή που θα προάγει την ικανοποίηση του εφικτού…

Το πέρασμα σε πένθη που θα φανερώσουν απωθημένα «μυστικά»…

…Όπως υπάρχει η Αγάπη, υπάρχει και το Μίσος.

…Όπως υπάρχει ο Θαυμασμός, υπάρχει και ο Φθόνος.

…Όπως υπάρχει η Χαρά, υπάρχει και η Θλίψη.

…Όπως υπάρχει η Τόλμη, υπάρχει και ο Φόβος.

…Όπως υπάρχει η Αλήθεια, υπάρχει και το Ψέμα.

…Όπως υπάρχει η Ελευθερία, υπάρχει και η Εξάρτηση.

…Όπως υπάρχει το Καλό, υπάρχει και το Κακό.

…Και όλα ζουν μέσα μας.

Όπως υπάρχω Εγώ, υπάρχει και ο Άλλος
με τις ίδιες ανάγκες, ανικανοποιήτες και διψασμένες
με τις αρετές μας, όπως και τις αδυναμίες μας
με τα τραύματά μας
τα Πάθη μας.

Να αγαπάτε τους τρελούς

Να αγαπάς τους τρελούς. Αυτούς που κυκλοφορούν και συνέχεια χαμογελάνε. Που βγαίνουν και πρωί, μεσημέρι, βράδυ μπορούν να τραγουδάνε. Δεν ξέρεις ποτέ τι θλίψη κρύβουν μέσα στην ψυχή τους. Δεν ξέρεις ποτέ τι πέρασαν για να καταλήξουν αυτό που βλέπεις εσύ σήμερα. Το χαμόγελό τους είναι η άμυνά τους. Μην τους τη χαλάς.

Δεν είναι παράλογοι, ούτε εκτός τρόπου και χρόνου, πόσο μάλλον χαζοί! Ίσα-ίσα. Συνήθως καταλαβαίνουν πολλά. Και δείχνουν μόνο αυτά που θέλουν. Όταν τους βλέπεις να περνάνε από δίπλα σου προσπάθησε να κλέψεις λίγη απ’ την τρέλα τους. Από αυτή τη μαγεία που θα καταφέρει να σε ταξιδέψει για μια ολόκληρη μέρα.

Είμαι μία τρελή που δεν μπορεί να σας εξηγήσει πώς νιώθει. «Είμαι από κείνα τα παιδιά, που ξέρουνε και κρύβουν καλά τον πόνο τους, την πίκρα τους, το δάκρυ μέσα τους και δείχνουν όλα μια χαρά…» Αν σήμερα με δεις να σου χαμογελάω, μη βιαστείς να σκεφτείς ότι είμαι ευτυχισμένη ή ότι η ζωή μου είναι καλύτερη απ’ τη δική σου. Θα μου πεις «μια εικόνα χίλιες λέξεις». Η απάντησή μου; Τα φαινόμενα απατούν!

Κάθε άνθρωπος θα σου δείξει αυτό που θέλει, και μόνο αυτό, ώστε η εικόνα που θα έχεις για το πρόσωπό του να είναι απόλυτα συγκεκριμένη. Μπορεί η ψυχή του να είναι πάντα η ίδια, αλλά να θυμάσαι ότι η γωνία απ’ την οποία θα την κοιτάξεις παίζει τεράστιο ρόλο.

Αν μπορείς να χαμογελάς, όπως κι αν νιώθεις, όσο κι αν σε έχουν πληγώσει, θα είσαι πάντα νικητής. Θα είσαι ο νικητής της δικής σου ζωής. Φαντάσου ότι παίζεις σε μια σειρά. Κι ότι είσαι ο πρωταγωνιστής της. Κάθε κύκλος είναι μοναδικός. Κάποια πρόσωπα παραμένουν στη σειρά μέχρι το τέλος, ενώ άλλα απομακρύνονται οριστικά και κανείς ποτέ δε μαθαίνει τι απέγιναν. Κι είναι κι αυτοί που φεύγουν και κάποια στιγμή επιστρέφουν έχοντας ασήμαντο ή καίριο ρόλο σε επόμενο επεισόδιο μόνο και μόνο για να σου θυμίζουν όσα έζησες. Η ζωή δεν παίζει σε επαναλήψεις… Ακριβώς επειδή κάθε σκηνή τη βλέπεις και τη ζεις μόνο μία φορά μπορείς να κρατήσεις από αυτή μόνο τις στιγμές που θες. Να σου μείνουν στο μυαλό τα καλύτερα, τα χειρότερα, τα πιο σημαντικά ή κάτι που δε θα πρόσεχε ποτέ κανείς άλλος.

Μην αφήσεις άλλους να ελέγχουν τη συνέχεια της δικής σου σειράς. Ζήσε με τρέλα. Μόνο έτσι θα καταφέρεις να τρελάνεις και τους γύρω σου. Να παρακολουθήσουν κάτι που δε θα περιμένουν και να τους κινείς το ενδιαφέρον. Το «κοινότυπο» δεν το προτίμησε ποτέ κανένας, εξάλλου. Όλοι μια ζωή μιλάνε για αυτό το «διαφορετικό» που κάποια μέρα στη ζωή τους περιμένουν να συναντήσουν.

«Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θες, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις.» έγραψε ο Καβάφης πάνω από εκατό χρόνια πριν. Έχεις αναλογιστεί ποτέ τι πραγματικά μπορεί να εννοούσε;

Θα υπάρξουν στιγμές στη ζωή σου που σίγουρα θα νιώσεις ότι δεν έχεις ιδέα τι θες, τι είναι αυτό που ζητάς και με ποιο τρόπο θα το ικανοποιήσεις. Οι στιγμές αυτές θα είναι κι η μεγαλύτερη πρόκλησή σου! Το στοίχημα με τον εαυτό σου.

Βλέπω γύρω μου ανθρώπους που όταν δε βρίσκουν το «ιδανικό» καταφεύγουν σε «εύκολες λύσεις», σε ευκαιριακές κι ανούσιες απολαύσεις της στιγμής. Δε σου ζητάω πολλά. Απλώς να είσαι λίγο πιο επιλεκτικός! Τουλάχιστον όταν αξιώνεις να σε σεβαστούν, μη δεχτείς να καταλήξεις υποχείριο κανενός και μετά να μου δικαιολογείσαι ότι και καλά σε παρέσυρε.

Όποια κι αν είναι η φάση που περνάς αυτή τη στιγμή, κάτσε και σκέψου τι πραγματικά νιώθεις και ποιοι άνθρωποι μπορούν να σου το προσφέρουν. Μην επιδιώκεις να δημιουργήσεις μια σχέση που θα κρατήσει για πάντα. Είτε αυτή είναι φιλική είτε ερωτική. Κι αυτό, γιατί μόνο ο χρόνος μπορεί να αποδείξει ποιος αξίζει να μείνει στη ζωή σου και τι ρόλο θα έχει σε αυτή. Γίνε άνθρωπος της αξίας, μάθε να εκτιμάς, να ζητάς, αλλά και να δίνεις.

O άνθρωπος που βλέπεις μπροστά σου δεν ξέρεις ποτέ πώς πραγματικά νιώθει. Και το σημαντικότερο δεν ξέρεις την ιστορία του. Τα βιαστικά συμπεράσματα δε βοήθησαν ποτέ κανέναν. Ίσως να είναι αυτό το πεζό και κενό πρόσωπο που σου δείχνει. Ίσως όμως αν ψάξεις βαθύτερα μέσα στην ψυχή του να ανακαλύψεις κάτι μοναδικό. Θα μου πεις, αξίζει να ψάξεις; Να χάσεις τόσο χρόνο να αναζητάς σε κάποιον κομμάτια του εαυτού του που ούτε ο ίδιος ξέρει ότι βρίσκονται κρυμμένα μέσα του; Αν γουστάρεις τα δύσκολα, τότε σίγουρα θα μπεις στον κόπο να το κάνεις! Αν ψάχνεις αυτό που σου αξίζει, θα το διεκδικήσεις και θα το βγάλεις στον καθένα.

Να μην ξεχνάς όμως τι αξίζεις, γιατί τη μεγαλύτερη σημασία πρέπει πάντα να τη δίνεις στον εαυτό σου!

Γιατί εξαφανίστηκε η μαγεία

Στην αρχή, όταν κάναμε τα πρώτα μας βήματα ως παιδιά, ο δρόμος ήταν πλαισιωμένος από δέντρα, άνθη, πουλιά και αγρούς. Στην πορεία, καθώς μεγαλώναμε, άρχισαν να προβάλλουν μικρά τοιχάκια που οριοθετούσαν τα περίχωρα κι έπειτα ακόμα μακρύτερα κάποιοι φράχτες, που ψήλωναν συνεχώς.

Εμείς, ωστόσο, έπρεπε να ακολουθούμε τον δρόμο των μεγάλων, ήταν αδύνατο να γυρίσουμε πίσω, ήταν αδύνατο να απομακρυνθούμε απ’ αυτόν ή να κάνουμε όπισθεν κάποια στιγμή. Και συνεχίσαμε να προχωράμε ευθεία μπροστά.

Μετά τα τοιχάκια, άρχισαν να ξεπετάγονται στην άκρη του δρόμου φράγματα και περιφράξεις, φτιαγμένα από σταυρωτά ξύλα, μέχρι που χτίστηκαν, λιθαράκι λιθαράκι, τούβλο τούβλο, οι πρώτοι τοίχοι, που ψήλωναν ολοένα και περισσότερο.

Έφτασαν μάλιστα να γίνουν τόσο ψηλοί, που έπειτα από μια συγκεκριμένη ώρα ο ήλιος δυσκολευόταν να ξεμυτίσει για να μας φωτίσει, για να μας ζεστάνει. Και μαζί με τους θεόρατους τοίχους γεννήθηκαν οι σκιές, ολοένα και πιο πελώριες, οι οποίες πέφτουν πάνω τους βαριές.

Όσο, λοιπόν, συνεχίζαμε να προχωράμε, δίχως άλλη επιλογή, τόσο απομακρυνόμασταν από την ιστορία και τη μαγεία του κόσμου της παιδικής μας ηλικίας.

Κι όλα έγιναν τετράγωνα, υπολογισμένα, ορθολογιστικά, λογικά, πραγματικά, συγκεκριμένα, χειροπιαστά, ευαπόδεικτα. Έπρεπε να αποκτήσουν όλα νόημα πάνω σε μια σκακιέρα, ανάμεσα σε τετράγωνα στα οποία έπρεπε να εφαρμόσουμε, να τα γεμίσουμε, να μετακινηθούμε.

Και στο σημείο αυτό, έχοντας πια συντελεστεί η ενηλικίωσή μας, άρχισε να κυριαρχεί η ακλόνητη άποψη, που επαναλάμβανε αδιάκοπα: «Πιστεύω μόνο ό,τι βλέπω».

Η μαγεία είχε πάψει να λειτουργεί.

ANTON CHEKHOV: Στη γυναίκα δεν χρειάζεται το μυαλό, γιατί τότε θα έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της

Στο σπίτι του αρχιεισπράκτορα Στίτσκιν, μια από τις μέρες που είχε ρεπό, είχε πάει ύστερα από πρόσκλησή του η Αγάπη Γκρηγκόριεβνα, μια γεροδεμένη και με πλούσια περιφέρεια κυρία, γύρω στα σαράντα. Ήταν προξενήτρα, αλλά έκανε και πολλές άλλες δουλειές, για τις οποίες μιλούσε μόνο ψιθυριστά. Ο Στίτσκιν τα είχε λίγο χαμένα, αλλά, όπως πάντα, ήταν σοβαρός, θετικός και αυστηρός. Περπατούσε μέσα στο δωμάτιο, κάπνιζε το πούρο του κι έλεγε:

– Χαίρω πάρα πολύ για τη γνωριμία, ο Σεμιόν Ιβάνοβιτς μου συνέστησε εσάς σχετικά με τη βοήθεια που μπορείτε να μου προσφέρετε σ’ ένα τόσο λεπτό, όσο και πολύ σοβαρό ζήτημα, που αφορά την ευτυχία της ζωής μου. Εγώ, Αγάπη Γκρηγκόριεβνα, είμαι πενήντα δύο χρονών. Είμαι δηλαδή σε τέτοια ηλικία όπου πολλοί άνθρωποι έχουν πλέον μεγάλα παιδιά. Η δουλειά μου είναι πολύ καλή. Η περιουσία μου, μόλο που δεν είναι μεγάλη, μου επιτρέπει να μπορώ να θρέψω ένα αγαπητό πρόσωπο και παιδιά. Θα σας πω – κι αυτό ας μείνει μεταξύ μας -, ότι, εκτός απ’ το μισθό, έχω και χρήματα στην Τράπεζα, τα οποία εξοικονόμησα χάρη στον τρόπο ζωής που κάνω. Είμαι θετικός και νηφάλιος άνθρωπος, κάνω πολύ καλή και ρυθμισμένη ζωή, τόσο που μπορώ να γίνω παράδειγμα σε πολλούς άλλους. Ένα μόνο πράγμα μου λείπει. Η θαλπωρή του σπιτιού και η γυναίκα. Κάνω ζωή σαν περιπλανώμενος Μαγυάρος, από μέρος σε μέρος, χωρίς καμιά ευχαρίστηση, δεν έχω με ποιον ν’ αλλάξω δυο κουβέντες, αν αρρωστήσω, δεν υπάρχει κανένας να μου δώσει ένα ποτήρι νερό και λοιπά και λοιπά. Εκτός όμως απ’ αυτά, Αγάπη Γκρηγκόριεβνα, ο παντρεμένος έχει περισσότερο κύρος στην κοινωνία απ’ τον ανύπαντρο… Ανήκω στην τάξη των μορφωμένων ανθρώπων, έχω χρήματα, αλλά, αν με δείτε διαφορετικά, ποιος είμαι; Ένας μοναχικός μπεκιάρης, το ίδιο όπως κι ο οποιοσδήποτε καθολικός παπάς στην Πολωνία. Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο θα επιθυμούσα πάρα πολύ να δεθώ με τα δεσμά του ηγουμεναίου, να κάνω δηλαδή έναν νόμιμο γάμο με κάποιο αντάξιο πρόσωπο.

– Καλή σκέψη! είπε η προξενήτρα παίρνοντας βαθιά ανάσα.

– Είμαι μόνος και δε γνωρίζω κανέναν σ’ αυτήν την πόλη. Σε ποιον να πάω και σε ποιον να μιλήσω, αφού μου είναι όλοι άγνωστοι; Να, γιατί ο Σεμιόν Ιβάνοβιτς με συμβούλεψε ν’ απευθυνθώ σ’ ένα άτομο ειδικό, σ’ ένα άτομο που να έχει ως επάγγελμα να σκέπτεται και να μεριμνά για την ευτυχία των ανθρώπων. Γι’ αυτό, Αγάπη Γκρηγκόριεβνα, επιμένω πολύ και σας παρακαλώ, με τη δική σας συμβολή και βοήθεια, να κανονίσω κι εγώ την τύχη μου. Εσείς στην πόλη γνωρίζετε όλες τις υποψήφιες νύφες και δε θα σας ήταν δύσκολο να βρείτε μία να μου ταιριάζει.

– Αυτό μπορεί να γίνει…

– Φάτε κάτι, ταπεινά σας παρακαλώ…

Η προξενήτρα πλησίασε με τον συνηθισμένο της τρόπο το ποτηράκι στο στόμα και ήπιε χωρίς κανένα μορφασμό.

– Αυτό μπορεί να γίνει, είπε πάλι. Και πώς θέλετε να είναι η νύφη, Νικολάι Νικολάιτς;

– Εγώ; Ο,τι μου γράφει η τύχη μου.

– Αυτά, βέβαια, είναι τυχερά πράγματα, αλλά ο καθένας έχει και τις δικές του προτιμήσεις. Σε άλλους αρέσουν οι μελαχρινές, σε άλλους οι ξανθές.

– Αγάπη Γκρηγκόριεβνα, είπε ο Στίτσκιν με σταθερή φωνή και παίρνοντας βαθιά ανάσα, εγώ είμαι άνθρωπος θετικός, άνθρωπος με χαρακτήρα. Η ομορφιά και η εμφάνιση, γενικά, είναι για μένα δευτερεύοντα πράγματα, διότι όπως κι η ίδια γνωρίζετε, το πρόσωπο ξεγελάει. Οι όμορφες γυναίκες δίνουν πάρα πολλές σκοτούρες. Πιστεύω πως στη γυναίκα το βασικότερο δεν είναι η εμφάνιση, αλλά αυτό που έχει μέσα της, δηλαδή τα ψυχικά χαρίσματα. Φάτε κάτι, ταπεινά σας παρακαλώ… Θα ήταν, βέβαια, πολύ καλό να είναι γεματούλα, αλλά δεν είναι αυτή η ουσία, ούτε για τον άντρα ούτε για τη γυναίκα. Η βάση είναι το μυαλό. Για να πούμε την αλήθεια, στη γυναίκα δε χρειάζεται ούτε το μυαλό, γιατί τότε θα έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της και η σκέψη της θα πλανιέται σε διάφορα ιδανικά. Στην εποχή μας βέβαια είναι απαραίτητο να έχει και μόρφωση, αλλά τι είδους μόρφωση. Είναι ωραίο πράγμα αν η γυναίκα σου μιλάει γαλλικά και γερμανικά, ν’ ακούς πολλές φωνές, πολύ ωραίο. Ποια όμως η προκοπή αν δεν ξέρει να σου ράψει, ας πούμε ένα κουμπί; Ανήκω στην τάξη των μορφωμένων ανθρώπων, με τον κόμητα Κανίτελιν μπορώ να πω ότι είμαστε ένα, να, όπως τώρα με σας, αλλά εγώ έχω απλό χαρακτήρα. Εχω ανάγκη από μια απλή κοπέλα. Το κυριότερο δε απ’ όλα είναι να με σέβεται και να αισθάνεται ότι μαζί μου είναι ευτυχισμένη.

– Αυτά είναι γνωστά πράγματα.

– Λοιπόν, ας έρθουμε τώρα στο προκείμενο… Πλούσια δεν τη θέλω. Δε θα επιτρέψω στον εαυτό μου μια τέτοια παλιανθρωπιά, να παντρευτώ για τα λεφτά. Δεν επιθυμώ να τρώω το ψωμί της γυναίκας μου, αλλά να τρώει εκείνη το δικό μου, έτσι ώστε να συναισθάνεται. Αλλά ούτε και φτωχή θέλω να παντρευτώ. Είμαι άνθρωπος που, μολονότι έχω τα μέσα και μολονότι δεν παντρεύομαι για τα λεφτά αλλά για την αγάπη, δεν πρέπει να πάρω φτωχή, γιατί, το ξέρετε και σεις η ίδια, έχουν όλα ακριβύνει τώρα, θα υπάρξουν και παιδιά.

– Μπορεί να βρεθεί και προίκα, είπε η προξενήτρα.

– Φάτε κάτι, ταπεινά σας παρακαλώ…

Σώπασαν για πέντε λεπτά. Η προξενήτρα πήρε βαθιά ανάσα, κοίταξε λοξά τον εισπράκτορα και ρώτησε:

– Λοιπόν, φίλε μου… Μήπως σαν εργένης τώρα έχεις κάποιες ανάγκες; Υπάρχει πολύ καλή πραμάτεια. Είναι μια Γαλλίδα και άλλη μια από την Ελλάδα. Είναι κι οι δυο σπουδαίες.

Ο εισπράκτορας σκέφτηκε και είπε:

– Οχι, σας ευχαριστώ. Βλέποντας από την πλευρά σας τόσο καλή διάθεση, επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω, πόσα χρήματα θα πάρετε για όλον τον κόπο σας σχετικά με τη νύφη;

– Λίγα. Θα μου δώσετε ένα τέταρτο ύφασμα για ένα φόρεμα, όπως συνηθίζεται, και ένα ευχαριστώ. Για την προίκα θα με πληρώσετε ιδιαιτέρως, αυτός είναι άλλος λογαριασμός.

Ο Στίτσκιν σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κι άρχισε να σκέπτεται χωρίς να μιλάει. Πήρε ύστερα μια βαθιά ανάσα και είπε:

– Είναι ακριβά…

– Καθόλου δεν είναι ακριβά, Νικολάι Νικολάιτς! Μπορεί πρώτα, όταν γίνονταν πολλοί γάμοι, να ήταν φθηνότερα, αλλά στην εποχή που ζούμε ποιο είναι το κέρδος μας: Αν κερδίσεις δύο τέταρτα σ’ ένα μήνα που δεν έχει νηστεία, να πεις δοξασμένος ο Θεός. Εξάλλου φίλε μου, δε ζούμε μόνο απ’ τους γάμους.

Ο Στίτσκιν την κοίταξε με απορία και σήκωσε τους ώμους.

– Χμ!… και μήπως τα δύο τέταρτα είναι λίγα; ρώτησε.

– Βέβαια, λίγα! Πριν από μερικά χρόνια, τύχαινε μερικές φορές να κερδίζουμε πάνω από εκατό ρούβλια.

– Χμ!… Ποτέ δεν περίμενα ότι μπορεί να κερδίσει κανείς τέτοιο ποσό απ’ αυτές τις δουλειές. Πενήντα ρούβλια! Τόσα βγάζουν κι οι άντρες! Φάτε κάτι, ταπεινά σας παρακαλώ…

Η προξενήτρα άδειασε το ποτηράκι χωρίς κανένα μορφασμό. Ο Στίτσκιν την κοίταξε προσεκτικά από τα νύχια ως το κεφάλι χωρίς να μιλάει και είπε:

– Πενήντα ρούβλια… Αυτό μας κάνει εξακόσια ρούβλια το χρόνο… Πάρτε κάτι, ταπεινά σας παρακαλώ… Με τέτοια κέρδη, Αγάπη Γκρηγκόριεβνα, δεν είναι, ξέρετε, δύσκολο και να παντρευτείτε…

– Εγώ; είπε γελώντας η προξενήτρα. Εγώ είμαι γριά…

– Καθόλου… Και η κορμοστασιά σας είναι ωραία και πρόσωπο έχετε άσπρο και παχουλό, κι όλα τ’ άλλα.

Η προξενήτρα τα ‘χασε. Ο Στίτσκιν τα ‘χασε κι αυτός και κάθισε κοντά της.

– Μπορείτε ακόμα να αρέσετε, της είπε. Αν σας τύχει ένας σύζυγος θετικός, σοβαρός και οικονόμος, τότε, με τον δικό του του μισθό και με τα δικά σας κέρδη, μπορεί να του αρέσετε πολύ, ίσως και πάρα πολύ, να ζήσετε αγαπημένα…

– Ενας Θεός ξέρει τι σημαίνουν αυτά που λέτε, Νικολάι Νικολάιτς..

– Τι πράγμα; Τίποτα, τίποτα…

Εγινε για λίγο σιωπή. Ο Στίτσκιν φύσηξε δυνατά τη μύτη του, η προξενήτρα κοκκίνισε ολόκληρη και, κοιτάζοντάς τον ντροπαλά, ρώτησε:

– Και σεις, Νικολάι Νικολάιτς, πόσα λεφτά βγάζετε;

– Εγώ; Εβδομήντα πέντε ρούβλια, χωρίς τα δώρα… Εκτός απ’ αυτά, έχω και έσοδα από τα σπαρματσέτα κι από τους λαγούς.

– Πηγαίνετε κυνήγι;

– Οχι, βέβαια. Λέμε λαγούς τους επιβάτες που δεν έχουν εισιτήρια.

Πέρασε ακόμα ένα λεπτό σιωπής. Ο Στίτσκιν σηκώθηκε και άρχισε ταραγμένος να περπατάει στο δωμάτιο.

– Εγώ δεν πρέπει να πάρω νέα γυναίκα, είπε. Είμαι ηλικιωμένος άνθρωπος και μου χρειάζεται μια γυναίκα, ας πούμε, να… σαν εσάς… σοβαρή και γερή… να έχει τη δική σας εμφάνιση…

– Ο Θεός ξέρει τι λέτε τώρα… είπε η προξενήτρα με χαχανητά, κρύβοντας με το μαντίλι το κόκκινο πρόσωπό της.

– Γιατί να το σκεπτόμαστε τόσο; Μ’ αρέσετε πολύ κι ο χαρακτήρας σας μου ταιριάζει. Είμαι θετικός άνθρωπος εγώ, δε μεθάω κι αν σας αρέσω, τότε… τόσο το καλύτερο! Επιτρέψτε μου να σας κάνω πρόταση γάμου!

Η προξενήτρα δάκρυσε, χαμογέλασε και, ως δείγμα συμφωνίας, τσούγκρισε το ποτήρι με τον Στίτσκιν.

– Λοιπόν, είπε ευτυχισμένος ο αρχιεισπράκτορας, ας μου επιτρέψετε τώρα να σας εξηγήσω ποια συμπεριφορά και ποιον τρόπο ζωής επιθυμώ από σας… Είμαι ένας αυστηρός άνθρωπος, σοβαρός, θετικός, τα κατανοώ όλα με γενναιοφροσύνη και θέλω η γυναίκα μου να είναι κι αυτή αυστηρή και να καταλαβαίνει ότι γι’ αυτήν είμαι ευεργέτης και πρώτος στη σειρά.

Κάθισε και, αφού πήρε μια βαθιά αναπνοή, άρχισε να λέει και να εξηγεί στην αρραβωνιαστικιά του τις απόψεις που είχε για την οικογενειακή ζωή και για τις υποχρεώσεις της παντρεμένης γυναίκας.

Άντον Τσέχωφ, ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ (διήγημα)

Ποιος σκότωσε πραγματικά τον Πυθαγόρα;

Οι Πυθαγόρειοι επαινέθηκαν πάντα για την ηθική τους, την ταπεινοφροσύνη τους και τη συνέπεια του λόγου της τιμής τους. Όμως… δύο ρήτορες μοιράζονταν τις δημαγωγικές αγορεύσεις και έστρεφαν τον λαό-μάζα κατά των Πυθαγορείων: ο Κύλων και ο Νίνων.

Ο πρώτος δεν είχε γίνει δεκτός από τον Πυθαγόρα στη σχολή, όταν αυτοεπαινούμενος είχε πάει στον Πυθαγόρα ζητώντας να γίνει μαθητής του.

Ηταν πλούσιος, καλής καταγωγής αλλά φορτικός, βίαιος και τυραννικός, χρησιμοποιώντας τον κύκλο των φίλων του και τη δύναμη του πλούτου του για να μπορεί ν’ αδικεί. Θεωρούσε ότι ήταν πιο άξιος απ’ όλους για να γίνει μέτοχος και στη φιλοσοφία του Πυθαγόρα. (Πορφύριος «Πυθαγόρου βίος» 54).

Ο δε Νίνων αναφέρει ο Ιάμβλιχος: «προσποιούμενος μεν εξητακέναι τα των Πυθαγορείων απόρρητα, πεπλακώς δε και γεγραφώς εξ ων μάλιστα αυτούς ήμελλε διαβαλείν, και δους τω γραμματεί βιβλίον εκέλευσεν αναγιγνώσκειν, ην δ’ αυτώ επιγραφή μεν λόγος ιερός…», δηλ. «ισχυριζόμενος ότι είχε εξετάσει τα μυστικά των Πυθαγορείων και αφού πλαστά σχεδίασε και συνέγραψε τέτοιες λεπτομέρειες, οι οποίες ήταν ειδικά υπολογισμένες να ενοχοποιήσουν τους Πυθαγορείους, έδωσε στο γραμματέα το βιβλίο και διέταξε να το διαβάσει, το βιβλίο επιγραφόταν Ιερός Λόγος …» (Ιαμβλίχου «Πυθαγορικός βίος»).

Και συνεχίζει παρακάτω ότι «τόσο πολύ εξαγρίωσε το πλήθος με τις συκοφαντίες του, ώστε μετά από λίγες μέρες μεγάλο πλήθος λαού συναθροίστηκε με την πρόθεση να επιτεθεί κατά των Πυθαγορείων».

Αν και ο Πυθαγόρας έχαιρε άκρας εκτίμησης, όμως το πλήθος που «άγεται και φέρεται» γρήγορα γοητεύθηκε από τους δημαγωγούς και τον «αποτυχημένο μαθητή» Κύλωνα. Ετσι απέδιδαν στον Πυθαγόρα και τους οπαδούς του όλα τα κακά που έπλητταν την πόλη.

Σεισμός, λοιμός, κακοκαιρίες, ό,τι άσχημο και να γινόταν οφειλόταν στις «τελετές» των Πυθαγορείων που εξόργιζαν τα «πνεύματα».

Κάποια μέρα το εξαγριωμένο πλήθος επιτέθηκε και έκαψε τη Σχολή σκοτώνοντας τους περισσότερους μαθητές.

Πολλοί λίγοι σώθηκαν και ανάμεσα τους και ο Πυθαγόρας, ο οποίος όμως μετά από λίγο χρονικό διάστημα πέθανε από τη λύπη του.

Τα νεκρά αστέρια του Γαλαξία μας

Μια νέα καθαρή εικόνα του Γαλαξία μας (Milky Way) αποκάλυψε ένα «νεκροταφείο» αστέρων, που περιέχει τα απομεινάρια πάνω από 20 άστρων που έχουν εκραγεί, γράφει ο Independent.

Αυτά τα υπολείμματα είναι ένα διαστελλόμενο νέφος αερίου και σκόνης που σηματοδοτεί την τελευταία φάση της ζωής ενός άστρου μετά την έκρηξή του.

Ένα αστέρι στον Γαλαξία μας αναμένεται να εκραγεί ως σουπερνόβα περίπου τουλάχιστον μία φορά κάθε 100 χρόνια. Τέτοια «υπολείμματα σουπερνόβα» μπορεί να παραμείνουν για χιλιάδες χρόνια πριν διαλυθούν.

Στις 16 Ιανουαρίου, ωστόσο, ένα πρόγραμμα με επικεφαλής την Μπριάνα Μπολ, η οποία σπουδάζει αστρονομία στο Πανεπιστήμιο της Αλμπέρτα στον Καναδά αποκάλυψε έναν νέο τρόπο εντοπισμού των υπολειμμάτων σουπερνόβα.

Συνδύασε την παρατήρηση του Australian Square Kilometre Array Pathfinder (ASKAP), ενός ραδιοτηλεσκοπίου που αποτελείται από 36 κεραίες στη Δυτική Αυστραλία, με εκείνη του Parkes Observatory, ενός μεμονωμένου πιάτου στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας, για να ανιχνεύσει αθέατα -μέχρι πρότινος -υπολείμματα σουπερνόβα σε ένα κομμάτι του νυχτερινού ουρανού.

Οι εικόνες από τα ραδιοτηλεσκόπια Parkes και ASKAP συνδυάστηκαν για να παρέχουν λεπτομερείς απόψεις περί των υπολειμμάτων.

Ενώ προηγούμενες μελέτες έχουν εκτιμήσει ότι υπάρχουν πιθανότατα πέντε φορές περισσότερα τέτοια υπολείμματα άστρων από όσα παρατηρούνται σήμερα, οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Macquarie της Αυστραλίας, λένε ότι ο αριθμός που παρατηρήθηκε με τη χρήση ραδιοτηλεσκοπίων ήταν «πολύ χαμηλός».

Στη νέα έρευνα που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, οι επιστήμονες βρήκαν ότι υπάρχουν πράγματι περισσότερα υπολείμματα σουπερνόβα. Η εικόνα αποκάλυψε περίπου 20 νέα πιθανά υπολείμματα άστρων, ενώ μόνο επτά είχαν ανιχνευθεί προηγουμένως.

Ο καθηγητής Andrew Hopkins, ένας από τους επικεφαλής επιστήμονες του προγράμματος από το Πανεπιστήμιο Macquarie της Αυστραλίας, λέει ότι η εικόνα δείχνει το γαλαξιακό επίπεδο με την «καλύτερη λεπτομέρεια που έχει υπάρξει μέχρι σήμερα».

Το Σύμπαν είναι Αρπαχτικό

O πολεμιστής δεν ανησυχεί ποτέ για τον φόβο του.

Αντίθετα, συλλογίζεται το θαύμα του να βλέπει κανείς την ροή της ενέργειας!

Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά περιττά και ασήμαντα.

O σκοπός (intent), η πρόθεση του αγνώστου είναι εκείνη η συμπαντική δύναμη που σπρώχνει κυριολεκτικά τον άνθρωπο να γνωρίσει, να γίνει κυνηγός της γνώσης και κατ’ επέκταση πολεμιστής. Ολόκληρη η εκπαίδευση του πολεμιστή, η κυριαρχία της συνείδησης, βασίζεται στο να λύσει τον γρίφο του σκοπού, του πνεύματος πίσω από τις σκέψεις και τις πράξεις του. Μια πράξη που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον πιέζει ορμητικά να απελευθερωθεί από το παράδοξο του αφηρημένου, διεισδύοντας σ’ αυτό.

Οι σαμάνοι πάσχιζαν σε ολόκληρη την ζωής τους να συγκεντρώσουν αρκετή ενέργεια ώστε να αποδράσουν στο άπειρο, να γνωρίσουν απέραντους νέους κόσμους, όμορφους και συνάμα τρομακτικούς. Αυτή ήταν η προσταγή του πνεύματος την οποία ακολουθούσαν με άκαμπτη θέληση και δύναμη. Δεν υπήρχε περίπτωση απόκλισης του σκοπού αυτού αφού όλα τα σημάδια στο δρόμο τους οδηγούσαν σ’ αυτήν την μοναδική πράξη ελευθερίας. Ήταν ο μόνος ξεκάθαρος δεσμός ανάμεσα στο σύμπαν και την επιθυμία της καρδιάς τους!

Ο συνδετικός κρίκος του μέσου ανθρώπου με το σκοπό (πνεύμα) είναι πρακτικά αδρανής και οι πολεμιστές ξεκινούν τον δρόμο τους εφοδιασμένοι με ένα κρίκο που είναι άχρηστος, επειδή δεν ανταποκρίνεται αυθόρμητα. Στην προσπάθειά τους να αναζωογονήσουν αυτό τον κρίκο, οι πολεμιστές χρειάζονται μια ανυποχώρητη, σφοδρή επιδίωξη, μια ειδική κατάσταση του νου που ονομάζεται άκαμπτος σκοπός.

Για τον πολεμιστή το πνεύμα είναι μια αφηρημένη έννοια επειδή το γνωρίζει χωρίς λόγια ή ακόμα και χωρίς σκέψεις. Είναι μια αφηρημένη έννοια επειδή δεν μπορεί να συλλάβει τι είναι το πνεύμα. Ωστόσο, χωρίς την παραμικρή ευκαιρία ή επιθυμία να το κατανοήσει, ο πολεμιστής χειρίζεται το πνεύμα. Το εκφράζει, το προσκαλεί, εξοικειώνεται μαζί του και το εκφράζει με τις πράξεις του.

Το πνεύμα του πολεμιστή δεν είναι προετοιμασμένο για να καλοπερνά ή να μεμψιμοιρεί, ούτε για να χάνει ή να κερδίζει. Το πνεύμα του πολεμιστή είναι προετοιμασμένο μόνο για να αγωνίζεται, και κάθε αγώνας είναι η τελευταία μάχη του πολεμιστή πάνω στην γη. Έτσι, η έκβασή της ελάχιστη σημασία έχει γι’ αυτόν. Στην τελευταία του μάχη πάνω στην γη ο πολεμιστής αφήνει το πνεύμα του να πλανηθεί ελεύθερο και καθαρό. Και καθώς δίνει την μάχη του, ξέροντας ότι η θέληση του είναι άμεμπτη, ο πολεμιστής δεν σταματά να γελά.

Ο Καστανέντα, στην μαθητεία του με τον Δον Χουάν, επιχείρησε να αφεθεί στο άγνωστο διαλύοντας αρχικά το σκληρό περίβλημα του εγωισμού του. Κατάφερε μετά από επίπονες προσπάθειες να σταματάει τον εσωτερικό του διάλογο και μέσα στην σιωπή του νου να μην διαχέεται σε σκέψεις και συναισθήματα που σπαταλούσαν την ενέργεια του. Για τον σκοπό αυτό εισήχθηκε σε ένα σύστημα πρακτικών ασκήσεων και τεχνικών με στόχο ακριβώς να συγκεντρώνει περισσότερη εσωτερική σιωπή και ενέργεια και να ξεκλειδώνει κατά βούληση την αντίληψή του από την παγιωμένη θέση της.

Ο Δον Χουάν του τόνιζε ότι ο εγωισμός είναι που κάνει τον άνθρωπο προβλέψιμο, δυσκίνητο και άρα σίγουρο θύμα των αρπαχτικών δυνάμεων της φύσης. Οι άνθρωποι τυφλωμένοι από την αντανάκλαση του εγώ, δεν μπορούν να δουν την ζωή ως αυτό που είναι, ένα απέραντο μυστήριο ικανό να σε καταπιεί ή να σε ελευθερώσει… στην πραγματικότητα δεν μπορούν να δουν τίποτα πέρα του εαυτού τους. Έτσι λοιπόν προσπαθούσε να σπάσει τον εγωισμό του σοκάροντάς τον και φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την τρομερή πίεση του αγνώστου. Η μόνη επιλογή που είχε ήταν ή να συγκρατήσει την ενέργεια του και να δράσει ή να πεθάνει. Θα έπρεπε να γίνει ρευστός και απρόβλεπτος ακόμα και για το ίδιο του το μυαλό, το οποίο λειτουργούσε σαν παράσιτο στην προκειμένη περίπτωση.

Μιλάμε ακατάπαυστα στους εαυτούς μας για τον κόσμο μας. Στην πραγματικότητα, με αυτό τον εσωτερικό διάλογο συντηρούμε τον κόσμο μας. Και όποτε ολοκληρώνουμε μια συζήτηση με τον εαυτό μας για εμάς τους ίδιους και τον κόσμο μας, ο κόσμος είναι πάντα όπως θα έπρεπε να είναι. Τον ανανεώνουμε, τον λαμπρύνουμε με ζωή, τον στηρίζουμε με τον εσωτερικό μας διάλογο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επίσης επιλέγουμε τα μονοπάτια μας καθώς μιλάμε στους εαυτούς μας. Έτσι, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες επιλογές, ξανά και ξανά, μέχρι την μέρα που πεθαίνουμε, επειδή ακριβώς επαναλαμβάνουμε τον ίδιο εσωτερικό διάλογο, ξανά και ξανά, μέχρι την μέρα που πεθαίνουμε. Ο πολεμιστής έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος και πάντα αγωνίζεται να σταματήσει αυτόν τον εσωτερικό διάλογο.

Κάθε φορά που σταματά ο εσωτερικός διάλογος, ο κόσμος καταρρέει, και στην επιφάνεια έρχονται πρωτόγνωρες πλευρές του εαυτού μας, λες και τα λόγια μας τις κρατούσαν πριν φυλακισμένες.

Ο βασικός πυρήνας της ύπαρξης μας είναι η μαγική πράξη της αντίληψης ότι είμαστε όντα φτιαγμένα από φως και δύναμη… παρ’ όλο που τείνουμε να το ξεχάσουμε. Το άγνωστο όμως μας το υπενθυμίζει στήνοντας παγίδες σε κάθε σημείο του χάρτη της ζωής μας και περιμένει να το αντιμετωπίσουμε μέσα στην λαμπρότητα του με άψογη συμπεριφορά. Αυτή είναι η πρόκληση του πολεμιστή και η λαχτάρα του πάνω σ’ αυτήν την γη!

Κανείς δεν γεννιέται πολεμιστής, εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε προσωπικότητες –και μάλιστα αντιφατικές στο σύνολό τους– με την περιγραφή στον εαυτό μας. Προσωπικότητες και μάσκες δήθεν ευαισθησίας, που φοράμε για να εξομαλύνουμε την τρέλα μας και να εκλογικεύσουμε την αγριότητα της φύσης. Αντίθετα, το να είναι κανείς πολεμιστής, είναι μάλλον μια αέναη πάλη που διαρκεί μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του. Ακόμα και τότε, δύσκολα παραδίδει τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος διακατέχεται από ένα πλήθος σκέψεων, συναισθημάτων, επιθυμιών, οι οποίες θολώνουν το μυαλό του και τον απομακρύνουν από τον στόχο του να δράσει στο εδώ και τώρα, στο παρόν, στο μόνο πεδίο ουσιαστικά που έχει για να ξεφύγει από τους κύκλους της επανάληψης και της συνήθειας. Ο πολεμιστής, αντίθετα, με την εσωτερική σιωπή του και την αυτοκυριαρχία του, αντιλαμβάνεται κάθε στιγμή σαν πεδίο μάχης όπου πρέπει να δράσει άψογα, με πλήρη εγρήγορση, σαν να δίνει την τελευταία μάχη σε αυτή την ζωή. Είναι ο μόνος άξιος αντίπαλος απέναντι στον θάνατο. Ακόμα και στην ανάπαυλά του, δρα για να ανακατανέμει την ενέργεια που τυχόν έχει σπαταλήσει και η μόνη ευχαρίστηση που λαμβάνει είναι ο άμεμπτος σκοπός του για ελευθερία!

Η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα συνηθισμένο άνθρωπο και έναν πολεμιστή είναι ότι ο πολεμιστής δέχεται το κάθε τι σαν πρόκληση, ενώ ο μέσος άνθρωπος δέχεται το κάθε τι σαν ευλογία ή κατάρα.

Τα ανθρώπινα όντα είναι δέκτες, αλλά ο κόσμος που λαμβάνουν και αντιλαμβάνονται είναι μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση που έχει δημιουργηθεί από τα περιγραφικά σχήματα που μεταφέρονται σ’ αυτούς από την στιγμή που γεννιούνται. Έτσι λοιπόν, στην ουσία ο κόσμος που η λογική τους θέλει να υποστηρίξει είναι ο κόσμος που έχει δημιουργηθεί από ένα περιγραφικό σχήμα και από τους δογματικούς και απαραβίαστους κανόνες του, που η λογική τους μαθαίνει να αποδέχεται και να προασπίζει.

Η λογική κάνει τα ανθρώπινα όντα να ξεχνούν ότι το περιγραφικό σχήμα είναι απλά και μόνο περιγραφικό και, προτού το καταλάβουν, έχουν εγκλωβίσει την συνολικότητα των εαυτών τους σε ένα φαύλο κύκλο από τον οποίο σπάνια ξεφεύγουν στην διάρκεια της ζωής τους.

Ο Δον Χουάν έκανε γνωστή στον Καστανέντα την ύπαρξη όντων που διαχειρίζονται την ανθρώπινη συνείδηση, με ανελέητο και παρασιτικό τρόπο. Τα ανόργανα αυτά όντα – υπαρκτές σκεπτομορφές με συνείδηση του εαυτού τους – οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού τα χρησιμοποιούσαν ως συμμάχους για να ανταλλάξουν γνώσεις ή να πετύχουν ενεργειακούς άθλους συγκεντρώνοντας δύναμη. Πλήρωσαν όμως το τίμημα να χάσουν την ψυχή τους, εγκλωβισμένοι στον κόσμο αυτών των όντων. Πολλά από αυτά τα όντα λειτουργούσαν παρασιτικά, καταλαμβάνοντας το μυαλό του ανθρώπου και ρουφώντας την ενέργειά του σαν ξενιστές.

Ο Δον Χουάν έλεγε ότι μας έχουν δανείσει το μυαλό τους, το οποίο είναι μοχθηρό και βίαιο, και τρέφονται από τις εγωιστικές σκέψεις και τα συναισθήματα αυτολύπησης και αλαζονείας που τόσο κυριαρχούν στον μέσο άνθρωπο. Είμαστε στην κυριολεξία τροφή αυτού του ξένου καταπατητή, που μας έχει αφήσει ενέργεια μόνο για την αντανάκλαση του εγώ. Ο πολεμιστής, μέσα από την εσωτερική σιωπή του μπορεί να ενεργοποιήσει εκείνο το άγνωστο υπόστρωμα του εαυτού που είναι ικανό να πολεμήσει και να ελευθερωθεί απ’ αυτά τα όντα. Η τέχνη του πολεμιστή, εμπεριέχεται στον χειρισμό της συμπεριφοράς στην καθημερινή εγρήγορση και στον έλεγχο των ονείρων. Διακρίνει τους τύπους των πολεμιστών σε διώκτες και ονειρευτές, ανάλογα με τον χαρακτήρα και την έμφυτη ικανότητα του καθενός.

Οι διώκτες ασκούν την τέχνη της παραφύλαξης – παρατήρησης του εαυτού έχοντας πλήρη συναίσθηση του ενεργειακού τους πεδίου σε σχέση με το περιβάλλον και τα άλλα όντα και αντλώντας το καλύτερο δυνατό από οποιαδήποτε υπαρκτή κατάσταση. Μαθαίνουν να μην παίρνουν ποτέ τους εαυτούς τους στα σοβαρά, μαθαίνουν να γελούν με τους εαυτούς τους. Δεν βιάζονται, έχουν απεριόριστη υπομονή. Δεν εξοργίζονται και δεν προσβάλλονται γιατί ξέρουν ότι έχουν αστείρευτες δυνατότητες βελτίωσης.

Οι ονειρευτές διαχειρίζονται τα όνειρα ασκώντας έλεγχο σ’ αυτά και προβάλλοντας συνειδητά αυτό που οι σαμάνοι ονόμαζαν ονειρικό εαυτό ή διπλό. Οι ονειρευτές εκπαιδεύονται να μετακινούν κατά βούληση το σημείο συναρμολόγησης της αντίληψης, ενώ οι διώκτες να το σταθεροποιούν σε νέες θέσεις. Σκοπός του πολεμιστή και στις δυο περιπτώσεις δεν είναι η συλλογή εμπειριών από αστρικά ταξίδια, ούτε η κατάχρηση της δύναμης. Σκοπός του είναι να κρυσταλλοποιήσει την ενέργεια του ώστε να μη διαλυθεί κατά την είσοδό του στο άγνωστο (Ναγουάλ).

H τέχνη του ονειρέματος είναι η ικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τα κοινά του όνειρα και να τα μετασχηματίζει σε ελεγχόμενη επίγνωση μέσω μιας ειδικής μορφής προσοχής που ονομάζεται προσοχή του ονειρέματος. Ο μόνος τρόπος που θα’ πρέπει κάποιος να προσεγγίσει τις πύλες του ονείρου είναι ο τρόπος του πολεμιστή. Με αδιάσπαστη προσοχή και επίγνωση. Σαν να μπαίνει σε εμπόλεμη ζώνη, συγκεντρώνοντας την ενέργεια του, ώστε να χαρτογραφήσει τις άγνωστες περιοχές και να μην γίνει θύμα των αρπαχτικών δυνάμεων που καραδοκούν.

Μέσα στην απειρία των κόσμων, ο άνθρωπος είναι ενεργειακά προγραμματισμένος να αντιλαμβάνεται την αντανάκλαση μόνο ενός συγκεκριμένου κοσμοειδώλου, αυτού της φυσικής μας καθημερινής ζωής. Θεωρεί μάλιστα την υπόσταση αυτής της αντανάκλασης ως την μόνη δεδομένη, και την συντηρεί με τις ψευδαισθήσεις του, όντας κλειδωμένος σ αυτήν. Στην πραγματικότητα ο κόσμος δεν είναι παρά ένας μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα επάλληλων κόσμων, διατεταγμένων φρακταλικά, ο ένας μέσα στον άλλο σε μια σκοτεινή θάλασσα ενέργειας. Η αλληλοεισχώρησή τους (Fractal) δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα, αν αντιληφθεί τις ρωγμές αυτού του κοσμικού δικτύου, να περάσει μέσα απ’ αυτές και να γνωρίσει νέες σφαίρες εξίσου αληθινές και περιεκτικές, αλλά και επικίνδυνες! Δίνει όμως την δυνατότητα και σε κάτι ‘άλλο’ να εισχωρήσει στον δικό μας κόσμο.

Για τους πολεμιστές του Δον Χουάν, η φύση αυτού του κόσμου, καθώς και του πλησίον αυτού, σαν δίδυμοι κόσμοι, αντίθετοι μα και συμπληρωματικοί, αντανακλούν κατά βάση μια φύση εχθρική και πανούργα. Αποτελούνται δε, εκτός από την ανθρώπινη επίγνωση και από όντα με διαφορετική ενεργειακή διάταξη. Τα όντα αυτά τα ονόμασαν ανόργανα λόγω της σχεδόν ασώματης δομής τους και επιχειρώντας μια συνδιαλλαγή μ’ αυτά μέσα από ονειρικές τεχνικές, αντιλήφθηκαν τον άμεσο κίνδυνο αυτής της συνύπαρξης. Είδαν, πως αυτά τα όντα, έχοντας συνείδηση οξύτερη αλλά το ίδιο εγωπαθή μ’ αυτή του ανθρώπου, επιχειρούσαν μια αδιάκοπη επικοινωνία με σκοπό την παρασιτική συμβίωση και τον έλεγχο. Κατάλαβαν επίσης ότι αποδίδοντας ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε απρόσωπες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να τις τιθασεύσουν.

Το σύμπαν πίσω από την δεύτερη πύλη είναι το πλησιέστερο στο δικό μας και το δικό μας σύμπαν είναι πολύ πανούργο και άκαρδο. Επομένως αυτά τα δύο δεν μπορεί να διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους. Το σύμπαν των ανόργανων όντων είναι πάντα έτοιμο να χτυπήσει. Το ίδιο όπως και το δικό μας. Γι’ αυτό πρέπει να πας στον κόσμο τους ακριβώς όπως θα διακινδύνευες να μπεις σε μια πολεμική ζώνη. Είναι τόσο ισχυρό και επιθετικό ώστε χρησιμεύει σαν φυσικό φίλτρο, ή πεδίο δοκιμασίας όπου οι ονειρευτές εξετάζονται για πιθανές αδυναμίες. Αν επιζήσουν των δοκιμασιών, μπορούν να συνεχίσουν για την επόμενη πύλη. Αν όχι, παραμένουν για πάντα παγιδευμένοι σ’ εκείνο το σύμπαν, σ’ ένα κόσμο σκιών!

Η ενέργεια αυτών των ανόργανων όντων μας πιέζει και εμείς ερμηνεύουμε όπως μπορούμε αυτή την πίεση, ανάλογα με την ψυχική μας διάθεση. Η πιο μετριοπαθής κίνηση που μπορεί να κάνει ένας μάγος είναι να εκτοπίσει αυτές τις οντότητες σε ένα αφηρημένο πεδίο. Όσο λιγότερες ερμηνείες κάνουν οι μάγοι, τόσο καλύτερη είναι η θέση τους.

Από τώρα και στο εξής, όποτε κι αν βρεθείς αντιμέτωπος με την αλλόκοτη θέα μιας άυλης παρουσίας, μείνε στην θέση σου και κοίτα την επίμονα και αμείλικτα. Αν είναι ανόργανο ον, η ερμηνεία που θα του έχεις δώσει θα πέσει σαν ξερό φύλλο απ’ το κλαδί. Κι αν δεν συμβεί τίποτα, δεν θα’ ναι άλλο παρά μια βαρετή και ενοχλητική παρέκκλιση του νου σου, που δεν είναι ο δικός σου νους στο κάτω κάτω.

Μια από τις βασικές τεχνικές που ασκούσαν οι σαμάνοι για την είσοδό τους στο άπειρο ήταν η τέχνη του ονείρου, ο τρόπος που καληνύχτιζαν τον κόσμο! Θεωρούσαν τα όνειρα ως πλήρεις βιωματικές καταστάσεις στις οποίες η συνείδησή τους προβαλλόταν, κατόπιν πειθαρχημένης και άκαμπτης εγρήγορσης, σε άγνωστες περιοχές. Έχοντας ισχυροποιήσει την ενεργειακή τους διάταξη μέσα από επίπονες διαδικασίες εξισορρόπησης και ενδυνάμωσης, κατάφεραν να εισέρχονται σε αυξημένα επίπεδα συνείδησης, ταξιδεύοντας στους κόσμους χωρίς να διαλύονται ή να γίνονται θηράματα. Στην ουσία, μετασχημάτιζαν τα κοινά όνειρα, ασκώντας έλεγχο σ’ αυτά, σε εξερεύνηση και χαρτογράφηση νέων κόσμων.

Γνώριζαν βέβαια τους θανάσιμους κινδύνους, γι’ αυτό και δεν έπαιρναν τίποτα αψήφιστα στις ονειρικές τους αναζητήσεις. Δεν τις αντιμετώπιζαν σαν πεδίο απολαύσεων, ούτε φυσικά στόχευαν σε νέες ‘φιλικές’ σχέσεις με τους εκεί κατοίκους. Δεν είχαν σκοπό να εγκλωβιστούν σε μια νέα φυλακή αλλάζοντας απλά δεσμοφύλακες. Το συνειδητό όνειρο ήταν γι’ αυτούς μόνο μια μέθοδος, ένα χρήσιμο εργαλείο για να γνωρίσουν την ψευδαίσθηση της φυλακής, και να αποδράσουν στο άπειρο, γκρεμίζοντας τα όρια της αντίληψής τους.

Το να περάσει τις πύλες του ονείρου ο πολεμιστής, σήμαινε να ξυπνήσει μέσα στο όνειρο και να διατηρήσει την συγκέντρωση του στην εικόνα του ονείρου, κατά βούληση, χρησιμοποιώντας ένα επίπεδο προσοχής διαφορετικό απ’ αυτό της καθημερινής εστίασης. Αυτήν την ονειρική προσοχή ισχυροποίησαν οι πολεμιστές, αναδιανέμοντας τις φυσικές τους δραστηριότητες και ενέργειες σε νέες δυναμικές ροές, πριν εισχωρήσουν στο άγνωστο και μετασχηματίσουν τα κοινά τους όνειρα σε τέχνη. Στην ουσία, αυτό που πρόβαλαν εκεί έξω, δεν ήταν ο καλοαναθρεμμένος και τροφαντός εαυτός της καθημερινής ζωής, αλλά μια ενεργοποιημένη τοτεμική ύπαρξη ικανή για παρατήρηση, ιχνηλασία, αλλά και μάχη!

Στο ονείρεμα, σ’ αυτό που οι αποκρυφιστές ονόμασαν αστρική προβολή, η συνείδηση του ατόμου ανιχνεύεται από την ξένη επίγνωση και έλκεται προς αυτήν, πέφτοντας στην κυριολεξία στα δίχτυα της. Τα ανόργανα όντα, ζώντας σ’ ένα κόσμο επιβραδυνόμενο, χρονικά στατικό και ακίνητο, αναζητούν την κίνηση και την φλόγα της ανθρώπινης ψυχής. Είναι η τροφή τους. Στήνουν παγίδες και με το δέλεαρ της γνώσης και της δύναμης, προσκαλούν τους ανέμελους ταξιδιώτες στον κόσμο τους για να τους καλοπιάσουν, ικανοποιώντας όλες τους τις επιθυμίες, και να τους κρατήσουν για πάντα εκεί.

Λειτουργούν σαν αλιείς ψυχών που επιθυμούν την ζεστασιά της ανθρώπινης ζωής και προσπαθούν να την διδάξουν χρησιμοποιώντας φαντασμαγορικές προβολές. Οι άρχοντες αυτοί των ψευδαισθήσεων, στην ουσία, αγκιστρώνονται στα εσώτερα συναισθήματα των ονειρευτών και παίζουν μαζί τους ανελέητα. Δημιουργούν φάσματα για να ευχαριστήσουν τους ονειρευτές ή να τους τρομάξουν ρίχνοντάς τους σ’ ένα λαβύρινθο παρασκιάς!

Για τον Δον Χουάν, ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος της παρακμής των αρχαίων μάγων, η υπερβολική εμπιστοσύνη και αξία που έδωσαν σ’ αυτές τις προβολές. Πιστεύοντας πως τα όντα αυτά, σαν σύμμαχοι τους, είχαν τρομερή δύναμη, παρέβλεψαν το γεγονός πως δεν ήταν παρά ασήμαντη ενέργεια που προβαλλόταν μέσα απ’ τους κόσμους όπως σε κάποια κοσμική ταινία. Ο ίδιος ο Δον Χουάν κατάφερε να αποφύγει τον κίνδυνο πηγαίνοντας να τα συναντήσει μερικές φορές και δεν ξαναπήγε ποτέ. Άλλωστε είναι στην επιλογή του κάθε ατόμου να ‘ζήσει’ με συμβιωτικές οντότητες ή να ελευθερωθεί!

Ο Καστανέντα, τελικά ενέδωσε στις υποσχέσεις δύναμης των ανόργανων όντων και παρά τις προειδοποιήσεις, έπεσε στην παγίδα που περίτεχνα είχαν στήσει για να τον εγκλωβίσουν στον κόσμο τους. Η συνδυασμένη συνειδητότητα τους, αφού πρώτα κατανάλωσε την ενέργειά του εξαναγκάζοντας τον σε συναισθηματικά ξεσπάσματα μέσα στο όνειρο, κατόπιν τράβηξε και την αδρανή υλική του μάζα. Χωρίς το ενεργειακό του σώμα ήταν απλά ένας όγκος οργανικής ύλης, εύκολο παιχνίδι στα χέρια μιας συνείδησης. Χρειάστηκε η ενέργεια όλων των πολεμιστών του Δον Χουάν, σαν ένα όχημα, να εισέλθει για να τον ανασύρει σχεδόν νεκρό. Από τότε ελκυόταν σαν μαγνήτης από την ξένη επίγνωση, ισορροπώντας ταυτόχρονα στους δύο κόσμους.

Κατά την γνώμη των σαμάνων το σύμπαν είναι αρπαχτικό και οι μάγοι, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον, πρέπει να το λαβαίνουν υπ’ όψη τους στις καθημερινές μαγικές τους δραστηριότητες. Η συνειδητότητα είναι από την φύση της αναγκασμένη να αναπτύσσεται και ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί είναι μέσ’ από πάλη, μέσα από συγκρούσεις ζωής και θανάτου.

Η συνειδητότητα των μάγων μεγαλώνει όταν εκτελούν την ονειρική διαδικασία. Την στιγμή που μεγαλώνει, κάτι εκεί έξω πληροφορείται το μεγάλωμά της, το αναγνωρίζει και κάνει μια προσφορά γ’ αυτήν. Τα ανόργανα όντα είναι οι πλειοδότες της δημοπρασίας γι’ αυτήν την καινούργια διευρυμένη συνείδηση. Οι ονειρευτές πρέπει να είναι συνέχεια σε επιφυλακή. Την στιγμή που αποτολμούν να βγουν σ’ αυτό το αρπαχτικό σύμπαν, αποτελούν λεία.

O άνθρωπος πορεύεται προς την γνώση όπως πορεύεται προς τον πόλεμο, σε αδιάπτωτη εγρήγορση, με φόβο, με σεβασμό και απόλυτη αυτοπεποίθηση. Το να πορεύεσαι προς την γνώση ή προς τον πόλεμο με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι λάθος, και όποιος το πράξει ίσως δεν ζήσει για να το μετανιώσει.

Όταν ένας άνθρωπος πληροί αυτές τις τέσσερις αναγκαίες προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν σφάλματα για τα οποία πρέπει να λογοδοτήσει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι πράξεις του χάνουν τον αδέξιο χαρακτήρα και την επιπολαιότητα που διακρίνει τις πράξεις ενός ανόητου. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος αποτύχει ή υποστεί ήττα, θα έχει χάσει μόνο μια μάχη, και δε θα νιώθει πικρία και τύψεις γι’ αυτό.

Η ερμηνεία που έδωσε ο Δον Χουάν στον Καστανέντα για την φύση και την λειτουργία της πραγματικότητας βασίζεται στις ανακαλύψεις των αρχαίων Τολτέκων και στις σκέψεις τους για την ζωή τον θάνατο και το σύμπαν. Γι’ αυτούς, ο χρόνος, ο χώρος, η ύλη δεν ήταν παρά μία δυναμική διάταξη ενέργειας σε διάφορες παραλλαγές και εντάσεις. Ένα ενεργειακό γεγονός,το οποίο μπορούσαν να διαχειριστούν σχεδόν άμεσα με την δύναμη της θέλησής τους.

Χάρη στην τρομερή ικανότητα συγκέντρωσης και εστίασης της προσοχής που ανέπτυξαν κατά την διάρκεια της ζωής τους, ήταν πραγματικά ικανοί να αντιληφθούν την ενέργεια όπως αυτή έρεε ελεύθερη στο σύμπαν, λυτρωμένη από τα δεσμά της ύλης, σαν καθαρή παλλόμενη ενέργεια. Αυτήν την διαδικασία την ονόμαζαν ενόραση (βλέπειν). Ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης του βλέπειν ήταν η αντίληψη και θέαση μιας πιο ολοκληρωμένης πραγματικότητας, που δεν μπορούσε να περιγραφεί με τους συνηθισμένους μηχανισμούς μορφοποίησης και επικοινωνίας.

Μέσα σ’ αυτήν λοιπόν την κατάσταση της ενόρασης, το άτομο αντιλαμβάνεται την ρευστή φύση του, ελευθερώνεται από τις δομές της προσωπικότητας που του έχει επιβληθεί και δρα αυθύπαρκτα ως αυτό που είναι, ένα ενεργειακό ον που ταξιδεύει στο άπειρο.

Είμαστε άνθρωποι και το πεπρωμένο μας είναι να μαθαίνουμε και να ανοίγουμε τα φτερά μας για ασύλληπτους νέους κόσμους. Ο πολεμιστής που βλέπει την ενέργεια γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τέλος στους νέους κόσμους που μπορεί να ανακαλύψει το βλέμμα μας.

Η σημαντική ερώτηση είναι η εξής. Πως σε επηρεάζει αυτό που πιστεύεις; Σε βοηθάει να ζεις καλύτερα; Σε βοηθάει να εξελίσεσαι και να προσφέρεις; Σε βοηθάει να κάνεις θετικά πράγματα; Σε βοηθάει να έχεις ευτυχία και επιτυχία στην ζωή σου; Σου προσφέρει υγεία; Αφού την πραγματικότητα μας την δημιουργούμε εμείς γιατί να μην επιλέξουμε μία πραγματικότητα που μας ωφελεί; Ο καθένας από εμάς ζει στον κόσμο του! Ποιός είναι ο δικός σου κόσμος; Είναι δικός σου; Είσαι σίγουρος;

Ένας κόσμος καλοσύνης ή ένας κόσμος κακίας; Ένας κόσμος προκλήσεων ή ένας κόσμος προβλημάτων; Ένας κόσμος εξερεύνησης ή ένας κόσμος βαρεμάρας; Ένας κόσμος αγάπης ή ένας κόσμος φόβου; Μπορεί την πραγματικότητα σου να μην την έχεις δημιουργήσει συνειδητά. Συνήθως μας την επιβάλλουν με τον τρόπο που μεγαλώνουμε και με την πλύση εγκεφάλου που δεχόμαστε.

Συνεπώς αν θες να την ανακαλύψεις – παρατήρησε για λίγες μέρες τον εαυτό σου σαν εξωτερικός παρατηρητής. Πρόσεξε πως αντιδράει σε καταστάσεις, τι φράσεις χρησιμοποιεί, τι σκέφτεται για τους άλλους. Το πρώτο βήμα για να βελτιώσεις την πραγματικότητά σου είναι να την αναγνωρίσεις! Μετά μπορείς να αρχίσεις το επαναπρογραμματισμό της πραγματικότητάς σου σύμφωνα με τα δικά σου θέλω και πιστεύω.

Αυτό είναι ένα σημαντικό αφυπνιστικό βήμα προς την Ανεξαρτησία στο μονοπάτι για την Ελευθερία!

Ο χρωμοσωματικός τύπος X και Υ

Χ+Χ = Θηλυκό, Χ+Υ = Αρσενικό

Όχι, δεν πρόκειται για έναν κωδικό των μυστικών υπηρεσιών που αντιστοιχεί σε κάποιο ζευγάρι κατασκόπων, ούτε βέβαια είναι κάποιος απόκρυφος τύπος από ακαταλαβίστικα ρητά αλχημείας. Είναι μια εξίσωση με δυο αγνώστους: τη γυναίκα και τον άνδρα. Αυτή η εξίσωση διχάζει το ζωικό βασίλειο, διότι εξαιρεί μερικούς από τους υπηκόους του: τους κόκορες, τους κοριούς και τους σκόρους! Φτάνουν πια οι διακρίσεις σε βάρος των μειονοτήτων και τα απλουστευτικά σλόγκαν!

Ας επιστρέφουμε όμως στα θηλαστικά, και ειδικότερα στον άνθρωπο. Στη δεκαετία του 1950 προσδιορίσαμε ότι τα ανθρώπινα κύτταρα περιέχουν το καθένα, εκτός από κάποια εξαίρεση, 23 ζευγάρια χρωμοσωμάτων, από τα οποία το ένα διαφέρει ανάλογα με το φύλο. Η γυναίκα έχει ένα ζευγάρι χρωμοσωμάτων X (πραγματικά τα χρωμοσώματα έχουν σχήμα X), ενώ ο άνδρας έχει ένα χρωμόσωμα X και ένα άλλο πιο μικρό, που ονομάσαμε Υ (δεν μοιάζει καθόλου όμως με Υ).

Το XX ή το ΧΥ είναι τα γράμματα που διακρίνουν το θηλυκό από το αρσενικό στο ανθρώπινο είδος. Αυτά τα χρωμοσώματα λέγονται φυλετικά και φέρονται τη στιγμή της γονιμοποίησης από τα αναπαραγωγικά κύτταρα των γονέων, ωάριο για τη μητέρα και σπερματοζωάρια για τον πατέρα. Το ωάριο της μητέρας έχει πάντα ένα χρωμόσωμα X, αλλά το σπερματοζωάριο μπορεί να δώσει είτε ένα X είτε ένα Υ. Επομένως από τον πατέρα εξαρτάται το φύλο του εμβρύου και του ατόμου που θα προκόψει.

Αυτός ο γενετικός εξοπλισμός του τύπου XX για το θηλυκό και ΧΥ για το αρσενικό αφορά το σύνολο των θηλαστικών. Παρ’ όλ’ αυτά η φύση επαναφέρει την ισότητα μεταξύ των χρωμοσωμάτων X μ’ ένα περίεργο μηχανισμό αδρανοποίησης ενός από τα φυλετικά χρωμοσώματα των θηλυκών κυττάρων. Στη μεγάλη λοταρία της κληρονομικότητας του φύλου, το κέρδος των γυναικών περιορίζεται στο 50%.

Στα έντομα συναντάμε επίσης τους τύπους χρωμοσωμάτων XX για το θηλυκό και ΧΥ για το αρσενικό. Για παράδειγμα, η μύγα δροσόφιλα, που εδώ και μισό αιώνα είναι η χαρά των επιστημόνων της γενετικής. Άλλα έντομα όπως οι κοριοί, χαρακτηρίζονται από ένα διαφορετικό χρωμοσωματικό συνδυασμό. Τα θηλυκά έχουν τον τύπο XX και τα αρσενικά τον τύπο X. Δεν υπάρχει κάποιο χρωμόσωμα ανάλογο του Υ. Η στιγμή της γονιμοποίησης είναι σαν μια ρώσικη ρουλέτα με μια στις δυο ευκαιρίες. Το ωάριο περιέχει πάντα ένα χρωμόσωμα X. Αν το σπερματοζωάριο δώσει ένα άλλο X, τότε θα προκόψει ένας θηλυκός κοριός, αν δεν δώσει κανένα φυλετικό χρωμόσωμα, ο νέος κοριός θα είναι αρσενικός. Θα λέγαμε λοιπόν ότι, κατά κάποιον τρόπο, το αρσενικό στον κοριό γεννιέται «ερήμην».

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του σκόρου, ο οποίος δεν διστάζει να αντιστρέφει εντελώς τους χρωμοσωμικούς κώδικες. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα ψάρια και πουλιά. Το αρσενικό έχει τον τύπο XX και το θηλυκό ανάλογα με το είδος έχει τον τύπο X ή τον τύπο ΧΥ. Στην ίδια περίπτωση ανήκει και ο κόκορας. Προς μεγάλη μας έκπληξη, η κότα έχει τον τύπο ΧΥ, ενώ ο κόκορας τον τύπο XX. Είναι λοιπόν κάπως ειρωνικό το γεγονός ότι ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα ανδρισμού αντιπροσωπεύεται από το χρωμοσωμικό τύπο που μας παραπέμπει όλους ασυνείδητα στο θηλυκό.

Τελικά το χρωμόσωμα Υ δεν αντιπροσωπεύει πάντα το αρσενικό. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Όσον αφορά τα πουλιά, η γέννηση αρσενικού ή θηλυκού εξαρτάται από τον αριθμό των χρωμοσωμάτων X σε σχέση με αυτόν των αυτοσωμάτων (μη φυλετικά χρωμοσώματα). Τα τελευταία χρόνια γνωρίζουμε περισσότερα για το ποντίκι και τον άνθρωπο. Το 1984 ένα καινούριο κεφάλαιο άνοιξε στο Ινστιτούτο Pasteur. Ανακαλύψαμε ότι σε σπάνιες περιπτώσεις ένας άνδρας μπορεί να παρουσιάσει θηλυκό χρωμοσωματικό τύπο. Η ερευνητική ομάδα των J Weissenbach και Marc Fellous απέδειξε ότι στους άνδρες που έχουν τύπο XX ένα μικρό τμήμα του χρωμοσώματος Υ είναι ενσωματωμένο στο X. Το τμήμα αυτό του Υ φαίνεται ότι παίζει πρωταρχικό ρόλο στην εκδήλωση του ανδρισμού.

Μέσα στα χρωμοσώματα η γενετική πληροφορία μεταφέρεται από το δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ (DΝΑ) με τη μορφή χιλιάδων διαδοχικών γονιδίων. Οι ερευνητές λοιπόν έπρεπε να βρουν ποια ήταν η σωστή σειρά του DΝΑ, όσον αφορά το χρωμόσωμα Υ. Έπειτα από μια λανθασμένη επιλογή, το 1987 όλη η προσοχή δόθηκε σ’ ένα γονίδιο που βάπτισαν με το όνομα Srγ όσον αφορά τα ποντίκια και SRY για τον άνθρωπο (Sex determining region on the chromosome Υ= περιοχή του χρωμοσώματος Υ, που καθορίζει το φύλο). Αν αυτό λοιπόν ήταν το σωστό γονίδιο, τότε η χορήγησή του σε θηλυκά θα τα μετέτρεπε σε αρσενικά. Η ανακάλυψη αυτού του γονιδίου άνοιγε το δρόμο για την αλλαγή φύλου.

Οι Peter Coodfellow και Robin Lovell Badge πειραματίστηκαν πάνω σε μια υπόθεση το ίδιο συγκλονιστική. Χάρη στις τεχνικές της γενετικής μηχανικής αυτοί οι ερευνητές από το Λονδίνο κατάφεραν το 1991 να «εμβολιάσουν» έντεκα θηλυκά έμβρυα ποντικιού με το γονίδιο Sry . Τρία από αυτά γεννήθηκαν αρσενικά. Διαπίστωσαν λοιπόν ότι για τον καθορισμό του αρσενικού είναι υπεύθυνο ένα μόνο τμήμα του χρωμοσώματος Υ.

Φυσικά, σ’ αυτή την υπόθεση γενετικού προσδιορισμού, το λεγόμενο «αδύνατο φύλο» δεν ήταν δυνατό να μείνει αμέτοχο. Έτσι, ήδη το 1994, η ερευνητική ομάδα της Ιταλίδας Ciovanna Camerino ανακάλυψε ένα συγκεκριμένο τμήμα του χρωμοσώματος X, που το βάπτισε DSS, και φαίνεται πως εμπλέκεται στον καθορισμό του θηλυκού.

Εν ολίγοις, το DSS θα έδινε μια γυναίκα, ενώ ο συνδυασμός DSS- SRY θα έδινε έναν άνδρα. Για να περιπλέξουμε λίγο τα πράγματα, πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν και άλλα γονίδια σε μη φυλετικά χρωμοσώματα που συμβάλλουν επίσης στον καθορισμό του φύλου.

Επομένως ο καβαλιστικός τύπος από τον οποίο ξεκινήσαμε είναι όχι μόνο ανεπαρκώς επαληθευμένος, αλλά και πολύ απλουστευτικός, έστω κι αν ισχύει ότι αν είμαστε άντρες ή γυναίκες καθορίζεται από το φυλετικό χρωμόσωμα που μας κληροδότησε ο πατέρας μας. Ο Προυστ, του οποίου ο χρωμοσωματικός τύπος ήταν πολύπλοκος, δεν είχε άδικο όταν έγραφε:

«Η ύπαρξή μας είναι, εκ γενετής, τόσο γεμάτη από καβαλιστικούς αριθμούς και από μάγια που θα έλεγες ότι υπάρχουν πραγματικά μάγισσες».

Ακόμα φτωχότεροι απ’ τους πλούσιους είναι πιθανότατα μόνο οι φτωχοί που θέλουν να είναι πλούσιοι

Όσο δεν βασανιζόμαστε από υπαρξιακά άγχη, δεν λιμοκτονούμε για να πληρώσουμε το νοίκι μας, και έχουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουμε όσα έχουν πραγματική σημασία για μας, μπορούμε να ζούμε μια ευτυχισμένη ζωή και μάλιστα με στυλ -εκτός αν το όνειρό μας είναι να είμαστε πλούσιοι. Τότε η αντίφαση ανάμεσα στην κατάσταση που βρισκόμαστε και σε εκείνη που θα θέλαμε να βρεθούμε θα μετατραπεί σε μόνιμη πηγή δυσαρέσκειας. Γι’ αυτόν το λόγο, μία από τις πιο εγγυημένες συνταγές δυστυχίας είναι να παίζεις συστηματικά τυχερά παιχνίδια.

Η ευτυχία δεν εξαρτάται από το πόσους τραπεζικούς λογαριασμούς διαθέτεις. Ο πλούτος δεν την ευνοεί καν σε σημαντικό βαθμό. Πολλοί πλούσιοι άνθρωποι το γνωρίζουν και ποθούν μια «απλή ζωή». Όμως όσο κι αν πασχίζουν να απελευθερωθούν από το ενοχλητικό βάρος της υπερβολής, στο τέλος η λαχτάρα τους για την «απλή ζωή» μένει μονίμως ανεκπλήρωτη. Αντίθετα, εκείνος που φτωχαίνει δεν είναι αναγκασμένος να κοπιάσει για να ζήσει μια ζωή με στυλ, χωρίς υπερβολές. Πολύ απλά, η ίδια η κατάστασή του τον ωθεί σε αυτό. Αντίθετα, οι πλούσιοι παραμένουν για πάντα δέσμιοι των χρημάτων τους, είτε γαντζώνονται σφιχτά σ’ αυτά, είτε προσπαθούν να τους ξεφύγουν. Αληθινά φτωχοί είναι -όσο κι αν ο καπιταλισμός προσπάθησε να μας πείσει για το αντίθετο- οι πλούσιοι. Τους ζηλεύουν επειδή κερδίζουν πολλά χρήματα, ενώ αξίζουν κατά κύριο λόγο ένα πράγμα: τη συμπόνια.

Οι περισσότεροι πλούσιοι διακατέχονται, για παράδειγμα, από ένα μόνιμο φόβο ότι θα πέσουν θύματα άγριας ληστείας.

Η πίεση «να αντέξεις στον ανταγωνισμό» είναι μια μέθοδος που σε οδηγεί εγγυημένα στη δυστυχία. Είναι αδιάφορο σε ποιο επίπεδο εισοδημάτων παίζεται. Καλύτερο είναι για την ευτυχία μας εάν’ συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορές που μας κάνουν να δυστυχούμε μόνο εφόσον πασχίζουμε για πράγματα στα οποία δεν μπορούμε να αντεπεξέλθουμε.

Για τους πλούσιους υπάρχει πιθανότατα μόνο μία δυνατότητα να ζήσουν μια σχετικά ξέγνοιαστη ζωή. «Να κατέχετε σαν να μην κατέχετε τίποτα!» Όποιος ζει αποδεχόμενος τις δικές του συνθήκες απολαμβάνει μια σειρά από πλεονεκτήματα!

Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά στην ιστορία ή τη λογοτεχνία τις μορφές που έγιναν διάσημες για την περιφρόνησή τους απέναντι σε καθετί υλικό, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι συνήθως πρόκειται για παιδιά εύπορων οικογενειών. Ο Αλέξιος, γόνος Ρωμαίων αριστοκρατών, που έζησε απαρατήρητος ως ζητιάνος τρώγοντας αποφάγια κάτω από τις σκάλες του πατρικού του, ή ο Φραγκίσκος της Ασίζης, γιος εμπόρου υφασμάτων, η σύζυγός του, η αγία Κλάρα, που απαρνήθηκε την αριστοκρατική της οικογένεια, ή ο Σιντάρτα, γιος βραχμάνων -είναι εκπληκτικό ότι όλοι αυτοί οι διάσημοι ασκητές που απαρνήθηκαν τα εγκόσμια κατάγονταν στην πλειονότητά τους από προνομιούχες και εύπορες οικογένειες.

Ένα εξαιρετικά χαρισματικό παράδειγμα είναι ο φιλόσοφος Λούντβιχ Βιττγκενστάιν. Στο έργο «Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν», ο Τόμας Μπέρνχαρντ παρουσιάζει τον ήρωά του να βρίζει το διάσημο θείο του: «Ένας πολυεκατομμυριούχος ως επαρχιακός δάσκαλος είναι μάλλον μια ανωμαλία, δεν νομίζεις;»

Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ήταν γόνος μίας από τις τρεις πλουσιότερες οικογένειες της Αυστρίας. Η δόξα και το χάρισμά του τρέφονταν από τη φήμη του ως επιδεικτικού αρνητή. Αποθέωνε τη λιτότητά του, γοήτευε με τον ασκητισμό. Αφού επέζησε ως στρατιώτης από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απαρνήθηκε όλη την περιουσία των γονιών του υπέρ των αδελφών του. Ο Βιτγκενστάιν, αντί να διδάξει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο, πήγε και έγινε δάσκαλος σε ένα χωριουδάκι κάπου στα βουνά -πολύ αργότερα έγινε ο σπουδαιότερος στοχαστής της εποχής του, που λατρεύτηκε από τους φοιτητές του περίπου σαν ημίθεος. Σε μια εποχή που οι συνάδελφοί του στο Κέμπριτζ κυκλοφορούσαν καμαρωτοί με τα ακαδημαϊκά τους πανωφόρια, ο Βιτγεκνστάιν φορούσε επιδεικτικά ατημέλητα ρούχα και ένα κουρελιασμένο σακάκι από τουίντ. Μια ολόκληρη γενιά φοιτητών φιλοσοφίας στο Κέμπριτζ αντέγραφε μέχρι και στις μικρότερες λεπτομέρειες το μεγάλο πρωτομάστορα. Προτιμούσαν στενά κρεβάτια, κουβαλούσαν μαζί τους λαχανικά σε μικρά δίχτυα «για να μπορούν να αναπνέουν», έτρωγαν λιτά, κατά προτίμηση αχνιστό σέλινο, και έπιναν ζεστό νερό. Όποτε ο Βιτγκενστάιν ήθελε να ξεκουραστεί από το ρόλο του ως επιδεικτικός ασκητής, αποσυρόταν στο αγρόκτημα της οικογένειας του στην Αυστρία.

Όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, οι συνήθειες ενός πατρικίου δύσκολα αποβάλλονται. Η λιτότητα του Βιτγκενστάιν ήταν, αν μιλήσει κανείς με ανθρώπους που πρόλαβαν να τον ζήσουν, μια πραγματικά ακραία υπόθεση. Εκτός από το κοφτερό μυαλό, θα πρέπει να τον χαρακτήριζε και μια ιδιαίτερη υπεροψία. Τα καμώματά του παρέμειναν, παρά την πολυδοξασμένη ολιγάρκειά του, τα καμώματα ενός μέλους της βιεννέζικης ανώτερης τάξης.

Πραγματικά φτωχοί είναι ουσιαστικά οι πλούσιοι. Κι αυτό επειδή το χρήμα είναι ένα ναρκωτικό που σε κρατάει μακριά από τη ζωή και δίνει σε κάποιον, για παράδειγμα, τη δυνατότητα να καλυφθεί πίσω από ένα μανδύα -είτε είναι τα ταξίδια, είτε τα καλοραμμένα ρούχα. Όποιος έχει πάρα πολλά χρήματα μπορεί να δραπετεύσει από τη ζωή του, να πετάξει με το τζετ του για το Σαν Τροπέ ή τη Νέα Υόρκη και να διανυκτερεύσει στο ακριβότερο ξενοδοχείο της πόλης, αλλά εκεί θα είναι πάλι εξίσου δυστυχισμένος όσο και οπουδήποτε αλλού. Αληθινή ευτυχία δεν υπάρχει χωρίς μια υγιή δόση ταπεινότητας και η εξοικείωση μαζί της είναι κάτι που συχνά δυσκολεύει τους πλούσιους ανθρώπους. Η ικανότητα να παραδέχεσαι τα ατομικά σου λάθη, η ικανότητα να εκτιμάς τους άλλους, και μάλιστα ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, λείπει από τους περισσότερους απ’ αυτούς -ένα αυθεντικό μειονέκτημα.

Ακόμα φτωχότεροι απ’ τους πλούσιους είναι πιθανότατα μόνο οι φτωχοί που θέλουν να είναι πλούσιοι.