Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Η σημασία του -ικός
:

§ 396. Στα παράγωγα των εθνικών και γενικά στα παλιότερα παραδείγματα το -ικός έχει την έννοια ενός κτητικοῦ (με την ευρύτερη έννοια), δηλαδή αποδίδει την εξάρτηση ενός πράγματος από ένα πρόσωπο ή τη σχέση μ' αυτό, που για τη δήλωσή τους εμφανίστηκε το -ικός. 

Βρίσκεται λοιπόν κοντά στα επίθετα σε -ιος· αλλά η περαιτέρω εξέλιξη των δύο επιθημάτων ακολουθεί ξεχωριστή πορεία: το -ιος διατηρήθηκε στους ιστορικούς χρόνους κυρίως χάρη σε επεκτάσεις (-αῖος, -ειος, -σιος, -τήριος) και σε ουσιαστικοποιήσεις (-ία, -εία, -σία, -εῖον) (§ 283 κεξξ.), ενώ το -ικός ιδίως χάρη στην οφειλόμενη σε σοφιστική επίδραση προσαρμογή του -τικός για δήλωση ιδιαίτερου τύπου σχέσεων με τη βάση: κριτικός ήταν αρχικά 'ο σχετιζόμενος με έναν κριτήν ', όθεν ἡ κριτικὴ (τέχνη) 'η ικανότητα ενός κριτή', ύστερα όμως επίσης κριτικός 'ικανός να κρίνει', όπου η σχέση με τη ρηματική έννοια του κρίνειν ήταν ισχυρότερη από τη σχέση με το όνομα του ενεργούντος προσώπου κριτής. 

Επειδή τώρα π.χ. το ὑγιεινός - λατ. sanus- γερμ. gesund 'υγιής' ανάλογα με το ουσιαστικό, του οποίου είναι προσδιορισμός ή κατηγορούμενο, δηλώνει μια κατάσταση ή τη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης, έτσι και το -τικός πέρα από την αμετάβατη-παθητική σχέση με το ρήμα μπορεί να εκφράζει και μια ενεργητική-αιτιολογική [1]: ἀνὴρ ὑγιεινός 'υγιής άνθρωπος' - ὕδωρ ὑγιεινόν 'υγιεινό νερό', έτσι και

ὑπνωτικός 'νυσταλέος' (Ιπποκρ.) και 'υπνωτικός' (Αριστοτ.),

παθητικός [176]'ικανός να συγκινήσει' (για ανθρώπους), 'συναισθηματικός' (λέξις), αλλά και 'που διεγείρει συναισθήματα' (για τη μουσική) (όλα στον Αριστοτ.).
-----------------------
1. Και το ρηματικό επίθετο σε -τος, που ασφαλώς εύκολα μπορούσε κανείς να το συσχετίσει με το -τικός, έχει αυτή τη διπλή σημασία· δες § 62, 105.

2. Το ρηματικό θέμα παθη- υπάρχει και στα πάθημα παθητός.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 6. Η έλευση των Ρωμαίων

6.3. Μέσα σε πενήντα τρία χρόνια


Για τα πολιτικά γεγονότα της εποχής, καθώς και για αυτά που ακολούθησαν, τις συστηματικότερες πληροφορίες τις δίνει ο ιστορικός Πολύβιος από τη Μεγαλόπολη. Τα παλαιότερα τα γνώριζε από αυτόπτες μάρτυρες, ενώ τα υστερότερα τα είχε ζήσει ο ίδιος, σε πολλές περιπτώσεις από κοντά. (Είχε γεννηθεί στην αρχή του 2ου αιώνα και πέθανε το 120.) Καθώς μάλιστα παρέμεινε για μεγάλο μέρος της ζωής του στη Ρώμη, στην αρχή ως όμηρος και στη συνέχεια ως προστατευόμενος επιφανών Ρωμαίων, είχε άφθονο χρόνο να διαβάσει τα σημαντικότερα ιστορικά συγγράμματα και να επισκεφθεί πολλούς τόπους όπου είχαν διεξαχθεί μεγάλες μάχες. Όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, με το εκτενέστατο σύγγραμμά του ανέλαβε να συνεχίσει την αφήγηση του Τίμαιου. Το κυριότερο ωστόσο χαρακτηριστικό του, αυτό που τον ξεχώρισε από όλους τους προγενέστερους ιστορικούς, ήταν ο συσχετισμός γεγονότων που εξελίσσονταν παράλληλα σε ολόκληρη σχεδόν τη Μεσόγειο. Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε την ιστορία του κοινήν, δηλαδή οικουμενική. Ως πρόδρομο στην οικουμενική θεώρηση του κόσμου αναγνώριζε μόνο τον Έφορο.

Εφαρμόζοντας τη μέθοδό του, ο Πολύβιος διαπίστωσε ότι τρεις μεγάλοι πόλεμοι, στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, που είχαν ξεκινήσει ξεχωριστά και ανεξάρτητα, συσχετίστηκαν στην πορεία μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε μαζί οδήγησαν την ιστορία σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα, ένα τέλος, όπως το χαρακτήρισε: μέσα σε 53 χρόνια από την έναρξη των πολέμων αυτών η Ρώμη επέβαλε την παγκόσμια κυριαρχία της, εξουσίαζε δηλαδή ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στον πρώτο πόλεμο, που ονομάστηκε Συμμαχικός, αναμετρήθηκαν οι Μακεδόνες και οι Αχαιοί με τους Αιτωλούς, στον δεύτερο, που ονομάστηκε Δ' Συριακός, αναμετρήθηκαν ο Αντίοχος Γ' με τον Πτολεμαίο Δ', και στον τρίτο, που ονομάστηκε Αννιβαϊκός ή Β' Καρχηδονιακός, αναμετρήθηκαν οι Ρωμαίοι με τους Καρχηδόνιους. Ο Πολύβιος έκρινε ότι από ένα σημείο και πέρα η εξιστόρηση όλων των πολέμων έπρεπε να γίνεται συνδυασμένα.

Στον Συμμαχικό Πόλεμο που ξέσπασε το 220, ο νεαρός βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος Ε', επικεφαλής της ελληνικής συμμαχίας, στράφηκε με αποφασιστικότητα εναντίον των Αιτωλών, που κατηγορούνταν για συνεχείς προκλήσεις στην Πελοπόννησο. Η αναμέτρηση σύντομα γενικεύτηκε στον ελληνικό χώρο. Οι Σπαρτιάτες, όσο καιρό ο Κλεομένης ζούσε ακόμη εξόριστος στην Αίγυπτο, είχαν αφήσει τη θέση του κενή. Όταν όμως πληροφορήθηκαν τον θάνατό του, μέσα σε συνθήκες αναταραχής και εσωτερικής σύγκρουσης, επέλεξαν δύο νέους βασιλείς και αποφάσισαν, με τις δυνάμεις που τους είχαν απομείνει, να συνεργαστούν με τους Αιτωλούς εναντίον των Μακεδόνων και των Αχαιών. Με τους Αιτωλούς συντάχθηκαν οι Ηλείοι και οι Κνώσιοι, που ήλπιζαν στη συνδρομή τους για να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Κρήτη.

Ο πόλεμος αυτός είχε πολλές εναλλαγές και πολλά μέτωπα. Οι Αιτωλοί εισέβαλαν στη Μακεδονία και κυρίευσαν την ιερή της πόλη, το Δίον. Κατέσκαψαν τα τείχη, τα σπίτια και το γυμναστήριο, έκαψαν τις στοές γύρω από τον ναό, κατέστρεψαν τα ιερά αναθήματα και ανέτρεψαν όλα τα αγάλματα των βασιλέων. Αργότερα εισέβαλαν στην Ήπειρο και φέρθηκαν με τον ίδιο ιερόσυλο τρόπο στο ιερό της Δωδώνης. Σε αντεκδίκηση, οι Μακεδόνες κατέλαβαν το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο τους, το Θέρμο, και το λεηλάτησαν, άρπαξαν τα πολυτιμότερα σκεύη, κατακαίγοντας όσα δεν μπορούσαν να μεταφέρουν. Με την ίδια βαναυσότητα κατέστρεψαν τα ιερά αφιερώματα, ισοπέδωσαν τις στοές του ναού και γκρέμισαν πάνω από 2.000 αγάλματα. Ο Φίλιππος ταπείνωσε για μια ακόμη φορά τη Σπάρτη, χωρίς ωστόσο να εισβάλει στους κεντρικούς οικισμούς της. Στη συνέχεια κατάλαβε τη Θήβα, πούλησε όλους τους κατοίκους της και εγκατέστησε στη θέση τους Μακεδόνες.

Η σκληρή αναμέτρηση έληξε το 217 με συνθήκη που συμφωνήθηκε στη Ναύπακτο. Οι Αιτωλοί δεν έβλεπαν καμία προοπτική νίκης, και ο Φίλιππος, έχοντας δείξει τη δύναμη και την αποφασιστικότητά του, επειγόταν να αποδεσμεύσει τις δυνάμεις του από τα μέτωπα της Ελλάδας. Κάθε πλευρά έπρεπε να αρκεστεί σε αυτά που κατείχε. Στις διαπραγματεύσεις σημαντικό ρόλο έπαιξε από την πλευρά των Αιτωλών ο Ναυπάκτιος Αγέλαος. Ανάμεσα σε πολλά άλλα που βάζει στο στόμα του ο Πολύβιος, ισχυρίστηκε ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να πολεμούν μεταξύ τους. Αν όμως αυτό ήταν αδύνατο, ειδικά σε εκείνη την περίπτωση έπρεπε να συμφωνήσουν και να φυλάγονται, στρέφοντας την προσοχή τους στους ισχυρούς στρατούς και τον μεγάλο πόλεμο που διεξαγόταν στη Δύση. Διότι ήταν φανερό ότι είτε νικούσαν οι Καρχηδόνιοι (όπως έδειχναν οι πληροφορίες που κατέφθαναν) είτε οι Ρωμαίοι, δεν επρόκειτο να περιοριστούν στην κυριαρχία της Ιταλίας και της Σικελίας. Οι νικητές θα προσπαθούσαν να επεκτείνουν την εξουσία τους πέρα από το κανονικό: να αναμειχθούν δηλαδή στις υποθέσεις των Ελλήνων. Ο Αγέλαος συμβούλευε μάλιστα τον Φίλιππο, εάν ορεγόταν κατορθώματα, να περιμένει την έκβαση του πολέμου στη Δύση και να διεκδικήσει παγκόσμια κυριαρχία. Ο Φίλιππος, καθώς φαίνεται, είχε πράγματι αρχίσει να παρακολουθεί προσεκτικά όσα συντελούνταν στη Δόση.

Ο Φίλιππος αντιλήφθηκε ότι η μεγαλύτερη απειλή για το βασίλειό του προερχόταν από τους Ρωμαίους, που από καιρό είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στην Ιλλυρία. Ήδη οι Κερκυραίοι τούς είχαν δεχτεί ως απελευθερωτές, οι Αιτωλοί, οι Αχαιοί και οι Αθηναίοι συνομιλούσαν κατά καιρούς φιλικά μαζί τους, ενώ από το 228 οι Κορίνθιοι τους είχαν επιτρέψει να συμμετέχουν στα Ίσθμια. Εκτιμώντας την κατάσταση, ο Φίλιππος επέλεξε να προχωρήσει σε συμμαχία με τους Καρχηδόνιους. Αλλά οι συνθήκες δεν επέτρεψαν στους συμμάχους να υλοποιήσουν κανένα κοινό σχέδιο. Απεναντίας, παρά τα σοβαρότατα προβλήματα τους με τους Καρχηδόνιους, οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν το 215 στρατιωτικές αναμετρήσεις με τους Μακεδόνες που κράτησαν 10 χρόνια και έμειναν γνωστές ως Α' Μακεδονικός Πόλεμος. Στο μεταξύ το 213 ο Φίλιππος έχασε τις υπηρεσίες του Άρατου, που ήταν ένας από τους ικανότερους συμβούλους του.

Το ενδιαφέρον των Ρωμαίων για τις ελληνικές υποθέσεις το εκμεταλλεύτηκαν και οι Αιτωλοί, οι οποίοι έσπευσαν να συμμαχήσουν μαζί τους. Στη συμμαχία προστέθηκε, μεταξύ άλλων, ο Άτταλος Α', βασιλιάς του Πέργαμου. Σε αντιστάθμισμα ο Φίλιππος εξασφάλισε τη συμμαχία του βασιλιά της Βιθυνίας. Παρά τα πολλά μέτωπα στα οποία ήταν υποχρεωμένος να μάχεται, ο Φίλιππος κατέβαλε για μία ακόμη φορά τους Αιτωλούς. Οι Ρωμαίοι πάλι, που αντιμετώπιζαν εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις στην Ιταλία, συνθηκολόγησαν το 205 με τη λεγόμενη Ειρήνη της Φοινίκης. Δεν είχαν πετύχει καμιά σπουδαία νίκη, αλλά τουλάχιστον εμπόδισαν τον Φίλιππο να ενισχύσει τους Καρχηδόνιους.

Ο Αντίοχος Γ' (223-187) είχε αναλάβει το βασίλειο των Σελευκιδών σε ηλικία 18 ετών κάτω από δύσκολες συνθήκες. Οι επαρχίες στην Ανατολή δεν ελέγχονταν, ενώ ένας σφετεριστής διεκδικούσε τη Μικρά Ασία. Παρ᾽ όλα αυτά, επέλεξε να ξεκινήσει το 219 μια νέα προσπάθεια για την ανάκτηση της Κοίλης Συρίας. Στην αρχή σημείωσε αξιόλογες επιτυχίες, αλλά δεν υπολόγισε ότι ο αντίπαλός του, ο Πτολεμαίος Δ', θα εκπαίδευε και θα αξιοποιούσε για πρώτη φορά πολυάριθμους Αιγύπτιους στρατιώτες. Έτσι, το 217, στην κρίσιμη μάχη της Ραφίας που έκρινε τον Δ' Συριακό Πόλεμο, ηττήθηκε χωρίς να πετύχει τον στόχο του. Ήταν τουλάχιστο ελεύθερος να ασχοληθεί με άλλες σοβαρές υποθέσεις του βασιλείου του. Εξόντωσε τον σφετεριστή στη Μικρά Ασία και σύντομα άρχισε μια ἀνάβασιν στις ανατολικές επαρχίες που είχαν, σε μεγάλο βαθμό, αυτονομηθεί. Για τις επιτυχίες του αυτές αποκλήθηκε Μέγας.

Μετά από την πρώτη μακροχρόνια αναμέτρησή τους με τους Ρωμαίους, οι Καρχηδόνιοι απώλεσαν τόσο τη Σικελία όσο και τη Σαρδηνία. Για να εξασφαλίσουν εφοδιασμό σε ανθρώπινο δυναμικό και αποθέματα στράφηκαν συστηματικά προς την Ισπανία, όπου ίδρυσαν ως βάση τους τη Νέα Καρχηδόνα. Εκεί το 221 τη διοίκηση των στρατευμάτων τους ανέλαβε ο Αννίβας. Όταν το 218 οι Ρωμαίοι έστειλαν στρατό ταυτοχρόνως στην Ισπανία και τη Σικελία, για να περάσει από εκεί στην Καρχηδόνα, ο Αννίβας συγκέντρωσε 50.000 πεζούς, 9.000 ιππείς (όλοι μισθοφόροι που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες) και 37 ελέφαντες για να ξεκινήσει τον Β' Καρχηδονιακό Πόλεμο εναντίον της Ρώμης από την ξηρά. Διέσχισε αργά τη Γαλατία και ύστερα, μέσα σε δύο εβδομάδες, πέρασε τις χιονισμένες Άλπεις, πολεμώντας με τα στοιχεία της φύσης και τους τοπικούς πληθυσμούς. Στη διάβαση, που θεωρήθηκε μέγιστο επίτευγμα, έχασε περίπου τον μισό του στρατό, αλλά ενισχύθηκε αρκετά από Γαλάτες, με τους οποίους βρισκόταν ήδη σε συνεννόηση.

Οι Ρωμαίοι αιφνιδιάστηκαν και εντυπωσιάστηκαν. Εναντίον του εχθρού έστελναν και έχαναν τον έναν στρατό μετά τον άλλο, αφήνοντας στα πεδία των μαχών δεκάδες χιλιάδες νεκρούς. Στη μεγαλύτερη σύγκρουση, που έγινε το 216 στις Κάννες, ο στρατός του Αννίβα εξολόθρευσε τους αντιπάλους του, παρά τη μεγάλη τους αριθμητική υπεροχή, σκοτώνοντας περισσότερους από 50.000 άνδρες, ίσως και 70.000, τον Ρωμαίο στρατηγό και τους μισούς αξιωματικούς καθώς και δεκάδες συγκλητικούς. Επρόκειτο για μια από τις φονικότερες μάχες όλων των εποχών. Υπερέχοντας πολύ στη δύναμη του ιππικού, ο στρατός του Αννίβα έφτασε κάποια στιγμή έξω από τις πύλες της Ρώμης, προκαλώντας φοβερή ταραχή. Οι άνδρες έτρεχαν στα τείχη, ενώ οι γυναίκες ικέτευαν τους θεούς και έπλεναν το δάπεδο των ναών με τα μαλλιά τους. Οι Ρωμαίοι ωστόσο αντέταξαν τους νεοστρατολογημένους άνδρες και το ακαταμάχητο πείσμα τους. Με τους λιγοστούς ελέφαντες που του είχαν απομείνει, χωρίς πολιορκητικές μηχανές και χωρίς ανεφοδιασμό, ο Αννίβας δεν είχε ελπίδα να καταλάβει τη Ρώμη με έφοδο. Το σχέδιό του ήταν να προσεταιριστεί τους συμμάχους των Ρωμαίων.

Οι Ρωμαίοι υπέστησαν και άλλες ήττες, χάνοντας στις μάχες πολλούς άνδρες και ικανούς στρατηγούς. Σε αντίθεση με τους Καρχηδόνιους, ωστόσο, διέθεταν μεγάλες εφεδρείες. Επιπλέον, ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές δεν έχασαν την υποστήριξη των περισσότερων συμμάχων τους. Η συνοχή αυτή αποδείχθηκε η μεγαλύτερή τους δύναμη. Σοβαρό πρόβλημα αντιμετώπισαν μόνο με τις Συρακούσες. Όσο ζούσε ο Ιέρων Β' οι Συρακούσιοι τίμησαν τη συμμαχία μαζί τους. Αλλά με τον θάνατό του το 215 μεταστράφηκαν και συμμάχησαν με τους Καρχηδόνιους. Οι Ρωμαίοι κινδύνευαν έτσι να χάσουν τον έλεγχο της Σικελίας. Έπρεπε να κατακτήσουν τη μεγάλη και ισχυρή αυτή ελληνική πόλη καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια.

Οι Συρακούσιοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, διότι οι νέοι τους σύμμαχοι δεν μπορούσαν να τους ενισχύσουν. Η άμυνα της πόλης στηρίχτηκε στις μηχανές του Αρχιμήδη, ενός από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς της αρχαιότητας, που είχε σπουδάσει στην Αλεξάνδρεια. Αξιολογώντας τη συμβολή του, ο Πολύβιος σημειώνει ότι σε κάποιες εποχές μια ψυχή είναι αποτελεσματικότερη από όλο το πλήθος των ανδρών. Ο Αρχιμήδης, που έγινε θρύλος για την επινοητικότητά του, υπολόγιζε με μαθηματικούς τύπους την εμβέλεια των εκτοξευτήρων και κατέστρεφε τα πλοία των Ρωμαίων. Μάλιστα, όσα από αυτά πλησίαζαν στα τείχη, τα άρπαζε με γάντζους και τα ανύψωνε με τις περίφημες τροχαλίες του, προκαλώντας το δέος και τον τρόμο. Επινοώντας πλήθος αμυντικές τεχνικές, κατάφερε έτσι να κρατήσει τους πολιορκητές μακριά για δύο χρόνια. Όταν τελικά η πόλη έπεσε, έχασε και αυτός τη ζωή του, επιλύοντας έως την τελευταία στιγμή μαθηματικά προβλήματα. Κατά τη γνώμη του, που απηχούσε τη στάση των περισσότερων μαθηματικών της αρχαιότητας, η θεωρητική γνώση και η αφαιρετική κατανόηση είχαν πολύ μεγαλύτερη αξία για έναν ελεύθερο άνθρωπο από τις πρακτικές εφαρμογές, οι οποίες απλώς διευκολύνουν τη ζωή ή βρίσκονται στην υπηρεσία της ανάγκης. Λέγεται ωστόσο ότι, όταν συνειδητοποίησε τις απεριόριστες δυνατότητες εφαρμογών που η θεωρητική γνώση της μηχανικής μπορούσε να παράσχει, αναφώνησε ενθουσιασμένος: «Δώσε μου σημείο να σταθώ και τη γη την ίδια θα μετακινήσω.» Τέτοιο σημείο φυσικά δεν βρέθηκε, και ο μεγάλος πλούτος των Συρακουσών λεηλατήθηκε από τους Ρωμαίους.

Οι Ρωμαίοι πέτυχαν και άλλες νίκες στον μεγάλο πόλεμο εναντίον των Καρχηδονίων, αλλά οι ήττες τους εξακολουθούσαν να είναι καταστροφικές. Αποφασιστική τροπή στην αναμέτρηση έδωσε ο νεαρός στρατηγός τους Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων, ο οποίος κατέλαβε τη Νέα Καρχηδόνα, γεγονός που έκρινε τον πόλεμο στην Ισπανία. Πολεμούσε εναντίον του Αννίβα από 17 ετών και διέθετε τεράστια πείρα. Μετά τη μεγάλη αυτή νίκη οι Ρωμαίοι εξουδετέρωσαν και τις μοναδικές ουσιαστικές ενισχύσεις που ο Αννίβας ανέμενε στην Ιταλία. Τέλος, ο Σκιπίων αποβιβάστηκε στην Αφρική και κατέστρεψε τις δυνάμεις των Καρχηδονίων, υποχρεώνοντάς τους να ανακαλέσουν τον Αννίβα.

Ο Αννίβας επέστρεψε στην Καρχηδόνα το 202 σε ηλικία 45 ετών. Είχε φύγει με τον πατέρα του για την Ισπανία όταν ήταν μόλις εννέα ετών, είχε αναλάβει στρατηγός στα 26 του και είχε περάσει 16 χρόνια στην Ιταλία πολεμώντας με τους Ρωμαίους. Πίσω στην πατρίδα του έδωσε την αποφασιστική μάχη της ζωής του στη Ζάμα και έχασε. Αποτιμώντας τη στρατηγική του ιδιοφυΐα, ο Πολύβιος θυμήθηκε τον ομηρικό στίχο: «Ήταν καλός μα βρήκε τον καλύτερό του.» Οι Καρχηδόνιοι υπέστησαν ολοκληρωτική ήττα. Παραδόθηκαν για δεύτερη φορά με όρους ταπεινωτικότερους από την πρώτη. Διατήρησαν τις πόλεις που κατείχαν πριν από τον πόλεμο στην Αφρική, τα ήθη και τους νόμους τους. Απέδωσαν ωστόσο όλους τους αιχμαλώτους και παρέδωσαν όλα σχεδόν τα μεγάλα πλοία τους και όλους τους ελέφαντες. Κατέβαλαν υπέρογκες αποζημιώσεις και δεσμεύτηκαν να μη διεξάγουν στο εξής πολέμους χωρίς την άδεια της Ρώμης. Ο ιστορικός της Ρώμης Τίτος Λίβιος ισχυρίστηκε ότι 500 πλοία παραδόθηκαν στις φλόγες. Ήταν σαν να καίγεται η ίδια η Καρχηδόνα. Για τον θρίαμβό του ο Σκιπίων ξεπέρασε σε δόξα κάθε Ρωμαίο στρατηγό πριν από αυτόν και επονομάστηκε Αφρικανός. Χάρη στις νίκες του η Ρώμη κυριαρχούσε πλέον σε ολόκληρη τη δυτική Μεσόγειο.

Αληθινός Διαλογισμός

Διαλογισμός σημαίνει στην πραγματικότητα να μπορούμε να Βλέπουμε Άμεσα, Καθαρά, χωρίς την παρεμβολή του «νου», της σκέψης, χωρίς την παραποίηση των επιθυμιών ή των εμπειριών, τελείως αντικειμενικά, τώρα, στον πραγματικό χρόνο, εδώ, στην αληθινή ζωή. Συνεπώς Διαλογισμός είναι ήδη μια κατάσταση επίγνωσης, ένας τρόπος όρασης, θέασης αυτού που συμβαίνει… δεν είναι ένα μέσο, μια δράση για να φτάσεις κάπου.

Ο Ίδιος ο Διαλογισμός είναι η Ορθή Δράση, η Ορθή Ζωή. Έτσι για να πούμε ότι Διαλογιζόμαστε πραγματικά θα πρέπει να Βλέπουμε Καθαρά, με ένα Νου Καθαρό από σκέψεις, με μια Καρδιά άδεια από επιθυμίες, με ένα σώμα ήρεμο, στην φυσική του κατάσταση της ισορροπίας, της ελάχιστης προσπάθειας.

Δεν μπορούμε να Διαλογιστούμε με «νου» που έχει εμμονές, τρέχει πίσω από προσκολλήσεις, ή εξωτερικά φαινόμενα. Όταν προσπαθούμε μέσα από αυτή την κατάσταση της σύγχυσης, του κατασκευασμένου (από την σκέψη) ψεύτικου εαυτού, να δούμε, ξεστρατίζουμε από την Άμεση Όραση, το Παρόν, την Αληθινή Ζωή, παρασυρόμαστε από την ροή της σκεπτοδιαδικασίας, σε εικονικές πραγματικότητες, κοσμικούς σκοπούς, ή επίγειες υλικές καταστάσεις.

Πρέπει να Είμαστε Ελαφριοί, Άδειοι, για να μπορέσουμε να Ανυψωθούμε προς την Ανώτερη Πραγματικότητα. Δεν μπορούμε να Αναδυθούμε στην Πραγματικότητα μέσω της σκέψης, (ενός εγώ), της εμπειρίας, της συσσώρευσης εμπειριών… όλα αυτά είναι ένα νεκρό παρελθόν.

Πρέπει να μάθουμε να Ζούμε Τώρα, Εδώ, στην Στιγμή που Ρέει, στον Πραγματικό Χρόνο, στην Αληθινή Ζωή, όχι στην νόηση, στην μνήμη, στο παρελθόν (των εμπειριών)… Διαλογισμός λοιπόν είναι να Βλέπουμε Πραγματικά, χωρίς τις παρεμβολές και την παραποίηση της σκέψης, και Τότε υπάρχει Ενότητα αυτού που βλέπουμε… έχει διαλυθεί ο παρατηρητής, το υποκείμενο, το εγώ, κι έχουν γίνει όλα ένα, ένα ενοποιημένο πεδίο επίγνωσης που τα περιλαμβάνει όλα. Τότε υπάρχει μόνο Εμπειρία της Καθαρής Παρατήρησης, της Άμεσης Ανταπόκρισης στην ζωή και στις ανάγκες της, η συμβίωση με όλους και όλα, η ειρήνη, το τέλος της διαμάχης, η Γαλήνη.

Αληθινός Διαλογισμός και το μονοπάτι προς τη φώτιση (Πνευματικά Σχόλια)

Ο διαλογισμός δεν είναι τεχνική, πρακτική ή τελετουργία. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης, ένας τρόπος θέασης, ένας τρόπος επίγνωσης. Είναι η άμεση αντίληψη της πραγματικότητας, χωρίς τα φίλτρα του μυαλού, του εγώ ή των αισθήσεων. Ο διαλογισμός είναι η συνειδητοποίηση της αληθινής φύσης του εαυτού μας και όλων των πραγμάτων, πέρα από τις ψευδαισθήσεις της δυαδικότητας, του χωρισμού και της παροδικότητας.

Ο διαλογισμός δεν είναι κάτι που κάνουμε, αλλά κάτι που είμαστε. Είναι η φυσική κατάσταση της συνείδησής μας, η οποία συσκοτίζεται από τα στρώματα της προετοιμασίας, της άγνοιας και της προσκόλλησης που έχουμε συσσωρεύσει σε όλη μας τη ζωή. Το να διαλογιζόμαστε σημαίνει να ξεφλουδίζουμε αυτά τα στρώματα, να αποκαλύπτουμε την αληθινή μας ουσία, να αφυπνίζουμε τον αληθινό μας εαυτό.

Ο διαλογισμός δεν είναι στόχος, προορισμός ή επίτευγμα. Είναι ένα ταξίδι, μια διαδικασία, μια μεταμόρφωση. Είναι ο δρόμος προς τη φώτιση, που δεν είναι μια κατάσταση ευδαιμονίας, ευτυχίας ή τελειότητας, αλλά μια κατάσταση σοφίας, συμπόνιας και ελευθερίας. Η φώτιση δεν είναι κάτι που πετυχαίνουμε, αλλά κάτι που αποκαλύπτουμε. Είναι το εγγενές μας δυναμικό, που είναι λανθάνον μέσα μας, περιμένοντας να το ανακαλύψουμε.

Ο διαλογισμός δεν είναι θέμα προσπάθειας, συγκέντρωσης ή πειθαρχίας. Είναι θέμα παράδοσης, χαλάρωσης και δεκτικότητας. Δεν πρόκειται για τον έλεγχο του μυαλού, αλλά για την αφαίρεση του νου. Δεν πρόκειται για εστίαση σε ένα αντικείμενο, αλλά για άνοιγμα στο σύνολο. Δεν πρόκειται για την απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά για την αγκαλιά της πραγματικότητας.

Ο διαλογισμός δεν είναι μια μοναχική πρακτική, αλλά μια κοινωνική. Δεν πρόκειται για την απομόνωση από τον κόσμο, αλλά για τη σύνδεση με τον κόσμο. Δεν πρόκειται για απόσυρση από τη ζωή, αλλά για ενασχόληση με τη ζωή. Δεν πρόκειται για την αποφυγή του πόνου, αλλά για την ανακούφιση του πόνου. Δεν πρόκειται για προσωπική σωτηρία, αλλά για καθολική συμπόνια.

Ο διαλογισμός είναι η ουσία όλων των πνευματικών παραδόσεων, αλλά υπερβαίνει όλες τις θρησκείες, τα δόγματα και τις θεωρήσεις. Είναι η παγκόσμια γλώσσα της καρδιάς, το κοινό έδαφος της ανθρωπότητας, η απόλυτη αλήθεια της ύπαρξης. Ο διαλογισμός είναι το κλειδί για να ξεκλειδώσετε τα μυστήρια της ζωής, η πόρτα για να μπείτε στο βασίλειο του θείου, η γέφυρα για να διασχίσετε τον ωκεανό της σαμσάρα.

Ο διαλογισμός είναι απλός, φυσικός και αβίαστος. Αλλά είναι επίσης κάτι λεπτό, βαθύ και προκλητικό. Χρειάζεται υπομονή, επιμονή και θάρρος. Απαιτεί ειλικρίνεια, ταπεινότητα και ειλικρίνεια. Μας ανταμείβει με διορατικότητα, σαφήνεια και ειρήνη. Μας ευλογεί με αγάπη, χαρά και αρμονία.

Ο διαλογισμός είναι το πιο πολύτιμο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Είναι η υψηλότερη μορφή τέχνης που μπορούμε να δημιουργήσουμε και να εκτιμήσουμε. Είναι η πιο ευγενική υπηρεσία που μπορούμε να προσφέρουμε και να λάβουμε. Είναι η μεγαλύτερη περιπέτεια που μπορούμε να ξεκινήσουμε και να απολαύσουμε.

Ο διαλογισμός είναι η ίδια η ζωή.

Πνευματικές Ιδέες

Ο Αληθινός Διαλογισμός είναι η ξεκάθαρη επίγνωση:

Ο διαλογισμός είναι η πρακτική της επίτευξης μιας κατάστασης άμεσης και ξεκάθαρης επίγνωσης, απαλλαγμένη από την επιρροή του νου και των προσωπικών επιθυμιών. Επιτρέπει στα άτομα να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα αντικειμενικά, σε πραγματικό χρόνο, χωρίς τη διαστρέβλωση των σκέψεων ή των εμπειριών. Ο αληθινός διαλογισμός δεν είναι ένα μέσο για έναν σκοπό, αλλά μια κατάσταση ύπαρξης, ένας τρόπος αντίληψης και κατανόησης του τι συμβαίνει στην παρούσα στιγμή.

Η ουσία του διαλογισμού:

Για να ασχοληθεί κανείς αληθινά με το διαλογισμό, πρέπει να καλλιεργήσει ένα μυαλό χωρίς σκέψεις, μια καρδιά απαλλαγμένη από επιθυμίες και ένα σώμα σε κατάσταση ήρεμης ισορροπίας. Είναι αδύνατο να διαλογιστείτε όταν το μυαλό καταναλώνεται από εμμονές, προσκολλήσεις ή εξωτερικές περισπασμούς. Η προσπάθεια διαλογισμού από μια τέτοια μπερδεμένη κατάσταση μάς απομακρύνει από την καθαρή αντίληψη, την αληθινή ζωή και την παρούσα στιγμή, τραβώντας μας στη σφαίρα των εικονικών πραγματικοτήτων, των εγκόσμιων επιδιώξεων και των υλιστικών προσκολλήσεων.

Υπέρβαση των ψευδαισθήσεων:

Για να ανέβουμε σε μια ανώτερη πραγματικότητα, πρέπει να ενσαρκώσουμε την ελαφρότητα και το κενό. Η πορεία προς τον αληθινό διαλογισμό δεν βρίσκεται στη σκέψη, στο εγώ ή στη συσσώρευση προηγούμενων εμπειριών. Αντίθετα, απαιτεί να αγκαλιάζουμε τη ροή της παρούσας στιγμής, να ζούμε πλήρως σε πραγματικό χρόνο και στην αληθινή ζωή. Βλέποντας χωρίς την παρέμβαση και την παραμόρφωση των σκέψεων, διαλύουμε τον διαχωρισμό μεταξύ του παρατηρητή, του υποκειμένου και του εγώ, συγχωνεύοντάς τα σε ένα ενιαίο πεδίο επίγνωσης. Σε αυτή την κατάσταση, βιώνουμε καθαρή παρατήρηση, άμεση ανταπόκριση στις απαιτήσεις της ζωής, συμβίωση με όλα τα όντα, ειρήνη, παύση των συγκρούσεων και γαλήνη.

Η ουσία της πραγματικότητας:

Ο αληθινός διαλογισμός είναι η ικανότητα να βλέπει κανείς άμεσα και καθαρά, χωρίς να επιβαρύνεται από τους περιορισμούς και τις προσκολλήσεις του νου. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης που υπερβαίνει τον κατασκευασμένο εαυτό και αποκαλύπτει την ουσία της πραγματικότητας. Καλλιεργώντας ένα άδειο μυαλό, μια καρδιά απαλλαγμένη από επιθυμίες και ένα σώμα σε ισορροπία, τα άτομα μπορούν να βιώσουν τα βαθιά οφέλη του διαλογισμού στην καθημερινή τους ζωή. Αγκαλιάζοντας την παρούσα στιγμή, ζώντας σε πραγματικό χρόνο και αντιλαμβανόμενοι χωρίς παραμόρφωση, ξεκλειδώνουμε τη μεταμορφωτική δύναμη του διαλογισμού και ανακαλύπτουμε την ενότητα που υπάρχει σε όλα τα πράγματα.

Που Οδηγεί ο Πραγματικός Διαλογισμός

Ο Πραγματικός Διαλογισμός είναι στην πραγματικότητα Εγρήγορση (awarenesss), στην χριστιανική παράδοση νήψις (nepsis), δηλαδή μια κατάσταση εσωτερικής ακινησίας, που γίνεται πλήρης προσοχή σε αυτό που συμβαίνει.

Είναι μια Δράση όπου δεν υπάρχει καμία εσωτερική δραστηριότητα, σκέψη, επεξεργασία, σχολιασμός,(mind) αλλά μόνο καθαρή επίγνωση αυτού που συμβαίνει.

Είναι μια βαθιά απόλυτη σιωπή του νου (nous, no mind), που αναδεικνύει το πραγματικό. Το βάθεμα μιας τέτοιας δράσης, το να ζούμε στην σιωπή της δραστηριότητας, αλλά ταυτόχρονα ζωντανοί και σε ετοιμότητα να συλλαμβάνουμε αυτό που πραγματικά συμβαίνει, αναδεικνύει την Πραγματική Ουσία μας που Είναι Παρουσία, Επίγνωση, ανεξάρτητα από αυτό που συμβαίνει.

Είναι ακριβώς αυτή η Ανάδειξη της Αληθινής Παρουσίας, που είναι ανεξάρτητη από τα φαινόμενα, που μέσα στις παραδόσεις καταγράφεται σαν πνευματική γέννηση, άνωθεν γέννηση (spirit).

Πρέπει να φτάσουμε σε αυτή την βαθιά εσωτερική ακινησία, στην απόλυτη νοητική σιωπή, για να νοιώσουμε την Αληθινή Ύπαρξη, ανεξάρτητα από τα φαινόμενα. Αν δεν σταματήσουμε να δραστηριοποιούμαστε έξω, δεν μπορούμε να νοιώσουμε το Έσω.

Αν δεν αποσπάσουμε την Επίγνωση από τα εξωτερικά φαινόμενα δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε στην Πραγματική Ύπαρξη (Awareness), στον Διαφωτισμό της (Enlightenment), στην Πλήρη Αφύπνισή της (Awakened), που μπορεί να οδηγήσει στο Αληθινό Είναι (BE-NESS), πέρα από την Αντίληψη.

Το Ταξίδι του Πραγματικού Διαλογισμού (Πνευματικά Σχόλια)

Τι είναι ο πραγματικός διαλογισμός; Είναι μια τεχνική, μια πρακτική, μια τελετουργία ή μια κατάσταση ύπαρξης; Πολλοί άνθρωποι έχουν διαφορετικές απόψεις και ορισμούς για το τι είναι ο διαλογισμός, αλλά λίγοι έχουν βιώσει την πραγματική του ουσία. Ο πραγματικός διαλογισμός δεν είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί ή να μαθευτεί, αλλά κάτι που μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο μέσα στον εαυτό μας.

Ο πραγματικός διαλογισμός είναι η επίγνωση, ή νήψις, όπως τον αποκαλεί η χριστιανική παράδοση. Είναι μια κατάσταση εσωτερικής ακινησίας, όπου κάποιος δίνει πλήρη προσοχή σε αυτό που συμβαίνει στην παρούσα στιγμή, χωρίς καμία κρίση, ανάλυση ή σχολιασμό. Είναι μια δράση όπου δεν υπάρχει εσωτερική δραστηριότητα, καμία σκέψη, επεξεργασία ή κουβέντα του μυαλού, αλλά μόνο καθαρή επίγνωση του τι συμβαίνει.

Ο πραγματικός διαλογισμός είναι μια βαθιά απόλυτη σιωπή του νου, που αποκαλύπτει το πραγματικό. Είναι η σιωπή της δραστηριότητας, όπου κάποιος είναι πλήρως ζωντανός και σε εγρήγορση, έτοιμος να αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει, πέρα από τις ψευδαισθήσεις και τις παραμορφώσεις των αισθήσεων και του εγώ. Είναι η ανάδυση της αληθινής παρουσίας, η οποία είναι ανεξάρτητη από τα φαινόμενα, και η οποία αναγνωρίζεται στις πνευματικές παραδόσεις ως γέννηση άνωθεν, γέννηση από το πνεύμα.

Ο πραγματικός διαλογισμός δεν είναι κάτι που μπορεί να κατορθωθεί ή να επιτευχθεί, αλλά κάτι που μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί και να αναγνωριστεί. Δεν είναι στόχος ή προορισμός, αλλά ταξίδι και διαδικασία. Δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει ή να εξασκηθεί, αλλά κάτι που μπορεί μόνο να ζήσεις και να βιωθεί.

Πώς μπορεί κανείς να ξεκινήσει αυτό το ταξίδι του πραγματικού διαλογισμού; Πώς μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει και να αναγνωρίσει αυτή την αληθινή παρουσία μέσα του; Η απάντηση είναι απλή: αφήνοντας τα όλα. Αφήνοντας όλες τις προσκολλήσεις, προσδοκίες, επιθυμίες, φόβους και ταυτίσεις. Αφήνοντας όλες τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αισθήσεις και τις εντυπώσεις. Εγκαταλείποντας όλες τις έννοιες, τις πεποιθήσεις, τις απόψεις και τα δόγματα. Αφήνοντας όλες τις εικόνες, τις φόρμες, τα ονόματα και τις ετικέτες. Αφήνοντας όλα όσα δεν είναι αληθινά.

Αφήνοντας όλα όσα δεν είναι αληθινά, μπορεί κανείς να ανακαλύψει τι είναι αληθινό. Αφήνοντας ό,τι δεν είναι επίγνωση, μπορεί κανείς να ανακαλύψει την επίγνωση. Αφήνοντας ό,τι δεν είναι παρουσία, μπορεί κανείς να ανακαλύψει την παρουσία. Αφήνοντας να φύγουν όλα αυτά που δεν είναι, μπορεί κανείς να ανακαλύψει την ύπαρξη.

Αυτή η ανακάλυψη δεν είναι διανοητική ή ορθολογική, αλλά διαισθητική και βιωματική. Δεν είναι θέμα γνώσης ή ενημέρωσης, αλλά σοφίας και διορατικότητας. Δεν είναι θέμα λέξεων ή γλώσσας, αλλά σιωπής και επικοινωνίας. Δεν είναι θέμα λογικής ή ορθής κρίσης, αλλά παραδοξότητας και μυστηρίου.

Αυτή η ανακάλυψη είναι η ουσία του πραγματικού διαλογισμού. Είναι η αφύπνιση στην πραγματική ύπαρξη, που ξεπερνά κάθε φαινομενικό. Είναι η φώτιση στην πραγματική επίγνωση, που φωτίζει όλο το σκοτάδι. Είναι η πλήρης αφύπνιση στην πραγματική παρουσία, που αγκαλιάζει όλη την ύπαρξη. Είναι η συνειδητοποίηση της αληθινής ύπαρξης, που υπερβαίνει κάθε αντίληψη.

Αυτή η συνειδητοποίηση είναι ο απώτερος στόχος και σκοπός του πραγματικού διαλογισμού. Είναι η εκπλήρωση και η ολοκλήρωση όλων των πνευματικών αναζητήσεων και φιλοδοξιών. Είναι η πηγή και η κορυφή κάθε ευτυχίας και ευδαιμονίας. Είναι η προέλευση και ο προορισμός κάθε ζωής και ύπαρξης.

Αυτή η συνειδητοποίηση είναι αυτό που αναζητούμε όλοι, συνειδητά ή ασυνείδητα. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι αυτό που όλοι λαχταρούμε, εν γνώσει μας ή εν αγνοία μας. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι αυτό για το οποίο προοριζόμαστε όλοι, μοιραία και αναπόφευκτα.

Αυτή η συνειδητοποίηση είναι αυτό που πραγματικά είμαστε.

Πνευματικές Ιδέες

· Πραγματικός Διαλογισμός - Αποκάλυψη της Εσωτερικής Επίγνωσης

Ο πραγματικός διαλογισμός μπορεί να γίνει κατανοητός ως η πρακτική καλλιέργειας της επίγνωσης και της εσωτερικής ακινησίας. Δεν είναι μια απλή τεχνική, αλλά μια κατάσταση πλήρους παρουσίας και προσοχής στη στιγμή που εκτυλίσσεται. Στη χριστιανική παράδοση, αυτή η κατάσταση εσωτερικής ακινησίας αναφέρεται ως νήψις, μια κατάσταση βαθιάς προσοχής.

· Καθαρή Επίγνωση - Αγκαλιάζοντας την Παρούσα Στιγμή

Ο πραγματικός διαλογισμός περιλαμβάνει τη διακοπή της εσωτερικής δραστηριότητας όπως η σκέψη, η επεξεργασία και ο σχολιασμός. Είναι μια κατάσταση καθαρής επίγνωσης, χωρίς τη συνεχή φλυαρία του νου. Διαμένοντας σε αυτή τη βαθιά σιωπή, είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε την αληθινή ουσία της πραγματικότητας, ανεξάρτητα από εξωτερικά φαινόμενα.

· Η Ανάδυση της Αληθινής Παρουσίας

Μέσω του Πραγματικού Διαλογισμού, συμβαίνει η ανάδυση της αληθινής παρουσίας, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς του φυσικού πεδίου. Αυτή η πνευματική γέννηση, που συχνά περιγράφεται ως γέννηση από πάνω, σημαίνει μια βαθιά σύνδεση με τον εσωτερικό μας εαυτό και την συνειδητοποίηση της Αληθινής μας Ουσίας. Είναι μια κατάσταση αυξημένης επίγνωσης και αφυπνισμένης συνείδησης.

· Ακινησία και Δραστηριότητα - Εξισορρόπηση του Εσωτερικού και του Εξωτερικού Κόσμου

Για να βιώσουμε την Αληθινή Ύπαρξη, πρέπει να βρούμε βαθιά εσωτερική ακινησία και σιωπή. Αυτό δεν συνεπάγεται απόσυρση από εξωτερικές δραστηριότητες, αλλά μάλλον μια κατάσταση να είσαι ζωντανός και πλήρως παρών μέσα στη φασαρία της ζωής. Αποσπώντας την επίγνωσή μας από εξωτερικά φαινόμενα, μπορούμε να αφυπνιστούμε στον πλούτο της Πραγματικής Ύπαρξης και στις μεταμορφωτικές της δυνατότητες.

· Αφύπνιση προς Φώτιση και Πλήρης Επίγνωση

Ο πραγματικός διαλογισμός ανοίγει το δρόμο για τη φώτιση, την κατάσταση της βαθιάς κατανόησης και του φωτισμού. Είναι ένα ταξίδι προς την πλήρη αφύπνιση, όπου η συνείδησή μας επεκτείνεται και αγκαλιάζει την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Μέσω αυτής της διαδικασίας, αποκτούμε μια εικόνα για τη δική μας ύπαρξη και τη διασύνδεση όλων των πραγμάτων.

· Πέρα από την Αντίληψη - Ανακαλύπτοντας το Αληθινό Όν

Καθώς προχωράμε στο μονοπάτι του Πραγματικού Διαλογισμού, προχωράμε πέρα από την απλή αντίληψη και αγγίζουμε την ουσία του Αληθινού Είναι. Αυτή η κατάσταση του BE-NESS υπερβαίνει τους περιορισμούς του φυσικού και μας επιτρέπει να βιώσουμε τη διασύνδεση κάθε ύπαρξης. Είναι μια βαθιά συνειδητοποίηση της αληθινής μας φύσης και των απεριόριστων δυνατοτήτων που βρίσκονται μέσα μας.

Αναζητώντας τη Γνώση: Ένα πνευματικό ταξίδι

Ζούμε σε έναν κόσμο αντιθέσεων, όπου τα πράγματα ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τις διαφορές και τις ομοιότητές τους. Πώς όμως αποφασίζουμε τι είναι σημαντικό και τι όχι; Πώς κατευθύνουμε την προσοχή μας στα πράγματα που έχουν σημασία και όχι σε αυτά που μας αποσπούν; Πώς ανακαλύπτουμε την αλήθεια πίσω από τα φαινόμενα και δεν πέφτουμε θύματα ψευδαισθήσεων και προκαταλήψεων; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που απασχολούν τους φιλοσόφους για αιώνες, και που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα και σήμερα.

Ένας τρόπος να προσεγγίσουμε αυτά τα ερωτήματα είναι να σκεφτούμε την πραγματικότητα ως φόντο της ζωής, έναν καμβά στον οποίο τα πράγματα είναι ζωγραφισμένα με διαφορετικά χρώματα και σχήματα. Το υπόβαθρο της ζωής είναι το σύνολο όλων όσων υπάρχουν, ό,τι είναι δυνατό, ό,τι είναι φυσικό. Είναι η πηγή κάθε νοήματος και αξίας, αλλά είναι επίσης κρυμμένο από την άμεση αντίληψή μας. Μπορούμε να δούμε μόνο κάποιες πτυχές του, κάποια κομμάτια του, κάποιες αντανακλάσεις του. Και μπορούμε να τα δούμε μόνο μέσα από τις αισθήσεις μας, το μυαλό μας, τις γλώσσες μας, τους πολιτισμούς μας, τις ιστορίες μας. Αυτά είναι τα φίλτρα που διαμορφώνουν την εμπειρία μας για την πραγματικότητα, αλλά και την παραμορφώνουν, την περιορίζουν, την προκατέχουν.

Κάποια πράγματα ξεχωρίζουν από το φόντο της ζωής περισσότερο από άλλα. Μας τραβούν την προσοχή, μας κεντρίζουν την περιέργεια, μας εμπνέουν τα συναισθήματά μας. Είναι τα πράγματα για τα οποία νοιαζόμαστε, που εκτιμούμε, που επιδιώκουμε. Είναι τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους. Είναι όμως και τα πράγματα που μπορούν να μας εξαπατήσουν, που μπορούν να μας παραπλανήσουν, που μπορούν να μας τυφλώσουν. Είναι τα πράγματα που επιβάλλουμε στην πραγματικότητα, που προβάλλουμε στην πραγματικότητα, που δημιουργούμε στην πραγματικότητα. Είναι τα πράγματα που μας κάνουν να αγνοούμε.

Η ικανότητα εστίασης σε κάποια ερεθίσματα και απομόνωσης από τα υπόλοιπα είναι ένα ισχυρό εργαλείο μάθησης και κατανόησης. Μας επιτρέπει να κάνουμε ζουμ στις λεπτομέρειες, να αναλύουμε τα μέρη, να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλλουμε τα χαρακτηριστικά. Μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε μοτίβα, να βρούμε κανονικότητες, να αποκαλύψουμε νόμους. Μας επιτρέπει να κατασκευάζουμε μοντέλα, να διατυπώνουμε θεωρίες, να ελέγχουμε υποθέσεις. Μας επιτρέπει να εξηγήσουμε την πραγματικότητα, να προβλέψουμε την πραγματικότητα, να ελέγξουμε την πραγματικότητα. Έχει όμως και ένα μειονέκτημα. Μπορεί να μας κάνει να χάσουμε το σύνολο, το πλαίσιο, τις συνδέσεις. Μπορεί να μας κάνει να παραβλέψουμε τις αποχρώσεις, τις εξαιρέσεις, τις παραλλαγές. Μπορεί να μας κάνει να αγνοήσουμε το υπόβαθρο της ζωής.

Όποια διαδρομή κι αν ακολουθήσει η εξέλιξη, η λογική μπορεί να βρει χίλιους λόγους για να τη δικαιολογήσει. Κι αυτό γιατί η λογική δεν είναι καθρέφτης της πραγματικότητας, αλλά εργαλείο χειραγώγησης της πραγματικότητας. Η λογική δεν είναι ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά δημιουργία αλήθειας. Η λογική δεν είναι μια αντανάκλαση της φύσης, αλλά μια προβολή της φύσης. Η λογική είναι ένα παιχνίδι που παίζουμε με την πραγματικότητα, αλλά είναι και ένα παιχνίδι που η πραγματικότητα παίζει μαζί μας.

Το φυσικό είναι απλό, περιέχει τις λιγότερες πληροφορίες που το αποκαλύπτουν. Το φυσικό είναι το δεδομένο, το προφανές, το αυτονόητο. Το φυσικό είναι αυτό που δεν χρειάζεται εξήγηση, αυτό που δεν απαιτεί αιτιολόγηση, αυτό που δεν απαιτεί απόδειξη. Το φυσικό είναι αυτό που θεωρούμε δεδομένο, αυτό που υποθέτουμε χωρίς αμφιβολία, αυτό που δεχόμαστε χωρίς αμφιβολία. Το φυσικό είναι αυτό που γνωρίζουμε χωρίς να ξέρουμε πώς ξέρουμε.

Αντίθετα, το αφύσικο και το απίθανο είναι αυτά που περιέχουν τις περισσότερες πληροφορίες για να γίνουν γνωστά. Το αφύσικο είναι αυτό που προστίθεται, αυτό που προκαλεί έκπληξη, αυτό που είναι μυστηριώδες. Το αφύσικο είναι αυτό που χρειάζεται εξήγηση, αυτό που απαιτεί αιτιολόγηση, αυτό που απαιτεί απόδειξη. Το αφύσικο είναι αυτό που αμφισβητούμε, αυτό που αμφιβάλλουμε, αυτό που αμφισβητούμε. Το αφύσικο είναι αυτό που μαθαίνουμε μαθαίνοντας πώς μαθαίνουμε.

Το σχέδιο πληροφοριών που οδηγεί τον χορό της εξέλιξης χάνεται στο κοσμικό χάος. Δεν υπάρχει σχέδιο, σκοπός, κατεύθυνση στη φύση. Υπάρχει μόνο πιθανότητα, αναγκαιότητα και προσαρμογή. Υπάρχει μόνο παραλλαγή, επιλογή και κληρονομικότητα. Υπάρχει μόνο διαφορετικότητα, ανταγωνισμός και συνεργασία. Υπάρχει μόνο αλλαγή.

Υπάρχουν πολλά που αγνοούμε σε αυτό το τεράστιο και πολύπλοκο σύμπαν. Υπάρχουν πολλά μυστήρια που περιμένουν την εξερεύνηση και την κατανόησή μας. Υπάρχουν πολλές προκλήσεις που δοκιμάζουν την ευφυΐα και τη δημιουργικότητά μας. Υπάρχουν πολλές ευκαιρίες που προκαλούν την περιέργεια και την απορία μας.

Υπάρχει όμως και κάτι που ξέρουμε με βεβαιότητα: αν δεν μάθεις ορθογραφία δεν μπορείς να διαβάζεις.

Η ορθογραφία είναι το θεμέλιο της ανάγνωσης. Ορθογραφία είναι ο κώδικας που μεταφράζει τους ήχους σε σύμβολα και τα σύμβολα σε ήχους. Η ορθογραφία είναι η γέφυρα μεταξύ λόγου και γραφής και γραφής και ομιλίας.

Η ορθογραφία είναι επίσης μια μεταφορά της γνώσης.

Αν δεν μάθεις να συλλαβίζεις, δεν μπορείς να διαβάσεις την πραγματικότητα.

Αν δεν μάθεις να συλλαβίζεις, δεν μπορείς να καταλάβεις την πραγματικότητα.

Αν δεν μάθεις να συλλαβίζεις, δεν μπορείς να επικοινωνήσεις την πραγματικότητα.

Αν δεν μάθεις να συλλαβίζεις, δεν μπορείς να δημιουργήσεις πραγματικότητα.

Εμπειρία πάνω από το χάος της φαντασίας

Ο κόσμος είναι γεμάτος μυστήρια και θαύματα, αλλά και περιορισμούς και προκλήσεις. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα που μας περιβάλλει και την πραγματικότητα που βρίσκεται πέρα από τις αισθήσεις μας; Πώς μπορούμε να βρούμε νόημα και σκοπό στη ζωή μας, ειδικά όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και αβεβαιότητες; Πώς μπορούμε να συνδεθούμε με την πηγή κάθε ύπαρξης, την αόρατη αρχή που συντηρεί και καθοδηγεί τα πάντα;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που έχουν γοητεύσει και μπερδέψει τους ανθρώπους για χιλιετίες και που έχουν εμπνεύσει πολλές πνευματικές παραδόσεις και πρακτικές. Σε αυτό το άρθρο, θα εξερευνήσουμε μερικές από τις έννοιες και τις ιδέες που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να βιώσουμε την υπερφυσική διάσταση της ζωής και πώς σχετίζεται με τον φυσικό και φυσικό κόσμο.

Το υπερφυσικό δεν είναι χωριστό ή αντίθετο βασίλειο από το φυσικό. Δεν είναι κάτι που έρχεται σε αντίθεση ή αναιρεί τους νόμους της φύσης ή τα γεγονότα της επιστήμης. Μάλλον, είναι μια ευρύτερη και βαθύτερη προοπτική που περικλείει και υπερβαίνει το φυσικό. Είναι ένας τρόπος να βλέπεις και να είσαι που αποκαλύπτει το κρυμμένο νόημα και την ομορφιά όλων όσων υπάρχουν.

Το υπερφυσικό δεν είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να έχουμε πρόσβαση μόνο μέσω της πίστης ή της αποκάλυψης, αν και αυτές είναι σημαντικές πηγές πνευματικής γνώσης. Είναι επίσης κάτι που μπορούμε να ανακαλύψουμε μέσω της λογικής και της εμπειρίας, μέσω της παρατήρησης και του πειραματισμού, μέσω της λογικής και της διαίσθησης. Το υπερφυσικό δεν είναι θέμα πίστης, αλλά επίγνωσης.

Το υπερφυσικό δεν είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε ή να χειριστούμε, αν και μερικοί άνθρωποι μπορεί να προσπαθήσουν να το κάνουν για εγωιστικούς ή επιβλαβείς σκοπούς. Είναι κάτι που μπορούμε να σεβόμαστε και να συνεργαζόμαστε, προς όφελος του εαυτού μας και των άλλων. Το υπερφυσικό δεν είναι εργαλείο, αλλά δώρο.

Το υπερφυσικό δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατανοήσουμε ή να εξηγήσουμε πλήρως, αν και μπορούμε πάντα να μάθουμε περισσότερα και να εμβαθύνουμε την κατανόησή μας. Είναι κάτι που μας προκαλεί και μας εκπλήσσει, που μας καλεί να αναρωτηθούμε και να εξερευνήσουμε. Το υπερφυσικό δεν είναι πρόβλημα, αλλά μυστήριο.

Για να συνδεθούμε με το υπερφυσικό, χρειάζεται να ανοίξουμε τα μάτια της αντίληψης, να ξυπνήσουμε την αίσθηση του θαύματος, να καλλιεργήσουμε την περιέργεια και τη δημιουργικότητά μας. Χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε τόσο τη λογική όσο και τη φαντασία μας, για να εξισορροπήσουμε την ανάλυση και τη σύνθεσή μας, να ενσωματώσουμε τη γνώση και τη σοφία μας. Πρέπει να περάσουμε ακροβατικά την εμπειρία πάνω από το χάος της φαντασίας.

Η εμπειρία είναι η γέφυρα μεταξύ του αγνώστου και του γνωστού, μεταξύ του αόρατου και του ορατού, μεταξύ του υπερφυσικού και του φυσικού. Η εμπειρία είναι αυτό που μας επιτρέπει να συναντήσουμε και να αλληλοεπιδράσουμε με την πραγματικότητα που βρίσκεται πέρα από τη συνηθισμένη μας αντίληψη. Η εμπειρία είναι αυτή που μετατρέπει τα πιστεύω μας σε πεποιθήσεις, τις απόψεις μας σε ιδέες, τις έννοιές μας σε πραγματικότητες.

Όμως η εμπειρία δεν αρκεί από μόνη της. Η εμπειρία πρέπει να καθοδηγείται από τη φαντασία, από την ικανότητα να οραματίζεται τις δυνατότητες, να δημιουργεί σενάρια, να δημιουργεί υποθέσεις. Η φαντασία είναι αυτή που μας επιτρέπει να υπερβούμε τα σημερινά μας όρια, να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας, να εξερευνήσουμε νέες διαστάσεις. Η φαντασία είναι αυτό που τροφοδοτεί την περιέργειά μας, το πάθος μας, την έμπνευσή μας.

Ωστόσο, η φαντασία μπορεί επίσης να είναι χαοτική, παραπλανητική ή επικίνδυνη. Η φαντασία μπορεί να μας παρασύρει, σε ψευδαισθήσεις, φαντασιώσεις ή αυταπάτες. Η φαντασία μπορεί να μας κάνει να χάσουμε την επαφή με την πραγματικότητα, με τον εαυτό μας, με τους άλλους. Η φαντασία μπορεί να γίνει πηγή σύγχυσης, άγχους ή ταλαιπωρίας.

Γι' αυτό πρέπει να περάσουμε την εμπειρία πάνω από το χάος της φαντασίας. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία ως κριτήριο, ως φίλτρο, ως τεστ για τη φαντασία μας. Πρέπει να επαληθεύσουμε τις ιδέες μας με γεγονότα, να επικυρώσουμε τα οράματά μας με στοιχεία, να επιβεβαιώσουμε τις διαισθήσεις μας με αποτελέσματα. Πρέπει να γειώσουμε τη φαντασία μας στην εμπειρία.

Αλλά πρέπει επίσης να περάσουμε την εμπειρία πάνω από το χάος της φαντασίας με μια άλλη έννοια. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία ως καταλύτη, ως ερέθισμα, ως πρόκληση για τη φαντασία μας. Πρέπει να αμφισβητήσουμε τις υποθέσεις μας με δεδομένα, να εμπλουτίσουμε τις προοπτικές μας με ποικιλομορφία, να βελτιώσουμε τις θεωρίες μας με ανατροφοδότηση. Πρέπει να εξυψώσουμε την εμπειρία μας με τη φαντασία.

Περνώντας την εμπειρία πάνω από το χάος της φαντασίας, μπορούμε να συνδεθούμε με το υπερφυσικό με τρόπο λογικό και δημιουργικό, ρεαλιστικό και οραματικό, πρακτικό και υπερβατικό. Μπορούμε να ανακαλύψουμε το νόημα και το σκοπό της ζωής μας σε σχέση με την πηγή κάθε ύπαρξης. Μπορούμε να συμμετέχουμε στο ξετύλιγμα του κοσμικού σχεδίου με χαρά και ευγνωμοσύνη.

Ακαθόριστο, Άπειρο, Αιώνιο

Τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος; Να ελευθερωθείς πραγματικά από τους περιορισμούς του χρόνου, του χώρου και της αιτιότητας; Να ξεπεράσεις τους περιορισμούς του μυαλού, του σώματος και του εγώ; Να βιώσει την απόλυτη πραγματικότητα της ύπαρξης, πέρα από όλες τις μορφές και έννοιες;

Αυτός είναι ο στόχος πολλών πνευματικών αναζητητών, που φιλοδοξούν να φτάσουν σε μια κατάσταση φώτισης, αφύπνισης ή νιρβάνα. Μια κατάσταση όπου μπορούν να συνειδητοποιήσουν την πραγματική τους φύση, την ουσία τους, την πηγή τους. Μια κατάσταση όπου μπορούν να συγχωνευθούν με το άπειρο, το αιώνιο, το απόλυτο.

Πώς όμως μπορούμε να φτάσουμε σε αυτή την κατάσταση; Πώς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτή τη διάσταση της ύπαρξης που είναι πέρα από τη συνηθισμένη μας αντίληψη; Πώς μπορούμε να διαλύσουμε την αίσθηση του διαχωρισμού και της δυαδικότητας και να αγκαλιάσουμε την ενότητά μας με ό,τι υπάρχει;

Υπάρχουν πολλά μονοπάτια και μέθοδοι που ισχυρίζονται ότι μας οδηγούν σε αυτόν τον απόλυτο προορισμό. Μερικά περιλαμβάνουν διαλογισμό, προσευχή, περισυλλογή ή αφοσίωση. Μερικά περιλαμβάνουν γιόγκα, αναπνοή, ενεργειακή εργασία ή ήχο. Ορισμένα περιλαμβάνουν ψυχεδελικά, νηστεία ή μοναξιά. Ορισμένα περιλαμβάνουν υπηρεσία, συμπόνια ή αλτρουισμό.

Αλλά τελικά, όλα αυτά τα μονοπάτια και οι μέθοδοι είναι απλώς δείκτες, πινακίδες ή εργαλεία. Δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν είναι η αλήθεια. Είναι μόνο μέσα για έναν σκοπό. Είναι μόνο οχήματα για να μας μεταφέρουν σε διαφορετικό επίπεδο συνείδησης.

Το πραγματικό κλειδί για να ξεκλειδώσετε την πόρτα στο άπειρο δεν είναι κάτι εξωτερικό, αλλά κάτι εσωτερικό. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε, αλλά κάτι που μπορούμε να γίνουμε. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποκτήσουμε, αλλά κάτι που μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε.

Το πραγματικό κλειδί είναι η συνειδητοποίηση.

Η επίγνωση είναι η πραγματική μας φύση. Είναι η ουσία μας. Είναι η πηγή μας. Είναι αυτό που είμαστε πριν γίνουμε οτιδήποτε άλλο. Είναι αυτό που μένει όταν απογυμνώνουμε όλα τα άλλα.

Η επίγνωση δεν είναι μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια αίσθηση ή μια αντίληψη. Δεν είναι αντικείμενο, υποκείμενο ή σχέση. Δεν είναι έννοια, ετικέτα ή ορισμός. Δεν είναι ποιότητα, ποσότητα ή κατηγορία.

Η επίγνωση είναι καθαρή συνείδηση. Είναι καθαρή ύπαρξη. Είναι αγνό ον.

Η επίγνωση είναι αυτό που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε. Είναι αυτό που μας δίνει τη δυνατότητα να βιώσουμε οτιδήποτε. Είναι αυτό που φωτίζει την πραγματικότητά μας. Είναι αυτό που δίνει ζωή στη ζωή μας.

Η επίγνωση είναι πάντα παρούσα. Είναι πάντα εδώ και τώρα. Είναι πάντα άπειρο και αιώνιο. Είναι πάντα το ίδιο και δεν αλλάζει ποτέ.

Η επίγνωση είναι αυτό που αναζητούμε όταν αναζητούμε φώτιση. Είναι αυτό που βρίσκουμε όταν βρίσκουμε φώτιση. Είναι αυτό που είμαστε όταν φωτιζόμαστε.

Πώς όμως μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτή την επίγνωση; Πώς μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε αυτή την επίγνωση; Πώς μπορούμε να έχουμε αυτή την επίγνωση;

Η απάντηση είναι απλή: έχοντας επίγνωση της επίγνωσης.

Στρέφοντας την προσοχή μας προς τα μέσα, εστιάζοντας στην πηγή της προσοχής μας, επαναπαυόμενοι στην ίδια την επίγνωση της επίγνωσης.

Κάνοντας αυτό, μπορούμε να ανακαλύψουμε ότι δεν είμαστε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε. Δεν είμαστε οι σκέψεις, τα συναισθήματά μας, οι αισθήσεις μας ή οι αντιλήψεις μας. Δεν είμαστε το σώμα μας, το μυαλό μας, η προσωπικότητά μας ή η ταυτότητά μας. Δεν είμαστε το παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον μας. Δεν είμαστε οι ρόλοι μας, οι σχέσεις μας ή οι ευθύνες μας.

Δεν είμαστε τίποτα από αυτά τα πράγματα. Είμαστε πέρα από όλα αυτά τα πράγματα.

Είμαστε η ίδια η επίγνωση.

Και όταν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, όταν παραμένουμε σε αυτή τη συνειδητοποίηση, όταν ζούμε από αυτή τη συνειδητοποίηση,

Γινόμαστε ελεύθεροι.

Γινόμαστε ελεύθεροι από βάσανα, από φόβο, από αμφιβολίες, από σύγχυση.

Γινόμαστε απαλλαγμένοι από προσκόλληση, από αποστροφή, από λαχτάρα, από προσκόλληση.

Απελευθερωνόμαστε από την άγνοια, από την ψευδαίσθηση, από την αυταπάτη.

Γινόμαστε ελεύθεροι να είμαστε αυτό που πραγματικά είμαστε.

Γινόμαστε ελεύθεροι να εκφράσουμε την αληθινή μας φύση.

Γινόμαστε ελεύθεροι να απολαύσουμε την αληθινή μας ευτυχία.

Γινόμαστε αόριστο.

Γινόμαστε άπειρο.

Γινόμαστε αιώνιο.

Η Αφύπνιση

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ τι βρίσκεται πέρα από το πέπλο της ψευδαίσθησης που ονομάζουμε πραγματικότητα; Έχετε νιώσει ποτέ μια λαχτάρα για κάτι περισσότερο, κάτι βαθύτερο, κάτι υπερβατικό; Έχετε αισθανθεί ποτέ μια κρυμμένη αλήθεια που περιμένει την ανακάλυψή σας, μια αλήθεια που μπορεί να σας απελευθερώσει από τη δουλεία της άγνοιας και του πόνου;

Αν έχετε, τότε δεν είστε μόνος. Είστε μέρος ενός αυξανόμενου αριθμού ψυχών που αφυπνίζονται στην αληθινή τους φύση, τη θεϊκή τους ουσία, το εσωτερικό τους φως. Είστε μέρος μιας πνευματικής επανάστασης που σαρώνει ήσυχα ολόκληρο τον πλανήτη, μιας επανάστασης που μεταμορφώνει τη συνείδηση της ανθρωπότητας και εγκαινιάζει μια νέα εποχή ειρήνης, αγάπης και αρμονίας.

Πώς όμως ξυπνάτε; Πώς διαπερνάτε τα στρώματα της εξαπάτησης και της παραμόρφωσης που θολώνουν το όραμά σας και συσκοτίζουν την ταυτότητά σας; Πώς αποκτάτε πρόσβαση στην πηγή σοφίας και δύναμης που βρίσκεται μέσα σας, περιμένοντας να απελευθερωθεί;

Η απάντηση είναι απλή: Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτα. Δεν χρειάζεται να ακολουθήσετε κανένα δόγμα, κανένα γκουρού, καμία μέθοδο. Δεν χρειάζεται να συσσωρεύσετε καμία γνώση, καμία εμπειρία, κανένα επίτευγμα. Δεν χρειάζεται να αλλάξετε τίποτα, να διορθώσετε τίποτα, να βελτιώσετε τίποτα.

Χρειάζεται μόνο να είστε ο εαυτός σας. Αρκεί να θυμάστε ποιος είστε. Χρειάζεται μόνο να συνειδητοποιήσετε τι είστε.

Δεν είστε το σώμα σας, το μυαλό σας, η προσωπικότητά σας, το εγώ σας. Δεν είστε οι σκέψεις σας, τα συναισθήματά σας, οι αισθήσεις σας, οι αντιλήψεις σας. Δεν είστε οι ρόλοι σας, οι σχέσεις σας, τα υπάρχοντά σας, τα επιτεύγματά σας. Δεν είστε το παρελθόν σας, το παρόν σας, το μέλλον σας.

Είστε καθαρή επίγνωση, καθαρή συνείδηση, καθαρή ύπαρξη. Είστε ο μάρτυρας, ο παρατηρητής, ο γνώστης όλων όσων υπάρχουν. Είστε το αιώνιο, το άπειρο, το απόλυτο. Είστε ένα με όλα όσα υπάρχουν, όλα όσα ήταν και θα είναι πάντα. Είστε η πηγή και ο προορισμός όλης της δημιουργίας. Είστε ΘΕΟΣ.

Αυτό είναι το ξύπνημα. Αυτή είναι η συνειδητοποίηση που μετατρέπει τη ζωή σας από όνειρο σε πραγματικότητα. Αυτή είναι η συνειδητοποίηση που σας απελευθερώνει από όλους τους περιορισμούς και σας ανοίγει άπειρες δυνατότητες. Αυτή είναι η συνειδητοποίηση που σας γεμίζει με χαρά, ειρήνη και αγάπη.

Αυτό δεν είναι πεποίθηση, ούτε έννοια, ούτε θεωρία. Αυτή είναι μια εμπειρία, μια άμεση αντίληψη, μια ζωντανή αλήθεια. Αυτό είναι κάτι που μπορείτε να επαληθεύσετε μόνοι σας, εδώ και τώρα. Αυτό είναι κάτι στο οποίο μπορείτε να έχετε πρόσβαση ανά πάσα στιγμή, σε οποιαδήποτε κατάσταση, σε οποιαδήποτε περίσταση.

Το μόνο που χρειάζεται να κάνετε είναι να είστε ακίνητοι και να ξέρετε. Να σωπαίνετε και να ακούτε. Να είστε ανοιχτοί και να λαμβάνετε.

Αυτή είναι η πρόσκληση που σας απευθύνω σήμερα: Να αφυπνιστείτε στην αληθινή σας φύση και να ζήσετε σε ευθυγράμμιση με αυτήν. Λάβετε μέρος σε αυτό το ταξίδι προς την Αλήθεια και μοιραστείτε την ομορφιά και την ευδαιμονία της.

Είστε έτοιμος;

Ψάξε να βρεις έναν λόγο να γίνεις δυνατότερος

Η θλίψη φέρνει στην ψυχή το σκοτάδι.

Βγαίνεις από το σώμα σου και τα βλέπεις όλα από μακριά σαν θεατής.

Δεν μπορεί κανείς να σε βοηθήσει να βγεις από μέσα.

Ψάξε να βρεις έναν λόγο να γίνεις δυνατότερος πάτα γερά στα πόδια σου και ζητά βοήθεια να σωθείς πριν να ναι αργά!

Πίστεψε στον εαυτό σου πάλεψε τους φόβους σου και τις ανασφάλειες σου και υποσχέσου σε εσένα ότι όλα θα πάνε καλά.

Μόνο εσύ μπορείς να γιάνεις την ψυχή... Γιατί εσύ είσαι ο μόνος που την άφησε ανυπεράσπιστη. Κλάψε ψυχή μου κλάψε! Και μέσα από τα δάκρυα σου διώξε όλα αυτά που σε πόνεσαν και όλα τα σκοτάδια που σε φόβισαν.

Η Υπόσχεση της Απόλαυσης και η Ανθρώπινη Φύση

Η ανθρώπινη συνθήκη ορίζεται μέσα από την προσωπική εμπειρία η οποία είναι αδιαμφισβήτητα υποκειμενική όσο και σεβαστή, διότι κάθε ατομική ύπαρξη είναι μοναδική. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά στα ανθρώπινα βιώματα καθώς λίγο ή πολύ, όλοι οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή με ευχάριστες και δυσάρεστες εμπειρίες, γνωρίζουν εξίσου την ευχαρίστηση, όσο και τον πόνο και σίγουρα οι ευχάριστες εμπειρίες είναι αυτές που οι περισσότεροι θα επεδίωκαν.

Η αναζήτηση της ευχαρίστησης και η αποφυγή της δυσαρέσκειας δεν είναι κάτι που επεσήμαναν για πρώτη φορά οι ψυχολόγοι, μολονότι ο Φρόιντ ήταν αυτός που επανέφερε το θέμα αυτό μέσα από την ψυχανάλυση και την ερμηνεία των ασυνείδητων ορμικών πεπρωμένων στην απόπειρα της διαφώτισης των μηχανισμών της κινητοποίησης του ψυχικού οργάνου.

Φυσικά, όμως, ήδη ο Αριστοτέλης είχε ασχοληθεί με την ανάλυση των αιτίων που ωθούν τους ανθρώπους να αναζητούν την ηδονή και να αποφεύγουν την οδύνη, τονίζοντας τη διάκριση μεταξύ της ευδαιμονίας και των ηδονών και δείχνοντας έναν βέλτιστο τρόπο για τους ανθρώπους να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση αντί να είναι δέσμιοι σε ένα ατέρμονο κυνήγι των απολαύσεων, εμπλεκόμενοι σε έναν φαύλο κύκλο δίχως τέλος.

Αυτό κατά τον σταγειρίτη φιλόσοφο οφείλεται στην ίδια τη φύση του ανθρώπου όσο και των ηδονών, αφού για εκείνον ο ψυχισμός είναι σαν ένα απύθμενο βαρέλι, το οποίο όσες ηδονές εάν επιχειρήσουμε να του εισάγουμε, δεν πρόκειται ποτέ να γεμίσει αφού στερείται πάτου, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται όλο και πιο έντονα η αγωνιώδης αναζήτηση μιας μεγαλύτερης και πιο μόνιμης απόλαυσης.

Η υπόσχεση, λοιπόν, μιας άλλης απόλαυσης, η οποία θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη και που εν τέλει θα επιτύχει να μας δώσει μια διάρκεια, φαίνεται να είναι η κινητήρια ορμή και στον αριστοτελικό συλλογισμό, ενόσω η επιδίωξη μιας έντασης και μιας πρωτόγνωρης αίσθησης, είναι όλα τους στοιχεία που εμπλέκονται στο βίωμα της ηδονής και την αποφυγή των δυσάρεστων εμπειριών.

Ο φιλόσοφος, λοιπόν, θα καταλήξει στη διάκριση των ηδονών σε καλές ή κακές, σε πνευματικές ή υλικές, με βάση το αποτέλεσμα στην αρμονία του ανθρώπου και την ελευθερία του να επιλέγει εκείνος, αντί να φέρεται σαν άβουλο ον που τίθεται κάτω από την κυριαρχία των αισθήσεων και των εξωτερικών ερεθισμών του.

Το ερώτημα εάν οι άνθρωποι κυνηγούν την ηδονή για χάρη της ίδιας της ζωής ή εάν το κυνήγι της ζωής εξαρτάται εν πολλοίς από την απόλαυση των ηδονών, είναι κάτι που απασχόλησε έντονα τον Αριστοτέλη, μολονότι δεν το απάντησε πλήρως, επιλέγοντας να συμπεριλάβει τη ζωή και τις ηδονές σε ένα αδιαχώριστο, ενιαίο όλον.

Σίγουρα η ζωή είναι πολύ όμορφη και εμπεριέχει πολλές χαρές και απολαύσεις, επομένως εύλογη φαίνεται η άποψή του αυτή καθώς δύσκολα δαιφαίνεται να υπάρχει η ευχαρίστηση πέραν των ορίων της ζωής. Επίσης έχει νόημα ακόμη και στην εποχή μας, η κατεύθυνση ως μια λύση που μας έδειξε ο Αριστοτέλης περί της μεσότητας.

Αυτή η μεσότητα αφορά σε έναν μεικτό βίο, δηλαδή σε ίσο καταμερισμό των υλικών και πνευματικών απολαύσεων, μέσα από τη δική μας βούληση που μπορεί τελικά να βιώσει ικανοποίηση και ευδαιμονία μέσω των αρετών. Έτσι η βούληση μπορεί συνακόλουθα να υποτάξει τις άλογες επιθυμίες του σώματος, οι οποίες φαίνεται πράγματι να μην έχουν τέλος.

Αυτός ο φαύλος κύκλος της αέναης αναζήτησης μιας δίχως τέλος και άνευ όρων απόλαυσης, απσχόλησε επίσης την ψυχανάλυση, καθώς ο Φρόιντ εξέτασε το ζήτημα από ποικίλες πλευρές σε σχέση τόσο με τα άτομα, όσο και συλλογικά με τον πολιτισμό, φτάνοντας δε να αποφανθεί ότι υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την απαγόρευση της άκρατης ηδονής, προς όφελος της δημιουργίας και της συντήρησης του πολιτισμού, ο οποίος εν τέλει είναι μια πηγή δυστυχίας για πολλούς ανθρώπους.

Μιαν απόλαυση που ούτως ή άλλως δεν πρόκειται ποτέ να τη γευτεί απόλυτα ο άνθρωπος, αφού η ψυχανάλυση συμφωνεί με τα συμπεράσματα του Αριστοτέλη και προσθέτει ότι καμία ευχαρίστηση δεν μπορεί να αναπληρώσει τις πρώτες, ανεξίτηλες, ηδονικές εμπειρίες του ανθρώπου.

Ο Φρόιντ, γνωρίζοντας καλά τον Αριστοτέλη, θα υποθέσει μια μυθική πρώτη απόλαυση στην αλληλεπίδραση του ανήμπορου βρέφους με τον πρώτο άλλο που τον φροντίζει και ο οποίος θα του ασκήσει αρχικά μια πολύ ειδική ενέργεια. Αυτή η πρώτη μορφή επικοινωνίας θα φέρει μια πρώτη εμπειρία ικανοποίησης και η οποία θα σημαδέψει εφεξής το υποκείμενο, αρχικά το σώμα και εν συνεχεία αυτό που θα υπάρξει ως υπό-κείμενο.

Η επιθυμία θα γίνει έτσι η ψυχική κίνηση που θα αναζητά αυτήν την πρώτη εμπειρία ικανοποίησης και το πρώτο αντικείμενο, το οποίο δεν υπάρχει παρά μόνον ως μια θολή ανάμνηση και ανακατασκευή, μια αναπαράσταση για μια αναπαράσταση.

Από εδώ και στο εξής καμία εμπειρία δεν θα σταθεί στο ύψος της πρώτης και της αμετάκλητα χαμένης και παραδείσιας ικανοποίησης, κι εδώ αρχίζουν τα βάσανα της αναζήτησης των αντικειμένων απόλαυσης από πλευράς του υποκειμένου.

Ο γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν, θα αναλάβει αυτήν τη φρουδική κατευθυντήρια γραμμή αναγνωρίζοντας ότι όντως ο ψυχισμός διέπεται από μια ρυθμιστική αρχή της οποίας σκοπός είναι η αναζήτηση της ευχαρίστησης *(lust) και η αποφυγή της δυσαρέσκειας (unlust) και μιλώντας για αυτό το χαμένο αντικείμενο, αναφέρει ότι το υποκείμενο ζητά κάτι άλλο, που είναι αποδεκτό, στη θέση εκείνου που πραγματικά θέλει. Κι αυτό γιατί η παρέμβαση ενός τρίτου διαστρέφει όλο το σύστημα της ζήτησης και της απόκρισης σε αυτήν.

Έτσι η ζήτηση δεν πρέπει να συγχέεται με μιαν ανάγκη και εδώ διαχωρίζει τη σωματική αναζήτηση από εκείνην του ψυχισμού και της δομής του, που μέσα στο ασυνείδητο λειτουργεί δομημένο ως γλώσσα και έτσι εδώ εισάγει τη διαλεκτική της επιθυμίας. Το υποκείμενο απολαμβάνει να επιθυμεί κι αυτό οργανώνεται σε ένα σύστημα του σημαίνοντος που εγκαθιδρύει ο Άλλος.

Το υποκείμενο βλέπει τον εαυτό του ως υποφέρον, ως υποκείμενο της επιθυμίας, μιας επιθυμίας του Άλλου. Εντούτοις, όμως, ο απόλυτος άλλος του υποκειμένου, είναι ένα αντικείμενο που ψάχνουμε να ξαναβρούμε, αλλά μάταια και εκείνο που βρίσκουμε στη θέση του είναι τα σημεία ηδονής, αλλά αυτήν την απόλυτη ηδονή δεν είμαστε σε θέση να την αντέξουμε ακόμη κι εάν τη συναντήσουμε.

Για να υποστηρίξει ο Λακάν αυτήν τη θεώρησή του, μας παραπέμπει στα γραπτά του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, εκεί όπου φαίνεται ότι οι ήρωες βιώνουν την απόλυτη ηδονή, κάτι που, όμως, δεν πείθει καθώς αυτή τελικά οδηγεί σε οδύνη και έτσι η οδύνη γίνεται όχι μονάχα ο αναγραμματισμός της ηδονής, αλλά μάλλον το τελικό της περιεχόμενο.

Όλο αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς η επιθυμία δεν είναι προορισμένη για την απόλαυση, αφενός μεν διότι είναι φαντασιακή και έτσι δεν βρίσκει το αντικείμενό της μέσα στο Πραγματικό, αφετέρου δε επειδή προκειμένου για να συναντηθεί η επιθυμία με την απόλαυση, τότε θα πρέπει να διασχίσει το έδαφος της φαντασίωσης, εκείνης δηλαδή που τη δημιουργεί και την υποστηρίζει. Εδώ, όμως, θα υπεισέρχεται το άγχος και η αγωνία αφού το υποκείμενο θα πρέπει να αντιμετωπίσει το λεγόμενο άγχος του ευνουχισμού.

Επομένως η απόλαυση συνεχίζει να τίθεται σε ένα φαντασιακό χρόνο στον οποίο το υποκείμενο θα απολαμβάνει το αντικείμενο, αλλά αυτό το αντικείμενο δεν έχει καμία σχέση με τον άλλον καθώς ο τελευταίος δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός. Αυτή η θέση αρχίζει να δημιουργεί τις βάσεις για την αμφιβολία των ψυχαναλυτών εάν όντως μπορεί να υπάρξει διάφυλη σχέση και απόλαυση του άλλου, καθώς σε μια ερωτική συνεύρεση ο Λακάν θα πει ότι δεν συνευρίσκονται δυο άνθρωποι, αλλά τέσσερις κι εδώ εννοεί τις φαντασιακές σημαίνουσες αλυσίδες και προσλαμβάνουσες.

Άρα τι είναι αυτό που απομένει στον άνθρωπο να απολαύσει; Για την λακανική ψυχαναλυτική θεώρηση, υπάρχει μιαν απόλαυση του νοήματος, όπως επίσης και η γυναικεία απόλαυση, που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη. Αυτήν τη γυναικεία απόλαυση, όμως, δεν τη γνωρίζουμε και οι γυναίκες δεν μας λένε τίποτε για εκείνην, με αποτέλεσμα να παραμένει πέρα από την κατανόησή μας, αλλά πέρα κι από τη γυναικεία κατανόηση. Εδώ μοιάζουν όλα αυτά ίσως παράδοξα και η απουσία της σχέσης των φύλων προβληματίζει τον ψυχαναλυτή Λακάν, ο οποίος εν τέλει θα αποφανθεί ότι η αγάπη είναι αυτή που θα αναπληρώσει την απουσία της διάφυλης σχέσης και που μπορεί να λειτουργεί θεραπευτικά, αφού αυτή είναι που μέσα στη συνάντηση έρχεται και προσεγγίζει την ίδια την ύπαρξη ως ένα καθαρό είναι.

Ο Λακάν εν κατακλείδι θα ορίσει την απόλαυση εντός εφτά διαφορετικών πεδίων και που τα διακρίνει ως την απόλαυση του Πράγματος, του Άλλου, του Είναι, της εικόνας του σώματος, τη φαλλική απόλαυση, τη σεξουαλική απόλαυση και εκείνην που συνδέεται με τη ζωή.

Επομένως ποια είναι η απόλαυση που μπορεί να διαρκεί περισσότερο σύμφωνα με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την ψυχανάλυση, μέσα από τα μάτια των τριών αυτών στοχαστών και επιστημόνων; Φαίνεται ότι οι τρεις αυτοί συμφωνούν αναφορικώς με τη φύση των ηδονών και του ανθρώπου, υπογραμμίζοντας ότι στο κυνήγι της μεγίστης απολαύσεως, ο άνθρωπος βρίσκει οδύνη και πόνο, ενόσω το κενό και η έλλειψη συνεχίζουν να τον ταλαιπωρούν παράλληλα με φαντασιακά προτάγματα που γεννούν επιθυμίες και συνεχώς νέα αντικείμενα για να στοχεύσει σε αυτό το κυνήγι.

Σίγουρα η ψυχανάλυση έχει δίκιο όταν μας εφιστά την προσοχή στο ότι δεν επιλέγουμε εμείς συνειδητά τα αντικείμενα των επιθυμιών μας αφού ακόμη και το ίδιο μας το σώμα εγχαράσσεται μέσα από τους άλλους, αν και υπάρχει πάντα η ευκαιρία να κάνουμε τα ασυνείδητα συνειδητά. Φυσικά μπορούμε να απολαμβάνουμε την ίδια μας την εικόνα, τις ικανότητες μας, το εγώ μας, τον έρωτα, τα αντικείμενα της ύλης, τις ηδονές της σάρκας, το νόημα που αντλούμε και πολλά άλλα.

Σίγουρα όλα αυτά μπορούν να είναι διαφωτιστικά και να μας παρέχουν πληρέστερη ικανοποίηση όταν εμείς έχουμε την επίγνωση ότι μπορούμε να τα απολαμβάνουμε όλα, είτε επιλέγοντας συνειδητά και με μέτρο, είτε όταν τα έχουμε ξεπεράσει και δεν εξαρτόμαστε απόλυτα από τα αντικείμενα των επιθυμιών μας. Άρα μονάχα όταν οι άνθρωποι συνειδητοποιήσουμε το μάταιο των φαντασιακών υποσχέσεων και το απύθμενο βάθος ενός κενού που δεν πληρώνεται εκ των έξω, αλλά εκ των έσω, τότε μπορούμε να στραφούμε στο δρόμο μας σε άλλου είδους ικανοποιήσεις.

Διότι είναι εφικτό να βιώσουμε αρμονία και ευδαιμονία, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει εμείς να μεριμνήσουμε και να αναλάβουμε τα ηνία και να λάβουμε τη συνειδητή θέση μέσα στο ασυνείδητο ρεύμα των ορμών. Μπορούμε να απολαύσουμε οτιδήποτε αρκεί να έχουμε την επίγνωση της κάθε εμπειρίας, της κάθε έλλειψης και αντίστοιχα των φαντασιακών προσδοκιών και απαιτήσεων, αναγνωρίζοντας και αποδεχόμενοι τελικά τα δικά μας ελλείματα όσο και των άλλων.

Επίσης μπορούμε να αρχίσουμε να αντλούμε εσωτερικά από τη δική μας πηγή νόημα και απόλαυση, ενόσω όταν έχουμε την ευκαιρία θα απολαμβάνουμε τα όσα μας απευθύνονται από το περιβάλλον και τους άλλους. Αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στο να αντλούμε ικανοποίηση και ευχαρίστηση από ανθρώπους, σχέσεις, καταστάσεις και αντικείμενα, απολαμβάνοντας οτιδήποτε μας προσφέρεται στο κάθε παρόν με ευγνωμοσύνη. Αυτό είναι κάτι που ίσως να γράφουν και να αναπαράγουν ειδικότερα στην εποχή μας τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι, θεραπευτές, επιστήμονες και ερευνητές κάθε πεδίου, φαίνεται να το αναπαράγουμε αρκετά στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, εντούτοις, όμως, το ζητούμενο παραμένει η εφαρμογή σε προσωπικό επίπεδο στην καθημερινότητά μας.

Έτσι ώστε να γίνει η καθημερινότητά μας πιο όμορφη και να βιώνουμε ολοένα και περισσότερο ευδαιμονία, αντί να σπρώχνουμε την κάθε ημέρα να φύγει σαν μια αγγαρεία που τελείωσε και να περιμένουμε τον ελεύθερο λιγοστό χρόνο για να κάνουμε όσα μας ευχαριστούν.

Επειδή ακριβώς η σημερινή εποχή είναι αρκετά απαιτητική, ενόσω η ρουτίνα και οι καθημερινές ανάγκες κατατρώγουν χρόνο από τις πραγματικές μας επιθυμίες για ικανοποιήση και μεταθέτουν την απόλαυση σε ένα φαντασιακό κόσμο, όπως αυτόν του νου ή/και του διαδικτύου, όπου εκεί υπάρχουν πλήθος υποσχέσεων για ηδονές και υπεραπόλαυση.

Έτσι δεν υπάρχει ούτε χρόνος, ούτε τόπος για μια εν τω βάθει αναγνώριση του τι είμαστε, τι επιθυμούμε και πώς θα το βιώσουμε, όπως δεν υπάρχει ο χρόνος να ασχοληθούμε με τη δική μας αυτοπραγμάτωση και θεραπεία, με αποτέλεσμα το βλέμμα μας να στρέφεται προς την ικανοποίηση και την τέρψη του σε εξωτερικά ερεθίσματα, αντικείμενα και ανθρώπους. Κάνουμε δηλαδή το αντίστροφο από αυτό που έλεγε ο Πυθαγόρας κάποτε, δηλαδή αναζητούμε αγαθά έξω από εμάς ενόσω έχουμε εμείς μέσα μας όσα χρειαζόμαστε.

Εάν θέλουμε να απολαύσουμε όμορφα και ελεύθερα, αυτό είναι στο χέρι μας και δεν είμαστε καταδικασμένα θύματα όπως είθισται να πιστεύουν οι άνθρωποι, αρκεί να ξεκινήσουμε να κάνουμε τη ζωή μας μια καλλιτεχνία, ζώντας με επίγνωση και δημιουργώντας το δικό μας έργο τέχνης και αντλώντας ικανοποίηση από το νόημα που εμείς θα δημιουργούμε και απολαμβάνοντας συνειδητά τα δώρα της υπάρξεως και της ζωής μας. Μπορούμε να κάνουμε ποίηση, δημιουργώντας δηλαδή συνειδητά ποιώντας τη ζωή μας εμείς οι ίδιοι και εδώ θυμάμαι τα λόγια του Γκαίτε που έχουν εντυπωθεί μέσα μου δεκαετίες τώρα και που ηχούν επίκαιρα σήμερα όσο και στην εποχή του: «Εάν θέλεις απόλαυση στη ζωή αυτήν να βρεις, τότε θα πρέπει να προσδώσεις αξία και νόημα στον κόσμο αυτόν».

Ολυμπιόδωρος: Περί ευσέβειας και ψευδεπίγραφων βιβλίων

Κάποτε ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ολυμπιόδωρος 6ος αιώνας μ.Χ. αναφέρει πως κάποιος φιλόσοφος δίψασε έντονα και αναγκάστηκε να εισέλθει σε ένα καπηλειό, ώστε να ξεδιψάσει. Κατά την έξοδο του από το καπηλείο συνάντησε κάποιον που ερχόταν από ένα κοντινό ιερό, και ο οποίος δεν έχασε την ευκαιρία να μειώσει τον φιλόσοφο λέγοντας του:

- «Εσύ αν και φιλόσοφος εξέρχεσαι από το καπηλειό;»,

για να λάβει την αποστομωτική απάντηση του φιλοσόφου:

- « Εγώ εξέρχομαι από το καπηλειό με ευσέβεια σα να βρισκόμουν σε ιερό, εσύ όμως καταφθάνεις από το ιερό σα να βρισκόσουν σε καπηλείο!!».

Η Ιστορία αυτή μας θυμίζει μια ιστορία Ζεν, σύμφωνα με την οποία, δύο Ιάπωνες μοναχοί ταξίδευαν μαζί. Όταν έφτασαν σε ένα ποτάμι, είδαν μια νέα γυναίκα ανήσυχη να κοιτά το ποτάμι. Όταν τους είδε, τους ρώτησε εάν μπορούν να την κουβαλήσουν στην απέναντι όχθη, διότι φοβόταν ότι θα πνιγεί.

Ο ένας μοναχός δίστασε, μιας και απαγορεύεται σε μοναχούς να αγγίζουν γυναίκες. Ο άλλος όμως χωρίς δισταγμό, ανέβασε την γυναίκα στους ώμους του και την πέρασε απέναντι.

Καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους, ο πρώτος μοναχός πάλευε συνέχεια με τις σκέψεις του: Πως τόλμησε να την αγγίξει; Πώς είναι δυνατόν να έκανε κάτι τέτοιο; Ξέχασε τους όρκους αγαμίας που έχουμε δώσει; Αυτές οι σκέψεις τον βασάνιζαν, ώσπου δεν άντεξε, και φώναξε στον δεύτερο μοναχό:

- «Πως τόλμησες να την αγγίξεις, και μάλιστα να την πάρεις αγκαλιά;»

Τότε ο δεύτερος μοναχός του απάντησε:

- «Φίλε μου, εγώ την άφησα στο ποτάμι, εσύ γιατί την κουβαλάς ακόμη;»

Ο Ολυμπιόδωρος, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια τον 6ο μ.Χ. αιώνα, μαθήτευσε δίπλα στον Αμμώνιο, και Θεωρείται ο τελευταίος γνωστός επικεφαλής της νεοπλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Ο Ολυμπιόδωρος έλεγε πως τα έργα του Πλάτωνος ήταν αυτά που τον στήριξαν όταν αισθάνθηκε ότι δεν υπήρχε πια λόγος να ζει.

Στα Προλεγόμενά του (CIAG, XII, 1, 13) γίνεται εκτεταμένη μνεία για τον τρόπο με τον οποίο νοθεύονταν τα βιβλία, ιδιαίτερα την εποχή των Πτολεμαίων. Αναφέρεται στον υπέρμετρο ζήλο των βασιλέων της Αιγύπτου για τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, που είχε ως συνέπεια τη σύνταξη πλήθους κίβδηλων συγγραμμάτων.

Τα αυθεντικά, μάλιστα έργα, συνυφαίνονταν αριστοτεχνικά με τα πλαστά και έτσι, χρειαζόταν συχνά μεγάλη επιδεξιότητα, χρόνος και γνώση, για να εκτιμηθεί η αξιοπιστία τους.

Μαρτυρεί λοιπόν ο Ολυμπιόδωρος ότι από παλιά κυκλοφορούσαν ψευδεπίγραφα βιβλία: είτε εξαιτίας της προσωπικής φιλοδοξίας των βασιλέων, είτε λόγω της πρόθεσης των μαθητών να κολακέψουν τους δασκάλους τους, είτε, τέλος, εξαιτίας απλής συνωνυμίας. Λόγου χάρη, ο Ιοβάνης, βασιλιάς της Λιβύης, ήταν «ερωτευμένος» με τα πυθαγόρεια συγγράμματα και ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος με τα αριστοτελικά, ενώ ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος με τα Oμηρικά.

Οι ηγεμόνες αυτοί πρόσφεραν σημαντικά χρηματικά ποσά σε όσους τους προμήθευαν σπάνια έργα των συγγραφέων αυτών, χωρίς να ελέγχουν την αξιοπιστία και την ποιότητά τους. Έτσι, αγόραζαν τυχαία και άσχετα βιβλία με ψευδεπίγραφους τίτλους, πυροδοτώντας ταυτόχρονα μία δραστηριότητα που βρήκε τελικά πολλούς αποδέκτες (Βιβλ. Ι, 197).

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, με την χρήση του διαδικτύου πλέον. Κάθε ένας ερμηνεύει στην καλύτερη περίπτωση κατά το δοκούν τους αρχαίους φιλοσόφους και όχι μόνο, αν δεν μεταφέρει ψευδείς πληροφορίες και γνώσεις.

Ολύμπ. Φιλ., Εις Γοργ., 1.6.16

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ετυμολογία της λέξης «Μουσική»

Η λέξη μουσική, σύμφωνα με τα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και φιλοσόφων παράγεται από το «Μούσα».

Το Μούσα πάλι, παράγεται από το μαούσα = Μούσα. Το «μα» είναι ρίζα του ρήματος μάω-μω = επινοώ ή ψάχνω ή ζητώ διανοητικά. (Στη δωρική διάλεκτο η λέξη «Μούσα» είναι «Μώσα»).

Η λέξη μουσική

Η λέξη μουσική, στη σημερινή εποχή, σημαίνει την τέχνη των ήχων, αντίθετα με τους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι έδιναν στη λέξη μουσική διαφορετικό νόημα, εννοούσαν την αδιάλυτη ενότητα ήχου και λόγου, κάτι που δεν υφίσταται στις μέρες μας.

Με την άθληση γυμνάζεται το σώμα, ενώ με τη μουσική το πνεύμα.

Η μουσική, το δώρο των Μουσών, στην αρχαία Ελλάδα, προσδιόριζε και χαρακτήριζε τον άνθρωπο που πράττει, σκέφτεται και αισθάνεται. Έτσι ως μέσο πνευματικής ωρίμανσης, η λέξη που θα χαρακτήριζε την αρχαία ελληνική μουσική, δεν είναι η λέξη «τέχνη» αλλά οι λέξεις παιδεία και δύναμη. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι εκείνος που έπαιζε τον αυλό π.χ. ονομαζόταν αυλητής και όχι μουσικός δηλαδή θεωρούνταν ένας απλός εκτελεστής. Όμως μετά το διαχωρισμό της μουσικής από το λόγο, τη γλώσσα, ο οποίος έγινε λίγο μετά των Πλάτωνα, βλέπουμε τη χρήση της έννοιας μουσικός. Αυτή η μεταβολή έμελλε να είναι η γέννηση μιας αυτόνομης τέχνης που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ενταγμένη μέσα στον λόγο.

Αρχαία Ελληνική Μουσική

Η αρχαία ελληνική μουσική κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους μουσικούς πολιτισμούς της Αρχαιότητας. Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό είναι οπωσδήποτε το γεγονός ότι οι ιστορικές μαρτυρίες και οι πηγές για τη μελέτη του αρχαίου ελληνικού μουσικού πολιτισμού είναι περισσότερες απ’ ό,τι για οποιονδήποτε άλλο μουσικό πολιτισμό της αρχαιότητας. Εκτός, όμως, απ’ αυτό, και ίσως χάρη σ’ αυτό, ο αρχαίος ελληνικός μουσικός πολιτισμός άσκησε μεγάλη επίδραση σε μεταγενέστερους μουσικούς πολιτισμούς στην Ευρώπη αλλά και στη Μέση Ανατολή, κυρίως στον αραβικό μουσικό πολιτισμό. Η επίδραση αυτή αφορά, τουλάχιστον στην περίπτωση της ευρωπαϊκής μουσικής, την αισθητική της μουσικής, την μουσική δημιουργία, την μουσική αγωγή και γενικότερα τη θέση της μουσικής στην παιδεία, τη θεωρία της μουσικής και άλλους τομείς, οι οποίοι είναι σήμερα, όπως άλλωστε και οι προηγούμενοι αντικείμενο της μουσικολογίας.

Η επίδραση της αρχαίας ελληνικής μουσικής σε μεταγενέστερους μουσικούς πολιτισμούς δεν οφείλεται μόνο στις οποιεσδήποτε ιστορικές μαρτυρίες και πηγές σχετικά μ’ αυτή. Οφείλεται, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, στην επίδραση που άσκησε συνολικά ο αρχαίος ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός στη νεότερη Ευρώπη προπαντός στα χρόνια της Αναγέννησης, αλλά όχι μόνο τότε. Η αρχαία ελληνική μουσική έγινε για τους ουμανιστές, αλλά συχνά και για τους μουσικούς της Αναγέννησης το ιδεατό πρότυπο μουσικής. Έτσι, όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις, δημιουργήθηκε γύρω από την αρχαία ελληνική μουσική ένας μύθος στηριγμένος περισσότερο στη μουσική πραγματικότητα μεταγενέστερων εποχών και σε ιστορικές πλάνες, παρά στη θετική γνώση των πηγών που διασώθηκαν. Ο μύθος αυτός ήταν οπωσδήποτε παραγωγικός για την εξέλιξη της νεότερης μουσικής, όπως δείχνει π.χ. η γένεση της όπερας. Για την γνώση όμως της ίδιας της αρχαίας ελληνικής μουσικής είχε αρκετές αρνητικές συνέπειες, τις οποίες η μουσικολογική έρευνα άρχισε να ξεπερνάει από τα μέσα του 19ου αι. και εξής. Απ’ αυτή την εποχή άρχισε ουσιαστικά μια συστηματική έρευνα της αρχαίας ελληνικής μουσικής απαλλαγμένη από τους παραμορφωτικούς φακούς μεταγενέστερων εποχών.

Πηγές

Το πλήθος των σωζόμενων πληροφοριών για την αρχαία ελληνική μουσική επιτρέπει μια συστηματική κατάταξη των πηγών, η οποία δεν ισχύει μόνο για την ελληνική αρχαιότητα, αλλά γενικά για την ιστορία της μουσικής και χρησιμοποιείται για την κατάταξη πηγών τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα.

Η πρώτη και βασική κατηγορία πηγών είναι οι γραπτές πηγές. Οι γραπτές πηγές χωρίζονται σε δύο επιμέρους κατηγορίες, σε πρακτικές και θεωρητικές πηγές.

Πρακτικές πηγές λέγονται τα σωζόμενα αποσπάσματα μουσικής σε μουσική σημειογραφία. Από τις πρακτικές πηγές σώθηκαν κυρίως ύμνοι σε αποσπάσματα και έχουν μεταγραφεί στη σημερινή μουσική γραφή (δύο Δελφικοί ύμνοι του Απόλλωνα, ο επιτάφιος του Σικείλου κ.ά.). Τα αποσπάσματα αυτά για την αρχαία ελληνική μουσική είναι ελάχιστα (περίπου 50 συνολικά) και προπαντός μικρά και συχνά με χάσματα και ελλείψεις στη σημειογραφία.

Θεωρητικές πηγές λέγονται τα κείμενα για τη μουσική. Στις θεωρητικές πηγές υπάγονται εκτός από τις ειδικές πραγματείες θεωρίας της μουσικής και οι πολυάριθμες αναφορές στη μουσική και στη μουσική ζωή που περιέχονται σε λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και ιστορικά έργα. Θεωρητικές πηγές αυτής της κατηγορίας ονομάζονται συχνά εδώ φιλολογικές πηγές. Οι θεωρητικές σε αντίθεση προς τις πρακτικές είναι πολλές και περιέχουν πολύτιμες και συχνά εκτεταμένες πληροφορίες για πολλά ζητήματα, ωστόσο υπάρχουν κενά και δυσκολίες στην κατανόησή τους. Τα κυριότερα έργα είναι του Αριστόξενου, του Ευκλείδη, του Νικόμαχου και του Αλύπιου (ο οποίος μας δίνει λεπτομερείς πίνακες της αρχαίας ελληνικής μουσικής γραφής).

Εκτός από τις γραπτές πηγές, μια άλλη σπουδαιότατη κατηγορία πηγών είναι οι εικονογραφικές μαρτυρίες ή εικονογραφικές πηγές (απεικονίσεις σκηνών μουσικής ζωής σε αγγεία), καθώς επίσης και τα ανευρισκόμενα στις ανασκαφές λείψανα μουσικών οργάνων. Ο αριθμός των εικονογραφικών μαρτυριών είναι μεγάλος και το γεγονός αυτό αποτελεί καθεαυτό μαρτυρία για τη σημασία της μουσικής στην καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Ιστορική Επισκόπηση

Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανένας χρονικά και γεωγραφικά τα όρια του μουσικού πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας. Μια βασική δυσκολία είναι η διάσταση ανάμεσα στη χρονική προέλευση διαφόρων ειδών πηγών. Έτσι, οι διασωζόμενες θεωρητικές πηγές, όπως και τα σωζόμενα ψήγματα πρακτικών πηγών, χρονολογούνται σχεδόν αποκλειστικά στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Αντίθετα οι φιλολογικές και εικονογραφικές πηγές είναι άφθονες ήδη από την περίοδο μεγίστης άνθισης αυτού του πολιτισμού- δηλαδή από τον 7ο ως τον 4ο π.Χ. αιώνα περίπου. ακολουθώντας λοιπόν μια οριοθέτηση που είναι λίγο-πολύ γενικά αποδεκτή και αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές προς τη γεωγραφική και χρονική οριοθέτηση της περιόδου γένεσης και ακμής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, μπορούμε να πούμε ότι η αρχαία ελληνική μουσική καλύπτει μια χρονική περίοδο που αρχίζει τους τελευταίους αιώνες της 2ης χιλιετίας π.Χ. και τελειώνει στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. (δηλαδή στις αρχές των Ελληνιστικών Χρόνων), και αναπτύσσεται κυρίως στην κυρίως Ελλάδα και στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και της Κάτω Ιταλίας. Το χρονικό διάστημα των χιλίων και πλέον χρόνων που προσδιορίζεται από τα παραπάνω χρονικά όρια αντιστοιχεί σε διάφορες περιόδους της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Έτσι η ιστορία της αρχαίας ελληνικής μουσικής μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο μεγάλες περιόδους:

§ Α. Τη μυθολογική μέχρι τον 8ο π.Χ. αιώνα συμπεριλαμβανομένων και των ομηρικών χρόνων. Οι πηγές μας για την εποχή αυτή είναι λίγες και περιορίζονται σε θραύσματα μουσικών οργάνων και αναπαραστάσεις σκηνών της μουσικής ζωής, καθώς και σε διάφορους μύθους και παραδόσεις που διατηρήθηκαν και στα ιστορικά χρόνια.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν δυο μαρμάρινα ειδώλια, ύψους περίπου 20 εκατοστών, τα οποία παριστάνουν το ένα μουσικό που παίζει άρπα και το άλλο μουσικό που παίζει διπλό αυλό. Αυτά χρονολογούνται από το 2.800-2.200 π.Χ. και είναι κυκλαδικού πολιτισμού. Από τα έπη της εποχής αυτής έχουμε αξιόλογες μουσικοϊστορικές μαρτυρίες όπως η αναφορά σε μουσικά όργανα π.χ. η φόρμιγξ (είδος εγχόρδου του τύπου λύρας), ο αυλός, η κίθαρις (μάλλον είδος κιθάρας), η σύριγξ και η σάλπιγγα.

Η μουσική ήταν για τους αρχαίους Έλληνες των μυθολογικών χρόνων θεόπνευστη και ιερή τέχνη. Από ορισμένους μύθους κρίνουμε ότι η μουσική πέρασε από το στάδιο της μαγικής μουσικής π.χ. ο μύθος για τον Ορφέα που με τους ήχους της λύρας του έχτισε τα τείχη των Θηβαίων κ.ά.

Στους ομηρικούς χρόνους αναπτύσσεται ιδιαίτερα το επικό τραγούδι, που ιστορούσε τα κατορθώματα των ηρώων. Κύριος εκπρόσωπος της μουσικής αυτής ήταν ο ραψωδός, «ο θείος αοιδός» όπως ονομαζόταν από τον Όμηρο, ποιητής, συνθέτης και εκτελεστής μαζί.

Β. Ιστορική Περίοδος που μπορεί να υποδιαιρεθεί στις παρακάτω μικρότερες εποχές:

1) Αρχαϊκή εποχή (8ος-7ος π.Χ. αιώνας).

Το πέρασμα από τα μυθολογικά χρόνια στην αρχαϊκή εποχή συνδέεται στη μουσική με τον Όλυμπο, έναν αυλητή ανάμεσα σε μύθο και ιστορική πραγματικότητα, τον οποίο η αρχαία παράδοση θεωρεί θεμελιωτή της αυλητικής τέχνης και στον οποίο αποδίδεται η εισαγωγή στην Ελλάδα της οργανικής μουσικής των Φρυγών.

Κέντρο μουσικής ανάπτυξης στην εποχή αυτή είναι η Σπάρτη και ακμάζουν οι μουσικοί: Τέρπανδρος από τη Λέσβο, Κλωνάς, Αρχίλοχος και Όλυμπος.

Τα μουσικά όργανα βρίσκονται ακόμα σε μάλλον πρωτόγονη μορφή, η θεωρία της μουσικής δεν έχει αναπτυχθεί και δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί σύστημα μουσικής γραφής.

2) Πρώτη κλασική εποχή (7ος- τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα).

Κέντρο εξακολουθεί να είναι η Σπάρτη, ενώ αρχίζει να προβάλλει περισσότερο η Αθήνα. Η μουσική παύει να είναι αποκλειστικότητα των ιερατείων και της μαγείας και εντάσσεται στη ζωή της πόλης ως μέσο παιδείας. Από την εποχή αυτή και μετά υπάρχουν όλο και περισσότερα εικονογραφικά τεκμήρια. Βρίσκονται κυρίως πάνω σε όστρακα (δηλαδή θραύσματα αγγείων) ή σε ολόκληρα αγγεία και δείχνουν σκηνές της μουσικής ζωής τόσο σχετικές με τη λατρεία όσο -αυτό δε είναι πολύ σημαντικό- και από την ιδιωτική ζωή. Οι παραστάσεις αυτές παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τον τρόπο παιξίματος διαφόρων μουσικών οργάνων, καθώς και για την κατασκευή τους.

Τον 7ο και περισσότερο τον 6ο αιώνα αυξάνονται οι επώνυμα γνωστοί μουσικοί και μπορούν επίσης να επισημανθούν με αρκετή ακρίβεια διάφορες μουσικές μορφές. Βέβαια ο όρος μουσικές μορφές χρησιμοποιείται ως ένα βαθμό καταχρηστικά. Κατά την αντίληψη της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής η λέξη μουσική δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην τέχνη των ήχων αλλά στο σύνολο των πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου και σε κάθε τέχνη που ήταν υπό την προστασία των Μουσών, ιδιαίτερα στην λυρική ποίηση. Έτσι οι μουσικές μορφές, είναι για μας σήμερα κατ’ αρχάς ποιητικές μορφές, είδη ποιημάτων.

Μπορεί να γίνει ένας λίγο- πολύ σχηματικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τραγούδια για Θεούς, δηλαδή μουσική για την θρησκευτική λατρεία, και τραγούδια για ανθρώπους, δηλαδή κοσμική μουσική.

- Στην πρώτη κατηγορία (τραγούδια για θεούς) ανήκουν κατ’ εξοχήν ο ύμνος, ο παιάνας, ο διθύραμβος κ.ά.

Ο Ύμνος είναι ένα χορικό ή μονωδικό τραγούδι (ποίημα) με παρακλητικό ή δοξαστικό χαρακτήρα για κάποιον θεό.

Ο Παιάνας ήταν ύμνος που αποδίδονταν από χορούς ανδρών ή γυναικών για τον Απόλλωνα και την Άρτεμη σε κρίσιμες περιστάσεις και για τη λύτρωση από συμφορές. Οι παιάνες για τον Απόλλωνα αποδίδονταν από ανδρικό χορό, ενώ οι παιάνες για την Άρτεμη από γυναικείο. Τελικά ο παιάνας εξελίχθηκε σε φόρμα πολλών ειδών (πολεμικός, ευχαριστήριος, επιτραπέζιος), ενώ σταδιακά άρχισε να απευθύνεται και σε άλλους θεούς.

Ο Διθύραμβος είναι χορικό τραγούδι κυρίως προς τιμήν του Θεού Διονύσου. Διασώζονται πλήρεις διθύραμβοι του ποιητή Βακχυλίδη και μεγάλα αποσπάσματα διθυράμβων του Πινδάρου.

- Στη δεύτερη κατηγορία (τραγούδια για ανθρώπους) ανήκουν μεταξύ άλλων ο υμέναιος και το επιθαλάμιον, ο θρήνος, το επινίκιον κ.ά.

Ο Υμέναιος και το Επιθαλάμιον είναι τραγούδια του γάμου που παίζονταν στη διάρκεια της συνοδείας της νύφης από το σπίτι του γαμπρού, ενώ τη μελωδία τους έπαιζε αυλός.

Ο Θρήνος είναι πένθιμο τραγούδι. Η προέλευση του πρέπει προφανώς να αναζητηθεί στα μοιρολόγια κατά την ταφή των νεκρών, τα οποία περιγράφει ήδη ο Όμηρος.

Το Επινίκιον είναι χορικό, θριαμβευτικό τραγούδι προορισμένο να υμνήσει μια πολεμική, ποιητική, μουσική ή σε αθλητικούς αγώνες.

Εκτός, όμως, από τις μουσικές και ταυτόχρονα ποιητικές μορφές από τον 7ο αιώνα π.Χ. ήταν γνωστές μουσικές μορφές που δεν συνδυάζονταν με τον ποιητικό λόγο- υπήρχε δηλαδή μ’ άλλα λόγια καθαρή οργανική μουσική. Ένα τέτοιο είδος είναι ο «νόμος». Οι νόμοι ήταν αρχικά απλές μελωδίες πάνω στις οποίες τραγουδούσαν ποιήματα αφιερωμένα στους Θεούς. Ονομάστηκαν νόμοι γιατί απαγορευόταν αυστηρά η απομάκρυνση και παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές του. έτσι ο όρος αναφερόταν μεν στη μουσική, δεν αφορούσε όμως μόνο την οργανική μουσική.

Υπήρχαν αυλωδικοί νόμοι (με συνοδεία αυλού) που καθιέρωσε ο Κλωνάς και κιθαρωδικοί νόμοι (με συνοδεία κιθάρας) που καθιέρωσε ο Τέρπανδρος. Εκτός, όμως, από τους αυλωδικούς και κιθαρωδικούς νόμους υπήρχαν και καθαρά οργανικοί νόμοι, που λέγονταν αυλητικοί και κιθαριστικοί. Ένας τέτοιος νόμος ήταν ο αυλητικός «πυθικός νόμος» του Σακάδα. Ο Σακάδας κέρδισε το πρώτο βραβείο αυλητικής στα Πύθια του 586 π.Χ. (αγώνες προς τιμήν του Απόλλωνα στους Δελφούς) με τον αυλητικό πυθικό νόμο που έπαιξε και ο οποίος παρίστανε την πάλη του θεού Απόλλωνα με τον δράκοντα Πύθωνα και την τελική νίκη του θεού. Αυτός ο πυθικός νόμος είναι το πρώτο γνωστό είδος προγραμματικής μουσικής (μουσικής που αναφέρεται σε ένα εξωμουσικό περιεχόμενο).

Στα τέλη του 6ου /αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. γεννιέται η αττική τραγωδία που έχει τις αρχές της στον απαντητικό τρόπο εκτέλεσης του διθυράμβου (εναλλαγή εξάρχοντος χορού) και στην επαύξηση της σπουδαιότητας του διαλογικού μέρους με την εισαγωγή των υποκριτών. Η αττική τραγωδία ήταν ένα μουσικό έργο με την αρχαία ελληνική σημασία της λέξης, δηλαδή ένωση μουσικής, ποιητικού λόγου και χορού. Ως καλλιτεχνικό είδος είναι οπωσδήποτε το υψηλότερο επίτευγμα αυτής της αξεχώριστης ενότητας των τριών στοιχείων της αρχαίας ελληνικής μουσικής.

Επίσης αναπτύσσεται το λυρικό τραγούδι (Σαπφώ, Ανακρέων κ.ά.). Εκπρόσωπος της περιόδου είναι ο Θαλήτας, ο Τυρταίος, ο Αλκμάν, ο Στησίχορος, ο Σακάδας κ.ά. Ανακαλύπτεται το σύστημα γραφής και μπαίνουν οι βάσεις των νόμων της ακουστικής από τον Πυθαγόρα.

3) Ακμή κλασικής εποχής, 5ος αιώνας μέχρι το 338 π.Χ. μάχη της Χαιρώνειας.

Την εποχή αυτή κέντρο είναι η Αθήνα. Η λυρική ποίηση αναπτύσσεται στον μέγιστο βαθμό με τον Σιμεωνίδη και τον Πίνδαρο, η τραγωδία με τους μεγάλους τραγικούς, η αττική κωμωδία με τον Κρατίνο, Ευπολι και Αριστοφάνη. Με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες από τις πηγές, μπορούν να επισημανθούν ιδιαίτερα δύο γνωρίσματα της μουσικής και της αντίληψης για τη μουσική στην Ελλάδα του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ.:

α) η διδασκαλία περί ήθους, και β) η σύνδεση της μουσικής ως τέχνης των ήχων με τη γενική έννοια της μουσικής, ιδιαίτερα ως συνένωση μουσικής και ποίησης.

- Σχετικά με το πρώτο: Η έννοια του ήθους στη μουσική συνδέεται με την αντίληψη ότι η μουσική μπορεί να ασκεί επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου. Σύμφωνα με τη θεωρία του ήθους ή αλλιώς ηθική θεωρία της μουσικής, σε κάθε ρυθμική και μελωδική κίνηση υπάρχει μια ανάλογη συναισθηματική αντίδραση, με την έννοια ότι η μουσική μπορεί να επιδράσει στον άνθρωπο είτε θετικά παροτρύνοντας τον σε μία ενέργεια της βούλησής του είτε αρνητικά αποτρέποντάς τον από μία ενέργεια της βούλησης είτε τέλος απονεκρώνοντας τη βούλησή του. Βέβαια η θεωρία του ήθους δεν εξαντλείται μονάχα σε γενικές διαπιστώσεις, αλλά εμβαθύνει στην αισθητική διερεύνηση των δομικών παραμέτρων της μουσικής εξετάζοντας το ήθος της μελωδίας, των αρμονιών (τροπικών κατατάξεων), των γενών και των ρυθμών. Έτσι, κάθε είδος μουσικής, κάθε είδος μελωδίας αλλά και ρυθμού έχει ένα ορισμένο ήθος ανάλογα με την επίδραση που ασκεί στην ψυχή.

§ Ο Δώριος τρόπος έλεγαν, δυναμώνει τον χαρακτήρα, διδάσκει θάρρος εμπρός στον κίνδυνο και καρτερικότητα στη δυστυχία.

§ Ο Φρύγιος, ο τρόπος του διθυράμβου- όπως και ο ήχος του αυλού- έχει τη δύναμη να ξεσηκώνει και να φλογίζει τα πνεύματα. Την διδασκαλία περί ήθους διαπραγματεύονται περισσότερο ή λιγότερο συστηματικά όλοι σχεδόν οι θεωρητικοί της αρχαίας ελληνικής μουσικής, είτε για να την αποδεχτούν είτε για να την απορρίψουν. Πρώτος, όμως, την ανέπτυξε συστηματικά ο Δάμων ο Αθηναίος. Η προέλευση ωστόσο της διδασκαλίας πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στην αρχική σύνδεση της μουσικής με τη θρησκευτική λατρεία και τη μαγεία. Μέσα στις νέες ιστορικές συνθήκες της πόλης η τυφλή υποταγή στα τελετουργικά και στις εθιμικές επιταγές του παρελθόντος δεν αντιστοιχούσε πια στην κοινωνική θέση της τέχνης και ειδικά της μουσικής. Η διδασκαλία περί ήθους έρχεται λοιπόν να δώσει μία επιστημονική θεωρητική θεμελίωση σ’ αυτό που εμπειρικά ήταν ανέκαθεν γνωστό- ότι η μουσική επιδρά στη διαμόρφωση των καταστάσεων της ψυχής. Βέβαια, η σχετική απλότητα της μουσικής των Ελλήνων, τους επέτρεπε να διαπιστώνουν, με αυστηρό πειραματικό έλεγχο, την καλή ή κακή επίδραση των διαφόρων ήχων, πράγμα που θα ήταν αδύνατο σήμερα. Σίγουρα όμως, ως αρχή, η θεωρία του ήθους είναι σωστή και μπορεί στην εποχή μας ακόμη να μας διδάξει πολλά.

- Σχετικά με το δεύτερο: Σε δύο τουλάχιστον σημεία φαίνεται πως μπορεί να εντοπισθεί το νόημα αυτής της ευρείας έννοιας της μουσικής σ’ ό,τι αφορά την οργανική μουσική, αφενός μεν στην ταυτότητα ποιητικών και μουσικών ρυθμών και αφετέρου στην «ποιητικότητα» της οργανικής μουσικής. Δηλαδή στο ότι θα ήταν αδιανόητη μια καθαρά οργανική μουσική σύνθεση, το περιεχόμενο της οποίας δεν θα μπορούσε να εκφραστεί ποιητικά.

Στο βαθμό που μπορούμε να προσεγγίσουμε μέσα από τις πηγές την μουσική πραγματικότητα των κλασικών χρόνων, μπορούμε να πούμε ότι η ενότητα αυτή ποιητικού λόγου και μουσικού ήχου ήταν για την κλασική ελληνική ποίηση και μουσική μία πραγματικότητα αλλά οπωσδήποτε και ένα αισθητικό ιδανικό. Με την μεταβολή των ιστορικών προϋποθέσεων πάνω στις οποίες στηριζόταν, η πραγματικότητα αυτή έπαψε να υπάρχει. ως αισθητικό ιδανικό όμως συνέχισε να ασκεί μέχρι και την σύγχρονη εποχή μεγάλη επίδραση. Η επίδραση αυτή στους μεταγενέστερους ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο η διάσωση του ποιητικού λόγου επέτρεπε την αξιολόγησή του, ενώ η σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια της μουσικής δεν επέτρεπε τον σχηματισμό μιας συγκεκριμένης, προσιτής στην ακοή, εικόνας για το πώς ήταν και άφηνε ελεύθερο τον δρόμο στην φαντασία. Έτσι η αρχαία ελληνική μουσική της κλασικής εποχής θεωρήθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους συχνά ως ιδανική μουσική.

4) Ελληνιστική εποχή, Αλεξανδρινή και Μεταλεξανδρινή εποχή μέχρι την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ.

Απροσδόκητα από τα μέσα του 5ου αιώνα, η μουσική στην Ελλάδα, προτρέχοντας όλων των άλλων τεχνών, αρχίζει μια αργή καθοδική πορεία και μάλιστα σε μία εποχή που οι εικαστικές τέχνες είναι στη μεγάλη ακμή τους. Αυτή η προοδευτική κατάπτωση της μουσικής θα συνεχιστεί αδιάκοπα ως το τέλος της ελληνιστικής εποχής.

Όπως συνάγεται μέσα από τις διαμαρτυρίες του Πλάτωνα και πολλών άλλων κλασικών συγγραφέων, η παρακμή στη μουσική φαίνεται να έχει δύο συνιστώσες, αδιάσπαστα δεμένες, μεταξύ τους, την κοινωνική και ηθική οπισθοδρόμηση και τους μουσικούς νεωτερισμούς.

Η κοινωνική και ηθική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τη μουσική γίνεται περισσότερο αισθητή από τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Τα φαινόμενα που τη στοιχειοθετούν είναι: η προοδευτική εμπορευματοποίηση, ο θαυμασμός της ατομικής δεξιοτεχνίας και η εγκατάλειψη των υψηλών παλαιότερων εννοιών ήθους, νόμων, κ.τ.λ. Από κοινό κτήμα κάθε πολίτη από το σχολείο, η μουσική μετατρέπεται σιγά-σιγά σε δραστηριότητα λίγων διάσημων δεξιοτεχνών. Είναι αλήθεια πως η παρακμή της ελληνικής μουσικής άρχισε μέσα από την ίδια την τραγωδία. Το κοινό άρχισε να ενδιαφέρεται πιο πολύ για τα τραγούδια των χορικών παρά για το ηθικό και δραματικό περιεχόμενο της τραγωδίας. Οι μεταγενέστεροι, θέλοντας να κολακέψουν το γούστο του κοινού, έβαζαν στα διαλείμματα των δραμάτων χορούς και τραγούδια άσχετα με το έργο. Την ίδια αυτή εποχή συντελείται μια σημαντική επανάσταση στη μουσική με ανατροπή της παλαιάς τάξης των αρχαίων μουσικών νόμων και εισαγωγή καινοτομιών που προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό τη σφοδρή αντίδραση των συντηρητικών της εποχής. Η αντίδραση αυτή στους καθαυτό μουσικούς νεωτερισμούς δεν είναι άσχετη με το στιγματισμό εκ μέρους τους της ηθικής κατάπτωσης που αναφέρθηκε παραπάνω. Οι αρχαίοι μουσικοί νόμοι εξέφραζαν την παραδοσιακή αντίληψη και θεωρούνταν ότι αντανακλούν τους θεϊκούς νόμους περί αρμονίας στη μουσική (λόγω της θεϊκής προέλευσης της μουσικής) και τη συνδεδεμένη με αυτούς αρμονία του σύμπαντος. Επομένως, η μουσική καινοτομία αποτελούσε έμμεση προσβολή του θείου και της ηθικής τάξης.

Το νέο κύμα των μουσικών νεωτερισμών εμφανίζεται στο 2ο ήμισυ του 5ου αιώνα π.Χ. και παράλληλα έχουμε μουσικές καινοτομίες από τον Φενεκράτη, τον Ευρυπίδη και τον Αριστοφάνη. Έχουμε ακόμη θεωρητική και επιστημονική έρευνα της μουσικής και εμφανίζονται μεγάλοι θεωρητικοί της αρχαιότητας όπως ο Αριστόξενος που θεωρείται ο μεγαλύτερος θεωρητικός της αρχαίας Ελλάδας, ο Ευκλείδης και ο Ερατοσθένης. Εκπρόσωποι της εποχής είναι ο Φρύνις, ο Τιμόθεος κι άλλοι. Ύστερα από τη μακεδονική κατάκτηση, η μουσική δημιουργική φλόγα άρχισε λίγο-λίγο να σβήνει. Η μουσική δραστηριότητα μεταφέρεται σε άλλες πόλεις εκτός Ελλάδας π.χ. στην Αντιόχεια και στην Αλεξάνδρεια. Η τελευταία αυτή περίοδος της αρχαίας ελληνικής μουσικής, άφησε λιγοστά ονόματα όπως του Τελεσία, του Θεόκριτου και του Μεσομήδη. Στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων σώζονται αρκετά ονόματα εκτελεστών.

Τον 2ο π.Χ. αιώνα ανακαλύπτεται στην Αλεξάνδρεια από τον Έλληνα μηχανικό Κτησίβιο το όργανο «ύδραυλις» από το οποίο προήλθε το εκκλησιαστικό όργανο.

Μουσικά όργανα.

Τα πιο γνωστά μουσικά όργανα είναι ο αυλός και η λύρα. Οι κυριότερες μορφές οργάνων του τύπου λύρας στην αρχαία Ελλάδα ήταν η φόρμιγξ, η λύρα, η βάρβιτος και η κιθάρα.

Είναι ήδη γνωστό ότι η Λύρα και η Κιθάρα συνιστούν δύο ιδιαίτερες ομάδες οργάνων τύπου λύρας. Η διαφορά των δύο ομάδων είναι ότι η μεν λύρα έχει σχετικά μικρό ηχείο από καύκαλο χελώνας (ή σε σχήμα καύκαλου χελώνας) και δύο ξεχωριστούς, προσαρμοσμένους στο ηχείο λεπτούς βραχίονες (πήχεις), ενώ η κιθάρα έχει σχετικά μεγάλο ηχείο με χοντρούς βραχίονες (πήχεις), οι οποίοι είτε είναι προσαρμοσμένοι στο ηχείο, είτε σχηματίζουν μ’ αυτό ενιαίο σώμα.

Η Φόρμιγξ έχει τα χαρακτηριστικά της κιθάρας μάλλον και συνήθως 4, αλλά επίσης και 2,3,5 ή και 6 χορδές.

Η Βάρβιτος ήταν είδος λύρας, οι βραχίονες (πήχεις) του οποίου ήταν μακρύτεροι απ’ ό,τι στη λύρα και στο ανώτερο τμήμα τους σχημάτιζαν καμπύλη προς τα μέσα. Η βάρβιτος λόγω του μεγαλύτερου μήκους των χορδών της πρέπει να είχε βαθύτερα ήχο.

Και τα τέσσερα παραπάνω όργανα -τα πιο διαδεδομένα έγχορδα όργανα, τουλάχιστον στους κλασικούς χρόνους- παίζονταν με πλήκτρο.

Μια άλλη κατηγορία εγχόρδων αποτελούσαν τα ψαλτικά όργανα –δηλαδή τα παιζόμενα με τα δάχτυλα, χωρίς πλήκτρο. Σ’ αυτά ανήκουν μεταξύ άλλων το Τρίγωνον (=άρπα) και η Μάγαδις, πολύχορδο όργανο τύπου άρπας με χορδές κουρδισμένες ανά ζεύγη σε διάστημα ογδόης.

Η Σαμβύκη ήταν επίσης είδος άρπας με ύψος πάνω από ένα μέτρο, παιζόταν δε με πλήκτρο.

Από τα Λαουτοειδή όργανα το πιο γνωστό ήταν η Πανδούρα (ή Πανδουρίς ή Πάνδουρος, ή Τρίχορδον), η οποία παιζόταν επίσης με πλήκτρο. Τα έγχορδα με δοξάρι ήταν στην αρχαία Ελλάδα, όπως και σ’ όλους τους αρχαίους μουσικούς πολιτισμούς, άγνωστα. Όλα τα έγχορδα όργανα ήταν νυκτά, είτε με τα δάκτυλα του εκτελεστή, είτε με πλήκτρο.

Από τα πνευστά όργανα το πιο γνωστό και διαδεδομένο ήταν ο Αυλός. Ο αρχαίος ελληνικός αυλός δεν είχε καμμιά σχέση με όργανα του τύπου φλάουτου. Από γραπτές μαρτυρίες και από εικονογραφικά τεκμήρια είναι χωρίς αμφιβολία γνωστό πως ήταν πνευστό με διπλή (ίσως μερικές φορές και με απλή) γλωττίδα -δηλαδή όργανο του τύπου σύγχρονου όμποε (ή ζουρνά στην ελληνική δημοτική μουσική). Ο αυλός κατασκευαζόταν σε διάφορα μεγέθη, σε αντιστοιχία περίπου με τις σημερινές περιοχές φωνών soprano, alto, tenore, basso και χρησιμοποιούταν συνήθως σε ζευγάρι ως Διπλός αυλός (δίαυλος, δίδυμοι αυλοί, κ.τ.λ.)

Οι Δύο αυλοί του ζευγαριού μπορεί να είχαν το ίδιο ή διαφορετικό μήκος σωλήνα.

Άλλα πνευστά όργανα ήταν η Σύριγξ -όργανο τύπου φλάουτου αποτελούμενο από παράλληλους κολλημένους μεταξύ τους καλαμένιους σωλήνες (συνήθως 7, αλλά επίσης 5 ή 9) και η Σάλπιγξ, που χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο και στην αγγελία διαφόρων τελετών.

Εκτός από τα έγχορδα όργανα (χορδόφωνα) και πνευστά (αερόφωνα) υπήρχαν επίσης πολλά κρουστά όπως τα Σείστρα, τα Κρόταλα, τα Κύμβαλα και άλλα Ιδιόφωνα και Μεμβρανόφωνα.

Το Θεωρητικό σύστημα

Το Θεωρητικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων στηριζόταν στα τετράχορδα. Το τετράχορδο ήταν ένα σύστημα που αποτελείτο από 4 φθόγγους, από τους οποίους οι 2 ακραίοι σχημάτιζαν διάστημα τετάρτης καθαρής. Το διάστημα αυτό της τετάρτης έμενε πάντοτε αμετάβλητο, γι’ αυτό οι δύο ακραίοι φθόγγοι λέγονταν «μένοντες» ή «εστώτες» ή «ηρεμούντες» και ήταν σταθεροί φθόγγοι, ενώ οι 2 ενδιάμεσοι που μεταβάλλονταν λέγονταν «κινητοί». Οι αρχαίοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν τους φθόγγους σχεδόν πάντα σε κατιούσες σειρές.

Τα συστήματα αυτά (μείζον-ελάσσον) δεν είναι κλίμακες. Γίνονται κλίμακες αν ενταχθούν σ’ ένα γένος.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι αρχαίοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν κατιούσα σειρά φθόγγων. Μπορεί να γίνει και το αντίστροφο, αρκεί να τηρηθούν σωστά οι σχέσεις μεταξύ των φθόγγων.

Στην αρχαία ελληνική θεωρία της μουσικής δεν υπάρχει η έννοια του απόλυτου τονικού ύψους. Γι’ αυτό το λόγο μπορούσε κάθε φορά η αφετηρία της κλίμακας (αρμονίας) να είναι διαφορετική σε διάφορα τονικά ύψη, οι σχέσεις όμως των διαστημάτων πάντα ίδιες.

Ο Πυθαγόρας, μαθηματικός που έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα, ασχολήθηκε με τις ακουστικές βάσεις της μουσικής. Χρησιμοποίησε το μονόχορδο -δεν ήταν μουσικό όργανο- το οποίο αποτελούνταν από μία χορδή τεντωμένη πάνω σε μία ξύλινη βάση (ηχείο), και ένα καβαλλάρη. Μ’ αυτό ο Πυθαγόρας μελέτησε και καθόρισε τις σχέσεις των μουσικών διαστημάτων και έβαλε τις βάσεις του μουσικού συστήματος.

Έτσι αν μία τεντωμένη χορδή χωριστεί σε δύο ίσα μέρη, το ένα μέρος, δηλαδή το 1/2, μας δίνει την οκτάβα ή δια πασών. Αν χωριστεί σε τρία μέρη η χορδή, τα δύο, δηλαδή τα 2/3 μας δίνουν το διάστημα της καθαρής πέμπτης, αν χωριστεί σε τέσσερα μέρη, τα τρία, δηλαδή τα 3/4 μας δίνουν το διάστημα της καθαρής τετάρτης.

Μ’ αυτό τον τρόπο ο Πυθαγόρας καθόρισε τις σχέσεις των διαστημάτων κι έβαλε τις βάσεις του μουσικού συστήματος, που ακολούθησαν πρώτα ο Μεσαίωνας και έπειτα η Αναγέννηση.

Μουσική σημειογραφία

Η γνωστή σήμερα σημειογραφία της αρχαίας ελληνικής μουσικής παριστάνει τις βαθμίδες του τετραχόρδου σε περισσότερες οκτάβες με κανονικά ή τροποποιημένα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Επειδή στηρίζεται στα γράμματα του αλφαβήτου ονομάζεται αλφαβητική σημειογραφία.

Οι Έλληνες είχαν δύο συστήματα σημειογραφίας ένα για την οργανική και ένα για τη φωνητική μουσική. Για την φωνητική και την οργανική μουσική υπάρχουν αντίστοιχα διαφορετικά σύμβολα. Ο Αλύπιος στο έργο του «Εισαγωγή Μουσική» και ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός στο έργο του «Περί Μουσικής» αναφέρουν ότι η οργανική γραφή είναι αρχαιότερη και καταγράφεται με τα χαμηλότερα σημεία. Ενώ για την φωνητική γραφή αναφέρουν ότι υιοθετήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. βασισμένη στο Ιωνικό αλφάβητο και ότι καταγράφεται με τα υψηλότερα σημεία.

Στην Οργανική σημειογραφία τα σημεία χρησιμοποιούνται κατά τριάδες, δηλαδή με τρεις διαφορετικές θέσεις του ίδιου σημείου-γράμματος:

a. σε κανονική θέση π.χ. Ε

b. ανεστραμμένο, ύψωνε το φθόγγο ένα τέταρτο του τόνου

c. απεστραμμένο, ύψωνε το φθόγγο κατά ένα ημιτόνιο.

Υπήρχαν αντίστοιχα σημεία για τις Παύσεις (χρόνοι κενά όπως λέγονται) και σημειώνονταν με το αρχικό γράμμα της λέξης Λείμμα (Λ) που σήμαινε την μικρότερη σιωπή, παύση.

Τα σημεία της οργανικής μουσικής λεγόταν σημεία «Κρούσεως» και της φωνητικής σημεία «Λέξεως».

Η σημειογραφία των αρχαίων Ελλήνων έφτασε να έχει πάνω από 1500 σημάδια. Το σύστημα αυτό είχε ακρίβεια και καθαρότητα αλλά και το μειονέκτημα να μη βοηθά το μάτι και να μην επιδέχεται εξέλιξη.

Η θέση της μουσικής στην κοινωνία και παιδεία των Αρχαίων Ελλήνων.

Η μουσική κατείχε μία ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν πάντοτε ενωμένη με την ποίηση και το χορό. Ήταν μονόφωνη και ως επί το πλείστον φωνητική. Τόνιζε τον ποιητικό λόγο και υπογράμμιζε όλους τους μελωδικούς και ρυθμικούς τονισμούς που προσέφερε το ποιητικό κείμενο. Η μουσική εξαρτιόταν απολύτως από το λόγο. Ο ρυθμός του στίχου κανόνιζε τον ρυθμό της μελωδίας με αποτέλεσμα από τα ποιητικά μέτρα να γεννιούνται τα μουσικά μέτρα.

Βασικά σημάδια που καθορίζουν εκτός από το τονικό ύφος του κειμένου και τη ρυθμική οργάνωση της μουσικής ήταν το «μακρό» (-) και το βραχύ (υ). Η παύση λεγόταν «Λείμμα» και συμβολιζόταν με το γράμμα Λ, που πάνω του σημείωναν την ανάλογη ρυθμική διάρκεια (- ή υ).

Είδη ρυθμών.

Δάκτυλος: –υυ Λεγόταν «Γένος ίσον» και ήταν τετράσημοι.

Ανάπαιστος: υυ–

Σπονδείος: – –

Τροχαίος: –υ Λεγόταν «Γένος διπλάσιον» και ήταν τρίσημοι.

Ίαμβος: υ–

Κρητικός ή Παίων: –υ– Λεγόταν «Γένος ημιόλου» και ήταν πεντάσημος.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αρχαία ελληνική μουσική ήταν γενικά μονοφωνική. Οι αρχαίοι Έλληνες τραγουδούσαν, συνόδευαν το τραγούδι τους ή έπαιζαν τα διάφορα όργανα, πάντοτε σε ταυτοφωνία ή σε οκτάβα. Οι συνηχήσεις όμως δεν ήταν άγνωστες. Συχνά η ενόργανη συνοδεία, μία οκτάβα ψηλότερα από την κύρια φωνή, έκανε μελωδικά στολίδια ή διαβατικές νότες. Ο τρόπος αυτός λεγόταν ετεροφωνία, και, δεν άλλαζε καθόλου τον μονοφωνικό χαρακτήρα της ελληνικής μουσικής.

Η μουσική είχε πρωτεύουσα θέση σε κάθε εκδήλωση θρησκευτική ή κοινωνική γιατί οι Έλληνες είχαν πολύ υψηλή ιδέα για τη δύναμη της μουσικής και για την μορφωτική και ηθοπλαστική της αξία.

Στα διάφορα μυστήρια (Ελευσίνια-Ορφικά κ.λ.π.) είχε σημαντική θέση. Στην κλασική εποχή μπήκε στην εκπαίδευση (στην Αθήνα περίπου 590 π.Χ. επί Σόλωνος) και αποτελούσε ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα ακόμη και στη Σπάρτη. Στους διαφόρους αγώνες ιδιαίτερα στα Πύθια και στα Δήλια γίνονταν και διαγωνισμοί μουσικής.

Πολύ σπουδαία ήταν η άποψη των αρχαίων Ελλήνων ότι η μουσική είχε ηθοπλαστικό χαρακτήρα. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, η μουσική είχε τη δύναμη να επιδρά θετικά ή αρνητικά στη θέληση του ανθρώπου. Το «ήθος» της μουσικής εξαρτιόταν ιδιαίτερα από τον τρόπο.

Ο Δώριος τρόπος, εμπνέει θάρρος, έχει αρρενωπό χαρακτήρα, φέρνει ψυχική ισορροπία, κάνει τον άνθρωπο ισχυρότερο και από τη μοίρα του.

Ο Φρύγιος τρόπος, φλογίζει τα πάθη, προκαλεί έκσταση (γι’ αυτό και είναι ο κύριος τρόπος του Διθυράμβου).

Ο Λύδιος τρόπος, είναι η τονικότητα του μοιρολογιού, του τρυφερού και οικείου.

Την άποψη αυτή υποστήριξαν οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι της αρχαιότητας, ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του που θεωρεί τη μουσική ως ακρόπολη της Πολιτείας και ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» και ιδίως στα «Μουσικά» προβλήματα.

Αρμονία των σφαιρών.

Σύμφωνα με τη Σχολή των Πυθαγόρειων, οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους που δεν τους ακούμε. Αυτό το σύνολο των μουσικών ήχων λέγεται «αρμονία των σφαιρών». Η μουσική για τον Πυθαγόρα ήταν πάνω απ’ όλα μια μαθηματική επιστήμη η ουσία της οποίας ήταν ο αριθμός και η ομορφιά της, η έκφραση των αρμονικών σχέσεων των αριθμών. Η μουσική ήταν επίσης η εικόνα της ουράνιας αρμονίας, οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Καθώς λέει ο Πλάτωνας, η αστρονομία και η μουσική είναι αδελφές επιστήμες. (Όπως τα μάτια μας φτιάχτηκαν για την αστρονομία, έτσι και τα αυτιά μας φτιάχτηκαν για τη μουσική).

Ο Πλίνιος λέει ότι ο Πυθαγόρας ονόμαζε την απόσταση από τη Γη στη Σελήνη ένα τόνο, την απόσταση από τη Σελήνη στον Ερμή, ένα ημιτόνιο, από την Αφροδίτη στον Ήλιο ένα τόνο και μισό, κλπ. Ο Αριστείδης λέει ότι η δια πασών (όγδοη), εκφράζει την αρμονική κίνηση των πλανητών. Τέλος, ο Νικόμαχος, υποστηρίζει ότι τα ονόματα των επτά μουσικών φθόγγων πήραν την ονομασία τους από τους επτά πλανήτες και τη θέση τους προς τη Γη.

Κρόνος – Υπάτη

Δίας – Παρυπάτη

Άρης – Λιχανός ή Υπερμέση

Ήλιος – Μέση

Ερμής – Παραμέση

Αφροδίτη – Παρανήτη

Σελήνη – Νήτη

Η κίνηση του σύμπαντος και αυτή της ανθρώπινης ψυχής βασίζονται στις ίδιες αρμονικές αναλογίες αριθμών. Συνεπώς, η μουσική με την αριθμητική της αρχή αποτελεί απεικόνιση της τάξης του σύμπαντος, ασκεί όμως και αντίστροφα επίδραση στο θυμικό και το χαρακτήρα του ανθρώπου, και ως ηθικός και κοινωνικός παράγοντας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην εκπαίδευση και το δημόσιο βίο.

Χωρίς αμφιβολία, η μουσική παιδεία και μόρφωση των αρχαίων Ελλήνων ήταν αρκετά ωφέλιμη για αυτούς ως άτομα και για την κοινωνία τους γενικότερα. Κυρίως, γιατί λειτούργησε ως κίνητρο να μελετήσουν διάφορες απόψεις και πτυχές πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα, με αποτέλεσμα να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να μάθουν και να πληροφορηθούν πράγματα που πραγματικά τους ενδιέφεραν. Ακόμη, έτσι, είχαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν το δικό τους σύμπαν σχετικά με το θέμα που μελέτησαν και να καταγράψουν όλα τα στοιχεία που απέσπασαν με πιο προσωπικό τρόπο. Μάλιστα, η προσπάθεια αυτή της ένωσης των διαφόρων στοιχείων και ένωσης των νοημάτων αποτέλεσε θαυμάσια εξάσκηση για τη βελτίωση της κριτικής τους ικανότητας.

Όσον αφορά το θέμα της εργασίας, «Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα», πρέπει να ομολογήσω ότι η επιλογή υπήρξε αρκετά εύκολη, καθώς η μουσική των αρχαίων Ελλήνων ήταν πάντοτε ένα θέμα που κινούσε το ενδιαφέρον και την περιέργειά μου και επιθυμούσα να ερευνήσω και να μελετήσω πιο ουσιαστικά.

Πράγματι, μέσα από τη μελέτη για την εργασία μου αποκόμισα πολλές χρήσιμες πληροφορίες, όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούσαν το Θεωρητικό σύστημα της μουσικής, αφού με έκαναν να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλη είναι η σχέση της σύγχρονης μουσικής με αυτή των αρχαίων καθώς και το πόσο πολύ στηρίζεται το δικό μας μουσικό σύστημα σε όλη τη μουσική θεωρία των αρχαίων Ελλήνων.

Τέλος, ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι η μουσική καταπραΰνει, χαροποιεί, πλάθει ήθος, θεραπεύει. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο κατείχε ύψιστη θέση στην αρχαία κοινωνία, χαρακτηριζόταν ως αδελφή επιστήμη με τα μαθηματικά και την αστρονομία-αστρολογία, αποτελούσε αντικείμενο στοχασμού στις φιλοσοφικές συζητήσεις ενώ συνόδευε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.