Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια 11. Έννοιες και αρχές

11.6. Η αρετή


Η ἀρετή στα ομηρικά έπη αναφέρεται καταρχήν σ' ένα σύνολο χαρακτηριστικών τα οποία μοιράζονται οι ἀγαθοί και οι ἄριστοι. Στα χαρακτηριστικά αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η πολεμική ικανότητα, το γενναίο φρόνημα, η ευγενική καταγωγή, το γόητρο και ο πλούτος, η πνευματική δύναμη, ακόμη και η ομορφιά. Η σύνδεση της έννοιας ἀρετή με τους ἀγαθούς και τους ἀρίστους προκύπτει και από το ότι η ρίζα του ουσιαστικού ἀρ- σχετίζεται ετυμολογικά με τον συγκριτικό και υπερθετικό βαθμό του επιθέτου ἀγαθός: ἀρείων και ἄριστος.

Μια βασική διαφορά της αρετής στον Όμηρο σε σχέση με τις μεταγενέστερες σημασίες της είναι ότι δεν αποτελεί επίκτητη ιδιότητα, αλλά εμφανίζεται σχεδόν ως έμφυτο χαρακτηριστικό των ἀγαθῶν και των ἀρίστων, όπως η δύναμη ή η ομορφιά τους. Εξάλλου, η ομηρική αρετή δεν περιορίζεται στους ανθρώπους. Η αρετή, για παράδειγμα, του αλόγου είναι η ταχύτητα των ποδιών του, της γης η γονιμότητά της, του δούλου η αφοσίωση στον κύριό του. Γενικότερα, οτιδήποτε ταιριάζει ή ανήκει στον ρόλο που προορίζεται να εκτελέσει ένας ήρωας (ένα ζώο ή κάποιο πράγμα) σε μια δεδομένη περίσταση μπορεί να εξονομάζεται ως ἀρετή.

Στα πολεμικά συμφραζόμενα της Ιλιάδας η αρετή παίρνει πιο ειδική σημασία. Είναι μια μορφή ανωτερότητας και υπεροχής και συνδέεται κυρίως με την ανδρεία των πολεμιστών και οτιδήποτε περιέχεται ή συντελεί σ' αυτήν. Αντιπροσωπευτικά είναι τα περιεχόμενα της πολεμικής αρετής που παρουσιάζει με έπαρση ο Έκτορας στη μονομαχία του με τον Αίαντα (Η 236-243): επιδέξιος χειρισμός της ασπίδας· εφόρμηση στη γενικευμένη σύγκρουση, όπου ο πολεμιστής τρέπει σε φυγή, έφιππος ή και πεζός, τους αντιπάλους με τα άρματά τους· ικανότητα στη μάχη εκ του συστάδην με χτυπήματα στα φανερά συνοψίζουν τις δεξιότητες του ήρωα στον χορό του πολέμου.

Η τυπική φράση «κάθε λογής ανδρεία» (παντοίη ἀρετή) καλύπτει συχνά τις ικανότητες που οφείλει να επιστρατεύσει ο ήρωας στο πεδίο της μάχης. Έτσι ο Αχιλλέας, εκδικούμενος τον θάνατο του Πατρόκλου, λίγο πριν εξοντώσει τον Έκτορα με την ύπουλη υποστήριξη της Αθηνάς, τον προκαλεί να επιστρατεύσει κάθε είδους πολεμική αρετή που κατέχει ως κονταρομάχος και γενναίος πολεμιστής (Χ 268-272):

Θυμήσου κάθε λογής τέχνη [παντοίης ἀρετῆς] που ξέρεις στον πόλεμο, γιατί τώρα σου χρειάζεται πάρα πολύ να είσαι κονταρομάχος και πολεμιστής γεμάτος τόλμη. Δεν έχεις τώρα πια γλιτωμό, τώρα δα η Παλλάδα Αθηνά θα σε σκοτώσει με το δόρυ μου, τώρα θα πληρώσεις όλα μαζί τα βάσανα των συντρόφων μου, που τους σκότωσες, όταν ξεφρένιαζες με το κοντάρι σου.

Στην Ιλιάδα προέχει η πολεμική αρετή, η παλληκαριά του Αχιλλέα· ακριβέστερα η δραματοποίησή της, επειδή, για όσο διάστημα ο ήρωας έχει αποσυρθεί για λόγους τιμής από τη μάχη, η αρετή του γίνεται πρόβλημα για τους συμπολεμιστές και την κοινότητά του. Στην ενδέκατη ραψωδία ο Έκτορας με τους Τρώες έχουν πλησιάσει επικίνδυνα τα πλοία των Αχαιών. Ο Αχιλλέας, βλέποντας από το πλοίο του τον Νέστορα να μεταφέρει με το άρμα του στο στρατόπεδο των Αχαιών πληγωμένο τον Μαχάονα, στέλνει τον Πάτροκλο στη σκηνή του γέροντα, για να εξακριβώσει την ταυτότητά του. Ο Νέστορας βρίσκει τότε την ευκαιρία να διηγηθεί στον Πάτροκλο τα δικά του παλιά, ένδοξα κατορθώματα, που είχαν ως στόχο τη θυσία του για τους συμπολεμιστές και την κοινότητά του. Η στάση αυτή του γέροντα βασιλιά συγκρίνεται με την εγωκεντρική του Αχιλλέα (Λ 760-764):

και όλοι δόξαζαν από τους θεούς το Δία και από τους ανθρώπους το Νέστορα. Τέτοιος ήμουν, αν ήμουν καμιά φορά, ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Αχιλλέας όμως θέλει μονάχος να χαίρεται την παλληκαριά του [ἀρετῆς]. Νομίζω πως κι αυτός πολύ θα κλάψει αργότερα, όταν χαθεί ο στρατός.

Όταν ο γέροντας λέει πως «ο Αχιλλέας θέλει μονάχος να χαίρεται την παλληκαριά του», εννοεί ότι ο ήρωας, καθώς απέχει από τη μάχη για λόγους προσωπικής τιμής, κρατάει την πολεμική αρετή για τον εαυτό του, αφαιρώντας όμως έτσι την αξία της, που συνδέεται με τη θυσία για το σύνολο. Για τον Νέστορα η αρετή αξίζει όχι τόσο όταν την κατέχει κάποιος αλλά όταν τη χρησιμοποιεί για τους άλλους. Ο Αχιλλέας όμως, όπως λέει στην αρχή της διήγησής του ο Νέστορας, παρά το ότι είναι γενναίος, δεν νοιάζεται για τους Αχαιούς ούτε τους λυπάται (Λ 664-665).

Εξάλλου, η παρατεινόμενη αποχή του Αχιλλέα από τις τάξεις των συμπολεμιστών του αναιρεί την εκπλήρωση μιας διπλής εντολής που έδωσε ο γέροντας Πηλέας στον γιο του κατά την αναχώρησή του στην Τροία. Η πρώτη, την οποία ανακαλεί ο Νέστορας στον Πάτροκλο, είναι καθαρά ανταγωνιστική και σχετίζεται με την αριστεία που πρέπει να δείχνει ο Αχιλλέας στο πεδίο της μάχης (Λ 784): να είναι πάντα πρώτος στην παλληκαριά [αἰὲν ἀριστεύειν] και να τους ξεπερνάει όλους.

Η εντολή αυτή αχρηστεύεται στην πράξη, εφόσον ένας πολεμιστής χρειάζεται να μάχεται με τους αντιπάλους του για να διακριθεί. Η δεύτερη εντολή, την οποία θυμίζει ο γέροντας Φοίνικας στον Αχιλλέα, είναι συνεργατική (φιλοφροσύνη ονομάζεται) και αναφέρεται στους ήπιους τρόπους με τους οποίους πρέπει να συμπεριφέρεται ο ιλιαδικός ήρωας απέναντι στους συμπολεμιστές του (I 255-258):

εσύ να συγκρατείς τη δυνατή ορμή σου μέσα στο στήθος· ο γλυκός τρόπος [φιλοφροσύνη] είναι πιο καλός. Σταμάτα τα μαλώματα που φέρνουν κακό, για να σε τιμούν πιο πολύ και οι νέοι και οι γέροι από τους Αργείους.

Με την ανένδοτη στάση του ο Αχιλλέας κάθε άλλο παρά φιλόφρονα διάθεση δείχνει απέναντι στους συμπολεμιστές του. Στην εξέλιξη της αφηγηματικής δράσης της Ιλιάδας η εγωκεντρική, κατά κάποιον τρόπο, αρετή του Αχιλλέα προκαλεί ακόμη και την έκρηξη του Πατρόκλου, ο οποίος τον αποκαλεί αἰναρέτην («που δείχνει τη δύναμη του στο κακό», Π 31), ενώ τις ολέθριες συνέπειες της οργής του τις συνειδητοποιεί καθυστερημένα ο ίδιος ο χολωμένος ήρωας. Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας, επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Νέστορα, αυτοκατηγορείται «άχρηστο βάρος της γης» (Σ 104), επειδή με τη στάση του δεν μπόρεσε να σώσει ούτε τον αγαπητό του φίλο ούτε τον λαό των Αχαιών από το μένος του θείου Έκτορα. Αποτέλεσμα, ο ἄριστος των Αχαιών να αποτελεί πηγή συμφοράς για τους συμπολεμιστές του, επιβεβαιώνοντας έτσι την αναφορά του ποιητή στο προοίμιο της Ιλιάδας (Α 1-5) σχετικά με τις ολέθριες συνέπειες που προκάλεσε η οργή του Αχιλλέα και στους συμπολεμιστές του Αχαιούς.

Με τον θάνατο του Πατρόκλου από τον Έκτορα, ο Αχιλλέας επιστρέφει στη μάχη για να σπείρει τον όλεθρο και στους Τρώες. Αλλά ακόμη και τότε ο ήρωας δεν μάχεται τόσο για λογαριασμό των Αχαιών, αλλά, κυριευμένος από το πάθος της βίας, πασχίζει να σβήσει τη δίψα του για εκδίκηση.

Στην Οδύσσεια, ο βασικός πρωταγωνιστής της εμφανίζεται κατ' αρχάς με όλα τα χαρακτηριστικά της πολεμικής αρετής, που διακρίνουν τους ήρωες της Ιλιάδας. Η φήμη και δόξα που κερδίζει ο ήρωας με την άλωση της Τροίας έχει διαδοθεί και στην Ιθάκη. Απελπισμένη η Πηνελόπη για την εξαφάνιση του άντρα της, ανακαλεί τις διάσημες αρετές του, λέγοντας προς τις δούλες της (δ 724-726 = 814-816):

Έχασα πρώτα περίλαμπρο άντρα, λιονταριού καρδιά,
μ᾽ όλες τις αρετές του κόσμου
[παντοίῃς ἀρετῆσι] στολισμένο, στους Δαναούς
περίφημο, με τη μεγάλη δόξα του απλωμένη
και μέσα στο Άργος και πέρα στην Ελλάδα
.

Ωστόσο, στον κύκλο των μεταπολεμικών περιπλανήσεων, η παραδοσιακή πολεμική αρετή του Οδυσσέα (στα λόγια και στα έργα), επαυξάνεται με τη μῆτιν (την πολύτροπη ευφυΐα), χάρη στην οποία ο πολυμήχανος ήρωας μπορεί να επιβιώνει δαμάζοντας την ωμή βία των αντιπάλων του. Παράδειγμα το πολεμικό επεισόδιο με τον Πολύφημο, το οποίο υπενθυμίζει ο αρχηγός στους εταίρους του ενόψει του κινδύνου που διαγράφεται για τον νόστο κατά το πέρασμα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη (μ 208-213):

Ω φίλοι, άμαθοι δεν είμαστε θαρρώ στις τόσες συμφορές·
και σίγουρα δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο κακό, όπως εκείνο
όταν ο Κύκλωπας, άγρια και βίαια, μας έκλεισε
μες στη βαθιά σπηλιά του.
Κι όμως, το ξέρετε, με τη δική μου αρετή, τη γνώση, το μυαλό,
γλιτώσαμε από κει - θα τα θυμόσαστε φαντάζομαι κι αυτά μια μέρα!
Λοιπόν, ελάτε τώρα, θάρρος, σ᾽ ό,τι σας πω ας δείξουμε όλοι υπακοή.

Από την άλλη μεριά, η αρετή της γυναίκας στην Οδύσσεια περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που την αναδεικνύουν ως αποτελεσματική σύζυγο. Σ' αυτά συγκαταλέγονται το «φρόνιμο» μυαλό και ό,τι συντελεί στη γοητεία της, στην ομορφιά της. Γι' αυτό και η Πηνελόπη λέει στον μεταμορφωμένο ξένο της Οδυσσέα ότι, από τότε που ο σύζυγός της έφυγε στην Τροία, έχασε τη γυναικεία αρετή της (τ 124-126, πρβ. = σ 251-253):

Ξένε, σ᾽ εμένα τα χαρίσματα [ἀρετήν], την ομορφιά, το ανάστημα,
όλα τα χάλασαν οι αθάνατοι, τη μέρα εκείνη που αποφάσισαν
το Ίλιο οι Αργείοι να πατήσουν - μαζί τους ο Οδυσσέας έφυγε,
το ταίρι το δικό μου.


Όμως, μετά τη μνηστηροφονία, ο δολοφονημένος Αγαμέμνονας επαινεί από τον Άδη την αρετή τόσο του Οδυσσέα όσο και κυρίως της Πηνελόπης (ω 192-197):

Καλότυχε γιε του Λαέρτη, Οδυσσέα πολύτεχνε,
είχες την τύχη εσύ ταίρι σου ν' αποκτήσεις μ᾽ αρετή μεγάλη·
άψογη η Πηνελόπη, του Ικαρίου η κόρη, με φρόνημα αγαθό,
ποτέ τον Οδυσσέα δεν λησμόνησε, ομόκλινό της σύζυγο.
Γι᾽ αυτό και δεν θα σβήσει η ενάρετή της δόξα.


Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι μόνο η έξαρση της αρετής της Πηνελόπης, η οποία κατοχυρώνει το κλέος της, την αθάνατη φήμη της στις μελλούμενες γενιές. Εξάλλου, ένας δολοφονημένος από τη σύζυγό του βασιλιάς, όπως ο Αγαμέμνονας, που είχε άδοξο νόστο, έχει κάθε λόγο να καλοτυχίζει και να επαινεί το συζυγικό αντιπαράδειγμα του οίκου της Ιθάκης. Εντυπωσιάζει κυρίως εδώ το στοιχείο της «συναγωνιστικής αμοιβαιότητας» που μοιράζονται μέσω της αρετής τους οι σύζυγοι, καθώς επαινούνται με τέτοιον τρόπο, ώστε ο ένας να φαίνεται ότι χρωστά την αρετή του στον άλλον. Ειδικότερα, η «μεγάλη αρετή» αφορά τόσο τον Οδυσσέα, ο οποίος, με την πολυμήχανη σκέψη και δράση του, διεκπεραίωσε την τοξοβολία-μνηστηροφονία επανακτώντας τη γυναίκα του, όσο και την Πηνελόπη, που με την επινόηση και την εφαρμογή του σχεδίου της τοξοθεσίας, συντέλεσε στην εξόντωση των μνηστήρων και στην εδραίωση του νόστου του άντρα της.

Νίτσε: Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα

Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές.

Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση.

Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης.

Τα δυο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.

Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού.

Η άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα που δε χρειαζόμαστε.

Μοιάζει σαν να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.

Αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.

Μια παρανόηση παραμένει παρανόηση, ακόμα κι όταν τη συμμερίζεται η πλειονότητα των ανθρώπων

«Οι άνθρωποι επιδιώκουν σαν τρελοί τις απολαύσεις απλώς επειδή βλέπουν την κενότητα της ζωής τους καθαρότερα απ’ ό,τι την κενότητα όποιας καινούργιας διασκέδασης τούς γοητεύει.» -Μπλαιζ Πασκάλ

Τα πράγματα που κάνουμε για να γίνει η ζωή μας πιο άνετη μού θυμίζουν τη στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της για να μη βλέπει τους εχθρούς της.

Συμπεριφερόμαστε χειρότερα κι απ’ τη στρουθοκάμηλο.

Προκειμένου να εξασφαλίσουμε κάποιο αβέβαιο, αμφίβολο μέλλον, καταστρέφουμε οριστικά τη ζωή μας στο συγκεκριμένο μας παρόν.

Οι άνθρωποι σήμερα προσπαθούν ανόητα να πιστέψουν ότι όλος ο παραλογισμός κι η σκληρότητα του κόσμου – ο πλούτος των λίγων, η μεγάλη φτώχεια των πολλών, η βία και ο πόλεμος – βρίσκονται έξω απ’ τη δική τους ζωή και δεν επηρεάζουν ούτε τους ίδιους ούτε τον τρόπο ζωής τους.

Μια παρανόηση παραμένει παρανόηση, ακόμα κι όταν τη συμμερίζεται η πλειονότητα των ανθρώπων.

Οι ψευδαισθήσεις της Αντίληψης: Τι είναι αυτό που καθορίζει τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο;

Η Αναζήτηση για το Πλήρες Ανθρώπινο Ον: Μια πραγματικότητα είναι αληθινή για σένα, όταν δρας μέσα στους δικούς της όρους. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς κουβέντες. Είναι έγκυρη πραγματικότητα όταν, χρησιμοποιώντας την, μπορείς να επιτύχεις τους στόχους που είναι αποδεκτοί σ΄ αυτή. Η κοινή λογική ορίζει κάθε πραγματικότητα και σε τελική ανάλυση αποφασίζει για την εγκυρότητά της.

Η δήλωση αντανακλά μια ανακάλυψη που έγινε από μια ομάδα επιστημόνων που πειραματιζόντουσαν με μωρά. Ανακάλυψαν πως τις μοναδικές φορές που τα μωρά ξαφνιάζονταν ήταν όταν συνέβαινε κάτι σ’ αυτά που καταστρατηγούσε την κοινή λογική. Αυτή η ανακάλυψη θεμελίωσε το ότι ένας βαθμός αντιληπτικής προκατάληψης αποτελεί μέρος της γενετικής μας προδιάθεσης, μια προδιάθεση που ενισχύεται από τις ποικίλες ικανότητές μας και από τον εγκέφαλό μας. Εξαρτόμαστε από την ερμηνεία που δίνουμε για τη ζωή και αποδεχόμαστε τις προκαταλήψεις αυτής της αντίληψης. Μέσα από την καθημερινή ύπαρξή μας αναγνωρίζουμε μόνο ότι είμαστε προετοιμασμένοι από πριν να δούμε.

Οι εναλλακτικές πραγματικότητες και άλλες διαστάσεις δόνησης αγνοούνται ή παρακάμπτονται πολύ συχνά γιατί δεν είμαστε ενήμεροι ότι αγνοούμε ή ότι παρακάμπτουμε οτιδήποτε. Αποδεχόμαστε ότι αντιλαμβανόμαστε και φαίνεται παράλογο αν όχι αδύνατο να πράξουμε αλλιώς. Αλλά αυτό το σφικτό πλέγμα της φυσικής αντιληπτικής προκατάληψης (κάποιες φορές αναφέρεται ως περιβαλλοντική ακεραιότητα) μπορεί να είναι βασισμένο μόνο σε υποθέσεις που προέρχονται από ατομικά συστήματα πιστεύω παρά σε γενετική προδιάθεση. Με άλλα λόγια, είναι πιθανό να αποτελεί περισσότερο μια προτίμηση παρά μια προκατάληψη.

Αυτό συμβαίνει επειδή αναμειγνύουμε επίκτητες τάσεις με φυσικές αντιληπτικές δεξιότητες. Επιτρέπουμε στους αγαπημένους μας, στα σχολεία μας, στις εργασίες μας, στους συντρόφους μας, στην κοινωνία μας, στις κυβερνήσεις μας, χωρίς να συμπεριλάβουμε τις δικές μας διαισθήσεις αναφορικά με το τι νομίζουμε ότι αντιλαμβανόμαστε, να καθορίσουν και να ερμηνεύσουν τη ζωή μας. Το επιτρέπουμε αυτό επειδή είναι θεμελιωδώς ευκολότερο, πιο πρακτικό και λιγότερο επικίνδυνο, το να αποδεχτούμε παρά να αρνηθούμε τις προκαταλήψεις αμοιβαία αποδεχόμενων πεποιθήσεων. (Η κοινωνία χρωστάει την ύπαρξή της σ’ αυτήν την τάση που έχουν οι άνθρωποι να αποδέχονται την άποψη της κοινής γνώμης ως προσωπική τους αλήθεια. Οι Μεσσίες χρωστάνε το θάνατό τους στην ίδια ακριβώς αρχή.)

Για να πάμε στην καρδιά του ζητήματος αυτού θα ακολουθήσουν τρία παραδείγματα σχετικά με τη φυσική προκατάληψη της αντίληψης. Στη συνέχεια θα παρουσιαστεί ένα τέταρτο (στο κλείσιμο του άρθρου αυτού). Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στις παράδοξες ψευδαισθήσεις που αποκαλύπτει κάθε τέτοιο παράδειγμα:

Παράδειγμα 1

Πηγαίνετε σε μια ταινία (παλιότερα γνωστή ως εικόνα με κίνηση) για να απολαύσετε μια ωραία παράσταση, αλλά τι είναι αυτό που βλέπετε στην πραγματικότητα; Στην κυριολεξία βλέπετε τη συνεχή προβολή μιας σειράς από ακίνητα πλάνα που διακόπτονται από περιόδους σκοταδιού. Είναι η αντίληψη του τι πιστεύετε ότι βλέπετε που ενισχύει αυτό που σας φαίνεται σαν την κίνηση ενός συνεκτικού νήματος που φτιάχνει την ιστορία. Τίποτε από όσα βλέπετε δεν είναι ικανό από μόνο του για κίνηση ή για ειρμό μέχρι που εσείς, ο θεατής, τα ενισχύετε και τα δύο με το να συνδέετε μέσα στο νου σας αυτό που δείχνει ο προβολέας. Αυτό που νομίζετε ότι βλέπετε δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Μόνο η συνεχής σειρά από ανεξάρτητες μονάδες είναι αυτό που υπάρχει. Είναι ο νους σας αυτός που τις συνδέει. Οι ταινίες είναι μια οπτική ψευδαίσθηση.

Παράδειγμα 2

Κάθεστε μπροστά από την τηλεόραση για να απολαύσετε ένα καλό πρόγραμμα, αλλά τι είναι αυτό που βλέπετε στην πραγματικότητα; Στην κυριολεξία βλέπετε ένα ηλεκτρόνιο κάθε φορά (για τις ασπρόμαυρες τηλεοράσεις και τρία τη φορά για τις έγχρωμες) που πυροδοτείται στην πίσω πλευρά του κανονιού της τηλεόρασης και το οποίο προσκρούει στην οθόνη και ανάβει σαν μια μικρή φωτεινή τελεία. Ο συνεχής καταιγισμός από ηλεκτρόνια που μετατρέπονται σε φωτεινές τελείες δημιουργεί την εμφάνιση εικόνων, καθώς οι γραμμές σάρωσης κυλάνε από την κορφή προς τη βάση διαχωρίζοντας τις πληροφορίες που έρχονται (νέες τελείες) από τις πληροφορίες που πλέον εξαφανίζονται (παλιές τελείες). Προσαρμόζετε τον δείκτη κάθετων γραμμών στην τηλεόρασή σας όχι για να απομακρύνετε τις περίεργες μπάρες που εμφανίζονται στην εικόνα, αλλά για να τοποθετήσετε τη δραστηριότητα της οθόνης μέσα στα όρια των δικών σας αντιληπτικών προτιμήσεων. Ο σωλήνας που βρίσκεται πίσω από την τηλεόραση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κανόνι που εκτοξεύει ηλεκτρόνια στο πίσω μέρος της οθόνης. Ο νους σας συνδέει τις τελείες από τα ηλεκτρόνια σχηματίζοντας μια εικόνα που νομίζετε ότι βλέπετε, ενώ στην πραγματικότητα αγνοεί την πραγματικότητα του τι συμβαίνει. Η τηλεόραση είναι μια νοητική ψευδαίσθηση.

Παράδειγμα 3

Πηγαίνετε σε μια συναυλία για να ακούσετε καλή μουσική, αλλά τι ακούτε στην πραγματικότητα; Στην κυριολεξία ακούτε μια σειρά από νότες που χωρίζονται μεταξύ τους από διαλείμματα σιωπής. Κάθε όργανο ή φωνή μπορεί να παράγει μόνο απλούς ήχους, έναν την κάθε φορά. Είναι η αντίληψη του ακροατή που ενισχύει το μελωδικό περιεχόμενο ή την παραφωνία, αυτό που καλείται μουσική ή θόρυβος. Χωρίς τη συμμετοχή του ακροατή και την αντίληψή του σ’ αυτό που ακούει, ο ήχος από μόνος του δε θα ήταν ικανός για αυτό που εμφανίζεται ως ροή. Αυτό που ακούμε ως συνεχή ήχο είναι μια δημιουργία μέσα στο ίδιο μας το μυαλό. Η μουσική είναι μια ακουστική ψευδαίσθηση.

Επειδή δεν είμαστε προετοιμασμένοι να δούμε μέσα από τις ψευδαισθήσεις της αντίληψης, αποδεχόμαστε αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως μια πλήρη αλήθεια για το τι υπάρχει. Η πραγματικότητα, στην στενότερη έννοιά της, είναι ένα προϊόν που το δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι και διατηρείται από τη δική μας αντίληψη. Το ζήτημα της πραγματικότητας μπορεί ωστόσο να μας ξεγελάσει.

Βέβαια, ο μη συνειδητός νους κανονικά επεξεργάζεται δισεκατομμύρια κομμάτια πληροφορίας κάθε δευτερόλεπτο. Ας προσθέσουμε σ΄ αυτό το σχήμα ένα πρόσφατο επιστημονικό εύρημα ότι ο μέσος άνθρωπος σήμερα προσλαμβάνει 65.000 περισσότερα bits πληροφορίας και ερεθισμάτων για κάθε μέρα που είναι σε εγρήγορση απ’ όσο προσλάμβαναν οι πρόγονοί του τον αμέσως προηγούμενο αιώνα. Πράγματι, οι εγκέφαλοί μας σήμερα βομβαρδίζονται διαρκώς και λιγότερο από το ένα τοις εκατό των εισερχομένων πληροφοριών προφτάνει να φτάσει στο συνειδητό νου. Μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, πάνω από το 99% των πληροφοριών έχουν φιλτραριστεί.

Η περιοχή του συστήματος εγκέφαλος-νους που διεκπεραιώνει το φιλτράρισμα είναι ο δικτυωτός σχηματισμός, μια μικρή μάζα από στενά πακεταρισμένα νευρικά κύτταρα που βρίσκονται στον κεντρικό πυρήνα του εγκεφαλικού στελέχους, κάτω από το μεταιχμιακό εγκεφαλικό σύστημα. Αυτό που οδηγεί το φιλτράρισμα όμως, είναι η αντιληπτική μας προτίμηση και όχι αναγκαστικά οι γενετικά καθορισμένες αντιληπτικές προτιμήσεις μας.

Ωστόσο, ούτε η φυσική μας προδιάθεση ούτε οι προτιμήσεις που αποκτάμε καθώς ωριμάζουμε είναι αναγκαίο να μας εμποδίσουν από την πληρότητα της αληθινής αντίληψης που θα μπορούσε ο καθένας μας να επιτύχει. Αυτό που είναι αυτόματο, ακόμα και για τη βρεφική ηλικία, μπορεί να μετατραπεί, να επεκταθεί, να προαχθεί ή να αλλάξει.

Θυμάστε την παιδική ιστορία με τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα; Η ιστορία αναφέρει έναν Αυτοκράτορα που είχε ξεγελαστεί από έναν απατεώνα να αγοράσει μια αόρατη φορεσιά, που είχε προετοιμαστεί και ραφτεί στα μέτρα του με μεγάλη φροντίδα. Εφόσον ο Αυτοκράτορας είχε πειστεί με την ιστορία αυτή, κανένας από τους υπηρέτες του δεν τολμούσε να διαφωνήσει μαζί του φοβούμενος για όσα υπέθετε ότι θα του έκανε ο Αυτοκράτορας εάν τολμούσε να πει μια διαφορετική κουβέντα. Μια δημόσια παρέλαση κανονίστηκε στη συνέχεια ώστε να δείξει ο Αυτοκράτορας τη νέα του φορεσιά. Καθώς ο Αυτοκράτορας περπάτησε καμαρωτά ανάμεσα στο πλήθος, ένας μικρός αναγνώρισε την αλήθεια της όλης κατάστασης και φώναξε, “Έϊ, κοιτάξτε, ο Αυτοκράτορας είναι γυμνός!” (Τα παιδιά παρεμπιπτόντως, έχουν την ελάχιστη ποσότητα μαθημένων αντιληπτικών προκαταλήψεων που μπλοκάρουν την πραγματική αντίληψη και έτσι έχουν πιο καθαρό μυαλό. Προσεγγίζουν τις καταστάσεις άμεσα, όχι έμμεσα).

Σταδιακά, κατά τη διάρκεια των ζωών μας αποδεχόμαστε, αποφασίζουμε και ενστικτωδώς ολοκληρώνουμε δομημένα μοντέλα σκέψης αναφορικά με το τι θα πιστέψουμε και τι θα απορρίψουμε. Αυτά τα νοητικά μοντέλα (αντιληπτικές προτιμήσεις) δημιουργούν τα φίλτρα (στενά πακεταρισμένα νευρικά κύτταρα) που μας εμποδίζουν να έχουμε επίγνωση για αυτά που αρνούμαστε να μάθουμε. Όπως ο Αυτοκράτορας και οι υπηρέτες του που ο καθένας τους αποδέχτηκε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα ως αληθινή και απέρριψε οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική.

Μιλώντας από την άποψη της γενετικής, αυτό το φίλτρο των εισερχομένων λειτουργεί σαν μια βαλβίδα διακοπής αφαιρώντας από τον συνειδητό νου τη δυνατότητα να πιάσει ορισμένες πληροφορίες, αγνοώντας κάποιες πληροφορίες που μπορούν να έχουν αξία. Χωρίς αυτό το φίλτρο θα ήμασταν ασφαλώς ανεπαρκείς και αναποτελεσματικοί, δε θα μπορούσαμε ούτε να αποκρυπτογραφήσουμε τον κόσμο ούτε και να πάρουμε αποφάσεις, αλλά ούτε ακόμα και να εστιάσουμε την προσοχή μας. Κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.

Μπορούμε να το παρακάνουμε. Να μπλοκάρουμε περισσότερα από όσα χρειάζεται. Μπορούμε να δημιουργήσουμε τόσα πολλά τυφλά σημεία, ώστε να γίνουμε σαν τυφλοί ή σε κατάσταση ύπνωσης ή μισοκοιμισμένοι ή παγιδευμένοι σε διάφορα στερεότυπα ανοησίας και φανατισμού. Μπορούμε να ξεγελάσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Ο Daniel Goleman αναφέρθηκε σ΄ αυτήν την κατάσταση στα ‘Ζωτικά Ψέματα, Απλές Αλήθειες’, όπου και σημειώνει: Το μεγαλύτερο αντίδοτο της πλάνης είναι η διορατικότητα, που είναι απλά το να βλέπεις τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Όπως ο μικρός στο πλήθος φώναξε στον Αυτοκράτορα και είπε την αλήθεια που οι άλλοι είχαν επιλέξει να αγνοήσουν, μας ωφελεί όταν μας προσφέρεται μια φρέσκια οπτική και βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πρόκληση.

Χρειαζόμαστε τη φυσική γενετική μας προδιάθεση για να αντιληφθούμε τη συνέχεια της κίνησης και τη συνάφεια της μορφής έτσι ώστε να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε σχέσεις και να κάνουμε συγκρίσεις. Χρειαζόμαστε ακόμα και τις προκαταλήψεις που προέρχονται από αμοιβαία παραδεχόμενες πεποιθήσεις, εφόσον αυτές ακριβώς οι προτιμήσεις και οι προλήψεις μας παρέχουν τα φίλτρα που μας αφήνουν αρκετό χρόνο και χώρο για να αναπτύξουμε κοινωνικές δεξιότητες. Αλλά όλα αυτά τα χρειαζόμαστε με μέτρο. Αυτό σημαίνει πως θα ήταν σοφό, κάθε ένας από εμάς, να κάνουμε περιοδικό απολογισμό στα φίλτρα μας αυτά, να τα επαναξιολογούμε και συνειδητά να αποφασίζουμε εάν λειτουργούν για το καλό μας. Κάνοντας κάτι τέτοιο είναι πιθανό να βρούμε πως κάποια από αυτά δεν είναι μόνο ξεπερασμένα και απαρχαιωμένα, αλλά επίσης πως ποτέ δεν τα χρειαζόμασταν καν.

Αλλά τι γίνεται με την συμπαγή φύση της συνήθους πραγματικότητας;

Τα παραδείγματα που έχουν μέχρι στιγμής δοθεί δείχνουν πως έχουμε ικανότητες που ενδυναμώνουν την εμφάνιση μιας συμπαγούς φύσης στο περιβάλλον. Ναι, είναι πιθανό για εμάς να επαναπρογραμματίσουμε όλες τις αντιληπτικές μας ικανότητες, να τις διευρύνουμε, έτσι ώστε το παράθυρο θέασής μας να χωράει περισσότερες περιοχές. Μπορούμε να κερδίσουμε νέα πρόσβαση στις ικανότητές μας αυτές και να διώξουμε καθώς και να βελτιώσουμε προτιμήσεις και συστήματα πεποιθήσεων. Ωστόσο, όταν χτυπάει κανείς στην άκρη μιας καρέκλας το δάκτυλό του πονάει, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά που εμφανίζονται συμπαγή είναι πράγματι συμπαγή και αντιδρούν σύμφωνα με αυτήν την ιδιότητα. Άρα η ερώτηση παραμένει: Είναι η συμπαγής πραγματικότητα όντως συμπαγής;

Ο στοχασμός και άλλες ανάλογες πρακτικές μας βοηθούν να εκγυμνάσουμε την αντίληψή μας έτσι ώστε οι ακολουθίες της κίνησης και της ακινησίας (όπως περιγράφηκαν στα 3 προηγούμενα παραδείγματα του παρόντος άρθρου) να εμφανίζονται ταυτόχρονα και ξεχωριστά την ίδια στιγμή. Μια επιθανάτια εμπειρία ή μια πνευματική αφύπνιση σπρώχνει τη δυναμικότητα του εγκεφάλου μας ακόμα πιο μακριά. Μια τέτοια εγκεφαλική μετακίνηση μπορεί να καθαρίσει τα φίλτρα, τα όρια και τις πεποιθήσεις μας με τέτοιο τρόπο που μας επιτρέπει να γλιστρήσουμε μέσα από τις ρωγμές της αντίληψης σε εναλλακτικές και συνυπάρχουσες πραγματικότητες. Αυτή η χαοτική σύγκλιση πληροφοριών στην αρχή μας αποπροσανατολίζει αλλά τελικά μπορούμε να οδηγηθούμε στην πηγή της καθαρότητας και της διαίσθησης που είχε σκεπαστεί λόγω προκαταλήψεων που καλλιεργήσαμε από τη γέννησή μας και λόγω των επίκτητων φίλτρων της αντίληψής μας. Καθώς η συνείδηση μπαίνει σε μια άλλη κατάσταση, όπως μπορεί να συμβεί σε κάποια από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, αλλάζει η αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Ο κόσμος μοιάζει σα να επανασυντάσσεται και η συμπαγής φύση της πραγματικότητας μοιάζει πλέον να μην είναι τόσο συμπαγής. Αυτό αποτελεί μια δραματική αλλαγή της αντίληψης.

Στη νευτώνεια φυσική θεωρείται ότι η εκδήλωση της ενέργειας δημιουργεί τον χρόνο λόγω της ταλάντωσής της και τον χώρο λόγω των ξεχωριστών μηκών κύματος, δηλαδή ότι ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν ιδιότητες της ενέργειας. Όπου δεν υπάρχει ενέργεια δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε και χρόνος. Δεν υπάρχει τίποτε. Μια κλασική προτεινόμενη εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι η ακόλουθη: οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι που αντιστοιχούν στην ταλάντωση της ενέργειας δημιουργούν αυτό που ονομάζουμε χρόνο. Όταν η ενέργεια ταλαντώνεται με συνεχή τρόπο οι δυνάμεις που εμπεριέχονται σ’ αυτή διαχωρίζονται σε δύο πόλους έλξης. Η έλξη μεταξύ των πόλων κάνει την ενέργεια να κινείται προς τον έναν και τον άλλο πόλο σε μια παλμική κίνηση. Αυτή η παλμική κίνηση δημιουργεί ένα ημιτονοειδές κύμα και το μήκος αυτού του κύματος μεταξύ των πόλων είναι αυτό που καλούμε χώρο. Καθώς η ενέργεια ταλαντώνεται μπρος και πίσω μεταξύ των πόλων μοιάζει σα να στέκεται σε κάθε πόλο πριν ξεκινήσει τη νέα ταλάντωση. Έτσι η ενέργεια φαίνεται ότι είναι είτε σε κίνηση είτε σε ακινησία καθώς συμπεριφέρεται με αυτόν τον παλμικό τρόπο. Μπρος και πίσω, κίνηση και ακινησία.

Καθώς η αιώρηση μεταξύ των πόλων αυξάνει την ταχύτητά της, οι πόλοι υποχωρούν προς τα πίσω μέχρι που να συγκλίνουν σε μια κατάσταση όπως αυτή που υπήρχε πριν διαχωριστούν. Όμως αντίστροφα, όταν η ταχύτητα της αιώρησης μεταξύ των πόλων μειώνεται οι πόλοι διαχωρίζονται και τραβιούνται μακριά, δημιουργώντας όλο και περισσότερο χώρο καθώς η απόσταση της αιώρησης αυξάνει σε μήκος και πλάτος. Εάν η ενέργεια δεν είχε αυτήν την ιδιότητα της ταλάντωσης η δημιουργία όπως την ξέρουμε δε θα υπήρχε.

Η παρατήρηση και η μελέτη του φαινομένου αυτού είναι ωστόσο αρκετά περίπλοκη, γιατί σύμφωνα με τους επιστήμονες δεν μπορεί κανείς να παρατηρήσει την κίνηση και την ακινησία ταυτόχρονα, ακόμα και δεδομένου του γεγονότος πως αποτελούν πτυχές της ίδιας βασικής δραστηριότητας. Στην κβαντική φυσική οι αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg δηλώνει ότι κάθε προσπάθεια παρατήρησης του μικρόκοσμου μπορεί να επιδράσει σε αυτό που παρατηρείται. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος δεν μας είναι δυνατό να αποδείξουμε ότι υπάρχει πλήρης κίνηση ή πλήρης ακινησία. Ούτε υπάρχει κάποιος τρόπος για να γνωρίσουμε με σιγουριά εάν οι προσπάθειες για να μετρήσουμε αντικείμενα ή γεγονότα μεταβάλλει κατά οποιονδήποτε τρόπο αυτό το οποίο μετράται. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν το γεγονός, ότι αυτά που φαίνονται βέβαια στην πραγματικότητα είναι αβέβαια. Κάτι που μοιάζει με ένα άλλο παράδοξο: ο φυσικός μας κόσμος ενώ φαίνεται ότι είναι συμπαγής στην πραγματικότητα δεν είναι.

Έτσι, όταν κάποιος κάθεται ακίνητος στην καρέκλα του, τα μόρια του σώματός του δονούνται, όλη η ύλη του περιβάλλοντος δονείται, η γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον ήλιο και ακόμα και το ίδιο το σύμπαν όπως το καταλαβαίνουμε, συνεχώς διαστέλλεται. Παρόλο που νομίζουμε πως αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει ακινησία, στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να το συλλάβουμε γιατί κάθε ακινησία είναι γεμάτη με κίνηση.

Μόνο αν μπορούσαμε να διαχωρίσουμε κάποιες πτυχές από το όλον θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι για το εάν αυτό που νομίζουμε ότι υπάρχει πράγματι υπάρχει, τότε θα μπορούσαμε να το μελετήσουμε, να το εξετάσουμε, να το παρατηρήσουμε, να το αναλύσουμε και να το μετρήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε ποτέ να μετρήσουμε ταυτόχρονα όλες τις πτυχές του όλου, ούτε μπορούμε να μετρήσουμε με βεβαιότητα και ν αποδείξουμε, αυτό που μας φαίνεται αληθινό. Ο διαχωρισμός θα μας βοηθούσε να είμαστε αντικειμενικοί, αλλά μόνο το όλο ως όλο μπορεί να μας βοηθήσει να διατηρήσουμε προοπτική και συνάφεια με το περιβάλλον. Αυτό που μοιάζει να είναι όλο στην πραγματικότητα αποτελείται από μυριάδες μονάδες. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται πως αποτελείται από μυριάδες μονάδες δεν είναι τίποτε άλλο από συσχετιζόμενα τμήματα ενός συνδεδεμένου όλου. Τίποτε δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάτι άλλο, δεν μπορούμε όμως να αλληλεπιδράσουμε ταυτόχρονα με τις δύο αυτέ πτυχές. Κι εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση. Λόγω του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι δεξιότητές μας και λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται την πληροφορία, είμαστε προετοιμασμένοι να αντιλαμβανόμαστε καθετί ως ολόκληρο και ως συμπαγές ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Αυτή η πραγματικότητα που πιστεύουμε ότι υπάρχει φαίνεται πραγματική εξαιτίας του τρόπου που οι πληροφορίες συνδέονται μεταξύ τους μέσα στα όρια του εγκεφάλου μας.

Παράδειγμα 4

Η κβαντική φυσική λέει πως οτιδήποτε υπάρχει, στην πραγματικότητα ταλαντεύεται μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας περίπου ένα δισεκατομμύριο φορές το δευτερόλεπτο. Κατά τη διάρκεια ενός στιγμιότυπου η ύπαρξη φωτίζεται και καθετί είναι εμφανές και κατά τη διάρκεια του αντίθετου στιγμιότυπου υπάρχει μόνο σκοτάδι και τίποτε δεν μπορεί να είναι ορατό. Ύπαρξη και μη ύπαρξη, μπρος και πίσω, κίνηση και ακινησία. Η αντιληπτική προκατάληψη που έχουμε σταδιακά δομήσει είναι αυτή που μας δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουμε καθετί ως συνεχόμενο και συμπαγές. Αυτή η φυσική προκατάληψη μας προστατεύει από το γεγονός ότι η κίνηση και η ακινησία αποτελούν διαδοχικές περιπτώσεις. Βλέπουμε συμπαγή αντικείμενα και συνεχόμενες κινήσεις και νομίζουμε πως τα βλέπουμε και τα δύο ταυτόχρονα, όταν αυτό δεν συμβαίνει στην ουσία. Ο κόσμος γύρω μας υπάρχει όπως τον αντιλαμβανόμαστε εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τον αντιλαμβανόμαστε. Η δημιουργία, όπως νομίζουμε ότι υπάρχει, είναι μια φυσική ψευδαίσθηση.

Να είσαι ευγνώμων η ζωή είναι πάντα δίκαιη στη μοιρασιά της

Ζήσε

Σώπασε, μην γκρινιάζεις, μην θυμώνεις για την πικρία των άλλων⋅ οι άνθρωποι έχουν τη τάση να προβάλουν το μέσα τους, μην απελπίζεσαι για την αδικία, την αχαριστία, την υποκρισία και όλα αυτά που σε κάνουν να νιώθεις θύμα των πράξεων τους, με χαιρεκακία σου τα πρόσφεραν. Στο τέλος να θυμάσαι ότι έρχεται η Λύτρωση. Νιώσε ευγνωμοσύνη για ό,τι σου χάρισε η ζωή και να θυμάσαι πως είναι πάντα δίκαιη στη μοιρασιά της, σκοπός της να σου αφήσει αυτούς που αξίζουν πλάι σου.

Χαμογέλα

Βάλε τα δυνατά σου και χαμογέλα από τα βάθη σου. Άσε για λίγο την επιτηδευμένη ομορφιά, αυτή που σε κυριεύει και σε κατακλύζει. Η στυμμένη τελειότητα σε απελπίζει και σε αγχώνει. Κάποιοι στη προσπάθειά τους να φανούν σοβαροί ξεχνάν να ζήσουν. Τσαλακώσου, χαμογέλα, γέλα δυνατά – ειλικρινά, βγάλε όλη τη χαρά σου από τα βάθη της ψυχής σου.

Και να θυμάσαι ακόμα και όταν δεν σου χαμογελούν εσύ, χαμογέλα με την ψυχή σου. Ασπίδα γίνεται ενάντια στη ζήλια και στο φθόνο. Να βροντοφωνάζει το χαμόγελό σου να τρομάζει αυτούς που θέλησαν να στο στερήσουν. Κάποιοι άνθρωποι προσβάλλονται όταν ευτυχείς και γίνονται βλαβεροί. Μην αφήνεις τίποτα να σου χαλάει τη διάθεση. Χαμογέλα.

Αγαπήσου

Αγαπήσου για τότε που μάτωσαν τα γόνατα σου ,αγαπήσου για τώρα που έφτασες στο αναθεματισμένο σου όνειρο και δεν έβλαψες κανέναν , αγαπήσου γιατί έμαθες να προσφέρεις χωρίς κανένα όφελος και να θυμάσαι πως έφτασες πιο ψηλά από εκεί που στόχευες να φτάσεις . Να σου αρέσεις για το μέσα σου, να σου αρέσεις για το έξω σου. Άσε τα δήθεν ‘καλοπροαίρετα σχόλια ’ για το σώμα σου και τις δήθεν «συμβουλές» για την υγεία σου που δεν ζήτησες ποτέ σου. Η εμφάνισή σου θα μετρά μόνο όταν αποδεχτείς και αγαπήσεις την ψυχή σου. Αγαπήσου, αυτός είσαι και σου αρέσεις.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΤΗ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙ

Ποιος έχτισε τη Θήβα την επτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις
παρά μονάχα βασιλιάδων ονόματα.
Οι βασιλιάδες είχανε τις πέτρες κουβαλήσει;

Και τη Βαβυλώνα που την κατέστρεψαν πολλές φορές
ποιος τόσο πολλές φορές την έχτισε και πάλι;

Της χρυσόλαμπρης Λίμα οι οικοδόμοι
σε ποια σπίτια κατοικούσαν;

Σε ποιο μέρος γύρισαν το βράδυ, οι χτίστες,
όταν το Σινικό Τείχος έτοιμο ήταν;

Η μεγάλη Ρώμη γεμάτη ήταν
Από αψίδες θριάμβων.
Ποιοι τις είχανε ανυψώσει;
Πάνω σε ποιους θριάμβευσαν οι Καίσαρες;

Το ξακουστό Βυζάντιο είχε για τους
κατοίκους του παλάτια μόνο;

Ακόμη και στη μυθική Ατλαντίδα,
τη νύχτα που καταποντιζόταν,
τους σκλάβους τους φωνάζανε οι πνιγμένοι.

Ο νεαρός Αλέξανδρος κατέκτησε τις Ινδίες.
Μόνος αυτός;

Ο Καίσαρ τους Γαλάτες κατατρόπωσε.
Δεν είχε ούτε ένα μάγειρα μαζί του;

Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε,
όταν ο στόλος του βυθίστηκε.
Δεν έκλαψε κανείς άλλος;

Ο Φρειδερίκος ο Β΄ νίκησε στον Επταετή Πόλεμο.
Και ποιος άλλος νίκησε, εκτός από αυτόν;
Κάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος ετοίμαζε τα επινίκια φαγοπότια;

Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.

Ποιος πλήρωνε τα έξοδά του;

Πόσα πολλά ιστορήματα!

Πόσα πολλά ερωτήματα!

Πόσες και πόσες ιστορίες!

Πόσες και πόσες απορίες!

Αδριανός: Ο επιτάφιος μου θα χαραχτεί στα λατινικά, αλλά Ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει

Ούτε που δίνουμε πλέον σημασία όταν, μπροστά σε κάθε μικρή καθημερινή επιλογή μας, κάποιος μας ρωτήσει “σε τί χρησιμεύει” : Σε τί άραγε χρησιμεύει να διαβάσεις την Οδύσσεια ή ένα ποίημα της Σαπφούς; Σε τί άραγε χρησιμεύει να μελετήσεις λατινικά και Ελληνικά; Σε τί άραγε χρησιμεύει να ακούσεις Mozart; Σε τί άραγε χρησιμεύει να επισκεφθείς τον Παρθενώνα; Σε τί χρησιμεύει να δεις το ηλιοβασίλεμα από τον υπέροχο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο; Σε τί χρησιμεύει να θαυμάσεις τον πίνακα του Cezanne oι χαρτοπαίκτες;

Σ’ αυτές τις παράλογες ερωτήσεις είχε ήδη απαντήσει εξαίρετα ο Αριστοτέλης σ’ ένα απόσπασμα από το έργο του Μετά τα φυσικά. Σε όποιον τον ρωτούσε “σε τί χρησιμεύει η φιλοσοφία” απαντούσε ότι η φιλοσοφία “δεν χρησιμεύει”, διότι δεν “κάνει εκδούλευση”, διότι είναι μια επιστήμη αυθύρπακτη που διδάσκει το δρόμο προς την ελευθερία: ακριβώς όπως ένας ελεύθερος άνθρωπος “υπάρχει για τον εαυτό του και όχι για κάποιον άλλον” (Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά)

Ομοίως, την πιο έξυπνη απάντηση στην ανόητη ερώτηση όποιου ακόμη ζητά στις μέρες μας από τους μαθητές μας να του πούνε “σε τί χρησιμεύει η εκμάθηση των αρχαίων Ελληνικών” μπορούμε να τη βρούμε στου, Αδριανού Απομνημονεύματα. Σ’ έναν συγκινητικό στοχασμό αφιερωμένο στο μεγαλείο του Ελληνικού πολιτισμού, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας – εκλεπτυσμένος διανοούμενος και φιλότεχνος – έπλεξε το εγκώμιο της ελληνικής γλώσσας με αυτά τα λόγια:

Αγάπησα αυτή τη γλώσσα για την εύρωστη πλαστικότητά της, για το πλούσιο λεξιλόγιό της, πού η κάθε λέξη που πιστοποιεί την άμεση και διαφορετική επαφή της με τις αλήθειες, και γιατί ό,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο έχει ως επί το πλείστον λεχθεί σ’ αυτή τη γλώσσα. Με τα λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου. Ο επιτάφιος μου θα χαραχτεί στα λατινικά στον τοίχο του μαυσωλείου μου στις όχθες του Τίβερη, αλλά Ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει.
(Αδριανού Απομνημονεύματα)

Γελάστε με τον θυμό σας, αναβάλετέ τον για αργότερα ή διαγράψτε τον εντελώς

Η αγάπη είναι πάντα όμορφη στην αρχή επειδή δεν της φέρνετε τις καταστροφικές σας ενέργειες. Στην αρχή της φέρνετε τις θετικές σας ενέργειες και οι δύο εκφράζουν τις ενέργειές τους θετικά και το πράγμα πηγαίνει φανταστικά. Αλλά σιγά-σιγά οι αρνητικές ενέργειες θα αρχίσουν να ξεχειλίζουν δεν μπορείτε να τις συγκρατήσετε για πάντα. Και όταν θα έχετε τελειώσει με τη θετική σας ενέργεια, ο μήνας του μέλιτος τελειώνει και έρχεται το αρνητικό κομμάτι. Τότε η κόλαση ανοίγει τις πόρτες της και το άτομο δεν μπορεί να καταλάβει τι συνέβη. Μια τόσο όμορφη σχέση, γιατί τσακίστηκε στα βράχια;

Αν ο άνθρωπος βρίσκεται σε εγρήγορση από την αρχή, η σχέση μπορεί να σωθεί. Ρίξτε της τις θετικές σας ενέργειες, αλλά να θυμάστε ότι αργά ή γρήγορα η αρνητική ενέργεια θα αρχίσει να εμφανίζεται. Και όταν η αρνητική ενέργεια αρχίσει να έρχεται, πρέπει να την απελευθερώσετε όταν θα είστε μόνοι. Πηγαίνετε μόνοι σας σε ένα δωμάτιο και απελευθερώσετε την αρνητική ενέργεια δεν υπάρχει λόγος να την εκφράσετε στον άλλο.

Αν θέλετε να ουρλιάξετε και να φωνάξετε και να είστε θυμωμένοι, πηγαίνετε σε ένα δωμάτιο και κλείστε την πόρτα – φωνάξτε, θυμώστε, χτυπήστε το μαξιλάρι. Επειδή κανείς δεν πρέπει να φέρεται με τέτοια βιαιότητα ώστε να πετά πράγματα σε άλλους ανθρώπους. Δεν σας έχουν κάνει τίποτε κακό, επομένως γιατί να τους πετάτε πράγματα; Είναι καλύτερα να πετάτε όλα όσα είναι αρνητικά στον σκουπιδοτενεκέ. Αν παραμείνετε σε εγρήγορση, θα εκπλαγείτε όταν δείτε ότι μπορείτε να το καταφέρετε. Και όταν η αρνητική ενέργεια θα έχει απελευθερωθεί, τότε η θετική αρχίζει να ξεχειλίζει και πάλι.

Μπορείτε να απελευθερώσετε την αρνητική σας ενέργεια όταν είστε μαζί με τον άλλον μόνο πολύ αργότερα σε μια σχέση, όταν η σχέση θα έχει πια παγιωθεί. Αλλά και τότε θα πρέπει να γίνεται σαν ένα θεραπευτικό μέτρο. Όταν οι δύο σύντροφοι σε μια σχέση βρίσκονται σε απόλυτη επαγρύπνηση, έχουν συγχωνευθεί ως ένα ον και τώρα μπορούν να ανεχτούν όχι μόνο να ανεχτούν αλλά και να χρησιμοποιήσουν την αρνητικότητα του άλλου έχουν έρθει σε μια συμφωνία ότι τώρα θα είναι και μαζί αρνητικοί, σαν ένα θεραπευτικό μέτρο.

Και τότε η σύστασή μου είναι να το κάνετε πολύ συνειδητά, όχι ασυνείδητα να το κάνετε πολύ σκόπιμα. Βάλτε σκοπό κάθε βράδυ για μια ώρα να είστε αρνητικοί μεταξύ σας, ας είναι ένα παιχνίδι αντί να είστε αρνητικοί οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Επειδή οι άνθρωποι δεν βρίσκονται σε επαγρύπνηση δεν βρίσκονται σε επαγρύπνηση για εικοσιτέσσερεις ώρες- μπορείτε για μια ώρα να καθίσετε μαζί και να είστε αρνητικοί; Τότε θα γίνει ένα παιχνίδι, θα είσαι σαν ομαδική θεραπεία! Μετά από μία ώρα έχετε τελειώσει με αυτό και δεν κουβαλάτε τα κατάλοιπα, δεν τα φέρνετε στη σχέση σας.

Το πρώτο βήμα: πρέπει να απελευθερώνετε την αρνητική ενέργεια όταν είστε μόνοι σας. Το δεύτερο βήμα, πρέπει να απελευθερώνετε την αρνητική ενέργεια μια συγκεκριμένη στιγμή έχοντας συμφωνήσει ότι θα απελευθερώσετε και οι δύο την αρνητική ενέργεια. Μόνο σε ένα τρίτο στάδιο μπορεί να γίνει κανείς φυσικός, και μετά δεν θα υπάρχει λόγος να φοβάται αν θα βλάψει τη σχέση ή αν θα πληγώσει τον άλλο. Μετά μπορείτε να είστε και οι δύο αρνητικοί και θετικοί, και να είστε και οι δύο όμορφοι, αλλά μόνο σε ένα τρίτο στάδιο.

Κάποια στιγμή στο πρώτο στάδιο θα αρχίσετε να νιώθετε ότι τώρα η αργή σας δεν έρχεται πια. Κάθεστε μπροστά στο μαξιλάρι, και η οργή δεν έρχεται. Θα έρχεται για μήνες, αλλά μια ημέρα θα ανακαλύψετε ότι δεν ρέει πια, έχει χάσει το νόημά της, δεν μπορείτε να είστε θυμωμένοι μόνοι σας. Τότε το πρώτο στάδιο έχει τελειώσει. Αλλά περιμένετε να αισθανθεί και ο άλλος αν έχει τελειώσει το πρώτο στάδιο ή όχι. Αν έχει ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο και του συντρόφου σας, τότε αρχίζει το δεύτερο στάδιο. Τότε για μία ή δύο ώρες – είτε πρωί είτε βράδυ, εσείς αποφασίζετε- ορίζετε μια ώρα κατά την οποία θα εκφράζετε τα αρνητικά σας συναισθήματα, σκόπιμα. Θεωρήστε το ένα ψυχόδραμα, είναι απρόσωπο. Δεν χτυπάτε δυνατά – χτυπάτε, αλλά δεν χτυπάτε τον άλλο. Στην πραγματικότητα απλά απελευθερώνετε την αρνητικότητά σας. Δεν κατηγορείτε τον άλλο, δεν λέτε «Είσαι κακός» απλά λέτε «Νιώθω ότι είσαι κακός». Δεν λέτε «Με πρόσβαλες» λέτε «Νιώθω προσβεβλημένη». Αυτό είναι τελείως διαφορετικό, είναι ένα σκόπιμο παιχνίδι «Νιώθω προσβεβλημένη, γι’ αυτό θα εκφράσω τον θυμό μου. Αυτός που βρίσκεται πιο κοντά μου είσαι εσύ, γι’ αυτό σε παρακαλώ λειτούργησε σαν δικαιολογία για μένα» και το ίδιο ισχύει και για τον άλλο.

Θα έρθει κάποια στιγμή κατά την οποία θα ανακαλύψετε ξανά ότι αυτή η σκόπιμη αρνητικότητα δεν λειτουργεί πια. Κάθεστε για μια ώρα μαζί και δεν σας έρχεται τίποτε, δεν έρχεται τίποτε στον σύντροφό σας. Τότε αυτό το δεύτερο στάδιο τελειώνει.

Τώρα το τρίτο στάδιο, και το τρίτο στάδιο είναι ολόκληρη η ζωή. Τώρα είστε έτοιμοι να είστε αρνητικοί και θετικοί καθώς θα εμφανίζονται αυτά τα συναισθήματα· μπορείτε να είστε αυθόρμητοι.

Με αυτόν τον τρόπο η αγάπη γίνεται συσχέτιση, γίνεται μια ποιότητα αγάπης, γίνεται η φυσική κατάσταση του είναι σας.

H δυσκολία στη δέσμευση

H δυσκολία στη δέσμευση μοιάζει να αποτελεί συνήθη διάγνωση σε ανθρώπους που ζουν αλλεπάλληλες σεξουαλικές σχέσεις και, όταν έρθει η στιγμή να επισημοποιηθεί η σχέση, τότε αναζητούν αφορμές για να εξαφανιστούν. Στη δική μας οπτική, το πρόβλημα των ανθρώπων αυτών δεν έγκειται στη δυσκολία δέσμευσης, αλλά στην αφόρητη και ισοπεδωτική δέσμευση που πολλές φορές έχουν με την πατρική οικογένεια και με το επιβαρυμένο προσωπικό παρελθόν τους. Οι νέοι άνθρωποι που δυσκολεύονται να δεσμευτούν σε συντροφικές σχέσεις, δεν είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αλλά τα δεσμευμένα παιδιά των πατρικών τους οικογενειών. Τους επιτρέπεται το ερωτικό παιχνίδι που θα τους χαλαρώσει, αλλά όχι ο γάμος που θα τους απομακρύνει από τον γονιό. Η δέσμευση στη σχέση επιτρέπει τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων ζωής. Η πλήρης δέσμευση και η αποκλειστικότητα στην ερωτική σχέση δεν είναι στέρηση, επιταγή και τιμωρία, αλλά δυνατότητα, ευκαιρία και προνόμιο. Η δέσμευση στη σχέση επιτρέπει τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων ζωής. Οι σύντροφοι δεν αρκούνται στην ευχάριστη παρέα που διαλύεται «με τις πρώτες σταγόνες βροχής» αλλά διαμορφώνουν μια σχέση «παντός καιρού». Η σχέση αυτή γνωρίζει να αντέχει στις δυσκολίες, γιατί δημιουργεί ψυχικά αποθέματα και αποθεματικά ζωής. Στις συντροφικές σχέσεις υφίστανται δύο διαφορετικές πλευρές της δέσμευσης. Η κοινωνική και η προσωπική. 

Η κοινωνική δέσμευση αναφέρεται στον κοινωνικό περίγυρο που προσφέρει την επίσημο ποίηση της σχέσης. Πρόκειται για την υπογραφή ενός συμβολαίου, αντίστοιχου προς τα συμβόλαια ανάληψης εργασίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο που καλείται να επισημοποιήσει την συντροφική συνύπαρξη, εξασφαλίζει τα θέματα που αφορούν την σχέση με την κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως, είναι εντελώς ανίκανο να εξασφαλίσει την τρυφερότητα, την εκτίμηση, τον πόθο, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό. 

Η προσωπική δέσμευση εκπηγάζει από την έλξη προς τον σύντροφο και την πληρότητα της σχέσης, που καταγράφονται ως σημαντικά στοιχεία της προσωπικής ολοκλήρωσης. Η προσωπική δέσμευση δεν γίνεται αντιληπτή ως υποχρέωση, ούτε καν ως δέσμευση, αλλά αντιπροσωπεύει την προσωπική αίσθηση ότι ο ίδιος είναι μέρος αυτής της σχέσης και δεν είναι διατεθειμένος να χάσει αυτό το προνόμιο. Η προσωπική αίσθηση πληρότητας και η βεβαιότητα για την σημαντικότητα της σχέσης οδηγούν τους συντρόφους να θέλουν να το φωνάξουν, να το μοιραστούν με όλους. Στα πλαίσια αυτά ο γάμος τους δεν συνιστά μια τυπική κοινωνική συνθήκη, η τελετή δεν αποτελεί ένα κοινωνικό event με πολλά στοιχεία show, αλλά μια έκρηξη χαράς από το συντελούμενο γεγονός της συνύπαρξης τους. Η άρνηση της υπεράσπισης της επιλογής σου, είναι η επιλογή της ανέραστης στάσης: «Δεν φεύγω, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θέλω να παραμείνω» Το κάλεσμα και η αναφορά στους γονείς, στους συγγενείς, στους φίλους και στα άλλα σημαντικά πρόσωπα συνιστά πρόσκληση συμμετοχής στη χαρά του γάμου και επίκληση των ευχών τους που θα τους συνοδεύουν στο διηνεκές του απαιτητικού ταξιδιού. Με την βεβαιότητα ότι οι ίδιοι και η σχέση τους δεν είναι μόνοι και αποκομμένοι, αλλά ότι μετέχουν σε μια πανανθρώπινη κοινότητα στην οποία υπάρχουν πολλά αγαπημένα πρόσωπα, που τους περιβάλλουν με την αγάπη τους. 

Η παρατεταμένη αναστολή της δέσμευσης στην ερωτική σχέση δεν οδηγεί στην ελευθερία, αλλά στην απώλεια της ερωτικής επιθυμίας. Η άρνηση της υπεράσπισης της επιλογής σου, είναι η επιλογή της ανέραστης στάσης: «Δεν φεύγω, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θέλω να παραμείνω». Ο φόβος εξάλλου για την δέσμευση εδραιώνεται σε μια παιδική παντοδύναμη βουλιμική αίσθηση που δεν θέλει να χάσει τίποτα και που θεωρεί ότι μπορεί να τα έχει όλα. Επομένως, αν επιλέξει ένα πρόσωπο για σχέση ζωής, θα απολέσει την δυνατότητα να σχετιστεί με άλλα. Ίσως στα 85 ανακαλύψεις ότι αυτός που σου ταίριαζε ήταν ο νεανικός έρωτας που δεν υπερασπίστηκες.

Η γνωστή ερώτηση: «Και πώς μπορώ να ξέρω αν εκείνος είναι που μου ταιριάζει καλύτερα, και όχι κάποιος άλλος που δεν τον έχω γνωρίσει ακόμα;» είναι συνεπής με την αφελή σκέψη ότι υπάρχει το ακριβώς αντίστοιχο μοναδικό κομμάτι του παζλ που πρέπει να ανακαλύψουμε. Η απάντηση αντιστοιχεί να είναι το ίδιο αφελής: Έχεις δίκιο! Ας ψάξεις λοιπόν και στη Νότια Αμερική και στα απομακρυσμένα χωριά της Κίνας και όπου αλλού θα μπορούσε να υπάρχει κάποια πιθανότητα, αλλά ίσως στα 85 ανακαλύψεις ότι αυτός που σου ταίριαζε ήταν ο νεανικός έρωτας που δεν υπερασπίστηκες. Ο φόβος για την δέσμευση συχνά δεν αφορά την ανασφάλεια για το πρόσωπο του άλλου, αλλά την ανασφάλεια για την προσωπική σου ικανότητα να αναλάβεις το απαιτητικό ταξίδι της διακινδύνευσης, που απαιτεί δυνατά σκαριά. 

Μια ξενέρωτη ισοπεδωμένη κατάσταση, όπου η ανυπαρξία πάθους εκκινεί από την εσωτερική χλιαρή διάθεση και συνεχίζει στην «ερωτική» σχέση, επιστρέφει ακόμη πιο μίζερα στον εαυτό, ώστε να αφαιρέσει κάθε ίχνος ζωής. Αυτός που δυσκολεύεται να δεσμευθεί, τελικά είναι θύτης της άρνησης του να κάνει μια επιλογή που να μπορεί να τον διακινήσει. Η κενότητα γίνεται ο οριστικός σύντροφος, καθώς η χρόνια αναβολή της δέσμευσης στον έρωτα οδηγεί τελεσίδικα στην οριστική ματαίωση της ερωτικοτητας. Εκείνος που αποδέχεται μια τέτοια χλιαρή σχέση, χάνει και ο ίδιος την ερωτικοτητα του και καταλήγει ζητιάνος που εκλιπαρεί. Η τέχνη της αναβολής στην δέσμευση γνωρίζει τον τρόπο να μεταφέρει την προσωπική ανεπάρκεια για ερωτικό πάθος στον άλλο, ο οποίος καταγράφεται ως ανίκανος να γοητεύσει ή “λίγος” που ζητά την εξασφάλιση. Γιατί λοιπόν η δέσμευση που αναμφισβήτητα είναι τόσο σημαντική για όλες τις σημαντικές δημιουργίες, έχει αμφισβητηθεί στις προσωπικές σχέσεις; Επειδή επιβλήθηκε ως υποχρέωση και δεν καταγράφηκε ως το επιθυμητό ζητούμενο.

ΕΝΟΧΗ

Η ενοχή είναι το αντίστροφο τou θυμού. Αισθανόμαστε θυμό όταν μας προσβάλλει κάποιος. Αισθανόμαστε ενοχή όταν εμείς προσβάλλουμε κάποιον, ή παραβιάζουμε κανόνες. Μπορώ να απαριθμήσω δέκα τουλάχιστον διαφορετικές αποχρώσεις αυτού του καταστροφικού συναισθήματος, πέρα από την ενοχή που αισθάνομαι όταν δεν τηρώ μια δέσμευσή μου. Απλώς για να θυμηθούμε μερικές, σκεφτείτε την ενοχή που μπορεί να νιώσετε αν καθυστερήσετε στη δουλειά σας, ή όταν δεν προλαβαίνετε μια διορία. Ας μην ξεχνάμε και την ενοχή που μπορούν να σας «φορτώσουν» οι γονείς σας αν αμελήσετε να τους τηλεφωνήσετε για πάνω από μία εβδομάδα, ή επιλέξετε να ζήσετε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους. Ακόμη, έχουμε την ικανότητα να φορτίζουμε τον εαυτό μας με ενοχές για κάτι που κάναμε, αλλά και που δεν κάναμε: για το ότι δεν πήγαμε στο μάθημα του χορού, ας πούμε, ή για το ότι δεν αντισταθήκαμε σ’ εκείνα τα ακαταμάχητα τραγανά πατατάκια. Επίσης, αν ξεχάσουμε να απαντήσουμε σε ένα σημαντικό μέιλ μπορεί να βασανιζόμαστε από ενοχές για μια ολόκληρη εβδομάδα. Μας τρώνε οι ενοχές και όταν αισθανόμαστε ότι αγνοήσαμε τους συνεργάτες μας, ή τους φερθήκαμε απότομα, ή ακόμη και όταν είμαστε πιο επιτυχημένοι από αυτούς. Πολλοί, μάλιστα, φτάνουν στο σημείο να αισθάνονται ενοχές επειδή είναι ευτυχισμένοι!

Χρησιμοποιούμε, επίσης, την ενοχή για να χειριστούμε τους άλλους. Μπορούμε να γεμίσουμε με ενοχές έναν υπάλληλό μας για τα λάθη που έκανε, ή να αναγκάσουμε ένα μέλος της οικογένειάς μας να αισθάνεται ενοχές επειδή απαιτεί υπερβολικά πολλά ή προσφέρει υπερβολικά λίγα. Για τους θρησκευόμενους, η ενοχή είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ο φρουρός όλων των πράξεων τους. Και η λίστα με τις διαφορετικές αποχρώσεις της ενοχής, δεν τελειώνει εδώ.

Σε καθημερινή βάση, και με την πάροδο του χρόνου, το φορτίο της ενοχής αυξάνεται αδιάκοπα και ριζώνει τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε γίνεται σχεδόν αδύνατον να το εξαλείψουμε.

Η ενοχή μάς φορτίζει με φόβο. Η ενοχή κατατρώει. Δαγκώνει. Επιτίθεται ανελέητα. Μοιάζει με βαρύ φορτίο. Τέτοιες είναι οι μεταφορές που της αρμόζουν.

Ανεξάρτητα του πόσο έντονη αισθανόμαστε σε προσωπικό επίπεδο την πίεση της ενοχής, είναι σχεδόν σίγουρο ότι ξοδεύουμε -ή μάλλον χάνουμε- πολύ χρόνο κλωθογυρίζοντας την στο μυαλό μας. Φανταστείτε για λίγο μια ζωή -την κοινωνική και διαπροσωπική ζωή σας- κενή από οποιαδήποτε μορφή ενοχής. Αν δεν έχετε ήδη απορρίψει τούτη τη σκέψη ως γελοία, και λαμβάνετε σοβαρά υπόψη σας τη δυνατότητα μιας ζωής χωρίς ενοχές, πιθανότατα θα σκεφτείτε: πόσο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθα! Αν αναλογιζόμασταν όλες τις διαφορετικές περιστάσεις και συνθήκες που μπορούν να γεννήσουν ή να παρατείνουν τις ενοχές, σίγουρα θα κερδίζαμε πολύ χρόνο και το μυαλό μας θα ηρεμούσε.

Ωστόσο, αν δεν νιώθαμε, ή δεν μπορούσαμε να νιώθουμε ενοχή, θα κάναμε διαρκώς λάθη. Δεν θα είχαμε κανένα κίνητρο να τροποποιήσουμε ή να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά μας. Θα περιφρονούσαμε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής ή ηθικής νόρμας, θα παραβλέπαμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Οι μπαζωμένοι δολοφόνοι μάχονται με τις ενοχές τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αντιθέτως, οι ψυχοπαθείς δεν αισθάνονται συχνά ενοχές. Συνεπώς, βιολογικά, η ενοχή έχει εξελιχθεί σε ένα κοινωνικό διορθωτικό εργαλείο που διασφαλίζει ότι δεν θα συμβούν ή δεν θα επαναληφθούν ορισμένες πράξεις. Σμιλεύει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Περιορίζει το προσωπικό συμφέρον και δημιουργεί χώρο για αλτρουιστικές και κοινωνικά ωφέλιμες πράξεις. Το αίσθημα της ενοχής είναι δυσάρεστο, διαρκές και εξαλείφεται δύσκολα, ωστόσο εμπνέει πράξεις που αποσκοπούν στην επανόρθωση μιας ζημιάς (για παράδειγμα, μια συγγνώμη) και επιχειρεί να σταματήσει, να αποτρέψει ή να αντισταθμίσει τις συνέπειες μιας προσβολής. Συνεπώς, η ενοχή αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για να ενεργούμε με ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους και να διορθώνουμε τη διαγωγή μας.

Τι πειράζει κι αν βραχώ;

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΑΝΟΙΓΕΙ ΣΑΝ ΒΕΝΤΑΛΙΑ.

Μπροστά μου απλώνονται το λιγότερο πέντε διαφορετικοί δρόμοι.
Κανένας δεν δείχνει καλύτερος από τους άλλους. Απλώς, είναι όλοι εκεί.
Στο σταυροδρόμι, πάνω σε μια πέτρα, κάθεται ένας γέρος.
Παίρνω το θάρρος να τον ρωτήσω:

“Ποιο δρόμο λες να πάρω, παππού;”
“Εξαρτάται τι ψάχνεις” μου απαντάει ατάραχος.
“Θέλω να γίνω ευτυχισμένος” του λέω.
“Οποιοσδήποτε απ’αυτούς τους δρόμους μπορεί να σε πάει ως εκεί.”

Τα χάνω.

“Δηλαδή… το ίδιο κάνει;”
“Όχι.”
“Μα πριν μου είπες…”
“Όχι. Δε σου είπα ότι όποιον δρόμο και να πάρεις θα σε βγάλει εκεί που θέλεις. Σου είπα ότι οποιοσδήποτε δρόμος μπορεί να είναι αυτός που ψάχνεις.”
“Δεν καταλαβαίνω.”
“Ο δρόμος που θα διαλέξεις θα σε πάει εκεί που θέλεις, αν κάνεις τη σωστή επιλογή.”

“Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;”

Ο γέρος δεν απαντά.
Καταλαβαίνω πως η ερώτησή μου δεν έχει απάντηση.
Αποφασίζω να του το φέρω αλλιώς:

“Πώς θα μπορούσα να κάνω μια σοφή επιλογή; Τι πρέπει να προσέξω για να μην κάνω λάθος;”

Αυτή τη φορά, ο γέρος μου απαντάει:

“Μη ρωτάς… Μη ρωτάς.”

Οι δρόμοι είναι εκεί.
Ξέρω πως αυτή θα είναι μια σοβαρή απόφαση. Δεν έχω περιθώριο να κάνω λάθος…

Ο αμαξάς κάτι μου ψιθυρίζει στ’αφτί- προτείνει το δεξί μονοπάτι.
Τα άλογα κάνουν σαν να θέλουν να πάρουν το απόκρημνο αριστερό.

Η άμαξα ταλαντεύεται, αλλά μοιάζει να θέλει να πάει ευθεία, μπροστά.

Κι εγώ, ο επιβάτης, έχω την εντύπωση ότι καλύτερα θα ήταν να πάρω εκείνο το δρομάκι το κάπως υπερυψωμένο.

Όμως, είμαστε όλοι ένα, και το δίχως άλλο έχουμε πρόβλημα.

Μετά από λίγο βλέπω πως με κάποιον τρόπο, σιγά-σιγά, ο αμαξάς η άμαξα και τ’άλογα- για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα-, αφήνονται πάνω μου.

Ούτε ο γέρος υπάρχει πια. Και μαζεύονται, αθροίζονται οι δρόμοι που διάβηκα για να φτάσω ως εδώ, και μαζί μ’αυτούς κάθε άνθρωπος που γνώρισα.

Δεν είμαι τίποτα απ’αυτά, όμως, τα έχω όλα κρατημένα μέσα μου.

Και είμαι εγώ αυτός που τώρα, ολοκληρωμένος, πρέπει ν’αποφασίσω ποιον δρόμο θα πάρω.

Κάθομαι στην πέτρα όπου πριν από λίγο καθόταν ο γέρος. Χαλαρά, για λίγο, τόσο μόνο όσο χρειάζεται για να πάρω αυτήν την απόφαση.

Χωρίς βιασύνη. Δε θέλω να μαντέψω- να διαλέξω θέλω.
Αρχίζει να βρέχει.
Συνειδητοποιώ ότι δεν μου αρέσει η βροχή.
Αλλά ούτε και θα μου άρεσε να μη βρέχει ποτέ.
Μου φαίνεται πως θέλω να βρέχει μονάχα όποτε εμένα μου κάνει κέφι.
Και πάλι, όμως, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτό είναι που θέλω πραγματικά.
Νομίζω ότι είμαι απλώς μάρτυρας της ενόχλησής μου, λες και δεν είναι δική μου, σαν να μην έχω εγώ καμία σχέση μ’αυτό που συμβαίνει.

Πράγματι, δεν έχω καμία σχέση με τη βροχή.
Η ενόχληση, όμως, είναι δική μου. Δική μου είναι η μη αποδοχή, εγώ είμαι αυτός που δυσανασχετεί.
Επειδή βρέχομαι;
Όχι.
Ενοχλούμαι γιατί μ’ενοχλεί η βροχή.
Βρέχει…
Μήπως πρέπει να βιαστώ, να προχωρήσω;
Όχι.
Και πιο πέρα πάλι βρέχει.

Τι πειράζει κι αν βραχώ, αν πέσουν πάνω μου λίγες σταγόνες … Σημασία έχει ο δρόμος.

Κανείς μπορεί να παρατηρήσει τον εαυτό του μόνο μέσα στις σχέσεις

Γιατί δεν αλλάζουμε; Ίσως ν’ αλλάζουμε λιγάκι, εδώ κι εκεί, κομμάτι κομμάτι, γιατί όμως δεν αλλάζουμε ριζικά όλο τον τρόπο συμπεριφοράς μας, τον τρόπο ζωής μας, την καθημερινή μας φύση; Τεχνολογικά, ο κόσμος γύρω μας προχωράει μ’ εκπληκτική ταχύτητα, ενώ εσωτερικά παραμένουμε λίγο πολύ ίδιοι όπως είμαστε για αιώνες κι αιώνες. Έτσι όπως είμαστε πιασμένοι σ’ αυτή την παγίδα -και είναι μια φοβερή παγίδα- αναρωτιέται κανείς γιατί δεν τη σπάζουμε, γιατί παραμένουμε νωθροί κι ανόητοι, άδειοι, στενόμυαλοι, επιπόλαιοι και λίγο-πολύ βλάκες. Μήπως επειδή δεν ξέρουμε τον εαυτό μας; Αφήνοντας καταμέρος τις ιδέες των διάφορων ειδικών, με τις ιδιαίτερες απόψεις και τα δόγματά τους, βλέπουμε ότι ποτέ δεν έχουμε ερευνήσει πραγματικά τον εαυτό μας, ποτέ δεν εμβαθύναμε στον εαυτό μας για ν’ ανακαλύψουμε τι είμαστε πραγματικά. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αλλάζουμε; ‘Η μήπως φταίει τ’ ότι δεν έχουμε την αναγκαία ενέργεια; ‘Η επειδή βαριόμαστε -όχι μόνο τον εαυτό μας αλλά και τον κόσμο, έναν κόσμο που έχει πολύ λίγα να προσφέρει εκτός από αυτοκίνητα, μεγαλύτερα δωμάτια μπάνιο κι όλα τ’ άλλα; Βαριόμαστε λοιπόν εξωτερικά και πιθανότατα βαριόμαστε και τους εαυτούς μας, γιατί είμαστε πιασμένοι σ’ αυτή την παγίδα και δεν ξέρουμε πώς να βγούμε απ’ αυτήν. Φαίνεται επίσης ότι είμαστε φοβερά τεμπέληδες. Ένας λόγος παραπάνω που, γνωρίζοντας τον εαυτό μας, δεν πρόκειται ν’ αποκτήσουμε τελικά κανένα κέρδος, καμιά ανταμοιβή, και οι πιο πολλοί από μας είμαστε διαμορφωμένοι με το κίνητρο του κέρδους.

Αυτοί λοιπόν μπορεί να είναι μερικοί από τους λόγους που δεν αλλάζουμε. Γνωρίζουμε ποια είναι η παγίδα, γνωρίζουμε τι είναι η ζωή κι όμως, εξακολουθούμε να σερνόμαστε μονότονα ναι κουρασμένα μέχρι να πεθάνουμε. Αυτή φαίνεται να ‘ναι η μοίρα μας. Κι όμως, είναι άραγε τόσο δύσκολο να ερευνήσουμε πολύ βαθιά τους εαυτούς μας και να μεταμορφωθούμε; Αναρωτιέμαι αν έχει ποτέ κανείς κοιτάξει τον εαυτό του, αν τον έχει ποτέ γνωρίσει. Από τούς αρχαίους χρόνους το λένε και το ξαναλένε: «Γνώθι σαυτόν». Το ίδιο επιχειρούν να πουν και οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, αν και κάπως πιο μπερδεμένα εξαιτίας της ειδικής ορολογίας τους και των θεωριών τους.

Μπορεί κανείς να γνωρίσει τον εαυτό του, όχι μόνο στο συνειδητό επίπεδο, αλλά και στα βαθύτερα, κρυφά επίπεδα του νου; Χωρίς να γνωρίζει κανείς τον εαυτό τον σίγουρα, δεν έχει βάσεις για μια πραγματική, σοβαρή δράση, δεν έχει τα θεμέλια για να χτίσει γερά. Αν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου, ζεις μια επιπόλαιη ζωή. Μπορεί να είσαι πολύ έξυπνος, μπορεί να γνωρίζεις όλα τα βιβλία του κόσμου και να μπορείς να παραθέτεις αποσπάσματα, αλλά αν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου πώς είναι δυνατό να πας πέρα από το επιφανειακό; Είναι δυνατό να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του με τέτοια πληρότητα ώστε αυτή ακριβώς η παρατήρησή του σαν σύνολο, να είναι απελευθέρωση απ’ αυτόν;

Μπορούμε να ερευνήσουμε τον εαυτό μας χωρίς κανένα φόβο ή προκατάληψη, χωρίς καμιά φόρμουλα ή συμπέρασμα, ώστε να βρούμε τι είμαστε; Αυτή η έρευνα απαιτεί ελευθερία. Δεν είναι δυνατό να ερευνήσεις τον εαυτό σου ή το σύμπαν που είμαστε μέρος του, αν δεν υπάρχει ελευθερία -ελευθερία από υποθέσεις, θεωρίες και συμπεράσματα, ελευθερία από τεχνάσματα. Επιπλέον, για να ερευνήσεις χρειάζεσαι έναν κοφτερό νου, ένα νου που να ‘ναι ευαίσθητος. Αλλά ο νους δεν μπορεί να είναι ευαίσθητος, αν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή πονηριάς, που του στερεί την ικανότητα να ερευνήσει όλη τη δομή του εαυτού του. Ας προχωρήσουμε λοιπόν σ’ αυτό το ζήτημα μαζί, όχι μόνο μέσα από λεκτική επικοινωνία αλλά και μη λεκτικά, πράγμα που είναι πιο συναρπαστικό και που απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια προσοχής. ‘Όταν είσαι ελεύθερος να ερευνήσεις, έχεις την ενέργεια. Δεν έχει κανείς την ενέργεια, το κίνητρο, την απαραίτητη ένταση, όταν έχει κιόλας καταλήξει σ’ ένα συμπέρασμα, σε μια φόρμουλα. Λοιπόν, μπορούμε προς το παρόν να παραμερίσουμε όλες τις φόρμουλες που έχουμε, τα συμπεράσματά μας και τις προκαταλήψεις σχετικά με τον εαυτό μας -τι είμαστε, τι θα ‘πρεπε να είμαστε, τι δεν θα ‘πρεπε να είμαστε, κ.ο.κ.- να παραμερίσουμε όλα αυτά και να παρατηρήσουμε πραγματικά;

Κανείς μπορεί να παρατηρήσει τον εαυτό του μόνο μέσα στις σχέσεις. Δεν έχουμε άλλο μέσο παρατήρησης του εαυτού μας, γιατί (εκτός από εκείνους που είναι ολότελα νευρωτικοί) δεν είμαστε απομονωμένα ανθρώπινα όντα -αντίθετα, σχετιζόμαστε με όλα όσα μας αφορούν. Και από τις σχέσεις, μέσα από την παρατήρηση των αντιδράσεών του, των σκέψεων και των κινήτρων του, μπορεί κανείς να παρατηρήσει χωρίς λόγια αυτό που είναι.

Έχουμε όμως ένα πραγματικό πρόβλημα: πως να παρατηρούμε -όχι σαν ένας εξωτερικός παρατηρητής που έχει κιόλας καταλήξει σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με τον εαυτό του, αλλά πώς να παρατηρούμε απλά. Να έχουμε επίγνωση χωρίς εκλογή, χωρίς κατευθυντήρια γραμμή, χωρίς ν’ αποφασίζουμε τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνουμε: απλώς να παρατηρούμε αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να υπάρχει ελευθερία από κάθε μορφή συμπεράσματος και δέσμευσης. Για να παρατηρήσουμε λοιπόν χωρίς λόγια, για να παρατηρήσουμε χωρίς το εμπόδιο ενός εξωτερικού παρατηρητή που κοιτάζει προς τα μέσα, πρέπει να υπάρχει ελευθερία από κάθε φόβο κι από κάθε αίσθηση σωφρονισμού.

Όταν έχει κανείς παραμερίσει το συμπέρασμα, τη φόρμουλα, το φόβο και κάθε επιθυμία να είναι άλλος απ’ αυτό που είναι, τότε τι υπάρχει; Αυτό που είμαστε είναι μια σειρά από συμπεράσματα. Αυτό που είμαστε στην πραγματικότητα είναι μια σειρά εμπειριών που βασίζονται στην ευχαρίστηση και τον πόνο, στις μνήμες, στο παρελθόν. Είμαστε το παρελθόν. Δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο σε μας. ‘Όταν λοιπόν παρατηρεί κανείς τον εαυτό του ελεύθερα -και για να είναι ελεύθερος πρέπει να παραμερίσει όλα αυτά τα πράγματα- τι είναι πραγματικά; Αναρωτιέμαι αν έχετε ποτέ κάνει αυτή την ερώτηση στον εαυτό σας… Ποια είναι η σχέση μας μ’ όλη αυτή την ιστορία που λέγεται ζωή; Και τι είναι η ζωή έτσι όπως είναι; Φυσικά, μπορεί κανείς να δει στοιχειωδώς τι είναι στην πραγματικότητα: μια ατέλειωτη πάλη, ένα πεδίο μάχης που τ’ ονομάζουμε ζωή, μια σύγκρουση -όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μας- πόνος, παροδικές στιγμές μεγάλης χαράς, φόβος, απελπισία και μια σειρά απογοητεύσεων· αντιφάσεις μέσα μας, τόσο στο συνειδητό όσο και στα βαθύτερα στρώματα· μια κατάσταση όπου δεν υπάρχουν σχέσεις· μεγάλη θλίψη -που γενικά είναι αυτολύπηση- μοναξιά και πλήξη. Αυτή είναι η ζωή μας όπως είναι πραγματικά. Πηγαίνετε στο γραφείο σαράντα ολόκληρα χρόνια… ξέρετε, κι είστε τόσο περήφανος για όλα αυτά, επιθετικός, ανταγωνιστικός, βάρβαρος. Αυτή είναι η ζωή μας κι αυτό ονομάζουμε ζωή. Και δεν ξέρουμε πώς να τ’ αλλάξουμε.

Βλέποντας λοιπόν όλα αυτά, βλέποντας πόσο παράλογα είναι, γιατί δεν αλλάζουμε; Αναρωτιέμαι αν κανείς το βλέπει αυτό πραγματικά, αν βλέπει τη ζωή μας όπως είναι πραγματικά ή αν τη βλέπει λεκτικά και μόνο -κι εδώ πρέπει ν’ αντιληφθούμε ότι η περιγραφή, η εξήγηση δεν είναι ποτέ αυτά που περιγράφεται ή εξηγείται. Γνωρίζοντάς τα όλ’ αυτά, βλέποντας αυτή την τεράστια σύγχυση, αθλιότητα, αυτό το βάσανο, γιατί το αποδεχόμαστε, γιατί δεν το ξεφορτωνόμαστε; Μήπως ψάχνουμε να μας βοηθήσει κάποιος άλλος; Υπήρξαν δάσκαλοι, γκουρού, σωτήρες -ω! αναρίθμητοι- αλλά εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο. Έτσι χάνει κανείς ή έχασε την πίστη του γι’ αυτούς. Κι ελπίζω να την έχετε χάσει. Αυτό δε σημαίνει πως γίνεται κανείς κυνικός, πικρόχολος και σκληρός. Σημαίνει ότι βλέπει το πραγματικό γεγονός, πως εσωτερικά κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Αναγνωρίζοντας όλα αυτά, την πραγματικότητα της ζωής όπως τη ζούμε καθημερινά, το μαρτύριο και τη βασανιστική αθλιότητα της, γιατί δεν αφοσιώνεται κανείς ολοκληρωτικά στην κατανόηση και το ξεπέρασμά της; Σε τι χρησιμεύει η παιδεία αν δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Τι κι αν γίνετε διδάκτορες Φιλοσοφίας ή ό,τι άλλο, αν όλα αυτά δεν αλλάξουν θεμελιακά;

Πρέπει τώρα να ρωτήσουμε ποια είναι η φύση της ενέργειας που χρειάζεται για να βγούμε απ’ αυτή την παγίδα, απ’ αυτόν το φαύλο κύκλο στον οποίο έχουμε πιαστεί. Τι παρέχει την αναγκαία ώθηση; Προφανώς δεν μπορεί να είναι λεκτική ούτε να πηγάζει από τους ισχυρισμούς ή τα συμπεράσματα κάποιου άλλου. Η φύση αυτής της ενέργειας είναι ελευθερία, η απαίτηση να είναι κανείς ελεύθερος. Λέγοντας ελευθερία δεν εννοούμε το να κάνετε ό,τι σας αρέσει, ελευθεριότητα, εξέγερση, απείθαρχη δραστηριότητα, κ.λ.π. Η ελευθερία δεν είναι έλλειψη πειθαρχίας: αντίθετα η ελευθερία απαιτεί μεγάλη πειθαρχία. Παρακαλώ σημειώστε εδώ ότι ενώ για τον περισσότερο κόσμο η λέξη «πειθαρχία» είναι μια άσχημη λέξη, στην πραγματικότητα σημαίνει «μάθηση». Αυτή είναι η ετυμολογική σημασία της λέξης: μάθηση, όχι συμμόρφωση, όχι μίμηση αλλά μάθηση, όχι υπακοή αλλά ανακάλυψη. Η ίδια η μάθηση ή η ανακάλυψη φέρνει τη δική της πειθαρχία. Συνεπώς η πειθαρχία, που είναι μάθηση, είναι μια σταθερή κίνηση και όχι συμμόρφωση σε κάποιο υπόδειγμα. Όταν κανείς το καταλάβει αυτό -όχι λεκτικά αλλά πραγματικά, όταν δείτε την αλήθεια του, όταν τη νιώσετε ως το μεδούλι σας- τότε θα έχετε την ενέργεια για να ξεπεράσετε αυτή τη διαμόρφωση του φόβου, αυτό το άγχος, αυτές τις οδυνηρές λύπες.

Αριστοτέλης: Φόβος και θάρρος

Τώρα θα δείξουμε ποιοι άνθρωποι και ποια πράγματα προκαλούν το φόβο και σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται κείνοι που φοβούνται.

Ας δεχτούμε ότι φόβος είναι κάποια λύπη ή ταραχή που προέρχεται από την ιδέα πως πρόκειται να συμβεί κάποιο κακό, δηλ. κάποια καταστροφή ή μεγάλη λύπη. Αλήθεια, δεν προξενούν φόβο όλα τα κακά, λ.χ. δεν φοβάται κανείς αν θα είναι άδικος ή βραδύνους.

Ο φόβος προέρχεται μόνο όταν πρόκειται να συμβούν κακά που μπορούν να προξενήσουν μεγάλη λύπη ή καταστροφή κι αυτό όταν δεν πρόκειται να γίνουν πολύ αργότερα, (25) παρά βρίσκονται πολύ κοντά μας και πιστεύουμε ότι από τη μια στιγμή στην άλλη θα επέλθουν. Επειδή κανένας δεν φοβάται εκείνο που θα συμβεί αργότερα, ούτε καν το σκέπτεται.

Αφού λοιπόν αυτό το πράγμα είναι ο φόβος, κατ’ ανάγκη προξενούν φόβο εκείνα τα πράγματα που θεωρούνται ότι έχουν μεγάλη δύναμη να προξενούν καταστροφές και βλάβες από κείνες που προξενούν μεγάλη λύπη. (30) Και γι’ αυτό και οι ενδείξεις που προαναγγέλλουν τέτοια γεγονότα προκαλούν κι αυτές το φόβο, επειδή αποδείχνουν ότι, όπου να ‘ναι, θα συμβεί αυτό που φοβούμαστε. Εξάλλου αυτό το πράγμα, ότι δηλ. προσεγγίζουν τα πράγματα που φοβούμαστε, το ονομάζουμε κίνδυνο.

Λοιπόν, ανάμεσα στα πράγματα που προξενούν φόβο είναι και η οργή ή η έχθρα ανθρώπων που είναι σε θέση να μας κάνουν κακό. Επειδή, αφού μας μισούν ή είναι θυμωμένοι μαζί μας είναι φανερό πως επιθυμούν να μας βλάψουν ― και η επιθυμία λίγο απέχει από την εκτέλεση.

Φόβο επίσης προξενεί και η αδικία, όταν περιβάλλεται με ισχύ. Επειδή έναν άδικο άνθρωπο τον χαρακτηρίζουμε σαν άδικο ακριβώς από τις προθέσεις του.

[1382b] Προκαλεί επίσης φόβο και η αρετή που έχει υποστεί προσβολή και που είναι περιβεβλημένη με δύναμη. Επειδή είναι φανερό πως εξαιτίας της προσβολής έχει την πρόθεση να εκδικηθεί και, στην παρούσα περίσταση, έχει και τη δύναμη να το πράξει.

Επίφοβοι είναι ακόμα εκείνοι που φοβούνται αυτούς που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι κακό, επειδή κατ’ ανάγκη κι αυτοί προετοιμάζουν αντίστοιχο κακό. Κι επειδή ο πολύς κόσμος είναι διεφθαρμένος και κατέχεται από τη δίψα του κέρδους, (5) ενώ φοβάται τον κίνδυνο, το ότι εξαρτάται κανείς από κάποιον άλλον είναι ικανό να προκαλέσει φόβο. Έτσι προκαλούν φόβο όσοι ξέρουν ότι κάναμε κάτι κακό, επειδή είναι ενδεχόμενο ή να μας καταδώσουν ή να μας εγκαταλείψουν.

Επίσης όσοι μπορούν να αδικήσουν προξενούν φόβο σε κείνους που μπορεί να αδικηθούν. Επειδή, συνήθως, όταν μπορούν οι άνθρωποι, αδικούν.

Επίφοβοι είναι επίσης εκείνοι που έχουν αδικηθεί (10) ή πιστεύουν ότι αδικούνται, επειδή αυτοί πάντοτε ζητάνε ευκαιρία για να εκδικηθούν.

Επίφοβοι είναι και κείνοι που έχουν ήδη αδικήσει, αν έχουν τη δύναμη, επειδή μπορεί να ξαναρχίσουν, καθώς φοβούνται αντίποινα. Έχουμε αλήθεια ειπεί πως κι αυτό είναι μια εύλογη αφορμή φόβου. Το ίδιο και οι ανταγωνιστές μας, εκείνοι που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό με μας, χωρίς να μπορεί να τον απολαύσουμε και οι δυο συγχρόνως. Επειδή, αυτοί που βρίσκονται κάτω από τέτοιες συνθήκες βρίσκονται σε αδιάλειπτο πόλεμο ανάμεσά τους.

Επίσης όσοι είναι επίφοβοι στους ισχυροτέρους μας είναι επίφοβοι και σε μας, (15) επειδή πολύ περισσότερο μπορούν να μας βλάψουν, αφού μπορούν να κάνουν κακό και στους ισχυροτέρους μας. Και για τον ίδιο λόγο είναι επίφοβοι εκείνοι που και οι ισχυρότεροί μας τους φοβούνται. Ακόμα και κείνοι που έχουν εξοντώσει ανθρώπους πιο ισχυρούς από μας. Αλλά, ακόμα, και όσοι επιτίθενται εναντίον ασθενεστέρων μας, επειδή αυτοί ή από τώρα είναι επικίνδυνοι, ή θα γίνουν όταν θ’ αυξηθεί η δύναμή τους.

Από τους ανθρώπους πάλι που έχουμε αδικήσει, δεν είναι τόσο επίφοβοι οι οξύθυμοι και κείνοι που εκδηλώνονται, (20) αλλά οι ήρεμοι, ύπουλοι και πονηροί. Επειδή οι άνθρωποι αυτού του είδους ποτέ δεν φανερώνονται αν πρόκειται τώρα σύντομα να μας εκδικηθούν και λοιπόν, ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως ο κίνδυνος από μέρους των έχει απομακρυνθεί.

Κάθε τι που προκαλεί φόβο γίνεται ακόμα πιο επίφοβο, όταν το σφάλμα που έχουμε κάνει δεν είναι δυνατόν να το επανορθώσουμε, παρά, ή μας είναι ολότελα αδύνατο ή είναι δυνατό μάλλον στους αντιπάλους μας. Επίσης εκείνα τα πράγματα που ή δεν παίρνουν γιατρειά, ή η θεραπεία τους είναι πολύ δύσκολη. (25)

Και με λίγα λόγια επίφοβα είναι κείνα τα πράγματα που, όταν συμβαίνουν ή μέλλουν να συμβούν σε κάποιον άλλον, μας προκαλούν τον οίκτο μας.

Μπορούμε λοιπόν να ειπούμε ότι σχεδόν εκθέσαμε έως εδώ τα σπουδαιότερα παραδείγματα του πώς κι από ποια αίτια προέρχεται ο φόβος, και μένει τώρα να εξηγήσουμε σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται κείνοι που φοβούνται.

Αν λοιπόν ο φόβος περιέχει μέσα του την προσδοκία πως πρόκειται να πάθουμε κάποια καταστροφή, (30) είναι φανερό πως κανείς δεν φοβάται όταν νομίζει πως δεν πρόκειται να πάθει τίποτε και ακόμα κανείς δεν φοβάται εκείνα τα πράγματα που δεν πιστεύει πως θα τα πάθει, ούτ’ εκείνους τους ανθρώπους που δεν πιστεύει πως είναι δυνατόν να τον βλάψουν, ούτε αισθάνεται φόβο την εποχή όπου πιστεύει ότι δεν πρόκειται να του συμβεί κάτι κακό. Αναγκαστικά λοιπόν φοβούνται μόνον εκείνοι που πιστεύουν ότι πρόκειται να πάθουν κάτι και μάλιστα να πάθουν από ορισμένα πρόσωπα ορισμένο πάθημα σε ορισμένη εποχή.

[1383a] Και δεν πιστεύουν ότι πρόκειται να πάθουν κάτι εκείνοι που ευημερούν πάρα πολύ. Γι’ αυτό και γίνονται αυθάδεις, περιφρονητές και θρασείς. Στην κατάσταση αυτή περιέρχονται όσοι έχουν πλούτο, σωματική δύναμη, πολλούς φίλους ή ισχύ.

Δεν φοβούνται ακόμα εκείνοι που νομίζουν πως έχουν υποστεί όλα τα δεινά του κόσμου κι έχει μαυρίσει το μάτι τους, όπως π.χ. εκείνοι που υφίστανται ήδη βασανιστήρια. (5)

Πρέπει όμως ακόμα να έχουν και κάποια ελπίδα σωτηρίας κι αυτό ακριβώς προκαλεί την αγωνία τους. Απόδειξη ότι όποιος φοβάται σκέπτεται και παίρνει αποφάσεις για πράγματα για τα οποία δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Πρέπει λοιπόν κι ο ρήτορας, όταν έχει συμφέρον να προξενήσει φόβο στους ακροατές του, να τους φέρει σε παρόμοια ψυχική κατάσταση, δηλ. να τους παρασταίνει πως πρόκειται να πάθουν κάτι κακό, επειδή και άλλοι, ισχυρότεροί τους έχουν πάθει τα ίδια. (10) Και να εξιστορεί τι παθαίνουν ή τι έπαθαν, και πώς το κακό τούς ήρθε από κείνους που δεν το περίμεναν και σε μια εποχή που δεν πίστευαν.

Και τώρα που δείξαμε τι είναι φόβος και ποια πράγματα είναι επίφοβα και σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται κείνοι που φοβούνται, απ’ όλα αυτά προκύπτει καθαρά (15) και τι είναι θάρρος και σε ποια πράγματα έχει κανείς θάρρος, καθώς και σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκονται οι θαρραλέοι.

Αλήθεια και το θάρρος είναι το αντίθετο από το φόβο και κείνο που προκαλεί θάρρος είναι το αντίθετο από κείνο που προκαλεί φόβο. Θάρρος λοιπόν είναι η ελπίδα που προέρχεται από την ιδέα ότι ζυγώνει η ώρα της σωτηρίας μας και ότι τα επίφοβα πράγματα, είτε δεν υπάρχουν καθόλου είτε βρίσκονται μακριά μας.Εκείνο που μας δίνει θάρρος είναι η απομάκρυνση του κινδύνου και η προσέγγιση των πραγμάτων που μας παρέχουν ασφάλεια. (20) Και μπορούμε ν’ απαριθμήσουμε ανάμεσα στα πράγματα που μας δίνουν θάρρος και το ότι το κακό είναι δυνατό να επανορθωθεί και το ότι έχουμε βοήθεια ή πολλή ή μεγάλη, ή συγχρόνως και πολλή και μεγάλη.

Επίσης το ότι ούτε έχουμε αδικήσει, ούτε έχουμε αδικηθεί και είτε δεν έχουμε καθόλου ανταγωνιστές, είτε κείνοι που υπάρχουν δεν έχουν τη δύναμη να μας βλάψουν, είτε, ενώ έχουν τη δύναμη, όμως είναι φίλοι μας και μας έχουν ευεργετήσει ή έχουν ευεργετηθεί από μας. Ή ακόμα όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν το ίδιο συμφέρον με μας, ή ισχυροί, ή πολλοί και συγχρόνως ισχυροί.

(25) Εκείνοι που είναι θαρραλέοι βρίσκονται στην ακόλουθη ψυχική κατάσταση. Είτε πιστεύουν ότι έχουν καταφέρει πολλά έως τώρα χωρίς να πάθουν τίποτα, είτε, αν πολλές φορές φτάσανε στο σημείο να πάθουν κακό, διέφυγαν. Επειδή οι άνθρωποι γίνονται άφοβοι, κατά δυο τρόπους. Είτε επειδή έχουν δοκιμάσει τον κίνδυνο, είτε επειδή πάντοτε βρήκαν τον τρόπο να διαφύγουν. Έτσι και στους κινδύνους της ζωής των ναυτικών (30) αποβλέπουν με θάρρος προς το μέλλον, από τη μια όσοι δεν έχουν πείρα, γιατί δεν τους έτυχε καμιά μεγάλη τρικυμία και από την άλλη εκείνοι που, με τη μεγάλη πείρα τους, μάθανε πώς να γλιτώνουν.

Θαρραλέοι είναι ακόμα, όταν αντιμετωπίζουν πράγματα που δεν εμπνέουν φόβο ούτε στους ομοίους των ούτε στους κατωτέρους των, ούτε σε κείνους από τους οποίους θεωρούν ότι είναι ισχυρότεροι. Και θεωρούν πως είναι ισχυρότεροι από κείνους τους οποίους έχουν νικήσει, ή αυτούς τους ίδιους ή ομοίους των ή τους ισχυροτέρους των. Έχουν θάρρος επίσης εκείνοι που πιστεύουν ότι διαθέτουν μεγαλύτερα ή περισσότερα προσόντα (35) και η υπεροχή τους σ’ αυτά τους κάνει επίφοβους.

[1383b] Και τα προσόντα αυτά είναι ο μεγάλος πλούτος, η στρατιωτική δύναμή τους, καθώς και των φίλων τους, η υπεροχή της χώρας και της πολεμικής προετοιμασίας της στο σύνολο ή στα σπουδαιότερα σημεία. Ακόμα θάρρος έχουν όσοι δεν έχουν αδικήσει κανέναν ή δεν έχουν αδικήσει πολλούς ή τέλος δεν έχουν αδικήσει εκείνους τους οποίους φοβούνται. Και γενικά έχουν θάρρος όσοι έχουν την εύνοια των θεών, (5) μ’ όποιον άλλο τρόπο κι αν εκδηλώνεται, και ιδίως άμα προέρχεται από οιωνούς και από χρησμούς.

Αλήθεια, η οργή δίνει θάρρος, το ότι πάλι δεν έχουμε αδικήσει αλλά έχουμε αδικηθεί προκαλεί την οργή και, εξάλλου, πιστεύεται ότι το Θείον βοηθεί εκείνους που αδικούνται. Τέλος έχουν θάρρος όσοι πιστεύουν πως αν επιχειρήσουν κάτι τι θα το επιτύχουν ή τουλάχιστον ότι δεν πρόκειται να πάθουν τίποτα ούτε αμέσως ούτε αργότερα. (10) Έτσι έχουμε εκθέσει όσα έπρεπε για το φόβο και για το θάρρος.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1380b35–1383b10: Λόγος περὶ παθῶν - Φόβος και θάρρος

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΙΣΟΚΡ 5.149–155

Η αποστολή του ρήτορα και το χρέος του Φιλίππου – Ἐπίλογος

Αφού ανέπτυξε την πλούσια επιχειρηματολογία του, για να πείσει τον Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο να αναλάβει την πανελλήνια εκστρατεία εναντίον των Περσών, ο Ισοκράτης φτάνει στο τέλος αυτού του επιστολικού του συγγράμματος.


[149] Ταῦτ’ οὖν ἐξετάσας ἅπαντα καὶ διελθὼν πρὸς
αὑτόν, ἢν μέν τι τῶν εἰρημένων ᾖ μαλακώτερον ἢ κατα-
δεέστερον, αἰτιῶ τὴν ἡλικίαν τὴν ἐμήν, ᾗ δικαίως ἂν
ἅπαντες συγγνώμην ἔχοιεν· ἢν δ’ ὅμοια τοῖς πρότερον
διαδεδομένοις, νομίζειν αὐτὰ χρὴ μὴ τὸ γῆρας τοὐμὸν
εὑρεῖν ἀλλὰ τὸ δαιμόνιον ὑποβαλεῖν, οὐκ ἐμοῦ φροντίζον,
ἀλλὰ τῆς Ἑλλάδος κηδόμενον, καὶ βουλόμενον ταύτην τε
τῶν κακῶν ἀπαλλάξαι τῶν παρόντων καὶ σοὶ πολὺ μείζω
περιθεῖναι δόξαν τῆς νῦν ὑπαρχούσης. [150] οἶμαι δέ σ’
οὐκ ἀγνοεῖν ὃν τρόπον οἱ θεοὶ τὰ τῶν ἀνθρώπων διοι-
κοῦσιν. οὐ γὰρ αὐτόχειρες οὔτε τῶν ἀγαθῶν οὔτε τῶν
κακῶν γίγνονται τῶν συμβαινόντων αὐτοῖς, ἀλλ’ ἑκάστοις
τοιαύτην ἔννοιαν ἐμποιοῦσιν, [151] ὥστε δι’ ἀλλήλων ἡμῖν
ἑκάτερα παραγίγνεσθαι τούτων. οἷον ἴσως καὶ νῦν τοὺς
μὲν λόγους ἡμῖν ἀπένειμαν, ἐπὶ δὲ τὰς πράξεις σὲ τάτ-
τουσι, νομίζοντες τούτων μὲν σὲ κάλλιστ’ ἂν ἐπιστατῆ-
σαι, τὸν δὲ λόγον τὸν ἐμὸν ἥκιστ’ ἂν ὀχληρὸν γενέσθαι
τοῖς ἀκούουσιν. ἡγοῦμαι δὲ καὶ τὰ πεπραγμένα πρότερον
οὐκ ἄν ποτέ σοι γενέσθαι τηλικαῦτα τὸ μέγεθος, εἰ μή τις
θεῶν αὐτὰ συγκατώρθωσεν, [152] οὐχ ἵνα τοῖς βαρβάροις
μόνον τοῖς ἐπὶ τῆς Εὐρώπης κατοικοῦσι πολεμῶν διατε-
λῇς, ἀλλ’ ὅπως ἂν ἐν τούτοις γυμνασθεὶς καὶ λαβὼν
ἐμπειρίαν καὶ γνωσθεὶς οἷος εἶ τούτων ἐπιθυμήσῃς ὧν
ἐγὼ τυγχάνω συμβεβουλευκώς. αἰσχρὸν οὖν ἐστι καλῶς
τῆς τύχης ἡγουμένης ἀπολειφθῆναι καὶ μὴ παρασχεῖν
σαυτὸν εἰς ὃ βούλεταί σε προαγαγεῖν.

[153] Νομίζω δὲ χρῆναί σε πάντας μὲν τιμᾶν τοὺς περὶ
τῶν σοι πεπραγμένων ἀγαθόν τι λέγοντας, κάλλιστα μέντοι
νομίζειν ἐκείνους ἐγκωμιάζειν, τοὺς μειζόνων ἔργων ἢ
τηλικούτων τὴν σὴν φύσιν ἀξιοῦντας, καὶ τοὺς μὴ μόνον
ἐν τῷ παρόντι κεχαρισμένως διειλεγμένους, ἀλλ’ οἵ τινες
ἂν τοὺς ἐπιγιγνομένους οὕτω ποιήσωσι τὰς σὰς πράξεις
θαυμάζειν ὡς οὐδενὸς ἄλλου τῶν προγεγενημένων. πολλὰ
δὲ βουλόμενος τοιαῦτα λέγειν οὐ δύναμαι· τὴν δ’ αἰτίαν
δι’ ἥν, πλεονάκις τοῦ δέοντος εἴρηκα.

[154] Λοιπὸν οὖν ἐστι τὰ προειρημένα συναγαγεῖν, ἵν’
ὡς ἐν ἐλαχίστοις κατίδῃς τὸ κεφάλαιον τῶν συμβεβουλευ-
μένων. φημὶ γὰρ χρῆναί σε τοὺς μὲν Ἕλληνας εὐεργετεῖν,
Μακεδόνων δὲ βασιλεύειν, τῶν δὲ βαρβάρων ὡς πλείστων
ἄρχειν. ἢν γὰρ ταῦτα πράττῃς, ἅπαντές σοι χάριν ἕξουσιν,
οἱ μὲν Ἕλληνες ὑπὲρ ὧν εὖ πάσχουσι, Μακεδόνες δ’ ἢν
βασιλικῶς ἀλλὰ μὴ τυραννικῶς αὐτῶν ἐπιστατῇς, τὸ δὲ
τῶν ἄλλων γένος, ἢν διὰ σὲ βαρβαρικῆς δεσποτείας ἀπαλ-
λαγέντες Ἑλληνικῆς ἐπιμελείας τύχωσι.

[155] Ταῦθ’ ὅπως μὲν γέγραπται τοῖς καιροῖς καὶ ταῖς
ἀκριβείαις, παρ’ ὑμῶν τῶν ἀκουόντων πυνθάνεσθαι
δίκαιόν ἐστιν· ὅτι μέντοι βελτίω τούτων καὶ μᾶλλον ἁρμότ-
τοντα τοῖς ὑπάρχουσιν οὐδεὶς ἄν σοι συμβουλεύσειεν,
σαφῶς εἰδέναι νομίζω.

***
Αφού λοιπόν εξετάσης και εκτιμήσης όλας αυτάς τας απόψεις που σου παρουσίασα, αν ένα μέρος του λόγου μου σου φανή ασθενές ή κατώτερον των προσδοκιών σου, να κατηγορήσης διά τούτο την ηλικίαν μου, διά την οποίαν όλοι ήθελον με συγχωρήσει· εάν δε μερικά σημεία του λόγου μου είναι όμοια προς όσα πρωτύτερα έχω δημοσιεύσει, να νομίζης ότι αυτά δεν τα εύρε το γήρας μου, αλλά μου τα ενέπνευσε κάποιος θεός, όχι διότι φροντίζει δι' εμέ, αλλά διότι φροντίζει διά την Ελλάδα και διότι θέλει και αυτήν να απαλλάξη από τας παρούσας συμφοράς της και σε να περιβάλη με μεγαλυτέραν δόξαν από όσην έχεις τώρα. Νομίζω δε ότι δεν αγνοείς κατά ποίον τρόπον οι θεοί ρυθμίζουν τας υποθέσεις των ανθρώπων. Διότι δεν δίδουν ενεργούντες με τα ίδια τα χέρια των ούτε τα αγαθά, ούτε τα κακά εις τους ανθρώπους, αλλ' εμπνέοντες εις έκαστον εξ ημών σκέψεις, αι οποίαι μας καθιστούν τους μεν διά τους δε δημιουργούς των αγαθών τούτων ή των κακών. Όπως ίσως και τώρα εις εμέ μεν ανέθεσαν οι θεοί την αποστολήν να ομιλώ, εις σε δε να εκτελέσης τας συμβουλάς μου, διότι προέβλεψαν ότι συ θα διηύθυνες κατά τον πλέον ένδοξον τρόπον τας υποθέσεις της Ελλάδος, και ο λόγος μου θα ήτο ελάχιστα ενοχλητικός εις αυτούς που τον ακούουν. Νομίζω ότι και τα προηγούμενα κατορθώματά σου δεν θα ήσαν μεγάλα κατά το μέγεθος, αν δεν εβοήθει κάποιος από τους θεούς, όχι διά να πολεμής διαρκώς κατά των βαρβάρων που κατοικούν εις την Ασίαν, αλλά διά να επιδιώξης αυτά που σε συμβουλεύω, αφού ασκηθής προηγουμένως εις τον πόλεμον αυτόν, αποκτήσης πείραν και δειχθής τοιούτος οποίος είσαι. Διότι είναι αισχρόν, ενώ η τύχη βαδίζει, τρόπον τινά, έμπροσθέν σου και σε οδηγεί προς την δόξαν, συ να μείνης οπίσω και να μη προσφέρης τον εαυτόν σου εις τα πεπρωμένα, εις τα οποία αύτη θέλει να σε οδηγήση.

Νομίζω ότι έχεις υποχρέωσιν όλους μεν να τιμάς, όσοι λέγουν κάτι καλόν διά τα κατορθώματά σου, να νομίζης δε ότι άριστα επαινούν εκείνοι που κρίνουν την ιδιοφυΐαν σου αξίαν να επιτελέση ακόμη μεγαλύτερα κατορθώματα από αυτά που κατώρθωσες και εκείνοι που δεν ομιλούν διά το παρόν μόνον διά να σε ευχαριστήσουν, αλλ' οι οποίοι θα κάμουν τους μεταγενεστέρους να θαυμάζουν τόσον πολύ τας πράξεις σου, όσον δεν θαυμάζουν τας πράξεις κανενός άλλου εκ των προγενεστέρων. Ενώ δε επιθυμώ να λέγω πολλά τοιαύτα, δεν δύναμαι να το κάμω· και την αιτίαν τούτου έχω είπει περισσότερον συχνά από ό,τι έπρεπε.

Υπολείπεται τώρα να ανακεφαλαιώσω όσα είπον προηγουμένως, διά να έχης προ οφθαλμών όσον το δυνατόν εν συντομία το σύνολον των συμβουλών μου. Λέγω λοιπόν ότι έχεις υποχρέωσιν να ευεργετής τους Έλληνας, να είσαι βασιλεύς των Μακεδόνων και να υποτάξης υπό την εξουσίαν σου όσον το δυνατόν περισσοτέρους βαρβάρους. Αν τα κατορθώσης αυτά, όλοι θα σου χρεωστούν ευγνωμοσύνην, οι μεν Έλληνες διά τας ευεργεσίας που θα τους προσφέρης, οι Μακεδόνες, διότι θα τους κυβερνάς ως βασιλεύς και ουχί ως τύραννος, οι δε άλλοι λαοί, διότι εξ αιτίας σου θα απαλλαγούν από την βαρβαρικήν τυραννίαν και θα κυβερνώνται επί τη βάσει των ελληνικών νόμων και εθίμων. Κατά πόσον λοιπόν αυτά, που έχω είπει, είναι σύμφωνα προς τας περιστάσεις και τας δυσκολίας που προέρχονται εκ των περιστάσεων τούτων, δίκαιον είναι να ζητήσω να μάθω από σας που ακούετε τώρα τον λόγον μου· νομίζω όμως ότι έχω σαφή συνείδησιν, ότι κανείς δεν ήθελε σου δώσει συμβουλάς ωφελιμωτέρας και περισσότερον αρμοζούσας προς τα γεγονότα, εν μέσω των οποίων ζώμεν.