Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (11.737-11.803)

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Πυλίων καὶ Ἐπειῶν ἔπλετο νεῖκος,
πρῶτος ἐγὼν ἕλον ἄνδρα, κόμισσα δὲ μώνυχας ἵππους,
Μούλιον αἰχμητήν· γαμβρὸς δ᾽ ἦν Αὐγείαο,
740 πρεσβυτάτην δὲ θύγατρ᾽ εἶχε ξανθὴν Ἀγαμήδην,
ἣ τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει εὐρεῖα χθών.
τὸν μὲν ἐγὼ προσιόντα βάλον χαλκήρεϊ δουρί,
ἤριπε δ᾽ ἐν κονίῃσιν· ἐγὼ δ᾽ ἐς δίφρον ὀρούσας
στῆν ῥα μετὰ προμάχοισιν· ἀτὰρ μεγάθυμοι Ἐπειοὶ
745 ἔτρεσαν ἄλλυδις ἄλλος, ἐπεὶ ἴδον ἄνδρα πεσόντα
ἡγεμόν᾽ ἱππήων, ὃς ἀριστεύεσκε μάχεσθαι.
αὐτὰρ ἐγὼν ἐπόρουσα κελαινῇ λαίλαπι ἶσος,
πεντήκοντα δ᾽ ἕλον δίφρους, δύο δ᾽ ἀμφὶς ἕκαστον
φῶτες ὀδὰξ ἕλον οὖδας ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ δαμέντες.
750 καί νύ κεν Ἀκτορίωνε Μολίονε παῖδ᾽ ἀλάπαξα,
εἰ μή σφωε πατὴρ εὐρὺ κρείων ἐνοσίχθων
ἐκ πολέμου ἐσάωσε, καλύψας ἠέρι πολλῇ.
ἔνθα Ζεὺς Πυλίοισι μέγα κράτος ἐγγυάλιξε·
τόφρα γὰρ οὖν ἑπόμεσθα διὰ σπιδέος πεδίοιο,
755 κτείνοντές τ᾽ αὐτοὺς ἀνά τ᾽ ἔντεα καλὰ λέγοντες,
ὄφρ᾽ ἐπὶ Βουπρασίου πολυπύρου βήσαμεν ἵππους
πέτρης τ᾽ Ὠλενίης, καὶ Ἀλησίου ἔνθα κολώνη
κέκληται· ὅθεν αὖτις ἀπέτραπε λαὸν Ἀθήνη.
ἔνθ᾽ ἄνδρα κτείνας πύματον λίπον· αὐτὰρ Ἀχαιοὶ
760 ἂψ ἀπὸ Βουπρασίοιο Πύλονδ᾽ ἔχον ὠκέας ἵππους,
πάντες δ᾽ εὐχετόωντο θεῶν Διὶ Νέστορί τ᾽ ἀνδρῶν.
ὣς ἔον, εἴ ποτ᾽ ἔον γε, μετ᾽ ἀνδράσιν. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς
οἶος τῆς ἀρετῆς ἀπονήσεται· ἦ τέ μιν οἴω
πολλὰ μετακλαύσεσθαι, ἐπεί κ᾽ ἀπὸ λαὸς ὄληται.
765 ὦ πέπον, ἦ μὲν σοί γε Μενοίτιος ὧδ᾽ ἐπέτελλεν
ἤματι τῷ ὅτε σ᾽ ἐκ Φθίης Ἀγαμέμνονι πέμπε.
νῶϊ δέ τ᾽ ἔνδον ἐόντες, ἐγὼ καὶ δῖος Ὀδυσσεύς,
πάντα μάλ᾽ ἐν μεγάροις ἠκούομεν ὡς ἐπέτελλε.
Πηλῆος δ᾽ ἱκόμεσθα δόμους εὖ ναιετάοντας
770 λαὸν ἀγείροντες κατ᾽ Ἀχαιΐδα πουλυβότειραν.
ἔνθα δ᾽ ἔπειθ᾽ ἥρωα Μενοίτιον εὕρομεν ἔνδον
ἠδὲ σέ, πὰρ δ᾽ Ἀχιλῆα· γέρων δ᾽ ἱππηλάτα Πηλεὺς
πίονα μηρία καῖε βοὸς Διὶ τερπικεραύνῳ
αὐλῆς ἐν χόρτῳ· ἔχε δὲ χρύσειον ἄλεισον,
775σπένδων αἴθοπα οἶνον ἐπ᾽ αἰθομένοις ἱεροῖσι.
σφῶϊ μὲν ἀμφὶ βοὸς ἕπετον κρέα, νῶϊ δ᾽ ἔπειτα
στῆμεν ἐνὶ προθύροισι· ταφὼν δ᾽ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεύς,
ἐς δ᾽ ἄγε χειρὸς ἑλών, κατὰ δ᾽ ἑδριάασθαι ἄνωγε,
ξείνιά τ᾽ εὖ παρέθηκεν, ἅ τε ξείνοις θέμις ἐστίν.
780 αὐτὰρ ἐπεὶ τάρπημεν ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος,
ἦρχον ἐγὼ μύθοιο, κελεύων ὔμμ᾽ ἅμ᾽ ἕπεσθαι·
σφὼ δὲ μάλ᾽ ἠθέλετον, τὼ δ᾽ ἄμφω πόλλ᾽ ἐπέτελλον.
Πηλεὺς μὲν ᾧ παιδὶ γέρων ἐπέτελλ᾽ Ἀχιλῆϊ
αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων·
785 σοὶ δ᾽ αὖθ᾽ ὧδ᾽ ἐπέτελλε Μενοίτιος, Ἄκτορος υἱός·
“τέκνον ἐμόν, γενεῇ μὲν ὑπέρτερός ἐστιν Ἀχιλλεύς,
πρεσβύτερος δὲ σύ ἐσσι· βίῃ δ᾽ ὅ γε πολλὸν ἀμείνων.
ἀλλ᾽ εὖ οἱ φάσθαι πυκινὸν ἔπος ἠδ᾽ ὑποθέσθαι
καί οἱ σημαίνειν· ὁ δὲ πείσεται εἰς ἀγαθόν περ.”
790 ὣς ἐπέτελλ᾽ ὁ γέρων, σὺ δὲ λήθεαι· ἀλλ᾽ ἔτι καὶ νῦν
ταῦτ᾽ εἴποις Ἀχιλῆϊ δαΐφρονι, αἴ κε πίθηται.
τίς δ᾽ οἶδ᾽ εἴ κέν οἱ σὺν δαίμονι θυμὸν ὀρίναις
παρειπών; ἀγαθὴ δὲ παραίφασίς ἐστιν ἑταίρου.
εἰ δέ τινα φρεσὶν ᾗσι θεοπροπίην ἀλεείνει
795 καί τινά οἱ πὰρ Ζηνὸς ἐπέφραδε πότνια μήτηρ,
ἀλλὰ σέ περ προέτω, ἅμα δ᾽ ἄλλος λαὸς ἑπέσθω
Μυρμιδόνων, αἴ κέν τι φόως Δαναοῖσι γένηαι·
καί τοι τεύχεα καλὰ δότω πόλεμόνδε φέρεσθαι,
αἴ κέ σε τῷ εἴσκοντες ἀπόσχωνται πολέμοιο
800 Τρῶες, ἀναπνεύσωσι δ᾽ ἀρήϊοι υἷες Ἀχαιῶν
τειρόμενοι· ὀλίγη δέ τ᾽ ἀνάπνευσις πολέμοιο.
ῥεῖα δέ κ᾽ ἀκμῆτες κεκμηότας ἄνδρας ἀϋτῇ
ὤσαισθε προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.»

***
Αλλ᾽ όταν Πύλιοι κι Επειοί πιασθήκαν εις την μάχην,
τον Μούλιον πολεμιστήν εφόνευσα εγώ πρώτος
κι επήρα και τους ίππους του· κι είχεν αυτός την πρώτην
740 του Αυγείου κόρην την ξανθήν, που ελέγετο Αγαμήδη,
κι εγνώριζ᾽ όσα βότανα της γης το πλάτος τρέφει.
Ως έρχονταν τον κτύπησα μ᾽ ακόντι και στο χώμα
έπεσε κι εγώ πήδησα στ᾽ αμάξι, και στους πρώτους
πολεμιστάς εστήθηκα· κι ευθύς εσκορπισθήκαν
745 οι μεγαλόψυχοι Επειοί καθώς έπεσ᾽ εκείνος
που των ιππέων αρχηγός επρώτευε στην μάχην.
Και όρμησα επάνω τους ευθύς, ως μαύρη ανεμοζάλη,
πενήντα επήρ᾽ αμάξια τους και από καθένα δύο
άνδρες έκαμε η λόγχη μου το χώμα να δαγκάσουν.
750 Και ακόμα τους Μολίονας θα εφόνευ᾽ αλλ᾽ ο μέγας
ο Ποσειδών πατέρας των τους έσκεπε με ομίχλην.
Νίκην τότ᾽ έδωκεν ο Ζευς μεγάλην των Πυλίων·
ότι τους κυνηγούσαμε, φονεύαμε τους άνδρες,
τα όπλα τους επαίρναμε, μέσ᾽ από την πεδιάδα,
755 όσον οπού ανεβήκαμεν εις τα Βουπράσια μέρη
εις τον Ωλένιον κρημνόν, στον λόφον του Αλεισίου·
εκείθεν γύρισ᾽ η Αθηνά τα πλήθη κι έναν άνδρα
ύστερον άφησα νεκρόν· τότ᾽ οι Αχαιοί τους ίππους
απ᾽ τον Βουπράσιον αγρόν εστρέψαν προς την Πύλον,
760 και μ᾽ ένα στόμα ολόκληρος λαός υμνολογούσε
τον Νέστορα από τους θνητούς και απ᾽ τους θεούς τον Δία.
Ιδού πώς ανδραγάθιζα με τους ανδρειωμένους.
Αλλ᾽ ο Αχιλλεύς θα χαίρεται την αρετήν του μόνος·
αχ! όταν ο λαός χαθεί πολύ και αργά θα κλαύσει.
765 Θυμήσου ό,τι ο Μενοίτιος σου πρόσταξε, ω γλυκέ μου,
όταν στον Αγαμέμνονα σε έστελνε απ᾽ την Φθίαν.
Και όλα τ᾽ ακούσαμεν εγώ και ο θείος Οδυσσέας,
στο δώμα οπότ᾽ εφθάσαμε το μέγα του Πηλέως,
ενώ της Αχαιίδος γης συνάζαμεν τα πλήθη.
770 Κει εβρήκαμε τον ήρωα Μενοίτιον και σένα·
σιμά σας ήτ᾽ ο Αχιλλεύς· και ο γέρος ο Πηλέας
του μόσχου τα παχιά μεριά στον βροντητήν Κρονίδην
έκαιε μέσα εις την αυλήν, και με χρυσό ποτήρι
σπόνδιζε το γλυκό κρασί στες προσφορές που εκαίαν.
775 Κι ενώ εσυγυρίζατε τα κρέατα, μας είδεν
ο Αχιλλέας στα πρόθυρα· μας πήρε από το χέρι,
μας είπε να καθίσουμε κι έβαλε αυτός εμπρός μας
το φίλεμα που δίδεται του ξένου, ως θέλ᾽ η τάξις.
Και την τροφήν και το πιοτόν άμ᾽ εχαρήκαμ΄ όλοι,
780 τον λόγον πρώτος άρχισα και σας παρακινούσα
να μας ακολουθήσετε· και πρόθυμοι σεις ήσθε,
και τότε οι δυο πατέρες σας πολλά σας συμβουλεύαν.
Και του Αχιλλέως σύσταινεν ο γέροντας Πηλέας
πάντοτε μέγας να φανεί και των Αργείων πρώτος·
785 κι εσένα ιδού τι σύσταινεν ο γέρος σου πατέρας:
«Παιδί μου, αν ο Αχιλλεύς στο γένος σε υπερβαίνει,
και στην ανδρείαν, είσαι συ στα χρόνια ανώτερός του.
Αλλ᾽ ό,τι χρήσιμον σκεφθείς, συ βάλε το στον νουν του,
εύμορφα και προς το καλόν τους λόγους σου θα στέργει».
790 Τούτα, και συ τα λησμονείς, που σύσταινεν ο γέρος.
Με τούτα τώρα πάσχισε να πείσεις τον Πηλείδην.
Ποιος ξέρει μην ο λόγος σου, μ᾽ ενός θεού την χάριν,
του συγκινήσει την ψυχήν; Καλός του φίλου ο λόγος.
Κι εάν στον νουν του έχει χρησμόν που να τον εμποδίζει,
795 οπού η μητέρα του η θεά του ανάφερε απ᾽ τον Δία,
ας ξαναστείλει καν εσέ και οι Μυρμιδόνες όλοι
ας έλθουν, ώστε φως εσύ των Δαναών να γίνεις.
Και να σου δώσει να φορείς στην μάχην τ᾽ άρματά του,
ίσως φανείς πως είσαι αυτός και αποσυρθούν οι Τρώες,
800 απ᾽ τον αγών᾽ ανασασμόν οι Δαναοί να λάβουν
κι είναι τ᾽ ανάσαμα καλόν όσον μικρόν και αν είναι.
Κι εύκολα σεις ακούραστοι τα κουρασμένα πλήθη
θα διώξτε προς την πόλιν τους απ᾽ τα γοργά καράβια».

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο σύγχρονος κόσμος οφείλει σχεδόν τα πάντα στους Έλληνες. Αυτοί προσδιόρισαν για πρώτη φορά τις κατηγορίες σκέψης που έχουμε ως σήμερα, διαμόρφωσαν τα κυριότερα πνευματικά μας εργαλεία και έδωσαν συγκεκριμένο περιεχόμενο στις αρχές της ηθικής μας. Γενικότερα, ανακάλυψαν την επιστημονική έρευνα διατυπώνοντας τα πρώτα ερωτήματα και προσπάθησαν να τα απαντήσουν, με επιτυχία σε ικανοποιητικό βαθμό. Ανύψωσαν όλες τις μορφές της τέχνης τόσο, ώστε όλα τα σύγχρονά της ρεύματα να πηγάζουν απ’  την ελληνική τέχνη. 

Στην κοινή κληρονομιά, που οι στοχαστές και οι καλλιτέχνες έκαναν να καρποφορήσει στη διάρκεια 15 αιώνων με διαφορετικά αποτελέσματα, κανείς δεν αμφισβητεί τον πρωταρχικό ρόλο που έπαιξε ο Ελληνισμός. 

Γι’ αυτό οι σύγχρονοί μας αισθάνονται μεγάλο ενδιαφέρον για έναν λαό, στον πολιτισμό του οποίου οφείλουμε τόσα πολλά. Το ενδιαφέρον αυτό μπορεί να ικανοποιηθεί απόλυτα, αφού οι πηγές που μας αποκαλύπτουν την Αρχαία Ελλάδα είναι ιδιαίτερα πλούσιες και ποικίλες. 

Η Ελληνική γλώσσα αντιπροσωπεύεται από λογοτεχνικά κείμενα που χρονολογούνται χωρίς διακοπή από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα. Η πρόσφατη αποκρυπτογράφηση των μυκηναϊκών πινακίδων επιτρέπει να ανέβουμε τουλάχιστον ως τον 15ο αιώνα π.Χ. Καμιά άλλη ανθρώπινη γλώσσα δεν προσφέρει για μελέτη μια τόσο πλούσια λογοτεχνία που εκτείνεται σε μια τόσο μακριά περίοδο της Ιστορίας. 

Παράλληλα με τις γραπτές πηγές η αρχαιολογία προσφέρει για την Ελλάδα μια πλούσια πληροφόρηση και τα μνημεία που μελετάει δεν αποτελούν μαρτυρίες μόνο για τον Ελληνικό Πολιτισμό, αλλά περιέχουν και αισθητικές αξίες μεγάλου διαμετρήματος. 

Επιπλέον, ένα στοιχείο ένα στοιχείο εξίσου σημαντικό είναι και το ότι η ίδια η χώρα όπου έζησαν και δημιούργησαν οι Έλληνες μας είναι και σήμερα προσιτή. Ξαναβρίσκουμε στον ελληνικό χώρο τα ίδια τοπία που έβλεπαν ο Όμηρος, ο Σοφοκλής ή ο Πλάτων. 

Πρόθεση του κειμένου είναι να προσφέρει στον αναγνώστη μια θεώρηση περιεκτική των βασικών όψεων του Ελληνικού Πολιτισμού σε προσιτή μορφή. 

Φαίνεται ότι όλα ή σχεδόν όλα δεν εξηγούνται με βάση την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και του κλίματος. Οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία τους και επωφελούνται από τις γεω­γραφικές συνθήκες, ανάλογα με την επιμονή και τη φαντασία τους. Είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες αυτές διευκολύνουν το έργο τους και βοηθούν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των λαών. Όποιος επισκέφθηκε την Ελ­λάδα και το περιβάλλον της δεν αμφιβάλλει ότι αυτή η περιοχή της Με­σογείου άσκησε στους αρχαίους της κατοίκους την καλύτερη επί­δραση. Αν για τους σύγχρονους, πού διαθέτουν πάρα πολλά μέσα για να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις του εδάφους και τις κλιματολογικές δυ­σκολίες, η γοητεία του κόσμου του Αιγαίου εξακολουθεί να είναι τόσο ισχυρή, τί θα ήταν στην εποχή που η εξάρτηση του ανθρώπου από τις φυσικές συνθήκες ήταν πολύ πιο αισθητή από ό,τι σήμερα;

Ο Έρωτας που σού διαφεύγει

Παραπλανημένοι «σοφοί»...

Λένε, πως αν χάσεις την αγάπη μιας γυναίκας, αν δεν πετύχεις στην αγάπη, γίνεσαι φιλόσοφος… με δικά μου λόγια.

Λένε… Άνδρες λένε. Άνδρες έχουν βγάλει τις περισσότερες ρήσεις.

Τραγικό!

Μόνος, μπορείς να φτάσεις μόνο μέχρι το κατώφλι της ψυχής σου. Δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, να εισέλθεις. Είναι αδύνατον!

Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο τίποτα που να ελευθερώνει πραγματικά, από την αληθινή αγάπη μιας θαρραλέας γυναίκας. Τίποτα δεν θα αντικαταστήσει ποτέ αυτή την ιερή ένωση που δίνει φτερά και στους δυο, που δημιουργεί κόσμους καινούργιους.

Έγινες ανέραστος, υποτίμησες τον έρωτα, έμεινες μισός. Αναγκαστικά!

Δημιουργείς ψευδαισθήσεις, στήνεις βάθρα, για τον εαυτού σου επιβάλλοντάς τα όπου μπορείς και αισθάνεσαι ισχυρός, για να μη βλέπεις την πραγματική αδυναμία σου.

Έχεις παγιδευτεί.

Κάπου στην πορεία δείλιασες, χάθηκες. Πίστεψες πως μόνος μπορείς. Έγινες «σπουδαίος» με επίπλαστα ενδύματα για να σκεπάζεις τη γύμνια σου από τα μάτια σου.

Νόμισες πως νίκησες τον Έρωτα, αλλά σε νίκησε η πλάνη σου.

Τίποτα δεν υπάρχει ανώτερο από τον Έρωτα!

Χρειάζεσαι τη Γυναίκα για να δώσεις πνοή και βάθος, έμπνευση και ουσία στα λόγια σου. Αυτή χρειάζεται έναν πραγματικό Άνδρα για να βάλει τάξη και κατανόηση στα χαοτικά λόγια της. Η ένωση τους αυτή είναι και θα παραμείνει πάνω από κάθε περιγραφή, καθώς οι δυο τους δημιουργούν τον κόσμο τους. Έναν κόσμο στον οποίο εισέρχονται μόνο οι όμοιοι τους.

Αυτός τη στηρίζει, την προστατεύει, της επιτρέπει να είναι απόλυτα και αποκαλυπτικά ο Εαυτός της. Αυτή τον οδηγεί με τρυφερότητα και θαυμασμό για το θάρρος του, στα τρίσβαθα της ψυχής του.

Αυτός επιτρέπει στο πνεύμα της να ανοίξει φτερά, αυτή κλείνει με τα δάκρια της τις πληγές του.

Όλα παραμένουν μισά, αθέατα, πριν από μια τέτοια ολιστική ένωση που δεν έχει προηγούμενο, ούτε επόμενο.

Την φοβάσαι. Δειλιάζεις. Νομίζεις πως μπορείς να την αντικαταστήσεις με κάτι προσωρινό, που έφτιαξες εσύ, μόνος σου, μέσα στο μυαλό σου. Όλα θα σου θυμίζουν πως δεν μπορείς, χωρίς να είσαι πρόθυμος να το δεις.

Αυτό θα σε οδηγούσε σε πλήρη γκρέμισμα του εαυτού σου. Κάτι που δεν έχεις την τόλμη να επιτρέψεις, να αναλάβεις.

Είχες τις ευκαιρίες σου. Τις γκρέμισες. Είχες περισσότερο ανάγκη να διατηρήσεις την εξουσία σου, την κυριαρχία. Ποτέ δεν μπορείς όμως να επιβληθείς στον Έρωτα!

Είναι μόνο για τους θαρραλέους, μόνο για τους αληθινά πρόθυμους. Δεν έχεις καν ιδέα τι είναι, εφόσον έχεις δημιουργήσει άπειρους φιλοσόφους (τώρα έχεις γίνει ένας από αυτούς για να αυτό-ορίζεσαι) που σού έχουν ήδη υπαγορεύσει τι είναι. Κι εσύ πίστεψες. Για να υποστηρίξεις τους ομοίους σου.

Καημένο ανθρωπάκι! Δεν ορίζεις τον Έρωτα. Δεν τον κλειδώνεις στις δικές σου ιδέες και προσδοκίες. Δεν τον βάζεις σε πλαίσια και λόγια για να ικανοποιείς την ανάγκη σου να ελέγχεις τον κόσμο σου.

Σε βρίσκει αυτός. Σού χτυπάει την πόρτα όταν δεν το περιμένεις, αλλά έχεις προετοιμαστεί κατάλληλα και ουσιαστικά. Δεν μπορείς να μην ανοίξεις γιατί δεν το αντιλαμβάνεσαι καν! Ακόμα και τον «κεραυνοβόλο έρωτα» που περιγράφουν τα βιβλία σου, δεν τον αναγνωρίζεις, δεν τον ελέγχεις, ενώ τον έχεις αναγκαστικά υποτιμήσει για να διατηρείς την επίπλαστη γνώση σου.

Πάντα μισή… πάντα έξω από την ιερή ένωση που θεοποίησε το «κυρίαρχο αρσενικό» ενώ δημιούργησες θύματα που σε υπηρετούν από τις υποταγμένες γυναίκες που μαζεύεις γύρω σου.

Πάντα ο Έρωτας θα σού χαλάει τα σχέδια! Μόνο αν ήσουνα πραγματικό Αρσενικό θα το επέτρεπες αυτό, ενώ παράλληλα θα είχες κατακτήσει την πραγματική κυριαρχία του Εαυτού σου. Τι να σου λέω τώρα…

Σού μιλάω για τελείως άλλους κόσμους από αυτούς που είσαι ικανός να αντιληφθείς, πνιγμένος με τις σοφιστείες σου που όμως δεν έχουν πνοή, στερούνται Ζωής, παραμένουν μουντές και επιβλητικές.

Γιατί ο Έρωτας θολώνει τα όρια που επιμένεις να διατηρείς. Γκρεμίζει τα τείχη που έχεις ανάγκη να στήνεις. Δεν υπάρχει το «εδώ σταματάει ο ένας και εκεί αρχίζει ο άλλος». Το σώμα του γίνεται προέκταση του δικού σου και αντίστροφα. Χωρίς κτήση! Στην ψυχή του τολμάς να εισχωρείς όπως και στη δική σου, ό,τι κι αν συναντήσεις εκεί. Το πνεύμα του το θαυμάζεις, το καμαρώνεις καθώς πετά ελεύθερο, αδέσμευτο, μαζί με το δικό σου.

Δεν υπάρχει άλλος, λιγότερος Έρωτας. Δεν τον συναντάς προτού γκρεμίσεις τον ψεύτικο, «σοφό» εαυτό σου.

Μέχρι τότε, θα παραμένεις δέσμιος του αρσενικού που δεν κατάφερες να γίνεις, θα υποτιμάς γιατί φοβάσαι το θηλυκό που απέρριψες...

Χωρίς να καταλαβαίνεις, ενώ θα πιστεύεις πως γνωρίζεις. Οι υποστηρικτές σου, που πάντα θα είναι πολλοί, θα παραμένουν η μόνη σου απόδειξη πως είσαι σωστός, ενώ θα παραμένεις μισός.

Έχω κι άλλα πολλά να πω... αλλά όχι σε σένα...

Ο ουτοπικός μύθος του έρωτα

Υπάρχει ένας ουτοπικός μύθος. Μια ωραιοποιημένη θεωρία που αγγίζει δειλά την πραγματικότητα και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, μέσα από τα παραμύθια. Ο μύθος του ιδανικού έρωτα.

Μεγαλώνουμε πιστεύοντας πως σαν βρούμε το ταίρι μας, τα προβλήματα μας θα λυθούν σχεδόν δια μαγείας. Η ευτυχία θα μας κατακλύσει, η ψυχή μας θα ηρεμήσει και η καθημερινότητα μας θα γαληνέψει.. Ζώντας αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας αναζητώντας εκείνον τον άνθρωπο που θα μας λυτρώσει. Τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο, που θα μας πάρει μακρυά από τη μιζέρια μας. Ή την πριγκίπισσα που είναι φυλακισμένη στο κάστρο και περιμένει κάποιον να την σώσει, ώστε να ζήσουν μια ζωή ονειρεμένη.

Η ανυπομονησία υποσυνείδητα μας ωθεί να εναποθέτουμε εύκολα τις ελπίδες μας, σχεδόν σε όποιον βρεθεί μπροστά μας. Σε κάποιον που τηρεί φαινομενικά έστω και λίγες από τις προϋποθέσεις μας. Εθελοτυφλώντας, βλέποντας ότι η ανάγκη μας προστάζει.

Με την πάροδο του χρόνου όταν η γύμνια των ψυχών επικρατεί και η ύλη αδυνατεί να θαμπώνει άλλο πια, συχνά βλέπουμε ποσό μακρυά είμαστε ο ένας από τον άλλον.. Αλλά κυρίως, πόσο μακριά είμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Καταλήγοντας μετά από καιρό και πάλι μόνοι. Μόνοι, όντας ακόμα και μέσα σε δεσμά σχέσης ή γάμου. Η μοναξιά άλλωστε δεν διστάζει να κυριαρχήσει ακόμα και στις πιο «γεμάτες», φαινομενικά ευτυχισμένες εικόνες.

Συναντάμε κάπου στο μέλλον, τον εαυτό μας κουλουριασμένο σε μια γωνιά του χρόνου, προδομένοι από τα όνειρα μας, πληγωμένοι. Μαζεύοντας τα συντρίμμια μας, μόνο και μόνο για να βρούμε το κουράγιο να ψάξουμε τον επόμενο σύντροφο. Γυρεύοντας με ατέρμονη ελπίδα την αλήθεια του μύθου..

Ανασηκώνουμε τους ώμους, φοράμε με ευκολία την μάσκα που μαγικά καλύπτει όσα θέλουμε να κρύψουμε. Τον πόνο, την θλίψη, τα άλυτα θέματα που κουβαλάμε, αλλά σπάνια θυσιάζουμε τον χρόνο μας ή εκμηδενίζουμε το εγώ μας, για να τα αντιμετωπίσουμε. Ό,τι μας βαραίνει, το θάβουμε μέσα μας. Αγνοώντας πως κάποια στιγμή, όλα θα φανερωθούν, όμως γιγαντωμένα και θα μας στοιχειώσουν.

Πεπεισμένοι πως σύντομα θα βρούμε τον άνθρωπο που η ζωή μας χρωστάει, μετά από τόσες δυσκολίες. Εκείνον που επιτέλους, όπως θελουμε να πιστεύουμε, θα μπορέσει να μας φέρει την λησμονημένη ευτυχία και να εξαγνίσει μια για πάντα όλο όσα μέσα μας καταχωνιάσαμε.

Ο φαύλος κύκλος όμως αυτός θα επαναλαμβάνεται εωσότου λάβουμε το μάθημα που υποβόσκει μέσα από τις πληθώρες παρεμφερείς εμπειρίες. Το δίδαγμα που διάπλατα φωνάζει πως πρέπει να αφοσιωθούμε κυρίως σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και όχι σε μια διαρκή αναζήτησή συντρόφων ή συλλογή εραστών, εμμονικά καλύπτοντας κενά που η ματαιοδοξία και η παροδικότατα ανοίγει.

Όλα όσα χρειαζόμαστε βρίσκονται μέσα μας. Η ολοκλήρωση μας και η ευτυχία μας, δεν υποβόσκουν σε κάποιον άλλον. Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, μονάχα εμείς τον ίδιο μας τον εαυτό.

Με τον σωστό για εμάς άνθρωπο δίπλα μας, η πορεία μας θα γίνει πιο εύκολη, εφόσον ο ένας θα βρίσκεται δίπλα στον άλλον ουσιαστικά. Εφόσον θα υπάρχει ένα χέρι να μας αγγίζει τρυφερά, ένας ωμός να ακουμπάμε τις πίκρες μας, ένα κορμί να υπερασπίζεται την έξαψη μας..

Όμως, όσο ιδανικός για εμάς και αν τύχει να είναι ο άνθρωπος με τον οποίο θα συναντηθούμε…

Αν εμείς δεν είμαστε καλά με τον εαυτό μας…

Αν εμείς δεν έχουμε βρει τον δρόμο μας… Αν δεν έχουμε ισορροπίσει μέσα μας..

Αν δεν γνωρίζουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι η ψυχή μας αναζητάει… Αργά ή γρήγορα οι σκιές μας θα προφτάσουν να καλύψουν την πλάνη μας. Και οι μπόρες από τα μαύρα αυτά σύννεφα θα ξεπλύνουν τα ψεύτικα στολίδια.

Καλούμαστε να δούμε ξάστερα μέσα μας. Να κοιτάξουμε την υπόσταση μας. Να ξεγυμνωθούμε από την ύλη που μας περιβάλει και μας ντύνει, παραπλανώντας. Να μάθουμε τους εαυτούς μας. Να μην δειλιάζουμε, όσο δύσκολο και να είναι, να μην τρομάξουμε.

Η μεγαλύτερη αρετή, «γνώθι σαυτόν».

Μονάχα όταν πλησιάσουμε τον εαυτό μας, ίσως καταφέρουμε να επιλέξουμε σωστά τον άνθρωπο που θα μπορέσει να σταθεί δίπλα μας ή θα μπορέσουμε αν τον έχουμε βρει, να τον κρατήσουμε κοντά μας. Μονάχα τότε θα νιώσει το αγνό κάλεσμα μας και οι ψυχές θα μπορέσουν με καθαρότητα να σμίξουν.

Καταλήξαμε να μας ελέγχουν τα πάθη μέσα από όσα η κοινωνία προστάζει και παραγκωνίσαμε την φωνή της καρδιάς και της ψυχής.

Ας πάψουμε να θυσιάζουμε ψυχές στον βωμό των παθών…

Ο Μύθος του “Νορμάλ”

Το οποίο σημαίνει ότι νομίζουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι ‘νορμάλ’ από την μία μεριά, και ύστερα από την άλλη έχουμε τους παθολογικoύς που έχουν κατάθλιψη, και άγχος ή εθισμό ή σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή ή Ελλειμματική Προσοχή ή οποιαδήποτε άλλη πάθηση.

Αυτό που βλέπω εγώ είναι ένα συνεχές. Ότι είμαστε όλοι (σε) ένα συνεχές. Αυτά τα γνωρίσματα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είναι παρόντα σχεδόν σε οποιονδήποτε. Και είναι ένας μύθος να πιστεύεις ότι υπάρχουν οι κανονικοί και οι μη.

Λοιπόν, σύμφωνα με μία έρευνα το καλύτερο μέρος αν είσαι σχιζοφρενής δεν είναι η Βόρεια Αμερική με όλη αυτή την φαρμακοποιία. Στην πραγματικότητα είναι ένα χωριό στην Αφρική ή την Ινδία. Όπου υπάρχει αποδοχή. Όπου οι άνθρωποι “κάνουν χώρο” για τη διαφορετικότητα σου. Όπου η σύνδεση-σχέση δεν είναι αποκομμένη αλλά διατηρείται. Όπου ούτε αποκλείεσαι ή σε εκμεταλλεύονται αλλά είσαι ευπρόσδεκτος.

Θέλω να πω, ότι υπάρχει χώρος για σένα να συμπεριφερθείς με τον τρόπο που θες να συμπεριφερθείς. Ή να εκφράσεις αυτό που θέλεις να εκφράσεις. Και ακόμα και ολόκληρη η κοινότητα μπορεί να τραγουδήσει μαζί σου ή να ζητωκραυγάσει ή να σε αγκαλιάσει. Και ίσως βρει κάποια σημασία στην αποκαλούμενη “τρέλα” σου. Οπότε, έχει βάση και είναι πολιτισμικό.

Λοιπόν, οι ασθένειες δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο ενός ατόμου, είναι δημιούργημα του πολιτισμού. Κατασκεύασμα του πολιτισμού μας, μια ιδεολογική δομή. Οπότε, μία κοινωνία όπου μας αποκόπτει από την πνευματικότητα μας, όπου μας αποκόπτει από την κοινωνία με το να ωραιοποιεί τον ατομικισμό, και με το να καταστρέφει το κοινωνικό πλαίσιο – το οποίο το κάνει η κοινωνία μας – που αγνοεί τις συναισθηματικές ανάγκες μας, θα είναι μία κοινωνία που θα παράγει παθολογία. Και νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με την ίδια τη φύση του οικονομικού συστήματος. Που λέει ότι αυτό που μετράει δεν είναι το ποιος είσαι αλλά το πως εκτιμάσαι από άλλους. Και η κοινωνία μας εκτιμάει τους ανθρώπους… – είναι μία υλιστική κοινωνία – το οποίο σημαίνει ακριβώς ότι αυτό που εκτιμάμε δεν είναι το ποιοι είναι οι άνθρωποι αλλά τι παράγουν ή καταναλώνουν. Και οι άνθρωποι που ούτε καταναλώνουν ούτε παράγουν, παραγκωνίζονται και υποτιμούνται. Εξού και η απόρριψη όλων των ανθρώπων που δεν μπορούν πλέον να παράγουν και δεν είναι και αρκετά πλούσιοι για να καταναλώσουν επίσης. Οπότε η ίδια η φύση αυτής της υλιστικής κοινωνίας επιβάλλει ή παράγει και προωθεί αυτό τον διαχωρισμό από τον εαυτό μας.

Υπάρχει μία νοημοσύνη – και δεν μιλάω για ένα μυστικό πλάσμα εκεί πάνω ή κάπου αλλού που κάνει και αποφασίζει πράγματα – όμως υπάρχει μία νοημοσύνη στη φύση και στη δημιουργία την οποία αν αγνοήσουμε δημιουργούμε πόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους άλλους ανθρώπους. Και συμβαδίζοντας με αυτή την νοημοσύνη, συμβαδίζοντας με αυτή τη σύνδεση-σχέση, είναι πραγματικά αυτό που – είτε το κάνουμε συνειδητά είτε το κάνουμε επειδή μας επιβάλλεται να το κάνουμε – με τρόπους που εκδηλώνουμε συμπόνοια και σύνδεση και αγάπη, αυτός είναι ο τρόπος που θα έπρεπε να είμαστε. Και έτσι η αναγνώριση αυτού και η επιδίωξη για αυτό, είναι αυτό που αποκαλώ εγώ πνευματικότητα.

Τα μονοπάτια είναι πολλά. Κάποιοι το βρίσκουν μέσω της θρησκείας, κάποιες φορές η θρησκεία είναι εμπόδιο σε αυτό – στην πραγματικότητα συχνά είναι – όμως μπορεί να είναι ένα μέσο κάλλιστα. Σε εξάρτηση με το ποιος, πως και που. Έχει να κάνει με το τι αναζητούν οι άνθρωποι. Πολλά άλλα μονοπάτια δεν είναι θρησκευτικά, όμως ουσιαστικά, υπάρχει αυτή η πνευματική φύση την οποία αν αγνοήσουμε στην πραγματικότητα αγνοούμε ένα βασικό μέρος του εαυτού μας.

Πραγματικές σχέσεις δημιουργούμε μόνο με εκείνους στους οποίους έχουμε το σθένος να αποκαλύπτουμε τη δυστυχία μας

Ρωτάς: «Πρέπει να αποδεχθώ την κόλαση, πριν μπορέσω να βρω την ευδαιμονία;»

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Και δεν θα πρέπει απλώς να την αποδεχθείς, θα πρέπει να διεισδύσεις βαθιά μέσα της και να την κατανοήσεις. Θα πρέπει να υποφέρεις τον πόνο και την οδύνη της, ώστε να αντιληφθείς απόλυτα τι πράγμα είναι.

Μόνο όταν γνωρίσεις τι είναι, θα είσαι σε θέση να γνωρίσεις ότι εσύ τη δημιουργείς. Και μόνο όταν γνωρίσεις με ποιο τρόπο τη δημιουργείς, τότε εσύ αποφασίζεις αν θέλεις να συνεχίσεις να τη δημιουργείς ή όχι. Τότε είναι δική σου επιλογή.

Λες: «Δεν καταλαβαίνω πώς.»

Ναι, είναι δύσκολο να αποδεχθείς την κόλαση. Κάνουμε τεράστια προσπάθεια για να την αρνηθούμε. Γι’ αυτό, μπορεί μέσα σου να κλαις, συνεχίζεις όμως να υποκρίνεσαι ότι είσαι ευτυχισμένος . Είναι δύσκολο να αποδεχθείς ότι είσαι δυστυχισμένος. Αν όμως συνεχίσεις να το αρνείσαι, σιγά-σιγά αποσυνδέεσαι από τη συνειδητότητά σου, από την επίγνωσή σου.

Αυτό συμβαίνει όταν λέμε ότι κάτι έχει γίνει ασυνείδητο. Αυτό σημαίνει ότι έχει αποσυνδεθεί από τη συνειδητότητά σου. Το έχεις αρνηθεί για τόσο πολύ καιρό, που έχει γίνει το σκιώδες κομμάτι της ζωής σου, έχει μετακινηθεί στο υπόγειό σου. Ποτέ δεν το συναντάς, εκείνο όμως συνεχίζει να δουλεύει από εκεί και σε επηρεάζει και δηλητηριάζει το είναι σου.

Αν είσαι δυστυχισμένος, μπορεί να χαμογελάς, εκείνο το χαμόγελο όμως είναι απλώς μια άσκηση των χειλιών, είναι κάτι ψεύτικο. Δεν έχει καμία σχέση με το είναι σου.

Μπορεί να χαμογελάς, μπορεί να πείσεις μια γυναίκα να σε ερωτευτεί εκείνο σου το χαμόγελο, να θυμάσαι όμως ότι κι εκείνη κάνει το ίδιο.

Κι εκείνη επίσης χαμογελάει, αλλά είναι δυστυχισμένη. Κι εκείνη επίσης υποκρίνεται. Δύο ψεύτικα χαμόγελα λοιπόν, δημιουργούν αυτό που ονομάζεται έρωτας. Για πόσο όμως μπορείς να συνεχίσεις να χαμογελάς; Ύστερα από λίγο, θα πρέπει να χαλαρώσεις.

Αν έχεις διεισδυτικό μάτι, αν ζήσεις με έναν άνθρωπο για τρεις ώρες, μπορείς να δεις την πραγματικότητά του. Επειδή το να υποκρίνεται ακόμη και για τρεις ώρες, είναι πολύ δύσκολο.

Πώς μπορείς να χαμογελάς επί τρεις ώρες, αν το χαμόγελο δεν βγαίνει από μέσα σου; Θα το ξεχνάς ξανά και ξανά και τότε θα φανεί το δυστυχισμένο σου πρόσωπο.

Για μερικές στιγμές, μπορείς να υποκριθείς. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξαπατούμε ο ένας τον άλλον. Και υποκρινόμαστε ότι είμαστε ευτυχισμένοι άνθρωποι – δεν είμαστε όμως!

Το ίδιο κάνει κι ο άλλος. Έτσι, κάθε ερωτική σχέση, κάθε φιλία γίνεται μια δυστυχία. Με το να κρύβεις τη δυστυχία σου, δεν πρόκειται να απαλλαγείς από αυτήν. Θα δημιουργήσεις ακόμη μεγαλύτερη. Το πρώτο πράγμα είναι το να την αντιμετωπίσεις. Ποτέ μην προχωράς αν δεν έχεις αντιμετωπίσει την πραγματικότητά σου και ποτέ μην υποκρίνεσαι ότι είσαι κάποιος άλλος. Δεν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνει η ευτυχία. Να είσαι απλώς ο εαυτός σου. Αν είσαι δυστυχισμένος, τότε να είσαι δυστυχισμένος. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σ’ αυτό. Αυτό θα σε γλιτώσει από πολλούς μπελάδες.

Φυσικά, κανένας δεν θα σ’ ερωτευτεί. Και λοιπόν; Θα γλιτώσεις από πολλούς μπελάδες. Θα μείνεις μόνος, μα δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να είσαι μόνος.

Αντιμετώπισε τη δυστυχία σου, μπες βαθιά μέσα της, βγάλ’ την, ξερίζωσέ την από το ασυνείδητο και φέρ’ την στο συνειδητό. Αυτή είναι μια δύσκολη δουλειά, το κέρδος όμως είναι τεράστιο. Από τη στιγμή που την έχεις δει, μπορείς απλά να την πετάξεις. H δυστυχία υπάρχει μόνο όταν δεν τη βλέπεις, ζει μόνο μέσα στο σκοτάδι, μέσα στο ασυνείδητο. Από τη στιγμή που τη φέρνεις στο φως, αρχίζει να διαλύεται.

Φέρε όλο σου το νου στο Ερεβοκτόνο φως και θα δεις. Όλα όσα είναι μίζερα και σε κάνουν δυστυχισμένο, αρχίζουν να διαλύονται και όλα όσα είναι όμορφα και σε κάνουν ευδαιμονικό, αρχίζουν να βγάζουν βλαστούς.

Στο φως της συνειδητότητας, εκείνο που παραμένει, είναι καλό κι εκείνο που πεθαίνει, είναι κακό. Αυτός είναι ο δικός μου ορισμός για την αρετή και την αμαρτία.

Αμαρτία είναι αυτό που δεν μπορεί να μεγαλώσει μέσα στην επίγνωση. Χρειάζεται έλλειψη επίγνωσης για να μεγαλώσει. Αρετή είναι αυτό που μπορεί να μεγαλώσει μέσα στην απόλυτη επίγνωση.

Χωρίς την ευκαιρία, το ταλέντο και η ικανότητα είναι άχρηστα

Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας προκύπτουν πάντα από την αλληλεπίδραση πολλών πραγμάτων.

Χωρίς την ευκαιρία, το ταλέντο και η ικανότητα είναι άχρηστα.
Νικολό Μακιαβέλι

Από τη μια μεριά υπάρχουν οι περιστάσεις και τα απρόβλεπτα (που θα αποκαλώ, γενικά, το τυχαίο), τα οποία επιδρούν πάνω σε ό,τι η ανάγκη και η λογική επιβάλλουν να συμβεί (και που λαϊκά είναι γνωστό ως το πεπρωμένο).

Από την άλλη μεριά υπάρχει το σεντούκι με τα βοηθήματά μας, τα εσωτερικά και τα εξωτερικά (που από δω κι έπειτα θα τα αποκαλώ προσωπική τύχη), τα οποία θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως το σύνολο των ικανοτήτων, των χαρισμάτων και των περιστάσεων που βρίσκονται στη διάθεσή μας μια συγκεκριμένη στιγμή. Μ’ άλλα λόγια, όσα καταφέραμε να κάνουμε με ό,τι μας έλαχε.

Το να έχει κανείς μια θαυμάσια φωνή,
μια υπερφυσική δύναμη ή μια αξιοζήλευτη μνήμη,
όπως και το να έχει γεννηθεί ωραίος, έξυπνος ή επιδέξιος
αποτελεί, το δίχως άλλο, πλεονέκτημα.
Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας πως ακόμα κι αν
«γεννηθήκαμε με όλες τις χάρες του κόσμου κερδισμένες»
το τέλος της ιστορίας μας, κανείς δεν μας το εγγυάται.

Ν. Ρέσερ

Ας υποθέσουμε ότι, για κάποιο λόγο, θα θέλαμε να γνωρίζουμε προκαταβολικά τι πιθανότητες έχουμε να φέρουμε ένα καλό αποτέλεσμα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Ας υποθέσουμε επίσης ότι ήταν στο χέρι μας να υπολογίσουμε -αν όχι όλους τουλάχιστον τους περισσότερους- παράγοντες που θα επιδράσουν. Για να βρούμε αν θα μας χαμογελάσει η τύχη, θα πρέπει να αθροίσουμε:

Το σύνολο των βοηθημάτων (εξωτερικών και εσωτερικών)
στα οποία βασιζόμαστε και τα οποία αποτελούν
τη δική μας Τύχη.

+

Το βάρος όσων είναι προκαθορισμένα: το Πεπρωμένο.

+

Το αναγκαίο μερίδιο του απρόβλεπτου: το Τυχαίο.

Σκοπός αυτής της υπόθεσης εργασίας είναι να μάθουμε να αποκαλούμε «ΤΥΧΗ» όλα αυτά μαζί, και να μην περιορίζουμε την έννοιά της μόνο σε αυτό που είναι τυχαίο.

Έτσι, θα είναι πιο εύκολο να δεχτούμε ότι η τύχη,- ακόμα κι όταν ελάχιστα εξαρτάται από τυχαίο-, πάντα έχει έναν λόγο, μεταβάλλει και διαμορφώνει αναγκαστικά κάθε τελικό αποτέλεσμα και παίζει το ρόλο της σε κάθε κατάσταση.

Ας φανταστούμε τώρα ότι, —από καπρίτσιο—, θέλουμε να πάμε ακόμα παραπέρα. Ας πούμε ότι θέλουμε να μετρήσουμε τη δυνατότητά μας να φέρουμε ένα αποτέλεσμα, προκαθορίζοντας εμείς οι ίδιοι τον συνδυασμό Τύχης, Πεπρωμένου και Τυχαίου.

Για να το καταφέρουμε, σε όλα αυτά τα πράγματα που συγκεντρώσαμε κάτω από τη γενική έννοια της Τύχης, θα πρέπει vα προσθέσουμε και το πόσο ενδεδειγμένη και αποτελεσματική (ή όχι) μπορεί να είναι αυτή η παρακινδυνευμένη ενέργειά μας.

Οι ενέργειές μας είναι εξ ορισμού άρρηκτα συνδεδεμένες με τις αποφάσεις μας, και ως εκ τούτου επηρεάζονται από κάτι που θα μπορούσαμε, ίσως, να ονομάσουμε: το Ταλέντο μας.

Είμαι πεπεισμένος ότι κανένας δεν ελέγχει στο βαθμό που θα ήθελε τα πράγματα που τον απασχολούν, αλλά ξέρω επίσης ότι συμμετέχουμε υποχρεωτικά σε κάθε τι που μας αφορά. Όλα εκείνα στα οποία πρωταγωνιστούμε (δηλαδή, η ζωή μας η ίδια) σχετίζονται με τη συμπεριφορά μας, που κι αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την ιδέα που έχουμε για τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Για να το πω με τον δικό μου τρόπο:

Κατά κύριο λόγο, το να είμαι ενήλικος πάει να πει
πως αναλαμβάνω την ευθύνη
όσων κάνω κι όσων λέω,
όσων αποσιωπώ
κι όσων δεν κάνω.


Κι αυτό πάει να πει πως ξέρω ότι, ενεργητικός ή παθητικός…

Είμαι-αν όχι ο μόνος-, τουλάχιστον
ένας αναγκαίος συνυπεύθυνος
για όσα μου συμβαίνουν.


Φυσικά, αυτή η συνευθύνη που περιγράφω δεν παραπέμπει σε κάποια ικανότητά μας να προκαλούμε εμείς οι ίδιοι τα γεγονότα απλώς και μόνο ενεργώντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αν ήταν έτσι, τότε αυτός θα ήταν ένας δρόμος προς την παντοδυναμία και όχι προς την ωριμότητα.

Ούτε βέβαια υποστηρίζω ότι μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια ικανότητα πρόβλεψης- κάθε άλλο. Για μένα, το να είναι κανείς ενήλικος προϋποθέτει ότι γνωρίζει πως τα προγνωστικά του έχουν όρια, και παρά ταύτα αρνείται να χρησιμοποιήσει αυτό ακριβώς το επιχείρημα προκειμένου να ερμηνεύσει τις αντιξοότητες· προϋποθέτει επίσης ότι εγκαταλείπει τη συνήθειά του να ρίχνει το φταίξιμο στις απρόβλεπτες περιστάσεις και να προσπαθεί έτσι να δικαιολογήσει τα λάθη, τις παραλήψεις ή την απρονοησία του.

Arthur Schopenhauer: Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου

Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού. Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανα­καλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρ­διά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους. Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.

Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

Γενικά μπορεί να πει κανείς, ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα. Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.

Arthur Schopenhauer, Η τέχνη να επιβιώνεις

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσετε τα βάσανα: Κρατήστε τα για τον εαυτό σας, αποδράστε, δώστε τα σε κάποιον άλλο, τερματίστε τα ο ίδιος ή μετατρέψτε τα σε κάτι χρήσιμο.
Ας κοιτάξουμε το καθένα με τη σειρά, μαζί με περιπτωσιολογικές μελέτες.

ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ.

Μια δημοφιλής (όχι όμως ιδανική) στρατηγική είναι να κρατάτε τα βάσανά σας για τον εαυτό σας – να “υποφέρετε σιωπηρά”. Μπορεί να έχετε διδαχθεί ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο ευγενές, αλλά είναι για την ακρίβεια περιττό.

Σας στερεί άσκοπα, την ευχαρίστηση και το αίσθημα πληρότητας. Ή ίσως πιστεύετε ότι τα βάσανά σας είναι μια αναγκαία ετοιμασία για την ευτυχία σας στον επόμενο κόσμο. Ή ίσως τρέφετε λανθασμένες πεποιθήσεις για τον εαυτό σας, εμφυτευμένες από άλλους, που εμποδίζουν τον πραγματικό εαυτό σας να ευημερήσει.
Οι πεποιθήσεις δεν καθορίζονται από τα γονίδια· αποκτούνται από πολιτισμική μεταβίβαση. Μια πεποίθηση που σας προκαλεί λύπη μπορεί να αντικατασταθεί από μια που σας προκαλεί χαρά, αλλά η αλλαγή εξαρτάται από εσάς. Εναλλακτικές πεποιθήσεις όλων των ειδών είναι διαθέσιμες· ο κόσμος βρίθει από αυτές. Αλλά εξαρτάται από εσάς να βρείτε πεποιθήσεις που είναι ωφέλιμες για εσάς, αντί για βλαβερές. Και ενώ τα βάσανα μπορούν να είναι ένα είδος εκπαίδευσης κατά καιρούς (όπως και οτιδήποτε άλλο στη ζωή), από τη στιγμή που έχετε μάθει το μάθημά τους είστε ελεύθεροι να αποφοιτήσετε – και σας αξίζει αυτό.
Το ηθικό δίδαγμα: Το να κρατάς τα βάσανα για τον εαυτό σου, όσο ευγενές και αν είναι, δεν είναι η απάντηση.
Το να ξεριζώσεις τις αιτίες τους, όσο καιρό κι αν πάρει, είναι η καλύτερη προσέγγιση.

ΑΠΟΔΡΑΣΗ.

Αυτό ακούγεται δελεαστικό και, επίσης, έχει έναν ηρωικό απόηχο. Δεν είναι σύμπτωση που το θέμα της απόδρασης είναι πάντα δημοφιλές στο Χόλιγουντ. Το κοινό λατρεύει τις ταινίες με αποδράσεις, προφανώς γιατί πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται με αυτές.

Το είδος των βασάνων για το οποίο μιλάμε, όμως, δεν παράγεται από τον πόνο της φυσικής αιχμαλωσίας σε αυστηρά περιβάλλοντα, αλλά, αντίθετα, από συνηθισμένες καταστάσεις της ζωής, από τις οποίες οι άνθρωποι μη ηθελημένα, ασυνείδητα ή χωρίς να παραστρατίσουν δημιουργούν τις δικές τους φυλακές και έπειτα προσπαθούν να αποδράσουν.
Αυτοί που είναι υπεύθυνοι για τα βάσανά τους δεν μπορούν να τους ξεφύγουν παρά μόνο αντιμετωπίζοντάς τα, κατανοώντας τις πραγματικές αιτίες τους και απομακρύνοντάς τες. Οι προσπάθειες να ξεφύγουν από τα αυτο-προκαλούμενα βάσανα όχι μόνο αποτυγχάνουν, αλλά συχνά χειροτερεύουν τα βάσανα.
Το “πολέμα ή φεύγα” είναι ένα από τα αρχαιότερα βιολογικά ένστικτα στους ανθρώπους, αποτυπωμένο στα πιο πρωτόγονα τμήματα του εγκεφάλου μας και δίχως αμφιβολία αντικατοπτρίζεται στην ψυχή. Τα βάσανα είναι ένα είδος απειλής για την ευημερία ενός ανθρώπου, και έτσι υπάρχει μια φυσική τάση να τα πολεμήσει ή να τους ξεφύγει.
Αλλά όταν τα βάσανα είναι αυτο-προκαλούμενα, δεν μπορούμε να τα πολεμήσουμε παρά μόνο με το να τα αντιμετωπίσουμε, δεν μπορούμε να τους ξεφύγουμε καθόλου. Αν υποφέρετε και κάποιος σας προσφέρει ένα δωρεάν ταξίδι κάπου στον κόσμο ή και στον γαλαξία αν αυτό έχει σημασία, θα το παίρνατε; Μπορεί να το κάνατε για να σας αποσπάσει την προσοχή ή για προσωρινή απόδραση, αλλά γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι τα βάσανά σας θα σας ακολουθούσαν όπου κι αν πηγαίνατε, τόσο σίγουρα όσο και η σκιά σας.
Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν φυσιολογικά να αποδράσουν – μέσα από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τις σχέσεις, τις θρησκείες – με οποιοδήποτε μέσο νομίζουν ότι τους απομακρύνει από τους εαυτούς τους, παρεμβάλλοντας το χρόνο ή το χώρο ή αλλαγμένες καταστάσεις συνείδησης μεταξύ αυτών και των βασάνων τους.
Όμως η απόδραση είναι μόνο προσωρινή.
Οι άνθρωποι που θέλουν να ζήσουν και όχι να υποφέρουν πρέπει να βρουν ένα τρόπο να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν τα βάσανά τους.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΑΣ.

Μια άλλη πολύ κοινή στρατηγική είναι να προσπαθήσετε να μεταφέρετε τα βάσανά σας σε κάποιον άλλο. Βραχυπρόθεσμα, αυτό μοιάζει με το ανθρώπινο ισοδύναμο της σειράς υπαιτιότητας σε μια φάρμα:

Το αφεντικό σάς βάζει τις φωνές· εσείς φωνάζετε στο παιδί σας· το παιδί σας κλοτσάει το σκύλο.
Δυστυχώς, τα βάσανα δεν είναι σαν το ποδόσφαιρο: Δεν μπορείς να τα “κάνεις πάσα” σε κάποιον άλλον και επομένως να μην σου ανήκουν πια. Αν προσπαθήσετε, θα δείτε ότι έχει ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα. Δηλαδή, δεν μπορείτε να ξεφορτωθείτε τα βάσανα με το να τα μεταφέρετε σε άλλους. Αυτό απλώς αυξάνει την παρουσία τους στον κόσμο. Οι άνθρωποι που ψάχνουν άλλους απλώς για να τους κάνουν συνένοχους στα βάσανά τους στην πραγματικότητα υποφέρουν διπλά: Πρώτον, από αυτό που πρωτίστως τους ενοχλεί και, δεύτερον, από την αυταπάτη ότι κάνοντας τους άλλους συνένοχους θα ελαφρύνουν τα δικά τους προβλήματα.

ΒΑΛΤΕ ΤΕΛΟΣ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΣΑΣ ΕΝΤΟΣ ΣΑΣ.

Αν υποφέρετε από μια ασθένεια, αυτή η ασθένεια είναι μέσα στο κορμί σας και πρέπει να γιατρευτεί εκεί.

Γιατί θα έπρεπε η δυσαρέσκεια να είναι τόσο διαφορετική;
Αλλά φαίνεται ότι είναι πολύ πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να “κατέχουν” τη δυσαρέσκειά τους, γιατί πρέπει να δεχθούν την υπευθυνότητα για ό,τι σκέφτονται, προκειμένου να εξαλείψουν τη δυσαρέσκεια από μέσα τους.
Είναι πολύ ευκολότερο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να κατηγορείτε τους άλλους: “Αυτός με κάνει δυστυχισμένη” ή “Αυτή δεν με εκτιμά” ή “Η κοινωνία μου φέρεται άδικα”.
Είναι πολύ δυσκολότερο να παραδεχθείτε ότι μερικές από τις πεποιθήσεις ή τις προσδοκίες σας δουλεύουν ενάντια στα καλύτερα συμφέροντά σας και ακόμη δυσκολότερο να αποφασίσετε τι να κάνετε ώστε να το αντιμετωπίσετε.
Μακροπρόθεσμα όμως, ο μόνος τρόπος να σταματήσετε τα βάσανά σας είναι να τα αποκηρύξετε. Αλλά για να το κάνετε αυτό, πρέπει να παραδεχθείτε ότι σας ανήκουν, πρώτα από όλα.

Από τα περί ισότητας τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν υλοποιείται στην πραγματικότητα

Το μόνο σίγουρο είναι πως από τα περί ισότητας τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν υλοποιείται στην πραγματικότητα. Υποτίθεται ότι διακηρύξαμε τα ίσα δικαιώματα επειδή δεν αντέχαμε την ανισότητα των δυνάμεων της κοινωνίας. Εντάξει, οι διακρίσεις καταγωγής καταργήθηκαν. Πώς μπορούν όμως να καταργηθούν κι εκείνες που έχουν να κάνουν με την ανωτερότητα των φυσικών ικανοτήτων; Δεν υπάρχει τρόπος! Κι όμως είναι αρκετές για να αποκαταστήσουν προνόμια, για να υψώσουν μεταξύ των ανθρώπων φράγματα, τόσο αξεπέραστα όσο και αυτά τα οποία χώριζαν κάποτε τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Σήμερα ο καθένας στη γραμμή εκκίνησης μπορεί να πάρει τη θέση που είναι εκ φύσεως ικανός να πάρει. Έτσι, άλλοι καταφέρνουν και εξυψώνονται από τη δουλειά και τα ταλέντα τους στα υψηλότερα στρώματα, άλλοι δεν μπορούν να κατακτήσουν κάτι παραπάνω παρά μόνο τις μεσαίες θέσεις του μεγάλου όχλου κι άλλοι, που έτυχε να γεννηθούν σε οικογένειες των υψηλών στρωμάτων, επειδή δεν έχουν ταλέντα σε συνδυασμό με ανάλογη εργατικότητα, κατρακυλούν στα τελευταία στρώματα της κοινωνίας, στα οποία και είναι αναγκασμένοι να παραμείνουν για όλη τους τη ζωή.

Τι συμπέρασμα λοιπόν μπορεί να βγάλει κανείς; Ότι όλα βρίσκονται στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί υπάρχουν ισχυρά ένστικτα, που εξαιτίας τους οι άνθρωποι δέχονται να υφίστανται τα πάντα και να σκύβουν το κεφάλι. Ο κάθε άνθρωπος μεμονωμένα και, κατ’ επέκτασιν, οι πολλές και διαφορετικές ομάδες που απαρτίζουν την κοινωνία έλκονται προς τα πάνω ή μένουν προσκολλημένοι στην κατάντια στην οποία γεννήθηκαν από δυνάμεις έλξης και βαρύτητας, των οποίων οι αρχές βρίσκονται μέσα στην ψυχή τούς κι από τις οποίες δεν μπορούν να γλιτώσουν.

Όλες οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους διαμορφώνονται σύμφωνα με το αν ο καθένας είναι πλασμένος να επιβάλλει ή να υφίσταται. Πρώτα υποτασσόμαστε στον εαυτό μας και στη συνέχεια στους άλλους. Πάντα ανάλογα με το βαθμό ψυχικής δύναμης, η οποία υπάρχει εκ γενετής μέσα τους. Αυτή είναι εκείνη που κυριαρχεί και, ό,τι και να κάνουν, αυτή είναι που τους καθορίζει τη θέση τους στην κοινωνία.

Η πραγματικότητα που περιγράφεται πιο πάνω εμπεριέχει, ασφαλώς, ένα είδος μοιρολατρίας, η οποία έχει να κάνει με την κατανομή της εξυπνάδας και της αντοχής καθώς και των άλλων κοινωνικά ενεργών πλεονεκτημάτων του χαρακτήρα ανάμεσα στους ανθρώπους, κατανομή που έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την εκάστοτε ιδιοτροπία της τύχης.

■ Η δύναμη, η περιουσία, η κοινωνική θέση, η φήμη και η δόξα είναι σε ανεπάρκεια. Δεν μπορούν να τα κατέχουν παρά μόνο οι λίγοι κι εκλεκτοί.
■ Το ξεκίνημα της ζωής του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια λοταρία στην οποία λίγοι μόνο αριθμοί κερδίζουν. Οι κερδισμένοι έχουν πολύ περισσότερα φυσικά εφόδια για να παραγκωνίσουν τους υπόλοιπους.
■ Το κράμα των ανθρώπων της κοινωνίας μοιάζει με τα πλήθη που συνωστίζονται σε πολύ μικρούς δημόσιους χώρους και προσπαθούν να μη μείνουν απ’ έξω. Αυτοί που δεν έχουν πολύ δυνατά πλευρά για ν’ αντέξουν την πίεση συνθλίβονται ή αυτοί που το κεφάλι τους δεν ξεπερνά πολύ το μέσο ύψος στο πλήθος για να μπορούν να αναπνεύσουν, πνίγονται.
■ Στο παιχνίδι των κοινωνικών δυνάμεων, οτιδήποτε είναι ασθενές αναπόφευκτα ισοπεδώνεται. Αυτός είναι ο νόμος της μάχης, κι αυτό στην εποχή μας είναι η μεγαλύτερη αλήθεια.
■ Στα πόδια των κατακτητών του, ο άνθρωπος που έχει πια πέσει είναι ένα τίποτα, ένα συνηθισμένο πτώμα κάποιου που είναι φυσικό να χαθεί στο πεδίο της μάχης.
■ Οι ιαχές του πλήθους πνίγουν τους αναστεναγμούς του ηττημένου και η κυρίαρχη ιαχή ανάμεσα στο πλήθος είναι: Επιτυχία! Στόχοι!
■ Επιτυχία! Στόχοι! Οι λέξεις αυτές καθορίζουν ολόκληρο τον πολιτισμό. Η τελευταία λέξη της σύγχρονης κοινωνικής φιλοσοφίας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το να αναζητάς τρόπους για να πετύχεις.
■ Το δρόμο προς την Επιτυχία δεν γίνεται να σ’ τον δείξει άλλος. Είναι δρόμος απόλυτα προσωπικός. Πρέπει να τον βρεις μόνος σου. Το μόνο που μπορεί να σε καθοδηγήσει για να τον βρεις είναι τα εξής αξιώματα, που έχουν προκύψει από την εμπειρία:
● Τα μυστικά της ζωής δεν είναι κάτι που μαθαίνεται θεωρητικά.
● Όταν μάθουμε τη ζωή είναι ανοησία να προσπαθήσουμε να την μάθουμε και σε άλλους. Η διδασκαλία μας δεν πρόκειται να τους χρησιμεύσει σε τίποτα.
● Αυτοί που κάθονται και πολυψάχνουν θεωρητικά τη ζωή είναι αυτοί οι οποίοι λιγότερο επιτυχημένοι.
■ Δε μπορούμε να κρίνουμε τους ανθρώπους από αυτά τα οποία φαίνονται, αφού όσα φαίνονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δε μπορούμε να τους κρίνουμε με βάση αυτά που λένε, αφού δεν λένε αυτά τα οποία σκέφτονται. Κι ακόμα κι αν ήταν ειλικρινείς, δεν θα μπορούσαμε να τους πιστέψουμε, αφού κι αυτοί οι ίδιοι δεν γνωρίζουν αρκετά τον εαυτό τους για να μπορέσουν να μας διαβεβαιώσουν πως πάντα θα συμβαδίζουν τα λόγια και τις πράξεις τους.

Αναμενόμενη η Αχαριστία

Θα σας παρακαλούσα να μη θεωρήσετε πως είμαι κυνικός. Όμως είμαι ψυχολογικά προετοιμασμένος να αναμένω την αχαριστία.

Και εννοώ το εξής.

Στο κλασικό έργο θετικής σκέψης του Νόρμαν Βίνσεντ Πιλ, Η Δύναμη της Θετικής Σκέψεως, ο αδιάκοπα αισιόδοξος υπουργός μάς ενθαρρύνει να «αναμένουμε την αχαριστία».

Θεωρώ πως αυτό που θέλει να πει είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα εκτιμήσουν ποτέ πραγματικά την καλοσύνη και την ευγένειά σας. Αυτή είναι απλά η ανθρώπινη φύση (σε αυτό το στάδιο της εξέλιξης του είδους μας). Οπότε, γιατί να χάσετε την ηρεμία σας και την πολύτιμη ενέργειά σας ελπίζοντας για το αντίθετο;

Θα το θέσω διαφορετικά: αποφύγετε να γίνετε συλλέκτες αδικιών. Αυτή η αντιμετώπιση του κόσμου απλώς σας καταβάλλει και ρίχνει το ηθικό σας.

Αποδεχτείτε το γεγονός ότι η πλειονότητα των ανθρώπων επικεντρώνονται σε αυτό που δεν απέκτησαν και όχι σε όλα όσα τους προσφέρατε και θυμούνται τι δεν κάνατε για εκείνους και όχι τον πλούτο της γενναιοδωρίας που τους επιδείξατε.

Και θυμηθείτε ότι αν κάποιος δεν είναι ικανός να εκτιμά ή στερείται καλών τρόπων, ευγένειας και συμπόνιας ή δεν διακρίνεται για το αίσθημα δικαίου του, αυτό δεν έχει πραγματικά καμία σχέση με εσάς, αλλά αφορά αποκλειστικά αυτόν. Οι άνθρωποι μεταχειρίζονται τους άλλους ανθρώπους με τον τρόπο που φέρονται στον εαυτό τους. Οπότε, γιατί να το πάρετε προσωπικά;

Απλώς παραμείνετε πιστοί στα ηθικά σας ένστικτα. Επιδείξτε τις αρετές της θετικότητας, της ειλικρίνειας, της καλής θέλησης, της αριστείας, της ταπεινότητας, της συγχώρεσης και του σεβασμού προς όλους, με σαφή κατανόηση του ότι πολύ λίγοι αναγνωρίζουν πραγματικά την ακεραιότητα και τον αδάμαστο χαρακτήρα σας.

Σε κάθε περίπτωση, κάντε το καλό.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

3.3.11. Μια καινούργια φτερωτή θεά: Η Νίκη της Δήλου


Κατά τις πρώτες γαλλικές ανασκαφές στη Δήλο, το 1877, ήρθε στο φως ένα αρχαϊκό άγαλμα γυναικείας φτερωτής μορφής, που χρονολογείται, όπως δείχνει η τεχνοτροπία του, γύρω στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.. Τα εικονογραφικά χαρακτηριστικά του αγάλματος είναι αξιοπρόσεκτα: τα σκέλη είναι και τα δύο έντονα λυγισμένα, ενώ τα χέρια απλώνονται μακριά από τον κορμό, και στην πλάτη διακρίνεται η αρχή δύο στενόμακρων φτερών που άνοιγαν πίσω από τους ώμους και εξείχαν αρκετά από το σώμα. Η στάση του αγάλματος θυμίζει τις φτερωτές Γοργόνες, που εικονίζονται να πετούν κυνηγώντας τον Περσέα στις αγγειογραφίες του πρώτου μισού του 6ου αιώνα π.Χ. Αλλά το πρόσωπο της μορφής δεν είναι τερατόμορφο· πρόκειται, επομένως, για μια θεά. Στην τέχνη της Ανατολής υπάρχουν φτερωτές θεές που ήταν βεβαίως γνωστές στους Έλληνες καλλιτέχνες· δεν εικονίζονται όμως ποτέ να πετούν. Το ενδιαφέρον είναι ότι το άγαλμα της Δήλου μάς δείχνει μια καινούργια θεότητα, που δεν υπάρχει στη μυθολογία, αλλά είναι μια προσωποποιημένη έννοια: τη Νίκη. Η μορφή αυτή, που παριστάνεται πάντα φτερωτή, είναι μια από τις σπουδαιότερες δημιουργίες της αρχαίας ελληνικής τέχνης, που συνεχίζει να εικονίζεται ως τις μέρες μας. Ακόμη και οι φτερωτοί άγγελοι της χριστιανικής τέχνης κατάγονται από την ελληνική Νίκη.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το άγαλμα της Νίκης από τη Δήλο ήταν στημένο επάνω σε μια βάση, που βρέθηκε κοντά του, και είχε μια έμμετρη επιγραφή, η οποία δυστυχώς δεν σώζεται ακέραια, έχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί αναφέρει τα ονόματα δύο καλλιτεχνών γνωστών από αρχαίους συγγραφείς, του Μικκιάδη και του Αρχέρμου. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Naturalis historia 36.11-12) μας πληροφορεί ότι και οι δύο ήταν γλύπτες με καταγωγή από τη Χίο και ότι ο Μικκιάδης ήταν πατέρας του Αρχέρμου. Οι γιοι του τελευταίου, ο Βούπαλος και ο Άθηνις, διάσημοι γλύπτες και αυτοί, είχαν γίνει στόχος του ιαμβογράφου Ιππώνακτα, που η ακμή του τοποθετείται στην 60ή Ολυμπιάδα (540-536 π.Χ.), γιατί είχαν τολμήσει να τον απεικονίσουν άσχημο (όπως ήταν) και να τον κάνουν έτσι καταγέλαστο στην καλή κοινωνία της εποχής. Έλεγαν μάλιστα ότι τα ποιήματα του Ιππώνακτα ήταν τόσο πικρόχολα, που οδήγησαν τους δύο γλύπτες στην αυτοκτονία· αυτό όμως ο Πλίνιος το θεωρεί υπερβολή. 

Σημαντική είναι η πληροφορία ότι ο Άρχερμος όπως και οι γιοι του Βούπαλος και Άθηνις είχαν κάνει πολλά γλυπτά σε νησιά του Αιγαίου και ειδικά στη Δήλο, το ιερό νησί των Ιώνων. Από έναν σχολιαστή του Αριστοφάνη μαθαίνουμε ακόμη ότι ο Άρχερμος ήταν ο πρώτος που απεικόνισε τη Νίκη με φτερά. Δεν αποκλείεται λοιπόν το άγαλμα από τη Δήλο (σήμερα στην Αθήνα, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο) να είναι η πρώτη φτερωτή Νίκη της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Το άγαλμα είναι από παριανό μάρμαρο και η επιγραφή είναι γραμμένη στο τοπικό αλφάβητο της Πάρου, λέει όμως ότι οι δύο καλλιτέχνες κατάγονταν από την «πόλη του Μέλανος», δηλαδή από τη Χίο, αφού ο Μέλας ήταν ο μυθικός ιδρυτής της πόλης της Χίου, της πρωτεύουσας του νησιού. Αυτό σημαίνει ότι ο Μικκιάδης και ο Άρχερμος έφυγαν από την πατρίδα τους (δεν ξέρουμε πότε και για ποιον λόγο) και εγκαταστάθηκαν στην Πάρο, το νησί με το καλύτερο μάρμαρο.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

10.12. Ένας φιλόσοφος παντός καιρού;


Αυτά που δίδαξε με τα έργα και τα λόγια ο Επίκουρος στον Κήπο τα διαφύλαξαν ευλαβικά οι διάδοχοί του για έξι σχεδόν αιώνες. Μνημόνευαν το όνομά του και γιόρταζαν τα γενέθλιά του. Κράτησαν αναλλοίωτες τις διδασκαλίες του, κάτι που δεν το θεωρούσαν συντηρητισμό: εφόσον δεν αλλάζει η ανθρώπινη φύση, γιατί να αλλάξουν τα δόγματα του ιδρυτή της Σχολής; Προσπαθούσαν να μιμηθούν το παράδειγμά του και να τον έχουν σαν τον «μεγάλο αδελφό»: «Κάνε κάθε τι σαν να σε έβλεπε ο Επίκουρος,» έλεγαν οι Επικούρειοι.

Η φιλοσοφία του Επίκουρου φτιάχτηκε για να τη μελετούν και να τη συζητούν οι ειδικοί ή για να τη μάθουν και να την εφαρμόζουν όλοι; Ο ίδιος ο Επίκουρος θα προτιμούσε το δεύτερο. Τίποτε δεν θα τον έκανε πιο ευτυχισμένο, αν είχε τη βεβαιότητα ότι οι διδασκαλίες του θα διαδίδονταν και θα παρέμεναν ζωντανές, ποιητικά διατυπωμένες σε ένα από τα γνωστότερα λατινικά ποιήματα, το Περί φύσεως των όντων του Λουκρήτιου· συστηματικά συγκεντρωμένες στα βιβλία των οπαδών του, που οι σελίδες τους ανασύρονται ακόμη απανθρακωμένες μέσα από τη λάβα του Βεζούβιου· χαραγμένες σε μια τεράστια πέτρινη επιγραφή στα Οινόανδα της Μικράς Ασίας· ή χάρη σε όσους έως σήμερα επέμεναν να τον διαβάζουν όχι μόνο για να γράψουν κάποιο βιβλίο για τη φιλοσοφία του αλλά και για να την ασκήσουν.

Όσο για τις παρεξηγήσεις της διδασκαλίας και του χαρακτήρα του, που τις είχε γνωρίσει και τις είχε αντιμετωπίσει όσο ζούσε, θα επαναλάμβανε με το μειλίχιο ύφος του: «Τα κακά που προκαλούν οι άνθρωποι οφείλονται στο μίσος, στον φθόνο ή στην καταφρόνια. Αλλά αυτά ο σοφός τα ξεπερνά χάρη στο λογικό του.»

Ο φιλάνθρωπος Επίκουρος ένα μόνο θα ζητούσε από τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται, σε όσους έχουν «νου και κρίση»: «Μην δείτε αυτά που έγραψα με το βλέμμα ενός τυχαίου περαστικού, ούτε σαν κάτι αδιάφορο και πληκτικό.» Όπως είπε στους φίλους του προτού αφήσει την τελευταία του πνοή μέσα στον Κήπο το 270 π.Χ. (Φεβρουάριος ήταν;): «Να είστε καλά και να θυμάστε τις διδασκαλίες μου.»