Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 13. ΕΥΘΥΣ ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΟΙ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΓΙΟ ΛΟΓΟ


§13.17. Οι δευτερεύουσες προτάσεις του ευθέος λόγου παραμένουν δευτερεύουσες και στον πλάγιο και μόνο ως προς το πρόσωπο και η έγκλιση ενδέχεται να τροποποιηθούν. Ειδικότερα:

§13.18. Οι δευτερεύουσες προτάσεις στον πλάγιο λόγο, ύστερα από ρήμα αρκτικού χρόνου, διατηρούν και στον πλάγιο λόγο τον χρόνο και την έγκλιση του ρήματος, με τροποποίηση μόνο του προσώπου του ρήματος, αν χρειάζεται.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.7.6 ἴστε […] ὅτι ἐὰν μέν τις εἰς τὴν Ἑλλάδα μέλλῃ ἰέναι, πρὸς ἑσπέραν δεῖ πορεύεσθαι || ξέρετε ότι αν σκοπεύει κανείς να πάει στην Ελλάδα, πρέπει να βαδίζει προς τη δύση. [ευθύς λόγος: ἐὰν μέν τις εἰς τὴν Ἑλλάδα μέλλῃ ἰέναι, πρὸς ἑσπέραν δεῖ πορεύεσθαι.]

ΛΥΣ 24.19 ἔτι δὲ καὶ συλλέγεσθαί φησιν ἀνθρώπους ὡς ἐμὲ πονηροὺς καὶ πολλούς, οἳ τὰ μὲν ἑαυτῶν ἀνηλώκασι, τοῖς δὲ τὰ σφέτερα σῴζειν βουλομένοις ἐπιβουλεύουσιν || ισχυρίζεται επίσης ότι μαζεύονται στο εργαστήριό μου ένα σωρό ανέντιμοι άνθρωποι, οι οποίοι σπατάλησαν τα δικά τους χρήματα και βυσσοδομούν εναντίον εκείνων που θέλουν να τα διαφυλάξουν τα δικά τους. [ευθύς λόγος: συλλέγονται ἄνθρωποι ὡς αὐτὸν πονηροὶ καὶ πολλοἰ, οἳ τὰ μὲν ἑαυτῶν ἀνηλώκασι, τοῖς δὲ τὰ σφέτερα σῴζειν βουλομένοις ἐπιβουλεύουσιν. ]

ΠΛ Κρατ 398c ποιηταὶ πολλοὶ λέγουσιν ὡς, ἐπειδὰν τις ἀγαθὸς τελευτήσῃ, μεγάλην μοῖραν καὶ τιμὴν ἔχει || πολλοί ποιητές λένε πως, αν κάποιος αγαθός άνθρωπος τελειώσει τη ζωή του, αποκτά μεγάλη μοίρα και τιμή. [ευθύς λόγος: ἐπειδὰν τις ἀγαθὸς τελευτήσῃ, μεγάλην μοῖραν καὶ τιμὴν ἔχει.]

§13.19. Οι δευτερεύουσες προτάσεις στον πλάγιο λόγο, ύστερα από ρήμα ιστορικού χρόνου, διατηρούν τη δυνητική οριστική και τη δυνητική ευκτική του ευθέος λόγου, αλλά την απλή οριστική και την υποτακτική τιςμετατρέπουν συνήθως σε ευκτική του πλαγίου λόγου. (Όταν συμβαίνει αυτό στις υποθετικές προτάσεις τότε μόνο από την απόδοση μπορεί να διευκρινισθεί το είδος του υποθετικού λόγου.)

ΞΕΝ Ελλ 2.3.17 ἔλεγεν ὁ Θηραμένης ὅτι εἰ μή τις κοινωνοὺς ἱκανοὺς λήψοιτο τῶν πραγμάτων, ἀδύνατον ἔσοιτο τὴν ὀλιγαρχίαν διαμένειν || ο Θηραμένης έλεγε ότι αν δεν δέχονταν να συμπεριλάβουν στην διαχείριση της εξουσίας έναν επαρκή αριθμό πολιτών, θα ήταν αδύνατο να διατηρηθεί η ολιγαρχία. [ευθύς λόγος: εἰ μή τις λήψεται, ἀδύνατον ἔσται.]

ΞΕΝ Ελλ 7.1.34 εἶχε γὰρ λέγειν […] ὡς Λακεδαιμόνιοι διὰ τοῦτο πολεμήσειαν αὐτοῖς, ὅτι οὐκ ἐθελήσαιεν μετ’ Ἀγησιλάου ἐλθεῖν ἐπ’ αὐτὸν || γιατί μπορούσε να πει ότι οι Λακεδαιμόνιοι γι’ αυτό τους πολεμούσαν, επειδή δηλαδή δεν θέλησαν να βαδίσουν εναντίον του με τον Αγησίλαο. [ευθύς λόγος: Λακεδαιμόνιοι διὰ τοῦτο ἐπολέμησαν ἡμῖν, ὅτι οὐκ ἐθελήσαμεν.]

ΞΕΝ Ελλ 2.3.56 εἶπεν ὁ Σάτυρος ὅτι οἰμώξοιτο, εἰ μὴ σιωπήσειεν || είπε ο Σάτυρος ότι θα τον πάρει και θα τον σηκώσει αν δεν σιωπήσει. [ευθύς λόγος: οἰμώξει, ἐὰν μὴ σιωπήσῃς.]

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.1.10 ᾔδει γὰρ ὅτι, εἰ τι μάχης ποτὲ δεήσοι, ἐκ τούτων αὐτῷ καὶ παραστάτας καὶ ἐπιστάτας ληπτέον εἴη || γιατί ήξερε πως αν χρειαζόταν κάποτε να γίνει μάχη, θα έπρεπε να διαλέξει από αυτούς και τους άνδρες που θα στέκονταν δίπλα του και αυτούς που θα έμεναν στα μετόπισθεν. [ευθύς λόγος: εἰ δεήσει … ληπτέον ἐστίν.]

ΛΥΣ 12.74 [Θηραμένης] εἶπεν ὅτι οὐδὲν αὐτῷ μέλοι τοῦ ὑμετέρου θορύβου, ἐπειδὴ πολλοὺς μὲν Ἀθηναίων εἰδείη τοὺς τὰ ὅμοια πράττοντας αὑτῷ || ο Θηραμένης δήλωσε ότι δεν νοιάζεται καθόλου για τις αποδοκιμασίες σας, επειδή ήξερε ότι πολλοί από τους Αθηναίους ακολουθούσαν την ίδια πολιτική με αυτόν. [ευθύς λόγος: οὐδὲν μέλλει, ἐπειδὴ οἶδα.]

§13.20. Ωστόσο, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, ακόμη και μετά από ιστορικό χρόνο να διατηρείται η απλή οριστική ή η υποτακτική, αν το περιεχόμενο της πρότασης τονίζεται ως βέβαιο ή παρουσιάζεται ως γνώμη του υποκειμένου της πρότασης και όχι του συγγραφέα. Συχνά επίσης είναι δυνατόν σε προτάσεις με εξάρτηση μετά από ιστορικό χρόνο να υπάρχει εναλλαγή ανάμεσα σε ευκτική του πλαγίου λόγου και οριστική ή υποτακτική.

ΘΟΥΚ 3.32.2 ἔλεγον οὐ καλῶς τὴν Ἑλλάδα ἐλευθεροῦν αὐτὸν [Ἀλκίδαν], εἰ ἄνδρας διέφθειρεν οὔτε χεῖρας ἀνταιρομένους || έλεγαν πως δεν ελευθερώνει με ορθό τρόπο την Ελλάδα όταν σκοτώνει άνδρες που δεν σήκωσαν χέρι εναντίον του. [ευθύς λόγος: οὐ καλῶς τὴν Ἑλλάδα ἐλευθεροῖς, εἰ … διαφθείρεις.]

ΞΕΝ Ελλ 2.3.15 ὁ Θηραμένης ἀντέκοπτε, λέγων ὅτι οὐκ εἰκὸς εἴη θανατοῦν, εἴ τις ἐτιμᾶτο ὑπὸ τοῦ δήμου || ο Θηραμένης εναντιωνόταν λέγοντας πως δεν ήταν σωστό να σκοτώνουν κάποιον, επειδή τον τιμούσε ο λαός. [ευθύς λόγος: οὐκ εἰκός ἐστι …, εἴ τις τιμᾶται …].

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.3.29 [Ξενοφῶν] τοῖς δὲ πάρ’ ἑαυτῷ παρήγγειλεν […] διαβαίνειν ὅτι τάχιστα ᾗ ἕκαστος τὴν τάξιν εἶχεν, ὡς μὴ ἔμποδίζειν ἀλλήλους || ο Ξενοφώντας διέταξε τους δικούς του στρατιώτες να διαβούν το ποτάμι όσο γίνεται πιο γρήγορα, κρατώντας ο καθένας τη σειρά που είχε για να μην εμποδίζουν ο ένας τον άλλον. [ευθύς λόγος: διαβαίνετε … ᾗ ἕκαστος τάξιν ἔχει.]

ΘΟΥΚ 2.13.1 [Περικλῆς] προηγόρευε τοῖς Ἀθηναίοις […] ὅτι […] τοὺς ἀγροὺς τοὺς ἑαυτοῦ καὶ οἰκίας ἢν ἄρα μὴ δῃώσωσιν οἱ πολέμιοι ὥσπερ καὶ τὰ τῶν ἄλλων, ἀφίησιν αὐτὰ δημόσια εἶναι || ο Περικλής δήλωσε εκ των προτέρων στους Αθηναίους ότι τα κτήματα και τα σπίτια του, αν τυχόν και δεν τα καταστρέψουν οι εχθροί όπως των άλλων, θα τα παραχωρήσει στην κυριότητα του λαού. [ευθύς λόγος: τοὺς ἀγροὺς τοὺς ἐμαυτοῦ καὶ οἰκίας ἢν ἄρα μὴ δῃώσωσιν οἱ πολέμιοι ὥσπερ καὶ τὰ τῶν ἄλλων, ἀφίημι αὐτὰ δημόσια εἶναι.]

Εναλλαγή ευκτικής του πλαγίου λόγου με οριστική ή ευκτική

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.6.34 [οἱ στρατιῶται] ἠπείλουν αὐτῷ ὅτι εἰ λήψονται ἀποδιδράσκοντα, τὴν δίκην ἐπιθήσοιεν || οι στρατιώτες τον απειλούσαν πως αν τον πιάσουν να δραπετεύει, θα τον τιμωρήσουν. [ευθύς λόγος: εἰ ληψόμεθά σε ἀποδιδράσκοντα, τὴν δίκην ἐπιθήσομεν.]

ΞΕΝ Ελλ 5.4.36 γιγνώσκων δ’ ὅτι εἰ μη τις προκαταλήψοιτο τὸν Κιθαιρῶνα, οὐ ῥᾴδιον ἔσται εἰς τὰς Θήβας ἐμβαλεῖν || γνωρίζοντας λοιπόν ότι αν δεν καταλάμβανε κανείς προηγουμένως τον Κιθαιρώνα δεν θα ήταν εύκολο να εισβάλει στη Θήβα. [ευθύς λόγος: εἰ μη τις προκαταλήψετε τὸν Κιθαιρῶνα, οὐ ῥᾴδιον ἔσται εἰς τὰς Θήβας ἐμβαλεῖν.]

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.2.2 τοὺς φυγάδας ἐκέλευσε σὺν αὐτῷ στρατεύεσθαι, ὑποσχόμενος αὐτοῖς, εἰ καλῶς καταπράξειεν ἐφ’ ἃ ἐστρατεύετο, μὴ πρόσθεν παύεσθαι πρὶν αὐτοὺς καταγάγοι οἴκαδε || τους εξόριστους τους κάλεσε να εκστρατεύσουν μαζί του, δίνοντάς τους την υπόσχεση πως, αν κατόρθωνε να πετύχει αυτά για τα οποία έκανε την εκστρατεία, δεν θα σταματούσε τον πόλεμο πριν τους οδηγήσει πίσω στην πατρίδα τους. [ευθύς λόγος: ἐὰν καταπράξω, ἐφ’ ἃ στρατεύομαι, οὐ πρόσθεν παύσομαι, πρὶν ἂν ἡμᾶς καταγάγω.]

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.6.3 ὁ Ὀρόντας […]γράφει ἐπιστολὴν παρὰ βασιλέα ὅτι ἥξοι ἔχων ἱππέας ὡς ἂν δύνηται πλείστους || ο Ορόντας γράφει επιστολή στον βασιλιά λέγοντας ότι θα έρθει σε αυτόν έχοντας όσο μπορεί πιο πολλούς ιππείς. [ευθύς λόγος: ἥξω ἔχων ἱππέας ὡς ἂν δύνωμαι πλείστους.]

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.3.29 τοῖς δὲ παρ’ ἑαυτῷ παρήγγειλεν […] ὅτι οὗτος ἄριστος ἔσοιτο ὃς ἂν πρῶτος ἐν τῷ πέραν γένηται || και στους στρατιώτες του διαμηνούσε ότι ο καλύτερος θα είναι αυτός ο οποίος θα φτάσει πρώτος στην αντίπερα όχθη. [ευθύς λόγος: οὗτος ἄριστος ἔσται ὃς ἂν πρῶτος ἐν τῷ πέραν γένηται.]

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 2. Νομοθέτες και τύραννοι

2.4. Στάθηκε στη μέση προβάλλοντας τη δυνατή του ασπίδα


Ο Αθηναίος Σόλων κέρδισε και αυτός μια θέση μεταξύ των Επτά Σοφών. Ήταν εξάλλου ποιητής. Ο ίδιος θεωρούσε μάλλον ότι πάνω απ᾽ όλα υπήρξε πολιτικός και ότι το ποιητικό χάρισμα και η σοφία του υπηρετούσαν πολιτικούς στόχους. Το όνομά του ταυτίστηκε με την πόλη του και έμεινε στην ιστορία ως σύμβολο πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Αντί να πέσει πάνω στους δυνατούς σαν βράχος, όπως ο Κύψελος, στάθηκε ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Έτσι ισχυρίστηκε σε ένα από τα ποιήματά του και έτσι τον κράτησε ζωντανό η αθηναϊκή παράδοση. Αποτιμώντας ο ίδιος το έργο που είχε επιτελέσει, έγραψε τους ακόλουθους στίχους:

Διότι στον δήμο απέδωσα τόση εξουσία όση του αρκεί,
δίχως ούτε να αφαιρέσω ούτε να προσθέσω κάτι σε αυτά που αξίζει
(την τιμήν του).
Πρόσεξα ωστόσο να μην πάθουν τίποτα ανάρμοστο
αυτοί που είχαν δύναμη και χρήματα.
Στάθηκα ανάμεσά τους προβάλλοντας κραταιή ασπίδα,
χωρίς να αφήσω καμία από τις δύο πλευρές να νικήσει άδικα.


Στο τέλος του 7ου αιώνα, μια γενεά περίπου πριν από την εμφάνιση του Σόλωνα, τα προβλήματα στην Αθήνα ήταν οξύτατα και προκαλούσαν μεγάλες εντάσεις. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διασώζουν ο Αριστοτέλης και ο Πλούταρχος, συγκρούονταν μεταξύ τους οι πλούσιοι και οι πένητες, οι «λίγοι» και οι «πολλοί», οι γνώριμοι (δηλαδή οι επιφανείς, οι ευγενείς) και ο δήμος.

Οι αιτίες για την κοινωνική αυτή αναστάτωση ήταν πολλές. Ένας μικρός αριθμός Αθηναίων αριστοκρατικής καταγωγής είχε τον έλεγχο της καλύτερης γης. Οι περισσότεροι βρίσκονταν υπερχρεωμένοι. Επιπλέον, κινδύνευαν να χάσουν την ελευθερία τους, εφόσον τα δάνεια που αναγκάζονταν να συνάψουν δίνονταν με εγγύηση το σώμα τους, δηλαδή την ελευθερία τους, και συνεπώς γίνονταν οι ίδιοι δούλοι, αν δεν κατόρθωναν να εξοφλήσουν έγκαιρα το χρέος. Τα οικονομικά και κοινωνικά αυτά προβλήματα τα επιδείνωνε το πολιτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο όλη η πολιτική εξουσία βρισκόταν στα χέρια των λίγων. Και ενώ επικρατούσε μεγάλη αναταραχή, η Αθήνα είχε να αντιμετωπίσει τα γειτονικά Μέγαρα σε μακροχρόνιο και δύσκολο πόλεμο για τον έλεγχο της Σαλαμίνας. Η κατάσταση έδειχνε ώριμη για την επικράτηση ενός τυράννου.

Πράγματι, ένας αριστοκράτης, ο Κύλων, νικητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες, προσπάθησε να καταλάβει την εξουσία. Φαίνεται ωστόσο ότι δεν έκανε τις σωστές ενέργειες. Οπωσδήποτε η υποστήριξη που έλαβε από τον πεθερό του, τον τύραννο των Μεγάρων Θεαγένη, δεν τον ωφέλησε. Η σύγκρουση με τα Μέγαρα ήταν μέρος του προβλήματος, όχι μέρος της λύσης. Όπως και να έχει, ο Αθηναίος άρχοντας Μεγακλής (που ανήκε στην επιφανή αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμεωνιδών) κατάφερε να συσπειρώσει επαρκείς δυνάμεις για να καταστείλει την απόπειρα και να θανατώσει τους οπαδούς του επίδοξου τυράννου. Ωστόσο, η αποτροπή της τυραννίας, και μάλιστα με τον τρόπο που επιτεύχθηκε, δεν γαλήνεψε τα πάθη στην Αθήνα. Ούτε και η προσπάθεια του Δράκοντα να ρυθμίσει την κατάσταση έφερε κάποιο αποτέλεσμα. Οι νόμοι του ήταν υπερβολικά σκληροί και δεν αντιμετώπιζαν τα κοινωνικά προβλήματα.

Λίγες δεκαετίες αργότερα οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές συμφώνησαν ότι κατάλληλο πρόσωπο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση ήταν ο Σόλων, αριστοκρατικής καταγωγής και ήδη γνωστός για το θάρρος και τη σοφία του. Ο Σόλων ανέλαβε το 594/3 το ετήσιο αξίωμα του άρχοντα και αναμόρφωσε ριζικά τη νομοθεσία. Τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που έλαβε ήταν δύο: η απαγόρευση των δανεισμών με εγγύηση την ελευθερία του δανειζόμενου και η κατάργηση όλων των χρεών, δημόσιων και ιδιωτικών. Με τα μέτρα αυτά, που ονομάστηκαν σεισάχθεια, κανένας Αθηναίος δεν κινδύνευε στο εξής να καταστεί δούλος επειδή αδυνατούσε να εξοφλήσει τα χρέη του. Αλλά και αυτοί που είχαν υποδουλωθεί αφέθηκαν ελεύθεροι - αν μάλιστα είχαν πωληθεί έξω από την πόλη, εξαγοράστηκαν.

Ο Σόλων προχώρησε επίσης σε πολιτικές και δικαστικές μεταρρυθμίσεις. Σύμφωνα με το αθηναϊκό πολίτευμα, την εξουσία ασκούσαν εννέα ἄρχοντες, που επιλέγονταν κάθε χρόνο από τις τάξεις των ευγενών και που, μετά τη λήξη της θητείας τους, γίνονταν ισόβια μέλη της Βουλής, που συνερχόταν στον Άρειο Πάγο. Από τους άρχοντες αυτούς τρεις ήταν οι σπουδαιότεροι, ο ἐπώνυμος (που ονομαζόταν έτσι επειδή έδινε το όνομά του στο έτος), ο βασιλεύς, με καθήκοντα κυρίως θρησκευτικά, και ο πολέμαρχος, με καθήκοντα κυρίως στρατιωτικά. Οι υπόλοιποι έξι αποκαλούνταν θεσμοθέται και είχαν καθήκον να επεξεργάζονται τις διατάξεις με βάση τις οποίες εκδίδονταν οι δικαστικές αποφάσεις. Το κύριο έργο της Βουλής του Αρείου Πάγου ήταν η διαφύλαξη των νόμων αλλά και η συμμετοχή στη διακυβέρνηση της πόλης. Οι άρχοντες είχαν επίσης δικαστικά καθήκοντα που σχετίζονταν με τους τομείς ευθύνης τους. Στον Άρειο Πάγο εκδικάζονταν πολλές σημαντικές υποθέσεις. Όλες οι δικαστικές αποφάσεις ήταν τελεσίδικες.

Ο Σόλων διατήρησε τους άρχοντες και τη Βουλή του Αρείου Πάγου, πρόσθεσε όμως στο πολίτευμα δύο νέα σημαντικά όργανα εξουσίας: μια δεύτερη Βουλή, που ονομάστηκε των Τετρακοσίων, επειδή συμμετείχαν σε αυτή τετρακόσια μέλη, εκατό από κάθε αθηναϊκή φυλή, και ένα δικαστήριο, αποτελούμενο από πολίτες, που ονομάστηκε Ηλιαία. Τα δύο αυτά όργανα αποδυνάμωσαν τους άρχοντες και τη Βουλή του Αρείου Πάγου. Το πρώτο προετοίμαζε τις εργασίες της Εκκλησίας του Δήμου, δηλαδή της συνέλευσης των πολιτών, και το δεύτερο ανέλαβε το κύριο βάρος των δικαστικών υποθέσεων.

Στον τρόπο εκλογής των αρχόντων ο Σόλων υπήρξε επίσης καινοτόμος. Οργάνωσε το πολίτευμα στη βάση τεσσάρων τελῶν, δηλαδή εισοδηματικών τάξεων, στις οποίες κατέταξε όλους τους πολίτες: τους πεντακοσιομέδιμνους, τους ιππείς, τους ζευγίτες και τους θήτες. Η κατάταξη αυτή αποτύπωνε ως έναν βαθμό τη στρατιωτική οργάνωση των Αθηναίων. Οι ευγενείς ήταν πάντα ιππείς. Την εποχή του Σόλωνα πολεμούσαν και αυτοί πεζοί, αλλά έφταναν έφιπποι (και ξεκούραστοι) στο πεδίο της μάχης. Ζευγίτες ήταν οι οπλίτες, δηλαδή οι εύποροι αγρότες που εξασφάλιζαν μόνοι τον οπλισμό τους και πολεμούσαν στις οργανωμένες φάλαγγες. Θήτες αποκαλούνταν οι φτωχοί πολίτες, που ήταν συνήθως άκληροι, και συμμετείχαν στους πολέμους ως ψιλοί, με μικρό οπλισμό και ελαφριά εξάρτυση για μεγαλύτερη ευκινησία. Πραγματικά νέα κατηγορία ήταν μόνο οι πεντακοσιομέδιμνοι, οι λίγες εκατοντάδες πολύ πλούσιοι Αθηναίοι.

Οι πεντακοσιομέδιμνοι προέρχονταν από την παλαιά τάξη των ιππέων, αλλά ξεχώρισαν από αυτούς διότι θεωρήθηκαν με τον μεγάλο τους πλούτο κατάλληλοι να αναλάβουν το αξίωμα του ταμία της πόλης, καθώς μπορούσαν να εγγυηθούν για την ασφάλεια των θησαυρών της με την προσωπική τους περιουσία. Οι άρχοντες επιλέγονταν από τους πεντακοσιομέδιμνους και τους ιππείς. Όλα τα άλλα αιρετά αξιώματα ήταν ανοιχτά στις τρεις ανώτερες τάξεις. Οι θήτες είχαν δύο μόνο δικαιώματα: να συμμετέχουν στην Εκκλησία του Δήμου και στα δικαστήρια.

Την εποχή που έγιναν οι μεταρρυθμίσεις σημαντικότερο μέτρο θεωρήθηκε η σεισάχθεια, που βελτίωσε αμέσως τη θέση πολλών. Αργότερα φάνηκε ότι ριζικότερες αλλαγές επέφεραν δύο δικαστικές καινοτομίες. Σύμφωνα με τη μία από αυτές, δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο δεν είχαν μόνο όσοι αισθάνονταν ότι έχουν αδικηθεί αλλά όλοι ανεξαιρέτως, για την υπεράσπιση τρίτων ή του δημόσιου συμφέροντος. Σύμφωνα με την άλλη αλλαγή, δόθηκε στους πάντες το δικαίωμα της έφεσης στο δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα, εάν αισθάνονταν αδικημένοι, να κριθούν και πάλι από ένα όργανο μαζικό και αντιπροσωπευτικό. Με τα δυο αυτά δικαιώματα οι πολίτες προστατεύτηκαν από τις αυθαιρεσίες των ευγενών.

Εφόσον όλες οι υποθέσεις μπορούσαν να ξανακριθούν, η Ηλιαία έγινε σύντομα το κύριο αθηναϊκό δικαστήριο. Σημαντικότατα θέματα του δημόσιου και ιδιωτικού βίου ρυθμίζονταν πλέον από τα δικαστήρια στα οποία συμμετείχαν μαζικά και οι φτωχότεροι Αθηναίοι. Σε αυτά κρινόταν πολλές φορές ακόμη και η εγκυρότητα των νόμων.

Ο ίδιος ο Σόλων θεώρησε πάντως ότι ένα από τα σπουδαιότερα μέτρα του ήταν η απελευθέρωση της γης. Είχε αφαιρέσει από αυτήν, όπως εξηγούσε σε ένα του ποίημα, τους ὅρους που την κρατούσαν υποδουλωμένη. Εννοούσε, καθώς φαίνεται, ότι απάλλαξε πολλούς καλλιεργητές από τις υποχρεώσεις που είχαν έναντι των πλούσιων γαιοκτημόνων, αυτές που καταγράφονταν σε ξύλινες πινακίδες (ὅρους) και τους ανάγκαζαν συχνά να δανείζονται με εγγύηση το σώμα τους. Αφαιρώντας τους όρους, είχε απελευθερώσει ταυτοχρόνως τη γη και τους καλλιεργητές της. Τον επόμενο αιώνα η Αθήνα ξεχώριζε για το πλήθος των ελεύθερων ιδιοκτητών γης.

Με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα η Αθήνα επέλυσε οξύτατα κοινωνικά προβλήματα και ήταν πλέον σε θέση να αντιμετωπίσει επικίνδυνους εξωτερικούς εχθρούς. Χωρίς να ανατραπούν τελείως οι παλαιές ισορροπίες, η κοινωνική ένταση εκτονώθηκε και η πόλη απέκτησε νέους πολεμιστές. Πολλοί από αυτούς εντάχθηκαν στην τάξη των θητών, αρκετοί όμως στην τάξη των ζευγιτών, στην αποφασιστικότητα των οποίων στηριζόταν κυρίως η πολεμική ισχύς της πόλης.

Πολλές ελληνικές πόλεις αντιμετώπιζαν εκείνη την εποχή παρόμοια προβλήματα και αναζητούσαν λύσεις. Στα γειτονικά Μέγαρα, μετά την ανατροπή του τυράννου Θεαγένη, τα χρέη δημιουργούσαν μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Φαίνεται ωστόσο ότι επιστράφηκαν μόνο οι τόκοι των δανείων - και αυτό θεωρήθηκε τόσο σημαντικό, ώστε η μεταρρύθμιση έμεινε γνωστή ως παλιντοκία. Πάντως, καμία μεταρρύθμιση εκείνης της εποχής δεν ήταν τόσο συνολική και τόσο ριζική όσο αυτή που σχεδίασε ο Σόλων.

Οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα ήταν πολύ καλά υπολογισμένες και αντιμετώπιζαν τα σημαντικότερα προβλήματα της Αθήνας στη ρίζα τους. Αλλά η εκτέλεσή τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι ανταγωνισμοί για την εξουσία και οι διαφορετικές απόψεις για τους ρυθμούς με τους οποίους έπρεπε να εφαρμοστούν οι νέοι νόμοι συνεχίζονταν για χρόνια. Ορισμένοι είχαν ήδη υποδείξει στον Σόλωνα ότι μόνο με την ιδιότητα του τυράννου θα μπορούσε να επιβάλει το πρόγραμμα του. Αλλά αυτός ήταν κατηγορηματικά αντίθετος. Πρόθεσή του δεν ήταν να επιβληθεί με αίμα και βία.

Αυτό που αρνήθηκε ο Σόλων το πραγματοποίησε μια γενεά αργότερα ο Πεισίστρατος. Κάποια στιγμή που οι διαμάχες είχαν αποδυναμώσει τις σημαντικότερες αριστοκρατικές οικογένειες, αυτός επικαλέστηκε τις στρατιωτικές του επιτυχίες εναντίον των Μεγαρέων, εξασφάλισε προσωπική φρουρά σωματοφυλάκων και κατέλαβε την εξουσία. Οι εχθροί του ενώθηκαν μεταξύ τους και κατάφεραν να τον διώξουν. Αλλά ο Μεγακλής, εγγονός του ομώνυμου άρχοντα που είχε εξουδετερώσει τον Κύλωνα, του έδωσε για σύζυγο την κόρη του και τον βοήθησε να επιβληθεί για δεύτερη φορά. Όμως, και αυτή η συμμαχία δεν κράτησε πολύ.

Χάνοντας την εξουσία για δεύτερη φορά, ο Πεισίστρατος προετοιμάστηκε καλά για την οριστική του επάνοδο. Εξασφάλισε βοήθεια από τους Θηβαίους, τους Αργείους, τον Λύγδαμη της Νάξου αλλά και χρήματα από τα μεταλλεία του Στρυμόνα. Προσέλαβε μισθοφόρους και κατέλαβε με τη βοήθεια των γιων του τον Μαραθώνα. Από εκεί προχώρησε προς την πόλη και, ύστερα από μάχη, επιβλήθηκε για τρίτη φορά, εξορίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους. Έτσι, με εξαίρεση δύο διαλείμματα, παρέμεινε τύραννος από το 561 έως το 527. Ανάμεσα σε πολλά άλλα ανταπέδωσε τη βοήθεια στον Λύγδαμη, καθιστώντας τον τύραννο στη Νάξο.

Ο Πεισίστρατος πολιτεύτηκε με μετριοπάθεια. Δεν κατήργησε τη νομοθεσία του Σόλωνα - μολονότι φρόντιζε να επιλέγονται άρχοντες Αθηναίοι που είχαν καλές σχέσεις μαζί του. Ενίσχυσε τους φτωχούς και τους βοήθησε να καλλιεργούν τη γη τους ώστε να ευπορούν, αλλά και να παραμένουν διασκορπισμένοι στους αγρούς, χωρίς να συχνάζουν στο άστυ ούτε να ασχολούνται με την πολιτική. Φαίνεται μάλιστα ότι συνέδραμε τους μικροκαλλιεργητές με διάφορους τρόπους. Έτσι, συνέβαλε αφενός στην επίλυση του κοινωνικού προβλήματος και αφετέρου εισέπραττε φόρους. Μετά τον θάνατο του Πεισίστρατου, η εξουσία μεταβιβάστηκε στον γιο του Ιππία, ο οποίος συνέχισε να κυβερνά στο ίδιο πνεύμα την πύλη μαζί με τους αδελφούς του.

Οι τύραννοι των Αθηνών ισχυροποίησαν την πόλη τους και τη θέση τους περισσότερο με τη διπλωματία παρά με πολέμους. Εκτός από τη φιλία τους με τη Νάξο, ανέπτυξαν δεσμούς με το Άργος, τη Σπάρτη, τη Σάμο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Όταν όμως οι Πέρσες κυριάρχησαν στη Μακεδονία, επέλεξαν να αλλάξουν πολιτική. Άρχισαν να απομακρύνονται από τους παλαιούς τους φίλους και να προσεγγίζουν τη μεγάλη ασιατική δύναμη που εξαπλωνόταν. Ο Ιππίας έσπευσε να παντρέψει την κόρη του Αρχεδίκη με τον γιο του τυράννου της Λαμψάκου, ο οποίος συνεργαζόταν ήδη στενά με τον μεγάλο βασιλιά της Περσίας, τον Δαρείο. (Σύμφωνα με το επιτύμβιο επίγραμμά της, η Αρχεδίκη ήταν κόρη, σύζυγος, αδελφή και μητέρα τυράννων.) Στο εσωτερικό της πόλης οι Αθηναίοι τύραννοι διακρίθηκαν για τα μεγάλα και επιβλητικά δημόσια έργα τους. Σε ακμή οδηγήθηκε την εποχή εκείνη και το εμπόριο, όπως βεβαιώνουν τα -αρχικά μελανόμορφα και στη συνέχεια ερυθρόμορφα- αγγεία, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο.

Οι Πεισιστρατίδες, στα πολλά χρόνια που διακυβέρνησαν, κατάφεραν να συμφιλιωθούν με αρκετές αριστοκρατικές οικογένειες της πόλης. Αλλά οι φιλίες αυτές δεν είχαν βαθιές ρίζες, και μια προσωπική αντιδικία (ή, ορθότερα, αντιζηλία) ήταν αρκετή για να οδηγήσει το 514 στη δολοφονία του Ιππάρχου, αδελφού του Ιππία. Την τολμηρή αυτή πράξη, με αρχικό στόχο τον ίδιο τον τύραννο, ανέλαβαν δύο φίλοι αριστοκράτες, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, που συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν. (Ο αθηναϊκός δήμος τούς θεώρησε αργότερα πρωτοστάτες της δημοκρατίας, τους αποκάλεσε τυραννοκτόνους και τους απέδωσε τιμές ηρώων.) Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν να γίνει η τυραννία πολύ σκληρότερη και να αποκτήσει νέους εχθρούς. Τον αγώνα εναντίον της συνέχισε από την εξορία η αριστοκρατική οικογένεια των Αλκμεωνιδών.

Οι Αλκμεωνίδες, όπως λεγόταν, ενίσχυσαν οικονομικά το μαντείο των Δελφών και κέρδισαν την εύνοιά του. Έτσι, η Πυθία προέτρεψε τους Σπαρτιάτες να αναλάβουν πρωτοβουλία για την απελευθέρωση της Αθήνας. Οι Σπαρτιάτες, πάντως, δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη παρότρυνση, διότι η ανατροπή των τυράννων ήταν έτσι κι αλλιώς στα σχέδιά τους - ιδίως όταν οι τύραννοι συνεργάζονταν με τους Πέρσες. Το 510, με επικεφαλής τον βασιλιά Κλεομένη (περ. 520-490) και σε συνεργασία με δυσαρεστημένους Αθηναίους, εξόρισαν τον Ιππία, που είχε παραμείνει στην εξουσία για 17 χρόνια. Ήλπιζαν ότι η Αθήνα, από ευγνωμοσύνη και ανάγκη, θα γινόταν σύμμαχός τους. Ωστόσο, μια μεγάλη μερίδα του αθηναϊκού δήμου είχε άλλα σχέδια. Οι Σπαρτιάτες επανήλθαν για να παραδώσουν την εξουσία στον Αθηναίο πολιτικό Ισαγόρα, που ήταν φίλος τους. Πρώτη τους ενέργεια ήταν να εξορίσουν 700 αθηναϊκές οικογένειες. Δεύτερη να καταργήσουν τη Βουλή. Αλλά ο αθηναϊκός δήμος αντιστάθηκε, κατάφερε να απομακρύνει τους Σπαρτιάτες από την πόλη του και επανέφερε τους εξόριστους, που είχαν επικεφαλής τους τον Αλκμεωνίδη Κλεισθένη.

Οι Σπαρτιάτες δεν σταμάτησαν τις προσπάθειες. Ήθελαν με κάθε τρόπο να ελέγξουν την Αθήνα, που μέρα με τη μέρα δυνάμωνε. Το 506 προσπάθησαν και πάλι να επιβάλουν τον Ισαγόρα ως τύραννο, αλλά τους εγκατέλειψαν ακόμη και οι σύμμαχοί τους. Ο δεύτερος βασιλιάς της Σπάρτης, ο Δημάρατος (περ. 515-491), διαχώρισε τη θέση του και αποχώρησε. (Η διαφωνία αυτή οδήγησε τους Σπαρτιάτες να στέλνουν στο εξής μόνο ένα βασιλιά σε κάθε εκστρατεία.) Έτσι, ο Κλεομένης υποχρεώθηκε να επιστρέψει άπρακτος στη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι αναθάρρησαν και αντιμετώπισαν με επιτυχία τους Θηβαίους και τους Χαλκιδείς, που είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία.

Λίγα χρόνια αργότερα οι Σπαρτιάτες έκαναν μια τελευταία προσπάθεια με σκοπό να επαναφέρουν τον Ιππία. Αυτή τη φορά οι Κορίνθιοι και οι άλλοι σύμμαχοί τους δεν δέχτηκαν ούτε να τους ακούσουν.

Στην ανατροπή των Ελλήνων τυράννων συνέβαλαν πολλοί: οι ευγενείς, που είχαν απολέσει την εξουσία, ο δήμος, που έβλεπε τις τυραννίες να μετατρέπονται σε κληρονομικές μοναρχίες, οι Σπαρτιάτες, που ήθελαν να παίξουν ηγετικό ρόλο σε μια μεγάλη συμμαχία. Στις περισσότερες πόλεις, μετά την ανατροπή των τυράννων, οι πολίτες κατάφερναν να παίξουν κεντρικό ρόλο και να διεκδικήσουν μερίδιο στην πολιτική διακυβέρνηση.

Στις ελληνικές πόλεις, ωστόσο, δεν κατοικούσαν μόνο πολίτες. Εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά, πολιτικά δικαιώματα στερούνταν επίσης οι ξένοι και οι δούλοι. Οι ξένοι ήταν μια πολύ ευρεία κατηγορία που περιλάμβανε, πέρα από τους περαστικούς, και ανθρώπους που ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι σε μια πόλη, ορισμένοι από τους οποίους ήταν γεννημένοι και μεγαλωμένοι σε αυτήν. Σε ορισμένες πόλεις, όπως στην Αθήνα, οι μόνιμα εγκατεστημένοι ξένοι ονομάζονταν μέτοικοι και είχαν ορισμένα δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις: κατέβαλλαν φόρους και στρατεύονταν. Δεν συμμετείχαν ωστόσο σε καμία πολιτική δραστηριότητα και για να εμφανιστούν ενώπιον των δικαστηρίων είχαν ανάγκη από έναν πολίτη-προστάτη.

Σε όλες τις ελληνικές πόλεις δικαίωμα κατοχής γης είχαν μόνο οι πολίτες. Οι ξένοι και οι μέτοικοι ασχολούνταν έτσι, σχεδόν αποκλειστικώς, με τις τέχνες και το εμπόριο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ως ανταμοιβή για σπουδαίες υπηρεσίες τους στην Αθήνα, οι μέτοικοι μπορούσαν, με απόφαση του δήμου, να ενταχθούν στην κατηγορία των πολιτών.

Οι υποδουλωμένοι Αθηναίοι είχαν κερδίσει με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα την ελευθερία τους. Στο εξής κανένας πολίτης δεν γινόταν πια δούλος μέσα στην πόλη του επειδή δεν είχε να πληρώσει τα χρέη του. Κανένας νόμος δεν απαγόρευε, πάντως, την εισαγωγή δούλων από άλλες περιοχές. Οι εύποροι γαιοκτήμονες, μάλιστα, που με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα στερήθηκαν τα φτηνά εργατικά χέρια, στράφηκαν σε μαζικές αγορές δούλων από μη ελληνικές περιοχές. Η Αθήνα γέμισε με υποδουλωμένους Θράκες και Σκύθες. Οι άνθρωποι αυτοί διακινούνταν μέσα από το διεθνές εμπόριο και πωλούνταν στην αγορά, όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα. Τα παιδιά που αποκτούσαν γίνονταν και αυτά δούλοι. Ορισμένοι είχαν την ευκαιρία, ύστερα από σκληρή εργασία, να εξαγοράσουν την ελευθερία τους, να γίνουν απελεύθεροι και να ενταχθούν στην τάξη των μετοίκων.

Από την «Διαχείριση της Ψυχικής Ενέργειας» στην Ηθική Πειθαρχία

1. ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ και το Ρεύμα της Ζωής

Όταν είμαστε, (όταν κάποιος είναι) σε ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ, Βιώνουμε την Ύπαρξη, Εδώ, Τώρα, αντιλαμβανόμαστε «αυτό που συμβαίνει», ότι συμβαίνει, μέσα σε ένα Ενοποιημένο Πεδίο Επίγνωσης, τον κόσμο, τον εαυτό, τους άλλους, τα αντικείμενα, όλα. Η Προσοχή απλώνεται παντού, κι ανταποκρινόμαστε όπου υπάρχει ανάγκη… στον εαυτό, στις σχέσεις, στα «άλλα». Δεν υπάρχει ένα υπαρξιακό κέντρο, μια απομονωμένη επίγνωση που διαχωρίζει τον εαυτό της από τον κόσμο, τα πράγματα. Όλα γίνονται αντιληπτά μέσα στο Πεδίο Ενότητας, υπάρχει μια σχέση σύνδεσης, μια μυστηριακή αγάπη. Ακολουθούμε τις ανάγκες της ζωής, όπου εμφανίζονται, συμπορευόμαστε με το ρεύμα της ζωής. Αντιλαμβανόμαστε ότι ο δρόμος της ζωής ανοίγεται μόνος του και τον ακολουθούμε, αποδεχόμενοι αυτό που συμβαίνει, χωρίς δισταγμούς, ή αμφιβολίες, χωρίς συγκρούσεις.

Σε μια τέτοια κατάσταση ύπαρξης, όταν βιώνουμε την ύπαρξη με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει Βαθιά Ενότητα με την Ζωή, με την Πορεία της Ζωής, γαλήνη, ησυχία, ηρεμία, πληρότητα κάθε στιγμή. Κάθε στιγμή που ζούμε είναι ήδη εκπληρωμένη, απλά επειδή είμαστε εδώ, τώρα, και ζούμε. Δεν έχει άλλο σκοπό η ζωή από την ίδια την ζωή.

Στην πραγματικότητα είμαστε Ένα με την Ζωή… Ζωή… Πορευόμαστε με το Ρεύμα της Ζωής. Κι όπου κι αν είμαστε, εδώ, τώρα, σε αυτόν τον κόσμο, είτε σε άλλους κόσμους, δεν Αλλάζει η Αίσθηση της Ύπαρξης, και κάθε στιγμή (στη Στιγμή που Ρέει), είμαστε Ολοκληρωμένοι.

2. Η Σκέψη, η «κατασκευή» του εαυτού, ο «επιφανειακός» εαυτός

Οι περισσότεροι όμως από εμάς (τους ανθρώπους) δεν λειτουργούμε έτσι. Αντί να είμαστε σε ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ, να αντιλαμβανόμαστε «αυτό που συμβαίνει» (τα συμβαίνοντα) κατασκευάζουμε μια νοητική εικόνα του κόσμου, νοητικές εικόνες των πραγμάτων του κόσμου (του εαυτού, των «άλλων» πραγμάτων) και λειτουργούμε μέσα σε αυτή την νοητική εικόνα. Υποτίθεται ότι όταν είμαστε σε εγρήγορση (αυτό που θεωρούν οι άνθρωποι εγρήγορση) και λειτουργούν οι εξωτερικές αισθήσεις, ότι ζούμε στην πραγματικότητα, στον πραγματικό χώρο, στην αληθινή ζωή, ενώ απλά – με αφορμή όσα υπάρχουν, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο «εαυτός» μας και τα «άλλα» γύρω μας – ανακαλούμε από την μνήμη την νοητική εικόνα (και τις νοητικές εικόνες) που έχουμε κατασκευάσει, «βλέπουμε» την νοητική εικόνα μας, και προσέχουμε μόνο ότι διαφοροποιείται από την νοητική εικόνα – μονάχα για να «αναδομήσουμε» την νοητική εικόνα μας. Ζούμε κυριολεκτικά σε μια Εικονική Πραγματικότητα.

Μέσα, λοιπόν, σε αυτή την κατασκευασμένη αντίληψη της πραγματικότητας φτιάχνουμε σταθερή νοητική εικόνα για τον εαυτό, τον κόσμο, τα «άλλα» πράγματα. Θεωρούμε τον εαυτό σαν μια ατομική ύπαρξη, ξέχωρη από τον κόσμο, οικοδομούμε σιγά-σιγά, από παιδιά, (και με την «διαπαιδαγώγηση», «διαμόρφωση», «διαχείριση», της κοινωνίας), ένα «ψυχονοητικό κέντρο», το εγώ:

Θεωρούμε τον εαυτό (το εγώ) σαν το «κέντρο» της ύπαρξης, του σύμπαντος κόσμου, κι όλα τα άλλα έξω, δευτερεύοντα.

Αναγνωρίζουμε την ύπαρξή μας, τις ανάγκες μας.

Συσχετίζουμε τα «πάντα» με το εγώ μας.

Αξιολογούμε τα «πάντα», σε σχέση με τον εαυτό μας, χαρακτηρίζοντάς τα θετικά-αρνητικά, καλά- κακά, ευχάριστα-δυσάρεστα, χρήσιμα-άχρηστα, επιθυμητά- μη επιθυμητά…

Και κινούμαστε προς τα «πράγματα», κι ενεργούμε, εκδηλώνουμε μια συμπεριφορά.

Η ζωή είναι αυτή η «κίνηση». Από τον εαυτό προς τα «πράγματα», η υλοποίηση στόχων (που συσχετίζουν τις ανάγκες μας με τα πράγματα), η εμπειρία των πραγμάτων, κι η πληρότητα, ή οι ελλείψεις που βιώνουμε.

Ανάλογα το επίπεδο επίγνωσής μας σχηματίζουμε την ανάλογη αντίληψη εαυτού.

Μπορεί να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό σαν ύπαρξη, (υπερβατικό, αιώνιο, χωρίς ιδιότητες).

Μπορεί να θεωρούμε σαν εαυτό τις παγιωμένες αντιλήψεις, τα αισθήματα, την συμπεριφορά (την «προσωπικότητά» μας).

Μπορεί να θεωρούμε εαυτό το σώμα, να ταυτίζουμε την ύπαρξή μας με το σώμα.

Ανάλογα την «θέση» που υιοθετούμε διαμορφώνεται και η αίσθηση του κόσμου, η αξιολόγησή του, η συμπεριφορά μας.

Στην Εμπειρία της ζωής που έχουμε, υπάρχουν (εκδηλώνονται) τρία στοιχεία:

Εμείς, (ο εαυτός μας, όπως κι αν τον θεωρούμε).

Η «ψυχική ενέργεια», δηλαδή η αίσθηση του κόσμου-η αξιολόγησή του-η κίνηση προς τον κόσμο.

Κι η «συμπεριφορά», δηλαδή οι πρακτικές δραστηριότητες, οι πράξεις, σε σωματικό ή υλικό επίπεδο.

Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε σε οποιαδήποτε «πράξη ζωής».

3. «Αυτογνωσία», Στοχαστική ενδοσκόπηση, Διαλογισμός στην «ψυχική ενέργεια»

Αυτογνωσία σημαίνει καταρχήν να Γνωρίζουμε, να Βιώνουμε, και να Ζούμε την Αληθινή Φύση μας, που Είναι Κάτι Πολύ Βαθύτερο από αυτό που αντιλαμβανόμαστε άμεσα, στο πρωτοβάθμιο γνωστικό βίωμα, στην κατάσταση επίγνωσης που είμαστε. Αυτού του είδους η Βαθιά Πραγματική Ολοκληρωτική και Πλήρης Αυτογνωσία, δεν μπορεί παρά να «επιτευχθεί» μέσα από «πνευματική εργασία» (που θα δούμε στην συνέχεια).

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε άμεσα. Στην Παρούσα Κατάσταση Επίγνωσης που είμαστε, είναι ακριβώς να εξετάσουμε ΠΟΥ είμαστε.

Αυτό δεν είναι μια θεωρητική εργασία αλλά μια απόλυτα πρακτική εργασία, αφού πρέπει να νοιώσουμε αυτό που μας συμβαίνει, που συμβαίνει μέσα μας, και στις «σχέσεις» μας με τον κόσμο.

Θα πρέπει λοιπόν να γίνει από μια «Σταθερή Στάση» του σώματος – εμπειρία, συνήθεια, που υποτίθεται ότι έχει «κατακτηθεί» ήδη.

Για να Συνειδητοποιήσουμε το ΠΟΙΟΣ, (ποιοι είμαστε, σε ποια υπαρξιακή κατάσταση είμαστε) θα πρέπει να εξετάσουμε την δραστηριότητά μας, τις πράξεις μας, αυτά που κάνουμε συνήθως, αυτά που θέλουμε ή μας επιβάλλονται να κάνουμε.

Εδώ δεν έχουμε ένα «αντικείμενο» (όπως στην περίπτωση της Προηγούμενης Άσκησης του Σώματος (στην Ασάνα), αλλά με πολλές πράξεις. Υπάρχουν πράξεις που σχετίζονται με την επιβίωση του σώματος, πράξεις που σχετίζονται με τον κόσμο, την ζωή στον κόσμο, και πράξεις που σχετίζονται με τους άλλους. Υπάρχουν πράξεις νοητικής ενημέρωσης, γνώσης (είτε μέσα από διάβασμα, ή άκουσμα, ή σκέψη… Υπάρχουν πράξεις υπαρξιακές, να υπάρχουμε, να ζούμε, να θέλουμε να ζούμε ή να αναρωτιόμαστε για την ζωή, κλπ.

Καθένας, ανάλογα με το επίπεδο επίγνωσής του ιεραρχεί τους στόχους, τις δραστηριότητες, τις πράξεις. Δίνει προτεραιότητα σε κάποια πράγματα και «αγνοεί» κάποια άλλα.

Όταν Καθόμαστε λοιπόν (όπως έχουμε μάθει, σε θέση ισορροπίας, σε στάση ησυχίας, ηρεμίας, «ακινησίας») για να ερευνήσουμε τις «ψυχικές ενέργειες» που οδηγούν στις πράξεις, εκδηλώνονται τρία στοιχεία (τα τρία στοιχεία που είχαμε «αναγνωρίσει» στην Προηγούμενη Άσκηση του Σώματος, αλλά σε ένα ανώτερο επίπεδο τώρα):

Εμείς, (όποια αντίληψη εαυτού κι αν έχουμε),

Η «ψυχική ενέργεια», αίσθηση-αξιολόγηση- «κίνηση»,

Η πράξη.

Μπορούμε να «ασκηθούμε» (να διαλογιστούμε πάνω στην ψυχική ενέργεια, να δώσουμε την «πλήρη προσοχή» μας σε αυτό που «νοιώθουμε»), παίρνοντας μια συνηθισμένη σημαντική (που θεωρούμε εμείς σημαντική) δραστηριότητα σαν «αντικείμενο» διαλογισμού. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να το κάνουμε για κάθε δραστηριότητα.

Χρειάζεται να «νοιώσουμε» όλη αυτή την κίνηση που μας ωθεί σε αυτή την δραστηριότητα.

Να «εμβαθύνουμε» στους λόγους που την θεωρούμε σημαντική.

Να νοιώσουμε ακριβώς την «θέση ύπαρξης» από την οποία θεωρούμε έτσι την πραγματικότητα.

Η Ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι είμαστε εμείς, εδώ, που δίνουμε περιεχόμενο στην ύπαρξή μας, θεωρώντας την όπως την θεωρούμε… κι από αυτή την θέση είμαστε τελείως ελεύθεροι να επιλέξουμε την αντίληψη του κόσμου, να αξιολογήσουμε τους στόχους μας, την κίνησή μας, την εξωτερική δραστηριότητά μας (τις πράξεις μας).

Όποια δραστηριότητα (που θεωρούμε σημαντική) κι αν επιλέξουμε να διαλογιστούμε, φτάνουμε τελικά στην ύστατη θεώρηση της ελεύθερης επίγνωσης που αυτή και μόνον αποφασίζει τι είναι σαν ύπαρξη… αν είμαστε η ελεύθερη αιώνια ουσία, αν είμαστε μια περιορισμένη αντίληψη, συναισθήματα, σωματικές πράξεις.

4. Ο Αληθινός Εαυτός κι η «διαχείριση» των λεπτών ενεργειών

«ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ» με αυτόν τον τρόπο όλες τις δραστηριότητές μας, αποκαλύπτοντας ότι όλες οι δραστηριότητες προέρχονται από περιορισμένες αντιλήψεις του εαυτού, οδηγούμαστε στην Συνειδητοποίηση ότι η Αληθινή Ουσία Είναι ταυτόχρονα Γνώση του Εαυτού, Εσωτερική Βιωματική Αντίληψη του Εαυτού, Εσωτερική Πράξη… κι όχι κάτι που αναζητά να εκπληρωθεί με εξωτερικές δραστηριότητες και υλικές πράξεις.

Είμαστε Πλήρεις, Ολοκληρωμένοι κι Επαρκείς Μέσα μας. Δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσουμε τίποτα έξω, δεν χρειάζεται να επιτύχουμε τίποτα έξω. Φτάνουμε έτσι στην Κατάσταση της Ψυχικής Απάθειας, που δεν εξαρτάται από τίποτα εξωτερικό. Αυτή η Κατάσταση δεν είναι μια κατάσταση ψυχικής στασιμότητας, συναισθηματικής αναισθησίας, ή εξωτερικής νέκρωσης. Αντίθετα, είναι μια Κατάσταση Πλήρους Εγρήγορσης που «ανταποκρίνεται» στις πραγματικές ανάγκες της ύπαρξης, της ζωής, και πραγματοποιεί αυτά που είναι ηθικά, νόμιμα και αναγκαία.

Γίνεται κατανοητό μέσα από την βιωματική εμπειρία ότι ο ΜΟΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΖΩΗ… να υπάρχουμε, εδώ, τώρα, πλήρεις, ολοκληρωμένοι, κάθε στιγμή, στην Στιγμή που Ρέει. Αυτή είναι η Θέση Ισορροπίας σε σχέση με την ψυχική δραστηριότητα και τις εξωτερικές πράξεις. Μια Κατάσταση ΕΓΡΗΓΟΡΣΗΣ, πραγματικής ψυχικής απάθειας, που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της ζωής, και μόνον σε αυτές… Σε Αυτή την Κατάσταση Αφηνόμαστε τελείως στο Ρεύμα της Ζωής, να μας Οδηγήσει.

5. Ηθική Πειθαρχία

Μέσα από την αναγνώριση της ψυχικής δραστηριότητάς μας, μέσα από την διαχείριση της «ψυχικής ενέργειας», φτάνουμε στην ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ απέναντι σε όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε, αισθανόμαστε και πράττουμε, στην Πραγματική Ελευθερία από την ψυχική δραστηριότητα, σε μια Κατάσταση Βαθιάς Ηρεμίας που οι ανάγκες της ζωής (που αναδύονται) αποκαθιστούν πάντα. Για αυτό αναδύονται οι ανάγκες, για να διατηρηθεί η Θέση Ισορροπίας, κι όχι για να πραγματοποιηθεί κάτι άλλο, όχι για να διασπάσουν ή να διακόψουν αυτή την Κατάσταση.

Σε Αυτή την Κατάσταση της Ηρεμίας-Απάθειας ενεργούμε για να διατηρήσουμε την Ισορροπία μας κι όχι για να βγούμε από την Θέση Ισορροπίας και να χαθούμε σε μάταιες αναζητήσεις και άσκοπες εξωτερικές δραστηριότητες.

Έχουμε, πραγματικά, όχι μόνο την ΗΘΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, που μπορεί μόνη, μέσα στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ να θέτει τους Πραγματικούς Σκοπούς της Ζωής (που είναι η Ίδια η Ζωή) αλλά και την Ηθική Στάση απέναντι στην ζωή, που μπορεί να γίνει ΦΩΣ κι Οδηγός για τους άλλους ανθρώπους.

Βάζοντας τις σωστές βάσεις στη σχέση

Κάθε άνθρωπος έχει την δική του κοσμοθεωρία, το δικό του σύστημα αξιών και προσδοκιών για τον εαυτό του, τις σχέσεις του, το μέλλον κλπ. Ένα σύστημα αξιών εμπεριέχει βαθιές πεποιθήσεις και αξίες ζωής που παράγουν τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς με τέτοιον τρόπο που κάνει τα άτομα να αισθάνονται μοναδικά.

Το ζητούμενο για μια καλή, ποιοτική σχέση δεν είναι η συμβατότητα αλλά η αλληλοκατανόηση και ο σεβασμός του διαφορετικού.

Μια σχέση γεμάτη σεβασμό και φιλία

Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι οι πιο επιτυχημένοι γάμοι είναι αυτοί που βασίζονται στη βαθιά και γεμάτη σεβασμό φιλία γι' αυτό και συμβούλευε ότι πρώτα να γίνεις φίλος με την εν δυνάμει σύζυγό σου και μετά να προχωρήσεις στο επόμενο βήμα. Δηλαδή να μπορείς να πεις και να συζητήσεις με τη σχέση σου όσα θα μπορούσες να πεις και να συζητήσεις με τον κολλητό σου φίλο/φίλη.

Αυτή η ικανότητα μαζί με την διαχείριση κρίσεων και την επίλυση προβλημάτων είναι πολύ σημαντικές δεξιότητες για τη διατήρηση μιας μακροχρόνιας ποιοτικής σχέσης. Συνεπώς κάθε θεραπευτική εργασία που απευθύνεται σε ζευγάρια θα πρέπει να εστιάζει και να δουλεύει πάνω στη φιλία κι όχι μόνο στη διαχείριση των συγκρούσεων.

Καταρχήν είναι αναγκαίο να γνωρίζει καλά το κάθε μέλος της σχέσης, τον εσωτερικό κόσμο του/της συντρόφου του/της, πόσο καλά γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Κι επειδή φυσικά, οι άνθρωποι εξελίσσονται και αλλάζουν είναι αναγκαίο να βρίσκουμε χρόνο να συζητάμε τις εμπειρίες μας απευθύνοντας ερωτήσεις για την καθημερινότητα, όχι μόνο για τα καθημερινά προβλήματα αλλά και αυτά που έκαναν την μέρα μας ευχάριστη και ικανοποιητική.

Το να ξέρει κάποιος το όνομα και την ιστορία του αγαπημένου σκύλου των παιδικών χρόνων της συντρόφου του, μπορεί να φαίνεται χαζό αλλά είναι ωστόσο πολύ σημαντικό... όπως επίσης το αγαπημένο του/της εστιατόριο, τον τίτλο του αγαπημένου του/της βιβλίου, φαγητού, εστιατορίου και ούτω καθεξής...

Άλλο συστατικό της φιλίας είναι το να μοιράζεσαι την αγάπη και το θαυμασμό σου για τον άλλο εκφράζοντάς τον όχι μόνο με πράξεις τρυφερότητας, όπως αγγίγματα και γλυκά πειράγματα αλλά και λεκτικά επειδή έτσι ενισχύετε τη διατήρηση της σύνδεσης του ζευγαριού (αρκεί να γίνεται με φυσικό τρόπο και χωρίς υπερβολές).

Το να «ταυτίζεσαι» με τον άλλον αντί να απομακρύνεσαι στα μικρά καθημερινά πράγματα, όπως θα συνέβαινε μεταξύ δύο καλών φίλων, είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικό.

Τι έδειξε μια σχετική ερευνητική μελέτη

Για παράδειγμα σε μία ερευνητική μελέτη, οταν ο ένας παρατηρούσε κάτι ωραίο και το επικοινωνούσε με τον σύντροφό του/της όπως όταν έβλεπε ένα εντυπωσιακό σπίτι στη διάρκεια μιας μονοήμερης εκδρομής, παρατηρήθηκε ότι στα ζευγάρια που υπήρχε πρόβλημα, ο άλλος δεν έδινε σημασία ή έλεγε κάτι σαν «άσε με ήσυχο» ή «πάλι προσπαθείς να κάνω ότι θέλεις εσύ».

Αντίθετα στα υψηλής ποιότητας σχέσης ζευγάρια μπορεί να έλεγε απλά κάτι σαν «Ααα, είναι πράγματι πολύ ωραίο» ή ακόμα και να άρχιζαν μαζί μια χαλαρή σχετική συζήτηση. Παράλληλα, η υιοθέτηση μιας θετικής προσέγγισης στα μικρά καθημερινά βοηθά στο χτίσιμο μιας φιλικής σχέσης με το/την σύντροφό σας, βοηθά στο να σας κάνει να αισθάνεστε άνετα μαζί του/της πχ την βλέπεις εκνευρισμένη και σκέφτεσαι «μάλλον δεν κοιμήθηκε καλά» ή «κάτι άσχημο θα συνέβη με τη δουλειά της» αντί να σκεφθείς «πάλι κάτι της φταίει» ή «πάλι για κάτι θα με κατηγορεί».

Η διαχείριση των συγκρούσεων

Η διαχείριση των συγκρούσεων πάλι, έχει να κάνει με θέματα δεξιοτήτων.... έχει αποδειχθεί ότι τα πρώτα 3 λεπτά μιας συζήτησης σχετικά με ένα πρόβλημα μπορούν να προβλέψουν όχι μόνο την επιτυχημένη ή όχι έκβασή της αλλά και πως θα είναι η ποιότητα της σχέσης έπειτα από μερικά χρόνια.

Γι' αυτό δεξιότητες του πως να αρχίσεις μια συζήτηση σε θέματα δύσκολα που είναι όμως ανάγκη να συζητηθούν, είναι υψίστης σημασίας. Αλλά για να τα συζητήσετε πρέπει πρώτα να τα εντοπίσετε.

Οι έρευνες δείχνουν ότι σ’ ένα ποσοστό της τάξης του 70%, τα προβλήματα μεταξύ του ζευγαριού που «βγάζουν από τα ρούχα του» τον ένα από τους δύο, είναι επίμονα και είναι αυτά τα 2-3 που επανέρχονται ξανά και ξανά στο προσκήνιο. Άρα για την επίλυσή τους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση να μπορούν να τα συζητούν ανοιχτά χωρίς να εκτροχιάζουν τη συζήτηση και χωρίς η συζήτηση να καταλήγει πάντα σε αδιέξοδο.

Τα πράγματα γίνονται πολύ ευκολότερα αν κάποιος προσπαθήσει να δει το τι βρίσκεται κάτω από τη στάση του καθένα σε συγκεκριμένα θέματα που διαφωνούν, να τον ρωτήσει, να τον ακούσει και να τον/την επικυρώσει. Κι ο άλλος/η θα πρέπει να είναι σε θέση να τα εκφράσει, όσο δύσκολο κι αν είναι να τα βάλει σε λόγια. Μια τέτοια στάση, είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη στο να επικοινωνήσουν τα όνειρα της ζωής τους, που ο καθένας έχει φτιάξει για τον εαυτό του και τη σχέση του.

Προκειμένου τα όνειρα ζωής του κάθε εταίρου στη συντροφική σχέση, να γίνουν πραγματικότητα θα πρέπει να είναι ικανοί να τα επικοινωνήσουν με ένα ανοικτό, ειλικρινή κι όχι επικριτικό τρόπο κι έπειτα ο καθένας να βοηθήσει τον άλλο στη πραγματοποίηση των δικών του ονείρων (δίνοντας έτσι ένα κοινό νόημα στη συντροφική/συζυγική ζωή τους).

Όλα τα παραπάνω δεν είναι έμφυτα χαρίσματα αλλά δεξιότητες που μπορεί το ζευγάρι να εκπαιδευτεί στα πλαίσια μιας γνωσιοσυμπεριφοριστικού τύπου θεραπείας ζεύγους.

Ζω, άρα σκέφτομαι...Θέλω, άρα μπορώ... Σκέφτομαι καλά, μπορώ να αισθάνομαι καλά!

Απαλλαγμένοι από κάθε προσδοκία

Μας αρέσει να κάνουμε όνειρα για το μέλλον, να δημιουργούμε με το μυαλό μας όμορφες εικόνες και να προσδοκούμε πως στο μέλλον θα τις ζήσουμε όπως τις επιθυμούμε! Όλοι μάθαμε να χτίζουμε τη ζωή μας πλάι στις προσδοκίες μας, δεν μάθαμε όμως πώς να τις βγάζουμε από πάνω μας όταν αυτές γίνονται ασφυκτικά υψηλές κι όταν, αντί να μας ωθούν μπροστά, μας κρατούν στην πραγματικότητα πίσω.

Το κακό με τις προσδοκίες που χτίζουμε για το μέλλον είναι πως αργά ή γρήγορα καταλήγουμε να γινόμαστε εμείς οι αιχμάλωτοι! Νομίζουμε πως προσδοκώντας τα πράγματα να είναι ακριβώς όπως εμείς τα θέλουμε, ή προσδοκώντας από τους άλλους να μας συμπεριφέρονται με τον τρόπο που εμείς επιθυμούμε, είναι και αρκετό για να συμβεί. Κι όταν φυσικά αυτό δεν συμβαίνει είμαστε έτοιμοι να κατηγορήσουμε εκείνους ή την κακή μας τύχη για τη δική μας δυσαρέσκεια. Αν μπορούσαμε όμως να βάλουμε αυτήν τη δυσαρέσκεια μπροστά σε έναν καθρέφτη, θα έδειχνε εμάς και όχι τους άλλους! Έτσι και οι προσδοκίες μας, είναι απλά η αντανάκλαση όσων εμείς επιθυμούμε από τους άλλους, από τον εαυτό μας ή και από την ίδια τη ζωή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πραγματοποίηση τους θα μας κάνει απαραίτητα και ευτυχισμένους.

Είναι σαν να έχουμε εναποθέσει την ευτυχία μας στα χέρια των προσδοκιών μας. Η κάθε κατάσταση όμως που βιώνουμε είναι απλά αυτή που είναι ανεξάρτητα από την όποια προσδοκία εμείς μπορεί να έχουμε χτίσει γι’ αυτήν. Όπως και ο κάθε άνθρωπος πλάι μας που βιώνει, αισθάνεται και συμπεριφέρεται όπως εκείνος επιθυμεί κι όχι όπως εμείς θα θέλαμε ιδανικά από εκείνον.

Κανένας άνθρωπος δεν είναι σε αυτόν τον κόσμο για να ανταποκριθεί στις δικές σου προσδοκίες όπως αντίστοιχα, ούτε κι εσύ είσαι εδώ για να ανταποκρίνεσαι στις προσδοκίες των άλλων. Είσαι εδώ για να είσαι ο εαυτός σου, για να ζήσεις ελεύθερος και να δημιουργήσεις τη ζωή σου όπως αληθινά επιθυμείς βγάζοντας ακόμη και τις δικές σου προσδοκίες απ’ έξω αν θέλεις να απολαύσεις αληθινά τη ζωή σου!

Όσο πιο πολύ εμμένουμε πεισματικά στην εικόνα των προσδοκιών μας τόσο περισσότερο δυστυχισμένοι γινόμαστε, αφού καταλήγουμε εντελώς αποκομμένοι από αυτό που η ζωή έχει να μας προσφέρει στο παρόν. Φαντάσου να πήγαινες να απολαύσεις το αγαπημένο σου συγκρότημα και να έμπαινες στη συναυλία φορώντας ακουστικά, ακούγοντας τα αγαπημένα σου κομμάτια ξανά και ξανά.

Θα ήσουν εκεί μα δεν θα είχες αληθινή πρόσβαση σε αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή στη σκηνή, θα ήταν σαν να φορούσες παρωπίδες στ’ αυτιά σου και τα vibes της στιγμής δεν θα μπορούσαν να σε συνεπάρουν! Φυσικά κανείς μας δεν θα το έκανε αυτό σε μία συναυλία. Αναρωτιέμαι όμως. Γιατί το κάνουμε στη ζωή μας;

Στην πραγματικότητα η ανάγκη μας να δημιουργούμε προσδοκίες για το μέλλον κρύβει έναν φόβο μέσα της. Φοβόμαστε ίσως πως το μέλλον θα μας απογοητεύσει αν το αφήσουμε απλά να έρθει κι έτσι βιαζόμαστε να δημιουργήσουμε εμείς τα σενάρια που θα μας έκαναν ευτυχισμένους. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι πως στην πραγματικότητα έτσι είναι πιο πιθανό να απογοητευτούμε και να καταλήξουμε δυσαρεστημένοι όταν τα πράγματα δεν έρθουν σύμφωνα με την τέλεια εικόνα που προστάζουν οι προσδοκίες μας. Ό,τι έχουμε κι ό,τι κρατάμε στα χέρια μας ανήκει αποκλειστικά στο παρόν.

Αν όλα τα υπόλοιπα τα αφήσουμε να έρθουν φυσικά και από μόνα τους με τον τρόπο που εκείνα επιθυμούν χωρίς να τα πιέζουμε να μπουν με το ζόρι στα καλούπια που θέλουμε, φροντίζοντας το παρόν μας όσο περισσότερο μπορούμε, τότε όταν θα έρθουν θα μπορούμε να τα χαρούμε απλά όπως είναι και να τα απολαύσουμε όπως τους αξίζει! Χωρίς να τα κοιτάμε με απογοητευμένο βλέμμα επειδή ίσως τα περιμέναμε κάπως αλλιώς.

Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις για τη ζωή σου είναι να τη ζήσεις απαλλαγμένος από κάθε προσδοκία! Στην πραγματικότητα όσο εσύ φροντίζεις το τώρα σου, το μέλλον θα φροντίσει μόνο του για τα υπόλοιπα. Όσο λιγότερο απαιτούμε από τη ζωή να μας δώσει τις προσδοκίες που μας χρωστάει, τόσο περισσότερο θα μπορούμε να γευτούμε αυτό που έχει να μας δώσει την κάθε στιγμή χωρίς να το υπεραναλύουμε, χωρίς να το ζυγίζουμε, χωρίς να το συγκρίνουμε με οτιδήποτε άλλο! Έτσι η ευτυχία μας θα ανήκει περισσότερο στο παρόν, θα μπορούμε να την αγγίξουμε πιο εύκολα και να την έχουμε μέσα στα δικά μας χέρια…όχι των άλλων!

Η μάσκα

Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που φορούσε μάσκα. Δεν την έβγαζε ποτέ. Κοιμόταν και ξυπνούσε μ’ αυτήν στο πρόσωπό του. Οι άλλοι δεν μπορούσαν να τη δουν, εκείνος όμως πίστευε πως καταλάβαιναν την παρουσία της.

Ο ίδιος ήταν λάτρης της αλήθειας. Έτσι, παρόλο που το γεγονός ότι φορούσε μάσκα δεν ήταν απαραίτητα κακό αφού κανείς δεν το γνώριζε και κανέναν δεν έβλαπτε, κάθε φορά που βρισκόταν μαζί με άλλους ανθρώπους, τον κατέκλυζαν κακές σκέψεις. Αισθανόταν ψεύτικος και σκεφτόταν πως τους κοροϊδεύει.

Ένα βράδυ πήρε την απόφαση να απαλλαγεί απ’ αυτήν. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και έβαλε τα χέρια στο μέτωπό του. Την τράβηξε αποφασιστικά με όλη του τη δύναμη αλλά με μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε πως η μάσκα είχε κολλήσει στο δέρμα του. Αυτό τον άγχωσε και τον πείσμωσε και συνέχισε να προσπαθεί με μανία μέχρι που είδε να τρέχει αίμα από τους κροτάφους του. Κοντοστάθηκε και κοίταξε το είδωλό του. Από πότε άραγε τη φορούσε; Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν μια συγκεκριμένη στιγμή ή κάποιο γεγονός που τον έκανε να θέλει να καλύψει το πρόσωπό του. Μήπως όμως η μάσκα υπήρχε γιατί εκείνος δεν είχε πρόσωπο; Ανατρίχιασε στη σκέψη αυτή και πανικόβλητος άρχισε ξανά να την τραβάει με μανία για να την ξεκολλήσει χωρίς να λογαριάζει πόσο πολύ πονούσε. Μετά από ώρες, κατάκοπος και απελπισμένος παραιτήθηκε από την προσπάθεια, δίνοντας όμως υπόσχεση στον εαυτό του ότι θα συνεχίσει μέχρι να τα καταφέρει.

Κάθε νύχτα πάλευε μπροστά στον καθρέφτη να απαλλαγεί από το ξένο αυτό σώμα που τον είχε φυλακίσει και που ήταν η αιτία για τις δυστυχίες του. Αυτό πίστευε, πως αυτή η μάσκα ήταν υπεύθυνη για όλα τα δεινά και κυρίως για τη μοναξιά του.

Ένα πρωί παρατήρησε με τρόμο πως η μάσκα είχε σκληρύνει και δεν μπορούσε πια να εκφραστεί όπως πριν. Μάταια προσπαθούσε να κουνήσει τα χείλια ή να ζαρώσει το μέτωπο. Το πρόσωπό του θύμιζε κούκλα σαν αυτές στις βιτρίνες που έχουν όλες το ίδιο πρόσωπο. Το μόνο που σκεφτόταν τώρα ήταν πως ήθελε να κρυφτεί για πάντα. Ντρεπόταν και απέφευγε τους ανθρώπους μέχρι που τελικά κλείστηκε στο σπίτι του και απομονώθηκε εντελώς. Τουλάχιστον έτσι κανείς δεν θα μάθαινε τί του είχε συμβεί.

Ένα βράδυ που παρατηρούσε το είδωλό του στον καθρέφτη, αποφάσισε να του μιλήσει σαν να μιλούσε σε κάποιον άλλο. Δεν θυμόταν από πότε είχε να ανταλλάξει κουβέντα με άνθρωπο. Του μίλησε για το φόβο του, το θυμό και την απέραντη μοναξιά του. Του είπε για τον πόνο που ένιωθε από παιδί και για τη μεγάλη ντροπή του. Τότε, κάτι παράξενο συνέβη. Τα μάτια του έλαμψαν και κύλησαν δάκρυα. Καθώς οι σταγόνες κυλούσαν αργά στα μάγουλά του, αυλάκωναν τη μάσκα. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα δάκρυα έδωσαν τη θέση στους σε ένα ασυγκράτητο γοερό κλάμα.

Την άλλη μέρα καλημέρισε το είδωλό του και του υποσχέθηκε πως από δω και πέρα, κάθε βράδυ θα το ακούει και θα του μιλάει.

Έτσι πέρασαν πολλά βράδια μέχρι που ήρθε η στιγμή που δεν είχε πια άλλα δάκρυα. Μία λέξη βγήκε τότε από τα χείλη του, «σ’ ευχαριστώ».

Το επόμενο πρωί μόλις άνοιξε τα μάτια, είδε στο προσκέφαλό του πολλά μικρά κομμάτια που όλα μαζί ενωμένα σχημάτιζαν το περίβλημα του προσώπου του. Αμέσως σηκώθηκε και έτρεξε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Τότε είδε για πρώτη φορά το πρόσωπό του. Δεν ήταν όμορφο ούτε άσχημο. Δεν ήταν σωστό ή λάθος. Ήταν το δικό του πρόσωπο. Μάζεψε ένα ένα τα κομμάτια από το μαξιλάρι με μεγάλη προσοχή και τα τοποθέτησε ευλαβικά μέσα σε ένα κουτί δίπλα στα παιδικά του ενθύμια.

Πλύθηκε, ντύθηκε και βγήκε έξω. Περπάτησε στην πλατεία και στην αγορά. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στον κόσμο. Όπου κι αν γύριζε να κοιτάξει, έβλεπε ανθρώπους με μάσκες. Άλλες πετρωμένες και σκληρές, άλλες λεπτές και ραγισμένες. Μόνο τα παιδιά δεν φορούσαν μάσκες. Παρατήρησε και κάτι ακόμα. Πολλά μικρά κομμάτια σαν αυτά που είχε φυλάξει το πρωί στο κουτί του, βρίσκονταν πεσμένα σαν φθινοπωρινά φύλλα γύρω από τα πόδια αγκαλιασμένων ανθρώπων.

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η θρησκεία των αρχαίων διέφερε πολύ από τις σύγχρονες θρησκείες όπως οι αισχρές μονοθεϊστικές, ο χριστιανισμός και ο ιουδαϊσμός. Δεν υπήρχε μια βασική ομολογία πίστης στην παγανιστική Ελλάδα, ούτε ιερό βιβλίο, ούτε ένα σύνολο θρησκευτικών κανόνων που να διέπει όλους τους τομείς της ζωής των ανθρώπων· πυρήνας της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας ήταν η λατρεία και οι τελετές, όχι το δόγμα και η πίστη. -Donald Kagan

Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία έπαιξε μεγάλο ρόλο στην αρχαία Ελλάδα και συνεχίζει και σήμερα να είναι σημαντική στην πολιτιστική κληρονομιά των Ελλήνων καθώς διαμόρφωσε τη μυθολογία τους και τη θέαση και προσέγγιση του κόσμου τους. Ο άνθρωπος πάντα ένιωθε την ανάγκη να πιστεύει σε μια ανώτερη, θεϊκή δύναμη. Ο Δωδεκαθεισμός ήταν η θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων. Μέσω της θρησκείας αυτής οι άνθρωποι της αρχαίας Ελλάδος μπορούσαν να εκφραστούν και να δημιουργήσουν.

Ο Αρχαίος πολιτισμός αναπτύχθηκε πολύ εξαιτίας της θρησκείας. Οι άνθρωποι άρχιζαν να χτίζουν ναούς, να φτιάχνουν αγάλματα, τοιχογραφίες προς τιμή των θεών που μερικές από αυτές σώζονται ως σήμερα. Όλα αυτά αποτελούν ταυτότητα για τον Έλληνα αφού πολλοί ξένοι έρχονται στην χώρα μας και δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την Αρχαία Ελληνική Θρησκεία και για τα αρχαία αντικείμενα που σχετίζονται με αυτήν, σώζονται και αποτελούν μεγάλα έργα τέχνης.

Η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία βοήθησε όχι μόνο τους αρχαίους Έλληνες αλλά και τους σημερινούς αφού μεγάλο μέρος του τουρισμού και της οικονομίας της Ελλάδος στηρίζεται στην αρχαιότητα και στην κληρονομιά που άφησε σε μας (μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι). Βέβαια, έχουν γραφεί πολλά βιβλία για την Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, φιλοσοφικού και διδακτικού περιεχομένου. Σε όλη την γη διαβάζονται είτε από ενδιαφέρον είτε για μάθηση και εμβάθυνση στον αρχαίο πολιτισμό είτε από απλή περιέργεια. Πολλές ταινίες εξάλλου έχουν παιχθεί στον παγκόσμιο κινηματογράφο που αφορούν την Αρχαία Ελλάδα, την θρησκεία της και τους ήρωές της.

Ουρανός -Γη- Κρονος

Οι σχέσεις μεταξύ του Ουρανού και των παιδιών του δεν ήταν πολύ φιλικές. Η οργή του μεγάλου Θεού έπεσε πάνω στους Τιτάνες τους οποίους φυλάκισε στα έγκατα της γης. Η μητέρα τους, εξοργισμένη από την αδικία, ζήτησε από τους γιους της να σκοτώσουν τον πατέρα τους.

Ο Κρόνος ,ο μικρότερος γιος, επειδή ήταν απ’τους πιο θαρραλέους, το βράδυ κρύφτηκε στο δωμάτιο των γονιών του και έκοψε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, τα οποία έπεσαν στη θάλασσα. Από αυτά τα όργανα γεννήθηκε η Αφροδίτη ,οι Ερινύες, οι Νύμφες και οι Γίγαντες.

Κρόνος – Ρέα- Δίας

Μετά την πτώση του Ουρανού, αρχηγός του σύμπαντος έγινε ο Κρόνος. Αμέσως αποφυλάκισε τα αδέλφια του και παντρεύτηκε την Ρέα. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν η Δήμητρα, η Εστία, η Ήρα, ο Άδης και ο Ποσειδώνας. Ο Κρόνος όμως αποδείχθηκε χειρότερος από τον πατέρα του – φοβούμενος ότι τα παιδιά του θα τον εκθρόνιζαν, τα κατάπινε όταν γεννιόνταν. Η Ρέα, πριν γεννήσει τον Δία, το τελευταίο της παιδί, συμβουλεύτηκε τον Ουρανό και την Γη. Με την βοήθεια τους έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στην Κρήτη και έδωσε στον Κρόνο να καταπιεί μια πέτρα αντί για τον γιο της. Όταν μεγάλωσε, ο Δίας νίκησε τον Πατέρα του και με τα αδέλφια του έγιναν οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου.

Οι Θεοί

Ο πολυθεϊσμός ήταν από τις πιο διαδεδομένες θρησκείες των Αρχαίων Ελλήνων. Για τους Αρχαίος Έλληνες, οι θεοί σαν σύνολο αντιπροσώπευαν μια σημαντική έννοια – την φύση σε όλες της τις εκφορές και κάθε θεός η θεά συσχετιζόταν με μια η περισσότερες δυνάμεις της φύσης.

Για τους Έλληνες, οι θεοί ήταν αθάνατοι, πανταχού παρόντες και αξιολάτρευτοι. Μπορούσαν να ελέγξουν όλους τους θνητούς σε κάθε στάδιο της ζωής τους , προκαθορίζοντας την μοίρα τους και τις σχέσεις τους. Παρόλα αυτά, για τους Έλληνες οι θεοί δεν ήταν απόμακρα, απρόσιτα όντα – οι άνθρωποι μπορούσαν να τους πλησιάσουν, να τους δούνε, να τους ακούσουν και να τους αγγίξουν εύκολα. Ως αντιφατικά και πολύπλευρα όντα, οι θεοί αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση για έναν τέλειο άνθρωπο – αλλά έναν άνθρωπο ελεύθερο από τις στερήσεις και τις απαγορεύσεις της ζωής, ο οποίος μπορούσε να διασκεδάσει με οτιδήποτε, μπορούσε να τραυματιστεί χωρίς να νιώσει πόνο ή να πεθάνει, μπορούσε να ερωτευτεί χωρίς να υποβάλλεται σε όρια παρόμοια με των ανθρώπων, μπορούσε να νιώσει θυμό ή ζήλια χωρίς να καταπιέζει τα συναισθήματά του και τέλος, μπορούσε να γλεντήσει και να μεθύσει απεριόριστα. 

Οι Αρχαίοι Έλληνες ανέθεταν στους θεούς τους όλες τις ιδιότητες που θα ήθελαν οι ίδιοι να κατέχουν αλλά τις οποίες η ανθρώπινη φύση δεν τους επέτρεπε να αποκτήσουν. Οι ανθρώπινες ιδιότητες των θεών, ωστόσο, δεν μειώνουν την θεϊκή τους υπόσταση. Στην πραγματικότητα, τα χαρακτηριστικά τα οποία οι άνθρωποι απέδιδαν στους θεούς λειτουργούσαν ως παραδείγματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά και αποτελούσαν τους στόχους, τους οποίους έθεταν οι θνητοί για τον εαυτό τους.

Η σωματική ομοιότητα μεταξύ των θεών και ανθρώπων εξυπηρετούσε έναν σημαντικό σκοπό. Οι θεϊκές μορφές που γεννήθηκαν από το Αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, δεν ήταν ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο από μια εικόνα την οποία όφειλαν να προσεγγίσουν οι άνθρωποι. Από την άλλη πλευρά, οι θεοί υιοθετούσαν ανθρώπινοι μορφή όταν εμφανίζονταν στους θνητούς και έτσι τα σώματά τους δεν ήταν απαραίτητα εξωπραγματικά – καλύτερα θα μπορούσαν να περιγράφονται ως πηγές ενέργειας και έμπνευσης από τις οποίες μπορούσαν να δημιουργηθούν υπερφυσικές δυνάμεις.

Κάθε μια από τις Αρχαίες Ελληνικές πόλεις-κράτη είχε το δικό της Πάνθεον. Παρόλα αυτά, ολόκληρη η Ελλάδα μοιραζόταν τους ίδιους θεούς που είχαν δημιουργηθεί από τις κοινές ανάγκες μελών τις ίδιας φυλής. Οι πρώτες γραπτές αναφορές στους Αρχαίους Έλληνες Θεούς χρονολογούνται από την Μυκηναϊκή περίοδο. Τα ονόματα του Δία, Ποσειδώνα, Άρη, Ερμή και Διονύσου ήταν χαραγμένα σε πήλινες πινακίδες στην Γραμμική Β γραφή και βρέθηκαν σε Μυκηναϊκά παλάτια των πόλεων των Μυκηνών, Πύλου και Κνωσού. Αυτές χρονολογούνται περίπου από το 1400 – 1200 π.Χ.

Το Ολύμπιο Πάνθεον πήρε την τελική του μορφή τον 10ο αιώνα π.Χ. ( Γεωμετρική Περίοδος ) και καθιερώθηκε στο Ελληνικό πνεύμα χάρη στα έπη του Ομήρου τα οποία ήταν δημοφιλή και σημαντικά ως υλικό παιδείας και εκπαίδευσης από τα αρχαία ακόμη χρόνια.

Όταν στις πόλεις-κράτη πέρασαν τον 8ο αιώνα π.Χ. τα καινούρια στοιχεία του ολοκληρωμένου δωδεκαθέου, οι θρησκευτικές έννοιες των Ελλήνων ανανεώθηκαν και βελτιώθηκαν με αυτά τα νέα στοιχεία και εμφανίστηκαν οι πρώτες επίσημες τοποθεσίες για λατρεία των θεών. Το Αρχαίο Ελληνικό θρησκευτικό σύστημα ολοκληρώθηκε στην Αρχαϊκή και Κλασσική περίοδο ( 6ος – 5ος αιώνας π.Χ.) που θα αποτελέσει και την περίοδο της κορύφωσης του Ελληνικού Πολιτισμού.

Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου

Ανάμεσα σε όλους τους θεούς που λάτρευαν οι Έλληνες, οι δώδεκα θεοί του όρους Ολύμπου, σχημάτιζαν μια ειδική κατηγορία. Οι θεοί του Ολύμπου ήταν ο Δίας, η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, η Δήμητρα, ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Ήφαιστος και η Εστία. Σε μερικές περιοχές, διάφορες θέσεις των δώδεκα θεών διεκδικούσαν ο Πλούτωνας, ο Διόνυσος , ο Ηρακλής και άλλοι τοπικοί ήρωες.

Οι θεοί του Ολύμπου ζούσαν κυρίως φιλικά μεταξύ τους, σε ένα σπίτι-ανάκτορο που ήταν ιδανικό στην χρήση του και ιδιαίτερα μαγευτικό. Με την απόφαση των θεών να κατοικήσουν στον Όλυμπο, αυτομάτως εισάγεται η έννοια ότι ζούσαν στο όριο μεταξύ της Γης και του Ουρανού και έτσι μπορούσαν να επιτηρούνε ό,τι γινόταν στο κόσμο. Το κύριό τους μέλημα ήταν ο άνθρωπος, τον οποίο μερικές φορές «έλουζαν» με δώρα και μερικές φορές δίωκαν. Ο αρχηγός των θεών ήταν ο Δίας, ο πανταχού παρών, ακολουθούμενος από άλλους, μικρότερους σε σημασία θεούς, σε μια στοιχειώδη ιεραρχία στην οποία κάθε θεότητα είχε την δική της επιρροή. Όποια δύναμη και αν είχε ο καθένας από τους δώδεκα θεούς, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να «πατήσει» τον ιερό όρκο που είχε δώσει δίπλα στα νερά της π Στίγας, η οποία βρισκόταν στο κάτω κόσμο. Οι θεοί ορκίστηκαν πως εάν δεν τηρούσαν την υπόσχεση που είχαν δώσει, η τιμωρία τους θα ήταν ένας χρόνος σε κατάστασης κόμματος έπειτα από τον οποίο, οι θεοί απαγορευόταν να συναντηθούν με τους άλλους θεούς για άλλα εννέα χρονιά.

Ο μεγαλύτερος όρκος που μπορούσαν να πάρουν οι θνητοί ήταν προς στους δώδεκα θεούς. Η ποινή για τους επιόρκους ήταν αυστηρή διότι οι δώδεκα θεοί ήταν και αμείλικτοι δικαστές για τους ανθρώπους. Οι Αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν κάθε θεό διαφορετικά και επίσης έστηναν προσκυνητάρια για να τιμήσουν τους δώδεκα θεούς.

Δίας

Ο «Πατήρ Θεών τε και Ανθρώπων» ο Δίας, ο Βασιλιάς του Ολύμπου και αρχηγός του δωδεκαθέου, άρχοντας των κεραυνών, τιμωρός και προστάτης, εραστής και πολέμαρχος, νίκησε τον πατέρα του Κρόνο και έριξε τους Τιτάνες και τους Γίγαντες στα Τάρταρα. Ήταν ο αδιαμφισβήτητος κυβερνήτης του σύμπαντος και ήλεγχε τα πάντα. Αλλά η δύναμη του δεν ήταν χωρίς περιορισμούς. Ο ρόλος του ήταν κυρίως να συντονίζει της δραστηριότητες των άλλων θεών και να επιβεβαιώνει ότι οι άλλοι θεοί δεν ξεπερνούσαν τις δυνάμεις τους φτάνοντας στην ύβρη. Αυτός ήταν σε κάθε περίπτωση ο εγγυητής της τάξης σε θεϊκά και σε ανθρώπινα θέματα. Οι βασιλιάδες της γης θεωρούνταν απόγονοί του.

Ο Δίας λεγόταν πολιούχος και «πολιεύς» – πατέρας της πόλης. Η άμυνα των Ελληνικών πόλεων ήταν μια από τις ευθύνες του, η οποία είναι ο λόγος για τον οποίο λατρευόταν όπως και η Αθηνά ως Πρόμαχος, αρχηγός σε μάχες και Σωτήρ, σωτήρας. Άλλα επίθετά του ήταν Ελευθέριος, ελευθερωτής, επειδή έδινε την ελευθερία σε αυτούς που προστάτευε.

Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες αναφερόντουσαν στον Ολύμπιο Δία εννοούσαν τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων που κυβερνούσε τον κόσμο από το παλάτι του στον Όλυμπο. Ο Δίας ήταν η πηγή του παραδεισένιου φωτός και αυτός ρύθμιζε τα μετεωρολογικά φαινόμενα. Έστελνε στην γη, τον άνεμο, τα σύννεφα, την βροχή και τον κεραυνό. Τα σύμβολά του συνδέονταν με αυτές τις δυνάμεις – όχι μόνο ο κεραυνός αλλά και ο αετός, το ιερό πουλί που πετάει πιο ψηλά και γρήγορα από όλα τα άλλα πτηνά στο ουρανό υπήρξε σύμβολο του Δία.

Οι Έλληνες λάτρευαν τον Δία σε κορυφές βουνών οπού η Γη συναντούσε τον Ουρανό. Τα φυσικά φαινόμενα, ελεγχόμενα από τον Δία, όταν συμβαίνανε θεωρούνταν ως σημάδια από τους θεούς και ικανά να παρέχουν στους ανθρώπους πληροφορίες για γεγονότα που θα γίνονταν στο προσεχές μέλλον. Ο μάντης στην Δωδώνη, ένας από τους πιο σημαντικούς της Ελλάδας, ήταν αφοσιωμένος στον Δία. Εκτός από την δύναμη του στον Ουρανό και στην Γη, ο Δίας προστάτευε και τα ανθρώπινα όντα. Σε κάθε σπίτι υπήρχε ένα Προσκυνητάριο προορισμένο για τη λατρεία στο Δία και ήταν ο προστάτης της ειρήνης και στην οικία. Επιπλέον, αυτός προφύλασσε την φιλία ανάμεσα στους ανθρώπους (Δίας Φίλιος) και βοηθούσε αυτούς που τον είχαν ανάγκη, ιδιαίτερα τους ταπεινούς και τους ξένους (Δίας Ξένιος). Οι δυνάμεις του Δία ολοκληρώνονται με την επίβλεψη του για τους όρκους των θνητών και η ευθύνη να αποδίδει δικαιοσύνη εάν κάποιος όρκος δεν τηρούνταν. Οι τιμωρίες του μπορεί να ήταν σκληρές έως υπερβολικές, αλλά ήταν πάντα πρόθυμος να συγχωρήσει εάν οι θνητοί έδειχναν την μεταμέλεια τους και προσεύχονταν σε αυτόν. Για αυτούς τους λόγους, οι Έλληνες δεν παρέλειπαν να τιμούν τον αρχηγό των θεών με εντυπωσιακές τελετές, γιορτές και αθλητικούς αγώνες – δυο από τις τέσσερις μεγαλύτερες διοργανώσεις, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Νέμεα, ήταν αποκλειστικά αφιερωμένες στον Δία.

Υπάρχουν άπειροι μύθοι που σχετίζονται με τον Δία και πολλοί από αυτούς είναι ιδιαιτέρως συναρπαστικοί. Συμπεριλαμβάνουν αφηγήσεις για τις ερωτικές σχέσεις του Δία που προκαλούν αίσθηση και διχάζουν την κοινή γνώμη για την ηθική των γάμων και των δεσμών των αρχαίων θεών. Παρόλα αυτά, είναι εύκολο να κατανοήσουμε αυτούς τους μύθους εάν μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε το συμβολικό τους περιεχόμενο. Με το να περιγράφουν τις ερωτικές συναντήσεις της κυριότερης θεότητάς τους, οι Έλληνες απέδιδαν στους θεούς όλα τα στοιχεία της φύσης, των νόμων και πνευματικών δυνατοτήτων, των κανόνων που «κυβερνούν» την κοινωνία και ακόμη, την προέλευση της ανθρωπότητας.

Σύμφωνα με τις παραδόσεις, ο Δίας κοιμήθηκε με την Μέτιδα, την προσωποποίηση της σοφίας και της μάθησης, και έτσι γεννήθηκε η Αθηνά. Έπειτα κοιμήθηκε με την Θέμιδα, που συμβόλιζε τον νόμο και την ηθική τάξη, και έτσι γεννήθηκαν οι Ώρες και οι Μοίρες, που κυβερνούσαν την μοίρα όλων των ανθρώπων. Η ένωσή του με την Μνημοσύνη δημιούργησε τις εννέα Μούσες, πηγή όλων των ποιητικών εμπνεύσεων, και από την ένωσή του με την Δήμητρα γεννήθηκε η Περσεφόνη, που συμβολίζει την γονιμότητα της γης. Ο Δίας και η Λιτώ ήταν οι γονείς του Απόλλωνα και της Άρτεμης και με την ένωση του Δια με την Ευρυνόμη γεννήθηκαν οι Χάριτες, που έφεραν έναν άγγιγμα ομορφιάς στον κόσμο. Ο σχηματισμός αυτών των μύθων ικανοποιούσε την ανάγκη που ένιωθαν οι Αριστοκράτες της Ιστορικής Περιόδου να ανιχνεύσουν τους προγόνους τους στον μεγαλύτερο θεό που λάτρευε ο λαός και έτσι, οι ίδιοι ένιωθαν απόγονοι μεγάλων θεών με εξαιρετικές δυνάμεις.

Το συμβολικό νόημα των μύθων ήταν συχνά κρυμμένο πίσω από ποικίλες διασκευές στις «περιστάσεις» τους και σε πολλές από αυτές τις ιστορίες εντοπίζεται περίτρανα η ευφυΐα των Ελλήνων. Στα αποσπάσματα των αρχαίων συγγραφέων, ο Δίας είναι πάντοτε ζευγάρι με την Ήρα(παρόλο που ήταν ταυτόχρονα αδελφή του) και η ζωή των θεϊκών συζύγων απεικονίζεται παρόμοια με αυτή μιας συνηθισμένης πατριαρχικής οικογένειας. Ο Δίας ήταν συστηματικά άπιστος στην γυναίκα του και σκαρφιζόταν ιστορίες για να βρεθεί με τις ερωμένες του. Η Ήρα, απελπισμένη από ζήλια έκανε ό,τι ήταν δυνατόν και ό,τι μπορούσε για να εκνευρίσει τον Δία και τις ερωμένες του και έπαιρνε εκδίκηση όταν ο Δίας της ήταν άπιστος. Παρόλο που ο μεγάλος θεός ήταν άρχοντας της δημιουργίας, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην μοίρα του, που ήταν να προικίσει την ανθρωπότητα με τους πλούσιους καρπούς των περιπετειών του.

Ήρα

Αδελφή και σύζυγος του Δια, ήταν η Ήρα, η οποία ως κύριο σκοπό της είχε να προστατεύει τις γυναίκες και το γάμο, αν και συνήθως αρεσκόταν να κατατρέχει και να τιμωρεί τις πάμπολλες ερωμένες του άντρα της και τα παιδιά που προέκυπταν από τις ερωτοτροπίες αυτές εκτός του γάμου τους. Βέβαια, και η Ήρα συχνά κατέφευγε σε ερωτικές περιπλανήσεις, όμως πάντα ξαναγύριζε στον άντρα της. Η Ήρα ανάμεσα στις θεές του Ολύμπου απολάμβανε τη θέση της πιστής γυναίκας και επίσημης συζύγου του Δία. Σύμφωνα με μια παράδοση γεννήθηκε στην Σάμο – οι άνθρωποι του νησιού πίστευαν ότι η Ήρα είδε για πρώτη φορά το φως της ημέρας κάτω από ένα δέντρο, δίπλα στις όχθες του ποταμού Ίμπρασσου, όπου αργότερα χτίστηκε ο φημισμένος ναός της Ήρας στην Σάμο, το Ηραίο.

Υπήρχε και ένας ακόμη ναός της Ήρας στο Άργος. Αυτός ο ναός ήταν το πιο σημαντικό θρησκευτικό κέντρο της Πελοποννήσου και σχετιζόταν με την αγάπη της Ήρας και του Δία. Η ιστορία έλεγε πως ο αδελφός και η αδελφή αγαπιόταν από πολύ παλιά, πριν γίνουν κυβερνήτες του Ολύμπου, ακόμη και στην παιδική τους ηλικία συναντιόντουσαν κρυφά από τους γονείς τους.

Ο ιερός γάμος μεταξύ αυτών των θεοτήτων έχει ερμηνευτεί ως σύμβολο της γονιμότητας της γης και αυτό ταιριάζει με την περιγραφή του Ομήρου στην Ιλιάδα: « καθώς ο Δίας κρατούσε στην αγκαλιά του την γυναίκα, η γη έβγαλε χορτάρι, καρπούς και ευωδιαστά άνθη, απαλά και ζεστά που φύτρωναν από το έδαφος». Με την ένωσή της με τον μεγαλύτερο Ολύμπιο θεό, η Ήρα απέκτησε όλες τις ιδιότητες του Δία, όμως σε μια θηλυκή έκδοση. Αυτή στα αρχαία χρόνια λατρευόταν ως Ακραία και Γαμήλια, δηλαδή ως σύμβολο του γάμου και της γαμήλιας ζωής. Αφού για τους Αρχαίους Έλληνες η καλύτερη μοίρα μιας γυναίκας και η κοινωνική της καταξίωση ήταν να φέρει νόμιμα παιδιά στον κόσμο, η Ήρα συχνά ονομαζόταν και «Τέλεια» διότι με το να εκπληρώσει την αποστολή της είχε φτάσει στην τελειότητα.

Ήταν έθιμο για τα νεαρά ζευγάρια, προτού παντρευτούν, να θυσιάσουν στην Τέλεια Ήρα και στον Τέλειο Δία. Αλλά η Ήρα επίσης αντιπροσώπευε και όλα τα άλλα στάδια της ζωής των γυναικών – τα μικρά κορίτσια την τιμούσαν ως Παρθένο, οι παντρεμένες γυναίκες ως Τέλεια και οι χήρες ως Χήρα – υπήρχε ένας μύθος που έλεγε ότι ο Δίας και η Ήρα χώρισαν και ενώ η διαμάχη τους κρατούσε, η Ήρα θεωρούνταν χήρα.

Τα νόμιμα παιδιά του Δία και της Ήρας ήταν ο Άρης, η Ήβη και η Ειλειθυία. Μερικές συγγραφείς προσθέτουν και τον Ήφαιστο στον κατάλογο ως παιδί τους, ενώ σύμφωνα με άλλους, ο Ήφαιστος γεννήθηκε από την Ήρα χωρίς αρσενική παρέμβαση, ενώ την ίδια ώρα η Αθηνά γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία. Δεν είναι σύμπτωση παρόλα αυτά ότι και οι δυο θεότητες ήταν γονείς της Ήβης, της θεάς που συμβόλιζε την παντοτινή νεότητα και της Ειλειθυίας, της προστάτιδας και βοηθού των γυναικών στην γέννα και έτσι εγγυήτρια της αναγέννησης της ζωής.

Η Ήρα είχε μεγαλύτερο κύρος από τις άλλες θεές του Ολύμπου. Καθήμενη στο χρυσό της θρόνο ενέπνεε το σεβασμό των άλλων θεοτήτων που της φερόντουσαν σαν βασίλισσα. Όπως και με την περίπτωση του Δία, ο Όλυμπος έτρεμε όταν νευρίαζε η Ήρα. Οι καυγάδες μεταξύ του ζευγαριού πολύ συχνά κατέληγαν σε υπερβολικά βίαιες συγκρούσεις. Ο θυμός της Ήρας ήταν ικανός να δημιουργήσει χάος σε όλο το κόσμο, που σύμφωνα με μια ερμηνεία δηλώνει μια πολεμική διάσταση στην προαίρεσή της. Αυτό μάλλον εξηγεί γιατί λεγόταν πως ο θεός Άρης ήταν γιος της Ήρας και του Δία. Εκτός από την επιθυμία της να εκδικηθεί τον σύζυγό της, η Ήρα χωρίς έλεος καταδίωκε τις ερωμένες του και τα μη νόμιμα παιδιά του. Αλλά η Ήρα περισσότερο προστάτευε αυτούς που της ήταν πιστοί και αυτούς που είχαν αδικηθεί. Της άρεσε ιδιαίτερα η πόλη Άργος και κατά τον Τρωικό Πόλεμο υποστήριζε με όλη της την καρδιά τους Έλληνες, θέτοντας σε κίνδυνο την ζωή της.

Αθηνά

Η Αθηνά, η οποία ξεκίνησε ως πάνοπλη Θεά του πολέμου και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε πολιούχο Θεά της Αθήνας και σύμβολο της σοφίας, σύμφωνα με το μύθο, ξεπετάχτηκε μέσα από το κεφάλι του Δία κρατώντας δόρυ και ασπίδα και φορώντας περικεφαλαία. Αγαπημένη της πόλη ήταν η Αθήνα, η οποία πήρε και το όνομα της. Τα σύμβολα της ήταν το δόρυ, η κουκουβάγια και η ελιά. Για τους Αρχαίους Έλληνες η Αθηνά, μια από τις πιο σημαντικές Ολύμπιες θεότητες σύμφωνα με την παράδοση, υπήρξε κόρη του Δία και της Μέτιδας. Κατά την διάρκεια της μάχης των Γιγάντων ο Δίας κοιμήθηκε με την Μέτιδα, κόρη του Ωκεανού και της Τύφης, που έκρυβε μέσα της όλη την σοφία του κόσμου. Το γεγονός ότι η Αθηνά γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία και ποτέ δεν είχε μητρική στοργή, σημαίνει ότι οι δυνάμεις της ήταν περισσότερο αρσενικές παρά θηλυκές. Η Αθηνά ήταν η μόνη που επιτρεπόταν να μπαίνει στην αίθουσα εξοπλισμού του Δία και να χρησιμοποιήσει ακόμη και τον κεραυνό του.

Η μαχητική φύση της Αθηνάς εξαιτίας της οποίας λατρευόταν ως Άρια, διαφοροποιούνταν από τον χαρακτήρα του Άρη, το θεό του πολέμου. Ο Άρης αντιπροσώπευε αναρχικές διαμάχες, την βία του πολέμου, ενώ η Αθηνά πιστευόταν ότι είχε διδάξει στην ανθρωπότητα τις τεχνικές και τους κανόνες του πολέμου. Ως αποτέλεσμα, τα δυο αδέλφια συχνά περιγράφονταν από αρχαίους συγγραφείς σε μια κατάσταση διαμάχης και αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθινό κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου. Χάρη στην βοήθεια της Αθηνάς στην ανθρωπότητα, η Αθηνά λατρευόταν από τους Αρχαίους Έλληνες ως Σώτειρα. Ένα άλλο από τα επίθετα της Αθηνάς ήταν Προμάχη, το οποίο προήλθε από την προστασία που πρόσφερε αυτή στις μάχες. Πράγματι, η Αθηναίοι ήταν πεπεισμένοι ότι καθ’ όλη την διάρκεια των Περσικών Πολέμων του 5ο αιώνα π.Χ. ήταν αυτή που τους χάρισε την νίκη. Για αυτό το λόγο την ονόμασαν Αθηνά Νίκη και έχτισαν έναν ναό στο όνομά της πάνω στην Ακρόπολη. Έχτισαν επίσης ένα πελώριο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου – φτιαγμένο από τον μεγάλο γλύπτη Φειδία – στον ιερό βράχο. Η παράδοση μας λέει ότι τη «μύτη» του δόρατός της και το λοφίο της περικεφαλαίας της μπορούσαν να τα δουν από ακτή του Σουνίου και έτσι το άγαλμα κυριαρχούσε σε όλη την Αθήνα.

Το συχνά χρησιμοποιημένο όνομα Αθηνά Ιππία σχετίζεται επίσης με την στρατιωτική δύναμη της θεάς. Σύμφωνα με το σχετικό μύθο, αυτή ήταν η Αθηνά που δίδαξε στην ανθρωπότητα πώς να εξημερώσουν το άλογο και έδωσε στον Βελλεροφόντη δυο χρυσά χαλινάρια ώστε να μπορεί να ιππεύσει το φτερωτό άλογο Πήγασος. Εδώ υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, εξίσου σημαντικού θεού του Ολύμπου, που λέγεται επίσης Ίππιος.

Όταν η Αθηνά Ιππία ημέρεψε το άγριο άλογο, απέκτησε μια «φρέσκια», ανανεωμένη διάσταση στο μυαλό των Ελλήνων- έγινε η θεά της εξυπνάδας και της νοητικής ικανότητας, αντιπροσωπεύοντας την αντίληψη της υπεροχής του μυαλού πάνω στη φυσική δύναμη και την βία του πολέμου. Ήταν υπεύθυνη για την ανάπτυξη όλων των τεχνών και τεχνικών που έκαναν την ζωή των ανθρώπων πιο εύκολη. Για αυτό το λόγο, απέκτησε το επίθετο «Εργάνη» και αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφοι την τιμούσαν ιδιαιτέρα. Οι μουσικοί της απέδωσαν την εφεύρεση της φλογέρας και πίστευαν ότι ήταν η πρώτη που δίδαξε τον πολεμικό χορό με το όνομα «Πυρρίχιο» στους ανθρώπους μετά την νίκη των θεών στην μάχη των Τιτάνων. Ήταν η Αθηνά επίσης που έφτιαξε τα πρώτα όπλα και εργαλεία των ανθρώπων, τους δίδαξε την τέχνη των πλοίων, την καλλιέργεια των χωραφιών με χρήση βοδιού, την τέχνη του μπρούτζου και το να φτιάχνουν αντικείμενα από χρυσό. Η ανάμιξή της με τις τέχνες της φωτιάς την έφερε κοντά στο θεό Ήφαιστο με τον οποίο λατρευόταν στο Ηφαιστείο, στην αγορά της Αθήνας.

Η μεγαλύτερη εφεύρεσή της ήταν, παρόλ΄ αυτά, η τέχνη της υφαντουργικής. Καθ’ όλη την αρχαιότητα πιστευόταν ότι η θεά Αθηνά κατείχε τις μεγαλύτερες ικανότητες σε αυτόν τον κλάδο και ήταν αυτή που έφτιαχνε τα ρούχα των θεών.

Η ειρηνική πλευρά του χαρακτήρα της Αθηνάς συμβολίζονταν από την ελιά, το δέντρο που έδωσε στους Αθηναίος και που τους έμαθε πώς να το καλλιεργούν. Λεγόταν πως ο Ερεχθέας, ο θρυλικός πρώτος βασιλιάς της Αθήνας ανατράφηκε από την Αθηνά που είναι και ο λόγος για τον οποίο λατρευόταν με αυτήν στο Ερεχθείο, έναν από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους ναός της Ακρόπολης. Ο ναός ήταν, πρώτον και κυριότερον, αφιερωμένος στην Αθηνά – την πολιούχο της πόλης. Στον ναό υπήρχε το διάσημο ξύλινο θρησκευτικό άγαλμα ονόματι Παλλάδιο που σύμφωνα με την παράδοση έπεσε από τον ουρανό.

Η «θρησκεία» και λατρεία της Αθηνάς ήταν μεγάλης σημασίας στην Αθήνα. Οι κάτοικοι αφιέρωσαν στην Αθηνά το πιο εντυπωσιακό μνημείο, τον Παρθενώνα που ακόμη κυριαρχεί στην Αθήνα. Αυτός ο εντυπωσιακός ναός, σχεδιασμένος από τους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη και διακοσμημένος από το σπουδαίο γλύπτη Φειδία, ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά Παρθένο. Το επίθετο αυτό το πήρε η Αθηνά επειδή όπως μας λέει ο Όμηρος απέφευγε το γάμο και ήταν απρόσβλητη από τους πειρασμούς της ζωής και της σάρκας. Ένας άλλος από τους τρόπους με τους οποίους οι Αθηναίοι λάτρευαν την θεά ήταν με το να διοργανώνουν την πιο ωραία τελετή, τα Παναθήναια προς τιμήν της. Την τελετή αυτή σύμφωνα με την παράδοση την ξεκίνησε ο Εριχθόνιος και το 566 π.Χ ο Τύραννος Πεισίστρατος την ξανα οργάνωσε και τη χώρισε σε δυο γιορτές, τα Μεγάλα και τα Μικρά Παναθήναια. Τα Μεγάλα Παναθήναια διοργανώνονταν κάθε τέσσερα χρόνια το μήνα των Εκατομβών. Οι Αθλητικοί αγώνες γίνονταν τις πρώτες μέρες της τελετής και περιλάμβαναν ιππασία, αρματοδρομία, πάλη, πυγμαχία, το παγκράτιο, άλμα εις μήκος, ακοντισμό και δισκοβολία, αγώνες δρόμου και αγώνες με δαυλούς. Έπειτα εμφανίστηκαν αγώνες μουσικής και χορού συμπεριλαμβάνοντας τον διάσημο και περίφημο πυρρίχιο τον οποίο η Αθηνά πρώτα εκτέλεσε. Οι νικητές έπαιρναν βραβεία Παναθηναϊκούς Αμφορείς – αυτά ήταν τεράστια και όμορφα διακοσμημένα σκεύη γεμάτα με μια ποσότητα ελαιόλαδου που σήμαινε μεγάλο οικονομικό απόκτημα για κάποιον.

Η τελευταία ημέρα των Παναθηναίων ήταν και η πιο εντυπωσιακή αφού όλος ο πληθυσμός της Αθήνας έπαιρνε μέρος σε αυτήν τη μεγαλειώδη Παναθηναϊκή παρέλαση που έφτανε ως την Ακρόπολη για να φορέσει στο θρησκευτικό άγαλμα της Αθηνάς ένα καινούργιο ρούχο, τον πέπλο. Η παρέλαση άρχιζε από την περιοχή του Κεραμεικού, από το κτήριο που ονομαζόταν «Πομπείο» στην αυλή του οποίου είχε στηθεί ένα μεταφερόμενο πλοίο. Κάθε φορά που γινόταν Παναθήναια, το καινούργιο πέπλο για το άγαλμα – στολισμένο με σκηνές από την μάχη των Γιγάντων – κρεμιόταν από το κατάρτι του πλοίου. Μετέπειτα το πέπλο συνοδευμένο από όλους τους Αθηναίους μεταφερόταν μέσα στην Αγορά κατά μήκος της Παναθηναϊκής οδού και στην συνέχεια στην Ακρόπολη. Στο τέλος, παρουσία όλων των αξιωματούχων και διακεκριμένων πολιτών της Αθήνας, ο λαός των Αθηνών θα μεταφέρει το πέπλο για να καλύψει το άγαλμα της Αθηνάς στο Ερεχθείο. Η τελετή ολοκληρωνόταν με την θυσία διαφόρων ζώων, ενώ οι Αθηναίοι γιόρταζαν με διάφορα συμπόσια, δείχνοντας έτσι την αγάπη τους προς την Θεά. Η Παναθηναϊκή παρέλαση ήταν ένα τόσο σημαντικό γεγονός στην ζωή των ανθρώπων της Αθήνας που ο γλύπτης Φειδίας αποφάσισε να το απεικονίσει με ασυναγώνιστη ικανότητα. Ήταν επίσης ο Φειδίας που κατασκεύασε το μεγαλειώδες, φτιαγμένο από χρυσό και ελεφαντοστό άγαλμα της Αθηνάς που στόλιζε τον ναό και που ήταν από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα της Αρχαίας Εποχής.

Ποσειδώνας

Ο Ποσειδώνας ήταν ο θεός της θάλασσας, των ποσίμων υδάτων και πηγών, κυρίαρχος των θαλασσών και των γεωλογικών φαινομένων. Ήταν, όπως ο Δίας, γιος του Κρόνου και της Ρέας. Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, όταν γεννήθηκε, η Ρέα τον έκρυψε σε ένα στάβλο και έδωσε στον Κρόνο να φάει ένα μουλάρι αντί για το βρέφος. Όταν μεγάλωσε ο Ποσειδώνας βοήθησε τον Δία στην μάχη των Τιτάνων και πήρε την διάσημη Τρίαινα ως δώρο από τους Κύκλωπες. Αφού εξαφανιστήκαν όλα τα εμπόδια, ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης – οι γιοι του Κρόνου – μοιράστηκαν την δύναμη στον κόσμο. Ο Δίας πήρε τον Ουρανό, ο Ποσειδώνας την Θάλασσα και ο Άδης τον Κάτω Κόσμο ενώ και οι τρεις είχαν κομμάτια της γης. Ο Ποσειδώνας έγινε για τους Έλληνες ο θεός της θάλασσας που ήταν ικανός να ηρεμήσει τα κύματά της ή να δημιουργήσει φοβερές θύελλες και έτσι να πάρει την ζωή από αυτούς που ήταν ασεβείς προς αυτόν. Οι καλλιτέχνες συχνά τον απεικόνιζαν να ταξιδεύει μέσα στα κύματα ανεβασμένος σε ένα χρυσό άρμα, περικυκλωμένος από δελφίνια και άλλα πλάσματα του βυθού. Το ίδιο συχνά απεικονιζόταν με τον πιο επιθετικό χαρακτήρα του χτυπώντας την θάλασσα με την Τρίαινά του και μη δείχνοντας έλεος σε κανένα πλάσμα της.

Η δύναμη του Ποσειδώνια να ελέγχει οτιδήποτε είχε σχέση με τον θαλάσσιο κόσμο ήταν η αιτία να τον χαρακτηρίζουν ως Θαλάσσιο, Πελάγιο, Πόντιο, Ποντοκράτωρ, Ίσθμιο και Πορθμείο. Τα πιο σημαντικά του προσκυνητάρια ήταν παραθαλάσσια όπως αυτό στον Ισθμό της Κορίνθου.

Στα πρώτα στάδια της Ελληνικής Θρησκείας οι δυνάμεις του Ποσειδώνα ήταν περισσότερες από ότι είχε αργότερα. Ήταν υπεύθυνος για δραστηριότητες μεταξύ της γης και των δυνάμεων της θάλασσας. Οι Έλληνες απέδιδαν τους καταστροφικούς σεισμούς στον Ποσειδώνια που ήταν και ο λόγος για τον οποίο ονομαζόταν Σεισίχθιος. Πολλά σημερινά νησιά πιστεύεται ότι είχαν δημιουργηθεί από τον Ποσειδώνια όπως η Νίσυρος, η Κως, η Ρόδος, η Κύπρος, η Σαρδηνία και το μυθολογικό νησί Ατλανίδα. Σύμφωνα με μια Θεσσαλική παράδοση, ήταν ο Ποσειδώνας που πρώτα έφερε τα άλογα στον κόσμο. Η σχέση του με τα άλογα ήταν γνωστή στον Ελληνικό κόσμο κι αυτός είναι και ο λόγος που τον λένε και Ίππειο. Πολλοί κάτοικοι νησιών έδειχναν την λατρεία τους προς τον Ποσειδώνα κάνοντας πολλές θρησκευτικές τελετές και στην Τρωική εκστρατεία, πριν κάποιος ναύτης ξεκινήσει ένα ταξίδι προσευχόταν και θυσίαζε στον Ποσειδώνια.

Απόλλωνας

Ο Απόλλωνας, γιος του Δίας και της Λητώς ήταν ο Θεός της μουσικής και της Αρμονίας. Γεννημένος στο ιερό νησί της Δήλου, ανέβηκε από την πρώτη κιόλας μέρα στον Όλυμπο. Ήταν ο Θεός που περισσότερο από τους άλλους αντιπροσώπευε τις αξίες του Ελληνικού Πολιτισμού.

Αμέσως μετά την γέννησή του ο Απόλλωνας «ανέβηκε» στον Όλυμπο όπου τον χαιρέτησαν οι θεοί και του προσέφεραν νέκταρ και αμβροσία που θα τον έκαναν αθάνατο. Η πρώτη του ανησυχία ήταν να βρει έναν μάντη έτσι ώστε να μπορεί να μεταφέρει στους ανθρώπους τις αποφάσεις και τις επιθυμίες του Δία. Έτσι, όταν έφυγε από τον Όλυμπο ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ελλάδος ώσπου να φτάσει στους Δελφούς. Φτάνοντας εκεί ο θεός Απόλλωνας πάλεψε και νίκησε το φοβερό δράκοντα Πύθωνα για να ελευθερώσει την μεγάλη μάντισσα Πυθία. Στους Δελφούς, ο Απόλλωνας έστησε τα όρια του προσκυνηταριού του, που σύντομα θα εξελσσόταν σε ένα από τα πιο ιερά μέρη των Ελλήνων. Το Πανελλαδικό θρησκευτικό «φεστιβάλ» που γινόταν στους Δελφούς προς τιμή του Απόλλωνα λεγόταν «Πύθια». Ολοκληρώνοντας το έργο του στους Δελφούς ο Απόλλωνας ταξίδεψε έως την Θεσσαλία με σκοπό να «αγιοποιηθεί». Εις μνήμη του γεγονότος, μια γιορτή ονόματι «Σεπτέρια» γινόταν στους Δελφούς κάθε οκτώ χρόνια.

Αφού ο Απόλλωνας πήρε τον έλεγχο των Δελφών έψαξε για ανθρώπους καταλλήλους να διοικήσουν το «Προσκυνητάριό» του. Από ένα ψηλό σημείο στον Παρνασσό, ο Απόλλωνας παρακολουθούσε ένα πλοίο που έφερνε Κρητικούς εμπόρους , οι οποίοι είχαν στην κατοχή προϊόντα από το νησί τους. Αποφάσισε λοιπόν ο Απόλλωνας ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι θα ήταν οι ιεροί μάντεις του.

Από όλους τους Ολύμπιους θεούς, ο Απόλλωνας ήταν ο πιο γνωστός σε σχέση με μαντείες. Δίδαξε στην ανθρωπότητα την τέχνη της προφητείας και αυτό φαίνεται σε διάφορους μύθους όπου ο Απόλλωνας είναι πατέρας των πιο σημαντικών μάντεων και μαντειών. Οι προφητικές του δυνάμεις σχετίζονται με την αυθεντική εικόνα που οι Έλληνες είχαν γι' αυτόν – ο Απόλλωνας ήταν ο Θεός του φωτός και του ηλίου, η θεότητα που δημιουργούσε ηλιακή ενέργεια νικώντας έτσι το σκοτάδι. Ήταν ικανός στο φως της ημέρας να αποκαλύψει στους ανθρώπους το μέλλον τους και να ξεκαθαρίσει σε αυτούς ασαφή γεγονότα. Πολλές αρχαίες παραδόσεις σχετίζονται με το πρώτο φως της ημέρας που οι Έλληνες αποκαλούσαν «λυκόφως» και ο Απόλλωνας λατρευόταν γι' αυτό ως λύκειος. Στα μαντεία του, έδινε στους θνητούς συμβουλές που χρειαζόντουσαν είτε για την προσωπική τους ζωή είτε για κάποιο πολιτικό θέμα. Οι Ελληνικές πόλεις απέφευγαν να πάρουν αποφάσεις εάν δεν συμβουλεύονταν το μαντείο των Δελφών. Στην τέχνη, ο Απόλλωνας συχνά απεικονίζεται με το τόξο και τα βέλη του, όπλα που είχε πάντα στην κατοχή του. Συχνά με τα βέλη του ο Απόλλωνας είτε προστάτευε τους ήρωες που αγαπούσε είτε τιμωρούσε αυτούς που του ήταν ασεβείς. Ως αποτέλεσμα, το αρχαίο Ελληνικό μυαλό απέδιδε ξαφνικούς θανάτους στα «βέλη του Απόλλωνα» και έτσι απέκτησε το επίθετο Μοιραγέτης, ηγέτης των Μοιρών και πολλοί τον θεωρούσαν ως την θεότητα που άλλαζε την ανθρώπινη μοίρα.

Παρόλα αυτά ακόμη και όταν ο Θεός του φωτός προκαλούσε ανθρώπινο θάνατο σιγουρευόταν ότι το θύμα θα πέθαινε ακαριαία και δεν θα υπέφερε από πόνους. Ο Απόλλωνας ήταν επίσης ικανός να γιατρέψει όλες τις ανθρώπινες αρρώστιες. Εκτός από αυτό, ο Απόλλωνας ήταν για τους Έλληνες ένας αιώνιος έφηβος, ο αντιπρόσωπος της αιωνίας νεότητας και για αυτό το λόγο οι καλλιτέχνες είχαν την τάση να τον απεικονίζουν με νεαρό, γεροδεμένο σώμα και με μακριές ξανθές μπούκλες που έλαμπαν στο φως του ηλίου. Για αυτό το λόγο ο Απόλλωνας έγινε ο θεός των εφήβων και παρακολούθούσε τελετές στις οποίες οι έφηβοι γινόταν άνδρες. Στις Δωρικές πόλεις, η γιορτή ονόματι Καρνεία γινόταν προς τιμήν του – αποτελούνταν από ειδικές τελετές στις οποίες οι νεαροί άνδρες εισέρχονταν στο «σώμα» και στην κατάσταση των ολοκληρωμένων πολιτών.

Άρτεμις

Η Άρτεμις, δίδυμη αδελφή του Απόλλωνα, ήταν η αειπάρθενος θεά της αγρίας φύσης και του κυνηγιού, προστάτιδα των λεχώνων γυναικών και της υπαίθρου. Έτσι οι περιοχές όπου λατρευόταν ήταν πάντα εύφορες ενώ στα μέρη που δεν την τιμούσαν, αντιμετώπιζαν την οργή της.

Στο προσκυνητάριό της στο Βύρωνα της Αττικής, οι γυναίκες που επιτυχώς είχαν γεννήσει, έκαναν θυσίες στην Θεά Άρτεμη και τα ρούχα των γυναικών που πέθαιναν στην γέννα ήταν επίσης αφιερωμένα σε αυτήν.

Η Άρτεμις συχνά λατρευόταν ως Κουροτρόφος επειδή πιστευόταν ότι παρακολουθούσε και φρόντιζε τα μικρά παιδιά που μεγάλωναν. Αυτή η άποψη ήταν ιδιαίτερα «δυνατή» στην Έφεσο όπου ο σημαντικός ναός της ήταν ένα από τα Επτά Θαύματα του Κόσμου.

Η βοήθεια της Αρτέμιδος συνέχισε να είναι σημαντική ακόμη και όταν τα παιδιά μεγάλωναν ως την εφηβεία. Κατά την περίοδο της δύσκολης μετάβασης από την εφηβεία στην ενηλικίωση, οι Αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να ζητούν την υποστήριξη της Άρτεμις και διοργάνωναν ειδικές τελετές αφιερωμένες σε αυτήν. Στο ναό της Άρτεμις στο Βύρωνα, τα νεαρά κορίτσια διδάσκονταν ό,τι χρειαζόταν όσο αφορά στην Μητρότητα. Σε ένα άλλο σημαντικό προσκυνητάριο, στην Σπάρτη, οι νέοι μαστιγώνονταν μπροστά στην είσοδο του ναού σε μια τελετή που έχει από πολλούς ερμηνευτεί ως σκληρή εκπαίδευση πριν την είσοδο τους στο στρατό των ενηλίκων.

Ως θεά του κυνηγιού η Άρτεμις σχετιζόταν με τα ζώα της φύσης και λατρευόταν ως βασίλισσα της φύσης και των ζώων.

Δήμητρα

Η Δήμητρα, θεά της βλάστησης και της γεωργίας, προστάτευε ιδιαίτερα τις καλλιέργειες δημητριακών και τους αγρότες. Η Θεά της γης λατρευόταν, όπως καθένας θα περίμενε, από τις πρώτες φυλές των αγροτών που κατοίκησαν στην Ελλάδα και τα παλαιότερα προσκυνητάρια της βρίσκονταν σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές. Στα όρη της Αρκαδίας, η Δήμητρα λεγόταν Δύω και το μπρούτζινο άγαλμά της, φτιαγμένο από τον γλύπτη Ώνατα, την έδειχνε με γυναικείο σώμα και κεφάλι αλόγου. Η μεγαλύτερη γιορτή προς τιμήν της Δήμητρας ήταν τα Θεσμοφόρια που γινόταν στην Ελλάδα το φθινόπωρο όταν σπερνόταν το χειμερινό σιτάρι. Καθ’ όλη τη διάρκεια των θεσμοφορίων, οι γυναίκες έκαναν μυστικές τελετές για να εγγυηθούν μια καλή σοδιά. Στις αρχές του καλοκαιριού, κατά την περίοδο της γιορτής ονόματι Συροφόρεια, οι γυναίκες έθαβαν μερικούς χοίρους σε λάκκους σκαμμένους στη γη.

Πριν αναπαυτεί, η Δήμητρα δίδαξε στους βασιλιάδες πώς να την λατρεύουν. Οι τελετές που θα γίνονταν προς τιμήν της Δήμητρας, τα μυστήρια, αρχικά ήταν ανοιχτά σε όλους. Αυτή ήταν η αρχή των Ελευσίνιων Μυστηρίων που επαινέθηκαν από τους αρχαίους συγγραφείς ως αντιπροσώπευση μιας μοναδικής στιγμής ευτυχίας. Τα Μεγάλα μυστήρια γινόταν στα τέλη του Σεπτεμβρίου. Έξι μήνες πριν τα Μεγάλα Μυστήρια, τα Μικρά Μυστήρια γινόταν στις όχθες του ποταμού Ιλισσού στην Αθήνα ως προκαταρτικό στάδιο των Μεγάλων Μυστηρίων.

Ερμής

Ο φτεροπόδαρος Ερμής ήταν ο αγγελιοφόρος που έφερνε μηνύματα σε θεούς και ανθρώπους, ιδιότητα που τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή ανάμεσά τους. Προστάτης των εμπόρων, των οδοιπόρων και των παλαιστών, εξελίχθηκε σε θεό του πνεύματος. Ο Ερμής ,ο αγαπητός Αγγελιοφόρος των θεών, απεικονίζονταν από τους καλλιτέχνες κρατώντας το ραβδί του, με φτερωτά σανδάλια και ένα καπέλο στο κεφάλι. Για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ο άρχοντας των ανέμων και όλων των άλλων φαινομένων που σχετίζονταν με τον αέρα.

Ως Θεός των ανέμων, ο Ερμής ταυτιζόταν με τα ταξίδια, γινόμενος έτσι ο προστάτης των ταξιδευτών και ήταν επίσης υπεύθυνος για την προστασία των σπιτιών. Οι πλάκες στα σταυροδρόμια των οδών λεγόντουσαν «ερμίδες» και αποτελούνταν από ορθογώνιες στήλες με προτομές θεών. Ως αγγελιοφόρος των θεών και μεταφραστής των λέξεων, ο Ερμής παρουσιαζόταν ως κομψός και πειστικός και γι’αυτό λεγόταν Ερμής Λόγιος, προστάτης των ρητόρων, των συγγραφέων και των φιλοσόφων. Δεν είναι σύμπτωση ότι η Ελληνική λέξη «ερμηνεύω» παίρνει το όνομά της από τον θεό Ερμή. Επίσης ο Ερμής ήταν ικανός να βγει έξω από τα όρια της γης, στον κάτω κόσμο. Ήταν ο Ερμής Ψυχοπομπός και Ψυχαγωγός. Την τελευταία μέρα των Ανθεστηρίων οι Αθηναίοι τιμούσαν τους νεκρούς θυσιάζοντας στον Έρμή.

Αφροδίτη

Η Αφροδίτη, η οποία αναδύθηκε από την θάλασσα, ήταν η Θεοποίηση της γυναικείας ομορφιάς, θεά του έρωτα και της αγάπης. Θεοί και θνητοί, ήταν όλοι μπλεγμένοι στα ερωτικά της δίχτυα. Χαρακτηριστικότερη των περιπτώσεων, είναι ο έρωτάς της με τον Άρη και η επ’ αυτοφώρω σύλληψή τους από το σύζυγό της Ήφαιστο με άθραυστες αλυσίδες.

Στα Κύθηρα η Αφροδίτη ήταν πολύ διάσημη και εκεί η θεά λατρευόταν ως Κυθαιρία. Στην Κύπρο πήρε τον όνομα Κύπρια και έγινε προστάτρια του νησιού. Η «αίρεσή» της και η συνοδευτική της λατρεία ήταν ιδιαιτέρα σημαντική στην πόλη Πάφο της Κύπρου όπου οι κάτοικοι λάτρευαν την Αφροδίτη περισσότερο από όλους τους άλλους Ολύμπιους θεούς. Τα σύμβολα της Αφροδίτης ήταν το περιστέρι, ο κύκνος, ο λαγός, ο κριός και άλλα πολλά. Σε μερικά προσκυνητάρια, ιδιαίτερα σε αυτά κοντά στην θάλασσα, η Αφροδίτη λατρευόταν ως Πελάγια, Πόντια και Λιμένια, προσωνύμια τα οποία αναφερόντουσαν στη δύναμη της συγκεκριμένης θεάς να ηρεμήσει την θάλασσα και να σιγουρέψει ότι τα πλοία ταξίδευαν με ασφάλεια. Από τα συνολικά στοιχεία της λατρείας της φαίνεται ότι οι δραστηριότητες της Αφροδίτης δεν ήταν περιορισμένες μόνο σε αγάπη και σαρκικά πάθη αλλά επεκτείνονταν και σε άλλους τομείς που σχετιζόταν με την αναπαραγωγή. Με την Ήρα ήταν οι προστάτριες του γάμου – συμπεριλαμβανομένου ότι η αγάπη ήταν στοιχειώδες στοιχείο για την αρμονία μεταξύ των συζύγων.

Άρης

Ο αιμοδιψής Άρης ήταν πολεμικός θεός, ο οποίος εκπροσωπούσε τη μανία και το παράλογο του πολέμου. Όπως ήταν φυσικό, καμιά πόλη δεν τον έκανε πολιούχο της ενώ δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και στον κύκλο των υπολοίπων θεών. Για τους αρχαίους Έλληνες ο Άρης ήταν η κυρίαρχη φιγούρα πίσω από την βία, τις μάχες και τις άλλες διαμάχες μεταξύ των ανδρών. Η «αίρεση» και η συνακόλουθη λατρεία του θεού μάλλον άρχισε στην Θράκη όπου σύμφωνα με τον Όμηρο ζούσε ο Άρης. Από εκεί η λατρεία του εξαπλώθηκε στην Βοιωτία και μετά σε ολόκληρη την Ελλάδα ολοκληρωτικά, οδηγώντας στην καθιέρωση του Άρη ως ενός από τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Οι ιδιότητες του Άρη συνδέονται με τις ρίζες του αφού, για τους αρχαίους Έλληνες, η Θράκη ήταν ένα μέρος σκληρών ανθρώπων και εθίμων.

Στην ανθρώπινη φαντασίωση αυτός ο πελώριος μαχητής, οπλισμένος από την κορυφή ως τα νύχια, σκορπούσε τον θάνατο όπου πήγαινε, είτε σκοτώνοντας με φλόγες είτε πολεμώντας από το άρμα. Σε αντίθεση με την Αθηνά που επινοούσε μεθοδικούς τρόπους για να κηρύττει και να διεξάγει πόλεμο, ο Άρης αγαπούσε τις αιματοχυσίες και τις χαοτικές μάχες. Στον Τρωικό πόλεμο, ο Άρης τραυματίστηκε σοβαρά από την Αθηνά καθώς βοηθούσε τους Τρώες, αποδεικνύοντας έτσι ότι η τεχνική ήταν ικανή να υπερνικήσει την ωμή βία.

Ήφαιστος

Ο Ήφαιστος, ο δύσμορφος θεός, που όμως ήταν πανέξυπνος και εφευρετικότατος άρχοντας των κατασκευών και της μεταλλουργίας, επιδέξιος και δυνατός τεχνίτης, για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ο θεός που προστάτευε την φωτιά σε όλες της τις μορφές. Πιστεύεται ότι όταν ο Ήφαιστος έπεσε από τον Όλυμπο, προσγειώθηκε στη Λήμνο, ένα ηφαιστειακό νησί. Κατ’ επέκταση ο θεός σχετίστηκε με τα Ηφαίστεια και την πόλη Ηφαιστεία και τους έδωσε το όνομά του.

Ο Όμηρος αποκαλεί τον Ήφαιστο «Χαλκέα» επειδή από όλους τους θεούς ήταν ο πιο ικανός σε αυτήν την τέχνη της μεταλλουργικής. Η μεταλλουργική ήταν ο αποκλειστικός τομέας του διότι αυτή δεν γινόταν να αναπτυχθεί χωρίς τη βοήθεια της φωτιάς. Στη φαντασία των Ελλήνων ο Ήφαιστος, ντυμένος με μανδύα, φορώντας καπέλο και κρατώντας σφυρί, περνούσε όλη την ώρα του παράγοντας έργα ασύγκριτης ικανότητας και μεταλλουργικής τέχνης και τεχνικής.

Το εργαστήριο του Ήφαιστο πιστεύονταν ότι ήταν στην Λήμνο. Προς τιμή του συγκεκριμένο θεού, οι νησιώτες ονόμασαν την μεγαλύτερή τους πόλη, Ηφαιστεία και έχτισαν έναν ναό στο όνομά του κοντά στον ηφαιστειακό λόφο «Μόσχιλο» οπού γιόρταζαν ένα ασυνήθιστο θρησκευτικό έθιμο: Μια φορά το χρόνο έσβηναν τις φωτιές από τα σπίτια τους για εννέα μέρες και τις ξανάναβαν από μια φλόγα που είχε έρθει από την Δήλο. Χάρη στις μοναδικές του ικανότητες, ο Ήφαιστος σχετίστηκε με την Αθηνά, θεά της σοφίας και της ευφυΐας. Στην Αττική πιστευόταν ότι και οι δυο αυτές θεότητες διδάξαν τους τεχνίτες πώς να κάνουν πράγματα ομορφιάς και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λατρεύονταν μαζί σε ένα ναό στην Αγορά των Αθηνών, το θαυμάσιο «Ηφαιστείο» .

Εστία

Η Εστία ήταν η μεγαλύτερη κόρη και το πρώτο παιδί του Κρόνου και της Ρέας, γι’ αυτό και τέθηκε επικεφαλής όλων των μεγάλων θεοτήτων. Προστάτιδα της οικογενειακής ευτυχίας, είχε ως ιερό της το κέντρο του σπιτιού και δεν της προσφερόταν μόνο η πρώτη, αλλά και η τελευταία θυσία σε κάθε γιορταστική σύναξη του αρχαίου ανθρώπου. Στο μυαλό των Ελλήνων, η Εστία ήταν η προσωποποίηση της ασφάλειας του σπιτιού και της οικογενειακής γαλήνης. Όπως φαίνεται άλλωστε από το όνομά της, προστάτευε την εστία – την φωτιά που έκαιγε στην «καρδιά κάθε σπιτιού η οποία ήταν ένα είδος ιερού προσκυνηταριού από τις προϊστορικές εποχές. Σε αυτό το προσκυνητάριο τα μέλη κάθε ελληνικής οικογένειας θυσίαζαν ζώα και η φωτιά δεν επιτρεπόταν ποτέ να σβήσει ώστε η θεά να είναι πάντα παρούσα. Με δεδομένο ότι η πόλη ήταν ανάλογη μιας οικογένειας σε μεγαλύτερο βαθμό, η Εστία είχε επίσης ναό σε κάθε Ελληνική πόλη. Στο Πρυτανείο που ήταν το κέντρο της δημόσιας ζωής θα υπήρχε πάντα ένα προσκυνητάριο αφιερωμένο στην Εστία, όπου η κοινή φλόγα των κατοίκων έκαιγε ακατάπαυστα. Το προσκυνητάριο θεωρούνταν ως καταφύγιο και ιερό μέρος όπου γίνονταν θυσίες για τους θεούς, απαραβίαστοι όρκοι δίνονταν και λαμβάνονταν για φιλοξενία οι ξένοι επισκέπτες. Φωτιά από το προσκυνητάριο της εστίας δινόταν στους πολεμιστές που πήγαιναν σε εκστρατείες και σε αποίκους που θα ταξίδευαν για έναν καινούργιο προορισμό. Επιπλέον, η Εστία λατρευόταν και στο μεγάλο ναό των Δελφών που ήταν για τους Έλληνες το κέντρο της χώρας τους και όλου του κόσμου.

Άλλοι Θεοί:

Διόνυσος

Παρόλο που ο Διόνυσος δεν ήταν ένας από τους θεούς του Ολύμπου, ήταν μια από τις πιο σημαντικές θεότητες των Αρχαίων Ελλήνων. Ο Διόνυσος ανήκε στην σφαίρα των θεών και λατρεύονταν μαζί με τους αθάνατους. Ήταν φυσικό που ειδικές τιμές είχαν «κρατηθεί» για τον θεό της φύσης, αφού η ζωή και οι περιπέτειές του ήταν η έμπνευση για την δημιουργία του διθυράμβου, της σάτιρας, της κωμωδίας και της τραγωδίας – με λίγα λόγια του θεάτρου. Στο μυαλό των Αρχαίων Ελλήνων ο Διόνυσος ήταν ο προστάτης του γλεντιού, του κρασιού και γενικότερα της γονιμότητας και της βλάστησης. Μέσω της μέθης και του εκστατικού χορού πρόσφερε στην ανθρωπότητα το αίσθημα της απεριόριστης ελευθερίας που απελευθέρωνε τους ανθρώπους από τις καθημερινές τους ανησυχίες. Για αυτό το λόγο ονομάστηκε Λύσιος και Καθάρειος. Η «αίρεση» και η λατρεία του Διόνυσου ξεκίνησε σε αγροτικές περιοχές και μετέπειτα απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα. Η ευρεία φύση της λατρείας του φαίνεται στο ότι ο θεός είχε ένα δικό του προσκυνητάριο-βωμό μέσα στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς.

Τα Μεγάλα Διονύσεια ήταν η πιο εξαίρετη γιορτή αφιερωμένη στο Διόνυσο. Γινόταν το μήνα του Ελαφηβολιου-Ελαφηβολιών [Μάρτιος – Απρίλιος] και τιμούσε την εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου στην Αθήνα. Δυο μέρες πριν αρχίσει η γιορτή, γινόταν ο προάγων κατά την διάρκεια του οποίου οι ποιητές ανακοίνωναν δημοσίως τα θεατρικά έργα που θα παρουσίαζαν. Η επόμενη μέρα ήταν αφιερωμένη στις περιπέτειες του Διονύσου: ήταν μια αναπαράσταση του ταξιδιού του Διονύσου στην Αθήνα. Μια άλλη από τις γιορτές του Διονυσίου ήταν τα Κατώτερα Διονύσια όπου οι πιο αρχαίες παραδόσεις που σχετίζονταν με τη λατρεία του Διονύσου διατηρούνταν. Τα κατώτερα Διονύσια γίνονταν κατά τον μήνα του Ποσειδώνα [Δεκέμβριος – Ιανουάριος] και τότε πραγματοποιούνταν θυσίες στους θεούς, συμπόσια, διαγωνισμοί, χοροί και ανταλλαγές προϊόντων.

Άδης – Χάρων

O Άδης ήταν ο γιος του Κρόνου και της Ρέας και αδελφός του Δία και του Ποσειδώνα. Ήταν ο θεός του κάτω κόσμου και κρατούσε εκεί τις ψυχές των ανθρώπων. Στους Ελληνικούς μύθους, ο Άδης σχετίζεται περισσότερο με την έννοια του θανάτου παρά με τα εγκόσμια. Αμέσως μετά τον θάνατο, οι ψυχές πήγαιναν σε αυτό το σκοτεινό βασίλειο όπου έμειναν για πάντα. Το έργο του να μεταφέρει τους νεκρούς στον Άδη αναλάμβανε παραδοσιακά ο Χάρων. Για να μεταφέρει τους νεκρούς από τον ποταμό, ο Χάρων τους χρέωνε έναν οβολό, ένα κέρμα το οποίο τοποθετούσαν οι συγγενείς του νεκρού στο στόμα του. Ο Πολύγνωτος, ο μεγάλος ζωγράφος του 5ο αιώνα π.Χ. απεικόνισε σε ένα από τα έργα του ονόματι νέκυια [κατάβαση στον Κάτω Κόσμο] τον Χάροντα, ως ηλικιωμένο, να μεταφέρει έναν άνδρα και μια γυναίκα απέναντι από έναν ποταμό. Παρόλο αυτά, φαίνεται ότι η προσωπικότητα του Χάροντα διαμορφώθηκε από ένα μεταγενέστερο μύθο, αφού σε παλαιότερες εποχές, τις ψυχές τις μετέφερε ο Ερμής [Ψυχοπομπός].

Άλλες Θεότητες στην θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων ήταν: ο Πάνας (κυρίως Αρκάδιος θεός), οι Νύμφες (νεαρές γυναίκες των πηγών και των δασών), ο Έρως, οι Χάρες, η Ήβη, οι Μούσες, οι Μοίρες, η Θέμις (κόρη του Ουρανού και της Γης), οι Ώρες, η Νέμεσις. Θαλάσσιες Θεότητες ήταν: οι Νεράιδες, ο Πρωτέας, ο Τρίτων, οι Σειρήνες, η Χάρυβδη και η Σκύλλα.

Θρησκευτικά Έθιμα

Η πίστη των Αρχαίων Ελλήνων στους θεούς ήταν συνδεδεμένη με τα θρησκευτικά τους έργα και τις τελετουργίες τους. Τα θρησκευτικά τους πιστεύω και οι μυθολογικές τους παραδόσεις που μιλούσαν για τα κατορθώματα των θεών δεν θα σήμαιναν τίποτα χωρίς τα θρησκευτικά έθιμα που εκτελούσε κάθε πόλη-κράτος και γενικότερα όλοι οι Έλληνες σαν Έθνος. Σε αυτές τις θρησκευτικές τελετές, οι πολίτες τιμούσαν τους θεούς που τους προστάτευαν, ενώ την ίδια στιγμή επιβεβαίωναν την εθνική τους ταυτότητα και το αίσθημα ότι ανήκαν σε μια πόλη- κράτος ως σημαντικοί παράγοντες.

Τα κέντρα λατρείας στην Αρχαία Ελλάδα ήταν οι ναοί που βρίσκονταν στην Ακρόπολη και την Αγορά των πόλεων. Ο ναός περιλάμβανε θρησκευτικά αγάλματα, προσκυνητάρια όπου γίνονταν τελετές, θυσιαστήρια και στοές στεγασμένες με κιονοστοιχίες για να προστατεύουν τους προσκυνητές από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Κάθε σημαντικό γεγονός στην ζωή της πόλης και γιορτές κάθε είδους θα συμπεριελάμβαναν μια ή περισσότερες θυσίες για τις οποίες έπρεπε πρώτα να εκτελεστεί μια συγκεκριμένη τελετή.

Οι Πανελλαδικοί Αγώνες

Θρησκευτικές τελετές προς τιμή των θεών γενικότερα πραγματοποιούνταν κατά την διάρκεια θρησκευτικών εορτών. Οι γιορτές της αρχαιότητας γινόταν για να θυμηθούν οι πολίτες σημαντικούς μύθους και περιελάμβαναν τελετές, θυσίες και αγώνες σε όλους τους τομείς της τέχνης. Κάθε πόλη οργάνωνε πολλές γιορτές καθαρά τοπικής φύσεως αλλά υπήρχαν τέσσερεις αξιοσημείωτοι αγώνες κατά την διάρκεια των οποίων όλοι οι Έλληνες ενωνόταν για να τιμήσουν τους μεγαλύτερους θεούς. Αυτοί οι αγώνες, πιο γνωστοί ως Πανελλαδικοί, ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, Τα Πύθια, Τα Ίσθμια και Τα Νέμεα.

Ολυμπιακοί Αγώνες

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν αφιερωμένοι στον Δία και γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια στο ναό του στην Ολυμπία. Ο Ίφιτος πιστεύεται ότι αναδιοργάνωσε τους αγώνες και εισήγαγε την εκεχειρία – δηλαδή απαγορευόταν να γίνονται πόλεμοι ανάμεσα σε Ελληνικές πόλεις για όσο διαρκούσαν οι αγώνες. Επίσημη καταγραφή των νικητών των Ολυμπιακών Αγώνων άρχισε το 776 π.Χ. και εκείνη την περίοδο οι αγώνες έγιναν γνωστοί σε όλη την Πελοπόννησο. Σταδιακά οι αγώνες προσέλκυσαν το ενδιαφέρον όλων των Ελλήνων. Όλοι οι Έλληνες πολίτες μπορούσαν να παρακολουθήσουν και να συμμετάσχουν με την αυστηρή εξαίρεση των γυναικών. Στην αρχή, η εκδήλωση διαρκούσε μόλις μια ημέρα αλλά αργότερα η διάρκεια των αγώνων έγινε πέντε ημέρες.

Η ευθύνη για την διοργάνωση των αγώνων ήταν στα χέρια των ειδικών παραγόντων ονόματι «Ελλανοδικών» που επιτηρούσαν την προπόνηση των αθλητών και διασφάλιζαν ότι οι κανόνες των αγώνων θα τηρούνταν. Την πρώτη μέρα γινόταν θυσίες στους θεούς και οι αθλητές έπαιρναν όρκους. Τις επόμενες μέρες οι αθλητές αγωνίζονταν για τιμή και δόξα. Τα πιο σημαντικά αθλήματα ήταν οι αγώνες δρόμου , ο δίαυλος, ο δόλιχος, το πένταθλο, το παγκράτιο, η πυγμαχία, η αρματοδρομία και η ιππασία. Την τελευταία μέρα των αγώνων οι νικητές στεφανωνόντουσαν με κότινο – κλαδί ελιάς – και έπαιρναν χρήματα. Τα ονόματα των νικητών χαραζόταν σε πέτρινους στύλους και ποιητές έγραφαν στίχους για να γιορτάσουν την νίκη τους αφού όταν επέστρεφαν στην πόλη τους οι συμπολίτες τους θα τους τιμούσαν ως ήρωες.

Τα Πύθια- Τα Ίσθμια- Τα Νέμεα

Εκτός από τους Ολυμπιακούς αγώνες υπήρχαν και τρεις εξίσου σημαντικοί αγώνες, οι οποίοι ήταν αφιερωμένοι στους θεούς: τα Πύθια, τα Ίσθμια και τα Νέμεα.

Αρχικά, τα Πύθια γινόταν κάθε οκτώ χρόνια αλλά μετά από τον 6ο αιώνα π.Χ. άρχισαν να γίνονται κάθε πέντε έτη. Το 582 π.Χ. προστέθηκαν αθλήματα στο πρόγραμμα και την ευθύνη για την διοργάνωση των αγώνων πήραν οι Αμφικτιονίες των Δελφών. Όλες οι Ελληνικές πόλεις – κράτη έστελναν αθλητές στα Πύθια που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή. Τα Πύθια διαρκούσαν έξι με οκτώ μέρες και άρχιζαν με λατρευτικές τελετές και θυσίες.

Τα Ίσθμια γινόταν κάθε τρία χρόνια στον ναό του Ποσειδώνα κοντά στην Κόρινθο προς τιμή του θεού. Οι αγώνες αναδιοργανώθηκαν το 582 π.Χ. έχοντας πολλά χαρακτηριστικά των Ολυμπιακών αγώνων. Ήταν Πανελλαδικοί από την αρχή και κατά την διάρκεια των αγώνων επικρατούσε εκεχειρία. Το έπαθλο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι- κότινος όμως αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα κομμάτι άγριου σέλινου.

Τα Νέμεα ήταν αφιερωμένα στον Δία. Καθιερώθηκαν ως Πανελλαδική εορτή το 573 π.Χ. και γινόταν κάθε δυο χρόνια. Ακολουθούσαν και αυτά το «μοντέλο» των Ολυμπιακών αγώνων και ήταν από τους πιο σημαντικούς αγώνες της αρχαιότητας.

Οι μάντεις

Ο φόβος των ανθρώπων όταν αντιμετώπιζαν μυστήρια και ανεξήγητα φαινόμενα στη ζωή καθώς και η αδυναμία τους σε σχέση με την φύση, δημιούργησε σε αυτούς την ανάγκη να επικοινωνήσουν με τις θειικές δυνάμεις που πίστευαν ότι είχαν χτίσει τον κόσμο και καθόριζαν τις μοίρες τους. Η γνώση των επιθυμιών των θεών ήταν πάντα ένας σίγουρος οδηγός για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στην Αρχαία Ελλάδα, η ακριβής φύση αυτών των επιθυμιών των θεών αποκωδικοποιήθηκε από την τέχνη της προφητείας, που ασκούνταν από ειδικούς οι οποίοι είχαν το χάρισμα να καταλαβαίνουν τα σημάδια των θεών. Οι μάντεις εξηγούσαν τις προφητείες τους με το να ερμηνεύουν αστραπές ή το πέταγμα ιερών πουλιών. Διαφορετικά θα παρατηρούσαν την κατεύθυνση της φωτιάς κατά την διάρκεια μιας θυσίας, θα εξέταζαν τα ίχνη-σημάδια από τα σπλάχνα των ζώων που είχαν θυσιαστεί ή θα έβγαζαν συμπεράσματα από την προθυμία του θυσιαζομένου ζώου να πάει στο θυσιαστήριο. Η ερμηνεία των ονείρων ήταν επίσης δημοφιλής όπως και η ερμηνεία μέσα από τις γραμμές της παλάμης του χεριού. Οι πιο δημοφιλείς μάντεις ήταν : ο Τειρεσίας, ο Κάλχας, η Κασσάνδρα και η Πυθία.

Παρόλ’ αυτά, υπήρχαν άπειρα παραδείγματα στα οποία οι θεοί δεν φανέρωναν τις επιθυμίες τους με σημάδια αλλά μιλούσαν με μεσολαβητή που για ένα μικρό διάστημα ήταν επηρεασμένος από μια θειική μανία και αδιαφορούσε για τη γήινη ύπαρξή του. Εδώ οι μάντεις εισέρχονταν σε μια κατάστασης έκστασης στην οποία μετέφεραν το μήνυμα των θεών. Αυτοί οι τρόποι πρόβλεψης του μέλλοντος ήταν οι βάσεις στις οποίες «πατούσαν» και λειτουργούσαν οι αρχαίοι Έλληνες μάντεις. Κάθε μάντης βρισκόταν σε έναν προκαθορισμένο ναό και σχετιζόταν με έναν ή περισσότερους θεούς.

Στους Δελφούς ήταν αρχικά έθιμο να δίνονται προφητείες μια φορά το χρόνο αλλά αργότερα οι μάντεις μιλούσαν μια φορά το μήνα. Αυτοί που ήθελαν να συμβουλευτούν τον μάντη έπρεπε να πληρώσουν ένα ειδικό φόρο, να εξαγνιστούν, να προσφέρουν όλους τους καρπούς από το κτήμα τους και να θυσιάσουν μια κατσίκα. Οι απαντήσεις δίνονταν από την Πυθία, αφού αυτή και οι άλλοι μάντεις έκαναν μια ειδική τελετή. Αυτή περιλάμβανε καθαρισμό των μαντών στα νερά της Κασταλλίας πηγής κοντά στο ναό και κατάβαση στο άδυτο του ναού, όπου υπήρχαν ιερά σκεύη με ένα άγαλμα θεού. Η Πυθία στη συνέχεια καθόταν σε ένα τρίποδο, εισέπνεε ατμούς που έβγαιναν από τα έγκατα της γης και μασούσε φύλλα δάφνης για να εισέλθει σε κατάσταση έκστασης. Παρόμοια λειτουργούσε και το μαντείο της Δωδώνης που ήταν αφιερωμένο στο Δία.