Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (10.382-10.464)

Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«θάρσει, μηδέ τί τοι θάνατος καταθύμιος ἔστω.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον·
385 πῇ δὴ οὕτως ἐπὶ νῆας ἀπὸ στρατοῦ ἔρχεαι οἷος
νύκτα δι᾽ ὀρφναίην, ὅτε θ᾽ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι;
ἤ τινα συλήσων νεκύων κατατεθνηώτων;
ἦ σ᾽ Ἕκτωρ προέηκε διασκοπιᾶσθαι ἕκαστα
νῆας ἔπι γλαφυράς; ἦ σ᾽ αὐτὸν θυμὸς ἀνῆκε;»
390 Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Δόλων, ὑπὸ δ᾽ ἔτρεμε γυῖα·
«πολλῇσίν μ᾽ ἄτῃσι παρὲκ νόον ἤγαγεν Ἕκτωρ,
ὅς μοι Πηλεΐωνος ἀγαυοῦ μώνυχας ἵππους
δωσέμεναι κατένευσε καὶ ἅρματα ποικίλα χαλκῷ,
ἠνώγει δέ μ᾽ ἰόντα θοὴν διὰ νύκτα μέλαιναν
395 ἀνδρῶν δυσμενέων σχεδὸν ἐλθέμεν, ἔκ τε πυθέσθαι
ἠὲ φυλάσσονται νῆες θοαὶ ὡς τὸ πάρος περ,
ἦ ἤδη χείρεσσιν ὑφ᾽ ἡμετέρῃσι δαμέντες
φύξιν βουλεύουσι μετὰ σφίσιν, οὐδ᾽ ἐθέλουσι
νύκτα φυλασσέμεναι, καμάτῳ ἀδηκότες αἰνῷ.»
400 Τὸν δ᾽ ἐπιμειδήσας προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«ἦ ῥά νύ τοι μεγάλων δώρων ἐπεμαίετο θυμός,
ἵππων Αἰακίδαο δαΐφρονος· οἱ δ᾽ ἀλεγεινοὶ
ἀνδράσι γε θνητοῖσι δαμήμεναι ἠδ᾽ ὀχέεσθαι,
ἄλλῳ γ᾽ ἢ Ἀχιλῆϊ, τὸν ἀθανάτη τέκε μήτηρ.
405 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον·
ποῦ νῦν δεῦρο κιὼν λίπες Ἕκτορα ποιμένα λαῶν;
ποῦ δέ οἱ ἔντεα κεῖται ἀρήϊα, ποῦ δέ οἱ ἵπποι;
πῶς δ᾽ αἱ τῶν ἄλλων Τρώων φυλακαί τε καὶ εὐναί;
ἅσσα τε μητιόωσι μετὰ σφίσιν, ἢ μεμάασιν
410 αὖθι μένειν παρὰ νηυσὶν ἀπόπροθεν, ἦε πόλινδε
ἂψ ἀναχωρήσουσιν, ἐπεὶ δαμάσαντό γ᾽ Ἀχαιούς.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε Δόλων, Εὐμήδεος υἱός·
«τοὶ γὰρ ἐγώ τοι ταῦτα μάλ᾽ ἀτρεκέως καταλέξω.
Ἕκτωρ μὲν μετὰ τοῖσιν, ὅσοι βουληφόροι εἰσί,
415 βουλὰς βουλεύει θείου παρὰ σήματι Ἴλου,
νόσφιν ἀπὸ φλοίσβου· φυλακὰς δ᾽ ἃς εἴρεαι, ἥρως,
οὔ τις κεκριμένη ῥύεται στρατὸν οὐδὲ φυλάσσει.
ὅσσαι μὲν Τρώων πυρὸς ἐσχάραι, οἷσιν ἀνάγκη,
οἱ δ᾽ ἐγρηγόρθασι φυλασσέμεναί τε κέλονται
420 ἀλλήλοις· ἀτὰρ αὖτε πολύκλητοι ἐπίκουροι
εὕδουσι· Τρωσὶν γὰρ ἐπιτραπέουσι φυλάσσειν·
οὐ γάρ σφιν παῖδες σχεδὸν ἥαται οὐδὲ γυναῖκες.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«πῶς γὰρ νῦν, Τρώεσσι μεμιγμένοι ἱπποδάμοισιν
425 εὕδουσ᾽, ἦ ἀπάνευθε; δίειπέ μοι ὄφρα δαείω.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Δόλων, Εὐμήδεος υἱός·
«τοιγὰρ ἐγὼ καὶ ταῦτα μάλ᾽ ἀτρεκέως καταλέξω.
πρὸς μὲν ἁλὸς Κᾶρες καὶ Παίονες ἀγκυλότοξοι
καὶ Λέλεγες καὶ Καύκωνες δῖοί τε Πελασγοί,
430 πρὸς Θύμβρης δ᾽ ἔλαχον Λύκιοι Μυσοί τ᾽ ἀγέρωχοι
καὶ Φρύγες ἱππόμαχοι καὶ Μῄονες ἱπποκορυσταί.
ἀλλὰ τίη ἐμὲ ταῦτα διεξερέεσθε ἕκαστα;
εἰ γὰρ δὴ μέματον Τρώων καταδῦναι ὅμιλον,
Θρήϊκες οἵδ᾽ ἀπάνευθε νεήλυδες, ἔσχατοι ἄλλων·
435 ἐν δέ σφιν Ῥῆσος βασιλεύς, πάϊς Ἠϊονῆος.
τοῦ δὴ καλλίστους ἵππους ἴδον ἠδὲ μεγίστους·
λευκότεροι χιόνος, θείειν δ᾽ ἀνέμοισιν ὁμοῖοι·
ἅρμα δέ οἱ χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ εὖ ἤσκηται·
τεύχεα δὲ χρύσεια πελώρια, θαῦμα ἰδέσθαι,
440 ἤλυθ᾽ ἔχων· τὰ μὲν οὔ τι καταθνητοῖσιν ἔοικεν
ἄνδρεσσιν φορέειν, ἀλλ᾽ ἀθανάτοισι θεοῖσιν.
ἀλλ᾽ ἐμὲ μὲν νῦν νηυσὶ πελάσσετον ὠκυπόροισιν,
ἠέ με δήσαντες λίπετ᾽ αὐτόθι νηλέϊ δεσμῷ,
ὄφρα κεν ἔλθητον καὶ πειρηθῆτον ἐμεῖο,
445 ἠὲ κατ᾽ αἶσαν ἔειπον ἐν ὑμῖν, ἦε καὶ οὐκί.»
Τὸν δ᾽ ἄρ᾽ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη κρατερὸς Διομήδης·
«μὴ δή μοι φύξιν γε, Δόλων, ἐμβάλλεο θυμῷ,
ἐσθλά περ ἀγγείλας, ἐπεὶ ἵκεο χεῖρας ἐς ἁμάς.
εἰ μὲν γάρ κέ σε νῦν ἀπολύσομεν ἠὲ μεθῶμεν,
450 ἦ τε καὶ ὕστερον εἶσθα θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν,
ἠὲ διοπτεύσων ἢ ἐναντίβιον πολεμίξων·
εἰ δέ κ᾽ ἐμῇς ὑπὸ χερσὶ δαμεὶς ἀπὸ θυμὸν ὀλέσσης,
οὐκέτ᾽ ἔπειτα σὺ πῆμά ποτ᾽ ἔσσεαι Ἀργείοισιν.»
Ἦ, καὶ ὁ μέν μιν ἔμελλε γενείου χειρὶ παχείῃ
455 ἁψάμενος λίσσεσθαι, ὁ δ᾽ αὐχένα μέσσον ἔλασσε
φασγάνῳ ἀΐξας, ἀπὸ δ᾽ ἄμφω κέρσε τένοντε·
φθεγγομένου δ᾽ ἄρα τοῦ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη.
τοῦ δ᾽ ἀπὸ μὲν κτιδέην κυνέην κεφαλῆφιν ἕλοντο
καὶ λυκέην καὶ τόξα παλίντονα καὶ δόρυ μακρόν·
460 καὶ τά γ᾽ Ἀθηναίῃ ληΐτιδι δῖος Ὀδυσσεὺς
ὑψόσ᾽ ἀνέσχεθε χειρὶ καὶ εὐχόμενος ἔπος ηὔδα·
«χαῖρε, θεά, τοῖσδεσσι· σὲ γὰρ πρώτην ἐν Ὀλύμπῳ
πάντων ἀθανάτων ἐπιδωσόμεθ᾽· ἀλλὰ καὶ αὖτις
πέμψον ἐπὶ Θρῃκῶν ἀνδρῶν ἵππους τε καὶ εὐνάς.»

***
Σ᾽ αυτόν ο πολυμήχανος απάντησ᾽ Οδυσσέας:
«Θάρρου· ποσώς τον θάνατον στον νουν σου να μην έχεις·
και τούτο θέλω να μου ειπείς αληθινά, να μάθω
385 τι θέλεις και από τον στρατόν στα πλοία μας πηγαίνεις
μόνος στο σκότος της νυκτός, που όλ᾽ οι θνητοί κοιμώνται;
Μη δια να γδύσεις σώματα νεκρών εβγήκες τώρα;
Ή προς τα πλοία σ᾽ έστειλεν ο Έκτωρ να ερευνήσεις
ό,τι συμβαίν᾽; Ή και σ᾽ αυτό παρακινήθης μόνος; »
390 Και ο Δόλων του απάντησε, κι οι αρμοί του ετρέμαν όλοι:
«Ο Έκτωρ μ᾽ εξεμώρανε, που εδέχθη να μου δώσει
τους ίππους και την άμαξαν την χαλκοστολισμένην,
που ανήκουν εις τον θαυμαστόν Πηλείδην Αχιλλέα,
κι επρόσταξέ με στων εχθρών το στράτευμα να υπάγω
395 μέσα στο βάθος της νυκτός να μάθ᾽ ό,τι συμβαίνει,
αν είναι τα καράβια σας ως πρώτα φρουρημένα,
ή τώρ᾽ από τα χέρια μας ως είσθε συντριμμένοι,
να φύγετ᾽ ήδη σκέπτεσθε και δεν σας μέλει πλέον
από τον κόπον τον βαρύν, την νύκτα να φρουρείτε».
400 Και του ᾽πε με χαμόγελον ο θείος Οδυσσέας:
«Τωόντι δώρα επόθησες μεγάλα εις την ψυχήν σου,
του Αχιλλέως τ᾽ άλογα· και αυτά δεν τα δαμάζει
ούτε ανεβαίνει άλλος θνητός ή μόνος ο ανδρειωμένος
Αιακίδης οπού αθάνατη τον γέννησε μητέρα.
405 Αληθινά τώρα θα ειπείς, ότ᾽ εδώ πέρα ερχόσουν,
τον πολεμάρχον Έκτορα πού άφησες; Πού έχει
τα άρματα αυτός και τ᾽ άλογα; Και πού των άλλων Τρώων
είναι στημένες οι φρουρές και πού και ποιοι κοιμώνται;
Τι μεταξύ τους μελετούν, ή εδώ πέρα να μείνουν
410 πλησίον στα καράβια μας ή σκέπτονται στην πόλιν
να γύρουν, αφού εσύντριψαν στην μάχην τους Αργείους; »
Και προς αυτόν απάντησεν ο υιός του Ευμήδη, ο Δόλων:
«Και την αλήθειαν απ᾽ εμέ καταλεπτώς θα μάθεις.
Ο Έκτωρ με τους αρχηγούς, όσ᾽ είναι βουληφόροι,
415 έχει συμβούλιον μακράν του κρότου, προς το μνήμα
του Ίλου· και ως προς τες φρουρές, που μ᾽ ερωτάς, ανδρείε,
φρουρά δεν είναι χωριστή το στράτευμα να σκέπει.
Ότι στων Τρώων τες πυρές όσ᾽ είναι αναγκασμένοι
άνδρες φυλάγουν άγρυπνοι και αντιπαρακινούνται.
420 Αλλ᾽ οι διάφοροι λαοί, που βοηθοί τους ήλθαν,
κοιμώνται, και την φύλαξιν αφήνουν εις τους Τρώας,
ότι γυναίκες ή παιδιά πλησίον τους δεν έχουν».
Σ᾽ εκείνον ο πολύβουλος απάντησε Οδυσσέας:
«Αλλά κι εκείνοι ανάμικτα με τους ανδρειωμένους
425 Τρώας κοιμώνται ή μακριά; Τούτο θα ειπείς να μάθω».
Και ο Δόλων του αποκρίθηκεν: «Όλ᾽ απ᾽ εμέ θα μάθεις
καταλεπτώς, όσα ερωτάς· στο μέρος της θαλάσσης
οι τοξοφόροι Παίονες, των Πελασγών το θείον
γένος, αυτού και οι Λέλεγες, οι Καύκωνες και οι Κάρες.
430 Την Θύμβραν οι περήφανοι Μυσοί κι οι Λύκιοι βλέπουν
και των Φρυγών οι ιππόμαχοι λαοί και των Μαιόνων.
Αλλά προς τι καταλεπτώς να μ᾽ ερωτάτε εις όλα;
Εάν θενά πατήσετε το στράτευμα των Τρώων,
ιδού οι Θράκες νιόφερτοι και ανάμερα στην άκρην
435 ύστεροι απ᾽ όλους και μ᾽ αυτούς ο Ρήσος βασιλέας,
του Ηιονέως ο υιός· κι οι ίπποι του είναι ωραίοι,
μεγάλοι, ανεμόποδες, λευκότεροι απ᾽ το χιόνι.
Μ᾽ αργυροχρυσοκόλλητον ήλθεν αυτός αμάξι,
και αρματωσιάν θεόρατην χρυσήν, οπού ᾽ναι θαύμα.
440 Όπλα παρόμοια των θνητών ανθρώπων δεν ανήκουν,
μόνον οι αθάνατοι θεοί να τα φορούν αρμόζει.
Αλλά σεις τώρα φέρτε με στα ταχυπόρα πλοία,
ή εδώ με άπονον δεσμόν να μείνω δέσετέ με,
ωσότου επανέλθετε και γνωρισθώ τωόντι
445 αν ψευδολόγησα εις εσάς ή την αλήθειαν είπα».
Μ᾽ άγριο βλέμμα ο δυνατός του είπε Διομήδης:
«Ω Δόλων, αφού έπεσες στα χέρια μας, μη ελπίζεις
να φύγεις αν κι ευχάριστα το στόμα σου μας είπε.
Και αν τώρα σ΄ απολύσομεν ή λύτρα σου δεχθούμεν,
450 πάλιν θα έλθεις στα γοργά των Αχαιών καράβια
κατόπιν ή κατάσκοπος ή να μας πολεμήσεις.
Αλλ᾽ αν σου δώσω θάνατον, στο εξής δεν θα ᾽σαι πλέον
στους Αχαιούς ολέθριος». Και ως άπλωνε το χέρι
ο Δόλων στο πηγούνι του να τον εξιλεώσει,
455 όρμησε με την μάχαιραν επάνω του ο Τυδείδης,
του εχώρισε τον λάρυγγα κι εκόπηκαν τα νεύρα,
κι ενώ μιλούσ᾽ εκύλησε στο χώμα η κεφαλή του.
Και αυτοί το λυκοτόμαρο του επήραν και το κράνος,
το τόξ᾽ οπισθοτέντωτο και το μακρύ κοντάρι·
460 προς την νικήτραν Αθηνά τα σήκωσ᾽ ο Οδυσσέας
ψηλά στο χέρι κι έκαμεν ευχήν: «Με τούτα χαίρου,
θεά, τα λάφυρα, και σε των αθανάτων πρώτην
με δώρα θα τιμήσομεν· και τώρα οδήγησέ μας
στους ίππους και στο στράτευμα των μαχητών της Θράκης».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 5. Μια μέρα στον ιππόδρομο

5.4. Προσοχή στους «χούλιγκαν»

Μετά τον τερματισμό της τελευταίας αρματοδρομίας της ημέρας, οι μυριάδες του Circus Maximus αρχίζουν να βγαίνουν από το στάδιο. Ο μεγαλύτερος όγκος των θεατών βιάζονται να γυρίσουν στα σπίτια τους και σκορπίζουν στους γύρω δρόμους. Κάποιοι άλλοι δεν φαίνεται να βιάζονται ιδιαίτερα και καθυστερούν, κατά ομάδες, έξω από το στάδιο παρατηρώντας τις επιγραφές (τα «γκράφιτι») στους εξωτερικούς τοίχους. Χαραγμένες επιγραφές παντού, παλιότερες και καινούργιες. Μερικές άσχετες: «Ο Κόιντος αγαπάει τη Σεπτιμίλλα» και «Ο Μίλων είναι ωραίο παιδί» - μάλλον παλιές και ξεθωριασμένες αγάπες που ήταν μια φορά κι έναν καιρό. Άλλες επιγραφές μνημονεύουν ξακουστές νίκες ξακουστών αρματοδρόμων· αλλού το όνομα του Γαλάζιου πρωταθλητή έχει σβηστεί από κάποιους που προτιμούν να διαφημίσουν τον δικό τους Πράσινο· και πιο ωραία απ᾽ όλες η ποιητικότατη επιγραφή που ανακεφαλαιώνει όλες τις υπόλοιπες:

Τοίχε κακόμοιρε, που κουβαλάς γραμμένη πάνω σου τόση βλακεία,
πώς είσαι ακόμα όρθιος και δεν γκρεμίστηκες; Ιδού η απορία!

Κάποιος, που δεν εκτιμά το μήνυμα της επιγραφής, επιμένει να προσθέσει κάτι δικό του: «Σκόπα, σε αγαπάμε.» Ο μεγάλος πρωταθλητής των Πράσινων δεν ήταν σε καλή μέρα σήμερα, αλλά το «fan club» είναι απτόητο. Στη διάρκεια της τελευταίας αρματοδρομίας οι Πράσινοι και Γαλάζιοι θεατές αντάλλαξαν συνθήματα -όχι ιδιαίτερα ευγενικά. Και καθώς έβγαιναν από το στάδιο, οι θερμόαιμοι των δύο παρατάξεων φιλοδώρησαν αλλήλους μερικές πέτρες- μέχρι που έπεσαν πάνω τους οι στρατιώτες και τους χώρισαν.

Το μόνο καλό είναι ότι άρχισε κιόλας να νυχτώνει. Η νύχτα στην αρχαία Ρώμη είναι πολύ σκοτεινή - ακόμη και για τους χούλιγκαν. Ο Circus Maximus είναι τώρα απέραντος, άδειος και σιωπηλός· και η ρωμαϊκή νύχτα έχει κιόλας χωνέψει νικητές και ηττημένους, κερδισμένους και χαμένους, πλούσιους και φτωχούς.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Στον Ιερό Περίβολο της Πραγματικότητας

Ο Χώρος της Επίγνωσης (και της Ανθρώπινης Επίγνωσης επίσης) είναι ο Μόνος Πραγματικός Χώρος, της Ύπαρξης, της Εμπειρίας, της Ζωής: Οποιοδήποτε γνωστικό γεγονός Προϋποθέτει την Επίγνωση (τον Παρατηρητή) ή τον Χώρο Εποπτείας και το παρατηρούμενο (που δεν είναι παρά μεταβολές στις σχέσεις των στοιχείων του παρατηρούμενου χώρου).

Η Επίγνωση Θεωρείται σαν ένα Ολοκληρωμένο Σύστημα Εμπειρίας της Ύπαρξης στο Οποίο Τίθενται εξαρχής το Υποκείμενο και το αντικείμενο. Πως όμως αντιλαμβάνεται το Υποκείμενο, τι αντιλαμβάνεται κι είναι αληθινό ό,τι αντιλαμβάνεται; Αυτό που συλλαμβάνεται είναι η Πραγματικότητα;

Πραγματικότητα είναι Αυτό (ο Χώρος, οι Καταστάσεις, τα όντα, οι σχέσεις, οι μεταβολές του παρατηρούμενου… όλα συλλήψεις της Αντίληψης) που Υπάρχει από Μόνο του που δεν είναι κατασκευασμένο. Ένας τέτοιος ορισμός της Πραγματικότητας όμως είναι διφορούμενος. Αν Εφαρμοσθεί Κυριολεκτικά μπορεί να Οδηγήσει όντως στην Πραγματικότητα, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα, στην Υπερβατική Πραγματικότητα, στην Αντικειμενικότητα Πέραν του Υποκειμένου, αλλά αν εφαρμοσθεί επιπόλαια, επιφανειακά οδηγεί σε μια τελείως εσφαλμένη αντίληψη της αντικειμενικότητας και της πραγματικότητας. Οι Σοφοί ακολουθούν τον Πρώτο Δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι διολισθαίνουν στην πλαστή πραγματικότητα και στο όνειρο.

Ας το εξηγήσουμε με απλά λόγια: Εφόσον ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης κι Εμπειρίας και Γνώσης είναι η Επίγνωση (δηλαδή το Υποκείμενο), μπορούμε να Οδηγηθούμε στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (όπως την ορίσαμε πιο πάνω σαν το μη κατασκευασμένο) μόνον Μέσα στο Υποκείμενο, Υπερβαίνοντας το «Υποκείμενο», τις υποκειμενικές διαδικασίες, αντιλήψεις και βιώματα. Είναι αυτή ακριβώς η Υπέρβαση, η Έξοδος από το Υποκείμενο, που υποδείχθηκε από τους Σοφούς και την Μυστική Παράδοση σαν η Μόνη Οδός που Οδηγεί στην Αλήθεια, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως ακολουθούν εντελώς αντίθετο δρόμο. Ενώ, όπως είπαμε ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης, Εμπειρίας, Γνώσης, είναι η Επίγνωση σαν Σύστημα Υποκειμένου- αντικειμένου (ο κόσμος της δυαδικότητας), το Υποκείμενο καθηλώνεται, οχυρώνεται στον «εαυτό» του και τοποθετεί απέναντί του το αντικειμενικό: αυτό που συλλαμβάνει είναι το άμεσα αντικειμενικό, το οποίο με την παρατήρηση και την επαλήθευση και την διυποκειμενική σύμβαση μεταξύ των ανθρώπων, θεωρείται σαν «αντικειμενικό». Από μια άποψη είναι αντικειμενικό, αλλά δεν είναι η Αντικειμενική Πραγματικότητα.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων προσέγγισης του Αντικειμενικού; Στην Πρώτη Περίπτωση Βγαίνουμε τελείως έξω από το Σύστημα της Επίγνωσης, το Δυαδικό σύστημα, σε μια Κατάσταση Επίγνωσης Ανώτερη, Ευρύτερη και Πλήρη που Αγκαλιάζει τα πάντα: Βιώνουμε ένα Ανοιχτό Σύστημα Αντίληψης, πέρα από την δυαδικότητα, Βιώνουμε την Ενότητα της Ύπαρξης, Βιώνουμε την Πραγματικότητα. Στην Δεύτερη Περίπτωση όμως παραμένουμε μέσα στο Δυαδικό Σύστημα, αποκλεισμένοι στο υποκείμενο και τοποθετώντας τον αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας σαν κάτι ξένο: Βιώνουμε όχι μια ολοκληρωμένη εμπειρία της ύπαρξης, αλλά τον διχασμό, την αποξένωση από το περιβάλλον κι αναρωτιόμαστε για τον λόγο ύπαρξής μας, την θέση μας στον κόσμο, τη σχέση μας με τον κόσμο και τους άλλους (όλα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα που τυραννούν τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια). Ο Πρώτος Δρόμος απαιτεί μια Σαφή Αντίληψη του τι συμβαίνει, απαιτεί μια Πνευματική Ανάπτυξη, μια Υπέρβαση της παρούσας υποκειμενικής κατάστασης, μια Απελευθέρωση της Επίγνωσης από τα υποκειμενικά στοιχεία, μια Διεύρυνση της Επίγνωσης πέρα από τα όρια, στο Χωρίς Όρια. Είναι η στενή και τεθλιμμένη Οδός του Ιησού που Οδηγεί στην Αληθινή Ζωή. Ο Δεύτερος Δρόμος είναι ο εύκολος δρόμος των ανθρώπων που δεν επιθυμούν καμιά πνευματική ανάπτυξη αλλά μια απλή (πολλές φορές μη αξιοπρεπή) επιβίωση και διαβίωση μέσα σε ένα χιλιοκομματιασμένο κόσμο, σε μια ζωώδη κοινωνία που ο πολιτισμός της ανέχεται την αδικία, την φτώχεια, τη δυστυχία…

Πραγματικότητα είναι η Χωρίς Διαφοροποιήσεις Συνεχής Παρουσία που Ανανεώνεται κάθε στιγμή κι είναι πάντα Πλήρης… δεν είναι απλά η απουσία αντίληψης, το «πνευματικό κενό». Η Ηρεμία είναι η Πλήρης Δράση κι η Φωτισμένη Δράση είναι η Απαρασάλευτη Ηρεμία.

Η Επίγνωση Αυθόρμητη, Ανεμπόδιστη, Ανόθευτη, είναι η Πραγματικότητα: Αντίληψη και Περιεχόμενο της Αντίληψης Ταυτίζονται. Αυτός είναι ο λόγος που όλα συλλαμβάνονται, γίνονται γνωστά, χωρίς προσπάθεια. Βιώνουμε την Ύπαρξη σαν Ενότητα, κι όλα Περιέχονται σε αυτή την Εμπειρία.

Πραγματικότητα είναι Αυτό που συλλαμβάνεται (από την Επίγνωση, Πέραν του Υποκειμένου σαν το Αληθινά Αντικειμενικό) άμεσα χωρίς γνωστικές ενέργειες ή διαδικασίες, αυθόρμητα χωρίς παρεμβάσεις: Πραγματικότητα είναι Αυτό που Υπάρχει πριν και μετά την ανθρώπινη σκέψη, πέρα από την ανθρώπινη σκέψη: Μια Πλήρης Αποδοχή Όλου του Χώρου Ύπαρξης σαν Μιας Ενότητας: Μια Αποκάλυψη που δεν οφείλει τίποτα σε δικές μας προσπάθειες: η Μη Κατασκευασμένη Πραγματικότητα.

Οποιαδήποτε προσπάθεια να διευκρινισθεί, να αναλυθεί, ή να ερμηνευθεί το περιεχόμενο της αντίληψης αποτελεί μια αυθαίρετη κατασκευή, μια προβολή των περιοριστικών δραστηριοτήτων στην πραγματικότητα που μας οδηγεί μέσα στον αδιέξοδο κύκλο της δυαδικότητας, σε μια εικονική πραγματικότητα, σε μια μαζική φρεναπάτη.

Όταν αυτό γίνεται ενστικτωδώς, καθώς αφηνόμαστε στο Ρεύμα της Ζωής, που μας πετάει στις ακτές του άμεσα αντικειμενικού, οδηγούμαστε σε διάφορες αντιλήψεις της Πραγματικότητας. Αυτός είναι στην ουσία του ο μηχανισμός της μετανάστευσης των όντων μέσα στην δημιουργία, στους διάφορους κόσμους. Όταν αυτό γίνεται με συγκεκριμένες προσδιορισμένες διαδικασίες μιλάμε για Πεδία Εκδήλωσης της Ύπαρξης. Κι όταν γίνεται με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες (που αναγνωρίζουμε σαν νόμους της φύσης) τότε έχουμε μπροστά μας την διαφοροποίηση των (μετρήσιμων) αντικειμενικών κόσμων, του κόσμου του πνεύματος, του νου, της ψυχής, του υλικού κόσμου…

Ανεξάρτητα από το σε ποιο Πεδίο ή Κόσμο Εκδηλώνεται η Επίγνωση η Ίδια η Επίγνωση Είναι Χώρος που Υπερβαίνει τα Πάντα ενώ ταυτόχρονα τα περιλαμβάνει όλα σαν ένα πολύ μικρό μέρος της πραγματικότητάς της… καθώς Επεκτείνεται σε Απέραντα Βάθη Μακριά από όλα.

Η Επίγνωση ακόμα κι όταν Εκδηλώνεται με ένα υλικό φορέα (σώμα) στην Πραγματικότητα Προηγείται του σώματος, είναι Ανεξάρτητη από το Σώμα και Ελεύθερη να Ανυψωθεί πάνω από τον κόσμο της δυαδικότητας και να Πετάξει Προς τα Ανεξερεύνητα Βάθη του Αληθινού Όντος. Εξαρτάται από εμάς να το επιδιώξουμε, να το πραγματοποιήσουμε, να το Βιώσουμε.

Εμείς οι ίδιοι, σαν Επίγνωση, Ανυψωνόμαστε Πέρα από τα Όρια, η θέτουμε όρια, Εκδηλωνόμαστε πνευματικά πέρα από τους ψυχοσωματικούς περιορισμούς (σε μια μεταφυσική πορεία στους αόρατους κόσμους μέχρι την Θεότητα), ή περιοριζόμαστε μέσα στις ψυχοσωματικές λειτουργίες, στην μίζερη ζωούλα μας, σε ένα κόσμο που παραζαλισμένος γυρίζει γύρω από τις αυταπάτες του.

Είμαστε Υπεύθυνοι της Ύπαρξής μας: Αληθινά Κυρίαρχοι, ή δούλοι της μοίρας μας… ανάλογα με το πώς την οικοδομούμε…

Η έννοια της πόλεως στον Κορνήλιο Καστοριάδη

1. Προσημειώσεις

ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΝ ΕΧΟΥΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙ σε μια νοσταλγική θεώρηση της αρχαίας ελληνικής πόλεως, της πόλεως της κλασικής ελληνικής εποχής, και στην επικαιροποίηση μερικών θετικών γνωρισμάτων της. Στην αρχαία ελληνική πόλη, πόλις και πολίτης συνδέονται οργανικά μεταξύ τους. Οι Έλληνες είχαν συνει­δητοποιήσει το γεγονός πως έχουμε την ανάγκη των άλλων για να έχει νόημα η ζωή μας. Στην παρούσα εργασία επιχειρείται μία συστηματική παρουσίαση και ερμηνευτική θεώρηση του προβληματισμού του Κορνήλιου Καστοριάδη σχετικά με τη φυσιογνωμία της αρχαίας ελληνικής δη­μοκρατίας. Το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της αρχαίας πολιτικής δημοκρατικής κοινότητας αφορά στην αυτοθέσμιση. Οι πολίτες επιθυ­μούν να επωμισθούν τη ρύθμιση των κοινωνικών τους σχέσεων και επι­ζητούν να είναι αυτόνομοι (Καστοριάδης 1986/1999: 11). Αυτονομία σε σχέση με τι όμως; Αυτονομία σημαίνει απόρριψη της ετερονομίας, απόρ­ριψη κάθε εξωτερικής αυθεντίας, ιδιαίτερα θείας αυθεντίας, απόρριψη κάθε εξωκοινωνικής αλήθειας και δικαιοσύνης. Επίσης, σημαίνει αποδο­χή της ικανότητας του λαού, των πολιτών, της κοινότητας για ρητή και αυτοστοχαστική αυτοθέσμιση (Καστοριάδης 2000: 23).

2. Πόλις και πολιτική φιλοσοφία

Το αφετηριακό σημείο της διαμόρφωσης της αρχαίας ελληνικής πόλεως βρίσκεται στη δεύτερη π.Χ. χιλιετία, στην περίοδο εγκατάστασης των Ελλήνων στα σημερινά χωρικά όρια. Στα ερείπια αρχαϊκών συνοικι­σμών και ναών βρίσκουμε αφιερώματα στις προστάτιδες θεότητες των πόλεων. Η ανθρωπομορφική παράσταση των θεών ευνοείται από το γνή­σιο ελληνικό ορθολογισμό. Οι θεοί, ως ανθρωπομόμορφα και ζωόμορφα όντα μοιάζουν με τον άνθρωπο, έχουν βούληση και συναίσθημα, πάθη και πείσματα. Οι θεοί παρεμβαίνουν, με ανθρώπινη μορφή, υπέρ των προστατευομένων τους. Ο ορθολογισμός των Ελλήνων διαφαίνεται στην πεποίθηση ότι πρέπει να υπάρχει διάκριση μεταξύ θεών και ανθρώπων (αφού οι θεοί είναι αθάνατοι), όπως υπάρχει διάκριση μεταξύ θεών, ευ- γενών και κοινών θνητών. Η διάκριση αυτή στηρίζεται σε άγραφους νό­μους, οι οποίοι διασφαλίζουν την κοινωνική τάξη, θεϊκή και ανθρώπινη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ολυμπιακή Πόλις, όπως περιγράφε­ται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, με τη βασιλεία του Διός, ο οποίος επι­βλέπει την τήρηση των νόμων. Κάθε προσπάθεια παραβίασης των νόμων, σε θεϊκό ή ανθρώπινο επίπεδο, αποτελεί ύβριν και επισύρει τη νέμεσιν.

Ο Όμηρος εξανθρωπίζει τους μύθους και αναδεικνύει τη σημασία των παθών και συναισθημάτων στους ανθρώπους. Αυτό ενίσχυσε την αυτο­πεποίθηση του ανθρώπου στις δικές του δυνάμεις, οδήγησε στην ανατρο­πή της μυθολογικής νοοτροπίας. Ο ομηρικός ανθρωπομορφισμός άνοιξε το δρόμο στην κριτική της θρησκείας και οδήγησε προς την απελευθέ­ρωση της ελληνικής διανόησης από το φόβο της θεϊκής μαγικής δύναμης.

Οι άνθρωποι αναζητούν τάξη και συνοχή στον κόσμο εγκαινιάζοντας τη φιλοσοφική και επιστημονική θεώρηση του κόσμου. Ο Όμηρος προε­τοίμασε την έλευση του φιλοσόφου της φύσεως της Ιωνίας, όπως η μυ­θολογική πόλις προετοίμασε την αυτόνομη και ανεξάρτητη πολιτική κοι­νότητα, η οποία τελικά κατέλαβε κεντρική θέση στον Αριστοτέλη, ο ο­ποίος εγκαινίασε μαζί με τον Πλάτωνα (αφού σημειωθεί ο πολύ σημαντι­κός ενδιάμεσος σταθμός της κίνησης του διαφωτισμού των σοφιστών προς την ανεξάρτητη σκέψη), αυτό που σήμερα ονομάζουμε «πολιτική φιλοσοφία». Αν αφαιρέσουμε το μυθικό περίβλημα φτάνουμε στην ιστο­ρική και φιλοσοφική θεώρηση της πόλεως (Μπαρτζελιώτης 1997: 21-29).

Η μελέτη του πολιτικού φαινομένου έχει μια μακρά διαδρομή από την πολιτική φιλοσοφία του Πρωταγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη μέχρι την πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία του κοινωνικού συμβολαίου του Hobbes, του Locke και του Rousseau, τον ωφελιμιστικό φιλελευθε­ρισμό του J. Bentham και του J. S. Mill, τη θετική κοινωνιολογία του Durkheim και την πολιτική κοινωνιολογία του Weber (Βλάχος 1977: 72­175, Γέμτος 1995: 36-61).

Η αναζήτηση της «σπουδαίας» πόλεως, κατά τον Αριστοτέλη, είναι έργο της επιστήμης και της προαιρέσεως. Η πόλις νοείται ως δυναμική ολότητα που περιλαμβάνει και ολοκληρώνει στο μεγαλύτερο βαθμό τα μέρη που τη συνιστούν και τις αρετές που οι πολίτες της ασκούν (Μπαρτζελιώτης 1997: 13, 17).

Πρέπει να σημειωθεί ότι «η θεωρία για την ανθρώπινη φύση δεν απο­τελεί μόνο το ερμηνευτικό πλαίσιο της πολιτικής αλλά και την επιστημο­λογική της προϋπόθεση: δεν είναι δυνατή η γνώση ουσιωδών διαστάσεων της πολιτικής χωρίς την προηγούμενη γνώση της ανθρώπινης φύσης» (Αγγελίδης 1994: 59). Βέβαια, «η ανθρώπινη ύπαρξη έχει άπειρο βάθος και είναι τόσο πλούσια και ποικίλη, ώστε δεν θα μπορέσει ποτέ να υπα­χθεί ολικά στην παγιωμένη άρθρωση αποσπάσματος πραξιολογικού στο­χασμού» (Δεσποτόπουλος 180). Ο άνθρωπος, κατά το βασικό προβλημα­τισμό της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα (Plessner 1969/1983, Bollnow 1971/1986: 121-123).

3. Η αυτοθέσμιση

Το κρίνειν και το επιλέγειν δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα. Στην Ελ­λάδα βρίσκουμε το πρώτο παράδειγμα κοινωνίας που σκέπτεται τους νό­μους της και τους αλλάζει για το συμφέρον της πολιτικής εκπροσώπησης και γενικότερα της πολιτικής κοινότητας (Καστοριάδης 1986/1995: 183). Το δεύτερο παράδειγμα συναντάται αρκετούς αιώνες αργότερα στη Δυτι­κή Ευρώπη, κατά το τέλος του Μεσαίωνα. Τότε δημιουργούνται, όπως στην αρχαία Ελλάδα, πόλεις, δηλαδή κοινότητες που προσπαθούν να αυτοκυβερνηθούν αντιδρώντας εναντίον της φεουδαρχίας, της εκκλησίας και της απόλυτης μοναρχίας, και είναι δημιούργημα της πρώτης αστικής τάξης. Να διευκρινισθεί ότι ο Κορνήλιος Καστοριάδης αντιμετωπίζει την αρχαία Ελλάδα όχι ως πρότυπο για μίμηση αλλά ως γονιμοποιό σπέρμα που μπορεί να βοηθήσει, ως έμπνευση και πηγή ιδεών, τις σημερινές κοι­νωνίες στην κατεύθυνση της ουσιαστικής εκδημοκρατικοποίησής τους (Καστοριάδης 1986/1999: 11).

Οι νόμοι, λοιπόν, δεν είναι κληροδότημα των προγόνων, δεν έχουν δοθεί από τους θεούς. Στην Ελλάδα οι νόμοι δημιουργούνται μέσω της συλλογικής αντιπαράθεσης και συζήτησης σχετικά με τους καλούς και τους κακούς νόμους. Σημειώνεται, για πρώτη φορά, αυτό που ονομάζεται αμφισβήτηση της παράδοσης σε δύο επίπεδα. Πρώτα, στο επίπεδο των νόμων με τη στενή σημασία του όρου, δηλαδή νόμων καταστατικών πο­λιτικής κοινότητας, νόμων που ορίζουν ποιος ασκεί εξουσία (βασιλιάς και αριστοκράτες ή δήμος). Δεύτερο και σημαντικότερο, στο επίπεδο των νόμων ως κοινωνικών παραστάσεων του κόσμου, δηλαδή θεσμισμένων παραστάσεων με τις οποίες ανατρέφονται τα παιδιά και γίνονται πολίτες και μαθαίνουν τι είναι καλό, τι είναι κόσμος, τι έχει αξία, ποια είναι τα ιδανικά για τα οποία αξίζει να ζει ή να πεθαίνει κανείς.

Αυτή η διαδικασία αμφισβήτησης συναντάται μόνο στην αρχαία Ελ­λάδα και πολύ αργότερα στη Δυτική Ευρώπη. Έννοιες όπως η ισότητα και η δικαιοσύνη, που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες, τι σημαίνει για ένα νόμο να είναι καλός ή κακός, εν τέλει τι είναι η δικαιοσύνη, δεν συναντώνται σε άλλες γνωστές κοινωνίες (Καστοριάδης 1986/1995: 184). Η πάλη των τάξεων συνιστά εξαίρεση στην παγκόσμια ιστορία. Οι εξε­γέρσεις των δούλων στην αρχαιότητα, τη ρωμαϊκή κυρίως, δεν είχαν στόχο την αλλαγή των θεσμών, αλλά την αλλαγή της ατομικής κατάστα­σης των ανθρώπων μέσα στους ίδιους θεσμούς. Μόνο στον αρχαίο ελλη­νικό δήμο και στο δυτικοευρωπαϊκό χώρο έχει σημειωθεί εκ μέρους των εξεγερμένων ο στόχος της αλλαγής της κοινωνικής θέσμισης (Καστοριάδης 1986/1999: 14).

4. Αιτιακές ερμηνείες

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης υποστηρίζει ότι κάθε κοινωνία αυτοδημιουργείται, αυτοθεσμίζεται χωρίς να το ξέρει και, κατά κανόνα, καλύπτει αυτό το γεγονός παραπέμποντάς το σε μια εξωκοινωνική οντότητα. Είναι δύσκολη, όμως, η ανεύρεση των αιτιών που οδήγησαν στην ιστορική δη­μιουργία των κοινωνιών. Στην περίπτωση της αρχαίας ελληνικής δημι­ουργίας και της εμφάνισης του φαινομένου της δημοκρατίας έχουν προταθεί τρία κεντρικά παραδείγματα αιτιακών ερμηνειών που παρουσιά­ζουν όμως αδυναμίες εξήγησης (Καστοριάδης 1986/1999: 14-15).

Η πρώτη αιτιακή ερμηνεία αποδίδει τη δημιουργία αυτόνομων κοινο­τήτων στον ελληνικό χώρο στην κερματισμένη γεωγραφική διάρθρωση της χώρας που δυσχέραινε τη συγκρότηση ενιαίας κρατικής εξουσίας. Υ­πάρχει αδυναμία εξήγησης, βάσει αυτού του ερμηνευτικού μοντέλου, διότι η «γεωγραφική διάρθρωση του ελληνικού χώρου είναι η ίδια και σήμερα και παλαιότερα και δεν οδήγησε στο φαινόμενο της συγκρότησης πόλεων βασισμένων στην άμεση δημοκρατία. Αντιθέτως, η κεντρική ε­ξουσία υφίσταται ως κράτος. Επίσης, υπάρχουν άλλες χώρες, όπως η Γερμανία το 1870, που ενώ η γεωγραφική δομή της ευνοούσε τη συγκρό­τηση ενιαίου κράτους, η χώρα παρέμεινε διαιρεμένη σε μικρές κοινότη­τες, γεγονός, όμως, που δεν οδήγησε στην εμφάνιση δημοκρατικού πολι­τεύματος» (Καστοριάδης 1986/1999: 15-16).

Ως δεύτερη αιτιακή εξήγηση της εμφάνισης της ελληνικής δημοκρα­τίας προβλήθηκαν οι παραγωγικές σχέσεις και ιδιαίτερα η ύπαρξη της δουλείας. Όμως, σε πολλές κοινωνίες εμφανίστηκε ο θεσμός της δουλεί­ας. Πουθενά δεν εμφανίστηκε δημοκρατία, ούτε καν στη Σπάρτη. Η πρα­γματική κοινωνικοοικονομική βάση της αρχαίας δημοκρατικής πολιτείας δεν ήταν η δουλεία, η οποία επέτρεπε τάχα στους πολίτες την πολυτέλεια του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά η κοινότητα των ανεξάρτητων μικροπαραγωγών, όπως παρατηρεί και ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Ήταν ο α­γρότης και ο ναύτης από τα περίχωρα που καθημερινά περπατούσε είκοσι πέντε χιλιόμετρα για να συζητήσει και να ψηφίσει στην Εκκλησία του Δήμου (Καστοριάδης 1986/1999: 18).

Η αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για το ποιος κατέχει την ιδιότητα του πολίτη σαφώς ξενίζει. Αλλά δεν γίνεται να μην συνυπολογιστεί ότι σε λεγόμενες προηγμένες κοινωνίες, όπως οι ΗΠΑ, η δουλεία καταργήθηκε στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. Επίσης, οι ρατσιστικές δια­κρίσεις βασίλευαν καθ’ όλη τη διάρκεια σχεδόν του εικοστού αιώνα. Α­κόμη, στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες δό­θηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, η δουλεία στην αρχαία Αθήνα δεν βασιζόταν ούτε σε οικονομικούς ούτε σε ρατσιστικούς περιορισμούς. Ο Αριστοτέλης έλεγε για τον πολίτη ότι εί­ναι το άτομο, το οποίο οφείλει και μπορεί να μετέχει «κρίσεως» και «αρ­χής». Δηλαδή ότι συμμετέχει στη δικαστική εξουσία και στην κυβέρνηση ως ελεύθερος πολίτης ανάμεσα σε άλλους ελεύθερους και ίσους με αυτόν πολίτες (Καστοριάδης 1986/1999: 16). Το να είναι κανείς ελεύθερος σήμαινε, όπως αναφέρει η Χάνα Άρεντ, να μην εξουσιάζει και να μην εξου­σιάζεται. Αυτή η ισότητα λίγα κοινά έχει με τη σημερινή αντίληψη περί ισότητας. Σήμαινε να ζεις και να συναναστρέφεσαι μόνο με ισοτίμους σου. Άρα υπήρχαν και κάποια άνισα μέλη, τα οποία συνήθως αποτελού­σαν το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού σε μια πόλη-κράτος. Ελευθε­ρία σήμαινε ελευθερία από την ανισότητα που υπάρχει στην κυριαρχία και μετάβαση σε μια σφαίρα όπου δεν υπήρχε ούτε κυβερνήτης ούτε κυβερνώμενος (Arendt 1958/1986: 52).

Οι δούλοι προέρχονταν κυρίως από ηττημένους εχθρούς και είχαν την ίδια εθνικότητα με τους κυρίους τους. Ο Πλάτων πίστευε ότι είχε αποδεί­ξει τη φυσική τους δουλικότητα, διότι δεν προτίμησαν το θάνατο από την υποδούλωση. Το θάρρος και το πάθος για την ελευθερία αποτελούσε για τους αρχαίους Έλληνες την κατεξοχήν πολιτική αρετή. Οι δούλοι απέδει­ξαν τη δουλική τους φύση, διότι δεν αυτοκτόνησαν. Είχαν δείξει, λοιπόν, τη φυσική τους αναξιότητα, την ανικανότητά τους να είναι πολίτες. Η υπερβολική τους αγάπη για τη ζωή ήταν φραγμός για την ελευθερία τους και αποτελούσε βέβαιο σημάδι δουλοφροσύνης (Arendt 1958/1986: 56, Καστοριάδης 1986/1995: 184).

Στην αρχαία Αθήνα, ένας φτωχός ελεύθερος άνθρωπος προτιμούσε την αβεβαιότητα του εργασιακού του μέλλοντος από μια τακτική και ε­ξασφαλισμένη εργασία, επειδή αντιλαμβανόταν το δεύτερο ως περιορι­σμό της ελευθερίας του να κάνει ό,τι ήθελε, γεγονός που προσιδίαζε στη σκέψη του ελεύθερου Αθηναίου πολίτη σχετικά με την έννοια της δου­λείας. Άλλωστε, οι δούλοι είχαν εξασφαλισμένη εργασία, αρκετοί μάλι­στα σε καίριες κρατικές θέσεις (σώματα ασφαλείας, οικονομικές δημόσι­ες υπηρεσίες). Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο Κορνήλιος Καστο­ριάδης, ο σημερινός διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος θα ήταν δού­λος στην αρχαία Αθήνα. Όμως, ο φτωχός Αθηναίος πολίτης προτιμούσε τον καθημερινό σκληρό μόχθο από την εύκολη ζωή κάποιου δούλου, ό­πως φαίνεται και από τη συζήτηση μεταξύ Σωκράτη και Ευθήρου στα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος (ΙΙ, 8). Ο Εύθηρος μοχθεί σωματι­κά και πιστεύει ότι το σώμα του δεν θα αντέξει για πολύ τη ζωή αυτή και, ακόμη, στα γεράματά του θα είναι τελείως άπορος. Ο Σωκράτης του προτείνει θέση βοηθού δίπλα σε κάποιον πλουσιότερο. Ο Εύθηρος απα­ντά ότι δεν θα μπορέσει να αντέξει τη δουλεία. Όποιος προτιμά τη δου­λεία από την ελευθερία, τη δουλεία από την ελεύθερη πράξη της αυτο­κτονίας, θεωρείται φυσικά ανάξιος να είναι πολίτης (Arendt 1958/1986: 51).

Η τρίτη αιτιακή εξήγηση επικεντρώνεται στο φαινόμενο της οπλιτικής φάλαγγας. Ο πόλεμος δεν εξελίσσεται σε σειρά μονομαχιών, όπως στην Ιλιάδα, αλλά υφίσταται ως σύγκρουση δύο οργανωμένων συνόλων πολε­μιστών. Η δημοκρατία συνιστά προέκταση, στο πολιτικό πεδίο, του νέου τρόπου διεξαγωγής του πολέμου. Η εξήγηση αυτή είναι εσφαλμένη, κατά τον Καστοριάδη. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η επινόηση της φάλαγ­γας εξηγείται ως δημιούργημα της συγκρότησης της πόλης. Η φάλαγγα αποτελείται από αλληλεξαρτημένους πολεμιστές που διακατέχονται από ενότητα στη βάση της μεταξύ τους ισότητας, η οποία προκύπτει από την πολιτική, δημοκρατική κοινότητα. Η φάλαγγα σχετίζεται με τη δημοκρα­τία, όπως σχετίζεται και το φαινόμενο του ελληνικού αποικισμού της Ιω­νίας. Στις ελληνικές αποικίες δεν μεταφέρονται αυτούσιοι οι νόμοι της μητρόπολης. Οι ελληνικές αποικίες επιλέγουν οι ίδιες τους νόμους και τους νομοθέτες τους. Προάγουν τη φιλοσοφική σκέψη, την αναζήτηση και την αμφισβήτηση των θεσμών. Αυτή η στάση ζωής μεταλαμπαδεύε­ται στη μητρόπολη Αθήνα και ωθεί στη δημιουργία της δημοκρατικής πόλης (Καστοριάδης 1986/1999: 18-19).

Η παλιότερη ερμηνεία του αρχαίου ελληνικού κόσμου και ανθρώπου, ως κόσμου και ανθρώπου αρμονίας και μέτρου, δεν είναι αποδεκτή από τον Καστοριάδη. Η αρμονία και το μέτρο, για τους αρχαίους Έλληνες, δεν είναι δεδομένα αλλά προβλήματα και σκοπός (Καστοριάδης 1986/ 1999: 20).

5. Η πόλις ως ελληνική ιδιαιτερότητα

Η δημιουργία της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας βασίζεται στην ελ­ληνική θέα του κόσμου και της ανθρώπινης ζωής. Ο Καντ συνόψισε τα ενδιαφέροντα του ανθρώπου σε τρία ερωτήματα: Τι μπορώ να γνωρίσω; Τι πρέπει να κάνω; Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω; Για τα δύο πρώτα η συζήτηση αρχίζει στην Ελλάδα. Στο τρίτο ερώτημα η απάντηση είναι σαφής και χαρακτηριστική του ελληνικού πνεύματος: «Τίποτα» (Καστο­ριάδης 1986/1995: 184). Με τη λέξη «ελπίδα» εννοείται η οντολογική, κοσμολογική και ηθική υπόθεση, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος συνιστά μια ολική τάξη που περικλείει εμάς, τους στόχους και τις προσπάθειές μας, ως οργανικά στοιχεία. Η άποψη αυτή οδηγεί στη θεολογική φιλοσοφία. Από τον Πλάτωνα μέχρι το σύγχρονο φιλελευθερισμό, η πο­λιτική φιλοσοφία κυριαρχείται από την ενιαία οντολογία. Υπάρχει μία «ολική», «ορθολογική» τάξη του κόσμου. Η τάξη των ανθρώπινων υπο­θέσεων είναι συνδεδεμένη με αυτή την τάξη του κόσμου. Η ενιαία οντο­λογία συνδέεται με την ετερονομία, σε αντίθεση με την αρχαία Ελλάδα, όπου η αυτονομία ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Η αυτονομία αυτή στηριζόταν, όπως ήδη φαίνεται και από τους ελληνικούς μύθους, στη μη ενιαία σύλληψη του κόσμου (Καστοριάδης 1986/1995: 187).

Η ελληνική άποψη εκφράζεται στο μύθο της Πανδώρας, όπως τον αφηγείται ο Ησίοδος. Η ελπίδα είναι φυλακισμένη μέσα στο κουτί της. Στην ελληνική θρησκεία δεν υπάρχει ελπίδα για μετά θάνατον ζωή. Ο ά­νθρωπος ξεπερνώντας το άγχος του θανάτου, ή μετατρέποντάς το, είναι ελεύθερος για σκέψη και δράση μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό είναι ο στόχος του και το πεδίο των δραστηριοτήτων του. Αυτή η άποψη συνδέε­ται στενά με τη βασική ιδέα του χάους, όπως το περιγράφει ο Ησίοδος στη «Θεογονία». «Χάος», στα ελληνικά, σημαίνει πλήρες κενό, μηδέν. Από εκεί αναδύεται ο κόσμος. Το σύμπαν είναι χάος, με μια δεύτερη έν­νοια, αυτή της «αταξίας», της μη υποταγής σε νόμους. Έπειτα δημιουργήθηκε η τάξη, ο κόσμος. Όμως, πάντα από πίσω βασιλεύει το χάος. Η τάξη του κόσμου δεν νοηματοδοτεί τη ζωή του ανθρώπου. Απλώς σημα­τοδοτεί τη γένεση και τη φθορά (Καστοριάδης 1986/1995: 185-186)

Στον Αναξίμανδρο, η έννοια του χάους εκφράζεται με το «άπειρον», το βασικό στοιχείο του Είναι, το οποίο είναι επίσης ακαθόριστο. Για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπάρχει μια ολική και ορθολογική τάξη του κό­σμου. Δεν υπάρχει καμία υπερβατική, εξωκοσμική δύναμη που να νοιά­ζεται για τους ανθρώπους. Ακόμη και οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι. Η απρόσωπη μοίρα τούς επηρεάζει και αυτούς (Καστοριάδης 1986/1999: 21). Η μετά θάνατον ζωή δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, είναι χειρότερη από την επίγεια, όπως αποκαλύπτει στην «Οδύσσεια» ο Αχιλλέας στον Οδυσσέα, όταν συναντιούνται στον Άδη. Η θεολογική φιλοσοφία στη Δύ­ση πιστεύει ότι ο κόσμος είναι κατασκευασμένος κατά τρόπο συγκεκρι­μένο. Άρα, η σημασία της ανθρώπινης ζωής είναι ανάλογη με την υφή του κόσμου και του δημιουργού θεού (Καστοριάδης 1986/1999: 42). Οι Έλληνες υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη ζωή δεν έχει νόημα. Ο κόσμος δεν έχει σημασία και δεν υπάρχει άλλος καλύτερος. Ο νόμος ύπαρξης του Είναι είναι νόμος γενέσεως και φθοράς, επιστροφής στο χάος (Καστοριά­δης 1986/1999: 22). Το άπειρο δεν μπορεί να προσδιοριστεί και να απο­κτήσει πέρας. Έτσι, διαμορφώνεται η ελληνική άποψη ότι δεν υπάρχει φυγή και ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει εδώ, σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε. Εμείς θα το κάνουμε, αν μας αφήσει η μοίρα: Ούτε θεός ούτε ιστορική αναγκαιότητα (Καστοριάδης 1986/1995: 185).

Η μορφή των ανθρώπων, η ύπαρξή τους είναι η αδικία, που μπορεί να αποκληθεί και «ύβρις». Αυτή είναι η μορφή του χάους που κουβαλάμε μέσα μας. Η ύβρις συνιστά την αδυναμία αναγνώρισης των ορίων των πράξεών μας. Ο ελληνικός κόσμος χτίζεται πάνω σε αυτή την αντίληψη. Δεν ξεφεύγουμε από τον κόσμο και από το θάνατο. Ο άνθρωπος είναι θνητός. Για τον ελληνικό κόσμο, αυτό δεν λειτούργησε ανασταλτικά, όπως στους περισσότερους λαούς τις περισσότερες εποχές. Το άγχος του θανάτου μετατράπηκε σε δημιουργική δύναμη. Δεν υπάρχει κάτι να ελπί­ζει ο άνθρωπος. Δεν θα ανέβει στον Όλυμπο. Άρα επιδιώκει ό,τι καλύτε­ρο σε αυτή τη ζωή (Καστοριάδης 1986/1999: 23).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας δημοκρατικής αντίληψης που διαμορφώνεται στην ελληνική πόλη είναι αυτό του ποιητή Αρχίλοχου, ο οποίος πέταξε την ασπίδα του για να σωθεί. Την ενέργειά του τη δημοσι­οποιεί στο ποιητικό του έργο, σε μια εποχή που η ανδρεία και η στρατιω­τική τιμή αποτελούσαν ισχυρές αξίες. Εδώ φαίνεται η αλλαγή σκέψης και νοοτροπίας. Η ελληνική κοινότητα τιμά το θάρρος και την ανδρεία, αλλά παράλληλα αφήνει ελεύθερο τον ποιητή να υποστηρίζει δημοσίως ότι δεν τον νοιάζει για την ασπίδα του, διότι μπορεί να την αντικαταστήσει. Επί­σης, ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ο λαός ψηφίζει το δημαγωγό Κλέωνα, αλλά συγχρόνως τον παρωδεί στις κωμωδίες της επο­χής (Καστοριάδης 1986/1999: 24-25)

6. Η αμφισβήτηση

Διαφαίνεται, πλέον, καθαρά η «νομιμοποίηση της αμφισβήτησης». Η αμφισβήτηση είναι η κοινή ρίζα της δημοκρατικής πόλης και της φιλο­σοφίας. Η αμφισβήτηση της θεσμισμένης κοινωνικής παράστασης για τον κόσμο (ποιος είναι κύριος, ποιος άρχει) οδηγεί στην ανατροπή της αριστοκρατίας και στην εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παίρνει, όμως, και τη μορφή φιλοσοφικής ερώτησης: Τι είναι ο κόσμος; Τι σημαίνει ό­ταν λέμε ότι κάτι «είναι»; Ποια η διαφορά ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι»; Τι είναι αλήθεια και τι απλώς γνώμη; (Καστοριάδης 1986/ 1999: 25).

Η φιλοσοφία γεννιέται μαζί με τη δημοκρατία μέσω της αμφισβήτη­σης της παράδοσης. Φιλοσοφία, με την πραγματική έννοια, δηλαδή φι­λοσοφία πολιτών που συζητούν στην αγορά με άλλους πολίτες, υπήρξε μόνο στην αρχαία Ελλάδα. Στις άλλες χώρες που αναπτύχθηκε η φιλοσο­φία ήταν φιλοσοφία για θρησκευτικές ή πολιτικές ελίτ (Κίνα, Ινδία). (Καστοριάδης 1986/1999: 26) Οι φιλόσοφοι ασχολούνται με πολιτικά ερωτήματα και η πολιτική ζωή οδηγεί σε βαθύτερες αναζητήσεις: Όχι μόνο ποιος άρχει, αλλά και πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το ποιος άρχει. Δηλαδή νομιμοποιείται η πολιτική εξουσία. Η πολιτική ζωή συναντάται με φιλοσοφικά ερωτήματα. Τι σημαίνει δίκαιο και δικαιοσύνη είναι ίδιου χαρακτήρα ερώτηση με την αρχική φιλοσοφική ερώτηση: Τι και πώς εί­ναι ο κόσμος.

Ο Δεσποτόπουλος υποστηρίζει ότι η φιλοσοφία της πολιτείας οφείλει πολλά στη δημοκρατία, λόγω του κριτικού πνεύματος που κυριαρχεί σε αυτήν. Φαινομενικά, η φιλοσοφία της πολιτείας δεν συνάδει με τη δημο­κρατία. Στη δημοκρατία υπάρχει εμπιστοσύνη στη γνώμη του κοινού πο­λίτη. Η φιλοσοφία της πολιτείας υποστηρίζει ότι η διαμόρφωση ορθής γνώμης για τα πολιτικά ζητήματα χρειάζεται ιδιαίτερα ηθικοπνευματικά προσόντα, τα οποία συνήθως δεν υπάρχουν στον κοινό πολίτη. Φαίνεται ότι η φιλοσοφία της πολιτείας είναι αντιδημοκρατική στη ρίζα της, αρι­στοκρατική στη φύση της. Όμως, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη δημο­κρατία και προσφέρει ιδιαίτερα στη λειτουργία της, προβάλλοντας με καθαρότητα τα πολιτικά ζητήματα και βελτιώνοντας τη γνώμη του κοι­νού πολίτη (Δεσποτόπουλος 1983: 13).

Στις αρχαίες ελληνικές πόλεις, και ιδιαίτερα στην Αθήνα από τον 8ο μέχρι τον 4ο αι., η δημοκρατία, με τη βοήθεια της φιλοσοφίας, οδηγεί σε ριζική αναθεώρηση της πολιτικής ζωής και της παράστασης του κόσμου. Ο δήμος τροποποιεί τους κανόνες μέσα στο πλαίσιο των οποίων ζει. Ο Αριστοτέλης καταγράφει στην «Αθηναίων Πολιτεία» έντεκα μεγάλης κλίμακας νομικές μεταρρυθμίσεις, με χαρακτηριστικότερες αυτές του Σόλωνα και του Κλεισθένη. Η κίνηση αυτή είναι μία κίνηση ρητής αυτοθέσμισης. Η σπουδαία σημασία της ρητής αυτοθέσμισης έγκειται στην αυτονομία. Οι ίδιοι οι πολίτες θέτουν τους δικούς τους νόμους (Καστοριάδης 1986/1995: 188).

Η αυτοθέσμιση δεν είναι κατάσταση αλλά συνεχής διαδικασία. Συνιστά δραστηριότητα μεταβολής των βασικών συνταγματικών νόμων και των άλλων θεσμών, όχι όλων ταυτόχρονα, αλλά σταδιακά σύμφωνα με τις ανάγκες και τις συνθήκες (Καστοριάδης 1986/1999: 28). Ο λαός νοεί­ται ως σύνολο ισότιμων πολιτών. Θεσπίζει άμεσα τους καταστατικούς νόμους, χωρίς να έχει στήριγμα ούτε δεσμεύσεις από το θετικό δίκαιο, αλλά έχει ολάνοιχτη θέα προς το φυσικό δίκαιο (Δεσποτόπουλος 1983: 68). Ο λαός λειτουργεί χωρίς ετερόνομες εξαρτήσεις από το θεό. Οι Α­θηναίοι πολίτες γνωρίζουν αυτό που διατυπώνει κατηγορηματικά ο Grotius στις αρχές του 17ου αι.: «Έστω κι αν υποθέταμε ότι δεν υπάρχει θεός, θα μπορούσαμε ακόμη να θεμελιώσουμε το κοινωνικό συμβόλαιο στο φυσικό δίκαιο». Στην αρχαία Αθήνα και αρκετούς αιώνες αργότερα στη δυτική Ευρώπη οι πολίτες συνειδητοποιούν ότι δεν χρειάζονται το θείο νόμο για να θεμελιώσουν έναν ανθρώπινο νόμο (Καστοριάδης 1986/ 1995: 217).

Βέβαια, υπάρχει ο κίνδυνος, από αδυναμία του λαού να συλλάβει τις απαγορεύσεις του φυσικού δικαίου, να διαπραχθούν σφάλματα, όπως συ­νέβη στην Αθήνα με τη συμμετοχή της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η οποία οδήγησε στην καταστροφή της δημοκρατικής πόλεως. Αλλά είναι γεγονός ότι στις πλείστες των περιπτώσεων οι αποφάσεις του λαού σε βασικά θέματα ήταν σωστές. Απόδειξη η καταπληκτική ανάπτυξη της δημιουργίας και του πολιτισμού της. Κλασικό παράδειγμα αδυναμίας και ηθικοπολιτικής παρεκτροπής συναντάται στα βαριά εγκλήματα που δια- πράχθηκαν κατά τη διάρκεια της κατά τα άλλα ένδοξης Γαλλικής Επανά­στασης. Όπως, επίσης, στη «διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου» της Γαλλικής Επανάστασης, με το ολίσθημα να περιληφθεί σε αυτήν η ι­διοκτησία ως ισότιμο με την ελευθερία φυσικό δικαίωμα, αντί για υπηρετικό δικαίωμα της πρώτης προς τη δεύτερη (Δεσποτόπουλος 1983: 68­69).

Χαρακτηριστική περίπτωση της διαδικασίας αυτοθέσμισης είναι η με­ταρρύθμιση του Κλεισθένη. Κάθε φυλή, τώρα, αποτελείται κατά τρόπο ισορροπημένο, από αγροτικούς, ναυτικούς και αστικούς δήμους. Οι φυ­λές γίνονται, έτσι, ουδέτερες όσον αφορά τις εδαφικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες. Είναι σαφώς πολιτικές ενότητες (Καστοριάδης 1986/ 1995: 194). Η μεταρρύθμιση αυτή αποτελεί σταθμό, γιατί δεν αντιμετω­πίζεται η ρύθμιση της κοινωνίας ως κάτι δεδομένο, το οποίο δεν θίγεται, αλλά ως ύλη πολιτικής δράσης που υπόκειται σε μεταβολή προς όφελος της πόλης και των πολιτών (Καστοριάδης 1986/1999: 29).

7. Ἔδοξε τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ

Το σπουδαιότερο στοιχείο της δημοκρατικής διαδικασίας είναι ότι ο δήμος τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο των πάντων. «Ἔδοξε τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ», έτσι αρχίζουν όλοι οι αθηναϊκοί νόμοι. Ποιος είναι ο δήμος, όμως;

Ο δήμος αποτελείται από το σύνολο των ενηλίκων αρρένων ελεύθε­ρων Αθηναίων. Ο αποκλεισμός των γυναικών, των ξένων και των δούλων από την ιδιότητα του πολίτη ασφαλώς φαντάζει απαράδεκτος για μας σήμερα. Χωρίς να θέλουμε να αγιοποιήσουμε την κατάσταση, απλώς α­ναφέρουμε ότι η σύνθεση του εκλογικού σώματος δεν είναι κάτι ορισμέ­νο σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές. Πάντα τίθενται συγκε­κριμένα κριτήρια. Και είναι κάτι που αποφασίζεται από το βασικό πολι­τικό σώμα. Εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε ποιοι θα συμμετέχουν μαζί με εμάς. Είναι ένα βασικό πρόβλημα της πολιτικής φιλοσοφίας και της πο­λιτικής πράξης. Ποιοι ψηφίζουν, πότε, με τι κριτήρια, για ποια θέματα; Ψηφίζουν όλοι οι κάτοικοι; Ψηφίζουν οι περαστικοί από την πόλη την ώρα της ψηφοφορίας; Ψηφίζω, σημαίνει συμμετέχω σε πολιτική κοινότη­τα οριοθετημένη Δεν ψηφίζει όλος ο πλανήτης για όλα τα θέματα. Υπάρ­χει διαίρεση σε μικρότερες κοινότητες και καταστατικό ρύθμισης του πολιτικού σώματος. Αλλιώς οδηγούμαστε σε ψεύτικη ισότητα, αν δεν κατοχυρώνεται το δικαίωμα μιας πολιτικής κοινότητας για αυτοπροσδιο­ρισμό και μπορεί, στο όνομα της φυσικής ισότητας των ανθρώπων, ο­ποιοσδήποτε να αλλοιώσει το αποτέλεσμα. Η απόφαση, πάντως, είναι πάντα προβληματική, με την έννοια ότι δεν επιδέχεται απόδειξη και είναι ως ένα σημείο αυθαίρετη (Καστοριάδης 1986/1999: 31).

Όσον αφορά το μέγεθος, είναι γνωστή η άποψη του Αριστοτέλη ότι το μέγεθος του δήμου πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να μπορεί να ακούγεται ο ρήτορας όταν αγορεύει στη συνέλευση. Οι ελεύθεροι πολίτες της δη­μοκρατικής Αθήνας, πάντως, απολαμβάνουν το προνόμιο της ισότητας έναντι του νόμου (ισονομία), όχι ως απόλαυση ίσων παθητικών δικαιω­μάτων, αλλά ως δικαίωμα ενεργού συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις. Η συμμετοχή αυτή ενθαρρυνόταν από τους νόμους και το ήθος της πόλε- ως. Αν ένας πολίτης αρνούνταν να πάρει θέση στους εμφύλιους πολιτι­κούς αγώνες, έχανε τα πολιτικά δικαιώματα και γινόταν άτιμος. Η συμ­μετοχή λάμβανε χώρα στην εκκλησία του δήμου, στη λαϊκή συνέλευση, το κυρίαρχο σώμα δράσης. Όλοι οι πολίτες είχαν το δικαίωμα της ισηγορίας, δηλαδή μπορούσαν να παίρνουν το λόγο, υπήρχε ισοψηφία (η ψή­φος του καθενός είχε το ίδιο βάρος) και ηθική υποχρέωση να μιλούν με ειλικρίνεια (παρρησία). Και τα δικαστήρια, όμως, ήταν πολιτικά, χωρίς επαγγελματίες δικαστές. Ήταν ορκωτά και οι ένορκοι επιλέγονταν με κλήρο (Καστοριάδης 1986/1995: 189).

8. Η ελεύθερη πόλις

Ο Δήμος ασκεί την εξουσία ως άμεση δημοκρατία, δηλαδή χωρίς α­ντιπροσώπους. Η αντιπροσώπευση είναι μια αρχή ξένη προς τη δημοκρα­τία, κατά τον Καστοριάδη (Καστοριάδης 1986/1995: 190). Ο Θουκυδί­δης, όταν χαρακτηρίζει μια πόλη ελεύθερη, την αποκαλεί «αυτόνομο, αυτόδικο, αυτοτελή»: Αυτόνομος, δηλαδή διέπεται από τους ίδιους της τους νόμους. Μετά από συζήτηση στη Βουλή των πεντακοσίων, η εκκλησία του δήμου αποφασίζει με τα ψηφίσματά της, τους νόμους. Αυτόδικος, με την έννοια ότι τα δικαστήρια της πόλης, τα οποία αποτελούνται από πο­λίτες, αποφασίζουν για διαφορές και αμφισβητήσεις. Αυτοτελής, με την έννοια ότι η πόλις αυτοκυβερνάται. Η εκκλησία του δήμου παίρνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις για πόλεμο, ειρήνη, συμμαχίες, δημόσια έργα κλπ.

Ο Ρουσσώ λέει ότι η δημοκρατία είναι ταιριαστό πολίτευμα για ένα λαό θεών, αλλά είναι καθεστώς υπερβολικά τέλειο για τους ανθρώπους, διότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν άρχοντες, υπάρχει ταυτότητα κυρί­αρχου και ηγεμόνα. Ο Κονστάντ υπερασπίστηκε την αντιπροσώπευση και τις εκλογές ως τα μικρότερα κακά, λόγω της αδιαφορίας των πολιτών και της διαστάσεως των σύγχρονων χωρών. Γνωρίζουν, όμως, και οι δύο την αυταπόδεικτη αλήθεια: ότι η αντιπροσώπευση δεν συνιστά δημοκρατία (Καστοριάδης 1986/1995: 120). Ο Ρουσσώ χλεύαζε τους Άγγλους, γιατί νόμιζαν ότι είναι ελεύθεροι εξαιτίας του γεγονότος ότι εξέλεγαν ε­λεύθερα τους βουλευτές μία φορά στα πέντε χρόνια. Ούτε αυτή τη μέρα, όμως, ουσιαστικά ήταν ελεύθεροι, αφού ο μηχανισμός πολιτικής εξουσί­ας καθοδηγεί ουσιαστικά το σώμα των ψηφοφόρων σε συγκεκριμένες ε­πιλογές. Αυτή η πολιτική αλλοτρίωση, που συνιστά η θεολογική ιδέα της μετουσίωσης της θέλησης του λαού στη γνώμη τριακοσίων βουλευτών, ήταν άγνωστη στους αρχαίους Έλληνες (Καστοριάδης 1986/1999: 34­35).

Οι εκλογές, για την αρχαιοελληνική αντίληψη, δεν ήταν δημοκρατική αρχή. Για τον Αριστοτέλη, «το αριστοκρατικό στοιχείο της πολιτείας έ­γκειται στο ότι οι άρχοντες είναι εκλεγμένοι: η εκλογή είναι αριστοκρα­τική αρχή, ο λαός εκλέγει αυτούς που θεωρεί άριστους» (Καστοριάδης 1986/1995: 190). Ο λαός ουσιαστικά βρισκόταν σε αντίθεση με τους ει­δήμονες. Όπως γίνεται φανερό στον πλατωνικό «Πρωταγόρα», δεν υπάρ­χουν ειδικοί στις πολιτικές υποθέσεις. Η πολιτική σοφία ανήκει στην πο­λιτική κοινότητα. Σύμφωνα με το μύθο, ο Δίας μοίρασε στους ανθρώπους εξίσου τη δίκη και την αιδώ. Οι Αθηναίοι θα λάβουν τη γνώμη των τε­χνικών για την κατασκευή τειχών ή πλοίων, αλλά θα ακούσουν τον καθέ­να σε θέματα πολιτικής. Οι στρατηγοί που εκλέγονται αντιμερωπίζονται ως τεχνικοί, στους οποίους ανατίθεται από την πόλιν ένα ειδικό καθήκον. Η Αθήνα ήταν, λοιπόν, πόλη με την αριστοτελική έννοια, αφού ορισμένοι πολύ σπουδαίοι άρχοντες εκλέγονταν. Ίσως, τελικά, να μην έχουν δίκιο αυτοί που ισχυρίζονται ότι το σύνταγμα της πολιτείας που προτιμούσε ο Αριστοτέλης ήταν μείγμα δημοκρατίας και αριστοκρατίας. Ο Αριστοτέ­λης, απλώς, προτιμούσε τους άρχοντες εκλεγμένους, διαδικασία που για αυτόν είναι αριστοκρατική (Καστοριάδης 1986/1995: 191). Ποιος είναι, όμως, ο αρμόδιος για να εκλέξει τους ειδήμονες τεχνικούς; Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, δεν είναι κανένας άλλος ειδικός από το χρήστη. Και στις δημόσιες κοινές υποθέσεις, ο χρήστης, και άρα ο καλύτερος κριτής, είναι η πόλις. Βλέποντας αυτούς που εξέλεξαν (Θεμιστοκλής, Περικλής) και τα έργα τους (Ακρόπολη, τραγωδίες), μάλλον είχαν δίκιο (Καστοριάδης 1986/1995: 191).

9. Πόλις και πολίτης

Η αρχαία ελληνική πόλις δεν είναι κράτος, με τη σημερινή έννοια, δηλαδή ξεχωριστός μηχανισμός εκτός κοινωνίας. Άλλωστε, κράτος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει ωμή βία. Μάλιστα, η ίδια η λέξη «κράτος» δεν υπάρχει στα αρχαία ελληνικά. «Πολιτεία» του Πλάτωνα δεν σημαίνει «der Staat», όπως μεταφράζεται στα γερμανικά, αλλά κατονομάζει την πολιτική θέσμιση/σύσταση και τον τρόπο ενασχόλησης του λαού με τα κοινά. Ο Αριστοτέλης συνέγραψε την «Αθηναίων Πολιτεία», το Σύνταγ­μα των Αθηναίων, όχι των Αθηνών. Ο Καστοριάδης χαρακτηρίζει αυτή τη μετάφραση στα γερμανικά ως απαράδεκτη, όχι μόνο για έγκριτους πα­νεπιστημιακούς καθηγητές, αλλά και για πρωτοετείς φοιτητές. Αθήναι εί­ναι η γεωγραφική έκταση. Ο Θουκυδίδης είναι σαφής: «άνδρες γάρ πό­λις», επειδή «η πόλις είναι οι άνδρες». Η εδαφική αντίληψη της πολιτι­κής κοινότητας είναι σημερινή αντίληψη. Ο Θεμιστοκλής, επειδή είχε θυμώσει όταν οι Έλληνες δεν δέχονταν τη συμβουλή του στην αρχή για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, απειλεί με ένα ακραίο επιχείρημα τους αρ­χηγούς του: Οι Αθηναίοι, μαζί με το στόλο και τις οικογένειές τους, θα φύγουν και θα ιδρύσουν μία νέα πόλη στα δυτικά, παρ’ όλο που οι Αθη­ναίοι θεωρούσαν τη γη τους ιερή. Η ιδέα ενός κράτους, δηλαδή ενός θε­σμού διακεκριμένου και διαχωρισμένου από το σώμα των πολιτών, ήταν αδιανόητη για έναν Έλληνα (Καστοριάδης 1986/1999: 37-38).

Η αρχαία ελληνική κοινότητα είναι πόλις, της οποίας οι άνδρες θυσιά­ζουν τους εαυτούς τους για την πόλη, για τους άλλους (Επιτάφιος Περι­κλή). Πόλις, ως αυτοπροσδιοριζόμενη και αυτοκυβερνώμενη μονάδα που διακρίνεται για την οργανισμική της αρμονία (Αριστοτέλης), είναι πολι­τική οντότητα με τα πολιτεύματα, τις παρατάξεις, τα δικαστήρια, τις α­γορές. Είναι, επίσης, αισθητική κοινότητα με τις εκδηλώσεις και τους α­γώνες της, με τα ιερά της και τα έργα τέχνης. Είναι αυτάρκης οργανι­σμός, «κορυφαίο έργο τέχνης», που προϋποθέτει ανάλογη τέχνη, την πο­λιτική, την «των κυριωτάτων αρχιτεκτονική τέχνη», κατά τον Αριστοτέ­λη, της οποίας πρώτη ύλη αποτελούν οι πολίτες της. Η πόλις υπάρχει «φύσει», η πολιτειακή πράξη αποτελεί την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Η δημιουργία του πολίτη αποτελεί το τελευταίο και ύψιστο στάδιο του ανθρώπου, κατά τον Αριστοτέλη.

Ο Αριστοτέλης κατέστησε την πόλη αντικείμενο μελέτης, όπως συμ­βαίνει με το φυσικό οργανισμό και τα έμβια όντα, τα οποία έχουν μέσα τους την πηγή της κινήσεως. Η πόλις αποτελεί γεωγραφική ενότητα και κοινότητα ανθρώπων και πάνω απ’ όλα ολότητα πολιτών που συνιστούν το πολιτικό σώμα. Αυτό ακριβώς το στάδιο, το οποίο ποιοτικά διαφέρει από τα προηγούμενα της φύσης και της κοινωνικότητας είναι, κατά τον Αριστοτέλη, το διακριτικό γνώρισμα των Ελλήνων, του πολιτικού τους συστήματος και της πολιτιστικής τους ζωής με επίκεντρο την πόλη. Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχει η ψυχή, η οποία τον συντονίζει και τον καθοδηγεί. Στην περίπτωση της πόλεως, η μορφολογική αιτία, η ψυχή, είναι το πολίτευμά της, όπως σημειώνει ο Ισοκράτης. Στην Αθήνα, η ψυ­χή της πόλεως ήταν το δημοκρατικό πολίτευμα, η παντοδυναμία του δή­μου που προέκυψε από σφοδρές συγκρούσεις (Μπαρτζελιώτης 1997: 15­16, 61, 67).

Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης πρέσβευαν ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένος εκτός της πόλεως. Υπάρχει ενότητα ανθρώπου- πόλεως. Μόνο όταν δεν υπάρχει τάση για διάσπαση είναι δυνατόν η πό­λις να είναι ενοποιημένη και κάθε άνθρωπος να είναι ελεύθερος (Μπαρτζελιώτης 1997: 44).

Ελευθερία επιλογής και ελευθερία του λόγου είναι τα δύο συστατικά της πολιτισμικής λειτουργίας της πόλεως. Η πλήρης συμμετοχή του πολί­τη στις δημόσιες υποθέσεις τον καθιστά ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ένα έλλογο ον και ηθικό υποκείμενο ικανό να επιλέγει ελεύθερα και αυ­τοδύναμα. Η ενασχόλησή του με τα κοινά είτε στην εκκλησία του Δήμου είτε στην αγορά ανέπτυξε την ικανότητα του πολίτη για διάλογο. Οι Έλ­ληνες πίστευαν ότι η μόνη κατάλληλη σχέση μεταξύ ορθολογικών όντων είναι αυτή της πειθούς. Έτσι, αναπτύχθηκε και η τέχνη του λόγου, η ρη­τορική, που είναι η ψυχή του ελληνικού πολιτισμού (Μπαρτζελιώτης 1997: 90, Minogue 1995/2006: 13). Για να διατηρηθεί η ενότητα και να μην ολισθήσει σε ομοιομορφία χρειάζεται και η ισότητα στη μοιρασιά της εξουσίας, η ισότητα μεταξύ ελεύθερων ατόμων (Καστοριάδης 1986/ 1995: 194). Η πειθώ διαφέρει από την εντολή, επειδή προϋποθέτει την ισότητα μεταξύ αυτού που μιλάει και αυτού που ακούει. Η βία δεν είναι πρέπουσα μεταξύ πολιτών: Στο Σωκράτη δόθηκε κώνειο και αυτός υπά­κουσε με τη θέλησή του στο νόμο της πόλης και ήταν υπερήφανος γι’ αυ­τό, διότι αντιλαμβανόταν την ταυτότητά του ως πολίτη αλληλένδετη με την πόλη του (Minogue 1995/2006: 13).

Η βία είναι προπολιτική πράξη, όπως και η ανάγκη. Οι Έλληνες φιλό­σοφοι θεωρούσαν ότι η ελευθερία εντοπίζεται αποκλειστικά στην πολιτι­κή σφαίρα. Η ισότητα αποτελούσε την ουσία της ελευθερίας. Ελευθερία σήμαινε ελευθερία από την ανισότητα που υπάρχει στην κυριαρχία και μετάβαση σε μια σφαίρα, όπου δεν υπάρχει κυβερνήτης και κυβερνώμενος. Ελευθερία σημαίνει να μην εξουσιάζεις και να μην εξουσιάζεσαι. Κατά τον Αριστοτέλη, η ζωή του ελεύθερου ανθρώπου είναι καλύτερη από τη ζωή του τυράννου, διότι θεωρεί ότι ο τύραννος στερείται ελευθε­ρίας (Arendt 1958/1986: 52).

Υπάρχουν, έτσι, δύο μεγάλοι σκοποί της κοινωνίας, του «ζῇν ἕνεκεν» και του «ευ ζην» (Αριστοτέλης, Πολιτικά Α 1252a), που θεμελιώνουν η­θικά την ύπαρξη της κοινωνίας. Το «ευ ζην» συνδέεται με τη ζωή του πολίτη, η οποία έχει διαφορετική ποιότητα. Ήταν καλή διότι είχε κυριαρ­χήσει στη βιολογική ανάγκη του, την οποία κάλυπτε στον «οίκο» του και ασχολούνταν με τα κοινά. Η γενική συμμετοχή στην πολιτική οδήγησε στη δημιουργία αυτού που λέει η Χάνα Άρρεντ «δημόσιο χώρο», για πρώτη φορά στην ιστορία. Το δημόσιο παύει να είναι ιδιωτική υπόθεση λίγων κυβερνώντων και οι αποφάσεις λαμβάνονται από την κοινότητα. Για τα μέλη της πόλεως, η ζωή στο νοικοκυριό υπάρχει μόνο προς χάριν του «ευ ζην» μέσα στην πόλη. Για τους Έλληνες, η πόλις κατέδειχνε την ασημαντότητα της ατομικής ζωής και συνιστούσε διαφορετικό χώρο, που οδηγούσε τρόπον τινά στην «αθανασία» των θνητών (Arendt 1958/1986: 57-59, 83).

Ο Καστοριάδης διαφωνεί με την Άρρεντ στη μεγάλη αυτονομία που αποδίδει στο πολιτικό θέμα σε σχέση με το κοινωνικό. Στον Αριστοτέλη, το πολιτικό συνδέεται με τον κοινωνικό πρόβλημα. Μέλημά του είναι εί­ναι η αντιμετώπιση των κοινωνικών συγκρούσεων και των προβλημάτων που απορρέουν από τις κοινωνικές διαφορές. Το κοινωνικό πρόβλημα δεν αποσυνδέεται από το πρόβλημα της πολιτικής κοινωνίας και το πρό­βλημα της πολιτικής κοινωνίας δεν αποσυνδέεται από το συνολικό αν­θρώπινο πρόβλημα. Το κοινωνικό πρόβλημα, στον Αριστοτέλη, συνδέε­ται πραξιολογικά με το σκοπό της πολιτικής κοινωνίας, ο οποίος είναι η ευδαιμονία. Το κοινωνικό πρόβλημα δεν απολυτοποιείται, ώστε να μην υπερκαλύπτει το πολιτικό ούτε να εξαντλείται στο ανθρώπινο πρόβλημα (Δεσποτόπουλος 1983: 121-142).

Η Χάνα Άρρεντ υποστηρίζει ότι η δημοκρατία αντλεί την αξία της από το ότι είναι το πολιτικό καθεστώς, στο οποίο τα ανθρώπινα όντα μπορούν να φανερώσουν τι είναι μέσω των πράξεων και των λόγων τους. Τι είναι, όμως, οι άνθρωποι την εποχή της δημοκρατικής πόλεως και από τι χαρακτηρίζονται; Η απάντηση βρίσκεται στον «Επιτάφιο» του Περι­κλή. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ' εὐτελείας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας». Είμαστε εντός της αγάπης, της ομορφιάς, της σοφίας και της δραστηριότητας που προκαλεί αυτή η αγάπη. Ζούμε διά, μαζί και μέσω αυτών, αποφεύγοντας τις ακρότητες και τη μαλθακότητα. Το αντικείμενο της θέσμισης της πόλεως είναι η δημιουργία του Αθηναίου πολίτη, για τον οποίο η τέχνη και η φιλοσοφία είναι τρόποι ζωής. Στην ερώτηση τι οφείλει να πραγματοποιήσει η κοινωνία έδωσαν την απάντησή τους (Καστοριάδης 1986/1995: 208-209).

10. Η πτώση

Πού οφείλεται, όμως, η καταστροφή της πόλεως; Έχει ήδη επισημαν- θεί η άποψη του Καστοριάδη για το στενό δεσμό των δύο ζευγών αντιθέ­σεων: χάος-κόσμος, ύβρις-δίκη. Το δεύτερο είναι μια μετάθεση του πρώ­του στο ανθρώπινο πεδίο. Ύβρις είναι η αδικία. Τα ιδιαίτερα όντα οφεί­λουν να αποδίδουν αμοιβαία δικαιοσύνη και να επανορθώνουν την αδι­κία που διέπραξαν μέσω της αποσύνθεσης και της εξαφάνισής τους (Καστοριάδης 1986/1995: 186).

Ο Σοφοκλής προειδοποιεί στην «Αντιγόνη», το θέμα της οποίας είναι η ύβρις. Ύβρη συνιστά η στάση του Κρέοντα, ο οποίος ξεπερνώντας τα όρια του «φρονεῖν», οχυρώνεται στο «μόνος φρονεῖν» και γίνεται «ἄπολις». Το ίδιο και η Αντιγόνη. Πόλις χωρίς «νόμους χθονός» δεν εί­ναι δυνατό να υπάρξει. Παραβιάζοντας τους νόμους, η Αντιγόνη διέρχε­ται το «ἴσον φρονεῖν» και γίνεται και αυτή «ἄπολις» (Καστοριάδης 2001: 27-28).

Ο άνθρωπος είναι το ον, του οποίου «οὐδέν δεινότερον πέλει»: τίποτε δεν είναι πιο τρομερό, θαυμάσιο από τον άνθρωπο και την αυτοθέσμιση αυτού και της κοινωνίας, στην οποία ζει. Ο άνθρωπος-πολίτης, όμως, πρέπει να στέκεται αντίκρυ στο «μόνος φρονεῖν» και να απαντά με τη φρόνηση, για να αντιμετωπίσει το έσχατο πρόβλημα του αυτόνομου αν­θρώπου και της πολιτικής κοινότητας, που είναι το πρόβλημα του αυτο­περιορισμού (Καστοριάδης 2001: 30-31).

Κρέων και Αντιγόνη δεν αυτοπεριορίστηκαν. Οι Αθηναίοι δεν αυτοπεριορίστηκαν, και με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο οδηγήθηκαν στην έκπτωση της πόλεώς τους. Διόρθωσαν την ύβρη, στην οποία προέβησαν, με την αποσύνθεση και εξαφάνισή τους.

11. Επισημειώσεις

Οι δυτικές κατ’ όνομα δημοκρατίες, φιλελεύθερες ολιγαρχίες τις ονο­μάζει ο Καστοριάδης, δεν έχουν καμία σχέση με την αρχαία ελληνική δη­μοκρατία, η οποία βασιζόταν στην αμεσότητα, στη συμμετοχή στις δη­μόσιες υποθέσεις, στο «πάθος για τα κοινά». Σε αυτό που ονομάζει ο Σο­φοκλής «αστυνόμος ὀργά», τη θεσμιστική ορμή, μέσω της οποίας έστη­σαν ολόκληρες πολιτείες (Καστοριάδης 2000, 145). Κατά τον Κονστάν, «στόχος των αρχαίων ήταν η κατανομή της κοινωνικής δικαιοσύνης στους πολίτες με κοινό τόπο καταγωγής' αυτό αποκαλούσαν ελευθερία.

Στόχος των συγχρόνων είναι η απόλαυση της ελευθερίας σε ατομικές η­δονές. Και αποκαλούν ελευθερία τις εγγυήσεις που κατοχυρώνονται από θεσμούς για την επίτευξη αυτών των ηδονών» (Crick 2002/2006: 7).

Η φιλοσοφία καλλιεργεί την ικανότητα της αμφισβήτησης, που είναι βασικό συστατικό της ελευθερίας. Ειδικότερα στη σημερινή εποχή, όπου υπάρχει η τάση μετατροπής του πολιτικού συστήματος της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας σε αυτόνομο διοικητικό μηχανισμό («το παράδοξο του πολιτικού ορθολογισμού») (Γεωργίου 2004: 61), «το τέλος της φιλο­σοφίας θα σήμαινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, το τέλος της ελευθερίας» (Καστοριάδης 2000: 11-12), κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Κορνήλιου Καστοριάδη.
---------------------
Βιβλιογραφία

ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, Μ. (1994), Η Γένεση του Φιλελευθερισμού: Προβλήματα σύστασης του πολιτικού σε θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου. Thomas Hobbes-John Locke, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα ARENDT, H. (1958/1986), Η Ανθρώπινη Κατάσταση (Vita Activa), μτφρ.

Στ. Ροζάνη - Γερ. Λυκιαρδόπουλου, Αθήνα: Γνώση ΒΛΑΧΟΣ, Γ. (1977), Πολιτική: Γενική Εισαγωγή στην Έρευνα του Πολι­τικού Φαινομένου, τ. Α', Αθήνα

BOLLNOW, O. F. (1971/1986), Φιλοσοφική Παιδαγωγική, μτφρ. Μ. και Κ. Βαϊνά, Αθήνα: Γρηγόρη

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Θ. (2004), Το Φάντασμα της Πολιτικής: Προβλήματα της σύγ­χρονης πολιτικής φιλοσοφίας, Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλα ΓΕΜΤΟΣ, Π. (1995), Οι Κοινωνικές Επιστήμες: Μια Εισαγωγή, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γ. Δαρδανός

CRICK, B. (2002/2006), Δημοκρατία. Η εποχή μας σε 15 λέξεις, Μετά- φραση-Επιμέλεια: Γ. Στείρης, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. (1983), Μελετήματα Πολιτικής Φιλοσοφίας, έκδο­ση Δ', Αθήνα: Παπαζήση

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, Κ. (1986/1995), Χώροι του Ανθρώπου, μετάφραση από τα γαλλικά: Ζ. Σαρίκας, Αθήνα: Ύψιλον /Βιβλία ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, Κ. (1986/1999), Η αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η Σημασία της για Μας Σήμερα, Αθήνα: Ύψιλον /Βιβλία ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, Κ. (2000), Οι Ομιλίες στην Ελλάδα, δεύτερη έκδοση ανα­θεωρημένη, Αθήνα: Ύψιλον /Βιβλία

ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, Κ. (2001), Ανθρωπολογία - Πολιτική - Φιλοσοφία. Πέντε διαλέξεις στη Βόρειο Ελλάδα, Αθήνα: Ύψιλον /Βιβλία ΜΠΑΡΤΖΕΛΙΩΤΗΣ, Λ. (1997), Πόλις και Πολιτική Επιστήμη, Αθήνα: Τυ- πωθήτω-Γ. Δαρδανός

MINOGUE, K. (1995/2006), Πολιτική. Η εποχή μας σε 15 λέξεις. Μετά­φραση: Μ. Χατζόπουλος, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα PLESSNER, H. (1969/1983), „Homo adsconditus“, In: Plessner, Helmuth (1983), Gesammelte Schriften VIII: Conditio humana, Hrsg. von G. Dux, O. Marquard du E. Stroker unter Mitwirkung von R.W. Scmidt, A. Wetterer und M.-J. Zemlin, Frankfurt a.M.: Suhrkamp, S. 353-366

Αβάσταχτο, το κενό της ψευδαίσθησης

Μπορούμε να ζήσουμε με ασφάλεια, ηρεμία, σκοπό, ισορροπία, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, φαίνεται να χάνεται και να τρέφεται ακόμα με ψευδαισθήσεις;

Οι απαντήσεις είναι πάντα απλές, φτάνει να τολμούμε τις ερωτήσεις. Φτάνει να αναζητούμε πραγματικά. Γιατί οι περισσότεροι κάνουμε τις ερωτήσεις μόνο νοητικά, μόνο θεωρητικά, συμπληρώνοντας αυτόματα τις γνώριμες απαντήσεις που έχουμε συνηθίσει να δίνουμε. Ένα πρόγραμμα που επαναλαμβάνεται μέσα μας, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, εντελώς χωρίς τη δική μας συνειδητή βούληση.

Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό, όπως φοβούνται και το θάνατο και τη ζωή. Δεν αντέχουν να μην ξέρουν, να μην παρασύρονται από αυτά που οι αισθήσεις τους παρουσιάζουν. Αγνοούν πως οι αισθήσεις υπηρετούν το πρόγραμμα, πως δεν τους ανήκει πια τίποτα. Τίποτα δεν είναι πραγματικά δικό τους.

Είναι αδύνατον να αντιληφθεί οποιοσδήποτε το παιχνίδι που παίζεται κάτω από τη μύτη του, από τον ίδιο του το νου, αυτόματα, αυτόβουλα. Αναγκαστικά όμως, πρέπει να υποθέσει πως γνωρίζει τα παιχνίδια που παίζονται στην κοινωνία, από άλλους, από «το σύστημα» γιατί διαφορετικά μένει ακάλυπτος, παραμένει ανασφαλής…ή έτσι πιστεύει.

Οπότε, συμπληρώνει τα εσωτερικά κενά με θεωρίες συνομωσιολογίας που δεν καταλαβαίνει και πολύ, όμως υιοθετεί. Ξεκινά και διεξάγει άπειρους πολέμους, επαναστάσεις, αλλαγές, όλα βασισμένα στις «καλύτερες προθέσεις» για έναν «καλύτερο κόσμο», που θεωρεί πως επιχειρεί.

Ακόμα κι αν σταματήσει για λίγο για να αναρωτηθεί, γιατί δεν δουλεύουν οι αλλαγές, γιατί δεν έχουν αποτέλεσμα οι επαναστάσεις, γιατί δεν επικρατεί το «καλό», το «ωφέλιμο», το «σωστό», συμπληρώνει άμεσα, ακαριαία το εσωτερικό κενό, με γνώριμα, αποδεκτά συμπεράσματα:

Οι άλλοι δεν θέλουν/δεν προσπαθούν αρκετά.

Το σύστημα δεν το επιτρέπει.

Οι δυνατοί/οι ελίτ/οι κακοί μας πολεμούν.

Θέλει πολύ χρόνο να επικρατήσει κάτι καλό.

Εγώ θα είμαι ο μάρτυρας που φυτεύει το σπόρο.

Κάποια μέρα θα γίνει.

Χρειάζονται περισσότεροι για να γίνει η ανατροπή.

Και μετά επιστρέφει στη γωνίτσα του, θεωρώντας αλαζονικά πως αυτός διαφέρει από «τους υπόλοιπους» που δεν έχουν πάρει μυρωδιά τι πραγματικά συμβαίνει. Διαφορετικά, δημιουργεί μια ομάδα, στην οποία κλείνεται, εκφράζεται, ανήκει, για να αισθάνεται ασφάλεια με τους ομοίους του. Οποιαδήποτε ερώτηση, αμφισβήτηση, διαφωνία έρθει «απ’ έξω» είτε την αγνοεί, δείχνοντας «ανωτερότητα», ενώ ουσιαστικά δεν μπορεί να την απαντήσει, είτε απαντάει με λόγια άλλων και παραπομπές, που θεωρεί δικά του.

Όμως, η φθορά και το γκρέμισμα συνεχίζονται, άσχετα αν κάποιοι (πολλοί) θέλουν να ζουν τα δικά τους παραμύθια. Αθέατο, αδυσώπητο, κατακλυσμιαίο, όμως σε τέτοια «αργή κίνηση» λόγω της πυκνότητας της ενέργειας, που δεν γίνεται αντιληπτό.

Οι υπεκφυγές εξακολουθούν να είναι όσες και οι άνθρωποι. Πού να τις εντοπίσεις; Ειδικά αν θέλεις να τις αγνοείς.

Σε κάθε κατακλυσμιαίο γκρέμισμα, ακμάζουν ταυτόχρονα, άπειρες θεωρίες αναστύλωσης, διατήρησης του «ορθού», προσπάθειες δημιουργίας, που παγιδεύουν τους φοβικούς και παρασύρουν τους ευκολόπιστους. Είναι πάγια λειτουργία ανά τους αιώνες που έχουμε μάθει και εύκολα βασιζόμαστε σε αυτήν για να μας «λυτρώσει» από την άγνοιά μας. Έτσι καταφέρουν, εικονικά, να ξεχωρίζουν οι «καλοί» από τους «κακούς» σπρώχνοντας επικίνδυνα τις πολικότητες σε σύγκρουση.

Τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνεται. Δεν μπορεί κάποιος να σου τα φανερώσει. Πρέπει να μπορείς να τα δεις μόνος σου, εσύ με τον Εαυτό σου. Είναι βιωματική διαδικασία, που ο νους, η προσωπικότητα, η κοινωνία, το «σύστημα» δεν θα σε αφήσει να κάνεις. Πρέπει να το παλέψεις… όχι όπως έμαθες να παλεύεις. Γιατί, το σύστημα είσαι εσύ, εγώ, ο διπλανός σου. Κανείς, και τίποτ' άλλο!

Πρέπει να το θέλεις πάνω από όλα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και πρέπει να είσαι κάθε στιγμή αφοσιωμένος σε αυτό, να ξεμάθεις για να μάθεις, να απαλλαγείς από τα έτοιμα προγράμματα που διατηρείς, να εγκαταλείψεις τη γνώση που πιστεύεις πως έχεις. Κάθε φορά!

Διαφορετικά, ο δρόμος είναι ήδη στρωμένος. Θα ξυπνάς κάθε πρωί, νομίζοντας πως έχεις τη μέρα σου (και τη ζωή σου) στρωμένη μπροστά σου, κυνηγώντας τις άπειρες ψευδαισθήσεις σου και θα πέφτεις για ύπνο το βράδυ με άπειρα ερωτήματα που θα βιάζεσαι να απαντάς με τις υπάρχουσες ελκυστικές θεωρίες:

Πρόσεχε τη διατροφή σου

Να κάνεις το καλό όπου μπορείς

Κάνε οικονομία

Γυμνάσου

Επέλεξε εναλλακτικούς τρόπους ζωής

Καλλιέργησε την τροφή σου

Άλλαξε τη δουλειά σου

Φτιάξε κοινότητα με τους ομοίους σου.

Βρες τον/την ιδανικό σύντροφο.

Απομάκρυνε όσους δεν σε εμπνέουν, κλπ κλπ

Όμως, παρόλα αυτά, θα συνεχίζεις να πονάς, να ψάχνεις, να θυμώνεις (αν και το κρύβεις γιατί έχεις διαβάσει για το νόμο της έλξης)), να αισθάνεσαι ενοχή (την οποία θα προσπαθείς να ξεφορτωθείς, χωρίς να το εντοπίζεις όμως), να συναντάς τοίχους και αδιέξοδα, να αρρωσταίνεις, να συρρικνώνεσαι, να απομονώνεσαι… Και φυσικά να υποστηρίζεις ακόμα πιο σθεναρά τις απόψεις σου.

Γιατί φοβάσαι, τρέμεις, αυτόν τον κόσμο που φαίνεται να χάνεται και εσύ έχεις ταχθεί να αναστυλώσεις, να διατηρήσεις... ή να υπερβείς! Πώς όμως να παραιτηθείς απ' όλα όσα έμαθες, πιστεύεις και υποστηρίζεις; Πώς να υπάρξεις χωρίς την πανίσχυρη προσωπικότητα που φαίνεται να είναι το Παν και ονοματίζει τα πάντα, καταχωρώντας τα σε κουτάκια, που ούτε καν γνωρίζεις πως υπάρχουν ή πού;

Γιατί, η πραγματική δύναμη δεν επιβάλλεται, η αληθινή γνώση δεν πείθει, η εσωτερική ηρεμία δεν χρειάζεται οπαδούς, η ζωή δεν είναι παζάρια!

Είναι όλα αυτά «καταστροφολογία»; Και ναι και όχι. Ο εκπαιδευμένος σου νους σίγουρα θα τα απορρίψει, θα πάει παρακάτω, σε κάτι πιο «ελπιδοφόρο» που έχεις ακόμα ανάγκη να πιστεύεις και να διατηρείς. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει… γιατί η ελευθερία θέλει «αρετή και τόλμη» και δεν μπορεί να είναι για όλους. Σίγουρα δεν προσφέρεται η Γνώση «δωρεάν», με κρυφά ανταλλάγματα ή με δάνεια, όπως εκπαιδευτήκαμε να λαμβάνουμε τα πάντα στον "πολιτισμένο" κόσμο μας.

Τι προσφέρει ο Άλλος Δρόμος;

Το γκρέμισμα. Το τέλος των ψευδαισθήσεων.

Την αληθινή Γνώση που δεν υπάρχει σε πακεταρισμένα κουτάκια με όμορφες κορδέλες.

Την αμφισβήτηση του εικονικού κόσμου σου.

Το τσούξιμο των ματιών σου.

Το ξεβόλεμα.

Την ειλικρίνεια με το πραγματικό της νόημα.

Τη δημιουργική, αυθεντική σκέψη.

Τη μοναχικότητα.

Το άγνωστο.

Κάπου εδώ αποφασίζεις.... προσπερνάς ή ξαναδιαβάζεις. Έπειτα, αποφασίζεις ξανά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα ξεκάθαρο. Όμως εσύ θα δράσεις, σύμφωνα πάντα με τη Βούλησή Σου. Και αυτό είναι δίκαιο! Γιατί, έχεις παραπλανηθεί: η Γνώση αποκαλύπτεται ΜΕΤΑ το γκρέμισμα, η Αλήθεια φανερώνεται μετά το τέλος των ψευδαισθήσεων. Δεν παίρνεις τίποτα μαζί σου. Ξαναγεννιέσαι εκ νέου. Αναγκαστικά! Ή συνεχίζεις όλα όσα ήδη γνωρίζεις....εκεί υπάρχουν πολλοί να σου κάνουν παρέα...

Δράκοι στην Ελλάδα

Στην αρχαία Ελληνική μυθολογία υπήρχαν τέσσερις κατηγορίες (είδη) Δρακόντων: οι Δράκοντες ερπετά – οι θαλάσσιοι Δράκοντες (κήτη) – η Χίμαιρα (πύρινη ανάσα) και οι θηλυκοί Δράκοντες (Δράκαινες). Η λέξη δράκων προέρχεται από την αρχαία ελληνική δέρκομαι = βλέπω καθαρά. Το πρώτο είδος (Δράκοντες ερπετά) αφορά τόσο την αρχαία παράδοση όσο και τους θρύλους. Διευκρινίζεται ότι οι αρχαίοι με τον όρο «θρύλος» εννοούσαν τα πλάσματα που κατοικούσαν σε μακρινά σημεία της γης.

ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ ΕΡΠΕΤΑ

Ο πρώτος τύπος δρακόντων ήταν ουσιαστικά γιγαντιαία ερπετά που ενίοτε ήταν «εξοπλισμένα» με σειρές από αιχμηρά δόντια, θανατηφόρο δηλητήριο ή πολλά κεφάλια. Στην μυθολογία φρουρούσαν συνήθως ιερές πηγές, ιερούς τόπους, ή θησαυρούς. Αλήθεια γιατί στους Δράκους αρέσει το χρυσάφι και το φυλάνε, έχεις αναρωτηθεί;

ΚΟΧΛΙΚΟΣ ΔΡΑΚΩΝ

Προήρχετο από τον Τυφώνα και την Γαία ή την Έχιδνα και ήταν άγρυπνο γιγαντιαίο ερπετό που φρουρούσε το χρυσόμαλλο δέρας στο ιερό άλσος του Άρη στην Κολχίδα. Όταν ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες πήγαν να πάρουν το δέρας, το τέρας είτε σκοτώθηκε από τον Ιάσονα, είτε υπνωτίσθηκε από την μάγισσα Μήδεια. Σε μια άλλη εκδοχή της ιστορίας (η οποία απεικονίζεται μόνο σε ζωγραφική αμφορέων) ο Ιάσων πρώτα καταβροχθίσθηκε από το τέρας και μετά ξεράστηκε. Τα δόντια του δράκου συγκεντρώθηκαν από το βασιλιά Αιήτη για τις μαγικές τους ιδιότητες και ένας από τους άθλους που ανέθεσε στον Ιάσονα ήταν η σπορά των δοντιών χρησιμοποιώντας άροτρο που το έσυραν ταύροι με πύρινη αναπνοή. Από την σπορά «φύτρωσε» μια φυλή πολεμιστών οι Σπαρτοί. Συναφώς από τα δόντια του συγγενικού Ισμένιου δράκοντα της Θήβας, που είχαν σπαρθεί από τον Κάδμο, φύτρωσε μια παρόμοια πολεμική φυλή (Σπαρτοί).

Κυχρείδης δράκων: Γιός της Γαίας, ήταν τέρας που τρομοκρατούσε το νησί της Σαλαμίνας και εκδιώχθηκε από τον βασιλέα της Σαλαμίνας Κυχρέα (γιό του Ποσειδώνα και της Σαλαμίνας). Κατόπιν «μετακόμισε» στην Ελευσίνα όπου έκτοτε συντρόφευε την θεά Δήμητρα.

Δημήτριοι δράκοντες: Ιπτάμενοι δράκοντες που έσυραν το άρμα της θεάς Δήμητρας και τους οποίους έδωσε κατόπιν στον ήρωα Τριπτόλεμο προκειμένου να διαδώσει στον κόσμο την «γνώση της γεωργίας».

Γιγαντομάχιος δράκων: Γιός της Γαίας, ήταν γιγάντιο ερπετό το οποίο επιτέθηκε στην θεά Αθηνά κατά την Γιγαντομαχία. Η Αθηνά νίκησε το τέρας και το εκσφενδόνισε στον ουρανό δημιουργώντας τον αστερισμό του Δράκοντα. Σημειώνεται ότι ο αστερισμός συμπεριλαμβάνει και το τέρας που φύλασσε τα μήλα των Εσπερίδων.

Εσπέριος δράκων (Λάδων): Ο Λάδων ήταν γιός του Φόρκεως (Φόρκυς=θεός της θάλασσας) και της Κητούς, ή του Τυφώνα και της Έχιδνας. Ήταν εκατοντακέφαλο ερπετό το οποίο φύλασσε τα μήλα των Εσπερίδων και βασάνιζε τον Τιτάνα Άτλαντα ενώ αυτός κρατούσε τον ουρανό στους ώμους του. Το τέρας σκοτώθηκε από τον Ηρακλή και τοποθετήθηκε στον αστερισμό του Δράκοντα.

Λερναία Ύδρα: Προήρχετο από τον Τυφώνα και την Έχιδνα και ήταν γιγάντιο υδρόβιο ερπετό με εννέα κεφάλια, το οποίο ζούσε στους βάλτους της Λέρνας. Ο Ηρακλής στα πλαίσια των δώδεκα άθλων εστάλη να το εξοντώσει, αλλά για κάθε κεφάλι που έκοβε φύτρωναν δύο στην θέση του. Έτσι με την βοήθεια του Ιόλαου μετά από κάθε αποκεφαλισμό καυτηρίαζε την πληγή, ώστε να αποφεύγεται η αναγέννηση των κεφαλών. Κατά την διάρκεια του άθλου εξόντωσε επίσης και ένα καβούρι το οποίο προκειμένου να βοηθήσει την Λερναία Ύδρα, κατά την διάρκεια της μάχης του δάγκωνε την φτέρνα. Τόσο ο δράκων όσο και το καβούρι τοποθετήθηκαν από την Ήρα στους αστερισμούς δημιουργώντας την Ύδρα και τον Καρκίνο.

Ισμένιος δράκων (ή Αιώνιος): Γιός του Άρη, ήταν γιγάντιο ερπετό το οποίο φύλασσε την πηγή του Ισμένου στην Θήβα. Όταν ο Κάδμος πήγε στην πηγή για να υδροδοτήσει την νεοϊδρυθείσα Θήβα, σκότωσε τον δράκοντα χρησιμοποιώντας μία πέτρα. Η θεά Αθηνά συνέστησε στον Κάδμο να σπείρει τα δόντια του δράκοντα προκειμένου να φυτρώσουν πολεμιστές (Σπαρτοί) εκ των οποίων οι πέντε έγιναν και οι πρώτοι άρχοντες των Θηβών. Ο πατέρας του δράκοντα Άρης, αργότερα εκδικήθηκε τον θάνατο του μεταμορφώνοντας τον Κάδμο και την γυναίκα του Αρμονία σε ερπετά.

Μαιόνιος δράκων: Γιός της Γαίας, ερπετό το οποίο τρομοκρατούσε το ανατολικό βασίλειο της Λυδίας (Μαιονία). Κατά μία εκδοχή (Υγίνος «Αστρονομικά») σκοτώθηκε από τον Ηρακλή όταν ήταν στην υπηρεσία της βασίλισσας Ομφάλης και κατ’ άλλη (Νόννος «Διονυσιακά») σκοτώθηκε από τον Λυδό γίγαντα Δάμαση (εκ του δαμάζω).

ΜΗΔΕΙΟΙ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ

Φτερωτοί δράκοντες (Μήδειοι): Γεννημένοι από το αίμα των Τιτάνων, ήσαν δύο φτερωτοί ερπετοειδείς δράκοντες οι οποίοι έσυραν το άρμα της μάγισσας Μήδειας. Τους χρησιμοποίησε προκειμένου να διαφύγει από την Κόρινθο μετά την δολοφονία της κόρης του βασιλέα Κρέοντα Γλαύκης και των δύο παιδιών της… Φέρητα και Μέρμερο, ως εκδίκηση επειδή είχε μνηστευθεί τον Ιάσονα.

Δράκων της Νεμέας: Γιός της Γαίας, ήταν γιγάντιος δράκων (ή ερπετό) που φύλασσε το άλσος του Δία στην Νεμέα. Όταν ο Οφέλτης (νεογνό… γιός του βασιλέα της Νεμέας Λυκούργου) αφέθηκε στο γρασίδι από την Υψιπύλη η οποία ήταν τροφός του, ενώ αυτή οδηγούσε τον στρατό των «Επτά επί Θήβαις» σε μία γειτονική πηγή, ο δράκοντας κατασπάραξε το νεογνό. Αργότερα καθιερώθηκαν τα Νέμεα (αγώνες) προς τιμήν του βρέφους και του Διός.

Οφιογενεικός Δράκων: Πιθανώς γιός της Γαίας, ήταν ερπετό της βόρειο ανατολικής Μυσίας το οποίο ζευγάρωσε με μια κοπέλα ονόματι Χαλία ενώ αυτή επισκεπτόταν το ιερό αλσύλιο της θεάς Αρτέμιδος. Η Χαλία γέννησε έναν γιό τον οποίον ονόμασε Οφιογένη, οι απόγονοι του οποίου κατοίκησαν την περιοχή. Σύμφωνα με τον Κράτη Μαλλώτη (αρχαίο στωικό φιλόσοφο, κατασκευαστή της υδρογείου σφαίρας) και τον Μάρκο Τερέντιο Βάρρωνα (Ρωμαίο πολιτικό και συγγραφέα) στην περιοχή Πάριον του Ελλησπόντου υπήρχε μια φυλή η οποία ονομαζόταν Οφιογενείς και η οποία είχε την ικανότητα να θεραπεύει κάθε δηλητηριώδες δάγκωμα ερπετού μόνο με το άγγιγμά τους.

Πιτάνιος Δράκων: Πιθανώς γιός της γαίας, ήταν ερπετό της Πιτάνης στην Αιολία της Μικράς Ασίας το οποίο μεταμορφώθηκε σε πέτρα από τους θεούς.

Πύθων: Γιγάντιο ερπετό το οποίο είχε ορισθεί από την μητέρα του Γαία να φυλάσσει το μαντείο των Δελφών. Υπάρχει επίσης η εκδοχή να γεννήθηκε από την λάσπη που έμεινε μετά τον μεγάλο κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Όταν ο Απόλλων διεκδίκησε το μαντείο σκότωσε τον Πύθωνα με τα βέλη του. Έκτοτε η ιέρεια και οι τελετές ονομάσθηκαν Πυθία και Πύθεια αντίστοιχα, από το νεκρό και σάπιο σώμα του τέρατος (πύθειν=σαπίζει). Σύμφωνα με ορισμένους ο Απόλλων σκότωσε το τέρας προκειμένου να εκδικηθεί για την μητέρα του Λητώ, η οποία κυνηγήθηκε ανελέητα από τον Πύθωνα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Ο Πύθων περιγράφεται άλλοτε ως θηλυκός και άλλοτε ως αρσενικός δράκων και ενίοτε αναφέρεται ότι προήλθε από την Έχιδνα.

Ρόδιοι Δράκοντες: Πιθανώς γιοί της γαίας, ήσαν γιγάντια ερπετά τα οποία καταδυνάστευαν το νησί της Ρόδου. Σκοτώθηκαν από τον ήρωα Φόρβα τον οποίον ο Απόλλων αργότερα τοποθέτησε στον αστερισμό του Οφιούχου.

Θεσπιακός Δράκων: Πιθανώς γιός της γαίας, ήταν τεράστιο ερπετό το οποίο ελυμαίνετο τις Θεσπιές στην Βοιωτία. Σκοτώθηκε από τον ήρωα Μενέστρατο, ο οποίος θυσίασε τον εαυτό του.

Τρωικοί Δράκοντες: Γιοί του Τυφώνα, ήσαν δύο γιγάντια ερπετά (ή θαλάσσια τέρατα) τα οποία ανέδυσε η θεά Αθηνά, ή ο Ποσειδών από τους βυθούς προκειμένου να εξοντώσουν τον μάντη Λαοκόοντα ο οποίος ήθελε να προειδοποιήσει τους Τρώες ότι ο Δούρειος Ίππος ήταν παγίδα.

ΘΡΥΛΙΚΟΙ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ

Αιθιοπικοί Δράκοντες: Ήταν «ράτσα» τεράστιων ερπετοειδών η οποία ζούσε στην Αιθιοπία.

Ινδικοί Δράκοντες: Ήταν γιγάντιοι δράκοντες – ερπετά οι οποίοι κυνηγούσαν τους ελέφαντες στην Ινδία.

Φρύγιοι Δράκοντες: Τεράστιοι δράκοντες που κατοικούσαν στα ορεινά της Φρυγίας. Κατά την διάρκεια της ημέρας στεκόντουσαν όρθιοι στην ουρά τους και προσέλκυαν πτηνά με την μαγική τους αναπνοή. Κατά την διάρκεια της νύχτας παραμόνευαν τους βοσκούς που επέστρεφαν από τους λόφους και τους κατασπάραζαν μαζί με τα κοπάδια τους.

ΘΑΛΛΑΣΙΟΙ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ (ΚΗΤΗ)

Η δεύτερη κατηγορία δρακόντων ήταν τα κήτη ή θαλάσσια τέρατα.

Κήτη: Προήρχοντο πιθανώς από τον Φόρκυ και την Κητώ. Τα δύο πιο γνωστά ήταν το κήτος που σκότωσε ο Περσεύς στην Αιθιοπία και το κήτος που σκότωσε ο Ηρακλής στην Τροία. Τα κήτη συνήθως εμφανίζονται ως θαλάσσια ερπετά με κοφτερά δόντια. Οι Νηρηίδες εμφανίζονται πολλές φορές να ιππεύουν τέτοιου είδους πλάσματα.

Αιθιόπειο κήτος: Πιθανώς προήρχετο από τον Φόρκυ και την Κητώ. Ήταν θαλάσσιος δράκων ο οποίος εστάλη από τον Ποσειδώνα για να λεηλατήσει την περιοχή της Αιθιοπίας, ως τιμωρία για τον υβριστικό ισχυρισμό της βασίλισσας Κασσιόπης ότι η κόρη της Ανδρομέδα ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Προκειμένου να κατευνάσει την οργή του δράκοντα η Ανδρομέδα αλυσοδέθηκε σε βράχο προσφερόμενη ως θυσία στο τέρας. Εκείνη την στιγμή ο Περσέας πετούσε (με τα φτερωτά σανδάλια του Ερμή) επιστρέφοντας στην Ελλάδα με το κεφάλι της Μέδουσας.

Παρατήρησε την Ανδρομέδα, κατέβηκε και σκότωσε το τέρας, ελευθερώνοντας την νεαρή κοπέλα με σκοπό να την νυμφευθεί. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι μεταμόρφωσε το τέρας σε πέτρα, την οποία σήμερα αντιπροσωπεύει βράχος ο οποίος βρίσκεται πλησίον της πόλης Joppa του Λιβάνου. Το κήτος μαζί με τον Περσέα, την Ανδρομέδα και τους γονείς της Κηφέα και Κασσιόπη, αντιπροσωπεύουν σήμερα αντίστοιχους αστερισμούς.

Τρωικό κήτος: Προήρχετο από τον Φόρκυ. Ήταν θαλάσσιος δράκων ο οποίος εστάλη από τον Ποσειδώνα για να τρομοκρατήσει την πόλη της Τροίας, ως τιμωρία για την άρνηση του βασιλέα Λαομέδοντα να πληρώσει για την οικοδόμηση των τειχών της πόλης. Μία μάντις προέβλεψε ότι ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί η πόλη από το τέρας ήταν να θυσιαστεί η κόρη του βασιλέα. Ο Λαομέδων το έπραξε, δένοντας την κόρη του Ησιόνη στους βράχους, η οποία τελικά σώθηκε από τον Ηρακλή, που εξολόθρευσε το κήτος είτε με αγκίστρι, είτε τοξεύοντας με βέλη. Υπάρχει η πιθανότητα ταύτισης του κήτους με τον ομώνυμο αστερισμό (Κήτος).

Ινδικά κήτη: Ήσαν πολυμορφικά θάλασσια τέρατα του Ινδικού Ωκεανού. Είχαν εμπρόσθια όψη από χερσαία ζώα, όπως λέοντες, κριούς και λύκους και ελικοειδείς ουρές ψαριών. Τα κήτη ήταν στενά συνδεδεμένα με τα φυτοφάγα Ιππόκαμποι (πλάσματα που ήσαν μισό – ψάρι, μισό – άλογο). Επίσης περιελάμβαναν μια φυλή γοργόνων (πλάσματα με κεφάλι γυναίκας, ουρά ψαριού και αιχμηρά αγκάθια αντί για μαλλιά).

Σκολόπενδρα: Ήταν τεράστιο πολύποδο θαλάσσιο τέρας με τριχωτά ρουθούνια, σώμα καραβίδας και ουρά.

Χίμαιρα

Η τρίτη κατηγορία δρακόντων ήταν η Χίμαιρα, η οποία είχε πύρινη ανάσα και υβριδικό σώμα αποτελούμενο από στοιχεία λέοντα – ερπετού και αίγας (κατσίκας). Η Χίμαιρα προήρχετο από τον Τυφώνα και την Έχιδνα και τρομοκρατούσε την περιοχή της Φρυγίας στην Ανατολία (κατ’ άλλους ως κατοικία αναφέρονται η Λυκία, η Κόρινθος, η Ινδία και η Σικυώνα). Ήταν πολύμορφο τέρας, με σώμα και κεφαλή λέοντα στο πίσω μέρος της οποίας φύτρωνε κεφάλι κατσίκας. Είχε επίσης μαστούς κατσίκας και ουρά ερπετού.

Τον δράκοντα εστάλη να σκοτώσει ο Βελλερεφόντης ιππεύοντας το ιπτάμενο άλογο Πήγασο, κατόπιν εντολής του βασιλέα της Λυκίας Ιοβάτη. Ο ήρωας σκότωσε το τέρας εκσφενδονίζοντας μολύβι στο φλεγόμενο λαιμό της με αποτέλεσμα να προκαλέσει ασφυξία. Απόγονοι της Χίμαιρας από την συνεύρεσή της με τον Όρθο (σκύλος με δύο κεφάλια απόγονος του Τυφώνα και της Έχιδνας) ήταν ο λέων της Νεμέας και η Σφίγγα. Η Χίμαιρα ταυτίζεται με τον αστερισμό του Αιγόκερου.

ΔΡΑΚΑΙΝΕΣ

Η τέταρτη κατηγορία δρακόντων ήταν οι Δράκαινες ή θηλυκοί δράκοντες, πλάσματα με το κυρίως σώμα προερχόμενο από κάποια όμορφη νύμφη και το υπόλοιπο από δράκοντα ή θαλάσσιο τέρας. Η Έχιδνα και η Κητώ, υπήρξαν οι «μητέρες» των περισσοτέρων δρακόντων.

Κάμπη: Προήρχετο από τον Τάρταρο και την Γαία και ήταν δράκαινα η οποία είχε ορισθεί από τον Κρόνο να φυλάσσει τους Εκατόγχειρες και Κύκλωπες όταν ήσαν φυλακισμένοι στα Τάρταρα. Ο Δίας την σκότωσε και ελευθέρωσε τους Γίγαντες προκειμένου να τον βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον των Τιτάνων. Η Κάμπη ήταν υβριδικό πλάσμα, το οποίο από την μέση και πάνω είχε σώμα γυναίκας με μαλλιά από ερπετά. Κάτω είχε σώμα φολιδωτού δράκοντα με χίλιες οχιές για πόδια και από τη μέση της φύτρωναν πενήντα κεφάλια από άγρια ζώα όπως λέοντες – αρκούδες κ.λ.π. Διέθετε μαύρα φτερά στους ώμους και πάνω από το κεφάλι της υπήρχε ουρά σκορπιού. Ορισμένοι ταυτίζουν την Κάμπη με την Έχιδνα.

Κητώ: Προήρχετο από τον Πόντο και την Γαία και ήταν θαλάσσια θεότητα η οποία συμβόλιζε τους κινδύνους της θάλασσας. Συγκεκριμένα ήταν θεά των φαλαινών, των καρχαριών και των θαλασσίων τεράτων. Συνευρέθηκε με τον αδελφό της Φόρκυ (επίσης θαλάσσιο θεό) και από την ένωση προήλθε μια γενιά τεράτων που ονομάζονταν Φόρκυδες και ήσαν: η Έχιδνα, η Σκύλλα, ο Λάδων, η Γραία και οι Γοργόνες. Άλλες ονομασίες της Κητούς ήσαν: Κράταιις, Λάμια, Τρίενος. Η ονομασία Κράταιις είχε δοθεί και στην Εκάτη (θεότητα της οποίας η ισχύς επεκτάθηκε πέρα από τα θαλάσσια όρια). Υπήρχε επίσης και ποταμός με την ονομασία Κράταιις στην περιοχή Brutti, στα στενά της Μεσσήνης στην Ιταλία.

Έχιδνα: Προήρχετο από τον Φόρκυ και την Κητώ (Ησίοδος «Θεογονία») ή από τον Τάρταρο και την Γαία (Απολλόδωρος) και ήταν δράκαινα με κεφαλή και στήθος γυναίκας. Ίσως να εκπροσωπούσε τις φθορές της γης, όπως: σήψη, λάσπη, βάλτους, ασθένειες κ.λ.π. Συχνά εξομοιώνεται με τον Πύθωνα (αναφέρθηκε στην κατηγορία των δρακόντων). Ορισμένοι την αποκαλούν Ταρτάρια μύραινα (είδος ψαριού) και την συσχετίζουν με τα σκοτεινά, βαλτώδη Τάρταρα στα έγκατα της γης. Ο Ησίοδος την εμφανίζει ως κόρη τερατόμορφου θαλάσσιου θεού. Σε όλες τις περιπτώσεις παρουσιάζεται ως σύντροφος του Τυφώνα (δαίμονας των θυελλωδών ανέμων) και μαζί γέννησαν μια σειρά τεράτων τα οποία τρομοκράτησαν την γη. Άλλες συγγενικές δράκαινες υπήρξαν η Αργεία Έχιδνα, η Αργεία Ποινή, η Ταρταρική Κάμπη και η Φωκική Σύβαρις.

Αργεία Έχιδνα: Προήρχετο από τον Πείρανθο (γιός του βασιλέα Άργου) και της Στίγγας (Επιμενίδης – Παυσανίας) ή του Τάρταρου και της Γαίας (Απολλόδωρος). Με την Αργεία Έχιδνα ορισμένες φορές ταυτίζεται η Έχιδνα των Αριμασπών (θρυλικός λαός της βόρειας Φρυγίας οι οποίοι έσωσαν τους Αργοναύτες από τρικυμία)

Ποινή: Προήρχετο πιθανώς από τον Άδη (Στάτιος «Θηβαίδα»). Είχε παρόμοια εμφάνιση με την Έχιδνα και στάλθηκε από τον θεό Απόλλωνα να τιμωρήσει το Άργος για τον άδικο χαμό του γιού του Λίνου (γιός του Απόλλωνα και της Ψαμάθης κόρης του βασιλέα του Άργους Κροτώπου η οποία φοβούμενη τον πατέρα της έδωσε τον Λίνο σε βοσκούς για να τον αναθρέψουν, με αποτέλεσμα όταν ενηλικιώθηκε να χάσει την ζωή του από τσοπανόσκυλα). Η Ποινή τρομοκρατούσε το Άργος αρπάζοντας τα παιδιά από τις μητέρες και τελικά σκοτώθηκε από τον Κόροιβο (ήρωα του Άργους). Έχει πολλές ομοιότητες με τον θηλυκό δαίμονα Λάμια.

Σκύθεια Δράκαινα: Η πρώτη αρχόντισσα της Σκυθίας. Ήταν μισή γυναίκα και μισή ερπετό και όταν ο Ηρακλής επισκέφθηκε το βασίλειό της κατά τη διάρκεια του άθλου του με το κοπάδι του Γηρυόνη, αυτή έκλεψε ορισμένα βόδια και ζητούσε από τον Ηρακλή να ζευγαρώσει μαζί της προκειμένου να τα επιστρέψει.

Σκύλλα: Προήρχετο από τον Φόρκυ και την Κητώ και κατοικούσε στον Βόσπορο. Είχε έξι λαιμούς τα κεφάλια της διέθεταν τρείς σειρές σιαγόνες έκαστο είχε επίσης ουρά γάτας και από σώμα της φύτρωναν τέσσερα κεφάλια σκύλων. Η Σκύλλα βρισκόταν απέναντι από την Χάρυβδη (η πρώτη στην Ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου και η δεύτερη στην ασιατική ακτή) και ταλαιπωρούσαν τους ναυτικούς. Η Σκύλλα άρπαζε τους ναυτικούς από τα πλοία και η Χάρυβδις δημιουργούσε δίνες. Η φωνή της έμοιαζε με ουρλιαχτό σκύλου (εξ’ ου και το όνομά της).

Ορισμένοι τοποθετούν τα δύο τέρατα στα στενά της Μεσσήνης στην Ιταλία και ιστορικοί της κλασσικής εποχής (Maurus Servius Honoratus) ισχυρίζονται ότι η Σκύλλα ήταν πανέμορφη Ναϊάδα την οποία ερωτεύθηκε ο Ποσειδών ή ο Γλαύκος, αλλά η Αμφιτρίτη ή η Κίρκη αντίστοιχα την μεταμόρφωσε σε τέρας, δηλητηριάζοντας το νερό στο οποίο έκανε μπάνιο. Την Σκύλλα σκότωσε ο Ηρακλής σε ένα ταξίδι του αλλά ο Φόρκυς την ανέστησε τοποθετώντας φλεγόμενους πυρσούς στο σώμα της.

Σύβαρις: Δράκαινα η οποία στοίχειωνε τους Δελφούς κατασπαράζοντας βοσκούς και διερχόμενους ταξιδιώτες. Σκοτώθηκε από τον ήρωα Ευρύβαρο (γιός του Εύφημου και απόγονος του θεού των ποταμών Αξιού) ο οποίος την κατακρήμνισε.

Δάγων: Ο θεός Δαγών των Φιλισταίων έχει βαβυλωνιακή προέλευση, λατρευόταν όμως κυρίως στην περιοχή της σημερινής Συρίας. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι αποτελείται από συνένωση ανθρώπου και ψαριού, όπως φαίνεται στη διπλανή φωτογραφία, μια αρσενική γοργόνα δηλαδή. Οι Φιλισταίοι τον είχαν ως θαλάσσιο θεό, ενώ οι Βαβυλώνιοι ως ποτάμιο, αφού δύο ποτάμια οριοθετούν και χαρακτηρίζουν τη Μεσοποταμία.

Όμως θεότητα με ανάλογη σωματική κατασκευή είχαν και οι Έλληνες, τον Πρωτέα, ο οποίος κάποια εποχή θεωρείτο γιος του Ποσειδώνα, παρ’ ότι είναι παλαιότερος από το θεό της θάλασσας. Ο Πρωτέας προστάτευε τις φώκιες και άλλα θαλασσινά είδη (πιστεύω όλα) και παράλληλα ήταν και προφήτης – δύο σε ένα! Είναι προφανές ότι στην πορεία του χρόνου υπήρξαν ανταλλαγές και συγκρητισμοί μεταξύ Ανατολής (Βαβυλωνία, Περσία) και Δύσης (Ελλάδα, Μικρά Ασία).

Αυτό που έχει εδώ ενδιαφέρον είναι ότι η παπική τιάρα με τις δύο κορυφές προέρχεται ουσιαστικά από τη Μέση Ανατολή. Οι εικόνες ενός ιερέα του Δαγών/Πρωτέα με την ψαρούκλα στο κεφάλι και του πάπα με την τιάρα δεν φαίνεται να διαφέρουν πάρα πολύ – με τη σημαντική διαφορά, βέβαια, ότι οι παλαιοί ιερείς θα μύριζαν ψαρίλα! Αλλά, άμα είσαι πιστός και μαλάκας πρέπει να υπομένεις ότι σου λενε.

Αλήθεια ξέρεις ΠΟΙΟΣ ή καλύτερα ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΑΓΩΝ;

Τι προσκυνάς όταν σκύβεις με δουλοπρέπεια στις εκκλησίες – μαντριά που συχνάζεις; Τι προσκυνάς όταν με περισσή ηλιθιότητα δείχνεις σεβασμό και λατρεία στο πρόσωπο κάποιου Εβραίου Ιησού Γιαχβέ; Εχεις ιδέα πως είναι αυτό το πρόσωπο; Έχεις μήπως μελετήσει Ντα Βίντσι … μπα δεν νομίζω, άλλωστε αν παρ’ ελπίδα είχες μελετήσει πέρα από τις σαβούρες του Αβρααμισμού και τις δημιουργίες-σαβούρες του [χριστιανισμός, μουσουλμανισμός, ιουδαϊσμός] οι εκκλησίες τους δεν θα υπήρχαν, και σήμερα θα ήσουν ανθρώπινο πλάσμα κι όχι ανθρώπινο ζώο.

Με περισσή εγωπάθεια οι άνθρωποι, δεν αμφιβάλουν καθόλου για τίποτα και χωρίς σκέψη, αναφέρουν το ένα ή το άλλο απόφθεγμα, αφορισμό ή κείμενο, φιλοσοφική θέση ή θεωρία και το αποδίδουν με σιγουριά χωρίς σκέψη ή έστω αμφιβολία, στον ένα ή στον άλλο φιλόσοφο, ενώ δεν γνωρίζουν καν αν αυτός το είπε έτσι ή αλλιώς γιατί σαν πρόσωπο δεν είναι σίγουρο ό,τι υπήρξε και τα υποτιθέμενα λεγόμενα του είναι λόγια άλλων ανθρώπων, σκέψεις άλλων ανθρώπων – ποιος ξέρει αν είναι καν ανθρώπων- που απλώς επαναλαμβάνουν παπαγαλίζοντας κατά πως τους βολεύει, διαιωνίζοντας σωστά και λάθη, ανάκατα μέχρι σήμερα.

Σου είπαν ό,τι ο θεός είναι καλός και ο διάβολος είναι κακός κι ΕΣΥ το κατάπιες αμάσητο !!! Πως το ξέρεις πως είναι κακός και δεν είναι κι αυτός ένας δύστυχος σαν και σένα που παλεύει για να πληρώσει τις υποχρεώσεις του με γυναίκα παιδιά και συγγενολόια; Δεν σου λέω ό,τι είναι έτσι, απλά λέω ΠΩΣ ΞΕΡΕΙΣ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ; Αυτή η ιστορία είναι αρκούντως αστεία και ικανή να σου δώσει μια διαφορετική οπτική των θεμάτων που «πιστεύεις» και όχι, δεν ισχυρίζεται πως αυτή είναι η αλήθεια, σίγουρα όμως δεν ξέρουμε ποια είναι η αλήθεια. Άρα μπορούμε τουλάχιστον να διασκεδάζουμε με τους μπαμπούλες, τις φοβίες, τα ψέματα, τις «αλήθειες» και τις εικασίες μας.

Άντε και ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΣ


--------------------
Ο ΔΡΑΚΟΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Ελληνικά: Δράκων, Δράκος, Θράκος, Δράκοντας, Δράκαινα
Χαβανέζικα: Kelekona, (πληθ. Na Kelekona)

Ελντίλα: Θιουλίρ
Λατινικά: draco, dracon, draco, dragon, dragoon, serpent, serpens

Δρακονιανά: Khoth, (πληθ. Khothu)
Αραβικά: ah-teen (tah-neen), (Al)Tineen, (Al)Tananeen
Κινεζικά: lung/long, Liung (Hakka dialect)

Αφρικανικά: nrgwenya
Αφρικάν: Draak
Εσκιμωικά: Manchu
Αυστριακά: Drach`n, Lindwurm
Βουλγαρικά: drakon

Βουντού: Droca
Καταλανικά: drac
Σερβοκροάτικα: draga, zmaj, azdaja
Τσεχικά: Drak, Drαθek (Draaachek)
Δανέζικα: drage
Driigaran (μουσική γλώσσα): C4 G4 C5 D5 B5 C5
Διπλο-Ολλανδικά: dridi-gag-dridi-gen
Ολλανδικά: draak
Elven/Drow: Tagnik’zur
Ελβετικά: track, lintwürm

Λατινικά-Egg: Dreggageggon
Αγγλικά: dragon
Αγγλικά Μεσαιωνικά: dragun, dragoun
Αγγλικά Παλαιά: draca
Ενωχιανά: Vovin (Voh-een)
Esperanto: drako, dragono
Εσθονικά: draakon, lohe, lohemadu, tuuleuss, lendav madu
Βασκικά-Εuskera: Erensuge

Faeroese: eitt dreki, eitt flogdreki, ein fraenarormur
Φινλανδικά: lohikäärme, draakki, dragoni
Witch tongue: Katash wei’ vorki (kah-TASH whey VOR-key)
Flambian: kazyeeqen (kazyee-aqen, fire lizard)
Flemmish: Draeke
Γαλλικά: dragon,dragun, dargon
Gaelic: Arach
Γερμανικά: drache (πληθ. Drachen), Lindwurm, drake (πληθ. draken)
Εβραϊκά: drakon, (πληθ. drakonim), Tanniym
Ουγγρικά: sarkany
Ισλανδικά: dreki

Ινδονησιακά: Naga
Περσικά: Ejdeha
Ισλάμ: th’uban, tinnin
Ιταλικά: drago, dragone, volante, dragonessa
Ιαπωνικά: ryu, tatsu
Jibberish: gidadraggidaen (“gid-a-drag-gid-ah-en”)
Klingon (Star-Trek): lung’a’ puv (loong-AH poov, Flying Great Lizard)
Κορεατικά: yong

Λουξεμβουργιανά: Draach
Middle Earth (Τόλκιν): Angulóce: generic, Ramalóce:
winged dragon, Urulóce: fire breath dragon
Μαλαισιανά: Naga
Μιλανέζικα-Ιταλικά: Dragh, Draguun,Dragoon
Νεοζηλανδικά (Maori): tarakona
Νορβηγικά: ormr, drage
Norsk: drake, dragonet, liten drake
Oppish: dropagoponop (drop-ag-op-an-op)
Ourainic Barb: Duxobum

Φιλιπινέζικα: dragon, Dragona
Pig-Latin: Agon-dray
Πολωνικά: smok
Πορτογαλικά: dragão
Quenya (Εlven): Loke, Ramaloke (winged), Lingwiloke (sea), Uruloke (fire)
Reinitian: Dralaghajh
Ρομ: draco
Ρουμανικά: Dragon, (πληθ. Dragoni), Zmeu (πληθ. Zmei), Dracul,
Ρωσικά: drakon
Σανσκριτικά: naga (τύπος ερπετάνθρωπου-δράκου)
Σερβικά: Zmaj, Azdaja

Σλοβενικά: Zmaj , Hidra
Ισπανικά: dragón, El Draque, Brujah
Σουηδικά: drake, lindorm
Σουηδικά Αρχαία: flugdrake, floghdraki
Τευτονικά: Drachδ
Tagalog: drakón
Ταϊλανδέζικα: mung-korn
Θιβετανικά: Brug (ή Drook)

Τουρκικά: ejderha
Ουκρανικά: drakon
Βιετναμέζικα: long , rng
Ουαλικά: Ddraig
Ζουλού: uzekamanzi

Η προσωκρατική Επιστημονική Επανάσταση

Μέχρι την προσωκρατική περίοδο οι άνθρωποι δέχονταν στωικά ότι προϋπήρχε ένα μυστικιστικό στοιχείο, μια «θεϊκή ύλη» η οποία γέννησε τους θεούς και αυτοί με την σειρά τους άσκησαν την καθοριστική, διαμορφωτική ενέργειά τους και έτσι προέκυψε το σύμπαν Εν αρχή λοιπόν υπήρχε ο μύθος σαν εκφραστής κάθε φαινομένου και κάθε μορφής μέσα στο Σύμπαν Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των αρχαίων Ελλήνων, όπου μέσω των ποιημάτων του ο μύστης Ορφέας συνθέτει για την αρχαιοελληνική θρησκεία την αρχή του κόσμου. Κατά τον Ορφέα λοιπόν υπάρχει το Χάος όπου βρίσκεται συμπυκνωμένο στο γιγαντιαίο κοσμικό αυγό. Όταν το κοσμικό αυγό άνοιξε στα δυο, διερράγη και από το πάνω μέρος του σχηματίστηκε ο Ουρανός, ενώ από το κάτω μέρος η Γη. Από το κεντρικό σπέρμα του αυγού πήρε τη μορφή ο Φάνης, ο φωτεινός, ο υπαρκτός, το Υπέρτατο Ον και φως, ο πρώτος των θεών, ο πρωτόγονος Έρωτας, η πνευματική και εντός της φύσης δύναμη που ωθεί σε ένωση και δημιουργία.

Στις Όρνιθες ο Αριστοφάνη διηγείται: «Ήταν το Χάος, η Νύχτα, το μαύρο Έρεβος και ο φαρδύς Τάρταρος. Δεν υπήρχε ούτε Γη ούτε Αέρας ούτε ουρανός. Στην αρχή μέσα στους απέραντους κόρφους του Ερέβους γέννησε η μαυροφτέρουγη Νύχτα δίχως αρσενική σπορά ένα αυγό. Από αυτό σαν πέρασε ο καιρός, βγήκε ο ποθητός Έρωτας με χρυσά φτερά στην πλάτη που έλαμπαν και γοργός σαν τον άνεμο. Αυτός έσμιξε στο σκοτάδι με το φτερωτό Χάος μέσα στον πλατύ Τάρταρο, κλώσησε το γένος μας και το έφερε στο φώς. Πρωτύτερα δεν υπήρχαν αθάνατοι, ώσπου ο Έρωτας συνένωσε τα πάντα. Και όπως ενώθηκαν το ένα με το άλλο, γεννήθηκε ο Ουρανός, ο Ωκεανός, η Γη και όλο το αθάνατο γένος των μακάριων θεών». Όμως οι μύθοι της δημιουργίας του κόσμου άρχισαν να χλομιάζουν τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία όπου αναπτύχθηκε μια νέα πολιτισμική αντίληψη. Γεννήθηκε' η ιδέα ενός σύμπαντος με εσωτερική τάξη και κανόνες στους οποίους η φύση υποτάσσεται. Πρωτεργάτης των ιδεών αυτών ήταν ο αστρονόμος και φιλόσοφος Θαλής ο Μιλήσιος.

Την εποχή εκείνη επικρατούσε η άποψη ότι τέσσερα ήταν τα στοιχεία που δομούσαν τον κόσμο μας, το ύδωρ, το πυρ, ο αήρ και ή γη. Όλα τα αντικείμενα στην φύση συνθέτονταν από αυτά και η μορφή τους καθοριζόταν από την αναλογία τους. Πρώτος λοιπόν ο Θαλής έρχεται να εισάγει την έννοια της «αρχής» του κόσμου, δηλαδή της γενεσιουργού αιτίας των πάντων' Σύμφωνα με την άποψη του μεγάλου φιλόσοφου, ο πολύμορφος κόσμος των φυσικών φαινομένων έχει ενότητα και προέρχεται από μόνο μια δημιουργική φυσική αρχή και αιτία, το νερό. Δεν θα μπορούσαμε παρά να χαρακτηρίσουμε την άποψη αυτή ριζοσπαστική και επαναστατική καθώς για πρώτη φορά στην κοσμογονία παραμερίζεται ο μύθος. Είναι πρώτη φορά που απομακρύνονται οι θεοί από τα ανθρώπινα δρώμενα. Έτσι λοιπόν όλα τα όντα στην φύση προέρχονται από το νερό μέσω των διαδικασιών της αραίωσης και της πύκνωσης. Οι διαδικασίες αυτές είναι τα αρχικά αίτια της κίνησης, αφού το αρχέγονο ύδωρ είναι ταυτόχρονα και η αρχή της κίνησης, που για τους προσωκρατικούς ήταν η αιτία της δημιουργίας της ζωής. Ο Θαλής πίστευε ότι όλο το σύμπαν ήταν υδάτινης προέλευσης και είχε σχήμα ημισφαιρικό. Το εσωτερικό του ήταν γεμάτο αέρα, ενώ την κοίλη επιφάνεια του αποτελούσε ο ουρανός. Στο επίπεδο της βάσης του θόλου βρίσκονταν ακίνητη η γη και επέπλεε στα συμπαντικά ύδατα.

Η διάνοια του Θαλή δεν σταματάει όμως μόνο εδώ. Ουσιαστικά είναι ο πρώτος που αντιμετωπίζει φιλοσοφικά την έννοια της ύλης και την ανάγει σε κάτι καθολικό από το οποίο δημιουργείται και απαρτίζεται όλο το σύμπαν. Στα μεταγενέστερα χρόνια η συμπαντική ουσία με την έννοια που περιέγραφε ο Θαλής θα πάρει την προσωνυμία «κοσμική» ύλη.

Όπως ήταν φυσικό η άποψη αυτή του Θαλή ήταν η απαρχή μιας σειράς κοσμοθεωριών που θα περιέγραφαν με φυσικό τρόπο την δημιουργία και την μορφολογία του κόσμου μας. Ο Αναξίμανδρος, μαθητής του Θαλή, είχε μια διαφορετική αντίληψη για τον κόσμο μας. Σύμφωνα με αυτή υπάρχει μια άχρονη, αναλλοίωτη κοσμική ουσία από την οποία όλα προέρχονται και σε αυτήν καταλήγουν. Κατά τον Αναξίμανδρο η αρχή αυτή ήταν το «άπειρο», το οποίο μεταμορφωνόταν στα τέσσερα στοιχειά που δημιουργούσαν το σύμπαν μας. Από τα τέσσερα αυτά στοιχεία σχηματίζονταν όλα τα όντα τα οποία μετά την φθορά τους θα επέστρεφαν στο άπειρο.

Έτσι λοιπόν το άπειρο αποτελούσε τη μήτρα του κόσμου. Η ζωή άρχισε με «σπέρμα γόνιμο» μέσα στο κοσμικό αυγό. Το σπέρμα γονιμοποιήθηκε με το αντίθετό του και αποσπάστηκε από το άπειρο. Στην συνέχεια η ανάπτυξή του έγινε μέσα σε μια πύρινη σφαίρα που περιείχε μια ψυχρή μάζα. Τότε διαχωρίστηκαν στον εξωτερικό πύρινο θόλο, στον οποίο περιλαμβάνονταν ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, και στον εσωτερικό κόσμο που περιείχε την θάλασσα και την ξηρά.

Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Αναξίμανδρος υποστήριζε ότι η Γη είναι σφαιροειδής: «Ο Αναξίμανδρος θεωρούσε ότι η Γη είναι τοποθετημένη στην μέση του Σύμπαντος, κατέχουσα το κέντρο του Κόσμου, και ότι είναι σφαιροειδής. Η Σελήνη δεν έχει δικό της φως είναι δηλαδή ετερόφωτο σώμα και φωτίζεται από το φως του Ήλιου. Αλλά και τούτος ο Ήλιος δεν είναι μικρότερος από την Γη και αποτελείται από καθάριο πυρ». Ακόμα, με την βασική του υπόθεση πως όλα ξεκινούν και ξανακαταλήγουν στο «άπειρο», ο Αναξίμανδρος δεχόταν ότι χιλιάδες κόσμοι γεννιούνται και πεθαίνουν, όπως και ο δικός μας που κάποτε θα καταστραφεί. Πίστευε δηλαδή ότι στο σύμπαν υπάρχουν άπειρα κοσμικά συστήματα, άπειροι Κόσμοι. Την άποψη του αυτή προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό και η σύγχρονη αστροφυσική.

Στην κοσμοθεωρία του Αναξίμανδρου εμπεριέχεται μια μορφή φυσικού νόμου. Ένα είδος κοσμικής δικαιοσύνης η οποία κρατάει σε ισορροπία τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Δεν ξεχωρίζει κάποιο από αυτά ως κυρίαρχο αλλά τα θεωρεί όλα ισάξια και ισότιμα διαφωνώντας έτσι με τον δάσκαλό του. Στην άποψη του αυτή μπορούμε να διακρίνουμε πως κρύβεται μια αίσθηση ηθικής η οποία πηγάζει από την επιθυμία του να μην διασαλέψει την σχέση δικαιοσύνης των τεσσάρων στοιχείων. Αν προσπαθήσουμε να προεκτείνουμε την κοσμοθεωρία του Αναξίμανδρου θα πρέπει να εντάξουμε και τον άνθρωπο μέσα σε αυτήν την ηθική σκοπιά. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος όντας κομμάτι αυτού του κόσμου θα πρέπει να βρει και αυτός την ισορροπία του μέσα σε αυτόν, προκειμένου να εναρμονιστεί με το όλο.

Ένα βελτιωμένο μοντέλο κοσμολογίας πρόσφερε ο μαθητής του Αναξίμανδρου, Αναξιμένης. Σύμφωνα με αυτό ο αχανής Αέρας, που θεωρούσε ως αρχή των πάντων, περιέχει αναρίθμητους Κόσμους. Στην φιλοσοφική άποψη του Αναξιμένη διαφαίνεται η ιδέα μιας ταυτόχρονης πολλαπλότητας Κόσμων σε αντίθεση με την άποψη του δασκάλου του περί διαδοχής των Κόσμων.

Άλλη μια προσφορά του Αναξιμένη στην σκέψη της ανθρωπότητας ήταν η εξής. Πρέσβευε ότι ο αέρας στην προκοσμική του μορφή είναι αόρατος και μη αισθητός δηλαδή χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, όμως γίνεται Αντιληπτός όταν μεταβληθεί η θερμοκρασία και η υγρασία του. Με το σκεπτικό αυτό εισάγει το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές. Η διαδικασία εξαγωγής του συμπεράσματος τον καθιστά εύλογα πρόδρομο της «λογικής σκέψης». Η έννοια της λογικής σκέψης και η δύναμη της ως επιστημονική αλήθεια θα υπάρξει τομέας σύγκρουσης μεταξύ δύο πανίσχυρων φιλοσοφικών ρευμάτων του 16ου-17ου αιώνα. Αναφέρομαι στον Ορθολογισμό και τον Θετικισμό που έμελλαν να παίξουν καθοριστικό ρόλο για την διαμόρφωση της αντίληψης του ανθρώπου περί της «αίσθησης» της πραγματικότητας.

Άλλη μια αντιπαράθεση που βρίσκει την αφετηρία της στου αρχαίους φιλοσόφους ήταν περί της σταθερότητας ή μη του σύμπαντος. Υποστηρικτής ενός μη σταθερού σύμπαντος ήταν ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος.

Η φιλοσοφική θεώρηση του συνοψίζεται στην μεταφυσική του φράση «πάντα ρει μηδέποτε κατά τ'αυτόν μένει», ή ότι «πάντα χωρεί και ουδέν μένει».

Με άλλα λόγια, για τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει καμία σταθερότητα, αλλά μόνο διαρκής ροή, μια αιώνια κίνηση. Υποστήριζε ότι οι αισθήσεις οδηγούν σε πλάνη αφού πείθουν για την σταθερότητα του «είναι», ενώ πίσω από τα φαινόμενα υπάρχει ως πραγματικότητα η αδιάκοπα μεταβαλλόμενη ουσία του αιώνιου πυρός. Αντίθετη άποψη όμως είχε ο Παρμενίδης ο οποίος πίστευε ότι η πλάνη των αισθήσεων αρχίζει από τη φαινομενική αλλαγή και την φθορά, ενώ πίσω από αυτές υπάρχει το αμετάβλητο «είναι».

Παρόλη την αντίθετη άποψη που είχαν οι δύο αυτοί φιλόσοφοι δεν πρέπει να παρακάμψουμε το σημείο στο οποίο συγκλίνουν. Και ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης δεν δέχονται τα δεδομένα των αισθήσεων ως έγκυρα και αληθινά. Αντίθετα, χαρακτηρίζουν τις αισθήσεις ως απατηλές που οδηγούν σε πλάνη. Στην ιδέα αυτή βασίζεται το φιλοσοφικό ρεύμα του Ορθολογισμού που θα ανθίσει τον 16ο-17ο αιώνα. Έτσι λοιπόν για άλλη μια φορά βρίσκουμε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους να φυτεύουν τους σπόρους που μετέπειτα θα διαμορφώσουν την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το 570 π.Χ. στην Κολοφώνα της Ιωνίας γεννήθηκε ο Ξενοφάνης και ως εκ τούτου προτού φύγει από την πατρίδα του είχε εξοικειωθεί με την Ιωνική φιλοσοφία,. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά του, όταν την κατέκτησαν οι Πέρσες και από τότε γύριζε ως ραψωδός από τόπο σε τόπο, ώσπου κατέληξε στην Ελέα της κάτω Ιταλίας, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί ο Ξενοφάνης ίδρυσε την πρώτη πραγματική σχολή φιλοσοφίας, την Ελεατική.

Ως ποιητής και ραψωδός καθώς και ως φιλόσοφος, ο Ξενοφάνης άσκησε αυστηρή κριτική στην θρησκεία και την ηθική της εποχής του και επεδίωξε να ελευθερώσει τους συνανθρώπους του από παλιές πλάνες και δεισιδαιμονίες δίνοντάς τους μια φιλοσοφική εικόνα περί κόσμου. Διέκρινε τον ανθρωπομορφισμό που διέπει τους θεούς και έλεγε: «Οι Αιθίοπες ζωγραφίζουν τους θεούς τους μαύρους και με πλατιά μύτη, οι Θράκες με γαλανά μάτια και κόκκινα μαλλιά. Αν τα βόδια, τα λιοντάρια ή τα άλογα είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα ζωγράφιζαν τις εικόνες των θεών τους όμοιες με ζώα».

Με την συγκριτική μέθοδο που εφαρμόζει στην ιστορία της θρησκείας ο Ξενοφάνης, προσπάθησε να αποδείξει την σχετικότητα της άποψης που έχουν οι άνθρωποι για τους θεούς τους'

Οι παραστάσεις αυτές δεν εγγίζουν καθόλου την απόλυτη και καθαρή έννοια που είχε ο Ξενοφάνης για το θεό. Η έννοια αυτή είναι ασυμβίβαστη με την ανθροπωμορφία, με την ανηθικότητα και με την γενεαλογία των θεών της λαϊκής θρησκείας. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο Ξενοφάνης ήταν ο πρώτος «ενίσας», δηλαδή ο πρώτος που έτεινε σε εποπτική αντίληψη των πραγμάτων, και παράλληλα ο πρώτος μεταφυσικός, ο οποίος αποκάλυψε την πλάνης της ανθρωπόμορφης παράστασης των θεών.

Στα ποιήματά του καταπολεμούσε τον θρησκευτικό μύθο και δίδασκε ότι ο θεός ήταν ένας, ασώματος, και ταυτόσημος προς μια ανώτερη κοσμική τάξη:. Με την άποψη αυτή ο Ξενοφάνης ξεχωρίζει τον θεό από τον κόσμο και έτσι αρνείται ότι οι θεοί ήταν αυτοί που δώρισαν τον κόσμο και τον πολιτισμό στους ανθρώπους. Αντίθετα πιστεύει ότι οι άνθρωποι με την έρευνα ανακαλύπτουν τα πάντα και βήμα-βήμα τα τελειοποιούν.

Ο τρόπος με τον οποίο σχηματίζει ο Ξενοφάνης την εικόνα του κόσμου είναι φυσιοκρατικός και ως προς αυτό ακολουθεί τα ίχνη του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένους. Την Γη την φαντάζεται στο κέντρο του κόσμου, απεριόριστη και ακίνητη καθώς έχει τις ρίζες τις στο άπειρο. Τον αέρα και την ατμόσφαιρα δε, τα φαντάζεται να εκτείνονται επ' άπειρο προς τα πάνω, γι' αυτό και δεν υπάρχει γι' αυτόν ουράνιος θόλος. Η ξηρά και η θάλασσα βρίσκονται σε αγώνα η μία με την άλλη. Από τα απολιθώματα συμπεραίνει ο φιλόσοφος, ότι εκεί που τώρα είναι ξηρά, θα ήταν πριν θάλασσα. Η θάλασσα υπερισχύει, κατ' αυτόν, περιοδικώς της ξηράς και το αποτέλεσμα είναι μια περιοδική καταστροφή και ανανέωση των μορφών της ζωής. Όλα προέρχονται από χώμα και ύδωρ και όλα επιστρέφουν στο χώμα. Ο Ξενοφάνης εξηγεί όλα τα φαινόμενα του ουρανού από το ύδωρ. Όλα τα άστρα, ακόμα και ο ήλιος, σχηματίστηκαν από εξατμίσεις. Κλείνοντας και συνοψίζοντας έτσι όπως τα φυσικά φαινόμενα, τα εξηγεί αιτιοκρατικά, όπως και την πρόοδο του πνεύματος την οποία ανάγει στην προσπάθεια του ανθρώπου. Ο πολιτισμός είναι έργο ανθρώπου και όχι δώρο θεού προς άνθρωπο! Η μεγάλη όμως φιλοσοφική μορφή της ελεατικής σχολής είναι ο Παρμενίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 515 π.Χ. στην Ελέα και υπήρξε μαθητής του Ξενοφάνη. Το έργο του φέρει και αυτό τον τίτλο «Περί φύσεως» και αποτελεί ένα φιλοσοφικό ποίημα, που καλύπτεται από θρησκευτική ατμόσφαιρα.

Η φιλοσοφική σκέψη του Παρμενίδη δεν είναι ριζωμένη μέσα στην φύση ούτε μέσα στην έννοια του θεού, αλλά μέσα στην έννοια της αλήθειας. Όταν ο Πλάτωνας αργότερα έθεσε το ερώτημα «τι εστίν επιστήμη», τι είναι γνώση, και το χαρακτήρισε θεμελιακό ερώτημα της φιλοσοφίας, μνημόνευσε ξεκάθαρα τον Παρμενίδη και τον θεώρησε τον μόνο ομόφρονά του απ' όλους τους προσωκρατικούς. Ο Πλάτωνας, στον διάλογό του «Θεαίτητος», χαρακτηρίζει τον Παρμενίδη ως πνεύμα με σπάνια και ευγενική βαθύτητα. Και αυτό γιατί αυτός ήταν που ανακάλυψε τον Κόσμο της Νόησης.

Η αλήθεια πηγάζει, κατά τον Παρμενίδη, από την καθαρή νόηση. Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στο φιλοσοφικό του ποίημα, η θεά της αλήθειας είναι εκείνη που εξαγγέλλει την έννοια ενός νέου φιλοσοφικού όρου που βάζει ο Παρμενίδης, του όρου «Είναι» που αντιπροσωπεύει αυτό που πραγματικά υπάρχει προαιώνια μέσα στο Σύμπαν αόρατο και έξω από τη δυνατότητα των ανθρώπινων αισθήσεων. Το «είναι» σε πολλές περιπτώσεις το ονομάζουμε και «Ον»

Το Είναι οφείλει να είναι μοναδικό ενιαίο και αδιάσπαστο και ταυτίζεται με την έννοια της συμπαντικής αλήθειας, γι' αυτό και η αλήθεια πρέπει να είναι μία. Ούτε το Είναι ούτε η αλήθεια είναι δυνατόν να υπάρχουν, μέσα στον υλικό και αισθητό κόσμο των άπειρων και ανεξάρτητων μεταξύ τους αντικειμένων και μορφών. Το αισθητό και υλικό Σύμπαν περιγράφεται από τον Παρμενίδη με την λέξη «γίγνεσθαι» που πολλές φορές εκφράζεται και με την έκφραση «Μη Ον». Το Είναι, για τον μεγάλο φιλόσοφο είναι πραγματικό αλλά μη αισθητό, ενώ το Γίγνεσθαι, μπορεί είναι αντιληπτό από τις ανθρώπινες αισθήσεις αλλά δεν είναι πραγματικό και αληθές.

Πως όμως ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τι από όσα συμβαίνουν, ή αντιλαμβανόμαστε γύρω μας είναι πραγματικό και αληθινό, και τι ψευδές και απατηλό; Δηλαδή είναι μια δημιουργία του «γίγνεσθαι»

Η απάντηση του Παρμενίδη είναι ότι η νόηση είναι αυτή που μπορεί να κρίνει τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει. Η Νόηση θα χωρίσει το Είναι από το Μη-Είναι, δηλαδή το ένα και αιώνιο από τα πολλά και φθαρτά.

Όταν μέσω της Νόηση καταφέρουμε να προσδιορίσουμε το «Είναι», τότε η εξελιγμένη αυτή νόηση ταυτίζεται με το Είναι την πρώτη αρχή του Σύμπαντος.

Με την προηγούμενη σκέψη ο Παρμενίδης έδωσε τον ορισμό αυτού που ονομάζουμε «Νόηση» ταυτίζοντάς την με την έννοια του Είναι.

Αυτό λοιπόν που κατηγορηματικά πρεσβεύει ο Παρμενίδης είναι ότι οι αισθήσεις μας, μας απατούν. Έτσι αφού το Είναι, η πραγματική αλήθεια του Σύμπαντος. ταυτίζεται με την έννοια της Νόησης μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο μέσω του Νου μας και όχι μέσω των ανθρώπινων αισθήσεών μας.

Έτσι οδηγείται στο συμπέρασμα ότι μόνο το Όν υπάρχει, ενώ το Μη-Όν δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι απλά λόγω της πλάνης των αισθήσεών τους το τοποθετούν δίπλα στο 'Ον. Για τον λόγο αυτό ο Παρμενίδης τόνιζε την αντίθεση μεταξύ επιστήμης της γνώσης και της αντίστοιχης υποκειμενικής και εμπειρικής ανθρώπινης γνώσης.

Με τις απόψεις αυτές του Παρμενίδη, αλλάζει καμπή η ελληνική φιλοσοφία. Από τον δρόμο της φυσικής και της θεολογίας βάζει τη φιλοσοφία στον δρόμο της λογικής και του καθαρού λόγου. Ο Παρμενίδης δεν είναι ούτε φιλόσοφος της επιστήμης, ούτε της θρησκείας. Η φιλοσοφία του ανοίγει απλα τον δρόμο του Λόγου.

Η αλήθεια είναι μια, άρα μία είναι και η συμπαντική πρωταρχική ουσία, δηλαδή το Είναι πρέπει να είναι ένα και να έχει απόλυτη ενότητα. Και όπως η αλήθεια δεν υπόκειται στην φθορά του χρόνου και δεν κατακερματίζεται στις γνώμες πολλών, έτσι και το Είναι δεν αλλάζει και δεν μοιράζεται σε πολλά είδη. Όπως και η αλήθεια δεν επιδέχεται αύξηση και μείωση, έτσι και το Είναι δεν δέχεται τους προσδιορισμούς που προέρχονται από τον αισθητό κόσμο.

Το δεύτερο μέρος του φιλοσοφικού ποιήματος του Παρμενίδη αφορά αποκλειστικά τον κόσμο του Γίγνεσθαι και όχι του Είναι, δηλαδή τον κόσμο της φύσης όπως τον εννοεί η Ιωνική φιλοσοφία. Λέει λοιπόν πριν ξεκινήσει αυτό το κομμάτι του ποιήματος: «Με αυτά εδώ σταματάω τον έγκυρο λόγο και την κατανόηση της αλήθειας. Από εδώ και πέρα μάθε τις ανθρώπινες πλάνες, ακούοντας την απατηλή γοητεία των στίχων μου».

Το δεύτερο μέρος του ποιήματός του έχει σαν σκοπό να αναγάγει τις γνώμες και τις ερμηνείες των άλλων φιλοσοφικών συστημάτων σε μία αρχή, την αντίθετη δηλαδή αρχή της αλήθειας, την πλάνη. Λέει συγκεκριμένα ο Παρμενίδης «Όλα πρέπει να τα μάθεις, της ολοστρόγγυλης αλήθειας την ατρόμητη καρδιά αλλά και τις πλάνες των ανθρώπων που δεν έχουν έγκυρη γνώμη». Είναι επομένως μία κριτική των προηγούμενων φιλοσοφικών συστημάτων. Σε όλα αυτά έβρισκε το ίδιο λάθος, την προσπάθεια να εξηγήσουν τον κόσμο με ένα δυισμό, με δύο αντίθετα, το Είναι και το Μη-Είναι. Το Μη-Είναι όπως είπαμε για τον Παρμενίδη ταυτίζεται με το Γίγνεσθαι και δεν υπάρχει.

Έτσι το δεύτερο μέρος του ποιήματός του, επειδή ξεσκεπάζει την πλάνη των άλλων ρευμάτων, αποτελεί την επικύρωση του πρώτου τμήματος.

Όπως γίνεται φανερό από όλα τα προηγούμενα οι Προσωκρατικοί θετικοί επιστήμονες ήταν εκείνοι που θεμελίωσαν την επιστημονική σκέψη, την Δημοκρατική κοινωνική δομή, αλλά και την πίστη σε μια πρώτη αρχή που οι μετέπειτα ονόμασαν Θεό. Με λίγα λόγια δημιούργησαν τις βάσεις αυτού που ονομάζουμε σήμερα Δυτικό πολιτισμό

Ο Ελληνικός αυτός πολιτισμός στηρίχθηκε πάνω σε δύο βασικές αλήθειες τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη έχει αποδείξει θεωρητικά αλλά και πειραματικά.

Οι αλήθειες αυτές είναι: Πρώτον. Ότι αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας είναι ψεύτικο και δεν μπορεί να είναι ο δρόμος της προσέγγισης της αλήθειας του Σύμπαντος

Δεύτερον: Τα πάντα μέσα στο Σύμπαν είναι Ένα και η διαίρεση που αντιλαμβανόμαστε είναι και αυτή μια πλάνη των αισθήσεων.

Μήπως αν αντιληφθούμε εκ νέου, με επιστημονικό και αποδεικτικό πλέον τρόπο, τις ξεχασμένες αυτές αλήθειες ξαναβρούμε το δρόμο προς ένα νέο Δυτικό πολιτισμό που τόσο έχουμε ανάγκη; Έναν πολιτισμό τον οποίο η Ελλάδα, ως μητέρα του, έχει την υποχρέωση να τον επαναφέρει στο δρόμο που οι προσωκρατικοί χάραξαν;