Σάββατο 16 Απριλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (21.200-21.283)

200 Ἦ ῥα, καὶ ἐκ κρημνοῖο ἐρύσσατο χάλκεον ἔγχος,
τὸν δὲ κατ᾽ αὐτόθι λεῖπεν, ἐπεὶ φίλον ἦτορ ἀπηύρα,
κείμενον ἐν ψαμάθοισι, δίαινε δέ μιν μέλαν ὕδωρ.
τὸν μὲν ἄρ᾽ ἐγχέλυές τε καὶ ἰχθύες ἀμφεπένοντο,
δημὸν ἐρεπτόμενοι ἐπινεφρίδιον κείροντες·
205 αὐτὰρ ὁ βῆ ῥ᾽ ἰέναι μετὰ Παίονας ἱπποκορυστάς,
οἵ ῥ᾽ ἔτι πὰρ ποταμὸν πεφοβήατο δινήεντα,
ὡς εἶδον τὸν ἄριστον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾽ ὕπο Πηλεΐδαο καὶ ἄορι ἶφι δαμέντα.
ἔνθ᾽ ἕλε Θερσίλοχόν τε Μύδωνά τε Ἀστύπυλόν τε
210 Μνῆσόν τε Θρασίον τε καὶ Αἴνιον ἠδ᾽ Ὀφελέστην·
καί νύ κ᾽ ἔτι πλέονας κτάνε Παίονας ὠκὺς Ἀχιλλεύς,
εἰ μὴ χωσάμενος προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης,
ἀνέρι εἰσάμενος, βαθέης δ᾽ ἐκ φθέγξατο δίνης·
«ὦ Ἀχιλεῦ, περὶ μὲν κρατέεις, περὶ δ᾽ αἴσυλα ῥέζεις
215 ἀνδρῶν· αἰεὶ γάρ τοι ἀμύνουσιν θεοὶ αὐτοί.
εἴ τοι Τρῶας ἔδωκε Κρόνου παῖς πάντας ὀλέσσαι,
ἐξ ἐμέθεν γ᾽ ἐλάσας πεδίον κάτα μέρμερα ῥέζε·
πλήθει γὰρ δή μοι νεκύων ἐρατεινὰ ῥέεθρα,
οὐδέ τί πῃ δύναμαι προχέειν ῥόον εἰς ἅλα δῖαν
220 στεινόμενος νεκύεσσι, σὺ δὲ κτείνεις ἀϊδήλως.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ καὶ ἔασον· ἄγη μ᾽ ἔχει, ὄρχαμε λαῶν.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
«ἔσται ταῦτα, Σκάμανδρε διοτρεφές, ὡς σὺ κελεύεις.
Τρῶας δ᾽ οὐ πρὶν λήξω ὑπερφιάλους ἐναρίζων,
225 πρὶν ἔλσαι κατὰ ἄστυ καὶ Ἕκτορι πειρηθῆναι
ἀντιβίην, ἤ κέν με δαμάσσεται, ἦ κεν ἐγὼ τόν.»
Ὣς εἰπὼν Τρώεσσιν ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος·
καὶ τότ᾽ Ἀπόλλωνα προσέφη ποταμὸς βαθυδίνης·
«ὢ πόποι, ἀργυρότοξε, Διὸς τέκος, οὐ σύ γε βουλὰς
230 εἰρύσαο Κρονίωνος, ὅ τοι μάλα πόλλ᾽ ἐπέτελλε
Τρωσὶ παρεστάμεναι καὶ ἀμύνειν, εἰς ὅ κεν ἔλθῃ
δείελος ὀψὲ δύων, σκιάσῃ δ᾽ ἐρίβωλον ἄρουραν.»
Ἦ, καὶ Ἀχιλλεὺς μὲν δουρικλυτὸς ἔνθορε μέσσῳ
κρημνοῦ ἀπαΐξας· ὁ δ᾽ ἐπέσσυτο οἴδματι θύων,
235 πάντα δ᾽ ὄρινε ῥέεθρα κυκώμενος, ὦσε δὲ νεκροὺς
πολλούς, οἵ ῥα κατ᾽ αὐτὸν ἅλις ἔσαν, οὓς κτάν᾽ Ἀχιλλεύς·
τοὺς ἔκβαλλε θύραζε, μεμυκὼς ἠΰτε ταῦρος,
χέρσονδε· ζωοὺς δὲ σάω κατὰ καλὰ ῥέεθρα,
κρύπτων ἐν δίνῃσι βαθείῃσιν μεγάλῃσι.
240 δεινὸν δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀχιλῆα κυκώμενον ἵστατο κῦμα,
ὤθει δ᾽ ἐν σάκεϊ πίπτων ῥόος· οὐδὲ πόδεσσιν
εἶχε στηρίξασθαι· ὁ δὲ πτελέην ἕλε χερσὶν
εὐφυέα μεγάλην· ἡ δ᾽ ἐκ ῥιζέων ἐριποῦσα
κρημνὸν ἅπαντα διῶσεν, ἐπέσχε δὲ καλὰ ῥέεθρα
245 ὄζοισιν πυκινοῖσι, γεφύρωσεν δέ μιν αὐτὸν
εἴσω πᾶσ᾽ ἐριποῦσ᾽· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἐκ δίνης ἀνορούσας
ἤϊξεν πεδίοιο ποσὶ κραιπνοῖσι πέτεσθαι,
δείσας· οὐδέ τ᾽ ἔληγε θεὸς μέγας, ὦρτο δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ
ἀκροκελαινιόων, ἵνα μιν παύσειε πόνοιο
250 δῖον Ἀχιλλῆα, Τρώεσσι δὲ λοιγὸν ἀλάλκοι.
Πηλεΐδης δ᾽ ἀπόρουσεν ὅσον τ᾽ ἐπὶ δουρὸς ἐρωή,
αἰετοῦ οἴματ᾽ ἔχων μέλανος, τοῦ θηρητῆρος,
ὅς θ᾽ ἅμα κάρτιστός τε καὶ ὤκιστος πετεηνῶν·
τῷ ἐϊκὼς ἤϊξεν, ἐπὶ στήθεσσι δὲ χαλκὸς
255 σμερδαλέον κονάβιζεν· ὕπαιθα δὲ τοῖο λιασθεὶς
φεῦγ᾽, ὁ δ᾽ ὄπισθε ῥέων ἕπετο μεγάλῳ ὀρυμαγδῷ.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ ὀχετηγὸς ἀπὸ κρήνης μελανύδρου
ἂμ φυτὰ καὶ κήπους ὕδατι ῥόον ἡγεμονεύῃ
χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων·
260 τοῦ μέν τε προρέοντος ὑπὸ ψηφῖδες ἅπασαι
ὀχλεῦνται· τὸ δέ τ᾽ ὦκα κατειβόμενον κελαρύζει
χώρῳ ἔνι προαλεῖ, φθάνει δέ τε καὶ τὸν ἄγοντα·
ὣς αἰεὶ Ἀχιλῆα κιχήσατο κῦμα ῥόοιο
καὶ λαιψηρὸν ἐόντα· θεοὶ δέ τε φέρτεροι ἀνδρῶν.
265 ὁσσάκι δ᾽ ὁρμήσειε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
στῆναι ἐναντίβιον καὶ γνώμεναι εἴ μιν ἅπαντες
ἀθάνατοι φοβέουσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι,
τοσσάκι μιν μέγα κῦμα διιπετέος ποταμοῖο
πλάζ᾽ ὤμους καθύπερθεν· ὁ δ᾽ ὑψόσε ποσσὶν ἐπήδα
270 θυμῷ ἀνιάζων· ποταμὸς δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἐδάμνα
λάβρος ὕπαιθα ῥέων, κονίην δ᾽ ὑπέρεπτε ποδοῖιν.
Πηλεΐδης δ᾽ ᾤμωξεν ἰδὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν·
«Ζεῦ πάτερ, ὡς οὔ τίς με θεῶν ἐλεεινὸν ὑπέστη
ἐκ ποταμοῖο σαῶσαι· ἔπειτα δὲ καί τι πάθοιμι.
275 ἄλλος δ᾽ οὔ τίς μοι τόσον αἴτιος Οὐρανιώνων,
ἀλλὰ φίλη μήτηρ, ἥ με ψεύδεσσιν ἔθελγεν·
ἥ μ᾽ ἔφατο Τρώων ὑπὸ τείχεϊ θωρηκτάων
λαιψηροῖς ὀλέεσθαι Ἀπόλλωνος βελέεσσιν.
ὥς μ᾽ ὄφελ᾽ Ἕκτωρ κτεῖναι, ὃς ἐνθάδε γ᾽ ἔτραφ᾽ ἄριστος·
280 τῶ κ᾽ ἀγαθὸς μὲν ἔπεφν᾽, ἀγαθὸν δέ κεν ἐξενάριξε·
νῦν δέ με λευγαλέῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι
ἐρχθέντ᾽ ἐν μεγάλῳ ποταμῷ, ὡς παῖδα συφορβόν,
ὅν ῥά τ᾽ ἔναυλος ἀποέρσῃ χειμῶνι περῶντα.»

***
200 Είπε και το κοντάρι του ανάσπασε απ᾽ την όχθην
και αυτόν, οπού εθανάτωσε, αφήκε αυτού στον άμμον
κειτάμενον να βρέχεται από το μαύρο κύμα
και χέλια τον τριγύρισαν και ψάρια στριμωμένα
κι εκόφταν και άρπαζαν γοργά της νεφραμιάς το πάχος.
205 Και αυτός στο πλήθος όρμησε των ιππικών Παιόνων,
που άμ᾽ είδαν απ᾽ το κτύπημα του ξίφους του Αχιλλέως
να πέσει ο πρώτος άνδρας τους εφεύγαν τρομασμένοι
στον ποταμόν ολόγυρα· κι εκείνος τους ανδρείους
έστρωσ᾽ εκεί, Θερσίλοχον, Μύδωνα και Θρασίο
210 και Αστύπυλον και Αίνιον και Μνήσον και Οφελέστην.
Και πλήθος άλλους Παίονας θα εφόνευε ο Πηλείδης
αλλ᾽ εχολώθη ο ποταμός και από τα βάθη εφάνη
ωσάν θνητός κι εφώναξε: «Καθώς είσαι, ω Πηλείδη,
στην ρώμην πρώτος των θνητών και στ᾽ άδικα είσαι πρώτος,
215 ότι θεοί σε βοηθούν· και αν ν᾽ αφανίσεις όλους
τους Τρώας σου ᾽δωκεν ο Ζευς, μέσ᾽ από τα νερά μου
διώξε τους και την λύσσαν σου ξεθύμα στην πεδιάδα·
ότι νεκρούς εγέμισαν τα πρόσχαρά μου ρείθρα,
και δεν μ᾽ αφήνουν οι νεκροί το ρεύμα να προχύνω
220 στην θείαν θάλασσαν και συ τρομακτικά φονεύεις.
Έλ᾽ άφησέ με, και απορώ, μεγάλε πολεμάρχε».
Κι ο γοργοπόδης Αχιλλεύς απάντησέ του κι είπε:
«Ω Σκάμανδρε διόθρεφτε, θα γίνει αυτό πού θέλεις·
να σφάζω δεν θα παύσω εγώ τους επιόρκους Τρώας
225 ως να κλεισθούν και αντίστηθα να δοκιμάσω μόνον
τον Έκτορα να ιδούμε ποιος από τους δυο θα πέσει».
Είπε κι εχύθη ωσάν θεός των Τρώων μες στα πλήθη·
και ο ποταμός τότε ο βαθύς εφώναξε του Φοίβου:
«Διογέννητε, αργυρότοξε, την θέλησιν του Δία
230 δεν εσεβάσθης που θερμά σού είχε παραγγείλει
των Τρώων να ᾽σαι υπέρμαχος, ώσπου να ᾽λθει το δείλι
και να σκιάσει τους αγρούς στην γην την σιτοφόραν».
Και ο Αχιλλεύς στον ποταμόν επήδησε απ᾽ την όχθην,
και ο ποταμός ενάντια του σηκώθη φουσκωμένος·
235 βάζει άνω κάτω τα νερά και τους νεκρούς αμπώθει
πολλούς οπού του εσώρευσαν οι φόνοι του Αχιλλέως·
τους έβγαλ᾽ έξω στην στεριάν κι εμούγκριζε ωσάν ταύρος
κι εφύλαγε τους ζωντανούς στα όμορφα νερά του,
που τους εκρύβαν θολωτά στα βάθη των ρευμάτων.
240 Φρικτό σηκώθη φουσκωτό το κύμα ολόγυρά του
κι εκτύπα την ασπίδα του· πού να σταθούν δεν είχαν
τα πόδια του· κι επιάσθηκεν από φτελιά μεγάλην·
τ᾽ ωραίο δένδρο σύρριζα κάτω βροντά και σέρνει
την όχθην όλην κι έπιασε με τα πυκνά κλαδιά του
245 τ᾽ ωραίο ρεύμα κι έγινε γεφύρι στο ποτάμι·
και από τον φόβον ο Αχιλλεύς πετάχθη από το κύμα
κι εχύθηκεν ακράτητος να φύγει στην πεδιάδα.
Αλλ᾽ ο θεός, ο φοβερός, μαυροκορυφωμένος
ακράτητος επάνω του ροβόλαε να κόψει
250 την φονικήν εκείνου ορμήν και να σωθούν οι Τρώες.
Εκείθ᾽ εσκίρτησ᾽ ο Αχιλλεύς όσο τ᾽ ακόντι φθάνει,
καθώς ο μαύρος αετός ο αρπακτικός, που στ᾽ άλλα
πετούμενα για δύναμιν και για φτερά πρωτεύει.
Όμοια πετούσε και ο χαλκός στα στήθη του βροντούσε
255 τρομακτικά, και ως ξέφευγεν ανάμεσ᾽ απ᾽ το κύμα
κατάποδά του ο ποταμός με κρότον ροβολούσε.
Και ως από κεφαλόβρυσο κόβει νερό και παίρνει
ο ποτιστής και τ᾽ οδηγεί μες στα φυτά του κήπου
και με την δίκοπη αφαιρεί τα μπόδι᾽ από τ᾽ αυλάκι
260 και ροβολά με το νερό κάθε μικρό χαλίκι
κι εκείνο με κελάδισμα το πλάγι κατεβαίνει
τόσο γοργό που τ᾽ οδηγού το χέρι δεν το φθάνει,
ομοίως τον πτερόποδον επρόφθανε Αχιλλέα
το κύμα, ότι των θνητών ανώτερ᾽ οι θεοί ᾽ναι.
265 Και όσες φορές ο Αχιλλεύς εστρέφονταν να μείνει
ν᾽ αντισταθεί, να μάθει αν τον κατατρέχουν όλοι
οι επουράνιοι θεοί, τόσες το μέγα κύμα
του διογεννήτου ποταμού στους ώμους τον κτυπούσε.
Επήδ᾽ αυτός ανάερα με την καρδιά κομμένην
270 και φουσκωτός ο ποταμός τα γόνατ᾽ από κάτω
του ᾽κοφτε και απ᾽ τα πόδια του το χώμα τού ρουφούσε.
Κι εκοίταξε τον ουρανό κι εκλαίετ᾽ ο Πηλείδης:
«Πατέρα Δία των θεών, κανείς δεν μ᾽ ελυπήθη
να μη με πάρει ο ποταμός και ας πάθαινα κατόπι.
275 Και άλλος ουρανοκάτοικος θεός σ᾽ εμέ δεν πταίει
όσο η μητέρα μου που αυτή με πλάνεσε όταν είπε
που εμπρός στην πόλιν πυργωτήν των χαλκοφόρων Τρώων
θα πέσω από του Απόλλωνος τα πτεροφόρα βέλη.
Ο Έκτωρ θα με φόνευεν, πολεμιστής των πρώτος
280 ανδρείος καν θα εφόνευε, θα εγύμνωνεν ανδρείον
αλλά το θέλ᾽ η μοίρα μου να κακοθανατίσω
από μεγάλον ποταμόν, καθώς στο πέρασμά του
πνίγεται από νεροσυρμή χοιροβοσκού κοπέλι».

ARTHUR SCHOPENHAUER: Η αδιαφορία για το κίνητρο συνιστά τη μεγαλοφυϊα

Η νόηση, σύμφωνα με τον προορισμό της, είναι απλώς το μέσο των κινήτρων: επομένως, από τα πράγματα δεν συλλαμβάνει κατ’ αρχήν τίποτα περισσότερο από τις σχέσεις τους προς τη βούληση, τις άμεσες, τις έμμεσες και τις δυνατές. Στα ζώα, όπου γίνονται αντιληπτές σχεδόν μόνο οι άμεσες σχέσεις, η υπόθεση είναι πιο οφθαλμοφανής: ό,τι δεν έχει κάποια σχέση με τη βούλησή τους, δεν υπάρχει για αυτά. Γι’ αυτό βλέπουμε κάποτε με έκπληξη πως ακόμα και έξυπνα ζώα, απέναντι σε κάτι χτυπητό, π.χ. απέναντι σε μια ολοφάνερη αλλαγή σε εμάς ή στο περιβάλλον, δεν δείχνουν καμία έκπληξη. Στον συνηθισμένο άνθρωπο προστίθενται μεν και οι έμμεσες , ακόμα και οι δυνατές σχέσεις προς τη βούληση, οι οποίες συνολικά αποτελούν την ολότητα των χρήσιμων γνώσεων, αλλά η αντίληψη σταματάει και εδώ στις σχέσεις.

Γι’ αυτό λοιπόν το κανονικό μυαλό δεν προχωράει σε μια εντελώς καθαρή αντικειμενική εικόνα των πραγμάτων, γιατί η παρατηρητική του ικανότητα, μόλις πάψει να ωθείται και να τίθεται σε κίνηση από τη βούληση, αμέσως πέφτει και γίνεται αδρανής, γιατί δεν έχει αρκετή ενέργεια, ώστε, από δική της κινητικότητα και άσκοπα, να αντιληφθεί τον κόσμο καθαρά αντικειμενικά.

Εκεί όπου αντίθετα αυτό συμβαίνει, όπου η παραστατική δύναμη του εγκεφάλου έχει ένα τέτοιο πλεόνασμα, ώστε να δημιουργηθεί η δίχως σκοπό παρά στάση μιας καθαρής, σαφούς, αντικειμενικής εικόνας του εξωτερικού κόσμου, άχρηστης για τις προθέσεις της βούλησης, στους υψηλότερους βαθμούς της μάλιστα και ενοχλητική, που μπορεί να γίνει ακόμα και επιζήμια για αυτές – εκεί υπάρχει ήδη τουλάχιστον η προδιάθεση για εκείνη την εκτροπή από το κανονικό την οποία χαρακτηρίζει το όνομα της μεγαλοφυΐας, το οποίο υποδηλώνει ότι εδώ φαίνεται να ενεργεί έ να ύψιστα δημιουργικό πνεύμα, κάτι ξένο προς τη βούληση, δηλαδή προς το κυρίως εγώ, ένα κατά κάποιο τρόπο από έξω ερχόμενο δημιουργικό πνεύμα.

Όλοι οι ατάλαντοι είναι σε τελευταία ανάλυση τέτοιοι, γιατί η νόησή τους, ακόμα σταθερά συνδεδεμένη με τη βούληση, μόνο μέσα από την παρώθηση της βούλησης τίθεται σε ενέργεια, και έτσι επομένως παραμένει εντελώς στην υπηρεσία της. Αυτοί κατά συνέπεια δεν είναι ικανοί για κάποιον άλλο σκοπό έξω από τους προσωπικούς. Σύμφωνα με αυτούς δημιουργούν κακότεχνες ζωγραφικές, χαζά ποιήματα, ρηχά, παράλογα, πολύ συχνά επίσης ανέντιμα φιλοσοφήματα, όταν δηλαδή θέλουν, μέσα από ευσεβή ανεντιμότητα, να φανούν αρεστοί σε υψηλούς προϊσταμένους. Όλες οι πράξεις και οι σκέψεις τους είναι λοιπόν προσωπικές. Γι’ αυτό, το πολύ-πολύ καταφέρνουν να ιδιοποιηθούν σαν απομίμηση το εξωτερικό, συμπτωματικό και τυχαίο ξένων γνήσιων έργων, όπου αντί για τον πυρήνα παίρνουν τη φλούδα, και όμως θεωρούν ότι τα πέτυχαν όλα, και μάλιστα ότι ξεπέρασαν και τα πρωτότυπα.

Όταν όμως η αποτυχία είναι ολοφάνερη, τότε κάποιοι ελπίζουν να φτάσουν τελικά στην επιτυχία μέσα από την καλή βούληση. Αλλά ακριβώς αυτή η καλή βούληση το καθιστά αδύνατο, γιατί οι σκοποί της είναι μόνο προσωπικοί όμως τέτοιοι δεν μπορεί να έχουν σοβαρή σχέση ούτε με τέχνη, ούτε με ποίηση, ούτε με φιλοσοφία. Σε αυτούς επομένως ταιριάζει η αποστροφή: βάζουν στο φως τον ίδιο τον εαυτό τους. Δεν διαισθάνονται ότι μόνο η αποκομμένη από τη βούληση και όλα της τα σχέδια, και έτσι ελεύθερα ενεργητική νόηση, γιατί μόνο αυτή προσφέρει την πραγματική σοβαρότητα, κάνει κάποιον ικανό για γνήσιες δημιουργίες και το ότι τους λείπει αυτή η διαίσθηση είναι καλό γι’ αυτούς, γιατί αλλιώς θα πηδούσαν μέσα στο νερό να πνιγούν.

Η καλή βούληση είναι όλα στην ηθική, αλλά στην τέχνη είναι τίποτα: εδώ ισχύει μόνο η ικανότητα. Όλα τελικά εξαρτώνται από το πού βρίσκεται η βασική σοβαρότητα του ανθρώπου. Σχεδόν σε όλους βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό τους καλό και στο καλό των δικών τους, γι’ αυτό και δεν είναι ικανοί να προωθήσουν τίποτα άλλο έξω από αυτό. Γιατί καμία πρόθεση, καμιά θεληματική και εσκεμμένη προσπάθεια δεν αποφέρει την αληθινή, βαθιά σοβαρότητα, ή την αντικαθιστά, ή πιο σωστά την εκτοπίζει. Γιατί αυτή μένει πάντα εκεί που την έχει τοποθετήσει η φύση. Γι’ αυτό, μεγαλοφυή άτομα φροντίζουν συχνά ανεπαρκώς για το δικό τους καλό. Όπως ένα μολυβένιο κομμάτι σε μια αλυσίδα που αιωρείται, την επαναφέρει πάλι πίσω στο σημείο που είναι προσδιορισμένο από τη βαρύτητα, έτσι και η αληθινή σοβαρότητα του ανθρώπου τραβάει τη δύναμη και την προσοχή της νόησής του πάντα πίσω προς τα εκεί που είναι προορισμένη να βρίσκεται: όλα τα άλλα τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αληθινή σοβαρότητα. Γι’ αυτό μόνο οι εξαιρετικά σπάνιοι, μη κανονικοί άνθρωποι, η αληθινή σοβαρότητα των οποίων δεν βρίσκεται στο προσωπικό και πρακτικό, παρά στο αντικειμενικό και θεωρητικό, είναι σε θέση να αντιληφθούν το ουσιαστικό των πραγμάτων και του κόσμου, που σημαίνει τις ύψιστες αλήθειες, και με κάποιο τρόπο να τις προβάλουν. Γιατί μια τέτοια σοβαρότητα, που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο, στο αντικειμενικό, είναι κάτι ξένο από την ανθρώπινη φύση, κάτι αφύσικό, στην ουσία υπερφυσικό όμως μόνο μέσα από αυτήν είναι ένας άνθρωπος μεγάλος, και οι δημιουργίες του είναι σαν να προ έρχονται από ένα, διαφορετικό από αυτόν, δημιουργικό πνεύμα, το οποίο τον κατέλαβε. 

Σε ένα τέτοιον άνθρωπο, η ζωγραφική, η ποίηση ή η σκέψη είναι σκοπός, στους άλλους είναι μέσο. Αυτοί επιδιώκουν τα συμφέροντά τους και γνωρίζουν κατά κανόνα να τα προωθούν προσαρμοζόμενοι στους συγχρόνους τους, έτοιμοι να υπηρετήσουν τις ανάγκες τους και τα κέφια τους γι’ αυτό κατά το πλείστον ζουν σε ευτυχείς συνθήκες, εκείνος όμως συχνά σε πολύ πενιχρές: γιατί το προσωπικό του καλό το θυσιάζει στον αντικειμενικό σκοπό: δεν μπορεί δηλαδή να κάνει αλλιώς, γιατί εκεί βρίσκεται η σοβαρότητά του. Οι άλλοι κάνουν το αντίστροφο: γι’ αυτό αυτοί είναι μικροί, εκείνος όμως μεγάλος. Σύμφωνα με αυτά, το έργο του είναι για όλους τους καιρούς, αλλά η αναγνώριση του αρχίζει συνήθως στους μεταγενέστερους. Οι άλλοι ζουν και πεθαίνουν με την εποχή τους. Μεγάλος γενικά είναι εκείνος που με τη δράση του (είτε αυτή είναι πρακτική είτε θεωρητή) δεν επιδιώκει τα συμφέροντά του, παρά ακολουθεί μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό αλλά είναι μεγάλος ακόμα κι αν στην πρακτική ζωή αυτός ο σκοπός έχει παρεξηγηθεί και για τον λόγο αυτό έχει θεωρηθεί έγκλημα. Το ότι αυτός δεν επιδιώκει το καλό του και τα συμφέροντά του, αυτό τον κάνει κάτω από όλες τις συνθήκες μεγάλο. Μικρή αντίθετα είναι κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί σε προσωπικούς σκοπούς, γιατί αυτός που ενεργεί έτσι, αναγνωρίζει και βρίσκει τον εαυτό του μόνο στο άπειρο ελάχιστα μικρό άτομό του. Αντίθετα, όποιος είναι μεγάλος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλα, δηλαδή στην ολότητα: δεν ζει, όπως εκείνος, μόνο στον μικρόκοσμο, παρά ακόμα πιο πολύ στον μακρόκοσμο. Γι’ αυτό και η υπόθεσή του είναι η ολότητα, και επιδιώκει να την αντιληφθεί, για να την παρουσιάσει, ή για να την εξηγήσει, ή για να επενεργήσει σε αυτήν πρακτικά. Γιατί αυτή δεν του είναι ξένη, νιώθει ότι τον αφορά. Εξαιτίας αυτής της διεύρυνσης της σφαίρας του, τον ονομάζει κανείς μεγάλο. Επομένως, μόνο στον πραγματικό ήρωα, με οποιαδήποτε έννοια, και στη μεγαλοφυΐα ταιριάζει εκείνος ο υψηλός χαρακτηρισμός, ο οποίος σημαίνει ότι αυτοί, ενάντια στην ανθρώπινη φύση, δεν επιδίωξαν το προσωπικό τους συμφέρον, δεν έζησαν για αυτούς τους ίδιους, παρά για όλους.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, ΟΙ ΑΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΝΟΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑ

ΒΟΚΑΚΙΟΣ: Μια πολύ αστεία ιστορία απιστίας

Ξέρετε, ασφαλώς, πως ένας φλωρεντινός ευπατρίδης, που κατοικούσε στο Παρίσι, αναγκάστηκε απ’ τη φτώ­χεια να γίνει έμπορος, και οι δουλειές του πήγαν τόσο καλά, που έκανε μεγάλη περιουσία. Από τη γυναίκα του απόκτησε μονάχα ένα γιο, τον Λοντοβίκο, που πήρε απ’ τον πατέρα του μονάχα τις αριστοκρατικές ροπές και κα­μιά κλίση για το εμπόριο. Για τούτο ο πατέρας του δεν του εμπιστεύτηκε τη δουλειά του, αλλά τον έβαλε μαζί με άλλους νεαρούς ευγενείς στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας, όπου έμαθε καλούς τρόπους και συμπερι­φορά.

Στο διάστημα που έμενε στην Αυλή, πολλοί ιππότες, που γύριζαν απ’ τους Αγίους Τόπους, τύχαινε να κουβεν­τιάζουν μπροστά του, όπως συνηθίζουν οι νέοι, για τις ωραίες γυναίκες της Γαλλίας, της Αγγλίας κι άλλων χω­ρών του κόσμου. Ένας από τους ιππότες άρχισε να λέει πως στις διάφορες περιπλανήσεις του δεν είχε δει ομορ­φιά που να μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά της ντό­νας Βεατρίκης, της γυναίκας του Εγκάνο Γκαλούτσι, στην Μπολόνια. Και όλοι οι σύντροφοί του, που την εί­χαν δει στην Μπολόνια, συμφώνησαν μαζί του.

Σαν το άκουσε ο Λοντοβίκο, που ήταν ακόμη αρχάριος στον έρωτα, ένιωσε τόσο μεγάλη επιθυμία να τη δει, που δεν είχε άλλη σκέψη στο νου του. Μ’ αυτό το σκοπό, αποφάσισε να πάει οπωσδήποτε στην Μπολόνια, και μά­λιστα να μείνει εκεί, αν του άρεσε η κυρά. Είπε λοιπόν στον πατέρα του πως ήθελε δήθεν να πάει στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα, και με τα πολλά κατάφερε να πάρει την άδειά του. Έφτασε στην Μπολόνια με το όνομα Ανιτσίνο, και τα ’φερε η τύχη να δει την άλλη μέρα κιόλας την κυρά σε μια γιορτή. Τη βρήκε ακόμα πιο ωραία απ’ ό,τι είχε φανταστεί, την ερωτεύτηκε φλογερά κι αποφάσισε να μη φύγει απ’ την Μπολόνια δίχως να χαρεί τον έρωτά της.

Κάθισε να σκεφτεί πώς θα το πετύχαινε, και βρήκε πως ο μόνος τρόπος που παρουσίαζε κάποιες πιθανότητες ήταν να μπει στην υπηρεσία του άντρα της, που είχε πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Πούλησε τα άλογά του, βόλεψε τους υπηρέτες του και τους έδωσε οδηγίες να κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν αν τύχαινε να τον αν­ταμώσουν. Ύστερα, πήρε παράμερα τον ξενοδόχο και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να μπει, αν ήταν δυνατόν, στην υπηρεσία κάποιου μεγάλου αφέντη.

«Μου φαίνεται» του αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, «πως εί­σαι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρέσεις σ’ έναν μεγάλο άρχον­τα αυτού του τόπου, τον Εγκάνο με τ’ όνομα. Έχει πολ­λούς υπηρέτες και τους θέλει με καλό παρουσιαστικό, σαν εσένα. Άσε — θα του μιλήσω».

Έκανε όπως είπε, κι ο Εγκάνο δέχτηκε να προσλάβει τον Ανιτσίνο, που η χαρά του δεν περιγράφεται.

Ο Ανιτσίνο, στην υπηρεσία τώρα του Εγκάνο, είχε συ­χνά την ευκαιρία να βλέπει την κυρά. Και υπηρετούσε τον αφέντη του τόσο καλά και με τόση αφοσίωση, που ο Εγκάνο τον συμπάθησε σε σημείο που να μην μπορεί τί­ποτα να κάνει δίχως αυτόν. Και εκτός που τον είχε στην προσωπική του υπηρεσία, του ανέθεσε και τη διαχείριση όλης της περιουσίας του.

Μια μέρα, ο Εγκάνο βγήκε να κυνηγήσει πουλιά, δί­χως να πάρει μαζί του τον Ανιτσίνο.

Η Βεατρίκη δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ο Ανιτσίνο ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά οι τρόποι του και το παρουσιαστικό του την έκαναν πολλές φορές να σκεφτεί πως ήταν χαριτωμένος και πως της άρεσε. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα τραπέζι και βάλθηκαν να παίζουν σκάκι, κι ο Ανιτσίνο, θέλοντας να την ευχαριστήσει, άφησε μ’ επιτηδειότητα να νικηθεί, προς μεγάλη χαρά της Βεατρίκης. Οι κοπέ­λες της συνοδείας της παράτησαν τότε να παρακολουθούν το παιχνίδι, και τους άφησαν μόνους. Ο Ανιτσίνο αναστέναξε βαθιά, και τότε εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε:

«Τι έχεις, Ανιτσινο: Σου κακοφάνηκε που σε κέρδισα! «Ντόνα» της αποκρίθηκε, «μια πολύ πιο σοβαρή αιτία με κάνει κι αναστενάζω».

«Για το καλό που μου θέλεις» του λέει, «πες μου την».

Ο Ανιτσίνο, ακούγοντας τη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο να τον εξορκίζει «για το καλό που της θέλει», αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. Η Βεατρίκη τον παρακάλεσε και πάλι να της πει ποια αιτία τον έκανε να αναστενάζει.

«Ντόνα» της αποκρίθηκε ο Ανιτσίνο, «φοβάμαι πως θα σας ενοχλήσω αν σας το πω. Φοβάμαι μην το πείτε και σε άλλους».

«Σου υπόσχομαι» του λέει, «να μη στενοχωρηθώ. Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις, και να ’σαι βέβαιος πως δε θα το πω σε κανέναν δίχως τη συγκατάθεσή σου».

«Αφού μου το υπόσχεστε» είπε ο Ανιτσίνο, «θα σας το πω».

Λες και τρεμόπαιζαν δάκρυα στα βλέφαρά του, όσο της διηγόταν ποιος ήταν, τι είχε μάθει γι’ αυτήν, πού και πώς την είχε ερωτευτεί, και για ποιο λόγο είχε μπει στην υπη­ρεσία του άντρα της. Ύστερα, όσο γίνεται πιο ταπεινά, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να στέρξει στον τόσο μυστικό και φλογερό πόθο του. Αν όχι, δίχως τίποτα ν’ αλλάξει στις σχέσεις τους, να ανεχτεί τη λατρεία του.

Ω, αίμα μπολονέζικο, μοναδικό για τη γλύκα σου! Πό­σες φορές δε σ’ έχουν υμνήσει σε τέτοιες περιστάσεις! Μακριά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, και πάντα υποκύπτεις στις ικεσίες και στον ερωτικό πόθο· κι αν ήμουν κατάλληλη να εγκωμιάσω τις αρετές σου, ποτέ δε θα ’σβηνε η φωνή μου.

Όσο μιλούσε ο Ανιτσίνο, η όμορφη κυρά τον κοίταζε κατάματα και πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε. Οι ικεσίες κι ο έρωτας του νεαρού τρύπησαν τόσο βαθιά την καρδιά της, που άρχισε κι αυτή να αναστενάζει. Κι αφού αναστέναξε μερικές φορές, του αποκρίθηκε:

«Γλυκέ μου Ανιτσίνο, μην απελπίζεσαι. Έχω τραβήξει -και τραβάω ακόμα— ένα πλήθος θαυμαστές. Μα ούτε τα δώρα, ούτε οι υποσχέσεις, ούτε το φλογερό πάθος, απ’ όποιον κι αν προέρχονταν, είτε από ιππότη, είτε από με­γάλο άρχοντα, είτε απ’ όποιον άλλο, δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινήσουν την καρδιά μου. Κι έφτασε τόσο λίγη ώρα. όσο κράτησαν τα λόγια σου, για να γίνει η καρδιά μου περισσότερο δική σου παρά δική μου. Μπόρεσες να κερδίσεις απόλυτα τον έρωτά μου. Σου τον χαρίζω και σου υπόσχομαι να τον χαρείς πριν να περάσει η νύχτα που έρχεται. Και για να κρατήσω την υπόσχεσή μου, έλα στην κάμαρά μου τα μεσάνυχτα — θ’ αφήσω την πόρ­τα ανοιχτή, ξέρεις σε ποια μεριά του κρεβατιού κοιμά­μαι, έλα εκεί, κι αν τύχει και κοιμάμαι, σκούντησε με ανάλαφρα για να ξυπνήσω, και θα σε αποζημιώσω για τον μακροχρόνιο πόθο σου. Και για να με πιστέψεις, πά­ρε για αρραβώνα ένα φιλί».

Τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, κι έδωσαν ένα μακρόσυρτο ερωτικό φιλί.

Ύστερα, ο Ανιτσίνο την άφησε για ν’ ασχοληθεί με διάφορες υποθέσεις, περιμένοντας με χαρούμενο καρδιο­χτύπι να νυχτώσει.

Ο Εγκάνο γύρισε απ’ το κυνήγι, κάθισε να φάει, κι όπως ήταν κουρασμένος, πήγε να πλαγιάσει. Δεν άργησε ν’ ανέβει κι η γυναίκα του, και σύμφωνα με την υπόσχε­σή της, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Την ορισμένη ώρα πήγε κι ο Ανιτσίνο, μπήκε στην κάμαρα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε προς το μέρος όπου πλάγιαζε η ντόνα Βεατρίκη, της άγ­γιξε το στήθος και είδε πως ήταν ξύπνια. Όταν κατάλαβε η Βεατρίκη πως ήταν ο Ανιτσίνο, του έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά. Ύστερα, γύρισε απ’ την άλλη, ξύπνη­σε τον άντρα της που κοιμόταν, κι άρχισε να του λέει: «Δε θέλησα να σου πω τίποτα σαν ήρθες, γιατί μου φάνηκες κουρασμένος. Μα πες μου, ο Θεός μαζί σου, Εγκάνο, απ’ όλους τους υπηρέτες σου, ποιος είναι ο καλύτε­ρος, ο πιο πιστός, αυτός που προτιμάς;»

«Ωραία ερώτηση!» της αποκρίθηκε. «Δεν τον ξέρεις; Ούτε είχα ποτέ, ούτε έχω σε κανέναν τόση εμπιστοσύνη, όση στον αγαπητό μου και πιστό Ανιτσίνο. Αλλά γιατί με ρωτάς;»

Ο Ανιτσίνο, βλέποντας πως ο Εγκάνο είχε ξυπνήσει, κι ακούγοντας να μιλούν γι’ αυτόν, φοβήθηκε πως η κυ­ρά τού είχε στήσει παγίδα, και δοκίμασε πολλές φορές να τραβήξει το χέρι του και να το βάλει στα πόδια, μα η Βεατρίκη το κρατούσε τόσο σφιχτά, που δεν μπόρεσε. Στο μεταξύ, αποκρινόταν εκείνη στον Εγκάνο:

«Θα σου πω. Τον νόμιζα κι εγώ, όπως εσύ, πιο αφοσιωμένο απ’ όλους. Και με έβγαλε ο ίδιος απ’ την πλάνη μου. Σαν έφυγες για το κυνήγι, εκείνος έμεινε, διάλεξε τη στιγμή και δεν ντράπηκε να μου κάνει ανήθικες προ­τάσεις. Και τότε εγώ, για να μη χρειαστεί να σου δώσω πολλές αποδείξεις και για να πειστείς με τα μάτια σου, του αποκρίθηκα πως είμαι σύμφωνη και πως απόψε κιόλας, μετά τα μεσάνυχτα, θα πάω να τον περιμένω στον κήπο, κάτω από το πεύκο. Φυσικά, δεν το ’χω σκοπό να πάω. Μα αν θες να διαπιστώσεις πόσο λίγο σου είναι πι­στός, είναι πολύ εύκολο: φόρεσε μια ρόμπα μου, τύλιξε το κεφάλι σου με μια σάρπα και πήγαινε να τον περιμέ­νεις. Είμαι βέβαιη πως θα ’ρθει».

«Σίγουρα θα πάω να δω» αποκρίθηκε ο Εγκάνο στα λόγια της γυναίκας του.

Σηκώθηκε όπως όπως στα σκοτεινά, φόρεσε μια ρόμπα της κυράς, τύλιξε μια σάρπα στο κεφάλι του, ύστερα πή­γε στον κήπο κι άρχισε να παραμονεύει κοντά σ’ ένα πεύκο.

Σαν τον είδε όρθιο η Βεατρίκη και τον άκουσε να βγαίνει, σηκώθηκε κι αυτή και σύρτωσε την πόρτα από μέσα. Ο Ανιτσίνο, που είχε δοκιμάσει τον μεγαλύτερο φόβο της ζωής του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τα χέρια της κυράς και καταριόταν εκατό χιλιάδες φορές τη Βεατρίκη, τον έρωτά του και την απλοϊκότητα που είχε δείξει, μα σαν είδε πού κατέληγαν όλα αυτά, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η κυρά ξαναγύρισε στο κρεβάτι, κι όταν τον κάλεσε, πλάγιασε κι αυ­τός, γδυτός όπως εκείνη, και για πολλή ώρα χάρηκαν τον αμοιβαίο έρωτά τους.

Σαν έκρινε η κυρά πως ο Ανιτσίνο δεν έπρεπε να μείνει περισσότερο, τον έβαλε να σηκωθεί και να ντυθεί και του είπε:

«Γλυκό μου στοματάκι, πάρε ένα χοντρό ραβδί, πήγαι­νε στον κήπο και προσποιήσου πως είχες θελήσει να με δοκιμάσεις. Βρίσε τον Εγκάνο σαν να ’μουν εγώ, και δώσ’ του κάμποσες με το ραβδί. Θα δεις το αποτέλεσμα και τι ωραία που θα περάσουμε οι δυο μας».

Ο Ανιτσίνο σηκώθηκε, κατέβηκε μ’ ένα ραβδί από ξύ­λο ιτιάς στο χέρι και σίμωσε στο πεύκο. Ο Εγκάνο, που τον είδε να ‘ρχεται, σηκώθηκε και προχώρησε με προ­σποιητή χαρά να τον υποδεχτεί, μα ο Ανιτσίνο έβαλε τις φωνές:

«Α, παλιογυναίκα! Ήρθες, λοιπόν! Πίστεψες πως θα πρόδινα τον αφέντη μου, ε; Χίλιες φορές καταραμένη η ώρα που ήρθες!»

Ο Εγκάνο, ακούγοντας αυτά τα λόγια και βλέποντας το ραβδί, το ‘βαλε στα πόδια, κι ο Ανιτσίνο, ξοπίσω του, δε σταματούσε να φωνάζει:

«Ε, που να το βρεις απ’ το Θεό, παλιοβρόμα! Έννοια σου, όμως, αύριο θα τα πω όλα στον Εγκάνο».

Ο Εγκάνο, που είχε φάει κάμποσες ξυλιές, γύρισε σε κακά χάλια στην κάμαρά του. Η γυναίκα του τον ρώτησε αμέσως αν είχε πάει ο Ανιτσίνο στον κήπο.

«Να ’δινε ο Θεός να μην είχε έρθει!» της αποκρίθηκε. «Με πήρε για σένα, με μαύρισε στο ξύλο και με έβρισε με τα χειρότερα λόγια, σαν να ’μουν καμιά πόρνη. Για να ’μαι ειλικρινής, μου φάνηκε πολύ παράξενο να σου είχε κάνει τέτοιες προτάσεις με την υστεροβουλία να με ατιμάσει. Θέλησε να σε δοκιμάσει, καθώς σ’ έβλεπε πάν­τα γελαστή και πεταχτή».

«Δόξα να ’χει ο Θεός, που εμένα με δοκίμασε με τα λό­για κι εσένα με τα έργα. Και σίγουρα μπορεί να λέει πως υπομένω τα λόγια καλύτερα απ’ ό,τι εσύ τα έργα. Ωστό­σο, μια και σου είναι τόσο πιστός, πρέπει να του δείξεις φιλία και να τον τιμάς».

«Ναι, έχεις δίκιο» αποκρίθηκε ο Εγκάνο.

Κι από κείνη την περιπέτεια, έβγαλε το συμπέρασμα πως είχε, απ’ όλους τους αριστοκράτες του τόπου, την τι­μιότερη γυναίκα και τον πιστότερο υπηρέτη. Και πολλές φορές οι τρεις τους ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν θυμόνταν το επεισόδιο – που, δίχως αυτό, ίσως να μην έβρισκαν, ο Ανιτσίνο και η κυρά, την ίδια ευκολία στις σχέσεις τους, που τις συνέχισαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι ο Ανιτσίνο έμεινε όσον καιρό θέλησε στο σπίτι του Εγκάνο, στην Μπολόνια.

ΒΟΚΑΚΙΟΣ, Το δεκαήμερο

Παρελθόν και μέλλον επιδρούν ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου

«Για να κατακτήσει κανείς εκείνη την ιδιαίτερη κατάσταση της ύπαρξης που είναι φτιαγμένη από ελευθερία, γνώση, δύναμη… χρειάζεται να Εργαστεί πολλά χρόνια πάνω στον εαυτό του… χρειάζεται να ‘συγχωρεθεί εσωτερικά.’- είπε, τονίζοντας αυτή την έκφραση δίνοντας ένα ιδιαίτερο κυμάτισμα στη φωνή που μου φάνηκε ξένη στον πολεμικό χαρακτήρα και την αμείλικτη γλώσσα. Με μια ματιά σιγουρεύτηκε ότι σημείωνα πιστά τις λέξεις Του. Περίμενε να τελειώσω και έπειτα συνέχισε: «εσωτερική συγχώρεση’ δεν είναι η εξέταση της συνείδησης ενός αγίου, αλλά το πραγματικό ‘ποιώ’ ενός ανθρώπου σε δράση, το αποτέλεσμα μιας μεγάλης διαδικασίας προσήλωσης… αυτοπαρατήρησης. Σημαίνει να διεισδύσεις στις πτυχές της προσωπικής σου ύπαρξης εκεί που είναι ακόμα κουρελιασμένη… Σημαίνει να πλύνεις και να θεραπεύσεις τις ανοιχτές πληγές… να εξοφλήσεις όλους τους εκκρεμείς λογαριασμούς…». Έπειτα, παίρνοντας ένα ύφος θεατρικά επιφυλακτικό και χαμηλώνοντας τη φωνή, σαν να ήθελε να διαφυλάξει κάποιο μυστικό, μου εκμυστηρεύτηκε: «Η εσωτερική συγχώρεση έχει τη δύναμη να μετατρέψει το παρελθόν μαζί με όλη του τη σαβούρα».

Ανασύνταξα μέσα μου αυτές τις ακατανόητες λέξεις χιλιάδες φορές.

«Τα πάντα είναι εδώ, τώρα!» Παρελθόν και μέλλον επιδρούν ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου».

Αυτές οι λέξεις με γέμισαν με μια ανεξήγητη, παράλογη ευτυχία. Βρισκόμουν ενώπιον μιας οπτικής χωρίς όρια. Παρελθόν και μέλλον δεν ήταν δυο διαιρεμένοι κόσμοι αλλά συνδεδεμένοι και αχώριστοι. Μια ενιαία πραγματικότητα. Η ‘Εσωτερική Συγχώρεση’ ήταν μια μηχανή του χρόνου… για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει κάποιο σημείο του παρελθόντος, που στην κοινή οπτική δεν υπήρχε πλέον, και κάποιο σημείο του μέλλοντος που ακόμα δεν έχει έρθει…

«Καταλαβαίνω ότι το παρελθόν θα μπορούσε να επιδράσει στη ζωή μας,
αλλά το μέλλον…;». Ρώτησα.

«Το μέλλov, όπως και το παρελθόν, είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά εσύ ακόμα δεν μπορείς να το δεις».

Μου μίλησε για έναν ‘κατακόρυφο χρόνο’, ένα ‘σώμα-χρόνο’ που συμπίεζε παρελθόν και μέλλον σε μια μόνη στιγμή. Ένας χρόνος χωρίς χρόνο, η είσοδος του οποίου είναι αυτή η στιγμή. Το μυστικό είναι να μην αφαιρεθείς, να μην απομακρυνθείς ποτέ. .

Αν προσεγγίσεις αυτό το ‘σώμα-χρόνο’ σημαίνει ότι μπορείς να αλλάξεις το παρελθόν και να σχεδιάσεις ένα νέο πεπρωμένο.

Ο ενθουσιασμός μου ήταν ασυγκράτητος. Θα ήθελα να άρχιζε αμέσως εκείνη η περιπέτεια… Το ήθελα με όλες μου τις δυνάμεις… Αλλά προτού ακόμα εκδηλωθεί η ορμή μου, την ένιωθα ήδη να σβήνει στο αυστηρό άκουσμα των λέξεων. «Άνθρωποι σαν εσένα είναι αδύνατο να συγχωρεθούν εσωτερικά!».

Ο τόνος της φωνής ήταν σαν ετυμηγορία χωρίς δυνατότητα έφεσης. «Για να εισδύσεις στο παρελθόν σου και να το θεραπεύσεις, χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία.

Μόνο η παρακολούθηση μιας Σχολής μπορεί να το καταστήσει δυνατό.

Η ‘εσωτερική συγχώρεση’ είναι μια επιστροφή στον εαυτό μας, είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο γεννηθήκαμε – βεβαίωσε συμπερασματικά – Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να διακόψουν ποτέ αυτή τη θεραπευτική διαδικασία».

Με προειδοποίησε ότι αυτό θα απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια και, πριν από οτιδήποτε, αυτοπαρατήρηση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

«Self-observation is self-correction»… Ένας άνθρωπος μπορεί να θεραπεύσει οτιδήποτε από το παρελθόν του εάν έχει την ικανότητα να ‘παρατηρήσει τον εαυτό του’» βεβαίωσε και συνέχισε επισημαίνοντας ότι η κατάντια του ανθρώπου δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ανικανότητάς του να γνωρίσει τον εαυτό του, αφού πρώτα τον παρατηρήσει.

«Αυτοπαρατήρηση είναι μια ματιά της ζωής μας από ψηλά! προσδιόρισε και εξήγησε: «Είναι σαν να βλέπεις γεγονότα, περιστάσεις, σχέσεις του παρελθόντος, κάτω από μια ηλιαχτίδα».

Από όσα μπόρεσα να κατανοήσω, conditio sine qua non της αυτοπαρατήρησης είναι η ικανότητα να την κατευθύνεις αμερόληπτα και χωρίς ηθικολογίες. Αυτοπαρατήρηση δεν σήμαινε να περάσεις τη ζωή σου από ένα δικαστήριο για να κριθεί, αλλά από τις ακτίνες X κάποιας ξεχωριστής νοημοσύνης, κάποιου ουδέτερου μάρτυρα που θα πρέπει να περιοριστεί μόνο στην παρατήρηση, χωρίς να διατυπώσει καμία απολύτως ετυμηγορία ή κριτική. Αυτό μου έφερε αμυδρά στο μυαλό κάποιους πειραματισμούς στην ψυχολογία οργανισμών που είχα συναντήσει. Μερικές μεγάλες επιχειρήσεις είχαν πετύχει εξαιρετικές βελτιώσεις στην παραγωγή με τη βοήθεια του wondering management (όπως το είχαν βαπτίσει οι ερευνητές). Βασιζόταν στην προσήλωση και υπεραμυνόταν τη θέσπιση ενός περιπλανώμενου μάνατζμεντ. Η αποστολή ενός wondering manager ήταν ακριβώς η ‘περιπλάνηση’, να κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλα τα σημεία της επιχείρησης, ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα.

Η φωνή Του απέσπασε απότομα την προσοχή μου από εκείνες τις αναμνήσεις και τους διαλογισμούς, τραβώντας με βίαια από τις λονδρέζικες αίθουσες του LBS.

«Self-observation is self-correction – επανέλαβε η αυτοπαρατήρηση είναι θεραπεία… μια φυσική έκβαση της αποκόλλησης που δημιουργείται μεταξύ παρατηρητή και παρατηρούμενου.

Η αυτοπαρατήρηση επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να δει όλα αυτό, που τον κρατούν κολλημένο στο tapis roulant του κόσμου: ξεπερασμένες σκέψεις, αισθήματα ενοχής, προκαταλήψεις, αρνητικά συναισθήματα, καταστροφικές προφητείες… Είναι μια πράξη αποκόλλησης, αντι-υπνωτισμού, αφύπνισης…

H παραμικρή διακοπή της υπνωτικής δράσης του κόσμου, θα κομμάτιαζε όλα εκείνα στα οποία πίστεψε, θα χάνονταν οι φαινομενικές ισορροπίες και οι απατηλές βεβαιότητες που συσσωρεύονται στη διάρκεια μιας ζωής.

Για το λόγο αυτό, το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων δεν θα μπορέσει ποτέ να προσεγγίσει την αυτοπαρατήρηση – αποφάνθηκε – Η αποκόλληση από την περιγραφή του κόσμου, έστω και για μια στιγμή… είναι ένα κατόρθωμα πέρα από τα όρια της καθημερινότητας».

Με κοίταξε επίμονα, για αρκετή ώρα. Μετακινούσε το αντικείμενο της ζήτησης σε μένα προσωπικά. Ένας κόμπος στο στομάχι με προειδοποίησε για τον επερχόμενο πόνο.

«Ενεργοποίησε τον παρατηρητή που βρίσκεται μέσα σου! Η αυτοπαρατήρηση είναι ο θάνατος της πληθώρας των αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων που ανέκαθεν κυριαρχούν τη ζωή σου.

Εάν παρατηρήσεις τον εαυτό σου, το σωστό θα αρχίσει να πραγματοποιείται ενώ ό,τι δεν είναι σωστό θα αρχίσει να διαλύεται.

Με το βλέμμα του συνέλαβε την τρομαγμένη μου έκφραση και πρόσθεσε· «Κανείς δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του. Χωρίς μια άψογη προετοιμασία, η συνάντηση με τον εαυτό σου, με το ψέμα σου, η περιπλάνηση στους λαβύρινθους του Είναι, θα σε σκότωνε ακαριαία».

Εκείνες οι λέξεις Του ακούστηκαν σαν μια καταδίκη. Φοβήθηκα πως με εγκατέλειπε, πως θεωρούσε απελπιστική την περίπτωσή μου και άχρηστη κάθε επιπλέον προσπάθεια να με βοηθήσει. Ξέσπασε μέσα μου μια θέληση απελπισίας, ηρωική. Η ετοιμότητά μου τον έκανε να στοχαστεί. Αβίαστα, έλαβε μια από τις πρωτότυπες στάσεις Του. Έφερε το δείκτη με το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού του χεριού στο μάγουλο. Έπειτα, στήριξε το σαγόνι του στην κοιλότητα του αντίχειρα, και έγειρε ελαφρώς το κεφάλι. Παρέμεινε έτσι, απορροφημένος, για ένα ατελείωτο χρονικό διάστημα. Δεν φαινόταν να με κοιτάει, αλλά ήμουν σίγουρος ότι δεν Του ξέφευγε ούτε μια σκέψη μου. Έπαιζα τα τελευταία λεπτά ενός αποφασιστικού αγώνα, ίσως του τελικού. Όλα εξαρτιόνταν από μένα. Ανέμενα.

Επιτέλους βγήκε από την ακινησία Του.

«Κοίτα… έχουμε πανσέληνο» είπε, δείχνοντας στ’ αστέρια μ’ ένα του νεύμα. «Ένας άνθρωπος σε όλη του τη ζωή θα μπορέσει να δει το πολύ χίλιες, αλλά πιθανότατα στο τέλος της ζωής του δεν θα έχει βρει τον χρόνο να παρακολουθήσει ούτε μια…

Κι όμως βρίσκεται εκεί, έξω. Σκέψου πόσο πιο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να παρατηρήσει τον εαυτό του, να αναστρέψει την κατεύθυνση της προσοχής του. Η αυτοπαρατήρηση είναι μόνο η αρχή της τέχνης της ονειρικής».

Παραμείναμε σιωπηλοί για πολλή ώρα. Η βεράντα του Cafe, βυθισμένη στο σκοτάδι, έμοιαζε με την πλώρη ενός διαστημόπλοιου έτοιμου να διασχίσει τον έναστρο ουρανό. Μοναδικοί του επιβάτες, εμείς… μοναχικοί αργοναύτες τού Είναι.

«Ετοιμάσου – μου μήνυσε με σθεναρή φωνή, σε εγρήγορση- δεν θα είναι ένας περίπατος».

ARTHUR SCHOPENHAUER: Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα

Η βασική αλήθεια της Ευδαιμονολογίας παραμένει ακλόνητη: έχει πολύ μικρότερη σημασία το τι έχει ο άνθρωπος ή το ποια εικόνα παρουσιάζει προς τα έξω από το τι είναι. «Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η προσωπικότητα» (Γκαίτε από το Ανατολικό-δυτικό Νηβάν, Ζουλέικα, 7ο ποίημα). 

Σε όλα τα πράγματα και σε όλες τις περιπτώσεις ο άνθρωπος απολαμβάνει στην πραγματικότητα μόνο τον εαυτό του: κι αν ο εαυτός μας δεν κάνει για πολλά, τότε όλες οι απολαύσεις μοιάζουν με ακριβά κρασιά σ’ έναν κόσμο πλημμυρισμένο από χολή. – Κι αφού οι μεγάλοι εχθροί της ανθρώπινης ευτυχίας είναι δύο, ο πόνος και η πλήξη, η φύση της προσωπικότητας έχει προβλέψει εναντίον τους κάποιες άμυνες: κατά του πόνου (ο οποίος πολύ συχνότερα είναι πνευματικός παρά σωματικός) έχει προβλέψει την ευθυμία, και κατά της πλήξης το πνεύμα. – Τα δύο αυτά δεν συγγενεύουν μεταξύ τους, σε ακραίες περιπτώσεις μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ασύμβατα. 

Η διανόηση είναι συγγενής με τη μελαγχολία [κατά τον Αριστοτέλη] οι ευφυείς άνθρωποι είναι μελαγχολικοί και οι πιο εύθυμες διαθέσεις χαρακτηρίζουν επιφανειακές πνευματικές δυνάμεις. Όσο καλύτερα είναι μια φύση εξοπλισμένη απέναντι σε ένα απ’ αυτά τα κακά, τόσο χειρότερα είναι εξοπλισμένη κατά κανόνα απέναντι στο άλλο. – Καμιά ανθρώπινη ζωή δεν είναι απαλλαγμένη από τον πόνο και την πλήξη: και είναι μια ιδιαίτερη εύνοια της μοίρας, όταν εκθέτει τον άνθρωπο κυρίως στο ένα απ’ τα δύο αυτά κακά, για το οποίο είναι ιδιαίτερα καλά εξοπλισμένος, στέλνει δηλαδή πολύ πόνο σ’ αυτόν που είναι ιδιαίτερα εύθυμος και πολύ μεγάλη πλήξη σ’ αυτόν που έχει πολύ πνεύμα- δε συμβαίνει όμως το αντίθετο. Γιατί το πνεύμα πολλαπλασιάζει τον πόνο δυο και τρεις φορές· και για έναν ψυχισμό χωρίς πνεύμα η μοναξιά και ο απόλυτα κενός χρόνος είναι ανυπόφορα πράγματα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ

Richard Dawkins: Υφαίνοντας το ουράνιο τόξο – Το αναισθητικό της οικειότητας

Μέχρι και το να ζει κανείς είναι μεγάλο θαύμα – Mερβιν Πίκ, The Glassblower (1950)

Όλοι μας θα πεθάνουμε. κι αυτό μας κάνει πολύ τυχερούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πεθάνουν ποτέ, διότι δεν πρόκειται ποτέ να γεννηθούν.

Ο αριθμός των ανθρώπων που θα μπορούσαν δυνητικά να βρίσκονται στη θέση μου. αλλά που στην πραγματικότητα δεν θα δουν ποτέ το φως της μέρας, είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των κόκκων της άμμου της Αραβίας. Προφανώς σ’ αυτές τις αγέννητες ψυχές συγκαταλέγονται ποιητές μεγαλύτεροι από τον Κιτς και επιστήμονες σημαντικότεροι από τον Νεύτωνα. Λυτό το γνωρίζουμε διότι ο συνδυασμός πιθανών ανθρώπων, των οποίων την ύπαρξη επιτρέπει το DNA μας, υπερβαίνει μαζικά τον αριθμό των πραγματικών ανθρώπων. Εσείς κι εγώ βρισκόμαστε εδώ ωw κοινοί θνητοί στα δόντια τέτοιων’ εκπληκτικών αριθμών.

Οι ηθικολόγοι και οι θεολόγοι θεωρούν ότι η στιγμή της σύλληψης είναι πολύ σημαντική, επειδή την βλέπουν σαν τη στιγμή που η ψυχή αρχίζει να υπάρχει. Εάν εσείς, όπως κι εγώ. δεν συγκινείστε από τέτοια λόγια, πάλι χρειάζεται να θεωρείτε μια δεδομένη στιγμή, εννέα μήνες πριν από τη γέννησή σας, ως το πιο κρίσιμο γεγονός της προσωπικής σας τύχης. Ήταν η στιγμή κατά την οποία η συνείδησή σας ξαφνικά έγινε τρισεκατομμύρια φορές πιο πιθανή απ’ ό,τι ήταν ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νωρίτερα Βεβαίως, ο εμβρυϊκός εαυτός σας που άρχισε να υπάρχει είχε ακόμη πολλά εμπόδια να ξεπεράσει. Τα περισσότερα κυήματα καταλήγουν σε πρόωρη αποβολή, πριν καν η μάνα τους συνειδητοποιήσει την ύπαρξή τους, και είμαστε όλοι τυχεροί που κάτι τέτοιο δεν συνέβη και σε εμάς. Επίσης, όπως φαίνεται από τους όμοιους διδύμους (που αποχωρίζονται μετά τη γονιμοποίηση), η προσωπική ταυτότητα είναι κάτι περισσότερο από τα γονίδιά μας. Ωστόσο, η στιγμή κατά την οποία ένα συγκεκριμένο σπερματοζωάριο διείσδυσε σε ένα συγκεκριμένο ωάριο υπήρξε, από τη δική σας ιδιωτική σκοπιά, μια στιγμή μεθυστικά μοναδική για τον εαυτό σας. Ήταν η στιγμή που η πιθανότητα να μην γίνετε άνθρωπος μειώθηκε από αστρονομικά μεγέθη σε μονοψήφιο αριθμό.

Η κλήρωση αρχίζει πριν από τη σύλληψή μας. Οι γονείς σας έπρεπε να συνευρεθούν’, ενώ η σύλληψη του καθενός απ’ αυτούς ήταν το ίδιο απίθανη όσο και η δική σας. Και πάει λέγοντας για τους τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες και τους οκτώ προπάππους και προγιαγιάδες σας, μέχρι εκεί που δεν’ αντέχει κανείς να σκεφθεί. Ο Ντέσμοντ Μόρις (Desmond Morris) ανοίγει την’ αυτοβιογραφία. του Animal Days (1979) με χαρακτηριστικά ζωηρό πνεύμα:

Ο Ναπολέων τα ξεκίνησε όλα. Αν δεν ήταν εκείνος, δεν θα βρισκόμουν εδώ τώρα γράφοντας αυτά να λόγια… διότι μια οβίδα του, που εκτοξεύτηκε κατά τον ιβηρικό πόλεμο, έκοψε το χέρι τον προ-προπάππου μου James Morris, αλλάζοντας ολόκληρη την πορεία της οικογενειακής μου ιστορίας.

Ο Μόρις περιγράφει πως η υποχρεωτική αλλαγή καριέρας του προγόνου του είχε διάφορα σωρευτικά αποτελέσματα, με απόγειο το δικό του ενδιαφέρον για τη φυσική ιστορία. Αλλά στ' αλήθεια δεν χρειάζεται να ανησυχεί. Εδώ δεν υπάρχει “ίσως” Ασφαλώς και οφείλει την ίδια την ύπαρξή του στον Ναπολέοντα. Όπως ακριβώς και εγώ και εσείς. Ο Ναπολέων δεν χρειαζόταν να τσακίσει το χέρι του James Morris για να σφραγίσει τη μοίρα του νεαρού Ντέσμοντ, τη δική σας, αλλά και τη δική μου. Οχι μόνον ο Ναπολέων, αλλά και ο πιο ταπεινός αγρότης του Μεσαίωνα θα αρκούσε να φταρνιστεί για να επηρεάσει κάτι που άλλαξε κάτι άλλο, το οποίο, μετά από μια μακρόσυρτη αλυσιδωτή αντίδραση, είχε τη συνέπεια κάποιος από τους παρ’ ολίγον προγόνους σας να μην γίνει πρόγονός σας. αλλά να γίνει πρόγονος κάποιου άλλου. Δεν αναφέρομαι στη “θεωρία του χάους”, ή στην εξίσου της μόδας “θεωρία της πολυπλοκότητας”, αλλά απλώς και μόνα στην κοινή στατιστική των σχέσεων αιτίου και αιτιατού. Η κλωστή των ιστορικών γεγονότων από τα οποία κρέμεται η ύπαρξή μας είναι απίστευτα λεπτή.

Αν συγκριθεί με την άγνωστη σε μας χρονική διάρκεια, ω Βασιλιά, η τωρινή ζωή των ανθρώπων στη γη μοιάζει με το πέταγμα ενός σπουργιτιού μέσα στην αίθουσα όπου κάθεστε το χειμώνα με τους λοχαγούς και με τους υπουργού σας. Μπαίνοντας από μια πόρτα και βγαίνοντας από μιαν άλλη προστατεύεται από τη χειμωνιάτικη θύελλα όσο βρίσκεται μέσα. Αλλά αυτό το σύντομο διάστημα ηρεμίας τελειώνει σε μια στιγμή και το σπουργίτι επιστρέφει στο χειμώνα απ' όπου ήρθε, και χάνεται απ’ τα μάτια σας. Η ζωή του ανθρώπου είναι παρόμοια το τι έπεται ή το τι προηγήθηκε, δεν το γνωρίζουμε καθόλου.

THE VENERABLE BEDE,A History of the English Church and People (731)

Ιδού άλλος ένας λόγος που είμαστε τυχεροί. Το σύμπαν έχει ηλικία μεγαλύτερη των εκατό εκατομμυρίων αιώνων. Μέσα σε αντίστοιχο χρόνο στο μέλλον, ο ήλιος θα διογκωθεί, σχηματίζοντας έναν κόκκινο γίγαντα που θα καταπιεί τη γη. Κάθε αιώνας των εκατοντάδων αυτών εκατομμυρίων υπήρξε στον καιρό του, ή θα υπάρξει όταν έρθει η ώρα του, ο “τωρινός αιώνας”. Είναι ενδιαφέρον ότι ορισμένοι φυσικοί δεν ενστερνίζονται την ιδέα ενός “κινούμενου παρόντος”, και την θεωρούν υποκειμενικό φαινόμενο, για το οποίο δεν βρίσκεται οικείος χώρος στις εξισώσεις τους. Το επιχείρημά μου είναι όντως υποκειμενικό. Μου φαίνεται, αλλά νομίζω πως φαίνεται και σε εσάς, ότι το παρόν κινείται από το παρελθόν προς το μέλλον σα μια μικρή δέσμη φωτός που πορεύεται κατά μήκος μιας γιγάντιας κλίμακας χρόνου. Οτιδήποτε-βρίσκεται πίσω από τη δέσμη είναι στο σκοτάδι, το σκοτάδι του νεκρού παρελθόντος. Οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά από τη δέσμη είναι στο σκοτάδι του άγνωστου μέλλοντος. Η πιθανότητα ο αιώνας μας να βρεθεί στο φως της δέσμης είναι η ίδια με την πιθανότητα που έχει μια δεκάρα, αν την πετάξουμε τυχαία, να προσγειωθεί πάνω σε ένα συγκεκριμένο μυρμήγκι, το οποίο μπουσουλάει κάπου κατά μήκος του δρόμου που συνδέει τη Νέα Υόρκη με το Σαν Φρανσίσκο. Με άλλα λόγια, είναι συντριπτικά πιθανό να είστε νεκρός.

Παρά την πιθανότητα αυτή, παρατηρείτε ότι πράγματι είστε ζωντανός. Εκείνοι που η φωτεινή δέσμη τους έχει ήδη ξεπεράσει. όπως και εκείνοι τους οποίους η φωτεινή δέσμη δεν έχει ακόμη φθάσει, δεν είναι σε θέση να διαβάσουν βιβλία. Είμαι εξίσου τυχερός που βρίσκομαι σε θέση να γράψω ένα, αν και μπορεί να μην βρίσκομαι εδώ όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Στην ουσία, μάλλον προτιμάω να έχω πεθάνει όταν εσείς θα τις διαβάζετε. Μην με παρεξηγήσετε. Αγαπώ τη ζωή και εύχομαι να συνεχίσω να ζω ακόμη για πολλά χρόνια, αλλά κάθε συγγραφέας θέλει το έργο του να αγγίζει όσο γίνεται περισσότερους αναγνώστες.

Ρίτσαρντ Ντόκινς, Υφαίνοντας το ουράνιο τόξο

Η Ανάσταση του Λαζάρου

Ανάσταση του Λαζάρου (Κατά Ιωάννην, 11: 1-44)

Το πιο εντυπωσιακό θαύμα ίσως και το πιο γνωστό, αλλά το είδε και το έγραψε μόνο ένας, ο Ιωάννης! Οι υπόλοιποι δεν το αναφέρουν καν, μάλλον δεν θα ήταν και πολύ σπουδαίο. Η ιστορία είναι γνωστή:

Ο Ιησούς βρίσκεται “40 Καὶ ἀπῆλθε πάλιν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὸν τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ.”, που είναι αυτό; 28 Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἦν Ἰωάννης βαπτίζων (1:28) δηλαδή στην Βηθανία, δηλαδή στο ίδιο μέρος ακριβώς με τον Λάζαρο και τις αδερφές του. Ο Ιησούς χρονοτριβεί για να περάσουν δύο ημέρες για να μας πει ότι κάπως έτσι θα αναστηθεί και ο ίδιος, μετά θέλει να ξαναπάει στην Ιερουσαλήμ (15 στάδια απόσταση = 2,5 χιλ x2 =5 χιλ = μίαμιση ώρα περπάτημα να πάει και να έρθει), αλλά τελικά καθυστερεί 4 ημέρες.

Παρά την καθυστέρηση, όταν έφθασε δάκρυσε. Υπάρχει μια υποψία ότι ο Λάζαρος είναι ο ίδιος ή σε άμεση σχέση με τον Σίμωνα τον Λεπρό (Κατά Ματθαίον, 26: 6 – Κατά Μάρκον, 14: 3 – Κατά Ιωάννην, 12: 1), που φαίνεται ότι ίσως σαν πρώην “λεπρός” έχει παίξει και σε άλλο θαύμα.

Εδώ υπάρχουν μερικά σημαντικά σημεία, πέρα από την άγνοια των υπολοίπων ευαγγελιστών, που ο ένας ήταν μαθητής άρα υποτίθεται παρών:

1. Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Ιησού, δεν ήταν άσχετος, και πολύ πιθανόν να είχε παίξει και σε άλλα θαύματα όπως είδαμε.
2. Όταν ο Ιησούς πήρε το μήνυμα της ασθενείας, στην ουσία προαναγγέλλει την ανάσταση, μολονότι ο Λάζαρος δεν έχει ακόμα πεθάνει. (“Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι’ αὐτῆς”).
3. Ο Ιησούς επίσης χρονοτριβεί συνολικά τέσσερεις μέρες μέχρι να πάει στον Λάζαρο να τον αναστήσει.
4. Όταν φθάνει ο Ιησούς, μαθαίνουμε ότι ο Λάζαρος είναι ήδη τέσσερις μέρες νεκρός!
5. Αν και Θεός ο Ιησούς δεν ξέρει που είναι ο τάφος και ρωτάει.
6. Μόλις ο Ιησούς λέει την γνωστή φράση, ο νεκρός, αν και “νεκρός” ακούει, ξυπνάει και μόνος του σηκώθηκε από το μνήμα και αν και ήταν δεμένος με τα σάβανα, μπόρεσε, όχι μόνο να σηκωθεί, αλλά και να βγει από τον τάφο (με δεμένα πόδια!) και αφού βγήκε του έβγαλαν τα σάβανα. Ο Ιωάννης δεν εξηγεί πως έγινε αυτό το “εξήλθεν”. Ύπτατο, σερνόταν, περπάτησε στα πέλματα, διακτινίστηκε; Άλλο ένα σημείο είναι η Μάρθα, αν και είναι του περίγυρου του Ιησού, αν και έχει ακούσει (αφού η ίδια μιλάει για την ανάσταση των νεκρών) και προφανώς δει ή έχει μάθει από πρώτο χέρι έναν σωρό θαύματα και αναστάσεις (ήδη έχουμε ακούσει άλλες δύο, άσχετα αν διαφεύγουν του Ιωάννη) προφανώς και πολλά άλλα θαύματα, και ο Ιησούς την αγαπά πολύ όπως λέγεται, αν και αυτή τον κάλεσε, αν και ήδη είπε ότι πιστεύει απόλυτα τον Ιησού ότι αυτός είναι η ανάσταση και ο αδερφός της θα αναστηθεί, όταν ο Ιησούς ζητάει να ανοίξουν τον τάφο, φέρνει εν ήδη αντιρρήσεως την φράση “Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι”.

Γιατί έγινε όλο αυτό το τραβηγμένο σενάριο; Μα το λέει ευθαρσώς: “Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. 42 ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.”. Μια παράσταση δηλαδή για να πιστέψουν οι παρόντες, με τελικό σκοπό φυσικά τους εύπιστους αναγνώστες.

Το συγκεκριμένο θαύμα είναι αντιγραφή από την ανάσταση του Όσιρι από τον Όρο και έχει και τα σχετικά κείμενα παράλληλα. Επίσης αναφέρει ότι ο Λακτάνιος (250-325 κ.ε.) που καταγράφει και σχολιάζει τα θαύματα του Ιησού δεν αναφέρει καμία από τις τρεις σήμερα γνωστές αναστάσεις που φέρεται να έκανε, άρα πιθανόν να εισήχθησαν στα ευαγγέλια μεταξύ 3ου και 4ου αι. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται επί πλέον σχόλια, τα συμπεράσματα δικά σας. Το γεγονός ότι δεν το είδαν και το σημείωσαν οι άλλοι τρεις ευαγγελιστές επιπλέον, λέει πολλά.

Οι Μάρκος και Ματθαίος, όπως αναφέρουν και τα σχετικά χωρία για το επόμενο συμβάν (Κατά Ματθαίον, 26: 6 – Κατά Μάρκον, 14: 3), αναφέρουν ότι ο Ιησούς πήγε στο σπίτι του Σίμωνος του Λεπρού και εκεί ήταν η Μάρθα με τα πανάκριβα αρώματα και το σχετικό μπάνιο και αγνοείται πλήρως η ιστορία του Λαζάρου. Σε αντίθεση με τον Ιωάννη (Κατά Ιωάννην, 12: 1) που το θυμίζει, αφού είναι και ο μόνος που δείχνει να γνωρίζει το υποτιθέμενο συμβάν, ότι η Μάρθα με τα αρώματα ήταν η αδερφή του Λάζαρου. Αντίστοιχα, ο Λουκάς αγνοεί και τον Λάζαρο αλλά και το επόμενο συμβάν με την Μάρθα και τα πανάκριβα αρώματα. Η Μάρθα με την αδερφή της, εμφανίζεται μόνο μία φορά στον Λουκά, σε άσχετο σημείο (Κατά Λουκάν, 10: 38-42), χωρίς Λάζαρο πλυσίματα, αρώματα αναστάσεις κ.λπ.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

8.3.6. Το τέλος της Ελληνιστικής τέχνης και η επιστροφή στα κλασικά πρότυπα


Γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. παρατηρούμε μιαν αλλαγή στην τέχνη και ιδιαίτερα στη γλυπτική: το ελληνιστικό μπαρόκ χάνει σιγά σιγά τον δυναμισμό του και αρχίζουν να εμφανίζονται έργα πιο ήρεμα και στατικά, που περιέχουν αναφορές στην τέχνη της κλασικής εποχής, δηλαδή του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. Ένα πρώιμο δείγμα της νέας αυτής κλασικίζουσας αισθητικής είναι ένα μεγάλο άγαλμα της Αθηνάς από το Πέργαμον, που χρονολογείται στα χρόνια του μεγάλου βωμού του Δία. Παρά τις χαρακτηριστικές για την εποχή του πλούσιες πτυχώσεις του ενδύματος, το άγαλμα αυτό είναι στην πραγματικότητα μια κάπως ελεύθερη επανάληψη της περίφημης χρυσελεφάντινης Αθηνάς Παρθένου του Φειδία. Στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. και ακόμη περισσότερο στον 1ο αιώνα π.Χ. ο κλασικισμός, αν και δεν επικρατεί εντελώς, γίνεται η κυρίαρχη τεχνοτροπία.

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα νέας δημιουργίας που συμβαδίζει με τα αισθητικά πρότυπα της κλασικής τέχνης είναι η Αφροδίτη της Μήλου, που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου και είναι ένα από τα πιο γνωστά παγκοσμίως αρχαία, ελληνικά γλυπτά. Το άγαλμα το ανακάλυψε τυχαία ένας χωρικός το 1820 και η αποκάλυψή του ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια ενός Γάλλου αξιωματικού του ναυτικού που έτυχε να βρίσκεται στο νησί. Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη ενημερώθηκε για το εύρημα, αγόρασε το έργο και φρόντισε να μεταφερθεί με πολεμικό πλοίο στη Γαλλία. Το γυμνό και το ντυμένο τμήμα του αγάλματος είναι δουλεμένα από διαφορετικό μάρμαρο και συνδέονται με γόμφους. Χωριστά δουλεμένος ήταν και ο δεξιός βραχίονας, που κατευθυνόταν προς τα κάτω, με το χέρι να συγκρατεί πιθανότατα το ιμάτιο. Κατά την ανασκαφή βρέθηκε και το αριστερό άκρο χέρι του αγάλματος, που κρατάει ένα μήλο, το βραβείο που έδωσε στην Αφροδίτη ο Πάρις όταν την έκρινε ως την ομορφότερη από τις θεές. Το άγαλμα χρονολογείται στα χρόνια 130-100 π.Χ. και το χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν αναπτύσσεται στον χώρο όπως τα παλαιότερα ελληνιστικά γλυπτά, αλλά έχει μία κύρια όψη· ήταν άλλωστε στημένο σε μια κόγχη, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι η πίσω όψη του είναι αδρά δουλεμένη. Ενδεικτικό για την τεχνοτροπία της εποχής είναι ότι το στήσιμο και η δομή του έργου, αλλά και κάποια επιμέρους στοιχεία όπως η κόμμωση, παραπέμπουν σε δημιουργίες της κλασικής εποχής και συγκεκριμένα του 4ου αιώνα π.Χ. Το άγαλμα της Αφροδίτης ήταν πιθανότατα έργο ενός Αλεξάνδρου Αντιοχέως, του οποίου το όνομα ήταν χαραγμένο σε μια χαμένη σήμερα βάση που βρέθηκε μαζί. Σύγχρονο περίπου με την Αφροδίτη της Μήλου είναι ένα άγαλμα του Ποσειδώνα, επίσης από τη Μήλο, που βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Και σε αυτό το έργο διακρίνουμε τον τονισμό της κύριας όψης και την αναφορά σε κλασικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν τα έργα της όψιμης ελληνιστικής εποχής.

Από το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ. ο κλασικισμός εδραιώνεται στην ελληνική τέχνη και οι γλύπτες αρχίζουν πλέον να κατασκευάζουν όχι μόνο μιμήσεις των έργων της κλασικής εποχής, αλλά και πιστά αντίγραφα. Παράλληλα αναπτύσσεται και μια εκλεκτική τεχνοτροπία, η οποία οδηγεί στη δημιουργία νέων έργων με χαρακτηριστικά δανεισμένα από διάφορες παλαιότερες δημιουργίες που θεωρούνταν αξεπέραστα αριστουργήματα. Αυτή την αισθητική, που θα επικρατήσει και στη ρωμαϊκή περίοδο, την περιγράφει γλαφυρά τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο Λουκιανός σε έναν διάλογο ανάμεσα σε δύο φανταστικά πρόσωπα, τον Λυκίνο και τον Πολύστρατο (Εικόνες 20.5-6):

«ΛΥΚΙΝΟΣ: Έτσι λοιπόν, από όλα αυτά τα έργα, διαλέγοντας ό,τι καλύτερο έχει το καθένα, θα συνθέσω, όσο μπορώ, μια εικόνα και θα τη φέρω μπροστά στα μάτια σου.

ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ: Και πώς θα το κάνεις αυτό;

ΛΥΚΙΝΟΣ: Δεν είναι δύσκολο, Πολύστρατε, αν στη συνέχεια αφήσουμε τον λόγο να περιγράψει τις εικόνες και του επιτρέψουμε να τις στολίσει και να τις συνθέσει και να τις συναρμολογήσει όσο πιο όμορφα μπορεί, διατηρώντας ταυτόχρονα το μείγμα των στοιχείων και την ποικιλομορφία.

ΠΟΛΥΣΤΡΑΤΟΣ: Καλά λες· ας τις περιγράψει λοιπόν να δούμε. Γιατί θέλω να ξέρω πώς θα τις χρησιμοποιήσει και με ποιο τρόπο θα δημιουργήσει, συνθέτοντας στοιχεία από τόσο πολλές, μία μόνο που δεν θα απογοητεύει.

ΛΥΚΙΝΟΣ: Κοίτα τον λοιπόν που σου επιτρέπει να δεις την εικόνα να σχηματίζεται συναρμολογώντας την έτσι: από την Αφροδίτη της Κνίδου θα πάρει μόνο το κεφάλι, γιατί το υπόλοιπο σώμα, που είναι γυμνό, δεν του χρειάζεται. Όσο για τα μαλλιά και το μέτωπο και τα καλλίγραμμα φρύδια, θα τα αφήσει όπως τα έφτιαξε ο Πραξιτέλης. Επίσης και το υγρό βλέμμα μαζί με τη χαρούμενη και ευχάριστη έκφραση θα τα κρατήσει όπως τα ήθελε ο Πραξιτέλης. Τα ζυγωματικά μήλα όμως και το πρόσωπο θα τα πάρει από τον Αλκαμένη και την Αφροδίτη ἐν κήποις. Το ίδιο και τα άκρα χέρια και τις σωστές αναλογίες των καρπών και το ωραίο σχήμα των δαχτύλων που λεπταίνουν στις άκρες, και αυτά θα τα πάρει από την ἐν κήποις. Το περίγραμμα του προσώπου πάλι και τα μαλακά μάγουλα και τη συμμετρική μύτη θα μας τα δώσει η Λημνία και ο Φειδίας· ο ίδιος θα μας δώσει και τη θέση του στόματος, που θα την πάρει από την Αμαζόνα. Η Σωσάνδρα και ο Κάλαμις θα τη στολίσουν με σεμνότητα και το χαμόγελό της θα είναι σεμνό και αδιόρατο όπως αυτό που έχει εκείνη. Επιπλέον θα πάρει από τη Σωσάνδρα την ίσια στάση και την κόσμια ενδυμασία, μόνο που η δική μας θα έχει ξεσκέπαστο το κεφάλι. Όσο για την ηλικία της, θα πρέπει να είναι ίδια ακριβώς με εκείνη της Κνιδίας· ας το υπολογίσουμε και αυτό σύμφωνα με τον Πραξιτέλη.

Τι νομίζεις λοιπόν Πολύστρατε; Θα είναι όμορφη η εικόνα μας;»

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1103b26–1104b3

(ΑΡΙΣΤ ΗΝικ 1103a14–1107a26: Η ἠθική αρετή) Μια καίρια επισήμανση: η μεσότητα αποτελεί εχέγγυο για τις ηθικές αρετές

Ἐπεὶ οὖν ἡ παροῦσα πραγματεία οὐ θεωρίας ἕνεκά
ἐστιν ὥσπερ αἱ ἄλλαι (οὐ γὰρ ἵνα εἰδῶμεν τί ἐστιν ἡ ἀρετὴ
σκεπτόμεθα, ἀλλ’ ἵν’ ἀγαθοὶ γενώμεθα, ἐπεὶ οὐδὲν ἂν ἦν
ὄφελος αὐτῆς), ἀναγκαῖον ἐπισκέψασθαι τὰ περὶ τὰς
(30) πράξεις, πῶς πρακτέον αὐτάς· αὗται γάρ εἰσι κύριαι καὶ
τοῦ ποιὰς γενέσθαι τὰς ἕξεις, καθάπερ εἰρήκαμεν. τὸ μὲν οὖν
κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον πράττειν κοινὸν καὶ ὑποκείσθω —ῥηθή-
σεται δ’ ὕστερον περὶ αὐτοῦ, καὶ τί ἐστιν ὁ ὀρθὸς λόγος,
καὶ πῶς ἔχει πρὸς τὰς ἄλλας ἀρετάς. ἐκεῖνο δὲ προδιο-
[1104a] μολογείσθω, ὅτι πᾶς ὁ περὶ τῶν πρακτῶν λόγος τύπῳ
καὶ οὐκ ἀκριβῶς ὀφείλει λέγεσθαι, ὥσπερ καὶ κατ’ ἀρχὰς
εἴπομεν ὅτι κατὰ τὴν ὕλην οἱ λόγοι ἀπαιτητέοι· τὰ δ’ ἐν
ταῖς πράξεσι καὶ τὰ συμφέροντα οὐδὲν ἑστηκὸς ἔχει, ὥσ-
(5) περ οὐδὲ τὰ ὑγιεινά. τοιούτου δ’ ὄντος τοῦ καθόλου λόγου,
ἔτι μᾶλλον ὁ περὶ τῶν καθ’ ἕκαστα λόγος οὐκ ἔχει τἀκρι-
βές· οὔτε γὰρ ὑπὸ τέχνην οὔθ’ ὑπὸ παραγγελίαν οὐδεμίαν
πίπτει, δεῖ δ’ αὐτοὺς ἀεὶ τοὺς πράττοντας τὰ πρὸς τὸν και-
ρὸν σκοπεῖν, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ἔχει καὶ τῆς
(10) κυβερνητικῆς. ἀλλὰ καίπερ ὄντος τοιούτου τοῦ παρόντος
λόγου πειρατέον βοηθεῖν. πρῶτον οὖν τοῦτο θεωρητέον, ὅτι
τὰ τοιαῦτα πέφυκεν ὑπ’ ἐνδείας καὶ ὑπερβολῆς φθείρε-
σθαι, (δεῖ γὰρ ὑπὲρ τῶν ἀφανῶν τοῖς φανεροῖς μαρτυρίοις
χρῆσθαι) ὥσπερ ἐπὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ὑγιείας ὁρῶμεν·
(15) τά τε γὰρ ὑπερβάλλοντα γυμνάσια καὶ τὰ ἐλλείποντα
φθείρει τὴν ἰσχύν, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ ποτὰ καὶ τὰ σιτία
πλείω καὶ ἐλάττω γινόμενα φθείρει τὴν ὑγίειαν, τὰ δὲ
σύμμετρα καὶ ποιεῖ καὶ αὔξει καὶ σῴζει. οὕτως οὖν καὶ
ἐπὶ σωφροσύνης καὶ ἀνδρείας ἔχει καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν.
(20) ὅ τε γὰρ πάντα φεύγων καὶ φοβούμενος καὶ μηδὲν ὑπο-
μένων δειλὸς γίνεται, ὅ τε μηδὲν ὅλως φοβούμενος ἀλλὰ
πρὸς πάντα βαδίζων θρασύς· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ μὲν πά-
σης ἡδονῆς ἀπολαύων καὶ μηδεμιᾶς ἀπεχόμενος ἀκόλα-
στος, ὁ δὲ πᾶσαν φεύγων, ὥσπερ οἱ ἄγροικοι, ἀναίσθητός
(25) τις· φθείρεται δὴ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀνδρεία ὑπὸ τῆς
ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως, ὑπὸ δὲ τῆς μεσότητος σῴ-
ζεται. ἀλλ’ οὐ μόνον αἱ γενέσεις καὶ αὐξήσεις καὶ αἱ
φθοραὶ ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν γίνονται, ἀλλὰ
καὶ αἱ ἐνέργειαι ἐν τοῖς αὐτοῖς ἔσονται· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν
(30) ἄλλων τῶν φανερωτέρων οὕτως ἔχει, οἷον ἐπὶ τῆς ἰσχύος·
γίνεται γὰρ ἐκ τοῦ πολλὴν τροφὴν λαμβάνειν καὶ πολ-
λοὺς πόνους ὑπομένειν, καὶ μάλιστα ἂν δύναιτ’ αὐτὰ ποιεῖν
ὁ ἰσχυρός. οὕτω δ’ ἔχει καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν· ἔκ τε γὰρ
τοῦ ἀπέχεσθαι τῶν ἡδονῶν γινόμεθα σώφρονες, καὶ γενό-
(35) μενοι μάλιστα δυνάμεθα ἀπέχεσθαι αὐτῶν· ὁμοίως δὲ
[1104b] καὶ ἐπὶ τῆς ἀνδρείας· ἐθιζόμενοι γὰρ καταφρονεῖν τῶν φο-
βερῶν καὶ ὑπομένειν αὐτὰ γινόμεθα ἀνδρεῖοι, καὶ γενό-
μενοι μάλιστα δυνησόμεθα ὑπομένειν τὰ φοβερά.

***
Επειδή η παρούσα μελέτη δεν γίνεται χάριν της θεωρίας, καθώς αι άλλαι (διότι δεν ερευνώμεν διά να μάθωμεν τί είναι η αρετή, αλλά διά να γίνωμεν ενάρετοι, διότι άλλως ουδέν όφελος θα προέκυπτεν εξ αυτής), παρίσταται ανάγκη να σκεφθώμεν διά τας (30) πράξεις κατά ποίον τρόπον πρέπει να εκτελούνται. Διότι αυταί καθορίζουν το ποιόν των ψυχικών καταστάσεών μας, καθώς αναφέραμεν. Λοιπόν το ότι οφείλομεν να ενεργούμεν σύμφωνα με τον ορθόν λόγον, είναι κοινώς παραδεδεγμένον αξίωμα. Ας το δεχθώμεν λοιπόν ως αφετηρίαν. Εν συνεχεία δε θα είπωμεν, όσον αφορά το ζήτημα τούτο, εις τι έγκειται ο ορθός λόγος και ποιαν σχέσιν έχει ούτος προς τας λοιπάς αρετάς. [1104a] Δέον όμως να δεχθώμεν εκ των προτέρων, ότι πάσα θεωρία περί της (ηθικής) δράσεώς μας δεν πρέπει να είναι παρά γενική και κεφαλαιώδης, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, δηλαδή ότι αι αξιώσεις διά μίαν διευκρίνησιν πρέπει να κατευθύνωνται αναλόγως της εκάστοτε εξεταζομένης ύλης. Ό,τι όμως ανήκει εις την σφαίραν της ηθικής δράσεως και ό,τι είναι συμφέρον εις την ζωήν δεν έχει καμμίαν σταθερότητα, (5) καθώς δεν έχει τοιαύτην και ό,τι αφορά τα της υγείας. Και αν είναι τοιούτος ο γενικός ορισμός, πολύ περισσότερον ανακριβής τυγχάνει ο ορισμός των λεπτομερειών, διότι δεν υπάγεται ούτε εις τέχνην τινά ούτε εις οδηγίαν. Πρέπει λοιπόν αυτοί οι ίδιοι οι ενεργούντες να συγκεντρώνουν εκάστοτε την προσοχήν αυτών εις την επίκαιρον (την κρίσιμον) στιγμήν, καθώς γίνεται εις την ιατρικήν και την (10) διεύθυνσιν πλοίου. Αλλά, μολονότι η παρούσα μελέτη είναι τοιαύτης φύσεως, πρέπει να προσπαθήσωμεν ν' αντιμετωπίσωμεν την δυσκολίαν.

Εν πρώτοις, πρέπει να παρατηρήσωμεν, ότι τοιούτου είδους ενέργειαι καταστρέφονται και συνεπεία ελλείψεως και λόγω υπερβολής (διότι πρέπει να επικαλούμεθα διά τα άλυτα ζητήματα το κύρος των γνωστών), καθώς βλέπομεν, ότι κάμνουν οι άνθρωποι διά την ρώμην και την υγείαν. (15) Διότι και τα υπερβολικά γυμνάσια και τα ελλιπή φθείρουν την (σωματικήν) δύναμιν, ομοίως δε και η υπέρμετρος ή ελλιπής χρήσις ποτών και τροφών καταστρέφει την υγείαν, ενώ η με λογικόν μέτρον χρησιμοποίησίς των την στερεώνουν και την αυξάνουν και την διασώζουν. Το αυτό συμβαίνει και όσον αφορά την σωφροσύνην, την ανδρείαν και τας άλλας αρετάς. (20) Διότι και όστις, υπό φόβου καταλαμβανόμενος, τρέπεται εις φυγήν και εις ουδέν ανθίσταται, γίνεται δειλός, ενώ εκείνος, όστις δεν φοβείται τίποτε και προχωρεί εναντίον οιουδήποτε, γίνεται θρασύς, ομοίως δε και εκείνος, όστις απολαμβάνει όλας τα ηδονάς και δεν αποφεύγει καμμίαν, γίνεται ακόλαστος. Και εκείνος, όστις τας αποφεύγει όλας, καθώς οι χωρικοί, είναι προφανώς αναίσθητος. (25) Η σωφροσύνη λοιπόν και η ανδρεία φθείρονται από την υπερβολήν και την έλλειψιν, ενώ η τήρησις λογικού μέτρου τας διασώζει. Αλλ' όχι μόνον αι γενέσεις, αι αυξήσεις και αι καταστροφαί γεννώνται εκ των αυτών και διά των αυτών αιτίων, αλλά και αι δρώσαι δυνάμεις μας θα εμφανισθούν διεπόμεναι υπό των αυτών συνθηκών. (30) Διότι το ίδιον συμβαίνει και εις περισσότερον συγκεκριμένας περιπτώσεις, λόγου χάριν εις την σωματικήν δύναμιν. Δηλαδή η δύναμις αυτή δημιουργείται μεν εκ της προσλήψεως πολλής τροφής και εκ της ασκήσεως να υπομένη κανείς πολλούς κόπους, αλλά ταύτα είναι πάλιν ικανός να εκτελή περισσότερον ο ρωμαλέος. Ούτως έχει το πράγμα και όσον αφορά τας αρετάς. Διότι, με το να απέχωμεν από τας ηδονάς, γινόμεθα σώφρονες, (35) και αφού γίνομεν τοιούτοι, είμεθα ικανοί να απέχωμεν με περισσοτέραν ευκολίαν. Το αυτό ισχύει [1104b] και διά την ανδρείαν. Διότι, συνηθίζοντες να περιφρονούμεν τους κινδύνους και να τους αναμένωμεν ατάραχοι, γινόμεθα ανδρείοι, και αφού γίνωμεν τοιούτοι, θα ημπορούμεν ν' αντιμετωπίζωμεν τους κινδύνους ευκολώτατα.