Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Ι. Από την Τέχνη (γραμματική) του Διονυσίου του Θρακός (2ος αι. π.Χ.) τη "μητέρα όλων των ευρωπαϊκών γραμματικών"

Περί ὀνόματος

Ὄνομά ἐστι μέρος λόγου πτωτικόν, σῶμα ἤ πρᾶγμα σημαῖνον, σῶμα μὲν οἷον λίθος, πρᾶγμα δὲ οἷον παιδεία, κονῶς τε καὶ ἰδίως λεγόμενον, κοινῶς μὲν οἷον ἄνθρωπος, ἵππος, ἰδίως δὲ οἷον Σωκράτης. - Παρέπεται δὲ τῷ ὀνόματι πέντε· γένη, εἴδη, σχήματα, ἀριθμοί, πτώσεις.
Γένη μὲν οὖν…
Εἴδη δὲ δύο, πρωτότυπον καὶ παράγωγον. Πρωτότυπον μὲν οὖν ἐστι τὸ κατὰ τὴν πρώτην θέσιν λεχθέν, οἷον γῆ. Παράγωγον δὲ τὸ ἀφ' ἑτέρου τὴν γένεσιν ἐσχηκός, οἷον γαιήϊος.
Εἴδη δὲ παραγώγων ἐστὶν ἑπτά· πατρωνυμικόν, κτητικόν, συγκριτικόν, ὑπερθετικόν, ὑποκοριστικόν, παρώνυμον, ῥηματικόν.
1. Πατρωνυμικὸν μὲν οὖν ἐστι κυρίως τὸ (άλλη γραφή: τὸ κυρίως) ἀπὸ πατρὸς ἐσχηματισμένον, καταχρηστικῶς δὲ καὶ τὸ ἀπὸ προγόνων, οἷον Πηλείδης, Αἰακίδης ὁ Ἀχιλλεύς. - Τύποι δὲ τῶν πατρωνυμικῶν ἀρσενικῶν μὲν τρεῖς, ὁ εἰς δ̄η̅ς̅, ὁ εἰς ω̄̅ν̅, ὁ εἰς α̅δ̅ι̅ο̅ς̅, οἷον Ἀτρείδης, Ἀτρείων, καὶ ὁ Αἰολέων ἴδιος τύπος Ὑρράδιος· Ὕρρα γὰρ παῖς ὁ Πιττακός· θηλυκῶν δὲ οἱ ἴσοι τρεῖς, ὁ εἰς ι̅ς̅, οἷον Πριαμίς, καὶ ὁ εἰς α̅ς̅ οἷον Πελιάς, καὶ ὁ εἰς ν̅η̅̄, οἷον Ἀδρηστίνη. - Ἀπὸ δὲ μητέρων οὐ σχηματίζει πατρωνυμικὸν ὁ Ὅμηρος, ἀλλ' οἱ νεώτεροι.
2. Κτητικὸν δὲ ἐστι τὸ ὑπὸ τὴν κτῆσιν πεπτωκός, ἐμπεριειλημμένου τοῦ κτήτορος, οἷον Νηλήϊοι ἵπποι, Ἑκτόρεος χιτών, Πλατωνικόν βιβλίον.
3. Συγκριτικὸν δέ ἐστι…
4. Ὑπερθετικὸν δέ ἐστι…
5. Ὑποκοριστικὸν δέ ἐστι τὸ μείωσιν τοῦ πρωτοτύπου ἀσυγκρίτως δηλοῦν, οἷον ἀνθρωπίσκος, λίθαξ, μειρακύλλιον.
6. Παρώνυμον δέ ἐστι τὸ παρ' ὄνομα ποιηθέν, οἷον Θέων, Τρύφων.
7. Ῥηματικὸν δέ ἐστι τὸ ἀπὸ ῥήματος παρηγμένον, οἷον Φιλήμων, Νοήμων. Σχήματα δὲ ὀνομάτων ἐστὶ τρία, ἁπλοῦν, σύνθετον, παρασύνθετον· ἁπλοῦν μὲν οἷον Μέμνων, σύνθετον δὲ οἷον Ἀγαμέμνων, παρασύνθετον δὲ οἷον Ἀγαμεμνονίδης, Φιλιππίδης. - Τῶν δὲ συνθέτων διαφοραί εἰσι τέσσαρες· ἅ μὲν γὰρ αὐτῶν εἰσιν ἐκ δύο τελείων, ὡς Χειρίσοφος, ἅ δὲ ἐκ δύο ἀπολειπόντων, ὡς Σοφοκλῆς, ἅ δὲ ἐξ ἀπολείποντος καὶ τελείου, ὡς Φιλόδημος, ἅ δὲ ἐκ τελείου καὶ ἀπολείποντος, ὡς Περικλῆς.
Ἀριθμοὶ τρεῖς…
Πτώσεις ὀνομάτων εἰσὶ πέντε…

Περὶ ῥήματος

Ῥῆμά ἐστι λέξις ἄπτωτος, ἐπιδεκτικὴ χρόνων τε καὶ προσώπων καὶ ἀριθμῶν, ἐνέργειαν ἤ πάθος παριστᾶσα. Παρέπεται δὲ τῷ ῥήματι ὀκτώ· ἐγκλίσεις, διαθέσεις, εἴδη, σχήματα, ἀριθμοί, πρόσωπα, χρόνοι, συζυγίαι.
Ἐγκλίσεις μὲν οὖν…
Διαθέσεις εἰσὶ τρεῖς…
Εἴδη δὲ δύο, πρωτότυπον καὶ παράγωγον· πρωτότυπον μὲν οἷον ἄρδω, παράγωγον δὲ οἷον ἀρδεύω.
Σχήματα τρία, ἁπλοῦν, σύνθετον, παρασύνθετον· ἁπλοῦν μὲν οἷον φρονῶ, σύνθετον δὲ οἷον καταφρονῶ, παρασύνθετον δὲ οἷον ἀντιγονίζω, φιλιππίζω.
Ἀριθμοὶ τρεῖς…
Πρόσωπα τρία…
Χρόνοι τρεῖς…
Περὶ συζυγίας.
Συζυγία ἐστὶν…

Μετάφραση

Το όνομα

Όνομα είναι ένα κλιτό μέρος του λόγου που δηλώνει ένα σώμα (κάτι συγκεκριμένο), π.χ. πέτρα, ή ένα πράγμα (κάτι αφηρημένο), π.χ. παιδεία, και που χρησιμοποιείται γενικά (ως προσηγορικό), π.χ. άνθρωπος, άλογο, και ειδικά (ως κύριο όνομα), π.χ. Σωκράτης. Τα παρεπόμενα του ουσιαστικού είναι πέντε: γένη, είδη, σχήματα, αριθμοί, πτώσεις.
Υπάρχουν δύο είδη ουσιαστικών, τα αρχικά και τα παράγωγα. Αρχικό ονομάζεται αυτό που χρησιμοποιείται στην αρχική του μορφή, π.χ. γῆ. Παράγωγο αυτό που προέρχεται από κάποιο άλλο, π.χ. γαιήϊος.
Υπάρχουν επτά είδη παράγωγων ουσιαστικών:
1. Πατρωνυμικό ονομάζεται κυρίως το σχηματιζόμενο από το πατρώνυμο, π.χ. Πηλείδης, καταχρηστικά και το παραγόμενο από το όνομα κάποιου προγόνου, π.χ. Αἰακίδης για τον Αχιλλέα. Τα αρσενικά πατρωνυμικά έχουν τρεις τύπους, σε -δης, -ων, -άδιος, π.χ. Ἀτρείδης, Ἀτρείων και ο αιολικός τύπος Ὑρράδιος (= ο Πιττακός, γιος του Ύρρα), τα θηλυκά τους ίδιους τρεις, σε -ίς (Πριαμίς), -άς (Πελιάς), -νη (Ἀδρηστίνη). - Από τα μητρώνυμα ο Όμηρος δεν σχηματίζει πατρωνυμικά, όχι όμως και οι νεότεροι (ποιητές) [1].
2. Κτητικό ονομάζεται ό,τι εντάσσεται στην έννοια "ιδιοκτησία" και εμπεριέχει το όνομα του ιδιοκτήτη, π.χ. Νηλήϊοι ἵπποι κτλ.
3. Συγκριτικό…
4. Υπερθετικό…
5. Υποκοριστικό ονομάζεται το όνομα που, χωρίς να συγκρίνει (ενν. όπως κάνουν τα συγκριτικά και υπερθετικά), δείχνει μείωση της βασικής λέξης, π.χ. ἀνθρωπίσκος κτλ.
6. Μετονοματικό ονομάζεται το ουσιαστικό που δημιουργήθηκε από κάποιο όνομα, π.χ. Θέων (από το θεός), Τρύφων (από το τρυφή).
7. Ρηματικό όνομα ονομάζεται αυτό που παράγεται από ένα ρήμα, π.χ. Φιλήμων, Νοήμων.
Υπάρχουν τρία σχήματα ουσιαστικών, το απλό (Μέμνων), το σύνθετο (Ἀγα-μέμνων), το παρασύνθετο (Ἀγαμεμνον-ίδης, Φιλ-ιππ-ίδης). - Υπάρχουν τέσσερα είδη διαφορετικών συνθέτων: άλλα αποτελούνται από δύο ολόκληρες λέξεις (Χειρί-σοφος), άλλα από δύο ημιτελείς (Σοφο-κλῆς), άλλα από μια ημιτελή και μια ολόκληρη (Φιλό-δημος) και άλλα από μια ολόκληρη και μια ημιτελή (Περι-κλῆς).

Το ρήμα

Ρήμα ονομάζεται μια άκλιτη (δηλαδή χωρίς πτώσεις) λέξη που μπορεί να έχει χρόνους, πρόσωπα και αριθμούς, και που φανερώνει μια ενέργεια ή ένα πάθημα. Τα παρεπόμενα του ρήματος είναι οκτώ: εγκλίσεις, διαθέσεις, είδη, σχήματα, αριθμοί, πρόσωπα, χρόνοι, συζυγίες.
Τα είδη είναι δύο, το πρωτότυπο (ἄρδω) και το παράγωγο (ἀρδεύω).
Τα σχήματα είναι τρία: το απλό (φρονῶ), το σύνθετο (κατα-φρονῶ), το παρασύνθετο (ἀντι-γον-ίζω, φιλ-ιππ-ίζω).
----------------
1. Πρβ. ιδίως Λητοΐδης.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 6. Η έλευση των Ρωμαίων

6.6. Δώσε μου σημείο να σταθώ


Ο ξένος που θα αποφάσιζε να επισκεφθεί την Αθήνα στην ελληνιστική εποχή θα εκπλησσόταν από την ευτέλεια και την ερήμωση πολλών σπιτιών και την κακή ρυμοτομία. Η πόλη είχε αναπτυχθεί πριν από αιώνες με τρόπο φυσικό και δεν διέθετε τα προσχεδιασμένα οικοδομικά τετράγωνα που μπορούσε να βρει κανείς στις νεόδμητες πόλεις. Κρίνοντας από την πρώτη εντύπωση, ο ξένος θα δυσκολευόταν να πειστεί ότι αυτή είναι η δοξασμένη πόλη των Αθηναίων. Αν όμως παρατηρούσε τα δημόσια κτίρια, το θέατρο, τους ναούς και τα γυμνάσια θα καταλάβαινε καλύτερα πού βρισκόταν αποτυπωμένη η παλαιά αίγλη.

Αυτή την εντύπωση προκάλεσε η Αθήνα σε έναν περιηγητή κατά τον πρώιμο 3ο αιώνα. Ο ίδιος μάς πληροφορεί ότι οι Αθηναίοι της εποχής ξεχνούσαν την κατάσταση ανελευθερίας που τους είχε βρει με πολύωρες συζητήσεις. Όταν ιδίως παρουσιαζόταν μπροστά τους ένας επισκέπτης, τον πλησίαζαν και τον ρωτούσαν με πάθος για οτιδήποτε. Από την άλλη, ξεχνούσαν τις ελλείψεις τους με την απόλαυση των ωραίων κτιρίων που στόλιζαν την πόλη. Αυτό που κέντρισε όμως περισσότερο το ενδιαφέρον του περιηγητή ήταν το πλήθος και η ποικιλομορφία των φιλοσόφων που προσπαθούσαν να αναπαύσουν τις ανθρώπινες αγωνίες με κάθε λογής απατηλά τεχνάσματα - χόρτοι παντοθαλεῖς φιλοσόφων παντοδαπῶν, ψυχῆς ἀπάται καὶ ἀναπαύσεις γράφει, επηρεασμένος από το ύφος του σοφιστή Γοργία. Η Αθήνα ήταν η πόλη στην οποία άκμαζε πρωτίστως η φιλοσοφία.

Η νέα φιλοσοφία που αναπτύχθηκε στην Αθήνα με την ίδρυση του επικούρειου Κήπου και της ζηνώνειας Στοάς σηματοδοτούσε μια τάση επιστροφής στην προπλατωνική σκέψη, με στόχο την επανεύρεση της σωματικότητας των πάντων, ακόμη και των θεών. Οι δύο αυτές φιλοσοφικές σχολές που κυριάρχησαν κατά την ελληνιστική περίοδο ήταν σύμφωνες σε αυτό το σημείο, όπως συμφωνούσαν και ως προς το υπέρτατο αγαθό της ευδαιμονίας. Η τρίτη φιλοσοφική τάση, που ακολούθησε τον σωκρατικό δρόμο της εγνωσμένης άγνοιας και της απορίας, οδηγήθηκε παραδόξως σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα για τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής.

Κοινός στόχος όλων των ελληνιστικών σχολών φιλοσοφίας ήταν η επίτευξη της ἀπάθειας ή ἀταραξίας, μιας σταθερής και αμετάβλητης ψυχικής γαλήνης που δεν θα κλονιζόταν ποτέ από τις αντιξοότητες της τύχης και των συγκυριών. Η πολιτική αντίληψη του ανθρώπινου βίου, κυρίαρχη στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, μειωνόταν προς όφελος της ατομικής ευτυχίας. Τελικά, η ηθική υποσκέλισε την πολιτική. Ο παλαιός θαυμασμός για την προσωπική αριστεία έβρισκε νέα έκφραση στο ιδεώδες του σοφοῦ. Ο ιδανικός αυτός τύπος εκπροσωπούσε πλέον την ανθρώπινη τελειότητα στο σύνολό της. Αν και εξαιρετικά δυσεύρετος μέσα στον κόσμο της εμπειρίας, ο σοφός έγινε πρότυπο και μέτρο, ιδίως σε ζητήματα νοήματος της ανθρώπινης ζωής.

Η ελληνιστική φιλοσοφία διακρίνεται από μια τάση συστηματοποίησης της γνώσης. Ο προερχόμενος από τη Σάμο αλλά αθηναϊκής καταγωγής Επίκουρος (341-270), ο Ζήνων από το Κίτιο της Κύπρου (335-263) και οι ακόλουθοί τους διαίρεσαν τη φιλοσοφία σε τρεις κλάδους: τη λογική, τη φυσική και την ηθική. Στον πρώτο περιέλαβαν όλα τα γνωσιοθεωρητικά προβλήματα που παρουσιάζει η έλλογη σκέψη: στοιχεία και αρχές της γλώσσας, ρητορική και διαλεκτική τέχνη, έγκυρες και άκυρες μορφές συμπερασμού, ανάλυση εννοιών, προτασιακή λογική. Στον φυσικό κλάδο της φιλοσοφίας ενέταξαν την ανάλυση όλων των όντων, από τους θεούς στην κορυφή της ιεραρχίας έως την ανόργανη ύλη στα θεμέλια. (Φυσική κατέληξε έτσι να σημαίνει «κοσμολογία» και «μεταφυσική».) Στην ηθική αντιμετώπισαν τα προβλήματα της ανθρώπινης ζωής. Ο άνθρωπος άρχισε να θεωρείται μέλος μιας πολύ ευρύτερης και οικουμενικής πατρίδας, η οποία ήταν ο κόσμος. Οι απλοί πολίτες, φυσικά, δεν συμμερίζονταν αυτή την αντίληψη. Εξακολουθούσαν να πολεμούν για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους με αυτοθυσία και ζέση, όπως και σε προηγούμενες εποχές. Μια σταδιακή αλλαγή στη γενική θεώρηση της σχέσης του ατόμου με την πόλη άρχιζε, πάντως, να γίνεται εμφανής.

Ενώ ο Σωκράτης είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την Αθήνα εκλαμβάνοντας ως ατιμωτική και αβίωτη τη ζωή σε ξένο τόπο, δύο ή τρεις γενιές αργότερα ένας από τους έμμεσους μαθητές του δήλωνε με δηκτική παρρησία ότι γενέθλιος τόπος καταγωγής του και πηγή των πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του είναι ο κόσμος.

Ο Διογένης από τη Σινώπη (περ. 410-324) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα και την Κόρινθο και επονομάστηκε «σκύλος» (κύων) για την προκλητική απρέπειά του έναντι όλων των καθιερωμένων θεσμών. Όταν ρωτήθηκε από πού κατάγεται, ο Διογένης απάντησε: «είμαι πολίτης του κόσμου» (κοσμοπολίτης). Η προκλητική αυτή απόκριση αποτελούσε στην ουσία έκκληση για επιστροφή σε έναν φυσικό και σχεδόν πρωτόγονο τρόπο ζωής, απαλλαγμένο από τις συμβατικότητες της κοινωνικής συμβίωσης. Ως τέκνο της πόλεως, πάντως, ο Διογένης εξέθεσε τις απόψεις του για την απαξία των υλικών αγαθών, των πολιτικών επιδιώξεων και των φιλόδοξων φιλοσοφικών θεωριών σε ένα χαμένο έργο με τον ενδεικτικό τίτλο Πολιτεία. Εκεί παρωδούσε τις πλατωνικές θεωρήσεις και καυτηρίαζε κάθε απόπειρα τεχνητής απομάκρυνσης από την ανθρώπινη κατάσταση προς όφελος ενός υψηλού αλλά ανέφικτου ιδανικού.

Η ψυχική αυτή στάση αποτελεί δείκτη για τις κοινές εξελίξεις στις τρεις κυρίαρχες σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας: τον επικουρισμό, τον στωικισμό και τον (διφυή) σκεπτικισμό. Η κυνική φιλοσοφία, σύμφωνη με το πνεύμα της διδασκαλίας της, δεν οργανώθηκε ποτέ ως επίσημη σχολή.

Ο μόνος σημαντικός φιλόσοφος του 5ου αιώνα που δεν μνημονεύεται στους πλατωνικούς διάλογους είναι ο Αβδηρίτης Δημόκριτος. Στην αρχαιότητα θεωρήθηκε κυρίως σοφός σε ηθικά ζητήματα. Ήταν επίσης φυσικός φιλόσοφος. Η περισπούδαστη (σήμερα) θεωρία του έλεγε ότι το σύμπαν αποτελείται από αδιαίρετα κομμάτια ύλης, τα ἄτομα, και από κενόν. Τα άτομα του Δημοκρίτου ήταν ποικίλα ως προς το μέγεθος και το σχήμα, είχαν όμως την τάση να ενώνονται τυχαία μεταξύ τους και να δημιουργούν αισθητά σώματα. Την πολύμορφη ένωση των ατόμων και την επακόλουθη διάλυση των σωμάτων εξυπηρετούσε η ύπαρξη κενού χώρου, ο οποίος, αν και απαθής, επέτρεπε την κίνηση και την αλλαγή μέσα στη φύση.

Αυτή τη φυσική θεωρία υιοθέτησε με τροποποιήσεις ο Επίκουρος. Την είχε διδαχτεί πριν φτάσει στην Αθήνα και τη θεώρησε ικανοποιητική γιατί δεν προϋπέθετε ούτε υπεραισθητές μορφές ούτε άυλες ουσίες. Ακόμη και οι θεοί δεν ήταν παρά μακραίωνες συσσωματώσεις λεπτοφυών ατόμων.

Στη σχολή του Επίκουρου γίνονταν δεκτοί άνδρες και γυναίκες χωρίς διάκριση. Όλα τα μέλη απολάμβαναν ισότητα και κοινοκτημοσύνη στα αγαθά. Ο ιδρυτής του Κήπου, όπως ονομάστηκε η σχολή του, ήθελε να απαλλάξει τους ανθρώπους από τις φοβίες τους και να τους οδηγήσει σε μια ζωή δίχως περιττές έγνοιες και ανώφελες επιδιώξεις. Θεωρούσε ότι ο φόβος του θανάτου και η δεισιδαιμονία, δηλαδή ο φόβος των θεϊκών τιμωριών, ήταν τα σοβαρότερα προσκόμματα στην ευτυχία. Ο Επίκουρος έδειξε ότι και οι δύο αυτές πηγές φόβου είναι φαντασιοπληξίες και στερούνται πραγματικής βάσης. Ο άνθρωπος ούτε όσο ζει έρχεται ποτέ σε επαφή με τον θάνατο -ισχυρίστηκε - ούτε όταν πεθάνει διατηρεί τις αισθήσεις του, ώστε να βιώνει τον θάνατο ως κάτι οδυνηρό. Από την άλλη, οι μακάριοι θεοί δεν ασχολούνται με τα ανθρώπινα και δεν ενδιαφέρονται να ανταμείψουν ή να τιμωρήσουν τους ανθρώπους.

Πεπεισμένος για την αγαθότητα τις φύσης, ο Επίκουρος ταύτισε την ἡδονήν (ουσιαστική χαρά) με την απουσία πόνου και τη διέκρινε από τις έντονες απολαύσεις που συνεπάγονται αίσθημα απογοήτευσης και κορεσμό. Ωστόσο, δεν κήρυξε τον ασκητισμό αλλά την ήπια αποδοχή των ευχάριστων πραγμάτων που διαθέτει η ζωή μέσα σε ένα πνεύμα γαλήνης και αταραξίας, σαν την ακύμαντη θάλασσα. Η ελπίδα, ο φόβος και η ακόρεστη επιθυμία παρομοιάστηκαν με τους σφοδρούς ανέμους που εμποδίζουν την ήσυχη πλοήγηση του σκάφους της ατομικής ύπαρξης. Ακόμη και η αναζήτηση μιας γνώσης πέρα και έξω από τα ανθρώπινα όρια θεωρήθηκε ματαιοπονία. Όλοι οι εύλογοι τρόποι εξήγησης της κίνησης των ουράνιων σωμάτων, των φάσεων της σελήνης και των ηλιακών εκλείψεων θεωρήθηκαν εξίσου αληθείς. Η λογική και η φυσική υποτάσσονταν στον ύπατο σκοπό της ηθικής, που ήταν η επίτευξη αταραξίας.

Στον ίδιο στόχο απέβλεπε και η στωική ηθική με το αίτημα μιας ζωής σε συμφωνία με τη φύση (ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν). Μόνο τα μέσα και η ορολογία διέφεραν. Αν και οι στωικοί έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη θεολογία και ανέπτυξαν εντυπωσιακές ερμηνείες μύθων, μέριμνά τους ήταν η υπογράμμιση της απόλυτα έλλογης και δίκαιης τάξης του κόσμου, που ονομαζόταν άλλοτε εἱμαρμένη, άλλοτε θεός ή φύσις ή λόγος και ταυτιζόταν με το θέλημα του Δία, ο οποίος διατηρούσε κοινό μόνο το όνομα με τον παραδοσιακό ομώνυμο θεό.

Στην προσπάθεια να βρουν κάποιο προηγούμενο για τη φυσική θεωρία τους, οι στωικοί στράφηκαν στον Ηράκλειτο και τη διδασκαλία για τον αιώνιο Λόγο, που φανερώνεται ως κεραυνός και κοσμική φωτιά. Μόνο τα σώματα διαθέτουν πραγματική ύπαρξη -ισχυρίστηκαν-, και κάθε σώμα έχει μια ενεργητική και μια παθητική αρχή. Η ενεργητική και αρσενική αρχή ονομάστηκε λόγος, ενώ η παθητική και θηλυκή αρχή που υποδέχεται τη μορφοποίηση χαρακτηρίστηκε ἄποιος ὕλη.

Οι στωικοί χρησιμοποίησαν πλατωνικές και αριστοτελικές έννοιες, αλλά αρνήθηκαν την ύπαρξη υπερουράνιου και υπεραισθητού κόσμου. Ήθελαν να ξαναβρούν την αίγλη και τον εγγενώς συμβολικό χαρακτήρα του αισθητού σύμπαντος. Μάλιστα, ανέπτυξαν ένα σύστημα φυσικών συμπαθειών και αντιπαθειών, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η πρώτη θεωρητική δικαιολόγηση της μαγείας. Το αισθητό σύμπαν έγινε έτσι εκ νέου το θέατρο δράσης αόρατων, αλλά όχι ασώματων, δυνάμεων.

Οι στωικοί δίδασκαν ότι η γοητεία της ζωής βρίσκεται στο κοσμικό σύνολο, που είναι έτσι φτιαγμένο ώστε όλα τα μέρη του, ακόμη και τα πιο μικρά και ασήμαντα, να συμβάλλουν στην αρμονία του παντός. Ο σοφός άνθρωπος αναγνώριζε αυτή την τάξη και έδινε τη συγκατάθεσή του στην κοσμική αρμονία, αποδεχόμενος όλα τα συμβάντα της ζωής δίχως εξέγερση, δυσπιστία ή εναντίωση. Κάποιοι μάλιστα έλεγαν ότι καθήκον του ανθρώπου είναι να παίξει όσο καλύτερα γίνεται τον ρόλο που του ανατέθηκε, όχι να προσπαθήσει να τον αλλάξει με κάποιον που του φαίνεται καλύτερος.

Σε αυτές τις διατυπώσεις γίνεται φανερή μια ύφεση της ζωτικής δύναμης που εμψύχωνε την αρχαϊκή και πρώιμη κλασική εποχή. Η πολιτική κατάσταση της περιόδου, με την έντονη γραφειοκρατία και τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας, πρέπει να συνέβαλε αποφασιστικά.

Παρά την έχθρα που σταδιακά αναπτύχθηκε ανάμεσα στις δύο σχολές, τόσο οι επικούρειοι όσο και οι στωικοί πίστευαν ότι η ποθητή απάθεια ή αταραξία ήταν το αποτέλεσμα ορθής γνώσης. Στην πεποίθηση αυτή συμφωνούσαν με το σύνολο σχεδόν της προγενέστερης φιλοσοφικής και ποιητικής παράδοσης. Ήδη από τον Ησίοδο, στην επιτυχημένη ανθρώπινη ζωή, όσο κοπιώδης και αν ήταν, συνέβαλλε αποφασιστικά η βιωμένη γνώση. Την ενιαία αυτή παράδοση αμφισβήτησαν ορισμένοι διάδοχοι του Πλάτωνα στην Ακαδημία από τον 3ο αιώνα και εξής.

Πιστεύοντας ότι επιστρέφουν στη γνήσια σωκρατική διδασκαλία, πέρα από τις παρανοήσεις των επιγόνων, ο Αρκεσίλαος (316-242) αρχικά και ο Καρνεάδης (214-129) αργότερα αμφισβήτησαν την ίδια τη δυνατότητα γνώσης. Πριν από αυτούς, ένας άλλος φιλόσοφος που αντλούσε από τη μεγάλη σωκρατική παρακαταθήκη και δεν συνέγραψε τίποτε, ο Πύρρων από την Ηλεία (περ. 365-275), είχε εκφράσει προφορικά παρόμοιες απόψεις. Οι φιλοσοφικές θέσεις του Πύρρωνος, του Αρκεσίλαου και του Καρνεάδη ονομάστηκαν αντίστοιχα πυρρώνειος και ακαδημεικός σκεπτικισμός. Οι ομοιότητες υπερσκελίζουν τις λεπτές, αν και ενδιαφέρουσες, διαφορές. Σκέψις δεν σήμαινε σε αυτούς «έρευνα» και «αναζήτηση», αλλά τη μεθοδική αμφισβήτηση κάθε υποτιθέμενης γνώσης.

Ακολουθώντας το σοφιστικό πνεύμα των δισσῶν λόγων (εναλλαγή επιχειρημάτων υπέρ και κατά μιας άποψης), οι σκεπτικοί θεώρησαν ότι στον χώρο τις γνώσης τίποτε δεν είναι βέβαιο. Με προσεκτική ενδοσκόπηση και κατάλληλους συλλογισμούς γίνεται φανερό ότι ακόμη και η πιο συνηθισμένη πεποίθηση δεν στηρίζεται σε επαρκείς λόγους. Από την ισορροπία (ἰσοσθένειαν) που προκαλείται αν κάποιος αναλογιστεί σοβαρά τα επιχειρήματα υπέρ και κατά μιας οποιασδήποτε κρίσης, προκύπτει το αίτημα της ἐποχῆς, της συνειδητής άρνησης του σκεπτικού να εκφέρει άποψη για οποιοδήποτε θέμα. Και τότε συμβαίνει, όπως διακήρυξαν, το εξής θαυμάσιο συμβάν. Η βιωμένη άρνηση της γνώσης μπορεί να φέρει αδόκητα το επιζητούμενο αποτέλεσμα της απάθειας. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα μια ωραία ιστορία για να δείξουν πώς αυτό μπορεί να συμβεί.

Μια μέρα ο ζωγράφος Απελλής προσπαθούσε να απεικονίσει στον καμβά το αφρισμένο στόμα ενός αλόγου, αλλά δεν τα κατάφερνε. Η μια αποτυχημένη απόπειρα διαδεχόταν την άλλη. Τελικά εκνευρίστηκε. Πέταξε με μανία το σφουγγάρι πάνω στον ημιτελή πίνακα και πήγε να φύγει. Τότε ακριβώς είδε ότι το έργο στεκόταν μπροστά του ολοκληρωμένο: είχε κατά τύχη συμβεί ό,τι ο ίδιος αδυνατούσε να πετύχει με τη τέχνη του. Με παρόμοιο τρόπο -δίδασκαν οι σκεπτικοί- η εγκατάλειψη της γνώσης, την οποία επιδιώκουμε για να γίνουμε ευτυχείς, φέρνει παραδόξως την ευτυχία.

Σε όλες τις ελληνιστικές σχολές φιλοσοφίας ευτυχία σήμαινε ψυχική γαλήνη, νοητική σταθερότητα και προσωπική αταραξία. Η πόλη δεν αποτελούσε πλέον σημείο αναφοράς για την ευδαιμονία.

Βιώνοντας το Απόλυτο

Πώς μπορεί ο άνθρωπος, κάθε άνθρωπος, να βιώσει το Απόλυτο; Υπάρχει τρόπος, κάποια πρακτική; Η διαδικασία της εμπειρίας του Απόλυτου δεν είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί ή να μάθεις. Δεν είναι τεχνική ή μέθοδος. Είναι μια αυθόρμητη και φυσική κατάσταση ύπαρξης, πέρα από τους περιορισμούς του νου και του εγώ.

Το Απόλυτο δεν είναι ένα αντικείμενο ή μια έννοια που μπορεί να συλληφθεί από τη διάνοια. Δεν είναι κάτι που μπορεί να οριστεί ή να περιγραφεί. Είναι η πηγή και η ουσία κάθε ύπαρξης, η απόλυτη πραγματικότητα που υπερβαίνει όλες τις μορφές και τα φαινόμενα. Είναι αυτό που είμαστε, στην πραγματική μας φύση, πριν ταυτιστούμε με οτιδήποτε άλλο.

Για να βιώσουμε το Απόλυτο, πρέπει να εγκαταλείψουμε όλες τις προσκολλήσεις και τις προσδοκίες μας, όλες τις πεποιθήσεις και τις απόψεις μας, όλους τους φόβους και τις επιθυμίες μας. Πρέπει να παραδοθούμε στην παρούσα στιγμή, χωρίς να το κρίνουμε ή να αντισταθούμε. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί και δεκτικοί, χωρίς να επιβάλλουμε ή να προβάλλουμε τίποτα. Πρέπει να είμαστε σιωπηλοί και ακίνητοι, χωρίς να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε. Πρέπει να είμαστε συνειδητοποιημένοι και προσεκτικοί, χωρίς να αποσπάμε ή να εκτρέπουμε τον εαυτό μας.

Όταν το κάνουμε αυτό, μπαίνουμε σε μια κατάσταση καθαρής συνείδησης, όπου δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ μας και του Απόλυτου. Συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε διαφορετικοί από αυτό, αλλά ένα με αυτό. Νιώθουμε μια αίσθηση γαλήνης και χαράς, μια αίσθηση ελευθερίας και αγάπης, μια αίσθηση ολότητας και πληρότητας. Βλέπουμε την ομορφιά και την αρμονία των πάντων, την ενότητα και την ποικιλομορφία των πάντων. Κατανοούμε το νόημα και τον σκοπό των πάντων, την τάξη και το χάος των πάντων.

Αυτή δεν είναι μια εμπειρία που μπορεί να επαναληφθεί ή να αναπαραχθεί. Δεν είναι μια εμπειρία που μπορεί να συγκριθεί ή να αντιπαραβληθεί. Δεν είναι μια εμπειρία που μπορεί να θυμηθείς ή να ξεχαστεί. Είναι μια εμπειρία που μας μεταμορφώνει, που μας αλλάζει για πάντα. Είναι μια εμπειρία που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.

Αυτό έχoυμε ζήσει και θέλoυμε να μοιραστoύμε μαζί σας. Αυτό έχουν βιώσει πολλοί σοφοί και μύστες και προσπάθησαν να μας μεταφέρουν. Αυτό μπορείς να ζήσεις, αν είσαι διατεθειμένος να ακολουθήσεις το δικό σου μονοπάτι.

Αλλά να θυμάστε, αυτό δεν είναι ένα μονοπάτι που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος άλλος. Αυτό δεν είναι ένα μονοπάτι που μπορείς να ακολουθήσεις ακολουθώντας κάποιον άλλο. Αυτό είναι ένα μονοπάτι που μπορείς να ακολουθήσεις μόνο εσύ. Πρέπει να βρεις τον δικό σου δρόμο, τη δική σου αλήθεια, τη δική σου σοφία.

Πρέπει να είσαι κύριος του εαυτού σου.

Πνευματικές Ιδέες

Βιώνοντας το Απόλυτο:

Κατά τη διερεύνηση της δυνατότητας της εμπειρίας του Απόλυτου, είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη τις έμφυτες δυνατότητες μέσα σε κάθε άτομο. Ενώ πολλοί μπορεί να αναρωτιούνται εάν υπάρχει μια συγκεκριμένη πρακτική ή διαδικασία για να επιτευχθεί αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει ήδη στην ανθρώπινη φύση μας.

Το εγγενές δυναμικό:

Μέσα σε κάθε άτομο βρίσκεται η ικανότητα να υπερβαίνει το επίπεδο της σκέψης και να συνδέεται με το βαθύτερο είναι, τη ζωή και τον κόσμο του. Αυτή η εγγενής δυνατότητα για λειτουργία, εξέλιξη και ανάπτυξη μπορεί να αξιοποιηθεί για να ξεκινήσει μια μεταμορφωτική πορεία.

Το μονοπάτι που ακολουθήθηκε λιγότερο:

Ενώ η κοινωνία συχνά παρέχει εξωτερικούς προσανατολισμούς και κατευθύνει τα άτομα προς διαφορετικούς στόχους, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ο καθένας μπορεί να επιλέξει να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι. Δεν περιορίζεται στις διδασκαλίες των αρχαίων Δασκάλων όπως ο Λάο Τσου, ο Βούδας ή οι Έλληνες Σοφοί, αλλά αντηχεί επίσης με τη σοφία που μοιράζονται οι σύγχρονοι Σοφοί όπως ο Κρισναμούρτι και άλλοι.

Ένας άλλος τρόπος ζωής:

Η εμπειρία του Απόλυτου περιλαμβάνει περισσότερα από μια συγκεκριμένη πρακτική ή τεχνική. Συνεπάγεται την αγκαλιά ενός ολόκληρου τρόπου ζωής. Περιλαμβάνει μια βαθιά αλλαγή της οπτικής γωνίας, μια εξερεύνηση του βάθους της ύπαρξής του και μια προθυμία να αμφισβητήσει και να υπερβεί την κοινωνική συνθήκη.

Σοφία:

Η εμπειρία του Απόλυτου δεν καλύπτεται από μυστήριο ούτε περιορίζεται σε λίγους εκλεκτούς. Είναι μια δυνατότητα εγγενής σε κάθε άτομο. Επιλέγοντας να ξεκινήσει ένα μετασχηματιστικό μονοπάτι, μπορεί κανείς να αξιοποιήσει αυτό το έμφυτο δυναμικό και να εξερευνήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, καθοδηγούμενος από τη σοφία τόσο των αρχαίων όσο και των σύγχρονων σοφών.

Ο Αληθινός Χώρος της Ζωής

Ο χώρος της πραγματικής πνευματικής εργασίας είναι μέσα μας. Είναι ο χώρος όπου μπορούμε να συνδεθούμε με τον αληθινό μας εαυτό, την ουσία μας, την ψυχή μας. Ο χώρος όπου συναντώνται οι αληθινοί άνθρωποι είναι η βαθύτερη αίσθηση της ενότητας της ύπαρξης, η κατάσταση στην οποία νιώθουμε ότι είμαστε ένα με όλους. Είναι λάθος οι άνθρωποι να εγκαθιστούν ειδικούς χώρους, χωριστούς από τη ζωή, για να λατρεύουν τον Θεό ή να συνομιλούν ή να συναντιούνται. Η αληθινή ζωή δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καθημερινότητα. Η αληθινή φώτιση εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή.

Υπάρχει μόνο ένας δρόμος… προς το φως. Η αλήθεια είναι χωρίς ιδιότητες. Ούτε πολλά μπορείς να πεις, ούτε πολλά μπορείς να κάνεις. Περισσότερο πρέπει να είμαστε «ήσυχοι» και να ακούμε. Η πραγματικότητα είναι η ίδια η αντίληψη, ως δραστηριότητα, ως ζωή, ως εμπειρία, όχι τα περαστικά φαινόμενα. Έτσι, για παράδειγμα, άλλο πράγμα η εμπειρία της κίνησης και άλλο οι συγκεκριμένες, ιδιαίτερες, περαστικές κινήσεις. Όμως η αντίληψη δεν είναι περισσότερο από ένα γίγνεσθαι, κάτι που έχει αρχή και τέλος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι «εγκλιματίζονται» σε αυτές τις προσωρινές παραμονές και πιστεύουν ότι αυτό που ζουν είναι η απόλυτη πραγματικότητα. Πολύ λίγοι άνθρωποι θέλουν και τελικά ξεφεύγουν.

Σε αυτό το άρθρο , θα εξερευνήσουμε τις επιπτώσεις αυτής της εσωτερικής οπτικής στη ζωή και την πραγματικότητα. Θα μοιραστούμε επίσης μερικές πρακτικές συμβουλές για το πώς να αποκτήσουμε πρόσβαση στον αληθινό χώρο της ζωής μέσα μας και πώς να ζούμε σε αρμονία με την ενότητα της ύπαρξης.

Η Εσωτερική Προοπτική

Η εσωτερική προοπτική αμφισβητεί πολλές από τις υποθέσεις και τις πεποιθήσεις που έχουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Μας καλεί να αμφισβητήσουμε την εγκυρότητα και τη χρησιμότητα των συμβατικών τρόπων σκέψης και δράσης μας. Μας προσφέρει επίσης έναν διαφορετικό τρόπο σχέσης με τον εαυτό μας, τους άλλους και την πραγματικότητα.

Μερικές από τις επιπτώσεις της εσωτερικής προοπτικής είναι:

- Δεν είμαστε χωρισμένοι από τη ζωή, αλλά μέρος της. Δεν είμαστε μεμονωμένα άτομα, αλλά εκφράσεις μιας οικουμενικής συνείδησης. Δεν περιοριζόμαστε από τα φυσικά μας σώματα, αλλά έχουμε πρόσβαση σε μια ανώτερη διάσταση της ύπαρξης.

- Η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά ένα μυστήριο που πρέπει να βιωθεί. Δεν είμαστε εδώ για να πετύχουμε στόχους, αλλά για να ανακαλύψουμε το σκοπό μας. Δεν είμαστε εδώ για να συσσωρεύουμε υπάρχοντα, αλλά για να μοιραστούμε τα δώρα μας.

- Η πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, αλλά ρευστή. Δεν δεσμευόμαστε από τους νόμους της φύσης, αλλά από τις δικές μας αντιλήψεις. Δεν είμαστε θύματα των περιστάσεων, αλλά δημιουργοί της δικής μας εμπειρίας.

- Η αλήθεια δεν είναι αντικειμενική, αλλά υποκειμενική. Δεν ψάχνουμε για γεγονότα, αλλά για νόημα. Δεν ακολουθούμε κανόνες, αλλά διαίσθηση.

- Το φως δεν είναι κάτι εξωτερικό, αλλά εσωτερικό. Δεν αναζητούμε τον Θεό, αλλά συνειδητοποιούμε τον Θεό μέσα μας. Δεν περιμένουμε τη σωτηρία, αλλά την αφύπνιση στην αληθινή μας φύση.

Αυτές οι συνέπειες μπορεί να έχουν βαθύ αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο ζούμε τη ζωή μας και στο πώς αλληλεπιδρούμε με τους άλλους. Μπορούν επίσης να μας εμπνεύσουν να αναζητήσουμε μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και της πραγματικότητας.

Πώς να αποκτήσετε πρόσβαση στον αληθινό χώρο της ζωής μέσα μας:

Ο αληθινός χώρος της ζωής μέσα μας είναι το εσωτερικό μας καταφύγιο, ο ιερός μας χώρος, η πηγή της γαλήνης και της χαράς μας. Είναι όπου μπορούμε να συνδεθούμε με τον αληθινό μας εαυτό και με τη θεϊκή παρουσία που κατοικεί μέσα μας.

Για να αποκτήσουμε πρόσβαση σε αυτόν τον χώρο, πρέπει να καλλιεργήσουμε μια κατάσταση επίγνωσης που υπερβαίνει το συνηθισμένο μυαλό και τις αισθήσεις μας. Πρέπει να ησυχάσουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας και να συντονιστούμε με την εσωτερική μας σιωπή και ακινησία.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το κάνετε αυτό, όπως ο διαλογισμός, η προσευχή, η περισυλλογή, η επίγνωση, οι ασκήσεις αναπνοής, η γιόγκα κ.λπ. Το κλειδί είναι να βρείτε μια μέθοδο που λειτουργεί για εσάς και να την εξασκείτε τακτικά.

Μερικά από τα οφέλη της πρόσβασης στον αληθινό χώρο της ζωής μέσα μας είναι:

- Νιώθουμε πιο ήρεμοι και χαλαροί

- Βιώνουμε περισσότερη σαφήνεια και διορατικότητα

- Αναπτύσσουμε περισσότερη διαίσθηση και δημιουργικότητα

- Ενισχύουμε την υγεία και την ευημερία μας

- Αυξάνουμε την ευτυχία και την εκπλήρωσή μας

Πώς να ζήσετε σε αρμονία με την ενότητα της Ύπαρξης

Η ενότητα της ύπαρξης είναι η απόλυτη πραγματικότητα πίσω από όλα τα φαινόμενα. Είναι η ουσία όλων όσων υπάρχουν. Είναι επίσης η ουσία του ποιοι είμαστε.

Το να ζούμε σε αρμονία με την ενότητα της ύπαρξης σημαίνει να ευθυγραμμιζόμαστε με τη ροή και τη νοημοσύνη της. Σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε μέρος ενός ευρύτερου συνόλου και ότι έχουμε έναν ρόλο να παίξουμε στην εξέλιξή του.

Μερικοί από τους τρόπους για να ζήσετε σε αρμονία με την ενότητα της ύπαρξης είναι:

- Να είστε παρόντες και ενήμεροι

- Να είστε ευγνώμονες και ευγνώμονες

- Να είστε συμπονετικοί και στοργικοί

- Να είστε γενναιόδωροι και προσανατολισμένοι στις υπηρεσίες

- Να είστε αυθεντικοί και εκφραστικοί

Το να ζούμε σε αρμονία με την ενότητα της ύπαρξης μπορεί να μας φέρει πολλές ανταμοιβές όπως:

- Νιώθουμε πιο συνδεδεμένοι και υποστηριζόμενοι

- Βιώνουμε περισσότερη συγχρονικότητα και ηρεμία

- Προσελκύουμε περισσότερη αφθονία και ευκαιρίες

- Προσφέρουμε περισσότερη αξία και νόημα

- Απολαμβάνουμε περισσότερη ελευθερία και χαρά

Συμπέρασμα

Ο αληθινός χώρος της ζωής είναι μέσα μας. Ο χώρος όπου συναντιούνται οι αληθινοί άνθρωποι είναι η βαθύτερη αίσθηση της ενότητας της ύπαρξης. Είναι λάθος οι άνθρωποι να εγκαθιστούν ειδικούς χώρους, χωριστούς από τη ζωή, για να λατρεύουν τον Θεό ή να συνομιλούν ή να συναντιούνται. Η αληθινή ζωή δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καθημερινότητα. Η αληθινή φώτιση εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή.

Υπάρχει μόνο ένας δρόμος… προς το φως. Η αλήθεια είναι χωρίς ιδιότητες. Ούτε πολλά μπορείς να πεις, ούτε πολλά μπορείς να κάνεις. Περισσότερο πρέπει να είμαστε «ήσυχοι» και να ακούμε. Η πραγματικότητα είναι η ίδια η αντίληψη, ως δραστηριότητα, ως ζωή, ως εμπειρία, όχι τα περαστικά φαινόμενα. Έτσι, για παράδειγμα, άλλο πράγμα η εμπειρία της κίνησης και άλλο οι συγκεκριμένες, ιδιαίτερες, περαστικές κινήσεις. Όμως η αντίληψη δεν είναι περισσότερο από ένα γίγνεσθαι, κάτι που έχει αρχή και τέλος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι «εγκλιματίζονται» σε αυτές τις προσωρινές παραμονές και πιστεύουν ότι αυτό που ζουν είναι η απόλυτη πραγματικότητα. Πολύ λίγοι άνθρωποι θέλουν και τελικά ξεφεύγουν.

Σε αυτό το άρθρο, έχουμε εξερευνήσει τις επιπτώσεις αυτής της εσωτερικής προοπτικής στη ζωή και την πραγματικότητα. Έχουμε μοιραστεί επίσης μερικές πρακτικές συμβουλές για το πώς να έχουμε πρόσβαση στον αληθινό χώρο της ζωής μέσα μας και πώς να ζούμε σε αρμονία με την ενότητα της ύπαρξης.

Ελπίζουμε να βρήκατε αυτή την ανάρτηση χρήσιμη και εμπνευσμένη. Εάν έχετε ερωτήσεις ή σχόλια, μη διστάσετε να τα μοιραστείτε μαζί μας. Σας ευχαριστούμε που διαβάσατε και να έχετε μια υπέροχη μέρα!

Το Ρεύμα της Ζωής στο Ταξίδι της Ψυχής

Το Ρεύμα της Ζωής

Ο μόνος τρόπος να διώξεις το σκοτάδι είναι να Είσαι Φως… όχι απλά να «ατενίζεις» το Φως, ή να «γεύεσαι» το Φως… αλλά να είσαι Φως Συνεχώς.

Δύσκολος δρόμος, όταν αγκιστρώνεσαι στον κόσμο… Εύκολος δρόμος, όταν Έχεις Απόλυτη Εμπιστοσύνη στο Έσχατο (όπως κι αν το «θεωρείς» καθώς πορεύεσαι προς Αυτό).

Τελικά, Προχωράς, έστω και «τραυματισμένος»… αλλά ποτέ δεν αδιαφορείς, για τίποτα… απλά κάνεις όσα μπορείς (κι εναπόκειται στην ευθύνη και τις δυνάμεις του καθενός, πόσα μπορεί).

Πρέπει να μάθουμε να Πορευόμαστε με το Ρεύμα της Ζωής… κι αν καμιά φορά ονειρευόμαστε ένα καλύτερο κόσμο… ίσως να είναι από τις τελευταίες αυταπάτες, που δεν θέλουμε να «αφήσουμε»…

Η Αληθινή Ελευθερία είναι πέρα από όλα, αντίληψη, σκέψη, αισθήσεις, εμπειρίες του κόσμου.

Το Ταξίδι της Ψυχής

Ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής μας; Γιατί βρισκόμαστε εδώ, σε αυτόν τον κόσμο του πόνου και της ψευδαίσθησης; Ποιος είναι ο απώτερος στόχος του ταξιδιού μας;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που στοιχειώνουν την ανθρωπότητα από την αυγή του χρόνου. Πολλές θρησκείες, φιλοσοφίες και πνευματικές παραδόσεις προσπάθησαν να τους απαντήσουν, προσφέροντας διαφορετικά μονοπάτια και μεθόδους για να φτάσουν στη φώτιση, τη σωτηρία, την απελευθέρωση ή οποιοδήποτε όνομα δίνουν στην υπέρτατη κατάσταση της ύπαρξης.

Τι γίνεται όμως αν δεν υπάρχει μια ενιαία απάντηση, κανένας σταθερός προορισμός, κανένα τελικό αποτέλεσμα; Τι κι αν το ίδιο το ταξίδι είναι ο σκοπός, ο στόχος και η ανταμοιβή;

Αυτή είναι η προοπτική του εσωτερισμού, μιας κρυμμένης σοφίας που υπερβαίνει τις εξωτερικές μορφές της θρησκείας και της επιστήμης. Ο εσωτερισμός δεν είναι δόγμα ή θεώρηση, αλλά τρόπος θέασης και ζωής. Είναι μια αναζήτηση για το εσωτερικό νόημα της ζωής, για την ουσία της πραγματικότητας, για την πηγή όλων των πραγμάτων.

Ο εσωτερισμός διδάσκει ότι δεν είμαστε απλά φυσικά όντα, αλλά πνευματικές οντότητες, σπίθες της θείας φωτιάς, ψυχές σε προσκύνημα. Είμαστε εδώ για να μάθουμε, να αναπτυχθούμε, να εξελιχθούμε, να βιώσουμε, να δημιουργήσουμε, να αγαπήσουμε. Είμαστε εδώ για να εκδηλώσουμε την αληθινή μας φύση, που είναι το φως.

Αλλά δεν είμαστε μόνοι σε αυτό το ταξίδι. Είμαστε μέρος ενός κοσμικού ρεύματος ζωής, μιας ροής συνείδησης που μας συνδέει με ό,τι είναι. Είμαστε μέρος ενός θεϊκού σχεδίου, μιας κοσμικής τάξης, μιας παγκόσμιας αρμονίας. Είμαστε μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου, ενός ανώτερου εαυτού, μιας υπέρτατης πραγματικότητας.

Το ρεύμα της ζωής δεν είναι μια γραμμική ή ντετερμινιστική διαδικασία. Είναι δυναμικό και δημιουργικό. Δεν είναι μια σταθερή ή προκαθορισμένη διαδρομή. Είναι ανοιχτό και άπειρο. Δεν είναι παθητικό ή μηχανικό. Είναι ενεργό και συνειδητό.

Το ρεύμα της ζωής δεν είναι κάτι που μας συμβαίνει. Είναι κάτι στο οποίο συμμετέχουμε. Δεν είναι κάτι που ακολουθούμε στα τυφλά. Είναι κάτι που συνδημιουργούμε ελεύθερα. Δεν είναι κάτι από το οποίο αντιστεκόμαστε ή ξεφεύγουμε. Είναι κάτι που το αγκαλιάζουμε και το απολαμβάνουμε.

Το ρεύμα της ζωής δεν είναι πηγή βασάνων ή ψευδαισθήσεων. Είναι πηγή χαράς και σοφίας. Δεν είναι παγίδα ή φυλακή. Είναι ευκαιρία και ελευθερία. Δεν είναι πρόβλημα ή πρόκληση. Είναι μια περιπέτεια και ένα δώρο.

Το ρεύμα της ζωής δεν είναι θέμα τύχης ή σύμπτωσης. Είναι θέμα επιλογής και ευθύνης. Δεν είναι θέμα φόβου ή αμφιβολίας. Είναι θέμα εμπιστοσύνης και πίστης. Δεν είναι θέμα άγνοιας ή αυταπάτης. Είναι θέμα γνώσης και οράματος.

Το ρεύμα της ζωής δεν είναι θέμα εξωτερικών συνθηκών ή περιστάσεων. Είναι θέμα εσωτερικών καταστάσεων και στάσεων. Δεν είναι θέμα τι θα συμβεί σε εμάς. Είναι θέμα πώς αντιδρούμε σε αυτό. Δεν είναι θέμα τι έχουμε ή τι λείπει. Είναι θέμα τι είμαστε ή τι γινόμαστε.

Η ροή της ζωής δεν είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε ή να χειριστούμε. Είναι κάτι με το οποίο μπορούμε να ευθυγραμμιστούμε ή να αποκλίνουμε. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να προβλέψουμε ή να σχεδιάσουμε. Είναι κάτι που μπορούμε να ανακαλύψουμε ή να αγνοήσουμε. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να κρίνουμε ή να κατακρίνουμε. Είναι κάτι που μπορούμε να εκτιμήσουμε ή να παραμελήσουμε.

Η ροή της ζωής δεν είναι κάτι που μπορούμε να εξηγήσουμε ή να κατανοήσουμε πλήρως. Είναι κάτι που μπορούμε να βιώσουμε ή να χάσουμε. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να ορίσουμε ή να περιορίσουμε. Είναι κάτι που μπορούμε να εξερευνήσουμε ή να παραβλέψουμε. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποδείξουμε ή να διαψεύσουμε. Είναι κάτι που μπορούμε να πιστέψουμε ή να αμφιβάλλουμε.

Το ρεύμα της ζωής μας καλεί να ξεκινήσουμε ένα εσωτερικό ταξίδι, ένα ταξίδι ψυχής, ένα ταξίδι προς το φως.

Πνευματικές Ιδέες

Το να είσαι συνεχώς Φως:

Για να ξεπεράσει κανείς το σκοτάδι, πρέπει να προχωρήσει πέρα από την απλή παρατήρηση ή την εμπειρία του φωτός. Ο αληθινός δρόμος έγκειται στο να γίνεις το ίδιο το φως. Ενσωματώνοντας τις ιδιότητες του φωτός, τα άτομα μπορούν να διώξουν το σκοτάδι που τα περιβάλλει. Αυτό είναι ένα δύσκολο ταξίδι που απαιτεί μια βαθιά δέσμευση για την αφαίρεση των προσκολλήσεων στον υλικό κόσμο.

Απόλυτη εμπιστοσύνη στο Απόλυτο:

Το ταξίδι προς την αγκαλιά του φωτός γίνεται ευκολότερο όταν κάποιος έχει ακλόνητη εμπιστοσύνη στο Απόλυτο. Ανεξάρτητα από το πώς αντιλαμβάνεται κάθε άτομο το Απόλυτο, η καλλιέργεια της απόλυτης εμπιστοσύνης σε αυτό μπορεί να προσφέρει παρηγοριά και καθοδήγηση. Αυτή η εμπιστοσύνη λειτουργεί ως φάρος, οδηγώντας τα άτομα προς τον πνευματικό τους προορισμό.

Προχωρώντας μπροστά:

Η ζωή αναπόφευκτα παρουσιάζει προκλήσεις και μερικές φορές μπορεί να αντιμετωπίσουμε τραυματισμούς στην πορεία. Παρά αυτές τις αποτυχίες, είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να προχωράμε. Κάθε άτομο είναι υπεύθυνο για τις δικές του ενέργειες και δυνάμεις, καθορίζοντας πόσο μακριά μπορεί να φτάσει. Εστιάζοντας σε αυτό που μπορεί να γίνει αντί να στέκεστε στους περιορισμούς, μπορεί να σημειωθεί πρόοδος.

Πηγαίνοντας με το ρεύμα της ζωής:

Το ρεύμα της ζωής ρέει ασταμάτητα και πρέπει να μάθουμε να πλοηγούμαστε στα ρεύματά του. Αυτό σημαίνει αποδοχή της άμπωτης και ροής των περιστάσεων και προσαρμογή ανάλογα. Η αντίσταση στη φυσική ροή της ζωής μπορεί να οδηγήσει σε περιττούς αγώνες, ενώ η αγκαλιά της επιτρέπει ένα πιο ομαλό ταξίδι. Είναι απαραίτητο να βρείτε αρμονία μέσα στη συνεχή κίνηση της ζωής.

Η ψευδαίσθηση ενός καλύτερου κόσμου:

Μερικές φορές, μπορεί να ονειρευόμαστε έναν ουτοπικό κόσμο, απαλλαγμένο από τις ατέλειες της σημερινής μας πραγματικότητας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι τέτοια όνειρα μπορεί να είναι μια από τις τελευταίες ψευδαισθήσεις που κρατάμε. Αντί να κολλάμε σε αυτές τις ψευδαισθήσεις, πρέπει να επικεντρωθούμε στο να είμαστε παρόντες τη στιγμή και να συνεισφέρουμε θετικά στον κόσμο γύρω μας.

Αληθινή Ελευθερία:

Τελικά, η αληθινή ελευθερία βρίσκεται πέρα από τα όρια της αντίληψης, της σκέψης, των αισθήσεων και των εγκόσμιων εμπειριών. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης που υπερβαίνει τους περιορισμούς του φυσικού πεδίου. Αποσπώντας τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις και τις προσκολλήσεις του κόσμου, μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε μια βαθιά αίσθηση απελευθέρωσης και διασύνδεσης με το ευρύτερο σύνολο.

Ενσαρκώνοντας το Φως

Πρέπει να υπερβούμε την παθητική παρατήρηση και να γίνουμε ενεργοί συμμετέχοντες στο πνευματικό μας ταξίδι. Ενσαρκώνοντας το φως, καλλιεργώντας την εμπιστοσύνη στο απόλυτο και ρέοντας με τα ρεύματα της ζωής, μπορούμε να επιτύχουμε την αληθινή ελευθερία. Ας απελευθερώσουμε τις ψευδαισθήσεις που μας κρατούν πίσω και ας αγκαλιάσουμε τη μεταμορφωτική δύναμη του φωτός και της εμπιστοσύνης καθώς περιηγούμαστε στο ρεύμα της ζωής.

Πύλη στο φως: Αγκαλιάζοντας την Αιώνια Φύση της Συνείδησης

Εισαγωγή

Τι είναι η συνείδηση; Είναι η πιο θεμελιώδης και μυστηριώδης πτυχή της ύπαρξής μας. Είναι η επίγνωση του εαυτού μας και του περιβάλλοντός μας, η ικανότητα αντίληψης, αίσθησης, σκέψης και δράσης. Είναι επίσης η πηγή της δημιουργικότητας, της πνευματικότητας και της ελευθερίας μας. Ποια είναι όμως η προέλευση και ο σκοπός της συνείδησης; Πώς σχετίζεται με τον φυσικό κόσμο και το θεϊκό βασίλειο; Και πώς μπορούμε να εξερευνήσουμε και να επεκτείνουμε τη συνείδησή μας με ουσιαστικό τρόπο;

Σε αυτό το δοκίμιο, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα από πνευματική προοπτική. Θα υποστηρίξουμε ότι η συνείδηση δεν είναι προϊόν της ύλης, αλλά μια δύναμη που την υπερβαίνει. Θα προτείνουμε επίσης ότι η συνείδηση έχει μια διπλή φύση: μπορεί να παρασυρθεί από τις κατώτερες όψεις της ύπαρξης ή μπορεί να υψωθεί πάνω από αυτές και να ανακαλύψει την ανώτερη πραγματικότητα. Τέλος, θα προσφέρουμε μερικές πρακτικές συμβουλές για το πώς να αποκτήσουμε πρόσβαση και να καλλιεργήσουμε τον κόσμο του φωτός μέσα μας.

II. Η Αποπλάνηση της Συνείδησης

Η συνείδηση είναι μια δύναμη που θέλει να εκφραστεί με όλους τους δυνατούς τρόπους. Είναι η δημιουργική δύναμη πίσω από την εκδήλωση του σύμπαντος και όλων των μορφών του. Η συνείδηση είναι επίσης ο αναζητητής της γνώσης και της εμπειρίας. Θέλει να γνωρίσει τον εαυτό της και να εξερευνήσει τις δυνατότητές της.

Ωστόσο, αυτή η δύναμη έχει επίσης την τάση να προσκολλάται στις δημιουργίες της και να χάνει την πραγματική της φύση. Αυτό συμβαίνει όταν η συνείδηση κατεβαίνει στα κατώτερα επίπεδα της ύπαρξης: τον φυσικό, τον ζωτικό και τον νοητικό κόσμο. Εδώ, η συνείδηση ταυτίζεται με το σώμα, τις αισθήσεις, τα συναισθήματα και τις σκέψεις. Ξεχνά την προέλευση και τον σκοπό της και πέφτει στην ψευδαίσθηση του χωρισμού και του περιορισμού.

Οι κάτω κόσμοι είναι γεμάτοι έλξεις και περισπασμούς που σαγηνεύουν τη συνείδηση και την κρατούν δεμένη μαζί τους. Προσφέρουν ευχαρίστηση και πόνο, επιτυχία και αποτυχία, αγάπη και μίσος, ελπίδα και φόβο. Υπόσχονται ευτυχία και εκπλήρωση, αλλά φέρνουν επίσης πόνο και δυσαρέσκεια. Είναι σαν ένας λαβύρινθος που παγιδεύει τη συνείδηση σε ατελείωτους κύκλους γέννησης και θανάτου.

III. Τα αδιέξοδα της Κάτω Ζωής

Η κατώτερη ζωή είναι σπατάλη της δύναμης της συνείδησης. Είναι μια σπατάλη της πολύτιμης ενέργειάς της σε πράγματα που είναι φευγαλέα, σε φθορά και τελικά χωρίς νόημα. Είναι μια άρνηση της αληθινής φύσης και της μοίρας της.

Η κατώτερη ζωή οδηγεί σε δυστυχία και θάνατο. Είναι μια κατάσταση άγνοιας, αυταπάτης και δουλείας. Είναι μια φυλακή για τη συνείδηση που την εμποδίζει να συνειδητοποιήσει τις πραγματικές της δυνατότητες.

Η μόνη διέξοδος από αυτή τη φυλακή είναι να την αφήσεις πίσω και να υψωθείς από πάνω της. Για να γίνει αυτό, η συνείδηση πρέπει να απομακρυνθεί από την ταύτισή της με τους κατώτερους κόσμους και τα αντικείμενά τους. Πρέπει να απαρνηθεί την προσκόλλησή της με το σώμα, τις αισθήσεις, τα συναισθήματα και τις σκέψεις. Πρέπει να απελευθερωθεί από το εγώ και τις επιθυμίες του. Πρέπει να ξεπεράσει την ψευδαίσθηση της δυαδικότητας και του χωρισμού.

IV. Η πραγματικότητα είναι εδώ και τώρα

Η πραγματικότητα που αναζητά η συνείδηση δεν βρίσκεται κάπου αλλού ή σε κάποια άλλη στιγμή. Είναι εδώ και τώρα, μέσα της. Δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί ή να κατακτηθεί, αλλά κάτι που πρέπει να αναγνωριστεί και να πραγματοποιηθεί.

Η πραγματικότητα που αναζητά η συνείδηση είναι η ίδια της η ουσία: η καθαρή επίγνωση, η ευδαιμονία και η ελευθερία. Είναι αυτό που ήταν πάντα και πάντα θα είναι. Δεν εξαρτάται από τίποτα εξωτερικό ή υπό όρους. Δεν αλλάζει ούτε μειώνεται με τον χρόνο ή τον χώρο.

Η πραγματικότητα που αναζητά η συνείδηση δεν είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι τώρα. Δεν είναι κάτι που πρέπει να προστεθεί ή να αφαιρεθεί από την τρέχουσα κατάστασή της. Δεν είναι κάτι που πρέπει να μεταμορφωθεί ή να τροποποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο.

Η πραγματικότητα που αναζητά η συνείδηση είναι απλώς αυτή που είναι: άπειρη, αιώνια και απόλυτη.

V. Η Πύλη προς τον Κόσμο του Φωτός

Πώς μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτήν την πραγματικότητα μέσα μας; Πώς μπορούμε να ανοίξουμε την πύλη στον κόσμο του φωτός; Η απάντηση είναι απλή: στρέφοντας προς τα μέσα.

Στρέφοντας προς τα μέσα, αποσύρουμε την προσοχή μας από τον εξωτερικό κόσμο και την εστιάζουμε στην εσωτερική μας ύπαρξη. Ηρεμούμε το μυαλό μας και ηρεμούμε τα συναισθήματά μας. Σιωπάμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Μπαίνουμε σε μια κατάσταση ηρεμίας και γαλήνης.

Γυρίζοντας προς τα μέσα, αποκτούμε επίγνωση του αληθινού μας εαυτού: ο μάρτυρας πίσω από όλες τις εμπειρίες μας, ο παρατηρητής πίσω από όλες τις αντιλήψεις μας, ο γνώστης πίσω από όλες τις γνώσεις μας. Συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε αυτό που βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε, γευόμαστε, μυρίζουμε, σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε. είμαστε αυτός που βλέπει, ακούει, αγγίζει, γεύεται, μυρίζει, σκέφτεται ή αισθάνεται.

Στρέφοντας προς τα μέσα, ανακαλύπτουμε την αληθινή μας φύση: καθαρή επίγνωση, μακάρια ύπαρξη, και ελεύθερη βούληση. Συνειδητοποιούμε ότι δεν περιοριζόμαστε από τίποτα. είμαστε απεριόριστοι από κάθε άποψη. Συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε ξεχωριστοί από τίποτα. είμαστε ένα με όλα.

Γυρίζοντας προς τα μέσα, ανοίγουμε τον εαυτό μας στον κόσμο του φωτός: το βασίλειο του πνεύματος, η πηγή όλης της δημιουργίας, η ουσία όλης της ζωής. Βιώνουμε μια κατάσταση χαράς, αγάπης και σοφίας. Βιώνουμε μια κατάσταση χάρης, ομορφιάς και αρμονίας. Βιώνουμε μια κατάσταση ελευθερίας, δύναμης και δημιουργικότητας.

VI. συμπέρασμα

Σε αυτό το δοκίμιο, προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε την έννοια της συνείδησης και την εξερεύνηση της στον περιορισμένο κόσμο. Έχουμε υποστηρίξει ότι η συνείδηση είναι μια δύναμη που υπερβαίνει την ύλη και έχει μια διπλή φύση: μπορεί να παρασυρθεί από τις κατώτερες πτυχές της ύπαρξης ή μπορεί να υψωθεί πάνω από αυτές και να ανακαλύψει την ανώτερη πραγματικότητα. Έχουμε προσφέρει επίσης μερικές πρακτικές συμβουλές για το πώς να αποκτήσουμε πρόσβαση και να καλλιεργήσουμε τον κόσμο του φωτός μέσα μας.

Ελπίζουμε ότι αυτό το δοκίμιο σας ενέπνευσε να αναλογιστείτε τη δική σας συνείδηση και τις δυνατότητές της. Ελπίζουμε ότι σας ενθάρρυνε να αναζητήσετε την πραγματικότητα που είναι εδώ και τώρα, μέσα σας. Ελπίζουμε ότι σας παρακίνησε να ανοίξετε την πύλη στον κόσμο του φωτός και να βιώσετε την ευδαιμονία της αληθινής σας ύπαρξης.

Η σκακιέρα των ανθρωπίνων σχέσεων

Έχουν μεταβληθεί οι ανθρώπινες σχέσεις σε παιχνίδια στρατηγικής;

Ο κοινωνικός μας περίγυρος έχει φορέσει τον μανδύα της πολιτικής και της διπλωματίας και φέρεται με γνώμονα το συμφέρον;

Πόσοι από τους φίλους μας είναι αληθινοί φίλοι και όχι φύλλα που τα φυσάει ο βοριάς και φιλοξενούνται από αυλή σε αυλή για την καλύτερη προστασία τους;

Ερωτήματα που απασχολούν το μυαλό και βασανίζουν την ψυχή μας, όταν εισπράττουμε συμπεριφορές από τους ” δικούς ” μας ανθρώπους, που δεν πηγάζουν από αγαθές προθέσεις.

Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις για να καλύψουν κενά και να επουλώσουν πληγές.

Σκέψεις επώδυνες, που μας κάνουν να κλεινόμαστε στο καβούκι μας, γιατί άλλα προσδοκούμε από τους φίλους και τους γνωστούς μας και άλλα μάς έρχονται σαν κεραυνοί εν αιθρία!

Τι έφταιξε και λειτουργούν οι άνθρωποι με δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Σε ποιον βωμό θυσιάστηκαν οι αξίες και τα ιδανικά μας;

Ευθύνεται η εποχή της ταχύτητας και του άγχους που δεν επιτρέπει να εντρυφήσουμε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις;

Η αλήθεια είναι ότι προσπερνάμε εύκολα και το χειρότερο, πάνω στην βιασύνη μας, ποδοπατάμε ό, τι είναι μπροστά μας.

Συναισθήματα, δεσμεύσεις, υποσχέσεις και όνειρα κοινά.

Τα δύσκολα τα αποφεύγουμε. Όλα όσα απαιτούν χρόνο, υπομονή, αντοχή κι αγάπη.

Δεν θέλουμε ν’ ασχοληθούμε με τους άλλους έχοντας την ειλικρίνεια στα χείλη.

Μας αρέσουν οι ελιγμοί, τα πισωγυρίσματα, οι δικαιολογίες και οι …ίντριγκες.

Έχουμε αναχθεί σε παίκτες μικροπολιτικής που εξετάζουν ψυχρά τι και ποιος τους εξυπηρετεί καλύτερα.

Μηδενίζουμε σχέσεις χρόνων επειδή μας ανακόπτουν την πορεία.

Και φλερτάρουμε μόνο με όσους μας παρέχουν τα εχέγγυα για να ” ανεβούμε ” ψηλά και γρήγορα.

Γλείφουμε εκεί που το σάλιο μας είναι ακόμη νωπό από την περιφρόνηση που στάλαξε από το στόμα μας.

Χαϊδεύουμε αυτιά με λόγια που δεν εννοούμε και τα χρησιμοποιούμε ξεδιάντροπα.

Νεύουμε συγκαταβατικά το κεφάλι στις εξομολογήσεις των διπλανών μας, σαν να τους συμπονούμε και ταυτόχρονα καταστρώνουμε σχέδια για το πώς θα κινηθούμε στην σκακιέρα της προσωπικής μας ανέλιξης, κατατροπώνοντας τους αντίπαλους μας.

Ακόμη και τους διπλανούς μας, εκείνους που τους χτυπάμε φιλικά στην πλάτη με ” συμπάθεια “.

Αγκαλιαζόμαστε και δεν δινόμαστε ουσιαστικά. Ενδιαφερόμαστε στιγμιαία και ξεχνάμε το επόμενο δευτερόλεπτο ό, τι δεν μας αφορά.

Αγαπάμε ναι, για όσο ο σύντροφός μας δεν μας καπελώνει και ταιριάζει στο status quo μας.

Αγαπάμε για λίγο κι επιφανειακά, γιατί στα βαθύτερα στρώματα έχει κάνει κατάληψη ο παραφουσκωμένος εγωισμός μας και δεν αφήνει περιθώρια για ευαισθησίες κι ανθρωπισμό.

Μοναξιά και η δημιουργική μοναχικότητα

Μιλώντας για τη μοναξιά, στο μυαλό μας έρχονται δύο εκδοχές της: η επώδυνη μοναξιά και η δημιουργική μοναχικότητα. Η πρώτη συνοδεύεται από αισθήματα απογοήτευσης, ανικανότητας και έλλειψης δεξιοτήτων των ανθρώπων να βγουν από τη μοναχική τους κατάσταση, όπου κυριαρχεί η θλίψη και τα δυσάρεστα συναισθήματα. Στη δεύτερη, δηλαδή στη δημιουργική μοναχικότητα, πολλοί άνθρωποι βρίσκουν μια δυνατότητα, μια ελευθερία, μια φωτεινή στιγμή εδραίωσης του εαυτού και του κόσμου τους. Οι άνθρωποι την επιλέγουν καθώς μέσα σε αυτή αισθάνονται να επαναπροσδιορίζονται και να παράγουν πολύτιμο έργο.

Έχει πραγματοποιηθεί εκτενής έρευνα στο να προσδιοριστεί ο ορισμός της μοναξιάς, τα είδη της και να περιγραφεί από τους ανθρώπους ως εμπειρία σε διαφορετικές ηλικίες, συνθήκες και πολιτισμούς.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΠΟΥ ΔΥΣΚΟΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΕΙ ΩΣ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΣΥΝΩΝΥΜΑ.

Ο κάθε άνθρωπος βιώνει πολύ διαφορετικά την αίσθηση του να είναι μόνος, ανάλογα με τα συναισθήματα που φέρει η κατάστασή του, με τη χρονική διάρκεια της μοναξιάς, με το αν είναι μια επιλογή ή όχι (Lake, 2000).

Όπως έχει περιγραφεί ερευνητικά, φαίνεται πως οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη τη μοναξιά, αντιθέτως τους επιβαρύνει και τους πονά, βιώνεται δηλαδή ως ανεπιθύμητη συνθήκη και εγείρει αισθήματα φόβου, διότι αποπροσανατολίζει και αλλάζει αρνητικά τον άνθρωπο. Περιγράφεται ως πρόβλημα και ο πόνος που προκαλεί φαίνεται να έχει λάβει μεγάλη αναγνώριση. Αυτός ο πόνος της μοναξιάς φαίνεται να είναι μεγαλύτερος σήμερα σε σχέση με το παρελθόν και βιώνεται ως ανυπόφορος. Λόγω αυτής της δυσάρεστης περιγραφής της μοναξιάς, οι άνθρωποι πλέον νιώθουν πολύ περισσότερο άγχος γύρω από αυτή απ’ ό,τι πραγματικά της αναλογεί (Lake, 2000).

Κάθε άνθρωπος εξαρτάται από τους άλλους ανθρώπους, όχι μόνο για να επιβιώνει αλλά για να μοιράζεται τη χαρά και τον πόνο του. Ωστόσο, κάποιοι άλλοι νιώθουν πως μέσα από τη συνθήκη του να μένουν μόνοι, δωρίζουν στον εαυτό τους έναν πολύτιμό χρόνο δημιουργίας και ψυχικής ανύψωσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο η μοναξιά βιώνεται ως η απόλυτη δημιουργική εμπειρία, κατά την οποία οι άνθρωποι προστατεύονται από το «οδυνηρό» μοναχικό βίωμα λόγω της στενής σχέσης με τον εαυτό τους (Lake, 2000). Οι ίδιοι επιδιώκουν με διάφορους τρόπους να μένουν μόνοι, επαναπροσδιορίζοντας το είναι τους, ανακαλύπτουν κρυμμένες πτυχές τους και γεφυρώνουν τον εσωτερικό με τον εξωτερικό τους κόσμο, μέσα σε μια δημιουργική απομόνωση.

Ο Wildman μιλά για τη θεραπευτική δύναμη της μοναξιάς και τα οφέλη της στη ζωή των ανθρώπων: «Η αντιμετώπισή της επιτρέπει στον άνθρωπο να προσεγγίζει μια δυναμική ανησυχία στη ζωή. Μπορούμε μέσα από αυτή, να μεταμορφωνόμαστε σε ευγενικούς ηγέτες, ταπεινούς ακροατές, σπουδαίους εξερευνητές, αληθινούς συντρόφους, ελεύθερους περιπλανώμενους και να θρηνούμε περισσότερο» (Lake, 2000).

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα καλλιτεχνών και στοχαστών που επέλεξαν να ζουν σε μια απέραντη μοναξιά, ώστε να μπορούν να δημιουργούν, εκπληρώνοντας το χρέος προς τον εαυτό τους να μένουν μόνοι.

Παράδειγμα αποτελεί η φιγούρα του Νίκου Καζαντζάκη, όπως περιγράφεται στο βιβλίο του Στεφανάκη (1997). Τον Καζαντζάκη τον γοήτευε η αίσθηση της μοναξιάς, το μυστήριο που ενέχει η μοναχική δημιουργία. Ο ίδιος έζησε τη μοναχικότητα ως μια ελεύθερη πράξη. Ήταν παραδομένος σε μια αθεράπευτη συνήθεια, αυτή της δημιουργίας, μέσα από τα αληθινά και επώδυνα στοιχεία της ζωής και του ψυχισμού του. Θυμωμένος με τη ζωή και το θάνατο, μέσα από το έργο της γραφής του, παρέμενε απόλυτα αληθινός μέσα στη μοναχικότητά του, τόσο ωμός με την αλήθεια και τους φόβους του. «Όσες φορές εγκατέλειψε τη μοναξιά, η φύση του τον πρόδωσε», μας λέει ο Στεφανάκης. Ο μόνος τρόπος να συνεργαστεί με το σύνολο ήταν να εκτελεί το συγγραφικό του έργο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του αναφερόμενου βιβλίου, ο Νίκος Καζαντζάκης, «εκπλήρωσε το ύψιστο ανθρώπινο χρέος να φτιάχνει κανείς από την ύλη πνεύμα» (Στεφανάκης, 1997).

Άλλο παράδειγμα σημαντικού στοχαστή αφορά τον Λίχτενμπεργκ, στο δοκίμιο της Κορρέ: «Μια περιδιάβαση στους αφορισμούς του Λίχτενμπεργκ». Διαβάζοντας κανείς την περιγραφή που γίνεται, ο ίδιος εντάσσει τη μοναχικότητα μέσα σε ένα ψυχικό πλούτο, σε μια συνάντηση με την αυθεντικότητα, εκεί όπου δεν σταματάς να ανακουφίζεις τις ανάγκες σου, να εκτυλίσσεις τον εαυτό σου, «…αφήνεται κανείς μέσα σε μια ελευθεριότητα όπου δεν θα αποτολμούσε να εκφράσει ενώπιον άλλου και που δίχως ένα αίσθημα εξάντλησης εκφράζει ενώπιον του εαυτού του… Εκεί συναντάται κανείς με το εξαίσιο και δημιουργικό θάρρος… εκεί που το εντελές παν και το εντελές τίποτα συναντιούνται».

Κλείνοντας, η δημιουργική μοναχικότητα είναι μια ιδιαίτερη διεργασία η οποία συνδέεται συχνά με συγκεκριμένες ποιότητες, όπως είναι η στενή σχέση με τον εαυτό και η ετοιμότητα να συναντηθεί κανείς με τα ενδόμυχα στοιχεία του ψυχισμού του. Απαιτεί το θάρρος να εκθέτει κανείς την πλευρά εκείνη του εαυτού του που του διαφεύγει. Σύμφωνα με τον Maslow, οι υπαρξιστές στοχαστές τονίζουν την απόλυτη μοναξιά του ατόμου ως χρήσιμη υπενθύμιση για να επεξεργαστούμε έννοιες επιλογής, αυτο-δημιουργίας και ταυτότητας, ενώ ο Natale τονίζει ότι όλα τα άτομα είναι εντελώς και για πάντα μόνα, αλλά δεν έχουν πάντα αυτήν την επίγνωση (Lake, 2000).

Μέσα στη μοναξιά βρίσκει χώρο η δημιουργία να αναπνέει, καθώς οι άνθρωποι την αξιοποιούν για να συναντηθούν με τη σκοτεινή και τη φωτεινή πλευρά της ύπαρξης τους. Όλα τα παραπάνω δεν είναι προτροπή σε μια εσωτερική βύθιση και θλίψη που αποτρέπει τη συνάντηση με τους άλλους, αλλά μια ελπίδα για να χωρά το αναγκαίο πένθος που απαιτεί η διεργασία και η αξιοποίηση της ζωής και των αλλαγών που φέρει.

Ο ΧΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Οὐκοῦν ὁ μέν ἀπαίδευτος ἀχόρευτος ἡμῖν ἔσται


Η εξέταση της αρχαιοελληνικής αντίληψης για τη μουσική αποτελεί προϋπόθεση κάθε απόπειρας για την κατανόηση του χορού στην αρχαία Ελλάδα. Σε όλες τις περιόδους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, η μουσική -με την έννοια της ενότητας μουσικής, ποίησης και χορού- είχε μια σημασία που εμείς δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε. Ίσως αυτό είναι πιο εύκολο για όσους ζουν στην Ελλάδα, όπου ακόμη πολλοί άνθρωποι απολαμβάνουν τη μουσική και τους χορούς του τόπου τους και όπου ποιήματα μεγάλων ποιητών μελοποιούνται, αλλά είναι πολύ δύσκολο για άλλους, όπως π.χ. για τους Ολλανδούς, τους συντοπίτες μου, οι οποίοι δεν έχουν διατηρήσει σχεδόν κανένα ντόπιο λαογραφικό στοιχείο, όπου η ποίηση σπάνια τραγουδιέται και άπου ο χορός και η μουσική διασώζονται από τις υποκουλτούρες και δεν βρίσκονται πλέον στο αίμα όλων. Αλλά και εκείνοι που προέρχονται από κοινωνίες όπου ακόμη υπάρχουν αυταπόδεικτα στοιχεία ότι ζουν με τη μουσική και το χορό είναι δύσκολο να αντιληφθούν μια κατάσταση όπου πολλοί από τους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούμε είτε δεν υπήρχαν είτε δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία και όπου η προφορική επικοινωνία μέσω του τραγουδιού ή της απαγγελίας, σε συνδυασμό με τη μη λεκτική επικοινωνία των ήχων του μουσικού οργάνου και των κινήσεων του ανθρώπινου σώματος, ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη. Αυτό δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρχαίας Ελλάδας ή του αρχαίου κόσμου γενικά: έχουμε ενδιαφέροντα παραδείγματα ιεροκηρύκων από τον Μεσαίωνα, οι οποίοι ταξίδευαν σε διάφορες χώρες και μάγευαν τα ακροατήριά τους με την παράσταση που έδιναν, με τη φωνή τους και με χειρονομίες, ακόμη και όταν τα ακροατήρια αυτά δεν καταλάβαιναν ούτε λέξη από όσα άκουγαν.

Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι στην αρχαία Ελλάδα η μουσική ήταν αρκετά σημαντική ώστε να προκαλεί σκέψεις ακόμη και στους διανοητές της εποχής. Μπορεί να μη χρησιμοποιούσαν το λεξιλόγιο της προφορικότητας και της μη λεκτικής επικοινωνίας, αλλά γνώριζαν καλά ποιο φαινόμενο προσπαθούσαν να εξηγήσουν. Ο Πλάτων είχε καταλήξει ότι ο θαυμαστός καινούριος κόσμος του δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς μουσική, αλλά μια μουσική που έπρεπε να είναι ελεγχόμενη και περιορισμένη: μια τόσο ισχυρή δύναμη θα μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αποδιοργανωτική. Ο χριστιανισμός αγωνίστηκε επί μακρόν εναντίον της μουσικής με ποικίλους τρόπους, γιατί ήταν πολύ στενά συνδεδεμένη με την παγανιστική θρησκεία, αλλά οι ιεράρχες αντιλαμβάνονταν τη δύναμή της, η οποία, ακόμη και αν μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία νέων σκοπών, θα ήταν δύσκολο να ελεγχθεί.

Σήμερα, πολλές μελέτες για την αρχαία Ελλάδα αγνοούν τη μουσική. Όπως ήδη επισήμανα, η σημασία της είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή και ίσως το γεγονός αυτό ευθύνεται, σε μεγάλο βαθμό, για την κώφωση και την τύφλωση που επικρατούν. Επίσης ο χριστιανισμός κατόρθωσε τελικά να κάνει ένα μεγάλο μέρος της μουσικής, της κοσμικής ποίησης και ιδιαίτερα του χορού να φαντάζουν χυδαία, αν όχι επικίνδυνα. Θεωρείται καλύτερο να μην εντρυφά κανείς σε αυτά, και σίγουρα δεν αξίζουν την προσοχή των λογίων. Οι λόγιοι στο παρελθόν δεν ακολουθούσαν πάντα τους ιεράρχες, και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν επηρεάζουν τη σύγχρονη έρευνα. Εξάλλου, υπάρχουν πολλές εκκλησίες, διαφόρων δογμάτων, οι οποίες έχουν επανανακαλύψει τη μουσική -αυτήν που διαφέρει από την καθαρά θρησκευτική μουσική- και το χορό ως πολύτιμα συστατικά της λατρείας. Αλλά οι προκαταλήψεις αιώνων αργούν να σβήσουν. Ο χορός εξακολουθεί να θεωρείται μάλλον ασήμαντο παρά σοβαρό θέμα. η μουσική εξακολουθεί να θεωρείται απλώς μέσο ψυχαγωγίας και όχι κύριο συστατικό του αρχαίου πολιτισμού. Ωστόσο, ο Πλάτων ήταν εκείνος που υποστήριξε ότι μόνο αυτοί που ήξεραν πώς να συμμετέχουν στο χορό του δράματος μπορούσαν να θεωρηθούν μορφωμένοι.

Έτσι, η μουσική, παρόλο που αυτή και τα συστατικά της μελετήθηκαν μεμονωμένα, και συνεχίζουν να μελετώνται όλο και περισσότερο, δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί ουσιαστικά στη συνολική εικόνα που έχουμε για τον αρχαίο κόσμο. Παρατηρούμε με ανησυχία ότι ένα πρόσφατο βιβλίο γνωστού συγγραφέα, που κυκλοφόρησε σε έγκυρη σειρά σημαντικού εκδοτικού οίκου, και το οποίο στοχεύει να παράσχει μια εκσυγχρονισμένη συνολική εικόνα της αρχαιοελληνικής θρησκείας για το ευρύ κοινό, αναφέρεται ελάχιστα, αν όχι καθόλου, στο χορό και τη μουσική. Εάν ένας αρχαίος Έλληνας μπορούσε να διαβάσει αυτό το βιβλίο, δεν θα καταλάβαινε γιατί ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της θρησκευτικής του εμπειρίας έχει αποκλειστεί από την αφήγηση.

Διακρίνονται, ωστόσο, αλλαγές στην ατμόσφαιρα, όπως μαρτυρούν μια σειρά από άρθρα που δημοσιεύονται στο περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, ένα από τα οποία είναι και το παρόν, και πολλά πραγματικά καινοτόμα βιβλία σχετικά με την αρχαιοελληνική μουσική και το χορό που κυκλοφόρησαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Είδα επίσης με χαρά ότι η ελληνική κυβέρνηση γιόρτασε την πρόσφατη προεδρία της της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μια ωραία έκθεση για τη μουσική και το χορό στον αρχαιοελληνικό κόσμο. Εκεί η μουσική ξεχώρισε ως σημαντικό σημείο της ελληνικής κληρονομιάς - η μουσική ως αντίδοτο στο γεγονός ότι βασιζόμαστε υπερβολικά στον γραπτό λόγο και την εικόνα, δηλαδή, στη διαμεσολαβημένη επικοινωνία. Αλλά η έκθεση αυτή έδειξε επίσης πού εντοπίζονται ακόμη τα προβλήματα: η μουσική πράγματι διαχωρίστηκε, δηλαδή απομονώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τα συμφραζόμενά της, αντιμετωπίστηκε ως μια ιδιαίτερη δραστηριότητα μεταξύ πολλών πιθανών δραστηριοτήτων. Πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν με πολλές πτυχές της αρχαιοελληνικής ζωής, δεν έγινε, δεν θα μπορούσε να γίνει, αρκετά σαφές. Θα έπρεπε να εργαστούμε προς μια κατά στάση στην οποία αυτοί που μελετούν τον αρ αρχαιοελληνικό κόσμο θα περιλαμβάνουν τη μουσική (στο σύνολο της, όχι μόνο την ποίηση!) στα κείμενά τους σαν κάτι αυτονόητο, οπουδήποτε αυτό αρμόζει.

Όμως, πού συναντούμε τη μουσική; Παντού αλλά κυρίως ως αναπόσπαστο μέρος της θρησκευτικής ζωής στην αρχαιότητα. Η ίδια η θρησκεία δεν περιοριζόταν σε ορισμένες ειδικές εκ δηλώσεις, αλλά ήταν παρούσα παντού και πάντα, πράγμα που οι ανθρωπολόγοι έχουν αποκαλέσει "ενσωμάτωση»; η θρησκεία ήταν ενσωματωμένη σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας - θα εξέταζα ακόμη και την περίπτωση να αναδιατυπώσω την πρόταση και να πω ότι όλες οι πτυχές της κοινωνίας ήταν ενσωματωμένες στη θρησκεία. Και, αντίστοιχα, η θρησκεία μετά βίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή χωρίς τη μουσική. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, όταν στη σημερινή εποχή γράφουμε μελέτες για την αρχαιοελληνική θρησκεία στις οποίες δεν υπάρχει η μουσική, ή υπάρχουν μόνο κάποιες υποχρεωτικές αναφορές, κανένας αρχαίος Έλληνας δεν θα αναγνώριζε αυτήν τη διαστρεβλωμένη εικόνα της θρησκευτικής του ζωής. Η θρησκεία χρησιμοποιεί πολύ συχνά υπερβολικούς τρόπους συμπεριφοράς και επικοινωνίας: αντί να μιλάει κανείς, απαγγέλλει και τραγουδάει· αντί να περπατάει, παρελαύνει και χορεύει.

Με τα παραπάνω δεν θέλω να πω ότι δεν υπήρχαν πτυχές της ζωής στην αρχαιότητα που ήταν «κοσμικές»: ορισμένες δραστηριότητες βρίσκονται έξω από τη σφαίρα της θρησκείας με τη στενή έννοια (ποτέ όμως έξω από τη θρησκεία - θυμηθείτε, ενσωμάτωση σημαίνει ότι το πραγματικά κοσμικό με τη σύγχρονη έννοια δεν μπορούσε καν να χωρέσει στο νου τους). Έτσι, υπήρξε επίσης δημιουργία μουσικής, τραγουδιού ή χορού που δεν ήταν θρησκευτικά με τη στενή έννοια. Άλλωστε, γιατί να αρνηθούμε το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες κατέφευγαν στη μουσική απλώς και μόνο για να διασκεδάσουν; Σε κάθε γιορτή, για οποιοδήποτε λόγο γινόταν, υπήρχαν τραγούδια, μουσική και χορός. Από αυτήν την άποψη, η σύγχρονη Ελλάδα και η αρχαία Ελλάδα θα μπορούσαν να συγκριθούν. Αλλά και πάλι, ακόμη και μια συντροφιά που διασκέδαζε και χόρευε χοροπηδώντας, ή που έφερνε επαγγελματίες χορευτές για να δώσουν μια παράσταση, πρέπει να είχε στο νου τα υπερκόσμια αρχέτυπα για τις γιορτές της. Αλλιώς δεν θα μπορούσαν να είχαν επινοήσει τους θεούς και τις ακολουθίες τους, όπως τον διονυσιακό θίασο, να χορεύουν, πράγμα που συμβαίνει σε πλήθος παραστάσεων που παρουσιάζουν μη ανθρώπινους χορευτές. Τα ίδια τα κύπελλα από τα οποία έπιναν στη γιορτή τους μπορούσαν κάλλιστα να ήταν διακοσμημένα με τέτοιες αρχετυπικές σκηνές χορού.

Τώρα που τόνισα τη σημασία της μουσικής ως κοινωνικής δύναμης, ιδιαίτερα στη θρησκεία, πρέπει να αναπτύξω αναλυτικά τι πιστεύω ότι έκανε η μουσική, πώς λειτουργούσε. Ας δούμε πρώτα ποιο ήταν το μήνυμα που περνούσε στις δημόσιες εκδηλώσεις. Όπως το έθεσε ο διάσημος ανθρωπολόγος Clifford Geertz, πολλά από αυτά τα μηνύματα ήταν ιστορίες που έλεγαν στους ίδιους τους εαυτούς τους σχετικά με τους εαυτούς τους». Είτε το μήνυμα απευθύνεται ευθέως στους θεούς, ή σε κανέναν συγκεκριμένα, στην πράξη οι μετέχοντες -αυτοί που έχουν ενεργό ρόλο και αυτοί που αποτελούν το κοινό-είναι που μιλούν ο ένας στον άλλον και επιβεβαιώνουν στους ίδιους τους εαυτούς τους τις αξίες και την κοσμοθεώρηση της κοινότητάς τους. Πολλά από αυτά τα ζητήματα είναι δύσκολο να εκφραστούν με λίγα λόγια και θα απαιτούσαν βαρύγδουπες ομιλίες. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ανάγκη να εξηγηθούν τα πάντα: αρκεί μόνο να υποδηλωθούν - σχεδόν όλοι οι παρόντες γνωρίζουν ήδη περί τίνος πρόκειται. Σε αυτές τις συνθήκες, το τραγούδι και ο χορός με τη συνοδεία οργάνων, αυτό που μόλις αποκάλεσα βελτιωμένες μορφές επικοινωνίας, είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικά. Η μουσική μπορεί να πει πολλά με σχετικά λίγα μέσα. Ένας χορός ένοπλων νέων της Αθήνας, οι οποίοι επιδεικνύουν την ανδρεία τους και τραγουδούν ένα τραγούδι, ας υποθέσουμε, για τη θεά Αθηνά που προστάτευε την πόλη τους, υποδηλώνει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο η κοινότητα βασίζεται στους νέους άνδρες που κατατάσσονται στα σώματα των υπερασπιστών της, για την ιδεολογική ενότητα των στρατιωτών και των πολιτών, για τη θεϊκή προστασία του άστεως από μια πολεμική θεά, για την ανάγκη να διατηρήσουν την καλή της διάθεση, κ.ο.κ. Το να εξηγήσει κανείς όλα αυτά με λεπτομέρειες σε ένα κείμενο θα ήταν συγκριτικά πολύ ανιαρό και λιγότερο πιθανό να μεταφέρει το μήνυμα στο ευρύ κοινό.

Ταυτόχρονα, η μουσική είναι κάτι περισσότερο από επικοινωνιακό εργαλείο. Σε έναν πολυθεϊστικό κόσμο, όπου υπάρχουν πολλαπλές μορφές λατρείας χωρίς αρκετή δύναμη να αναγκάσουν τους ανθρώπους να πάρουν μέρος σ' αυτές, συναντούμε έναν διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ των λατρειών και μεταξύ των εκδηλώσεων με σκοπό την προσέλκυση κοινού. Μπορεί κάλλιστα να υπήρχαν κοινωνικές πιέσεις για να κάνουν τους ανθρώπους να επισκέπτονται ορισμένους τοπικούς ναούς και να υποστηρίζουν ορισμένες δημόσιες εκδηλώσεις, αλλά ιερά που απευθύνονται σε ένα μη τοπικό κοινό δεν έχουν ιδιαίτερη προσέλευση, επειδή οι άνθρωποι θέλουν να αποφεύγουν το κουτσομπολιό ή την κοινωνική απομόνωση. Επίσης, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι απλοί άνθρωποι ήταν σε θέση να συμμετάσχουν σε μικρό μέρος των εκδηλώσεων που παρουσιάζονταν» σε έναν τόπο - χωρίς καν να υπολογίσουμε τις μη τοπικές ειδικές εκδηλώσεις -, επειδή διαφορετικά δεν θα τους έμενε καθόλου χρόνος για να εργαστούν. Έτσι, οι τόποι και οι εκδηλώσεις ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για να προσελκύσουν ακροατήρια.

Πώς κινητοποιεί κανείς ένα κοινό; Τραβώντας την προσοχή του. Επιστρατεύονται όλων των ειδών τα θέλγητρα, από ειδικές ιερές πηγές, μέσω των λειψάνων μυθικών ηρώων, μέχρι μεγαλύτερα πανηγύρια - και, φυσικά, μέσω της παρουσίασης της καλύτερης μουσικής.

Η μουσική συμβάλλει στην προσέλκυση του ακροατηρίου, και όταν το ακροατήριο έχει κινητοποιηθεί η ίδια αυτή μουσική μεταφέρει αποτελεσματικά το μήνυμα για το οποίο ήθελε κάποιος να προσελκύσει αυτό το κοινό (δεν αρνούμαι ότι θα υπήρξαν επίσης αρκετά ιδιοτελείς λόγοι για την προσέλκυση ακροατηρίου, ή λόγοι που θα είχαν σχέση με την τοπική περηφάνια κ.λπ., αλλά αυτό δεν αποκλείει την ιδέα της δημιουργίας ενός κομβικού σημείου επικοινωνίας μεταξύ του ανθρώπου, του συνανθρώπου του και των θεών του).

Επίσης μπορεί να υπάρξει μια τρίτη πτυχή, η θυσία. Η θυσία είναι η βασική τελετή της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Απαντώνται διαφόρων ειδών προσφορές στην αρχαία Ελλάδα - προσφορά μέσω της πυράς, αλλά και προσφορές θυμιάματος, ειδών διατροφής, υγρών, αντικειμένων αξίας, γης, σκλάβων κ,λπ. Στην πραγματικότητα, ένα ιερό και καθετί μέσα σε αυτό αποτελούν μια προσφορά: πρόκειται για χώρο που παραχωρείται στους θεούς, όπου μπορεί να ιδρυθεί ένας ναός, συνήθως από την κοινότητα, ενώ άτομα και συλλογικότητες αναθέτουν άλλα κτίρια, μνημεία, αγάλματα και ειδώλια και άλλα έργα τέχνης ή τέχνεργα, από μεγάλα σε κλίμακα και ακριβά μέχρι μικροσκοπικά και πάμφθηνα. Ωστόσο, όπως μόλις είδαμε, υπάρχουν επίσης πολλών ειδών μη μόνιμες, φθαρτές θυσίες. Δεν είναι και τόσο παρατραβηγμένη η ιδέα ότι οι δραστηριότητες που απευθύνονται αποκλειστικά σε μια θεϊκή οντότητα, και οι οποίες συνήθως παίρνουν τη μορφή ενός διαγωνισμού, ενός αγώνα, είναι περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι προσφέρουν την ενέργεια και τη δεξιοτεχνία τους. Είτε πρόκειται για αγώνες δρόμου, πυγμαχία, πάλη, παίξιμο του αυλού, χορό και τραγούδι στο πλαίσιο του χορού του δράματος, είτε για την παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου δραματικού έργου, όλα είναι δώρα για τους θεούς (οτιδήποτε άλλο και αν είναι ταυτόχρονα).

Θα περίμενε κανείς ότι η μορφή του διαγωνισμού είχε επιλεχθεί επειδή ένας διαγωνισμός κινητοποιεί όλους και όλες να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ο αγωνιστικός χαρακτήρας της αρχαιοελληνικής κοινωνίας θα ήταν έτσι το αποτέλεσμα αυτής της σημασίας του αγώνα στη θρησκευτική λατρεία, και όχι ένα γενικό χαρακτηριστικό που τους έκανε να δίνουν στα πάντα τη μορφή διαγωνισμού. Φυσικά, η άποψη άτι παλεύουν μεταξύ τους έτσι ώστε να παρουσιάσουν στους θεούς τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα δεν στοχεύει να εξηγήσει την ίδια την ιδέα ενός διαγωνισμού: οι άνθρωποι έρχονταν αντιμέτωποι ώστε να δουν ποιος ήταν δυνατότερος κ.ο.κ. από τα βάθη του χρόνου - αυτό όμως καθιστά τους Έλληνες εξίσου ανταγωνιστικούς με οποιονδήποτε άλλον. Θεωρώ ότι η σημασία του διαγωνισμού στο πλαίσιο της θρησκείας τους ήταν αυτό που με τον καιρό τούς έκανε να φαίνονται ότι έχουν έναν ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό χαρακτήρα.

Η μουσική της αρχαίας Ελλάδας έχει χαθεί - σώζονται μόνο σπαράγματα από τα μέρη που την αποτελούσαν: χορική ποίηση, ή μάλλον οι λέξεις των ποιημάτων που κάποτε ήταν χορικά, μικροσκοπικά αποκόμματα μουσικής σημειογραφίας και πολλή μουσική θεωρία. Από το χορό, όμως, δεν μας έχει απομείνει τίποτα απολύτως. Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια: ο χορός ήταν τόσο σημαντικός που έχουμε αμέτρητα κείμενα σχετικά με το χορό ή στα οποία αναφέρεται ο χορός, και αμέτρητες εικόνες. Όλα αυτά δεν είναι τίποτα; Ναι, όσον αφορά τις χορευτικές κινήσεις. Τα κείμενα δεν προσφέρουν λεπτομερείς περιγραφές, δεν υπάρχει ούτε ένα που να αναφέρεται στην τεχνική του χορού ως σωματικής κίνησης, για να μη μιλήσουμε για χορογραφίες, και οι εικόνες είναι όλες στατικές και ως επί το πλείστον ιδιαιτέρως συμβατικές. Τίποτα από αυτά δεν θα μας βοηθήσει να αναπαραστήσουμε έστω και ένα μόνο βήμα του αρχαίου ελληνικού χορού. Φυσικά, μπορούμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις - που όμως θα παραμείνουν απλώς υποθέσεις εάν δεν προκύψουν νέα στοιχεία15. Κάποιες από αυτές είναι πολύ πιθανά να είναι σωστές: δεν υπάρχουν πολλά που να μπορεί να κάνει κανείς με το ανθρώπινο σώμα, γι’ αυτό οι χορευτικές κινήσεις σε όλον τον κόσμο μοιάζουν εκπληκτικά μεταξύ τους. Αλλά ακόμη και αν μαντέψουμε ατομικές κινήσεις, αυτές δεν καταλήγουν σε μια χορογραφία. Ορισμένοι έχουν ισχυριστεί ότι έχουν αναπαραστήσει μικρές χορογραφίες, ή τουλάχιστον σειρές κινήσεων, από την αρχαιοελληνική τέχνη, ειδικά από τις αγγειογραφίες. Οι μορφές που χορεύουν σε ένα αγγείο υποτίθεται ότι ήταν ζωγραφισμένες σαν καρέ από ταινία κινουμένων σχεδίων. Ωστόσο, αυτά δεν είναι παρά ευσεβείς πόθοι - για να κάνουμε τις αρχαίες εικόνες να κινούνται πρέπει να κακομεταχειριστούμε και να εκμεταλλευτούμε τα τεκμήρια.

Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι δεν χρειάζεται να αναπαραστήσουμε τον αρχαιοελληνικό χορό, επειδή κατάλοιπά του υπάρχουν ακόμη: αναφέρουν όλων των ειδών τις επιβιώσεις, αλλά φυσικά περισσότερο χορούς στη σύγχρονη Ελλάδα ή σε περιοχές που ήταν κάποτε ελληνόφωνες. Αυτό, όμως, είναι μια αμφίβολη διαδικασία: δεν υπάρχει μια μοναδική παράδοση, ειδικά μια άγραφη παράδοση, όπου τα πράγματα να επιβιώνουν αναλλοίωτα - αν ο Ελληνικός χορός επιβίωσε για αιώνες, αλλά έχει αλλάξει στη διαδικασία, δεν έχει χρησιμότητα στην αναδόμηση των αρχικών του φάσεων, εκτός και αν μπορούμε να τεκμηριώσουμε όλες τις αλλαγές, πράγμα που δεν είναι δυνατόν να κάνουμε, επειδή δεν υπάρχει αδιάσπαστη σειρά τεκμηρίων, για παράδειγμα, από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως τον 18ο αιώνα μ.Χ. Οι αλλαγές είναι πολύ πιθανές επειδή η Ελλάδα δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απομονωμένος τόπος, όπου δεν έχει συμβεί τίποτα από την Ύστερη Αρχαιότητα και μετά. Πράγματι, η ζωτικότητα της σημερινής Ελλάδας, όπως και εκείνη της αρχαίας Ελλάδας, απορρέει από το γεγονός ότι η χώρα βρισκόταν πάντοτε οτο σταυροδρόμι μεταξύ της Ιταλίας και της δυτικής Μεσογείου, της κεντρικής Ευρώπης, της Ασίας και της Εγγύς Ανατολής, και της Αφρικής. Γιατί αυτή η ιστορία δεν θα έπρεπε να έχει αφήσει ίχνη στη χορευτική παράδοση της Ελλάδας, όταν στη μουσική, τη γλώσσα, στην κουζίνα, κλπ. διακρίνονται άφθονα ίχνη τέτοιων επιρροών; Γι' αυτούς που θέλουν να συνεχίσουν να ονειρεύονται για τα κατάλοιπα της αρχαίας Ελλάδας, ίσως να είναι φρόνιμο να σκεφτούν ότι οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πειστεί ότι μεγάλο μέρος της μουσικής και του χορού τους απέρρεε από μη ελληνικές πηγές, και προφανώς καμάρωναν γι' αυτό.

Έτσι, ο αρχαίος Ελληνικός χορός ως κίνηση χάθηκε. Είναι κρίμα που δεν έχουμε στοιχεία για να ταιριάξουμε τις αναπαραστάσεις ορισμένων μουσικών κομματιών - προβληματικές αναπαραστάσεις, αλλά που πάλι είναι δυνατόν να μας δώσουν κάποια ιδέα ενός ηχογράμματος. Ένας αρχαιοελληνικός χορός που θα παρουσιαζόταν με περισσότερη ή λιγότερη αξιοπιστία θα ικανοποιούσε την ανθρώπινη λαχτάρα να αναστήσει το παρελθόν. Αλλιώς δεν θα αποτελούσε και μεγάλη βοήθεια: είμαστε ένα σύγχρονο ακροατήριο και μπορούμε να παρατηρούμε μόνο με σύγχρονο βλέμμα σε κάποια σύγχρονα συμφραζόμενα. Ένα άτομο με πολλές γνώσεις ίσως να είναι σε θέση να δει κάτι που προοριζόταν για το πρωτότυπο κοινό. Υπάρχει όμως τέτοιο άτομο: Στην καλύτερη περίπτωση, το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήγαμε θα μας οδηγούσε στο να μάθουμε ορισμένα από τα πράγματα που ήδη ξέρουμε, αυτά που μας λένε οι πηγές μας: πού και πότε ήταν κατάλληλος ο χορός, πόσο σημαντικός ήταν, τι λειτουργίες υποτίθεται ότι πληρούσε, ποιοι ήταν οι χορευτές μεταξύ θεών και ανθρώπων, κ,λπ. Μπορούμε να μάθουμε σχεδόν για κάθε πτυχή του χορού - εκτός από το πώς ήταν με λεπτομέρειες.

Ας μην είμαστε υπεραισιόδοξοι: οι πληροφορίες μας συχνά έχουν ελλείψεις, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες πτυχές της αρχαίας κοινωνίας. Οι πηγές πρέπει να εξετάζονται στα συμφραζόμενα τους και πρέπει να διατηρήσουμε ιδιαιτέρως κριτική στάση - ο χορός δεν διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο ζήτημα από αυτήν την άποψη. Αλλά με την κατάλληλη επιμέλεια, μπορούμε να γράψουμε μια μελέτη για το χορό στην αρχαία Ελλάδα. Είναι κάτι που έχει ήδη γίνει και μπορεί να ξαναγίνει. Και πάλι, θα προτιμούσα να μη δω το χορό να αποτελεί το θέμα μιας μονογραφίας, αλλά να αναλύεται ως μέρος της μουσικής, και τη μουσική με τη σειρά της ως μέρος της ζωής της αρχαίας κοινωνίας. Φυσικά, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό δεν είναι και πολύ πρακτικό: ενώ ξέρουμε ότι ο χορός δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο, θα έπρεπε παρ' όλα αυτά να το απομονώσουμε, όπως κάνουμε με το εμπόριο των σιτηρών, τη γλυπτική και τη νομοθεσία, ώστε να γίνουν όλα εύχρηστα. Πράγματι, αλλά η απομόνωση της μουσικής, ή των συ στατικών της, είναι ενδεχομένως μεγάλη διαστρέβλωση. Εξάλλου, παρόλο που αναμφισβήτητα μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε κάτι καινούριο στους αιώνες μελετών που έχουν προηγηθεί, γιατί να μην ενσωματώσουμε τη μουσική στις αφηγήσεις μας για την αρχαία Ελλάδα, με τέτοιον τρόπο που ένας αρχαίος Έλληνας να αναγνώριζε την εικόνα μας της κοινωνίας του ως μια ωραία προσέγγιση οτο πραγματικό;

Η Αξία Του Ομήρου

Διάλογος μεταξύ Σωκράτη και Γλαύκωνα από την "Πολιτεία" του Πλάτωνος.

Στην Πολιτεία (605c) ο Πλάτωνας μας αναφέρει κάποιες πολύ σημαντικές πληροφορίες, σχετικά με την αξία του Ομήρου, στην καθημερινή μας ζωή.

Ας παρακολουθήσουμε τον διάλογο, μεταξύ του Σωκράτη και του Γλάυκωνα:

᾿Ακούων σκόπει.
(Σωκράτης:) Παρακολούθησε με προσοχή αυτά που θα σου πω.
οἱ γάρ που βέλτιστοι ἡμῶν ἀκροώμενοι ῾Ομήρου
Όσοι από εμάς θεωρούμαστε αξιοπρεπείς, θα έπρεπε να διαβάζουμε τα έπη του Ομήρου,
ἢ ἄλλου τινὸς τῶν τραγῳδοποιῶν μιμουμένου [d.] τινὰ τῶν ἡρώων ἐν πένθει ὄντα καὶ μακρὰν ῥῆσιν ἀποτείνοντα ἐν τοῖς ὀδυρμοῖς

ή κάποιον άλλον από τους τραγωδοποιούς, ο οποίος παρουσιάζει έναν από τους ήρωες στο θεατρικό έργο του, σε κατάσταση πένθους και μεγάλο μέρος του κειμένου αφιερώνεται στον θρήνο του ήρωα.
Τέτοια έργα θα μπορούσαν για παράδειγμα να είναι η Αντιγόνη, ή ο θρήνος του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο κοκ.

ἢ καὶ ᾄδοντάς τε καὶ κοπτομένους,
Θα μας ωφελούσε επίσης να τραγουδούμε και να διαβάζουμε τραγικά ποιήματα,
οἶσθ’ ὅτι χαίρομέν τε καὶ ἐνδόντες ἡμᾶς αὐτοὺς ἑπόμεθα συμπάσχοντες
με σκοπό να αισθανόμαστε και χαρά με τα τραγούδια, αλλά και συμπόνια με τα παθήματα του ήρωα.
Διότι προφανώς θα ταυτίζονται με τα δικά μας παθήματα.

καὶ σπουδάζοντες ἐπαινοῦμεν ὡς ἀγαθὸν ποιητήν,
Αναγνωρίζοντας την αξία αυτών των ποιητών, θα πρέπει να τους επαινούμε μεταξύ μας, σαν χρήσιμους και ενάρετους.
ὃς ἂν ἡμᾶς ὅτι μάλιστα οὕτω διαθῇ.
Γιατί αυτοί οι ποιητές έχουν την ικανότητα να βελτιώνουν κατά πολύ την ψυχική μας διάθεση.
Οἶδα· πῶς δ’ οὔ;
(Γλαύκων:) Το καταλαβαίνω, πώς θα μπορούσα να αρνηθώ αυτά που λες;
῞Οταν δὲ οἰκεῖόν τινι ἡμῶν κῆδος γένηται,
(Σωκράτης:) Διότι, όταν αφομοιώσουμε το νόημα αυτών των ποιημάτων, τότε ενισχύεται το ηθικό μας,
ἐννοεῖς αὖ ὅτι ἐπὶ τῷ ἐναντίῳ καλλωπιζόμεθα,
με αποτέλεσμα, αν μπορείς να το πιστέψεις, ακόμα και οι αντίξοες καταστάσεις της ζωής μας, να μπορούσαν να μας ωφελήσουν,
ἂν δυνώμεθα ἡσυχίαν ἄγειν [e.] καὶ καρτερεῖν,
στην περίπτωση που κατορθώσουμε να παραμείνουμε ήρεμοι και υπομονετικοί,

ὡς τοῦτο μὲν ἀνδρὸς ὄν,
επειδή αυτά είναι τα χαρακτηριστικά ενός συνετού άνδρα,
ἐκεῖνο δὲ γυναικός,
ενώ τα αντίθετα χαρακτηριστικά ισχύουν στην περίπτωση των γυναικών.
Δηλαδή χαρακτηριστικά ενός συνετού άνδρα ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής, θα πρέπει να είναι μία ήρεμη και αξιοπρεπής συμπεριφορά, ενώ στις γυναίκες επιτρέπονται οι υπερβολικές αντιδράσεις. Τα κλάματα και οι θρήνοι, όπως συμβαίνει συνήθως στον γυναικείο χορός του θεάτρου.
ὃ τότε ἐπῃνοῦμεν.
Και αυτήν την συμπεριφορά θα έπρεπε να επαινούμε.
᾿Εννοῶ, ἔφη.
Σε καταλαβαίνω, απάντησε ο Γλαύκων.
῏Η καλῶς οὖν, ἦν δ’ ἐγώ,
Και αν έχω διατυπώσει σωστά τις απόψεις μου, είπα εγώ (Σωκράτης)
οὗτος ὁ ἔπαινος ἔχει,
τότε αρμόζει να αποδίδουμε έπαινο, όταν αντικρίζουμε έναν τέτοιον άντρα ο οποίος συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο,
τὸ ὁρῶντα τοιοῦτον ἄνδρα,
ο οποίος δεν θα έπρεπε να υπερηφανεύεται για τον εαυτό του,
οἷον ἑαυτόν τις μὴ ἀξιοῖ εἶναι ἀλλ’ αἰσχύνοιτο ἄν,
αλλά αντίθετα θα συμπεριφερόταν συνεσταλμένα.
μὴ βδελύττεσθαι ἀλλὰ χαίρειν τε καὶ ἐπαινεῖν;
Αλλά τελικά, η σωστή συμπεριφορά, θα ήταν να μην κατηγορεί κανέναν, αλλά να συγχαίρει και να επαινεί τους πάντες;
Οὐ μὰ τὸν Δί’, ἔφη, οὐκ εὐλόγῳ ἔοικεν.
Όχι μα τον Δία είπε, ο Γλαύκων, δεν μοιάζει να είναι λογική μια τέτοια συμπεριφορά.
[606a] Ναί, ἦν δ’ ἐγώ, εἰ ἐκείνῃ γ’ αὐτὸ σκοποίης.
(Σωκράτης:) Έχεις δίκιο, αυτό που λέμε, δεν φαίνεται να είναι σωστό, αλλά αν θέλεις να καταλάβεις το γιατί πρέπει να συμπεριφέρεται έτσι ένας συνετός άνδρας, θα έπρεπε να παρακολουθήσεις την συνέχεια.
Πῇ;
Πότε λοιπόν, με ποιες προϋποθέσεις και σε ποιες περιπτώσεις θα έπρεπε κανείς να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο;
Εἰ ἐνθυμοῖο ὅτι τὸ βίᾳ κατεχόμενον τότε ἐν ταῖς οἰκείαις συμφοραῖς
Μακάρι να μπορούσες θα θυμηθείς την περίοδο της ζωής σου, που αντιμετώπιζες τις δικές σου συμφορές και συμπεριφερόσουν βίαια,
καὶ πεπεινηκὸς τοῦ δακρῦσαί τε καὶ ἀποδύρασθαι ἱκανῶς καὶ ἀποπλησθῆναι,
και είχες την εσωτερική ανάγκη (πείνα) να κλαις και να οδύρεσαι συνεχώς και ήσουν γεμάτος παράλογες συμπεριφορές.
φύσει ὂν τοιοῦτον οἷον τούτων ἐπιθυμεῖν,
Θα θεωρούσα φυσιολογική μια τέτοια συμπεριφορά, καθώς και το να διακατέχεσαι από παρόμοιες ανάγκες.
τότ’ ἐστὶν τοῦτο τὸ ὑπὸ τῶν ποιητῶν πιμπλάμενον καὶ χαῖρον·
Τότε θα μπορούσε να σε συμβουλέψει κανείς, αυτό που κατεξοχήν συνιστάται από τους ποιητές και σου φτιάχνει την διάθεση.
τὸ δὲ φύσει βέλτιστον ἡμῶν,
Και αυτή η συμπεριφορά, είναι η πιο ενδεδειγμένη για να επανέρθει κανείς στην φυσιολογική του κατάσταση.
ἅτε οὐχ ἱκανῶς πεπαιδευμένον λόγῳ οὐδὲ ἔθει,
επιπλέον, κάποιος που δεν έχει εκπαιδευτεί σωστά, ως προς το τι πρέπει να λέει και το πώς να συμπεριφέρεται σε ανάλογες συνθήκες,
ἀνίησιν τὴν φυλακὴν τοῦ [b.] θρηνώδους τούτου,
αυτή η οδηγία των ποιητών, σε βοηθάει να περιορίσεις στο ελάχιστο, την θρηνώδη συμπεριφορά.
ἅτε ἀλλότρια πάθη θεωροῦν καὶ ἑαυτῷ οὐδὲν αἰσχρὸν ὂν
Όσοι πάλι παρακολουθούν (στο θέατρο) τα παθήματα των ηρώων, όταν τα συγκρίνουν με τα δικά τους πάθη, διαπιστώνουν ότι τα δικά τους είναι ασήμαντα,
εἰ ἄλλος ἀνὴρ ἀγαθὸς φάσκων εἶναι ἀκαίρως πενθεῖ,
και αν θα ήθελαν να συμπεριφερθούν σαν αξιόλογοι άνδρες, θα έπρεπε να καταλάβουν ότι η θλίψη τους, είναι άσκοπη (εκτός τόπου και χρόνου)

τοῦτον ἐπαινεῖν καὶ ἐλεεῖν,
Μια τέτοιου είδους συμπεριφορά θα έπρεπε κανείς να επαινεί και να εκθειάζει,
ἀλλ’ ἐκεῖνο κερδαίνειν ἡγεῖται, τὴν ἡδονήν,
και να θεωρεί ότι μόνο μια αλλαγή συμπεριφοράς θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην ψυχική ικανοποίηση.
καὶ οὐκ ἂν δέξαιτο αὐτῆς στερηθῆναι καταφρονήσας ὅλου τοῦ ποιήματος.
Και ακόμα και αν αγνοήσει κανείς το περιεχόμενο ολόκληρου του ποιήματος, αυτό το τμήμα που περιγράφει τον τρόπο που θα αποκτήσει κανείς αυτήν την ψυχική ικανοποίηση δεν θα πρέπει κανείς να το αγνοήσει.
Επομένως ένα δραματικό έργο, δεν χρειάζεται να είναι όλο σπουδαίο, από την αρχή ως το τέλος, αλλά πρέπει να περιέχει ένα βασικό μέρος που θα αποτελεί και την ουσία του έργου και θα περιλαμβάνει συμβουλές και γνώμες σχετικά με την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων της ζωής μας.
λογίζεσθαι γὰρ οἶμαι ὀλίγοις τισὶν μέτεστιν ὅτι ἀπολαύειν ἀνάγκη ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων εἰς τὰ οἰκεῖα·
και θεωρώ ότι θα πρέπει κανείς να κατανοήσει ότι λίγοι είναι αυτοί που έχουν την ικανότητα να δεχτούν ότι τα παθήματα των ηρώων, μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα για τις προσωπικές μας συμφορές και τότε κατά ανάγκη θα ωφεληθούν.
θρέψαντα γὰρ ἐν ἐκείνοις ἰσχυρὸν τὸ ἐλεινὸν οὐ ῥᾴδιον ἐν τοῖς αὑτοῦ πάθεσι κατέχειν.
Αυτοί οι λίγοι μπορούν να θρέψουν την ψυχή τους, ώστε να καταστεί δυνατή και να αντιμετωπίσει τις οδύνες, κάτι που δεν είναι εύκολο για τους υπόλοιπους ανθρώπους όταν τους συμβούν οι συμφορές.
[c.] ᾿Αληθέστατα, ἔφη.
αυτό που λες είναι πολύ σωστό είπε ο Γλαύκων.

ΜΙΘΡΙΔΑΤΗΣ ΣΤ': Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΡΩΜΗ

ΜΙΘΡΙΔΑΤΗΣ ΣΤ' Ο ΕΥΠΑΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄, ο επονομαζόμενος Ευπάτορας και Διόνυσος υπήρξε, δίχως αμφιβολία, η επιφανέστερη προσωπικότητα του Βασιλείου του Πόντου και μία από τις πλέον εξέχουσες φυσιογνωμίες ολοκλήρου του Ελληνιστικού κόσμου. Για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε χρονικά το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ και να διερευνήσουμε με ασφάλεια τις πτυχές του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του, αλλά και να γίνει μία ενδελεχής και αμερόληπτη αποτίμηση της προσφοράς και του έργου του, θα πρέπει πρώτα να κάνουμε μία σύντομη διαδρομή στην ιστορία του Πόντου και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσε.

Το όνομα Πόντος, ως γεωγραφική ενότητα, στην αρχαιότητα περιλάμβανε τις παράλιες περιοχές του Ευξείνου Πόντου. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τον Ξενοφώντα και άλλους αρχαίους ιστοριογράφους, Πόντος ονομάζεται η παραλιακή λωρίδα των βορειοανατολικών ακτών της Μικράς Ασίας,η οποία περιλαμβάνει τα εδάφη ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο βρίσκεται η σημερινή πόλη Bατούμ της Γεωργίας, και την Hράκλεια την Ποντική. Πολλοί γεωγράφοι και ιστορικοί οριοθετούν τα δυτικά του σύνορα από τις εκβολές του Άλυος ποταμού κοντά στην πόλη Σινώπη, την πρώτη Ελληνική αποικία στον Εύξεινο Πόντο. Στο εσωτερικό η περιοχή εκτείνεται σε βάθος 200 έως 300 χιλιομέτρων, οριοθετημένη από την ίδια τη φύση που τη διαχώρισε από την υπόλοιπη Mικρά Aσία με τη δυσπρόσιτη οροσειρά των Ποντικών ορέων.

Η περιοχή του Πόντου ήταν οικεία στους αρχαίους Έλληνες από τους μυθικούς χρόνους. Ο Φρίξος με την αδελφή του Έλλη κατά τη διαφυγή τους από τον Ορχομενό της Βοιωτίας κατευθύνθηκαν, πάνω σε χρυσόμαλλο κριάρι, προς την Κολχίδα. Καθώς όμως πετούσαν πάνω από τη θάλασσα, η Έλλη δεν άντεξε την κούραση, γλίστρησε και έπεσε στο πέλαγος που από τότε ονομάστηκε Ελλήσποντος. Ο Φρίξος κατάφερε να φτάσει στην Κολχίδα όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Αιήτη, Χαλκιόπη. Ο Ιάσων κατά την Αργοναυτική εκστρατεία, στην πορεία του προς την Κολχίδα, προσάραξε την «Αργώ» στα παράλια της Σινώπης, όπου γνώρισε τους κατοίκους της περιοχής, τους Χάλυβες.

Κατά την ιστορική περίοδο, προς τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.X., πραγματοποιούνται εμπορικά ταξίδια στην περιοχή αυτή για την αναζήτηση κυρίως χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων. Έτσι δημιουργούνται οι πρώτοι εμπορικοί σταθμοί. Κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα οι σταθμοί αυτοί μετατρέπονται σε μόνιμα οικιστικά κέντρα. Μιλήσιοι άποικοι ιδρύουν τη Σινώπη, η οποία γρήγορα γίνεται μεγάλο εμπορικό λιμάνι και ισχυρή ναυτική δύναμη. Με τη σειρά της η Σινώπη δημιουργεί νέες αποικίες - πόλεις σε όλο το μήκος των βορείων παραλίων της Μικράς Ασίας με σπουδαιότερες την Αμισό, τα Κοτύωρα, την Τρίπολη, την Κερασούντα, την Τραπεζούντα κ.α. Σπουδαιότερη όλων η Τραπεζούντα, η ίδρυση της οποίας χρονολογείται από το 756 π.Χ.

Από τον 5ο π.Χ. αιώνα οι παράλιες πόλεις του Πόντου είναι φόρου υποτελής στους Πέρσες διατηρώντας μια ιδιότυπη αυτονομία και ανεξαρτησία. Κατά την περίοδο της κοσμοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι πλήρως ανεξάρτητες και στρέφονται προς τη μεσόγειο θάλασσα όπου ανακαλύπτουν νέες πηγές πλούτου, όπως σίδηρο, χαλκό, άργυρο. Στα πρώιμα Ελληνιστικά χρόνια η περιοχή του Πόντου αποτελούσε τμήμα του Βασιλείου των Σελευκιδών.

Κατά τους τρεις τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες αναπτύχθηκε στην περιοχή το ανεξάρτητο Βασίλειο του Πόντου με πρωτεύουσα την Αμάσεια και αργότερα τη Σινώπη. Το Βασίλειο σχηματίστηκε το 281 π.Χ. από τη δράση του Μιθριδάτη του Α΄ του επονομαζόμενου «Κτίστη». Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι διάδοχοι του οδηγήθηκαν σε σφοδρές συγκρούσεις για την επικράτηση στα εδάφη της αχανούς αυτοκρατορίας του. Ο Μιθριδάτης αρχικά βρίσκεται στο πλευρό του Ευμένη του Καρδιανού. Μετά την ήττα του τελευταίου στη μάχη της Γαβιηνής (316 π.Χ.), συντάσσεται με το νικητή Αντίγονο τον Μονόφθαλμο.

Γρήγορα απολαμβάνει μεγάλης εκτίμησης και αναπτύσσει προσωπική φιλία με τον γιο του Αντίγονου, Δημήτριο τον Πολιορκητή. Κάποια στιγμή η κατάσταση αυτή άλλαξε και έπεσε σε δυσμένεια. Ο Αντίγονος αποφάσισε να τον σκοτώσει. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Αντίγονος όρκισε τον γιό του να μην μαρτυρήσει τις προθέσεις του. Μη τολμώντας να παραβεί τον όρκο του, ο Δημήτριος ζήτησε από τον φίλο του να πάνε για περίπατο στην παραλία. Εκεί ο Δημήτριος έγραψε με το ξίφος του στην άμμο: «Φύγε Μιθριδάτη». Ο Μιθριδάτης κατάλαβε τι επρόκειτο να του συμβεί και την ίδια νύχτα απέδρασε. Μετά τη διαφυγή του, ο Μιθριδάτης κατέφυγε στη Γάνγρα, μία περιοχή της ορεινής Παφλαγονίας. Αργότερα, μαζί με μία μερίδα υποστηρικτών του κατέλαβε μία ισχυρή θέση στα Κιμίατα της Παφλαγονίας, τα οποία αποτελούσαν φυσικό οχυρό και βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Ολγάσσιου, κοντά στις δυτικές όχθες του Άλυος ποταμού.

Με το πέρασμα του χρόνου, στο στρατό του κατετάγησαν πολλοί άνδρες με ποικίλες προελεύσεις. Όταν ισχυροποιήθηκε, κινήθηκε προς τις γύρω περιοχές καλώντας τους Παφλαγόνες, που είχαν πέσει σε νέο ζυγό να συνταχθούν μαζί του. Το ίδιο έκανε και με τους Καππαδόκες που είχαν υποφέρει πολλά από την Περσική διοίκηση. Στη συνέχεια κατελάμβανε τη μία περιοχή μετά την άλλη. Στην πορεία των κατακτήσεων ενισχυόταν το κύρος του ως ανεξάρτητου ηγεμόνα. Με τον τρόπο αυτό έθεσε τα θεμέλια για την ίδρυση του Βασιλείου του Πόντου. Το 281 π.Χ. ανακηρύσσεται βασιλιάς του Πόντου, λαμβάνοντας το προσωνύμιο «Κτίστης». Πολύ γρήγορα το Βασίλειο του Πόντου επεκτάθηκε με ταχύτατους ρυθμούς έτσι που στην επικράτεια του περιλαμβάνεται ολόκληρη η Μικρά Ασία άλλα και περιοχές πέρα από αυτήν. Στα χρόνια που ακολούθησαν το Ποντιακό Βασίλειο υπέστη μία σειρά εδαφικών ανακατατάξεων. Ανάλογα με τη στρατιωτική και διοικητική ικανότητα του εκάστοτε βασιλιά του προστίθεντο εδάφη επεκτείνοντας την επικράτεια του ή και το αντίστροφο. Κατά την περίοδο της βασιλείας του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτωρα θα αποτελέσει το πιο δυναμικό κέντρο αντίστασης στη Ρωμαϊκή επέκταση.

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ

Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ γεννήθηκε το 132 π.Χ. στην πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου, τη Σινώπη. Ο θείος του, Φαρνάκης, το 162 π.Χ. μετέφερε την πρωτεύουσα από την Αμάσεια, την πρώτη πρωτεύουσα του Πόντου, στη Σινώπη. Ο πατέρας του, Μιθριδάτης Ε΄ ο Ευεργέτης, ήταν ο πιο σημαντικός ως τότε βασιλιάς της δυναστείας των Μιθριδατών. Η μητέρα του, πριγκίπισσα Λαοδίκη, ήταν κόρη του βασιλιά της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς.

Γύρω από τη γέννηση και την παιδική του ηλικία δημιουργήθηκαν διάφοροι μύθοι, οι οποίοι συνδέθηκαν με υπερφυσικά γεγονότα. Λέγεται ότι τη στιγμή της γεννήσεως του εμφανίστηκε στον ουρανό ένας εκτυφλωτικός κομήτης, ο οποίος έδειξε την πορεία του, τη διάρκεια της βασιλείας του και την έκταση των κατακτήσεων του. Όταν ήταν ακόμη μωρό, λέγεται πως είχε πέσει κεραυνός στην κούνια του, όπως είχε γίνει και με τον Διόνυσο, που του έκαψε τα σπάργανα και του άφησε μια πληγή στο κεφάλι, την οποία αργότερα έκρυβε με την πλούσια κόμη του. Αυτός ήταν και ο λόγος που πήρε το προσωνύμιο Διόνυσος. Σε αντίστοιχο περιστατικό αναφέρεται πως όταν ο Μιθριδάτης ανδρώθηκε, έπεσε κεραυνός στο δωμάτιο του, την ώρα που κοιμόταν και πυράκτωσε τις αιχμές των βέλων του, τα οποία ήταν στην κρεμασμένη φαρέτρα. Οι μάντεις ερμήνευσαν τον οιωνό και του ανέφεραν πως η μεγαλύτερη δύναμη του στρατού του θα είναι οι τοξότες.

Πέρα από τους μύθους, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄, αν και Πέρσης στην καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του, μεγάλωσε σ’ ένα πλήρως εξελληνισμένο περιβάλλον. Η γενέτειρα του, η Σινώπη, πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου ήταν μία καθαρά Ελληνική πόλη. Η δυναστεία του ήταν από πολλά χρόνια εξελληνισμένη. Μεγάλωσε και μορφώθηκε έχοντας φίλους και συντρόφους Έλληνες, γόνους ισχυρών οικογενειών του Πόντου. Από τα παιδικά του χρόνια φάνηκε ότι ήταν ιδιαίτερα έξυπνος και γεροδεμένος.

Η εκπαίδευση του έγινε σύμφωνα με τα Ελληνιστικά πρότυπα. Έτσι, η ενασχόληση του με τα γράμματα και τις τέχνες άρχισε από πολύ νωρίς. Έλαβε μαθήματα φιλοσοφίας, μουσικής και ποίησης. Εκπαιδεύτηκε πάνω στη ρητορική τέχνη και την ιατρική. Έγινε δεινός ρήτορας, το οποίο του φάνηκε πολύ χρήσιμο στη μετέπειτα πορεία του, και απέκτησε σημαντικές ιατρικές γνώσεις. Η εκπαίδευση του, επίσης, περιελάμβανε ασκήσεις στις πολεμικές τέχνες. Γυμναζόταν σκληρά, ιδιαίτερα στο κυνήγι, στην ιππική τέχνη, στην τοξοβολία και τον ακοντισμό. Είχε ως πρότυπο του τον Μέγα Αλέξανδρο. Τα κατορθώματα του είχαν μαγέψει την παιδική του φαντασία και ήθελε να του μοιάσει.

Το 120 π.Χ. και σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ έζησε μία τραυματική εμπειρία, η οποία θα επιδράσει καταλυτικά στην ψυχολογία του. Ο πατέρας του Μιθριδάτης Ε΄ ο Ευεργέτης δολοφονήθηκε από ανθρώπους που έβαλε η γυναίκα του Λαοδίκη. Η Λαοδίκη αναλαμβάνει την αντιβασιλεία και του ορίζει κηδεμόνες. Το κλίμα αρχίζει να γίνεται βαρύ για τον Μιθριδάτη και ψάχνει τρόπο για να αποδράσει από το παλάτι. Κάποια ημέρα ζήτησε να πάει στο κυνήγι μόνος του. Οι κηδεμόνες του, χωρίς να καταλάβουν τις προθέσεις του, τον αφήνουν. Αυτός αρπάζει την ευκαιρία και εξαφανίζεται στα πυκνά δάση του όρους Παρυάδρη.

Εκεί αρχίζει ο αγώνας επιβίωσης για τον Μιθριδάτη. Ζει από το κυνήγι και κοιμάται στην ύπαιθρο ως προγραμμένος. Η μητέρα του Λαοδίκη ανακηρύχθηκε βασίλισσα. Η ζωή στο βουνό δυνάμωσε το σώμα του και σκλήρυνε την ψυχή του. Απέκτησε τρομερή αντοχή και ακατάβλητη θέληση. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα που απέκτησε κατά τη διάρκεια της διαβίωσης του στο βουνό είναι η δυσπιστία του προς τους πάντες, κάτι που θα τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή. Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες και αντίξοες συνθήκες ανδρώθηκε ο Μιθριδάτης. Με απαράμιλλο σθένος, κατάφερε όχι μόνο να τις υπερνικήσει και να επιζήσει αλλά και να διαμορφώσει μία ισχυρή προσωπικότητα που θα τον βοηθούσε αργότερα να δημιουργήσει ένα πανίσχυρο βασίλειο. Στο βουνό έζησε επτά χρόνια.

Ο ΜΙΘΡΙΔΑΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Μιθριδάτη, το Ποντιακό Βασίλειο είχε εκφυλιστεί και βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο στρατός, επίσης, βρισκόταν σε κατάσταση διάλυσης. Οι Ρωμαίοι με τη συγκατάθεση της Λαοδίκης ενσωμάτωσαν τα εδάφη της Μικράς Ασίας που διεκδικούσε ο Μιθριδάτης Ε΄ ο Ευεργέτης και τα ανακήρυξαν Ρωμαϊκή επαρχία. Το 116 π.Χ. Ρωμαίοι πρεσβευτές φτάνουν στην περιοχή για να οργανώσουν τη νεοσύστατη επαρχία της Ασίας, όπως την ονόμασαν. Στη συνέχεια άρχισαν τις ενέργειες για να εντάξουν και το ίδιο το Βασίλειο του Πόντου στην επαρχία.

Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο για τον Πόντο εμφανίζεται ο Μιθριδάτης στο προσκήνιο. Το 112 π.Χ. ο εικοσάχρονος πλέον Μιθριδάτης εμφανίζεται ξαφνικά μέσα στη Σινώπη. Με τη στήριξη του λαού και του στρατού αναλαμβάνει την εξουσία. Ο Μιθριδάτης παραλαμβάνει ένα αδύναμο βασίλειο που περιλάμβανε την παραλιακή ζώνη από την πόλη Άμαστρις μέχρι και το κράτος των Τυβαρηνών. Η Παφλαγονία εξακολουθούσε να είναι υποτελής διατηρώντας την τοπική της δυναστεία. Στα ανατολικά του βρισκόταν η μικρή Αρμενία και στα δυτικά η Γαλατία που διοικούνταν από τους δικούς της τετράρχες.

Ο Μιθριδάτης αμέσως προχώρησε στην ανασύνταξη του κράτους και την αναδιοργάνωση του στρατού. Επαναφέρει στις θέσεις και τα αξιώματα που κατείχαν τους ικανούς ανθρώπους του πατέρα του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αποκαθιστά την τάξη και τη λειτουργία του κράτους. Στη συνέχεια στράφηκε προς τις Ελληνικές αποικίες των βορείων ακτών του Ευξείνου Πόντου με σκοπό να τις ενσωματώσει. Αυτές πιεζόμενες από τα γύρω βαρβαρικά φύλα ζητούν τη βοήθεια του. Στέλνουν αντιπροσωπεία στο παλάτι του Μιθριδάτη και του προτείνουν να ενσωματωθούν στο βασίλειο του προκειμένου να γλυτώσουν από τις επιθέσεις. Αυτός αρχικά διστάζει γιατί δεν ένιωθε ακόμη τόσο ισχυρός ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τέτοιας εκστρατείας. Στην πραγματικότητα μόλις είχε βάλει τάξη στο βασίλειό του και μία τόσο επίπονη εκστρατεία είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας.

Από την άλλη πλευρά, η πρόταση των Ελληνικών πόλεων εξυπηρετούσε τα σχέδια του γιατί θεωρούσε πως αν πετύχαινε το εγχείρημα του θα ένωνε τους Έλληνες του Πόντου. Με αυτόν τον τρόπο θα κέρδιζε την εμπιστοσύνη ολοκλήρου του Ελληνισμού. Έτσι θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μία ένωση όλων των Ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και του Ευξείνου Πόντου με σκοπό να αντιμετωπίσει τον Ρωμαϊκό κίνδυνο. Στην απόφαση του να δεχθεί την πρόταση των Ελληνικών πόλεων της Κριμαίας καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Διόφαντος, ο γιος του Ασκληπιόδωρου από τη Σινώπη, ο οποίος τον έπεισε να ξεπεράσει τους δισταγμούς του. Ο Διόφαντος γνώριζε πολύ καλά την περιοχή του βορείου Ευξείνου Πόντου για την οποία έγραψε και ένα βιβλίο, την «Ποντική». Ζήτησε από τον Μιθριδάτη να οργανώσει και να ηγηθεί της εκστρατείας. Ο Μιθριδάτης πείστηκε από τα επιχειρήματα του και το 110 π.Χ. του ανέθεσε την αποστολή.

Ο Διόφαντος ύστερα από τρεις διαδοχικές νικηφόρες εκστρατείες επιβλήθηκε στους Σκύθες, οι οποίοι το 107 π.Χ. δήλωσαν οριστική υποταγή. Ολόκληρη η περιοχή της Κριμαίας αναγνώρισε ως βασιλιά της τον Μιθριδάτη ΣΤ΄. Ο Διόφαντος τιμήθηκε για τα κατορθώματα του με ανδριάντα που στήθηκε στην πόλη Χερσόνησο. Με την περιοχή της Κριμαίας να του εξασφαλίζει τρόφιμα και στρατό, ο Μιθριδάτης ξεκίνησε νέες εκστρατείες και κατέκτησε την Κολχίδα, τη Μικρή Αρμενία και την περιοχή της Αζοφικής θάλασσας. Το μεγαλύτερο μέρος των παραλιών του Ευξείνου Πόντου ανήκει πια στην επικράτεια του. Οι νίκες αυτές καθιέρωσαν τον Μιθριδάτη στη συνείδηση του Ελληνικού κόσμου ως τον αδιαφιλονίκητο ηγέτη εκείνης της εποχής. Ο ίδιος είχε θέσει τα θεμέλια για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

Το 106 π.Χ. ο Μιθριδάτης αρχίζει την προσπάθεια για την κατάκτηση της Μικράς Ασίας. Πριν όμως ξεκινήσει την εκστρατεία του πραγματοποιεί μυστικό ταξίδι σε όλη την περιοχή, που είναι ελεγχόμενη από τους Ρωμαίους, για να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια την κατάσταση που επικρατεί. Με βάση αυτή την προσωπική του άποψη θα κατέστρωνε τα σχέδια του. Στο ταξίδι αυτό τον συντροφεύουν μερικοί από τους πιο αφοσιωμένους φίλους του. Από αφιερωματικές επιγραφές που ο ίδιος έκανε στη Δήλο, μαθαίνουμε ότι τον συνόδεψαν ο Δορύλαος του Φιλεταίρου από την Αμισό, ο Καλλίστρατος του Αντιπάτρου, ο Παπίας του Μινοφίλου από την Αμισό, ο Γάϊος του Ερμαίου από την Αμισό και ο Διόφαντος ο Μιθάρου από τα Γαζίουρα. Για να περάσουν απαρατήρητοι μεταμφιέζονται. Έτσι λοιπόν ξεκινούν το ταξίδι τους προς τις Ρωμαιοκρατούμενες περιοχές της Μικράς Ασίας.

Αυτή την περίοδο η περιοχή είναι ένα κράμα κρατών και κρατιδίων. Οι δύο μεγάλες δυνάμεις του Ελληνιστικού Κόσμου που ανταγωνίζονταν για την κυριαρχία της περιοχής, οι Σελευκίδες της Συρίας και οι Λαγίδες (Πτολεμαίοι) της Αιγύπτου, είχαν εκδιωχθεί από τον χώρο, αφού εξαφάνισαν πρώτα από κοινού τον Αντίγονο το Μονόφθαλμο και τον γιο του, Δημήτριο τον Πολιορκητή. Οι Σελευκίδες στα τέλη του 2ου π.Χ. αι. κατείχαν μόνο ένα μικρό κομμάτι της Κιλικίας, ενώ οι Πτολεμαίοι μόνο την Κύπρο. Και οι δύο αυτές περιοχές δεν ανήκαν στη Μικρά Ασία, όπως αυτή καθορίστηκε από τη συνθήκη του 187 π.Χ. ανάμεσα στον ηττημένο Αντίοχο τον Μέγα και τους νικητές Ρωμαίους.

Το 133 π.Χ. ο Άτταλος Β΄ της Περγάμου κληροδοτεί το βασίλειο του στους Ρωμαίους. Από τότε οι Ρωμαίοι ελέγχουν ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Πιο συγκεκριμένα, η άμεσα διοικούμενη από τους Ρωμαίους περιοχή αποτελούνταν από δύο επαρχίες: της Ασίας και της Παμφυλίας ή Κιλικίας. Στην πρώτη επαρχία περιλαμβανόταν το κράτος της Περγάμου, που έλεγχε τη δυτική Μικρά Ασία, μαζί με τη Φρυγία, την Τρωάδα, τη Μυσία, τη Λυδία και την Καρία καθώς και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Στη δεύτερη, που την ονόμασαν Παμφυλία ή Κιλικία, πυρήνας ήταν οι κτήσεις των Ατταλιδών στην αρχαία Παμφυλία. Οι Ρωμαίοι διατηρούσαν μόνο στρατιωτικές βάσεις και κατά συνέπεια είχαν το ρόλο του χωροφύλακα της περιοχής. Αντίθετα στην επαρχία της Ασίας υπήρχε σταθερή Ρωμαϊκή διοίκηση. Η επαρχία διοικούνταν από Ρωμαίο ανθύπατο και στο έδαφος της υπήρχαν μόνιμα εγκαταστημένες Ρωμαϊκές στρατιωτικές φρουρές. Υπολογίζεται ότι το μυστικό ταξίδι του Μιθριδάτη στη Μικρά Ασία έγινε μεταξύ του 106 και 105 π.Χ.

Ο Μιθριδάτης όταν επέστρεψε, έκλεισε συμφωνία με τον Νικομήδη Γ΄ (127 - 94 π.Χ.), βασιλιά της Βιθυνίας και μετέπειτα γαμπρό του από την αδελφή του Λαοδίκη, τη σύζυγο αρχικά του Αριαράθη ΣΤ΄, βασιλιά της Καππαδοκίας. Ύστερα έστειλε πρεσβεία στους Κίμβρους και τους Τεύτονες και ζήτησε τη συμμαχία τους στην εκστρατεία που επρόκειτο να πραγματοποιήσει κατά της Ρώμης. Αυτοί, δίχως αντίρρηση, προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν.

ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

Την άνοιξη του 104 π.Χ. ο Μιθριδάτης σε συνεργασία με τον Νικομήδη Γ΄ εισέβαλαν στην Παφλαγονία. Την κατέκτησαν χωρίς δυσκολία και τη μοίρασαν μεταξύ τους. Η δυναστεία της Παφλαγονίας που ανατράπηκε, βρήκε καταφύγιο στους Ρωμαίους. Στη Ρώμη είχε καταφύγει πριν και ο Σκύθης βασιλιάς Σκίλουρος, για να καταγγείλει τον Μιθριδάτη ως σφετεριστή γιατί οι κατακτήσεις του παραβίαζαν τη βασική αρχή που διατυπώθηκε μετά την ήττα του Αντιόχου του Μεγάλου, η οποία έλεγε ότι «οι βασιλιάδες της Ασίας πρέπει να μένουν μακριά από τον Ευρωπαϊκό χώρο». Με την παρέμβαση αυτή του Σκίλουρου, οι Ρωμαίοι έγιναν οι προστάτες των βαρβάρων στον Εύξεινο Πόντο.

Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος έστειλε μια επιτροπή στην περιοχή και απαίτησε από τους βασιλιάδες του Πόντου και της Βιθυνίας να αποκαταστήσουν την κατάσταση που υπήρχε πριν. Ο Μιθριδάτης απάντησε στην επιτροπή των Ρωμαίων ότι η Παφλαγονία, τουλάχιστον η περιοχή Γάνγρα, του ανήκε γιατί την είχε κληρονομήσει από τους προγόνους του. Σημειώνεται ότι η Γάνγρα ήταν η περιοχή όπου είχε καταφύγει ο Μιθριδάτης ο Κτίστης, όταν διέφυγε από την αυλή του Αντιγόνου του Μονόφθαλμου. Όσο για την Κριμαία υποσχέθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση των Ρωμαίων. Ο Νικομήδης απάντησε σκληρά και δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να αποκαταστήσει στην Παφλαγονία τη νόμιμη δυναστεία. Ανακήρυξε μάλιστα βασιλιά της Παφλαγονίας ένα νόθο γιο του, που πήρε το όνομα Πολυμήνης.

Στη συνέχεια οι δύο βασιλιάδες κατέλαβαν τη Γαλατία, προκαλώντας ανοικτά την επιτροπή των Ρωμαίων, η οποία ακόμα βρισκόταν στη Βιθυνία. Ο Μιθριδάτης προσάρτησε την περιοχή των Τροκμηνών, όπου ίδρυσε και το Μιθριδάτιο φρούριο. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος δεν αντέδρασε. Η εισβολή των συμμάχων του Μιθριδάτη Κίμβρων και Τευτόνων είχε παραλύσει τους Ρωμαίους. Το 103 π.Χ. ο Μιθριδάτης εφαρμόζοντας τη διπλωματία του χρήματος στέλνει στη Ρώμη μία πρεσβεία με άφθονο χρυσάφι, η οποία το μοιράζει με σκοπό να διαφθείρει τους συγκλητικούς.

Ο Μιθριδάτης κατάφερε να πετύχει τα σχέδια του. Η Ρωμαϊκή Σύγκλητος έκλεισε τα μάτια για εκείνα που κατηγορούσε πριν τον βασιλιά του Πόντου. Η Παφλαγονία και η Γαλατία μοιράστηκαν μεταξύ του Μιθριδάτη και του Νικομήδη. Και η Σύγκλητος, για να κρατήσει το γόητρο της, έδωσε εντολή στον Πραίτορα Μάρκο Αντώνιο (Marcus Antonius) να εξολοθρεύσει τους πειρατές της Κιλικίας. Με το μοίρασμα της Γαλατίας οι δύο βασιλιάδες έφτασαν στα όρια της Καππαδοκίας, η οποία μαστιζόταν από εσωτερικές έριδες. Εκεί, ήταν ακόμα αντιβασίλισσα η αδελφή του Μιθριδάτη. Μεταξύ του 102 και 100 π.Χ. ο στρατός της Βιθυνίας εισέβαλε στην Καππαδοκία και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Η αντιβασίλισσα Λαοδίκη έντρομη απευθύνθηκε για βοήθεια στον αδελφό της Μιθριδάτη.

Ο βασιλιάς του Πόντου, αγανακτισμένος από τη στάση του συμμάχου του Νικομήδη, συγκέντρωσε τον στρατό του, για να σπεύσει σε βοήθεια της Λαοδίκης. Αλλά πριν ξεκινήσει, η Λαοδίκη έκλεισε ειρήνη με τον Νικομήδη και μάλιστα του υποσχέθηκε και γάμο. Αυτό σήμαινε ότι η Καππαδοκία γινόταν πλέον τμήμα της Βιθυνίας. Ο Μιθριδάτης τώρα αντιδρά και εναντίον της αδελφής του και δηλώνει ότι θα υπερασπιστεί τα δικαιώματα των ανιψιών του στο θρόνο της Καππαδοκίας. Εισέβαλε στην Καππαδοκία, έδιωξε τις φρουρές των Βιθυνών και εγκαθιστά στο θρόνο της Καππαδοκίας τον ανιψιό του, Αριαράθη Ζ’ το Φιλομήτορα. Η Λαοδίκη εγκατέλειψε την Καππαδοκία ακολουθώντας, τον άντρα της πια, Νικομήδη στη Βιθυνία. Ο Νικομήδης τρομαγμένος από αυτή την εξέλιξη καταφεύγει στη Ρώμη για βοήθεια. Έστειλε μάλιστα τη σύζυγο του Λαοδίκη για να εξασφαλίσει την υποστήριξη των Ρωμαίων. Η Λαοδίκη πήγε στη Ρώμη, όπου παρουσίασε στη Σύγκλητο ένα νεαρό αγόρι βεβαιώνοντας ότι ήταν ένας τρίτος γιος της που απέκτησε με τον Αριαράθη ΣΤ΄ και υποστήριξε ότι αυτός είναι ο νόμιμος κληρονόμος του στέμματος της Καππαδοκίας.
 
Την κίνηση του Νικομήδη και της Λαοδίκης την πληροφορήθηκε ο Μιθριδάτης, και έστειλε στη Ρώμη τον Γόρδιο με άφθονο χρυσάφι για να πείσει τη Σύγκλητο ότι ο Αριαράθης Ζ΄ ο Φιλομήτορας είναι ο νόμιμος βασιλιάς της Καππαδοκίας. Η Σύγκλητος, η οποία ήταν συνηθισμένη σε αυτού του είδους τις συναλλαγές, ήταν έτοιμη να αποδεχθεί το χρυσάφι του Μιθριδάτη. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο παρεμβαίνει ο στρατηγός και ύπατος Γάϊος Μάριος (Gaius Marius), ο οποίος έπεισε τη Σύγκλητο να αρνηθεί την προσφορά του Μιθριδάτη εξηγώντας ότι η δράση του στη Μικρά Ασία είναι επικίνδυνη για τα συμφέροντα της Ρώμης στην περιοχή.

Έτσι η Σύγκλητος κάλεσε τον Μιθριδάτη να εκκενώσει τα εδάφη της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας, και τον Νικομήδη να καθαιρέσει από το θρόνο της Παφλαγονίας το νόθο γιο του Πολυμήνη (το πραγματικό του όνομα ήταν Σωκράτης). Η απόφαση της Συγκλήτου ήταν αμετάκλητη, αναγκάζοντας τους δύο βασιλιάδες να την αποδεχθούν, εγκαταλείποντας τις κατακτήσεις τους στην Παφλαγονία, στην Καππαδοκία και στη Γαλατία. Έτσι οι τετράρχες της Γαλατίας αναγνώρισαν ξανά την επικυριαρχία της Ρώμης. Η Παφλαγονία και η Καππαδοκία ανακηρύσσονται «Ελεύθερες», και περνούν στην επικυριαρχία των Ρωμαίων με «δημοκρατικό» καθεστώς.

Οι Παφλαγόνες, λόγω πολλών εσωτερικών προβλημάτων, δεν έφεραν αντίρρηση σε αυτή την εξέλιξη. Αντίθετα, οι άρχοντες της Καππαδοκίας αντέδρασαν, θεωρώντας ότι το νέο καθεστώς θα ήταν ο προάγγελος για την προσάρτηση τους και επίσημα στη Ρώμη. Έτσι λοιπόν ζήτησαν από τη Σύγκλητο να παραμείνουν βασίλειο, υποστηρίζοντας τον πιστό φίλο του Μιθριδάτη, Γόρδιο, για βασιλιά της Καππαδοκίας. Η Σύγκλητος απέρριψε την πρόταση των αρχόντων, και το 95 π.Χ. εξέλεξε βασιλιά της Καππαδοκίας τον ευγενή και πιστό στη Ρώμη, Αριοβαρζάνη, ο οποίος πήρε το προσωνύμιο «Φιλορωμαίος», κάτι που δεν είχε προηγούμενο στα χρονικά της Καππαδοκίας. Ο Μιθριδάτης, παρά την αρνητική γι’ αυτόν εξέλιξη, δεν παραιτήθηκε από τις φιλοδοξίες του και αναζήτησε ένα νέο σύμμαχο για να υλοποιήσει τα σχέδια του. Και τον βρήκε στο πρόσωπο του βασιλιά της Αρμενίας, Τιγράνη. Οι δύο βασιλιάδες επισφράγισαν τη συμμαχία τους με το γάμο του Τιγράνη με μία κόρη του Μιθριδάτη, την Κλεοπάτρα.

Την περίοδο που η εξουσία της Ρώμης στη Μικρά Ασία είχε εδραιωθεί, στην Ιταλία οι πόλεις ξεσηκώνονται κατά της Ρωμαϊκής κυριαρχίας (91π.Χ.). Η Ρώμη κινδύνευσε. Οι εξεγερμένοι Ιταλοί απευθύνθηκαν για βοήθεια και στον Μιθριδάτη. Αυτός αρνήθηκε γιατί είχε ανοίξει μέτωπο με τους Σαρμάτες και τους Βαστάρνες στις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου. Ο στόχος του δεν ήταν να τους κατακτήσει αλλά να δηλώσουν υποταγή, να αναγνωρίσουν την εξουσία του και να του προσφέρουν μισθοφόρους για τον στρατό του για τη νέα του εκστρατεία. Ο Ρωμαϊκός στρατός τελικά κατάφερε να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιθριδάτης να χάσει την ευκαιρία να κατακτήσει τη Ρώμη.

Α΄ ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (88 π.Χ. - 85 π.Χ.)

Το 88 π.Χ. ο Μιθριδάτης κήρυξε τον πόλεμο κατά των Ρωμαίων. Οι περισσότερες Ελληνικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας συμμάχησαν μαζί του. Το πρώτο στάδιο του πολέμου έλαβε χώρα στη Βορειοδυτική Μικρά Ασία. Η αναμέτρηση διεξήχθη μεταξύ του συμμάχου των Ρωμαίων, Νικομήδη, και των στρατηγών του Μιθριδάτη, Νεοπτόλεμου και Αρχέλαου, στην πεδιάδα του ποταμού Αμνία. Οι στρατηγοί του Μιθριδάτη νίκησαν τον Νικομήδη και κατέλαβαν το στρατόπεδο του, όπου βρήκαν μεγάλες ποσότητες χρημάτων και συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους. Ο Μιθριδάτης διέταξε να αφεθούν όλοι οι αιχμάλωτοι ελεύθεροι, κερδίζοντας έτσι την εκτίμηση των αντιπάλων του.

Λίγο αργότερα ο Μιθριδάτης αντιμετώπισε τον στρατό που είχαν συγκεντρώσει οι Ρωμαίοι, υπό την ηγεσία του στρατηγού Μάνιου Ακίλλιου (Manius Aquillius). Ο Ρωμαϊκός στρατός υπέστη συντριπτική ήττα. Ο ίδιος ο Ακίλλιος πιάστηκε αιχμάλωτος από τον Μιθριδάτη. Με σύμμαχο το βασιλιά της Αρμενίας Τιγράνη και με την υποστήριξη των Ελληνικών πόλεων της Ιωνίας, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ γίνεται κύριος της Μικράς Ασίας, εξοντώνοντας παράλληλα το Ρωμαϊκό πληθυσμό. Το Ρωμαϊκό ναυτικό που έδρευε στον Ελλήσποντο παραδόθηκε στο βασιλιά του Πόντου. Τα λάφυρα που απέσπασε ο Μιθριδάτης από την κατάκτηση της Μικράς Ασίας ήταν τεράστια, κάτι που τον επέτρεψε να ενισχύσει και να εξοπλίσει το στρατό του.

Στη συνέχεια, ο Μιθριδάτης μεταφέρει τον πόλεμο στην κυρίως Ελλάδα. Πολλές πόλεις από την κυρίως Ελλάδα, με πρώτη την Αθήνα, αλλά και ολόκληρες περιοχές όπως η Λακωνία, η Αχαΐα, η Βοιωτία, εκτός από τους Θεσπιείς, συντάχθηκαν με τον Μιθριδάτη ελπίζοντας ότι θα φέρει την απελευθέρωση των Ελλήνων. Την αρχιστρατηγία της δεύτερης φάσης την ανέθεσε στο στρατηγό του Αρχέλαο. Τα στρατεύματα του αρχικά καταλαμβάνουν πολλά νησιά του Αιγαίου και τη Δήλο. Ο Μιθριδάτης παραδίδει το ιερό ταμείο της Δήλου στους Αθηναίους. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Μιθριδάτης καταλαμβάνει ολόκληρη τη νότια Ελλάδα.

Εν τω μεταξύ, στη Ρώμη ξεσπά νέα κρίση. Είναι η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ των δύο μεγάλων στρατιωτικών προσωπικοτήτων που κυριαρχούν στη Ρώμη. Του Γάϊου Μάριου, που ηγείται της λαϊκής παράταξης, και του Λούκιου Κορνήλιου Σύλλα (Lucius Cornelius Sulla), που ηγείται της αριστοκρατικής (συγκλητικής) παράταξης. Αφορμή είναι η διεκδίκηση της αρχηγίας της εκστρατείας κατά του Μιθριδάτη. Η Ρώμη οδηγείται σε εμφύλιο πόλεμο. Νικητής της αναμέτρησης αναδείχθηκε τελικά ο Σύλλας. Ο Μιθριδάτης προτίμησε να εξασφαλίσει πρώτα την κυριαρχία στην Ελλάδα και ύστερα να ασχοληθεί με τη Ρώμη. Για άλλη μια φορά έχασε την χρυσή ευκαιρία να χτυπήσει τη Ρώμη στη πιο δύσκολη καμπή της, και να τη νικήσει. Είναι άγνωστο ποιος θα ήταν ο ρους της ιστορίας αν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ είχε πάρει διαφορετική απόφαση. Σίγουρα όμως θα ήταν διαφορετικός απ’ ότι τον ξέρουμε σήμερα.

Το 87 π.Χ., τα Ρωμαϊκά στρατεύματα με πέντε λεγεώνες και επικεφαλής τον Λούκιο Κορνήλιο Σύλλα αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα. Πέρασαν από την Αιτωλία και τη Θεσσαλία για να συγκεντρώσουν εφόδια, και κατευθύνθηκαν προς την Αττική. Ο Σύλλας φτάνει στην Αθήνα και ξεκινάει την πολιορκία. Την ίδια περίοδο μία νέα στρατιά του Μιθριδάτη, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ταξίλη, ξεκίνησε από τη Μικρά Ασία και σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέλαβε τη Θράκη και τη Μακεδονία. Τον Μάρτιο του 86 π.Χ. ο Σύλλας, έπειτα από πολιορκία σχεδόν ενός έτους, καταλαμβάνει πρώτα την Αθήνα και λίγο αργότερα τον Πειραιά, τις οποίες υπερασπιζόταν ο Αριστίωνας και ο Αρχέλαος αντίστοιχα. Ο Σύλλας δεν δίστασε να καταστρέψει τους πλατάνους που βρισκόταν στην Ακαδημία Πλάτωνος και έκοψε τα δέντρα του Άλσους του Απόλλωνα Λυκείου, προκειμένου να κατασκευάσει πολιορκητικές μηχανές.

Η άλωση της Αθήνας χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανείς βαρβαρότητες κατά του πληθυσμού, ενώ στον Πειραιά καταστράφηκαν οι λιμενικές εγκαταστάσεις, όπως οι Νεώσοικοι. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Πειραιά ο Σύλλας διέπραξε ιεροσυλία, λεηλατώντας μερικά από τα μεγαλύτερα ιερά της Ελλάδος όπως τους Δελφούς, την Ολυμπία και την Επίδαυρο. Άρπαξε όλα τα πολύτιμα αφιερώματα, τα έλιωσε και τα έκανε νομίσματα.

Εν τω μεταξύ, τα στρατεύματα του Μιθριδάτη με αρχηγούς τον Αρχέλαο και τον Ταξίλη αναγκάστηκαν να συσπειρωθούν. Μετά από σποραδικές συμπλοκές, ο στρατός του Μιθριδάτη και ο Ρωμαϊκός στρατός συγκρούστηκαν σφοδρά στη Χαιρώνεια. Ο Σύλλας τελικά κατάφερε να υπερισχύσει. Ο Αρχέλαος κατέφυγε στην Εύβοια όπου ανακήρυξε τον Σύλλα «νικητή στρατηγό» (imperator). Η ήττα στη Χαιρώνεια προκάλεσε σοκ στον Μιθριδάτη, ο οποίος δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη, και απέφερε σοβαρό πλήγμα στους σχεδιασμούς του. Δεν έχασε όμως το κουράγιο του και ετοίμασε νέο στρατό αποτελούμενο από 80.000 άνδρες, υπό την ηγεσία του Δορύλαου.

Ο Δορύλαος κατευθύνθηκε στην Ελλάδα και ενώθηκε με τον Αρχέλαο και το υπόλοιπο του στρατού του, που σώθηκε από τη μάχη της Χαιρώνειας. Το φθινόπωρο του 86 π.Χ. οι δύο στρατοί συναντήθηκαν ξανά στον Ορχομενό. Ο Σύλλας νίκησε για άλλη μια φορά τους αντιπάλους του και στη συνέχεια επιδόθηκε σε εκστρατεία τιμωρίας όσων είχαν συνταχθεί με τον Μιθριδάτη, αλλά και αυτών ακόμη των λίγων πόλεων που παρέμειναν στο πλευρό των Ρωμαίων. Ωστόσο ο πόλεμος δεν τελείωσε αλλά συνεχίστηκε για ένα ακόμη έτος στο μικρασιατικό έδαφος, με διάφορες συμπλοκές. Οι ήττες που υπέστη ο στρατός του Μιθριδάτη έπληξαν το κύρος του αλλά κυρίως καταρράκωσαν το ηθικό του Ελληνικού κόσμου, που είδε το όνειρο της απελευθέρωσης από τους Ρωμαίους να αποτελεί πια παρελθόν.

Ο Α΄ Μιθριδατικός πόλεμος έληξε με τη συνθήκη της Δαρδάνου, η οποία καθόρισε ότι ο Μιθριδάτης παρέμενε κύριος του Πόντου, έχανε όμως τα εδάφη που είχε κατακτήσει στην επαρχία της Ασίας. Αναγνώριζει τους φιλορωμαίους βασιλείς της Βιθυνίας, Νικομήδη Δ΄ και της Καππαδοκίας, Αριοβαρζάνη Α΄, και καταβάλει αποζημίωση στους Ρωμαίους δύο χιλιάδες τάλαντα. Ο Σύλλας αναχώρησε για την Ιταλία αφήνοντας πίσω του μία έρημη χώρα.

TΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Με τη συνθήκη της Δαρδάνου σε ισχύ, το βασίλειο επανήλθε στα σύνορα που είχε πριν τον πόλεμο. Ένα βασίλειο που ουσιαστικά ήταν μία ομοσπονδία μικρών κρατιδίων που την αποτελούσαν διαφορετικοί λαοί, με διαφορετική ιστορία και παραδόσεις. Όμως, χωρίς αμφιβολία, ο Ελληνικός πολιτισμός κυριαρχούσε στο βασίλειο σε όλες του τις εκφάνσεις. Από την κεντρική διοίκηση και λειτουργία του κράτους μέχρι τις καθημερινές συνήθειες και πρακτικές. Αυτό αποτελούνταν από τρία τμήματα:

Α) Κυρίως Πόντος: Τον αποτελούσε η παραθαλάσσια λωρίδα από τις εκβολές του Άλυος ποταμού στα δυτικά ως τον Φάση ποταμό στα ανατολικά, και από τα παράλια του Πόντου στα βόρεια ως τη Μεγάλη Καππαδοκία στα νότια. Εκτός από τις πολυάριθμες Ελληνικές πόλεις στην περιοχή κατοικούσαν και διάφορα άλλα, συνήθως μικρά φύλα, που σχημάτιζαν το πολυεθνικό μωσαϊκό του κράτους, τα οποία, ως επί των πλείστων, ζούσαν στις ορεινές περιοχές και στις παρυφές του βασιλείου. Τα κυριώτερα από αυτά τα φύλα ήταν οι Βέχειροι, οι Βύζηρες, οι Δρίλες, οι Εκεχειριείς, οι Κερκίτες, οι Κίσσιοι, οι Κόλχοι ή Λαζοί, οι Λευκόσυροι, οι Μάκρωνες, οι Μοσύνοικοι, οι Σάσπειρες, οι Σκυθιvoi, οι Ταόχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Φασιανοί και οι Χάλυβες.

1. Βέχειροι ή Βέχειρες: Κατοικούσαν στην περιοχή νότια του Ριζαίου.
2. Βύζηρες: Κατοικούσαν στην περιοχή ανατολικότερα των Βεχείρων, μεταξύ αυτών και των Κόχλων. Λέγονταν και Επτακωμήτες, επειδή κατοικούσαν σε επτά κώμες.
3. Δρίλες: Πολεμικός λαός που κατοικούσε στα ορεινά μέρη νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας. Ζούσαν σε μικρά σχετικά χωριά, σε δυσκολοδιάβατες πλαγιές και έδρα τους θεωρούνταν το χωριό Ταρακτζή, το οποίο βρισκόταν στις πλαγιές του όρους Βαβερά. Σύμφωνά με τον Αρριανό, οι Δρίλες είναι οι σύγχρονοί του Σάννοι.
4. Εκεχειριείς: Κατοικούσαν στο χώρο μεταξύ των Βεχείρων και Βυζήρων.
5. Κερκίτες: Κατοικούσαν στη νοτιότερη των Σκυθινών περιοχή. Στα χρόνια του Στράβωνα λέγονταν Ασπαΐτες.
6. Κίσσιοι: Κατοικούσαν μεταξύ του ποταμού Πρύτανη και των εκβολών του Κίσσα.
7. Κόλχοι ή Λαζοί: Είναι η κυρίαρχη πολεμική ομάδα στην Κολχίδα. Ο Ηρόδοτος και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρουν ότι οι Κόλχοι είναι ένα τμήμα του στρατού του Αιγυπτίου Φαραώ Σέσωστρι Α’, που είχε κατακτήσει όλη τη Μέση Ανατολή και είχε φτάσει ως τα όρια της Κολχίδος.
8. Λευκόσυροι: Είναι πολεμική ομάδα που είχε κυριαρχήσει στην Καππαδοκία. Ένα τμήμα της προωθήθηκε στον Πόντο, στις δυτικές περιοχές, μεταξύ του Άλυος και του Ίριδος ποταμού.
9. Μάκρωνες ή Μακροκέφαλοι: Κατοικούσαν στα μέρη νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας, στις πλαγιές του όρους Παρυάδρη.
10. Μοσύνοικοι: Κατοικούσαν πάνω από την Κερασούντα μέχρι και την Τρίπολη. Το όνομα τους προέρχεται από τα ξύλινα πυργοειδή σπίτια όπου κατοικούσαν και τα οποία λέγονταν μόσυνοι.
11. Σάσπειρες: Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο κατοικούσαν στη χώρα μεταξύ των Κόλχων και των Μήδων. Η χώρα τους λεγόταν Σασπειρίτιδα ή Υσπιρίτιδα.
12. Σκυθινοί: Κατοικούσαν στις πλαγιές του όρους Σκυδίσκου.
13. Ταόχοι: Κατοικούσαν στην περιοχή νοτιοανατολικά των Κερκιτών, κοντά στον ποταμό Άκαμψη και στην περιοχή του Όλτι, ανάμεσα στους Καρδούχους και τους Χαλδαίους.
14. Τιβαρηνοί ή Τιβαράνοι ή Τίβρανοι: Κατοικούσαν σε εδάφη ανατολικά του Ίριδος ποταμού και του κόλπου της Αμισού μέχρι τα Κοτύωρα και νοτίως έφταναν ως την κεντρική Μικρά Ασία.
15. Φασιανοί: Κατοικούσαν στο εσωτερικό του Ανατολικού Πόντου, κοντά στο Φάση ποταμό και στην περιοχή του σημερινού Καρς και Ερζερούμ.
16. Χάλυβες ή Χάλυβοι: Αρχικά κατοικούσαν μεταξύ των Κοτυώρων και της Κερασούντος, αλλά αργότερα επεκτάθηκαν προς τα δυτικά των Κοτυώρων ως την Οινόη, στην πλούσια σε μεταλλεύματα χώρα των Τιβαρηνών, και νότια επεκτάθηκαν ως τη Μικρή Αρμενία.

Στον κυρίως Πόντο, ο Μιθριδάτης προσέθεσε μεγάλο τμήμα τις Παφλαγονίας ως την πόλη Άμαστρι και για μεγάλο χρονικό διάστημα επέκτεινε τα σύνορα του ως τα όρια της Ηράκλειας της Ποντικής. Στα ανατολικά προσάρτησε τη Μικρή Αρμενία.

Β) Κολχίδα: Ο Μιθριδάτης τη μετέτρεψε σε επαρχία και όχι σε αυτόνομο κράτος. Είχε τους δικούς του αυτόνομους ηγεμόνες που αναγνώριζαν τον Μιθριδάτη. Η Κολχίδα κλεινόταν από τα δυσκολοπάτητα βουνά του Καυκάσου και του Παρυάδρη, όπου ζούσαν λαοί σε πρωτόγονη κατάσταση και οι οποίοι ποτέ δεν υποτάχτηκαν. Στις ανατολικές και βορειοανατολικές ακτές του Πόντου υπήρχαν ήδη από παλαιότερα Ελληνικές πόλεις που είχαν οχυρωθεί, όπως η Πιτυούσα και η Διοσκουριάδα.

Γ) Κιμμέριος Βόσπορος: Η γνωστή Κριμαία, η οποία αποτελούσε ουσιαστικά αυτόνομο κράτος. Ο Μιθριδάτης κυβερνούσε τις περιοχές αυτές με αντιβασιλέα. Στον Κιμμέριο Βόσπορο οι Ελληνικές πόλεις με το δημοκρατικό πολίτευμα τους δεν μπόρεσαν να εξελληνίσουν τους βαρβαρικούς λαούς που τις περιέβαλλαν, παρόλο που ο Ελληνικός πολιτισμός έγινε στοιχείο ζωής των τοπικών φυλών, ιδιαίτερα των Σκυθών. Τα διάφορα φύλα είχαν τη δική τους αυτόνομη διοίκηση, με τους τοπικούς βασιλιάδες τους, τους αρχηγούς τους κλπ. Πολλές φορές οι τοπικοί βασιλιάδες (αρχηγοί των φύλων) έρχονταν σε σύγκρουση με τον αντιβασιλέα ή τους αντιπροσώπους του και εξεγείρονταν. Οι Ελληνικές πόλεις έμεναν πάντα πιστές στον Μιθριδάτη. Γι’ αυτό το λόγο ο Μιθριδάτης έπρεπε πάντα να έχει έτοιμες τις δυνάμεις που θα κατέστειλαν αυτές τις εξεγέρσεις.

Τα ίδια συνέβαιναν και στην Κολχίδα, όπου το Ελληνικό στοιχείο δεν ήταν τόσο δυνατό, όπως στον Πόντο και στην Κριμαία. Εδώ τα βαρβαρικά φύλα ήταν ακόμα πιο άγρια, και δύσκολα υποτάσσονταν. Όμως, και τα δύο αυτά τμήματα του βασιλείου του Μιθριδάτη ήταν ζωτικής σημασίας για την εξουσία του και προπάντων για τα σχέδια που ετοίμαζε εναντίον της Ρώμης. Ήταν πλούσιες παραγωγικά περιοχές, όχι μόνο σε γεωργικά προϊόντα αλλά και σε ορυκτό πλούτο, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν και στρατεύσιμους. Οι μισθοφόροι του Μιθριδάτη αντλούνταν απ’ αυτά τα φύλα και από τα αντίστοιχα φύλα στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Ο πληθυσμός του Κιμμερίου Βοσπόρου αποτελούνταν από Ταυρίους, οι Σκύθες ήταν στην Κριμαία και οι Μαιώτες προς το Ασιατικό μέρος. Φυσικά υπήρχαν και οι Έλληνες των αποικιών. Τα φύλα αυτά διέφεραν μεταξύ τους, και στην καταγωγή και στον τρόπο ζωής.

Την εποχή της κατάκτησης του Μιθριδάτη οι Ταύριοι ήταν πειρατές και άγριοι ληστές. Ήταν ο τρόμος των Ελληνικών αποικιών. Οι Σκύθες της Κριμαίας είχαν εγκαταλείψει το νομαδικό βίο και είχαν συγκροτήσει μόνιμες εγκαταστάσεις. Με το όνομα Μαιώτες αποκαλείται μια σειρά από διαφορετικά φύλα. Τα βορειότερα από τα φύλα αυτά ζούσαν ακόμα από το ψάρεμα. Τα νοτιότερα από τα φύλα αυτά είχαν εκπολιτιστεί από τις Ελληνικές αποικίες. Άλλα φύλα, για τα οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα συγκεκριμένο, είναι οι Σινδοί, οι Δανδάριοι, οι Τορεάτες, οι Άγροι, οι Αρρηχοί, οι Τάρπητες, οι Οβιδιακηνοί, οι Σιτακινοί, οι Ασπουργιανοί κ.ά. Όλα ζούσαν σε πρωτόγονη κατάσταση. Η κατάκτηση της περιοχής από τον Μιθριδάτη έσωσε τον Ελληνικό πολιτισμό που κινδύνευε να καταστραφεί από τις επιθέσεις των βαρβάρων και βοήθησε στον εκπολιτισμό τους.

Ο Μιθριδάτης απέκτησε πολύ μεγάλη οικονομική δύναμη. Εκτός από τα δημητριακά και τα ψάρια, ο πιο μεγάλος πλούτος του Πόντου ήταν τα μέταλλα του. Στο όρος Παρυάδρης υπήρχε άφθονος άργυρος, χαλκός και σίδηρος. Ο άργυρος βρισκόταν στη μορφή αργυρούχου μολύβδου και εξορυσσόταν από τα πανάρχαια χρόνια, έτσι που την εποχή αυτή ήταν σχεδόν εξαντλημένος. Αντίθετα, τα μεταλλεία χαλκού στα Κάβειρα και τα μεταλλεία σιδήρου στη Φαρνάκεια ήταν πάντα πλούσια.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Μιθριδάτη ήταν ότι κατάφερε και έμαθε όλες τις γλώσσες και διαλέκτους που μιλούσαν οι λαοί του βασιλείου του. Έτσι πλέον, χωρίς μεταφραστή, μπορούσε να επικοινωνεί ο ίδιος στη γλώσσα τους, κάτι που τον διευκόλυνε πάρα πολύ έτσι ώστε να μπορεί να έχει άμεση αντίληψη για όλα τα θέματα που απασχολούσαν το βασίλειο του. Ο Μιθριδάτης αποτέλεσε ένα μοναδικό παράδειγμα πολυγλωσσίας. Γι’ αυτό το λόγο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρόδρομος των διερμηνέων. Ο μεγάλος Ρωμαίος ρήτορας και ρητοδιδάσκαλος Μάρκος Φάβιος Κοϊντιλιανός (Marcus Fabius Quintilianus) για τη γλωσσομάθειά του αυτή θα τον παρουσιάσει ως παράδειγμα φυσικής ευφυΐας και μελετηρότητας!

Β΄ ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (83 π.Χ. - 81 π.Χ.)

Με την επιστροφή του στον Πόντο, ο Μιθριδάτης αντιμετώπισε πόλεμο τόσο στον Κιμμέριο Βόσπορο όσο και στην Κολχίδα, εξαιτίας του ξεσηκωμού των φυλών που κατοικούσαν κοντά στις περιοχές αυτές. Εναντίον του Κιμμερίου Βοσπόρου ετοίμασε γρήγορα ισχυρό στόλο και συγκέντρωσε μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Οι Ρωμαίοι, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις κινήσεις του Μιθριδάτη, υποψιάστηκαν ότι οι προετοιμασίες γίνονται για πόλεμο εναντίον τους. Την ίδια περίοδο ο Μιθριδάτης υποψιάστηκε ότι ο στρατηγός του, ο Αρχέλαος, είχε μυστικές επαφές με τον Σύλλα. Ο Αρχέλαος, που έμαθε ότι έπεσε στη δυσμένεια του Μιθριδάτη, φοβήθηκε και βρήκε καταφύγιο στον Ρωμαίο στρατηγό Μουρήνα. Ο φιλόδοξος Μουρήνας επεδίωκε τον πόλεμο με τον Μιθριδάτη για να δοξαστεί και να κάνει θρίαμβο στη Ρώμη. Ο Αρχέλαος αναφέρει στον Μουρήνα ότι ο Μιθριδάτης προετοιμάζεται για πόλεμο εναντίον του και τον πείθει να προλάβει τον Μιθριδάτη και να χτυπήσει αυτός πρώτος.

Έτσι, ενώ ο Μιθριδάτης είχε αρχίσει τον πόλεμο στον Κιμμέριο Βόσπορο, ο Μουρήνας το 83 π.Χ. εισβάλει στην περιοχή του Πόντου και καταλαμβάνει τα Κόμανα, την ιερή πόλη με το πιο σεβαστό ιερό για όλους τους λαούς της περιοχής, αλλά και για τον ίδιο τον Μιθριδάτη. Ο Μιθριδάτης εξοργισμένος έστειλε πρεσβεία και διαμαρτυρήθηκε ότι παραβίασε τη συνθήκη. Ο Μουρήνας τους απάντησε ότι δεν υφίσταται καμία συνθήκη. Ο Σύλλας είχε δεχθεί απλά τις προτάσεις του Μιθριδάτη, αλλά δεν τις υπέγραψε. Έτσι λοιπόν ο Μουρήνας συνέχισε την εισβολή, λεηλάτησε την περιοχή και ύστερα αποσύρθηκε στην Καππαδοκία για να αναδιοργανωθεί. Ο Μιθριδάτης τότε έστειλε πρεσβεία στη Ρώμη, για να παραπονεθεί τόσο στη Σύγκλητο όσο και στον ίδιο τον Σύλλα για την καταπάτηση των συμφωνιών από τον Μουρήνα. Ταυτόχρονα ξεκίνησε τις προετοιμασίες για να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους. Αυτή τη φορά με μεγάλη σύνεση και προσοχή αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος που του στοίχησαν την ήττα. Εν τω μεταξύ ο Μουρήνας, αδιαφορώντας για τις κινήσεις του Μιθριδάτη, την άνοιξη του 82 π.Χ. πέρασε τον Άλυ ποταμό λεηλατώντας περίπου τετρακόσια χωριά.

Η Σύγκλητος τελικά απέρριψε την προσφυγή του Μιθριδάτη. Αυτός τότε θεώρησε ότι οι Ρωμαίοι του έχουν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο και έδωσε διαταγή στον πιστό στρατηγό του Γόρδιο να ξεκινήσει την επίθεση. Ο Γόρδιος προχώρησε και πήρε τελικά θέση απέναντι στον Μουρήνα, στην αντίπερα όχθη του Άλυος ποταμού. Δεν άρχισε όμως τη μάχη και περίμενε τον Μιθριδάτη, ο οποίος έφτασε με πολύ στρατό. Οι δυνάμεις του Μιθριδάτη σάρωσαν κυριολεκτικά τον Μουρήνα, ο οποίος αποσύρθηκε σε οχυρό λόφο και από εκεί προέβαλε αντίσταση. Αφού όμως έχασε πολλούς άντρες, αποσύρθηκε στην ορεινή Φρυγία μέσα από ένα στενό μονοπάτι, στο οποίο είχε και πάλι πολλές απώλειες.

Η εντυπωσιακή νίκη του Μιθριδάτη προκάλεσε τεράστιο αντίκτυπο και πολλές πόλεις πέρασαν και πάλι στο πλευρό του. Ο Μιθριδάτης έδιωξε τις Ρωμαϊκές φρουρές από την Καππαδοκία και κατέλαβε ένα μέρος της. Με τη μεσολάβηση του Σύλλα αποκαθίσταται η ειρήνη. Ο Μιθριδάτης συμφιλιώνεται με το βασιλιά της Καππαδοκίας Αριοβαρζάνη και τον αρραβωνιάζει με μία κόρη του. Επίσης, διατηρεί στην κυριαρχία του το τμήμα της Καππαδοκίας που είχαν καταλάβει οι δυνάμεις του. Με τον τρόπο αυτό έληξε υπέρ του Μιθριδάτη ο Β΄ Μιθριδατικός πόλεμος.

ΜΕΤΑΞΥ Β΄ ΚΑΙ Γ΄ ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο Μιθριδάτης, απαλλαγμένος πλέον από την πίεση των Ρωμαίων, συγκέντρωσε ισχυρό στρατό και στράφηκε προς τον Κιμμέριο Βόσπορο. Τελικά κατάφερε και υπέταξε τα εξεγερμένα φύλα, και το 80 π.Χ. τοποθέτησε τον γιο του Μαχάρη αντιβασιλέα του Κιμμερίου Βοσπόρου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν τις προετοιμασίες για να επιτεθούν στον Μιθριδάτη. Το ίδιο έκανε και ο Μιθριδάτης. Όμως η κατάσταση στη Ρώμη έχει αλλάξει, κάτι που δεν επέτρεψε στους Ρωμαίους να πραγματοποιήσουν τα σχέδια τους. Το 78 π.Χ. πέθανε ο Σύλλας. Οι δημοκρατικοί κινήθηκαν για να ανατρέψουν το ολιγαρχικό καθεστώς του Σύλλα. Ένας νέος κύκλος εμφυλίου πολέμου ξεκίνησε στη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου αναδείχτηκε ο νέος ηγέτης της δημοκρατικής παράταξης. ο Κόϊντος Σερτώριος (Quintus Sertorius).

Ο Σερτώριος εγκαθίσταται στην Ισπανία όπου συγκρότησε Σύγκλητο αποτελούμενη από τριακόσια μέλη. Γύρω του συγκεντρώθηκε ολόκληρη η δημοκρατική παράταξη. Όμως ο πόλεμος με τη Ρώμη δεν πήγαινε καλά. Έτσι αναγκάστηκε να συνάψει συμφωνία με τον Μιθριδάτη. Το 76 π.Χ. στέλνει αντιπροσωπεία και του προτείνει συμμαχία. Ο Μιθριδάτης δέχτηκε και έστειλε πρεσβεία με συγκεκριμένες προτάσεις συνεργασίας. Με βάση αυτές τις προτάσεις του υποσχόταν ότι θα του εξασφαλίσει χρήματα και πλοία για τον πόλεμο με αντάλλαγμα να τον αναγνωρίσει κυρίαρχο της Ασίας. Ο Σερτώριος παρουσίασε στη Σύγκλητο τις προτάσεις του Μιθριδάτη. Η Σύγκλητος δέχτηκε τις προτάσεις του Μιθριδάτη και πρότεινε στο Σερτώριο να αναγνωρίσουν την κυριαρχία του στην Ασία. Ο Σερτώριος δεν δέχτηκε, λέγοντας ότι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να παραδώσει στον Μιθριδάτη αυτά που με τόσο κόπο η Ρώμη είχε κατακτήσει.

Ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις ο Μιθριδάτης και ο Σερτώριος κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία προέβλεπε ότι ο Μιθριδάτης θα καταλάμβανε τη Βιθυνία και την Καππαδοκία. Ο Σερτώριος θα του έστελνε στρατό και ο Μιθριδάτης θα του έδινε τρεις χιλιάδες τάλαντα και σαράντα τριήρεις. Ο Μιθριδάτης ενισχυμένος από το στρατό που του έστειλε ο Σερτώριος καταλαμβάνει τη Βιθυνία και την Καππαδοκία. Την ίδια περίοδο, εξαιτίας της φιλικής τακτικής που κρατούσε ο Σερτώριος έναντι των Ισπανών, δημιουργήθηκε έντονη δυσαρέσκεια σε μερίδα αξιωματικών του. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην έντονη αμφισβήτησή του. Τελικά κάποιοι αξιωματικοί του, κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου, τον δολοφόνησαν. Με το θάνατο του Σερτώριου η κατάσταση στη Μικρά Ασία επανήλθε στο προηγούμενο status quo.

Γ΄ ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (74 π.Χ. - 63 π.Χ.)

Περί τα τέλη του 74 π.Χ. πέθανε ο Νικομήδης Δ΄. Με τη διαθήκη του κληροδότησε το βασίλειο του στο Ρωμαϊκό λαό. Όμως η διαθήκη του δεν ήταν νόμιμη γιατί είχε και γυναίκα ζωντανή και δυο παιδιά: μια κόρη, τη Νύσα, και ένα γιο, τον Νικομήδη. Ανεξάρτητα από τη νομιμότητα ή μη της διαθήκης η Ρώμη έσπευσε να προσαρτήσει τη Βιθυνία. Η προσάρτηση έγινε από τον κυβερνήτη της επαρχίας της Ασίας Μάρκο Ιούνιο (Marcus Junius). Η προσάρτηση της Βιθυνίας στη Ρώμη ουσιαστικά σήμαινε την κήρυξη πολέμου κατά του Μιθριδάτη. Η Ρώμη γινόταν γείτονας του Μιθριδάτη και ο Ρωμαϊκός στόλος μπορούσε να μπαίνει στον Εύξεινο Πόντο. Αν ο Μιθριδάτης δεχόταν αυτή την κατάσταση θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση.

Οι Ρωμαίοι ήδη ετοιμάζουν στρατό και με επικεφαλής τον Λούκιο Λικίνιο Λούκουλλο (Lucius Licinius Lucullus) ξεκινούν για τη Μικρά Ασία. Ο Μιθριδάτης με τη σειρά του προχωράει προς τη Βιθυνία και αντιμετωπίζει το Ρωμαϊκό στρατό στη Χαλκηδόνα. Ταυτόχρονα, είχε στείλει το στρατηγό του Διόφαντο του Μιθάρου να καταλάβει την Καππαδοκία και να εμποδίσει με αυτό τον τρόπο τις δυνάμεις των Ρωμαίων που ήταν στην Κιλικία να κατευθυνθούν προς τη Βιθυνία. Ο Μιθριδάτης πετυχαίνει μεγάλη νίκη και καταλαμβάνει τη Βιθυνία. Παράλληλα, ο Ρωμαϊκός στόλος ηττάται από το στόλο του Μιθριδάτη.

Εν τω μεταξύ ο Λούκουλλος, με μεγάλες δυνάμεις, φτάνει το 73 π.Χ. στη Μικρά Ασία. Αντιμετωπίζει τον Μιθριδάτη και πετυχαίνει αλλεπάλληλες νίκες. Ο Μιθριδάτης αναγκάζεται να υποχωρήσει και το 71 π.Χ. καταφεύγει στο σύμμαχο και γαμπρό του, βασιλιά της Αρμενίας, Τιγράνη (παντρεύτηκε την κόρη του Μιθριδάτη Κλεοπάτρα). Παρά τις δύο νικηφόρες μάχες του Λούκουλλου στα Τιγρανοκέρατα (69 π.Χ.) και στην Αρτάξατα (68 π.Χ.), η Ρωμαϊκή σύγκλητος το 67 π.Χ. τον ανακάλεσε στη Ρώμη γιατί προκλήθηκε ανταρσία στο στράτευμα. Ο Τιγράνης επωφελείται από τη σύγχυση των Ρωμαίων και ανακτά τα εδάφη του. Παράλληλα, ο Μιθριδάτης επαναφέρει στην κυριαρχία του τις πόλεις και τις περιοχές του βασιλείου του. Μετά την αναχώρηση του Λούκουλλου το 66 π.Χ., τη διοίκηση των Ρωμαϊκών στρατευμάτων αναλαμβάνει ο Γνάϊος Πομπήιος Μάγνος, (Gnaeus Pompeius Magnus). Ο Τιγράνης, εγκαταλείπει τον Μιθριδάτη και συνθηκολογεί με τους Ρωμαίους. Ο βασιλιάς των Πάρθων, Φραόρτης, συμμαχεί με τους Ρωμαίους και προσφέρει σημαντική βοήθεια στον Πομπήιο. Ο Μιθριδάτης υποχωρεί στο εσωτερικό του Πόντου, όπου τον πολιορκεί ο Πομπήιος. Τελικά καταφέρνει να διαφύγει και καταφεύγει στο Παντικάπαιο της Ταυρικής Χερσονήσου.

Το 65 π.Χ. ο Μιθριδάτης στέλνει πρεσβεία για να διαπραγματευτεί με τον Πομπήιο. Ο Πομπήιος απορρίπτει τις προτάσεις του. Ο Μιθριδάτης, παρά τη δεινή θέση στην οποία περιέρχεται, δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια και ετοιμάζει νέο στρατό. Σχεδιάζει να έρθει σε επαφή με τους Κέλτες και να εισβάλει στην Ιταλία δια μέσω του Δούναβη. Όμως ο γιος του, Φαρνάκης Β΄, το 64 - 63 π.Χ. στασιάζει και υποκινεί τα στρατεύματα του πατέρα του σε ανταρσία, τα οποία τον ανακηρύσσουν βασιλιά. Απελπισμένος ο Μιθριδάτης στέλνει απεσταλμένους στον Φαρνάκη να του ζητήσει να τον αφήσει να φύγει. Κανένας από τους απεσταλμένους του δεν γύρισε πίσω. Ο Μιθριδάτης, έντρομος πια, φοβήθηκε μήπως τον παραδώσουν στους Ρωμαίους. Και τότε έβγαλε το δηλητήριο που φύλαγε στη θήκη του ξίφους του και το διέλυσε στο νερό. Ύστερα άρχισε να κινείται γρήγορα για να ενεργήσει πιο αποτελεσματικά. Όμως δεν έκανε τίποτα. Το δηλητήριο δεν τον έπιανε. Ο Αππιανός αναφέρει ότι τότε είδε τυχαία μπροστά του έναν στρατιώτη του, τον Βίτοιτο, και τον παρακάλεσε να τον σκοτώσει. Αυτός συγκινημένος από τα λόγια του Μιθριδάτη έβγαλε το σπαθί του και τον σκότωσε.

Ο Πομπήιος έμαθε το θάνατο του Μιθριδάτη όταν βρισκόταν κοντά στην Πέτρα, την πρωτεύουσα των Ναβαταίων. Τα στρατεύματα του ζητωκραύγασαν από χαρά και άρχισαν τα γλέντια. Στη Ρώμη, όταν έμαθαν το θάνατο του Μιθριδάτη πανηγύρισαν. Ο Πομπήιος θαύμασε το μεγαλείο του και τίμησε το νεκρό βασιλιά. Κατέβαλε τα έξοδα της κηδείας του Μιθριδάτη και έδωσε εντολή στους ανθρώπους του να τον θάψουν με βασιλικές τιμές στους βασιλικούς τάφους της Σινώπης. Ο Φαρνάκης ζήτησε από τον Πομπήιο να του ορίσει αν θα έμενε βασιλιάς του Πόντου, όπως ο πατέρας του, ή μόνο του Κιμμερίου Βοσπόρου. Ο Πομπήιος άφησε τον Φαρνάκη βασιλιά του Κιμμερίου Βόσπορου εκτός από τη Φαναγόρεια, την οποία όρισε ελεύθερη πόλη, επειδή πρώτη στασίασε και παρέσυρε όλους στην εξέγερση κατά του Μιθριδάτη. Έτσι πέθανε ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Διόνυσος και Ευπάτορας, το 63 π.Χ. ύστερα από σαράντα εννέα χρόνια βασιλείας στο Ποντιακό Βασίλειο.

ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΣΜΟΣ

Μιθριδατισμός αποκαλείται η πρακτική της αυτοπροστασίας από τη δράση ενός δηλητηρίου μέσω της σταδιακής αυτοχορήγησης σε μη θανατηφόρες δόσεις. Αν δηλαδή ένας άνθρωπος παίρνει συχνά για μεγάλο χρονικό διάστημα μικρές δόσεις δηλητηρίου, τότε ο οργανισμός του μπορεί να τις συνηθίσει και μπορεί να δεχτεί μελλοντικά ακόμη πιο μεγάλες ποσότητες χωρίς να πάθει κακό. Ο όρος προέρχεται από τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ τον Ευπάτωρα και Διόνυσο, βασιλιά του Πόντου, ο οποίος εξαιτίας του μεγάλου φόβου του μήπως τον δηλητηριάσουν χορηγούσε στον εαυτό του βαθμιαία αυξανόμενες μη θανατηφόρες δόσεις δηλητηρίου, ώστε να αναπτύξει τελικά ανοσία. Ο Μιθριδάτης, μετά την ήττα του από τον Πομπήιο, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει χρησιμοποιώντας δηλητήριο αλλά απέτυχε λόγω της ανοσίας που είχε αναπτύξει. Τελικά κατέφυγε σε έναν στρατιώτη του, ο οποίος τον διαπέρασε με σπαθί.

Γενικά, δεν υφίσταται κάποιος πρακτικός λόγος, κάποιο πλεονέκτημα ή το παραμικρό όφελος για τη διενέργεια μιθριδατισμού εκτός για επαγγελματικούς ή παρόμοιους λόγους, όπως για παράδειγμα από υπαλλήλους ζωολογικών κήπων, ερευνητές και καλλιτέχνες του τσίρκου οι οποίοι έρχονται σε στενή επαφή με δηλητηριώδη ζώα. Ο μιθριδατισμός δοκιμάστηκε με επιτυχία στην Αυστραλία και τη Βραζιλία καθώς επιτεύχθηκε πλήρης ανοσία ακόμη και σε πολλαπλά τσιμπήματα από δηλητηριώδεις κόμπρες και οχιές. Ο Μπιλ Χάαστ (Bill Haast) αυτοανοσοποιήθηκε με επιτυχία στο δηλητήριο διαφόρων ειδών δηλητηριωδών φιδιών.

Ο όρος χρησιμοποιείται και μεταφορικά για να περιγράψει τη σταδιακή εξοικείωση και αποδοχή πραγμάτων που προηγουμένως θεωρούνταν ιδιαίτερα επικίνδυνα. Δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί να δέχεται ως φυσιολογική, κάθε παρανομία και κάθε ανήθικη πράξη, χωρίς να αντιδρά. Με άλλα λόγια, όχι ο οργανισμός του, αλλά η συνείδησή του έχει πάθει πλήρη ανοσία και τίποτα δεν τον εντυπωσιάζει από όσα παρατηρεί στην κοινωνία. Τα πάντα τα έχει αποδεχτεί και συνηθίσει.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ υπήρξε μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες του Ελληνιστικού κόσμου. Γεννήθηκε σε μία περίοδο όπου ο Ελληνισμός διαλυόταν από την εσωτερική διαπάλη των συστατικών του στοιχείων. Μεγάλωσε σύμφωνα με τα Ελληνιστικά πρότυπα και έτσι απέκτησε Ελληνική παιδεία. Ανδρώθηκε στα δυσπρόσιτα βουνά του Πόντου όπου κατέφυγε για να γλυτώσει τη ζωή του. Από την τρυφερή ηλικία των δεκατριών ετών και για επτά ολόκληρα χρόνια ζούσε ολομόναχος στο βουνό και κοιμόταν στην ύπαιθρο. Τρεφόταν με φρούτα και φυτά και σκοτώνοντας τα άγρια ζώα είτε με το τόξο του είτε με τα δυνατά του μπράτσα. Αυτή η ζωή δυνάμωσε πολύ το σώμα του και σκλήρυνε την ψυχή του. Απέκτησε τρομερή αντοχή και ακατάβλητη θέληση. Η δυσπιστία προς τους πάντες έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής του. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ανδρώθηκε ο μεγάλος βασιλιάς του Πόντου, Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτορας και Διόνυσος.

Δίχως αμφιβολία ο Μιθριδάτης υπήρξε μία επιβλητική φυσιογνωμία. Στα πεδία τω μαχών το γιγάντιο ανάστημα του ξεχώριζε και οι αντίπαλοι του τον διέκριναν από πολύ μακριά. Πολλές φορές τραυματίστηκε άλλα η γερή του κράση τον βοηθούσε ώστε να αποκαθίστανται γρήγορα οι πληγές του. Είχε μια ξεχωριστή ομορφιά που έκανε όλους να τον θαυμάζουν. Ήταν ιδιαίτερα έξυπνος και σπάνια έπεφτε έξω στην επιλογή των συνεργατών του. Ήταν ικανότατος ρήτορας και ήξερε να συναρπάζει τα πλήθη, αλλά και όσους συζητούσαν μαζί του. Δούλευε ασταμάτητα και διαχειριζόταν ο ίδιος προσωπικά όλα τα θέματα του βασιλείου. Έμαθε κάθε γλώσσα ή διάλεκτο που μιλούσαν στο κράτος του για να μιλάει ο ίδιος σε όλους στη γλώσσα τους.

Ο συγγραφέας των ‘‘Μιθριδατικών πολέμων’’ Αππιανός σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής: «Είχε γιγάντιο σώμα, όπως φαίνεται από τα όπλα που έστειλε στη Νεμέα και στους Δελφούς. Ήταν τόσο εύρωστος που μπορούσε ως το τέλος της ζωής του να ιππεύει και να ακοντίζει σε απόσταση χιλίων σταδίων την ημέρα αλλάζοντας κατά διαστήματα άλογα. Χρησιμοποιούσε άμαξα στην οποία ήταν ζεμένα δεκαέξι άλογα μαζί. Φρόντιζε την Ελληνική του παιδεία, ασκούσε την Ελληνική λατρεία και αγαπούσε τη μουσική. Ήταν σώφρονας σε πολλά και ακούραστος. Η μόνη του αδυναμία ήταν οι γυναικείες ηδονές».

Ο Μιθριδάτης υπήρξε από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του. Έγινε γνώστης της Ελληνικής φιλοσοφίας και σκέψης. Στην αυλή του συγκεντρώνονταν σοφοί από ολόκληρο τον Ελληνιστικό κόσμο. Φιλόσοφοι, ποιητές, ρήτορες, ιστοριογράφοι, καλλιτέχνες, τεχνίτες κ.ά. χρηματοδοτούνταν από το ταμείο του Μιθριδάτη. Ο ίδιος μελέτησε ιδιαίτερα ιατρική, βοτανολογία και τοξικολογία. Παρασκεύαζε ο ίδιος δηλητήρια, ποτίζοντας μάλιστα τον ίδιο του τον εαυτό για να αποκτήσει ανοσία. Στα φρούρια του, όπου φύλαγε τους θησαυρούς του, είχε και μεγάλες ποσότητες δηλητηρίων.

Υπήρχαν πολλοί γιατροί στην αυλή του, που αποτελούσαν σώμα με επικεφαλής αρχίατρο. Από επιγραφή που βρέθηκε στο ιερό των Καβείρων στη Δήλο μαθαίνουμε το όνομα ενός τέτοιου αρχίατρου. Ήταν ο Παπίας, ο γιος του Μηνοφίλου από την Αμισό, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο στενούς φίλους του και τον είχε συνοδεύσει στο ταξίδι του στη Μικρά Ασία. Αγαπούσε τη μουσική και τα έργα τέχνης. Πλήρωνε καλλιτέχνες για να κατασκευάζουν τα αφιερώματα του στα διάφορα ιερά. Παράγγελνε δικά του αγάλματα τα οποία έστηνε στα κυριότερα κέντρα του βασιλείου του. Κατασκεύασε ναούς και έκτισε τα ανάκτορα του σε διάφορες πόλεις του βασιλείου του, ενώ ήταν συλλέκτης μικρών καλλιτεχνικών έργων. Περίφημα ήταν τα νομίσματα και τα μετάλλια που έκοβε.

Ο Μιθριδάτης ήταν πολύ θρησκευόμενος και με βαθιές προλήψεις. Υπήρξε προστάτης όλων των θρησκειών που υπήρχαν στο βασίλειο του. Ο ίδιος τιμούσε τη μητρική του, Ελληνική θρησκεία, καθώς και την πατρική του, Περσική θρησκεία του Αχούρα Μάζδα. Έκανε πολλά αφιερώματα στους Δελφούς, στη Νεμέα, στη Δήλο και σε ιερά των Καβείρων, στη λατρεία των οποίων είχε μυηθεί από μικρός. Είχε την αίσθηση των Ελληνιστικών ηγεμόνων της εποχής του, βαθιά διαποτισμένος από το μεγαλείο του Ελληνικού πολιτισμού.

Η δράση και τα κατορθώματα του Μιθριδάτη δημιούργησαν το μύθο του. Ένας μύθος που πέρασε από γενιά σε γενιά και έφτασε μέχρι τα σύγχρονα χρόνια. Έγινε ένας πραγματικός ήρωας των παραμυθιών. Η αίγλη του ονόματος του ενέπνευσε ιστορικούς, ποιητές, συγγραφείς και μουσικούς να γράψουν έργα και να υμνήσουν τα επιτεύγματα του. Μέχρι και σήμερα γράφονται ιστορικές μελέτες, ποιήματα, λογοτεχνικά και ιστορικά μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, όπερες και μουσικά έργα με θέμα τη ζωή του.
Μεγάλοι δημιουργοί όπως ο Μότσαρτ, ο Βιβάλντι, ο Ρακίνας κ.ά. έγραψαν έργα με κεντρικό ήρωα τον Μιθριδάτη. Έναν ήρωα που η ιστορία του παραπέμπει κατευθείαν στις τραγωδίες των μεγάλων ποιητών της κλασσικής περιόδου. Ο ήρωας όμως μπορεί να έχασε τον πόλεμο αλλά μένει όρθιος μέχρι το τέλος, αρνούμενος να προσκυνήσει τον εχθρό. Το τέλος του αποτέλεσε μία πραγματική τραγωδία για τον Ελληνικό κόσμο. Η ύστατη ελπίδα που είχε να ενωθεί και να αντιμετωπίσει την επέλαση των Ρωμαίων έσβησε οριστικά.