Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

3. Οι επεκτάσεις των -αδ-, -ιδ-: -άδιος, -ίδιος , -(ι)άδης, -ίδης, -ιδεύς, -ιδοῦς


§ 383. Επέκταση μιας κατά τα άλλα μαρτυρημένης απόληξης σε -αδ- είναι π.χ. το ἀμφάδιος 'ολοφάνερος' (Όμ.) από το ἀμφαδόν ἀμφαδά 'ανοιχτά' (ρίζα φαν-)· επεκτάσεις απολήξεων σε -ι είναι το ἐγ-χειρί-διος '(που κρατιέται) στο χέρι', ουδ. ως ουσ. 'στιλέτο· βιβλίο', νοσφίδιος 'απομακρυσμένος, κρυφός' (Ησίοδος) από το νόσφι 'μακριά'. Ξεκινώντας από τέτοια παραδείγματα τα -άδιος -ίδιος εξαπλώθηκαν περισσότερο: κρυπτάδιος 'μυστικός' (Όμ.· αντώνυμο του ἀμφάδιος) από το κρυπτός 'κρυφός', ιδίως όμως το -ίδιος με την έννοια 'που βρίσκεται σε κάποιον τόπο' (συνήθως υποστασιοποιήσεις κατά το πρότυπο του ἐγχειρίδιος· πρβ. § 147): ἐπιτυμβίδιος 'πάνω στον τύμβον ' (Αισχύλ.), παραθαλασσίδιος 'δίπλα στη θάλασσα ', ἐντοσθίδια 'εντόσθια' (Ιπποκράτης) από το ἔντοσθε 'μέσα'.

Σχετικά με τα υποκοριστικά σε -ίδιον δες § 293 .

§ 384. Τα πατρωνυμικά σε -ίδης, -άδης, -ιάδης [1], που προέκυψαν από την επέκταση των θεμάτων σε -δ-, όπως το -της από το -τ- (§ 340), και από τη μεριά τους είναι συναίτια για τον περιορισμό των απλών θεμάτων σε δ στο θηλυκό, συμβαδίζουν στο σχηματισμό τους με τα θέματα σε -ιδ-, -αδ-, -ιαδ- (§ 379 κεξξ.) και τα ρήματα σε -ίζειν, -άζειν, -ιάζειν (§ 257 κεξξ.)· δηλαδή για παράδειγμα:

Πολυθερσεΐδης (Όμ.) 'γιος του Πολυθέρσους ' (θέμα σε s), αλλά νεότερο Εὐκράτης - Εὐκρατίδης,

(Εὐκλέης >) Εὐκλῆς - (*Εὐκλεΐδης <) Εὐκλείδης,

Ἀσκληπιός - Ἀσκληπιάδης,

Αἰνέας - Αἰνεάδης,

Ἱππότης - Ἱπποτάδης,

Ἀτρεύς - Ἀτρεΐδης - Ἀτρείδης.

Μερικά ομηρικά πατρωνυμικά σε -ιάδης οφείλονται στη μετρική ανάγκη ή ευχρηστία:

Τελαμών - Τελαμωνιάδης (σε συνάρτηση με το παλιότερο Τελαμώνιος Αἴας, δες § 283),

Λαέρτης - Λαερτιάδης [2], Πηλεύς - Πηληιάδης (πρβ. Πηλήιος).

Η σπάνια προσηγορική χρήση του -ίδης είναι απλώς μια κωμική μεταφορά από τα πατρωνυμικά: σπουδαρχίδης 'βολεψάκιας' [3] (Αριστοφ.).

§ 385. Στους μετασχηματισμούς -ιδεύς 'νεαρό ζώο', π.χ. ἀετιδεύς 'αετόπουλο' (Αιλιανός), και -ιδοῦς, π.χ. ἀδελφιδοῦς 'γιος του αδελφού ή της αδελφής' (αττ.), δεν είναι τίποτε άλλο σαφές, παρά μόνον ότι το -ιδ-, όπως στα πατρωνυμικά, δηλώνει την καταγωγή [4].
-------------------
[1] Οι διάλεκτοι της Κεντρικής Ελλάδας προσθέτουν το επίθημα d χωρίς ενδιάμεσο φωνήεν στα θέματα σε n: Ἐπαμεινώνδας κτλ., αλλά Πελοπίδας· η δωρική δεν γνωρίζει το -νδας: Λεωνίδας.

[2] Με βάση αυτό μετά τον Όμηρο σχηματίστηκε αναδρομικά το πατρωνυμικό Λαέρτιος Λάρτιος.

[3] Το γερμανικό -( l ) ing είναι επίσης πατρωνυμικό και επεκτείνεται παρομοίως χάρη αστεϊσμού: Dichterling ['ποιητάκος'].

[4] Ή μήπως το *ἀδελφίδ(ης) μετασχηματίστηκε σε *ἀδελφιδεός κατά το ἀδελφεός;

Ανήκουμε εκεί που μπορούμε να εκφραζόμαστε ελεύθερα

Κάθε στιγμή της ζωής μας κρέμεται από λέξεις. Η ευτυχία και η δυστυχία μας εξαρτάται από τις λέξεις των άλλων κι από αυτές που θα πούμε. Πολλές φορές μία λέξη είναι αρκετή για ν’ ανατρέψει τα πάντα. Μία λέξη που ειπώθηκε την κατάλληλη στιγμή, μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ όταν θέλαμε να την ακούσουμε.

Ναι, ακόμη και οι λέξεις που δεν βρίσκουν ποτέ το δρόμο τους από το μυαλό στο στόμα μας, πληγώνουν ή λυτρώνουν.

Να λέμε αυθόρμητα ότι νιώθουμε ή να φιλτράρουμε τις σκέψεις μας προτού τις εκφράσουμε; Ποιο είναι τελικά το σωστό; Έχει σημασία τι είναι σωστό ή τι είναι αληθινό; Κι αν ο τρόπος που εκφραζόμαστε είναι λάθος; Αν δεν έχουμε την ευχέρεια του λόγου; Αν δεν ξέρουμε να βρούμε τις σωστές λέξεις για να τις βάλουμε στη σωστή σειρά; Τότε αυτά που θέλουμε να πούμε δε βγαίνουν ποτέ σωστά από μέσα μας. Τότε καλύτερα είναι να σκεφτόμαστε καλά πριν μιλήσουμε.

Οι λέξεις προηγούνται των πράξεων ή τις συνοδεύουν. Κάποιες απ’ αυτές έχουν μεγάλη επιρροή από εμάς, γιατί μας μένουν καρφωμένες στο μυαλό. Άλλες μας βασανίζουν κι άλλες μας κάνουν να γελάμε. Οι αναμνήσεις μας είναι έντονα συνδεδεμένες με τα αισθήματα που μας προκάλεσαν οι λέξεις που ανταλλάξαμε με άλλα πρόσωπα. Οι λέξεις ντύνουν τα αισθήματά μας, κάποτε όμορφα κάποτε άσχημα. Έχουν σημασία και βαρύτητα. Μπορούν να μας σώσουν από μία δύσκολη κατάσταση αλλά και να μας καταστρέψουν.

Με τους ανθρώπους που εκφραζόμαστε ελεύθερα, χωρίς ν’ αγχωνόμαστε για την κάθε λέξη που θα πούμε, μ’ αυτούς ανήκουμε. Μ’ αυτούς που δεν παρεξηγούμαστε. Μ’ αυτούς που ο διάλογος παίρνει μία όμορφη διάσταση. Που μας εξιτάρει ν’ ακούμε και ν’ ανταλλάζουμε απόψεις. Που γινόμαστε χαζά παιδιά λέγοντας βλακείες, που βρίζουμε χωρίς να φοβόμαστε. Με τους ανθρώπους που νιώθουμε ότι έχουμε απόλυτη ελευθερία λόγου και έκφρασης, μ’ αυτούς ανήκουμε.

Τις αγαπάω τις λέξεις. Γι’ αυτό και τις γράφω, δεν τις λέω. Δεν τις χαραμίζω. Προτιμώ να τις γράφω γιατί είναι ένα υπέροχο παιχνίδι που δε βαριέμαι ποτέ. Γιατί οι λέξεις έχουν χιλιάδες συνδυασμούς που μπορεί να γραφτούν. Υπάρχουν λέξεις ακόμη και μετά από τόσα χρόνια που κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει δίπλα.

Υπάρχουν ακόμη χιλιάδες ιστορίες και χιλιάδες σκέψεις που περιμένουν να ειπωθούν. Υπάρχουν ακόμη λέξεις που περιμένω να πεις και δεν είπες. Κι άλλες που τόλμησες να πεις μια φορά και μετά τις ξέχασες. Κρέμομαι από τα χείλη σου κάθε φορά, όχι μόνο γιατί με ηρεμεί απόλυτα το να μου μιλάς, αλλά και γιατί περιμένω ν’ ακούσω από σένα αυτές τις λυτρωτικές λέξεις που κάθε τρελά ερωτευμένος δε χορταίνει ν’ ακούει.

Μια φορά μου είπες να μην έχω ανάγκη τις λέξεις. Μου είπες να μην εξαρτώμαι απ’ αυτές. Μου είπες ότι είναι μεγάλη αδυναμία να θέλει κανείς ν’ ακούει τα αυτονόητα. Κι εγώ που έχω τόση ανάγκη ν’ ακούω να λες ότι μ’ αγαπάς πρέπει ν’ αρκεστώ στις πράξεις. Οι πράξεις θα ‘πρεπε να μου ήταν αρκετές. Όμως, εγώ αγαπώ τις λέξεις περισσότερο από τις πράξεις. Ίσως γιατί είμαι τεμπέλα και οκνηρή.

Υπάρχουν ακόμη λέξεις που υπάρχουν μέσα σου και με ψάχνουν. Που αν τις πεις, θα απελευθερωθείς και θα ξαλαφρώσεις. Να είσαι σίγουρος πως μαζί μου οι λέξεις σου θα είναι ασφαλείς. Έχω φυλάξει γι’ αυτές την πιο όμορφη και ζεστή γωνιά του μυαλού μου. Μη μου θυμώνεις που πάντα προσπαθώ να βρω τρόπους να στις κλέψω. Είναι ένα παιχνίδι που θέλω να κερδίσω γιατί έτσι θα κερδίσουμε κι οι δυο. Στον έρωτα όταν και οι δύο αγαπούν το ίδιο, κανείς δεν βγαίνει χαμένος.

Αφύπνιση στην Πραγματικότητα

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα, ξεπερνώντας όλες τις ψευδαισθήσεις, εξωτερικές κι εσωτερικές, απελευθερώνεται από όλους τους περιορισμούς, σε μια Αίσθηση Παρουσίας που Υπάρχει από Μόνη της, που Διαρκεί γιατί δεν εξαρτάται από τίποτα, από κανένα «περιεχόμενο αντίληψης», και που Αποδέχεται τα πάντα, την Ανυπαρξία και την Ύπαρξη, την Ουσία και τα Φαινόμενα, Παραμένοντας Αιώνια Ίδια Μέσα στον Εαυτό της, ανεξάρτητα από την επιφανειακή δραστηριότητα. Μια Τέτοια Συνείδηση που είναι Ανοιχτή Συνείδηση Χωρίς Όρους, Χωρίς Ιδιότητες (κι όχι συνείδηση περιορισμένη και παγιδευμένη μέσα στην άγνοια που δημιουργεί τον διαχωρισμό εγώ-κόσμος), Υπάρχει Συνεχώς σε Άμεση Επαφή με την πραγματικότητα, με αυτό που συμβαίνει, είτε αυτό αναφέρεται στην Αιώνια Αναλλοίωτη Ουσία είτε στα επιφανειακά φαινόμενα. Μια Τέτοια Συνείδηση που ζει την Αληθινή Ζωή δεν χρειάζεται ούτε θεωρίες της πραγματικότητας, ούτε διδασκαλίες, ούτε επιδιώξεις, ούτε πραγματοποιήσεις, ούτε πρακτικές, ούτε διαλογισμό, γιόγκα, ή προσευχή, ούτε βιβλία και πληροφορίες, ούτε καν τον ανθρώπινο πολιτισμό με όλες τις γνώσεις του κι όλα τα προϊόντα του.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα Κατανοεί ότι η Φύση-Ουσία-Συνείδηση Είναι Εξαρχής Αγνή κι Ανόθευτη, Ελεύθερη κι Απεριόριστη, Κυρίαρχη της Πραγματικότητας. Η Δραστηριότητα της Ουσίας που φέρνει συσκότιση στην Συνείδηση είναι μονάχα ένα αντιληπτικό φαινόμενο, νοητικής υφής, κι όχι μια ξεχωριστή αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι η Επέκταση της Συνείδησης στον Δημιουργικό Χώρο της Φαντασίας. Ένα Όνειρο κι ένα Παιχνίδι ταυτόχρονα. Μονάχα για τα όντα που παγιδεύονται μέσα στην ψευδαίσθηση φαντάζει τραγωδία η ζωή.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα είναι Ελεύθερος από όλα, από την ύπαρξη στους κόσμους, από την ζωή στη γη, από όλα. Όταν είσαι Ελεύθερος, όταν δεν είσαι δεμένος με κάτι δεν έχει νόημα η «απώλεια». Έτσι οι Αφυπνισμένοι διασχίζουν την ζωή χωρίς φόβο. Σήμερα είναι Εδώ, αύριο Αλλού. Αλλά όλες οι «διαμονές» είναι ψεύτικες και προσωρινές.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα βρίσκεται σε Ειρήνη με Όλα και τίποτα δεν τον ταράζει. Είναι ο Τρόπος που Βλέπει τα πράγματα που φέρνει την Ειρήνη, όχι τα φαινόμενα που τραβάνε κανονικά τον δρόμο τους.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα Βιώνει την Ενότητα της Ουσίας Μέσα στην Οποία εκδηλώνονται όλα τα φαινόμενα. Ολόκληρη η Δημιουργία, όλοι οι κόσμοι, οι εσωτερικοί κόσμοι κι ο κόσμος της υλικής πραγματικότητας, είναι Δραστηριότητες της Ουσίας, αντιληπτικά φαινόμενα. Ακόμα κι ο κόσμος της ύλης είναι νοητικής υφής, ενέργεια που δημιουργεί την ψευδαίσθηση της «ετερότητας». Κι όλοι οι κόσμοι είναι πραγματικοί σαν δραστηριότητες, σαν φαινόμενα, αλλά στερούνται δική τους αντικειμενικής ύπαρξης. Υπάρχουν μόνο σαν «παραστάσεις» της Συνείδησης.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα Ζει Αληθινά, στον Μόνο Πραγματικό Χρόνο, στο Αιώνιο Παρόν που Ρέει χωρίς να εξαντλείται, σε μια Αιώνια Παρουσία που δεν Αλλοιώνεται, πέρα από τα φαινόμενα, τις «λάμψεις» της Ουσίας, που αλλάζουν συνεχώς. Το ταξίδι στα φτερά του ονείρου δεν σε πάει ποτέ πέρα από το όνειρο. Και πάντα τα ταξίδια έχουν ένα τέλος. Η Αιωνιότητα είναι η Μόνη Σταθερή Πραγματικότητα που Στηρίζει τα πάντα, που στηρίζει ακόμα και το όνειρο.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα Κατανοεί ότι η Φύση τα Αγκαλιάζει Όλα Μέσα στην Αιωνιότητα, η Ουσία Στηρίζει τα Πάντα και η Ζωή έχει μόνο ένα Δρόμο, τον Δρόμο της Αλήθειας. Η Αλήθεια Είναι Εδώ, μπροστά μας, δεν χρειάζεται να ψάξουμε, δεν χρειάζεται να κοπιάσουμε, δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι. Απλά να Δούμε, να Αποδεχτούμε, να Εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις μας.

‘Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα Βλέπει, Διαπιστώνει, Κατανοεί, ότι η Μόνη Πύλη προς την Αλήθεια είναι Εδώ, Τώρα. Το Αιώνιο Παρόν που Ανανεώνεται Κάθε Στιγμή είναι η Έξοδος από τον κόσμο των ψευδαισθήσεων, στον Αληθινό Κόσμο της Ουσίας, στην Κατανόηση κι Αποδοχή των Φαινομένων, στην Ελευθερία, στην Αιωνιότητα. Ο γραμμικός χρόνος που δημιουργεί η σκέψη είναι μια ψευδαίσθηση για αυτό φαίνεται ατελείωτος. Στον κόσμο των φαινομένων όλα τελειώνουν, όλα αλλάζουν, χάνονται ή ξαναγεννιούνται, αλλά τίποτα δεν μένει σταθερό.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα Κατανοεί ότι δεν υπάρχουν πραγματικά εμπόδια προς την Ελευθερία. Είναι η εμμονή των όντων στις ψευδαισθήσεις τους που τα κρατά δέσμια μέσα στους κόσμους των ψευδαισθήσεων και της διαρκούς μετενσωμάτωσης.

Όταν Κάποιος Αφυπνίζεται στην Πραγματικότητα επειδή Στηρίζεται Μόνο στην Αιώνια Παρουσία, που είναι ανεξάρτητη από όλα τα φαινόμενα, όπου κι αν είναι βρίσκεται Σπίτι του. Όταν πεινάει τρώει, όταν διψάει πίνει νερό κι όταν νυστάζει κοιμάται, όπου κι αν είναι. Έτσι η ζωή του είναι εξαιρετικά απλή, ήρεμη κι ευτυχισμένη. Η ζωή δεν έχει άλλο προορισμό από την συνέχισή της, εδώ, ή αλλού. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνουμε.

Γιατί δεν πρέπει να πείτε σε κάποιον με κατάθλιψη να σκέφτεται θετικά

Είναι σχεδόν κλισέ να πεις σε κάποιον με κατάθλιψη να «σκέφτεται θετικά» ή να «βλέπει τη θετική πλευρά των πραγμάτων». Συνήθως αυτό συμβαίνει με καλή πρόθεση, οι φίλοι, η οικογένεια, ακόμη και οι επαγγελματίες υγείας ίσως ενθαρρύνουν τα άτομα με κατάθλιψη να δουν τη ζωή μέσα από τα ίδια ροζ γυαλιά που τη βλέπουν οι ίδιοι. Πολλά μπορούν να ειπωθούν σχετικά με να δείτε τα θετικά πράγματα γύρω σας ενώ πάσχετε από κατάθλιψη, αρκεί να γίνει κατανοητό ότι πολλές φορές τα «γυαλιά» της κατάθλιψης προφανώς δεν σας επιτρέπουν να δείτε κάτι θετικό.

Η κατάθλιψη σε τυφλώνει απέναντι στα πάντα εκτός από τα χειρότερα συναισθήματα που νιώθεις.

Η κατάθλιψη απομακρύνει τη θεμελιώδη ικανότητα σου να «δεις» οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά που σου επιτρέπει να δεις.

Η κατάθλιψη δεν είναι επιλογή. Τα άτομα με κατάθλιψη δεν μπορούν να «επιλέξουν την ευτυχία». Δεν νομίζετε ότι θα το έκαναν αν μπορούσαν; Γιατί να επιλέξουν να ζούν μέσα στον εφιάλτη της κατάθλιψης; Γι’ αυτό, όταν παροτρύνετε κάποιο άτομο με κατάθλιψη να «είναι θετικό», αυτό που πραγματικά κάνετε είναι να του λέτε ότι δεν εργάζεται αρκετά σκληρά. Του λέτε ότι «αποτυγχάνει» να είναι ευτυχισμένο. Του λέτε ότι φταίει αυτό.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΟΥΣ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΗ ΘΕΤΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, ΟΜΩΣ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΦΗΝΕΙ. ΕΙΝΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΕΜΠΕΛΗΔΕΣ.

Τα άτομα με κατάθλιψη δεν έχουν ανάγκη να τους υποδεικνύουμε πόσο καλή είναι η ζωή τους, πόσο ευτυχείς πρέπει να είναι γι’ αυτήν ή πόσο χειρότερη ζωή έχουν οι άλλοι. Δεν χρειάζονται να τους υποδεικνύουμε πώς να «διορθώσουν» την κατάθλιψή τους – χρειάζονται να ακούσουν ότι τους αγαπάμε και τους υποστηρίζουμε ακόμα και μ’ αυτήν.

Τα άτομα με κατάθλιψη δεν χρειάζονται να ακούνε «πώς» να αισθάνονται ή να σκέφτονται. Πρέπει να ακούσουν ότι είναι πολύτιμοι άνθρωποι ό,τι κι αν γίνει.

Είναι εντάξει να ενθαρρύνετε κάποιον να δει το καλό σε μια κατάσταση μέσα από την οποία μπορεί να παλεύει με το σκοτάδι της κατάθλιψής του. Είναι εντάξει να βοηθήσετε αυτό το άτομο να δει τα πράγματα λίγο διαφορετικά και να το ενθαρρύνετε με ήπιο τρόπο να παρατηρήσει τα μικρά πράγματα που μπορεί να του λείπουν. Αυτό όμως που δεν χρειάζεται να ακούσει κάποιος με κατάθλιψη είναι ότι δεν «σκέφτεται αρκετά θετικά».

Η κατάθλιψη δεν είναι επιλογή. Εξαιτίας της κατάθλιψης, το άτομο δεν μπορεί να «επιλέξει» πώς νιώθει. Δουλεύει σκληρά κάθε μέρα για να είναι ο πιο ευτυχισμένος, ο πιο υγιής άνθρωπος που μπορεί να είναι. Ωστόσο, πάντα θα υπάρχουν στιγμές όπου η κατάθλιψη κερδίζει – και αυτά τα άτομα πρέπει να γνωρίζουν ότι τους αγαπούν ανεξάρτητα από αυτό. Θα ήθελαν πολύ να είναι “απλώς ευτυχισμένοι», αλλά δεν λειτουργεί έτσι. Παρακαλώ λοιπόν, την επόμενη φορά που θα προσπαθήσετε να πείτε σε κάποιον με κατάθλιψη ότι θα πρέπει απλώς να σκεφτεί θετικά, να θυμάστε ότι με αυτόν τον τρόπο υπονοείτε ότι η κατάθλιψή του είναι δικό του λάθος. Κι αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται να ακούσει κάποιος με κατάθλιψη.

Η αυτογνωσία είναι το κλειδί για την ελευθερία

Οι ζωές όλων μας διαμορφώνονται από την ποιότητα των σχέσεών μας. Κάθε αλληλεπίδραση με τους γύρω μας, από τους οικείους μας μέχρι τους αγνώστους, είναι μια ευκαιρία για στοχασμό. Αν γνωρίσουμε τις σχέσεις μας σε βάθος, θα μπορέσουμε να βιώσουμε πλήρως την ομορφιά και τον πλούτο τους.

Η σχέση με τον εαυτό μας

Τι ψάχνετε;

Θεωρώ πολύ σημαντικό να ανακαλύψουμε πρώτα τι είναι
αυτό που ψάχνουμε. Δεν πρόκειται για ένα ερώτημα θεωρητικό,
αλλά για ένα ερώτημα το οποίο αναπόφευκτα οφείλει να θέσει ο καθένας από μας στον εαυτό του· και όσο πιο ώριμοι, νοήμονες και αφυπνισμένοι είμαστε, τόσο μεγαλύτερη και πιο επείγουσα γίνεται η ανάγκη να ανακαλύψουμε τι είναι
αυτό που ψάχνουμε.

Δυστυχώς, οι περισσότεροι θέτουμε αυτό το ερώτημα επιφανειακά και, όταν παίρνουμε μια επιφανειακή
απάντηση, αρκούμαστε σε αυτή. Αν, όμως, σας ενδιαφέρει να
εμβαθύνετε στην ουσία, θα δείτε ότι το μυαλό ψάχνει απλώς
κάποιο είδος ικανοποίησης, κάποιο είδος ευχάριστης εφεύρεσης που θα του δώσει χαρά· και από τη στιγμή που θα βρει ή
θα δημιουργήσει μόνο του ένα καταφύγιο από απόψεις και συμπεράσματα, εκεί θα μείνει, οπότε η αναζήτησή μας φτάνει
στο τέλος της.

Αν, πάλι, δεν ικανοποιηθούμε, περνάμε από τη
μια φιλοσοφία στην άλλη, από το ένα δόγμα στο άλλο, από τη
μια εκκλησία, από τη μια σέκτα, από το ένα βιβλίο στο άλλο,
σε μια απόπειρα να βρούμε μόνιμη ασφάλεια, εσωτερική όπως
και εξωτερική, μόνιμη σιγουριά, μόνιμη γαλήνη.

Κατανοήστε το μυαλό, τον εαυτό, που ψάχνει

Πριν ακόμα αρχίσουμε να ψάχνουμε, λοιπόν, δεν είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη διαδικασία του ίδιου του μυαλού;
Αφού αυτό που ψάχνουμε τώρα είναι αρκετά σαφές. Για να
καταλάβετε τον εαυτό σας απαιτούνται τεράστια αποθέματα
υπομονής, αφού ο εαυτός είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία, και αν δεν κατανοήσει κανείς τον εαυτό του, οτιδήποτε κι αν αναζητά ελάχιστη έχει σημασία.

Όταν δεν κατανοούμε τις δικές μας ορμές και τους δικούς
μας εξαναγκασμούς, συνειδητούς και ασυνείδητους, αυτοί
προκαλούν συγκεκριμένες δραστηριότητες, οι οποίες καταλήγουν σε σύγκρουση μέσα μας· και αυτό που ουσιαστικά
ψάχνουμε είναι να αποφύγουμε ή να αποδράσουμε από αυτή
ακριβώς τη σύγκρουση, έτσι δεν είναι; Συνεπώς, από τη στιγμή που δεν κατανοούμε τη διαδικασία του εαυτού μας, της
ίδιας μας της σκέψης, η αναζήτησή μας είναι εξαιρετικά επιφανειακή, περιορισμένη και ασήμαντη.

Η αυτογνωσία είναι το κλειδί για την ελευθερία

Αν θέλουμε, λοιπόν, πραγματικά να φτιάξουμε έναν κόσμο
διαφορετικό,
μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στα ανθρώπινα
όντα, μια διαφορετική στάση απέναντι στη ζωή, είναι εξαιρετικά σημαντικό να κατανοήσουμε πρώτα τον εαυτό μας, έτσι
δεν είναι;

Αυτό δεν σημαίνει εστίαση στο εγώ, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στην υπέρτατη δυστυχία. Αυτό που θέλω
να πω είναι ότι, χωρίς την αυτογνωσία, χωρίς τη βαθιά γνώση
του εαυτού μας, κάθε έρευνα, κάθε σκέψη, κάθε συμπέρασμα,
κάθε άποψη και κάθε αξία έχουν ελάχιστη σημασία. Οι περισσότεροι από μας έχουμε μπει σε ένα καλούπι –στο καλούπι
του χριστιανού, του μουσουλμάνου, όποιο τέλος πάντων κι
αν είναι αυτό– και μέσα σε αυτό τον στενό χώρο ζούμε τη
ζωή μας.

Το μυαλό μας έχει διαμορφωθεί από τα πρότυπα
της κοινωνίας, από την εκπαίδευση, από την κουλτούρα που
μας περιβάλλει και, δίχως την κατανόηση της συνολικής διαδικασίας αυτής της διαμόρφωσης, η έρευνά μας, η γνώση
μας, η αναζήτησή μας μόνο σε περισσότερο κακό μπορούν
να οδηγήσουν, σε μεγαλύτερη δυστυχία, και αυτό είναι που
τελικά συμβαίνει.

Η αυτογνωσία δεν έχει κάποια συγκεκριμένη φόρμουλα.
Μπορείτε να πάτε σε έναν ψυχολόγο ή σε έναν ψυχαναλυτή
για να γνωρίσετε τον εαυτό σας, ωστόσο αυτό δεν είναι αυτογνωσία. Η αυτογνωσία επέρχεται όταν έχουμε επίγνωση του
εαυτού μας μέσα στη σχέση, κάτι που μας δείχνει τι είμαστε σε
κάθε δεδομένη στιγμή.

Σχέση και απομόνωση

Έχω ήδη αναφέρει ότι μόνο μέσα στη σχέση μπορεί κανείς να
ανακαλύψει τον εαυτό του. Αυτό ισχύει, έτσι δεν είναι; Δεν
μπορεί κανείς να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτό που πραγματικά είναι, έξω από τη σχέση. Ο θυμός, η ζήλια, ο φθόνος, η
λαγνεία – όλες οι παρόμοιες αντιδράσεις υπάρχουν μόνο στη
σχέση κάποιου με τους ανθρώπους, με τα αντικείμενα και με
τις ιδέες.

Αν δεν υπάρχει καμία απολύτως σχέση, αν υπάρχει
η απόλυτη απομόνωση, δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει τον
εαυτό του. Ο νους απομονώνεται, πιστεύοντας ότι είναι κάποιος, γεγονός που αποτελεί παραφροσύνη, ανισορροπία, και
σε αυτή την κατάσταση αδυνατεί να γνωρίσει τον εαυτό του.

Έχει απλώς ιδέες για τον εαυτό του, σαν τον ιδεαλιστή, ο οποίος απομονώνεται από την πραγματικότητα αυτού που είναι,
κυνηγώντας αυτό που θα έπρεπε να είναι. Και αυτό είναι που
κάνουμε οι περισσότεροι.

Επειδή η σχέση είναι επώδυνη, επιθυμούμε να απομονωθούμε από τον πόνο, και σε αυτή τη διαδικασία απομόνωσης
δημιουργούμε το ιδανικό που θα έπρεπε να είμαστε, κάτι που
είναι φανταστικό, ένα αποκύημα του νου. Επομένως, μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας έτσι όπως πραγματικά είμαστε, συνειδητά όπως και ασυνείδητα, μόνο μέσα στη σχέση,
και αυτό είναι, θαρρώ, προφανές.

Ελπίζω να σας ενδιαφέρουν όλα αυτά, επειδή αποτελούν
κομμάτι της καθημερινής σας δραστηριότητας· είναι η ίδια μας
η ζωή και, αν δεν το κατανοήσουμε αυτό, το να παρευρισκόμαστε σε μια σειρά συναντήσεων ή να αποκτάμε ξερή γνώση
από τα βιβλία ελάχιστη σημασία έχει.

Υπάρχει εαυτός χωρίς σχέση;

Το δεύτερο μέρος του ερωτήματος είναι το εξής: «Είναι ο
εαυτός μια αυτόνομη οντότητα ή μήπως, δίχως τη σχέση, δεν
υπάρχει καθόλου εαυτός;».

Με άλλα λόγια, υπάρχω μόνο μέσα
στη σχέση ή υπάρχω ως μια απομονωμένη οντότητα πέρα και
έξω από τη σχέση; Πιστεύω ότι το δεύτερο είναι αυτό που θα
προτιμούσαν οι περισσότεροι από μας, αφού η σχέση είναι
επώδυνη.

Σε αυτή καθαυτή την πλήρωση της σχέσης υπάρχει
φόβος, άγχος· και επειδή το γνωρίζουμε αυτό, το μυαλό επιδιώκει να απομονωθεί από τους θεούς του, από τον ανώτερο
εαυτό και ούτω καθεξής. Η ίδια η φύση του εαυτού, του «εγώ»,
είναι μια διαδικασία απομόνωσης, έτσι δεν είναι; Ο εαυτός και
οι έγνοιες του εαυτού –η οικογένειά μου, η περιουσία μου, η
αγάπη μου, η επιθυμία μου– είναι από μόνα τους μια διαδικασία απομόνωσης, και αυτή η διαδικασία είναι μια πραγματικότητα, υπό την έννοια ότι όντως συμβαίνει.

Μπορεί, άραγε,
ένα τόσο κλεισμένο στον εαυτό του μυαλό να βρει κάτι που
υπάρχει πέρα από αυτό; Προφανώς όχι. Μπορεί να επεκτείνει
τα τείχη του, τα σύνορά του· μπορεί να επεκτείνει τον χώρο
του, αλλά εξακολουθεί να είναι η συνείδηση του «εγώ».

Για να ξεκουραστεί το σώμα, πρέπει να έχει υγεία η ψυχή

Υπάρχουν μέρες, που το μόνο που θέλεις είναι να σέρνεσαι.

Να πηγαίνεις από το κρεβάτι στον καναπέ και από τον καναπέ ξανά και πάλι στο κρεβάτι.
Και λες στον εαυτό σου ‘’Μα το έχω ανάγκη. Το χρειάζομαι. Πρέπει να ξεκουραστώ’’.
Και περνάς ώρες ολόκληρες και όταν έρχεται η ώρα να σηκωθείς, πάλι κουρασμένος νιώθεις.
Και αναρωτιέσαι μετά… ‘’Γιατί; Τι φταίει; Αφού δεν έκανα τίποτα. Γιατί δεν ξεκουράστηκα ξανά;’’

Ξέρεις…

Ο άνθρωπος, είναι ον, ψυχοσωματικό.

Για να ξεκουραστεί το σώμα, πρέπει να έχει υγεία η ψυχή.
Και η ψυχή δεν φτιάχτηκε για να καθεύδει. Δεν φτιάχτηκε για να παραιτείται η ψυχή. Δεν φτιάχτηκε για να ζει στην απραξία.
Πλάστηκε για να αγωνίζεται. Να ζει. Να αναζητάει το Θεό.

Όταν την εγκλωβίζεις, σε ένα καναπέ, όταν την φυλακίζεις όλη μέρα σε ένα κρεβάτι, μην περιμένεις να είσαι μετά καλά.
Μην περιμένεις έτσι να ξεκουραστείς. Και ας ξαπλώνεις όλη μέρα…

Σήκω. Ζήσε. Πάλεψε.
Η ψυχή, φτιάχτηκε για να πετάει…

Η έκβαση της δίκης κατά την οποία ο Θράσυλλος προσπάθησε να πείσει τη βουλή πως ο Δημόκριτος ήταν … διανοητικά ανίκανος

Υπόθεση που άφησε εποχή ήταν και εκείνη, κατά την οποία ο Αβδηρίτης βουλευτής Θράσυλλος, μέσω ενός αρκετά επιτήδειου συκοφάντη των Αβδήρων, προσπάθησε να πείσει τη βουλή ότι ο Δημόκριτος, ο «Γελασίνος Αβδηρίτης», ήταν διανοητικά ανίκανος (τρελός). Αν το δικαστήριο παραδεχόταν την κατηγορία, θα έπρεπε η περιουσία του φιλοσόφου να κατασχεθεί, λόγω δε κάποιας μακρινής συγγένειας του συκοφάντη, υπήρχε περίπτωση να περιέλθει η περιουσία του Δημοκρίτου στα χέρια του διαβολέα.

Εξηγώντας τον χαρακτηρισμό «Γελασίνος», θα πρέπει να λεχθεί ότι με το σκωπτικό αυτό παρωνύμιο έμεινε στην Ιστορία ο Δημόκριτος, επειδή γελούσε συνεχώς. Η συμπεριφορά αυτή απασχόλησε, για πολλούς αιώνες, μεγάλους καλλιτέχνες, στην προσπάθειά τους να την απεικονίσουν και πολλούς φιλοσόφους να την ερμηνεύσουν.

Η εικόνα, πάντως, του γέλιου ως οργάνου ποινής σωφρονισμού και διακωμώδησης, δίδεται από τον ίδιο τον φιλόσοφο: «Γελάω με τον άνθρωπο, που είναι γεμάτος ανοησία και άδειος από σωστές ασχολίες, που παιδιαρίζει… Γελάω με τους άφρονες, που πληρώνουν για την κακία τους, τη φιλαργυρία, την απληστία, το μίσος, τις ενέδρες, τα επίβουλα σχέδια, τον φθόνο, την απρονοησία τους… Ε΄ λοιπόν, όταν βλέπω τόσες ανάξιες και άθλιες ψυχές, πώς να μη χλευάσω την τόση αστοχασιά, που διέπει τη ζωή τους… 'Οσο για μένα, πιστεύω ότι το γέλιο μου δεν φτάνει και θα ήθελα να επινοήσω κάτι (ισχυρότερο), που να τους λυπεί (περισσότερο)…».

Από την ακροαματική διαδικασία της διεξαχθείσης δίκης με κατηγορούμενο τον Δημόκριτο, έχουν περισωθεί αποσπάσματα της αγόρευσης του συκοφάντη, τα οποία είναι λίαν ενδιαφέροντα. Αφού, πρώτα, προσπαθεί με μεγάλη μαεστρία να πείσει τη βουλή, ότι ο Δημόκριτος είναι τρελός, καταλήγει, «Και ημείς ακόμη αμφιβάλλομεν αν αξίζει να κλεισθή εις σκοτεινή φυλακή (τρελοκομείο)! Τι θέλουν γίνειν τα Αβδηρα αν τελευταίον μεταδοθή η παραφροσύνη του; Προτιμώμεν να ιδώμεν τα αποτελέσματα των κακών παρά να τα προλάβομεν. Κατ’ ευτυχίαν οι νόμοι μας δίδουν εις τας χείρας το Ιατρικόν. Είναι απλούν, είναι δίκαιον, είναι άβλαβον. Σκοτεινόν οίκημα, σεβασμιώτατοι πατέρες, σκοτεινόν οίκημα! Δια μιας εκβαίνομεν από τον κίνδυνον και ο Δημόκριτος ας μαίνεται όσο θέλει».

Ο δυστυχής φιλόσοφος, εις τας δυσμάς του βίου του, θα κλεινόταν σε τρελοκομείο, εάν μερικοί σοβαροί βουλευτές, θέλοντας να περισώσουν την κατάσταση, δεν έπειθαν τον πρόεδρο της βουλής, ότι θα ήταν φρονιμότερο, πριν ο Δημόκριτος εγκλεισθεί σε «σκοτεινό οίκημα», να εξετασθεί από τον Ιπποκράτη, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν, τυχαίως, στη Θάσο. Εκείνος, τελικά, αποφάσισε για την τύχη του Αβδηρίτη φιλοσόφου.

Η συνέχεια, λίγο έως πολύ, είναι γνωστή. Ο Ιπποκράτης, κατά τη συνάντησή του με τον Δημόκριτο, όχι μόνο δεν διαπίστωσε ότι ο φιλόσοφος πάσχει από παράνοια, αλλά υποκλίθηκε μπροστά στις γνώσεις του. Η υπόθεση τέθηκε στο ιστορικό αρχείο, ο δε Δημόκριτος δεν θέλησε να δώσει συνέχεια, δεν στράφηκε δηλ. εναντίον του συκοφάντη του.

Είναι ευτύχημα, που η συκοφαντία, με τη σημερινή έννοια της λέξης, εξελίχθηκε σε άδικη και αξιόποινη πράξη. Ο αμαρτάνων διαβολέας δεν θα πρέπει να μένει ατιμώρητος, όπως έγινε στα Αβδηρα.

Πόντος: Η χαμένη τεκτονική πλάκα που ανακαλύφθηκε μετά από 160 εκατομμύρια χρόνια

Οι επιστήμονες, προχώρησαν σε μια σπουδαία ανακάλυψη, καθώς εντόπισαν μία εδώ και χιλιάδες χρόνια χαμένη τεκτονική πλάκα στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, η οποία ονομάζεται «Πόντος».

Η «μέγα-πλάκα» ήταν κάποτε 15 εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια, περίπου το ένα τέταρτο του μεγέθους του Ειρηνικού Ωκεανού σήμερα.

Με την πάροδο των ετών, άρχισε να υποχωρεί και χάθηκε για εκατομμύρια χρόνια, έχοντας κατεδαφιστεί κάτω από μια γειτονική πλάκα λόγω βαρύτητας.

Ο «Πόντος» υπήρχε ήδη πριν από 160 εκατομμύρια χρόνια και μόλις, υφίστατο και πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια, αν και κατά το διάστημα εκείνο το μέγεθός του μάλλον είχε μειωθεί σημαντικά.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μοντέλα υπολογιστή και μελέτησαν ωκεάνιους βράχους, που περιγράφονται ως «λείψανα του Πόντου», για να αναγνωρίσουν την πλάκα και την κίνησή της.

Τα ευρήματα αναφέρθηκαν λεπτομερώς σε μια νέα μελέτη με επικεφαλής τη Suzanna Van de Lagemaat, υποψήφια διδάκτορα στην τεκτονική πλακών στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης στην Ολλανδία.

«Υπάρχουν πολλές πλάκες που κάποτε βρίσκονταν στην επιφάνεια της Γης και δεν υπάρχουν πλέον», είπε στη Daily Mail.

«Στο μοντέλο μου, το οποίο χρονολογείται πριν από 160 εκατομμύρια χρόνια, ο Πόντος υπάρχει από τότε, αλλά μπορεί να είναι παλαιότερος. Τελικά εξαφανίστηκε πριν από περίπου 20 εκατομμύρια χρόνια, επομένως ήταν στην επιφάνεια της Γης για τουλάχιστον 140 εκατομμύρια χρόνια, αλλά πιθανότατα περισσότερο».

Είναι γνωστό ότι η λιθόσφαιρα της Γης – το βραχώδες, εξώτερο κέλυφός της – αποτελείται σήμερα από περίπου 15 τεκτονικές πλάκες, η καθεμία διαφορετικών σχημάτων και μεγεθών.

Ισχυρή σεισμική δραστηριότητα μπορεί να ανιχνευθεί κατά μήκος των ορίων της τεκτονικής πλάκας.

Oι τεκτονικές πλάκες τρίβονται μεταξύ τους, προκαλώντας σεισμούς αλλά στο αρχαίο γεωλογικό παρελθόν, μεγάλες πλάκες έχουν εξαφανιστεί από τότε στον μανδύα της Γης μέσω της βύθισης.

Αυτή είναι η γεωλογική διαδικασία κατά την οποία η άκρη μιας λιθοσφαιρικής πλάκας πιέζεται κάτω από την άκρη μιας άλλης – και με την πάροδο του χρόνου μια ολόκληρη πλάκα μπορεί να χαθεί.

Το σημαντικότερο είναι ότι η πλάκα που εξαφανίζεται αφήνει πίσω της ίχνη όταν «βυθίζεται» στον μανδύα της Γης – συγκεκριμένα, θραύσματα βράχου κρυμμένα σε ζώνες βουνών.

«Είναι μια συνεχής διαδικασία», είπε η Van de Lagemaat.

«Η πλάκα καταβύθισης είναι στην πραγματικότητα πιο πυκνή από τον περιβάλλοντα μανδύα, έτσι η βαρύτητα τραβά την πλάκα προς τα κάτω μέσα στον μανδύα.

Κατά τη διαδικασία της βύθισης, ωστόσο, τα πάνω μέρη της πλάκας μερικές φορές ξύνονται – μια διαδικασία, που απίστευτο ή όχι παραπέμπει σε τρίφτη τυριού που κόβει μόνο μια πολύ μικρή φέτα».

Για τη μελέτη, η Van de Lagemaat και οι συνεργάτες της εξέτασαν την πιο περίπλοκη τεκτονική περιοχή πλακών της Γης – την περιοχή γύρω από τις Φιλιππίνες.

Αυτή περιγράφεται ως μια «σύνθετη διασταύρωση» διαφορετικών συστημάτων πλακών όπου συναντώνται πολλά όρια τους.

«Η περιοχή αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από ωκεάνιο φλοιό, αλλά ορισμένα κομμάτια είναι υψωμένα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και εμφανίζουν πετρώματα πολύ διαφορετικών ηλικιών», είπε η Van de Lagemaat.

Η ομάδα χρησιμοποίησε γεωλογικά δεδομένα για να ανακατασκευάσει τις κινήσεις των σημερινών πλακών με υπολογιστική μοντελοποίηση, η οποία υποδεικνύει μια ευρεία περιοχή που δυνητικά αδειάζει εξαιτίας μιας υποβιβασμένης πλάκα.

Πλάτωνος, “ Μενέξενος” 347a

Κείμενο

…χρὴ οὖν με­μνη­μέ­νους τῶν ἡ­με­τέ­ρων λό­γων, ἐ­άν τι καὶ ἄλ­λο ἀ­σκῆ­τε, ἀ­σκεῖν με­τ' ἀ­ρε­τῆς, εἰ­δό­τας ὅ­τι το­ύ­του λει­πό­με­να πάν­τα καὶ κτή­μα­τα καὶ ἐ­πι­τη­δε­ύ­μα­τα αἰ­σχρὰ καὶ κα­κά. οὔ­τε γὰρ πλοῦ­τος κάλ­λος φέ­ρει τῷ κε­κτη­μέ­νῳ με­τ' ἀ­ναν­δρί­ας– ἄλ­λῳ γὰρ ὁ τοι­οῦ­τος πλου­τεῖ καὶ οὐχ ἑ­αυ­τῷ–οὔ­τε σώ­μα­τος κάλ­λος καὶ ἰ­σχὺς δει­λῷ καὶ κα­κῷ συ­νοι­κοῦν­τα πρέ­πον­τα φα­ί­νε­ται ἀλ­λ' ἀ­πρε­πῆ, καὶ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρον ποι­εῖ τὸν ἔ­χον­τα καὶ ἐκ­φα­ί­νει τὴν δει­λί­αν· πᾶ­σά τε ἐ­πι­στή­μη χω­ρι­ζο­μέ­νη δι­και­ο­σύ­νης καὶ τῆς ἄλ­λης ἀ­ρε­τῆς πα­νουρ­γί­α, οὐ σο­φί­α φα­ί­νε­ται. ὧν ἕ­νε­κα καὶ πρῶ­τον καὶ ὕ­στα­τον καὶ διὰ παν­τὸς πᾶ­σαν πάν­τως προ­θυ­μί­αν πει­ρᾶ­σθε ἔ­χειν ὅ­πως μά­λι­στα μὲν ὑ­περ­βα­λεῖ­σθε καὶ ἡ­μᾶς καὶ τοὺς πρό­σθεν εὐ­κλε­ί­ᾳ· εἰ δὲ μή, ἴ­στε ὡς ἡ­μῖν, ἂν μὲν νι­κῶ­μεν ὑ­μᾶς ἀ­ρε­τῇ, ἡ νί­κη αἰ­σχύ­νην φέ­ρει, ἡ δὲ ἧτ­τα, ἐ­ὰν ἡτ­τώ­με­θα, εὐ­δαι­μο­νί­αν.

Μετάφραση

…πρέ­πει λοι­πόν εν­θυ­μού­με­νοι τα λό­για μας, να ε­κτε­λεί­τε με αν­δρεί­α το έρ­γο σας, έ­στω και αν ε­πι­δί­δε­σθε σε άλ­λη πα­ρά σε πο­λε­μι­κή α­σχο­λί­α, και να ξέ­ρε­τε, ό­τι ο πλού­τος που α­πο­κτή­θη­κε με α­ναν­δρί­α δεν φέρ­νει ευ­τυ­χί­α σ’ αυ­τόν που τον κα­τέ­χει. Για­τί αυ­τός πλου­τί­ζει για άλ­λον και ό­χι για τον ε­αυ­τό του. Ού­τε το σω­μα­τι­κό κάλ­λος και η δύ­να­μη φαί­νον­ται να έ­χουν την α­ξί­α που τους αρ­μό­ζει, ό­ταν εί­ναι προ­σόν­τα ε­νός δει­λού, αλ­λά α­πε­ναν­τί­ας κά­νουν πα­ρα­φω­νί­α και α­πο­κα­λύ­πτουν πε­ρισ­σό­τε­ρο το ε­λάτ­τω­μα και ξε­σκε­πά­ζουν τη δει­λί­α. Και κά­θε πνευ­μα­τι­κή ε­πί­δο­ση, ό­ταν χω­ρί­ζε­ται α­πό τη δι­και­ο­σύ­νη και την άλ­λη α­ρε­τή, φαί­νε­ται πα­νουρ­γί­α και ό­χι σο­φί­α. Γι’ αυ­τό να προ­σπα­θεί­τε και στα πρώ­τα και στα τε­λευ­ταί­α και σε ό­λη σας τη ζω­ή να στρέ­φε­τε ό­λη την προ­θυ­μί­α με ό­λους τους τρό­πους σε αυ­τό: πώς να ξε­πε­ρά­σε­τε και ε­μάς και τους προ­γό­νους στην δό­ξα. Αλ­λι­ώς, να ξέ­ρε­τε ό­τι, αν ε­μείς σας ξε­περ­νά­με στην α­ρε­τή, αυ­τή η υ­πε­ρο­χή μας μας δί­νει ντρο­πή, ε­νώ αν εί­μα­στε κα­τώ­τε­ροί σας, αυ­τό μας κά­νει ευ­τυ­χι­σμέ­νους.

Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ο Πλάτωνας είναι η φιλοσοφία, και η φιλοσοφία ο Πλάτωνας-η δόξα και η αισχύνη της ανθρωπότητας, από τη στιγμή που ούτε οι Σάξονες ούτε οι Ρωμαίοι επωφελήθηκαν της διάνοιάς του για να προσθέσουν έστω και μια ιδέα στις δικές του. Δεν είχε ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά. Οι στοχαστές όλων των πολιτισμένων εθνών είναι απόγονοί του και ανταύγεια του δικού του μυαλού. Πόσους μεγάλους άνδρες δε φέρνει μέσα από το σκοτάδι στο φως ακατάπαυστα η φύση, για να γίνουν οι δικοί του άνδρες-Πλατωνιστές! Οι Αλεξανδρινοί, ένας αστερισμός ιδιοφυών στοχαστών, οι Ελισαβετιανοί το ίδιο, ο σερ Τόμας Μουρ, ο Χένρι Μουρ, ο Τζον Χέιλς, ο Τζον Σμιθ, ο λόρδος Μπέικον, ο Τζέρεμι Τέιλορ, ο Ραλφ Κάντγουορθ, ο Σίντενχαμ, ο Τόμας Τέιλορ, ο Μαρσίλιο Φιτσίνο και ο Πίκο Μιράντολα.Ο Καλβινισμός βρίσκεται μέσα στον Φαίδωνά του: Η ίδια η Χριστιανοσύνη. Ο Μωαμεθανισμός αντλεί όλη του τη φιλοσοφία, που βρίσκεται μέσα στο εγχειρίδιο της ηθικής του, το Ακλακ ι Τζαλάλι, από αυτόν. Ο Μυστικισμός βρίσκει μέσα στον Πλάτωνα όλα τα κείμενά του. Αυτός ο πολίτης μιας πόλης της Ελλάδας δεν είναι ούτε χωρικός ούτε πατριώτης. Ένας Άγγλος διαβάζει και λέει «Ω, πόσο αγγλικό», ένας Γερμανός «Πόσο τευτονικό!» και ένας Ιταλός «Πόσο ρωμαϊκό και πόσο ελληνικό!» Όπως ακριβώς λένε για την Ελένη από το Άργος ότι έχει τόση παγκόσμια ομορφιά, ώστε όλοι να αισθάνονται πως έχουν δεσμό μαζί της, έτσι και ο Πλάτωνας φαίνεται σ΄ έναν αναγνώστη της Νέας Αγγλίας σαν αμερικανική ιδιοφυία. Ο παγκόσμιος ανθρωπισμός του υπερβαίνει τις τοπικιστικές διαφορές. Καταργεί τα σύνορα.

Το πρόβλημα του Σωκράτη

Λόγω καταγωγής ο Σωκράτης ανήκε στον κατώτερο λαό: ήταν πληβείος. Ξέρουμε, μπορούμε ακόμη να δούμε, πόσο άσχημος ήταν. Αλλά η ασχήμια, από μόνη της ένα ελάττωμα, ήταν για τους Ελληνες σχεδόν διάψευση. Ήταν λοιπόν ή όχι Έλληνας ο Σωκράτης; Η ασχήμια είναι πολλές φορές έκφραση μιας διασταυρωμένης, μιας ματαιωμένης από τη διασταύρωση εξέλιξης. Σ' άλλες περιπτώσεις εμφανίζεται σαν κατιούσα εξέλιξη. Όσοι από τους εγκληματολόγους είναι ανθρωπολόγοι μας λένε πως ο τυπικός εγκληματίας είναι άσχημος: monstrum in fronte, monstrum in animo". Αλλά ο εγκληματίας είναι ένας παρακμιακός. Ήταν ο Σωκράτης ένας τυπικός εγκληματίας; Αυτό τουλάχιστον δεν θα διαψευδόταν από κείνη την περίφημη κρίση του φυσιογνωμιστή που τόσο άσχημα ηχούσε στους φίλους του Σωκράτη. Ένας ξένος που ήξερε να διαβάζει τις φυσιογνωμίες, πέρασε κάποτε από την Αθήνα και είπε κατάμουτρα στο Σωκράτη πως ήταν ένα monstrum - πως έκρυβε μέσα του όλες τις κακές έξεις και ορέξεις. Κι ο Σωκράτης περιορίστηκε ν’ απαντήσει: «Με ξέρεις πολύ καλά κύριε!»

Η παρακμή στο Σωκράτη δεν υποδεικνύεται μόνο από την παραδεδεγμένη αχαλινωσιά και αναρχία των ενστίκτων του, αλλά και από την υπερτροφία της λογικής ικανότητας και από την κακία του μαχητικού που τον διακρίνει. Ας μη ξεχνούμε επίσης εκείνες τις ακουστικές παραισθήσεις που, ως «δαιμόνιον του Σωκράτη», ερμηνεύτηκαν με θρησκευτικό τρόπο. Το καθετί σ' αυτόν είναι παρατραβηγμένο, buffo, καρικατούρα- την ίδια στιγμή το καθετί είναι κρυμμένο, υστερόβουλο, υποχθόνιο.

Προσπαθώ να καταλάβω ποια ιδιοσυγκρασία δίνει αυτήν την σωκρατική εξίσωση λογικού, αρετής και ευτυχίας: αυτήν την εξίσωση την πιο περίεργη απ’ όλες, που έχει συν τοις άλλοις εναντίον της όλα τα ένστικτα των παλιότερων Ελλήνων.

Με τον Σωκράτη, το ελληνικό γούστο στρέφεται προς τη διαλεκτική: τι συνέβη λοιπόν ακριβώς; Πριν απ' όλα χάθηκε ένα ευγενές γούστο- με τη διαλεκτική η πλέμπα ανεβαίνει στην κορυφή. Πριν το Σωκράτη, οι διαλεκτικοί τρόποι απορρίπτονταν από την καλή κοινωνία: θεωρούνταν κακοί τρόποι, ήταν επικίνδυνοι. Προειδοποιούσαν τους νέους γι' αυτούς τους τρόπους. Επίσης, δυσπιστούσαν προς όσους παρουσίαζαν τα επιχειρήματά τους με τέτοιους τρόπους. Τα έντιμα πράγματα, όπως και οι έντιμοι άνθρωποι, δεν προσφέρουν τα επιχειρήματά τους έτσι με το χέρι. Είναι απρέπεια να δείχνει κανείς και τα πέντε δάκτυλα. Δεν αξίζει και πολύ ότι πρέπει πρώτα να αποδειχτεί. Παντού όπου αποτελεί ακόμη η αυθεντία μέρος της καλής συμπεριφοράς, παντού όπου δεν αναπτύσσει κανείς επιχειρήματα αλλά δίνει διαταγές, ο διαλεκτικός είναι ένα είδος γελωτοποιού: γελούν μαζί του, δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Ο Σωκράτης ήταν ο γελωτοποιός που κατάφερε να τον πάρουν στα σοβαρά: τί συνέβη λοιπόν τότε;

Διαλέγει κανείς τη διαλεκτική μόνο όταν δεν έχει άλλο μέσο. Ξέρει πως αυτή προκαλεί τη δυσπιστία, πως δεν είναι πολύ πειστική. Τίποτε δεν σβήνει ευκολότερα από την απήχηση του διαλεκτικού: το αποδεικνύει η απλή παρατήρηση κάθε συνάντησης στην οποία γίνεται συζήτηση. Η διαλεκτική μπορεί να είναι μόνο αυτοάμυνα στα χέρια εκείνων που δεν έχουν πια κανένα άλλο όπλο. Πρέπει κανείς να ενισχύσει το δίκιο του: μόλις τα καταφέρει δεν την χρησιμοποιεί πια. Οι Εβραίοι ήταν διαλεκτικοί γι' αυτόν το λόγο Ο Reineke Fuchs ήταν διαλεκτικός: πώς; Ήταν κι ο Σωκράτης διαλεκτικός;

Είναι η ειρωνεία του Σωκράτη μια έκφραση εξέγερσης; Πληβείας αγανάκτησης; Απολαμβάνει τάχα, σαν καταπιεζόμενος, την ίδια του την αγριότητα με τις μαχαιριές των συλλογισμών του; Εκδικείται τους ευγενείς τους οποίους γοητεύει; - Ως διαλεκτικός κρατάει κανείς ένα ανελέητο εργαλείο στα χέρια του· μπορεί να γίνει τύραννος μ' αυτό βάζει σε κίνδυνο αυτούς που κατακτάει. Ο διαλεκτικός αφήνει στον αντίπαλό του τη φροντίδα να αποδείξει ότι δεν είναι ηλίθιος: αφήνει τον άλλο εξοργισμένο και συνάμα αβοήθητο. Ο διαλεκτικός καθιστά ανίσχυρη τη νοημοσύνη του αντιπάλου του. - Πώς; Είναι η διαλεκτική του Σωκράτη απλώς μια μορφή εκδίκησης;

Σας έδωσα να καταλάβετε πώς μπορούσε να προκαλεί απέχθεια ο Σωκράτης: γι' αυτό ακριβώς επιβάλλεται πιο πολύ τώρα να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούσε. Ιδού ο πρώτος λόγος: ανακάλυψε ένα νέο είδος αγώνος κι έγινε ο πρώτος διδάσκαλός του στους ευγενείς κύκλους της Αθήνας. Γοήτευε ερεθίζοντας την αγωνιστική παρόρμηση των Ελλήνων - εισήγαγε μια παραλλαγή στον πυγμαχικό αγώνα μεταξύ νέων ανδρών και εφήβων. Ο Σωκράτης ήταν επίσης ένας μεγάλος ερωτικός.

Ο Σωκράτης όμως μάντευσε ακόμη περισσότερο. Είδε πίσω από τους ευγενείς Αθηναίους του· κατάλαβε ότι η περίπτωσή του, η ιδιοσυγκρασία του, δεν αποτελούσε πια εξαίρεση. Το ίδιο είδος εκφυλισμού αναπτυσσόταν σιωπηλά παντού: η παλιά Αθήνα είχε φτάσει στο τέλος της. - Και ο Σωκράτης κατάλαβε ότι όλος ο κόσμος τον χρειαζόταν - χρειαζόταν τα μέσα του, τη θεραπεία του, την προσωπική του τέχνη της αυτοσυντήρησης... Παντού τα ένστικτα βρίσκονταν σε κατάσταση αναρχίας· παντού όλοι απείχαν πέντε βήματα από την υπερβολή: το monstrum in animo ήταν κοινός κίνδυνος. «Οι παρορμήσεις θέλουν να γίνουν τύραννου πρέπει να βρούμε έναν ισχυρότερο αντι-τύραννο»... Όταν ο φυσιογνωμιστής αποκάλυψε στο Σωκράτη τί ήταν - ένα σπήλαιο γεμάτο από κακές ορέξεις - ο μεγάλος ειρωνικός άφησε να του ξεφύγει άλλη μιά λέξη που είναι κλειδί του χαρακτήρα του. «Αυτό είναι αλήθεια», είπε, «αλλά τις ελέγχω όλες». Πώς μπόρεσε ο Σωκράτης να γίνει κύριος του εαυτού του; - Κατά βάθος η περίπτωσή του ήταν απλώς η ακραία περίπτωση, απλώς το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτού που είχε αρχίσει να γίνεται κοινή ανησυχία: κανείς δεν ήταν πια κύριος του εαυτού του, τα ένστικτα στρέφονταν ενάντια στον καθένα. Ο Σωκράτης γοήτευε επειδή ήταν η ακραία περίπτωση· η φοβερή του ασχήμια τό κάνε αυτό γνωστό σ' όλα τα μάτια: είναι αυτονόητο βέβαια πως γοήτευε ακόμη περισσότερο σαν απάντηση, σαν λύση, σαν φαινομενική θεραπεία της περίπτωσης αυτής.

Όταν κανείς βρίσκει απαραίτητο, όπως έκανε ο Σωκράτης, να μετατρέψει το λογικό σε τύραννο, δεν μπορεί νά 'ναι μικρός ο κίνδυνος ότι κάτι άλλο θα γίνει τύραννος. Τότε ανακαλύφτηκε σαν σωτήρας η ορθολογικότητα ούτε ο Σωκράτης ούτε οι «ασθενείς» του δεν ήταν ελεύθεροι να διαλέξουν την ορθολογικότητα: αυτό έγινε de rigueur, ήταν το τελευταίο τους καταφύγιο. Ο φανατισμός με τον οποίο όλος ο ελληνικός στοχασμός ρίχνεται στην ορθολογικότητα, προδίδει την ύπαρξη μιας απελπιστικής κατάστασης· υπήρχε κίνδυνος, δεν υπήρχε παρά' μόνο μια εκλογή: ή να χαθείς ή να γίνεις παράλογα ορθολογικός... Ο μοραλισμός των Ελλήνων φιλοσόφων από τον Πλάτωνα και μετά είναι παθολογικά καθορισμένο, το ίδιο και η εκτίμηση που τρέφουν για τη διαλεκτική. Η εξίσωση λογικό = αρετή = ευτυχία σημαίνει απλώς: πρέπει να μιμηθεί κανείς το Σωκράτη και να βάζει μόνιμα απέναντι στις σκοτεινές ορέξεις ένα φώς ημέρας - το φως ημέρας του λογικού. Πρέπει κανείς νά ναι με κάθε τρόπο έξυπνος, διαυγής, λαμπρός: κάθε παραχώρηση στα ένστικτα, στο ασυνείδητο, οδηγεί προς τα κάτω...

Εξήγησα με ποιο τρόπο γοήτευε ο Σωκράτης: φαινόταν πως ήταν ένας γιατρός, ένας σωτήρας. Χρειάζεται ακόμη να καταδείξουμε το λάθος που ενυπήρχε στην πίστη του στην «ορθολογικότητα με κάθε τρόπο»; Οι φιλόσοφοι και οι μοραλιστές αυτοαπατώνται όταν πιστεύουν ότι απαλλάσσονται από την παρακμή με το να κηρύττουν απλώς πόλεμο εναντίον της. Η απαλλαγή είναι υπεράνω των δυνάμεών τους: αυτό που διαλέγουν ως μέσο, ως σωτηρία, δεν είναι παρά μια άλλη έκφραση της παρακμής- αλλάζουν την έκφρασή της αλλά δεν απαλλάσσονται από την ίδια την παρακμή. Ο Σωκράτης ήταν μια παρανόηση ολόκληρη η ηθική της βελτίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της χριστιανικής, ήταν μια παρανόηση... Το εκτυφλωτικότερο φως ημέρας- η ορθολογικότητα με κάθε τρόπο η ζωή, λαμπρή, ψυχρή, προσεκτική, συνειδητή, χωρίς το ένστικτο, σ' αντίθεση προς τα ένστικτα - όλα αυτά δεν ήταν παρά μια αρρώστια, μια άλλη αρρώστια, και καθόλου μια επιστροφή στην «αρετή», στην «υγεία», στην ευτυχία... Η υποχρέωση να πολεμάς τα ένστικτα - αυτή είναι η συνταγή της παρακμής: όσο η ζωή διατηρεί μια ανοδική πορεία, η ευτυχία ταυτίζεται με το ένστικτο.

Ο Σωκράτης, αυτός ο εξυπνότερος όλων όσων ξεγέλασαν τους εαυτούς τους, δεν το κατάλαβε τάχα αυτό; Μήπως το ομολόγησε τελικά μέσα στη σοφία του θάρρους του μπροστά στο θάνατο; o Σωκράτης ήθελε να πεθάνει: το κώνειο το διάλεξε αυτός κι όχι η Αθήνα αυτός ανάγκασε την Αθήνα να τον καταδικάσει σε θάνατο... «Ο Σωκράτης δεν είναι γιατρός», είπε μέσα του σιγανά: «εδώ γιατρός είναι μόνο ο θάνατος... Ο Σωκράτης ήταν απλώς άρρωστος εδώ και πολύν καιρό»!

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΝΟΜΟΙ

ΠΛ Νομ 698a–699e

Πού οφείλονταν τα κατορθώματα των Αθηναίων στους Περσικούς πολέμους: η αιδώς απέναντι στο νόμο περιόριζε την απόλυτη ελευθερία

Αφού εξετάστηκαν η ουσία και ο ρόλος της γυμναστικής και της μουσικής παιδείας, ο Αθηναίος (βλ. ΠΛ Νομ 631b–632d) αναφέρθηκε διεξοδικά στο θέμα της αρχής των πολιτευμάτων και στα εξελικτικά στάδια των ανθρώπινων κοινωνιών. Προέκρινε, λοιπόν, τον τύπο της μέτρον ἐχούσης πολιτείας , όπως η Σπάρτη, όπου η ύπαρξη των δύο βασιλέων, της Γερουσίας και της αρχής των πέντε Εφόρων εξασφάλιζε τον διαχωρισμό των εξουσιών και περιόριζε τα αρνητικά επακόλουθα της συγκεντρωτικής εξουσίας και του δεσποτισμού, κάτι που δεν απέφυγε το περσικό κράτος, με επακόλουθο την ήττα του στους Περσικούς πολέμους.


ΑΘ. Τὰ μὲν δὴ περί γε Περσῶν, ὡς οὐκ ὀρθῶς τὰ νῦν
διοικεῖται διὰ τὴν σφόδρα δουλείαν τε καὶ δεσποτείαν, τέλος
ἐχέτω.

ΜΕ. Πάνυ μὲν οὖν.

ΑΘ. Τὰ δὲ περὶ τὴν τῆς Ἀττικῆς αὖ πολιτείας τὸ μετὰ
τοῦτο ὡσαύτως ἡμᾶς διεξελθεῖν χρεών, ὡς ἡ παντελὴς καὶ
[698b] ἀπὸ πασῶν ἀρχῶν ἐλευθερία τῆς μέτρον ἐχούσης ἀρχῆς ὑφ’
ἑτέρων οὐ σμικρῷ χείρων· ἡμῖν γὰρ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον,
ὅτε ἡ Περσῶν ἐπίθεσις τοῖς Ἕλλησιν, ἴσως δὲ σχεδὸν ἅπασιν
τοῖς τὴν Εὐρώπην οἰκοῦσιν, ἐγίγνετο, πολιτεία τε ἦν παλαιὰ
καὶ ἐκ τιμημάτων ἀρχαί τινες τεττάρων, καὶ δεσπότις ἐνῆν
τις αἰδώς, δι’ ἣν δουλεύοντες τοῖς τότε νόμοις ζῆν ἠθέλομεν.
καὶ πρὸς τούτοις δὴ τὸ μέγεθος τοῦ στόλου κατά τε γῆν καὶ
κατὰ θάλατταν γενόμενον, φόβον ἄπορον ἐμβαλόν, δουλείαν
[698c] ἔτι μείζονα ἐποίησεν ἡμᾶς τοῖς τε ἄρχουσιν καὶ τοῖς νόμοις
δουλεῦσαι, καὶ διὰ πάντα ταῦθ’ ἡμῖν συνέπεσε πρὸς ἡμᾶς
αὐτοὺς σφόδρα φιλία. σχεδὸν γὰρ δέκα ἔτεσιν πρὸ τῆς ἐν
Σαλαμῖνι ναυμαχίας ἀφίκετο Δᾶτις Περσικὸν στόλον ἄγων,
πέμψαντος Δαρείου διαρρήδην ἐπί τε Ἀθηναίους καὶ Ἐρε-
τριᾶς, ἐξανδραποδισάμενον ἀγαγεῖν, θάνατον αὐτῷ προειπὼν
μὴ πράξαντι ταῦτα. καὶ ὁ Δᾶτις τοὺς μὲν Ἐρετριᾶς ἔν τινι
[698d] βραχεῖ χρόνῳ παντάπασιν κατὰ κράτος τε εἷλεν μυριάσι
συχναῖς, καί τινα λόγον εἰς τὴν ἡμετέραν πόλιν ἀφῆκεν
φοβερόν, ὡς οὐδεὶς Ἐρετριῶν αὐτὸν ἀποπεφευγὼς εἴη·
συνάψαντες γὰρ ἄρα τὰς χεῖρας σαγηνεύσαιεν πᾶσαν τὴν
Ἐρετρικὴν οἱ στρατιῶται τοῦ Δάτιδος. ὁ δὴ λόγος, εἴτ’
ἀληθὴς εἴτε καὶ ὅπῃ ἀφίκετο, τούς τε ἄλλους Ἕλληνας καὶ
δὴ καὶ Ἀθηναίους ἐξέπληττεν, καὶ πρεσβευομένοις αὐτοῖς
[698e] πανταχόσε βοηθεῖν οὐδεὶς ἤθελεν πλήν γε Λακεδαιμονίων·
οὗτοι δὲ ὑπό τε τοῦ πρὸς Μεσσήνην ὄντος τότε πολέμου καὶ
εἰ δή τι διεκώλυεν ἄλλο αὐτούς ―οὐ γὰρ ἴσμεν λεγόμενον―
ὕστεροι δ’ οὖν ἀφίκοντο τῆς ἐν Μαραθῶνι μάχης γενομένης
μιᾷ ἡμέρᾳ. μετὰ δὲ τοῦτο παρασκευαί τε μεγάλαι λεγό-
μεναι καὶ ἀπειλαὶ ἐφοίτων μυρίαι παρὰ βασιλέως. προϊόντος
δὲ τοῦ χρόνου, Δαρεῖος μὲν τεθνάναι ἐλέχθη, νέος δὲ καὶ
σφοδρὸς ὁ ὑὸς αὐτοῦ παρειληφέναι τὴν ἀρχὴν καὶ οὐδαμῶς
[699a] ἀφίστασθαι τῆς ὁρμῆς. οἱ δὲ Ἀθηναῖοι πᾶν τοῦτο ᾤοντο ἐπὶ
σφᾶς αὐτοὺς παρασκευάζεσθαι διὰ τὸ Μαραθῶνι γενόμενον,
καὶ ἀκούοντες Ἄθων τε διορυττόμενον καὶ Ἑλλήσποντον
ζευγνύμενον καὶ τὸ τῶν νεῶν πλῆθος, ἡγήσαντο οὔτε κατὰ
γῆν σφίσιν εἶναι σωτηρίαν οὔτε κατὰ θάλατταν· οὔτε γὰρ
βοηθήσειν αὑτοῖς οὐδένα ―μεμνημένοι ὡς οὐδ’ ὅτε τὸ πρό-
τερον ἦλθον καὶ τὰ περὶ Ἐρέτριαν διεπράξαντο, σφίσι γε
οὐδεὶς τότε ἐβοήθησεν οὐδ’ ἐκινδύνευσεν συμμαχόμενος· ταὐ-
[699b] τὸν δὴ προσεδόκων καὶ τότε γενήσεσθαι τό γε κατὰ γῆν― καὶ
κατὰ θάλατταν δ’ αὖ πᾶσαν ἀπορίαν ἑώρων σωτηρίας, νεῶν
χιλίων καὶ ἔτι πλεόνων ἐπιφερομένων. μίαν δὴ σωτηρίαν
συνενόουν, λεπτὴν μὲν καὶ ἄπορον, μόνην δ’ οὖν, βλέψαντες
πρὸς τὸ πρότερον γενόμενον, ὡς ἐξ ἀπόρων καὶ τότε ἐφαίνετο
γενέσθαι τὸ νικῆσαι μαχομένους· ἐπὶ δὲ τῆς ἐλπίδος ὀχού-
μενοι ταύτης ηὕρισκον καταφυγὴν αὑτοῖς εἰς αὑτοὺς μόνους
[699c] εἶναι καὶ τοὺς θεούς. ταῦτ’ οὖν αὐτοῖς πάντα φιλίαν ἀλλήλων
ἐνεποίει, ὁ φόβος ὁ τότε παρὼν ὅ τε ἐκ τῶν νόμων τῶν
ἔμπροσθεν γεγονώς, ὃν δουλεύοντες τοῖς πρόσθεν νόμοις
ἐκέκτηντο, ἣν αἰδῶ πολλάκις ἐν τοῖς ἄνω λόγοις εἴπομεν,
ᾗ καὶ δουλεύειν ἔφαμεν δεῖν τοὺς μέλλοντας ἀγαθοὺς ἔσεσθαι,
ἧς ὁ δειλὸς ἐλεύθερος καὶ ἄφοβος· ὃν εἰ τότε μὴ δέος ἔλαβεν,
οὐκ ἄν ποτε συνελθὼν ἠμύνατο, οὐδ’ ἤμυνεν ἱεροῖς τε καὶ
τάφοις καὶ πατρίδι καὶ τοῖς ἄλλοις οἰκείοις τε ἅμα καὶ φίλοις,
[699d] ὥσπερ τότ’ ἐβοήθησεν, ἀλλὰ κατὰ σμικρὰ ἂν ἐν τῷ τότε
ἡμῶν ἕκαστος σκεδασθεὶς ἄλλος ἄλλοσε διεσπάρη.

ΜΕ. Καὶ μάλα, ὦ ξένε, ὀρθῶς τε εἴρηκας καὶ σαυτῷ τε
καὶ τῇ πατρίδι πρεπόντως.

ΑΘ. Ἔστι ταῦτα, ὦ Μέγιλλε· πρὸς γὰρ σὲ τὰ ἐν τῷ
τότε χρόνῳ γενόμενα, κοινωνὸν τῇ τῶν πατέρων γεγονότα
φύσει, δίκαιον λέγειν. ἐπισκόπει μὴν καὶ σὺ καὶ Κλεινίας
εἴ τι πρὸς τὴν νομοθεσίαν προσήκοντα λέγομεν· οὐ γὰρ μύθων
[699e] ἕνεκα διεξέρχομαι, οὗ λέγω δ’ ἕνεκα. ὁρᾶτε γάρ· ἐπειδή
τινα τρόπον ταὐτὸν ἡμῖν συμβεβήκει πάθος ὅπερ Πέρσαις,
ἐκείνοις μὲν ἐπὶ πᾶσαν δουλείαν ἄγουσιν τὸν δῆμον, ἡμῖν δ’
αὖ τοὐναντίον ἐπὶ πᾶσαν ἐλευθερίαν προτρέπουσι τὰ πλήθη,
πῶς δὴ καὶ τί λέγωμεν τοὐντεῦθεν, οἱ προγεγονότες ἡμῖν
ἔμπροσθεν λόγοι τρόπον τινὰ καλῶς εἰσιν εἰρημένοι.

***
ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Και λοιπόν το θέμα των Περσών, ότι δηλαδή σήμερα δεν κυβερνούνται σωστά, ένεκα της υπερβολικής δουλείας και της απολυταρχίας, ας θεωρηθεί τελειωμένο.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ: Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Σχετικά τώρα με το αττικό πολίτευμα, είναι ανάγκη να το εξετάσουμε με όμοιο τρόπο, για να δούμε ότι η απόλυτη και χωρίς κανένα περιορισμό ελευθερία είναι πολύ χειρότερη από μια μετριοπαθή εξουσία, που ασκούν αιρετοί άρχοντες. Είναι αλήθεια πως σ' εμάς την εποχή που έγινε η επίθεση των Περσών εναντίον των Ελλήνων, και ίσως εναντίον όλων σχεδόν των κατοίκων της Ευρώπης, υπήρχε ένα παλαιό πολίτευμα και την εξουσία ασκούσαν τέσσερις φορολογούμενες τάξεις. Βασίλευε ακόμη και η αιδώς προς τους τότε νόμους, που για χάρη της ήμασταν πρόθυμοι να ζούμε σαν υπηρέτες των νόμων. Μαζί με τα παραπάνω ο κολοσσιαίος όγκος του στρατεύματος που μας επιτέθηκε και από τη ξηρά και από τη θάλασσα επειδή μας προκάλεσε απέραντο φόβο, μας έκαμε να πειθαρχούμε ακόμη περισσότερο στους άρχοντες και τους νόμους σαν πιστοί υπηρέτες, και να αναπτυχθεί εξ αιτίας όλων αυτών απόλυτη φιλία ανάμεσά μας. Όπως είναι γνωστό, δέκα σχεδόν χρόνια πριν από τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα είχε έρθει ο Δάτις επικεφαλής Περσικού στρατού, εναντίον των Αθηναίων και των Ερετριέων με την ρητή εντολή να τους υποδουλώσει και να τους φέρει πίσω σιδεροδέσμιους, με την απειλή θανατώσεως αν δε το κατόρθωνε. Και ο Δάτις μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ενίκησε κατά κράτος τους Ερετριείς με πολλές μυριάδες στρατού και άφησε να διαδοθεί στην πόλη μας η φοβερή φήμη ότι δε μπόρεσε να γλυτώσει κανένας από τους Ερετριείς. Ένωσαν τάχα οι στρατιώτες του Δάτιδος τα χέρια κι έπιασαν σαν μέσα σε δίχτυ όλη τη περιοχή. Η διάδοση, λοιπόν, αυτή είτε αληθινή είτε πλασμένη από κάποιους, και τους άλλους Έλληνες, περισσότερο όμως τους Αθηναίους, ετρομοκράτησε. Όταν όμως αυτοί έστελναν παντού πρεσβευτές για να ζητήσουν βοήθεια κανένας δεν έδειξε προθυμία εκτός από τους Σπαρτιάτες. Αλλά κι αυτοί απασχολημένοι με τον πόλεμο που είχαν τότε εναντίον των Μεσσηνίων ή για κάποιον άλλον λόγο, δεν ξέρουμε ποιον ακριβώς, έφτασαν μια μέρα αργότερα μετά τη μάχη στο Μαραθώνα. Κατόπιν όμως άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για μεγάλες προετοιμασίες κι έφθαναν συχνές απειλές από μέρος του βασιλιά των Περσών. Όταν πέρασαν μερικά χρόνια, έγινε γνωστό πως πέθανε ο Δαρείος και πως ο γυιός του που είχε καταλάβει την εξουσία, νέος και ορμητικός, δεν είχε καθόλου την πρόθεση να παρατήσει τα σχέδια του πατέρα του. Οι Αθηναίοι, φυσικά, καταλάβαιναν ότι όλες αυτές οι προετοιμασίες είχαν για στόχο την πόλη τους γι' αυτό που είχε γίνει στο Μαραθώνα και, επειδή πληροφορήθηκαν ότι ο Άθως διανοίγεται για να σχηματισθεί πέρασμα κι ο Ελλήσποντος ενώθηκε με γέφυρα, καθώς και πόσο μεγάλος ήταν ο στόλος, ενόμισαν πως δεν υπάρχει γι' αυτούς σωτηρία, ούτε από την ξηρά, ούτε από τη θάλασσα. Γιατί δεν επρόκειτο να τους βοηθήσει κανείς ― επειδή δεν είχαν ξεχάσει, ότι, όταν είχαν έρθει οι Πέρσες για πρώτη φορά και κατάστρεψαν την Ερέτρια, αυτούς τουλάχιστον κανένας δεν τους είχε βοηθήσει τότε, ούτε θέλησε να διατρέξει κινδύνους πολεμώντας πλάι τους. Επομένως το ίδιο περίμεναν ότι θα συνέβαινε πάλι από τη ξηρά σίγουρα αλλά κι από τη θάλασσα δεν έβλεπαν ούτε αποκεί καμιά ελπίδα σωτηρίας αφού ερχόνταν εναντίον τους χίλια και περισσότερα πλοία. Σκέφτηκαν, λοιπόν, ότι τους απέμεινε μια ελπίδα σωτηρίας, απίθανη και απελπιστική, αλλά και μοναδική, αφού έλαβαν υπ' όψη τους το προηγούμενο γεγονός, ότι δηλαδή και τότε ενίκησαν, καθώς φαίνεται, πολεμώντας χωρίς καμιά ελπίδα. Στηριζόμενοι σ' αυτή την ελπίδα εύρισκαν ότι καταφύγιο για τον εαυτό τους ήταν οι ίδιοι και οι θεοί. Όλ' αυτά ήταν φυσικό να τους εμπνεύσουν φιλία μεταξύ τους, δηλαδή ο φόβος που προκάλεσε ο Ξέρξης και ο φόβος εκείνος που πολλές φορές στη συζήτησή μας ονομάσαμε αιδώ. Στην αιδώ είπαμε ότι πρέπει να πειθαρχούν τυφλά εκείνοι που επιθυμούν να γίνουν ενάρετοι άνθρωποι και όποιος την φοβάται είναι ελεύθερος και άφοβος. Γιατί εκείνος που δεν ένιωσε τότε αυτόν τον φόβο, δε θα ήταν δυνατό να συνασπισθεί με τους άλλους και να αμυνθεί, ούτε να υπερασπίσει τα ιερά και τους τάφους και την πατρίδα και συγχρόνως όλους τους άλλους δικούς του και φίλους, όπως τους εβοήθησε τότε, αλλά θα χωριζόμασταν τότε όλοι μας σε μικρά τμήματα και θα σκορπιζόμασταν άλλος εδώ κι άλλος εκεί.

ΜΕΓΙΛΛΟΣ: Πολύ σωστά μίλησες, φίλε μου, και όπως ταιριάζει σε σένα και την πατρίδα σου.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ: Αυτή είναι η πραγματικότητα, Μέγιλλε. Κι είναι, βέβαια, δίκαιο να πω σε σένα όσα έγιναν εκείνο τον καιρό, γιατί αισθάνεσαι εξ αιτίας φυσικά των προγόνων σου φιλία για την Αθήνα. Πρόσεξε όμως τώρα και συ κι ο Κλεινίας αν λέμε πράγματα που έχουν σχέση με τη νομοθεσία. Γιατί βέβαια δεν μιλώ για να εξιστορώ μύθους αλλά για το ζήτημα που σας είπα. Και προσέξτε για να δείτε. Επειδή το ίδιο πάθημα κατά κάποιον τρόπο συνέβη και σε μας και στους Πέρσες ― σ' εκείνους επειδή επιβάλανε στο λαό τους απόλυτη δουλεία, σ' εμάς πάλι επειδή αφήσαμε απόλυτη ελευθερία στα πλήθη ― αν κατορθώσουμε να πούμε πως έγινε αυτό και αν μπορέσουμε να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, τότε η προηγούμενη συζήτησή μας έχει κάποια αξία.