Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙ. -ιο- και -ιᾱ-


§ 283. Τα επίθετα σε -ιος είναι στην ινδοευρωπαϊκή και στην ελληνική από τα συνηθέστερα που υπάρχουν: Παράγονται από πάρα πολλά ουσιαστικά [1] με την έννοια της εξάρτησης: ἑσπέριος 'απογευματινός' από το ἕσπερος 'απόγευμα'· γι' αυτό γίνεται κατεξοχήν κατάλληλο για "συνθετικό επίθημα" (§ 147). Το -ιος, όταν προσκολλάται σε κύρια ονόματα, σημαίνει 'γιος του -': Τελαμώνιος Αἴας (Όμ.)· βέβαια αυτό το είδος πατρωνυμικού εκτοπίστηκε σχεδόν παντού από το -ίδης -(ι)άδης.

Το -ιο- ενδείκνυται στην περίπτωση των θεμάτων σε ο και των συμφωνόληκτων. Από την ένωσή του με το συχνό -τηρ- προκύπτει το -τήριος. Το ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο -τήριον έγινε ανεξάρτητο επίθημα [2]: έτσι σχηματίζεται ακόμη π.χ. το ἀκροα-τήριον 'αίθουσα ακροάσεων' (από το ἀκροᾶσθαι 'ακροώμαι') κατά την ελληνιστική περίοδο, οπότε τα nomina agentis ακόμη και στα απλά ρήματα από καιρό δεν σχηματίζονται πια με το -τήρ παρά με το -της· μάλιστα η αντίθεση -της: τήριον ρίζωσε τόσο σταθερά ώστε ορισμένες φορές σχηματίστηκε ένα -τήριον ακόμη και από μετονοματικό -της: δεσμωτήριον (κλασ.) 'φυλακή' από το δεσμώτης 'φυλακισμένος'. Και τα -άδιος και -ίδιος έκαναν μερικές κατακτήσεις και σχετικά με τα υποκοριστικά σε -ίδιον § 293 .

§ 284. Από το *-τιος (από κάθε είδους επιθήματα σε t) προέρχεται το -σιος: ἐνιαύσιος 'ετήσιος' (Όμ.) από το ἐνιαυτός, ἑκούσιος 'με τη θέλησή του' (κλασ.) = ἑκοντ-. Ως εκ τούτου το -σιος είναι επίσης ο κανονικός σχηματισμός επιθέτων από τα ρηματικά επίθετα σε -τος: ἄκριτος - ἀκρισία και από τα μετονοματικά και μεταρηματικά ονόματα σε -της: δημόσιος (κλασ.) από το δημότης (από το δῆμος), ζευγ ί̄ σιον 'φόρος του ζευγ ί̄ του ' (Αριστοτ. Αθηναίων πολ.), κυνηγέσιον 'κυνήγι' (κλασ.) από το κυνηγέτης, προδοσία (κλασ.) από το προδότης· και μάλιστα αυτό το -σιος συνδέθηκε πολύ στενά με τα σύνθετα, επειδή τα ρηματικά επίθετα σε -τος προτιμούν τα σύνθετα και τα nomina agentis σε -της προσιδίαζαν αρχικά και στα σύνθετα· ειδικά το θηλυκό ουσιαστικό σε -σία ήρθε έτσι σε έντονη αντίθεση με το -σις των απλών ρημάτων: ἔλασις - βοηλασίη, δες § 145 .

§ 285. Το -ιος από το -αῖος (σπανιότερα -αιος: δίκη - δίκαιος) συνδέθηκε με θέματα σε ᾱ: ἀνάγκη - ἀναγκαῖος (Όμ.). Σε παραδείγματα όπως ἀγορά - ἀγοραῖος, θύρα - θυραῖος, πύλη - πυλαῖος το -αῖος πήρε τη σημασία 'αυτός που ανήκει σε ένα χώρο' και με αυτή την έννοια προσκολλήθηκε και σε θέματα σε ο: έτσι κλασ. νησαῖος και χερσαῖος από τα θηλυκά νῆσος και χέρσος ('ηπειρωτική χώρα'). Σχετικά με το -ιμαῖος.

Στο -ειος συγχωνεύτηκαν πιθανόν δύο [3] σχηματισμοί: το -ειος από το *-εσ- ι̯ ος από θέματα σε s (ἔτειος από το ἔτος) και το -ήϊος (Όμ.) από το *-ήϜ-ιος [4] από το -εύς [5] (βασιλεύς - βασιλήϊος, χαλκεύς - χαλκήιος· πρβ. επίσης ἄστυ - ἀστεῖος 'αστικός, εξευγενισμένος'). Αναλογικοί σχηματισμοί κατά το -εύς (χαρακτηρισμός προσώπου!) - -ειος είναι π.χ. τα ἄνθρωπος - ἀνθρώπειος, ἀνδρ- - ἀνδρεῖος, γυναικ- - γυναικεῖος, θήρ - θήρειος, Ἐπίκουρος - Ἐπικούρειος ακόμα και Πυθαγόρας - Πυθαγόρειος. Έναν βοηθητικό δρόμο γι' αυτή την εξάπλωση του επιθήματος μπορεί να μας δείξει το κλασ. οἰκεῖος 'σπιτικός > συγγενικός, προσιδιάζων, κατάλληλος': ανήκε στο οἰκεύς 'συγκάτοικος' (Όμ.) [6], μετά όμως το θάνατο του οἰκεύς συσχετίστηκε με το οἶκος. Το ἀγγήιον 'αγγείο' είναι σφαλερό υποκατάστατο του ἀγγεῖον (έτσι στα αττ.· από το *-εσ- ι̯ ον από το ομ. ἄγγος, ουδ.)· παραμένει αναπάντητο ερώτημα αν το λάθος βαρύνει την ιωνική ή τον Ηρόδοτο ή την παράδοση.

§ 286. Μικρό χώρο εξασφάλισε ένα επίθημα -οῖος· περιορίζεται σε αντωνυμίες και συσχετικές λέξεις και είναι μάλλον αρχικά ένα β΄ συνθετικό με τη σημασία "είδος": οἷος - ποῖος - τοῖος - ἀλλοῖος από το *-ό-οιϜος και ύστερα επίσης παντοῖος (Όμ.) 'κάθε είδους' αντί για το *πάντ-οιϜος (§ 151).

§ 287. Το επίθημα -ίος έβγαλε στις ουσιαστικοποιήσεις μερικά ισχυρά παρακλάδια.

Το θηλυκό σε -ία εξυπηρετεί την παραγωγή ονομασιών χωρών από (όχι παράγωγα [7]) εθνικά ονόματα: Λυδός - Λύδιος - Λυδία, Φρύξ - Φρύγιος - Φρυγία. Κυρίως όμως είναι από παλιά ένα από τα πιο διαδεδομένα επιθήματα για αφηρημένα ουσιαστικά. Σε μερικές περιπτώσεις σώζεται ακόμη το ενδιάμεσο επίθετο σε -ιος: ἐλεύθερος - ἐλευθέριος - ἐλευθερία, ξένος - ξένιος - ξενία, σωτήρ - σωτήριος - σωτηρία κτλ. Αλλά οι περιπτώσεις χωρίς ενδιάμεσο μέλος είναι ολόκληρη στρατιά: σοφός - σοφία, ἄγγελος - ἀγγελία· από σύνθετα: ἄβουλος - ἀβουλία, μονομάχος - μονομαχία (§ 38), μισθοφόρος - μισθοφορία, πρβ. § 145  Για την παραφυάδα -σία μιλήσαμε ήδη παραπάνω (§ 284), μια άλλη είναι το -εία [8] (από τα -εύς και -εύειν, όπως το -ειος: βασιλεύς - βασίλειος - βασιλεία, χωρίς ενδιάμεσο μέλος ἀριστεύς - ἀριστεία, (πρεσβευ- -) πρεσβεύειν - πρεσβεία, (μάντις -) μαντεύεσθαι - μαντεία [πρβ. § 285 ]).

§ 288. Και τα αρσενικά σε -ίας ανάγονται στα αφηρημένα σε -ᾱ: το νεανίας 'νεαρός' αποτελεί αρσενικοποίηση του *νεανία 'νεότητα (αφηρημένο) > νεολαία (συγκεκριμένο-συλλογικό) > νέος άνθρωπος'. Αυτή η εξατομικευμένη σημασία υπόκειται και στα κύρια ονόματα (συντμημένα ονόματα) σε -ίας: Νικίας = Νικο-, Ἀρχίας = Ἀρχε- ή Ἀρχι-, κτλ. (§ 164) και παρομοίως στους περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς προσώπων όπως μαστιγίας 'αυτός που χρειάζεται μαστίγωμα, κοπρίτης' (κλασ.) από το μαστιγ-, φρονηματίας 'αυτός που έχει αυτοπεποίθηση, επαρμένος' (Ξεν., Αριστοτ. κ.ά.). Με πρότυπο τέτοιες λέξεις το -ίας ανέπτυξε στην κλασική περίοδο την ικανότητα να αποδίδει ονόματα σε διάφορα έμψυχα και άψυχα με βάση κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμά τους: ιδίως σε ψάρια (ξιφίας από τὸ ξίφος), κρασιά (ὀμφακίας 'κρασί από άγουρα σταφύλια' από το ὄμφαξ), είδη ψωμιού (πιτυρίας 'ψωμί από πίτουρα' από το πίτυρον), είδη λίθων (κογχυλίας 'κογχυλιάτης λίθος' [Αριστοφ.] από το κογχύλη, κογχύλιον) ακόμη και σε ανέμους (ἄνεμοι βρασματίαι καὶ σεισματίαι 'άνεμοι που προκαλούν αναταραχή (βράσμα) και σεισμό (σεῖσμα)'). Πρόκειται εξ ολοκλήρου για αστείες ή τεχνητές, δηλαδή σε μεγάλο βαθμό συνειδητές γλωσσικές κατασκευές.

§ 289. Πολλαπλή είναι η χρήση του ουσιαστικοποιημένου ουδετέρου σε -ιον [9]: ἐν ὕπνῳ - ἐνύπνιος - ἐνύπνιον (δηλ. ὄναρ; δες § 52) 'όνειρο', σφαγ- - σφάγιος - σφάγιον (δηλ. ἱερεῖον;) 'ζώο θυσίας, θυσία'. Ειδικότερα το -ιον απαντά με τις ακόλουθες σημασίες: 'ιερό ενός θεού ή ήρωα' (μάλλον με παράλειψη της λέξης ἱερόν): Ἀπόλλων - Ἀπολλώνιον, Νύμφη - Νυμφαῖον, Ἄρτεμις - Ἀρτεμίσιον, Θησεύς - Θησεῖον· 'γιορτή προς τιμή ενός θεού ή ήρωα': (Δημήτηρ) θεσμοφόρος - Θεσμοφόρια, Προμηθεύς - Προμήθια, Διὶ σωτῆρι - Διισωτήρια. Εκφράσεις για δικανικούς όρους (παρασύνθετα· δημοφιλή ιδίως στην ελληνιστική εποχή): ὀψώνης 'αυτός που αγοράζει τρόφιμα' - ὀψώνιον 'μισθός', τελώνης 'τελωνειακός υπάλληλος' - τελώνιον 'τελωνείο', ἔνοικος - ἐνοίκιον 'νοίκι'· η γενική σε -ίου δηλώνει στο αττικό δίκαιο διάφορα είδη δικών: λιπομαρτυρίου (δηλ. δίκη, γραφή) 'δίκη μάρτυρα που δεν προσήλθε να καταθέσει', ἀναυμαχίου 'δίκη για μη συμμετοχή σε ναυμαχία'. Ανταμοιβές: εὐαγγέλιον 'αμοιβή αγγελιοφόρου που φέρνει καλές ειδήσεις' (Όμ.) από το εὐάγγελος 'που φέρνει καλές ειδήσεις', θρεπτήρια 'αμοιβή για την ανατροφή' (Ησίοδος και Ομηρικοί Ύμνοι· από το θρεπτήριος) = τροφεῖον (κλασ.· από το τροφεύς).

Σχετικά με το -τήριον δες § 283 , με το -σιον ό.π.

§ 290. Και το -εῖον αποσπάστηκε και προσκολλάται σε θέματα που δεν λήγουν σε ευ. Στην κλασική περίοδο δηλώνει συνήθως ένα χώρο (για την άσκηση επαγγέλματος): χαλκεύς - χαλκήιος - χαλκεῖον 'σιδηρουργείο',[10] κουρεύς - κουρεῖον, κάπηλος - καπηλεύειν - καπηλεῖον 'ψιλικατζίδικο', ἀρχή 'διοίκηση' - ἀρχεῖον 'διοικητήριο', Μοῦσα - Μουσεῖον 'έδρα των Μουσών' (πρβ. παραπάνω Θησεύς - Θησεῖον). Βραβεία: πρωτεῖον πρωτεῖα 'πρώτο βραβείο' (κλασ.) από το πρῶτος, και μάλλον ξεινήιον 'δώρο φιλοξενίας' (Όμ.) από το ξεῖνος με πρότυπα όπως πρεσβήιον -εῖον 'τιμητικό δώρο' (Όμ.) από το πρεσβευ- και ἀριστεῖον (-ήιον) 'βραβείο γενναιότητας' (κλασ.) από το (ἄριστος-) ἀριστεύς.

§ 291. Ασφαλώς όλες αυτές οι χρήσεις του -ιον ως ουσιαστικού είναι ασήμαντες σε σύγκριση με την εξέχουσα σημασία των υποκοριστικών σε -ιον. Στην ουσία δεν είναι παρά ένα τμήμα από τη σημασιολογική περιοχή του -ιος· όπως το -ιος δηλώνει γενικά την εξάρτηση, έτσι το -ιον αρχικά σημαίνει 'κάτι που βάσει του είδους του ανήκει στη βασική λέξη· ένα είδος…, κάτι σαν…', αποτελεί δηλαδή μόνο μια ελαφρά τροποποίηση της βάσης. Αλλά η πιο οικεία γλώσσα της οικογένειας και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων αγαπά περισσότερο ακριβώς τις πιο πλούσιες σε ψυχολογικό περιεχόμενο τροποποιήσεις από ό,τι τις κανονικές, μετρημένες, νηφάλιες εκφράσεις της γλώσσας των συναλλαγών και της μόρφωσης [11]· από την άλλη μεριά το ανώτερο γλωσσικό στρώμα βλέπει αφ' υψηλού με οίκτο ή περιφρόνηση τις οικείες εκφράσεις, και αν τέτοιες λέξεις παρεισφρήσουν από το νηπιαγωγείο και το εργαστήρι στο δημόσιο λόγο, ενυπάρχει αυτός ο αξιαγάπητος ή περιφρονητικός τόνος -ώσπου χάρη στη συστηματική χρήση να περιοριστούν στο επίπεδο των βάσεων εκκίνησης.

§ 292. Από αυτό το χαρακτήρα των υποκοριστικών εξηγείται η συχνότητά τους στις φιλικές προσφωνήσεις, επιπλέον ότι δεν απαντούν στην αριστοκρατική και συντηρητική ομηρική γλώσσα [12], ότι οι τραγικοί τα χρησιμοποιούν μόνον ελάχιστα, ενώ αντίθετα η κωμωδία είναι γεμάτη από αυτά, και ότι από την ελληνιστική εποχή, οπότε ο "καλός" λόγος περνάει όλο και περισσότερο στο λαό και ταυτόχρονα εμπλουτίζεται σημαντικά από τα κατώτερα γλωσσικά στρώματα, χύνονται σε ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες στη λογοτεχνία με προοδευτική υποχώρηση της υποκοριστικής τους σημασίας: η σημερινή λαϊκή νεοελληνική γλώσσα έχει βάλει ένα σωρό υποκοριστικά στη θέση των αρχικών τους λέξεων· στην ιστορία των υστερολατινικών και των ρομανικών γλωσσών παρατηρείται λόγω παρόμοιας πολιτιστικής εξέλιξης το ίδιο γλωσσικό φαινόμενο: γαλλικό oreille = auri - cula 'αυτί', ιταλικό fratello 'αδελφός'.

§ 293. Η μεγάλη σημασία των υποκοριστικών αντικατοπτρίζεται στο μεγάλο αριθμό συνενώσεων του υποκοριστικού -ιον με άλλα επιθήματα. Εδώ μπορούμε να δώσουμε μερικά μόνο παραδείγματα από το πλήθος των σχηματισμών:

Το -ίδ-ιον προήλθε από θέματα σε ιδ (ἀσπίδιον 'μικρή ασπίδα' από το ἀσπίς) και μοιράζεται την ευχρηστία του -ιδ- : ἀδελφίδιον 'αδελφούλης' από το ἀδελφός, κρηνίδιον 'βρυσούλα' από το κρήνη, αἰγίδιον 'κατσικάκι' από το αἴξ, Σωκρατίδιον από το Σωκράτης, γραΐδιον και γρᾴδιον 'γριούλα' από το γραῦς, βασιλείδιον 'μικρός βασιλιάς' από το βασιλεύς, ζῴδιον 'ζωάκι, εικόνα ζώου' από το *ζῳ-ίδιον από το ζῷον· παράλληλα φαίνεται να υπάρχει ένα - ί̄̄̄ διον, που μπορεί να εξηγηθεί από περιπτώσεις όπως βιβλ ί̄ διον 'βιβλιαράκι' από το *βιβλι-ίδιον από το βιβλίον, οἰκ ί̄ διον 'σπιτάκι' από το *οἰκι-ίδιον από το οἰκία (αλλά μπορεί επίσης να συσχετιστεί με το οἶκος), ὀφ ί̄ διον 'φιδάκι' από το *ὀφι-ίδιον από το ὄφις, και που από την πλευρά του παρήγαγε το - ύ̄ διον από το -ύς: ἰχθ ύ̄ διον 'ψαράκι' από το ἰχθύς, ακριβώς έτσι βούδιον 'βοδάκι' από το βοῦς· παρ' όλα αυτά είναι συνήθως δύσκολο να διακρίνουμε το - ῐ́ διον από το - ί̄ διον, που αναμειγνύονται και στη χρήση.

§ 294. Συχνό είναι επίσης το -άρ-ιον, που φυσικά πρέπει να προέρχεται από ουσιαστικά σε -αρ- : κηπάριον 'κηπάκος' από το κῆπος, κυνάριον 'σκυλάκι' από το κύων, κερδάριον 'μικρό κέρδος' από τὸ κέρδος.

Πολύ σπανιότερα είναι τα - ά̄ φιον (-ήφιον·), -ύφιον, -ύλλιον, -ύδριον, -ίσκιον (από το -ίσκος): ἐπύλλιον 'μικρό έπος' από τὸ ἔπος, τεχνύδριον 'μικρή (μικροπρεπής) τέχνη' από το τέχνη, ἀσπιδίσκιον από το ἀσπίς - ἀσπιδίσκη.

§ 295. Αυτές οι επεκτάσεις επιθημάτων μπορούν να συνδυάζονται μεταξύ τους: ἀσπιδ-ισκ-άρ-ιον, χιτων-ισκ-άριον, Πριαμ-ιλλ-ύδριον, βιβλ-αρ-ίδιον και βιβλ-ιδ-άριον (-ῑδ-;). Η απόληξη του θέματος των βάσεων φαίνεται, με εξαίρεση το -ίδιον, να μην επηρεάζει διόλου την επιλογή του υποκοριστικού επιθήματος· π.χ. δεν συναντούμε το -αῖον από θέματα σε ᾱ, όπως το -αῖος στα επίθετα σε -ιος (§ 285): θύρα - θυραῖος, αλλά το θύριον. Ούτε η σημασία των βάσεων παίζει προφανώς κανένα ρόλο· τα υποκοριστικά, και κυρίως όσα εμφανίζουν συνδυασμό επιθημάτων, είναι σε μεγάλο μέρος ελεύθερες δημιουργίες μιας στιγμιαίας διάθεσης.

§ 296. Οι εννοιολογικές περιοχές που συμμετέχουν στο σχηματισμό των υποκοριστικών αντιστοιχούν στην κοινωνική προέλευση των υποκοριστικών: πρόκειται κυρίως για τη σφαίρα της απλής ζωής, της οικογένειας, της ανατροφής των παιδιών. Δηλωτικά συγγένειας είναι π.χ. τα πατρίδιον, θυγάτριον, ἀδελφίδιον, παιδίον [13], παιδάριον· δηλωτικά μερών του σώματος: σωμάτιον, ὀμμάτιον, ὠτίον, ὠτάριον, γαστρίον· από την περιοχή της κατοικίας: οἰκίδιον, κλινίδιον, κλινάριον· ρούχα: χιτώνιον, χιτωνίσκιον,χλανισκίδιον· φαγητό: κρεᾴδιον και κρεΰλλιον (από το κρέας), ψιχίον 'ψίχουλο', ψωμίον 'μπουκιά'· ονόματα ζώων: κυνάριον, ἰχθύδιον, αἰγίδιον.[14]
--------------------------
[1] Η παλιά παραγωγή από ρήματα μόλις που παρατείνει στα ελληνικά την υποτονική της ύπαρξη: ἅγ-ιος 'άγιος' από το ἅζεσθαι (από το *ἀγ- ι ̯ -) 'σέβομαι', μανία από το μαν- 'μαίνομαι'.

[2] Ενώ το -τήριος γρήγορα εκτοπίστηκε από το -τικός·

[3] Ίσως και τρεις: τα ομηρ. αἴγειος, βόειος, ταύρειος ίσως προϋποθέτουν ένα επιθετικό επίθημα, που δήλωνε την ύλη (αβέβαιης προέλευσης)·

[4] Ίσως το -ήιος έγινε *-ῃος και αυτό, εξαιτίας της αυξανόμενης φωνητικής ομοιότητας του ῃ και του ει στα αττικά, ταυτίστηκε νωρίς με το -ειος.

[5] Και από το -εύειν: μαντήϊος - μαντεῖος 'μαντικός' (κλασ., μαντήϊον 'χρησμός' ήδη στον Όμ.) από το μαντεύεσθαι (§ 213) - μάντις (δεν υπάρχει *μαντεύς!)· πρβ. μαντεία § 287.

[6] Ή στο οἴκει = οἴκοι;

[7] Αντίστροφα Αἴγυπτος - Αἰγύπτιος, Κόρινθος - Κορίνθιος.

[8] Ιων. -ηΐη όπως -ήϊος, δες § 285.

[9] Πρβ. λατ. studium 'ασχολία', beneficium 'ευεργεσία', colloquium 'συζήτηση'.

[10] Κατά το λεξικό Liddell - Scottη λέξη χαλκεῖον σημαίνει 'χάλκινο σκεύος, καζάνι'.

[11] Γι' αυτό οι αρχαίοι Έλληνες γραμματικοί χρησιμοποιούν τον όρο ὑποκοριστικά (από το ὑποκορίζεσθαι 'μιλώ σαν παιδί (κόρη) > χαρακτηρίζω κάτι με τρυφερές (και μειωτικές > προσβλητικές) λέξεις'.

[12] Αυτό σημαίνει φυσικά: Ουδέτερα σε -ιον υπάρχουν βέβαια, αλλά δεν έχουν ακόμη υποκοριστική σημασία. Πιθανόν η έννοια αυτή δεν είναι τόσο παλιά· πάντως είναι μεταγενέστερη από το σχηματισμό των επιθημάτων -εῖον, -σιον κτλ., γιατί αυτά δεν συμμετέχουν στην υποκοριστική σημασία. Σχετικά με το ομηρικό ἴχνιον πρβ. Ηρωδιανός (παράρτημα IV) και Σχόλια Διονυσίου του Θρακός σ. 226, 19 έκδ. Hilgard: Παρὰ δὲ τῷ ποιητῇ οὐκ ἄν εὑρεθείη ὑποκοριστικόν· ἡρωϊκά γὰρ τὰ παρ' αὐτῷ καὶ ἐπηρμένα.

[13] Τα τρισύλλαβα υποκοριστικά σε -ιον με δακτυλική προσωδία κλίνουν προς τον παροξυτονισμό· πρβ. παράρτημα IV.

[14] Θυμίζουμε πως από τέτοια υποκοριστικά προέκυψαν κατά την ελληνιστική και τη μεσαιωνική εποχή πάμπολλα ουδέτερα ονόματα, που τελικά απέβαλαν την υποκοριστική σημασία: παῖς > παιδίον (υποκορ.) > παιδίν (αποβολή του [ο] για αποφυγή χασμωδίας) > παιδί (αποβολή του τελικού συμφώνου για δημιουργία κανονικής συλλαβικής δομής Σύμφωνο-Φωνήεν)· παρόμοια ὄφις > ὀφίδιον > φίδι, το τελευταίο με τη συνηθισμένη αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος. (Δες τις ετυμολογίες και στο ΛΚΝ.)

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 3. Από τους Περσικούς Πολέμους στον Πελοποννησιακό

3.5. Αυτά που έγιναν και θα γίνονται πάντοτε


Με την αρρώστια που τη λένε ιερή ιδού πώς έχει το πράγμα: Δεν πιστεύω καθόλου πως η αρρώστια αυτή είναι πιο θεϊκή από τις άλλες αρρώστιες ή πιο ιερή. Πιστεύω πως υπάρχει και γι᾽ αυτήν μια φυσική αιτία, οι άνθρωποι, όμως, είτε από άγνοια είτε γιατί τους έκανε εντύπωση ο παράξενος χαρακτήρας της -δεν μοιάζει, πράγματι, σε τίποτε με τις άλλες αρρώστιες- τη θεώρησαν αρρώστια που τη στέλνουν οι θεοί. Κατά τη δική μου γνώμη, οι πρώτοι που βάφτισαν ιερή αυτήν την αρρώστια ήταν άνθρωποι του τύπου των σημερινών μάγων και εξαγνιστών: ζητιάνοι που γυρίζουν από δω και από κει και ξεγελούν τον κόσμο παριστάνοντας τον εξαιρετικά θεοσεβούμενο άνθρωπο που, επιπλέον, κατέχει και μια σοφία σπάνια σε άλλους. Αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι μέσα στην αμηχανία τους, που δεν ήξεραν τι να δώσουν στον άρρωστο για να του κάνουν καλό, βρήκαν να ρίχνουν σαν ρούχο επάνω τους και να βάζουν μπροστά τους σαν ασπίδα τη δύναμη του θεού, ώστε να μην αποκαλυφθεί η τέλειά τους άγνοια. Έτσι έβγαλαν τη θεωρία πως η αρρώστια αυτή είναι ιερή.

Ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου ήταν γιατρός. Έζησε προς το τέλος του 5ου αιώνα και ανήκε στη σχολή του Ιπποκράτη, του μεγαλύτερου γιατρού της αρχαιότητας, που θεμελίωσε επιστημονικά την ιατρική. Σήμερα σώζονται περίπου 60 πραγματείες με το όνομα του Ιπποκράτη, οι οποίες έχουν στην πραγματικότητα συντεθεί από διάφορα μέλη της σχολής που ίδρυσε ο ίδιος στην Κω, καθώς και της ανταγωνιστικής σχολής που υπήρχε στην κοντινή Κνίδο της Μικράς Ασίας. Ορισμένες πραγματείες φέρουν καθαρά τη σφραγίδα της σοφιστικής ρητορικής. Άλλες είναι καταφανώς μεταγενέστερες.

Ἱερά νόσος ή (στην ιωνική διάλεκτο) ἱρή νοῦσος ονομαζόταν η επιληψία. Παθολογικές καταστάσεις με παρόμοια συμπτώματα, που προκαλούσαν ξαφνικές κρίσεις και έφερναν τον άρρωστο εκτός εαυτού, ταξινομούνταν στο ίδιο γένος. Στόχος του συγγραφέα ήταν να αποδείξει ότι η ιερά νόσος προκαλείται από καθαρά φυσικές αιτίες, όπως και όλες οι άλλες αρρώστιες, και δεν προέρχεται από την παρεμβολή δαιμόνων ή θεών. Κατά τη γνώμη του, η νόσος προκύπτει όταν η κανονική λειτουργία του εγκεφάλου παρεμποδίζεται από τη συσσώρευση υπερβολικού φλέγματος ή χολής.

Ο συγγραφέας αφιέρωσε μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του για να αποδείξει ότι το κέντρο της συνείδησης του ανθρώπου είναι ο εγκέφαλος και όχι το διάφραγμα (φρένες), όπως πίστευε ο Όμηρος, ούτε η καρδιά, όπως θεωρούσαν κάποιοι σαν τον Εμπεδοκλή. Ο λόγος του βασιζόταν σε εμπειρικές παρατηρήσεις, εύλογες υποθέσεις και συλλογισμούς που τον οδηγούσαν σε πειστικά συμπεράσματα. Από τις παραμέτρους που έλαβε υπόψη προκειμένου να εξηγήσει τη λειτουργία της νόσου, ο συγγραφέας απέκλεισε εντελώς τον θεϊκό παράγοντα. Η ιερά νόσος -πρέσβευε- έχει τη δική της σταθερή μορφή (φύσιν) και τη δική της φυσική αιτία (πρόφασιν): δεν είναι απρόβλεπτη ή παράλογη ή χαώδης και, αν κάποιος γνωρίσει τη φυσική αιτία που την προκαλεί, μπορεί να τη θεραπεύσει, προτείνοντας στον άρρωστο αγωγή που να εναντιώνεται κατάλληλα στην αιτία και να την υπερνικά. Η νόσος δεν θεραπεύεται με μαγικές επωδές και τελετουργικούς καθαρμούς, όπως διατείνονταν οι περιπλανώμενοι αγύρτες, που έκρυβαν την άγνοιά τους επικαλούμενοι τους θεούς.

Ο συγγραφέας είχε ανακαλύψει τον αυτόνομο χώρο της φύσης που διαθέτει δική της νομοτέλεια. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, «όλα τα νοσήματα είναι θεϊκά και όλα είναι ανθρώπινα». Δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί η φύση λειτουργεί με τον τρόπο που λειτουργεί. Αυτή είναι η θεϊκή πλευρά της. Μπορούμε όμως να γνωρίσουμε την κανονικότητά της. Πώς αλληλεπιδρούν τα τέσσερα στοιχεία μεταξύ τους (η γη, το νερό, ο αέρας και η φωτιά), πώς το θερμό έρχεται σε επαφή με το ψυχρό (και το υγρό με το ξηρό), πόσα είναι τα ζωτικά υγρά του ανθρώπινου σώματος και τι ιδιότητες έχουν, ποια κλίματα ευνοούν ποιες νόσους και ποιες δίαιτες τις παρεμποδίζουν: όλα αυτά είναι πράγματα κανονικά, γνωρίσιμα και προβλέψιμα. Και είναι αυτή η γνώση -ισχυρίζεται- ικανοποιητική για την πρόληψη και την ίαση των ασθενειών.

Αυτός ήταν ο νέος κόσμος στον οποίο ανδρωνόταν ο Θουκυδίδης. Η ανακάλυψη της φύσης των πραγμάτων αποτελούσε την πρώτιστη προτεραιότητα της σκέψης. Σε μια τέτοια έρευνα, όπως αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην ανθρώπινη κοινωνική πραγματικότητα, επιδίδονταν και οι σοφιστές, οι οποίοι έφταναν στην πολιτιστικά προηγμένη και πολιτικά ηγεμονική Αθήνα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα της Ελλάδας, για να διδάξουν και να δοξαστούν. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανένας Αθηναίος δεν είχε ουσιαστικά διαπρέψει στη φιλοσοφία ή την επιστήμη. Ωστόσο, κατά την Πεντηκονταετία, η Αθήνα, με την επεκτατική πολιτική της και τον αυξανόμενο πλούτο της, γινόταν σταδιακά ο σταθερός πόλος έλξης όλων των διανοουμένων της Ελλάδας. Το σπίτι του Περικλή έγινε εστία φιλοξενίας των μεγαλύτερων πνευμάτων της εποχής. Ο σοφιστής Πρωταγόρας και ο φυσικός φιλόσοφος Αναξαγόρας ήταν προσωπικοί του φίλοι. Ορισμένοι πλούσιοι Αθηναίοι, που αποζητούσαν είτε μάθηση είτε κοινωνική προβολή είτε και τα δύο, ακολούθησαν το παράδειγμά του. Κατά την τριακονταετία του Πελοποννησιακού Πολέμου η Αθήνα είχε καταστεί πολιτιστικά η πεμπτουσία της Ελλάδας. Τέτοια και τόση συγκέντρωση πνευματικού δυναμικού είναι πολύ σπάνια στην ιστορία.

Λίγο μετά το μέσον του αιώνα λέγεται ότι ο Ηρόδοτος έφτασε στην Αθήνα και διάβασε δημοσίως μεγάλα αποσπάσματα της ιστορίας του στην αγορά. Οι Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν. Είχαν κάθε λόγο να συγκινηθούν και να επευφημήσουν, όχι μόνο γιατί στη νίκη κατά των Περσών είχαν συμβάλει αποφασιστικά οι ίδιοι, αλλά και γιατί ο ιστορικός της δωρικής Αλικαρνασσού παρουσίαζε έτσι τα πράγματα, ώστε να δίνεται η εντύπωση πως η διπλή αποτυχία των Περσών ήταν, στην ουσία, διπλή επιτυχία της Αθήνας και της φρόνιμης πολιτικής που είχε ακολουθήσει. Πολύ αργότερα, κάποιοι αρχαίοι λόγιοι και ιστορικοί έψεξαν τον Ηρόδοτο για φιλαθηναϊκή μονομέρεια. Ίσως είχαν δίκιο. Ο Ηρόδοτος έγραφε θαμπωμένος από τη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης της Αθήνας και από τη θαλασσοκρατορία της στο Αιγαίο. Ίσως επίσης διέβλεπε ότι μέσω της Αθήνας θα μπορούσε να διασφαλιστεί η λογοτεχνική του φήμη στις επερχόμενες γενιές. Μαζί με τα άλλα επιτεύγματα, το ποσοστό αλφαβητισμού και εγγραμματοσύνης των Αθηναίων ανέβαινε, συγκριτικά με άλλες πόλεις, ταχύτερα. Ορισμένοι έψεξαν τον Ηρόδοτο ως φιλοβάρβαρον, διότι αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στην περιγραφή των εθίμων και των δοξασιών λαών όπως οι Αιγύπτιοι, οι Σκύθες και οι Πέρσες. Οι επικριτές δεν μπορούσαν να κατανοήσουν ότι έργο του ιστορικού ήταν να αναζητεί το δίκαιο και τη λογική κάθε πλευράς.

Η ιστορία του Ηροδότου εγγράφεται συνδυαστικά στην παράδοση των ποιητών και στη νεωτερική φυσική φιλοσοφία που είχε αναπτυχθεί στην Ιωνία. Από τους πρώτους κληρονόμησε την όρεξη να προστατέψει με τον γραπτό λόγο του τα «μεγάλα και θαυμαστά έργα των Ελλήνων και των βαρβάρων για να μην αφανιστούν», όπως εξαλείφονται τα δυνατά χρώματα που χτυπά αλύπητα ο ήλιος. Μέριμνά του ήταν η διατήρηση της ανάμνησης των σημαντικών γεγονότων που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του καθώς και των εθνογραφικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος, ρωτώντας και ταξιδεύοντας σε ξένους τόπους. Από την ιωνική φυσιολογία πήρε την κριτική αποτίμηση των πληροφοριών, την αμφιβολία, τη σύγκριση και την ταξινόμηση. Με τον προγενέστερό του Μιλήσιο Εκαταίο, που πρώτος συνέστησε τον κλάδο της συστηματικής γεωγραφίας συγγράφοντας το έργο Γῆς περίοδος (περιδιάβαση στη γη), ο Ηρόδοτος, που είχε ένα εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον για τους τόπους και τις παραδόσεις των λαών, κάποτε διαφωνούσε. Ο κόσμος του, όμως, δεν ήταν ο κόσμος της αυτόνομης φύσης των φιλοσόφων και των ιπποκρατικών γιατρών, όπου το θείο και το φυσικό αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι θεοί των ποιητών τον έθελγαν ιδιαίτερα.

Αν ο πρώτος ιστορικός της Ελλάδας ήθελε κάτι να αποδείξει μέσα από τα πολλά και ασύνδετα περιστατικά που δεν κουράζεται να αφηγείται και μέσα από τις ανεκδοτολογικές ιστορίες για πρόσωπα ηγεμονικά της Ασίας και της Αιγύπτου, είναι ότι η υπερβολή οδηγεί στην πτώση και ότι στον κόσμο επικρατεί τελικά η δικαιοσύνη, όσο και αν η τιμωρία κάποτε αργεί να φανεί. Το ιστορικό του αφήγημα δεν αποσκοπεί μόνο στην ικανοποίηση της περιέργειας των φιλομαθών και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Έχει επίσης διάσταση ηθική. Ο «πατέρας της ιστορίας», όπως τον αποκάλεσε ο Κικέρων, αισθανόταν πολύ καλά μέσα στον κόσμο όπου ζούσε. Η εμπιστοσύνη του στους θεούς και την κρυφή δράση τους μέσα στην ανθρώπινη ιστορία ήταν ακλόνητη. Παρά τις τοπικές διαφοροποιήσεις των ονομάτων και των λατρειών, οι θεοί τού φάνηκαν κατά βάθος, αν όχι οι ίδιοι παντού, τουλάχιστον παρόμοιοι. Η σύγκριση τον οδήγησε σε αυτό το συμπέρασμα. Παράλληλα ο Ηρόδοτος συνειδητοποίησε την τεράστια ποικιλία των πεποιθήσεων και των εθίμων των διαφορετικών λαών και περιέγραψε τις διαφορές αυτές με την αντικειμενικότητα που παρέχει η ολύμπια απόσταση και ο σεβασμός του διαφορετικού.

Ανάμεσα στους Αθηναίους που άκουσαν τον Ηρόδοτο να διαβάζει δημόσια τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων κατά των βαρβάρων ήταν και ο νεαρός Θουκυδίδης. Τόσο ζήλεψε τη δόξα του Αλικαρνασσέα, ώστε αποφάσισε να τον μιμηθεί και να τον ξεπεράσει. Αυτή τουλάχιστον την υποθετική ιστορία γνωριμίας των δύο ανδρών επινόησαν οι μεταγενέστεροι λόγιοι, που εντόπισαν τόσο γραμμές συνέχειας ανάμεσα στα έργα των δύο ιστορικών όσο και σημαντικές αποκλίσεις.

Ο Θουκυδίδης συνέλαβε το σχέδιο καταγραφής του Πελοποννησιακού Πολέμου ήδη από την έναρξή του. Αν εξαιρούσε κανείς τις μυθώδεις διηγήσεις του Ομήρου και τα συμβάντα του απώτερου παρελθόντος, που ήταν χαμένα στην αχλύ του θρύλου, δεν είχε ποτέ πριν υπάρξει τόσο διευρυμένη πολεμική κινητοποίηση των Ελλήνων. Οι Σπαρτιάτες έβλεπαν την υπερβολική και ταχύτατη αύξηση της δύναμης των Αθηναίων με μεγάλη καχυποψία και φόβο. Οι σύμμαχοί τους στην Πελοπόννησο, και κυρίως οι Κορίνθιοι, που είχαν εκτεταμένο εμπόριο και σημαντικό στόλο, απειλούνταν και ζητούσαν βοήθεια. Οι Αθηναίοι, ωστόσο, δεν μπορούσαν να κάνουν πίσω. Το συμφέρον τους βρισκόταν στη διαρκή επέκταση. Αν αποφάσιζαν να ανακόψουν την ηγεμονική πολιτική που είχαν ακολουθήσει μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων, υπήρχε ο κίνδυνος όχι μόνο να χάσουν όσα με κόπους είχαν αποκτήσει, αλλά και να ηττηθούν ολοσχερώς από το συσσωρευμένο μίσος των καταπιεσμένων συμμάχων τους. Αν δεν προχωρούσαν βίαια, κατ᾽ ανάγκην θα υποχωρούσαν τραγικά. Ικανοποίηση με τα κεκτημένα, άφεση στα υπάρχοντα και στασιμότητα δεν μπορούσαν πλέον να υπάρξουν. Ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και προβλεπόταν μακρύς και επώδυνος. Αυτή ήταν η εκτίμηση του Θουκυδίδη, που άρχισε να συλλέγει το υλικό του ήδη από το 431, με αυτοψία και μαρτυρίες όσων συμμετείχαν.

Ως Αθηναίος πολίτης, ο Θουκυδίδης κλήθηκε να πολεμήσει. Είχε ο ίδιος προσωπικά γευτεί τον πόλεμο, όπως είχε άμεσα βιώσει και τον μεγάλο λοιμό που έπεσε στην Αθήνα. Ήξερε από πρώτο χέρι για ποιο πράγμα μιλούσε. Όμως, δεν αρκέστηκε στις προσωπικές του πικρίες και απογοητεύσεις. Προσπάθησε να δει τα πράγματα από μια υψηλότερη προοπτική. Θέλησε να ανακαλύψει την ίδια τη φύση του πολέμου και να διαχωρίσει τις εξωτερικές αφορμές (τὰς ἐς τὸ φανερὸν λεγομένας αἰτίας) από την πραγματική αιτία του (τὴν ἀληθεστάτην πρόφασιν). Η περίπτωση του πολέμου που συνέβη να ζήσει ο ίδιος ήταν παραδειγματική. Σαν μια αρρώστια του σώματος, είχε και αυτός εμφανή συμπτώματα και βαθύτερα αίτια.

Ο Θουκυδίδης απέφευγε τις άμεσες κρίσεις και τις γενικεύσεις. Προτιμούσε να υποδηλώνει τις απόψεις του μέσα από τη δομή της αφήγησής του. Με την επιλογή των σημαντικών γεγονότων από την αχανή δεξαμενή της ανθρώπινης πράξης και με την επιμελημένη σύνθεση των πολιτικών αποφάσεων, των πολεμικών προετοιμασιών και των μαχών σε μια εύλογη σειρά αιτίων και αποτελεσμάτων, έδειχνε καθαρά πώς αντιλαμβανόταν το έργο της ιστορίας. Η έκθεση των πολεμικών γεγονότων θα ήταν όμως ελλιπής -σκέφτηκε-, αν δεν συμπληρωνόταν από τους λόγους που οδήγησαν τους πρωταγωνιστές σε αυτά. Αν τα ακριβή λόγια όσων αγόρευσαν στην Εκκλησία του Δήμου ή ενώπιον της σπαρτιατικής Γερουσίας δεν μπορούσαν να βρεθούν, γιατί δεν υπήρχαν πάντα διαθέσιμοι στενογράφοι και αρχεία, μπορούσαν να ανασυντεθούν εκ των υστέρων με βάση το πιθανό. Η αφήγηση του Θουκυδίδη αποτελεί μια εύκρατη εναλλαγή πολιτικών δημηγοριών και πολεμικών συμβάντων. Σε μία μάλιστα περίπτωση το επίπεδο δραματικότητας του λόγου ανέρχεται τόσο, ώστε η αντιπαράθεση Αθηναίων και Μηλίων εκτίθεται σε ευθύ διάλογο - όπως σε μια τραγωδία. Η ανθρώπινη φύση αποκαλύπτεται ως πράξη στον πόλεμο και ως λόγος στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική των κρατών και των ηγεμονικών δυνάμεων.

Σε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο Θουκυδίδης εκφράζει άμεσα την προσωπική του κρίση εστιάζει το βλέμμα στην αλλοίωση των ηθών, που συνέβη ως αποτέλεσμα του εσωτερικού διχασμού στην Κέρκυρα. Αυτός ήταν ο προάγγελος ενός γενικευμένου πολέμου που επρόκειτο να διχάσει ολόκληρη την Ελλάδα και κάθε της πόλη σε καιροσκοπικές παρατάξεις δημοκρατικών-φιλαθηναίων και ολιγαρχικών-φιλολακώνων. Το ύφος του ιστορικού γίνεται εδώ πυκνό και δύσβατο, σαν να θέλει να περιλάβει ύλες τις αποχρώσεις των συμπτωμάτων μιας φυσικής ασθένειας μέσα σε ελάχιστες φράσεις:

Έπεσαν πολλές και δυσβάστακτες συμφορές στις πόλεις με την εμφύλια διαμάχη, συμφορές που συνέβησαν και θα συμβαίνουν πάντοτε, όσο είναι ίδια η φύση των ανθρώπων, με περισσότερο ήπιο, όμως, τρόπο και με ποικίλες μορφές, ανάλογα με τις εκάστοτε συγκυρίες και το μέγεθος των μεταπτώσεων. Κατά τις ειρηνικές περιόδους ευημερίας οι πόλεις και τα άτομα έχουν ανώτερο φρόνημα, γιατί δεν πέφτουν στην ακούσια ανάγκη. Ο πόλεμος, όμως, υποκλέπτοντας την ευπορία της καθημερινής διαβίωσης, γίνεται δάσκαλος βιαιότητας και εξομοιώνει την οργή του πλήθους προς τις εκάστοτε συνθήκες.

Κατά τον Θουκυδίδη, η ανθρώπινη φύση εμφανίζεται με τη μεγαλύτερη γυμνότητα στις ακραίες καταστάσεις. Τότε αποκαλύπτεται ο δυναμισμός του πλάσματος που, όπως επισήμαινε ο συμπολίτης του Σοφοκλής, είναι το «φοβερότερο» (με όλες τις σημασίες του όρου) από όλα τα ζωντανά του κόσμου: του ανθρώπου.

Στη θεώρηση του Θουκυδίδη οι θεοί, οι χρησμοί και οι μαντικές προβλέψεις δεν παίζουν κανέναν άλλο ρόλο εκτός από το να επηρεάζουν, θετικά ή αρνητικά, τις αποφάσεις και τη στάση των ανθρώπων. Τίθεται όμως πάντοτε το ζήτημα της ερμηνείας τους. Για την επίλυση των αινιγματικών γρίφων που θέτουν τα θεϊκά σημάδια οι άνθρωποι είναι προικισμένοι με εκείνη τη γνωστική δύναμη που ο Θουκυδίδης ονόμασε γνώμην, και η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τη λογική αλλά και τη διαίσθηση. Μέσω αυτής, τους δίνεται η δυνατότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της συγκυρίας στο παρόν, να προβλέψουν το άμεσο μέλλον και να συμβάλουν στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων με καίριες αποφάσεις. Η δυνατότητα αυτή βασίζεται στην ομοιογένεια της ανθρώπινης φύσης, που καθιστά τη γενική πρόβλεψη υπόθεση εφικτή. Ωστόσο, παρεμβαίνουν επίσης απρόβλεπτοι παράγοντες, όπως είναι για παράδειγμα ένας σεισμός και η ξαφνική αλλαγή στην κατεύθυνση των ανέμων, που καθιστούν την τελική έκβαση της ανθρώπινης δράσης αδιάγνωστη. Τους παράγοντες αυτούς συγκεντρώνει ο Θουκυδίδης κάτω από τον γενικό όρο τύχη.

Την τύχη δεν την αποδίδει ρητά στη βούληση των θεών. Στην αφήγηση του ιστορικού, όμως, υποφώσκει η ιδέα ότι η τύχη δεν είναι τελικά κάτι εντελώς τυχαίο! Αν μπορεί να βρεθεί, έστω και αναδρομικά, ένα βαθύτερο νόημα στην ιστορική πορεία που εξηγεί γιατί τα πράγματα κατέληξαν έτσι και όχι αλλιώς, η καθαρή τυχαιότητα δεν αρκεί, εφόσον δεν μπορεί να γίνει πραγματικό αντικείμενο γνώσης. Πίσω από τη θουκυδίδεια τύχη κρύβεται μια πίστη στην κοσμική δικαιοσύνη, παρόμοια με αυτή που απέδιδαν στους προσωπικούς θεούς οι τραγικοί ποιητές και στο θεῖον ο Ηρόδοτος.

Ο Θουκυδίδης είδε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ως την εμπράγματη φανέρωση μιας προγενέστερης πνευματικής σύγκρουσης δύο πολιτικών νοοτροπιών: του τολμηρού και νεωτερικού πνεύματος, που δεν έβρισκε ησυχία πουθενά, και του συντηρητικότερου πνεύματος της πολιτικής σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στην παράδοση. Το πρώτο εκπροσωπούσαν οι Αθηναίοι, το δεύτερο οι Λακεδαιμόνιοι. Ορισμένοι σύμμαχοι του ενός ή του άλλου στρατοπέδου ανήκαν ουσιαστικά στην αντίπαλη πτέρυγα από την άποψη της νοοτροπίας, αλλά είχαν συνταχθεί με βάση τα συμφέροντά τους και την ανάγκη. Για παράδειγμα, οι Κορίνθιοι ήταν τόσο τολμηροί όσο και οι αντίπαλοί τους Αθηναίοι, οι Σάμιοι, που συντάχθηκαν με τους Αθηναίους, οπαδοί της ησυχίας και της πολιτικής αυτονομίας, όπως και οι Σπαρτιάτες. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών στάσεων ζωής αποτελεί την πολιτική εκδήλωση μιας πολύ βαθύτερης διάστασης που έρεε υπογείως στον ελληνικό πολιτισμού. «Μη λησμονείς ποτέ ότι είσαι θνητός», έλεγε η μία τάση. «Προσπάθησε όσο μπορείς να γίνεις αθάνατος», έλεγε η άλλη. Το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο που αναπτυσσόταν μεταξύ τους ήταν ο κοσμικός πόλεμος του Ηράκλειτου. Η ένταση ανάμεσα στις δύο τάσεις εκφράστηκε στην ιστοριογραφία, αφού πριν η πολιτική ιστορία είχε φανερώσει την ύπαρξή της σε έναν πόλεμο που ξεπερνούσε σε μέγεθος τους προηγούμενους.

Το ιστορικό αφήγημα του Θουκυδίδη, η ξυγγραφή, δεν είναι μια απλή καταγραφή αξιομνημόνευτων συμβάντων. Είναι πρωτίστως ένα έργο εφαρμοσμένης πολιτικής φιλοσοφίας. Όπως δίκαια πίστεψε ο ίδιος χωρίς υποκριτική ταπεινοφροσύνη, η ιστορία του είναι «ένα απόκτημα για την αιωνιότητα» (κτῆμα ἐς αἰεί) που στόχο έχει να διδάξει, όχι να τέρψει ή να διασκεδάσει, όπως θα έκανε μια χρονογραφία. Μελετώντας την μπορεί κανείς να βρει τους νόμους της πολιτικής δράσης των ανθρώπων, που δεν είναι δυνατόν να διατυπωθούν γενικά και αφηρημένα. Την πραγματική ισχύ τους την ανακαλύπτει όποιος ζει και ταυτόχρονα αναλογίζεται την ιστορία. Η ξυγγραφή του Θουκυδίδη είναι ο μεγεθυντικός φακός αυτής της αναζήτησης.

Ταοϊσμός

Ο Ταοϊσμός, γνωστός και ως Daoism, είναι μια φιλοσοφική και θρησκευτική παράδοση που δίνει έμφαση στη ζωή σε αρμονία με το Τάο (ή Τάο). Η λέξη "Τάο" μεταφράζεται χονδρικά σε "τρόπο" ή "μονοπάτι", αλλά στο πλαίσιο του Ταοϊσμού, αναφέρεται σε ένα είδος εγγενούς τάξης ή θεμελιώδη ουσία του Σύμπαντος. Ο Ταοϊσμός ξεκίνησε στην Κίνα γύρω στον 4ο αιώνα π.Χ. και παραδοσιακά αποδίδεται στον φιλόσοφο Laozi (Λάοτσε), αν και έχει εξελιχθεί σημαντικά στο πέρασμα των αιώνων.

Ο Ταοϊσμός περιλαμβάνει πολλές βασικές έννοιες:

- Τάο: Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το Τάο είναι ο φυσικός, αυθόρμητος, αιώνιος και απερίγραπτος τρόπος με τον οποίο ξεκίνησαν και πήραν το δρόμο τους όλα. Είναι μια υποκείμενη, μη δυϊστική αρχή που διέπει το σύμπαν.

- Γιν και Γιανγκ: Είναι αντίθετες και συμπληρωματικές αρχές στη φύση. Το Γιν είναι παθητικό, σκοτεινό και θηλυκό, το Γιανγκ είναι ενεργό, ελαφρύ και αρσενικό. Η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων διαμορφώνει το σύμπαν και τα πάντα σε αυτό.

- Wu-wei: Αυτό σημαίνει «μη δράση» ή «αβίαστη δράση». Είναι μια κατάσταση στην οποία οι πράξεις μας ευθυγραμμίζονται με την άμπωτη και τη ροή του φυσικού κόσμου.

- Ziran: Αυτό μεταφράζεται σε «φυσικότητα» ή «αυθορμητισμό». Περιγράφει την κατάσταση της ύπαρξης χωρίς προσποίηση ή τεχνητό, σε αρμονία με το Τάο.

Ο Ταοϊσμός έχει επηρεάσει πολλές πτυχές του κινεζικού πολιτισμού, όπως η λογοτεχνία, η τέχνη, η ιατρική, οι πολεμικές τέχνες και η κουζίνα. Θεωρείται ένας από τους τρεις βασικούς πυλώνες της παραδοσιακής κινεζικής σκέψης, μαζί με τον Κομφουκιανισμό και τον Βουδισμό.

Ο Ταοϊσμός μπορεί να θεωρηθεί και ως φιλοσοφία και ως θρησκεία. Ως φιλοσοφικό σύστημα, ασχολείται κυρίως με τη φυσική φιλοσοφία και ηθική, δίνοντας έμφαση στη φυσικότητα, την απλότητα, τον αυθορμητισμό και τους Τρεις Θησαυρούς: συμπόνια, μέτρο και ταπεινοφροσύνη. Ως θρησκευτικό σύστημα, ενσωματώνει τελετουργίες, λατρεία προγόνων, μαντεία και διάφορες πνευματικές πρακτικές, με διαφορετικές αιρέσεις και ερμηνείες με την πάροδο του χρόνου.

Όσον αφορά τα κείμενα, το "Tao Te Ching" (επίσης γράφεται Daodejing) και το "Zhuangzi" είναι δύο από τα πιο σημαντικά. Το πρώτο αποδίδεται στον Laozi και το δεύτερο στον φιλόσοφο Zhuangzi. Και οι δύο συζητούν τη φύση του Τάο και πώς να ζούμε σύμφωνα με αυτό.

Σημειώστε ότι η κατανόηση του Ταοϊσμού μπορεί να είναι δύσκολη, καθώς είναι συχνά παράδοξη και λειτουργεί περισσότερο ως σύστημα σκέψης που πρέπει να βιωθεί παρά ως σύνολο δογμάτων που πρέπει να ακολουθήσετε.

Προοίμιο

Τσανγκ Τάο

Tao

Η Υπαρξη

Γου - Γουέι

Προοίμιο

«Το Τάο για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε (το ονομάζουμε Τάο) δεν είναι το «Αμετάβλητο Τάο» (Τσανγκ Τάο).

Το όνομα που μπορούμε να του δώσουμε δεν είναι "Αμετάβλητο όνομα" (ch'ang ming ).

Αόρατος (Wu) είναι το όνομα που δίνω στη Γεννήτρια του Γιανγκ και του Γιν.

Ορατό (Yeu) είναι το όνομα που δίνω στη Μητέρα των δέκα χιλιάδων όντων.

Πραγματικά, στο Wu («να μην είσαι», «να μην έχεις προσδιορισμούς», αόρατο) θα θαυμάσουμε το μυστήριο.

Στο Yeu («Είναι», «έχει προσδιορισμούς», ορατό) θα δούμε τα εξωτερικά φαινόμενα.

Αυτά τα δύο (Wu και Yeu) πηγάζουν από το ίδιο (Tao), αλλά οι τρόποι τους είναι διαφορετικοί.

Αυτό το «ίδιο» (Τάο), το αποκαλώ το Σκοτεινό (Xuan).

Το πιο σκοτεινό από αυτό το σκοτάδι είναι η «Πύλη όλων των Μυστηρίων» (Ch'ang Tao).
(Tao Te Ching, κεφάλαιο 1).

Τσανγκ Τάο

Το TAO είναι η μόνη πραγματικότητα:

«Το Τάο για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε (το ονομάζουμε Τάο) δεν είναι το ΑΙΩΝΙΟ αμετάβλητο ΤΑΟ (CHANG TAO)», (Tao Te Ching, κεφάλαιο 1).

Tao

Το Τάο για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε περιγράφεται στο κεφάλαιο 25.

«Υπήρχε μια απροσδιόριστη πλήρης,

Ήταν, πριν εμφανιστούν ο ουρανός και η γη.

Αθόρυβο, χωρίς καμία αναγνωρίσιμη ουσία,

Δεν στηρίζεται σε τίποτα, Αμετάβλητο,

Διαπερνά (και γίνεται αισθητό) τα πάντα, διαποτίζει τα πάντα, παραμένοντας Ανεξάντλητη.

Είναι η πηγή όλων των πραγμάτων.

Δεν ξέρω το πραγματικό του όνομα.

Το Tao είναι ένα όνομα που δίνω σε αυτό.

Προσπαθώντας να το ορίσω, να πω το Mega (Τα, Άπειρο, Αμέτρητο).

Αλλά «τα» σημαίνει επίσης να εξελίσσεται ανάλογα με τη φύση του

Και το να εξελίσσεσαι σημαίνει να εξαπλώνεσαι στο άπειρο

Και το να απλώνεσαι στο άπειρο σημαίνει να επιστρέψεις πίσω στην πηγή του.

Έτσι, καθώς το Τάο έχει «αυτή την ιδιότητα να εξελίσσεται»

Και καθώς ο Ουρανός έχει και αυτή την ιδιότητα

Και όπως το έχει η γη

Αυτή την ικανότητα λοιπόν έχει και ο κυρίαρχος άντρας.

Έτσι , μέσα στην «πραγματικότητα» υπάρχουν τέσσερις διαδικασίες εξέλιξης

Και το ένα αναφέρεται στον «άνθρωπο».

Οι «τρόποι» των ανθρώπων προσαρμόζονται σε αυτούς της γης

Οι «δρόμοι» της γης προς αυτούς του Ουρανού

Οι «τρόποι» του Ουρανού προς αυτούς του Τάο

Και οι «τρόποι» του Τάο σε εκείνους «του Αυτό που είναι έτσι του Εαυτού του» (Ch'ang Tao).
(TTK, 25).

Μέσα στα κείμενα του Λάο Τσου γίνεται λοιπόν μια σαφής διάκριση μεταξύ του Ch'ang Tao και του Tao (για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε), δηλαδή της Πραγματικότητας που μπορεί να γίνει αντιληπτή.

Το Τσανγκ Τάο είναι Τε. Ταυτίζεται με το Te (Αυθόρμητη Ενέργεια), περιέχει Τε, εκδηλώνεται μέσω του Τε. Όταν ο Τε ηρεμεί, τότε ο Τσανγκ Τάο είναι ο Τσανγκ Τάο. Όταν ο Τε είναι ενεργός τότε το Τάο αποκαλύπτεται. Το Τάο με αυτή την έννοια σημαίνει «Δραστηριότητα», «Διαδικασία», Εξελικτική Πορεία, Μονοπάτι, Τρόπος (και με αυτή την έννοια δεν διακρίνεται από το Τε). Από το Τάο προκύπτουν όλα τα πράγματα και στο Τάο επιστρέφουν (TTK, 25).

Πώς είναι αυτό δυνατόν; Μέσα στο Τάο αναδύονται δύο δυνάμεις, το yang (που αντιπροσωπεύεται από μια συμπαγή γραμμή) και το yin (που αντιπροσωπεύεται από μια διακεκομμένη γραμμή) δραστηριότητες που αλληλοσυμπληρώνονται και υπάρχουν ταυτόχρονα και οι δύο μαζί. Γιανγκ σημαίνει πνευματική ενέργεια, ευφυΐα, νοοτροπία που συλλαμβάνει αφηρημένες πραγματικότητες, σχέσεις κλπ. Γιν σημαίνει το ουσιαστικό στοιχείο, την ουσία. Η ουσία μπορεί να έχει «πνευματική υφή» ή πιο τραχιά (αυτό που εμφανίζεται ως «ύλη»). Αυτό εξαρτάται από το επίπεδο δραστηριότητας (όπως εξηγείται παρακάτω).

Το Yang και το yin υπάρχουν ταυτόχρονα, πάντα, αλλά η δράση τους είναι συμπληρωματική. Όταν το Yang αυξάνεται, το Yin μειώνεται και το αντίστροφο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα φάσμα δραστηριότητας που ξεκινά από το Pure Yang και καθώς το yin αυξάνεται προοδευτικά καταλήγει στο καθαρό yin. Σε αυτό το φάσμα δραστηριότητας υπάρχουν άπειρες διαβαθμίσεις, αλλά μπορούν να διακριθούν περίπου διαφορετικά πεδία δραστηριότητας. Η μετάβαση από το ένα πεδίο δραστηριότητας στο άλλο είναι σταδιακή, αλλά για καθαρά πρακτικούς λόγους προσδιορίζουμε τρεις κύριες φάσεις που αντιπροσωπεύονται από τρεις γραμμές, (όπως στα τρίγραμμα K'ien και K'uen ) ή από το συνδυασμό τριών τριγραμμάτων.

Έτσι, από το Τσιάνγκ Τάο γεννιέται το Ένα (Τάο). Από το Ένα γεννιούνται οι δύο δυνάμεις Γιανγκ και Γιν. Από τις δύο δυνάμεις γεννιούνται οι τρεις διακριτές φάσεις δραστηριότητας που παράγουν όλα τα πεδία δραστηριότητας και όλα τα φαινόμενα. Σύμφωνα με τον Λάο Τσε:

«Το Τάο (Ch'ang Tao) γέννησε το Ένα,

Κάποιος γέννησε τη δυαδικότητα,

Μετά δύο γέννησαν τρεις,

Και οι τρεις γέννησαν ό,τι υπάρχει.

Αυτές οι δέκα χιλιάδες δημιουργίες έχουν το γιν στην πλάτη τους

Και αγκαλιάζουν τον Γιανγκ

Και η ισορροπία τους βασίζεται σε αυτόν τον συνδυασμό δυνάμεων...»
(ΤΤΚ, 42).

Στην αρχή κυριαρχεί το Yang και το yin είναι ισχυρό. Αυτή η κατάσταση είναι εντελώς αφηρημένη και δεν υπάρχουν διακριτοί προσδιορισμοί γι' αυτήν και ονομάζεται Αόρατη (Wu, «να μην είσαι», «να μην έχεις προσδιορισμούς»). Ωστόσο, διακρίνονται τρεις φάσεις, καταστάσεις, οι οποίες αντιπροσωπεύονται από τρεις συνεχείς γραμμές, η μία πάνω στην άλλη (το τρίγραμμα Kien). Αυτό σημαίνει την πλήρη Επικράτηση του Γιανγκ (γι' αυτό λέγεται Αγνό Γιανγκ, ή απλά Γιανγκ, ή Παράδεισος), αλλά και τις τρεις φάσεις, τη μετάβαση από το Καθαρό Γιανγκ στην ενδυνάμωση και την εμφάνιση του γιν.

Σε αυτές τις τρεις καθαρά πνευματικές καταστάσεις το Τάο φαίνεται να είναι:

1) Εγώ, Αδιάκριτος, αδιάκριτος, «χωρίς ιδιωματισμούς», «άδειος».

2) Si, Voiceless, Silent, «χωρίς παρουσία».

3) Wei, Άυλο, Λεπτό, ανεπαίσθητο, «ανύπαρκτο».

Σύμφωνα με τον Λάο Τσε:

«Κοιτάω με τα μάτια μου αλλά δεν βλέπω: αυτό λοιπόν το ονομάζω Αδιάκριτο (εγώ).

Ακούω με τα αυτιά αλλά δεν το ακούω: και μετά το ονομάζω Σιωπηλός (Si).

Το νιώθω με τα χέρια μου αλλά δεν το νιώθω: και έτσι το αποκαλώ Λεπτό (Wei).

Και οι τρεις αυτές εμπειρίες αποκαλύπτουν το ανεξερεύνητο,

Έτσι, δεν αντιλαμβάνομαι τίποτα παρά μια Αδιαφοροποίητη Ενότητα.

Το ανέβασμα δεν λάμπει, το στήσιμο δεν σκουραίνει.

Άπειρο, αλυσίδα, δεν προσδιορίζεται

Γιατί είναι μέσα στον χώρο όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις.

Περιγράφεται ως άμορφο,

Σαν εικόνα χωρίς πρόσωπο

Γι' αυτό το λένε Ασύλληπτο.

Το κοιτάς, αλλά δεν έχει πρόσωπο.

Το ακολουθείς, αλλά δεν έχει σπονδυλική στήλη.

Κι όμως αν αφοσιωθείς στο αρχαίο Τάο

Θα κυριαρχήσετε ακόμα και σήμερα.

Γνωρίζοντας την αρχή

Σημαίνει «να έχεις βρει την ουσία του Τάο».

Όταν το yin είναι ενεργό τότε υπάρχουν ευδιάκριτες διαφορές και εντοπίζονται διαφορετικά πεδία δραστηριότητας. Όλες αυτές οι καταστάσεις χαρακτηρίζονται ως ορατές (Yeu, «όντας», «έχοντας προσδιορισμούς»). Ενώ στο ανώτερο πεδίο δραστηριότητας (Αόρατο) η ύπαρξη αποτελείται από το Yang, ενώ το yin είναι σε δυναμικό και γίνεται αντιληπτό ως μια αδιαφοροποίητη ενότητα, στα κατώτερα πεδία δραστηριότητας (Ορατό) η ύπαρξη αποτελείται από Yang και yin και φαίνεται να διασπάται σε Υποκείμενο, συνείδηση ​​του εγώ, (hsig , της φύσης Yang , πνευματική ενέργεια) και αντικείμενο (mig, της φύσης Yin, ζωτική ουσία). Στην ανώτερη σφαίρα του Vision, το hsig είναι καθαρή νοημοσύνη και το mig έχει νοητική υφή. Στο μεσαίο οπτικό πεδίο το hsig είναι υποβαθμισμένο και το mig είναι ενεργητικό στην υφή. Στο κατώτερο βασίλειο του Vision το hsig είναι ακόμη πιο υποβαθμισμένο και το mig είναι υλικής υφής. Έτσι, στο Ορατό η ύπαρξη εμφανίζεται κατακερματισμένη (το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα σε έναν αντικειμενικό κόσμο) και πολλαπλή (υπάρχουν πολλά υποκείμενα και αντικείμενα).

Μέσα στο Visible , αναδύονται τρία κύρια πεδία δραστηριότητας, το καθένα από τα οποία περιλαμβάνει τρεις φάσεις.

1) Όταν το Γιανγκ κυριαρχεί αλλά το Γιν είναι ενεργό.

2) Όταν το yin κυριαρχεί αλλά το yang είναι ενεργό.

3) Όταν το γιν και το γιανγκ επικρατούν πλήρως, υπάρχει εν δυνάμει.

Αναλυτικά:

1) Το πεδίο δραστηριότητας στο οποίο κυριαρχεί το Yang αλλά το yin είναι ενεργό ονομάζεται Huen. Huen σημαίνει τη γενική κατάσταση της πνευματικής, φωτεινής, ανώτερης ψυχής αλλά και της ατομικής πνευματικής ψυχής (της φύσης Yang). Η ατομική πνευματική ψυχή αποτελείται από πνευματική ενέργεια (xig, φύσης Yang), συγκεκριμενοποιημένη σε νοοτροπία (xin) και ζωτική ουσία (mig, φύσης Yin), νοητικής υφής. Υπάρχουν τρεις κύριες δραστηριότητες σε αυτό το πεδίο που αντιπροσωπεύονται από τα τρία τρίγραμμα Tui, Li, Suen, τα οποία αποτελούνται από δύο συνεχείς γραμμές και μία διακεκομμένη γραμμή (πάνω, μέση, κάτω, αντίστοιχα). Τα τρία τρίγραμμα δείχνουν (από πάνω προς τα κάτω) την προοδευτική ενίσχυση του γιν που σιγά σιγά γίνεται η βάση της ύπαρξης. Αυτές οι τρεις δραστηριότητες αντιστοιχούν σε νοητικές δραστηριότητες, λειτουργίες, που στη δυτική φιλοσοφία ονομάζονται διάνοια, νοημοσύνη, αντίληψη.

2) Όταν το yin ενισχυθεί περαιτέρω περνάμε σε ένα πεδίο δραστηριότητας ποιοτικά διαφορετικό από το προηγούμενο, το πεδίο όπου κυριαρχεί το yin αλλά το yang είναι ενεργό που ονομάζεται p'o . Που σημαίνει τη γενική κατάσταση της «σωματικής», σκοτεινής, κατώτερης ψυχής αλλά και της ατομικής «σωματικής» ψυχής (της φύσης γιν). Η ατομική «σωματική» ψυχή αποτελείται από υποβαθμισμένες νοητικές δραστηριότητες και ζωτική ουσία (mig) ενεργειακής υφής, η οποία είναι χονδροειδής και επομένως εμφανίζεται ως μορφή και ονομάζεται «σωματική». Υπάρχουν τρεις κύριες δραστηριότητες που αντιπροσωπεύονται από τα τρία τρίγραμμα Chen, K'an, Ken που αποτελούνται από δύο διακεκομμένες γραμμές και μία συνεχή γραμμή (κάτω, μέση, επάνω, αντίστοιχα). Τα τρία τρίγραμμα δείχνουν (από πάνω προς τα κάτω) την περαιτέρω ενίσχυση του γιν που κάποια στιγμή κυριαρχεί πλήρως.

3) Όταν το yin ενισχυθεί περαιτέρω, κινούμαστε σε ένα πεδίο δραστηριότητας ποιοτικά διαφορετικό από το προηγούμενο, στο πεδίο όπου το yin κυριαρχεί πλήρως και το yang υπάρχει σε δυναμικό. Αυτό το πεδίο αντιπροσωπεύεται από το τρίγραμμα K'wen που αποτελείται από τρεις διακεκομμένες γραμμές. Οι τρεις διακεκομμένες γραμμές σημαίνουν την πλήρη κυριαρχία του γιν (εξ ου και ονομάζεται καθαρό γιν, γη), που εμφανίζεται ως ουσία «υλικής υφής». Οι τρεις γραμμές υποδεικνύουν περαιτέρω ότι υπάρχουν τρεις καταστάσεις υλικής ουσίας. Αφηρημένη ενέργεια, ενέργεια που μετασχηματίζεται σε ύλη και το σύνολο των υλικών αντικειμένων.

Η Υπαρξη

Το Chang Tao είναι η μόνη πραγματικότητα Από το Ch'ang Tao αναδύεται το Tao. Από το Τάο προέρχεται το Αόρατο (Wu) όπου επικρατεί η Αδιαφοροποίητη Ενότητα και το Ορατό (Yeu) με τα διάφορα πεδία δραστηριότητας όπου εκδηλώνεται η πολλαπλότητα της συνείδησης.

Έτσι, «αυτό» που εμφανίζεται ως «είναι», «ύπαρξη», είναι το Τάο που εκδηλώνεται στα διάφορα πεδία της ύπαρξης. Στο Αόρατο Πεδίο υπάρχει η αντίληψη της Ενότητας της ύπαρξης. Στα Ορατά Πεδία το ον έχει επίσης ατομική συνείδηση ​​και εκδηλώνεται μέσα από ένα σώμα νοητικής υφής, ενεργειακής υφής, υλικής υφής (ανάλογα με το πεδίο στο οποίο εκδηλώνεται). Στο βασίλειο του καθαρού γιν, το ον εκδηλώνεται μέσω ενός φορέα υλικής υφής (το σώμα).

Έτσι, το να είσαι στο υλικό πεδίο είναι:

1) Τάο.

2) Wu, Τρεις καταστάσεις συνειδητής ενότητας, (I, Si, Wei).

3) Yeu, (huen), τρεις νοητικές δραστηριότητες.

4) Yeu, (p'o), τρεις δραστηριότητες ζώων.

5) Υιός, σώμα.

Γου - Γουέι

Το Chang Tao είναι η μόνη πραγματικότητα. Από το Τσιάνγκ Τάο, όταν είναι ενεργό (Τε) αναδύεται το Τάο, και από το Τάο όλα αναδύονται, αναπτύσσονται και επιστρέφουν ξανά στην αρχέγονη κατάσταση. Η επιστροφή είναι ο δρόμος, το φυσικό αποκορύφωμα της εξέλιξης. Όταν απελευθερωθεί η Δραστηριότητα (Te) θα ολοκληρώσει τον κύκλο της και θα επιστρέψει πίσω στο Tao (στο Ch'ang Tao). Άρα, δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε στην πορεία των πραγμάτων. Αυτή η Δράση χαρακτηρίζεται ως Wu -Wei (Μη Δράση) γιατί συμβαίνει αυθόρμητα (chu ran), χωρίς καμία «αρπαγή» στη δραστηριότητα ή το φαινόμενο. Ό,τι εμφανίζεται αναδύεται από το Τάο και βυθίζεται ξανά σε Αυτό, δεν είναι τίποτα διαφορετικό.

«Σήκω στο απόλυτο κενό

Κρατηθείτε γερά στην κατάσταση ηρεμίας

Και θα κυριαρχείς σε όλα τα φαινόμενα.

Τα έχω παρατηρήσει καθώς επιστρέφουν.

Βλέπετε, όλα τα πράγματα προέρχονται από το τίποτα

Επιστρέφουν πίσω στην πηγή από την οποία ήρθαν.

Αυτή η επιστροφή στην πηγή ονομάζεται Ηρεμία,

Η ηρεμία ονομάζεται προσαρμογή στη «φύση».

Ό,τι συμμορφώνεται με τη «φύση» του γίνεται ένα με το Τάο.

Όταν γνωρίζεις το Τάο, φωτίζεσαι.

Το να μην το ξέρεις σημαίνει να περπατάς στα τυφλά προς την καταστροφή.

Αυτός που γνωρίζει το Τάο έχει κατανόηση.

Αυτός που έχει κατανόηση επιτυγχάνει μια αμερόληπτη καθολικότητα.

Το να είσαι έτσι σημαίνει να είσαι μεγαλειώδης,

Το να είσαι μεγαλειώδης σημαίνει να έχεις τη φύση του Γιανγκ,

Το να έχεις τη φύση του Γιανγκ σημαίνει να γίνεις ένα με το Τάο.

Το Τάο είναι αιώνιο και αυτός που γνωρίζει καλά το Τάο

Αν και το σώμα του πεθαίνει, δεν καταστρέφεται».
(TTK, 16).

Το Τάο υπάρχει μόνο, τίποτα άλλο. Το Τάο είναι η αληθινή φύση όλων των όντων. Όλα τα φαινόμενα αναδύονται από το Τάο, μέσω του Τε και επιστρέφουν ξανά σε Αυτό. Αυτό συμβαίνει σε παγκόσμιο και ατομικό επίπεδο.

Όταν το Τε εκδηλώνεται ανεμπόδιστα, όταν υπάρχει Γου-Γουέι (Μη Δράση) όλα ακολουθούν τη φυσική τους πορεία και φτάνουν στο φυσικό τους τέλος, το Τάο. Αλλά όταν το Te από το Wu -Wei (Μη Δράση) εκτρέπεται στο Wei (Δράση), όταν υπάρχει αρπαγή στη δραστηριότητα, την κατάσταση, το φαινόμενο τότε υπάρχει σύγχυση και η διαδικασία είναι περίπλοκη.

Οι βαθμίδες του Wu -Wei

Το Wu-wei ως δράση (ή μάλλον ως μη δράση) δεν είναι παθητική παρατήρηση φαινομένων αλλά πειθαρχημένη συμπεριφορά που στοχεύει στην ανύψωση της συνείδησης από τις κατώτερες λειτουργίες της ύπαρξης στις ανώτερες, όπως το Τάο. Αυτό γίνεται με την ηρεμία των λειτουργιών, ξεκινώντας από το κάτω και το εξωτερικό και προχωρώντας προοδευτικά προς το ανώτερο και το εσωτερικό.

Η εξάσκηση συνίσταται στο να μην κολλάς με τίποτα. Τα τυπολογικά επίπεδα είναι:

1) Τσιάνγκ Τάο.

2) Wu, Tai -I, τρεις καταστάσεις (wu hsin)

3) Yeu, τρεις βαθμοί ηρεμίας hsin.

4) Yeu, τρία επίπεδα ηρεμίας qi.

5) Ναι, ηρεμία του σώματος.

Ο Λάο Τσου περιγράφει αυτό το μονοπάτι στο κεφάλαιο 56:

«Όσοι ξέρουν δεν το συζητούν,

Αυτοί που φλυαρούν δεν ξέρουν τίποτα.

Μπλοκάρει τη ροή των αισθήσεων,

Κλείστε όλες τις πύλες εισόδου και εξόδου της διαθήκης,

Αφήστε όλη την αναταραχή του κόσμου να μαλακώσει και να σβήσει.

Όλα τα μπλεξίματα, όλες οι επιπλοκές διαλύονται

Το απατηλό φως της διανόησης έχει χαμηλώσει,

Το διχασμένο μυαλό, η σκόνη της σκέψης, έχει κατακαθίσει.

Αυτό ονομάζεται μυστικιστικό επίπεδο (η μυστικιστική ενότητα).

Αυτός που έχει επιτύχει τη μυστικιστική ενότητα δεν έχει ούτε προσκολλήσεις ούτε φόβους, (δηλαδή γίνεται Wei, «ανύπαρκτος»),

Δεν προσβάλλεται από τίποτα, κολακεύεται από τίποτα, (δηλαδή γίνεται Σι, «χωρίς παρουσία»),

Δεν έχει κέρδη ή απώλειες, (δηλαδή γίνεται εγώ, «χωρίς ιδιωματισμούς», «άδειο»),

Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο γίνεται το υπέρτατο ον (δηλαδή το Τάο)
(ΤΤΚ, 56).

Το πρώτο ψέμα που λέμε στον εαυτό μας είναι όταν λέμε “εγώ”

Αν αρχίσουμε να μελετάμε τον εαυτό μας, πρώτα απ’ όλα συναντάμε μια λέξη που χρησιμοποιούμε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, και αυτή είναι η λέξη “εγώ”. Λέμε “εγώ κάνω”, “εγώ κάθομαι”, “εγώ αισθάνομαι”, “εγώ συμπαθώ”, “εγώ αντιπαθώ”, κ.λπ. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθησή μας, γιατί το κυριότερο λάθος που κάνουμε γα τον εαυτό μας είναι ότι νομίζουμε πως είναι ένας· μιλάμε πάντοτε για τον εαυτό μας ως “εγώ” και υποθέτουμε ότι αναφερόμαστε συνέχεια στο ίδιο πράγμα, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε χωρισμένοι σε εκατοντάδες εκατοντάδων διαφορετικά “εγώ”. Τη μια στιγμή όταν λέω “εγώ”. Μιλάει ένα μέρος μου και την άλλη στιγμή όταν λέω “εγώ”, μιλάει ένα εντελώς διαφορετικό “εγώ”. Δεν ξέρουμε ότι δεν έχουμε ένα “εγώ”, αλλά πολλά διαφορετικά “εγώ”, που συνδέονται με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες μας και ότι δεν έχουμε κυρίαρχο Εγώ. Αυτά τα εγώ αλλάζουν συνέχεια· το ένα πνίγει το άλλο, το ένα αντικαθιστά το άλλο και όλη αυτή η πάλη αποτελεί την εσωτερική μας ζωή.

Το πρώτο ψέμα που λέμε στον εαυτό μας είναι όταν λέμε “εγώ”. Είναι ψέμα διότι λέγοντας “εγώ” προϋποθέτουμε ορισμένα πράγματα. Προϋποθέτουμε κάποια ενότητα, κάποια δύναμη. Και αν πω “εγώ” σήμερα και “εγώ” αύριο, πρέπει κανονικά να είναι το ίδιο “εγώ”, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σχέση μεταξύ τους. Βρισκόμαστε στην τωρινή κατάσταση εξαιτίας ορισμένων εμποδίων ή ορισμένων γεγονότων μέσα μας και το πιο σημαντικό γεγονός που δεν καταλαβαίνουμε είναι ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να λέμε “εγώ”, γιατί θα είναι ψέμα. Όταν αρχίσετε να παρατηρείτε τον εαυτό σας θα δείτε ότι αυτή είναι η πραγματικότητα· υπάρχουν “εγώ” μέσα σας που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους και δεν έρχονται ποτέ σε επαφή. Για παράδειγμα, αρχίστε να μελετάτε τα γούστα σας και θα δείτε ότι μπορεί να σας αρέσει το ένα πράγμα τη μια στιγμή και κάποιο άλλο την επόμενη στιγμή και ότι τα δύο αυτά είναι τόσο αντίθετα μεταξύ τους, ώστε θα αντιληφθείτε αμέσως ότι αυτά τα “εγώ” δεν συναντιούνται ποτέ. Αν παρατηρήσετε τις αποφάσεις σας θα δείτε ότι ένα “εγώ” αποφασίζει και κάποιο άλλο πρέπει να εκτελέσει την απόφαση· κι αυτό το άλλο είτε είναι απρόθυμο να την εκτελέσει είτε ποτέ δεν άκουσε σχετικά.

Οι ομάδες αυτές των “εγώ” εκδηλώνονται ως ρόλοι που ο άνθρωπος παίζει στη ζωή του. Όλοι έχουν ένα ορισμένο αριθμό ρόλων· ένας αντιστοιχεί σε μια κατηγορία συνθηκών, ένας άλλος σε κάποια άλλη, κ.ο.κ. Ο άνθρωπος ο ίδιος σπάνια προσέχει τις διαφορές αυτές. Για παράδειγμα, έχει ένα ρόλο για την δουλειά του, έναν άλλο για το σπίτι, ακόμη έναν άλλο ανάμεσα στους φίλους του, έναν άλλον αν ενδιαφέρεται για σπορ, κ.ο.κ. Τους ρόλους αυτούς τους παρατηρούμε καλύτερα σε άλλους ανθρώπους παρά στον εαυτό μας. Οι άνθρωποι πολλές φορές είναι τόσο διαφορετικοί σε διάφορες περιστάσεις, ώστε οι ρόλοι αυτοί γίνονται ολοφάνεροι και ξεκάθαροι· αλλά καμιά φορά είναι καλύτερα κρυμμένοι ή και παίζονται μόνο εσωτερικά χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Όλοι οι άνθρωποι, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, είτε το επιθυμούν είτε όχι, έχουν ορισμένους ρόλους που υποδύονται. Το παίξιμο αυτό γίνεται ασυνείδητα. Αν μπορούσε να γίνει συνειδητά, θα ήταν εντελώς διαφορετικό, αλλά δεν προσέχει κανείς ποτέ πώς περνάει από τον ένα ρόλο στον άλλον. Ή αν το προσέξει πείθει τον εαυτό του ότι το κάνει σκόπιμα, ότι είναι συνειδητή πράξη. Στη πραγματικότητα η αλλαγή πάντοτε ελέγχεται από τις περιστάσεις, δεν μπορεί να ελέγχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, διότι αυτός ο ίδιος δεν υπάρχει ακόμη. Καμιά φορά υπάρχουν συγκεκριμένες αντιφάσεις ανάμεσα στον ένα και στον άλλο ρόλο. Στον ένα ρόλο λέει κανείς κάτι, έχει ορισμένες συγκεκριμένες απόψεις και πεποιθήσεις. Περνάει μετά σ’ έναν άλλο ρόλο και έχει τελείως διαφορετικές πεποιθήσεις και λέει τελείως διαφορετικά πράγματα, χωρίς να το προσέχει ή διαφορετικά νομίζει ότι το κάνει σκόπιμα.

Λιαντίνης: Η επιταγή της ζωής σου

Ρωτάς: ποια είναι η χρέωση, και ποια είναι η σπατάλη μου;

Μα είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η δική σου που έζησες, με όλες τις χαρές που σου ‘δειξε.

Ότι είδες τον ήλιο το πρωί, και τη θάλασσα τον Ιούλιο. Ότι περπάτησες σε μια ρεματιά το Μάη μ’ ένα κορίτσι στο πλάι σου, κι ακούσατε τ’ αηδόνι.

Ότι δίψασες, και ήπιες το κρύο νερό της πηγής. Αυτά πληρώνεις την ώρα που πεθαίνεις.

Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:

Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ΄ έναν πύρινο τάφο.

Θα περνάς τους αιώνες με το αίσθημα του ραγδαίου ιλίγγου ενός ανθρώπου που γκρεμίζεται από τον τριακοστό όροφο.

Θα περπατάς γυμνός σε άδεντρο τόπο, κάτου από ένα ορμητικό φλογοβρόχι.

Θα σε ρίχνουν χωρίς σταματημό σ΄ένα βαθύ πηγάδι γιομάτο με κόκκινα, και μαύρα, και κίτρινα φίδια. Κόμπρες, οχιές, κροταλίες.

Θα βουτάς σε βόθρους. Και θα πνίγεσαι επαναληπτικά και ακαταύπαστα μπουκωμένος στα περιττώματα.

Μυτερώνυχοι διάβολοι θα σε καρφώνουν ανάσκελα με τεράστιες πηρούνες.

Θα’ σαι φυτεμένος αιώνια στους πάγους, και θα σε φυσάει κατάγυμνο ο δρεπανηφόρος Καικίας.

Θα μεταμορφώνεσαι σε δέντρο, σε φίδι, σε τέρας. Θα ζεις, δηλαδή το μαρτύριο της αλλαγής της σάρκας σου.

Και όλα αυτά τα φρικώδη στους αιώνες των αιώνων. Χωρίς την ελπίδα της παύλας.Ο Δάντης εκείνους που διαβαίνουν την πύλη της Κόλασης τους βάζει να διαβάζουν μια επιγραφή που δεν παρηγοριέται με τίποτα:

Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε!

Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη – τι’ ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών! – να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου.

Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;

Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Τα παιδιά είναι «συμπτώματα» των γονιών τους

Έχεις σκεφτεί πως τα παιδιά είναι τα συμπτώματα των γονιών τους; Ίσως να σου ακούγεται κάπως περίεργο, διαβάζοντάς το, αλλά αν του δώσεις μια ευκαιρία θα διαπιστώσεις πως είναι μία αλήθεια, εύστοχα βαλμένη σε λέξεις.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το σύμπτωμα είναι η ένδειξη, εξωτερική, εσωτερική και μή μιας ασθένειας. Κάθε φορά που επικοινωνείς με το γιατρό σου, μία από τις πρώτες ερωτήσεις του είναι ‘τι συμπτώματα έχεις’ κι εσύ απαντάς δίνοντας με λεπτομέρεια όλες εκείνες τις ενδείξεις που έχεις, για να κάνει η διάγνωσή του ο επιστήμονας και να σου δώσει τη θεραπεία που χρειάζεσαι.

Μη βιαστείς βέβαια να παραλληλίσεις τον εαυτό σου με την ασθένεια και το παιδί σου με την ένδειξη αυτής της ασθένειας. Σκέψου πιο ελεύθερα… Αυτός που είσαι,το σύνολο των επιλογών και των συμπεριφορών σου ως γονιού έχουν άμεση επίδραση στις επιλογές και τη συμπεριφορά του παιδιού σου. Οι πράξεις σου ενεργούν σαν παράδειγμα για το παιδί σου, που θα σε μιμηθεί, μιας και είσαι ο σημαντικός άλλος στη ζωή του. Είσαι εκείνος που θα τον βοηθήσει να διαμορφώσει την προσωπικότητά του. Πίσω,λοιπόν, από κάθε συμπεριφορά του παιδιού σου βρίσκεσαι εσύ, η δική σου συμπεριφορά αναπαραγόμενη κι αν είσαι τυχερός, ίσως και εμπλουτισμένη ή αναβαθμισμένη καθώς το παιδί σου είναι και πιο εξελιγμένο μοντέλο. Οι συμπεριφορές που τόσο χαριτωμένα αναπαράγει η τρίχρονη κόρη σου προσπαθώντας να ισορροπήσει πάνω στις γόβες σου ή μαλώνοντας την κούκλα της δεν έφαγε όλο της το φαγητό, ή η αστεία βρισιά που ξεστόμισε ο γιος σου στον οδηγό του διπλανού αυτοκινήτου, που σας έκλεισε το δρόμο, δεν είναι τίποτε άλλο από το καθρέφτισμα των δικών σου συμπεριφορών.

Το γεγονός ότι τα παιδιά λειτουργούν ως καθρέφτης των γονιών τους, είναι μια απλή και μεγάλη αλήθεια, ίσως δύσκολη να την παραδεχτείς όταν προτιμάς να μην αναλαμβάνεις την ευθύνη, ωστόσο παραμένει μια από τις βασικότερες αλήθειες, όσον αφορά τη σχέση γονιών με τα παιδιά τους. Η οποιαδήποτε διαφορετική – επίτρεψέ μου τον όρο διαφορετική… τον προτιμώ από το ΄κακή’ ή το ‘προβληματική΄’- συμπεριφορά ενός παιδιού είναι το σύμπτωμα του προβλήματος που αντιμετωπίζει ο γονιός στη δική του συμπεριφορά. Ένα παιδί που κατακρίνει είναι το σύμπτωμα ενός γονιού που πάσχει από την αρρώστια της κριτικής. Το παιδί π ου διαρκώς καβγαδίζει, είναι γιατί ζει μέσα στην έχθρα. Αν το παιδί σου είναι ντροπαλό, έχει βιώσει την ειρωνεία σου. Κι αν νιώθει ένοχο, τότε σίγουρα έχει ζήσει σ’ένα περιβάλλον που το κάνει να ντρέπεται.

Ανάλογη, λοιπόν, με την ‘ασθένεια’ που ταλανίζει το γονιό, είναι και το σύμπτωμα που εκδηλώνεται μέσω του παιδιού. Πολλές φορές ακούω γονείς να παραπονιούνται για τα ζωηρά παιδιά τους, που δεν τους ακούνε ή δε συνεργάζονται. Κι είναι πραγματικά προβληματισμένοι, πολλές φορές ακόμα κι απογοητευμένοι κι επιλέγουν για ‘θεραπεία’ του προβλήματος την τιμωρία ή τις φωνές. Μα για να θεραπευτεί η ασθένεια, χρειάζεται να χτυπηθεί το πρόβλημα στη ρίζα του. Κι η ρίζα είναι ο γονιός… Πιο πρακτικά, ένα παιδί που ουρλιάζει, μιμείται το γονιό του που φωνάζει. Το παιδί που δε συνεργάζεται, απλά αντιγράφει το γονιό του που σε πολλές περιπτώσεις δε συνεργάστηκε με το παιδί παρά επέβαλε την άποψή του , την επιλογή του από θέση ισχύος. Ένα αγόρι που δε σέβεται τα κορίτσια, που τα θεωρεί κατώτερα και τα υποτιμά, είναι γιατί έχει ένα πατέρα που δε σέβεται τη γυναίκα του, την κόρη του, τη μητέρα του και πάει λέγοντας.

Από την άλλη, η συμπεριφορά ενός παιδιού είναι επίσης το σύμπτωμα της καλής υγείας του γονιού. Τι θέλω να πω; Ένα παιδί που μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση και δρα με αυτό τον τρόπο, σημαίνει ότι ζει μέσα στην επιδοκιμασία. Το παιδί που ζει μέσα στην ασφάλεια, μαθαίνει να πιστεύει. Το παιδί που εισπράττει κατανόηση, γίνεται υπομονετικό. Ένα παιδί που ζει μέσα στη δικαιοσύνη, θα επιλέξει να είναι δίκαιο. Κι εκείνο το παιδί που ζει μέσα στην παραδοχή και τη φιλία μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο.

Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε εμείς οι γονείς είναι πρώτα από όλα να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό μας και τα παιδιά μας. Ας είμαστε παρατηρητικοί κι ας εντοπίσουμε μέσω του καθρέφτη, των παιδιών μας δηλαδή, εκείνες τις συμπεριφορές που χρειάζεται πρώτα εμείς να διορθώσουμε ή να αλλάξουμε, ώστε να την ακολουθήσουν και τα παιδιά μας. Για το ψέμα που θα σου φτύσει στα μούτρα το παιδί σου, σκέψου το ψέμα που του σέρβιρες, θεωρώντας πως είναι μικρό και δεν τα καταλαβαίνει όλα.

Το σύμπτωμα είναι το πρώτο βήμα για τη σωστή διάγνωση και θεραπεία. Σε καμιά περίπτωση δεν οφείλεται η αρρώστια στο σύμπτωμα, παρά είναι το ‘καμπανάκι’, ο συναγερμός της αφύπνισης για να θεραπευτούμε. Με τον ίδιο τρόπο, ένα παιδί είναι το σύμπτωμα των γονιών του. Από τη μια μπορεί να λειτουργήσει ως η επιβεβαίωση μιας υγιούς συμπεριφοράς κι από την άλλη ως η προειδοποίηση για τη θεραπεία ενός προβλήματος. Το παιδί δεν είναι υπεύθυνο για το πρόβλημα, παρά είναι η ειδοποίηση, πως χρειάζεται κάτι να αλλάξουμε εμείς οι γονείς. Κι αλλάζοντας εμείς θα ακολουθήσουν και τα παιδιά μας.

ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΕΔΕΛΕΙΑ

Ο ΚΥΚΕΩΝ ΣΤΑ ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΗΤΑΝ ΨΥΧΟΔΗΛΩΤΙΚΟ;

«Είχε δύσει ο Ήλιος, όταν ο Αρχίλαος μπήκε στο Ναό, μαζί με τους άλλους μυηούμενους στα Μεγάλα Μυστήρια της Δήμητρας – στην Ελευσίνα. Είχε προηγηθεί ολιγοήμερη νηστεία και «ακούσματα» – διδαχή, από μυστικές φωνές. Αυτές ακούγονταν μέσα από τους τοίχους μιας μικρής υπόγειας αυλής που περίμεναν, πριν μπουν στο Ναό. Είχαν ακούσει να τους προκαλούν να σκεφτούν πάνω στην αλήθεια, ότι η Περσεφόνη ήταν μέσα σε κάθε άνθρωπο. Κι ότι καθένας μας, στην αναζήτηση της ομορφιάς – κόβοντας λουλούδια – σχετίζεται και με το «Νάρκισσο» – την νάρκωση της Συνείδησης και τότε κατέρχεται στον Άδη.*

Ο Αρχίλαος, σκέφτηκε ότι ηχητικά Α-Δ-Ι-Σ ήταν αλλαγμένο Δ-Ι-Α-Σ και ότι «πάνω» και «κάτω» κόσμος είναι απλά μια αλλαγή θέσης. Σκέφτηκε ότι, Φερσε-Φόνη, ήταν αυτή που «έφερνε» και «έπαιρνε» – «φόνευε». Θυμήθηκε τη φράση: «Φερσεφόνια! Φέρεις γαρ αεί και πάντα φονεύεις». Εύρεση και Χάσιμο, παρουσία και απουσία, ξύπνιος και κοιμισμένος, ζωντανός και πεθαμένος! Ο Αρχίλαος την έψαχνε με τον εαυτό του και είχε γνωρίσει ανθρώπους, που έχοντας μυηθεί στα Μεγάλα Μυστήρια, είχαν αλλάξει τη ζωή τους και σαν να μη φοβούνταν πια το Θάνατο!

Είχε περάσει περίπου μισός χρόνος που θα είχε «καθαρθεί» στον καταρράκτη του Ιλισού, στα Μικρά Μυστήρια τα «εν Αγραίς». Ήταν αποφασισμένος να γίνει «επόπτης», να δει τα «Ιερά», να ανεβάσει την Περσεφόνη από τον Άδη! Ήταν μαθητευόμενος λιθοξόος-γλύπτης και ήθελε να λαξεύσει και τα μάρμαρα της ψυχής του…Προχωρούσαν τώρα σε σκοτεινούς διαδρόμους, που φωτίζονταν από αραιούς δαυλούς. Πριν μπουν στο Ναό είχαν πιει τον «κυκεώνα» – ένα κριθαρόζουμο με βληχώνα και τώρα ένοιωθε κάτι σαν ίλιγγο, ενώ τον διαπερνούσαν ρίγη.

Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και άρχισε να βλέπει, αχνές αρχικά και πιο λαμπερές στη συνέχεια, οπτασίες. Ακούγονταν ύμνοι και ένοιωσε σαν να βγαίνει από το κορμί του και να ταξιδεύει στον ουρανό! Βρέθηκε ανάμεσα στους Θεούς και τις Νύμφες και τους Ημίθεους. Και ξαφνικά γκρεμίστηκε σε ένα μαύρο βάραθρο, με την τρομακτική μορφή της γοργόνας Μέδουσας να τον καταδιώκει…»

Σ’ αυτό το σημείο, το κείμενο διακόπτεται, πιθανόν από τήρηση του άρρητου των μυστηρίων και μένει σ’ όλους μας να πιθανολογήσουμε για το περιεχόμενο, το σκοπό και τ’ αποτελέσματα της εμπειρίας της Ελευσίνιας Τελετής.

Στα «Μεγάλα Μυστήρια», όπως λέγονταν τα Ελευσίνια, αφιερωμένα στη Δήμητρα και στην επάνοδο της κόρης της Περσεφόνης από τον Άδη, οι μυηούμενοι εγίνοντο «επόπτες». Έβλεπαν δηλαδή την σύνολη πραγματικότητα, που περιλάμβανε τον ερχομό, τη φυγή και την επιστροφή. Ερχόντουσαν σε επικοινωνία με τον σκοτεινό κόσμο του Ασυνείδητου, για να μάθουν το ταξίδι του εαυτού τους, στις περιοχές της Αθανασίας και να επιστρέψουν ισχυρότεροι – όπως η Περσεφόνη με το γιο της τον «Βριμό»!

Το περιεχόμενο της εμπειρίας και τα «δρώμενα» ήταν «άρρητα». Δεν λεγόντουσαν και κρατιόντουσαν σαν «ιερό μυστικό». Το σίγουρο είναι ότι υπήρχε μια εκστατική εμπειρία, που μεταμόρφωνε την αντίληψη των μυηούμενων για τη ζωή και τον θάνατο. Σε όλα τα αρχαία μυστήρια, αυτό που επιδιωκόταν ήταν το ΒΙΩΜΑ των παραδόσεων ή της κοσμοαντίληψης της κάθε εθνικής θρησκείας. Οι μύστες είχαν δει! Είχαν γίνει ΕΠΟΠΤΕΣ! Είχαν γνωρίσει «από πρώτο χέρι» τις «άλλες» πραγματικότητες και είχαν ανακαλύψει τη θέση τους ανάμεσα στους «δαίμονες» και τους «Αγγέλους» του θρησκευτικού τους Σύμπαντος. Στην Ελευσίνα, έβλεπαν μορφές, που ο Πλάτωνας στο Φαίδρο, αποκαλεί «φάσματα» ενώ ο Σώπατρος μας αναφέρει ότι έβλεπαν την άνοδο της Περσεφόνης μέσα σε φως με το μικρό γιο της τον Βριμό. Αυτές οι εμπειρίες της αλλαγής των αισθήσεων και της συνείδησης και του ταξιδιού στις «άλλες» πραγματικότητες, ερμηνεύονται από τη χρήση του Κυκεώνα, εφόσον περιείχε ψυχότροπα συστατικά.

Τα ψυχότροπα φυτά, χρησιμοποιήθηκαν χιλιάδες χρόνια τώρα, για τη δημιουργία «πνευματικών» ή «αλλοκοσμικών» εμπειριών. Η «βρώση» και η «πόση» του «σώματος και αίματος» του Θεού, ήταν ανέκαθεν ο πιο άμεσος τρόπος μετάδοσης των θεϊκών ιδιοτήτων στους θνητούς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα ψυχότροπα μανιτάρια ψιλοκυβίνης, που χρησιμοποιούν στις τελετές τους οι Ινδιάνοι της Μεσαμερικής, τα λένε: «Σάρκα των θεών». Υπήρχε πλήθος ψυχοτρόπων φυτών και συνδυασμών τους με διαφορετικές το καθένα επιδράσεις: Από απλή ζάλη έως ύπνο και από διέγερση έως θάνατο. Οι περιγραφές του Διοσκουρίδη για τις επιδράσεις του λιβανιού αν αναμιχθεί με κρασί και του Πλίνιου, γι’ αυτές που προκαλεί κυκλάμινο με κρασί και πικροδάφνη με κρασί, δεν μας αφήνουν αμφιβολία για τις γνώσεις και τη χρήση ψυχοτρόπων, που μπορεί να έκαναν οι αρχαίοι σε ειδικές περιπτώσεις, όπως εορτές και τελετές.

«Σόμα» και Κάνναβη του Σίβα στις Ινδίες, μανιτάρια παντού, κάκτους Μεσκαλίνης στους Ινδιάνους της Αμερικής, Νηπενθές στην Οδύσσεια – το πιθανότερο: όπιο, ενώ ο Υοσκύαμος που αναφέρουν ο Πλίνιος και ο Ξενοφώντας, συναγωνίζονταν τον Μανδραγόρα και τον Ελλέβορο ή Μελαμπόδιο, που αναφέρουν ο Θεόφραστος και ο Μένανδρος. Και φυσικά, στην Ελευσίνα, έχουμε δύο βασικά ψυχότροπα, που προκαλούν την κάθοδο στον Άδη ή στο Α-συνείδητο. Το πρώτο είναι στη θεωρία του μύθου και είναι το λουλούδι: Νάρκισσος, που ναρκώνει και κατεβάζει την Περσεφόνη στον «κάτω» σκοτεινό κόσμο. Το δεύτερο είναι η πράξη της μέθεξης: η πόση του Κυκεώνα, που δημιουργεί, όπως λέει ο Πλούταρχος, «φρίκη και τρόμο και ιδρώτα και θάμβος» και σε «κατεβάζει» – αυτή τη φορά ξύπνιο – στους άλλους κόσμους.

Την πιο σοβαρή ένδειξη, για τη φύση του κυκεώνα και των «ιερών» σαν ψυχοτρόπων ουσιών, μας δίδει η περίπτωση του Αλκιβιάδη, που αυτός και οι φίλοι του κατηγορήθηκαν για ιεροσυλία το 415 π.Χ., έχοντας χρησιμοποιήσει τον κυκεώνα για διασκεδάσεις στα σπίτια τους, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο ομώνυμο βιβλίο του.

Οι επιδράσεις των ψυχοτρόπων, που αλλάζουν βαθιά τη συνείδηση, ανάλογα με το αν είναι αρνητικές ή θετικές, δίνουν και την ανάλογη ονομασία. Όντας ψυχο-δηλωτικά, μπορούν ν’ αποκαλύψουν από εφιαλτικά τραυματικά και φοβικά στοιχεία, μέχρι αισθήματα υπέρτατης έκστασης, καθαρότητας και σοφίας. Στην πρώτη περίπτωση τα λένε: Ψυχοδυσληπτικά ή Ψυχοσιομιμητικά και στη δεύτερη περίπτωση: Ψυχοδιασταλτικά (Mind expanding) και Ενθεογενή (entheogenic).

Τα Δημητριακά: κριθάρι, στάρι, σίκαλη κ.α. δεν έχουν ψυχότροπες ιδιότητες. Ένα παράσιτο όμως σε ξενιστή των Δημητριακών, η Ερισυβώδης Όλυρα, σκληρώτιο του μύκητα claviceps purpurea, έχει τα βασικά αλκαλοειδή που περιέχουν Λυσεργικό οξύ. Η Ερισυβώδης Όλυρα της σίκαλης ονομάστηκε ergot και έγινε αιτία διαταραχών με «ψευδαισθήσεις» τον μεσαίωνα στην Ευρώπη, μεταξύ αυτών που έτρωγαν ψωμί χωρίς άλεσμα. Η ερισυβώδης Όλυρα συνυπάρχει με ένα παρασιτικό αγριόχορτο το Λόλιο ή Ήρα, ζιζάνιο στα Δημητριακά. Το φάγωμα ψωμιού από Λόλιο, σύμφωνα με τον Οβίδιο προκαλεί διαταραχές στην όραση, ενώ ο Πλίνιος αναφέρεις ιλίγγους. Σε μια κωμωδία αναφέρεται η φράση: «Πρέπει να έχει φάει ψωμί από Λόλιο για να βλέπει ανύπαρκτα πράγματα». Ο Ψευδο-Διοσκουρίδης αναφέρει την Ήρα σαν «φυτό της παραφροσύνης».

Το κριθάρι μολύνεται συχνά από τον μύκητα που περιέχει Λυσεργικό οξύ – τον βασικό πυρήνα του ψυχοδηλωτικού L.S.D. (Δι-αιθυλ-αμίδη του Λυσεργικού οξέως). Κριθαρόζουμο με βληχώνα, είχε σαν συστατικά ο κυκεώνας, μας λέει ο Ομηρικός ύμνος στη Δήμητρα. Κι αμέσως μετά, κενό στο αρχαίο κείμενο! Και έτσι μας μένει να βγάλουμε συμπεράσματα από την ερμηνεία των στοιχείων του μυστηρίου: Κριθαρόζουμο, Ρίγη, Ίλιγγος, Φάσματα, Αλκιβιάδης, Ιεροσυλία. Κάπου μπορεί να είχε δίκιο ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς που έγραφε ότι «τα “Ιερά” της τελετής ήσαν φαγώσιμα». Έτσι, λογικά, θα μπορούσε να τα μεταφέρει ο Αλκιβιάδης σπίτι του για να «διασκεδάσει» με τους φίλους του.

Το «κριθαρόζουμο, έχει πολύ μεγάλες πιθανότητες να περιείχε ψυχοδηλωτικό της ομάδας του Λυσεργικού, όπως το L.S.D. Αυτού του είδους τα ψυχότροπα υπάρχουν σε διάφορα φυτά, όπως σε περικοκλάδες και στο φυτό ololiqui που οι Ινδιάνοι χρησιμοποιούσαν στις τελετές τους. Τα ζιζάνια των Δημητριακών όπως το Paspalum Distichum λέγονται «Αγρωστίδες» και φέρουν συνήθως την Ερυσιβώδη Όλυρα με τις ψυχότροπες επιδράσεις

Οι επιδράσεις αυτών των ψυχοδηλωτικών, προσομοιάζουν με αυτές της Διαιθυλαμίδης του Λυσεργικού οξέως (L.S.D.): Ρίγη, τρόμος, ίλιγγος, αισθητηριακές αλλαγές, «φάσματα», «Μεταφυσικές» εμπειρίες. Ειδικά οι τελευταίες, είναι αυτές που χαρακτηρίζουν τις λεγόμενες «ενθεογενείς» ουσίες, στις οποίες κατατάσσονται οι ψυχεδελικοί μύκητες. Δεν είναι τυχαίο ότι τη διάδοση της χρήσης των ψυχεδελικών στη Δύση, τη δεκαετία 1960 την ακολούθησε αμέσως η αναζήτηση της μυστικιστικής και εσωτερικής φιλοσοφίας και η διάδοση των αρχαίων Ανατολικών πνευματικών διδασκαλιών και των σχετικών μεθόδων πνευματικής ανάπτυξης. Διάφορες μορφές γιόγκα, Τάντρα, Διαλογισμός δίπλα σε σαμανιστικές τεχνικές, και μεθόδους αυτογνωσίας από ινδιάνικες έως βουδιστικές, αποτέλεσαν έναν πολύχρωμο κήπο «μεταφυσικής» αναζήτησης, που αναπτύχθηκε την εποχή της ψυχεδελικής έκρηξης.

Η αλλαγή συνείδησης, που προκαλείται από τις ψυχοδηλωτικές ουσίες, αναπτύσσει τη μεταφυσική αναζήτηση, γιατί αλλάζει σημαντικά την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, την αντίληψη του Εαυτού και του Κόσμου, την αίσθηση της ζωής και την ίδια την ταυτότητα. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος καταναλώσει ψυχοδηλωτικά θα δει το Θεό μέσα του (εντός-θεός-γεννιέται – ενθεογενές). Το αποτέλεσμα είναι πάντα εξαρτημένο από τη δόση, το περιβάλλον και την προετοιμασία. Σε άλλη δόση και με άλλη σκοπιμότητα, τα ψυχοδηλωτικά – επειδή αυξάνουν την αισθαντικότητα, μπορούν να οδηγήσουν σε αισθησιακές διασκεδάσεις – όπως του Αλκιβιάδη ή των σύγχρονων Μουσικών φεστιβάλ.

Σε άλλη δόση, με κατάλληλη προετοιμασία και σε κατάλληλο περιβάλλον, όπως στην Ελευσίνια Τελετή, μετά από 9 ημέρες νηστείας και σχετικά «ακούσματα», έκαναν τους χρήστες του κυκεώνα «παθείν και διατεθήναι». «Να παθαίνουν και να μπαίνουν σε μια κατάσταση» (Αριστοτέλης) ώστε, όπως λέει ο Ψελλός: «Αυτού παθόντος του νου την έλλαμψιν… αυτοπτήσας τωί νωί»: «να υφίστανται το φωτισμό στο νου τους ώστε να γίνονται αυτόπτες» – να βλέπουν τις αλήθειες με τα ίδια τους τα μάτια.

«Ενήστευσα, έπιον τον κυκεώνα» μας λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ήταν το βασικό σύνθημα εισόδου στην Μυστική εμπειρία. Αυτή, ήταν τέτοια ώστε να γράψει ο Πίνδαρος: «Όλβιος όστις ίδων κειν εις υποχθόν. Οίδε μεν βίου τελευτάν οίδε δε Διόσδοτον αρχάν» «Ευτυχισμένος εκείνος που θα δει αυτά που είναι κάτω από την γη! Γιατί γνώρισε το σκοπό (τέλος) της ζωής του και την από το Δία δοσμένη αρχή του.»

Πιστεύω, ότι το γεγονός της «ιεροσυλίας» του Αλκιβιάδη με τη χρήση του κυκεώνα είναι η μεγαλύτερη ένδειξη της ψυχοτρόπας επίδρασης του Ελευσίνιου ποτού. Οι δε περιγραφές των εμπειριών, φαίνονται να δικαιώνουν τον Gordon Wasson, Carl Ruck και Albert Hofmann, έναν εθνομυκητολόγο, έναν Αρχαιολόγο κι έναν χημικό αντίστοιχα, που στο βιβλίο τους: «Ο Δρόμος στην Ελευσίνα – Αποκαλύπτοντας το Μυστικό των Μυστηρίων», καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο κυκεώνας ήταν σχετικό με το L.S.D. ψυχοδηλωτικό, προερχόμενο από την Ερυσιβώδη Όλυρα. Στόχος της χρήσης του ήταν να υπάρξει Αναγέννηση ή Ανάσταση της «Περσεφόνης». Αυτό συμβολικά αναφέρεται στο φωτισμό της Συνείδησης (εποπτεία) αφού θα είχε περάσει από τις αόρατες περιοχές της πραγματικότητας – τις «κάτω από τη γη».

Δυστυχώς σήμερα, η έστω και ερευνητική χρήση – με τους καλύτερους κανόνες προστασίας – των ψυχοδηλωτικών, είναι αυστηρά απαγορευμένες. Οι ουσίες, που κυκλοφορούν σαν ψυχοδηλωτικά – τα «τριπάκια», συνήθως δεν είναι καθαρές ή ελεγμένες ποιοτικά. Έτσι, οι κίνδυνοι χρήσης είναι πολλαπλάσιοι, από αυτούς που ήταν για χιλιάδες χρόνια μέχρι πριν τέσσερις δεκαετίες. Σήμερα η ανάσταση της «Περσεφόνης» με ψυχοδηλωτικά είναι επικίνδυνη και ιστορικά ανεπίκαιρη. Η Ελευσίνια Τελετή θάφτηκε πριν δεκαπέντε αιώνες από τους μισέλληνες χριστιανούς!
----------------------------
* Σύμφωνα με το μύθο, την Περσεφόνη άρπαξε ο Πλούτωνας, μόλις έκοψε τον Νάρκισσο. Έκτοτε περνούσε το ένα τρίτο του χρόνου της στον Άδη και τα δύο τρίτα στον πάνω κόσμο. Στα Ελευσίνια, η Περσεφόνη ανασταίνεται έχοντας γεννήσει γιο από τον Πλούτωνα, τον Βριμό. (Ισχυρό)

Παιδεία και κοινωνία - Ο ρόλος της παιδείας

Η παιδεία, όπως έχει ειπωθεί από πολλούς, αποτελεί το μέσον για ένα καλλίτερο κόσμο. Θα πρέπει φυσικά να στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι με τον όρο καλλίτερο δεν εννοούμε πιο παραγωγικό, αυτό είναι θέμα της γνώσης και των δεξιοτήτων των ανθρώπων.

Με τον όρο καλλίτερο εννοούμε εκείνο τον κόσμο που παρουσιάζει ελάχιστες (και γιατί όχι μηδενικές) οικονομικές ανισότητες, μηδενικές κοινωνικές διακρίσεις, κατανόηση της έννοιας των δικαιωμάτων (τα δικαιώματα αφορούν τους πάντες και κύρια τις μειοψηφίες) και κατοχύρωση τους, ίσες ευκαιρίες για όλους στην ζωή ανεξάρτητα, θρησκείας, χρώματος και κοινωνικής ή οικονομικής θέσης, κλπ. Είναι όμως η παιδεία εργαλείο για ένα καλλίτερο κόσμο; Μπορεί να αποτελέσει η παιδεία εργαλείο για καλλίτερη υγεία; Μπορεί να αποτελέσει η παιδεία εργαλείο για να συνεννοηθούμε αποτελεσματικότερα και να λύσουμε προβλήματα που βασανίζουν την ανθρωπότητα (πολέμους, οικονομικές κρίσεις, φτώχεια, κλπ); Ας προσπαθήσουμε όμως να προσεγγίσουμε την έννοια της παιδείας και τον ρόλο της στην διαμόρφωση της κοινωνικής και παραγωγικής μας ζωής πριν καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα.

Αρχικά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η λέξη παιδεία χρησιμοποιείται πολύ συχνά σήμερα στην θέση της λέξης εκπαίδευση και, κατά την άποψη μας, δικαιολογημένα ισχυρίζονται πολλοί ότι προκαλείται σύγχυση τόσο ανάμεσα στις λέξεις παιδεία και εκπαίδευση, όσο και ανάμεσα στις λέξεις αγωγή, μόρφωση, κουλτούρα και παιδεία. Με αφορμή αυτό το γεγονός, θα πρέπει να πούμε ότι η λέξη παιδεία είναι αρχαιοελληνική λέξη με την οποία χαρακτηρίζονταν η αγωγή των παιδιών. Από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας η λέξη αυτή, με την ευρύτερη έννοια, σήμαινε τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, τον ανθρωπισμό ως διακριτικό χαρακτηριστικό μάλιστα των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων. Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά η έννοια της λέξης παιδείας ταυτίστηκε με την γενική μόρφωση και αυτή την σημασία διατηρεί ο όρος μέχρι και σήμερα. Τελικά η παιδεία είναι κάτι διαφορετικό από την γνώση, την μόρφωση ή τον πολιτισμό; Αν ναι, υπάρχουν αλληλεπιδράσεις και σχέσεις μεταξύ των παραπάνω εννοιών και πόσο η παιδεία έχει επηρεάσει τον πολιτισμό και την γνώση ή το αντίστροφο;

Στην προσπάθεια μας να φωτίσουμε την έννοια της λέξης παιδεία, θα ανατρέξουμε σε διάφορες βιβλιογραφικές πηγές. Έτσι, σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος-Larouce-Britanica» στον 18ο τόμο στην θέση του λήμματος εκπαίδευση διαβάζουμε τα παρακάτω για την παιδεία: «Ο όρος παιδεία δηλώνει την σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια για ατομική τελείωση και κοινωνική ένταξη ενός ανθρώπου οποιασδήποτε ηλικίας». Αναφέρεται μάλιστα στην συγκεκριμένη εγκυκλοπαίδεια ότι, η προσπάθεια αυτή (της παιδείας) συντελείται δυναμικά, στα πλαίσια της κοινωνίας, όχι από ένα και μοναδικό άτομο, αλλά από τη λειτουργία των θεσμών, τον καθημερινό βίο, την πολιτιστική παράδοση, την πολιτική ζωή και την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» γενικότερα». Αναγνωρίζεται δηλαδή στο συγκεκριμένο κείμενο ότι η παιδεία είναι κάτι πολύ ευρύτερο από την γνώση ενός αντικειμένου και συνδέεται πολύ περισσότερο με την συμπεριφορά των ατόμων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, παρά με τις γνώσεις των ατόμων αυτής της κοινωνίας γύρω από διάφορα θέματα, όπως η φύση, το ανθρώπινο σώμα, το διάστημα, το υπέδαφος, κλπ. Επίσης θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τις λέξεις «συνειδητή και σκόπιμη προσπάθεια», που υποδηλώνουν ότι πίσω από την εκπαίδευση υπάρχουν συγκεκριμένοι στόχοι της εκάστοτε κοινωνίας. Το πρώτο ερώτημα που γεννάται εδώ είναι: αυτοί που αποφασίζουν τον χαρακτήρα της παιδείας αντιπροσωπεύουν το σύνολο μιας κοινωνίας ή μέρος αυτής; Λίγο παρακάτω, στην συγκεκριμένη πάντα εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται ότι ο όρος παιδεία εμφανίστηκε στην χώρα μας από τον 5ο π.Χ. αιώνα και σημαίνει άλλοτε την ανατροφή του παιδιού, άλλοτε την διδασκαλία και άλλοτε τα αποτελέσματα της ανατροφής και της εκπαίδευσης.

Σύμφωνα με τον Ντυρκάιμ, που ασχολήθηκε συστηματικά με το θέμα αυτό, εκπαίδευση είναι: «η δράση που κατευθύνεται από τις γενιές των ενηλίκων στις γενιές εκείνες που δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμες για την κοινωνική ζωή. Η δράση αυτή σκοπό έχει να προκαλέσει και να αναπτύξει στο παιδί ορισμένες φυσικές, πνευματικές και ηθικές καταστάσεις που απαιτούν από αυτό τόσο η πολιτική κοινωνία στο σύνολο της, όσο και το ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον, για το οποίο προορίζεται το παιδί». Ο συγκεκριμένος ορισμός του Ντυρκάιμ απαντά εν μέρει στο πρώτο ερώτημα που θέσαμε, αφού αποδέχεται ότι η εκπαίδευση του παιδιού έχει σαν στόχο να το προετοιμάσει έτσι ώστε να προσαρμόζεται στο ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο προορίζεται να δράσει το παιδί. Υπάρχει φυσικά μια στενότητα σε αυτό τον ορισμό που περιορίζει την εκπαίδευση μόνο στην παιδική ηλικία.

Επίσης η λέξη αγωγή δηλώνει την σκόπιμη μορφωτική ενέργεια που ασκείται από ένα παιδαγωγό σε ένα παιδαγωγούμενο, κυρίως κατά την παιδική ηλικία του τελευταίου. Η λέξη μόρφωση είναι αποτέλεσμα της αγωγής και της παιδείας, ενώ η έννοια της λέξης πολιτισμός (πολλοί την ταυτίζουν απόλυτα με την λέξη κουλτούρα) είναι ευρύτερη και δηλώνει την πνευματική παράδοση, τις ιδέες, τις ιδέες, τις αξίες και του τρόπου ζωής ενός έθνους. Με τις έννοιες αυτές όμως θα ασχοληθούμε περισσότερο στην συνέχεια αυτής της προσπάθειας..

Θα έλεγα ότι και οι παραπάνω ορισμοί που αναφέραμε (φυσικά υπάρχουν και άλλοι) απαντούν ίσως σε ορισμένα ερωτήματα, ταυτόχρονα όμως δημιουργούν και άλλα. Για παράδειγμα, γιατί πρέπει ένα άτομο να προσπαθήσει να αναπτυχθεί ατομικά προκειμένου να ενταχθεί στην κοινωνία; Ποιος ορίζει την σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια αυτής της ατομικής τελείωσης και γιατί; Επίσης δεδομένου ότι το κοινωνικό περιβάλλον μεταβάλλεται στον χώρο και τον χρόνο, ποιες είναι εκείνες οι δυνάμεις που ορίζουν το ποιες φυσικές, πνευματικές και ηθικές καταστάσεις πρέπει να αποκτήσει ένα άτομο κάθε φορά για να μπορέσει να ενταχθεί μέσα στην κοινωνία; Τέλος το ζήτημα της παιδείας και της εκπαίδευσης αφορά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα της ζωής ενός ανθρώπου ή είναι ένα ζήτημα που αφορά όλη την ζωή του και γιατί;

Στην ιατρική το ιστορικό ενός ασθενούς είναι σημαντικό προκειμένου να καταλήξει ένας γιατρός σε σωστή διάγνωση. Το ίδιο συμβαίνει, κατά την προσωπική μου άποψη, και με πολλά άλλα θέματα. Είναι απαραίτητο, αν θέλουμε να εξάγουμε σωστά συμπεράσματα, να αναζητήσουμε τις ιστορικές ρίζες της παιδείας και της εκπαίδευσης, τις αιτίες που γέννησαν την ανάγκη της, αλλά και τους σκοπούς που αυτή κλήθηκε να υπηρετήσει. Φυσικά δεν έχουμε τον χώρο να κάνουμε μια σε βάθος ιστορική αναδρομή, νομίζω όμως ότι μπορούμε να σκιαγραφήσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της ιστορίας της εκπαίδευσης και να αναζητήσουμε απάντηση σε ορισμένα από τα ερωτήματα που θέσαμε.

Γυρίζοντας πολύ πίσω στον χρόνο, στα πρώτα βήματα της ανθρώπινης κοινωνίας παρατηρούμε ότι μια από τις βασικότερες διαφορές των ανθρώπων από τα ζώα, είναι ότι σχηματίζουν συνεχόμενες κοινωνίες με υλικό πολιτισμό που ανοίγει νέους ορίζοντες στις ικανότητες της απλής βιολογικής τους ύπαρξης, όπως λέει ο καθηγητής John D. Bernal, ένας επιστήμονας που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιστορία της επιστήμης και τις σχέσεις της τελευταίας με την κοινωνία. Αυτές οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες που ανέπτυξαν μεθόδους πορισμού της τροφής και προστασίας πολύ πιο αποτελεσματικές από όλα τα άλλα ζώα, ανέπτυξαν ταυτόχρονα και τα μέσα και τις μεθόδους για την διατήρηση, μεταβίβαση και ανάπτυξη αυτών μεθόδων με την μορφή της παράδοσης που αποτελούσε και την πρώτη μορφή εκπαίδευσης. Στις παλαιότερες εποχές λοιπόν, και πριν την εμφάνιση και ανάπτυξη των πρώτων πολιτισμών, τόσο οι τέχνες όσο και οι πατροπαράδοτες ιδέες για την θρησκεία μαθαίνονταν μέσα από την οικογένεια, την φυλή και τους «τεχνίτες». Η διδασκαλία αυτή ήταν προφορική και οι μαθητές μάθαιναν και μετέφεραν στους άλλους ότι μπορούσαν να απομνημονεύσουν. Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιζε η απόκτηση της γνώσης μέσα από την εμπειρία, δηλαδή στην πράξη, από τον μαθητή που θήτευε δίπλα στον «δάσκαλο», είτε αυτός ήταν «τεχνίτης», είτε το αρχαιότερο μέλος της οικογένειας, κλπ. Σκοπός της εκπαίδευσης ήταν να μεταφερθούν οι απαραίτητες γνώσεις από τους προγόνους στους απογόνους, έτσι ώστε να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος, η ομάδα, η φυλή με επιτυχία τις αντιξοότητες της καθημερινότητας στην «μάχη» για επιβίωση. Αργότερα, φαίνεται ότι η εξέλιξη της εκπαίδευσης επηρεάστηκε σημαντικά από την ανάπτυξη της γραφής και των γραπτών κειμένων.

Στο βιβλίο του Bruce G. Trigger «Understanding Early Civilizations» (κατανοώντας τους πρώιμους πολιτισμούς) αναφέρεται ότι σκοπός της εκπαίδευσης ήταν η μεταφορά εξειδικευμένης γνώσης από την μια γενιά στην άλλη. Κατά τον συγκεκριμένο συγγραφέα αυτό αφορούσε ιδιαίτερα την μεταβίβαση των γνώσεων ανάμεσα στις ανώτερες και τις διοικούσες τάξεις της κοινωνίας και ποίκιλε από πολιτισμό σε πολιτισμό. Έτσι οι Ίνκας, για παράδειγμα, έδιναν μεγάλη προσοχή στην εκπαίδευση των ανδρών που ανήκαν στην αριστοκρατική τάξη και επιλεγμένων γυναικών. Η εκπαίδευση αυτή αφορούσε το πώς να κρατούν και να χειρίζονται τα όπλα, να μαθαίνουν τους νόμους, το πώς να κυβερνούν, αλλά και πώς να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την τάξη τους. Οι Αζτέκοι, από την άλλη πλευρά, μας ενημερώνει ο συγγραφέας, απαιτούσαν όλα τα αγόρια να παρακολουθούν δύο ειδών σχολεία. Οι γιοι των ευγενών και ορισμένων «απλών» πολιτών παρακολουθούσαν σχολεία που ήταν στενά συνδεδεμένα με τους κυριότερους ναούς και ο στόχος της εκπαίδευσης ήταν να βγουν από αυτά τα σχολεία ιερείς, ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι και αντιγραφείς χειρογράφων.

Επίσης σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος-Larouce-Britanica» στην Αρχαία Αίγυπτο, η εκπαίδευση βρισκόταν αποκλειστικά στα χέρια των ιερέων. Στην Μεσοποταμία η εκπαίδευση ετοίμαζε ιερείς και γραφείς. Στην Βόρεια Κίνα ο κυριότερος στόχος της εκπαίδευσης ήταν να αναπτύξει την ηθική ευαισθησία του παιδιού απέναντι στον συνάνθρωπο και στο κράτος. Στην αρχαία Ινδία η κινητήρια δύναμη κάθε εκπαιδευτικής δραστηριότητας ήταν η θρησκεία και ποίκιλε ανάλογα με την «κάστα» στην οποία ανήκε ο κάθε άνθρωπος. Στην Ελλάδα η εκπαίδευση, στα δυο σημαντικά κέντρα της αρχαιότητας, την Σπάρτη και την Αθήνα, διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο.

Στην Σπάρτη η εκπαίδευση περιελάμβανε παρελάσεις, χορούς αγώνες και τραγούδια και από το 550 π.Χ. περιορίζεται σε στρατιωτικά καθήκοντα. Φαίνεται πως οι Σπαρτιάτες είχαν αρκετό χρόνο στην διάθεση τους. Απελευθερωμένοι από το άγχος της εργασίας (αυτή την είχαν αναλάβει οι δούλοι και οι είλωτες) αφιερώνονταν στην εκπαίδευση τους που βασίζονταν στα ιδεώδη τους. Έτσι αυτοί ασχολούνταν με την φυσική εξάσκηση, την στρατιωτική εκπαίδευση, το κυνήγι και τις αποκαλούμενες «λέσχες» στις οποίες οι συζητήσεις γίνονταν γύρω από ότι εθεωρείτο ευγενές και φυσικά όχι για δουλειά. Αυτή όπως είπαμε αφορούσε τους δούλους και τους είλωτες. Και ποια παιδιά πήγαιναν στα σχολεία της εποχής; Εκείνα των οποίων οι γονείς είχαν την δυνατότητα να συνεισφέρουν κάθε μήνα ένα μέδιμνο κριθάρι, οκτώ χοές οίνου, πέντε μνας τυρί και μισή μνα σύκα. Αν οι γονείς ήταν φτωχοί και δεν είχαν αυτές τις δυνατότητες, τότε έχαναν τα δικαιώματα τους ως πολίτες και τα παιδιά τους δεν ήταν δυνατόν να εκπαιδευτούν στο Σπαρτιάτικο σύστημα. Με άλλα λόγια τα σπαρτιάτικα σχολειά αφορούσαν μόνο τους ομοίους, δηλαδή τους κατέχοντες.

Στην αρχαία Αθήνα στόχος της εκπαίδευσης ήταν να κάνει το νέο άνθρωπο «καλόν κάγαθόν» και γι’ αυτό το κύριο μέλημα της εκπαίδευσης ήταν η εξισορρόπηση ανάμεσα στην άσκηση του σώματος και την καλλιέργεια του πνεύματος. Η εκπαίδευση της αρχαίας Αθήνας, όπως και εκείνη πολλών άλλων πόλεων, διαιρείται σε τρία στάδια: Το Πρωτοβάθμιο, αφορούσε τις ηλικίες έξι έως δέκα τέσσερα, το Δευτεροβάθμιο τις ηλικίες από τα δέκα τέσσερα έως τα δέκα οκτώ και το τριτοβάθμιο από τα δέκα οκτώ έως τα είκοσι. Από τα τρία αυτά στάδια, το τρίτο ήταν υποχρεωτικό, και το παρείχε η πόλη-κράτος, ενώ το δεύτερο ήταν εντελώς προαιρετικό και αφορούσε μάλλον τους εύπορους πολίτες. Στην αρχαία Αθήνα, και στην αρχαία Ελλάδα γενικότερα, οι φτωχοί καλούνταν να στρέψουν την προσοχή τους στην παραγωγή, δηλαδή την γεωργία και το εμπόριο, ενώ οι πλουσιότεροι στην μουσική, την ιππασία, την γυμναστική, το κυνήγι και την φιλοσοφία.

Προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε, μέσα στον περιορισμένο χώρο και χρόνο που έχουμε, ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που αφορούσαν την εκπαίδευση σε διάφορες χαρακτηριστικές περιόδους της αρχαιότητας σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Πριν προσπαθήσουμε να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα όμως, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι εκτός από τις παραπάνω κυρίαρχες τάσεις που αναπτύχθηκαν, υπήρχαν και άλλες τάσεις όσο αφορά την εκπαίδευση, ιδιαίτερα όσο αφορά την πατρίδα μας. Να αναφέρουμε λοιπόν ότι ιδιαίτερη σπουδαιότητα είχαν αποκτήσει οι σχολές επαγγελματικής φύσεως που δημιουργήθηκαν βαθμιαία για την διατήρηση και διάδοση των κειμένων διάφορων κατηγοριών όπως, για παράδειγμα, των επικών ποιητών (Ομηρίδαι), των ιατρών (Ασκληπιεια), των φιλοσόφων και μαθηματικών (Πυθαγόριοι), κλπ. Επίσης στον πρώιμο πολιτισμό που ανέπτυξαν οι Ίωνες βρίσκουμε ένα τύπο εκπαίδευσης, γνωστό ήδη στα Ομηρικά έπη, που ήταν ενδιάμεσος μεταξύ της οικογενειακής και σχολικής διδασκαλίας και που αναλαμβάνονταν από ένα παιδαγωγό μισθωμένο από ιδιώτες. Παράλληλα υπήρχαν και οι πραγματικές σχολές όπου η εκπαίδευση στην παλαίστρα αποτελούσε αρχικά το κύριο χαρακτηριστικό.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω μπορούμε να βγάλουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα όσο αφορά τον ρόλο της παιδείας σε αυτή την χρονική περίοδο της ανθρωπότητας. Ορισμένα από αυτά τα συμπεράσματα είναι τα ακόλουθα:

1. Η εκπαίδευση ξεκίνησε σαν ανάγκη να μεταβιβαστούν δεξιότητες και γνώσεις που αφορούν την επιβίωση των ανθρώπινων κοινωνιών από την μια γενιά στην άλλη. Φυσικά ο υλικός πολιτισμός (με αυτή την έννοια θα ασχοληθούμε αργότερα) της εκάστοτε κοινωνίας διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ίδιας της κοινωνίας και φυσικά της εκπαίδευσης.

2. Η εκπαίδευση αποτελεί πράγματι, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια των κυριάρχων τάξεων προκειμένου να διατηρήσουν την εξουσία τους. Αυτός εξ’ άλλου είναι και ο λόγος που η εκπαίδευση αποτελεί προνόμιο τους. Μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι η εκπαίδευση αποτελεί βασική μορφή κοινωνικοποίησης των ατόμων σε μια δεδομένη κοινωνία, σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα.

3. Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται έχουν σχέση κύρια με τις διαφορές στον τρόπο οργάνωσης της συγκεκριμένης κοινωνίας και του τρόπου άσκησης της εξουσίας παρά σε κάποιο άλλο γεγονός. Για παράδειγμα το κύριο χαρακτηριστικό της Σπάρτης ήταν η στρατιωτική εκπαίδευση, γιατί αυτό διευκόλυνε καλλίτερα την άσκηση της εξουσίας από την συγκεκριμένη ελίτ των «ομοίων» που είχε την εξουσία σε αυτή την πόλη-κράτος.

4. Τι είναι όμως αυτό που ανάγκασε την κοινωνία να περάσει από τις απλές μορφές εκπαίδευσης στις πιο πολύπλοκές και σύνθετες, όπως αυτές που περιγράψαμε παραπάνω. Φαίνεται ότι πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η αλλαγή στην οργανωτική δομή της κοινωνίας, που έγινε πιο πολύπλοκη και απαιτούσε για την διατήρηση της περισσότερες γνώσεις. Αίτιο της πολυπλοκότερης οργανωτικής δομής ήταν η ανάπτυξη και εξέλιξη του τρόπου παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας που απαιτούσε με την σειρά του άλλες οργανωτικές δομές. Με άλλα λόγια, ο τρόπος και το επίπεδο παραγωγής, ή η ανάπτυξη, των παραγωγικών συντελεστών (εργασία, γη, τεχνικά μέσα) σε αυτές τις κοινωνίες διευκόλυνε μια τέτοια οργάνωση της κοινωνίας. Δηλαδή από την μια πλευρά αυτή που είχαν ελάχιστη εκπαίδευση και ήταν υπεύθυνοι για να παράγουν μέσα από την εργασία τους τα υλικά αγαθά, και από την άλλη αυτοί που καλούνται να διαχειριστούν αυτή την παραγωγή και να την αναδιανείμουν με συγκεκριμένο τρόπο μέσα στην κοινωνία. Ο είλωτας ή ο δούλος, σε οποιοδήποτε από τους πρώιμους ή αρχαίους πολιτισμούς, δεν ήταν ανάγκη να έχει ιδιαίτερες γνώσεις για να παράγει. Το μόνο που ήταν αναγκαίο ήταν να μπορεί να εργάζεται, να χρησιμοποιεί την μυϊκή του δύναμη και να ακούει τον αφέντη του. Επίσης η επικοινωνία και οι σχέσεις αφορούσαν κατά κύριο λόγο αυτούς που έπρεπε να διαχειριστούν τον πλούτο. Αυτοί λοιπόν έπρεπε να μάθουν τους νόμους, τους καλούς τρόπους συμπεριφοράς, την μουσική, την γραφή, κλπ. Αυτοί έπρεπε να καλλιεργήσουν το πνεύμα τους περισσότερο προκειμένου να εξυπηρετούν καλλίτερα τους ηγέτες τους και να αποδεικνύουν σε αυτούς την χρησιμότητα τους.

Στο σημείο αυτό, και έχοντας σαν στόχο να «εξηγηθούμε» και όχι να παρεξηγηθούμε, θα πρέπει να διευκρινίσουμε δύο σημεία:

1. θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν μπορούμε και δεν πρέπει να κρίνουμε τις συγκεκριμένες ενέργειες εκείνης της εποχής με βάση τις αξίες που έχουν επικρατήσει (;) σήμερα στις σύγχρονες κοινωνίες των αναπτυγμένων κρατών. Για να κρίνουμε εκείνες τις κοινωνίες θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις συνθήκες εκείνης της εποχής με το συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών συντελεστών, όπου η δεισιδαιμονία, η άγνοια έναντι σε απλά φαινόμενα, και ο φόβος έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου. Η επιβίωση με τα συγκεκριμένα τεχνικά μέσα και γνώσεις εκείνης της εποχής ήταν πράγματι πολύ σκληρή υπόθεση και η καθημερινή μάχη για τα «προς το ζην», κάτω από αυτές τις συνθήκες, συνέβαλε με την σειρά της σημαντικά στην δημιουργία ενός πιο «άγριου», σε όρους καθημερινής συμπεριφοράς, κόσμου.

2. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι περιγράφοντας τα γεγονότα δεν σημαίνει ότι περιγράφουμε, σε αυτή την φάση, όλες τις διαστάσεις της έννοιας παιδεία. Για παράδειγμα, περιγράφουμε, σε αυτή πάντα την χρονική περίοδο, την επίδραση της καθημερινής ζωής στην εξέλιξη της παιδείας και της γνώσης, δεν έχουμε όμως αναφερθεί στην επίδραση της γνώσης και της παιδείας στην εξέλιξη της κοινωνίας και των σχέσεων. Θα πρέπει με αφορμή αυτή ακριβώς την τελευταία παρατήρηση, να υπογραμμίσουμε ότι, σαφώς συγκεκριμένες δυνάμεις και παράμετροι καθοδηγούν την εξέλιξη της παιδείας και της γνώσης.

Από την άλλη πλευρά όμως, η ανάπτυξη της παιδείας και της γνώσης δημιούργησε νέες συνθήκες, συνέβαλε στην αναδιάταξη των δυνάμεων, προσέθεσε νέες και σε τελευταία ανάλυση επηρέασε την πορεία της εξέλιξης.

Μετά και από αυτές τις διευκρινήσεις μπορούμε νομίζω να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στον χρόνο προσπαθώντας να διερευνήσουμε τα όρια και τις δυνατότητες της παιδείας.

Έτσι λοιπόν, τα επόμενα χρόνια που κύλησαν ή για να ήμαστε πιο ακριβείς, οι επόμενοι αιώνες που κύλησαν δεν, είχαν να επιδείξουν σημαντικές αλλαγές όσο αφορά την εξέλιξη της γνώσης ή της κοινωνίας. Υπάρχει όμως μια σημαντική αλλαγή και αυτή είναι η δημογραφική αλλαγή. Αυτή έλαβε χώρα κύρια κατά την περίοδο που ορίζεται από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα.

Τα στοιχεία φυσικά δεν είναι πολλά, αλλά σύμφωνα με αυτά που υπάρχουν έχουν επιτρέψει στους ιστορικούς να υπολογίσουν ότι η Αγγλία, για παράδειγμα, είχε στα 1086 1.100.000 κατοίκους στο σύνολο της, ενώ λίγο πριν την φοβερή πανώλη του 1348 ο αριθμός αυτό θα φτάσει τα 3.700.000. Παρατηρείτε επίσης μια αύξηση του πληθυσμού των πόλεων, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι οι πόλεις εκείνης της εποχής έμοιαζαν με τις σημερινές μεγαλουπόλεις.

Μπορούμε λοιπόν να σημειώσουμε ότι υπήρξε μια επέκταση των πόλεων που είναι συνέπεια της δημογραφικής αύξησης και έτσι παρατηρείται και μια τροποποίηση της ισορροπίας ανάμεσα στις πόλεις και την ύπαιθρο που οφείλεται σε παράγοντες όπως η αύξηση της παραγωγής. Επίσης παρατηρείται ότι ζώνες που μέχρι χθες ήταν ανεκμετάλλευτες τώρα καλλιεργούνται.

Στην Γαλλία μάλιστα πραγματοποιείται η μεγαλύτερη επέκταση καλλιεργήσιμης γης που έγινε ποτέ μέχρι τότε, όπως αναγνωρίζει και ο Γάλλος μεσαιωνοδίφης ιστορικός Μάρκος Μπλοκ (1886-1944). Αυτή η αύξηση της καλλιεργήσιμης γης, μέσω των εκχερσώσεων εξασφάλισε και αύξηση της γεωργικής παραγωγής.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο κυριότερος παράγοντας αύξησης της παραγωγής ήταν η επέκταση της καλλιεργήσιμης γης και όχι η αύξηση της παραγωγικότητας ή η εντατικοποίηση της παραγωγής. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν πραγματοποιήθηκε πρόοδος όσον αφορά την βελτίωση της παραγωγικότητας. Ο άνθρωπος σε αυτό το διάστημα έμαθε να χειρίζεται καλλίτερα την δύναμη των ζώων, των τρεχούμενων νερών και των ανέμων.

Οι μεσαιωνικοί αιώνες της Ευρώπης δεν είχαν καμία σχέση με τον ρυθμό της τεχνικής και επιστημονικής εξέλιξης του σύγχρονου κόσμου, σημαδεύονται ωστόσο από πλήθος μικρές τελειοποιήσεις που στο σύνολο τους αποτελούν μια αξιόλογη συνεισφορά για τα δεδομένα της εποχής. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι έγινα βελτιώσεις τόσο στα εργαλεία όσο και στα συστήματα καλλιέργειας. Υπήρξε για παράδειγμα σημαντική βελτίωση του άροτρου που βοήθησε στο να πραγματοποιούνται δυνατά βαθιά οργώματα. Η άρδευση επίσης, εξασφάλισε την αξιοποίηση ξερικών εδαφών και όλα αυτά την εξασφάλιση αφθονότερης και σε μεγαλύτερη ποικιλία διατροφής.

Έτσι έχουμε πρόοδο που επιτυγχάνεται από την απόκτηση περισσότερων δεξιοτήτων από τεχνίτες που δημιουργήθηκαν μέσα από οικογενειακές παραδόσεις και που πλουτίζονταν από γενιά σε γενιά και από μια μαθητεία που γίνονταν όλο και πιο συστηματική. Συνέπεια όλων αυτών ήταν να απελευθερωθούν χέρια από την γεωργία και να στραφούν προς τις τέχνες και προς τις πόλεις. Έχουμε δηλαδή ένα νέο καταμερισμό της εργασίας που προκάλεσε ακριβώς και την μετατόπιση πληθυσμών από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Αναπτύσσεται ακόμα παραπέρα το εμπόριο και η υφαντουργία. Η ανάπτυξη του εμπορίου έθεσε προβλήματα που η λύση τους απαιτούσε πιο «πρακτικό» πνεύμα και φυσικά κάποιες γνώσεις. Κάτω από αυτούς τους όρους η λογιστική πραγματοποιεί τις πρώτες της προόδους. Ο έμπορος αρχικά καταγράφει σε ένα σημειωματάριο κατά χρονολογική σειρά τα έσοδα και τα έξοδα. Αργότερα όμως η ανάπτυξη της πίστεως καθώς και η δημιουργία εταιρειών στις οποίες συνεργάζονται κεφάλαια διαφορετικής προέλευσης, κάνουν τους λογαριασμούς πιο πολύπλοκους.

Οι σχέσεις που ορίζει αυτή η παραγωγική διαδικασία όμως δεν φαίνεται να έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με 1000 χρόνια πίσω. Ο άνθρωπος του 11ου αιώνα είναι είτε ιππότης, θεληματικά υποταγμένος στην υπηρεσία κάποιου, ή χωρικός, ελεύθερος μισθωτής αγροτικού χώρου ή τεχνίτης στην πόλη ή δούλος που ανήκει από την κοιλιά της μάνας του στον αφέντη.

Φαίνεται πως η ανάπτυξη της οικονομίας και των παραγωγικών συντελεστών δεν είναι ικανή για να ταράξει την σταθερότητα αυτών των κοινωνιών. Όμως δεν πρέπει να υποτιμούμε τις αλλαγές. Για παράδειγμα το χρήμα αποκτά δύναμη καθώς μέσω αυτού καθιερώνεται η πώληση των αγροτικών προϊόντων στους κατοίκους των πόλεων. Επίσης μέσα στις πόλεις η ελευθερία των ατόμων είναι μεγαλύτερη γι’ αυτό και μια Γερμανική παροιμία της εποχής έλεγε ότι «ο αέρας της πόλεως δίνει ανεξαρτησία». Θα πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε ότι σε αυτόν τον αγώνα κατακτήσεων ελευθερίων το μεγάλο όπλο των πολιτών ήταν το πνεύμα συνεργασίας που είχαν μεταξύ τους. Όπως αναφέρεται στην Ιστορία της ανθρωπότητας της UNESCO, «παντού ο σχηματισμός επαγγελματικών συνεταιρισμών, συντεχνιών, «πανεπιστημίων» κάθε είδους ερμηνεύει το νέο πνεύμα που ενώνει τους ανθρώπους της ίδιας τάξεως». Υπάρχουν «ανεπαίσθητες», αλλά όχι ανύπαρκτες κοινωνικές εξελίξεις και ως γνωστό η κοινωνική εξέλιξη συνεπάγεται και ανακατανομή της πολιτικής εξουσίας.

Φυσικά όλα αυτά γίνονται με μια βραδύτητα που σίγουρα δεν μπορεί να την αντιληφθεί ή να την κατανοήσει κανείς εύκολα, όταν έχει μάθει να χρησιμοποιεί σαν μέτρο τον ανθρώπινο και όχι τον ιστορικό χρόνο. Εξ’ άλλου δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί ικανοποιητικά εκείνες οι δυνάμεις καταλύτες που θα επιτάχυναν σημαντικά την ιστορική εξέλιξη και θα αύξαναν την ταχύτητα των κοινωνικών εξελίξεων.

Και η εκπαίδευση αυτά τα χρόνια; Θεωρώ ότι αξίζει και οφείλουμε να αρχίσουμε από τα δικά μας, το Βυζάντιο δηλαδή. Να σημειώσουμε λοιπόν ότι τόσο η Κωνσταντινούπολη, όσο και η Θεσσαλονίκη ήταν πόλεις με μεγάλη ζωτικότητα και αυτό μεταφέρονταν και στον τομέα της παιδείας. Υπήρχε στο Βυζάντιο και στις δύο αυτές πόλεις ιδιαίτερα, ένα κοινό που μεριμνούσε για την παιδεία με πάθος, μια παιδεία που ήταν τόσο απαραίτητη για να επιτύχει κανείς στο εμπόριο και την διοίκηση. Έτσι υπήρξε ένας σημαντικός αριθμός ανδρών που μπόρεσε να σταδιοδρομήσει στην εκπαίδευση, από τους επιφανείς σοφούς έως τους εργαζόμενους σαν οικοδιδάσκαλοι στις αριστοκρατικές οικογένειες. Φυσικά αυτό δεν αφορούσε και τις αγροτικές περιοχές του Βυζαντίου όπου η αμάθεια ήταν γενικευμένη. Κατά την Βυζαντινή περίοδο φαίνεται ότι υπήρξαν περίοδοι που η παιδεία έλαβε ευρύτερες διαστάσεις. Έτσι, σύμφωνα με όσα γράφει η Ιστορία της Ανθρωπότητας της UNESCO, το 1045 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Θ΄ ο μονομάχος, «θέλοντας να στηριχθεί στους λόγιους προκειμένου να αντιμετωπίσει την στρατιωτική αριστοκρατία ανέλαβε μια πλήρη αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου», ενώ φρόντισε να γίνονται οι σπουδές δωρεάν και να βελτιωθούν οι σπουδές.

Την ίδια περίοδο, στον μεσαίωνα, η παιδεία στην Ευρώπη βρίσκονταν σε γενική οπισθοδρόμηση. Τα αντίγραφα ήταν κακής ποιότητας και οι ημιμαθείς μοναχοί με τα λάθη τους καθιστούσαν ολόκληρα κείμενα ακατανόητα και κατέστρεψαν σημαντικά διαθέσιμα έργα, όπως ήταν οι πραγματείες του Βοήθιου. Ο Καρλομάγνος, προκειμένου να ανυψώσει το πνευματικό και ηθικό επίπεδο του κλήρου, έτσι ώστε να μπορέσει να δράσει καλλίτερα μέσα στο σύνολο του πληθυσμού, διέταξε να ανοιχθούν στις έδρες των επισκοπών σχολεία που να δίνουν κάποια στοιχειώδη μόρφωση. Έτσι ο μεταφραστής και ο αντιγραφέας έγιναν κατά την περίοδο αυτή οι στυλοβάτες του Ευρωπαϊκού πνευματικού πολιτισμού. Περνώντας τα χρόνια και πλησιάζοντας στον 12ο και 13ο αιώνα η ανάπτυξη των σχολείων και ο ρόλος του γραπτού στην τότε κοινωνική ζωή, γίνονταν όλο και πιο σημαντικός και απαιτούσε την δημιουργία περισσότερων αξιόπιστων γραφέων. Φυσικά είναι εύκολο να κατανόηση κανείς ότι τα βιβλία απαιτούσαν πολύ εργασία για να παραχθούν και γι’ αυτό κόστιζαν ακριβά. Αυτό καθιστούσε ακόμα και για πλούσιους ιδιώτες πολύ δύσκολο να έχουν μια αξιόλογη βιβλιοθήκη. Οι βιβλιοθήκες ήταν προνόμιο των πλούσιων μοναστηριών και των μεγάλων και περιορισμένων σε αριθμό πανεπιστημίων της εποχής. Θεωρώ ότι στο έργο του Ουμπέρτο Έκο «το όνομα του ρόδου» περιγράφεται με πολύ γραφικό τρόπο το πώς διαφυλάσσονταν η γνώση στα μοναστήρια.

Η ανάπτυξη των πόλεων και του εμπορίου που επεκτείνεται κατά τα τέλη του 12ου και 13ου αιώνα κατέστησε τον κοσμικό αστικό κλήρο το πιο μορφωμένο στοιχείο της Εκκλησίας, σύμφωνα πάντα με την Ιστορία της Ανθρωπότητας της UNESCO. Ο εμπλουτισμός αυτός της πνευματικής κληρονομιάς γίνεται η αιτία να κινδυνεύει να καταστραφεί η ισορροπία του μοναχικού κανόνος. Παρατηρούμε δηλαδή πως η ανάπτυξη, ακόμα και αυτή η στοιχειώδη, ενός πλατύτερου και πλουσιότερου πνευματικού διαλόγου και γνώσης δημιουργεί συνθήκες ανατροπής των κοινωνικών δεδομένων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και πριν τα μέσα του 12ου αιώνα, στην καρδιά της Ευρώπης, στο Παρίσι ο Αβελάρδος λαμπρύνει με την παρουσία του την πνευματική ζωή διδάσκοντας Αριστοτελική λογική, την διαλεκτική η οποία όμως ήταν έξω από την επισκοπική σχολή και εναντίον της. Φυσικά καταδικάστηκε πολλές φορές μετά το 1121 και στο τέλος αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί σε ένα μοναστήρι. Όλες αυτές οι τάσεις της εποχής δημιουργούν αντιφάσεις στις οποίες περικλείονται σπέρματα ανατροπής. Έτσι για παράδειγμα, η συσσώρευση δασκάλων και φοιτητών στα αστικά κέντρα προκαλεί το αδιαχώρητο (για τα δεδομένα της εποχής) και τα παλιά επισκοπικά σχολεία δεν αρκούν πια για να συγκρατήσουν τον κόσμο που συρρέει σε αυτά. Δημιουργείτε έντονη η ανάγκη να διευρυνθούν οι γνώσεις και διοργανωθούν σε συγκεκριμένους κύκλους σπουδών που θα ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες. Μην φανταστούμε φυσικά ότι αυτό αφορούσε τα πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού. Από την άλλη πλευρά το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμήσουμε την επίδραση που θα έχουν αυτές οι τάσεις στην δημιουργία της αναγέννησης αργότερα.

Η απάντηση του επίσημου κράτους σε όλα αυτά έρχεται κατά τον 13ο αιώνα με την εμφάνιση των πανεπιστημιακών θεσμών και την εμφάνιση των επαιτών μοναχών ή των «Ταγμάτων του Ελέους», όπως ήταν η άλλη τους ονομασία. Έτσι ο Φίλιππος Αύγουστος αναγνωρίζει στην Εκκλησία το δικαίωμα να δικάζει τους φοιτητές (1200) και ο πάπας Ινοκέντιος ο Γ΄ παραχωρεί στο πανεπιστήμιο ευρεία αυτονομία απέναντι στον επίσκοπο (βλέπεται υπήρχαν και ενδο-θρησκευτικές κόντρες).

Θα πρέπει ακόμα να επισημάνουμε ότι πέρα από τις διαφοροποιήσεις που υπήρχαν τόσο ανάμεσα στις πόλεις και προέρχονταν από τον όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που έπαιρναν μέρος στην διαδικασία της εκπαίδευσης και των διαφορετικών πολιτικών τάσεων που έρχονταν στην επιφάνεια, υπήρχαν και εκπαιδευτικά ιδρύματα στις πόλεις όπου οι αστοί και οι έμποροι λάμβαναν κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση και την διεύθυνση αυτών των σχολείων διεκδικούσαν οι δημαρχίες από την εκκλησία.

Για να καταλάβουμε τις εξέλιξης θα πρέπει επίσης να αναφερθούμε, ακροθιγώς, και στην μεθοδολογία της εκπαίδευσης. Η βάση λοιπόν, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης της εποχής εκείνης (δηλαδή 12ο και 13ο αιώνα) αποτελούσε ο κύκλος των επτά ελευθέριων τεχνών βαθμιαία εμπλουτισμένος. Η σημαντικότερη παράμετρος που επέδρασε αργότερα και στην ανατροπή της αναγέννησης και του διαφωτισμού, ήταν το γεγονός ότι η διαλεκτική απέκτησε ανάμεσα τους εξέχουσα θέση. Το γεγονός αυτό είναι απόρροια της εμβάθυνσης των Αριστοτελικών έργων. Αυτό με την σειρά του απαιτούσε την ανάλυση της κρίσεως και των μεθόδων της σκέψης, αφού μας διδάσκει να αναλύουμε τις έννοιες, να τις αποσυνθέτουμε και να την ανασυνθέτουμε αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα υπό διαφορετικούς όρους. Δεν ήταν λοιπόν ο Αβελάρδος ένα τυχαίο περιστατικό αλλά ένα αποτέλεσμα μια συγκεκριμένης διαδικασίας, αφού «η εξέλιξη των μεθόδων εκπαιδεύσεως αντανακλά την προοδευτική χειραφέτηση της γνώσης σε σχέση με την αρχαία κληρονομιά που της χρησίμευσε σαν βάση», όπως πολύ σωστά σημειώνεται στην Ιστορία της Ανθρωπότητας της UNESCO. Επίσης δεν ήταν τυχαίο γεγονός ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226) που εξέφρασε με την ζωή και το κήρυγμα του τις ανησυχίες και εξεγέρσεις των φτωχών στρωμάτων των πόλεων ενάντια στον υπερβολικό πλούτο της τότε αριστοκρατίας. Το κήρυγμα του, όπως μας ενημερώνει ο καθηγητής John Bernal (Η Επιστήμη στην Ιστορία) ήταν «επικίνδυνα λαϊκό» και επιστρατεύτηκε όλη η διπλωματική ικανότητα του πάπα για να το συγκρατήσει και να μην μετατραπεί σε αίρεση και σε πολιτικό κίνημα.

Τέλος και πριν προσπαθήσουμε να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα για αυτή την χρονική περίοδο (6ος – 12ος αιώνας) θα πρέπει να παραθέσουμε εν συντομία ορισμένα ακόμα σημαντικά γεγονότα:

– Ο πανεπιστημιακός κόσμος δεν αποτελούσε κατά τον 13ο αιώνα παρά μια μικρή μειονότητα ακόμα και ανάμεσα στον κλήρο. Στο Παρίσι, την πόλη του φωτός και σημαντικό κέντρο των κοινωνικών εξελίξεων της εποχής, το σύνολο των μαθητών και πανεπιστημιακών δασκάλων δεν αριθμούσε πάνω από 1500 άτομα. Λιγότερα από ότι τα πανεπιστήμια μικρών Ελληνικών πόλεων σήμερα, αλλά σημαντικός αριθμός για εκείνη της εποχή. Επίσης τα πανεπιστήμια ήταν κατά κύριο λόγο ιδρύματα για την μόρφωση του κλήρου και ορισμένων ανώτατων κρατικών λειτουργών.
– Ο 13ος αιώνας φαίνεται να αποτελεί περίοδο γοργής ανάπτυξης του γραπτού. Την λέξη γοργή φυσικά, δεν θα πρέπει να την ερμηνεύουμε με την σημερινή της έννοια.
– Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Ευρώπης ήταν και παρέμεινε αγράμματη.
– Ως τον 12ο αιώνα κάθε παιδεία είναι λατινική, και η γνώση της λατινικής γλώσσας αποτελεί το κριτήριο της μόρφωσης.
– Η σχετική ανάπτυξη του εμπορίου και η εξέλιξη της τεχνικής των επιχειρήσεων απαιτεί να υπάρχει σε ικανοποιητικό βαθμό η γνώση της γραφής και της γλώσσας, καθώς και των μεθόδων του υπολογισμού (εμπορική αλληλογραφία και λογιστική).
– Δεν πρέπει να υποτιμούμε τις άλλες μορφές μετάδοσης της εκπαίδευσης και της γνώσης που την αποτελούσαν τα λαϊκά και οικογενειακά έθιμα, τα στοιχεία αγωγής που μετάδιδαν οι μάστορες στους μαθητές, κύρια μέσα στα εργαστήρια και την εκπαίδευση που μετάδιδαν οι έμποροι. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι οι μικρές πρόοδοι που έγιναν στην γεωγραφία και την χαρτογραφία, πραγματοποιήθηκαν, κατά την διάρκεια του μεσαίωνα, έξω από την «σχολική» εκπαίδευση.
– Το επίπεδο της Βυζαντινής παιδείας δεν ήταν υψηλότερο από εκείνο της Δύσης άσχετα από το αν και εκεί η εκπαίδευση περιορίστηκε σε μια πολύ μικρή μειονότητα. Η πορεία όμως του βυζαντίου για τους γνωστούς ιστορικούς λόγους, είχε πληγεί τόσο από τους «Φράγκους» πριν τον 15ο αιώνα, όσο και από τους Τούρκους μετά. Έτσι την κρίσιμη για την υπόλοιπη Ευρώπη χρονική περίοδο ο Ελληνισμός είχε αποκοπεί από τα κέντρα των εξελίξεων. Ένα συμπέρασμα που υπάρχει, έστω και αν δεν είναι στενά συνδεδεμένο με την παιδεία, είναι ότι τόσο η Βυζαντινή, όσο και η Ρωμαϊκή αλλά και Ισλαμική αυτοκρατορία στάθηκαν ανίκανες να διατηρήσουν την οργάνωση που ήταν απαραίτητη για τον έλεγχο ενός τόσο εκτεταμένου κράτους.

Τα συμπεράσματα από αυτή την χρονική περίοδο δεν διαφέρουν κατά την ταπεινή μας άποψη από τα συμπεράσματα που είχαμε βγάλει για την παιδεία και τον ρόλο της στην αρχαιότητα.

Η εκπαίδευση όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει σχέση με την παραγωγική διαδικασία και δεν είναι διαδεδομένη, γιατί η παραγωγική διαδικασία δεν χρειάζεται για να λειτουργήσει ακόμα ιδιαίτερες γνώσεις, πέρα από τις δεξιότητες των τεχνικών. Οι συνθήκες της παραγωγής στην περίοδο της φεουδαρχίας, αλλά και προγενέστερα, περιόριζαν στο ελάχιστο τις απαιτήσεις για επιστήμη και δεν είναι τυχαίο ότι οι απαιτήσεις σε επιστήμη θα επανεμφανίζονταν τότε που το εμπόριο και η ναυσιπλοΐα δημιούργησαν νέες ανάγκες περί τα τέλη του μεσαίωνα. Η παιδεία και κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αφορά τα ανώτερα στρώματα και έχει σχέση με την άσκηση της εξουσίας, έστω και αν υπάρχουν και σπέρματα αμφισβήτησης του τρόπου άσκησης αυτής της εξουσίας. Όλο αυτό το σκηνικό δημιουργούσε και το ανάλογο κοινωνικό περιβάλλον, όπου η θρησκεία (με την μορφή που είχε εκείνη την περίοδο) και η δεισιδαιμονία συνεχίζουν να αποτελούν την σημαντικότερη συνιστώσα του πολιτισμικού γίγνεσθαι.

Στο σημείο αυτό, και πριν «μπούμε» σε πιο «κοντινούς» για εμάς αιώνες, κρίνουμε σκόπιμο να προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε και διευκρινίσουμε την έννοια του πολιτισμού. Θεωρώ ότι είναι χρήσιμο, πριν προχωρήσουμε στους νεότερους χρόνους, να παραθέσουμε ορισμένες σκέψεις για την σχέση μεταξύ παιδείας και πολιτισμού, προκειμένου να διερευνήσουμε τον ρόλο της παιδείας στην κοινωνία και τις σχέσεις της με την εκπαίδευση, την γνώση, τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης και τον τρόπο συμπεριφοράς των ανθρώπων γενικότερα.

Αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό σήμερα, φαίνεται να συνδέεται στενά με την εξέλιξη της επιστήμης και της γνώσης.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πολιτισμός μιας συγκεκριμένης κοινωνίας χαρακτηρίζεται από την υλικό-τεχνική της βάση και το επίπεδο των σχέσεων των ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Με τον όρο υλικό-τεχνική βάση εννοούμε την υλικό-τεχνική υποδομή της κοινωνίας, δηλαδή τα τεχνικά μέσα που η κοινωνία χρησιμοποιεί προκειμένου να παράγει τα αναγκαία για την κοινωνία προϊόντα στην δεδομένη χρονική στιγμή. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι κατά την διάρκεια των αιώνων τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούν οι κοινωνίες για να τραφούν, ντυθούν, επικοινωνήσουν, μετακινηθούν, διασκεδάσουν, παράγουν ενέργεια, κλπ., χαρακτηρίζουν την υλικοτεχνική υποδομή αυτών των κοινωνιών, αλλά και τον υλικό πολιτισμό τους.

Με τον όρο επίπεδο σχέσεων εννοούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σχέσεων που ορίζουν τις μεταξύ των ανθρώπων προσωπικές ή και επαγγελματικές επαφές – συναλλαγές.

Όπως λοιπόν μας ενημερώνει ο Fernard Braudel, η λέξη πολιτισμός (civilization) έχει Γαλλική προέλευση και εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα. Η Ελληνική λέξη είναι αρχαία και προέρχεται από την λέξη πολίτης. Η λέξη σήμαινε την διακυβέρνηση του κράτους (Liddell – Scott). Η λέξη με την σημερινή της σημασία γεννήθηκε και αυτή στην Γαλλία χάρη στον Αδαμάντιο Κοραή (1748 – 1833).

Σύμφωνα λοιπόν πάντα με την «Γραμματική Πολιτισμών» του Fernard Braudel η έννοια του πολιτισμού έχει διπλό περιεχόμενο αφού αναφέρεται συγχρόνως σε υλικές και σε ηθικές αξίες. Αυτός ήταν και ο λόγος, σύμφωνα πάντα με τον κορυφαίο ιστορικό, που πολλοί συγγραφείς αισθάνθηκαν την ανάγκη να κάνουν διάκριση ανάμεσα στις λέξεις πολιτισμός και κουλτούρα. Με την πρώτη λέξη αναφέρονται κύρια στον υλικό πολιτισμό και με την δεύτερη στις ηθικές αξίες αυτού του πολιτισμού.

Η Ελληνική γλώσσα πάντως έχει τακτοποιήσει το θέμα αυτό κάνοντας διάκριση ανάμεσα στον πνευματικό και υλικό πολιτισμό (Νεώτερο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του «Ηλίου»). Σύμφωνα με τον Αλφρεντ Βέμπερ τέλος, ο πολιτισμός δεν είναι παρά ένα σύνολο τεχνικών και πρακτικών γνώσεων και δεξιοτήτων, που επιτρέπουν στον άνθρωπο να δρα πάνω στην φύση, ενώ κουλτούρα είναι οι κανονιστικές αρχές, οι αξίες, τα ιδεώδη, με άλλα λόγια το πνεύμα».

Μετακινούμενοι μέσα στο χώρο και τον χρόνο μπορούμε να δούμε την διαχρονική εξέλιξη πολιτισμών, με βάση τα όσα παραπάνω είπαμε. Έτσι «όταν περνάει κανείς από την μια ακτή της Μάγχης στην άλλη, όταν φτάνει στην Μεσόγειο, μετακινούμενος από τον Βορρά» θα διαπιστώσει πόσοι διαφορετικοί πολιτισμοί υπάρχουν μέσα στον χώρο της Ευρώπης και μόνο. Το ίδιο, και μάλιστα σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό, θα διαπιστώσει κανείς αν μετακινηθεί με τον ίδιο τρόπο από την Ευρώπη προς την «αχανή» Ασία.

Υπάρχει όμως ένα κοινό στοιχείο, το οποίο εμφανίστηκε τους τελευταίους αιώνες, που εξάγει κατά κανόνα (και μέχρι τώρα) η Δύση, και το συγκεκριμένο αυτό στοιχείο δέχεται ο υπόλοιπος κόσμος στο σύνολο του σχεδόν. Το στοιχείο αυτό είναι ο «βιομηχανικός πολιτισμός». Πρέπει να παραδεχτούμε, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Braudel στο βιβλίο του, ότι «για πρώτη φορά ένα τόσο σημαντικό στοιχείο ενός συγκεκριμένου πολιτισμού θέλουν να το δανειστούν όλοι οι άλλοι λαοί της υφηλίου, και ότι η ταχύτητα των σύγχρονων επικοινωνιών ευνοεί τη γοργή και αποτελεσματική διάδοση του». Επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το στοιχείο αυτό ασκεί ισχυρή επίδραση σε όλες τις άλλες συνιστώσες-χαρακτηριστικά ενός πολιτισμού, μεταβάλλοντας τις σχέσεις, τον τρόπο παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων, αλλά και κατανάλωσης και τρόπου ζωής των ανθρώπων.

Είναι λοιπόν φυσικό να υποθέσουμε ότι μεταξύ της υλικό-τεχνικής υποδομής και του επιπέδου των σχέσεων υπάρχει στενή αλληλεξάρτηση. Έτσι είναι φυσικό να υπάρχουν τελείως διαφορετικές σχέσεις μεταξύ αφεντικού και δούλου από την μία πλευρά και εργοδότη εργαζομένου από την άλλη. Είναι φυσιολογικό ακόμη να υπάρχει τελείως διαφορετική αντίληψη για τον χρόνο και την απόσταση μεταξύ του ανθρώπου της αρχαιότητας, που ήθελε 1 ώρα για να μετακινηθεί σε απόσταση 10 περίπου χιλιομέτρων, και του σημερινού ανθρώπου που χρειάζεται περίπου 1 ώρα για να μετακινηθεί 1000 χιλιόμετρα. Άρα είναι και φυσικό να υποθέσουμε ότι η εξέλιξη της γνώσης και της επιστήμης υπήρξε αποφασιστικός παράγοντας για την αναμόρφωση ολόκληρου του πρότυπου της ανθρώπινης σκέψης, όπως δηλώνει ο καθηγητής John Bernal.

Τέλος, γνωρίζουμε ότι η εξέλιξη της επιστήμης και της γνώσης συνδέεται στενά με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Συνδέεται όμως αυτόματα και με την ανάπτυξη της ανθρώπινης ευημερίας; Λογικά, η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα θα έπρεπε να ήταν πολύ εύκολη, αφού η τεχνολογία μας βοήθησε να μετακινούμαστε τάχιστα και να κερδίζουμε χρόνο, σε σχέση με το παρελθόν, ή να μπορούμε να εκτελούμε εργασίες χρονοβόρες μέχρι χθες, σε σύντομο χρονικό διάστημα ή και χωρίς την δική μας φυσική παρουσία πολλές φορές. Για παράδειγμα μπορούμε να βάλουμε το πλυντήριο πιάτων ή ρούχων να πλένει και εμείς να κάνουμε κάτι άλλο πιο παραγωγικό η πιο ευχάριστο. Φυσικά το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο και συνδέεται άμεσα με την υγεία των ανθρώπων (ιδιαίτερα ην ψυχική υγεία), γι’ αυτό και θα προσπαθήσουμε να ασχοληθούμε πιο ολοκληρωμένα με αυτό στο άμεσο μέλλον.

Προς το παρόν αρκεί να σημειώσουμε ότι, τα αποτελέσματα της επιστήμης και της εργασίας των επιστημόνων ξεφεύγουν ολοκληρωτικά από τα χέρια τους και μετατρέπονται σε εμπορικά προϊόντα ή εργαλεία άσκησης πολιτικής (βλέπε πυρηνική ενέργεια) στα χέρια εκείνων των μελών της κοινωνίας που την ορίζουν και θέτουν και τους κανόνες της λειτουργία της. Οι στόχοι μάλιστα αυτών των μελών της κοινωνίας είναι τελείως διαφορετικοί ή και αντιφατικοί πολλές φορές μεταξύ τους. Αυτό φυσικά δεν γίνεται ερήμην της πλειοψηφίας των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Αντίθετα γίνεται με την συγκατάθεση τους, την ανοχή τους ή την αδιαφορία τους. Με άλλα λόγια, την χρήση της επιστήμης δεν την καθορίζει πλέον ο επιστήμονας που εφηύρε την καινοτομία, αλλά το πολιτισμικό επίπεδο των μελών αυτής της κοινωνίας συλλογικά και ο καθένας από τα μέλη της ατομικά. Πολιτισμικό επίπεδο που αντανακλά φυσικά και στο επίπεδο οργάνωσης της κοινωνίας και της εξουσίας. Δεν ορίζει ο επιστήμονας της χρήση των μέσων επικοινωνίας, για παράδειγμα, αλλά ο ιδιοκτήτης των καναλιών (καναλάρχες) ή η εκάστοτε κυβέρνηση και φυσικά όσοι από εμάς κρατάνε το τηλεκοντρόλ. Η τηλεόραση αυτή καθ’ εαυτή είναι πραγματικά καινοτομία τεράστιας σημασίας, όπως είναι και το internet και άλλες επιστημονικές καινοτομίες.

Νομίζω ότι μετά από αυτή την μικρή διερεύνηση της σημασίας της έννοιας πολιτισμός, αλλά και τους προβληματισμούς που θέσαμε, μπορούμε να βγάλουμε τουλάχιστο ένα συμπέρασμα και αυτό είναι ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η επίδραση που άσκησε η εξέλιξη της επιστήμης, της γνώσης, το περιβάλλον και η ανθρώπινη εργασία στις σχέσεις των ανθρώπων ήταν καθοριστική. Ο άνθρωπος προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα καθημερινά του προβλήματα. Αυτές οι απαντήσεις δεν κάνουν τίποτα άλλο, «παρά να τον ελευθερώνουν από το περιβάλλον του και να τον υποδηλώνουν συνάμα στις λύσεις που επινόησε», λεει χαρακτηριστικά ο Braudel στο βιβλίο του. Αυτό ακριβώς έλεγε και Albert Einstein με άλλα λόγια όταν δήλωνε ότι «δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματα του σήμερα με τον τρόπο σκέψης που είχαμε όταν τα δημιουργούσαμε».

Επίσης ένα άλλο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι μέχρι και τα χρόνια που έχουμε εξετάσει, τουλάχιστο, τα επιτεύγματα της γνώσης, της τέχνης και οι οικονομικές ανέσεις «είναι προνόμιο μιας κοινωνικής μειονότητας, ενός υπερκείμενου πολιτισμού. Κάτω από αυτόν, ο πολιτισμός της καθημερινής, φτωχικής, ζωής δεν συμμετέχει σχεδόν καθόλου σε αυτήν. Όμως το «ισόγειο» ενός πολιτισμού δείχνει συχνά και το πραγματικό του πρόσωπο. Τι μπορεί να σημαίνει ελευθερία; Τι μπορεί να σημαίνει καλλιέργεια του ατόμου, όταν αυτό το άτομο στερείτε ακόμη και τα προς το ζην;».

Τέλος θα πρέπει νομίζω να συμφωνήσουμε ότι οι παράμετροι που ορίζουν τον πολιτισμό μιας κοινωνίας (υλικό-τεχνική υποδομή, κανονιστικές αρχές και αξίες, παιδεία, τρόπος συμπεριφοράς, κλπ) βρίσκονται σε μια δυναμική ισορροπία μεταξύ τους και ο τρόπος με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η ισορροπία καθορίζει τον δεδομένο πολιτισμό μιας κοινωνίας σε μια χρονική περίοδο. Επίσης ένα σημαντικό συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεισφορά της τεχνολογίας στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού αν αυτό δεν συνοδεύεται με ταυτόχρονη εξέλιξη, όχι μόνο της γνώσης γενικά και αφηρημένα, αλλά και της διάδοσης της γνώσης στα ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού μιας κοινωνίας και αν δεν συνοδεύεται με επέκταση και αναδιοργάνωση του τρόπου σκέψης που θα καθιστά τον άνθρωπο ικανό να εκμεταλλευτεί προς το συμφέρον του της εξελίξεις της επιστήμης και της γνώσης. Για να το πούμε με ένα απλό παράδειγμα.

Δεν υπάρχει πιθανότητα να μπορέσουμε να απολαύσουμε την μετακίνηση με το αυτοκίνητο μας (η την χαρά της οδήγησης σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο) αν οδηγούμε έχοντας το μυαλό του «κομπλεξικού» που «γκαζάρει» για να καλύψει τα κενά της προσωπικότητας του. Δεν πρόκειται ποτέ να μετατρέψουμε την γνώση σε επαναστατική, δημιουργική και αναπλαστική δράση αν πιστεύουμε ότι η γενική και αφηρημένη αντίδραση σε στυλ «τσαμπουκά» αποτελεί απάντηση στην «βία της εξουσίας». Απλά θα αναπαράγουμε μια άλλη μορφή βίας που στο τέλος θα πλήττει πάντα τα ίδια κοινωνικά στρώματα. Τέλος δεν πρόκειται ποτέ να μετατρέψουμε τα επιτεύγματα της ιατρικής και φαρμακευτικής επιστήμης καθώς και την γνώση που έχουμε αποκτήσει για το ανθρώπινο σώμα και την λειτουργία του, σε «υγεία», αν συνεχίσουμε να αυξάνουμε το φυσικό και ψυχολογικό στρες στον οργανισμό μας με αυτούς τους ρυθμούς.

Θεωρώ όμως ότι όσα παραπάνω αναπτύξαμε θέτουν και ορισμένα σημαντικά ερωτήματα που συνδέονται με την εξέλιξη και ανάπτυξη της γνώσης και της επιστήμης από την μια πλευρά, αλλά και την ανάπτυξη του πολιτισμού και της κουλτούρας από την άλλη και γι’ αυτό χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Τέτοια ερωτήματα είναι τα ακόλουθα:

Ερώτημα 1: Η γνώση διαχέεται ομοιόμορφα ανάμεσα στους ανθρώπους η υπάρχουν σημαντικές ανισότητες στην γνώση (πολύ μεγαλύτερες μάλιστα από τις οικονομικές ανισότητες) ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας; Επίσης ποιες είναι συνιστώσες της γνώσης;
Ερώτημα 2: οι ανισότητες που υπάρχουν ανάμεσα στα μέλη μιας δεδομένης κοινωνίας, όσο αφορά την γνώση συνεπάγονται ή συνδέονται με οικονομικές ανισότητες;
Ερώτημα 3: τα αποτελέσματα της γνώσης και της εξέλιξης της επιστήμης (για παράδειγμα τις προόδους που έχουν γίνει στην υγεία) τις απολαμβάνουν το ίδιο όλα τα μέλη μιας κοινωνίας ή όχι; Και αν όχι γιατί;
Ερώτημα 4: ποια σχέση υπάρχει μεταξύ γνώσης και συμπεριφοράς ενός ατόμου ή αν το θέλετε πόσο και πως μπορεί να επηρεάσει η γνώση και η εξέλιξη της επιστήμης την συμπεριφορά των μελών μιας κοινωνίας;

Μετά από όλα αυτά νομίζω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στον χρόνο «εξερευνώντας» τον ρόλο, τις σχέσεις και τις επιδράσεις της γνώσης και της παιδείας στην διαμόρφωση των κοινωνιών.
Παιδεία και Αναγγέννηση

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι μέχρι την χρονική περίοδο που εξετάσαμε (μέχρι το 1300 ΜΧ) ο πολιτισμός και η γνώση, όπως ανέφερε και ο Fernand Braudel, αφορούσε μόνο μια μικρή μερίδα του πληθυσμού και ήταν στενά συνδεδεμένη με την εξουσία και την εκκλησία. Επίσης η παραγωγική διαδικασία της εποχής δεν φαίνονταν να έχει ανάγκη την επιστήμη και την ανάπτυξη της γνώσης προκειμένου να επιτελέσει αποτελεσματικά το έργο της. Η εκπαίδευση αφορούσε τα «ανώτερα» μέλη της κοινωνίας και η κοινωνικοποίηση των μελών μιας κοινωνίας, δηλαδή η «παιδεία» των ατόμων, ήταν μέλημα των μελών των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και φυσικά της παράδοσης.

Ο 19ος αιώνας, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ο αιώνας κατά τον οποίο θριάμβευσαν οι αστικές ιδέες. Ήταν η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά και η εποχή των έντονων πολιτικών αναταραχών.

Η καθημερινή ζωή χαρακτηρίζονταν και αυτή την περίοδο από τραχύτητα, όπως εξ’ άλλου και στην προηγούμενη χρονική περίοδο, αλλά εμφανίζονται και νέες τάσεις που δίνουν ένα σημαντικό τόνο (τέλος του 18ου αιώνα), όπως είναι ο ρομαντισμός με έμφαση στο άτομο και φυσικά η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση.

Η Γαλλική Επανάσταση (1789) έφερε στο προσκήνιο, δηλαδή στις πλατιές μάζες, τις ιδέες της ελευθερίας και της ισότητας, της λαϊκής κυριαρχίας, της κοινωνικής κινητικότητας και της μαζικής εκπαίδευσης. Ανάτρεψε στην Γαλλία βίαια την «παλιά τάξη πραγμάτων» και δημιούργησε συνθήκες ευρύτερων αλλαγών σε όλη την Ευρώπη. Φυσικά στις υπόλοιπες χώρες, ιδιαίτερα αυτές της κεντρικής Ευρώπης, οι αλλαγές έλαβαν χώρα με βραδύτερο ρυθμό, αφού ο χωρικός ήταν «προσκολλημένος προσωπικά σαν δούλος στον φεουδαρχικό του άρχοντα ή σαν μέλος στην κοινότητα του χωριού του» και «όφειλε να ανοίξει δρόμο προς τον ελεύθερο αγρότη παίρνοντας την θέση του στην οικονομία της αγοράς, η οποία γίνονταν όλο και ευρύτερη καθώς αύξαινε ο πληθυσμός και οι πόλεις μεγάλωναν». Η χειραφέτηση των χωρικών στην Δυτική Γερμανία, για παράδειγμα ήταν βραδύτερη και βαθμιαία και ήταν αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων που εισήχθησαν κατά διαδοχικά στάδια και πραγματοποιήθηκαν από «φωτισμένες» εξουσίες, κάτω φυσικά από τον αντίκτυπο της Γαλλικής επανάστασης, αλλά και των εξεγέρσεων που έλαβαν χώρα τα προηγούμενα χρόνια στην χώρα αυτή.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι από τα πανάρχαια χρόνια οι άνθρωποι αυτό που επιδίωκαν με την παραγωγική τους δραστηριότητα ήταν να εξασφαλίσουν τα τρόφιμα, να φυλάγονται από τις απότομες αλλαγές των καιρικών συνθηκών που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ζωή τους, να χτίσουν καταλύματα, να κατασκευάζουν ενδύματα, κλπ. Για χιλιάδες χρόνια αυτή η διαδικασία γίνονταν με παρόμοιο, πάνω-κάτω τρόπο, «Ο ελληνικός αργαλειός (της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και ο φλωρεντινός αργαλειός (της εποχής του Μεσαίωνα) δεν είχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους». Και οι δύο πολιτισμοί βασίζονταν στην τάξη των δουλών ή των χωρικών, «και ένας Έλληνας δούλος θα μπορούσε να ανταλλάξει την θέση του με ένα Ιταλό χωρικό χωρίς καμία σχεδόν αλλαγή στον τρόπο της ζωής του». Στα χρόνια όμως της βιομηχανικής επανάστασης τα πάντα άλλαξαν από τεχνολογικής άποψης.

Αυτό που είναι ιδιαιτέρα χαρακτηριστικό και αξίζει να του δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή, βρίσκεται στο γεγονός ότι η επανάσταση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε (στα πρώτα της στάδια τουλάχιστο) μέσα στα επίσημα κέντρα εκπαίδευσης της εποχής, τα πανεπιστήμια, αλλά έξω από αυτά. Έτσι οι αλλαγές αυτές ξεκίνησαν σε περιοχές όπως το Μάντσεστερ και το Μπέρμιγχαμ, αφήνοντας τα πανεπιστήμια του Λονδίνου, του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης στην καθημερινή τους ρουτίνα. Δεν την προκάλεσαν οι μεγάλοι στοχαστές, ούτε απέβλεπε, αυτή η επανάσταση, στην ανατροπή του καθεστώτος που υπήρχε ή αν θέλετε δεν στρέφονταν ανοικτά ενάντια στις κρατούσες τάξεις. Με λίγα λόγια η πραγματική παραγωγική διαδικασία και οι ανάγκες της είναι αυτές που προκάλεσαν τις αλλαγές και διαμόρφωσαν την νέα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Η τεχνολογική επανάσταση ήταν απόρροια της φιλοπονίας και ευστροφίας κάποιων «μαστόρων», όπως ο Τζέημς Βαττ (James Watt) ή επιχειρηματιών όπως ο Μάθιου Μπώλτον (Mathew Boulton) ή βιοτέχνες όπως ο Τζωρτζ Στήβενσον και Χένρυ Μώντσλεϋ. Θα ήταν πράγματι ωραίο να παρακολουθήσει κανείς λεπτομερέστερα την εξέλιξη αυτών των τεχνολογικών ανακαλύψεων και βελτιώσεων που μας έφεραν την νέα εποχή της σύγχρονης επιστήμης, αλλά φυσικά δεν είναι αυτό το θέμα μας.

Αυτό που είναι σημαντικό να σημειώσουμε είναι ότι για αιώνες οι μόνες δυνάμεις που είχε στην διάθεση του ο άνθρωπος, προκειμένου εκτελέσει τις παραγωγικές του διαδικασίες, ήταν αυτές που προέρχονταν από την ανθρώπινη και ζωική ενέργεια, κατά κύριο λόγο, και από τον άνεμο και το νερό (υδρόμυλος) δευτερευόντως. Μορφές ενέργειας που ήταν από την φύση τους ασταθείς και ασυνεχείς και είχαν περιορισμένη και όχι σταθερή απόδοση. Έτσι μπορούμε να ορίσουμε την βιομηχανική επανάσταση σαν την εποχή εκείνη που οι μηχανές άρχισαν να κάνουν την δουλειά που μέχρι τότε έκανε ο άνθρωπος.

Αυτή φυσικά η διαδικασία άλλαξε το τοπίο, αφού απελευθέρωσε τεράστιες δυνάμεις, αλλά άρχισε να φέρνει πλέον στην επιφάνεια την αξία των νοητικών ικανοτήτων του ανθρώπου σε σχέση με τις άλλες του δυνατότητες.

Φυσικά η τεχνολογική επανάσταση και οι αλλαγές που αυτή έφερε, δεν περιορίστηκαν μόνο στον τομέα της κατασκευής των μηχανών. Ήταν φυσικό η βιομηχανική επανάσταση και η άνθηση της παραγωγής να απαιτεί, για παράδειγμα βελτίωση του συγκοινωνιακού δικτύου. Έτσι έγιναν σημαντικές βελτιώσεις και αλλαγές όσο αφορά τις μεταφορές με κατασκευή δρόμων και διωρύγων, ενώ η πανάρχαια ιδέα της μεταφοράς υλικών και εμπορευμάτων πάνω σε τροχιές (χρονολογείται από την εποχή των Βαβυλωνίων) έγινε πραγματικότητα. Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει την εξέλιξη στον τομέα αυτό, σε όλο τον κόσμο, από τις αρχές του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι η βιομηχανική επανάσταση παρέσυρε όλες τις πλευρές της παραγωγικής δραστηριότητας σε σημαντικές αλλαγές που άρχισαν να μεταβάλλουν κάθε πλευρά της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Αξίζει όμως και πάλι να επιμείνουμε στο γεγονός ότι όλοι αυτοί οι τεχνολογικοί άθλοι, εκείνων των πρώτων χρόνων έγιναν από ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με την τότε επίσημη εκπαίδευση. Αυτό δεν τονίζεται για να υποβαθμιστεί ο ρόλος της τότε ή της σημερινής εκπαίδευσης, αλλά για να υπογραμμίσουμε το γεγονός που ήδη έχουμε δει να συμβαίνει όλα τα χρόνια που εξετάσαμε, δηλαδή ότι η εκπαίδευση αποτελεί εργαλείο άσκησης της εκάστοτε εξουσίας και ότι η πραγματική πρόοδος ελάμβανε χώρα όταν φωτισμένα μυαλά, με ή χωρίς επίσημη εκπαίδευση, ηγούνταν στους τομείς τους, για θέματα κοινωνικά, τεχνικά, πολιτικά, κλπ.

Θα αναφέρουμε ορισμένες ακόμη σημαντικές ανακαλύψεις που έλαβαν χώρα κατά τον 19ο αιώνα προσπαθώντας να δείξουμε ότι τον αιώνα αυτό άνοιξαν πραγματικά οι «ασκοί» της τεχνολογίας που έμελλαν να αλλάξουν δραματικά την ζωή μας, αλλά έδρασαν ταυτόχρονα και σαν καταλύτης που επιτάχυνε αφάνταστα την εξέλιξη του τρόπου ζωής σε όλα τα επίπεδα. Θα πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι από το 1800 έως σήμερα, το 2009, έχουν περάσει 209 χρόνια. Αυτά τα χρόνια αποτελούν το 2,09% του συνολικού χρόνου του ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος άρχισε πριν 10.000 χρόνια με την γεωργική επανάσταση.

Μια λοιπόν από αυτές τις σημαντικές ανακαλύψεις του 19ου αιώνα είναι ο ηλεκτρισμός. Η πρώτη μπαταρία, η στήλη του Βόλτα, κατασκευάστηκε το 1800. Οι Ερστεντ και Αμπέρ έκαναν σημαντικές παρατηρήσεις σχετικά με την συμπεριφορά των ηλεκτρικών ρευμάτων το 1820. Το 1831 ο Michael Faraday ανακάλυψε ότι μπορεί να παραχθεί ο ηλεκτρισμός. Η πρώτη μηχανή εσωτερικής καύσεως λέγεται ότι ήταν αυτή που κατασκεύασε ο Γάλλος μηχανολόγος J.E. Lenoir το 1860. Δεν ήταν επίσης τυχαίο που η λέξη βιολογία έκανε για πρώτη φορά την εμφάνιση της το 1802 (την χρησιμοποίησαν οι Lamarck στην Γαλλία και Treviranus στην Γερμανία). Το 1838 κάνει την εμφάνιση της η κυτταρική θεωρία που δείχνει ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί είναι όμοιοι στην βασική τους δομή, ενώ το 1859 κάνει την εμφάνιση ένα από τα αριστουργήματα της επιστημονικής σκέψης, η καταγωγή των ειδών του Κάρολου Δαρβίνου.

Όλες αυτές οι τεχνολογικές αλλαγές που συντελέστηκαν έφεραν στην επιφάνεια και μια σειρά από οικονομικές-κοινωνικές αλλαγές. Έτσι η πορεία της εργασίας αποκτούσε τα χαρακτηριστικά μιας τεχνικής εξειδικεύσεως η οποία μάλιστα ενισχύονταν από την βελτίωση του τεχνικού εξοπλισμού. Για να αντιμετώπιση τις αυξημένες ανάγκες σε μηχανολογικό εξοπλισμό η βιομηχανία, χρειάζεται χρήματα που βρίσκει συνάπτοντας μακροχρόνια δημόσια δάνεια, ενώ παρουσιάζονται νέες μορφές πολυμετοχικών εταιρειών. Έτσι δημιουργείται ο «αστός» της εποχής εκείνης, ο άνθρωπος δηλαδή που προσπαθούσε να αντλήσει πλεονεκτήματα μέσα από το οικονομικό κέρδος που μπορούσε να έχει από την χρησιμοποίηση των μέσων παραγωγής που είχε στην διάθεση του σε συνδυασμό με την αγορά «εργατικής» δύναμης που του παρείχαν οι ελεύθεροι εργάτες που συσσωρεύονταν στα αστικά κέντρα αναζητώντας καλλίτερη μοίρα.

Ποιες είναι όμως οι δυνάμεις πίσω από αυτές τις σημαντικές επιστημονικές εξελίξεις; Για να γίνει πιο κατανοητό το μέγεθος των αλλαγών αυτών θα πρέπει να θυμίσουμε στους αναγνώστες μας ότι, όπως γράφει και ο Fernand Braudel, «το σύστημα του κόσμου έτσι όπως το ανέπτυξε ο Αριστοτέλης κυριάρχησε στην Ευρώπη από την αρχαιότητα έως τον 17ο, ακόμη και έως τον 18ο αιώνα».

Η σημαντικότερη δύναμη πίσω από αυτή την επιστημονική επανάσταση σε όλους τους τομείς οφείλονταν στην οικονομική άνθηση του 16ου αιώνα. Τι έγινε όμως τα χρόνια της καμπής (1780 – 1820) που οδήγησε στην πραγματικά νεότερη επιστήμη; Σύμφωνα με τον Fernand Braudel, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα–εμπόδια προς την σύγχρονη εποχή ήταν «ο διαχωρισμός της επιστήμης σε τομείς τελείως ανεξάρτητους μεταξύ τους, που όλοι αναπτύσσονται γοργά: τα μαθηματικά, χημεία, θερμοδυναμική, γεωλογία, οικονομία, ενώ άλλοι καθυστερούν και πολλές φορές αποτελματώνονται, ιατρική, βιολογικές επιστήμες…». Η άνευ προηγούμενου όμως οικονομική άνθηση του 18ου αιώνα σε συνδυασμό με την βιομηχανική επανάσταση που θα ακολουθήσει, θα αναγκάσουν την επιστήμη και την υλική και τεχνική εξέλιξη να «συνεργαστούν» στενότερα.

Όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Fernand Braudel «η Κίνα κατείχε πολύ νωρίς, πολύ νωρίτερα από την Δύση, μιαν επιστήμη, κάποιες απαρχές επιστήμης, αρκετά εκλεπτυσμένης και αρκετά προηγμένης. Αλλά προκειμένου να κάνει το τελευταίο αποφασιστικό βήμα, της έλλειψε εκείνη η οικονομική ορμή που έδωσε την μεγάλη ώθηση στην Ευρώπη, εκείνη η «καπιταλιστική» ένταση που της επέτρεψε, φτάνοντας στο τέλος του αγώνα ή ακόμη και στα μισά του δρόμου, να υπερπηδήσει το εμπόδιο, ένταση, που οι παροτρύνσεις της είχαν ήδη γίνει αισθητές από την εποχή της ανάπτυξης των μεγάλων εμπορικών πόλεων του Μεσαίωνα, και κυρίως από τον 16ο αιώνα». Θα άξιζε φυσικά τον κόπο να αφιερώσει κανείς πολύ περισσότερο χρόνο και ακόμα περισσότερο «μελάνι», για να περιγράψει βήμα, βήμα την εξέλιξη αυτή. Όπως όμως έχουμε ξαναπεί δεν είναι αυτό το αντικείμενο αυτής της «μελέτης».

Προσωπικότητες των επιστημών που επηρέασαν την εξέλιξη του κόσμου

Θα επικαλεστούμε όμως και πάλι τον κορυφαίο ιστορικό (Fernand Braudel) προκειμένου να περιγράψουμε (με τα δικά του λόγια) το πως και γιατί εξελίχτηκε αυτός ο «γάμος» μεταξύ επιστήμης και οικονομίας που εκτίναξε και τις δύο στα επίπεδα που όλοι γνωρίζουμε σήμερα μέσα σε λιγότερο από 200 χρόνια, αλλάζοντας από τα θεμέλια του τον κόσμο.

«Ο δυναμισμός της οικονομίας έδωσε ώθηση στον άλφα ή στον βήτα προνομιούχο βιομηχανικό τομέα», μας λέει ο Fernand Braudel και συνεχίζει: «Η τεχνολογία απαντά στις νέες απαιτήσεις, ενώ όλα αυτά συντελούνται με τρόπο εμπειρικό και αυθόρμητο». «Στην συνέχεια, η τεχνολογία απευθύνεται στην επιστήμη, η οποία με την σειρά της, ανταποκρίνεται εξίσου αυθόρμητα στο αίτημα». «Εκατοντάδες είναι οι περιπτώσεις, όπου η επιστήμη προσφέρει τέτοιου είδους στήριξη στην νεογέννητη βιομηχανία» και όπως λέει ο κορυφαίος ιστορικός ένα από τα πιο σημαντικά παραδείγματα είναι αυτό της λεύκανσης των υφασμάτων».

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να αμφισβητεί σήμερα ότι ο μοχλός που ώθησε την επιστήμη να δραστηριοποιηθεί δυναμικά και να εμπλακεί στα καθημερινά προβλήματα της παραγωγής και της οικονομίας, ήταν η ανάπτυξη της βιομηχανίας, η βιομηχανική επανάσταση, όπως είθισται να λέγετε. Μια επανάσταση που είχε και οικονομικά και κοινωνικά αίτια.

Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πολλά για να δείξει τις τεράστιες αλλαγές που η επανάσταση της βιομηχανίας και της παραγωγής έφερε στην επιστήμη και την κοινωνία. Εμείς θα αρκεστούμε, προκειμένου να δείξουμε το μέγεθος αυτών των αλλαγών, στην αναφορά κάποιων σημαντικών ονομάτων από τον χώρο της επιστήμης και της φιλοσοφίας που «σημάδεψαν» όχι μόνο την εποχή τους, αλλά και την εποχή μας. Ο πίνακας που ακολουθεί θεωρούμε ότι είναι χαρακτηριστικός των συνταρακτικών αλλαγών, που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, αλλαγών που οδήγησαν στις ανατροπές εκείνες που μας έφεραν στο σήμερα.

Ο κατάλογος αυτός θα μπορούσε να ήταν πολύ μεγαλύτερος αν αποφασίζαμε να καταγράψουμε όλους εκείνους τους ανθρώπους που συνέβαλαν στην αλλαγή του κόσμου σε όλα τα επίπεδα (οικονομία, πολιτική, θετικές επιστήμες) και δείχνει ακριβώς το μέγεθος του σεισμού που έφερε η βιομηχανική επανάσταση.

Έτσι λοιπόν ακολουθεί ο 20ος αιώνας ο οποίος δεν θα έχει τίποτα το κοινό με τους προηγούμενους αιώνες, ενώ η ταχύτητα των αλλαγών γίνεται πλέον δραματική. Με αυτά όμως θα ασχοληθούμε στο επόμενο άρθρο μας.

Παιδεία και Kοινωνία – Ο 20ος και 21ος Αιώνας

Αν θελήσουμε να κάνουμε μια περίληψη όλων όσων είπαμε σχετικά με την κοινωνία και την παιδεία από την αρχαιότητα μέχρι και τον 19ο αιώνα, με στόχο να εξάγουμε κάποια βασικά συμπεράσματα, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε όλα όσα γράφτηκαν μέχρι τώρα στα ακόλουθα βασικά σημεία:

1. Η παραγωγική διαδικασία καθ’ όλη την προαναφερόμενη διάρκεια στηρίζονταν κύρια στην πρωτογενή παραγωγή και αυτή βασίζονταν στην ενέργεια που παρείχαν τα εργατικά χέρια, η ενέργεια των ζώων και η φύση (ανεμόμυλοι, υδρόμυλοι, κλπ). Η βιοτεχνία αποτελούσε μικρό μέρος της συνολικής παραγωγής και η πρόοδος της ήταν πολύ αργή.

2. Οι αλλαγές σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, κλπ) καθ’ όλη την προαναφερόμενη διάρκεια ήταν πραγματικά αργές και ελάμβαναν χώρα όχι από την μία γενιά στην άλλη, αλλά ανάμεσα σε περισσότερες γενιές. Δεν είναι τυχαίο αυτό που αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο μας ότι, «το σύστημα του κόσμου έτσι όπως το ανέπτυξε ο Αριστοτέλης κυριάρχησε στην Ευρώπη από την αρχαιότητα έως τον 17ο, ακόμη και έως τον 18ο αιώνα» (Fernand Braudel). Επίσης δεν είναι τυχαίο αυτό το οποίο καταγράφεται στην Ιστορία της Ανθρωπότητας της UNESCO, ότι δηλαδή για χιλιάδες χρόνια αυτή η παραγωγική διαδικασία γίνονταν με παρόμοιο, πάνω-κάτω τρόπο, «Ο ελληνικός αργαλειός (της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου) και ο φλωρεντινός αργαλειός (της εποχής του Μεσαίωνα) δεν είχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους»¹ . Και οι δύο πολιτισμοί βασίζονταν στην τάξη των δούλων ή των χωρικών, «και ένας Έλληνας δούλος θα μπορούσε να ανταλλάξει την θέση του με ένα Ιταλό χωρικό χωρίς καμία σχεδόν αλλαγή στον τρόπο της ζωής του»² . Σε όλη αυτή την διάρκεια δεν υπήρξε μαζική παραγωγή ούτε μαζική κατανάλωση.

3. Η παραγωγική διαδικασία κατά την διάρκεια όλων αυτών των χρόνων «εξυπηρετούνταν» θαυμάσια από την συγκεκριμένη οργάνωση της κοινωνίας και των θεσμών της, ανεξάρτητα από το τι σήμαινε αυτό (σε όρους ποιότητας ζωής) για τα άτομα που ανήκαν στις διαφορετικές τάξεις.

4. Οι κοινωνίες αυτές (θα τις ονομάσουμε προβιομηχανικές) ήταν απλές, όσο αφορά την σύνθεση τους και την δομή τους. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όσο πιο απλή είναι η σύνθεση μιας κοινωνίας τόσο πιο απλή είναι και η δομή της, αφού τα στοιχεία που την αποτελούν είναι λιγότερα και οι αλληλεξαρτήσεις τους, αλλά και οι αντιφάσεις και αντιθέσεις μεταξύ τους, λιγότερες (ανεξάρτητα από την ένταση αυτών των αντιθέσεων). Ο πολιτισμός αυτών των κοινωνιών, με την έννοια των γνώσεων, πεποιθήσεων, ηθών, εθίμων, έννοιας δικαίου και κάθε άλλης ικανότητας και συνήθειας που αποκτά ένας άνθρωπος ως μέλος μιας κοινωνίας, αποτελούσε την κοινωνική κληρονομιά τους που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά μέσα από τους υπάρχοντες θεσμούς.

5. Στο σημείο αυτό θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να συμφωνήσουμε ότι ο βασικός στόχος του κοινωνικού θεσμού είναι «η επιδίωξη ενός κοινωνικά σημαντικού σκοπού με κοινωνικά παραδεκτούς και παγιωμένους τρόπους ατομικής η συλλογικής συμπεριφοράς»³ , που καθορίζεται από εκείνες τις τάξεις που ασκούν την εξουσία στην κάθε δεδομένη χρονικά περίοδο. Οι βασικότερες κατηγορίες θεσμών είναι: (I) η Οικογένεια και συγγένεια, (II) οι Οικονομικοί θεσμοί, (III) οι Πολιτικοί θεσμοί, (IV) οι θεσμοί της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης και τέλος (V) οι Θρησκευτικοί θεσμοί.

6. Οι κοινωνικές θέσεις, οι δράσεις και οι ρόλοι των μελών μιας κοινωνίας, καθ’ όλη την χρονική διάρκεια που εξετάζουμε, ήταν προκαθορισμένες και αμετάβλητές για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα και το περιεχόμενο αυτών των ρόλων καθορίζονταν είτε από τους κανόνες της κοινωνικής πρακτικής που αποτελούν τους άτυπους ρόλους (ήθη, έθιμα, συνήθειες), είτε από τους τυπικούς ρόλους που αποτελούνται από γραπτούς κανόνες συμπεριφοράς (νόμους, καταστατικά, κανονισμούς εργασίας, κλπ). Και οι δύο ρόλοι (άτυποι και τυπικοί) όπως είδαμε ορίζονταν είτε από την εκκλησία, είτε από το κράτος των «κρατούντων». Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα ότι η οικογένεια προσανατόλιζε με απόλυτο τρόπο την κοινωνικοποίηση του παιδιού με άξονα την κοινωνική του θέση και φυσικά το ίδιο γίνονταν και με τα ήθη και τα έθιμα. Επίσης να τονίσουμε ότι οι επιδράσεις αυτές ήταν κυρίως Εθνικού χαρακτήρα και ο αντίκτυπος των επιδράσεων από το ένα Έθνος στο άλλο απαιτούσε την πάροδο πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος.

7. Ακριβώς για αυτό τον λόγο η εκπαίδευση καθ’ όλη την διάρκεια των χρόνων από την αρχαιότητα μέχρι και τον 18ο αιώνα ήταν προνόμιο μόνο των μελών που ανήκαν στις ανώτερες τάξεις και εξυπηρετούσε την εξουσία. Η εκπαίδευση των ανώτερων τάξεων για παράδειγμα αφορούσε την εξάσκηση και την μάθηση των μελών της στα όπλα, αλλά και την πνευματική καλλιέργεια των «γόνων» αυτών μελών στην μουσική, την ποίηση, την φιλοσοφία ή τα νομικά θέματα αργότερα. Οι άνθρωποι με εκπαίδευση αποτελούσαν ένα ελάχιστο ποσοστό του συνόλου μιας κοινωνίας. Η παραγωγική διαδικασία της εποχής δεν είχε ανάγκη από εκπαιδευμένα άτομα. Αυτό που είχαν ανάγκη οι κοινωνίες εκείνης της εποχής ήταν η διατήρηση της «τάξης» και αυτό αναλάμβαναν να κάνουν οι θεσμοί που έχουν σχέση με την κοινωνικοποίηση των ατόμων κάθε τάξης.

8. Όλα αυτά τα χρόνια η εκπαίδευση συνδέονταν με τα καθήκοντα εκείνα που απορρέανε από τις ευθύνες της κάθε τάξης και που φυσικά ορίζονταν από την τάξη που είχε την εξουσία. Το ίδιο συνέβαινε με την παιδεία. Οι τάξεις που είχαν την εξουσία και τον ελεύθερο χρόνο μαθαίνανε την ποίηση, το θέατρο, τα νομικά και τους «καλούς» τρόπους και οι τάξεις των δούλων ή των δουλοπάροικων, πως να καλλιεργούν τα χωράφια και να υπηρετούν σωστά, υπακούοντας φυσικά, τον κύριο τους, τον άρχοντα τους. Θα μπορούσαμε να πούμε, κάνοντας μια προσπάθεια σύγκρισης με την σημερινή εποχή, ότι το κέρδος αυτών που ήταν οι προνομιούχοι της εποχής ήταν η πολυτέλεια του ελεύθερου χρόνου, αλλά και η δυνατότητα τους να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες με σχετική ευκολία. Η κατανάλωση με την έννοια την σημερινή δεν αφορούσε ίσως κανένα. Το μεγάλο πρόβλημα για τις κατώτερες τάξεις ήταν η επιβίωση και η διασκέδαση τους πραγματοποιούνταν μέσα από τις συλλογικές γιορτές και τις παραδόσεις.

9. Επειδή φυσικά όλα αυτά δεν γίνονται μηχανικά μέσα σε μια κοινωνία, αλλά ούτε και στο φυσικό περιβάλλον, κάθε πρόοδος δημιουργούσε τις αντιθέσεις εκείνες που υπονόμευαν το υπάρχον σύστημα και έθεταν τις βάσεις για το πέρασμα στο επόμενο στάδιο ή στο επόμενο σύστημα. Η εκπαίδευση (γνώση) και αυτό που ονομάζουμε κλασσική παιδεία διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο σε αυτή την διαδικασία. Δεν είναι πάλι τυχαίο ότι οι ιδέες που «δηλητηρίαζαν» το «status quo» κάθε φορά προέρχονταν από φωτεινά μυαλά που είχαν την εκπαίδευση αλλά και το ανοικτό μυαλό που απαιτούνταν και φυσικά το θάρρος, την πίστη και την θέληση να συγκρουστούν με την κάθε φορά «καθεστηκυία τάξη». Να θυμίσουμε τον Γαλιλαίο, τον Λούθηρο, τον Φουριέ, τον Μάρξ, και άλλους.

Ποια είναι η μεγάλη αλλαγή που έφερε η βιομηχανική επανάσταση και άλλαξε τα δεδομένα στην εκπαίδευση; Η πρώτη και μεγάλη αλλαγή ήταν η ανάγκη για όλο και πιο εκπαιδευμένο προσωπικό και αυτό αφορούσε τόσο τον αριθμό των εκπαιδευμένων που απαιτούσε το σύστημα για να λειτουργήσει, όσο και το πλήθος των ειδικών γνώσεων που ήταν αναγκαίες και «ξεφύτρωναν» σαν μανιτάρια όσο προχωρούσε η εξέλιξη. Όλοι σήμερα ξέρουμε ότι το πέρασμα από την βιομηχανική στην σύγχρονη επιστημονική επανάσταση ήταν ταχύτατο, σε σύγκριση με το παρελθόν. Τα τελευταία 30 χρόνια μάλιστα θα λέγαμε ότι η εξειδίκευση της εργασίας έχει περάσει τα όρια της φαντασίας. Σκεφτείτε για παράδειγμα ένα γιατρό της αρχαιότητας ή του 17ου αιώνα σε σύγκριση με τις «αμέτρητες» ειδικότητες γιατρών που υπάρχουν σήμερα. Σχεδόν κάθε όργανο (μάτι, αυτί, καρδιά, σκελετός, κλπ) έχει και τον ειδικό γιατρό του. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τους πυρηνικούς γιατρούς και γενικά τους γιατρούς που ασχολούνται με τις εργαστηριακές εξετάσεις τότε κινδυνεύουμε να ζαλιστούμε και να χαθούμε.

Αυτή όμως, και μόνο αυτή η εξειδίκευση μπορεί και υπηρετεί την μαζική παραγωγή και μαζική κατανάλωση των σύγχρονων κοινωνιών. Η ανάπτυξη ταυτίζεται με την επέκταση και αύξηση της κατανάλωσης σχεδόν σε κάθε επίπεδο και αυτό με την σειρά του απαιτεί περισσότερους «εκπαιδευμένους», ειδικούς και φυσικά λιγότερους γεωργούς ή κτίστες, Εξ’ άλλου η τεχνολογία (και η ρομποτική) έχει αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας με δραματικούς ρυθμούς. Αυτό ακριβώς τον ρόλο κλήθηκε να φέρει σε πέρας και η σύγχρονη εκπαίδευση, με την εκμάθηση των νέων συγκεκριμένων ρόλων που αντιστοιχούν σε νέες συγκεκριμένες θέσεις. Αυτές οι αλλαγές, με την σειρά τους, έχουν προκαλέσει και αύξηση της πολυπλοκότητας και των αλληλεξαρτήσεων ανάμεσα στους διάφορους «ειδικούς». Σήμερα η επίλυση τόσο των παραγωγικών προβλημάτων όσο και των κοινωνικών απαιτούν μεγαλύτερη συνεργασία και μεγαλύτερη υπευθυνότητα σε σύγκριση με το παρελθόν. Απαιτούν άτομα που να μπορούν να κατανοήσουν όχι μόνο το πρόβλημα του δικού τους πεδίου γνώσης, αλλά και τις επιπτώσεις των ενεργειών τους στους άλλους τομείς και στην κοινωνία στο σύνολο της.

Για να γίνουμε πιο σαφείς θα αναφερθούμε σε ένα παράδειγμα. Ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται μεν από διαφορετικά όργανα, δεν είναι όμως άθροισμα οργάνων, αλλά ένα δυναμικό και ενιαίο σύνολο. Όταν λοιπόν πάσχει η καρδιά μας, αυτό μπορεί να οφείλεται και σε παράγοντες ανεξάρτητους με την καρδιά αυτή καθ’ αυτή. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία δεν είναι μόνο έργο του καρδιολόγου, αλλά απαιτεί την συνεργασία και άλλων ειδικοτήτων και ίσως ενός συντονιστή που θα μπορεί να αξιολογεί το ανθρώπινο σώμα στο σύνολο του, αλλά και τον τρόπο ζωής του πάσχοντα, που οδήγησε στην ασθένεια, και να μας παραπέμπει στον εκάστοτε ειδικό κάθε φορά. Εδώ λοιπόν απαιτείται μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των μελών μιας ομάδας ειδικών προκείμενου να αξιοποιηθεί καλλίτερα το σύνολο των γνώσεων και να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Το ίδιο συμβαίνει και σε μια επιχείρηση. Για να λειτουργήσει καλά μια επιχείρηση δεν χρειάζεται να έχει ένα καλό οικονομικό διευθυντή για παράδειγμα, αλλά μια ομάδα ανθρώπων που θα έχει, πέρα από τις εξειδικευμένες γνώσεις, και τις δεξιότητες εκείνες που απαιτούνται, ώστε τα μέλη της ομάδας να επικοινωνούν και να συνεργάζονται αποτελεσματικά μεταξύ τους. Επίσης προκειμένου να μην δημιουργούνται προβλήματα της κατηγορίας «η εγχείρηση ήταν απολύτως επιτυχής, αλλά ο ασθενής απέθανε», απαιτείται ο κάθε ειδικός να μπορεί να ξεπερνά τα στενά όρια της εξειδίκευσης του και να μπορεί να δει όλο το τοπίο, το δάσος και όχι μόνο το δέντρο.

Τέλος θα πρέπει να δούμε ότι η παραγωγική διαδικασία και η λατρεία της οικονομικής ανάπτυξης έφεραν στην επιφάνεια αντιθέσεις που μέχρι χθες ήταν άγνωστες. Ενδεικτικά θα αναφέρω την αντίθεση ανάμεσα στην οικονομική και χωρίς όρους ανάπτυξη και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων από την μια πλευρά και τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα από την άλλη.

Επίσης η ανάπτυξη της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των πολιτών που κατακτήθηκε μέσα από τις ανακατατάξεις που έφεραν οι επαναστατικές αλλαγές του 18ου, 19ου, και 20ου αιώνα στο πολιτικό επίπεδο κινδυνεύουν και υπονομεύονται μέσα από την πορεία της συγκεκριμένης παγκοσμιοποίησης (τρομοκρατία, μετανάστευση, ρατσισμός, συνδικαλιστικό κίνημα, κλπ). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που νέες έννοιες ήλθαν στην επιφάνεια, όπως η «εταιρική κοινωνική ευθύνη», αλλά και η απαίτηση των πολιτών για προστασία του περιβάλλοντος από τις επιχειρήσεις, κλπ.

Τα σημερινά κράτη όμως, όπως είπαμε και παραπάνω, (στην συντριπτική τους πλειοψηφία) έχουν αναπτύξει την εκπαίδευση μόνο όσο αφορά την διάσταση εκείνη που καλύπτει τις ανάγκες σε εξειδικευμένο προσωπικό. Αυτή του είδους όμως η εκπαίδευση δεν καλύπτει τις ανάγκες για «ολοκληρωμένα» άτομα που με υπευθυνότητα θα μπορούν να συνεργαστούν, αλλά και να αντιληφθούν τις σχέσεις του όλου με το μέρος, του αιτίου και του αιτιατού. Η άλλη διάσταση της εκπαίδευσης που ενοποιεί την γνώση, η «παιδεία» δηλαδή, στην ουσία έχει υποβαθμιστεί τα τελευταία χρόνια. Ο απαίδευτος όμως, εξειδικευμένος επιστήμονας, που δεν μπορεί να δει το δάσος άλλα μόνο το δέντρο μπορεί να είναι και αντιπαραγωγικός (αφού δεν μπορεί να κατανοήσει το σύνολο των προβλημάτων και να επικοινωνήσει αποτελεσματικά με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας), αλλά και επικίνδυνος για την κοινωνία στο σύνολο της. Εδώ όμως το πρόβλημα ξεκινάει από τις αντιφάσεις του ίδιου του συστήματος που καλλιεργεί όχι τον συντονισμό και την συνεργασία, αλλά τον ανταγωνισμό που έχει σαν στόχο την μεγιστοποίηση του κέρδους μέσα από την ανάπτυξη. Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσω ότι άλλο πράγμα η τάση μεγιστοποίησης του κέρδους «πάση θυσία», που μετατρέπει την οικονομική δραστηριότητα σε αυτοσκοπό, και άλλο η επιδίωξη κέρδους που επιτρέπει την διατήρηση, συνέχιση και επέκταση της παραγωγικής δραστηριότητας. Μιας παραγωγικής δραστηριότητας που υπηρετεί την κοινωνία και τις ανάγκες της και δεν είναι πάνω από την κοινωνία.

Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, όντας μεγάλος επιστήμονας, αλλά και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είχε κατανοήσει πολύ καλά αυτό το πρόβλημα όταν δήλωνε: «Δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματα του σήμερα με τον τρόπο σκέψης που είχαμε όταν τα δημιουργούσαμε».

Αυτό όμως θα αποτελεί και το θέμα που θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε στα επόμενα βήματα αυτού του «οδοιπορικού».

Παιδεία, εκπαίδευση και σύγχρονη κοινωνία

Στα προηγούμενα άρθρα αυτού του γραπτού «οδοιπορικού» για την εκπαίδευση και την παιδεία, προσπαθήσαμε, μέσα στα περιθώρια του χρόνου μας και του «χώρου» μας, να σκιαγραφήσουμε την εξέλιξη τους και να περιγράψουμε έστω και αδρά τα όρια της εκπαίδευσης και της παιδείας, αλλά και τις αλληλεξαρτήσεις τους.

Στο τελευταίο κείμενο αυτού του οδοιπορικού είχαμε καταλήξει με την ρήση του Albert Einstein που δήλωνε: «Δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματα του σήμερα με τον τρόπο σκέψης που είχαμε όταν τα δημιουργούσαμε».

Θεωρώ κορυφαία αυτή την ρήση του Einstein γιατί πιστεύω ότι αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην εκπαίδευση, που έχει σχέση με την παραγωγική διαδικασία αυτή καθ’ αυτή, και την παιδεία που ορίζει το πως η κοινωνία μπορεί να χειριστεί αυτή την πραγματικότητα χωρίς να δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι λύνει. Για να γίνει κατανοητό αυτό που λεω θα χρησιμοποιήσω το αγαπημένο μου παράδειγμα με τα αυτοκίνητα. Για να οδηγήσεις λοιπόν ένα σύγχρονο αυτοκίνητο, χρειάζεσαι να μάθεις να οδηγείς και φυσικά τα σήματα οδικής κυκλοφορίας και τους βασικούς περιορισμούς που συνδέονται με την οδήγηση του αυτοκινήτου στις σύγχρονες μεγαλοπούλεις και τους σύγχρονους αυτοκινητόδρομους. Απαιτείται δηλαδή εκπαίδευση. Για να μάθεις όμως να οδηγείς με κοινωνική ευθύνη, έτσι ώστε να μην σκοτώνεις τον ταλαίπωρο πεζό που είναι αφηρημένος, ή τον άνθρωπο που οδηγεί μηχανάκι ή ακόμα να προστατεύεις τον εαυτό σου από τον κίνδυνο να μείνεις παράλυτος σε ένα κρεβάτι ή να καταλήξεις στο πλησιέστερο νοσοκομείο, απαιτείται άλλος τρόπος σκέψης. Η παιδεία είναι αυτή που έχει σχέση με τον τρόπο σκέψης είναι αυτή που μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει τις πραγματικές του διαστάσεις και όχι αυτές που τα δημιουργήματα του παρήγαγαν στο φαντασιακό του κόσμο. Με άλλα λόγια δεν είμαστε θεοί επειδή έχουμε ένα σπορ αυτοκίνητο που τρέχει με πολλαπλάσια ταχύτητα από τις πραγματικές μας δυνατότητες.

Μετά από αυτή την μακρά εισαγωγή θα προσπαθήσω να εισέλθω στο κυρίως θέμα και να καταθέσω τις απόψεις μου σχετικά με τις αλλαγές στο πεδίο της παραγωγής και της εκπαίδευσης, αλλά και την ανάγκη για ακόμα μεγαλύτερη παιδεία προκειμένου να διατηρηθεί, τόσο η αποτελεσματικότητα της σύγχρονης παραγωγικής διαδικασίας, όσο και η κοινωνική συνοχή και η κοινωνία στις σύγχρονες πλέον συνθήκες. Στην προσπάθεια μου αυτή θα επικαλεστώ τις απόψεις και τις σκέψεις γνωστών «γκουρού» του χώρου των επιχειρήσεων.

Θα ξεκινήσουμε λοιπόν παρουσιάζοντας τις απόψεις που αφορούν τα αίτια του προβλήματος, έτσι όπως τα παρουσιάζουν οι άνθρωποι εκείνοι που θεωρούνται ειδικοί, και είναι διεθνώς αναγνωρισμένοι σαν τέτοιοι, στον τομέα της διοίκησης των επιχειρήσεων. Την παρουσίαση των ονομάτων που θα αναφέρουμε μπορεί ο αναγνώστης να την δει στο τέλος του άρθρου προκειμένου να έχει γνώση το τι αυτοί οι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν στον κόσμο των επιχειρήσεων.

«ήταν η ίδια η βιομηχανική επανάσταση που εισήγαγε την ιδέα του ηλίθιου εργαζόμενου, του εργαζόμενου που δεν είχε ούτε αίσθηση υπευθυνότητας ούτε ικανότητα λήψης αποφάσεων, αλλά που θα έπρεπε να εκτελεί εργασιακά καθήκοντα που δεν απαιτούσαν σκέψη και μάλιστα κάτω από το άγρυπνο μάτι του επιστάτη».

Σύμφωνα με τον Michael Hammer «θα πρέπει να επιστρέψουμε στην ιδέα που συνάδει με την άποψη ότι οι άνθρωποι πρέπει να επικεντρώνονται όχι σε μεμονωμένες δραστηριότητες και εργασιακά καθήκοντα, αλλά στο τελικό αποτέλεσμα. Και τι είναι αυτό που δημιουργεί το τελικό αποτέλεσμα; Μια διαδικασία. Όχι ένα μεμονωμένο εργασιακό καθήκον, αλλά ένα σύνολο καθηκόντων». «Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να εκτελούν διευρυμένα και όχι μεμονωμένα και αποσπασματικά εργασιακά καθήκοντα. Και αυτό απαιτεί περισσότερο καλλιεργημένα άτομα», μας λεει ο συγκεκριμένος «γκουρού» του μάνατζμεντ.

Αυτό που επισημαίνει ο Michael Hammer είναι το γεγονός ότι το σημερινό παραγόμενο προϊόν είναι περισσότερο από ποτέ αποτέλεσμα ομαδικής εργασίας, δηλαδή περισσότερο κοινωνικό σε σχέση με το παρελθόν. «Η πραγματική εργασία, η τέχνη, η προστιθέμενη αξία, εντοπίζονται στην εργασία που εκτελεί μια ομάδα επαγγελματιών». Για να εξηγήσει καλλίτερα την άποψη του μας δίνει το εξής παράδειγμα:

«Αν αναλογιστείτε μια ομάδα εργασίας στον τομέα της υγείας» μας λεει, «ο στόχος του γιατρού δεν είναι να προαχθεί από γιατρός σε επιβλέποντα των υπόλοιπων γιατρών και στην συνέχεια να γίνει ο επιβλέπων των άλλων επιβλεπόντων. Ο στόχος του είναι να εξελιχθεί από νέος γιατρός, ο οποίος μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο απλά περιστατικά, σε ώριμο γιατρό ο οποίος θα μπορεί να αντιμετωπίσει πολυπλοκότερα περιστατικά και τέλος να γίνει πρώτος στον τομέα του, ικανός να χειρίζεται τις πολυπλοκότερες καταστάσεις». Και συνεχίζει: «Η φύση της δουλειάς του δεν αλλάζει. Η φύση της θέσης του δεν αλλάζει. Αυτό που αλλάζει είναι η προσωπική του ικανότητα και ο βαθμός ωριμότητας που έχει και μπορεί να χρησιμοποιήσει στην εκτέλεση της αποστολής του. Παράλληλα αυξάνει η πολυπλοκότητα των καταστάσεων τις οποίες είναι σε θέση να αντιμετωπίσει».

Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να δηλώσω, προσθέτοντας τις δικές μου σκέψεις, ότι πράγματι τα προϊόντα σήμερα, σε σχέση με το παρελθόν, είναι περισσότερο αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς παρά μεμονωμένων ενεργειών ορισμένων ανθρώπων. Αυτό πράγματι απαιτεί περισσότερο καλλιεργημένα άτομα που να μπορούν να συνεργάζονται προκειμένου να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην σημερινή κοινωνία όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Έτσι ο γιατρός θα έπρεπε να έχει ως στόχο του αυτό που λεει ο Michael Hammer. Στην πραγματικότητα όμως οι στόχοι πολλών ανθρώπων, και φυσικά και γιατρών είναι τελείως διαφορετικοί. Σε αυτό το σημείο ο συγκεκριμένος συγγραφέας δεν μας διαφωτίζει το γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο (τουλάχιστο σε αυτό το άρθρο του).

«Τα χαρακτηριστικά που απαιτεί η μεταβιομηχανική εποχή είναι, από την μια μεριά, ο προσανατολισμός προς την καινοτομία, την αλλαγή, την προσωπική ευθύνη, και από την άλλη μεριά η συνεργασία των ομάδων, ένα βαθμός ανιδιοτέλειας ώστε ο πελάτης να καταστεί το επίκεντρο των διαδικασιών, και πραγματικές ικανότητες – κυρίως ικανότητες μάθησης – ώστε να μπορεί κανείς να διεκπεραιώσει πολυπλοκότερα εργασιακά καθήκοντα» καταλήγει ο συγγραφέας.

Θα μπορούσα προσωπικά να προσυπογράψω το παραπάνω κείμενο αντικαθιστώντας την λέξη πελάτης με την λέξη πολίτης. Υπάρχουν όμως μερικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν προκειμένου να διευκρινιστούν τα παραπάνω. Για παράδειγμα, η ανιδιοτέλεια είναι κάτι που έχει σχέση με εκπαίδευση η με πολιτισμό και παιδεία; Η ικανότητα της συνεργασίας και της συμμετοχής σε ομαδική εργασία έχει σχέση με εκπαίδευση η με παιδεία και πολιτισμό; Πως μπορούμε σε μια κοινωνία που τα μέλη της έχουν μάθει στον άκρατο ατομισμό και στο να κλείνουν τα αυτιά τους σε κάθε διαφορετική άποψη να προωθήσουμε την ομαδική εργασία; Τα παραπάνω μας οδηγούν στο να διερευνήσουμε περισσότερο τις ικανότητες μάθησης που απαιτούνται προκειμένου να επιτευχθούν τα όσα ωραία περιγράφει ο συγγραφέας στο άρθρο του.

Τι συμβαίνει όμως και αντί να εφαρμόζονται αυτά που οι «γκουρού» του μάνατζμεντ διδάσκουν, φτάνουμε στο σημείο να αποτελούν οι σύγχρονες επιχειρήσεις περιβάλλοντα μέσα στα οποία βρίθουν τα εσωτερικά «πολιτικά» παιχνίδια και οι άνθρωποι να φροντίζουν πρωτίστως να καλύψουν τα νώτα τους. «Θα ντρεπόμουν να φέρω στην δουλειά τον εξάχρονο γιο μου, που πηγαίνει τώρα στο νηπιαγωγείο, να δει πως δουλεύουμε. Διότι όλα εκείνα τα ωραία πράγματα που του μαθαίνουν στο νηπιαγωγείο, να σέβεται τον εαυτό του, να ακούει τους συνανθρώπους του με προσοχή και να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι ψιλά γράμματα για εμάς εδώ», εξομολογείται ένα στέλεχος στον Peter M. Senge.

Η πρώτη παρατήρηση που προσωπικά θα είχα να κάνω σε σχέση με τα παραπάνω είναι, ότι ακόμα και αν το επίσημο κράτος προσπαθεί να παιδεύσει και όχι να εκπαιδεύσει τα νέα μέλη της κοινωνίας έρχεται η παραγωγική διαδικασία, μέσα από το περιβάλλον των σύγχρονων εταιρειών, να το γκρεμίσει δημιουργώντας τον αντίθετο χαρακτήρα ανθρώπων από αυτόν που η σύγχρονη παραγωγική διαδικασία απαιτεί. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι υπάρχει μια αντίφαση η οποία δεν είναι απόρροια ούτε των σύγχρονων παραγωγικών διαδικασιών, ούτε της θέλησης της κοινωνίας συνολικά. Τότε από που προέρχεται αυτή η τάση; Προσωπικά προσχωρώ στην άποψη που υποστηρίζει ότι αυτή η αντίφαση είναι συνυφασμένη με τον τρόπο παραγωγής που υποτάσσει στον στόχο της μεγιστοποίησης του κέρδους κάθε άλλη ανάγκη.

Σε τι όμως συνίσταται αυτός ο τρόπος παραγωγής; Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε αυτό το θέμα μέσα από τις απόψεις ενός άλλου μεγάλου «γκουρού» του κόσμου των επιχειρήσεων, του Charles Handy. Ο καπιταλισμός, μας λεει ο Charles Handy, «στηρίζεται σε ανθρώπους που εργάζονται εξαντλητικά ώστε κάποιοι άλλοι να πλουτίσουν, με την ελπίδα, που είναι συχνά άτοπη, ότι θα γίνουν και οι ίδιοι πλούσιοι. Στο καπιταλιστικό σύστημα η ανάπτυξη εξαρτάται από το ότι κάποιοι άνθρωποι ζηλεύουν κάποιους άλλους και θέλουν να αποκτήσουν ότι έχουν και εκείνοι».

Συνεχίζοντας να περιγράφει ο Charles Handy την κοινωνία στην οποία ζούμε, γράφει στο συγκεκριμένο άρθρο: «όμως επίσης είπε (o Adam Smith) ότι η απεριόριστη ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει σε μια οικονομία «άχρηστων αγαθών». Έτσι πιστεύω ότι οδηγούμαστε σε αδιέξοδο όσο επιδιώκουμε την οικονομική ανάπτυξη σαν να ήταν το μόνο σημαντικό πράγμα. Πολλές φορές η επιτυχία συνεπάγεται πολύ μεγάλο κόστος». Και παρακάτω: «ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν εξασφαλίζει, αυτομάτως, τις προϋποθέσεις για μια καλλίτερη κοινωνία». Να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό ότι ο «δικός» μας κορυφαίος οικονομολόγος και πρώην πρωθυπουργός Ξενοφών Ζολώτας έχει ήδη από το 1982 γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Οικονομική ανάπτυξη και φθίνουσα κοινωνική ευημερία», ενώ σήμερα υπάρχει μια πληθώρα πανεπιστημιακών διεθνώς, που έχει μελετήσει το φαινόμενο αυτό (της φθίνουσας κοινωνικής ευημερίας).

Ας επιστρέψουμε όμως στον Charles Handy ο οποίος περιγράφοντας τον σύγχρονο τρόπο παραγωγής σημειώνει ότι, «στην πορεία, οι άνθρωποι δουλεύουν τόσο σκληρά που σχεδόν χάνουν την ανθρώπινη διάσταση τους. Η ζωή είναι για να την ζούμε. Φυσικά, η εργασία είναι μέρος της ζωής, αλλά δεν είναι το παν», και συμπληρώνει: «Σε τελική ανάλυση, ποιος θα ήθελε να είναι πλούσιος σε μια κοινωνική έρημο, ή να γεράσει σε ένα τέτοιο σκουπιδότοπο»; Η δική μου απάντηση σε αυτή την ερώτηση έρχεται αυθόρμητα και είναι η ακόλουθη: με τα σημερινά δεδομένα, δυστυχώς, πολλοί είναι αυτοί που ούτε αντιλαμβάνονται τον σκουπιδότοπο και φυσικά είναι έτοιμοι να ζήσουν σε αυτόν, αρκεί να μη βλέπουν «έξω από το σπίτι τους» τα σκουπίδια.

Ο Charles Handy πιστεύει ότι το σημαντικό πρόβλημα στον τρόπο με τον οποίο ζούμε, είναι ότι δεν υπάρχει σκοπός και ενδιαφέρον για την ζωή. «για πολλούς η ζωή έχει γίνει κάτι προσωρινό, κάτι που έχει να κάνει μόνο με την ύπαρξη τους, με την εγωιστική τους ύπαρξη, και το μόνο που κάνουν είναι να ζουν το παρόν. Δεν υπάρχει σκοπός πια». Και καταλήγει: « Το μεγαλύτερο και πλέον ικανοποιητικό πράγμα στην ζωή είναι, θαρρώ, η αίσθηση ενός σκοπού ο οποίος αφορά σε κάτι πέρα από το ίδιο το άτομο. Αν ο σκοπός αφορά μόνο στο ατομικό συμφέρον, γρήγορα εξανεμίζεται. Δεν είναι άσχημο να πιεις ένα ποτήρι κρασί μόνος σου. Αν όμως αποφασίσεις να πιεις ένα μπουκάλι μόνος σου, στο τέταρτο ποτήρι θα έχεις ήδη βαρεθεί γιατί δεν θα έχεις να κουβεντιάσεις με κανένα. Πιστεύω ότι αν ο άνθρωπος δεν έχει κάποιο σκοπό που να αφορά σε κάτι πέρα από τον εαυτό του, στο τέλος απογοητεύεται».

Μιλώντας για τον τρόπο ζωής που επιβάλει ο σύγχρονος τρόπος παραγωγής, ένας άλλος γνωστός «γκουρού» του κόσμου των επιχειρήσεων, ο Peter Senge λεει: «Πάντα θέλουμε να κάνουμε τα πράγματα λίγο γρηγορότερα. Από μια άποψη, αυτό είναι κάπως τρελό, διότι δεν προσπαθούμε με τον ίδιο ζήλο να βελτιώσουμε εξίσου γρήγορα την ποιότητα της ζωής μας. Συνήθως τα πράγματα που θα βελτίωναν την ποιότητα της ζωής μας είναι ακριβώς εκείνα τα πράγματα που απαιτούν να μειώσουμε την ταχύτητα με την οποία ζούμε και όχι να την αυξήσουμε. Αλλά φυσικά, οι επιλογές μας είναι επακόλουθο του γεγονότος ότι επικεντρωνόμαστε στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα της ζωής, και αυτός είναι ο λόγος που κάνει την έννοια της ταχύτητας τόσο δελεαστική».

Αυτό που θα ήθελα εγώ να προσθέσω στα όσα παραπάνω αναφέρει ο Peter Senge είναι ότι, σήμερα έχουμε στην διάθεση μας άπειρες επιδημιολογικές μελέτες που επιβεβαιώνουν ότι οι ρυθμοί της ζωής σχετίζονται άμεσα με το σύνολο σχεδόν των «σύγχρονων» ασθενειών και την έξαρση που αυτές παρουσιάζουν τα τελευταία 20 χρόνια. Μπορούμε όμως να διαχειριστούμε τα πολύπλοκα συστήματα και τις πολύπλοκες σχέσεις που αυτά δημιουργούν χωρίς βαθύτερη κατανόηση του συνόλου των πραγμάτων και όχι μόνο μέρους της πραγματικότητας; Μπορούμε να δημιουργήσουμε ολοκληρωμένους πολίτες μόνο εκπαιδεύοντας και χωρίς να παιδεύουμε τα μέλη της κοινωνίας;

Ας επιστρέψουμε όμως στον Peter Senge και τις απόψεις του. «Δεν υπάρχει μηχανικός που να επιδιώκει να κατασκευάσει ένα αεροπλάνο το οποίο δεν θα υπόκειται στους νόμους της αεροδυναμικής, που θα έχει αρνητική ανύψωση, για παράδειγμα, ή να σχεδιάσει ένα διυλιστήριο το οποίο θα αναιρεί τους νόμους διατήρησης μάζας και ενέργειας», μας λεει ο Senge. «Εν τούτοις, το οικονομικό σύστημα στο οποίο όλοι από κοινού συμμετέχουμε, παραβιάζει τους βασικούς νόμους των φυσικών συστημάτων, και απλώς ελπίζουμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο μέχρι να βρεθεί κάποιος που θα λύσει το πρόβλημα». Και συνεχίζει: «το οικονομικό μας σύστημα, όμως, είναι στην πραγματικότητα ένα σύστημα που παράγει κυριολεκτικά άχρηστα προϊόντα – ορατά ή αόρατα παραπροϊόντα των βιομηχανικών διεργασιών, τα οποία δεν μπορούν να ανακυκλωθούν – τα οποία συσσωρεύονται».

Με άλλα λόγια ο Senge υποστηρίζει αυτό που και πολλοί άλλοι λένε, ότι δηλαδή η οικονομική δραστηριότητα έχει αυτονομηθεί από την υπόλοιπη κοινωνία και αντί να την υπηρετεί την καταδυναστεύει. Αυτό είναι πολύ εμφανές στον τομέα της υγείας όπου χωρίς καμία υπερβολή θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ζούμε για να αρρωσταίνουμε και μετά αναζητούμε να επιλύσουμε το πρόβλημα αυτό εμπορευματοποιώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες υγείας και εκτοξεύοντας τις σχετικές δαπάνες σε δυσθεώρητα ύψη.

Ο Senge πιστεύει ότι ανάμεσα στις ικανότητες μάθησης συμπεριλαμβάνεται και «η ικανότητα των ανθρώπων να έχουν αίσθηση σκοπού και να δημιουργούν κοινώς αποδεκτά οράματα (αυτό προϋποθέτει ανθρώπους που ο καθένας ξεχωριστά γνωρίζει ποια είναι τα πιο σημαντικά ζητήματα) η ικανότητα των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται τα ευρύτερα μοτίβα και να κατανοούν την αλληλεξάρτηση – αναπτύσσοντας αυτό που ονομάζουμε συστημική σκέψη, μια αναπτυγμένη ικανότητα αναστοχασμού, που δίνει την δυνατότητα στους ανθρώπους να συνειδητοποιούν τις παραδοχές στις οποίες στηρίζονται».

Όπως καταλαβαίνεται αυτό απαιτεί παιδεία που δεν παρέχεται ούτε από το σχολείο, ούτε από την κοινωνία. Ιδιαίτερα στην χώρα μας θα έλεγα ότι η κοινωνία και οι θεσμοί της αντιπαλεύουν όσα αναφέραμε παραπάνω και επειδή, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει ο Senge, η διαδικασία της μάθησης είναι βαθιά κοινωνική και συλλογική, τα αποτελέσματα είναι αυτά που βλέπουμε.

Μετά από χρόνια έρευνας μας λεει ο Senge, σχετικά με το πως μαθαίνουν οι άνθρωποι, «καταλάβαμε αυτό που ήδη ξέρουμε ως γονείς – ότι, δηλαδή, η μάθηση είναι δυνατή μόνο όταν υπάρχει μια αίσθηση ασφάλειας. Χωρίς κάποια ελάχιστη αίσθηση ασφάλειας, η διαδικασία της μάθησης είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη». Και σε ένα άλλο σημείο του κειμένου του γράφει: «Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες σχέσεις που αναπτύσσονται στον επιχειρηματικό κόσμο μοιάζουν με τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη των δυσλειτουργικών οικογενειών… κανένας δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει πραγματικές σχέσεις».

Θα μπορούσε το κομμάτι αυτό του «οδοιπορικού» που αφορά την παιδεία και την εκπαίδευση να πάρει τεράστιο χώρο παραθέτοντας απόψεις διαφόρων «γκουρού» σχετικά με τα σύγχρονα προβλήματα που αφορούν τον τρόπο σκέψης και τις αντιφάσεις που δημιουργεί ο «σύγχρονος» τρόπος παραγωγής. Θα ήθελα όμως να κλείσω τις αναφορές μου με ένα άρθρο των Brook Manville και Josian Ober στο Harvard Business Review, που είχε τίτλο η «εταιρεία των πολιτών» (υπάρχει και σε βιβλίο και έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά). Τόσο στο άρθρο τους, όσο και στο βιβλίο τους οι δύο εξέχοντες πανεπιστημιακοί αναλύουν κύρια τους λόγους που οδήγησαν στην επιτυχία την πόλη των Αθηνών κύρια την περίοδο του Περικλή. «Οι Αθηναίοι έδιναν έμφαση σε τρεις κεντρικές αξίες: την ατομικότητα, την κοινότητα και την ηθική αμοιβαιότητα» τονίζουν οι συγγραφείς και αναπτύσσουν το γιατί σήμερα είναι απαραίτητη η ανάπτυξη της κουλτούρας, αλλά και η μελέτη της ιστορίας, για την επιβίωση των επιχειρήσεων.

Το ερώτημα είναι γιατί αφού τόσο σημαντικοί άνθρωποι από τον κόσμο των επιχειρήσεων, αλλά και ακαδημαϊκοί θεωρούν απαραίτητο ένα άλλο τρόπο σκέψης η παιδεία έχει εξοστρακιστεί από την εκπαιδευτική διαδικασία και την κοινωνία. Αυτό το ερώτημα μπορεί κανείς να το απαντήσει αναζητώντας τις αιτίες που διέπουν όχι τόσο την παραγωγική διαδικασία και την εξέλιξη της, αλλά τον τρόπο παραγωγής και φυσικά είναι άλλης τάξης θέμα που δεν έχουμε τον χρόνο και τον χώρο να το απαντήσουμε τώρα. Πριν όμως κλείσω αυτή την ενότητα νοιώθω την ανάγκη να καταθέσω περιληπτικά την άποψη μου σχετικά με το θέμα αυτό. Πιστεύω λοιπόν, ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της πολυπλοκότητας στην οργάνωση των επιχειρήσεων, και κατ’ επέκταση της παραγωγικής διαδικασίας, έφερε πράγματι στην επιφάνεια την ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των μελών μιας επιχείρησης, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Ταυτόχρονα όμως οι στόχοι των επιχειρήσεων που επικεντρώνονται κυρίως στην βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση του κέρδους, πάση θυσία, έφεραν στην επιφάνεια τρομακτικές αντιφάσεις, όξυναν τον ανταγωνισμό μεταξύ των ανθρώπων, ενδυνάμωσαν τα εγώ και τις εγωιστικές συμπεριφορές, ενώ ταυτόχρονα υποβάθμισαν τον ρόλο της παιδείας που «υπονομεύει» τους στενά οικονομικούς τους στόχους.

Τέλος για να εξηγηθούμε και να μη παρεξηγηθούμε, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι μαύρα. Σίγουρα υπάρχουν διαβαθμίσεις του γκρίζου. Τόσο ανάμεσα στα κράτη, όσο και ανάμεσα στις επιχειρήσεις υπάρχουν παραδείγματα που δείχνουν την δυναμική που μπορεί να απελευθερώσει η ενότητα της παιδείας και της εκπαίδευσης. Σίγουρα όμως αυτό το θέμα δεν μπορεί να «κλείσει» μέσα από μια σειρά άρθρων, αντίθετα είναι θέμα που αφορά την δυναμική της ανάπτυξης και της εξέλιξης της κοινωνίας και του μέλλοντος της.