Κυριακή 23 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 7. ΤΑ ΑΚΛΙΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ


§7.43. Η γραμματική κατηγορία των συνδέσμων, όπως και των συνδετικών μορίων, μας υποχρεώνει, περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία, να υπερβούμε το στενό πλαίσιο της λέξης, που είναι η κύρια μονάδα της παραδοσιακής γραμματικής, ίσως και της πρότασης, και να μπούμε στον χώρο του κειμένου. Και αυτό γιατί οι σύνδεσμοι, στοιχεία με επιρρηματική προέλευση, όπως και τα συνδετικά μόρια, μπορούν να έχουν μεγάλη εμβέλεια, σε εκτεταμένα τμήματα λόγου, συνδέοντας όχι μόνο μεμονωμένες λέξεις ή φράσεις αλλά και ολόκληρες προτάσεις ή περιόδους. Οι διαφορές των συνδέσμων από τα μόρια είναι αρκετά λεπτές, και αυτό επιβάλλει μερικές φορές τη συνεξέταση των δύο κατηγοριών. Σε ένα αρχικό στάδιο, πριν από την ανάπτυξη του υποταγμένου λόγου, οι περισσότεροι σύνδεσμοι ήταν απλά μόρια, δηλαδή στοιχεία που είτε δημιουργούσαν σχέσεις ανάμεσα σε ξεχωριστά νοήματα, παραπέμποντας στα προηγούμενα ή τα επόμενα, είτε λειτουργούσαν ως υφολογικοί δείκτες εκφράζοντας επίταση, έμφαση ή και συναισθηματικές στάσεις (π.χ. ειρωνεία, αμφιβολία). Αργότερα, ως σύνδεσμοι χαρακτηρίστηκαν τα εξειδικευμένα στοιχεία που επιτελούσαν μια συγκεκριμένη γραμματική λειτουργία, τη συνδετική, δημιουργώντας συντακτικές σχέσεις και εξαρτήσεις ανάμεσα στα γλωσσικά στοιχεία.

Η σημαντικότατη λειτουργία αυτών των μικρών, συχνών στον λόγο, άκλιτων γραμματικών λέξεων είναι να διασφαλίζουν την κειμενική συνοχή και ροή, να οργανώνουν τον λόγο σε σαφείς δομικές ενότητες εκφράζοντας λογικές σχέσεις ή να εξαίρουν ορισμένα στοιχεία του κειμένου ανάλογα με την πρόθεση του ομιλητή. Κάθε κείμενο γίνεται χάρη στους συνδέσμους και τα μόρια μια οργανική ενότητα, κάτι παραπάνω από απλή συμπαράθεση λέξεων.

Πολλές φορές οι σύνδεσμοι και τα μόρια έχουν στα αρχαία ελληνικά παρόμοιο ρόλο με τα σημεία στίξης, που αναπαριστούν στον γραπτό λόγο, αδρομερώς, την επιτόνιση, δηλαδή τη φωνολογική δομή των προτάσεων. Οι σύνδεσμοι παίζουν αυτόν τον πρόσθετο ρόλο στα αρχαία ελληνικά κείμενα, που δεν τον έχουν πλέον σήμερα, επειδή σημεία στίξης δεν υπήρχαν τότε, όπως δεν υπήρχαν και κενά μεταξύ των λέξεων. Έτσι, συχνά, γίνονται δείκτες ορίων ανάμεσα σε λέξεις και προτάσεις. Ας πούμε, για παράδειγμα, ο σύνδεσμος γὰρ μπορούσε να ισοδυναμεί με ισχυρή στίξη, δηλαδή τελεία, άνω τελεία, δύο τελείες, παύλα ή παρένθεση. Αντίθετα, το γε ήταν σημείο αδύναμης στίξης και ισοδυναμούσε συνήθως με κόμμα, παρόλο που, μερικές φορές, ήταν ισχυρότερο σημασιακά και προσέδιδε ένα χρώμα ειρωνείας ή είχε βεβαιωτικό χαρακτήρα σε απαντήσεις. Η λειτουργία των συνδεσμικών ως σημείων στίξης εξηγεί την πλεοναστική, μερικές φορές, χρήση τους στον αρχαίο ελληνικό λόγο καθώς και την αμηχανία του σύγχρονου μεταφραστή να τα αποδώσει σε σύγχρονες γλώσσες. Πολύ συχνά μπορούν λοιπόν να μένουν αμετάφραστα.

Η περιοχή των ελληνικών συνδεσμικών στοιχείων εμφανίζει μια ιδιαίτερη ρευστότητα από εποχή σε εποχή. Η ινδοευρωπαϊκή κληροδότησε στην ελληνική γλώσσα λίγα. Έτσι, σε πρώιμο στάδιο, π.χ. στον Όμηρο, ο αριθμός των συνδετικών μορίων είναι σχετικά περιορισμένος και αυτά που υπάρχουν δεν διαφοροποιούνται μεταξύ τους σαφώς. Αντίθετα, κατά την κλασική περίοδο, στην αττική διάλεκτο, αναπτύσσεται ένα πλούσιο σύστημα, με μεγάλη εκλέπτυνση και ειδίκευση, που είναι σε μεγάλο βαθμό απότοκο της καλλιέργειας του γραπτού λόγου. Αυτό το σύστημα συρρικνώνεται πάλι κατά την ελληνιστική περίοδο, όπως φαίνεται σε ορισμένα κείμενα που απηχούν την ομιλούμενη γλώσσα της εποχής, κυρίως επειδή ήταν πλέον δύσκολο για τους ομιλητές των ελληνιστικών χρόνων να κατανοήσουν και να χρησιμοποιήσουν τα κλασικά συνδεσμικά. "Eτσι, π.χ. στο Κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιον, χαρακτηριστικό κείμενο της καθομιλουμένης της εποχής, χρησιμοποιούνται σε αισθητά μικρότερη έκταση ακόμα και κοινοί σύνδεσμοι της κλασικής ελληνικής όπως οι γὰρ και οὖν.

§7.44. Είδη σύνδεσης

Βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας είναι η γραμμικότητα: τα γλωσσικά στοιχεία σε όλα τα επίπεδα (π.χ. λέξεις, φράσεις, προτάσεις) συν-τάσσονται, δηλαδή τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο σε σειρά, πράγμα που γίνεται αντιληπτό στον χρόνο όταν μιλάμε και στον χώρο όταν γράφουμε.

Ο γραμμικός χαρακτήρας της γλώσσας δημιουργεί μερικές φορές την ανάγκη σύνδεσης και ιεράρχησης ή αξιολόγησης των γλωσσικών στοιχείων (κύρια-δευτερεύοντα). Οι τρόποι σύνδεσης είναι δύο: είτε τα συνδεόμενα στοιχεία είναι ισοβαρή και παρα-τάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο διατηρώντας τη συντακτική ανεξαρτησία τους, είτε είναι ανισοβαρή, οπότε τα δευτερεύοντα υπο-τάσσονται στα κύρια, εξαρτώνται από αυτά και τα προσδιορίζουν. Π.χ., στην περίοδο "έμαθε τα νέα και έφυγε", τα δύο ρήματα παρατάσσονται, εφόσον εμφανίζονται αυτοδύναμα και ισότιμα, ενώ, στην περίοδο "αφού έμαθε τα νέα, έφυγε", η πρόταση "έμαθε τα νέα", που εισάγεται από τον σύνδεσμο "αφού", λειτουργεί ως χρονικός (ή αιτιολογικός) προσδιορισμός του κύριου ρήματος "έφυγε", αποτελεί δηλαδή απλώς "δορυφόρο" του. Η σημασιολογική σχέση της χρονικής ή αιτιακής ακολουθίας ανάμεσα στα δύο γεγονότα ενυπάρχει και στην πρώτη περίπτωση (και συνάγεται από το “και”), αλλά εκεί δεν εκφράζεται και γραμματικά με την παρουσία του εξειδικευμένου συνδέσμου “αφού” και τη νοηματική υποτέλεια που αυτός συνεπάγεται.

Παρόμοια, στη φράση "ο Γιάννης και ο δάσκαλος", οι δύο ονοματικές φράσεις είναι ισότιμες και παρατάσσονται, ενώ στη φράση "ο δάσκαλος του Γιάννη" έχουμε πάλι, θα μπορούσαμε να πούμε με μια γενική έννοια, ένα είδος υπόταξης, με δεδομένο ότι η γενική προσδιορίζει τον κυριότερο όρο "ο δάσκαλος", είναι συνεπώς εξάρτημά του. Εδώ βέβαια η σημασία ανάμεσα στην "παράταξη" και την "υπόταξη" είναι πολύ διαφορετική.

Η παράταξη είναι απλούστερος τρόπος σύνταξης και εμφανίζεται πριν από την υπόταξη ιστορικά και οντογενετικά (κατά την πρόσκτηση της γλώσσας από το παιδί). Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο συχνή ή υποδεέστερη. Έτσι, την βρίσκουμε σε όλες τις μορφές λόγου, ακόμη και αυτές που έχουν ρητορικούς ή αισθητικούς στόχους. Η παράταξη των στοιχείων μπορεί να γίνεται με απόλυτη απουσία συνδέσμων, με απλή σύντομη παύση (που αναπαριστά το κόμμα στον γραπτό λόγο) μεταξύ των μερών (ασύνδετο σχήμα), ή με την παρουσία κάποιων συνδέσμων/ συνδετικών επιρρημάτων/ μορίων, που χρωματίζουν σημασιολογικά τη σχέση μεταξύ των μερών, αλλά χωρίς να δημιουργούν συντακτικές εξαρτήσεις (παρατακτική σύνδεση με συμπλεκτικούς, διαχωριστικούς, αντιθετικούς, συμπερασματικούς συνδέσμους και τον αιτιολογικό γάρ). Έτσι, π.χ. στη φράση "μελέτησε πολύ και πέρασε τις εξετάσεις" ο συμπλεκτικός σύνδεσμος "και" υποδηλώνει χρονική ακολουθία ή αιτιακή σχέση, χωρίς όμως αυτό να θραύει τη συντακτική αυτοδυναμία των δύο ρημάτων.

Η υπόταξη, πιο σύνθετη και πολύ κοινή στον γραπτό λόγο, δίνει μεγαλύτερη ποικιλία στο συντακτικό επίπεδο, καθιστά τις λογικές σχέσεις πιο σαφείς και σημαίνει, όπως είπαμε, μια διαφορετική ιεράρχηση των επιμέρους στοιχείων: τα δευτερεύοντα στοιχεία συμπληρώνουν ή προσδιορίζουν τα κύρια. Σε ό,τι αφορά τις προτάσεις ειδικότερα, τα συμπληρωματικά στοιχεία χαρακτηρίζονται παραδοσιακά ονοματικές προτάσεις (ειδικές, ενδοιαστικές, πλάγιες ερωτηματικές κ.λπ.), επειδή ισοδυναμούν με ονοματικά σύνολα και λειτουργούν ως τέτοια (αντικείμενα, υποκείμενα κ.λπ.), ενώ τα προσδιοριστικά στοιχεία χαρακτηρίζονται επιρρηματικές προτάσεις (χρονικές, αιτιολογικές, αποτελεσματικές, υποθετικές, εναντιωματικές, τελικές) και δηλώνουν επιρρηματικές σχέσεις. Τέλος, οι αναφορικές προτάσεις αποτελούν συνήθως ονοματικούς προσδιορισμούς, δηλαδή περιοριστικά στοιχεία των ουσιαστικών, αλλά κάποιες φορές έχουν και επιρρηματική σημασία. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η υπόταξη έχει την αφετηρία της ακριβώς σε αυτά τα προτασιακά μορφώματα, τα οποία, όπως αποκαλύπτει ο όρος "αναφορικός", αναφέρονται συνήθως σε ονόματα ως προσδιορισμοί. Έτσι, γίνεται σαφές, από τη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας, ότι η υπόταξη και ο προσδιορισμός έχουν κοινή προέλευση.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η παράταξη και η υπόταξη δεν αποτελούν δύο ποιοτικά διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης, αλλά συνδέονται γενετικά, εφόσον η δεύτερη προέκυψε ως εξέλιξη της πρώτης. Σχηματικά τα στάδια είναι τρία: Αρχικά τα γλωσσικά στοιχεία τοποθετούνταν το ένα δίπλα στο άλλο εντελώς ασύνδετα (ασύνδετο σχήμα). Στην πορεία μερικά επιρρήματα (π.χ. καί) και άλλες λέξεις (π.χ. ἀλλά) άρχισαν να επαναλαμβάνονται συστηματικά σε συγκεκριμένες θέσεις σε βαθμό που προοδευτικά χάνουν το λεξικό τους περιεχόμενο και γραμματικοποιούνται. Η νέα, συγκεκριμένη γραμματική τους λειτουργία καθιστά πλέον αδιαφανή τη, συναφή ωστόσο, λεξική τους σημασία. Αυτά τα συνδετικά στοιχεία δεν αλλοιώνουν, στο πρώτο στάδιο, τον χαρακτήρα της παράταξης, και τα γλωσσικά στοιχεία παραμένουν ανεξάρτητα και ισοβαρή. Τα συνδετικά είτε παραπέμπουν στα προηγούμενα ή τα επόμενα είτε δηλώνουν σχέσεις ισοτιμίας ανάμεσα σε ανεξάρτητα στοιχεία (σύζευξη, διάζευξη, αντίθεση κ.λπ.). Σε ένα τρίτο στάδιο κάποια από τα συνδετικά στοιχεία μετατρέπονται σε υποτακτικούς συνδέσμους, οι οποίοι πλέον εισάγουν προτάσεις που είναι νοηματικά και συντακτικά απολύτως εξαρτημένες.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ

Συμπλεκτικοί σύνδεσμοι

§7.45. Καί: η ετυμολογία του είναι ασαφής. Αρχικά ήταν επίρρημα και σήμαινε "ακόμη"/ "επίσης", εξ ου η κύρια, προσθετική έννοιά του την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα συνδυασμένη με μία καθαρά συνδεσμική λειτουργία. Με την επιρρηματική χρήση απαντά στην αρχή της περιόδου ή πριν από τη λέξη στην οποία αναφέρεται, με τη συνδεσμική/ προσθετική ανάμεσα στις λέξεις ή τις προτάσεις που συνδέει:

ΟΜ Ιλ 11. 368 Ἦ, καὶ Παιονίδην δουρὶ κλυτὸν ἐξενάριζεν. || Είπε, και έγδυσε τον Παιονίδη.

ΞΕΝ Οικ 19.16 Ἴσως ἄν, ἔφην ἐγώ, ἐπειδὴ καὶ γεωργεῖν ἀνέπεισάς με ὡς ἐπιστήμων εἴην, καίπερ εἰδότα ὅτι οὐδεὶς πώποτε ἐδίδαξέ με ταύτην τὴν τέχνην. || Ίσως, είπα εγώ, επειδή με έπεισες ότι ξέρω και να γεωργώ, ενώ γνωρίζω ότι κανείς μέχρι τώρα δεν με δίδαξε αυτή την τέχνη.

ΗΡ 7.66 Πάρθοι δὲ καὶ Χοράσμιοι καὶ Σόδγοι τε καὶ Γανδάριοι καὶ Δαδίκαι τὴν αὐτὴν σκευὴν ἔχοντες || Οι Πάρθοι και και οι Χοράσμιοι και οι Σόγδοι και οι Γανδάριοι και οι Δαδίκες έχουν αυτή τη σκευή.

ΙΣΟΚΡ 19.50 σκέψασθ’ ὡς μεγάλα καὶ δίκαι’ ἥκω πρὸς ὑμᾶς ἔχων. || Σκεφτείτε ότι έρχομαι προς εσάς κομίζοντας μεγάλα και δίκαια.

Είναι στοιχείο ηχηρότερο από το εγκλιτικό τε και γι’ αυτό το εκτοπίζει σταδιακά (με τον τρόπο που το λατινικό et εκτόπισε το αρχαιότερο que), για να επικρατήσει οριστικά στα νέα ελληνικά, όπου έχει πολλές σημασίες πέρα από την κύρια, προσθετική (χρονική, αιτιολογική, επιδοτική, εναντιωματική κ.λπ.):

έφαγε και (μετά) έπλυνε τα πιάτα· ήταν άρρωστος και (γι’ αυτό) δεν πήγε στη δουλειά· (ακόμη) και πειστικός να είναι, μην ακούσεις τη συμβουλή του· είναι ογδόντα χρονών και (εντούτοις) ζει μόνος του.

Η απλή σύνδεση γίνεται με απλό καί, αλλά για λόγους έμφασης το καὶ μπορεί να διπλασιάζεται ή να ακολουθεί ένα τε. Από το αρχαϊκό τε … τε … περνάμε στο τε … καὶ… και τελικά στο καὶ… καὶ … . Όταν εμφανίζεται ένας μόνο σύνδεσμος, χωρίς έμφαση, για απλή σύνδεση, αυτός είναι ο καὶ και όχι ο τε, που επιβιώνει με αυτή την απλή χρήση μόνο στους ποιητές.

ΟΜ Οδ 12.304 αὐτὰρ ἐπεὶ ῥ’ ὄμοσαν τε τελεύτησάν τε τὸν ὅρκον, στήσαμεν ἐν λιμένι γλαφυρῷ εὐεργέα νῆα. || Αλλά, όταν αυτοί ορκίστηκαν και τέλειωσαν τον όρκο, αράξαμε στο κοίλο λιμάνι το καλοκατασκευασμένο καράβι.

ΘΟΥΚ 1.12.1 ἐπεὶ καὶ μετὰ τὰ Τρωικὰ ἡ Ἑλλὰς ἔτι μετανίστατό τε καὶ κατῳκίζετο. || Επειδή και μετά τον Τρωικό Πόλεμο στην Ελλάδα γίνονταν τόσο μετακινήσεις όσο και εγκαταστάσεις.

ΔΗΜ 37.52 Νικόβουλος δ’ ἐπίφθονός ἐστι, καὶ ταχέως βαδίζει, καὶ μέγα φθέγγεται, καὶ βακτηρίαν φορεῖ. || Ο Νικόβουλος γίνονται αντικείμενο ζήλειας, επειδή και γρήγορα βαδίζει και πολύ μιλάει και κρατάει μπαστούνι.

ΞΕΝ Ελλ 6.2.1 αὐτοὶ δὲ ἀποκναιόμενοι καὶ χρημάτων εἰσφοραῖς και λῃστείαις ἐξ Αἰγίνης καὶ φυλακαῖς τῆς χώρας, ἐπεθύμησαν παύσασθαι τοῦ πολέμου. || Αυτοί, επειδή δυσκολεύονταν και λόγω των χρηματικών εισφορών και λόγω των ληστειών από την Αίγινα και λόγω της φρουράς της χώρας, θέλησαν να σταματήσουν τον πόλεμο.

Εκτός από την επιρρηματική και την προσθετική σημασία, το καὶ μπορεί να είναι επιδοτικό επιτείνοντας κάτι αυξητικά ή μειωτικά, εναντιωματικό (συνήθως με μετοχές, όπως και το καίπερ) ή απλώς μεταβατικό μεταξύ προτάσεων, συχνά στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου:

ΟΜ Ιλ 9.496 ἀλλ’ Ἀχιλλεῦ δάμασον θυμὸν μέγαν· οὐδὲ τί σε χρὴ νηλεὲς ἦτορ ἔχειν· στρεπτοὶ δέ τε καὶ θεοὶ αὐτοί, τῶν περ καὶ μείζων ἀρετὴ τιμή τε βίη τε. || Όμως, Αχιλλέα, δάμασε τη μεγάλη σου ψυχή· δεν πρέπει να έχεις σκληρή καρδιά· ακόμα και οι ίδιοι οι θεοί αλλάζουν γνώμη, των οποίων ακριβώς η δύναμη και η τιμή είναι μεγαλύτερη.

ΑΡΙΣΤΟΦ Βατρ 612 Καὶ μὴν νὴ Δία, εἰ πώποτ’ ἦλθον δεῦρ’, ἐθέλω τεθνηκέναι, ἢ ’κλεψα τῶν σῶν ἄξιόν τι καὶ τριχός. || Και λοιπόν, μα τον Δία, αν ποτέ μέχρι τώρα ήρθα εδώ ή έκλεψα κάτι δικό σου, έστω μια τρίχα σου, θέλω να πεθάνω.

ΞΕΝ Ελλ 3.5.2 Ἀθηναῖοι δὲ καὶ οὐ μεταλαβόντες τούτου τοῦ χρυσίου ὅμως πρόθυμοι ἦσαν εἰς τὸν πόλεμον. || Οι Αθηναίοι, μολονότι δεν πήραν από αυτό το χρυσάφι, ήταν ωστόσο πρόθυμοι να πολεμήσουν.

ΗΣ Εργ 618 Εἰ δέ σε ναυτιλίης δυσπεμφέλου ἵμερος αἱρεῖ· εὖτ’ ἂν Πληιάδες σθένος ὄβριμον Ὠρίονος φεύγουσαι πίπτωσιν ἐς ἠεροειδέα πόντον, δὴ τότε παντοίων ἀνέμων θυίουσιν ἀῆται· καὶ τότε μηκέτι νῆα ἔχειν ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ, γῆν δ’ ἐργάζεσθαι μεμνημένος ὥς σε κελεύω. || Και αν πιάνει πόθος για ταξίδια στην άγρια θάλασσα, όταν οι Πλειάδες τη βαριά δύναμη του Ωρίωνα ξεφεύγοντας πέφτουν στον ομιχλώδη πόντο, τότε όλων των ειδών των ανέμων οι άγριες πνοές· και τότε μην έχεις καράβια στον κρασάτο πόντο και θυμήσου να δουλεύεις τη γη, όπως σε συμβουλεύω.

Ακόμα, το καὶ το βρίσκουμε πολλές φορές και για λόγους ποικιλίας αντί του δέ, που μπορεί να επαναλαμβάνεται συχνά στην ίδια πρόταση (πολυσύνδετο σχήμα).

ΘΟΥΚ 1.46.1 ἔπλεον ἐπὶ τὴν Κέρκυραν ναυσὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατόν. Ἦσαν δὲ Ἠλείων μὲν δέκα, Μεγαρέων δὲ δὠδεκα και Λευκαδίων δέκα, Ἀμπρακιωτῶν δὲ ἑπτὰ καὶ εἴκοσι καὶ Ἀνακτορίων μία, αὐτῶν δὲ Κορινθίων ἐνενήκοντα. || Έπλεαν ενάντια στην Κέρκυρα με εκατόν πενήντα καράβια. Ήταν ανάμεσά τους δέκα πλοία των Ηλείων, δώδεκα των Μεγαρέων και δέκα των Λευκαδίων, είκοσι επτά των Αμπρακιωτών και ένα των Ανακτορίων, ενώ των ίδιων των Κορινθίων ενενήντα.

Στη δεύτερη θέση της πρότασης, μετά από τον σύνδεσμο που την εισάγει, το καὶ συσφίγγει τους λογικούς δεσμούς της υπόταξης. Με αυτή τη σημασία το συναντούμε στην αρχή αναφορικής, αιτιολογικής, τελικής ή αποτελεσματικής πρότασης.

ΠΛ Πολ 544c ἤ τινα ἄλλην ἔχεις ἰδέαν πολιτείας, ἥτις καὶ ἐν εἴδει διαφανεῖ τινι κεῖται; || Ή μήπως έχεις κάποια άλλη ιδέα της πολιτείας, η οποία μάλιστα να έχει κάποιες εμφανείς πραγματώσεις;

ΙΣΟΚΡ 15.270 ἐμοὶ δ’ ἐπειδὴ καὶ κρίνομαι περὶ τῶν τοιούτων καὶ τὴν καλουμένην ὑπὸ τινων φιλοσοφίαν οὐκ εἶναί φημι, προσήκει τὴν δικαίως ἂν νομιζομένην ὁρίσαι καὶ δηλῶσαι πρὸς ὑμᾶς. || Για μένα, επειδή ακριβώς κρίνομαι από αυτά εδώ και ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει η λεγόμενη φιλοσοφία, αρμόζει αυτή που δικαίως θεωρείται τέτοια και να την ορίσουμε και να την εξηγήσουμε προς εσάς.

ΞΕΝ Συμπ 2.21 Ἄγε δή, ἔφη ὁ Φίλιππος, καὶ ἐμοὶ αὐλησάτω, ἵνα καὶ ἐγὼ ὀρχήσωμαι. || Εμπρός λοιπόν, είπε ο Φίλιππος, ας παίξει ο αυλός για μένα, ώστε και εγώ να τραγουδήσω.

Δίπλα στα υποθετικά εἰ και ἂν εισάγει εναντιωματικές προτάσεις κρατώντας την αρχική, επιρρηματική σημασία του (“ακόμη”).

ΙΣΟΚΡ 11.48 Ἀλλ’ εἰ καὶ πρότερον ἠγνόεις, ἡγοῦμαί σοι νῦν γεγενῆσθαι φανερὸν ὅτι πολὺ θᾶττον ἄν τις σωθείη. || Αλλά, μολονότι παλιότερα αγνοούσες, νομίζω ότι τώρα σου έχει γίνει φανερό πως κάποιος θα μπορούσε να σωθεί πολύ γρηγορότερα.

ΙΣΟΚΡ 21.11 ὥστε Νικίας μέν, εἰ καὶ τὸν ἄλλον χρόνον εἴθιστο συκοφαντεῖν, τότ’ ἂν ἐπαύσατο, Εὐθύνους δέ, καὶ εἰ μηδὲ πώποτε διενοήθη ἀδικεῖν, τότ’ ἄν ἐπήρθη. || Ώστε ο Νικίας, παρόλο που τον άλλο καιρό συνήθιζε να συκοφαντεί, τότε πλέον σταμάτησε, ενώ, αντίθετα, ο Ευθύνους, παρόλο που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε διανοηθεί να αδικήσει, τότε απόκτησε έπαρση.

ΙΣΑΙΟΣ 8.44 ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνοι τετελευτήκασι, κἂν νῦν νικήσωμεν, ὄνειδος ἕξομεν. || Επειδή εκείνοι έχουν πεθάνει, ακόμα και αν τώρα νικήσουμε, θα έχουμε την κατακραυγή.

Το καὶ μπορεί είτε να ακολουθεί τον υποθετικό σύνδεσμο είτε να προηγείται. Η σχετική θέση του συνεπάγεται συχνά, όχι πάντα, σημασιολογικές διαφοροποιήσεις: όταν το καὶ ακολουθεί, η υπόθεση που εκφράζει η εναντιωματική πρόταση δηλώνει κάτι το πραγματικό ή γενικά αποδεκτό, ενώ, όταν ακολουθεί, η υπόθεση εκφράζεται σαν μια ακραία περίπτωση και αποτελεί κορύφωση.

Επίσης, το καὶ συνοδεύει συχνά επίθετα και επιρρήματα που δηλώνουν ποσότητα για να υπογραμμίσει και να επιτείνει τη σημασία του "πολύ".

ΙΣΟΚΡ 9.32 οὐ πρότερον έπαύσατο μαχόμενος καὶ μόνος πρὸς πολλοὺς καὶ μετ’ ὀλίγων πρὸς ἅπαντας τοὺς ἐχθροὺς πρὶν ἑλεῖν τὸ βασίλειον. || Δεν σταμάτησε να μάχεται έστω και μόνος με πολλούς και με λίγους προς όλους τους εχθρούς προτού κυριεύσει το βασίλειο.

ΠΛ Κρατ 395d τῷ δὲ Ταντάλῳ καὶ πᾶς ἂν ἡγήσαιτο τοὔνομα ὀρθῶς καὶ κατὰ φύσιν τεθῆναι. || Για τον Τάνταλο, ο καθένας βέβαια θα θεωρούσε ότι το όνομά του σωστά και φυσικω τω τρόπω καθιερώθηκε.

ΞΕΝ Ελλ 3.1.22 οἱ δ’ ἀπὸ τῶν πύργων καὶ μάλα ὑψηλῶν ὄντων ὁρῶντες τὸν Μειδίαν σὺν αὐτῷ οὐκ ἔβαλλον. || Αυτοί βλέποντας τον Μειδία μαζί του από τους πύργους, οι οποίοι ήταν μάλιστα πολύ ψηλοί, δεν πυροβόλησαν.

ΑΝΤΙΦ 3.3 οὐ γὰρ ἀφανὴς ἀλλὰ καὶ λίαν φανερὸς ἔμοιγε αὐτοῦ ὁ θάνατός ἐστιν. || Όχι μόνο δεν πέρασε απαρατήρητος αλλά αντίθετα είναι πολύ αισθητός σε μένα ο θάνατός του.

Μερικές φορές, πλάι στα επιρρήματα ὁμοίως, ἴσα, παραπλήσια, το καὶ αντικαθιστά μια δοτική προσδιοριστική που θα σήμαινε ισότητα, ομοιότητα ή ταυτότητα.

ΠΛ Νομ 804e καὶ περὶ τῶν ἀρρένων, ἴσα καὶ τὰς θηλείας ἀσκεῖν δεῖν. || Πρέπει να ασκούνται και τα κορίτσια όμοια με τα αγόρια.

ΘΟΥΚ 5.112.1 καὶ οἱ μὲν Ἀθηναῖοι μετεχώρησαν ἐκ τῶν λόγων· οἱ δὲ Μήλιοι κατὰ σφᾶς αὐτοὺς γενόμενοι, ὡς ἔδοξεν αὐτοῖς παραπλήσια καὶ ἀντέλεγον, ἀπεκρίναντο τάδε. || Οι Αθηναίοι λοιπόν αποχώρησαν από τη σύσκεψη· ενώ οι Μήλιοι, όταν έμειναν μόνοι τους, καθώς αποφάσισαν παρόμοια με αυτά που υποστήριζαν πριν, αποκρίθηκαν τα εξής.

Μαζί με τον αντιθετικό σύνδεσμο ἀλλά, το καὶ μπορεί να εισάγει τον δεύτερο, και σπουδαιότερο, όρο σε ένα σχήμα επιδοτικής συμπλοκής (ενώ ο πρώτος εισάγεται με τις φράσεις οὐ μόνον/ οὐχ ὅτι πβ. και την παρόμοια νεοελληνική επιδοτική σύνταξη "όχι ότι δεν έχει σημασία, αλλά δεν θα καθορίσει την πορεία των εξελίξεων”):

ΘΟΥΚ 1.69.1 ἀποστεροῦντες οὐ μόνον τοὺς ὑπ’ ἐκείνων δεδουλωμένους ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑμετέρους ἤδη ξυμμάχους. || Αποστερώντας από την ελευθερία τους όχι μόνον αυτούς που είχαν υποδουλωθεί από εκείνους αλλά, επιπλέον, και τους δικούς σας συμμάχους

ΞΕΝ Απομν 2.9.8 καὶ οὐχ ὅτι μόνος ὁ Κρίτων ἐν ἡσυχίᾳ ἦν, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ. || Δεν ήταν μόνο ότι ο Κρίτων ήταν σε αδράνεια, αλλά επιπλέον και οι φίλοι του.

§7.46. Τε: είναι ένα στοιχείο αναγόμενο με ασφάλεια σε ένα ινδοευρωπαϊκό μόριο, που ήταν επίσης εγκλιτικό (πβ. λατινικό que). Σημαίνει ό,τι και το καί, παρόλο που παλιότερα είχε και μια γενικευτική σημασία, η οποία δεν έχει προφανή σχέση με τη συνδεσμική του λειτουργία. Με αυτή τη σημασία το βρίσκουμε συχνά σε ομηρικές παρομοιώσεις, οι οποίες εμπεριέχουν αχρονικές, γενικευτικές εικόνες:

ΟΜ Ιλ 9.14 ἵστατο δάκρυ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος ἥ τε κατ’ αἰγίλιπος πέτρης δνοφερὸν χέει ὕδωρ. || Στεκόταν χύνοντας δάκρυ όπως γενικά μια μελάνυδρη πηγή, η οποία χύνει το σκοτεινό νερό της στον απότομο γκρεμό.

ΟΜ Ιλ 12.278 ὥς τε νιφάδες χιόνος πίπτωσι θαμειαὶ ἤματι χειμερίῳ || όπως, γενικά, όταν πέφτουνε νιφάδες χιονιού πυκνές μέσα στον χειμώνα

Λόγω της φωνολογικής του αδυναμίας και εγκλιτικότητας, αντικαταστάθηκε, ήδη στην κλασική εποχή, από το καί. Μπορεί να συνδέει δύο προτάσεις ή δύο λέξεις και να επαναλαμβάνεται για λόγους έμφασης. Στην τυπική του εκδοχή είναι διπλασιασμένο, ώστε να συνδέσει δύο στοιχεία τα οποία ζεύγνυνται με φυσικό τρόπο, αλλά αργότερα επεκτάθηκε σε οποιαδήποτε δύο στοιχεία. Σε αντίθεση με το δέ, δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται τρίτη φορά. Πολύ συχνά ακολουθείται από το καί (βλ. καί).

ΟΜ Ιλ 1.192 ἦε χόλον πάυσειεν ἐρητύσειέ τε θυμόν || για να παύσει τη χολή του και να πνίξει τον θυμό του.

ΟΜ Ιλ 1.544 τὴν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα πατὴρ άνδρῶν τε θεῶν τε || σε αυτήν απάντησε έπειτα ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.

ΟΜ Ιλ 1.293 ἦ γάρ κεν δειλός τε καὶ οὐτιδανὸς καλεοίμην || θα άξιζε να χαρακτηριστώ δειλός και τιποτένιος.

Πρώτα ατονεί ως συνδετικό προτάσεων και αργότερα ως συνδετικό λέξεων και φράσεων. Η συχνότητα της χρήσης του δεν είναι μόνο συνάρτηση της εποχής (είναι αρχαϊκό στοιχείο και με το πέρασμα του χρόνου περιορίζεται) αλλά και του κειμενικού είδους. Το βρίσκουμε πολύ συχνά στον Όμηρο και λιγότερο στους κλασικούς. Ο Πλάτων το χρησιμοποιεί πολύ ως σημείο ποιητικού ύφους και αρχαϊκότητας. Στον Ηρόδοτο είναι συχνότερο απ΄ ό,τι στον Θουκυδίδη και στον Ξενοφώντα σπάνιο, ενώ λείπει εντελώς από τους ρήτορες και τις επιγραφές, των οποίων η γλώσσα είναι πιο κοντά στην καθομιλουμένη. Συνδυαζόμενο με τις αρνήσεις οὐ και μὴ δίνει τα στοιχεία οὔτε και μήτε, με τους υποθετικούς συνδέσμους εἰ και ἂν παράγει τους διαζευκτικούς συνδέσμους εἴτε/ ἐάντε/ ἤντε, με το ὡς καταλήγει στον αποτελεσματικό σύνδεσμο ὥστε.

§7.47. Οὔτε/ μήτε: συμπλεκτικοί σύνδεσμοι που παράγονται από τον συνδυασμό των αρνήσεων οὐ και μὴ με τον τε. Κάνουν αποφατική συμπλοκή και μπορούν επίσης να διπλασιάζονται, ή και επαναλαμβάνονται πολλές φορές, για λόγους έμφασης:

ΑΝΔΟΚ 1.29 ἀποδέδεικταί μοι ὡς οὔτε ἠσέβηκα οὔτε μεμήνυκα περὶ οὐδενὸς οὔτε ὡμολόγηκα περὶ αὐτῶν, οὐδὲ ἔστι μοι ἁμἀρτημα περὶ τὼ θεὼ οὔτε μεῖζον οὔτε ἔλαττον οὐδέν. || Έχει αποδειχτεί από μένα ότι ούτε έχω ασεβήσει ούτε έχω κάνει μηνύσεις σε βάρος κανενός ούτε έχω ομολογήσει αυτά ούτε έχω διαπράξει κάποιο αδίκημα απέναντι στον θεό ούτε μεγάλο ούτε μικρό.

ΙΣΟΚΡ 1.15 μήτε γέλωτα προπετῆ στέργε μήτε λόγον μετὰ θράσους ἀποδέχου. || Ούτε προπετή γέλωτα ούτε θρασύ λόγο να μην ανέχεσαι.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω παραδείγματα, η διαφορά των οὔτε και μήτε σχετίζεται με το είδος της πρότασης. Έτσι, σε προτάσεις κρίσεως (με οριστική) χρησιμοποιείται ο οὔτε, ενώ σε προτάσεις επιθυμίας (με υποτακτική και προστακτική) χρησιμοποιείται ο μήτε, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις απλές αρνήσεις. Επίσης, είναι δυνατόν κατά τη συμπλοκή μια έννοια καταφατική να συνδέεται με αποφατική πρόταση. Όταν η αποφατική πρόταση προηγείται οι οὔτε/ μήτε συνδυάζονται με το απλό τε· όταν συμβαίνει το αντίθετο, η δεύτερη, αποφατική πρόταση εισάγεται με τα στοιχεία καὶ οὐ/καὶ μή:

ΘΟΥΚ 2.1.1 ἐν ᾧ οὔτε ἐπεμείγνυντο ἔτι ἀκηρυκτεὶ παρ’ ἀλλήλους καταστάντες τε ξυνεχῶς ἐπολέμουν || ούτε επικοινωνούσαν πια μεταξύ τους χωρίς κήρυκα και, αφού άρχισαν, πολεμούσαν ακατάπαυστα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 6.6.18 τούτου ἕνεκα μήτε πολεμεῖτε Λακεδαιμονίοις σώζεσθέ τε ἀσφαλῶς ὅποι θέλει ἕκαστος || γι’ αυτό τον λόγο μην πολεμάτε τους Λακεδαιμονίους, αλλά να διαφυλάττετε τους εαυτούς σας όπως θέλει καθένας.

ΑΝΤΙΦ 4.3 τοῦτον αἴτιον τοῦ θανάτου καὶ οὐκ ἐμὲ ἀποφαίνουσιν ὄντα || αποφασίζουν ότι αυτός είναι αίτιος του θανάτου και όχι εγώ.

ΘΟΥΚ 1.78.1 βουλεύεσθε οὖν βραδέως ὡς οὐ περὶ βραχέων, καὶ μὴ ἀλλοτρίαις γνώμαις καὶ ἐγκλήμασι πεισθέντες οἰκεῖον πόνον πρόσθησθε || να συσκέπτεστε λοιπόν αργά και όχι με βιασύνη και μη δώσετε πίστη σε λόγια και κατηγορίες άλλων ούτε και να αναλάβετε έναν αγώνα που θα πέσει πάνω σας.

§7.48. Οὐδέ/ μηδέ: παράγονται από την ένωση των αρνήσεων με το δέ. Είναι συμπλεκτικοί σύνδεσμοι που, όπως και οι προηγούμενοι, κάνουν αποφατική συμπλοκή, αλλά εισάγουν συνήθως μια πρόταση της οποίας το περιεχόμενο δεν είναι ισότιμο με το προηγούμενο αλλά δευτερεύον ή συμπληρωματικό του:

ΙΣΟΚΡ 20.21 οὐκ, ἂν γέ μοι πεισθῆθ’, οὕτω διακείσεσθε πρὸς ὑμᾶς αύτοὺς οὐδὲ διδάξετε τοὺς νεωτέρους καταφρονεῖν τοῦ πλήθους τῶν πολιτῶν || αν πεισθείτε σε μένα τουλάχιστον, δεν θα τοποθετείστε έτσι απέναντι στον εαυτό σας ούτε θα διδάξετε τους νεότερους να περιφρονούν το πλήθος των πολιτών.

ΙΣΟΚΡ 18.3 ἵν’ οἱ τολμῶντες μνησικακεῖν μὴ μόνον ἐπιορκοῦντες ἐξελέγχοιντο μηδὲ τὴν παρὰ τῶν θεῶν τιμωρίαν ὑπομένοιεν ἀλλὰ καὶ παραχρῆμα ζημιοῖντο || αυτοί που τολμούν να είναι μνησίκακοι να μην ελέγχονται μόνον όταν επιορκούν ούτε αφού υποστούν την τιμωρία των θεών αλλά και αμέσως να τιμωρούνται.

Επιπλέον, τα οὐδὲ/ μηδὲ λειτουργούν και επιδοτικά:

ΔΗΜ 23.209 οὐδὲ μιᾷ δραχμῇ πλείω τὰ ὑπάρχοντ’ ἐγένετο || ούτε μία δραχμή περισσότερο δεν αυξήθηκαν τα υπάρχοντά του.

Σε συνδυασμό με το ἀλλά, τα οὐδὲ/ μηδὲ εισάγουν το δεύτερο σκέλος σε σχήμα επιδοτικής συμπλοκής, όταν η πρόταση είναι αποφατική. Η πρώτη πρόταση εισάγεται με τα οὐχ ὅπως/μὴ ὅτι, εφόσον είναι και αυτή αποφατική:

ΙΣΟΚΡ 11.41 ἐγὼ μὲν οὖν οὐχ ὅπως τοὺς θεούς, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς ἐξ ἐκείνων γεγονότας οὐδεμιᾶς ἡγοῦμαι κακίας μετασχεῖν || εγώ λοιπόν νομίζω ότι δεν μετείχαν σε καμιά αδικία όχι μόνον οι θεοί αλλά και εκείνοι που προήλθαν από αυτούς.

ΙΣΑΙΟΣ 10.15 ἐγὼ δὲ μὴ ὅτι ὑπὲρ ἄλλου, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ πώποτε δίκην ἰδίαν εἴρηκα || εγώ αντίθετα όχι μόνο υπέρ κάποιου άλλου αλλά ούτε υπέρ του εαυτού μου δεν έχω ποτέ μέχρι τώρα μιλήσει.

Διαζευκτικοί σύνδεσμοι

§7.49. Ἢ: άτονο και προκλιτικό, χρησιμοποιείται για διάζευξη, όπως και στα νέα ελληνικά, ή σύγκριση. Η διάζευξη μπορεί να αφορά λέξεις ή προτάσεις και ο σύνδεσμος μπορεί να εμφανίζεται μία φορά ή να επαναλαμβάνεται για έμφαση, όπως συμβαίνει με τους τε και καί.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.43 ὅπως δὲ χρὴ τάττειν εἰς μάχην στρατιὰν ἢ ὅπως ἄγειν ἡμέρας ἢ νυκτὸς ἢ στενὰς ἢ πλατείας ὁδοὺς ἢ ὀρεινὰς ἢ πεδινάς || πώς πρέπει να παρατάξεις τον στρατό για μάχη ή πώς πρέπει να περνάς τη μέρα ή τη νύχτα, ή τους στενούς δρόμους ή τους φαρδείς ή τους ορεινούς ή τους πεδινούς.

Είναι πολύ κοινή η χρήση του, κατά την εκφορά του δεύτερου όρου σύγκρισης, δίπλα σε επίθετα και επιρρήματα συγκριτικού βαθμού.

ΙΣΟΚΡ 21.12 ἐν ἐκείνῳ τῶ χρόνῳ δεινότερον ἦν πλουτεῖν ἢ ἀδικεῖν || εκείνη την περίοδο ήταν ευκολότερο να πλουτίζει κανείς παρά να αδικεί.

ΘΟΥΚ 1.10.3 οὐδὲ τὰς ὄψεις τῶν πόλεων μᾶλλον σκοπεῖν ἢ τὰς δυνάμεις || δεν πρέπει να εξετάζει κανείς τις όψεις των πόλεων τόσο όσο τις δυνάμεις τους.

Μερικές φορές ο ἢ χρησιμοποιείται για διόρθωση προηγούμενης φράσης, όπως το νεοελληνικό “ή μάλλον” (επανορθωτικός):

ΣΟΦ Ηλ 563 Ἐροῦ δὲ τὴν κυναγὸν Ἄρτεμιν τίνος ποινὰς τὰ πολλὰ πνεύματ’ ἔσχ’ ἐν Αὐλίδι· ἢ ’γὼ φράσω; || Ρώτα την Άρτεμη που κυνηγά ?για ποιανού ποινές έστειλε πολλούς ανέμους? στην Αυλίδα· ή μήπως να πω εγώ;

Κατά τον διπλασιασμό του διαζευκτικού συνδέσμου, μπορεί να εμφανίζεται την πρώτη φορά ο τύπος ἤτοι:

ΙΣΟΚΡ 15.33 ἦλθεν ἂν ἤτοι κατηγορήσων ἢ καταμαρτυρήσων || ήρθε είτε για να κατηγορήσει είτε για να μιλήσει εναντίον.

§7.50. Εἴτε (ἐάντε/ ἄντε/ ἤντε): εμφανίζονται πάντα διπλασιασμένα και παρουσιάζουν δύο τινά εκφράζοντας ίσες αποστάσεις του ομιλητή απέναντί τους. Αποτελούν συνθέσεις των υποθετικών συνδέσμων (εἰ/ ἐὰν/ ἂν/ ἢν) με το τε:

ΙΣΟΚΡ 21.16 ἀλλ’ εἴτε ἀδικεῖν ἐπεθύμει εἴτε δίκαιος ἐβουλεύετο εἶναι || αλλά είτε επιθυμούσε να αδικεί είτε σκεφτόταν να είναι δίκαιος.

ΠΛ Ευθυφ 5d ἐάντε πατὴρ ὢν τυγχάνῃ ἐάντε μήτηρ ἐάντε ἄλλος ὁστισοῦν || είτε τυχαίνει να είναι πατέρας είτε μητέρα είτε κάποιος άλλος.

Αντιθετικοί σύνδεσμοι

§7.51. Ἀλλά: ανήκει στο νεότερο στρώμα συνδέσμων, παράγεται από τον πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου ἄλλος, με αλλαγή της θέσης του τόνου, και μετατράπηκε σε προκλιτικό στοιχείο όταν απέκτησε τη νέα του, συνδεσμική λειτουργία. Η αρχική του σημασία όμως, του επιθέτου, είναι εμφανής σε πρώιμα κείμενα:

ΟΜ Ιλ 1.280 Εἰ δὲ σὺ κρατερός ἐσσι, θεὰ δέ σε γείνατο μήτηρ, ἀλλ’ ὅδε φέρτερός ἐστι, ἐπὶ πλεόνεσσιν ἀνάσσει. || Αν είσαι δυνατός, αν σε γέννησε θεά μητέρα εσένα, σε άλλα (: αλλά όμως) αυτός είναι ανώτερος, εξουσιάζει περισσότερους.

Αλλά και ως σύνδεσμος διατηρεί τη σημασία του επιθέτου (άλλος, διαφορετικός και εν τέλει αντίθετος) και επιβιώνει με αυτή τη σημασία μέχρι σήμερα. Τοποθετείται στην αρχή της πρότασης, μερικές φορές πριν από άλλα συνδετικά (ἀλλὰ καί, ἀλλὰ μήν, ἀλλ’ ὅμως, ἀλλ’ οὐ κ.λπ.), αλλά δεν συνδυάζεται με αυτά στο μορφολογικό επίπεδο, όπως, για παράδειγμα, το τε. Εκφράζει ισχυρή αντίθεση ανάμεσα σε αντώνυμα ή απλώς διαφορετικά πράγματα. Συνήθως το ένα από τα δύο δίνεται καταφατικά και το άλλο αποφατικά:

ΙΣΟΚΡ 5.109 ἐγὼ δὲ ὁρῶ μὲν τόπον ἴδιον καὶ παντάπασιν ἀδιεξέργαστον, οὐ μικρὸν οὐδὲ κενόν, ἀλλὰ πολλῶν μὲν ἐπαίνων καὶ καλῶν πράξεων γέμοντα || εγώ λοιπόν βλέπω έναν τόπο ιδιαίτερο και εντελώς ακαλλιέργητο, όχι μικρό ούτε κενό, αλλά πλήρη από πολλούς επαίνους και καλές πράξεις

ΑΡΙΣΤ ΗΜεγ 1.19 εἰ μή τις φοβεῖται βροντὰς ἢ ἀστραπὰς ἢ ἄλλο τι τῶν ὑπὲρ ἄνθρωπον φοβερῶν, οὐκ ἀνδρεῖος ἀλλὰ μαινόμενός τις || αν λοιπόν κάποιος δεν φοβάται τις βροντές ή τις αστραπές ή κάτι άλλο από αυτά που είναι πάνω από τον άνθρωπο, δεν είναι ανδρείος αλλά κάποιος τρελός.

Επίσης, το ἀλλὰ σημαίνει διακοπή και αντίρρηση ή ανατρέπει μια εικόνα προκειμένου να δημιουργήσει μία νέα:

ΗΡ 1.14 ἀληθέϊ δὲ λόγῳ χρεωμένῳ οὐ Κορινθίων τοῦ δημοσίου ἐστὶ ὁ θησαυρός, ἀλλὰ Κυψέλου τοῦ Ἠετίωνος || στην αλήθεια ο θησαυρός δεν ανήκει στους Κορινθίους αλλά είναι του Κύψελου, του γιου τού Ηετίωνα.

ΘΟΥΚ 1.26.4 οἱ δὲ Ἐπιδάμνιοι οὐδὲν αὐτῶν ὑπήκουσαν, ἀλλὰ στρατεύουσιν ἐπ’ αὐτοὺς οἱ Κερκυραῖοι || οι Επιδάμνιοι σε τίποτα δεν τους υπάκουσαν, αλλά οι Κερκυραίοι εκστρατεύουν εναντίον τους.

ΞΕΝ Ελλ 4.2.3 εὖ ἐπίστασθε, ἔφη, ὦ ἄνδρες σύμμαχοι, ὅτι οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι ὑμῶν, ἀλλὰ πάλιν παρέσομαι πράξων ὧν ὑμεῖς δεῖσθε || να ξέρετε καλά, είπε, ω σύμμαχοι, ότι δεν σας ξεχνώ, αλλά πάλι θα είμαι παρών για να πράξω αυτά που χρειάζεστε.

Μια κύρια λειτουργία του είναι και η περιοριστική, όταν εξειδικεύει ή στενεύει ένα προηγούμενο, αρκετά ευρύ νόημα. Με αυτή τη λειτουργία φτάνει συχνά να σημαίνει "παρά μόνο". Τότε συνοδεύεται από το διαζευκτικό ἤ:

ΞΕΝ ΚΑναβ 6.4.2 ἐν δὲ τῷ μέσῳ ἄλλη μὲν πόλις οὐδεμία οὔτε φιλία οὔτε Ἑλληνίς, ἀλλὰ Θρᾶκες Βιθυνοί || εκεί ανάμεσα δεν υπάρχει άλλη πόλη καμία ούτε φιλική ούτε ελληνική αλλά μόνο Θράκες Βιθυνοί.

ΙΣΟΚΡ 8.36 διεφθάρμεθα γὰρ πολὺν ἤδη χρόνον ὑπ’ ἀνθρώπων οὐδὲν ἀλλ’ ἢ φενακίζειν δυναμένων || έχουμε καταστραφεί ήδη εδώ και πολύ καιρό από ανθρώπους που τίποτα άλλο δεν μπορούν να κάνουν παρά μόνο να κοροϊδεύουν.

Μερικές φορές εκφράζει συγκατάθεση, πράγμα που φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο με δεδομένη την αντιθετική του σημασία:

ΠΛ Συμπ 185d Ὦ Ἐρυξίμαχε, δίκαιος εἶ ἢ παῦσαί με τῆς λυγγὸς ἢ λέγειν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἕως ἂν ἐγὼ παύσωμαι. καὶ τὸν Ἐρυξίμαχον εἰπεῖν Ἀλλὰ ποιήσω ἀμφότερα. || Ω Ερυξίμαχε, δίκαιος θα είσαι αν κάνεις να σταματήσει ο βήχας μου ή αν μιλήσεις υπέρ μου, μέχρι να σταματήσω. Και ο Ερυξίμαχος απάντησε: Θα τα κάνω και τα δύο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί μια αντίδραση στην ερώτηση ή το αίτημα που προηγήθηκε, τα οποία θεωρούνται ως αυτονόητα και ασκόπως διατυπούμενα. Γενικότερα, με αυτή τη σημασία, το ἀλλὰ μπορεί να εκφράζει μέχρι και συμφωνία με τα λεγόμενα:

ΞΕΝ Απομν 3.3.4 ἢ πῶς δυνήσῃ τοιούτων ἡγούμενος ἀγαθὸν τι ποιῆσαι τὴν πόλιν; καὶ ὅς, Ἀλλὰ καλῶς τε λέγεις, ἔφη || ή πώς θα μπορέσεις κυβερνώντας τους να κάνεις κάτι καλό για την πόλη; Και αυτός είπε: Σωστά μιλάς, βέβαια.

Επίσης, συχνά το βρίσκουμε πλάι σε μια προστακτική να επιτείνει την προτροπή ή τη συμβουλή:

ΤΥΡΤ απ 10.15 ὦ νέοι, ἀλλὰ μάχεσθε παρ’ ἀλλήλοισι μένοντες || Ω νέοι, να μάχεσθε μένοντας κοντά ο ένας στον άλλο.

ΞΕΝΟΦ Ελλ 7.2.21 ἐπεὶ δὲ ἀναλαβόντες τὰ ὅπλα ἐπορεύοντο ἔνθα ἐθύετο, ἀπήντα αὐτοῖς ὁ Χάρης καὶ ὁ μάντις, καὶ ἔλεγον ὅτι καλὰ τὰ ἱερά. ἀλλὰ περιμένετε, ἔφασαν || όταν ξαναπήραν τα όπλα και προχωρούσαν προς τα εκεί όπου γινόταν θυσία, τους συνάντησε ο Χάρης και ο μάντης και έλεγαν ότι οι οιωνοί είναι ευνοϊκοί. Όμως, περιμένετε, είπαν.

§7.52. Ἀτάρ: εναλλάσσεται με τo αὐτάρ, το οποίο εξαφανίστηκε αργότερα, ιδιαίτερο συχνό στον Όμηρο. Είναι συνώνυμο του ἀλλά, το οποίο τελικά το εκτοπίζει. Στην κλασική εποχή συνηθίζεται ιδιαίτερα σε κείμενα λαϊκού ύφους, όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα ή οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, ενώ λείπει από "υψηλά" είδη (τραγωδία, ιστορία, ρητορεία). Συχνά εισάγει μια απότομη ερώτηση.

ΠΛ Θεαιτ 144c Καὶ ἀληθῆ γε, ὡς ἔοικεν, εἶπεν. ἀτὰρ τίνες ἦσαν οἱ λόγοι; ἔχοις ἂν διηγήσασθαι; || Και μάλιστα αληθινά, καθώς φαίνεται, είπε. Αλλά τι ειπώθηκε; Θα μπορούσες να πεις;

ΞΕΝ Απομν 3.7.2 ἀτὰρ πρὸς τί με ταῦτ’ ἐρωτᾶς; || Αλλά για ποιο λόγο με ρωτάς αυτά;

§7.53. Δέ: είναι στοιχείο με σκοτεινή ετυμολογία, χωρίς αντίστοιχα σε άλλες γλώσσες, με πιθανή προέλευση από ένα ινδοευρωπαϊκό μόριο. Συνδέεται ετυμολογικά με το δή, από το οποίο διαφοροποιείται μόνο ως προς τη μακρότητα του φωνήεντος, με τον τρόπο που το μὲν συνδέεται με το μὴν (ή μάν). Εμφανίζεται συχνά μαζί με το μέν, με το οποίο το συνδέει σχέση ανταπόδοσης ή ανταπόκρισης. Όπως φαίνεται στα παραδείγματα, καλύπτει τη δεύτερη θέση της πρότασης.

ΑΙΣΧΙΝ 1.4.6 διοικοῦνται δ’ αἱ μὲν τυραννίδες καὶ ὀλιγαρχίαι τοῖς τρόποις τῶν ἐφεστηκότων, αἱ δὲ πόλεις αἰ δημοκρατούμεναι τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις. || Διοικούνται λοιπόν οι τυραννίες και οι ολιγαρχίες με βάση τους χαρακτήρες αυτών που κυβερνούν, ενώ οι δημοκρατούμενες πόλεις με βάση τους νόμους που έχου θεσπιστεί.

Σε αντίθεση με το ισχυρότερο επιτατικό δή, το δὲ είναι αδύναμο επιτατικό, που ανέπτυξε πολύ σημαντικές για τον λόγο, παράγωγες σημασίες, την αντιθετική, τη μεταβατική, την προσθετική, την επεξηγηματική, τη συμπερασματική, οι οποίες συχνά διαπλέκονται:

ΑΡΙΣΤΟΦ Αχ 501 Ἐγὼ δὲ λέξω δεινὰ μέν, δίκαια δέ. || Εγώ θα πω πράγματα σκληρά βέβαια, αλλά δίκαια.

ΘΟΥΚ 1.110.1 καὶ ὀλίγοι ἀπὸ πολλῶν πορευόμενοι διὰ τῆς Λιβύης ἐς Κυρήνην ἐσώθησαν, οἰ δὲ πλεῖστοι ἀπώλοντο. Αἴγυπτος δὲ πάλιν ὑπὸ βασιλέα ἐγένετο πλὴν Ἀμυρταίου τοῦ ἐν τοῖς ἕλεσι βασιλέως· τοῦτον δὲ διὰ τὸ μέγεθός τε τοῦ ἕλους οὐκ ἐδύνατο ἑλεῖν. || Και λίγοι από τους πολλούς, προχωρώντας μέσω της Λιβύης προς την Κυρήνη, σώθηκαν, ενώ οι περισσότεροι χάθηκαν. Η Αίγυπτος λοιπόν πάλι τέθηκε πάλι υπό την εξουσία του βασιλιά εκτός από την περιοχή των βάλτων, όπου παρέμεινε ο Αμύρταιος· αυτόν όμως δεν μπόρεσαν να τον υποτάξουν λόγω της έκτασης του βάλτου.

ΘΟΥΚ 1.27.2 αὐτῶν δὲ Κορινθίων νῆες παρεσκευάζοντο τριάκοντα καὶ τρισχίλιοι ὁπλῖται. Ἐπειδὴ δὲ ἐπύθοντο οἱ Κερκυραῖοι τὴν παρασκευήν… || Των ίδιων των Κορινθίων ετοιμάζονταν τριάντα καράβια και τρεις χιλιάδες οπλίτες. Όταν λοιπόν πληροφορήθηκαν οι Κερκυραίοι την προπαρασκευή…

Εισάγει έναν δεύτερο όρο σε μια παράταξη· ο πρώτος είτε εισάγεται με τον μέν (πβ. πρώτο παράδειγμα) είτε μένει αμαρκάριστος (πβ. πρώτη πρόταση στο δεύτερο παράδειγμα). Ο δεύτερος αυτός όρος είναι συχνά ελάσσονος σημασίας σε σχέση με τον πρώτο, υπάρχει δηλαδή πολλές φορές μια φθίνουσα διάταξη.

ΘΟΥΚ 1.23.6 τὴν μὲν γὰρ ἀληθεστάτην πρόφασιν, ἀφανεστάτην δὲ λόγῳ, τοὺς Ἀθηναίους ἡγοῦμαι μεγάλους γιγνομένους καὶ φόβον παρέχοντας τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀναγκάσαι εἰς τὸ πολεμεῖν. || Η πλέον αληθινή αιτία, όμως η λιγότερο ομολογούμενη, ήταν νομίζω πως γίνονταν όλο και πιο ισχυροί (οι Αθηναίοι) και φόβιζαν τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασαν να πολεμούν.

§7.54. Καίτοι: παράγεται από τη σύνθεση του συμπλεκτικού συνδέσμου καὶ με το μόριο τοι. Είναι ισχυρό αντιθετικό.

ΘΟΥΚ 1.69.4 ἡσυχάζετε γάρ, μόνοι Ἑλλήνων, ὦ Λακεδαιμόνιοι, οὐ τῇ δυνάμει τινά, ἀλλὰ τῇ μελλήσει ἀμυνόμενοι, καὶ μόνοι οὐκ ἀρχομένην τὴν αὔξησιν τῶν ἐχθρῶν διπλασιουμένην δὲ καταλύοντες. καίτοι ἐλέγεσθε ἀσφαλεῖς εἶναι, ὧν ἄρα ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει. || Αδρανείτε, μόνοι εσείς από τους Έλληνες, Λακεδαιμόνιοι, οργανώνοντας την άμυνα όχι με βάση τη δύναμή σας αλλά αναβλητικά, χωρίς να αντιμετωπίζετε την αύξηση της δύναμης των εχθρών όταν αρχίζει αλλά όταν διπλασιάζεται. Παρόλο που θεωρούσασταν ότι είστε ασφαλείς, αποδείχτηκε ότι η ο λόγος ξεπέρασε τα πράγματα.

§7.55. Μέν: έχει ινδοευρωπαϊκή καταγωγή και κοινή ετυμολογία με τα μήν, μάν, μά. Τα στοιχεία αυτά, βεβαιωτικά μόρια κατά βάση, διαφοροποιούνται μόνο ως προς τη διάλεκτο. Έτσι, το μὰν είναι δωρικό, το μὴν αττικό και το μὲν ιωνικό κατά βάση, αλλά το βρίσκουμε και σε όλες τις διαλέκτους με προπαρασκευαστική σημασία, να αναγγέλλει δηλαδή έναν δεύτερο όρο και να εκφράζει αντίθεση σε αυτόν. Είναι ο μόνος από τους αντιθετικούς συνδέσμους που εκφράζει αντίθεση με τα επόμενα και όχι με τα προηγούμενα.

ΘΟΥΚ 1.41.2 παρέσχεν ὑμῖν Αἰγινητῶν μὲν ἐπικράτησιν, Σαμίων δὲ κόλασιν. Σας πρόσφερε αφενός την επικράτηση των Αιγινητών και αφετέρου την τιμωρία των Σαμίων. || Χρησιμοποιείται ως εμφατικό, για να εξάρει τη σημασία της λέξης που προτάσσεται και είναι συνήθως η πρώτη λέξη της πρότασης. Ακολουθείται συνήθως από το δέ, που εμπεριέχεται σε μια δεύτερη πρόταση, την απόδοση, με την οποία υπάρχει σύνδεση ανταπόκρισης (αφενός - αφετέρου).

ΘΟΥΚ 1.46.1 αἱ μὲν νῆες ἀφικνοῦνται ἐς τὴ Κέρκυραν, οἱ δὲ Κορίνθιοι, ἐπειδὴ αὐτοῖς παρεσκεύαστο, ἔπλεον ἐπὶ τὴ Κέρκυραν. || Τα μεν καράβια φτάνουν στην Κέρκυρα, ενώ οι Κορίνθιοι, μόλις προετοιμάστηκαν, έπλεαν προς της Κέρκυρα.

Το μὲν συνοδεύει πολλές φορές ένα ισχυρότερο στοιχείο από το δέ. Σε μερικές συντάξεις ωστόσο δεν ακολουθείται από το δέ (ανανταπόδοτο σχήμα):

ΗΡ 1.182 Φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες, τὸν θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηόν. || Λένε αυτοί οι ίδιοι, πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν ισχύει, ότι ο θεός εμφανίζεται στον ναό.

Ο μὲν παραμένει ανανταπόδοτος και όταν διατηρεί την αρχική, βεβαιωτική του σημασία στη στερεότυπη φράση πάνυ μὲν οὖν (=βεβαίως, αληθινά):

ΠΛ Πολ 331d Οὐκ ἄρα οὗτος ὅρος ἐστὶν δικαιοσύνης, ἀληθῆ τε λέγειν καὶ ἂ ἂν λάβῃ τις ἀποδιδόναι. Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ὑπολαβὼν ὁ Πολέμαρχος. ||

Δεν είναι λοιπόν αυτός όρος της δικαιοσύνης, δηλαδή το να λέει κανείς την αλήθεια και αυτά που λαμβάνει κανείς να τα επιστρέφει. Αληθινά, ω Σωκράτη, είπε ο Πολέμαρχος, αφού πήρε τον λόγο.
Με το πέρασμα του χρόνου, αποδείχτηκε λιγότερο ανθεκτικό στοιχείο από το δέ, το οποίο είναι πολύ συνηθέστερο και με περισσότερες χρήσεις. Έτσι, τελικά περιορίστηκε πάρα πολύ και επιβίωσε μόνο στη σύνταξη μὲν…δὲ …. Από το μὲν προέρχεται το ομοτικό μόριο μά, που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Σε συνδυασμό με το μόριο τοι προκύπτει το επιβεβαιωτικό μόριο μέντοι.

§7.56. Μήν: Δίδυμος τύπος του μέν. Είναι είτε εμφατικό μόριο, κατά την αρχαϊκότερη σημασία του, είτε αντιθετικό, αργότερα, είτε τέλος εισαγωγικό σε μια νέα φάση της σκέψης (όπως τα νεοελληνικά “λοιπόν, τώρα, καλά” με συνδετική σημασία, στην αρχή μιας τοποθέτησης), ως αφετηρία εξόρμησης για τη σκέψη ώστε να προχωρήσει ένα στάδιο περισσότερο (με τη σημασία του οὖν) :

ΘΟΥΚ 1.142.1 Μέγιστον δέ, τῇ τῶν χρημάτων σπάνει κωλύσονται, ὅταν σχολῇ αὐτὰ ποριζόμενοι διαμέλλωσιν· τοῦ δὲ πολέμου οἱ καιροὶ οὐ μενετοί. καὶ μὴν οὐδ᾽ ἡ ἐπιτείχισις οὐδὲ τὸ ναυτικὸν αὐτῶν ἄξιον φοβηθῆναι. || Και το σπουδαιότερο, θα εμποδιστούν λόγω της έλλειψης χρημάτων, όταν θα αναβάλλουν καθώς θα προμηθεύονται με δυσκολία. Και οι ευκαιρίες στον πόλεμο δεν περιμένουν. Όμως, ούτε η επιτείχιση της χώρας ούτε το ναυτικό τους αξίζει να μας φοβίσουν.

Απαντά σε συνδυασμό και με τα ἀλλά, γε, καί. Το ἀλλὰ μὴν χρησιμοποιείται και ως μεταβατικός σύνδεσμος με τη σημασία του "επιπλέον" και συνδυάζεται και με άρνηση (οὐ μὴν ἀλλά).

ΙΣΟΚΡ 16.44 Οὐ γὰρ δήπου παρ᾽ ἐμοῦ μὲν ὑπὲρ ὧν ὁ πατὴρ ἔπραξεν δίκην λήψονται, σοὶ δὲ καὶ ὧν αὐτὸς ἡμάρτηκας συγγνώμην ἕξουσιν. Ἀλλὰ μὴν οὐδ᾽ ὁμοίας ἐκείνῳ φανήσει τὰς προφάσεις ἔχων. || Δεν θα τιμωρηθούν λοιπόν από μένα για αυτά που έπραξε ο πατέρας, ενώ για σένα και για τα δικά σου αδικήματα θα φανούνε επιεικείς. Επιπλέον, δεν θα αποδειχτείς ότι αντιμετωπίζεις τις ίδιες κατηγορίες με εκείνον.

§7.57. Ὅμως: ανήκει στο νεότερο στρώμα συνδέσμων και προέρχεται από το επίρρημα ὁμῶς, "ομοίως", με μετάθεση του τόνου, που βλέπουμε και στο ἀλλά (πβ. και νεοελληνικά “του κάκου, μονάχα” κ.λπ.). Το ὁμῶς χρησιμοποιείται στην αρχαϊκή/ ποιητική γλώσσα, ενώ ο τύποςὅμως εμφανίζεται στον Όμηρο μία μόνο φορά.

ΟΜ Ιλ 9.312 ἐχθρὸς γάρ μοι κεῖνος ὁμῶς Ἀΐδαο πύλῃσιν || γιατί εκείνος είναι εχθρός μου όμοια με τις πύλες του Άδη

Από τη σημασία του "χωρίς εξαίρεση, όμοια" περνούμε στην αντιθετική σημασία με κάποιο σημασιολογικό άλμα, από αυτά που είναι συνήθη στη σημασιολογική αλλαγή.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.4.21 οἱ δὲ βάρβαροι ἀκούσαντες τὸν θόρυβον οὐχ ὑπέμειναν, ἀλλ᾽ ἔφευγον· ὅμως δὲ καὶ ἀπέθανόν τινες τῶν βαρβάρων. || Οι βάρβαροι, μόλις άκουσαν τον θόρυβο, δεν τον άντεξαν αλλά υποχωρούσαν· όμως, πέθαναν και πολλοί από αυτούς.

Σε περίπτωση ισχυρής έμφασης, το ὅμωςενισχύεται από το ἀλλά:

ΑΝΔΟΚ 4.33 Καίτοι οὐ μόνον αὐτὸς ὀλυμπιονίκης ἦν, ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Μιλτιάδης. Ἀλλ᾽ ὅμως οὐδὲν ὑπελογίζοντο τὰς νίκας· οὐ γὰρ ἐκ τῶν ἀγώνων, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἔκρινον αὐτόν. || Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτός ολυμπιονίκης αλλά και ο πατέρας του ο Μιλτιάδης. Αλλά όμως καθόλου δεν υπολόγιζαν τις νίκες· γιατί όχι από τους αγώνες αλλά από τις πράξεις τον έκριναν.

Συμπερασματικοί σύνδεσμοι

§7.58. Ἄρα: με έκθλιψη ἄρ’, εγκλιτικό ῥα, ανάγεται σε ένα ινδοευρωπαϊκό θέμα, σχετίζεται ετυμολογικά με το ἄρτι. Αρχικά δηλώνει φυσική ακολουθία, συμφωνία ανάμεσα σε προηγούμενα και επόμενα και άμεση συνάρτηση (“σωστά, εύλογα, ακριβώς”) και αργότερα αποκτά τη σημασία της λογικής συνέπειας και εισάγει λογικό συμπέρασμα (“επομένως, συνεπώς”). Δεν τίθεται στην αρχή της πρότασης, αλλά μετά από μία ή δύο λέξεις.

ΠΛ Πολ 334a Ἀλλὰ μὴν στρατοπέδου γε ὁ αὐτὸς φύλαξ ἀγαθός, ὅσπερ καὶ τὰ τῶν πολεμίων κλέψαι καὶ βουλεύματα καὶ τὰς ἄλλας πράξεις; Πάνυ γε. Ὅτου τις ἄρα δεινὸς φύλαξ, τούτου καὶ φὼρ δεινός. || Αλλά βέβαια δεν είναι άραγε γενναίος ο ίδιος εκείνος φύλακας, που μπορεί και να κλέψει των εχθρών και τα σχέδια και τις άλλες πράξεις; Βέβαια. Όποιος επομένως είναι καλός φύλακας κάποιου, είναι και ικανός κλέφτης.

ΠΛ Ευθυφ 7d ΕΥΘ. Ἀλλ᾽ ἔστιν αὕτη ἡ διαφορά, ὦ Σώκρατες, καὶ περὶ τούτων. ΣΩ. Τί δὲ οἱ θεοί, ὦ Εὐθύφρων; οὐκ εἴπερ τι διαφέρονται, δι᾽ αὐτὰ ταῦτα διαφέροιντ᾽ ἄν; ΕΥΘ. Πολλὴ ἀνάγκη. ΣΩ. Καὶ τῶν θεῶν ἄρα, ὦ γενναῖε Εὐθύφρων, ἄλλοι ἄλλα δίκαια ἡγοῦνται κατὰ τὸν σὸν λόγον, καὶ καλὰ καὶ αἰσχρὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ κακά. || Αλλά υπάρχει αυτή η διαφορά, Σωκράτη, και σχετικά με αυτά. Και οι θεοί, ω Ευθύφρων; Αν σε κάτι διαφέρουν, δεν θα διέφεραν σε αυτά τα ίδια; Κατ’ ανάγκη. Και για τους θεούς επομένως, γενναίε Ευθύφρων, καθένας νομίζει διαφορετικά, σύμφωνα με αυτά που λες, και καλά και αισχρά και και αγαθά και κακά.

§7.59. Δή: είναι μάλλον έκταση του αντιθετικού συνδέσμου δέ, ανάγεται στο ίδιο ινδοευρωπαϊκό θέμα. Μπαίνει συνήθως στη δεύτερη θέση της πρότασης. Αρχικά ήταν επίρρημα, αναφερόταν σε ένα πρόδηλο γεγονός και είχε δεικτική, χρονική και βεβαιωτική σημασία (“τώρα, να!”), ενώ συχνά χρωματιζόταν με μια ειρωνική διάθεση.

ΟΜ Ιλ 15.437 Τεῦκρε πέπον δὴ νῶϊν ἀπέκτατο πιστὸς ἑταῖρος. || Τεύκρο, καλέ μου, σκοτώθηκε λοιπόν τώρα ένας πιστός εταίρος.

ΟΜ Ιλ 2.284 Ἀτρεΐδη νῦν δή σε ἄναξ ἐθέλουσιν Ἀχαιοὶ πᾶσιν ἐλέγχιστον θέμεναι μερόπεσσι βροτοῖσιν. || Γιε του Ατρέα, θέλουν λοιπόν τώρα οι Αχαιοί σε όλους τους ανθρώπους να σε ντροπιάσουν άσχημα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.26 ἑορακότας καὶ ἀναμνησθέντας τὰ νῦν δὴ γεγενημένα. || Αφού έχετε δει και θυμηθεί αυτά που τώρα έχουν γίνει.

Υπογραμμίζει με έμφαση λέξεις πολλών ειδών (ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, αντωνυμία). Π.χ.

ΘΕΟΓΝ ελεγ 1.511 ῏Ηλθες δή, Κλεάριστε, βαθὺν διὰ πόντον ἀνύσσας. || Ήρθες λοιπόν, Κλεάριστε, αφού πέρασες μέσα από το βαθύ πέλαγος.

Είναι ισχυρότερο επιτατικό από τα γε και δὲ και περισσότερο εντοπισμένο στο παρόν από το γε. Ακόμη, στην ποίηση είναι συχνότερο από το γε, που απαντά περισσότερο στην πεζογραφία. Ωστόσο, το βρίσκουμε συχνά και σε συνδυασμό με το γε.

ΘΟΥΚ 1.132.3 τοῦ μέντοι Παυσανίου ἀδίκημα καὶ τότ᾽ ἐδόκει εἶναι, καὶ ἐπεί γε δὴ ἐν τούτῳ καθειστήκει, πολλῷ μᾶλλον παρόμοιον πραχθῆναι ἐφαίνετο τῇ παρούσῃ διανοίᾳ. || Και αυτό λοιπόν θεωρήθηκε ότι είναι αδίκημα του Παυσανία, και τώρα μάλιστα που αυτός έχει περιέλθει σε αυτή την κατάσταση, φαινόταν πολύ περισσότερο ότι αυτό έχει πραχθεί με το ίδιο σκεπτικό.

Επειδή έχει κάτι έντονα προτρεπτικό, το συναντούμε και με προστακτικές.

ΙΣΟΚΡ 19.13 Λαβὲ δή μοι καὶ τὸν Κείων νόμον, καθ᾽ ὃν ἡμεῖς ἐπολιτευόμεθα. || Μάθε λοιπόν και τον νόμο των Κείων, σύμφωνα με τον οποίο εμείς πολιτευόμασταν

Σε σύνθεση δίνει τους τύπους δηλαδή, ἐπειδή, ἤδη, δήπου (που απαντά σε κύριες προτάσεις) και δῆτα (με προσθήκη του επιρρηματικού επιθήματος -τα). Με το δῆτα έχουμε ενίσχυση του επιτατικού και έκφραση ανυπομονησίας και συμπάθειας, ενώ με το δήπου έχουμε μετριασμό της επίτασης και ειρωνική χροιά:

ΠΛ Πολ 563e Αὕτη μὲν τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε, ἡ ἀρχὴ οὑτωσὶ καλὴ καὶ νεανική, ὅθεν τυραννὶς φύεται, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ. Νεανικὴ δῆτα, ἔφη· ἀλλὰ τί τὸ μετὰ τοῦτο; || Αυτή η αρχή λοιπόν, είπα εγώ, φίλε μου, από την οποία φύεται η τυραννία, είναι καλή και νεανική, μου φαίνεται. Νεανική, το τονίζω, είπε· αλλά πώς εξελίσσεται όμως στη συνέχεια;

Πλ Πολ 349d μουσικὸν δέ τινα λέγεις, ἕτερον δὲ ἄμουσον; Ἔγωγε. Πότερον φρόνιμον καὶ πότερον ἄφρονα; Τὸν μὲν μουσικὸν δήπου φρόνιμον, τὸν δὲ ἄμουσον ἄφρονα. || Θεωρείς λοιπόν κάποιον μουσικό και κάποιον άλλο άμουσο; Εγώ τουλάχιστον ναι. Ποιον από τους δύο θεωρείς φρόνιμο και ποιον άφρονα; Τον μουσικό μάλλον φρόνιμο, ενώ τον άμουσο άφρονα.

§7.60. Οὖν: κάπως σκοτεινή η προέλευσή του, συσχετίζεται ίσως με το σανσκριτικό υπαρκτικό ρήμα, εξέλιξη της μετοχής τού εἰμί. Εμφανίζεται στις διαλέκτους και με τον τύπο ὦν. Τίθεται συνήθως, όπως και τα περισσότερα συνδεσμικά, στη δεύτερη θέση της πρότασης:

ΑΝΔΟΚ 1.6 Αἰτοῦμαι οὖν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι ἐμοὶ τῷ ἀπολογουμένῳ ἢ τοῖς κατηγόροις. || Ζητώ λοιπόν, από εσάς, ω άνδρες, να δείξετε μεγαλύτερη εύνοια σε μένα τον απολογούμενο παρά στους κατηγόρους μου.

Αρχικά ήταν επιβεβαιωτικό επίρρημα και το βρίσκουμε στον Όμηρο σε υποτελείς χρονικές προτάσεις να συνοδεύει σχεδόν πάντα τα ἐπεὶ και ὡς δηλώνοντας συμφωνία με την πραγματικότητα στο πλαίσιο του χρόνου:

ΟΜ Ιλ 3.340 Οἳ δ᾽ ἐπεὶ οὖν ἑκάτερθεν ὁμίλου θωρήχθησαν, ἐς μέσσον Τρώων καὶ Ἀχαιῶν ἐστιχόωντο δεινὸν δερκόμενοι. || Αυτοί λοιπόν αρματώθηκαν καθένας μέσα στον όμιλό του και προχώρησαν στη μέση των Τρώων και των Αχαιών κοιτάζοντας με άγρια ματιά.

Αργότερα, στην αττική, και όχι πριν από τα μέσα του 5ου αιώνα, αποδεσμεύεται από τη χρονική σημασία και αποκρυσταλλώνεται σε μια αποκλειστικά συμπερασματική σημασία.

ΘΟΥΚ 1.46.4 ῥεῖ δὲ καὶ Θύαμις ποταμός, ὁρίζων τὴν Θεσπρωτίδα καὶ Κεστρίνην, ὧν ἐντὸς ἡ ἄκρα ἀνέχει τὸ Χειμέριον. οἱ μὲν οὖν Κορίνθιοι τῆς ἠπείρου ἐνταῦθα ὁρμίζονταί τε καὶ στρατόπεδον ἐποιήσαντο. || Κυλάει και ένας ποταμός, ο Θύαμις, που χωρίζει τη Θεσπρωτία και την Κερκίνη, και ανάμεσα στα δύο ποτάμια υψώνεται το ακρωτήριο Χειμέριο. Οι Κορίνθιοι λοιπόν ορμίστηκαν σε αυτό το σημείο και στρατοπέδευσαν.

ΙΣΟΚΡ 21.3 Οὐ πολλῷ δὲ χρόνῳ ὕστερον βουλόμενος ἐκπλεῖν ἀπῄτησε τἀργύριον· Εὐθύνους δὲ τὰ μὲν δύο τάλαντα ἀποδίδωσι, τοῦ δὲ τρίτου ἔξαρνος γίγνεται. Ἄλλο μὲν οὖν οὐδὲν εἶχε Νικίας ἐν τῷ τότε χρόνῳ ποιῆσαι, προσιὼν δὲ πρὸς τοὺς ἐπιτηδείους ἐνεκάλει καὶ ἐμέμφετο καὶ ἔλεγεν ἃ πεπονθὼς εἴη. || Όχι πολύ αργότερα θέλοντας να ταξιδέψει απαίτησε χρήματα. Ο Ευθύνους του δίνει δύο τάλαντα, αλλά το τρίτο το αρνείται. Τότε λοιπόν ο Νικίας, μια και δεν είχε να κάνει τίποτα εκείνη τη στιγμή, ήρθε στους δικούς του και εξέφραζε κατηγορίες και μομφές και έλεγε αυτά που είχε πάθει.

Σε συνδυασμό με τα μέν, δέ, δή, γε αποκτά λεπτότερες σημασίες. Στη σύνθεση με το οὐ δίνει τους τύπους οὐκοῦν και οὔκουν, που διαφοροποιούνται σαφώς: το πρώτο εισάγει συμπέρασμα καταφατικό, ενώ το δεύτερο εισάγει αποφατικό συμπέρασμα:

ΠΛ Πολ 338d Εἶτ᾽ οὐκ οἶσθ᾽, ἔφη, ὅτι τῶν πόλεων αἱ μὲν τυραννοῦνται, αἱ δὲ δημοκρατοῦνται, αἱ δὲ ἀριστοκρατοῦνται; Πῶς γὰρ οὔ; Οὐκοῦν τοῦτο κρατεῖ ἐν ἑκάστῃ πόλει, τὸ ἄρχον; || Δεν ξέρεις λοιπόν, είπε, ότι από τις πόλεις άλλες έχουν τυραννικό πολίτευμα άλλες δημοκρατικό και άλλες αριστοκρατικό; Πώς όχι; Αυτό λοιπόν δεν δεσπόζει σε κάθε πόλη, η εξουσία της;

ΛΥΣ 6.14 καίτοι καὶ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ, ἐν τῷ σεμνοτάτῳ καὶ δικαιοτάτῳ δικαστηρίῳ, ὁμολογῶν μὲν ἀδικεῖν ἀποθνῄσκει, ἐὰν δὲ ἀμφισβητῇ, ἐλέγχεται, καὶ πολλοὶ οὐδὲν ἔδοξαν ἀδικεῖν. οὔκουν ὁμοίαν χρὴ γνώμην ἔχειν περί τε τῶν ἀρνουμένων καὶ περὶ τῶν ὁμολογούντων. || Και όμως και στον Άρειο Πάγο, στο πολύ σεμνό και δίκαιο αυτό δικαστήριο, πεθαίνει όποιος ομολογεί ότι αδικεί, ενώ, αν το αμφισβητεί, εξετάζεται, και έτσι πολλοί δεν ομολόγησαν ότι αδίκησαν. Δεν θα πρέπει λοιπόν, βέβαια, να έχουμε την ίδια γνώμη για αυτούς που αρνούνται και για αυτούς που ομολογούν.

Τέλος, το τοιγαροῦν, όπως και το τοιγάρτοι, στην αρχή της πρότασης, εισάγει συμπέρασμα που είναι ισχυρή πεποίθηση του λέγοντος:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.8 καὶ γὰρ οὖν ἐπίστευον μὲν αὐτῷ αἱ πόλεις ἐπιτρεπόμεναι, ἐπίστευον δ᾽ οἱ ἄνδρες· καὶ εἴ τις πολέμιος ἐγένετο, σπεισαμένου Κύρου ἐπίστευε μηδὲν ἂν παρὰ τὰς σπονδὰς παθεῖν. τοιγαροῦν ἐπεὶ Τισσαφέρνει ἐπολέμησε, πᾶσαι αἱ πόλεις ἑκοῦσαι Κῦρον εἵλοντο ἀντὶ Τισσαφέρνους πλὴν Μιλησίων. || Και λοιπόν του έδειχναν εμπιστοσύνη οι πόλεις στρεφόμενες προς αυτόν, του έδειχναν εμπιστοσύνη και οι άνθρωποι· και αν κάποιος γινόταν εχθρός και ο Κύρος έκανε σπονδάς πίστευε ότι δεν θα πάθει τίποτα παρά τις συνθήκες. Γι’ αυτό λοιπόν, όταν πολέμησε τον Τισσαφέρνη, όλες οι πόλεις προτίμησαν οικειοθελώς τον Κύρο αντί του Τισσαφέρνη με εξαίρεση τους Μιλησίους.

ΑΝΔΟΚ 4.12 Ὥστ᾽ εἴπερ ἡγεῖσθε πολίτην ἀγαθὸν Ἀριστείδην καὶ δίκαιον γεγονέναι, τοῦτον προσήκει κάκιστον νομίζειν, ὡς τἀναντία περὶ τῶν πόλεων ἐκείνῳ γιγνώσκοντα. Τοιγάρτοι διὰ ταῦτα πολλοὶ τὴν πατρίδα τὴν αὑτῶν ἀπολιπόντες φυγάδες γίγνονται καὶ εἰς Θουρίους οἰκήσοντες ἀπέρχονται. || Ώστε λοιπόν αν θεωρείτε ότι ο Αριστείδης έχει γίνει ένας αγαθός και δίκαιος πολίτης, αρμόζει αυτόν να τον λογαριάζετε για κάκιστο, εφόσον ο δεύτερος σκέφτεται τα αντίθετα από τον πρώτο σχετικά με τις πόλεις. Έτσι λοιπόν, εξαιτίας αυτών των λόγων, πολλοί εγκαταλείπουν την πατρίδα τους και αυτοεξορίζονται και φεύγουν για να κατοικήσουν στους Θουρίους.

§7.61. Τοίνυν: παράγεται από τη σύνθεση του βεβαιωτικού μορίου τοι και του επιρρήματος/ μορίου νῦν/ νυν. Εισάγει συμπέρασμα, όπως τα δὴ και οὖν, αλλά έχει ασθενέστερο τόνο από αυτά τα δύο:

ΞΕΝ Ελλ 1.7.33 μὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀντὶ μὲν τῆς νίκης καὶ τῆς εὐτυχίας ὅμοια ποιήσητε τοῖς ἡττημένοις τε καὶ ἀτυχοῦσιν. || Μη, λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, αντί για τη νίκη και την ευτυχία πράξετε όμοια με τους ηττημένους και τους άτυχους.

Αιτιολογικοί σύνδεσμοι

§7.62. Γάρ: είναι συγχώνευση του επιτατικού μορίου γε και του προσθετικού ἄρ’ (ἄρα). Δεν τίθεται ποτέ στην αρχή ως η πρώτη λέξη μιας πρότασης αλλά ακολουθεί μία ή δύο λέξεις, πράγμα που ισχύει και για την κατανομή των δύο συνθετικών του γε και ἄρα. Συνδέει περιόδους ή ημιπεριόδους. Φαίνεται ότι η πρώτη σημασία του δεν είναι αιτιολογική αλλά βεβαιωτική και αυτή τη σημασία έχει σε απαντήσεις. Με τη σημασία αυτή συνοδεύεται συχνά από τον ἀλλὰ ή τον βρίσκουμε σε ζωηρό διάλογο ή, ακόμη, σε ευχετικές προτάσεις που εισάγονται με το εἰ:

ΙΣΟΚΡ 4.140 Ἀλλὰ γὰρ οὐκ ἐκ τούτων δίκαιόν ἐστιν σκοπεῖν τὴν βασιλέως δύναμιν. || Αλλά βέβαια δεν θα είναι δίκαιο από αυτά να εξετάσουμε τη δύναμη του βασιλιά.

ΠΛ Ευθυφ 6d ΣΩ. Ἴσως. ἀλλὰ γὰρ, ὦ Εὐθύφρων, καὶ ἄλλα πολλὰ φῂς εἶναι ὅσια. ΕΥΘ. Καὶ γὰρ ἔστιν. || Ίσως. Αλλά βέβαια, ω Ευθύφρων, και άλλα πολλά λες ότι είναι όσια. Και βέβαια.

ΟΜ Ιλ 2.371 αἲ γὰρ Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον τοιοῦτοι δέκα μοι συμφράδμονες εἶεν Ἀχαιῶν. || Μακάρι, βέβαια, πατέρα Δία και Αθηνά και Απόλλωνα, να είχα δέκα τέτοιους συμβουλάτορες των Αχαιών.

ΕΥΡ Αλκ 1072 εἰ γὰρ τοσαύτην δύναμιν εἶχον ὥστε σὴν ἐς φῶς πορεῦσαι νερτέρων ἐκ δωμάτων γυναῖκα καί σοι τήνδε πορσῦναι χάριν. || Αν, βέβαια, είχα τόση δύναμη ώστε να οδηγήσω στο φως τη γυναίκα σου από τα κάτω δώματα και να σου κάνω τη χάρη να σου την παραδώσω στο κρεβάτι σου.

Από την πρώτη, βεβαιωτική σημασία προκύπτουν στη συνέχεια οι δύο κύριες, παράγωγες σημασίες του γάρ, η αιτιολογική και η διασαφητική. Ο γὰρ εκφράζει αιτιολόγηση ως μέρος μιας απόδειξης ή ενός συλλογισμού ή μπορεί να αιτιολογεί απλώς κάποιο συναίσθημα. Ακόμη, μπορεί, μετά από δεικτικές λέξεις ή φράσεις ή προεξαγγελτική παράθεση, να εισάγει επεξήγηση των προηγουμένων.

ΙΣΟΚΡ 21.1 Οὐ προφάσεως ἀπορῶ δι’ ἥντινα λέγω ὑπὲρ Νικίου τουτουί· καὶ γὰρ φίλος ὢν μοι τυγχάνει καὶ δεόμενος καὶ ἀδικούμενος καὶ ἀδύνατος εἰπεῖν, ὥστε διὰ ταῦτα πάντα ὑπὲρ αὐτοῦ λέγειν ἀναγκάζομαι. || Δεν μου λείπει η πρόφαση για να μιλήσω υπέρ αυτουνού εδώ, του Νικία· γιατί και φίλος μου τυχαίνει να είναι και με χρειάζεται και αδικείται και είναι αδύναμος να μιλήσει, ώστε εγώ να είμαι αναγκασμένος να τον υπερασπιστώ.

ΙΣΟΚΡ 9.17 Σημεῖον δὲ μέγιστον· περὶ μὲν γὰρ ἄλλων πολλῶν καὶ παντοδαπῶν λέγειν τολμῶσιν οἱ περὶ τὴν φιλοσοφίαν ὄντες, περὶ δὲ τῶν τοιούτων οὐδεὶς πώποτ’ αὐτῶν συγγράφειν ἐπεχείρησεν. || Μεγάλο σημάδι είναι τούτο: αυτοί δηλαδή που ασχολούνται με τη φιλοσοφία τολμούν να μιλούν για πολλά και παντοειδή, όμως σχετικά με αυτά κανείς μέχρι τώρα δεν επιχείρησε να γράψει.

Ως αιτιολογικός ή διασαφητικός, μαζί με την πρόταση στην οποία ανήκει, ακολουθεί την πρόταση την οποία αιτιολογεί ή επεξηγεί, μερικές φορές σε κάποια απόσταση. Άλλοτε, όμως, η πρότασή του μπαίνει παρενθετικά ή προτάσσεται (προληπτικό γάρ). Όταν η πρόταση του γὰρ είναι παρενθετική, ο γὰρ έχει αξία υποτακτικού συνδέσμου ή βεβαιωτική σημασία:

ΘΟΥΚ 1.51.5 οἱ δὲ Κερκυραῖοι (ἦν γὰρ νύξ) ἐφοβήθησαν μὴ πολέμιαι ὦσι. || Οι Κερκυραίοι, επειδή ήταν νύχτα, φοβήθηκαν μην είναι εχθρικές.

ΘΟΥΚ 4.3.2 καὶ ὁ Δημοσθένης εὐθὺς ἠξίου τειχίζεσθαι τὸ χωρίον (ἐπὶ τοῦτο γὰρ ξυνεκπλεῦσαι), καὶ ἀπέφαινε πολλὴν εὐπορίαν ξύλων τε καὶ λίθων. || Και ο Δημοσθένης αμέσως απαιτούσε να τειχιστεί το χωριό (γιατί γι’ αυτό τον λόγο είχαν συμπλεύσει) και ισχυριζόταν ότι υπήρχε εκεί μεγάλη αφθονία ξύλων και λίθων.

ΞΕΝ Ελλ 4.5.8 ὡς δὲ συνέδραμον οὗτοι, τοῖς μὲν ἄλλοις εἶπεν, οὐ γάρ πω ἠριστοποίηντο, ἐμφαγοῦσιν ὅ τι δύναιντο ἥκειν τὴν ταχίστην. || Μόλις ήρθαν αυτοί, είπε στους άλλους που έτρωγαν ότι μπορούσαν, επειδή δεν είχαν φάει ακόμα, να έρθουν αμέσως.

Αυτή η χρήση συνηθίζεται ιδιαίτερα και μετά από κλητική προσφώνηση στον Όμηρο:

ΟΜ Ιλ 23.156 Ἀτρεϊδη, σοὶ γάρ τε μάλιστά γε λαὸς Ἀχαιῶν πείσονται μύθοισι, γόοιο μὲν ἔστι καὶ ἆσαι. || Γιε του Ατρέα, σε σένα πείθεται ο λαός των Αχαιών, πρέπει το κλάμα τους να σταματήσει.

Πολύ συχνά, τέλος, ο γάρ, ως επεξηγηματικός, εισάγει αφήγηση, διήγηση ή περιγραφή.

ΗΡ 2.155 Τοῦ δὲ χρηστηρίου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πολλὰ ἐπεμνήσθην ἤδη, καὶ λόγον περὶ αὐτοῦ ὡς ἀξίου ἐόντος ποιήσομαι. Τὸ γὰρ χρηστήριον τοῦτο τὸ ἐν Αἰγύπτῳ ἔστι μὲν Λητοῦς ἱρόν, ἐν πόλι δὲ μεγάλῃ ἱδρυμένον κατὰ τὸ Σεβεννυτικὸν καλεόμενον στόμα τοῦ Νείλου, ἀναπλέοντι ἀπὸ θαλάσσης ἄνω… || Το χρηστήριο που βρίσκεται στην Αίγυπτο πολλές φορές ήδη το έχω αναφέρει και θα κάνω πάλι λόγο γι’ αυτό, επειδή αξίζει. Αυτό το χρηστήριο λοιπόν που βρίσκεται στην Αίγυπτο είναι ιερό της Λητώς, χτισμένο σε μεγάλη πόλη κοντά στο λεγόμενο Σεβεννυτικό στόμιο του Νείλου γι’ αυτόν που ανεβαίνει από τη θάλασσα προς τα πάνω…

Σύνδεσμοι υπόταξης

§7.63. Εἰ: υποθετικός σύνδεσμος. Αρχικά ήταν, εν μέρει τουλάχιστον, επιφωνηματικό, όπως και το συγγενές αἰ, και εισήγε κύριες προτάσεις που δήλωναν μια ευχή και εκφέρονταν με ευκτική ευχετική:

ΟΜ Ιλ 4.189 αἲ γὰρ δὴ οὕτως εἴη φίλος ὦ Μενέλαε || Μακάρι, Μενέλαε, να ήταν τόσο φίλος.

Παράλληλα, υπήρχε και το δεικτικό επίρρημα εἰ, που σήμαινε “εκεί/ τότε/ σε αυτή την περίπτωση/ κατ’ αυτόν τον τρόπο” (πβ. εἶ-τα). Με αυτή τη σημασία χρησιμοποιήθηκε για να συνδέσει την πρόταση που εισήγε με μια προϋπάρχουσα κατάσταση. Έτσι, η υποθετική πρόταση εκκινεί από τη σημασία "αν το έκανε κατ’ αυτό τον τρόπο”. Σε αυτή την περίπτωση το εἰ αποκτά μερικιές φορές και την απόχρωση του αιτιολογικού.

ΙΣΟΚΡ 18.14 οὐδὲν ἄτοπον ἐποίησεν εἰ Νικόμαχον εἵλετο διαιτητήν || Δεν έκανε κάτι κακό, αν διάλεξε τον Νικόμαχο για διαιτητή.

Οι δύο χρήσεις του εἰ ήταν αρχικά ασύνδετες. Το εἰ, εκτός από την αρχική ευκτική, συντάχθηκε και με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, προκειμένου να παρουσιάσει κάτι το υποτιθέμενο ως καθαρή παραδοχή του υποκειμένου.

ΙΣΑΙΟΣ 1.36 Εἰ γάρ τις αὐτοὺς ἔροιτο διὰ τί ἀξιοῦσι κληρονόμοι γενέσθαι τῶν Κλεωνύμου, τοῦτ᾽ ἂν εἰπεῖν ἔχοιεν, ὅτι καὶ γένει ποθὲν προσήκουσι καὶ ἐκεῖνος αὐτοῖς χρόνον τινὰ ἐπιτηδείως διέκειτο. || Αν λοιπόν κάποιος από αυτούς ρωτούσε για ποιο λόγο απαιτούν να γίνουν κληρονόμοι τού Κλεωνύμου, αυτό θα μπορούσαν να τους πουν, ότι δηλαδή και λόγω καταγωγής υπάρχει κάποια σχέση και εκείνος απέναντί τους για κάποιο διάστημα ήταν φιλικός μαζί τους.

ΙΣΑΙΟΣ 1.45 Εἰ μὲν τοίνυν Φερένικος ἢ τῶν ἀδελφῶν τις ἐτελεύτησεν, οἱ παῖδες οἱ τούτων, οὐκ ἐκεῖνος ἐγίγνετο κύριος τῶν καταλειφθέντων. || Αν λοιπόν ο Φερένικος ή κάποιος από τους αδελφούς του τελεύτησε, τα παιδιά τους και όχι εκείνος θα γινόταν κύριος της περιουσίας που έμεινε.

Αρχικά είναι ο μοναδικός υποθετικός σύνδεσμος, αργότερα τον ανταγωνίζεται και τον εκτοπίζει το ἄν, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα νέα ελληνικά. Ο εκτοπισμός αυτός του εἰ ήταν απόρροια και της κατάργησης της ευκτικής, με την οποία συντασσόταν ο σύνδεσμος. Δίπλα στο καὶ ο εἰ, όπως και ο ἄν, εισάγουν εναντιωματικές προτάσεις, που δεν είναι παρά υποθέσεις ενισχυμένες από το επιδοτικό επίρρημα καί (βλ. καί).

§7.64. Ἐπεὶ/ ἐπειδή: χρονικός/ αιτιολογικός σύνδεσμος. Παράγεται από το ἐπ-εί, που είχε αρχικά τοπική/ δεικτική σημασία (“πάνω σε κάτι”). Εισάγει γεγονότα που είναι ήδη γνωστά στο πλαίσιο της συνομιλίας ή αμετάβλητα, σύμφωνα με τη φύση των πραγμάτων, ή φυσικά επακόλουθα της αφήγησης. Γι’ αυτό οι προτάσεις που εισάγει εκφέρονται με οριστική:

ΞΕΝ Ελλ 2.2.1 ἐπεὶ δὲ τὰ ἐν τῇ Λαμψάκῳ κατεστήσατο, ἔπλει ἐπὶ τὸ Βυζάντιον καὶ Καλχηδόνα. || Μόλις τακτοποίησε τις υποθέσεις στη Λάμψακο, έπλευσε προς το Βυζάντιο και την Καλχηδόνα.

ΗΡ 1.11 ἐπεί με ἀναγκάζεις δεσπότην τὸν ἐμὸν κτείνειν οὐκ ἐθέλοντα, φέρε ἀκούσω, τέῳ καὶ τρόπῳ ἐπιχειρήσομεν αὐτῷ. || Επειδή με αναγκάζεις να σκοτώσω τον κύριό μου ενώ δεν θέλω, εμπρός λοιπόν ας ακούσω με ποιον τρόπο θα το επιχειρήσουμε αυτό.

ΕΥΡ Αλκ 433 ἀξία δέ μοι τιμῆς, ἐπεὶ τέθνηκεν ἀντ᾽ ἐμοῦ μόνη. || Αξίζει τιμές, επειδή πέθανε οικειοθελώς αντί για μένα.

Προηγήθηκε η χρονική σημασία "αφότου", επέκταση της τοπικής, που το κατέστησε εξαρτημένο στοιχείο, εισαγωγικό σύνδεσμο δευτερεύουσας πρότασης, και ακολούθησε η αιτιολογική σημασία, που μαρτυρείται ήδη στον Όμηρο και με την οποία επιβιώνει στα νέα ελληνικά. Ωστόσο, το ἐπεὶ μπορεί να εισάγει και κύριες προτάσεις:

ΠΛ Πολ 340d Ἐπεὶ αὐτίκα ἰατρὸν καλεῖς σὺ τὸν ἐξαμαρτάνοντα περὶ τοὺς κάμνοντας κατ᾽ αὐτὸ τοῦτο ὃ ἐξαμαρτάνει; || Χαρακτηρίζεις λοιπόν εσύ, για παράδειγμα, γιατρό αυτόν που κάνει λάθος σχετικά τους ασθενείς ως προς αυτό το ίδιο στο οποίο σφάλλει;

Το ἐπειδὴ παράγεται με την προσθήκη του μορίου δὴ στο ἐπεί, στον Όμηρο τα δύο στοιχεία εμφανίζονται και ανεξάρτητα:

ΟΜ Ιλ 1.234 ναὶ μὰ τόδε σκῆπτρον, τὸ μὲν οὔ ποτε φύλλα καὶ ὄζους φύσει, ἐπεὶ δὴ πρῶτα τομὴν ἐν ὄρεσσι λέλοιπεν, οὐδ᾽ ἀναθηλήσει. || Μα τούτο το σκήπτρο, το οποίο ποτέ πια δεν θα βγάλει φύλλα και κλώνους, επειδή έχει αφήσει τον κορμό του στα όρη, ούτε θα βλαστήσει πια.

Με συνένωση με το ἂν προκύπτουν τα ἐπάν, ἐπειδάν, που δηλώνουν αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον και εισάγουν προτάσεις εκφερόμενες με υποτακτική.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.13 ὁ δ᾽ ὑπέσχετο ἀνδρὶ ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς, ἐπὰν εἰς Βαβυλῶνα ἥκωσι. || Και αυτός υποσχόταν σε κάθε άνδρα να δώσει πέντε ασημένιες μνες, όταν φτάσουν στη Βαβυλώνα.

ΘΟΥΚ 2.34.3 ἐπειδὰν δὲ ἡ ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς ἑκάστης μίαν. || Όταν γίνεται η εκφορά, άμαξες μεταφέρουν κυπαρισσένια φέρετρα, ένα για κάθε φυλή.

§7.65. Ἵνα: τελικός σύνδεσμος. Αρχικά ήταν τοπικό επίρρημα με κατευθυντική σημασία ή και αναφορικό· σημαίνει "εκεί, όπου" ή "προς τα εκεί". Από αυτή την τοπική σημασία προκύπτει ως επέκταση η τελικότητα. Οι προτάσεις του ἵνα, ως προτάσεις επιθυμίας, εκφέρονται με υποτακτική.

ΙΣΑΙΟΣ 2.36 καὶ τῷ ἐμῷ παιδίῳ ἐθέμην τὸ ὄνομα τὸ ἐκείνου, ἵνα μὴ ἀνώνυμος ὁ οἶκος αὐτοῦ γένηται. || Και στο παιδί μου έδωσα το όνομα εκείνου, για να μην παραμείνει ο οίκος του ανώνυμος.

ΘΟΥΚ 3.61.1 νῦν δὲ πρὸς μὲν τὰ ἀντειπεῖν δεῖ, τῶν δὲ ἔλεγχον ποιήσασθαι, ἵνα μήτε ἡ ἡμετέρα αὐτοὺς κακία ὠφελῇ μήτε ἡ τούτων δόξα, τὸ δ᾽ ἀληθὲς περὶ ἀμφοτέρων ἀκούσαντες κρίνητε. || Τώρα λοιπόν πρέπει τα μεν να τα αντικρούσουμε, τα δε να τα ελέγξουμε, για να μην ωφελεί αυτούς η δική μας κακία ούτε η δική τους δόξα, αλλά για να κρίνετε αφού πρώτα ακούσετε την αλήθεια για αμφότερα.

Ο ἵνα είναι το πιο κοινό τελικό στοιχείο στην αττική διάλεκτο, μερικές φορές εναλλάσσεται με το ὅπως, ιδιαίτερα συχνό στον Θουκυδίδη, το οποίο εκτοπίζεται εντελώς στην Κοινή. Ο ἵνα επιβιώνει στα νέα ελληνικά ως “να”, και, ως δείκτης υποτακτικής, έχει αντικαταστήσει όλες τις απαρεμφατικές χρήσεις.

§7.66. Ὅτε/ ὁ(π)πότε: χρονικός σύνδεσμος, με παραλλαγές σε όλες τις διαλέκτους (λεσβ. ὅτα, δωρ. ὅκα κ.λπ.). Σχηματίζεται από την παγίωση της σύνταξης της αναφορικής αντωνυμίας ὃ με το μόριο τε.

ΟΜ Οδ 5.356 ὢ μοι ἐγώ, μή τίς μοι ὑφαίνῃσιν δόλον αὖτε ἀθανάτων, ὅ τέ με σχεδίης ἀποβῆναι ἀνώγει. || Αλίμονό μου, μήπως κάποιος από τους αθάνατους μου υφαίνει πάλι δόλο, ο οποίος/ όταν μου ζητάει να αφήω το σκάφος μου.

Αρχικά ο ὅτε εμφανίζεται αποκλειστικά με αρσενικό γένος, ενικό αριθμό και ονομαστική πτώση, σε συμφωνία με τη γραμματική φύση του πρώτου συνθετικού, αλλά στη συνέχεια τον βρίσκουμε και με τα άλλα γένη. Οι σύνδεσμοι ὅτε/ὁπότε, όταν δηλώνουν πραγματικό και ορισμένο γεγονός, εισάγουν προτάσεις που εκφέρονται με οριστική. Εκφράζουν συχνά επανάληψη στο παρελθόν και τότε η πρόταση εκφέρεται με ευκτική επαναληπτική:

ΞΕΝ Ελλ 3.4.25 Ὅτε δ᾽ αὕτη ἡ μάχη ἐγένετο, Τισσαφέρνης ἐν Σάρδεσιν ἔτυχεν ὤν. || Όταν έγινε αυτή η μάχη, ο Τισσαφέρνης έτυχε να είναι στις Σάρδεις.

ΘΟΥΚ 2.65.9 ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτοὺς παρὰ καιρὸν ὕβρει θαρσοῦντας, λέγων κατέπλησσεν ἐπὶ τὸ φοβεῖσθαι, καὶ δεδιότας αὖ ἀλόγως ἀντικαθίστη πάλιν ἐπὶ τὸ θαρσεῖν. || Όποτε λοιπόν καταλάβαινε ότι αυτοί ακαίρως έφταναν στο θράσος, με τα λόγια του τους επανέφερε στον φόβο· μόλις πάλι φοβόντουσαν χωρίς λόγο τους ενθάρρυνε.

Όταν δηλώνεται το προσδοκώμενο ή η αόριστη επανάληψη στο παρόν και το μέλλον, οι χρονικοί σύνδεσμοι συνδυάζονται με το αοριστολογικό ἂν και προκύπτουν οι τύποι ὅταν/ ὁπόταν, οι οποίοι συνεμφανίζονται με υποτακτική:

ΗΡ 3.57 Ἀλλ᾽ ὅταν ἐν Σίφνῳ πρυτανήια λευκὰ γένηται λεύκοφρύς τ᾽ ἀγορή, τότε δὴ δεῖ φράδμονος ἀνδρὸς φράσσασθαι ξύλινόν τε λόχον κήρυκά τ᾽ ἐρυθρόν. || Όταν στη Σίφνο θα γίνει λευκό το πρυτανείο και ασπρόφρυδη η αγορά, τότε λοιπόν θα πρέπει ένας άνθρωπος ευφραδής να τους διαφεντέψει από καρτέρι ξύλινο και κόκκινο κήρυκα.

ΙΣΑΙΟΣ 8.12 καὶ ὁπόταν δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι παραγένωνται καὶ δέῃ εὑρεθῆναί τι τῶν ζητουμένων, οὐ χρῆσθε ταῖς τῶν ἐλευθέρων μαρτυρίαις, ἀλλὰ τοὺς δούλους βασανίζοντες, οὕτω ζητεῖτε εὑρεῖν τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγενημένων. || Και κάθε φορά που δούλοι και ελεύθεροι είναι παρόντες και χρειάζεται να βρεθεί κάτι από τα ζητούμενα, δεν ανατρέχετε στις μαρτυρίες των ελευθέρων αλλά βασανίζοντας τους δούλους ζητάτε με αυτό τον τρόπο να βρείτε την αλήθεια.

Το ὅταν είναι λιγότερο κοινό από το ὅτε στον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο. Αντίθετα, στην Κοινή το αντικαθιστά και επιβιώνει μέχρι σήμερα ως ο πιο κοινός χρονικός σύνδεσμος.

§7.67. Ὅτι: Παράγεται από τη δεικτική αντωνυμία ὅ, η οποία έχει συνδεσμική λειτουργία από την περίοδο της ινδοευρωπαϊκής πρωτογλώσσας (*jod). Χρησιμοποιείται αρχικά με τη μορφή ὃ και αργότερα με τη μορφή ὅτι επεξηγηματικά, ως ειδικός σύνδεσμος εισάγοντας συμπληρωματικές προτάσεις κρίσεως/ αντικείμενα σε λεκτικά ρήματα ή ρήματα αίσθησης:

ΑΝΔΟΚ 1.12 Ἐπεὶ δὲ ἐψηφίσαντο αὐτῷ τὴν ἄδειαν, ἔλεγεν ὅτι ἐν τῇ οἰκίᾳ τῇ Πουλυτίωνος γίγνοιτο μυστήρια. || Επειδή ψήφισαν την ελευθερία του, έλεγε ότι στο σπίτι του Πλουτίωνα γίνονταν τελετές.

ΞΕΝ Ελλ 4.1.37 εὖ χρὴ εἰδέναι ὅτι πολεμήσω ὑμῖν ὡς ἂν δύνωμαι ἄριστα. || Πρέπει να γνωρίζετε καλά ότι θα σας πολεμήσω όσο μπορώ καλύτερα.

Αυτή η αναλυτική σύνταξη ανταγωνίζεται τις δομές αιτιατική και (ειδικό) απαρέμφατο ή αιτιατική και (κατηγορηματική) μετοχή, για να επικρατήσει στη μετακλασική περίοδο καθώς και στα νέα ελληνικά, ένα γλωσσικό σύστημα χωρίς απαρέμφατο και μετοχή. Επίσης το ὅ, και αργότερα ὅτι, χρησιμοποιείται και με ρήματα ψυχικού πάθους επεξηγώντας την αιτία του ψυχικού πάθους. Με αυτή τη χρήση λειτουργεί και ως αιτιολογικός σύνδεσμος. Οι αιτιολογικές προτάσεις που εισάγονται με αυτόν τον σύνδεσμο στηρίζονται σε ουσιαστικές (ειδικές) προτάσεις.

ΗΡ 3.80 ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται. || Αν αυτόν τον θαυμάζεις μόνο λίγο, στεναχωριέται, επειδή δεν λατρεύεται πολύ.

ΑΝΤΙΣΘ Οδυσ 15.7 σὺ δὲ ὥσπερ οἱ παῖδες χαίρεις, ὅτι σέ φασιν οἵδε ἀνδρεῖον εἶναι; || Εσύ λοιπόν χαίρεσαι σαν τα παιδιά, επειδή αυτοί λένε ότι εσύ είσαι ανδρείος;

Ο σύνδεσμος ὅτι εκφράζει κάτι αντικειμενικό, που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Με αυτή την έννοια αντιπαραβάλλεται με τον σύνδεσμο ὡς, που δηλώνει κάτι πιο υποκειμενικό, είτε ως ειδικός είτε ως αιτιολογικός σύνδεσμος. Σε σύνθεση με την πρόθεση διὰ προκύπτει ο σύνδεσμος διότι, ειδικός αλλά κυρίως αιτιολογικός, που επιβιώνει και στα νέα ελληνικά με αιτιολογική σημασία.

ΗΡ 2.57 Πελειάδες δέ μοι δοκέουσι κληθῆναι πρὸς Δωδωναίων ἐπὶ τοῦδε αἱ γυναῖκες, διότι βάρβαροι ἦσαν, ἐδόκεον δέ σφι ὁμοίως ὄρνισι φθέγγεσθαι. || Νομίζω λοιπόν ότι ονομάστηκαν Πελειάδες από τους Δωδωναίους αυτές οι γυναίκες για αυτόν τον λόγο, επειδή δηλαδή ήταν βάρβαρες, και έδιναν την εντύπωση ότι μιλούν όμοια με τα πουλιά.

§7.68. Πρίν: χρονικός σύνδεσμος. Είναι στη βάση του χρονικό επίρρημα συγκρτικού βαθμού (“νωρίτερα”) και ετυμολογικά προέρχεται από τον συμφυρμό των πρόσθεν ἢ και πρότερον ἤ. Από την επιρρηματική σημασία του προκύπτει η σημασία του προτερόχρονου την οποία έχει αργότερα ως πρόθεση συντασσόμενη με γενική και κυρίως ως σύνδεσμος, ο μοναδικός που εκφράζει το προτερόχρονο. Η επιρρηματική λειτουργία επιβιώνει στον Όμηρο:

ΟΜ Ιλ 2.111 Ζεύς με μέγα Κρονίδης ἄτῃ ἐνέδησε βαρείῃ σχέτλιος, ὃς πρὶν μέν μοι ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν Ἴλιον ἐκπέρσαντ᾽ εὐτείχεον ἀπονέεσθαι. || Ο Ζευς, γιος του Κρόνου, με έμπλεξε σε μεγάλη συμφορά, ο ανέσπλαχνος, ο οποίος προηγουμένως μου το είχε υποσχεθεί και συγκατένευσε να μη γυρίσω πίσω προτού πάρω την Τροία.

Επίσης, στον Όμηρο, απαντά κυρίως με απαρεμφατικές προτάσεις και πολύ σπάνια με υποτακτική που εξαρτάται από αρνητική ή ερωτηματική κύρια πρόταση. Στην κλασική φάση συντάσσεται πάλι με απαρέμφατο όταν η κύρια πρόταση που προσδιορίζει είναι καταφατική και με οριστική ή υποτακτική, όταν η κύρια πρόταση είναι αρνητική (ωστόσο είναι δυνατόν να συμβαίνει και το αντίστροφο):

ΟΜ Ιλ 2.348 πρὶν Ἄργος δ᾽ ἰέναι πρὶν καὶ Διὸς αἰγιόχοιο γνώμεναι εἴ τε ψεῦδος ὑπόσχεσις εἴ τε καὶ οὐκί. || Προτού πάνε στο Άργος χωρίς να ξέρουν αν είναι ψευδής ή αληθινή η υπόσχεση του Δία που κρατάει την αιγίδα.

ΞΕΝ Ελλ 2.1.24 καὶ οὐ πρότερον ἐξεβίβασεν ἐκ τῶν νεῶν πρὶν αὗται ἧκον. || Και δεν τους έβγαλε από τα καράβια προτού αυτά έρθουν.

ΞΕΝ Ελλ 6.3.16 ὥστε οὐ πρότερον παύονται, πρὶν ἂν ἡττηθέντες τὴν ἄσκησιν καταλύσωσιν. || Με αποτέλεσμα να μη σταματούν προτού χάσουν τη νίκη τους μετά από κάποια ήττα.

§7.69. Ὡς: στοιχείο πολλαπλών λειτουργιών. Από αυτό παράγονται τα αναφορικά τροπικά ὥσπερ και ὅπως, ο αποτελεσματικός σύνδεσμος ὥστε και τα συσχετικά οὕτως, ὧδε. Ο μη εκτεταμένος τύπος του ὧ ανάγεται στο ινδοευρωπαϊκό *jo, που είναι οργανική ενικού του ουδετέρου της αναφορικής αντωνυμίας. Από αυτόν τον τύπο προκύπτει η βασική σημασία "όπου", "για όσο μήκος χρόνου". Η τροπική και συγκριτική σημασία "όπως" είναι επίσης πολύ αρχαία.

ΟΜ Ιλ 1.182 ὡς ἔμ᾽ ἀφαιρεῖται Χρυσηΐδα Φοῖβος Ἀπόλλων, τὴν μὲν ἐγὼ σὺν νηΐ τ᾽ ἐμῇ καὶ ἐμοῖς ἑτάροισι πέμψω. || Όπως μου παίρνει ο Φοίβος Απόλλων τη Χρυσηίδα, θα τη στείλω εγώ με δικό μου καράβι και δικούς μου φίλους.

ΑΝΔΟΚ 1.4 οὐχ ὁρᾷ τὴν πόλιν ἡμῶν ὡς διάκειται; || Δεν βλέπει την πόλη μας σε ποια κατάσταση βρίσκεται;

Στην τροπική σημασία στηρίζονται οι νεότερες, συνδεσμικές λειτουργίες, που αρχίζουν να διαμορφώνονται και να γίνονται σαφέστερες σταδιακά: πρώτη η σημασία του ειδικού συνδέσμου, μετά από λεκτικά και δεικτικά ρήματα· στη συνέχεια, συγγενής προς την ειδική, η αιτιολογική (υποκειμενική αιτιολογία)· μετά η τελική, δίπλα σε υποτακτική· η αποτελεσματική, δίπλα σε απαρέμφατο· η χρονική:

ΙΣΟΚΡ 20.19 Ἴσως οὖν Λοχίτης ἐπιχειρήσει μικρὸν ποιεῖν τὸ πρᾶγμα, διασύρων τὴν κατηγορίαν καὶ λέγων ὡς οὐδὲν ἐκ τῶν πληγῶν κακὸν ἔπαθον, ἀλλὰ μείζους ποιοῦμαι τοὺς λόγους ἢ κατὰ τὴν ἀξίαν τῶν γεγενημένων. || Ίσως λοιπόν ο Λοχίτης επιχειρήσει να υποβαθμίσει την υπόθεση και ελαφρύνει την κατηγορία λέγοντας πως τάχα τίποτα κακό δεν έπαθα από τα πλήγματα, αλλά υπερβάλλω σε σχέση με την πραγματική διάσταση των όσων έχουν γίνει.

ΞΕΝ Ελλ 1.3.16 οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι ὡς οὐδὲν ἐδύναντο διαπράξασθαι κατ᾽ ἰσχύν, ἔπεισάν τινας τῶν Βυζαντίων προδοῦναι τὴν πόλιν. || Οι Αθηναίοι, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα με τη δύναμή τους, έπεισαν μερικούς από το Βυζάντιο να προδώσουν την πόλη.

ΗΡ 1 πρ Ἡροδότου Θουρίου ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλέα γένηται… || Αυτή εδώ είναι η έκθεση της έρευνας του Ηροδότου από τους Θουρίους, για να μην ξεθωριάσουν όσα έχουν γίνει από ανθρώπους με το πέρασμα του χρόνου ούτε κάποια έργα σπουδαία και θαυμαστά, που κατορθώθηκαν, άλλα από έλληνες και άλλα από βαρβάρους, να μείνουν στην αφάνεια.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.10 καὶ ἐνετύγχανον τάφροις καὶ αὐλῶσιν ὕδατος πλήρεσιν, ὡς μὴ δύνασθαι διαβαίνειν ἄνευ γεφυρῶν. || Και συναντούσαν τάφρους και χαντάκια γεμάτα νερό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να περάσουν χωρίς γέφυρες.

ΗΡ 1.11 Ὡς δὲ ὁ Γύγης ἀπίκετο, ἔλεγε ἡ γυνὴ τάδε· || Μόλις έφτασε ο Γύγης, έλεγε η γυναίκα αυτά εδώ.

Η συνεμφάνισή του με ουσιαστικά (ως πρόθεση), υπερθετικά (ως επιτατικό), αριθμητικά (για τη δήλωση προσέγγισης), επιρρήματα, απαρέμφατα του αποτελέσματος, αιτιολογικές μετοχές (δήλωση του κινήτρου μιας πράξης), τελικές μετοχές και κύριες προτάσεις που εκφράζουν ευχή/ αναφώνηση οφείλεται και πάλι στην κυριότερη σημασία του, που δεν είναι άλλη από την τροπική:

ΘΟΥΚ 1.90.3 ἑαυτὸν δ᾽ ἐκέλευεν ἀποστέλλειν ὡς τάχιστα ὁ Θεμιστοκλῆς ἐς τὴν Λακεδαίμονα. || Τον ίδιο παρότρυνε ο Θεμιστοκλής να τον στείλουν αμέσως στη Σπάρτη.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.2.1 καὶ δὴ καὶ τότε ὀπισθοφυλακεῖν ἐκέλευον αὐτοὺς ὡς χιλίους ἱππέας ὄντας. || Και τότε λοιπόν τους διέταζαν να μένουν πίσω ως οπισθοφυλακή αυτούς που ήταν περίπου χίλιοι ιππείς.

ΠΛ Πολ 329a καὶ ἀγανακτοῦσιν ὡς μεγάλων τινῶν ἀπεστερημένοι || Και αγανακτούν με την ιδέα ότι έχουν στερηθεί μερικά σημαντικά πράγματα.

ΞΕΝ Ελλ 1.1.33 Θράσυλλος δὲ ἐξαγαγὼν Ἀθηναίους καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἐν τῇ πόλει ὄντας ἅπαντας παρέταξε παρὰ τὸ Λύκειον γυμνάσιον, ὡς μαχούμενος, ἂν προσίωσιν. || Ο Θράσυλλος, αφού μετέφερε έξω τους Αθηναίους και όλους τους άλλους που βρίσκονταν στην πόλη, τους παρέταξε κοντά στο Λύκειο για να πολεμήσει, αν πλησιάσουν.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.3.2 Ὦ μῆτερ, ὡς καλός μοι ὁ πάππος. || Ω μητέρα, πόσο καλός είναι σε μένα ο παππούς!

Ο ὅπως χρησιμοποιείται συχνά με τελική και τροπική σημασία:

ΘΟΥΚ 1.31.3 ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυτικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται. || Ήρθαν και οι ίδιοι στην Αθήνα για να ζητήσουν να μη γίνει εμπόδιο σε αυτούς εκτός από το ναυτικό των Κερκυραίων και το δικό τους και δεν σταματήσουν τον πόλεμο με τον τρόπο που θέλουν αυτοί.

ΙΣΑΙΟΣ 2.13 καί μοι τὸν νόμον αὐτὸν ἀνάγνωθι, ὃς κελεύει τὰ ἑαυτοῦ ἐξεῖναι διαθέσθαι ὅπως ἂν ἐθέλῃ, ἐὰν μὴ παῖδες ἄρρενες ὦσι γνήσιοι. || Διάβασε λοιπόν και σε μένα αυτόν τον νόμο, ο οποίος ορίζει να είναι δυνατό να διαθέτει τα δικά του πράγματα όπως αυτός θέλει, εάν τα αρσενικά παιδιά δεν είναι γνήσια.

§7.70. Ὥστε: επακολουθητικό μόριο που εξελίχθηκε σε αποτελεσματιικό/ συμπερασματικό σύνδεσμο, ο οποίος επιβιώνει και στα νέα ελληνικά. Εισάγει δευτερεύουσες αποτελεσματικές προτάσεις που εκφέρονται με εγκλίσεις του πραγματικού, όταν το αποτέλεσμα εκφράζει ένα οριστικό γεγονός, και με απαρέμφατο όταν το αποτέλεσμα είναι σκέψη του ομιλητή (ή και πραγματικό γεγονός):

ΘΟΥΚ 2.4.2 ἐφοβήθησαν καὶ τραπόμενοι ἔφευγον διὰ τῆς πόλεως, ἄπειροι μὲν ὄντες οἱ πλείους ἐν σκότῳ καὶ πηλῷ τῶν διόδων ᾗ χρὴ σωθῆναι, ἐμπείρους δὲ ἔχοντες τοὺς διώκοντας τοῦ μὴ ἐκφεύγειν, ὥστε διεφθείροντο οἱ πολλοί. || Φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή μέσω της πόλεως. Οι περισσότεροι όμως ήταν άπειροι μέσα στο σκοτάδι και στον πηλό των διόδων όπου έπρεπε να σωθούν και είχαν διώκτες έμπειρους που δεν τους άφηναν να ξεφεύγουν, με αποτέλεσμα πολλοί να σκοτώνονται.

ΘΟΥΚ 1.49.7 οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ὁρῶντες τοὺς Κερκυραίους πιεζομένους μᾶλλον ἤδη ἀπροφασίστως ἐπεκούρουν, τὸ μὲν πρῶτον ἀπεχόμενοι ὥστε μὴ ἐμβάλλειν τινί. || Οι Αθηναίοι, βλέποντας τους Κερκυραίους να πιέζονται περισσότερο, τους βοηθούσαν φανερά, αρχικά προσέχοντας να μην τους εμβολίσουν.

Επίσης, ο ὥστε, στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου, εισάγει κύριες συμπερασματικές προτάσεις:

ΘΟΥΚ 1.18.3 ὥστε ἀπὸ τῶν Μηδικῶν ἐς τόνδε αἰεὶ τὸν πόλεμον τὰ μὲν σπενδόμενοι, τὰ δὲ πολεμοῦντες ἢ ἀλλήλοις ἢ τοῖς ἑαυτῶν ξυμμάχοις ἀφισταμένοις εὖ παρεσκευάσαντο τὰ πολέμια καὶ ἐμπειρότεροι ἐγένοντο μετὰ κινδύνων τὰς μελέτας ποιούμενοι. || Ώστε λοιπόν από τους περσικούς πολέμους μέχρι αυτόν εδώ τον πόλεμο, άλλοτε κάνοντες σπονδές άλλοτε πολεμώντας είτε μεταξύ τους είτε με τους συμμάχους τους που αποστατούσαν έκαναν καλές πολεμικές προετοιμασίες και έγιναν πιο έμπειροι, επειδή ασκούνταν μέσα σε κινδύνους.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός Ι. ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ

1.9. Πάντα πλήρη θεῶν


Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν λέξη για τη θρησκεία. Τόσο πολύ ήταν οι θρησκευτικές πρακτικές συνυφασμένες με άλλους τομείς της ανθρώπινης δράσης που δεν σκέφτηκαν να αυτονομήσουν τη θρησκευτικότητα. Οι Έλληνες, επίσης, δεν είχαν ιερά βιβλία (όπως είναι η Βίβλος ή το Κοράνι) ούτε ξεχωριστή τάξη ιερέων, όπως υπήρχε σε πολλά μέρη της Εγγύς Ανατολής. Τη θρησκεία τους τη μάθαιναν στην πράξη, μέσα από συμμετοχή σε ιερές τελετουργίες και εορτές. Τις περισσότερες φορές ιερείς ήταν αξιοσέβαστοι πολίτες που επιλέγονταν με συγκεκριμένη θητεία - όπως και οι άλλοι αξιωματούχοι της πόλης. Κάθε ιερέας ή ιέρεια είχε τη φροντίδα ενός συγκεκριμένου ναού ή λατρείας για περιορισμένο χρονικό διάστημα, εκτός από εκείνους που εκλέγονταν διά βίου (όπως η Πυθία στους Δελφούς) ή προέρχονταν από τις ελάχιστες ιερατικές οικογένειες της Ελλάδας (όπως ήταν οι Ευμολπίδες και οι Κήρυκες στην Ελευσίνα).

Όσον αφορά τη γέννηση και τη δράση των θεών, υπήρχαν πάντοτε οι ποιητές για να υμνούν τους θεούς και να διδάσκουν συγχρόνους και μεταγενέστερους. Τόση ήταν μάλιστα η αίγλη των ποιητών σε θέματα θεολογικά, ώστε ο Ηρόδοτος θεώρησε ότι τη μυθολογία των Ελλήνων τη δημιούργησαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος.

Ο Ηρόδοτος είχε και δίκιο και άδικο. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος δεν ανακάλυψαν τους μύθους των θεών. Οι μύθοι υπήρχαν από πολύ παλιά και μετασχηματίζονταν με την προφορική μετάδοση στο μήκος πολλών γενεών. Οι ποιητές αυτοί όμως, και άλλοι λιγότερο ή περισσότερο ένδοξοι, πήραν τις λαϊκές διηγήσεις, τις αφηγήθηκαν ξανά και ξανά και τις συστηματοποίησαν τόσο υποδειγματικά, ώστε οι Έλληνες κατέφευγαν τελικά σε αυτούς για να μάθουν τι έκανε σε μια δεδομένη περίσταση η Ήρα ή ο Απόλλων.

Η αρχαία Eλληνική θρησκεία δεν ήταν ζήτημα προσωπικών πεποιθήσεων και πίστης. Ήταν πρωτίστως λατρεία, δηλαδή ενεργητική συμμετοχή σε εορτές και πανηγύρεις, πομπές και τελετουργίες. Οι λατρευτικές αυτές πρακτικές διάνοιγαν ή ανανέωναν τους διαύλους επικοινωνίας των ανθρώπων με την αθάνατη φύση. Η κατεξοχήν και σχεδόν πανταχού παρούσα πράξη λατρευτικής επαφής με τους θεούς ήταν η θυσία.

Θυσία είναι γενικά μια αποστέρηση αγαθών και η προσφορά τους στους θεούς, δηλαδή η αφ-ιέρωση. Οτιδήποτε οι άνθρωποι θεωρούσαν πολύτιμο για τη ζωή τους, από τα πρώτα δείγματα σοδειάς του χωραφιού τους (ἀπαρχάς) έως και τον έφηβο γιο ή τη μονάκριβη κόρη τους, μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο θυσίας, πραγματικής ή φαντασιακής. Στην αρχαία Ελλάδα οι ανθρωποθυσίες, τις οποίες γνωρίζει ο Όμηρος, περιορίστηκαν στον μύθο και αντικαταστάθηκαν στην πραγματική λατρεία από συμβολικές θανατώσεις ανθρώπων - μάλλον επειδή θεωρήθηκαν ιδιαίτερα βάρβαρες για μια πολιτισμένη κοινωνία. Το αίμα από τις θυσίες των ζώων, όμως, έρεε άφθονο σε κάθε εκδήλωση θρησκευτικότητας.

Το πιο αγαπημένο θύμα ήταν το βόδι, λόγω της μεγάλης αξίας του και του εντυπωσιακού του όγκου. Μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε άλλο κατοικίδιο ζώο - ακόμη και το άλογο ή ο σκύλος, κάποτε μάλιστα και άγρια ζώα πιασμένα ειδικά για την περίσταση. Πριν από την έναρξη της μάχης και για να ευοδωθεί η έκβασή της, θυσιάζονταν κατσίκες στην Άρτεμη. Οι Έλληνες, και κυρίως οι ιδιαίτερα θεοφοβούμενοι Σπαρτιάτες, μετέφεραν στις εκστρατείες τους ολόκληρα κοπάδια ζώων για τις απαραίτητες θυσίες.

Η επιλογή του θύματος σχετιζόταν με τη θεότητα στην οποία απευθυνόταν η προσφορά και καθοριζόταν, συχνά με εξονυχιστική ακρίβεια, από απαράβατους ιερούς νόμους. (Ορισμένοι σώζονται σε επιγραφές.) Γενικά, για τις σκοτεινές και επικίνδυνες θεότητες της γης θυσιάζονταν, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ζώα μαύρου χρώματος, τα οποία καίγονταν ολόκληρα στην πυρά ενός σκάμματος πάνω στο χώμα (βόθρου ή ἐσχάρας), αφού πρώτα το αίμα τους είχε ποτίσει τη γη. Αυτά ήταν τα ὁλοκαυτώματα και συνέβαιναν σπανιότερα. Η συνηθέστερη θυσία αφορούσε τους μεγάλους ολύμπιους θεούς και γινόταν στο άπλετο φως της ημέρας. Σε αυτές τις πολύ συχνότερες περιπτώσεις οι παρευρισκόμενοι συμμετείχαν μαζί με τους θεούς σε μια συμβολική ευωχία, κατά την οποία οι αιθέριοι θεοί απολάμβαναν τις οσμές του καμένου λίπους και οι θνητοί τρέφονταν, λίγο πιο υλικά, με τα εντόσθια και το κρέας.

Η τελετουργική θανάτωση ενός ζωντανού γέμιζε τους συμμετέχοντες με ιερό δέος για τη σχέση ζωής και θανάτου. Σε αυτό αποσκοπούσε η απαραίτητη δραματοποίηση, που ήταν μέρος κάθε θυσίας ζώου. Ο Όμηρος, η εικονογραφία και άλλες μεταγενέστερες πηγές φανερώνουν τις λεπτομέρειες, καθώς το τελετουργικό της θυσίας διατηρήθηκε αναλλοίωτο για αιώνες.

Οι παρευρισκόμενοι παρακολουθούσαν τη θυσία όρθιοι, σχηματίζοντας κύκλο γύρω από το κέντρο που σηματοδοτούσε ο βωμός με την αναμμένη πυρά. Ένας ταύρος με χρυσωμένα τα κέρατα οδηγούνταν στον βωμό. Ο ιερέας ράντιζε αρχικά το κεφάλι του ζώου με νερό. Το ανάγκαζε έτσι να κατανεύσει συμβολικά στη θανάτωσή του. Η φωτιά τονωνόταν με σπονδές άκρατου οίνου. Μετά ο ιερέας έκοβε λίγες τρίχες από το μέτωπο του ζώου και τις πετούσε στη φωτιά ως απαρχή της προσφοράς που θα ακολουθούσε. Από ένα καλάθι με κριθάρι, όπου ήταν κρυμμένο το μαχαίρι της σφαγής, ο ιερέας έριχνε λίγους σπόρους πάνω στον ταύρο και έβγαζε το φονικό όπλο. Όλα ήταν έτοιμα για τη φοβερή κορύφωση της τελετής. Με ένα απότομο και επιδέξιο χτύπημα ο ιερέας ανάγκαζε τον ταύρο να αναπηδήσει και κατόπιν να σωριαστεί στο έδαφος. Μετά έκοβε τη βασική αιμοφόρο αρτηρία του λαιμού. Το αίμα τιναζόταν σαν πίδακας. Οι παρευρισκόμενοι, και ιδίως οι γυναίκες που ως τότε παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα, έβγαζαν τώρα σπαρακτικές κραυγές (ὀλολυγάς). Η θανάσιμη και χαίνουσα πληγή του ταύρου στρεφόταν προς τον βωμό για να τον ραντίσει με αίμα. Ακολουθούσε η εκδορά του ζώου και ο τεμαχισμός του σώματος με βάση τις αρθρώσεις. Τα οστά καλύπτονταν με λίπος και τοποθετούνταν στην πυρά για τους θεούς. Τα βρώσιμα μέρη ψήνονταν για να αναλωθούν επιτόπου μέσα σε εορταστική ατμόσφαιρα γλεντιού μαζί με κρασί. Η ιερή πράξη τελέστηκε με επιτυχία. Οι θεοί θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι. Το ίδιο και οι θνητοί.

Θυσία ήταν η τελετουργική πράξη που καθαγίαζε τη θανάτωση έμψυχων ζώων και εξάγνιζε την κοινωνία. Οι μοναδικοί τρόποι αφαίρεσης ζωής με τους οποίους μπορούσε να φαγωθεί νόμιμα κρέας στην αρχαία Ελλάδα ήταν δύο: η θυσία και το κυνήγι - ένα είδος άγριας θυσίας προς τιμήν της Άρτεμης. Κάθε άλλη θανάτωση ζωντανού έμοιαζε με ανόσιο φόνο.

Θηριόμορφες και τερατόμορφες θεότητες εξακολούθησαν να λατρεύονται στην Ελλάδα μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Ωστόσο, οι κατεξοχήν ελληνικοί θεοί παρουσιάστηκαν στην ποίηση και την τέχνη, δηλαδή στο συλλογικό φαντασιακό των Ελλήνων, με ανθρώπινη μορφή. Ήταν βέβαια πιο λαμπροί, πιο ωραίοι και πιο δυνατοί από τους ανθρώπους και επίσης αθάνατοι. Στα ανάγλυφα και την αγγειογραφία παρουσιάζονται πάντοτε ψηλότεροι από τους θνητούς. Στον ανθρωπομορφισμό των θεών αντιστοιχούσε ο δυνητικός θεομορφισμός των ανθρώπων.

Οι περισσότεροι θεοί ήταν κοινοί για όλους. Κάθε περιοχή όμως ή πόλη προσηλωνόταν σε ορισμένες θεότητες με μεγαλύτερη αφοσίωση και τους χάριζε ειδικά λατρευτικά επίθετα - περίπου όπως συμβαίνει σήμερα με τους αγίους και την Παναγία. Η πόλις είχε τον προστάτη της ήρωα ή θεό, τις δικές της γιορτές και τους δικούς της ιερούς κανόνες. Το Άργος λάτρευε πρωτίστως την Ήρα, η Κόρινθος τον Απόλλωνα, η Αθήνα την Αθηνά. Η Αθηνά Χαλκίοικος, ο Απόλλων Κάρνειος και η Άρτεμις Ορθία ήταν οι τρεις βασικές θεότητες της Σπάρτης. Τα Θεσμοφόρια, μια γυναικεία γιορτή αφιερωμένη στη Δήμητρα όπου απαγορευόταν αυστηρά η συμμετοχή ανδρών, μαρτυρούνται σε πολλές πόλεις, αλλά όχι σε όλες. Η λατρεία του Ήλιου, αντίθετα, ήταν το ιδιάζον χαρακτηριστικό της δωρικής Ρόδου. Άλλα νησιά του Αιγαίου τιμούσαν το ηλιακό φως με τη μορφή του Απόλλωνα. Η πολυμορφία χαρακτήριζε τη θρησκεία, όπως και τόσους άλλους τομείς.

Η λατρεία ήταν σε μεγάλο βαθμό υπόθεση κοινωνική, μολονότι υπήρχαν και τελετές καθαρά ιδιωτικού χαρακτήρα. Αν και δεν εξαφανίστηκαν οι πατροπαράδοτες λατρείες που αποτελούσαν προνόμιο κάποιων ισχυρών οικογενειών, το μεγαλύτερο μέρος των ιερατικών καθηκόντων των παλαιών γενών μεταβιβάστηκε σταδιακά στο σώμα των πολιτών. Η πόλη στο σύνολό της ήταν πλέον υπεύθυνη για τη δημόσια λατρεία, για τις θυσίες, τις πομπές, τους ναούς - και τις αναγκαίες δαπάνες. Οι πολυτελείς ναοί, το κορυφαίο επίτευγμα της ελληνικής μνημειακής αρχιτεκτονικής, ήταν δική της υπόθεση.

Οι σεληνιακοί μήνες του πολιτικού ημερολογίου έπαιρναν το όνομα τους από τη βασική εορτή ή θεότητα του αντίστοιχου χρονικού διαστήματος. Φυσικά ούτε στο θέμα αυτό υπήρξε ομοφωνία, αφού οι εορτές διέφεραν από τόπο σε τόπο. Διαφαίνεται ωστόσο μια γενική ανταπόκριση ανάμεσα στις ιερές τελετές και τον ετήσιο κύκλο των εποχών και της βλάστησης. Με τον τρόπο αυτό η πολιτική θρησκεία, προϊόν πολιτισμού η ίδια, ήταν στενά δεμένη με τη φύση - ή μάλλον συντονισμένη στους ρυθμούς της.

Κάθε επισφαλής τομέας της ανθρώπινης ζωής, όπως η γέννηση, η ενηλικίωση, ο γάμος, ο πόλεμος και ο θάνατος, είχε τον δικό του έφορο θεό - όχι τον ίδιο παντού και πάντοτε. Κάποτε μάλιστα συνεργάζονταν πολλές θεότητες για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Τον τοκετό, για παράδειγμα, τον προστάτευαν τουλάχιστον τρεις γυναικείες θεότητες: η Ειλείθυια, η Ήρα Τελεία και η Άρτεμις Λοχία. Αφηρημένες έννοιες, όπως η Νίκη, ο Ίμερος (ερωτικός πόθος), η Ειρήνη, η Φήμη και το Γέλιο, μπορούσαν επίσης να προσλάβουν θεϊκές τιμές και να γίνουν το αντικείμενο δημόσιας λατρείας.

Είτε επρόκειτο για μια ιερή πομπή που κόμιζε στην τιμώμενη θεότητα ένα νέο ένδυμα, όπως στα Παναθήναια, είτε για θυσία, είτε για οποιοδήποτε άλλη τελετή, ανοιχτή σε όλους ή περιορισμένη σε κάποιες ηλικιακές ομάδες, η αρχαιοελληνική λατρεία ήταν κάτι που συνέβαινε στο ύπαιθρο, κάτω από τον καυτό ήλιο, τη σελήνη, τα σύννεφα ή τη βροχή. Ο ναός δεν ήταν παρά το περικαλλές οίκημα του αγάλματος του θεού. Ελάχιστα πράγματα, πλην προσφορών και προσκύνησης, συνέβαιναν στο εσωτερικό του. Εξαίρεση αποτελούν τα μυστήρια, τελετουργίες μύησης που συνοδεύονταν από αυστηρούς κανόνες μυστικότητας και τελούνταν σε κλειστούς χώρους κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Τις περισσότερες φορές οι τελετουργίες είχαν τοπική μόνο εμβέλεια. Ωστόσο, δύο περιοχές απέκτησαν γρήγορα υπερτόπια αίγλη. Οι Δελφοί και η Ολυμπία μετατράπηκαν από επιχώριοι τόποι λατρείας σε πανελλήνια θρησκευτικά κέντρα.

Οι Δελφοί ήταν το κατεξοχήν μαντείο της αρχαίας Ελλάδας (όπως η Ολυμπία ο κατεξοχήν τόπος αγώνων), αλλά δεν ήταν το μόνο. Το απομακρυσμένο ιερό του Δία στη Δωδώνη της Ηπείρου ήταν ένας επίσης ονομαστός, αν και λιγότερο πλούσιος, τόπος πρόγνωσης του μέλλοντος. Οι τρόποι μαντείας δεν ήταν παντού οι ίδιοι. Στη Δωδώνη η ἱερὰ φηγός, μια τεράστια βαλανιδιά αφιερωμένη στον Δία, έδινε, με το θρόισμα των φύλλων της και τις κινήσεις των πουλιών που φώλιαζαν πάνω της, κρυπτικά σημάδια, τα οποία τρεις ιέρειες, που ενδεικτικά ονομάζονταν πελεῖαι («περιστερές»), αποκρυπτογραφούσαν για τους πελάτες τους.

Στους Δελφούς ακολουθούσαν άλλη μέθοδο. Η ίδρυση του μαντείου του Απόλλωνα στους Δελφούς συνέβη κατά τον ύστερο 9ο ή πρώιμο 8ο αιώνα. Από τις αρχές του 7ου αιώνα, το μαντείο είχε ήδη αποκτήσει πανελλήνια φήμη και έπαιξε σημαντικό ρόλο στον ελληνικό αποικισμό. Κατά τον 6ο αιώνα η αίγλη του ξεπέρασε τα όρια της Ελλάδας. Το συμβουλεύονταν πλέον τόσο ιδιώτες όσο και πόλεις, τόσο απλοί άνθρωποι για τα καθημερινά προβλήματα του βίου όσο και μέγιστοι άρχοντες και βασιλείς, όπως ο βασιλιάς των Λυδών Κροίσος, και ο Φίλιππος Β' των Μακεδόνων, για πολεμικές επιχειρήσεις και πολιτικούς σχεδιασμούς.

Για τον τρόπο με τον οποίο δίνονταν οι χρησμοί στους ενδιαφερόμενους διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες, κυρίως από ύστερους συγγραφείς (τον Πλούταρχο, τον Παυσανία και άλλους). Αρχικά έπρεπε ο θεός να συναινέσει. Την έβδομη μέρα κάθε μήνα, τότε που εορτάζονταν τα γενέθλια του Απόλλωνα, η θέληση του θεού «διαβαζόταν» στην αντίδραση μιας γίδας που ράντιζαν με νερό: αν το δέρμα του ζώου έτρεμε, αυτό σήμαινε ότι ο θεός ήταν σύμφωνος· αν το ζώο δεν αντιδρούσε, έπρεπε να περιμένουν. Στη χρησμοδοσία βασική ήταν η μορφή της Πυθίας, μιας γυναίκας άνω των πενήντα ετών από την τοπική κοινωνία, η οποία υπηρετούσε τον Απόλλωνα διά βίου και ήταν υποχρεωμένη να παραμένει αγνή. Ύστερα από τελετουργικό καθαρμό στην Κασταλία πηγή έκαιγε φύλλα δάφνης και κριθάρι στην εστία του ναού, και κατόπιν καθόταν, στεφανωμένη με δάφνη, πάνω στον ιερό τρίποδα του Απόλλωνα μέσα στο άδυτο του ναού. Από το σημείο αυτό, σε κατάσταση ενθουσιαστικής μανίας, προέφερε τους χρησμούς. Δύο ἱερεῖς και πέντε ὅσιοι ήταν υπεύθυνοι για όλες τις συναλλαγές με τους πελάτες του μαντείου, τις θυσίες και την εν γένει τήρηση της τάξης. Πιθανόν ένας από τους ιερείς (ο προφήτης) ήταν υπεύθυνος για την καταγραφή των χρησμών ή την έμμετρη μεταγραφή τους.

Υπήρξε διαβόητη, ήδη από την αρχαιότητα, η αμφισημία αρκετών (πραγματικών ή επινοημένων) χρησμών. Για να αυξήσει το κόρος του, το μαντείο των Δελφών κατασκεύαζε κάποτε χρησμούς για γεγονότα που δεν είχε αρχικά προβλέψει ή τροποποιούσε αποτυχημένες προρρήσεις εκ των υστέρων. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι οι περισσότεροι χρησμοί δεν επιδέχονταν πολλαπλές ερμηνείες. Ο οικονομικότερος μάλιστα τρόπος μαντείας, ειδικά για τους ιδιώτες, ήταν να ζητηθεί μονολεκτική απάντηση του τύπου «ναι» ή «όχι», σε ένα κατάλληλα διατυπωμένο ερώτημα. Το μαντείο τότε περισσότερο συμβούλευε παρά δεσμευόταν για την έκβαση του μέλλοντος. Οι περισσότερες απαντήσεις του ήταν καταφατικές, γεγονός που δηλώνει ότι ο θεός έδινε την έγκριση του στις ιδιωτικές ή δημόσιες επιθυμίες. Σημαντικός και κάποτε καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του μαντείου σε θέματα ειρήνης και πολέμου, επίλυσης των εσωτερικών κρίσεων που μάστιζαν τις αρχαϊκές πόλεις και θεσμοθέτησης νέων νόμων. Πιθανότατα το μαντείο διέθετε εκτεταμένο σύστημα συγκέντρωσης γεωπολιτικών πληροφοριών και, με το θεοπρόβλητο κύρος του, μπορούσε έμμεσα να ασκεί πολιτική στις διακρατικές σχέσεις των ελληνικών πόλεων και στις διεθνείς σχέσεις τους με τους αλλοεθνείς πληθυσμούς των συνόρων.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;

Δάσκαλε, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;…

Ήταν Άνοιξη… Είχαμε βγει να περπατήσουμε στην κοντινή παραλία… κι είχαμε περπατήσει αρκετά… είχαμε απομακρυνθεί πολύ από το Σπίτι… Υπήρχε ακόμα ψύχρα στην ατμόσφαιρα… ο ουρανός όμως ήταν καταγάλανος, κι ο ήλιος έγερνε λίγο πριν τη δύση του… Ήταν Σάββατο… Η ακτή ήταν αρκετά μακριά από τον δρόμο, και δεν υπήρχαν άνθρωποι εκεί γύρω.

Στάθηκε μια στιγμή… Ο Δάσκαλος δεν απαντούσε, ποτέ σχεδόν, αμέσως… δεν είναι ότι δίσταζε, ή ότι σκεφτόταν… ένοιωθα πως έκανε ησυχία μέσα του…και μετά ο λόγος ανάβλυζε αυθόρμητα, ευγενικά, ειρηνικά, σαν τον ήλιο που διαλύει τα σύννεφα… σου άρεσε να τον ακούς, όσο μιλούσε… αλλά συνήθως δεν μιλούσε πολύ…

«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ… δεν μπορείς να Αντιληφθείς «τι είναι»… Ό,τι συλλαμβάνει η Αντίληψη, είναι αυτό που φαίνεται, όχι η Πραγματικότητα, ένα φαινόμενο… όλα όσα αντιλαμβάνεσαι είναι μονάχα φαινόμενα… Ακόμα και στον Βαθύτερο Διαλογισμό σου αποκαλύπτεται μόνο αυτό που φαίνεται»…

Πέρασε λίγη ώρα… Συνεχίσαμε να περπατάμε για κάμποσο…

«Ας καθίσουμε λίγο εδώ»… είπε… Περίμενα να καθίσει και κάθισα κι εγώ, μισογυρισμένος προς την θάλασσα.

«Αν η Πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή», ρώτησα διστακτικά, «τότε… πως μπορεί να γίνει γνωστή;… με ποιο τρόπο πρέπει να βιωθεί;… μπορεί να βιωθεί;… δεν καταλαβαίνω»…

«Όταν σταματήσει κάθε δραστηριότητα Αντίληψης… που σου φανερώνει, ότι υπάρχεις, ότι είσαι κάτι: τίποτα, ή κάτι, οτιδήποτε… τότε μόνον αναδύεται η Αληθινή Γνώση… πηγαία, αυθόρμητα, άμεσα, από μέσα… η Γνώση ότι ΕΙΣΑΙ, όχι ότι είσαι κάτι, που είναι δραστηριότητα αντίληψης, φαινόμενο.

Η Αληθινή Φύση Είναι Γνώση, δεν γίνεται γνωστή, δεν γνωρίζεται… οποιαδήποτε γνώση παράγεται είναι φαινόμενο.

Η Πραγματικότητα είναι έξω από την ακινησία, ή την κίνηση της αντίληψης»…

«Δάσκαλε», είπα ακόμα πιο μπερδεμένος, έχοντας ξεπεράσει τα όρια της κατανόησής μου, «ποια είναι η διαφορά; πως διαφέρουν; σε τι διαφέρουν;».

Χαμογέλασε με την αμηχανία μου… αλλά πάντα μου διέλυε τις απορίες… έτσι περίμενα.

«Αν σου το πω απλά», είπε, «θα το καταλάβεις απλά»… «πρέπει να το κάνεις, όχι να το καταλάβεις».

«Είσαι Εσύ! Κάθεσαι, σηκώνεσαι, μιλάς, αντιλαμβάνεσαι, διαλογίζεσαι, αναποδογυρίζεις το σύμπαν…δεν είσαι όλα αυτά τα συμβάντα… δεν είσαι καν αυτές οι δραστηριότητες… πολύ πίσω από αυτά υπάρχει ΑΥΤΟΣ που τα κάνει όλα αυτά… Απλά ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ…».

Προσπαθούσα να «καταλάβω» τι μου έλεγε…

«ΑΥΤΟ, ΤΩΡΑ, ΕΔΩ… ΕΙΝΑΙ… Δεν είναι Ύπαρξη, Υποκείμενο, Αντίληψη, Εμπειρία, τίποτα… όλα αυτά είναι φαινόμενα… Ούτε Αντίληψη…ούτε Εμπειρία»…

μιλούσα στον εαυτό μου… να ακούσω… να «καταλάβω»…

Ο Δάσκαλος ανάσανε βαθιά…

«Ακόμα προσπαθείς να αντιληφθείς… δεν υπάρχει τίποτα να αντιληφθείς…

Απλά… ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ… ΑΥΤΟ… όχι εσύ… Ελεύθερο… έξω από όλα… μέσα στο κάθε τι… ΑΥΤΟ!, όχι κάποιο εσύ!

Σήκω, τρέξε, φώναξε, χόρεψε, γέλα, χτύπα παλαμάκια… όλα είναι όνειρο…

Αν ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ, δεν έχει καμιά σημασία τι κάνεις εσύ… μόνο μέσα στο όνειρο τα πράγματα αποκτούν σημασία...

Άφησε την Ζωή να ΟΔΗΓΕΙ… σταμάτα να είσαι εμπόδιο»…

«ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ, μια «Κατάσταση Άδεια από Αντίληψη»… Δεν είναι μια «κενή κατάσταση», αλλά μια Ρέουσα Πραγματικότητα, Πλήρης από την Αίσθηση Παρουσίας… ΑΥΤΟ που ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ, τα Περικλείνει Όλα…. Από ΕΔΩ Αναδύονται Όλα κι ΕΔΩ Καταλαγιάζουν Όλα, (Όλες οι Δραστηριότητες, Όλα τα Φαινόμενα κι οι εμπειρίες)… ΑΥΤΟ Είναι το Υποστήριγμα όλων των Υποκειμενικών Δραστηριοτήτων κι όλων των αντικειμενικών διαφοροποιήσεων.

Μια «Κατάσταση» χωρίς αντιληπτικές δομές και χωρίς εξωτερικό περιεχόμενο, πέρα από την εμπειρία… Μια «Κατάσταση» Τελείως Υπερβατική… Η Αποκάλυψη της ΟΥΣΙΑΣ ΩΣ ΕΧΕΙ.

Είναι η Καθαρή ΑΥΤΟΘΕΑΣΗ, η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ.

Είναι το ΑΙΩΝΙΟ ΠΑΡΟΝ που Ρέει… (όχι το εξελισσόμενο παρόν, που είναι κάτι εξωτερικό).

Είναι το ΑΛΗΘΙΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ».

Πολλές μέρες μετά… Ήταν πάλι απόγευμα… Καθόμασταν στην βεράντα του Σπιτιού…

Είχα πριν πολύ καιρό, σε ανύποπτο χρόνο εκδηλώσει την επιθυμία, την πρόθεσή μου, να ασχοληθώ με τις «θρησκείες»… και μου είχαν εξηγήσει ότι οι ακαδημαϊκές σπουδές, ακόμα κι έξω από την Ελλάδα, είναι τελείως επιφανειακές… Η Αλήθεια είναι αλλού…

Εκείνο το απόγευμα ένοιωσα βαθιά έκπληξη όταν ο Δάσκαλος μου μίλησε για τον Αριστοτέλη!

«Αργότερα…», ξεκίνησε την κουβέντα, «θα σου δοθεί η ευκαιρία να μελετήσεις τους Αρχαίους Φιλοσόφους… δεν φαντάζεσαι πόσο βαθιά έχουν φτάσει… υπάρχει κάποιο έργο που χρειάζεται να γίνει εδώ… θα σου μιλήσω άλλη ώρα για αυτό, όταν πρέπει….

Ο Αριστοτέλης έφτασε στον Ακίνητο Νου εμπειρικά… Είχε μυηθεί από τον Πλάτωνα… Η «παράδοση» πάει πίσω στην Ορφική Θεολογία… Και διατύπωσε λογικά ένα γεγονός… ελάχιστοι καταλαβαίνουν τι λέει ο Αριστοτέλης στην «Πρώτη Φιλοσοφία»… θα καταλάβεις στο μέλλον…»…

«Ο ΝΟΥΣ του Αριστοτέλη (το «Παντελώς Ον» του Πλάτωνα) είναι ΑΚΙΝΗΤΟΣ γιατί Είναι Νόηση Πλήρης στον Εαυτό της, που Συναισθάνεται τον Εαυτό της, που Νοεί τον Εαυτό της («νόηση νοήσεως»).

Αυτή η Νόηση είναι Αδιάλειπτη Νοητική Ενέργεια, Θεωρία Αυτού που Είναι, (Θεωρία Πηγαία, Άμεση Αυθόρμητη και Πλήρης), Ολοκληρωμένη κι Αυτάρκης. Η Αναλλοίωτη Αυτή Θεωρία (που επειδή είναι Ολοκληρωμένη δεν αλλάζει, γιατί βρίσκεται ήδη στην Ολοκλήρωσή της) είναι Καθαρή Μακαριότητα.

Η Ύπαρξη και Μόνο του Ακίνητου Νου Έλκει τα πάντα σε Αυτό κι έτσι προκαλεί την «Κίνησή» τους… Η Αντίληψη είναι «Δυνάμει Νους», κινείται για να Ολοκληρωθεί στο Απόλυτο Βάθος του Όντος… Εξαιτίας του ΝΟΥ Όλα Κινούνται, όλα έχουν μέσα τους το «Τέλος» (τον «τελικό σκοπό όλων των όντων») προς το Οποίο Ολοκληρώνονται… Η Αντίληψη, η σκέψη, η αίσθηση, η ύλη, όλα «κινούνται»… Όλα ανήκουν στον κόσμο της δυαδικότητας, για αυτό κινούνται προς την Ενότητα… Όλα είναι στην Κατάσταση Δυνατότητας («εν Δυνάμει»)… Μόνον ο ΝΟΥΣ Είναι Εν Ενεργεία, Καθαρή Ενέργεια»…

Αργότερα…. στις μελέτες μου, που έκανα πάνω στις θρησκείες, θα συναντούσα την ίδια σχεδόν περιγραφή της Έσχατης Πραγματικότητας…

Στον Πλάτωνα… Το ΕΙΝΑΙ αντανακλάται στο Γίγνεσθαι, σαν Είναι, Ιδέα, Ψυχή, Μορφοποίηση της ύλης..

Στον ΤΑΟΪΣΜΟ, στον ΛΑΟ ΤΣΕ… Το Ταό, Αυτό που Υπάρχει Με τον Τρόπο που Υπάρχει, πέρα από τα φαινόμενα, Εκδηλώνεται σαν Τε, Πηγαία Ενέργεια, Ρεύμα Ζωής, που Παράγει τα φαινόμενα, Αυτοανάπτυξη κι Ολοκλήρωση…

Στο ΣΑΜΚΥΑ… Το ΠΟΥΡΟΥΣΑ κινεί την Πρακρίτι (την Κοσμική Ενέργεια) που παράγει όλα τα υποκειμενικά κι αντικειμενικά φαινόμενα…

Στο ΓΙΟΓΚΑΚΑΡΑ… Όλα Είναι Τσιτταμάτρα, ΜΟΝΟΝ-ΝΟΥΣ… Βιτζνάνα, ( δηλαδή υποκειμενοποίηση του ΝΟΥ), νοητικά φαινόμενα, κόσμος, (δηλαδή αντικειμενοποίηση του ΝΟΥ)…

Στην παράδοση ΖΕΝ… Ο Αληθινός νους Είναι «ΟΧΙ-ΝΟΥΣ»… ο νους είναι μόνο φαινόμενα, όλα (στον «αντικειμενικό» κόσμο) είναι φαινόμενα…

Και σε όλες τις παραδόσεις, από όσο έχω κατανοήσει κι έχω καταγράψει, υπάρχουν ανάλογες περιγραφές.

Είχαν περάσει πολλές ώρες… είχε νυχτώσει… Ήταν ένα ήσυχο βράδι… Ψηλά στον ουρανό που είχε σκοτεινιάσει για τα καλά φαίνονταν τα αστέρια… Οι ήχοι του κήπου είχαν σωπάσει… έρχονταν μόνο μια γλυκιά μυρωδιά από το αγιόκλημα που ήταν σκαρφαλωμένο στη πέτρινη μάντρα… Ήταν τόσο ζωντανή η ησυχία που δεν ήθελες να την σπάσεις…

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε…

«Δάσκαλε», ψιθύρισα…

«Σσσς»… με διέκοψε…

«Η Πραγματικότητα Είναι Μεγάλη γιατί τα περιέχει όλα… όχι γιατί είναι κενή… Πέρα από όλα… ξεπερνάει την ακινησία και την κίνηση… όλα έρχονται ελεύθερα, όλα φεύγουν ελεύθερα… κανένα εμπόδιο… μόνο η Αιωνιότητα Μένει.

Η Πραγματικότητα Είναι Μία γιατί δεν έχει ούτε υποκειμενικές αντιλήψεις, ούτε αντικειμενικά χαρακτηριστικά… Είναι η Απόλυτη Ελευθερία… δεν είναι Διαμονή…

Η Πραγματικότητα Είναι Αυτό που Ζεις… όχι οι αντικατοπτρισμοί της στην Υποκειμενική Αντίληψη, στην σκέψη, ή στον κόσμο…

Η Πραγματικότητα Είναι η Αληθινή Ζωή… το Ξύπνημα στην Ζωή, πέρα από το όνειρο της υποκειμενικής σύγχυσης και της αντικειμενικής «εμπειρίας»…

Η Πραγματικότητα Είναι Πέρα από το Χώρο… Υποστηρίζει Εισδύει και Διαπερνά όλους τους χώρους της αντίληψης, όλους τους κόσμους, και όλα τα όντα… Αποτελεί το Πολύτιμο Βάθος, την Ολοκλήρωση των πάντων…

Η Πραγματικότητα δεν υπόκειται σε διαφοροποίηση, μόνο μέσα στις «φαντασιώσεις» μας υπάρχει διαφοροποίηση.

Η Πραγματικότητα, Άμορφη στην Ύστατη Ουσία της μπαίνει σε όλες τις μορφές, από τον Θεό και τους κόσμους, μέχρι το πιο κρυμμένο μόριο σκόνης… Αντιλαμβάνεται, σκέπτεται, αισθάνεται, βλέπει, ακούει, χειρονομεί και τρέχει παντού… κι όμως τίποτα δεν την Αγγίζει…

Η Πραγματικότητα γίνεται άνθρωπος, θεός, Βούδας… παίζει όλους τους ρόλους κι από όλα αυτά τίποτα δεν μένει… παρά μονάχα το πιο Βαθύ… Μένει πιο ψηλά από τον άγιο και πιο μακριά από τον αμαρτωλό, στην Αιώνια Απουσία που Είναι η Αληθινή Παρουσία, Εδώ που το Τίποτα Γίνεται το Παν…»…

Καθόμασταν έτσι… κι η νύχτα προχωρούσε με τον δικό της χρόνο… Σε λίγο θα ξημέρωνε…

Ο Δάσκαλος σηκώθηκε αργά… «Πήγαινε να ξεκουραστείς…» είπε απλά…

Σηκώθηκα, τον χαιρέτησα και με αργά βήματα διέσχισα την αυλή, βγήκα στον δρόμο και κατηφόρισα προς την ακτή… Βρήκα ένα μέρος και κάθισα κοντά στην θάλασσα, που ψιθύριζε, τη ζωή, τα μυστικά όλα… κι ανάσανα βαθιά… Εκατομμύρια χρόνια τώρα, ο ήλιος έβγαινε κάθε πρωί, ολοκαίνουργιος… να διασχίσει ακόμα μια μέρα, ακόμα λίγη ζωή… μέχρι να Ανατείλει η Παντοτινή Αλήθεια…

Σηκώθηκα με την πρώτη ηλιαχτίδα που με ακούμπησε και πήρα το δρόμο για το σπίτι μου… Ακόμα μια μέρα, για όσους χρειάζονται ακόμα μια μέρα… αλλά βαθιά μέσα μου ένοιωθα πως υπήρχε Μόνο Μια Αιώνια Ημέρα… Απέραντη Γαλήνη… Βαθιά Σιωπή… κι ο κόσμος έτρεχε σαν βουβή ταινία… με κινήσεις που δεν αναγνώριζα πια το νόημά τους…