Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια 11. Έννοιες και αρχές

11.12. Η μοίρα, οι θνητοί και οι θεοί


Οι θεοί στον Όμηρο δεν είναι δημιουργοί του κόσμου αλλά μέρος του. Κατ᾽ επέκταση, θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι δεν είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο, παρότι έτσι κινδυνεύει να βυθιστεί στην αταξία. Κι όμως, η ανατροπή της κοσμικής τάξης αποτρέπεται από την παρουσία της μοίρας. Η λέξη μοῖρα (από το ρήμα μείρομαι «παίρνω ή έχω ως μερίδιο, μοιράζομαι, είναι γραφτό μου»), όπως και η σχεδόν συνώνυμή της αἶσα, σημαίνει κατ᾽ αρχάς το μοιρασμένο τμήμα, τον κλήρο, το μερίδιο που αναλογεί σε κάποιον, όπως είναι τα λάφυρα και η τροφή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ενέργεια της μοιρασιάς και της μετοχής εντάσσεται και η τιμή. Εξάλλου, τρεις ολύμπιοι θεοί (ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης) μοίρασαν τον κόσμο σε τρεις «μοίρες», σε τρία δηλαδή τμήματα: ο πρώτος πήρε τον ουρανό, ο δεύτερος τη θάλασσα και ο τρίτος τον κάτω κόσμο, ενώ η γη ανήκει από κοινού σε όλους τους θεούς. Γι᾽ αυτό και ο Ποσειδώνας στην Ιλιάδα αρνείται να υπακούσει στην εντολή του Δία να αποσύρει την υποστήριξη που παρέχει στους Αχαιούς, διακηρύσσοντας ότι, αφού του έλαχε ίσο μερίδιο με του Δία, είναι «ισόμοιρος» και, κατ᾽ επέκταση, «ομότιμος» (Ο 189-193):

Τρεις αδερφοί είμαστε από τον Κρόνο, αυτοί που τους γέννησε η Ρέα, ο Δίας κι εγώ κι ο τρίτος ο Άδης, που βασιλεύει στους νεκρούς. Κι όλα είναι μοιρασμένα στα τρία και καθένας μας πήρε το μερδικό του· και από μια τιμητική εξουσία [ἔμμορε τιμῆς]. Βάλαμε κλήρο και σε μένα έλαχε να ζω πάντοτε στη σταχτιά θάλασσα, στον Άδη έλαχε το μαύρο σκοτάδι και στο Δία ο πλατύς ουρανός στον αιθέρα και στα σύννεφα. Η γη ως τώρα ήταν κοινή ολωνών μας, το ίδιο και ο ψηλός Όλυμπος.

Όλοι πρέπει να μετέχουν στο τμήμα που τους αναλογεί, αλλά και να συμπεριφέρονται με βάση το μερίδιο που τους έχει μοιραστεί. Γι᾽ αυτό, όταν κάποιος πράττει ή εκφράζεται σύμφωνα με το μερίδιο που του αναλογεί (κατὰ μοῖραν ή κατ᾽ αἶσαν), τότε ενεργεί με τάξη, ορθά. Στην αντίθετη περίπτωση ενεργεί λανθασμένα, δίχως τάξη, αταίριαστα και ανάρμοστα (οὐ/οὐδὲ κατὰ μοῖραν, ὑπὲρ μοῖραν ήπαρὰ μοῖραν). Δύο σχετικά παραδείγματα:

Στην Οδύσσεια ανώνυμος ο Οδυσσέας, απολαμβάνοντας τη γενναιόδωρη φιλοξενία των Φαιάκων, παραγγέλλει στον αοιδό Δημόδοκο να του τραγουδήσει την ένδοξη ιστορία με τον δούρειο ίππο· αν, λέει, ο αοιδός διηγηθεί τη σχετική ιστορία βάζοντας τα γεγονότα «στη σωστή σειρά» (κατὰ μοῖραν, θ 496), τότε θα τον ονομάζει θεόπνευστο αοιδό. Στην Ιλιάδα οι Αχαιοί, καθώς ο Πάτροκλος έχει ντυθεί τα όπλα του Αχιλλέα, νικούν τους Τρώες, που απομακρύνονται πανικοβλημένοι από τα πλοία των αντιπάλων τους «άτακτα» (οὐδὲ κατὰ μοῖραν, Π 367).

Οι καταφατικές ή αρνητικές, εμπρόθετες εκφράσεις της μοίρας, παραπέμποντας στο ορθό και στο λάθος με όρους τάξης και αταξίας, λειτουργούν στα ομηρικά έπη ως σήματα συντήρησης και κατοχύρωσης της δεδομένης κατάστασης πραγμάτων. Κατά προέκταση, η μοίρα στον Όμηρο συνδέεται και με το αναγκαίο, το αναπόφευκτο, το μοιραίο, τον θάνατο, οπότε μπορεί να εμφανίζεται και ως δαιμονική ύπαρξη (Μοῖρα), που μεθοδεύει το τέλος των θνητών (Τ 87, Ω 209).

Ο θάνατος εξάλλου εκφράζεται και με τη συνώνυμη προς τη μοῖραν λέξη μόρος. Εφόσον ο άνθρωπος θα ζήσει μόνο κάποιο μέρος της ζωής του, υπόκειται δηλαδή στη μοίρα του θανάτου, είναι μόρσιμος (θνητός). Ο Αχιλλέας χαρακτηρίζεται από τη μητέρα του δυστυχισμένος και ὠκύμορος («βραχύβιος», Α 417), ενώ ο αγνοούμενος Οδυσσέας αποκαλείται από την προστάτιδά του θεά Αθηνά γενναίος αλλά και δύσμορος («δύσμοιρος», α 49), που περιπλανιέται μακριά από φίλους και δικούς.

Όταν κάποιος πράττει κάτι πέρα από το γραφτό του, έξω από αυτό που του ταιριάζει ως θνητού, τότε τον βρίσκει ο θάνατος ὑπὲρ μόρον (πριν από την καθορισμένη ώρα του). Στην αρχή της Οδύσσειας ο Δίας δυο φορές λέει ότι οι θνητοί υποφέρουν ὑπὲρ μόρον και από τις δικές τους ατασθαλίες (α 33-37):

κι όμως οι ίδιοι, κι από φταίξιμο δικό τους, πάσχουν και βασανίζονται,
και πάνω απ᾽ το γραφτό τους
[ὑπὲρ μόρον].
Έτσι και τώρα ο Αίγισθος, την ορισμένη μοίρα παραβαίνοντας [ὑπὲρ μόρον],
πήγε να σμίξει με τη νόμιμη γυναίκα ενός Ατρείδη,
κι αυτόν τον σκότωσε στου γυρισμού την ώρα,
γνωρίζοντας τι τιμωρία σκληρή τον περιμένει.


Ο παντοδύναμος θεός δεν εννοεί φυσικά ότι οι θνητοί θα μπορούσαν με τις πράξεις τους να αποφύγουν τη μοίρα τους. Υπονοεί μάλλον τη γενική ιδέα ότι σε κρίσιμες στιγμές της ζωής τους οι θνητοί δεν ενεργούν κατάλληλα, όπως θα ήταν λογικά αναμενόμενο και σωστό να πράξουν. Επομένως, η διπλή επανάληψη του ὑπὲρ μόρον στον λόγο του Δία παραπέμπει σ᾽ ένα είδος υπέρβασης του επιτρεπτού ορίου δράσης από την πλευρά των θνητών και του Αιγίσθου. Η παρουσία της μοίρας δεν μειώνει την ελευθερία δράσης των θνητών, αλλά ορίζει το ευρύτερο πλαίσιο της έκτασής της. Οι θνητοί επιλέγουν να πράττουν είτε μέσα είτε έξω από τα επιτρεπόμενα όρια που τους αναλογούν. Έτσι, ο Δίας μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι θνητοί υποφέρουν «κι από φταίξιμο δικό τους» όταν τα υπερβαίνουν (ὑπὲρ μόρον).

Οι θνητοί εύκολα και εύλογα αποδίδουν στη μοίρα και στους θεούς (στον Δία κυρίως) τα κρίσιμα περιστατικά της ζωής τους. Στην Οδύσσεια ο Νέστορας υποστηρίζει, σε αντίθεση μάλλον προς τον Δία, ότι την Κλυταιμνήστρα τη δάμασε μοῖρα θεῶν και πρόδωσε τον άντρα της σμίγοντας με τον Αίγισθο (γ 269). Το ίδιο πιστεύει και ο Οδυσσέας για την τιμωρία των «άτιμων» μνηστήρων (χ 413). Η σχεδόν ισότιμη θέση που παίρνουν η μοίρα και οι αθάνατοι στα βάσανα των θνητών ισχύει στον βαθμό που και οι ίδιοι οι θεοί τελικά ακολουθούν, δίχως να μπορούν να αποτρέψουν, γεγονότα που εμφανίζονται ως αναπόφευκτα και αναγκαία να συμβούν. Έτσι η άλωση της Τροίας είναι υποχρεωτικό και προδιαγεγραμμένο σχέδιο, με το οποίο συντάσσονται, όπως συντάσσονται, τόσο ο Δίας με τη βουλή του όσο και οι υπόλοιποι θεοί παίρνοντας το μέρος Αχαιών και Τρώων. Στην Οδύσσεια η οργή του Ποσειδώνα εναντίον του Οδυσσέα, επειδή του τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο (α 68-71), συνδυάζεται με την προφητεία του μάντη Αλιθέρση ότι ο πανούργος ήρωας θα γυρίσει σπίτι του μόνος και αγνώριστος τον εικοστό χρόνο, αφότου έφυγαν οι Αχαιοί για το Ίλιο (β 175-176). Όταν αποφασίζεται από τους υπόλοιπους θεούς η απελευθέρωση του Οδυσσέα από τα δεσμά της Καλυψώς, ο Δίας συνδέει την ώρα του νόστου του με τη μοίρα του (ε 41-42):

Είναι της μοίρας του να ξαναδεί δικούς και φίλους,
να φτάσει στο ψηλό παλάτι, το χώμα
να πατήσει της πατρίδας του
.

Η τήρηση από τους ολυμπίους του αναπόφευκτου σχεδίου που εξυφαίνει η μοίρα στους θνητούς εξηγεί ακόμη και μερικά τραγικά ή και «άδικα» περιστατικά που συμβαίνουν στη γη. Ο Απόλλωνας στην Ιλιάδα οργίζεται με τον Πάτροκλο που επιχειρεί να περάσει μέσα στο τείχος των Τρώων, επειδή, όπως του λέει, «δεν είναι γραφτό» του να κυριεύσει αυτός την Τροία (Π 708). Στη συνέχεια ο θεός τον ρίχνει στα χέρια του Εύφορβου και ύστερα του Έκτορα. Στο τέλος όμως, ετοιμοθάνατος ο Πάτροκλος, θέλοντας να μειώσει τη νίκη του Έκτορα, αναγνωρίζει την καθοριστική συμβολή που έπαιξαν στον θάνατό του η μοίρα και ο Απόλλωνας, προλέγοντας μάλιστα την ακαταμάχητη μοίρα που περιμένει τον αντίπαλό του (Π 849-854):

Εμένα όμως με σκότωσε η ολέθρια μοίρα και ο γιος της Λητώς, και από τους ανθρώπους ο Εύφορβος. Εσύ είσαι ο τρίτος, που γυρεύεις να μου πάρεις τα όπλα. Κάτι άλλο θα σου πω, και συ βάλε το στο μυαλό σου. Ούτε και συ θα ζήσεις για πολύ, γιατί ο θάνατος και η δυνατή μοίρα σε παραμονεύουν κιόλας και θα σκοτωθείς από το χέρι του Αχιλλέα, του αψεγάδιαστου εγγονού του Αιακού.

Στην Οδύσσεια το ξέσπασμα της οργής του Ποσειδώνα εναντίον των Φαιάκων, που μεταφέρουν ενύπνιο τον εχθρό του θεού στην πατρίδα του (ν 172-174), συμπορεύεται με την προφητεία που δέχτηκαν κάποτε οι άριστοι ναυτικοί, σύμφωνα με την οποία ο συγγενής τους Ποσειδώνας θα συντρίψει οργισμένος το καράβι τους και την πόλη τους θα τη σκεπάσει μέγα βουνό (θ 564-570, ν 172-178).

Το συμπέρασμα είναι ότι οι θεοί συμμετέχουν στην κοσμική τάξη, όπως αυτή έχει διευθετηθεί από τη μοίρα· μπορούν να την καθυστερήσουν προσωρινά με την εμπλοκή τους, όχι όμως και να την αποτρέψουν. Στον κανόνα αυτό υποτάσσεται ακόμη και ο Δίας, η κυρίαρχη βουλή του οποίου ταυτίζεται συχνά με τη μοίρα. Οι δύο αγαπημένοι του θνητοί, ο γιος του Σαρπηδόνας και ο φίλος του Έκτορας, είναι γραφτό τους να πεθάνουν - του λέει πρώτα η Ήρα και ύστερα η Αθηνά (Π 441-443 = Χ 179-181). Έτσι ο παντοδύναμος θεός υποχρεώνεται να δεχτεί το αναπόφευκτο τέλος των δύο ηρώων στο πεδίο της μάχης. Η μοίρα τους είναι αντίθετη ακριβώς από τη βουλή του Δία και συνδέεται με τη θνητότητά τους. Επομένως, όπως η μοίρα των θνητών ελέγχεται από τους θεούς, έτσι και η δύναμη των θεών ελέγχεται από τη μοίρα. Μοίρα και θεοί βρίσκονται σε σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.

Μοίρα εξάλλου των θνητών είναι ο θάνατος και των θεών η αθανασία. Οι ολύμπιοι, ενώ μπορούν να τροποποιήσουν (θετικά ή αρνητικά) το μερίδιο των θνητών στις τιμές, είναι αδύνατο με τις παρεμβάσεις τους να αλλάξουν το μοιραίο τέλος τους. Μόνο να τους σώσουν προσωρινά μπορούν, λέει στην Οδύσσεια η Αθηνά στον νεαρό Τηλέμαχο (γ 236-238):

Μόνο που τον κοινό θάνατο των θνητών, αυτόν δεν τον μπορούν
μήτε οι θεοί, ακόμη και σ᾽ εκείνον που αγαπούν, για πάντα ν᾽ αποτρέψουν,
όταν η ώρα φτάνει να γκρεμίσει κάποιον η ολέθρια μοίρα
με το ανελέητο τέλος του θανάτου.


Οι επιφανείς ήρωες στην Ιλιάδα (λ.χ. ο Σαρπηδόνας, ο Αχιλλέας, ο Έκτορας) γνωρίζουν ότι θα τους βρει η μοίρα του θανάτου. Κύριο ωστόσο μέλημά τους είναι το κλέος, ο ένδοξος θάνατος στο πεδίο της μάχης, ώστε να μείνει αλησμόνητη η φήμη τους στις επόμενες γενιές. Με την επίγνωση της διάκρισης ανάμεσα στον «θάνατο του σώματος» και «στην αθανασία του ονόματος» ο Έκτορας, εγκαταλελειμμένος από τον Δία και τον Απόλλωνα, δίνει την τελευταία μάχη του με τον Αχιλλέα, αν και θεωρεί βέβαιη τη συνάντησή του με τη μοίρα του θανάτου (Χ 300-305):

Τώρα πια με πλησίασε ο κακός θάνατος, δεν είναι μακριά, και δεν υπάρχει σωτηρία. Αλήθεια, έτσι άρεσε από καιρό στο Δία και στο γιο του Δία το μακροσαϊτευτή, που πρωτύτερα με προστάτευαν πρόθυμα· τώρα όμως με βρίσκει η Μοίρα. Τουλάχιστο να μην πεθάνω δίχως πόλεμο και δίχως δόξα, μόνο αφού κάνω κάτι μεγάλο, για να το μάθουν και οι κατοπινοί άνθρωποι.

Γιατί οι ευθυνόφοβοι όλο φεύγουν

Πολλές φορές κατηγορήσαμε έναν άνθρωπο γιατί δεν ανέλαβε τις ευθύνες του, γιατί δεν είχε το θάρρος να υποστηρίξει μια επιλογή του, γιατί δείλιασε και δεν κυνήγησε κάτι ή κάποιον που ήθελε πολύ. Για σένα που είσαι άνθρωπος των πράξεων, άνθρωποι που φοβούνται να πάρουν αποφάσεις και ζουν μέσα στα ασφαλή τους πλαίσια, είναι κάτι που δύσκολα θα κατανοήσεις. Για έναν άνθρωπο που έχει μάθει όλη του τη ζωή να ακολουθεί την ασφαλή οδό και να πηγαίνει με τη ροή των πραγμάτων, του είναι δύσκολο να εκτεθεί συναισθηματικά και να ρισκάρει να αλλάξουν οι ισορροπίες στη ζωή του. Κι αυτό γιατί έχει συνηθίσει τα πράγματα να μένουν σχεδόν αμετάβλητα.

Όταν μεγαλώνει κανείς έχοντας τα πάντα στρωμένα, όταν δε χρειάζεται να αποφασίσει για τίποτα, γιατί έμαθε οι άλλοι να παίρνουν τις σημαντικές αποφάσεις αντί για αυτόν, πώς περιμένεις από έναν τέτοιον άνθρωπο να αναλάβει ευθύνες; Είναι σαν να του λες να διαγράψει το παρελθόν και να μάθει να ζει εκ νέου. Ποιος το έκανε αυτό μέχρι τώρα με τόση ευκολία για να το καταφέρει κι εκείνος;

Όταν έχεις μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που σε κάθε πρόβλημά σου βρίσκεται πάντα κάποιος από πίσω, σαν από μηχανής θεός, και σου το λύνει, μαθαίνεις να είσαι στην αφάνεια, στις σκιές. Εφησυχάζεσαι, μιας και οι άλλοι έχουν τη λύση για σένα και μπορούν να βάλουν τα πράγματα στη σειρά που εσύ αδυνατείς. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να αγχωθείς και να ψάξεις να βρεις τι χρειάζεται να κάνεις σε μια δύσκολη στιγμή όταν οι απαντήσεις σού παρέχονται -πολλές φορές χωρίς να τις ζητήσεις- σαν μασημένη τροφή από τους γύρω σου;

Κι έτσι τα χρόνια κυλάνε και μαθαίνεις πως τα πράγματα είναι απλά. Δε ζορίστηκες να πάρεις κάποια απόφαση και οι λύσεις ήταν πάντα παιχνιδάκι που σου ερχόταν έτοιμο, πολλές φορές χωρίς καν να το παραγγείλεις. Η ζωή όμως όσο κυλάει δεν παραμένει στο ίδιο επίπεδο. Οι πίστες που καλείσαι να περάσεις δυσκολεύουν και γίνονται πιο περίπλοκες. Και πλέον οι λύσεις δεν είναι τόσο εύκολο να βρεθούν από τους άλλους. Κι έτσι φεύγεις. Από πού; Από κάθε κατάσταση που νιώθεις ότι σε ζορίζει ψυχολογικά και νιώθεις ανίκανος να ελέγξεις. Προτιμάς να φεύγεις κι ας θες να μείνεις, γιατί αυτή η πίεση των πράξεων είναι ένα ξένο χωράφι για σένα. Και είναι λογικό. Ποιος μπορεί να σε κατηγορήσει άλλωστε που έμαθες έτσι;

Ποιος μπορεί να σε κατηγορήσει ευθαρσώς ως «βολεψάκια» και δειλό όταν ποτέ πριν δε σε έριξαν στα βαθιά και δε σου είπαν «Κολύμπα!»; Γι’ αυτό θα κατηγορηθείς. Θα ακούσεις πολλά σχόλια για τη συμπεριφορά σου από ανθρώπους που σχετίζονται μαζί σου άμεσα ή έμμεσα. Αλλά κι όταν κατηγορηθείς από αυτούς, πολλές φορές η αιτία δε θα είναι η κακία ή η υπεροψία τους ότι τάχα είναι καλύτεροι επειδή παίρνουν αποφάσεις και κάνουν πράξεις. Θα είναι η αγανάκτηση και το παράπονο από τις δικές τους προσδοκίες να ανταποκριθείς στις περιστάσεις όπως κάνουν κι αυτοί. Αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι είναι λες και ζητούν από μια γάτα να πετάξει.

Σίγουρα αν κάποιος το θέλει, μπορεί να το προσπαθήσει και κάποια στιγμή να αλλάξει. Όμως για να φτάσει σε αυτό το σημείο, χρειάζεται να καταλάβει πρώτα το ίδιο το άτομο ότι η στάση του αποτελεί πρόβλημα που χρήζει διόρθωσης. Και το να μάθεις τον εαυτό σου, να γνωρίζεις τα σωστά και τα λάθη σου, είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που δεν ξεκινούν όλοι. Ευθυνόφοβοι και μη.

Για κάθε άνθρωπο είναι στο χέρι του να διαχειριστεί την προσωπικότητά του και να διαμορφώσει όσα δεν του αρέσουν ή πιστεύει πως δεν του ταιριάζουν. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία, αλλά με αργά και σταθερά βήματα μπορούν κάποια πράγματα να αρχίσουν να βελτιώνονται. Κι όχι επειδή οι άλλοι σου λένε ότι κάνεις λάθος. Αλλά γιατί εμμένοντας σε μια παθητική στάση, επιλέγοντας να ζεις μέτριες και επιφανειακές καταστάσεις, χάνεις την ουσία. Χάνεις ευκαιρίες να ζήσεις πιο μεγάλα πράγματα. Χάνεις σίγουρα στιγμές που θα μπορούσαν να πάνε πολύ λάθος, αλλά μαζί χάνεις κι εκείνες που θα μπορούσαν να πάνε πολύ σωστά.

Απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου, μιας και δεν μπορείς να κυνηγήσεις τα θέλω σου. Κι αυτό γιατί έχεις συνηθίσει να τα αφήνεις στη μέση, επειδή δεν μπορούσες να τα διεκδικήσεις. Κι έφτασες να ζεις μια ζωή που δεν μπορείς να έχεις όσα θέλεις γιατί δεν μπορούσες να επιλέξεις τι πρέπει να κάνεις. Περίμενες με ένα μαγικό ραβδί να γίνουν όλα όπως τα θες, χωρίς να ζοριστείς, σαν να βρίσκεσαι σε παραμύθι. Αλλά ακόμα και στα παραμύθια, η Σταχτοπούτα ρίσκαρε και πήρε την απόφαση να πάει στον χορό που τόσο ήθελε. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να κάτσει σπίτι, να συνεχίσει να κάνει την υπηρέτρια και κανένας δε θα πήγαινε να τη ψάξει και να της αλλάξει την τύχη προς το καλύτερο. Όλα επιλογές είναι, αρκεί να τις παίρνουμε.

Κάπως έτσι έμεινες κι εσύ μέχρι τώρα στην επιφάνεια, τη μοναξιά και τη δυστυχία. Γιατί όσα θέλησες και δε διεκδίκησες δε γίνεται να σου κάνουν απλώς τη χάρη να έρθουν κοντά σου από μόνα τους. Για όλα αυτά να θες, λοιπόν, να αλλάξεις. Για να αρχίσεις να ζεις πριν να είναι αργά. Για να μπορείς να δείξεις με πράξεις όσα και όσους θες στη ζωή σου και να μην αφήνεις μια δειλία να στα παίρνει μακριά. Για να έχεις την ευκαιρία να ζήσεις τις επιλογές σου όποιες κι αν είναι αυτές. Είτε σου βγουν σε καλό είτε όχι, είναι δικές σου, φέρνουν εμπειρίες και σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός. Βρες, λοιπόν, αυτό που θες, τον άνθρωπο που θες, τη ζωή που θες, τον εαυτό που σου ταιριάζει και κάνε ένα βήμα πιο κοντά τους. Ξαφνικά θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις γιατί η ζωή που έκανες μέχρι τώρα δε σε γέμιζε. Κι όλα θα αρχίσουν να αποκτούν το νόημα και την ουσία που πάντα ενδόμυχα ήθελες.

Hermann Hesse: Ωριμάζοντας γινόμαστε όλο και νεότεροι

Οι άνθρωποι που όταν είναι νέοι μπορεί κανείς να τους φανταστεί απίστευτα γέρους, αυτοί ακριβώς κάνουν και τους καλύτερους γέρους.

Το ότι στους νέους ανθρώπους αρέσει να επιδεικνύονται λιγάκι και ταυτόχρονα μπορεί να τολμούν κάποια πράγματα, κάτι που οι γέροι δεν μπορούν πια να κάνουν, τελικά δεν είναι ανυπόφορο.

Τα πράγματα όμως γίνονται άσχημα εκείνη την ολέθρια στιγμή που ο γέρος, ο αδύναμος, ο συντηρητικός, ο φαλακρός, ο οπαδός της παλιάς μόδας το παίρνει προσωπικά και μονολογεί: το κάνουν σίγουρα για να με πειράξουν! Από τη στιγμή αυτή τα πράγματα γίνονται ανυπόφορα κι αυτός που σκέφτεται έτσι είναι χαμένος.

Το να τονίζουμε ή να οργανώνουμε τα νιάτα δεν το συμπαθούσα ποτέ. Νέοι και γέροι υπάρχουν τελικά μόνο μεταξύ των μέτριων ανθρώπων.

Όλοι οι προικισμένοι και πιο ξεχωριστοί άνθρωποι είναι πότε γέροι και πότε νέοι, έτσι όπως είναι πότε χαρούμενοι και πότε λυπημένοι. Δουλειά των μεγαλυτέρων είναι να χειρίζονται την ικανότητά τους ν' αγαπούν πιο ελεύθερα, πιο παιχνιδιάρικα, πιο έμπειρα, πιο καλοσυνάτα απ' ό,τι τα νιάτα μπορούν.

Τα γηρατειά κρίνουν πάντα με ευκολία τους νέους ως μικρομέγαλους. Όμως τα γηρατειά είναι αυτά που πάντα μιμούνται τη συμπεριφορά και τους τρόπους της νιότης, είναι τα ίδια φανατικά, είναι τα ίδια άδικα, μακαρίζουν τα ίδια τον εαυτό τους και είναι ελαφρώς προσβεβλημένα.

Τα γηρατειά δεν είναι χειρότερα από τα νιάτα, ο Λάο Τσε δεν είναι χειρότερος από τον Βούδα, το μπλε δεν είναι χειρότερο από το κόκκινο. Τα γηρατειά υποτιμούνται μόνο όταν θέλουν να παραστήσουν τα νιάτα.

Αυτό που εδώ και δεκαετίες με αηδιάζει είναι πρώτον η ανόητη λατρεία της νεότητας και της νεανικότητας, όπως αυτή ανθεί, για παράδειγμα, στην Αμερική, κι έπειτα ακόμα περισσότερο το να επιβάλλεται η νεότητα αυτή ως κοινωνικό στρώμα, ως κοινωνική τάξη, ως «κίνημα».

Είμαι ένας παλιωμένος και συμπαθώ τα νιάτα, θα ήταν όμως ψέματα αν έλεγα ότι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. Για τους ηλικιωμένος, τουλάχιστον σε εποχές τέτοιας μεγάλης δοκιμασίας όπως τώρα, υπάρχει μόνο ένα ενδιαφέρον ζήτημα: το ζήτημα του πνεύματος, της πίστης, του είδους της σκέψης και της ευλάβειας που δοκιμάζεται, που μπορεί να αντιμετωπίζει τον πόνο και το θάνατο.

Η αντιμετώπιση του πόνου και του θανάτου είναι καθήκον των γηρατειών. Το να είναι κανείς ενθουσιασμένος, να συμπαρασύρεται, να είναι ζωηρός, είναι ψυχική διάθεση της νεότητας. Μπορούν να είναι φίλοι, μιλούν όμως δύο γλώσσες.

Η ιστορία γράφεται κυρίως από τους πρωτόγονους και από τους νέους, αυτοί φροντίζουν για την πρόοδο και την επιτάχυνση με την έννοια της κάπως θεατρικής φράσης του Νίτσε «Αυτό που θέλει να πέσει πρέπει και να το σπρώξουμε». (Εκείνος, ο υπερευαίσθητος, δεν θα μπορούσε ποτέ να δώσει αυτή τη σπρωξιά σ' ένα γέρο ή άρρωστο άνθρωπο ή ζώο.)

Χρειάζονται όμως πάντα, για να διατηρεί η ιστορία και νησίδες ειρήνης και να παραμένει ανεκτή, και οι αναστολές και ο συντηρητισμός ως αντίρροπες δυνάμεις - αυτό το καθήκον πέφτει στους καλλιεργημένους και στους ηλικιωμένους.

Αν λοιπόν ο άνθρωπος που σκεφτόμαστε κι επιθυμούμε ακολουθήσει άλλους δρόμους από τους δικούς μας και εξελιχθεί σε κτήνος ή μυρμήγκι, τότε παραμένει υποχρέωσή μας να βοηθήσουμε να επιβραδυνθεί όσο το δυνατό περισσότερο αυτή η διαδικασία. Ασυνείδητα αφήνουν μάλιστα οι μαχητικές δυνάμεις να υπάρχει στον κόσμο αυτή η αντίρροπη τάση, φροντίζοντας εκτός από τους εξοπλισμούς και τα προπαγανδιστικά μεγάφωνα -αν και αρκετά αδέξια- και τις πολιτιστικές επιχειρήσεις τους.

Έρμαν Έσσε, Ωριμάζοντας γινόμαστε όλο και νεότεροι

Κρίσεις ζωής

Σε όρους ψυχολογίας, ως «κρίση» νοείται η αντίδραση που θα παρουσιάσει ένας άνθρωπος απέναντι σε ένα οποιοδήποτε γεγονός ή κατάσταση. Υπό αυτή την έννοια, γίνεται αυτομάτως αντιληπτό ότι ένα γεγονός, που μπορεί να καταρρακώσει ψυχικά και συναισθηματικά έναν άνθρωπο, κάποιον άλλον μπορεί να τον αφήσει έως και ανεπηρέαστο.

Ο άνθρωπος που βιώνει μία κρίση, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με κάποιο εμπόδιο που δεν του επιτρέπει να προχωρήσει στους βασικούς στόχους της ζωής του και το οποίο δεν μπορεί να υπερπηδήσει – για κάποιο χρονικό διάστημα – με τα συνήθη μέσα επίλυσης προβλημάτων που διαθέτει. Έτσι, γίνεται φανερό ότι μία κρίση, όπως αυτή βιώνεται από τον κάθε άνθρωπο, ανατρέπει μία δεδομένη και εδραιωμένη ισορροπία και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να προκαλέσει αποπροσανατολισμό, αίσθηση αβοηθησίας, θλίψη, σύγχυση και πανικό.

Αξίζει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει ένα είδος κρίσης. Ανάλογα με τα επίπεδα στα οποία μας επηρεάζουν (σωματικό ή κοινωνικό) και ανάλογα με την ευθύνη ή όχι που φέρουμε για αυτές, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις διαφορετικούς τύπους κρίσης:

Yπάρχουν οι σωματικές, που απειλούν την ίδια μας την ακεραιότητα και την αίσθηση της ασφάλειας που έχουμε, οι κοινωνικές, όπως ένας πόλεμος ή μία επανάσταση, που αλλάζουν την θέση μας στον κόσμο σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, οι προσωπικές, που αφορούν τις εντελώς δικές μας, προσωπικές αποτυχίες, και βεβαίως οι πνευματικές κρίσεις, που έρχονται να ανατρέψουν εν μία νυκτί τα όσα θεωρούσαμε ως τώρα δεδομένα και μας κάνουν να αμφισβητούμε για το νόημα της ζωής μας.

Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η έννοια της κρίσης κρύβει μέσα της το στοιχείο του κινδύνου και της ευκαιρίας.

Στην πραγματικότητα, η Κινεζική λέξη για την κρίση ενσωματώνει τις έννοιες κίνδυνος και κρίσιμο σημείο. Το κρίσιμο σημείο, θα μετατραπεί σε ευκαιρία μόνο όταν η κατάσταση που βιώνει το άτομο βελτιωθεί.

Βεβαίως, η αλήθεια είναι πως τη στιγμή που βιώνουμε μία κρίσιμη κατάσταση, το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι το πρώτο στοιχείο, τον κίνδυνο, αδυνατώντας να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρχει κάποια θετική πλευρά στο μέλλον. Είναι η στιγμή που διαπιστώνουμε πως η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας, το μέλλον φαντάζει ζοφερό, τα στηρίγματα που μέχρι πρότινος είχαμε καταρρέουν και εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε μεταξύ δύο εναλλακτικών που μοιάζουν εξίσου αρνητικές: η επιλογή μίας νέας κατάστασης συνοδεύεται από τον φόβο για το άγνωστο και το ενδεχόμενο μίας αποτυχίας, ενώ η επιλογή της παλαιάς κατάστασης μπορεί να συνεπάγεται τον συμβιβασμό μας με μία στασιμότητα που θα διαιωνίσει ή και θα εντείνει πρότερες δυσκολίες. Και, ίσως τελικά να είναι αυτή η κατάσταση, η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο δύσκολες καταστάσεις που να μας βυθίζει σε αυτό το αίσθημα της καταστροφής και του πανικού.

Το ερώτημα λοιπόν είναι τι κάνουμε. Πώς αντιμετωπίζουμε μία τόσο δύσκολη και τρομακτική μετάβαση στη ζωή μας;

Ακόμα δε περισσότερο, πώς διαχειριζόμαστε μία κατάσταση για την οποία εν πολλοίς δεν νιώθουμε καν υπεύθυνοι, αφού ούτε την έχουμε προκαλέσει, ούτε μπορούμε προσωπικά και από μόνοι μας να την αποφύγουμε ή να την ρυθμίσουμε;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, ούτε μπορεί να γενικευτεί σε όλους τους ανθρώπους και σε κάθε περίσταση. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα που του συμβαίνουν και, επιπλέον, οι συνθήκες ζωής, το πλαίσιο στο οποίο ζει κανείς είναι διαφορετικά για τον καθένα από εμάς.

Στόχος του παρόντος κειμένου δεν είναι να δώσει έτοιμες και γενικευτικές συνταγές ή οδηγίες διαχείρισης μίας κρίσης· άλλωστε δεν υπάρχουν. Στόχος είναι η σκιαγράφηση ενός γενικού πλαισίου μέσα στο οποίο, ο κάθε άνθρωπος, ανάλογα με την κατάσταση που βιώνει, θα μπορέσει να εντοπίσει σημεία και σκέψεις που ίσως τον βοηθήσουν να δει καλύτερα τη θέση του, τα πατήματά του μέσα στη δυσκολία που αντιμετωπίζει.

Την στιγμή που αντιλαμβανόμαστε έναν κίνδυνο, μία απειλή ενάντια στην ύπαρξη και τα σταθερά μας σημεία, η πρώτη, φυσιολογική και αυτόματη αντίδραση είναι ο φόβος. Ο φόβος, αρχικά είτε μας ωθεί σε παρορμητικές συμπεριφορές πανικού, είτε μας ακινητοποιεί – παγώνει το μυαλό και το σώμα μας.

Σε αυτό το πρώτο στάδιο, χέρι βοήθειας μπορεί να αποδειχθεί η οικογένειά μας, οι φίλοι μας και οι γνωστοί μας, οι άνθρωποι που εμπιστευόμαστε και με τους οποίους θα μιλήσουμε και θα μοιραστούμε τους φόβους μας. Μπορεί επίσης να μας βοηθήσουν πρότερες εμπειρίες μας από άλλες κρίσεις, τις οποίες καταφέραμε να διαχειριστούμε. Πώς τις αντιμετωπίσαμε; Τι κάναμε, και τι δεν κάναμε; Τι και ποιος μας βοήθησε και με ποιον τρόπο;

Σε κάθε περίπτωση, στόχος εδώ δεν είναι κάποιος επίπλαστος εφησυχασμός, αλλά περισσότερο η υπενθύμιση ότι στο παρελθόν τα έχουμε καταφέρει, και ότι υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που μπορούν να μας στηρίξουν – ίσως όχι τόσο υλικά ή πρακτικά, αλλά απλώς με το να είναι εκεί. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, θα ξεκινήσει σταδιακά μία προσωπική, εσωτερική κινητοποίηση για μία πιο ψύχραιμη εκτίμηση της όλης κατάστασης: Τι συμβαίνει, γιατί, πού ήμουν και πού βρέθηκα, πού οδηγεί, πώς νιώθω για αυτό, τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω για αυτό, ποιες είναι οι προτεραιότητές μου, ποια είναι τα περιθώριά μου; Αυτό βεβαίως δεν θα γίνει από τη μία στιγμή στην άλλη.

Καθώς θα διερευνούμε τη δική μας θέση μέσα σε αυτό που βιώνουμε, θα δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να εμπεριέξει και να επεξεργαστεί τις πληροφορίες και τα γεγονότα, έτσι ώστε να σχηματίσουμε μία όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα της κατάστασης. Μόνο όταν κρίνουμε ότι την έχουμε εκτιμήσει επαρκώς, μπορούμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα που είναι η λήψη μίας απόφασης.

Εδώ ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί κάτι σημαντικό: η απόφαση διαφέρει από την λύση. Πολλές φορές, η κατάσταση που βιώνουμε δεν έχει κάποια – κρυφή ή λιγότερο κρυφή – λύση. Μπορεί να είναι μία – προς το παρόν τουλάχιστον – αδιέξοδη κατάσταση. Ή μπορεί οι όποιες λύσεις να φαντάζουν εξίσου ζοφερές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα βήματά μας στο μέλλον θα εξαρτηθούν από την στάση που θα επιλέξουμε να τηρήσουμε απέναντι στην κατάσταση. Το πώς θα σταθούμε απέναντι στην κρίση.

Μία απόφαση είναι να καταλήξω ότι δεν μπορώ ή δεν θέλω να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα. Ίσως και να κλείσω τα μάτια. Να συνεχίσω να δυσφορώ παθητικά, διαιωνίζοντας ή και εντείνοντας την προηγούμενη αρνητική κατάσταση.

Μία άλλη απόφαση είναι να δεχθώ ότι αυτό που βιώνω, αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να το αλλάξω- μπορώ μόνο να αλλάξω εγώ ως προς αυτό. Να προσαρμοστώ. Να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου, παίρνοντας την ευθύνη για αυτή και λειτουργώντας ως ενεργός πρωταγωνιστής σε μία κατάσταση που, τουλάχιστον μέσα από τα δικά μου χέρια, δεν αλλάζει.

Βεβαίως, μπορεί να πληρώσουμε ένα τίμημα. Μπορεί και να αποτύχουμε. Είναι όμως κομμάτι της ζωής ο πόνος και η αποτυχία. Τουλάχιστον, ας μην μας βρουν παθητικούς δέκτες. Όταν θα υπερβούμε την κρίση, όταν θα έχουμε περάσει από το κρίσιμο σημείο, τότε θα γίνει ο απολογισμός. Άλλωστε, η επίγνωση πάντα εκ των υστέρων αποκτάται. Προηγείται πάντα η απόφαση και η δράση.

Ο Viktor Frankl ήταν ένας σημαντικός ψυχολόγος, που στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου κατάφερε να επιβιώσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχοντας χάσει ολόκληρη την οικογένειά του: μητέρα, σύζυγο, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους. Δίπλα του, καθημερινά έβλεπε χιλιάδες ανθρώπους να πεθαίνουν χωρίς νόημα, χωρίς λόγο, άδικα και βάναυσα, παραιτημένοι και παραδομένοι στη συμφορά που τους είχε πλήξει.

Αργότερα, στο βιβλίο που έγραψε για την εμπειρία του αυτή, σημείωσε πως, εκείνο που τελικά τον κράτησε στη ζωή μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ήταν μία σημαντική συνειδητοποίηση:

Πως το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείς να στερήσεις από έναν άνθρωπο, είναι η ελευθερία να επιλέγει ο ίδιος το πώς θα αντιδράσει σε αυτό που του κάνεις.

Η ύστατη ελευθερία του ανθρώπου είναι η δυνατότητα να επιλέξει τη στάση που θα κρατήσει απέναντι σε οποιαδήποτε περίσταση, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή.

Ο έρωτας επιτρέπει να ζούμε στο πρόσωπο του άλλου τον δικό μας εσωτερικό κόσμο

Ο έρωτας επιτρέπει να ζούμε στο πρόσωπο του άλλου τον δικό μας εσωτερικό κόσμο.

Εξομολογούμενοι τον έρωτά μας, αποδεχόμαστε όχι μόνον αυτόν που αγαπούμε, μαζί με το ενδεχόμενο της απόρριψης, αλλά και τον εσωτερικό μας κόσμο και τον κίνδυνο να συναντήσουμε τον εαυτό μας στη σχέση.

Πρέπει, κατά κάποιο τρόπο, να είμαστε σε θέση να ρισκάρουμε την άρνηση του εσωτερικού μας κόσμου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γοητεία ενός ατόμου βρίσκεται στην ικανότητά του να δημιουργεί ένα φανταστικό σχήμα μέσα στο οποίο να μπορεί να βυθίζεται ολοσχερώς εκείνος τον οποίο αγαπάει.

Η δυνατότητα να φανερώσουμε τα βαθύτερα αισθήματά μας είναι μια ένδειξη ωριμότητας και θάρρους, σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να διακινδυνεύσουμε τη θέση μας.

Αξίζει τον κόπο να επιδείξουμε μια τέτοια γενναιότητα, γιατί ακόμη κι αν ο έρωτάς μας δεν βρει την ανταπόκριση που επιθυμούμε, όλη αυτή η διαδικασία θα φέρει στην επιφάνεια άγνωστες ως εκείνη τη στιγμή πλευρές του εαυτού μας.

Αν τα πράγματα πάνε καλά και βρούμε την ανταπόκριση σ’ αυτά που θα δώσουμε, επέρχεται μια μορφή αρμονίας που καλύπτει τις παραφωνίες της προσωπικότητάς μας.

Αν πάλι όχι, η ανταμοιβή μας είναι η γνώση της δικής μας ψυχολογικής διάστασης που παραμένει μέσα μας σαν σημείο αναφοράς.

Κάθε στιγμή της ζωής μας είμαστε αυτό που είμαστε χάρη σ’ αυτό που υπήρξαμε.

Ο Ισχυρός συναισθηματικά, άνθρωπος

Πόσο εύκολα θα μπορούσε να περιγράψει κανείς ένα άνθρωπο, που είναι συναισθηματικά ισχυρός; Είναι διαφορετικός από τους άλλους στην όψη, στην περπατησιά, στην ομιλία;… Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί τόσο εύκολα. Σίγουρα όμως δεν κυκλοφορεί με ταμπελίτσα στο μέτωπο, ούτε έχει πράσινο δέρμα… Δεν μπορούμε να σας πούμε τι ακριβώς κάνει, μπορούμε όμως να σας πούμε τι δεν κάνει!!!

1. Δεν αφήνει το δράμα, να τον κατευθύνει

Ο εγκέφαλός του λειτουργεί σαν το ραδιόφωνο. Επικεντρώνεται σ’ αυτά, που του δίνουν χαρά και χαμόγελο, όπως το ραδιόφωνο συντονίζεται στο σταθμό της επιλογής μας, αφήνοντας στην άκρη κάθε τι που τους φορτίζει αρνητικά.

Ας πορευτούμε μακριά από την ανοησία των γύρω μας, προσπαθώντας να επικεντρωθούμε στα θετικά και δεν θα αργήσει η στιγμή, που θα βλέπουμε δυσκολότερα τα αρνητικά.

2. Δεν σπαταλά το χρόνο του στην αυτολύπηση

Ο ισχυρός συναισθηματικά άνθρωπος δεν κάθεται να στεναχωρηθεί για τον άσχημο τρόπο, που του φέρθηκαν οι άλλοι. Αντιθέτως αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής του, της δουλειάς του, προσπαθεί να διορθώσει ό,τι διορθώνεται, έχοντας πάντα στο μυαλό του πως η ζωή δεν είναι πάντα ούτε εύκολη, ούτε δίκαιη. Γιατί ευτυχία δεν είναι η απουσία προβλημάτων, αλλά η ικανότητά να τα κανείς.

Γι’ αυτό, καλό είναι να κοιτάμε τι έχουμε και όχι τι χάσαμε, αφού αυτό που μετράει δεν είναι αυτό που χάνουμε, αλλά τι κάνουμε με ό,τι μας μένει.

3. Δεν χρειάζεται πολλά για να είναι ευτυχισμένος

Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος ξέρει πολύ καλά πως η ευτυχία είναι στάση ζωής. Με άλλα λόγια η ευτυχία του δεν εξαρτάται από την επίλυση του ενός ή του άλλου θέματος. Δεν συνδέεται με την απόκτηση πραγμάτων, ανθρώπων, κοινωνικού status. Ευτυχία είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα και πώς μπορεί κανείς να το εκτιμήσει.

4. Δεν συγκρίνει την πορεία του με των άλλων.

Η κοινωνική σύγκριση είναι ο κλέφτης της ευτυχίας. Κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε χωρίς να μπαίνουμε σε σύγκριση με τους άλλους, τη στιγμή που ο καθένας χρειάζεται το δικό του χρόνο εξέλιξης και έχει να διανύσει τη δική του πορεία εξέλιξης. Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος, το γνωρίζει καλά αυτό.

5. Δεν ζηλεύει την ευτυχία και την επιτυχία των άλλων.

Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος μπορεί πραγματικά να εκτιμήσει και να χαρεί για την επιτυχία των άλλων, ούτε ζηλεύει αν κάποιος πετύχει αυτό που προσπαθεί να πετύχει εκείνος, αφού γνωρίζει πως η επιτυχία εξαρτάται από σκληρή δουλειά και μεθοδευμένη προσπάθεια. Δεν φοβάται να δουλέψει σκληρά και έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Αυτή η εμπιστοσύνη άλλωστε είναι που δεν του αφήνει κανένα χώρο για φθόνο. Όταν υπάρχει αυτοεκτίμηση δεν υπάρχει κανένας λόγος για ζήλια.

6. Δεν περιμένει τα πάντα να είναι εύκολα

Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος δεν βλέπει τις αποτυχίες ή τις καθυστερήσεις σαν λόγους για να παραιτηθεί από την προσπάθειά του. Αντιθέτως τις χρησιμοποιεί σαν μέσο για να γίνει καλύτερος. Είτε προσπαθεί για τη βελτίωση της υγείας του, είτε της δουλειάς του, έχει κατανοήσει καλά πως κάθε βήμα απαιτεί χρόνο και το ίδιο και οι αλλαγές.

7. Δεν λέει “δεν μπορώ”.

Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος, γνωρίζει πολύ καλά, πως όποιος θέλει να κάνει κάτι, θα βρει και τον τρόπο να το κάνει. Αν πάλι δεν θέλει, θα βρει κι ένα μακρύ κατάλογο δικαιολογιών για να το αποφύγει.

Καλό είναι να σταματήσουμε να λέμε “θα ήθελα…” ή “ας μπορούσα” και να το αντικαταστήσουμε με το “θέλω” ή το “μπορώ”. Ας βάλουμε σε κουτί τα “δεν μπορώ” και τα όνειρά μας σε σχέδια.

8. Δεν αφήνει τους πειρασμούς να τον αποσπάσουν.

Επικεντρώνεται στα όνειρά του και δεν τα θυσιάζει για κάτι εφήμερο.

9. Δεν είναι ανυπόμονος

Τα καλά πράγματα δεν έρχονται σ’ αυτούς που περιμένουν. Τα καλά έρχονται σε κείνους που προσπαθούν και εργάζονται για να πετύχουν με υπομονή και σύνεση. Αν ξέρουμε τι θέλουμε ας προχωρήσουμε με ένα βήμα τη μέρα, προς την κατεύθυνση αυτή.

10. Δεν κάνει τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.

Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος δεν επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Τα παραδέχεται και μαθαίνει από αυτά, αποκτώντας πείρα και ικανότητα να παίρνει σωστότερες αποφάσεις.

11. Δεν αντιστέκεται στην αλλαγή

Ούτε και την αποφεύγει, γνωρίζοντας πως πολλές φορές, αυτό είναι αδύνατο. Έτσι, είναι πρόθυμος να δοκιμάσει αλλαγές πιστεύοντας στην ικανότητά του να προσαρμόζεται και να απαντά στις προκλήσεις.

12. Δεν σπαταλά χρόνο και ενέργεια για πράγματα, που δεν μπορεί να ελέγξει

Ξέρει πολύ καλά, πως μερικές φορές το μόνο που μπορεί να ελέγξει κανείς είναι η στάση του. Άλλωστε η εσωτερική γαλήνη ξεκινά από τη στιγμή, που θα επιλέξουμε να μην επιτρέψουμε σε ένα τυχαίο γεγονός ή και πρόσωπο, να ελέγξει τα συναισθήματά μας.

13. Δεν κολλά σε κάθε λέξη που λένε οι άλλοι γι’ αυτόν.

Ακούει τη δική του καρδιά και τη δική του διαίσθηση.

Καλό είναι να προσπαθούμε να μην παίρνουμε τα πράγματα, που λένε οι άλλοι για μας, προσωπικά. Στην πραγματικότητα τα λόγια τους αντανακλούν τη δική τους εικόνα, όχι τη δική μας. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά των άλλων απέναντί μας. Μπορούμε όμως να ελέγξουμε τον τρόπο που αντιδρούμε και ποιους έχουμε γύρω μας.

14. Δεν πιστεύει πως όλοι είναι εν δυνάμει εχθροί του.

Ο συναισθηματικά ισχυρός άνθρωπος επιλέγει να βλέπει την καλοσύνη στους άλλους.

Ας κοιτάξουμε λίγο γύρω μας και ας πλησιάσουμε τους ανθρώπους, αφού όταν επιλέγουμε την καλοσύνη των ανθρώπων, καταλήγουμε να τροφοδοτούμε με καλοσύνη τον ίδιο μας τον εαυτό.

15. Δεν είναι κύριο μέλημά του να τα έχει καλά με όλους.

Δεν φοβάται να πει “όχι” ή να μιλήσει όταν αυτό, είναι απαραίτητο. Προσπαθεί να είναι δίκαιος και υπομονετικός, αλλά αποδέχεται την απογοήτευση των άλλων όταν δεν πληρεί τις προσδοκίες τους. Στο κάτω κάτω της γραφής, δεν μπορούμε να τους ευχαριστούμε όλους. Όπως λέει και το τραγούδι: “σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε”…

16. Δεν πιστεύει πως είναι ποτέ αργά, για να ξεκινήσει κανείς απ’ την αρχή.

Επειδή κάποια πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα περιμένουμε ή όσο γρήγορα θέλουμε, αυτό δεν είναι λόγος για να χάσουμε τον εαυτό μας. Εξάλλου ο χρόνος κυλάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και είναι προτιμότερο να ζήσουμε έτσι, ώστε κοιτάζοντας πίσω, να μπορούμε να πούμε πως δώσαμε στη ζωή μας τον καλύτερό μας εαυτό.

Αν νομίζετε πως κάποιο από τα παραπάνω ή και όλα, αξίζει την προσοχή σας ή την υιοθέτησή σας, κάντε το!

Μήπως είσαι εθισμένος στην αναμονή;

Ανησυχείς; Κάνεις πολλές σκέψεις του είδους “και τι θα γίνει αν…”;

Αυτό σημαίνει ότι είσαι ταυτισμένος με το νου σου, που προβάλλεται σε μια φανταστική μελλοντική κατάσταση και δημιουργεί φόβο. Δεν υπάρχει τρόπος να αντιμετωπίσεις με επιτυχία μια τέτοια κατάσταση, επειδή δεν υπάρχει. Είναι ένα φάντασμα του νου. Μπο­ρείς να σταματήσεις αυτή την παραφροσύνη που διαβρώνει την υ­γεία και τη ζωή σου, με το να αναγνωρίσεις απλώς την παρούσα στιγμή.

Εστίασε την προσοχή σου στην αναπνοή σου. Νιώσε τον αέ­ρα να ρέει μέσα και έξω από το σώμα σου. Νιώσε το εσώτερο ενεργειακό σου πεδίο. Το μόνο που έχεις ποτέ να αντιμετωπίσεις, να τα βγάλεις πέρα μαζί του στην πραγματική ζωή – σε αντίθεση με τις φανταστικές νοητικές προβολές – είναι ετούτη η στιγμή. Ρώτα τον εαυτό σου τι “πρόβλημα” έχεις αυτή τη στιγμή, όχι του χρόνου, αύριο ή μετά από πέντε λεπτά. Τι δεν πάει καλά με τούτη τη στιγμή; Μπορείς πάντα να τα βγάζεις πέρα με το Τώρα, αλλά δεν μπορείς ποτέ να τα βγάλεις πέρα με το μέλλον – ούτε και χρειάζε­ται. Η απάντηση, η δύναμη, η σωστή δράση ή ο ψυχολογικός πόρος θα είναι εκεί όταν τα χρειάζεσαι, όχι πριν, όχι μετά.

“Κάποια μέρα θα το καταφέρω”. Μήπως ο στόχος σου απασχο­λεί τόσο πολύ την προσοχή σου, ώστε υποβιβάζεις την παρούσα στιγμή σε μέσο προς ένα σκοπό; Μήπως αφαιρεί τη χαρά από τη δράση σου; Μήπως περιμένεις να αρχίσεις να ζεις; Αν έχεις ανα­πτύξει ένα τέτοιο νοητικό πρότυπο, ανεξάρτητα από το τι πετυχαίνεις ή παίρνεις, το παρόν δε θα είναι ποτέ αρκετά καλό· το μέλλον θα φαίνεται πάντα καλύτερο. Τέλεια συνταγή για μόνιμη έλλειψη ικανο­ποίησης και πραγμάτωσης, δε συμφωνείς;

Μήπως είσαι “εθισμένος στην αναμονή”; Πόσο μέρος της ζωής σου περνάς περιμένοντας; Αυτό που ονομάζω “αναμονή μικρής κλί­μακας” είναι να περιμένεις στην ουρά στο ταχυδρομείο, σ’ ένα μπο­τιλιάρισμα στο δρόμο, στο αεροδρόμιο ή να περιμένεις κάποιον να έρθει. “Αναμονή μεγάλης κλίμακας” είναι να περιμένεις τις επόμε­νες διακοπές, μια καλύτερη δουλειά, τα παιδιά να μεγαλώσουν, μια σχέση με πραγματικό νόημα, την επιτυχία, να βγάλεις λεφτά, να γί­νεις “κάποιος”, να φωτιστείς. Δεν είναι ασυνήθιστο να περνούν οι άνθρωποι μια ολόκληρη ζωή περιμένοντας να αρχίσουν να ζουν.

Η αναμονή είναι μια κατάσταση του νου. Βασικά, σημαίνει ότι θέλεις το μέλλον, δε θέλεις το παρόν. Δε θέλεις αυτό που έχεις και θέλεις αυτό που δεν έχεις. Με κάθε είδος αναμονής δημιουρ­γείς ασυνείδητα μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο εδώ και τώρα σου, όπου δε θέλεις να είσαι, και στο προβαλλόμενο μέλλον, όπου θέλεις να είσαι. Αυτό μειώνει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της ζωής σου, κάνοντάς σε να χάνεις το παρόν.

Δεν υπάρχει τίποτε κακό με το να προσπαθείς να βελτιώσεις την κατάσταση της ζωής σου. Μπορείς να βελτιώσεις την κατάσταση της ζωής σου, αλλά δεν μπορείς να βελτιώσεις τη ζωή σου. Η ζωή είναι πρωταρχική. Η ζωή είναι η βαθύτερη εσωτερική σου Ύπαρξη. Είναι ήδη ολόκληρη, πλήρης, τέλεια. Η κατάσταση της ζωής σου αποτελείται από τις περιστάσεις και τις εμπειρίες σου. Δεν υπάρχει τίποτε κακό στο να βάζεις στόχους και να προσπαθείς να καταφέ­ρεις πράγματα. Το λάθος βρίσκεται στο να το χρησιμοποιείς αυτό σαν υποκατάστατο για την αίσθηση της ζωής, για την Ύπαρξη. Το μόνο σημείο πρόσβασης σ’ αυτήν είναι το Τώρα. Αν κάνεις αυτό το λάθος, είσαι σαν αρχιτέκτονας που δε δίνει σημασία στα θεμέλια ενός κτηρίου, αλλά ξοδεύει πολύ χρόνο δουλεύοντας με τα τούβλα.

Για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι περιμένουν την ευημερία. Ό­μως αυτή δεν μπορεί να έρθει στο μέλλον. Όταν τιμάς, αναγνωρί­ζεις και δέχεσαι πλήρως την παρούσα σου πραγματικότητα – πού είσαι, ποιος είσαι, τι κάνεις αυτήν ακριβώς τη στιγμή – όταν δέχε­σαι πλήρως αυτό που έχεις, τότε είσαι ευγνώμων γι’ αυτό, ευγνώ­μων γι’ αυτό που υπάρχει, ευγνώμων για την Ύπαρξη. Η ευγνωμοσύ­νη για την παρούσα στιγμή και την πληρότητα της ζωής τώρα είναι η αληθινή ευημερία, που δεν μπορεί να έρθει στο μέλλον. Τότε, με τον καιρό, αυτή η ευημερία εκδηλώνεται για σένα με διάφορους τρόπους.

Αν δεν είσαι ικανοποιημένος με αυτό που έχεις ή είσαι απογοη­τευμένος ή θυμωμένος για την παρούσα σου έλλειψη, αυτό μπορεί να σου δώσει κίνητρα να γίνεις πλούσιος, αλλά ακόμα κι αν βγάλεις εκατομμύρια, θα συνεχίσεις να βιώνεις την εσωτερική κατάσταση της έλλειψης και βαθιά μέσα σου θα συνεχίσεις να νιώθεις ανικα­νοποίητος. Μπορεί να έχεις πολλές συναρπαστικές εμπειρίες που α­γοράζονται με τα χρήματα, αλλά οι εμπειρίες αυτές θα έρχονται και θα παρέρχονται, και θα σε αφήνουν πάντα με ένα αίσθημα κενού και με την ανάγκη για περισσότερη σωματική ή ψυχολογική ικανο­ποίηση. Δε θα κατοικείς στην Ύπαρξη, ώστε να νιώθεις την πληρό­τητα της ζωής τώρα. Αυτή και μόνο αυτή είναι ο αληθινός πλούτος.

Παραιτήσου λοιπόν από την αναμονή, σαν κατάσταση του νου. Όταν τσακώσεις τον εαυτό σου να γλιστράει στην αναμονή… βγες αμέσως από κει. Μπες στην παρούσα στιγμή. Άφησε τον εαυτό σου απλώς να υπάρχει και να το απολαμβάνει. Όταν είσαι παρών, δεν υ­πάρχει ποτέ ανάγκη να περιμένεις για οτιδήποτε. Έτσι, την επόμενη φορά που κάποιος θα σου πει: “Συγνώμη που σε έκανα να περιμέ­νεις”, μπορείς να απαντήσεις: “Κανένα πρόβλημα. Δεν περίμενα. Κα­θόμουν και απολάμβανα – απολάμβανα τον εαυτό μου!”

Αυτές είναι κάποιες από τις συνηθισμένες στρατηγικές του νου για την άρνηση της παρούσας στιγμής, που αποτελούν μέρος της συνηθισμένης ασυνειδησίας. Είναι εύκολο να μην τις αντιλαμβανό­μαστε επειδή, σε μεγάλο βαθμό, είναι μέρος της φυσιολογικής ζω­ής: τα παράσιτα στο φόντο, μια διαρκής αίσθηση ανικανοποίητου.

Όμως, όσο περισσότερο ασκείσαι στην παρατήρηση της εσωτε­ρικής νοητικής-συναισθηματικής σου κατάστασης, τόσο ευκολότερο θα είναι να καταλαβαίνεις πότε έχεις παγιδευτεί στο παρελθόν ή στο μέλλον, δηλαδή στην απουσία συνειδητότητας. Έτσι θα μπορείς να ξυπνάς από το όνειρο του χρόνου και να βρίσκεσαι και πάλι στο παρόν.

Όμως πρόσεχε: ο πλαστός, δυστυχισμένος εαυτός, που βασίζε­ται στην ταύτιση με το νου, ζει στο χρόνο. Γνωρίζει ότι η παρούσα στιγμή είναι ο θάνατός του κι έτσι νιώθει να απειλείται πολύ απ’ αυ­τήν. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να σε βγάλει από το Τώρα. Θα προσπα­θήσει να σε κρατήσει παγιδευμένο στο χρόνο.

Eckhart Tolle, Η δύναμη τον Τώρα

Μην παίρνετε τίποτα προσωπικά – Να έχετε ανοσία στις γνώμες και στις πράξεις των άλλων

Τίποτα από όσα κάνουν οι άλλοι δεν γίνεται εξαιτίας σας. Ό,τι οι άλλοι λένε και κάνουν είναι προβολές του δικού τους ονείρου. Όταν έχετε ανοσία στις γνώμες και στις πράξεις των άλλων, δεν είστε πια θύμα ενός αιώνιου βασανιστηρίου.

Ό,τι κι αν συμβαίνει γύρω σας, δεν πρέπει να το παίρνετε προσωπικά. Για παράδειγμα, αν σας συναντήσω στον δρόμο και σας πω ότι είστε βλάκας, χωρίς να σας γνωρίζω, το πρόβλημα δεν το έχετε εσείς, αλλά εγώ. Αν το πάρετε προσωπικά, τότε ίσως πιστέψετε ότι είστε βλάκας.

«Πώς το ξέρει;» θα σκεφτείτε. «Έχει μαντικές ικανότητες ή είναι τόσο ολοφάνερο ότι είμαι βλάκας;»

Το πρόβλημα της προσωπικής σπουδαιότητας

Το παίρνετε προσωπικά επειδή συμφωνείτε με ό,τι ακούσατε. Από τη στιγμή που συμφωνείτε με ό,τι ακούσατε, από τη στιγμή που συμφωνείτε το δηλητήριο σας διαποτίζει και βρίσκεστε παγιδευμένοι στο όνειρο της κόλασης. Εκείνο που σας παγιδεύει είνα αυτό που εγώ αποκαλώ προσωπική σπουδαιότητα.

Η προσωπική σπουδαιότητα, το να παίρνουμε δηλαδή τα πράγματα προσωπικά, είναι η μέγιστη εκδήλωση εγωισμού, επειδή υποθέτουμε ότι τα πάντα στρέφονται γύρω από εμάς.

Μαθαίνουμε να τα παίρνουμε όλα προσωπικά κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ή της «εξημέρωσής» μας. Πιστεύουμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τα πάντα. Το εγώ μας κυριαρχεί.

Οι άλλοι δεν κάνουν τίποτα εξαιτίας σας

Όμως, οι άλλοι δεν κάνουν τίποτα εξαιτίας σας. Το κάνουν για δικούς τους λόγους. Όλοι οι άνθρωποι ζουν στο δικό τους όνειρο, εγκλωβισμένοι στον δικό τους νου: Βρίσκονται σ΄έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο απ΄αυτόν που ζούμε εμείς. Όταν παίρνουμε κάτι προσωπικά, είναι σαν να υποθέτουμε ότι οι άλλοι γωνρίζουν από τι αποτελείται ο κόσμος μας και προσπαθούμε να επιβάλουμε αυτόν τον κόσμο στον δικό τους.

Ακόμα κι όταν μια κατάσταση φαίνεται απόλυτα προσωπική, όταν για παράδειγμα κάποιοι σας προσβάλλουν άμεσα, πάλι η προσβολή δεν έχει καμία σχέση μ΄εσάς. Ό,τι κι αν κάνουν, ό,τι κι αν πουν, όποια άποψη κι αν εκφράσουν, θα είναι με γνώμονα τις παραδοχές που έχουν στο δικό τους μυαλό.

Αν κάποιος εκφράσει τη γνώμη του και σας πει, «Είσαι πολύ χοντρός/ή», εσείς μην το πάρετε προσωπικά, επειδή η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αντιμέτωπος με τα δικά του συναισθήματα και τις δικές του πεποιθήσεις. Ο άνθρωπος αυτός επιχείρησε να σας δηλητηριάσει και, αν το πάρετε προσωπικά, τότε οικειοποιείστε το δικό του δηλητήριο.

Με το να παίρνετε κάτι προσωπικά, γίνεστε εύκολη λεία για τους κυνηγούς. Μπορούν να αιχμαλωτίσουν την προσοχή σας με μία μόνο άποψη και να ενσταλάξουν μέσα σας όσο δηλητήριο επιθυμούν, ακριβώς επειδή εσείς πήρατε προσωπικά αυτό που σας είπαν.

Φορτώνεστε, έτσι, όλα τα συναισθηματικά τους σκουπίδια. Αν, όμως, δεν παίρνατε τίποτα προσωπικά, θα ήσαστε προστατευμένοι κι ας βρισκόσαστε στη μέση της κόλασης.

Οι πεποιθήσεις μας αφορούν εμάς

Όταν παίρνετε κάτι προσωπικά, τότε νιώθετε προσβεβλημένοι και η αντίδρασή σας είναι να υπερασπιστείτε τις πεποιθήσεις σας δημιουργώντας έτσι εντάσεις. Μεγαλοποιείτε κάτι ασήμαντο, επειδή νιώθετε την ανάγκη να έχετε εσείς δίκιο κι όλοι οι άλλοι άδικο. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, τους μεταφέρετε τις δικές σας απόψεις. Με τον ίδιο τρόπο, ό,τι νιώθετε ή κάνετε δεν είναι παρά μια προβολή του προσωπικού σας ονείρου, μια αντανάκλαση των δικών σας παραδοχών.

Ό,τι λέτε, ό,τι πράττε, ότι πιστεύετε βασίζονται στις παραδοχές που έχετε κάνει- συνεπώς, οι απόψεις σας δεν έχουν καμιά σχέση μ’ εμένα!

Εγώ δε δίνω σημασία στη γνώμη που έχετε για το άτομό μου και δεν παίρνω προσωπικά την άποψή σας. Δεν το παίρνω προσωπικά, όταν κάποιοι μου λένε: «Μ, είσαι ο καλύτερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει», όπως δεν το παίρνω προσωπικά, όταν κάποιοι μου λένε το αντίθετο. Ξέρω πολύ καλά πως όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος, θα μου πει: «Μ, είσαι υπέροχος άνθρωπος», ενώ όταν ο ίδιος αυτός άνθρωπος θυμώσει μαζί μου, θα μου πει «Μ, είσαι ανυπόφορος! Πώς τολμάς να λες τέτοια πράγματα;»

Εγώ δεν επηρεάζομαι σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, γιατί γνωρίζω τι είμαι. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη της αποδοχής. Δεν αποζητώ την καλή γνώμη κάποιου ούτε με φοβίζει η κακή του γνώμη.

Αν οι άλλοι σας πουν πόσο καταπληκτικοί είστε, δεν το λένε για εσάς. Εσείς ξέρετε πόσο καταπληκτικοί είστε. Δεν χρειάζεται να πιστέψετε άλλους που σας λένε πως είστε καταπληκτικοί.

Μην παίρνετε προσωπικά τις απόψεις σας για εσάς

Ούτε οι απόψεις που οι ίδιοι έχετε για τον εαυτό σας είναι απαραίτητα αληθινές -δεν υπάρχει λόγος να παίρνετε προσωπικά ο,τιδήποτε ακούτε να σας λέει ο νους σας. Ένα μέρος του νου φέρνει αντιρρήσεις σε κάποιες σκέψεις ή πράξεις, ενώ κάποιο άλλο τις υποστηρίζει.

Όλα, λοιπόν, αυτά τα μικρά όντα δημιουργούν μια εσωτερική σύγκρουση, επειδή είναι ζωντανά κι έχουν το καθένα τη φωνή του. Μονάχα αν κάνουμε μια απογραφή των συμφωνιών μας θα μπορέσουμε να ξεσκεπάσουμε όλες τις συγκρούσεις του νου και να μετατρέψουμε το χάος σε τάξη.

Ο εθισμός στα προβλήματα

Οι άνθρωποι είναι εθισμένοι στην οδύνη σε διαφορετικά επίπεδα και σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, αλλά υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον, ώστε να διατηρηθεί αυτός ο εθισμός.

Οι άνθρωποι συμφωνούν να βοηθούν ο ένας τον άλλον να υποφέρει. Αν έχετε την ανάγκη να σας κακομεταχειρίζονται, θα βρεθούν πολλοί πρόθυμοι να το κάνουν.

Από την άλλη, αν είστε κοντά σε ανθρώπους που έχουν την ίδια ανάγκη, κάτι μέσα σας θα σας σπρώξει να τους φερθείτε άσχημα. Είναι σαν να έχουν μια ταμπέλα κρεμασμένη στην πλάτη, που να γράφει «Σε παρακαλώ, χτύπησέ με».

Ο εθισμός τους σε αυτά τα βάσανα δεν είναι παρά μια σύμβαση την οποία ενισχύουν καθημερινά.

Αναγνωρίστε τα ψέματα

Όπου κι αν πάτε, θα βρείτε ανθρώπους που ψεύδονται και, καθώς αναπτύσσεται η αυτογνωσία σας, θα διαπιστώσετε ότι κι εσείς λέτε ψέματα στον εαυτό σας. Μην περιμένετε οι άλλοι να σας πουν την αλήθεια, γιατί κι εκείνοι λένε ψέματα στον εαυτό τους. Πρέπει να έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας και να επιλέγετε αν θα πιστέψετε ή όχι κάτι που σας λένε.

Όταν βλέπουμε τους άλλους όπως στ’ αλήθεια είναι χωρίς να το παίρνουμε προσωπικά, ποτέ δεν πρόκειται να πληγωθούμε από κάτι που θα πουν ή θα κάνουν. Ακόμα κι όταν κάποιος σας λέει ψέματα, δεν πειράζει. Καταφεύγει στο ψέμα, επειδή φοβάται. Φοβάται ότι θα ανακαλύψετε πως δεν είναι τέλειος. Είναι επώδυνη η αφαίρεση αυτής της κοινωνικής μάσκας.

Αν ένας άνθρωπος λέει κάτι και κάνει κάτι άλλο, τότε εσείς λέτε ψέματα στον εαυτό σας αν δεν «ακούτε» τις πράξεις του. Αν, όμως, είστε ειλικρινής με τον εαυτό σας, θα τον απαλλάξετε από πολύ συναισθηματικό πόνο.

Αφήστε τους κύκλους να κλείσουν

Αν κάποιος δεν συμπεριφέρεται με αγάπη και σεβασμό, τότε θα πρέπει να είστε ευγνώμονες αν τον δείτε να απομακρύνεται από κοντά σας. Αν δεν το κάνει, είστε καδικασμένοι να υποφέρετε πολλά χρόνια εξαιτίας αυτού του ατόμου.

Ο χωρισμός από ένα τέτοιο άτομο μπορεί να είναι προσωρινά επώδυνος, αλλά τελικά η καρδιά σας θα θεραπευτεί. Τότε μόνο θα επιλέξετε τι πραγματικά θέλετε. Τότε θα ανακαλύψετε ότι οι σωστές επιλογές δεν εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη που τρέφετε στους άλλους, αλλά από το πόσο εμπιστεύεστε τον εαυτό σας.

Να θυμάστε πως ποτέ δεν είστε υπεύθυνοι για τις πράξεις των άλλων – ευθύνη έχετε μόνο για τις δικές σας πράξεις. Όταν το κατανοήσετε πραγματικά αυτό και πάψετε να παίρνετε τα πάντα προσωπικά, τότε δύσκολα θα μπορούν να σας πληγώσουν τα λόγια ή οι πράξεις των άλλων.

Γιατί πάντα έπαιρνες, πάντα κατάπινες αμάσητο ό,τι σου έφερνε κάποιος άλλος σερβιρισμένο στο πιάτο

Αυτός είσαι, Ανθρωπάκο. Είσαι καλός για να καταβροχθίζεις και να καταπίνεις, αλλά δεν μπορείς να δημιουργήσεις. Γι’ αυτό είσαι αυτό που είσαι, χαραμίζοντας τη ζωή σου σε κάποιο βαρετό γραφείο, ή σε κάποιο σχεδιαστήριο, ή στα δεσμά του γάμου, ή σαν δάσκαλος που μισεί τα παιδιά. Δεν έχεις καμία εξέλιξη και καμία δυνατότητα για καινούριες σκέψεις, γιατί πάντα έπαιρνες, πάντα κατάπινες αμάσητο ό,τι σου έφερνε κάποιος άλλος σερβιρισμένο στο πιάτο.

Δεν καταλαβαίνεις γιατί τα πράγματα είναι έτσι, γιατί δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά; Θα σου πω, Ανθρωπάκο, γιατί σε έχω μάθει, όπως ένα πεισματάρικο ζώο, όταν ήρθες σ’ εμένα με το εσωτερικό σου κενό, ή τη σεξουαλική σου ανικανότητα, ή την ψυχική σου διαταραχή. Μπορείς μόνο να καταπίνεις αμάσητα και να παίρνεις, και δεν μπορείς να δημιουργήσεις ή να δώσεις, διότι η βασική σου σωματική στάση είναι η δειλία και η κακεντρέχεια- γιατί, όταν το αρχέγονο συναίσθημα της αγάπης και της προσφοράς αρχίζει να αναδύεται μέσα σου, σε καταλαμβάνει πανικός. Γι’ αυτό φοβάσαι να δώσεις. Το γεγονός ότι παίρνεις έχει βασικά ένα νόημα: Εξαναγκάζεσαι να καταβροχθίζεις συνεχώς χρήματα, ευτυχία, γνώση διότι αισθάνεσαι τον εαυτό σου κενό, πεινασμένο, δυστυχισμένο, χωρίς αυθεντικές γνώσεις ή όρεξη για γνώση. Για τον ίδιο λόγο αποφεύγεις συστηματικά την αλήθεια, Ανθρωπάκο: γιατί φοβάσαι να απελευθερώσεις το αντανακλαστικό της αγάπης που κρύβεται μέσα σου; Θα σου αποδείκνυε ξεκάθαρα αυτό που προσπαθώ ανεπαρκώς να σου αποδείξω εδώ. Πράγμα που δεν θες, Ανθρωπάκο.

Θες να αντικρίζεις την αλήθεια μέσα από έναν καθρέφτη, όπου δεν μπορείς να την αγγίξεις.

Υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας και για τη ζωή των άλλων

Στις εύπορες κοινωνίες, όντως βομβαρδιζόμαστε αδιάκοπα από εκατοντάδες επιλογών σχετικά με το τι θα φάμε, τι θα φορέσουμε, τι θα αγοράσουμε και τι θα παρακολουθήσουμε στην τηλεόραση. Αυτές οι επιλογές απαιτούν ελάχιστη σκέψη γιατί οι συνέπειές τους είναι εφήμερες. Αλλά υπάρχουν αποφάσεις που έχουν πολύ μεγάλη σημασία για τη ζωή μας, και μερικές φορές για τη ζωή των άλλων, και αξίζουν μια σοβαρή επένδυση χρόνου και ενεργητικής σκέψης.

Τέτοιες αποφάσεις είναι, για παράδειγμα, το πότε θα συζήσουμε με έναν συγκεκριμένο άντρα ή γυναίκα, αν θα παντρευτούμε, αν και πότε θα κάνουμε παιδιά, πού θα ζήσουμε, αν θα συνάψουμε εξωσοζυγική σχέση ή αν θα πάρουμε διαζύγιο ή σε ποιον θα αφήσουμε χρήματα σε μια διαθήκη. Οι αποφάσεις μας μπορεί να σχετίζονται με ανθρώπους για τους οποίους έχουμε ευθύνη. Χρειάζεται να αποφασίσουμε τι όνομα θα δώσουμε στα παιδιά μας, τι όρια συμπεριφοράς θα θέσουμε, τι πρέπει να ρυθμίσουμε για τη φροντίδα τους και σε τι σχολείο θα πρέπει να τα στείλουμε. Κάποια επαγγέλματα έχουν ενσωματωμένες στη δομή τους αλλεπάλληλες λήψεις αποφάσεων: γιατροί, δικαστές, πολιτικοί, ακόμη και χρηματιστές, πρέπει σε καθημερινή βάση να κάνουν επιλογές με εξαιρετικά σημαντικές συνέπειες, και έχουν τα εφόδια να το κάνουν αυτό μέσα από μια εκπαίδευση στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε ό,τι αφορά τον εκάστοτε τομέα των αρμοδιοτήτων τους. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καθόλου καταρτισμένοι σε βασικές τεχνικές λήψης αποφάσεων.

Μία από τις πιο σημαντικές αποφάσεις στη ζωή του Αριστοτέλη λήφθηκε όταν ήταν έφηβος. Μετά τον θάνατο των γονιών του τον υιοθέτησε ο γαμπρός του, Πρόξενος, και μεταξύ τους αποφάσισαν ότι ο ιδανικός τόπος για αυτόν τον εξαιρετικά ευφυή νεαρό ήταν η καλύτερη σχολή στον κόσμο – η Ακαδημία του Πλάτωνα στην Αθήνα. Ως ο πιο ευφυής μαθητής στον οποίο δίδαξε ποτέ ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης μπόρεσε να καταπιαστεί με κάθε είδους κλάδο μελέτης, μεταξύ αυτών και με κάποιους για τους οποίους ελάχιστα ενδιαφερόταν ο Πλάτων – τις φυσικές επιστήμες. Ο Αριστοτέλης εξελίχθηκε στον πρώτο φιλόσοφο που περιέγραψε με πρακτικούς όρους τον καλύτερο τρόπο λήψης μιας απόφασης, γράφοντας με ζωντανό, πρακτικό τρόπο και χωρίς σύνθετες και ακατανόητες εκφράσεις. Η μέθοδος απαιτεί να εξετάζουμε επαρκώς όλες τις εναλλακτικές συμπεριφορές που ενδέχεται ή όχι να μας οδηγήσουν στην επίτευξη των στόχων μας, προσπαθώντας να προβλέψουμε τις συνέπειες κάθε συμπεριφοράς, κι έπειτα να επιλέγουμε μία από αυτές και να μένουμε προσκολλημένοι σε αυτή.

Η αρχαιοελληνική λέξη για την όλη διαδικασία της ικανοποιητικής εξέτασης και λήψης αποφάσεων είναι η ευβουλία: το ρήμα «εξετάζω», βουλεύεσθαι, σχετίζεται με λατινογενείς λέξεις όπως «volition» (βούληση) και με το αγγλικό ρήμα «to will» (βούλομαι). Η ευβουλία δηλώνει την ικανότητα κάποιου να εξετάζει από μόνος του και να μπορεί να αναγνωρίζει τηv καλή βούληση και τις λογικές αποφάσεις των άλλων. Συνεπώς, περιλαμβάνει το να ζητάμε συμβουλές από προσεκτικά επιλεγμένους συμβούλους. Η αρχαιοελληνική έννοια της βούλησης ήταν εγγενώς συνδεδεμένη με μια εκλεπτυσμένη κατανόηση της διακυβέρνησης: αν ακόμα και οι πιο απλοί άνθρωποι πρέπει να ασκούν καλά την εξουσία, χρειάζεται να «βουλεύονται». Άρα ο αρχαιοελληνικός όρος βουλεύεσθαι έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη που περιγράφει τη Βουλή της δημοκρατικής Αθήνας.

Οι ικανότητες του βουλεύεσθαι απαιτούν χρόνο για να βελτιωθούν· αρχίζουν ως αυτο-συνείδητα εφαρμοσμένη κοινή λογική αλλά ανθούν σε αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλεί «πρακτική σοφία» (φρόνησις), αν εφαρμόζονται καθημερινά σε πραγματικές καταστάσεις. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι το ιστορικό πρόσωπο τον οποίον τη φρόνησιν επαινεί ο Αριστοτέλης είναι ο Περικλής, ο περίφημος Αθηναίος πολιτικός που είχε κυβερνήσει τηv Αθήνα επί πολλές δεκαετίες στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., καθώς εκλεγόταν στο ίδιο αξίωμα επανειλημμένα. Ο Περικλής τηρούσε την καλή λήψη αποφάσεων με εξαιρετική συνέπεια και οι Αθηναίοι ευημερούσαν αποκτώντας την ικανότητα να δημιουργήσουν σπουδαία έργα τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων της Ακρόπολης και των τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Η εξέλιξη του Περικλή ως πολιτικού δεν παρουσίαζε σημάδια κάμψης, καθώς ο ίδιος βελτιωνόταν στην πρακτική σοφία: η σταδιοδρομία του αναχαιτίστηκε μόνο με τον θάνατό του από τον λοιμό, ένα κλασικό παράδειγμα της κακής τύχης ενάντια στην οποία ο Αριστοτέλης ήξερε πολύ καλά ότι το βουλεύεσθαι μπορεί να αποδειχτεί πλήρως ανίσχυρο.

Η εκπαίδευση στις διαδικασίες της ηθικής λήψης αποφάσεων δημιουργεί έναν καλύτερο κόσμο για όλους μας.

Οι νέοι έχουν άμεση ανάγκη από εκπαίδευση, όπως προειδοποιεί ο Αριστοτέλης, γιατί το βουλεύεσθαι μπορεί να αποβεί τρομερά δύσκολο. Υπάρχουν εύκολες περιπτώσεις διάκρισης μεταξύ σωστού και λάθους· ο θεμελιωδώς τίμιος άνθρωπος θα γνωρίζει από ένστικτο έναν σωστό τρόπο κατανομής χρημάτων ή τροφής σε ομάδες ανθρώπων. Αλλά, όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο ακριβής τρόπος για την πραγματοποίηση αυτής της σωστής πράξης είναι κάτι «πολύ δυσκολότερο από το να γνωρίζει κάποιος τι ωφελεί την υγεία». Η ηθική είναι πολύ πιο ρευστή και πολύπλοκη ακόμα και από τηv ανθρώπινη φυσιολογία. Γιος γιατρού, ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι ακόμα και στην ιατρική, η πρακτική εφαρμογή της θεραπείας είναι πολύ πιο δύσκολη από την απλή γνώση σχετικά με «το μέλι, το κρασί και τον ελλέβορο, τον καυτηριασμό και τη χειρουργική».

Ωστόσο, πρέπει προηγουμένως να ορίσουμε το βουλεύεσθαι. Για τον Αριστοτέλη, το βουλεύεσθαι έχει μια πολύ συγκεκριμένη έννοια. Δεν αφορά τους τελικούς στόχους μας – ένας γιατρός δεν βουλεύεται σχετικά με την πρόθεσή του, που είναι προφανώς να εξασφαλίσει την υγεία του ασθενή του. Αφορά την επιλογή του καλύτερου μέσου για την επίτευξη των στόχων μας. Ο γιατρός βουλεύεται σχετικά με την πορεία των ενεργειών και τη θεραπεία που θα αποκαταστήσει τηv υγεία του ασθενή. Κατ’ αναλογία, γνωρίζουμε ότι η ευτυχία είναι ο στόχος μας, αλλά βουλευόμαστε σχετικά με το μέσο επίτευξής της – την πορεία των ενεργειών που είναι πιθανότερο να εξασφαλίσουν την ευτυχία για εμάς τους ίδιους, τους αγαπημένους μας και τους συμπολίτες μας.

Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ αδύναμοι ώστε να μπορούν να αναλάβουν πλήρη ευθύνη για τα πράγματα που απαραίτητα εναπόκεινται σε αυτούς. Δεν είναι πιθανόν να μπορούν να μάθουν να βουλεύονται καλά ή να εφαρμόζουν πολιτικές που προκύπτουν μετά το βουλεύεσθαι. Αλλά η ουσία της υπόθεσης είναι η εξής: αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη των πράξεων σου αλλά και των αποτυχιών σου ώστε να δράσεις. «Για ό,τι εξαρτάται από κάποιον να κάνει ή να μην κάνει, ο ίδιος είναι η αιτία και όλα αυτά των οποίων την αιτία αποτελεί εξαρτώνται από τον ίδιο», γράφει ο Αριστοτέλης, διακηρύττοντας ότι όλοι έχουμε την ελεύθερη βούληση να ενεργούμε ως καλοί ή ως κακοί άνθρωποι. Το ίδιο πρόσωπο «σαφώς διαπράττει εκούσια όλες τις ενέργειες που διαπράττει σκόπιμα.

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι τόσο η καλοσύνη όσο και η κακία είναι εκούσιες». Αυτό είναι θεμελιώδες για την ηθική μας: ο Αριστοτέλης μάλιστα, καταλήγει να πει ότι «κρίνουμε τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βάση τη σκόπιμη επιλογή του – δηλαδή, με κριτήριο όχι τι κάνει αλλά για ποιο λόγο το κάνει». Ο Αριστοτέλης δηλώνει εντυπωσιασμένος από ένα παράδειγμα σε μια τραγωδία όπου ο Πελίας δολοφονείται από τις κόρες του. Αυτός ο μυθικός Έλληνας βασιλιάς ήταν γέρος και ανήμπορος. Η μάγισσα Μήδεια έπεισε τις αδελφές ότι το υγρό στον λέβητά της είχε την ιδιότητα να τον κάνει να ξανανιώσει. Μάλιστα, αυτό το απέδειξε εμπειρικά μέσω ενός πειράματος με ένα κριάρι. Οι Πελιάδες βουλεύτηκαν και αποφάσισαν ως καλές κόρες, μετά την προφανή επιστημονική απόδειξη, να κόψουν σε κομμάτια τον Πελία και να τα βάλουν μέσα στον λέβητα. Ο ίδιος δεν επιβίωσε. Αλλά με το βουλεύεσθαι οι κόρες τον Πελία θα είχαν λάβει υπόψη ποιο προσωπικό κίνητρο θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τη Μήδεια (ήθελε τον θρόνο του Πελία για τον σύζυγό της) και σίγουρα δεν θα δέχονταν ποτέ συμβουλές από εκείνη.

Ο Αριστοτέλης συστήνει να θέτουμε τους στόχους μας, που θα πρέπει να είναι αυστηροί αλλά εφικτοί και ανάλογοι των ικανοτήτων και των πόρων μας, με καλές προθέσεις. Να βουλευόμαστε συστηματικά σχετικά με την ακριβή πορεία δράσης μας που θα τους κατακτήσει. Να συγκρίνουμε διαφορετικές πορείες δράσης κι έπειτα να επιλέγουμε μία (ο όρος του Αριστοτέλη γι’ αυτόν τον τύπο επιλογής είναι η λέξη προαίρεσις). Έπειτα, πολύ προσεκτικά, να πραγματοποιούμε αυτές τις πράξεις. Με αυτόν τον τρόπο περιγράφεται η ιδέα του Αριστοτέλη για την αληθινή, βαθιά, ικανοποιητική και διαρκή ευτυχία. Επειδή είναι αυτοδημιούργητη, δεν μπορεί να αφαιρεθεί παρά μόνο με συμπτωματική κακοτυχία, όπως με τον λοιμό της Αθήνας. Ακόμα και τότε, τα επιτεύγματά μας πριν μολυνθούμε από τον λοιμό πιθανότατα θα αναγνωριστούν και επίσης αυτό σημαίνει ότι θα πεθάνουμε πιο ευτυχείς απ’ ό,τι αν είχαμε ζήσει μια ζωή χωρίς σκοπό και χωρίς βουλεύεσθαι.

Αρχαιολόγοι στη Βρετανία πίστευαν ότι αντικείμενο που βρήκαν ήτα εργαλείο αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν… δονητής

Σε μια μεγάλη ανατροπή για το τι ακριβώς είναι ένα ξύλινο αντικείμενο που είχε βρεθεί στη Βρετανία το 1992 προχώρησαν οι αρχαιολόγοι μετά από 31 χρόνια.

Όπως πιστεύουν τώρα οι αρχαιολόγοι το αντικείμενο, η «ηλικία» του οποίου έχει υπολογιστεί στα 2.000 χρόνια, δεν είναι εργαλείο όπως είχαν ανακοινώσει πριν από 31 χρόνια αλλά… δονητής!

Συγκεκριμένα οι αρχαιολόγοι κατέληξαν ότι πρόκειται για τον μοναδικό γνωστό και σε πραγματικό μέγεθος ξύλινο δονητή της εποχής της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο ξύλινος δονητής μήκους 16 εκατοστών είχε ανακαλυφθεί σε έναν λάκκο στο ρωμαϊκό οχυρό της Βιντολάντα στην περιοχή Νορθάμπερλαντ το 1992.

«Πρέπει να ομολογήσω ότι ένα κομμάτι μου πιστεύει ότι είναι αυταπόδεικτο πως πρόκειται για δονητή. Δεν ξέρω ποιος το καταχώρησε στους επίσημους καταλόγους ως εργαλείο. Μπορεί να ήταν κάποιος που ένιωθε άβολα με το να εντάξει έναν δονητή ή που πίστευε ότι οι Ρωμαίου δεν έκαναν τέτοια πράγματα» δήλωσε ο λέκτορας Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο του Νιουκάστλ, Ρομπ Κόλινς.

Η εκτίμηση, δε, που υπάρχει είναι ότι ο δονητής αυτός ήταν μεγαλύτερος σε μήκος από τα 16 εκατοστά που ανακαλύφθηκαν δεδομένου ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα από ξύλο συνήθως υπόκεινται σε σμίκρυνση και παραμόρφωση.

Ως… ελαφρυντικό για την εσφαλμένη καταχώρηση του ευρήματος παρουσιάζεται το γεγονός ότι βρέθηκε μαζί με δεκάδες παπούτσια, αξεσουάρ ρούχων και κομμάτια δέρματος, εξ ου και μπορεί να θεωρήθηκε ότι ήταν εργαλείο για μαντάρισμα.

Οι τρεις θεωρίες για τη χρήση του δονητή

Δεδομένου ότι από τη μια τα αρχαία φαλλικά αντικειμένα τα χρησιμοποιούσαν, ορισμένες φορές, για να διώχνουν το κακό, και από την άλλη το αντικείμενο που βρέθηκε είχε λείες άκρες, οι επιστήμονες έχουν καταλήξει σε τρεις θεωρίες για τη χρήση του τις οποίες δημοσίευσαν στο περιοδικό Antiquity.

– Η πρώτη θεωρία θέλει να το χρησιμοποιούσαν για λόγους σεξουαλικής ικανοποίησης. «Οι δονητές δεν χρησιμοποιούνται πάντα για ευχαρίστηση αλλά και για βασανιστήρια. Γνωρίζαμε από την αρχαιοελληνική και την ρωμαϊκή γραμματεία ότι γινόταν χρήση δονητών στην αρχαιότητα. Αλλά δεν είχαμε κάποιο αρχαιολογικό εύρημα» εξήγησε ο Κόλινς στον Guardian.

– H δεύτερη θεωρία υποστηρίζει ότι το χρησιμοποιούσαν ως γουδοχέρι είτε για μαγειρικούς λόγους είτε για να αλέσουν φαρμακευτικές πρώτες ύλες. Το μέγεθός του το καθιστά εύκολο στη χρήση που θα έδινε μαγικές ιδιότητες στο τελικό αποτέλεσμα

– Η τρίτη θεωρία είναι ότι αποτελεί τμήμα ενός αγάλματος το οποίο περαστικοί θα άγγιζαν για καλή τύχη ή για να απομακρύνουν την κακοτυχία, μια συνηθισμένη πρακτική στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Σε αυτή την περίπτωση το άγαλμα θα έπρεπε να είναι τοποθετημένο στην είσοδο ενός σημαντικού κτηρίου. Η κατάσταση, όμως, του ευρήματος δείχνει ότι είτε βρισκόταν σε εσωτερικό χώρο είτε σε μια λιγότερο εκτεθειμένη θέση.

Τι συμβολίζει το τρόπαιο της νίκης;

Το τρόπαιο ήταν σύμβολο νίκης που τοποθετείτο μετά τη μάχη στο σημείο ακριβώς εκείνο που ο εχθρός τράπηκε σε φυγή.

Το τρόπαιο ήταν ένα απλό ραβδί ή παλούκι ή σκελετός, στο οποίο κρεμούσαν εν είδη σκιάχτρου την στολή του εχθρού, την πανοπλία, κράνος, σπαθί και ασπίδα του.

Το ανδρείκελο αυτό παρέμενε για λίγο χρονικό διάστημα στον τόπο του για να ικανοποιηθούν τα αισθήματα των νικητών στρατιωτών και ως προειδοποίηση του εχθρού να μην ξαναγυρίσει.

Το συναντούμε στην τέχνη και την λογοτεχνία από τον 5ο αιώνα π.Χ. Το πρώτο τρόπαιο έστησαν οι Έλληνες μετά την μάχη του Μαραθώνα το 480 π.Χ. Από τότε έγινε έθιμο και αναφέρεται επανειλημμένα στα κείμενα του Πλούταρχου και Παυσανία, ενώ πέρασε στην καθημερινή γλώσσα των ανθρώπων. Κόσμησε νομίσματα και έγινε σύμβολο υπεροχής.

200 χρόνια αργότερα το συναντούμε στην γλυπτική, σε σφραγιδόλιθους, τερακότες, στις αγγειογραφίες, και γενικά στην τέχνη μέχρι και σε όλη τη Μεγάλη Ελλάδα.

Τον 3ο αιώνα π.Χ. υιοθετήθηκε και από τους Ρωμαίους και έγινε το κατεξοχήν σύμβολο της Ρωμαϊκής υπεροχής. Γνώρισε την ακμή του για διακόσια χρόνια μεταξύ του 100 π.Χ. και 100 μ.Χ., αλλά σιγά σιγά περιέπεσε σε αφάνεια και λησμονήθηκε πλήρως επί Ιουστινιανού από τον 6ο αιώνα και μετά.

Συμβολισμοί και διδάγματα από την Οδύσσεια

Ανάλυση των σταθμών του Οδυσσέα και ο συμβολισμός που κρύβεται πίσω από τον καθένα

Η Οδύσσεια αποτελεί αδιαμφισβήτητα, ένα από τα σημαντικότερα έργα όλων των εποχών και λίγοι είναι αυτοί, που μελετώντας την, δεν θα εντοπίσουν παραλληλισμούς με την δική τους πορεία και τις προκλήσεις της ζωής τους.

Αυτή είναι άλλωστε και η μαγεία της ραψωδίας, οι οποία βρίθει συμβολισμών, και παρασύρει τον ανήμπορο αναγνώστη στο να αναλογιστεί αλλά και να εντοπίσει πως οι περιπέτειες του πολυμήχανου, βασιλιά της Ιθάκης αντικατοπτρίζουν το δικό του, προσωπικό ταξίδι.

Ο Οδυσσέας, είναι τόσο ήρωας όσο και αντί-ήρωας και αυτό τον καθιστά αρχετυπικά ολοκληρωμένο, δεδομένου του ότι φιλοξενεί τόσο την φωτεινή όσο και την «σκιώδη» (shadow) διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Σε αντίθεση λοιπόν με άλλους μυθικούς, ιστορικούς και λογοτεχνικούς χαρακτήρες, δεν παρουσιάζεται ως κατοικοεδρεύων σε μία και μοναδική πλευρά, όπως για παράδειγμα το απόλυτο καλό, το απόλυτο κακό, το απόλυτο σοφό, το παντοδύναμο, το απόλυτο ηθικό, το απόλυτο λάθος και ούτω καθεξής

Ο Οδυσσέας εκτός από πορθητής της Τροίας και λυτρωτής (ηρωική περσόνα) είναι δέσμιος του πάθους του, της αδυναμίας του, της ανθρώπινης «ασκήμιας» του (όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στο «Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο» του Νίτσε αλλά και στον «Φάουστ» του Γκαίτε).

Ως εκ τούτου, έχουμε να κάνουμε με έναν χαρακτήρα ολοκληρωμένο (εξατομικευμένο (individuated) σχεδόν) και όχι «ακρωτηριασμένο» ή μονοπολικό.

Η ολοκλήρωσή του αυτή, ανοίγει πόρτες, πόρους και οπές και μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στον ψυχισμό του περιπλανώμενου βασιλιά με ευκολία, χωρίς ενδοιασμό, ντροπή, ψευδαισθήσεις ή υπεράνθρωπες απαιτήσεις από τον εαυτό μας και τον ίδιο· και ανεπιφύλακτα, αυθόρμητα, ανακουφιστικά, να ενδώσουμε και να αφεθούμε στην ταύτιση· και με αυτό τον τρόπο μας δίνεται η άδεια και το έναυσμα, για να μεταβολίσουμε, μέσα από το ταξίδι του, τις δικές μας, μοναδικές πληγές και περιπλανήσεις.

Μεγάλοι διανοητές και λογοτέχνες με έφεση προς το ολοκληρωμένο, το εξατομικευμένο και το ανθρώπινο και με κύρια θεματική την οδυνηρή πάλη (ενδοψυχική αλλά και καθημερινή) και αναμέτρηση με την ανθρώπινη υπόστασή, πραγματεύτηκαν, σφετερίστηκαν σχεδόν, την Οδύσσεια σε μια απόπειρα να ερμηνεύσουν και ίσως και να γλυκάνουν την υπαρξιακή αγωνία· αλλά και τις ενοχές που συνοδεύουν την αποτυχία του να ολοκληρώσουμε τις διαπραγματεύσεις με την σκιά μας με τρόπο κατευναστικό, πριν πεθάνουμε.

Οι δουλειές που δεν τελειώνουν (unfinished business), τα θέματα που δεν κλείνουν, τα ανοιχτά μέτωπα είναι ότι πιο βασανιστικό για την ψυχή του ανθρώπου· και η Οδύσσεια δεν τελειώνει ποτέ. Ποιος από εσάς, άλλωστε πίστεψε ποτέ πως μετά τη δολοφονία των μνηστήρων, οι περιπέτειες του Οδυσσέα έφτασαν στο τέλος τους; Ο Καζαντζάκης σίγουρα όχι.

Ο Καζαντζάκης έγραψε την δικιά του «Οδύσσεια», κοιτώντας, πλάθοντας το μέλλον του Οδυσσέα, από τη στιγμή που ξανακέρδισε το βασίλειό του. Σε αυτό το ποίημα ο Οδυσσέας παρουσιάζεται ακόμα λιγότερο ηρωικός και ανιδιοτελής («δίβουλος, μουλωχτός και καρδιοπλάνος»). Σε αντίθεση με την κοινή άποψη, στο ποίημά του ο Καζαντζάκης δεν αντιστρέφει το πρότυπο του ήρωα· απλά τοποθετεί έναν μεγεθυντικό, αποκαλυπτικό φακό, πάνω από χαρακτηριστικά τα οποία μας είναι ήδη γνωστά από το έπος του Ομήρου.

Ο James Joyce, μεταφέρει τον «Οδυσσέα» από τα ηρωικά πεδία της μάχης και τις αναμετρήσεις με τα τέρατα των θαλασσών στο πρόσωπου ενός απλού Ιρλανδού στις αρχές του 20ου αιώνα και τα γεγονότα της ζωής του κατά τη διάρκεια μίας και μόνο ημέρας.

Η μεταφορά, πολύ εύστοχα υπογραμμίζει πως Οδυσσέας είναι ο καθένας, οι Οδύσσειες μπορούν να κρατήσουνε από δέκα χρόνια μέχρι μερικές ώρες και οι χαρακτήρες και οι συνθήκες, γεωγραφικές, χρονικές και άλλες, παίζουν πολύ μικρό ρόλο, μια και όλα είναι μεταφορικά και μεταφερόμενα.

Ο Καβάφης, στην Ιθάκη, ενδεχομένως το πιο γνωστό του ποίημα, καταπιάνεται και αυτός με την υπαρξιακή ματαιότητα και το ανεκπλήρωτο αλλά και με τον συμβολισμό του έπους:

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Ο Καρλ Γιουνγκ, αυτός ο δεξιοτέχνης της αποκωδικοποίησης, αναφέρεται στην Κίρκη, την μάγισσα που μεταμόρφωνε τους άντρες σε γουρούνια, για να υπογραμμίσει το πόσο επιρρεπής, ευμετάβλητη και αδύναμη είναι η αντρική υπόσταση (animus-νους) απέναντι στην γυναικεία (anima-ψυχή), η οποία υποβοηθά την αποκάλυψη της σκοτεινής, «γουρουνίσιας», πλευράς του άντρα (chauvinist pig/σοβινιστικό γουρούνι). (Man and his Symbols)

Ταυτόχρονα, μελετώντας τα συγγράμματα του Γιουνγκ αλλά και άλλων διανοητών, με σχετική ευκολία μπορεί κάποιος να συμπεράνει, πως το συλλογικό και το ατομικό είναι ένα και το αυτό.

Με άλλα λόγια, στην περίπτωση του Οδυσσέα (αλλά και των υπολοίπων από εμάς) οι χαρακτήρες της ιστορίας δεν είναι αποκλειστικά ξεχωριστές, εξωτερικές οντότητες, αλλά αναπόσπαστα κομμάτια του ίδιου του εαυτού και της ίδιας της ψυχής, τα οποία βολικά σχεδόν βρίσκονται εκεί έξω για να μην χρειαστεί να τα αντιμετωπίσουμε εντός τον τειχών του εαυτού μας.

Σε συνέχεια λοιπόν της τοποθέτησης του Joyce, όχι μόνο μπορεί να διεξαχθεί Οδύσσεια οπουδήποτε και εντός οποιουδήποτε χρονικού πλαισίου, αλλά δεν χρειάζεται καν περισσότερος από ένας χαρακτήρας για να διεξαχθεί το ταξίδι. Οι Οδύσσειες μπορούν λοιπόν να διαδραματιστούν από τον καθένα και με οποιαδήποτε διάρκεια και περιεχόμενο. Οι πρωταγωνιστές μπορούν να πάρουν οποιαδήποτε μορφή και να προβληθούν πάνω στον καμβά ενός ανθρώπου ή μίας κατάστασης εκεί έξω ή να αποτελέσουν κομμάτι του εαυτού μας και των εσωτερικών, ενδοψυχικών, διλημμάτων και διενέξεών μας.

Ας κάνουμε όμως μια σύντομη αναδρομή στις περιπέτειες του Οδυσσέα, που αποτελούν ουσιαστικά το μεσαίο μέρος της ιστορίας (στο πρώτο παρακολουθούμε τον Τηλέμαχο να ψάχνει τον πατέρα του και στο τρίτο την σφαγή των μνηστήρων).

Φεύγοντας από την Τροία ο Οδυσσέας σταμάτησε στη χώρα των Κικόνων, για να κλέψει και να λεηλατήσει. Οι Κίκονες, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι με τους Τρώες, δικαιολογημένα επιτέθηκαν στους άντρες του, σκοτώνοντάς τους και παίρνοντάς τους τα εφόδια. Στη χώρα των Λωτοφάγων, ο Οδυσσέας αποφάσισε πως έπρεπε να δοκιμάσουν τους λωτούς, το φρούτο που σε κάνει να ξεχνάς και έτσι κατέληξε να προσπαθεί να συμμαζέψει τους «αμνησιακούς» άντρες του για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους.

Και ενώ ο Κύκλωπάς Πολύφημος (γιός του Ποσειδώνα) απολάμβανε την ησυχία του και την απομόνωσή του (μία έκφανση η οποία θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως ρατσιστική/εθνικιστική), ο Οδυσσέας και οι άντρες του εισέβαλαν απρόσκλητοι στη σπηλιά του και όταν αυτός τους ζήτησε το λόγο, τον τύφλωσαν. Δικαιολογημένα ο Ποσειδώνας εξοργίστηκε και το ταξίδι των λίγων εβδομάδων, έμελλε να κρατήσει 10 χρόνια.

Σε αυτό το σημείο, με ενδιαφέρον παρατηρούμε πως ακόμα και πριν από την κατάρα του Ποσειδώνα, ο Οδυσσέας είχε καταφέρει να μπλέξει, εκούσια τρεις φορές. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό μάθημα για όσους πιστεύουν πως για όλα ευθύνεται η κακή τους τύχη. Μάλιστα στη συνέχεια ο Οδυσσέας στάθηκε πολύ τυχερός, αφού ο Αίολος του έδωσε όλους τους ανέμους σε ένα σακί, κρατώντας έξω μόνο τον Δυτικό, ο οποίος και θα τον μετέφερε με ασφάλεια στην Ιθάκη.

Οι άντρες του, οι οποίοι προφανώς και αποτελούν προέκταση του ιδίου, με απληστία τους απελευθερώνουν, πιστεύοντας πως το σακί περιέχει χρυσό. Λίγο μετά, οι ανθρωποφάγοι γίγαντες Λαιστρυγόνες, βύθισαν τα δέκα από τα έντεκα καράβια του Οδυσσέα, αφού αυτά ελλιμενίστηκαν στο νησί τους, προφανώς χωρίς να πάρουν καμία άδεια από το τοπικό λιμεναρχείο. Η παρέα αυτή σίγουρα δεν διάβασε ποτέ τις οδηγίες προς ναυτιλλόμενους.

Με την Κίρκη, την οποία ο Οδυσσέας επισκέφτηκε, τα πράγματα πήγαν λίγο πιο καλά. Αφού μετέτρεψε τους άντρες του σε γουρούνια, δέχτηκε, υπό την απειλή του ξίφους, να τους επαναφέρει στην ανθρώπινη μορφή τους αν ο Οδυσσέας έμενε μαζί της και της έδινε την «αγάπη του».

Ο συμβολισμός περί εκπόρνευσης, εκατέρωθεν, με την απουσία πραγματικής αγάπης να αποτελεί κεντρικό σημείο του συμβάντος, είναι αρκετά σαφής. Σαφής είναι και ο συμβολισμός του (νεκρού πλέον) Τειρεσία, τον οποίο ο Οδυσσέας συναντά στον Άδη για να λάβει βοήθεια. Ο γέρος μάντης αποτελεί πατρική φιγούρα αλλά και αντιπροσωπεύει τη σοφία και τις απαντήσεις που ο καθένας μπορεί να κρύβει βαθειά μέσα του.

*Οι Σειρήνες αποτελούν για εμένα το πιο ξεχωριστό και μυστηριώδες κομμάτι του ταξιδίου και διαφέρουν σε αρκετά σημεία από όλους τους άλλους σταθμούς. Πρώτον και κύριο, δεν αποτέλεσαν σταθμό. Το πλοίο του Οδυσσέα, συνεχίζει κανονικά την πορεία του και ενώ οι ναύτες έχουν βουλώσει τα αυτιά τους με κερί για να μην παρασυρθούν από το μαγικό τους τραγούδι, ο Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι τους εκλιπαρεί να τον απελευθερώσουν. Το γεγονός πως η πορεία συνεχίζεται κανονικά σε συνδυασμό με το ότι ο Οδυσσέας έχει λάβει προληπτικά μέτρα τόσο για τους ναύτες του όσο και για τον εαυτό του, αποτελεί καινοτομία για τον τολμηρό και περίεργο ναυτικό. Το δεύτερο πράγμα που αποτελεί καινοτομία, είναι το πώς η συνάντηση δεν καταλήγει σε οποιασδήποτε μορφής ουσιαστική επαφή η οποία να μπορεί να επιφέρει οποιασδήποτε μορφής συνέπειες.

Ποιες είναι όμως οι Σειρήνες;

Κάποιοι λένε πως ήταν οκτώ και κάποιοι πως ήταν μόνο δύο, μία υπέροχη στην όψη και μία ακαταμάχητη στον λόγο. Βάσει της θεωρίας μας, αυτό δεν έχει καμία σημασία και θα μπορούσαν να είναι από δεκάδες χιλιάδες ξεχωριστές οντότητες, μέχρι μία και μοναδική γυναίκα· ή και απλά ένα κομμάτι από την ψυχή του Οδυσσέα, όπως για παράδειγμα οι «δέκα άντρες» του πλοίου, που με βουλωμένα αυτιά, έδεσαν τον Οδυσσέα και απλά συνέχισαν την πορεία τους.

Σε ένα πιο βαθύ ψυχαναλυτικό πλαίσιο, οι δέκα άντρες αποτελούν το «υπερεγώ» (superego), τον εσωτερικό προστατευτικό μηχανισμό ο οποίος υπαγορεύει τα σωστά και τα «πρέπει» και οι σειρήνες το «εκείνο» (id), δηλαδή τα πάθη, τις επιθυμίες και τα σκοτεινά, παρορμητικά μας ένστικτα. Εν ολίγοις και υπό ένα πιο Γιουνγκιανό πρίσμα, η πολωτική διαίρεση αυτή του αρχέτυπου, συμβολίζει την αδυναμία του ανθρώπου να ενσωματώσει και να φιλοξενήσει ταυτόχρονα το άσπρο και το μαύρο.

Και σε αυτό το σημείο και ο ίδιος ο Οδυσσέας λυγίζει και αποφασίζει να μην ρισκάρει, στηριζόμενος αποκλειστικά στην πειθαρχεία των αντρών του, σε ένα τέχνασμα αυτοματισμού και στα εθελοντικά δεσμά του, αρνούμενος να βιώσει από κοντά οποιεσδήποτε συνέπειες θα επέφερε η επαφή του με τις σειρήνες.

Η απόφαση του να ακούσει το τραγούδι τους, μόνο εν μέρει του δίνει πρόσβαση σε αυτά τα πλάσματα και επί της ουσίας αποδεικνύει πως ο θάνατος και ο έρωτας τον οποίον οι σειρήνες συμβολίζουν (μαζί με την θάλασσα (σύμβολο της ψυχής και της θηλυκής οντότητας/anima)), είναι πιο δυνατοί αντίπαλοι ακόμα και από τον ίδιο τον Οδυσσέα.

Ασαφές παραμένει το αν οι Σειρήνες κατασπάραζαν τους ναυτικούς, τους οδηγούσαν στα βράχια ή αν αυτοί απλά ξεχνούσαν τον προορισμό τους και έμεναν εκεί για πάντα. Ο Οδυσσέας και ο κάθε Οδυσσέας δε θα το μάθει ποτέ αυτό και αυτό είναι η τρίτη ουσιαστική διαφορά που οι Σειρήνες έχουν από όλους τους άλλους χαρακτήρες της Οδύσσειας.

Σε συνδυασμό δε με το πόσο λίγο χώρο καταλαμβάνουν στη ιστορία και το πόσο γρήγορο, ασυνείδητο,κυριολεκτικά, είναι το πέρασμα από αυτές, τότε, πιστεύω, είναι ασφαλές να υποθέσουμε πως επί της ουσίας αποτελούν την σκιά της σκιάς, το πιο σκοτεινό, τρομακτικό, απρόσιτο σημείο της ψυχής το οποίο είμαστε καταδικασμένοι να μην μπορούμε να φτάσουμε και να αγγίξουμε ποτέ.

Συγχρονιστικά, ακολουθούν η Σκύλλα και η Χάρυβδη. Το πέρασμα, όπως και πολλά διλλήματα και επιλογές στη ζωή , δεν μπορεί να αποφευχθεί, πρέπει, μοιραία, να υπάρξει θυσία. Επιλέγεται να θυσιαστούν έξι άντρες, φαγωμένοι από τα έξι κεφάλια της Σκύλλας, παρά να βυθίσει ολόκληρο το πλοίο η Χάρυβδη.

Υπογραμμίζεται σε αυτό το σημείο πως δεν μπορείς να ξεφεύγεις πάντα, απλά αγοράζεις χρόνο μέχρι να κάνεις την πληρωμή σου. Μπορεί να γλυτώσει από τις Σειρήνες, τα περάσματα όμως που ακολουθούν θα έχουν υποχρεωτικό τίμημα.

Οι λιγοστοί εναπομείναντες άντρες, χάνονται στο νησί του Ήλιου, αφού έσφαξαν και έφαγαν τα βόδια του, στο πλαίσιο της γνωστής πλέον ανυπακοής τους προς τη φύση. Μόνος του, ο Οδυσσέας, προσαράζει στο νησί της Καλυψούς, όπου και μένει για εφτά χρόνια, ενώ αυτή του υπόσχεται αθανασία.

Κάτι σαν τον «Τελευταίο Πειρασμό». Στους Φαίακες, ο Οδυσσέας διηγείται την ιστορία του, αποφεύγει να μπλέξει με την κόρη του Βασιλιά, Ναυσικά (η οποία μοιάζει ούτως ή άλλως ως ιδιαίτερα γήινη και κοινή μετά από την Κίρκη και την Καλυψώ) και οδεύει προς το μακελειό με τους μνηστήρες στην Ιθάκη και ενδεχομένως την Οδύσσεια που θα επακολουθήσει την επανένωση του με την Πηνελόπη· και την οποία ο ποιητής, σοφά επιλέγει να μην μοιραστεί μαζί μας, ελπίζοντας πως ο αναγνώστης έχει πιάσει, επιτέλους, το νόημα.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ (1913)

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Γενικά

Κατά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν κυρίως αμυντικός αφού το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών τμημάτων είχε αξιοποιηθεί στο μέτωπο της Μακεδονίας. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης η Οθωμανική Αυτοκρατορία ζητάει ανακωχή λόγω όμως του ότι τα Ιωάννινα δεν είχαν ακόμα απελευθερωθεί η ελληνική πλευρά δέχεται να συμμετάσχει στις συζητήσεις ειρήνης ξεκαθαρίζοντας ότι μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας η Ελλάδα θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Ο Στρατός της Ηπείρου κατά την έναρξη του πολέμου αν και ολιγάριθμος ξεκίνησε να επιχειρεί εναντίον του Τούρκικου στρατού και αρχικά σημείωσε σπουδαίες νίκες καταλαμβάνοντας την Πρέβεζα με την βοήθεια του ελληνικού στόλου (21 Οκτωβρίου – 3 Νοεμβρίου 1912) και κάμπτοντας την αντίσταση του Τουρκικού Στρατού στη μάχη στα Πέντε Πηγάδια. Θεωρητικά πλέον ο δρόμος για την κατάληψη των Ιωαννίνων είχε ανοίξει.

Υπήρχαν όμως τεράστιες δυσκολίες που κώλυαν την επίθεση για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων διότι πέρα από την αριθμητική τους υπεροχή οι Τούρκοι είχαν μετακινηθεί στο Μπιζάνι που όπως αναφέρουν οι ιστορικοί ήταν «ισχυρώς οχυρωμένον». Αυτές οι δυσχέρειες σε συνδυασμό με το δριμύ ψύχος και την έλλειψη εφοδίων είχαν καθηλώσει τον ελληνικό στρατό σε αμυντική θέση.

Μετά την σταθεροποίηση του Μακεδονικού Μετώπου ο κύριος όγκος του στρατού Θεσσαλίας κατεβαίνει για να ενισχύσει το στρατό Ηπείρου. Την αρχιστρατηγία αναλαμβάνει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Το σχέδιο το οποίο εκπονήθηκε ήταν η επίθεση «δι ελιγμού» και ενώ το σχέδιο προέβλεπε την επίθεση από δεξιά, το Στρατηγείο εσκεμμένα άρχισε να διασπείρει την είδηση ότι η επίθεση θα γινόταν από την αριστερή πλευρά. Η επιτυχία του αιφνιδιασμού σε συνδυασμό με την ικανότητα του πυροβολικού οδηγούν στη πτώση του Μπιζανίου.


Λόγω της πτώσης του Μπιζανίου ο διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς αναγκάσθηκε να στείλει απεσταλμένους για παράδοση της πόλης. Η συμφωνία επιτεύχθηκε και η παράδοση της πόλης ορίσθηκε για τις 8 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου. Υπεγράφη και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης. Το υπέγραφε ο διοικητής της οχυρωμένης τοποθεσίας Τούρκος αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης και οι Έλληνες λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου και μαζί με το Στράτευμα έγιναν δεκτοί από τους κατοίκους με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Ο Ελληνικός Στρατός του 1912, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Έτσι αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι.

Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

 
Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.

Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.

Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.

 
Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.

Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.

Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.

 
Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.

Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.

Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.

 
Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.

Η Οχυρή Τοποθεσία των Ιωαννίνων 

Το υψίπεδο Ιωαννίνων έχει σχήμα ελλειψοειδές με μέγιστο μήκος 40 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή και μέγιστο πλάτος 22 χιλιόμετρα. Το μέσο υψος του από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 500 περίπου μέτρα και στο κέντρο του βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη καθώς και η πόλη των Ιωαννίνων.

Περιβάλλεται από υψηλούς, απότομους και δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους με την οροσειρά Μιτσικέλι προς τα βορειοανατολικά, τα υψώματα του Δρίσκου προς τα ανατολικά, την Αετοράχη και το όρος Τόμαρος (Ολίτσικας) προς τα νότια και τις λοφοσειρές Χιντζηρέλου και Μεγάλη Τσουκα προς τα δυτικά.

Ενδιάμεσα υπάρχουν τα φύσει οχυρά υψώματα Δουρουτι, Μανολιάσα, Αυγό, Μπιζάνι και Καστρίτσα.

Το χειμώνα το ψύχος είναι δριμύ και οι χιονοπτώσεις πολλές, η δε ομίχλη είναι συνήθης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η παρατήρηση.

Το οδικό δίκτυο κατά την περίοδο αυτή ήταν πολύ φτωχό. Υπήρχε Λόνο η σκυρόστρωτη οδός Άρτα—Φιλιππιάδα—Ιωάννινα—Ελαία, καθώς και μερικές δευτερεύουσες (καροποίητες) ορεινές οδοί μικρής αποδόσεως.

 
Η φύσει οχυρή αυτή τοποθεσία των Ιωαννίνων είχε οργανωθεί από τον καιρό της ειρήνης με πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα, που είχαν κατασκευαστεί με την ευθύνη του Διοικητή Πυροβολικού του Φρουρίου των Ιωαννίνων Αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη και με την επίβλεψη γερμανικής στρατιωτικής αποστολής, υπό το Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς. Διάφορα πρόχειρα έργα εκστρατείας (πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κ.λ.π.) συμπλήρωναν και βελτίωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πνκνό τηλεφωνικό δίκτυο, για την άνετη εξασφάλιση των επικοινωνιών.

Το βάρος της οχυρώσεως είχε δοθεί στο νότιο τομέα και ιδιαίτερα στα υψώματα της Μανολιάσας (Μεγάλη Ράχη, Προφήτης Ηλίας, Καστρί), Αυγού και Μπιζανίου (Μικρό, Μεγάλο Μπιζάνι) για την απαγόρευση του άξονα Άρτα—Ιωάννινα και την εξασφάλιση του συγκοινωνιακού και ανεφοδιαστικού κόμβου των Ιωαννίνων από την κατεύθυνση αυτή, από όπου προβλεπόταν και η μεγαλύτερη απειλή σε περίπτωση πολέμου της Τουρκίας με την Ελλάδα.

Μεταφορά Νέων Ενισχύσεων στην Ήπειρο

Μετά την απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών για την άμεση ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου με τις IV και VI Μεραρχίες, άρχισε από τις 12 Δεκεμβρίου η θαλάσσια μεταφορά των μεραρχιών αυτών από τη Θεσσαλονίκη στην Πρέβεζα.

Πρώτη μεταφέρθηκε η IV Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 228 αξιωματικών, 10.068 οπλιτών και 2.300 κτηνών. Η Μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση της κατευθύνθηκε στη Φιλιππιάδα, που είχε οριστεί ως χώρος συγκεντρώσεως. Εκεί συμπληρώθηκε σε προσωπικό, υλικό και τρόφιμα και στη συνέχεια προωθήθηκε προς τη ζώνη επιχειρήσεων στο χώρο Χάνι Εμίν Αγά—χ. Πέρδικα, όπου έφτασε στις 20 Δεκεμβρίου.

Ακολούθησε η VI Μεραρχία που βρισκόταν στην Κορυτσά. Η μεταφορά και αυτής έγινε θαλασσίως από τη Θεσσαλονίκη, γιατί η οδική κίνηση της μέσω Καστοριάς—Μετσόβου, όπως αρχικά είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Στρατιωτικών, κρίθηκε από το Γενικό Στρατηγείο ασύμφορη και επικίνδυνη.


Η VI Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 7.400 αντρών, 1.800 κτηνών και 110 οχημάτων, άρχισε την επιβίβαση της στις 22 Δεκεμβρίου σε 18 ατμόπλοια και μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου είχε αποβιβαστεί στην Πρέβεζα, όπου οι μονάδες της συμπληρώθηκαν από επιστράτους που είχαν φτάσει εκεί από το εσωτερικό. Στη συνέχεια και μέχρι τις 13 Ιανουαρίου η Μεραρχία, με διαταγή του Στρατηγείου Ηπείρου, μεταστάθμευσε στο άκρο δεξιό της διατάξεως του Στρατού Ηπείρου, στην περιοχή των χωριών Κορίτιανη—Πλαίσια—Καλέντζι.

Εκτός από αυτές τις δύο μεραρχίες, στις 29 Δεκεμβρίου, έφτασε στην Πρέβεζα προερχόμενο από τη Χίο και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της II Μεραρχίας (Απόσπασμα Χίου), υπό το Συνταγματάρχη Πεζικού Δελαγραμμάτικα Νικόλαο, που αποτελούνταν από 4 τάγματα Πεζικού και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες Κρουπ, συνολικής δυνάμεως 28 αξιωματικών και 4.475 οπλιτών.

Μέχρι τις 5 Ιανουαρίου το Απόσπασμα αυτό είχε προωθηθεί στο χ. Μυροδάφνη ως γενική εφεδρεία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα προωθήθηκε στο Χάνι Εμίν Αγά και στην Κανέτα σημαντικός αριθμός πεδινών και βαρέων πυροβόλων.

 
Από τα πλεονάσματα εξάλλου των επιστράτων, που είχαν διατεθεί για τη συμπλήρωση του προσωπικού των μονάδων, συγκροτήθηκε ένα ανεξάρτητο τάγμα Πεζικού, με αποστολή να εξασφαλίσει τον κάτω ρου του Αχέροντα ποταμού σε συνεργασία με τα εκεί εθελοντικά τμήματα Προσκόπων.

Γεγονότα και Επιχειρήσεις από 11 Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1913 

Στις 10 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος έφτασε και εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ήπειρο, καθώς και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων.

Το πρωί της επομένης ο Αρχιστράτηγος συναντήθηκε στο ύψ. Κανέτα με τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη και, αφού ενημερώθηκε για τη γενική κατάσταση και την πρόοδο των επιχειρήσεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζανίου, μετά από κατάλληλη ανασυγκρότηση των μονάδων του Στρατού Ηπείρου.

Για τη διατήρηση των δυνάμεων ακμαίων, διέταξε τις μεραρχίες να εξασφαλίσουν στα τμήματα τους την αναγκαία ανάπαυση, τηρώντας στις προφυλακές τους μόνο τις απαραίτητες δυνάμεις, οι οποίες και να εναλλάσσονται.

Στο πλαίσιο της ανασυγκροτήσεως η Μεραρχία Ηπείρου μετονομάστηκε σε VIII Μεραρχία και τη διοίκηση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού (VI και VIII Μεραρχίες) ανέλαβε ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης.


Το Απόσπασμα Χίου τέθηκε υπό τις διαταγές της IV Μεραρχίας και το Ανεξάρτητο Τάγμα διατέθηκε στη II Μεραρχία.

Ο Υποστράτηγος Μοσχόπουλος επανήλθε στη διοίκηση της IV Μεραρχίας και ο Υποστράτηγος Καλλάρης στη διοίκηση της II Μεραρχίας.

Συγκροτήθηκε Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου, από την ίλη Ιππικού που βρισκόταν στην Ήπειρο και δύο ακόμη ίλες που έφτασαν από τη Θεσσαλονίκη στις 13 Ιανουαρίου.

Οι μεραρχίες παρέμειναν στις θέσεις τους, με εξαίρεση την προώθηση ενός τάγματος της IV Μεραρχίας στην παρυφή του χωριού Μανολιάσα μέχρι το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου, ύστερα από αγώνα και με σημαντικές απώλειες.

Στις 17 Ιανουαρίου το Γενικό Στρατηγείο, μετά από σχετική έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών, διέταξε την αποστράτευση όλων των εθελοντικών σωμάτων, εκτός από αυτά που βρίσκονταν στην περιοχή του Αχέροντα και του Ολίτσικα, γιατί η παρουσία τους μετά τη σημαντική ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου δεν κρινόταν απαραίτητη. Επιπλέον, επειδή τα σώματα αυτά δεν ήταν πλήρως οργανωμένα στρατιωτικώς και εκπαιδευμένα, είχαν παρουσιάσει αυξημένες απώλειες καθώς και κρούσματα απειθαρχίας, ιδίως σε βάρος των κατοίκων της περιοχής. Οι άντρες, αφού παρέδιναν τον οπλισμό τους στους επικεφαλής αξιωματικούς τους, θα επανέρχονταν στις εστίες τους.

Την ίδια ημέρα επίσης ο Αρχιστράτηγος έστειλε προσωπική επιστολή στον Αρχηγό των τουρκικών δυνάμεων Ιωαννίνων Εσσάτ Πασά, με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την πόλη, ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία, αφού άλλωστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την έναρξη της Συνδια-σκέψεως στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί κάθε δικαιώματος από τα εδάφη μεταξύ της Αδριατικής και της Θράκης. Ο στρατός που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα θα ήταν ελεύθερος να μεταφερθεί σε τόπο κοινής αποφάσεως με τον οπλισμό και τα εφόδια του. Η απάντηση του Εσσάτ Πασά δόθηκε μετά από δύο ημέρες και ήταν αρνητική.


Επακολούθησε άμεση ενημέρωση της Κυβερνήσεως και εντατική μεταφορά και συγκέντρωση πυρομαχικών και τροφίμων για τη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων. Επίσης έγιναν διευθετήσεις στο ορεινό οδικό δίκτυο και διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι για τις ανάγκες του πεδινού πυροβολικού. Ο καιρός στο μεταξύ χειροτέρευσε και πυκνό χιόνι κάλυψε την περιοχή, ενώ συχνά η ομίχλη δυσχέραινε την παρατήρηση και οι άντρες υπέφεραν από το δριμύ ψύχος. Το Απόσπασμα Μετσόβου, που είχε από τις 11 Ιανουαρίου προωθήσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του στη γραμμή των χωριών Γότιστα—Δεμάτι—Ιτιά—Τρίστενο—Γρεβενίτι, διατάχθηκε στις 25 Ιανουαρίου να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, ώστε να έχει ετοιμότητα επιθέσεως για την κατάληψη του Δρίσκου και, σε ευνοϊκές συνθήκες, να συνεχίσει την προέλαση του προς τα νότια της λίμνης Ιωαννίνων.

Στις 6 Φεβρουαρίου, επισκέφθηκε το μέτωπο ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος για να σχηματίσει από κοντά σαφή εικόνα της εκεί καταστάσεως και επιπλέον να συνεννοηθεί προσωπικά με τον Αρχιστράτηγο και να καθορίσουν από κοινού με ποιό τρόπο οι παραπέρα στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα το εθνικό συμφέρον.

Ο Πρωθυπουργός μετά τη Φιλιππιάδα, όπου ήταν το Γενικό Στρατηγείο, συνοδευόμενος από τον Αρχιστράτηγο επισκέφθηκε τον τομέα του μετώπου στο Μπιζάνι και στη συνέχεια αναχώρησε για την Πρέβεζα, προκειμένου να επιστρέψει στην Αθήνα.

Στις 9 Φεβρουαρίου, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε γενικές οδηγίες προς όλες τις μονάδες για την έγκαιρη μελέτη και προπαρασκευή της επικείμενης επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, η κύρια προσπάθεια θα κατευθυνόταν προς τον τομέα Μπιζάνι—Κουτσελιό—Καστρίτσα και θα αναλαμβανόταν από τις II, VI, VIII Μεραρχίες και το Απόσπασμα Μετσόβου, με ταυτόχρονη δευτερεύουσα ενέργεια από το Απόσπασμα Ολίτσικα και την IV Μεραρχία προς τα υψώματα Άγιος Νικόλαος και Μανολιάσα αντίστοιχα.

Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με προέλαση της III Μεραρχίας και Αποσπάσματος της V Μεραρχίας από την Κορυτσά και τη Φούρκα προς τα νότια.


Στο μεταξύ στις 8 Φεβρουαρίου, έφτασε στην Καλαμπάκα, προερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη, το 4ο Σύνταγμα Πεζικού της I Μεραρχίας. Ο διοικητής του, Συνταγματάρχης Παπακυριαζής Ιωάννης, έλαβε εντολή από το Γενικό Στρατηγείο να συγκροτήσει Μικτή Ταξιαρχία από το 4ο Σύνταγμα, το πρώην Απόσπασμα Μήτσα που βρισκόταν στο Μέτσοβο, ένα τάγμα που είχε σταλεί από το εσωτερικό και μια ταχυβόλο πυροβολαρχία, με σκοπό να
διανοίξει τη διάβαση Δρίσκου και να συνδράμει στη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων, καταλαμβάνοντας την Καστρίτσα.

Από τις 15 Φεβρουαρίου η Ταξιαρχία αυτή τέθηκε στη διάθεση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει το Μέτσοβο με μικρό τμήμα, ενώ με τις υπόλοιπες δυνάμεις της, αφού εκκαθαρίσει την περιοχή, να περάσει τον Άραχθο και να επιτεθεί κατά των τουρκικών δυνάμεων στα χωριά Δαφνούλα και Δρίσκος και να συνδεθεί με το Τμήμα Στρατιάς Δεξιού. Με άλλη διαταγή συγκροτήθηκε γενική εφεδρεία από το 15ο Σύνταγμα Πεζικού, το Ιο Σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα του 17ου Συντάγματος, η οποία συγκεντρώθηκε στα χωριά Αετοράχη και Ελληνικό.

Στις 12 Φεβρουαρίου, εξάλλου, αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα μία μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (των δύο πυροβολαρχιών), προερχόμενη από τη θεσσαλονίκη και διατέθηκε στο Διοικητή Πυροβολικού Στρατιάς.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι Τούρκοι ασχολήθηκαν εντατικά με τη συμπλήρωση της αμυντικής τους οργανώσεως, κυρίως στο Οχυρό Μπιζάνι και στην περιοχή του χωριού Κουτσελιό.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΖΑΝΙΟΥ

Η Μάχη του Μπιζανίου (16-22 Φεβρουαρίου 1913), υπήρξε η σημαντικότερη σύγκρουση κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου. Η τοποθεσία Μπιζάνι με τις γειτονικές τοποθεσίες νότια των Ιωαννίνων, αποτέλεσε σημαντικό φυσικό σημείο άμυνας και το επέλεξαν οι Τούρκοι για να καθηλώσουν τον ελληνικό στρατό. Με τον κυκλωτικό ελιγμό όμως, που τελικά κατάφεραν οι Έλληνες, ανάγκασαν τον αντίπαλο σε άμεση παράδοση. Η νίκη στο Μπιζάνι αποτέλεσε το κλειδί για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, καθώς και ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου.


Τοποθεσία 

Το υψίπεδο νοτίως των Ιωαννίνων είναι πεταλοειδές και από τη φύση του οχυρό: σχηματίζεται από βραχώδη και δυσπρόσιτα υψώματα που το περιβάλλουν. Στην τοποθεσία είχαν κατασκευασθεί μόνιμα οχυρωματικά έργα με την επίβλεψη Γερμανών αξιωματικών, που είχαν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Σχέδιο μάχης 

Το σχέδιο του τουρκικού επιτελείου προέβλεπε σταθερή άμυνα στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων και κυρίως στα υψώματα Μπιζάνι και Καστρίτσα. Ο Τούρκος Αρχιστράτηγος Εσσάτ Πασάς είχε στην διάθεσή του 4 μεραρχίες.


Ο ελληνικός στρατός Ηπείρου με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αποτελούνταν από 4 μεραρχίες, 1 ταξιαρχία και ένα σύνταγμα πεζικού. Το σχέδιο της επίθεσης ήταν σχετικά ριψοκίνδυνο: προέβλεπε την ευρεία υπερκέραση (κύκλωση) από δυτικά της οχυρωμένης τοποθεσίας και την άμεση κατάληψη των Ιωαννίνων. Ταυτόχρονα, θα γίνονταν επιθέσεις στον κεντρικό και τον ανατολικό τομέα του μετώπου, με σκοπό την παραπλάνηση του εχθρού και την καθήλωση των τουρκικών δυνάμεων .

Μάχη

Στις 19 φεβρουαρίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παραπλάνησης, με βολές πυροβολικού και επιθέσεις μονάδων πεζικού, από το Α’ τμήμα της ελληνικής Στρατιάς, στον τομέα Μπιζάνι-Κουτσελιό-Καστρίτσα. Το Β’ τμήμα της Στρατιάς συγκεντρώθηκε με μυστικότητα απέναντι από τον τομέα Μανωλιάσσα-Άγιος Νικόλαος-Τσούκα. Με το πρώτο φως της επόμενης μέρας, το Β’ τμήμα Στρατιάς εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Με μια τολμηρή και βαθιά εισχώρηση στον δυτικό τομέα των επιχειρήσεων το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, μαζί με το 9ο Τάγμα υπό τον Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, κατάφερε να φτάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη.


Η είδηση ότι ο ελληνικός στρατός έφτασε έξω από τα Ιωάννινα, ταυτόχρονα καθιστούσε αδύνατη την υποχώρηση των Τούρκων και δημιούργησε πανικό στην διοίκηση του τουρκικού στρατού που ήταν εγκατεστημένη στην πόλη. Οι εύζωνες είχαν φροντίσει να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας έτσι την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της. Με αυτές τις συνθήκες, στις 23.00 της ίδιας μέρας ο Εσσάτ Πασάς έστειλε πρόταση παράδοσης του τουρκικού στρατού, καθώς δεν γνώριζε ότι στο Μπιζάνι και τον υπόλοιπο ανατολικό τομέα οι τουρκικές δυνάμεις διατηρούσαν ακέραιες τις θέσεις τους.

Απολογισμός 

Στις 21 Φεβρουαρίου 1913, με την αποδόχη της πρότασης παράδοσης, το Σύνταγμα Ιππικού της Στρατιάς Ηπείρου εισήλθε στα Ιωάννινα.


Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά την μάχη, ανήλθαν σε 264 νεκρούς και τραυματίες. Η αποφασιστική αυτή νίκη άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων και της Βόρειας Ηπείρου.

Πρόσθετες Πληροφορίες 

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων πέθανε ο Ολυμπιονίκης Κωνσταντίνος Τσικλητήρας 
(10 Φεβρουαρίου 1910 στην Αθήνα). Παρόλο που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω των αθλητικών του διακρίσεων, αρνήθηκε και κατατάχτηκε εθελοντικά στο στράτευμα.

Οι Μανιάτες και η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας Μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

Παρ' όλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.

Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.

Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.


Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.

Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.

Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.

Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.

Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθιά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.


Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.

Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.

Επίλογος

Η ιστορία δε γράφεται απλά για να γράφεται, γράφεται για να διδάσκει. Και διδάσκει γιατί επαναλαμβάνεται, όχι μέσα από την ομοιότητα αλλά μέσα από την αναλογία των καταστάσεων. Μόνο τότε η ιστορική γνώση μετουσιώνεται σε κληρονομιά της ανθρωπότητας, ως ασφαλής οδηγός για την πρόβλεψη και τη διάγνωση των εξελίξεων, για την αποφυγή των λαθών και την πρόκριση των σωστών επιλογών (άλλο αν ο σύγχρονος άνθρωπος λειτουργεί ως ιδανικός αυτόχειρας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…). Και ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της ιστορίας είναι ότι κανένα ιστορικό γεγονός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτοτελώς, ως μεμονωμένη ημερομηνία και τοπωνύμιο, αλλά στενά συνυφασμένο με το κλίμα της ιστορικής περιόδου στην οποία εντάσσεται και η οποία ουσιαστικά το διαμορφώνει και το προκαλεί. Μέσα από αυτό το πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων θα πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί και η απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913.


Η Ελλάδα του 1912 είχε κατορθώσει, σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, να μη θυμίζει σε τίποτα την ατιμασμένη χώρα του 1897, που γλίτωσε την απόλυτη καταστροφή λόγω της επέλασης του τουρκικού στρατού, ο οποίος έφθασε ανενόχλητος έως τη Λαμία, μόνο χάρις στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι οικονομικές εξελίξεις, το ενδιαφέρον των ομογενών και η μετατροπή του ελληνικού κράτους- για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία του το 1830- σε εθνικό κέντρο δημιούργησαν νέες προοπτικές. Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 908) αποκατέστησε το κλονισμένο κύρος του στρατεύματος, ενώ το κίνημα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» στο Γουδί φανέρωσε ότι οι επιθετικές ιδέες για τον εκσυγχρονισμό και την εθνική αποκατάσταση έβρισκαν απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και δυνάμεις. Απέναντι στον παλαιοκομματικό πολιτικό κόσμο πρόβαλαν νέοι πολιτικοί σχηματισμοί, που ενσαρκώθηκαν στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη μεθοδική αναδιοργάνωση του στρατεύματος από το 1906 – 1907, τότε αναμφισβήτητα έχουμε το μέτρο μιας νέας εποχής. Οι ένοπλες δυνάμεις έγιναν ιδιαίτερα αξιόπιστες. Μέσα σε λίγα χρόνια ο στρατός ξηράς απέκτησε σύγχρονο πυροβολικό, υλικό στρατοπέδευσης, επικοινωνιών και μηχανικού, εξαρτύσεις, επαναληπτικά τουφέκια Μάνλιχερ και πολυβόλα. Οργανώθηκε σε μεραρχιακή βάση και η εκπαίδευσή του εναρμονίστηκε με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στο ναυτικό επίσης έπνευσε άνεμος εκσυγχρονισμού. Στα τρία απαρχαιωμένα τρικουπικά θωρηκτά προστέθηκαν, από το 1904 και μετά, τέσσερα μεγάλα και δέκα μικρά αντιτορπιλικά, υποβρύχιο και προπαντός το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ». Σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εκπαίδευσης των αξιωματικών, ο στόλος μετατράπηκε σε πολύτιμο εργαλείο διπλωματίας του πολέμου.


Η χώρα λοιπόν εμφανίζεται να έχει τη θέληση αλλά και εν πολλοίς πλέον και τα μέσα να μετάσχει στις αλλαγές που διαδραματίζονται στο γείτονα χώρο της. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ακόμα σε θέση να αναμετρηθεί μόνη της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντίθετα, είχε πολλά να προσφέρει σε ένα ευρύτερο βαλκανικό συνασπισμό ενάντια στο μεγάλο κοινό εχθρό, αποτελούμενο από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, χώρες με κοινά αλλά και αντικρουόμενα συμφέροντα. Η απαγόρευση των τουρκικών θαλάσσιων μεταφορών ήταν το καίριο διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας στη συμμαχία αυτή. 

Τα σύννεφα που συσσωρεύονταν πάνω από τη Βαλκανική, με την έξαρση των εθνικιστικών κινημάτων των λαών της, με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, που επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν την αναταραχή στην περιοχή, με την εσωτερική κρίση του οθωμανικού κράτους κυρίως λόγω της δυναμικής ανάδειξης του κινήματος των Νεοτούρκων, οδηγούσαν σε ολοένα μεγαλύτερη κλιμάκωση, τόσο σε βαλκανικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και επιτάχυναν τις διαβουλεύσεις μεταξύ των βαλκανικών κρατών. 

Στην επίσπευση των διαπραγματεύσεων συνέβαλε αποφασιστικά και η ευνοϊκή συγκυρία του ιταλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει το Σεπτέμβριο του 1911 και είχε λήξει πέντε μήνες αργότερα με την κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, εξασθενώντας σημαντικά τις στρατιωτικές δυνάμεις των Οθωμανών. Τα προβλήματα του εχθρού ερμηνεύθηκαν ως ιστορική ευκαιρία στις βαλκανικές πρωτεύουσες και οδήγησαν στη άμεση σύναψη επιμέρους συμφώνων για τη συνένωση των βαλκανικών κρατών ενάντια στην Κωνσταντινούπολη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα έντονο πολεμικό δυναμικό που ονομάστηκε από τον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής εκείνης «έβδομη μεγάλη δύναμις».

Όπως ήταν αναμενόμενο, η σύσταση της συμμαχίας αυτής προκάλεσε την ανησυχία και την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων, που έβλεπαν τα συμφέροντά τους στην περιοχή να θίγονται. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το ταυτόχρονο διάβημα που οι Μεγάλες Δυνάμεις επέδωσαν στο τέλος Σεπτεμβρίου 1912 προς την Αθήνα, τη Σόφια, το Βελιγράδι και την Κετίγκη (πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου) δηλώνοντας ότι δε θα επέτρεπαν οποιαδήποτε εδαφική μεταβολή στο βαλκανικό χώρο.

Τίποτα όμως πλέον δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει το έργο της απελευθέρωσης της βαλκανικής χερσονήσου από την τουρκική κυριαρχία. Στις 8 Οκτωβρίου το Μαυροβούνιο κήρυξε πρώτο τον πόλεμο, μετά την αρνητική απάντηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να προβεί σε νέα διαρρύθμιση των συνόρων των δύο κρατών, ενώ λίγες μέρες προηγουμένως η Βουλγαρία ειδοποιούσε την Ελλάδα ότι, μετά την τουρκική επιστράτευση στη Θράκη (26 Σεπτεμβρίου), αποφάσισε να δράσει ένοπλα σε συνεργασία με τη Σερβία και καλούσε την κυβέρνηση της Αθήνας να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις. 

Στις 13 Οκτωβρίου οι πρεσβευτές της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη προέβησαν σε κοινή διακοίνωση προς την Πύλη, με την οποία ζητούσαν, εκτός από την ανάκληση της επιστράτευσης, διοικητικές μεταρρυθμίσεις, την επικύρωση της αυτονομίας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την αναλογική αντιπροσώπευσή τους στο τουρκικό κοινοβούλιο, την αναγνώριση των σχολείων των χριστιανικών κοινοτήτων ως ισοτίμων με τα οθωμανικά, το διορισμό χριστιανών σε δημόσια αξιώματα κα.

Η διακοίνωση αυτή θεωρήθηκε από την Πύλη ως «θρασεία απόπειρα επεμβάσεως εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της αυτοκρατορίας και αναξία απαντήσεως» και, όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε. Στις 17 Οκτωβρίου 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακαλούσε τους πρεσβευτές της από τις πρωτεύουσες των συμμάχων, που την ίδια ημέρα κήρυσσαν τον πόλεμο εναντίον της. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος είχε ξεσπάσει!

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, οι προοπτικές είχαν διαμορφωθεί ιδιαίτερα ευνοϊκές για την Ελλάδα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διασκορπίσει τις ήδη καταπονημένες της δυνάμεις σε πολλά μέτωπα. Το κυριότερο από αυτά βρισκόταν πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα, στη Θράκη, όπου η προέλαση του ισχυρού βουλγαρικού στρατού (350.000 άνδρες) απειλούσε την Κωνσταντινούπολη. Το μέτωπο της Θεσσαλίας ήταν το πλέον απόμακρο της τουρκικής διάταξης και οι μονάδες που το υπεράσπιζαν ήταν αδύναμες.

 
Ο ενθουσιασμός επέτρεψε τη γρήγορη επιστράτευση του ελληνικού στρατού, αποδίδοντας μάλιστα πολύ περισσότερους άνδρες από όσους μπορούσε η χώρα να εξοπλίσει. Η συγκρότηση του στρατού απέδωσε ένα αξιοπρεπές εκστρατευτικό σώμα: επτά μεραρχίες πεζικού, μία ταξιαρχία ιππικού, 100.000 άνδρες με 120 πυροβόλα εκστρατείας, 54 πυροβόλα θέσεων και 70 πολυβόλα προς τη Μακεδονία, συν άλλους 15.000 άνδρες προς την Ήπειρο. Τα σχέδια προέβλεπαν σε πρώτη φάση γρήγορη προέλαση στο μακεδονικό μέτωπο, ώστε να αποκτηθούν όσο το δυνατό μεγαλύτερα εδαφικά πλεονεκτήματα σε αμφισβητούμενες από τους συμμάχους περιοχές με απώτερο σκοπό τη Θεσσαλονίκη, το λιμάνι της οποίας ήταν απαραίτητο ως κέντρο ανεφοδιασμού σε συνδυασμό με το διπλωματικό κέρδος που μια τέτοια επιτυχία θα απέφερε.

Για να μην επεκταθούμε, όμως, περαιτέρω σε αλλότρια προς το θέμα μας πολεμικά γεγονότα, ας σημειώσουμε απλά ότι η πρώτη φάση του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου θα ολοκληρωθεί, παρά τις μεγάλες απώλειες στο ελληνικό στράτευμα, επιτυχώς τελικά με την παράδοση στις 26 Οκτωβρίου 1912 της Θεσσαλονίκης από τον Τούρκο διοικητή Χασάν Ταξίν Πασά στους Έλληνες. Μια επιτυχία που στην ουσία όμως προοιώνιζε δεινά για το άμεσο μέλλον (ο φόβος αυτός θα επαληθευτεί δυστυχώς πολύ σύντομα με την κήρυξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου), καθώς η ίδια περιοχή διεκδικείτο και από τους συμμάχους Βούλγαρους.


Στην ανακωχή που υπογράφηκε στην Τσατάλτζα ανάμεσα σε Μαυροβούνιο, Σερβία, Βουλγαρία από τη μία πλευρά και Τουρκία από την άλλη, στις 20 Νοεμβρίου 1912 (διήρκεσε μόνο ως τις 5 Ιανουαρίου 1913, λόγω της βίαιης αντίδρασης που γνώρισε στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το κίνημα των Νεοτούρκων η προώθηση σχεδίου ειρήνης από τις Μεγάλες Δυνάμεις) η Ελλάδα δεν συμμετείχε, καθώς εκκρεμούσε η υπόθεση της κατάληψης των Ιωαννίνων.

Έως τότε, το μέτωπο αυτό είχε παραμεληθεί από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Οι δυνάμεις εκεί είχαν και μεγάλο ποσοστό εθελοντικών ή και ημιατάκτων μονάδων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική προέλαση πραγματοποίησε μικρές προόδους ως το τέλος Νοεμβρίου (έχοντας αποφέρει την κατάληψη της Πρέβεζας, της πεδιάδας της Άρτας και των εισόδων των στενών οδών που οδηγούσαν στην κοιλάδα των Ιωαννίνων), οπότε και καθηλώθηκε μπροστά από την οχυρωμένη περίμετρο των Ιωαννίνων νοτίως του Μπιζανίου.


Η στασιμότητα αυτή έκρυβε πλήθος από διπλωματικές απειλές. Η υπόθεση της ανεξαρτησίας της αποκομμένης πλέον από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Αλβανίας προχωρούσε με ταχείς ρυθμούς στο διπλωματικό πεδίο. Τα Ιωάννινα, η ιδιαίτερη ιστορική σημασία και στρατηγική θέση των οποίων ανήγαν την κατάληψη της πόλης σε μείζον εθνικό θέμα, διέτρεχαν τον ορατό κίνδυνο να συμπεριληφθούν στο νέο επωαζόμενο κράτος. Μπροστά σε αυτή τη δυσοίωνη προοπτική, οι προτεραιότητες άλλαξαν και στην περιοχή μεταφέρθηκε ισχυρή ελληνική δύναμη.

Τα Ιωάννινα το φθινόπωρο του 1912 αποτελούσαν οχυρά περιοχή, όχι βέβαια με την σύγχρονη έννοια του φρουρίου, αλλά πάντως έχοντα κάθε άλλο παρά προσπελάσιμη οχύρωση. Η οχύρωση είχε αρχίσει να εκτελείται πολύ πριν από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων σύμφωνα με τις υποδείξεις του Γερμανού οργανωτή του οθωμανικού στρατού φον Γκολτς, τελειοποιήθηκε και επεκτάθηκε όμως στη διάρκεια του πολέμου από τον αρχηγού του πυροβολικού Ηπείρου αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη. Η τεχνητή προστασία της πόλης δεν περιοριζόταν στον αυτό καθεαυτό χώρο των Ιωαννίνων αλλά επεκτεινόταν περιφερικώς σε ακτίνα 6 – 10 χιλιόμετρα και σχημάτιζε περίμετρο αναπτύξεως γύρω στα 70 χιλιόμετρα.

Η σοβαρότερη οχύρωση ήταν αυτή του Μπιζανίου, γύρω από το οποίο οργανώθηκε η τουρκική αντίσταση, καθώς από το σημείο αυτό αναμενόταν και η μετωπική ελληνική επίθεση. Αντίθετα στα δυτικά και νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων δεν εκτελέσθηκαν ισχυρά οχυρωματικά έργα, λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του χώρου. Στην πραγματικότητα, στον παράγοντα αυτό, στη δύσβατη δηλαδή γεωφυσική διαμόρφωση έγκειτο σε μεγάλο βαθμό και ουσιαστική αμυντική αξία της περιοχής, καθώς το υψίπεδο των Ιωαννίνων περιβάλλεται από όλες τις κατευθύνσεις από όρη και υψώματα, πρόσφορα για την κάλυψή του. 

Όσον αφορά το βαρύ πολεμικό υλικό των Οθωμανών, στην περιοχή των Ιωαννίνων ήταν εγκατεστημένα γύρω στα 110 πυροβόλα, αλλά ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά ήταν ελλιπέστατος. Η δε κινητή στρατιωτική άμυνα, υπό τις διαταγές του Εσσάτ Πασά, αποτελείτο από δύο μεραρχίες πολύ μικρής δύναμης και από μερικά συντάγματα επιτόπιων εθνοφρουρών οπλισμένων με τουφέκια παλαιού τύπου, καθώς και από μία ίλη ιππικού, στο σύνολό τους 20.000 άνδρες.

Στις δυνάμεις αυτές προστέθηκαν από τις αρχές Δεκεμβρίου, μετά την πτώση του Μοναστηρίου και 15.000 άνδρες, υπό την αρχηγία του Ζεκή Πασά, που οργανώθηκαν σε τέσσερις μεραρχίες πολύ μικρής ισχύος και σχεδόν χωρίς πυροβολικό. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν η ανυπαρξία σχεδίου άμυνας των Ιωαννίνων, καθώς η τουρκική διοίκηση της πόλης βρισκόταν αποκομμένη από την Κωνσταντινούπολη, λόγω της επέλασης των συμμάχων από όλες τις κατευθύνσεις. 

Από την άλλη πλευρά, ως τα τέλη Νοεμβρίου οι ελληνικές επιχειρήσεις στο μέτωπο της Ηπείρου διεξάγονταν, υπό τις διαταγές του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη, από μία μεραρχία. Τη χρονική εκείνη στιγμή κρίθηκε σκόπιμη η ενίσχυση του από άλλες τρεις μεραρχίες, από ένα σύνταγμα ιππικού και από αρκετό βαρύ πυροβολικό.

Παρά την άσχημη κατάσταση του τουρκικού στρατεύματος, με τις ασθένειες να μειώνουν το αριθμό των μαχητών και το ηθικό να είναι κλονισμένο, ως τα μέσα Ιανουαρίου 1913 οι επιθέσεις του ελληνικού στρατού, αν και ήταν ορμητικότατες και αιματηρότατες, απέβησαν ουσιαστικά άκαρπες, αποφέροντας μια ελάχιστη προώθηση προς Βορρά. Αιτία αποτελούσε το γεγονός ότι ο χώρος των επιχειρήσεων κάθε φορά άλλαζε, αλλά το σχέδιο παρέμενε το ίδιο, δηλαδή μετωπική επίθεση, προσκρούοντας στο οχυρό του Μπιζανίου.

Η εξέλιξη αυτή, κάτω και από την πίεση του βουλγαρικού κινδύνου στο μέτωπο της Μακεδονίας, ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να αναθέσει και την αρχηγία του στρατού Ηπείρου στο διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος μετέβη στην Ήπειρο στις 17 Ιανουαρίου 1913. Πραγματοποιήθηκαν διάφορες μεταβολές και εντάθηκε η προσπάθεια για τον προσπορισμό πληροφοριών σε σχέση με τις ενέργειες του εχθρού, ο οποίος συγκέντρωνε δυνάμεις προς το νότιο και το ανατολικό, απογυμνώνοντας έτσι το δυτικό μέτωπο.

Με βάση τις πληροφορίες αυτές επινοήθηκε αιφνιδιαστικό σχέδιο κατάληψης της πόλης των Ιωαννίνων. Για την ευόδωση του σχεδίου αυτού έπρεπε πρώτα να περιέλθει στην ελληνική κυριαρχία το Μπιζάνι, κάτι που θα επιτυγχάνετο όμως όχι με τη μορφή μετωπικών επιθέσεων αλλά με την περικύκλωση και την απομόνωσή του από την πόλη των Ιωαννίνων. Το σχέδιο προέβλεπε επίθεση κατά του Μπιζανίου από το δυτικό μέτωπο, αφ’ ενός διότι προς την κατεύθυνση αυτή κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, αφ’ ετέρου διότι τα υψώματα του δυτικού μετώπου δε συνδέονται με το Μπιζάνι. Όρος απαραίτητος για την επιτυχία της επιχείρησης ήταν η αιφνιδιαστική εκτέλεσή της, προκειμένου να μη υποπέσει έγκαιρα στην αντίληψή του τουρκικού αρχηγείου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της πλευρικής αυτής εισβολής. 

Για το λόγο αυτό τηρήθηκε μεγάλη μυστικότητα και η προετοιμασία συγκέντρωσης των στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα μέσα σε ένα διήμερο, στις 16 και 17 Φεβρουαρίου. Συγχρόνως διετάχθησαν η 3η μεραρχία και το απόσπασμα της 5ης μεραρχίας, που παρέμεναν στο Λιασκοβίκι από το τέλος της επιχείρησης της Κορυτσάς, να προχωρήσουν προς την Κόνιτσα και τη Φούρκα, ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ελληνικής δράσης και από την κατεύθυνση του Βορρά και να αποσπάσουν την προσοχή των Οθωμανών, αλλά και μακροπρόθεσμα να παρεμποδίσουν την τουρκική υποχώρηση και φυγή. Το ελληνικό στρατηγείο, παράλληλα, διέδωσε την παραπλανητική είδηση ότι θα αποβιβαζόταν στους Αγίους Σαράντα μια ελληνική μεραρχία. 

Η διάδοση αυτή, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, έγινε πιστευτή από την τουρκική ηγεσία, που βεβαιώθηκε απατηλώς ότι η ελληνική επίθεση θα γινόταν από τα βόρεια και βορειοδυτικά, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί το τουρκικό στρατιωτικό σώμα που είχε εγκατασταθεί στο Δέλβινο και να μην προστρέξει στην υπεράσπιση των Ιωαννίνων.

Αφού κατά την 16η και 17η Φεβρουαρίου συγκεντρώθηκαν οι διάφορες μονάδες στους κατάλληλους τόπους εξόρμησης, επακολούθησε η επίθεση, που πραγματοποιήθηκε σε δύο χρονικές περιόδους. Κατά την πρώτη, στις 18 Φεβρουαρίου, έγινε η προετοιμασία, ώστε τη χαραυγή της 19ης Φεβρουαρίου να βρίσκονται οι φάλαγγες της αριστερής πτέρυγας του ελληνικού στρατεύματος στις θέσεις Βοδίβιτσα – Άγιος Νικόλαος – Σαδόβιτσα, έτοιμες να στραφούν προς ανατολάς. Κατά τη δεύτερη φάση, εκτελέσθηκε η επίθεση, με κατεύθυνση κάθετη προς το δυτικό μέτωπο της οχυράς περιοχής των Ιωαννίνων. 

Από το χάραμα της 19 ης, το πυροβολικό εξαπέλυσε σφοδρότατο βομβαρδισμό κατά των τουρκικών οχυρών του νότιου και ανατολικού τομέα, κατά τον οποίο ερρίφθησαν πάνω από 12.000 βλήματα, ενώ από την 8η πρωινή ακολούθησε γενική ακάθεκτη επίθεση από ολόκληρη την αριστερή πτέρυγα προς τη δυτική γραμμή άμυνας των Οθωμανών. Την ίδια στιγμή η δεξιά πτέρυγα και το κέντρο του ελληνικό στρατού άρχισαν να επιτίθενται κατά του νότιου και του ανατολικού τουρκικού μετώπου, με αποτέλεσμα ο εκεί συγκεντρωμένος τουρκικός στρατός να συγκρατείται καθηλωμένος και να αδυνατεί να αποσπάσει την παραμικρή έστω δύναμη για την ενίσχυση του καταρρέοντος δυτικού μετώπου. 

Τα τουρκικά οχυρά του δυτικού μετώπου άρχισαν να καταλαμβάνονται το ένα μετά το άλλο από τους Έλληνες και ο τουρκικός στρατός άρχισε να υποχωρεί προς τα Ιωάννινα. Οι Έλληνες τον κατεδίωξαν κατά πόδας, προβαίνοντας και στη καταστροφή των τηλεφωνικών και τηλεγραφικών συρμάτων μεταξύ Μπιζανίου και Ιωαννίνων, ώστε το Μπιζάνι να καταστεί εντελώς απομονωμένο, καθώς ο ελληνικός στρατός είχε βρεθεί στα νώτα του. Το απόγευμα της 19ης Φεβρουαρίου δόθηκε η διαταγή να συνεχιστεί η επίθεση και κατά την επερχόμενη νύχτα αλλά και κατά την επόμενη ημέρα, ώστε να επέλθει πλήρως η περικύκλωση του εχθρού.


Μπροστά στο φάσμα της διαγραφόμενης πανωλεθρίας, ο Εσσάτ Πασάς ζήτησε τη μεσολάβηση του μητροπολίτη, ώστε να επιτύχει την παράδοση της πόλης χωρίς περαιτέρω άσκοπη αιματοχυσία. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 19ης προς 20η Φεβρουαρίου, έφθασε στις ελληνικές προφυλακές του ευζωνικού τάγματος αντιπρόσωπος του Εσσάτ, που παρακάλεσε να συναντήσει αυτοπροσώπως το διάδοχο Κωνσταντίνο για να δηλώσει την άνευ όρων παράδοση όχι μόνο της πόλης των Ιωαννίνων αλλά και των λοιπών οχυρών που είχαν περικυκλωθεί από τον ελληνικό στρατό. 

Την πρωία της 20ης Φεβρουαρίου το ελληνικό ιππικό εισήλθε στην πόλη και ο διάδοχος όρισε ως αντιπροσώπους του τους λοχαγούς του επιτελείου του Ιωάννη Μεταξά και Ξ. Στρατηγό, οι οποίοι συναντήθηκαν με το Βεχήπ Μπέη και υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης στους Έλληνες. Σύμφωνα με αυτό, όλα τα οχυρά, το πολεμικό υλικό (ανάμεσά τους και 110 πυροβόλα) καθώς και όλος ο στρατός, που ανερχόταν σε 30.000 άνδρες και 1.000 αξιωματικούς, και η πόλη των Ιωαννίνων παραδίδονταν στους Έλληνες. Την πρωία της 21ης Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η επίσημη πανηγυρική είσοδος του διαδόχου Κωνσταντίνου στα Ιωάννινα.

[Τα Ιωάννινα θα γνωρίσουν άλλη μια σύντομη ξενική κυριαρχία. Κατά τα τέλη Μαΐου 1917, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιταλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Deliponte στα πλαίσια των ανταντικών επιχειρήσεων για την κατάληψη της Θεσσαλίας και της Ηπείρου εισέβαλε από τη Βόρεια Ήπειρο και κατέλαβε τα Ιωάννινα, με αποτέλεσμα η ελληνική στρατιωτική άμυνα της πόλης να αναγκασθεί να αποσυρθεί στην Άρτα. Η ιταλική κατοχή των Ιωαννίνων διήρκεσε μόνο ως το Σεπτέμβριο του 1917, οπότε και ανακαταλήφθηκαν από τον ελληνικό στρατό.] 
 

Η κατάληψη των Ιωαννίνων θεωρήθηκε, δικαιολογημένα, μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του πολέμου. Κάθε νίκη όμως, διπλωματική ή στρατιωτική, για να έχει ουσιαστικό αντίκρισμα και να καρποφορήσει για την ευημερία μίας χώρας, πρέπει να αντιμετωπίζεται με σύνεση και σωφροσύνη και να συνοδεύεται από περαιτέρω ορθές πολιτικές επιλογές. Αντίθετα, οι νικηφόροι πολεμικοί αγώνες και των δύο Βαλκανικών Πολέμων θα επισκιαστούν γρήγορα από τον Εθνικό Διχασμό που θα ξεσπάσει το 1915. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα εδαφικά και διπλωματικά οφέλη που θα προκύψουν για τη χώρα μας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα εξανεμιστούν εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών που θα οδηγήσουν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν την ορθότητα της προλογικής μου σκέψης. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και διδάσκει. Κι αν οι άνθρωποι δεν αφουγκράζονται τα διδάγματά της, αυτό δεν οφείλεται της στη κακή της διδασκαλία, αλλά στη δική μας κακή μαθητεία….