Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Το ομηρικό κλειδί

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Πλίνιου η εφεύρεση του κλειδιού αποδίδεται στον Θεόδωρο τον Σάμιο (6ος αιώνας πκχ) που ήταν ευφυής μεταλλουργός. Ήταν χάλκινο ή από σίδερο, είχε το σχήμα μπαστουνιού που καμπυλώνει δύο φορές σε ορθή γωνία και μοιάζει με τις σύγχρονες σούβλες.

Η πρώτη αναφορά (και πιθανώς η αρχαιότερη) σε "κλειδί" είναι στην Οδύσσεια. Η Πηνελόπη οργανώνει τον γνωστό αγώνα μεταξύ των μνηστήρων. Όποιος τανύσει το τόξο του Οδυσσέα και περάσει το βέλος ανάμεσα από τα μάτια των τσεκουριών, θα την παντρευτεί. Το τόξο και τα τσεκούρια φυλάγονται μαζί με τους θησαυρούς του Οδυσσέα, σε συγκεκριμένο, ειδικά φτιαγμένο δωμάτιο θησαυρών, που κλείνει με όμορφες, βαριές δρύινες πόρτες. Αυτές με την σειρά τους κλειδώνουν με σύρτες και κλειδί από μπρούτζο και φίλντισι (Οδύσσεια ραψωδία φ). Το κλειδί που κρατάει η Πηνελόπη ονομάζεται σήμερα «ομηρικό κλειδί» και είναι ο αρχαιότερος και βασικότερος τύπος αρχαίου ελληνικού κλειδιού. Ήταν ένα λειτουργικό αντικείμενο και το χρησιμοποιούσαν ως οικοσκευή ήδη από τους ομηρικούς χρόνους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν όλες οι αναφορές σε ομηρικά κλειδιά συνδέονται με γυναικεία πρόσωπα. Οι γυναίκες της ομηρικής εποχής ήταν αποκλειστικά αρμόδιες για τη φύλαξη των κλειδιών του σπιτιού και αν πρόκειται για ιέρειες το κλειδί του ναού που κρατάνε προσδιορίζει την ιδιότητά τους και συμβολικά. Οι ιέρειες ήταν κλειδούχοι γιατί ήταν υπεύθυνες για την φύλαξη όχι μόνο του ναού αλλά και του «θησαυρού» του.

Κλειδούχοι εκτός των θνητών υπήρχαν και Θεοί. Η Ήρα είναι η κατ΄εξοχήν κλειδούχος του οίκου των Θεών ως σύζυγος του Δία. Είναι επίσης φύλακας των κλειδιών του σπιτιού και του γάμου όπως αναφέρεται στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη. Οι δε γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας προσέφεραν κλειδιά στην Ήρα ως αφιερώματα ζητώντας από τη Θεά να προστατέψει το σπίτι και τον γάμο τους. Επίσης οι έγκυες προσέφεραν κλειδιά στην Ήρα για να ξεκλειδώσει την μήτρα τους και να γεννήσουν χωρίς προβλήματα. Οι επιπλοκές κατά την διάρκεια του τοκετού, ήταν η βασικότερη αιτία θνησιμότητας των γυναικών της αρχαιότητας.

Εκτός από την Ήρα, ο Άδης είναι φύλακας των κλειδιών του κάτω κόσμου ενώ μεταγενέστερα αναφέρεται και η σύζυγος του Άδη η Περσεφόνη όπως και ο Πλούτωνας, η Εκάτη και η Κυβέλη.

Το ομηρικό κλειδί διατηρεί τον συμβολικό του χαρακτήρα και μεταγενέστερα όταν αντικαθίσταται από τα πιο λειτουργικά και ασφαλή «λακωνικά» ή τα κάπως διαφορετικά «παριανά» κλειδιά και κλειδαριές.
Υπάρχει πλήθος αναφορών και απεικονίσεων τους σε αγγεία, αγάλματα ή άλλα μνημεία της τέχνης. Σύμφωνα με οικοδομική επιγραφή, κάποιος Δαμοφάνης πήρε 240 δραχμές για να κατασκευάσει το κλειδί της θύρας του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, ποσό αρκετά μεγάλο για την εποχή, που δηλώνει και προσεγμένη κατασκευή και ακριβά υλικά (Μάντης).

Το ομηρικό κλειδί «αναβιώνει» μεταγενέστερα στην Μεγάλη Βρετανία ως Κέλτικο κλειδί και σε αυτό συνηγορούν σχετικά ευρήματα από ανασκαφές.

Εικόνα: Χάλκινο κλειδί «ομηρικού τύπου». Βρέθηκε το 1898-99 στο ιερό της Άρτεμης Ιμέρας στους Λουσούς Αρκαδίας (ανασκαφές Αυστριακών). Η λαβή καταλήγει σε κεφάλι φιδιού, και έχει «επί τα λαιά» επιγραφή που χρονολογείται τον 5ο αιώνα: Τας Αρτάμιτος τας εν Λουσοίς
Βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης.

Το αγκάθι στη σχέση: Η κακή επικοινωνία, ο εγωισμός και η αποστασιοποίηση στο ζευγάρι

Δεν επικοινωνούμε πια. Αντιμαχόμαστε σαν να πρέπει να κερδίσει κάποιος από τους δύο στο τέλος. Νιώθω ότι δεν με καταλαβαίνει, νιώθω μόνος στη σχέση, ένας φαύλος κύκλος που με πληγώνει και με φέρνει σε αδιέξοδο.

Ο έρωτας και η αγάπη, λοιπόν, αντέχουν μέσα στο χρόνο και την υπομονή, ή στην μακροχρόνια σύνδεση; Η επικοινωνία δύναται τόσο να δυναμώσει και να ισορροπήσει το ζευγάρι όσο και να δηλητηριάσει την ποιότητα της σχέσης. Βεβαίως, μιλάμε για τον τρόπο που επικοινωνεί κάποιος. Δεν είναι απλό ζήτημα.

Η επικοινωνία αποτελεί μία εγκεφαλική λειτουργία και έναν δίαυλο εκδήλωσης των σκέψεων, των συναισθημάτων, αυτών που θέλουμε να κάνουμε, των αναγκών μας, και ακόμη και μία λέξη μπορεί να καθρεφτίζει πολλαπλά υποσυνείδητα κομμάτια, νοήματα, ερμηνείες και κίνητρα του άλλου. Κατά την επικοινωνία δεν μιλάμε μόνο με τη γλώσσα αλλά και με όλο το σώμα μας, συνεπώς η κινησιολογία μας την ώρα που μιλάμε στον άλλον, το ύφος μας, ο τόνος της φωνής, η βλεμματική επαφή ή αποφυγή έρχονται να συμπληρώσουν όλο το μήνυμα.
 
Πότε η επικοινωνία καταστρέφει τον ερωτισμό και τη σχέση;

Επικριτική στάση ''Όταν εγώ φταίω για όλα'':

Η κριτική στον σύντροφο δεν είναι απλώς ένα επικοινωνιακό λάθος, αλλά μία βαθιά πληγωτική στάση που στοχεύει στην υπονόμευση του συντρόφου, στο επίπεδο της προσωπικότητάς του.

Η κριτική είναι μία επίθεση στο χαρακτήρα του άλλου, φέρνοντας στον σύντροφο μία αίσθηση ότι ο ίδιος είναι ελαττωματικός, κατώτερος, ανίκανος να διαχειριστεί καταστάσεις, ότι κάνει λάθη, χρησιμοποιώντας χαρακτηρισμούς και κατηγορίες. Σε μία σχέση έχουν και οι δύο ευθύνη, και οι δύο συνεισφέρουν στην επικοινωνία και στη λύση των προβλημάτων. Όταν, όμως, ένας από τους δύο τείνει να εκφράζεται επικριτικά μεταφέρει την ευθύνη κυρίως στον άλλον.

Αυτό το μοτίβο πλήττει την αυτοπεποίθηση του συντρόφου, την αξία του, την προσφορά του στη σχέση, και κατά συνέπεια αναδύει τις άμυνές του κάθε φορά που δέχεται προσωπική επίθεση.

Η πηγή της επικριτικής στάσης μπορεί να είναι η ανάγκη για έλεγχο και εξουσία, ως αντίβαρο στην υποσυνείδητη προσωπική ανεπάρκεια. Αυτός που επικρίνει επί της ουσίας επικρίνει τον εαυτό του για το αίσθημα κατωτερότητάς του, για την προσωπική αποτυχία, επικρίνει την μητέρα του ή τον πατέρα του λόγω θυμού που δεν έχει αναγνωρίσει στον εαυτό του, καταλήγοντας όλη η εσωτερική σύγκρουση που βιώνει το άτομο να ξεσπά στο πρόσωπο του συντρόφου. Το άτομο μπορει να μην είναι θυμωμένο με τον σύντροφό του, αλλά με τις πηγές του τραύματός του.

Συνεπώς, καταλαβαίνουμε ότι το άτομο αυτό δεν ευχαριστιέται τη σχέση του, τη διαμορφώνει χειριστικά μέσω της κριτικής ώστε να υπερτερήσει στον εαυτό του, και βλέπει τον σύντροφο μέσα από το δικό του φίλτρο, αδύναμος να αφεθεί και να θέσει τη προσωπικότητά του σε ίση στάθμη με τον σύντροφό του.

Περιφρόνηση/Υποτίμηση: 'Όταν με απαξιώνεις...

Η περιφρόνηση συνιστά μία πιο αιχμηρή και επιθετική συμπεριφορά, που διαχέει ένα κλίμα απαξίωσης του συντρόφου. Υπερβαίνει την κριτική, τροφοδοτώντας μία κακία στον άλλον, μέσω της έλλειψης σεβασμού, υπονοουμένων, χλευασμού, πειραγμάτων, βρισιών, στοχεύοντας στο να νιώσει ο δέκτης της περιφρόνησης άχρηστος και ανάξιος.

Η περιφρόνηση εκδηλώνεται ακόμη και με ένα βλέμμα, ένα ύφος απαξιωτικό, ακόμη και αδιάφορο. Η σχέση μετασχηματίζεται σε έναν διαγωνισμό ποιός έχει δίκιο και ποιός έχει άδικο. Ο σύντροφος που δέχεται την περιφρόνηση αισθάνεται ότι ποτέ δεν ακούγονται οι ανάγκες του, οι επιθυμίες του, μία ματαιότητα ως προς την εξωτερίκευση παραπόνων λόγω της προσδοκίας ότι θα υποτιμηθούν καθώς εκμηδενίζεται οτιδήποτε συνοδεύει την ύπαρξή του και την ταυτότητά του μέσα στη σχέση. Ακόμη, και τα θετικά στοιχεία ή πράξεις που κάνουμε μέσα στη σχέση, μπορεί να μην αναγνωριστούν, να μην εκτιμηθούν, να μην συνυπολογίζονται, προκειμένου να μην ανέβει αξιακά και ηθικά μέσα στη σχέση.

Το κυρίαρχο συναίσθημα μέσα στην περιφρόνηση είναι ο θυμός, ένας θυμός που αναζωπυρώνεται από ανεκπλήρωτες ανάγκες, αδικία, συγκρούσεις με τους γονείς, υπονόμευση και διάκριση από τους γονείς, παιδικά τραύματα, χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η εχθρικότητα και ο θυμός κρύβει ένα τραυματικό παράπονο που αν δεν το δουλέψουμε με τον εαυτό μας ή θα τον στρέψουμε στον εαυτό μας γινόμενοι αυτοκαταστροφικοί ή θα τον στρέφουμε στους άλλους.

Μία σχέση, λοιπόν, που βασίστηκε στον έρωτα, τα συναισθήματα και την αγάπη μετουσιώνεται σε εχθρικότητα μέσα από την περιφρόνηση, κυοφορεί μία αγωνία, ανασφάλεια και αμφιβολία για το ποιός είναι αυτός που αγαπάμε, τί θέλει από εμάς, αν πραγματικά μας θέλει στη ζωή του, προκαλώντας ρήγμα εμπιστοσύνης και αρκετές φορές επιφέροντας τον χωρισμό.

Η άμυνα, προστατεύοντας την αυτοεκτίμησή μου:

Όταν, λοιπόν, ένα σύντροφος γίνεται δέκτης αυτών των συμπεριφορικών μοτίβων θα ανακινήσει τις δικές του άμυνες προκειμένου να προστατεύσει και να θωρακίσει την αυτοεκτίμησή του και την αξιοπρέπειά του.

Η αμυντικότητα έχει διάφορες μορφές. Συνήθως, αρνούμαστε τις υποδείξεις, τα σχόλια, την ηθική μείωση και την κριτική, προσπαθούμε να υπεραστιστούμε την άποψή μας και την ανάγκη μας, είτε εκφράζοντάς το είτε με την εσωτερική φωνή μέσα μας.

Μπορεί να περάσουμε στην αντεπίθεση. Διότι η ανάγκη μας να εισακουστούμε και να αποκαταστήσουμε τις ευθύνες και το άδικο μας υπερβαίνουν, διατείνεται η λογομαχία και οι προσβολές, μπορεί να απειλούμε τον άλλον με χωρισμό, οδηγώντας σε αδιέξοδο, τόσο επικοινωνιακά όσο και συναισθηματικά.

Μπορεί σε αυτή τη φάση να νιώσουμε και εμείς εχθρικότητα απέναντι στον άλλον, να νιώθουμε ότι τον μισούμε και τον αγαπάμε ταυτόχρονα, μπορεί να νιώσουμε ακόμη και απέχθεια καταλήγοντας στην συναισθηματική αποξένωση. Όλο αυτό φέρνει μία συναισθηματική σύγχυση αλλά και γνωστική ασυμφωνία μέσα μας. Οι σκέψεις είναι μπερδεμένες, βουλιάζουμε σε ένα βυθό αμφιβολιών και ενοχών, κατηγορίας και αυτοκατηγορίας, δεν μπορούμε να σκεφτούμε νηφάλια τι κάνουμε λάθος από την πλευρά μας, πως θα συνεχίσουμε τη σχέση, διαιωνίζοντας μία πάλη μεταξύ του να μείνω ή να φύγω από τη σχέση.

Συναισθηματική/Σωματική απομόνωση: 'Υψώνοντας τον τοίχο απέναντί σου':

Αυτή η άμυνα είναι επίσης καταστροφική για το άτομο που την εκδηλώνει και για την σχέση. Κάνουμε την καρδιά μας και το μυαλό μας πέτρα, σαν να κλειδώνουμε τους αισθητήρες μας, και υψώνουμε έναν τοίχο αυτοπροστασίας απέναντι στον άλλον, χωρίς να αντιδρούμε. Προσπαθούμε να αποφύγουμε τις εντάσεις αποσυρόμενοι, διαμορφώνοντας μία στάση αποφυγής. Αυτή η αντιμετώπιση μπορεί να ερμηνευτεί ως αδιαφορία από τον άλλον, ότι δεν ενδιαφερόμαστε, δε δίνουμε την πρέπουσα προσοχή.

Ακόμη, η στάση μας αυτή μπορεί να λειτουργεί θετικά προσωρινά σε μία σύγκρουση, με την έννοια ότι δεν περνάμε στην επίθεση με τον άλλον, αλλά συμβολίζει μερικές φορές έναν προσωπικό μας ενδότερο υποσυνείδητο φόβο να αντιμετωπίσουμε τον άλλον. Φόβος για το ότι αν εμπλακούμε στην ένταση δεν θα μπορέσουμε να διαχειριστούμε τον εαυτό μας, τα δυσάρεστα συναισθήματα, θα χάσουμε τον έλεγχο, θα ρισκάρουμε τη σχέση, ίσως να φοβόμαστε την απόρριψη και την μοναξιά. Μπορεί υποχωρώντας να διαιωνίζεται μία τοξικότητα στη σχέση, αλλά αυτό μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε πιο ασφαλείς από το να μπούμε στο λεκτικό παιχνίδι με τον άλλον. Η απόσυρση γίνεται μία ψευδοασφάλεια. Ακόμη, αυτό το μοτίβο μπορεί να αποτελεί μία μαθημένη συμπεριφορά μέσα στα χρόνια, αν θυμηθούμε συγκρούσεις και εντάσεις μέσα στην οικογένεια ή στο σχολείο και το πως αντιδρούσαμε σε αυτές.

Aνταγωνισμός/Εγωισμός 'Το εγώ που σκιάζει το εμείς':

Ο εγωισμός είναι ο 'δολοφόνος' του έρωτα και της αγάπης, μία από τις αιτίες που πρωτοστατούν στους χωρισμούς και στις συγκρούσεις των ζευγαριών.

Ο εγωισμός φανερώνεται μέσα από την έλλειψη ενσυναίσησης, την αδυναμία ανάληψης ευθυνών, την μη παραδοχή λαθών, την κατηγορία. Μπορεί να εκφράζει την κτητικότητα, να παρουσιάζει μία ακαμψία στις πεποιθήσεις και τις απόψεις του χωρίς να δείχνει ανοιχτός και δεκτικός σε μία εναλλακτική άποψη, ακόμη και στο να αλλάξει ανεπιθύμητες συμπεριφορές. Μοιάζει να μην μαθαίνει από τα λάθη του, εκμηδενίζοντας τον αντίκτυπο των συμπεριφορών του στη σχέση, και αυτό λαμβάνεται ως αδιαφορία από την άλλη πλευρά, 'δεν νοιάζεται για εμένα, πάλι κάνει τα ίδια και με πληγώνει, συζητάμε τα ίδια κα τα ίδια, δεν αλλάζει, δεν με ακούει'. Ζηλεύει τα επιτεύγματα των άλλων, τη χαρά και την επιτυχία των άλλων, διότι βαθιά αισθάνεται κατώτερος και αποτυχημένος.

Σε χειριστικό επίπεδο, θα προσπαθήσει να έρθει σε ισορροπία με τον σύντροφο, θα επιδείξει συμπόνια ή συγνώμη, αν νιώσει ότι θα χάσει τον σύντροφο. Μόλις κερδίσει την εύνοια του συντρόφου και νιώσει την αγκαλιά του ξανά, θα επανέλθει το εγώ επαναλαμβάνοντας το μοτίβο του ώστε να παραμείνει ανώτερος στα μάτια του και ότι διατηρεί τον έλεγχο.

Ο εγωισμός δεν φέρνει μόνο αποξένωση στη σχέση, αλλά και έναν εσωτερικό μαρασμό, μία ανηδονία στη ζωή που οφείλεται στο γεγονός ότι το άτομο δεν ευχαριστιέται και είναι ανικανοποίητος από τον ίδιο του τον εαυτό. Τίποτα δεν φαίνεται αρκετό, πάντα και παντού θα υπάρξει κάτι στραβό. Το άγχος, η κατάθλιψη, οι εξαρτήσεις και τα ψυχοσωματικά προβλήματα είναι απόρροιες του εγωισμού, δυσκολεύοντας την ανάπτυξη ουσιαστικών εποικοδομητικών σχέσεων, διαχέοντας ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς. Ο εγωισμός διώχνει ανθρώπους από τη ζωή μας επαληθεύοντας τη μοναξιά που υπάρχει μέσα μας.

Προσωπικότητα και άμυνες:

Το κάθε ζευγάρι έχει μία μοναδική δυναμική, παντρεύοντας δύο διαφορετικές προσωπικότητες με διαφορετικά οικογενειακά υπόβαθρα. Δύο κόσμοι καλούνται να συμβαδίσουν, πράγμα που θέλει προσπάθεια και από τους δύο εφόσον θέλουν ο ένας τον άλλον.

Ο τρόπος αντίδρασής μας στα παραπάνω μοτίβα συμπεριφοράς εξαρτώνται και σε μεγάλο βαθμό από την προσωπικότητά μας και το πως έχουμε μάθει συναισθηματικά να αντιδρούμε από το παρελθόν σε αντίστοιχες καταστάσεις κρίσης.

Ένας σύντροφος που είναι αντιδραστικός και παρορμητικός μπορεί να επιτεθεί και να είναι πιο εκδηλωτικός σε μία σύγκρουση με τον σύντροφό του, ενώ ένας πιο παθητικός και λιγότερο ευερέθιστος μπορεί να υψώσει αυτόν τον συναισθηματικό τοίχο για να προστατέψει τον εαυτό του.

Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα για να κατανοήσουμε την συμπεριφορά μας είναι να κάνουμε μια αναδρομή στο πως αντιδρούσαμε στις συγκρούσεις των γονέων. Όταν υπήρχε αστάθεια στο περιβάλλον, δυσπιστία, καβγάδες, αλληλοκατηγορίες μεταξύ των γονέων, τί ρόλο είχαμε εμείς ως παιδιά; Πολλά παιδιά μπαίνουν στη μέση διεκδικώντας το δίκαιο, υποστηρίζοντας την μία πλευρά, σε μία προσπάθεια να αποκαταστήσουν την ισορροπία. Άλλα παιδιά μπορεί να αποσύρονται, να αποτραβιούνται από τους γονείς, με κυρίαρχα τα συναισθήματα φόβου, αγωνίας και του αγνώστου.

Όσο χρόνιο είναι το μοτίβο που μεγαλώνουμε τόσο εγκαθίσταται και η δική μας αντίδραση σε αυτό, μαθαίνουμε αυτή την συναισθηματική αντίδραση, αναπτύσσεται η προσωπικότητά μας μέσα από αυτό το φίλτρο (πεποιθήσεις, συναισθήματα, συμπεριφορές), και ανακυκλώνονται σε καταστάσεις της ενήλικης ζωής που μοιάζουν με αυτές που ζήσαμε ως παιδιά.

Είναι η επικοινωνία αιτία να χωρίσω;

Κανείς δεν μπορεί να ορίσει αν πρέπει να χωρίσουμε ή οχι από τον σύντροφό μας. Σαφώς, η επικοινωνία είναι από τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά που χτίζεται η σχέση και δείχνει τις πιθανότητες επιτυχίας και μακροχρονιότητας της σχέσης.

Είναι λογικό να επέρχεται μία εξάντληση και μία ψυχική φθορά μέσα σε μία σχέση με δυσλειτουργική επικοινωνία. Το ότι 'δεν βγάζουμε άκρη μεταξύ μας, δεν καταλήγει πουθενά', είναι μία μετέωρη κατάσταση που προκαλεί συναισθήματα άγχους, αβεβαιότητας, ανασφάλειας, δυσπιστίας και αποστασιοποίησης. Είναι δύσκολο η απόσταση να μεγαλώνει και μετά να πρέπει να εκμηδενιστεί, και αυτό να συμβαίνει συνεχώς.

Είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε τι μας προσφέρει ο σύντροφός μας, αυτή η σχέση. Ποιά είναι τα θετικά και ποιά τα αρνητικά αυτής της σχέσης, και η ζυγαριά κατά που γέρνει; Τι μπορεί να μας συνδέει με τον σύντροφό μας; Τί φοβόμαστε που μας αποτρέπει να χωρίσουμε;

Πώς να επενδύσω στη σχέση μου;

Οι παρακάτω τρόποι μπορεί να βοηθήσουν στην προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τις περιόδους κρίσης και τις συγκρούσεις με τον σύντροφό μας:

Aποδοχή: Eάν αποφασίσω ότι θέλω τη σχέση είναι σημαντικό να αποδεχτούμε την προσωπικότητα και την συμπεριφορά του συντρόφου μας, χωρίς την έγνοια ότι πρέπει να κάνω τον άλλον να αλλάξει. Θα αλλάξει εφόσον το συνειδητοποιήσει και το θελήσει ο ίδιος. Εμείς μπορούμε να ελέγξουμε την δική μας προοπτική απέναντι στον σύντροφο. Συνεπώς, αποδεχόμαστε το ψυχικό πορτραίτο του συντρόφου, χωρίς να εμπλεκόμαστε στις παρατηρήσεις του, χωρίς να συμμετέχουμε, χωρίς να ασκούμε κριτική, όπως όταν βλέπουμε μία ταινία που την παρακολουθούμε αλλά δεν την βάζουμε στη ζωή μας, είμαστε θεατές. Όντας θεατές σε μία αρνητική συμπεριφορά του συντρόφου, δεν τροφοδοτούμε τη σύγκρουση και από την άλλη προστατεύουμε ενεργητικά τον εαυτό μας από το να μην πληγωθεί.

Προσωπική στήριξη και αυτογνωσία. Σε μία τέτοια σχέση χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και τί αξίζουμε. Είναι πολύ σημαντικό, διότι μέσα από μία τοξική σχέση με τέτοια μοτίβα συχνά νιώθουμε ότι δεν είμαστε ο εαυτός μας, νιώθουμε αποδυναμωμένοι, πολλές φορές αλλοιώνεται ο αληθινός μας εαυτός. Η αυτοπροστασία ξεκινά από τον εαυτό μας και ύστερα από την αντιμετώπισή μας προς τους άλλους.

Time out: Στις συγκρούσεις πολλές φορές βοηθάει το να διακόψουμε και να πούμε 'Φαίνεσαι εκνευρισμένος και δεν μπορούμε τώρα να συζητήσουμε, και επειδή δεν φαίνεσαι καλά, ας κάνουμε ένα διάλειμμα και θα το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή'. Μπορεί ακόμα να χρειαστεί να αποχωρήσουμε από τον κοινό χώρο όταν νιώθουμε ότι συναισθηματικά μας υπερβαίνει η σύγκρουση.

Ακόμη, αν υπάρχουν συμπεριφορές ή πράγματα που μπορεί από την πλευρά μας να πυροδοτούν την αντιδραστική στάση του άλλου θα ήταν ωφέλιμο να περιοριστούν. Μπορεί για παράδειγμα να γινόμαστε επικριτικοί με τις δουλειές του σπιτιού, συνεπώς ίσως να ήταν καλύτερο να χαμηλώσουμε τους τόνους εμείς οι ίδιοι, να κάνουμε πιο ευγενικές υπενθυμίσεις, χαλαρώνοντας την αυστηρότητά μας και τα πρέπει.

Ας μην χάνουμε ευκαιρίες για οικειότητα: Mπορεί ο χρόνος να είναι περιορισμένος, να υπάρχει ένταση μέσα στην ημέρα, όμως ένα χάδι, μία αγκαλιά, ένα κοινό φαγητό, μία κοινή δραστηριότητα μπορεί να χαλαρώσει το ζευγάρι, να έρθει ο ένας πιο κοντά στον άλλον ενισχύοντας το καλό κλίμα, τη συναισθηματική ικανοποίηση και το μοίρασμα.

Τέλος, ένας ειδικός έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει είτε ατομικά είτε το ζευγάρι από κοινού για την καλύτερη δυνατή επικοινωνία. Ο τρόπος που μεταφέρουμε διαφορετικά μυνήματα, από μία παρατήρηση για το σπίτι ή την εργασία μέχρι το πως να επικοινωνήσουμε παράπονα και συμπεριφορές που μας ενοχλούν και μας πληγώνουν παίζουν τεράστιο ρόλο στη διατήρηση της ισορροπίας της σχέσης και την αποφυγή της σύγκρουσης.

Η σχέση δεν είναι ο σκοπός, αλλά το ταξίδι. Ένα ταξίδι όχι και τόσο εύκολο. Περπατούμε με τον άλλον πλάι μας αλλά ας αναλογιστούμε τι αποθέματα δύναμης έχουμε εμείς και τι αντοχές, και τι διαδρομή θέλουμε να τραβήξουμε. Τι μπορούμε να σηκώσουμε και τι όχι. Ένα ταξίδι που δεν πρέπει να έχει μόνο βάρη αλλά και απόλαυση, αγκαλιά, τρυφερότητα, ξεγνοιασιά και εξέλιξη.

Κάθε φίλος αντιπροσωπεύει έναν κόσμο μέσα μας, που ίσως να μην γεννιόταν ποτέ αν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος

«Κάθε φίλος αντιπροσωπεύει έναν κόσμο μέσα μας, έναν κόσμο που ίσως να μην γεννιόταν ποτέ αν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος.» – Anaïs Nin

Η φιλία αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις μορφές ανθρώπινης σχέσης. Από τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες μέχρι τις σύγχρονες πόλεις, οι άνθρωποι δημιουργούν δίκτυα φίλων που προσφέρουν συντροφικότητα, κατανόηση και αίσθηση κοινότητας. Συνήθως, η φιλία αντιμετωπίζεται ως μια ενιαία κατηγορία σχέσης, σαν όλοι οι φίλοι να επιτελούν τον ίδιο ρόλο στη ζωή μας.

Η κοινωνική ψυχολογία δείχνει ότι αυτή η εικόνα είναι απλουστευτική. Οι ανθρώπινες φιλίες δεν αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο σχέσεων. Αντίθετα, λειτουργούν ως ένα σύστημα διαφορετικών ρόλων που καλύπτουν ξεχωριστές κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες. Ένας φίλος μπορεί να προσφέρει συναισθηματική ασφάλεια, ένας άλλος κοινές εμπειρίες, ενώ ένας τρίτος συμβάλλει στη διεύρυνση της σκέψης.

Αυτή η ποικιλία δείχνει ότι η αξία των φιλικών σχέσεων δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό τους αλλά και στη διαφορετικότητα των λειτουργιών που επιτελούν. Στην καθημερινή ζωή οι άνθρωποι περιβάλλονται από ένα δίκτυο φίλων, που καλύπτουν διαφορετικές πτυχές της κοινωνικής εμπειρίας. Μέσα από αυτή τη δυναμική μπορούν να διακριθούν πέντε βασικοί τύποι φιλίας:

1. Ο φίλος της ιστορίας

Ο άνθρωπος που θυμάται ποιοι ήμασταν πριν γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα.

Ο πρώτος τύπος φίλου συνδέεται με το παρελθόν μας. Πρόκειται για ανθρώπους που γνωρίζουν την προσωπική μας διαδρομή, τις παλαιότερες εκδοχές του εαυτού μας και τις εμπειρίες που διαμόρφωσαν τη ζωή μας. Συχνά πρόκειται για φίλους από το σχολείο, την εφηβεία ή άλλες πρώιμες περιόδους της ζωής.

Η σημασία αυτής της φιλίας βρίσκεται στη συνέχεια που προσφέρει στην προσωπική ταυτότητα. Μέσα από τη σχέση αυτή διατηρείται μια αίσθηση χρονικής συνέχειας, καθώς κάποιος μπορεί να θυμηθεί γεγονότα, επιλογές και μεταβάσεις που σημάδεψαν διαφορετικές φάσεις της ζωής. Ακόμη και όταν οι επαφές γίνονται πιο αραιές, η σχέση διατηρεί μια ιδιαίτερη οικειότητα.

Η κοινωνιολογία των σχέσεων δείχνει ότι τέτοιες φιλίες λειτουργούν ως «αποθήκες μνήμης». Οι άνθρωποι μέσα από αυτές διατηρούν πρόσβαση σε προηγούμενες εκδοχές της ζωής τους, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση προσωπικής συνοχής.

2. Ο φίλος της εμπιστοσύνης

Ο άνθρωπος μπροστά στον οποίο δεν χρειάζεται να προστατεύουμε τον εαυτό μας.

Ένας δεύτερος τύπος φιλίας βασίζεται στην ψυχολογική ασφάλεια. Ο φίλος της εμπιστοσύνης είναι ο άνθρωπος στον οποίο μπορεί κάποιος να εκφράσει σκέψεις, ανησυχίες ή προσωπικές δυσκολίες χωρίς το φόβο της κριτικής.

Η αξία αυτής της σχέσης συνδέεται με τη δυνατότητα συναισθηματικής επεξεργασίας εμπειριών. Η συζήτηση με έναν άνθρωπο που δείχνει κατανόηση, βοηθά στην οργάνωση των σκέψεων και στη μείωση του ψυχολογικού στρες. Για τον λόγο αυτό, οι φιλίες που βασίζονται στην εμπιστοσύνη, λειτουργούν ως σημαντικός παράγοντας ψυχικής ανθεκτικότητας.

Η έρευνα για τις κοινωνικές σχέσεις έχει δείξει ότι η ύπαρξη έστω και ενός ανθρώπου στον οποίο μπορεί κάποιος να μιλήσει ανοιχτά συνδέεται με καλύτερη ψυχική και σωματική υγεία. Η φιλία της εμπιστοσύνης επομένως, λειτουργεί ως σημαντικό στοιχείο του κοινωνικού δικτύου υποστήριξης.

3. Ο φίλος της εμπειρίας

Ο άνθρωπος που μοιράζεται μαζί μας τις εμπειρίες της ζωής.

Μια άλλη μορφή φιλίας αναπτύσσεται μέσα από την κοινή εμπειρία. Ο φίλος της ζωής είναι ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμαστε δραστηριότητες, ενδιαφέροντα και καθημερινές εμπειρίες.

Οι σχέσεις αυτές εμφανίζονται συχνά σε περιβάλλοντα όπως η εργασία, οι σπουδές, τα χόμπι ή οι κοινωνικές δραστηριότητες. Η αξία τους βρίσκεται στη δημιουργία κοινών αναμνήσεων και στη συμμετοχή σε δραστηριότητες που ενισχύουν την αίσθηση συντροφικότητας.

Η ψυχολογία δείχνει ότι οι κοινές εμπειρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των φιλικών δεσμών. Οι δραστηριότητες που μοιράζονται οι άνθρωποι δημιουργούν ένα πλαίσιο συνεργασίας και αλληλεπίδρασης που ενισχύει την αίσθηση κοινωνικής σύνδεσης.

4. Ο φίλος της ειλικρίνειας

Ο άνθρωπος που μας λέει την αλήθεια ακόμη και όταν αυτή είναι δύσκολη.

Μια λιγότερο συζητημένη αλλά ιδιαίτερα σημαντική μορφή φιλίας είναι εκείνη που βασίζεται στην ειλικρινή ανατροφοδότηση. Ο φίλος της ειλικρίνειας εκφράζει απόψεις ακόμη και όταν αυτές είναι δύσκολες ή αντίθετες με τις προσδοκίες μας.

Η παρουσία ενός τέτοιου φίλου λειτουργεί ως μορφή κοινωνικού καθρέφτη. Μέσα από τη σχέση αυτή, ένας άνθρωπος μπορεί να δει πτυχές της συμπεριφοράς του που ίσως δεν αντιλαμβάνεται εύκολα μόνος του. Η ειλικρινής ανατροφοδότηση συμβάλλει έτσι στην προσωπική ανάπτυξη και στη βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων. Γιατί η ειλικρίνεια μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν υπάρχει η βεβαιότητα ότι προέρχεται από ενδιαφέρον και όχι από κριτική διάθεση.

5. Ο φίλος της προοπτικής

Ο άνθρωπος που διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο.

Ο πέμπτος τύπος φιλίας συνδέεται με τη γνωστική και κοινωνική διεύρυνση. Ο φίλος της προοπτικής είναι ο άνθρωπος που φέρνει διαφορετικές ιδέες, εμπειρίες ή τρόπους σκέψης στη ζωή μας.

Συχνά πρόκειται για ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετικούς επαγγελματικούς, κοινωνικούς ή πολιτισμικούς χώρους. Μέσα από τη σχέση αυτή οι άνθρωποι εκτίθενται σε νέες ιδέες και διαφορετικές ερμηνείες της πραγματικότητας.

Η κοινωνική έρευνα δείχνει ότι τέτοιες σχέσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στη γνωστική ανάπτυξη. Η επαφή με διαφορετικές οπτικές βοηθά στη δημιουργία πιο σύνθετης κατανόησης του κόσμου και ενισχύει την ικανότητα κριτικής σκέψης.

Η ποικιλία των φιλικών σχέσεων

Οι πέντε αυτοί τύποι φίλων δεν αποτελούν αυστηρές κατηγορίες ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, πολλές φιλίες συνδυάζουν περισσότερες από μία λειτουργίες. Ένας παλιός φίλος μπορεί να είναι ταυτόχρονα φίλος της ιστορίας και της εμπιστοσύνης, ενώ ένας συνεργάτης μπορεί να λειτουργεί ως φίλος της ζωής αλλά και της προοπτικής.

Η διάκριση αυτών των ρόλων βοηθά κυρίως στην κατανόηση της ποικιλίας που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα υγιές κοινωνικό δίκτυο δεν βασίζεται απαραίτητα σε μεγάλο αριθμό φίλων, αλλά στη διαφορετικότητα των σχέσεων που καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες.

Η φιλία επομένως είναι ένα σύνολο διαφορετικών δεσμών που συμβάλλουν με ξεχωριστούς τρόπους στη διαμόρφωση της κοινωνικής και ψυχολογικής ζωής των ανθρώπων.

«Η φιλία δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση, όπως το νερό ή το ψωμί· όμως είναι από εκείνα τα πράγματα που δίνουν αξία στην επιβίωση.» – C.S. Lewis

Γεννιέσαι δύο φορές: Tη μία που γεννιέται ένα ανθρώπινο πλάσμα και την άλλη που γεννιέται ο άνθρωπος

Λένε πως ο άνθρωπος γεννιέται δύο φορές. Η πρώτη είναι προφανής: η βιολογική γέννηση, η στιγμή που το σώμα έρχεται στον κόσμο και αρχίζει να υπάρχει μέσα στον χρόνο. Η δεύτερη όμως, είναι λιγότερο ορατή και συχνά πιο καθοριστική. Είναι η γέννηση της συνείδησης, της επιλογής, της ταυτότητας. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δεν ζει απλώς, αλλά καταλαβαίνει ότι ζει.

Η πρώτη γέννηση δεν είναι επιλογή μας. Γινόμαστε κομμάτι μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας, μιας γλώσσας, πριν ακόμη αποκτήσουμε φωνή. Μας δίνονται όνομα, ρόλοι, προσδοκίες. Μαθαίνουμε πώς «πρέπει» να είμαστε, πώς «οφείλουμε» να σκεφτόμαστε και ποιον δρόμο θεωρείται σωστό να ακολουθήσουμε. Σε αυτή τη φάση, η ζωή λειτουργεί περισσότερο ως κληρονομιά παρά ως προσωπικό έργο.

Η δεύτερη γέννηση έρχεται αργότερα. Και όχι για όλους την ίδια στιγμή. Μπορεί να προκληθεί από μια απώλεια, μια αποτυχία, έναν έρωτα, μια ρήξη ή μια βαθιά εσωτερική σιωπή. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος σταματά να ζει μηχανικά και αρχίζει να αναρωτιέται: Ποιος είμαι πραγματικά; Τότε καταλαβαίνει ότι μπορεί να αμφισβητήσει όσα του δόθηκαν έτοιμα. Ότι μπορεί να διαλέξει, να αρνηθεί, να αλλάξει.

Αυτή η δεύτερη γέννηση είναι συχνά επώδυνη. Περιλαμβάνει το ξεγύμνωμα από ψευδαισθήσεις, τον αποχωρισμό από βεβαιότητες και την ανάληψη ευθύνης. Δεν υπάρχει πια το άλλοθι του «έτσι με έμαθαν». Ο άνθρωπος αναγκάζεται να σταθεί απέναντι στον εαυτό του χωρίς μεσάζοντες. Να αποδεχτεί τα τραύματά του, αλλά και τη δύναμή του. Να καταλάβει πως η ελευθερία δεν είναι άνεση, αλλά κατάκτηση.

Κι όμως, αυτή η δεύτερη γέννηση είναι που δίνει νόημα στην πρώτη. Γιατί τότε μόνο η ζωή παύει να είναι απλή επιβίωση και γίνεται δημιουργία. Ο άνθρωπος δεν είναι πια απλώς αποτέλεσμα συνθηκών, αλλά ενεργός συμμέτοχος στην πορεία του. Αρχίζει να ζει με επίγνωση, όχι από συνήθεια. Να αγαπά με επιλογή, όχι από ανάγκη. Να προχωρά, γνωρίζοντας ότι η ταυτότητα δεν είναι κάτι στατικό, αλλά μια συνεχής διαδικασία.

Ίσως, τελικά, να μην γεννιόμαστε μόνο δύο φορές. Ίσως η δεύτερη γέννηση να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που τολμάμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Κάθε φορά που αφήνουμε πίσω έναν παλιό φόβο ή μια παλιά εκδοχή μας. Όμως η πρώτη φορά που το συνειδητοποιούμε είναι εκείνη που μας κάνει πραγματικά γεμάτους ανθρώπους.

Ίσως τελικά, η ζωή να μην ορίζεται από τη στιγμή που ξεκινά, αλλά από τις στιγμές που αλλάζει κατεύθυνση. Κάθε φορά που ο άνθρωπος επιλέγει να δει τον εαυτό του χωρίς δικαιολογίες και φόβο, γεννιέται ξανά. Δεν είναι μια θεαματική διαδικασία, αλλά μια σιωπηλή μετατόπιση εσωτερική. Εκεί, μέσα σε αυτή τη συνειδητή αφύπνιση, η ύπαρξη αποκτά βάθος και η ζωή παύει να είναι απλώς κάτι που συμβαίνει αλλά γίνεται κάτι που επιλέγεται.

Έτσι αντιλαμβάνονταν τον έρωτα, την επιθυμία και το σεξ οι γυναίκες της αρχαιότητας

Μέσα από ποιήματα, επιστολές και έργα τέχνης έρχονται στο «φως» περισσότερα στοιχεία για το πώς οι γυναίκες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν τον έρωτα, την επιθυμία και το σεξ.

Όπως καταγράφει το BBC, αφετηρία αυτής της προβληματικής εικόνας αποτελεί, μεταξύ άλλων, ο ποιητής Σημωνίδης ο Αμοργίνος, ο οποίος τον 7ο αιώνα π.Χ. περιέγραφε δέκα βασικούς τύπους γυναικών, αποδίδοντάς τους χαρακτηριστικά ζώων.

Στην κατηγορία των «γαϊδουρογυναικών» ενέτασσε εκείνες που θεωρούσε σεξουαλικά ακόλαστες.

Η καταγραφή αυτή αποτυπώνει τη μισογυνική ματιά της εποχής, αλλά ταυτόχρονα γεννά και ένα ερώτημα: ήταν πράγματι οι γυναίκες του αρχαίου κόσμου τόσο αποκομμένες από τη σεξουαλική επιθυμία όσο συχνά υπονοούν οι πηγές ή μήπως η εικόνα αυτή είναι αποτέλεσμα ανδρικής φαντασίωσης;

Οι ιστορικές μαρτυρίες αναδεικνύουν συνήθως τον περιορισμένο χαρακτήρα της ζωής των γυναικών.

Στην αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες κυκλοφορούσαν συχνά καλυμμένες στον δημόσιο χώρο, ενώ στη Ρώμη βρίσκονταν υπό την επιτήρηση ανδρικών μορφών εξουσίας, συνήθως του πατέρα ή του συζύγου, τόσο στις μετακινήσεις όσο και στη διαχείριση της περιουσίας τους.

Παρ’ όλα αυτά, η έρευνα δείχνει ότι η πραγματική σχέση των γυναικών με τη σεξουαλικότητα ήταν πιο περίπλοκη από όσο αφήνουν να φανεί οι κυρίαρχες ανδρικές αφηγήσεις.

Η Σαπφώ και η γυναικεία φωνή του πόθου

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα γυναικείας έκφρασης του ερωτικού πάθους είναι η Σαπφώ, η οποία έγραφε λυρική ποίηση στη Λέσβο τον 7ο αιώνα π.Χ.

Σε ένα από τα ποιήματά της περιγράφει τις έντονες σωματικές αντιδράσεις που της προκαλεί η θέα μιας γυναίκας που μιλά με έναν άνδρα: ταχυκαρδία, αδυναμία λόγου, φωτιά στις φλέβες, προσωρινή τύφλωση, βούισμα στα αυτιά, κρύος ιδρώτας, τρέμουλο και ωχρότητα.

Σε άλλο ποίημα ανακαλεί εικόνες μιας γυναίκας στολισμένης με λουλούδια και θυμάται με νοσταλγία πώς πάνω σε ένα μαλακό κρεβάτι θα «κατέπαυε την επιθυμία» της.

Τα σωζόμενα έργα της Σαπφώς είναι αποσπασματικά, ωστόσο σε έναν από τους παπύρους οι μελετητές έχουν διακρίνει πιθανή αναφορά σε δονητές, γνωστούς στα αρχαία ελληνικά ως «όλισβοι».

Τα αντικείμενα αυτά χρησιμοποιούνταν τόσο σε τελετές γονιμότητας όσο και για ηδονή, ενώ εμφανίζονται και σε παραστάσεις αγγείων.

Ερωτισμός, σύμβολα και ταφικά ευρήματα

Το κείμενο επισημαίνει ότι οι γυναίκες της αρχαιότητας δεν απέστρεφαν το βλέμμα από τον ερωτισμό. Αντίθετα, ορισμένες θάβονταν ακόμη και με σχετικά αντικείμενα.

Πριν από την άνοδο της Ρώμης, οι Ετρούσκοι κυριαρχούσαν στην ιταλική χερσόνησο και γέμιζαν την τέχνη τους με σκηνές ρομαντικού χαρακτήρα.

Πολλά έργα τέχνης και γλυπτά ταφών δείχνουν άνδρες και γυναίκες ξαπλωμένους μαζί, ενώ ένα θυμιατήριο με παράσταση ανδρών και γυναικών που αγγίζουν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου τοποθετήθηκε στον τάφο μιας Ετρουσκής γυναίκας τον 8ο αιώνα π.Χ.

Αργότερα, και στη Ρώμη τα φαλλικά αντικείμενα είχαν αποτρεπτική και συμβολική αξία, καθώς θεωρούνταν ότι έφερναν τύχη. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα είχε νόημα οι γυναίκες να αποφεύγουν σύμβολα που θεωρούνταν φορείς προστασίας και καλής τύχης.

Πορνεία και δημόσια εικόνα

Η σεξουαλικότητα ήταν επίσης παρούσα και στον δημόσιο χώρο. Τα πορνεία της Πομπηίας, για παράδειγμα, δείχνουν πόσο εμφανές ήταν το σεξ στην καθημερινή ζωή.

Στους τοίχους των μικρών αυτών χώρων υπήρχαν γκράφιτι, πολλά από τα οποία είχαν γραφτεί από άνδρες πελάτες που σχολίαζαν τις επιδόσεις συγκεκριμένων γυναικών.

Ιστορικά κείμενα και λόγοι περιγράφουν τις δύσκολες συνθήκες που βίωναν οι γυναίκες που εργάζονταν στην πορνεία. Ωστόσο, εμφανίζονται και σπάνιες περιπτώσεις όπου ακούγεται μια πιο σύνθετη γυναικεία φωνή.

Τον 3ο αιώνα π.Χ., η ποιήτρια Νόσσις, που ζούσε στο νότιο άκρο της Ιταλίας, έγραψε εγκωμιαστικά για ένα έργο τέχνης που είχε χρηματοδοτηθεί από μια εργάτρια του σεξ, την Πολυαρχίδα.

Σύμφωνα με το ποίημα, ένα εντυπωσιακό άγαλμα της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και της σεξουαλικότητας, είχε τοποθετηθεί σε ναό χάρη στα χρήματα που είχε συγκεντρώσει εκείνη.

Η Πολυαρχίς δεν ήταν μοναδική περίπτωση. Προγενέστερη εταίρα, η Δωρίχα, είχε επίσης διαθέσει χρήματα για την αγορά αντικειμένων που θα εκτίθεντο δημόσια στους Δελφούς.

Όπως σημειώνεται, αυτό που αποδέχονταν αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απαραίτητα το σεξ, αλλά η σπάνια δυνατότητα να μείνουν στη μνήμη μετά τον θάνατό τους, σε έναν κόσμο όπου η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών προοριζόταν για ανωνυμία.

Οι άνδρες συγγραφείς και η γυναικεία εμπειρία

Παρότι οι περισσότεροι σωζόμενοι συγγραφείς είναι ανδρες, ακόμη και μέσα από τα δικά τους έργα μπορούν να διακριθούν πιο πειστικές αποτυπώσεις της γυναικείας εμπειρίας.

Στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, που παρουσιάστηκε το 411 π.Χ., οι γυναίκες της Αθήνας οργανώνουν σεξουαλική απεργία για να πιέσουν τους άνδρες να συνάψουν ειρήνη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Πολλές από τις γυναίκες του έργου παρουσιάζονται να δυσανασχετούν επειδή στερούνται τη σεξουαλική ευχαρίστηση, στοιχείο που αξιοποιείται για κωμικό αποτέλεσμα.

Υπάρχει όμως και μια πιο σοβαρή στιγμή, όταν η Λυσιστράτη μιλά για το πώς βιώνουν πραγματικά οι γυναίκες τον πόλεμο.

Όχι μόνο αποκλείονται από την Εκκλησία του Δήμου, όπου συζητείται ο πόλεμος, αλλά βιώνουν επανειλημμένες απώλειες. Και ενώ για τις παντρεμένες γυναίκες ένας μακρύς πόλεμος είναι ήδη σκληρός, για τις ανύπαντρες είναι ακόμη χειρότερος, καθώς στερούνται ακόμη και τη δυνατότητα γάμου.

Όπως επισημαίνεται, στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους οι γάμοι κανονίζονταν συχνά και η πρώτη σεξουαλική εμπειρία μιας γυναίκας μπορούσε να είναι αποπροσανατολιστική. Μια αντίστοιχη φωνή εντοπίζεται και στην τραγωδία.

Σε χαμένο έργο του Σοφοκλή, η Πρόκνη περιγράφει τι σημαίνει να περνά μια γυναίκα από την παρθενία στον γάμο, λέγοντας ότι από τη στιγμή που μια νύχτα την έχει «ζέψει», πρέπει να αποδεχθεί τη νέα κατάσταση και να τη θεωρήσει όμορφη.

Συμβουλές για το σεξ και γυναικείες παρεμβάσεις

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γυναίκες φαίνεται να κατέγραφαν και πιο άμεσες σκέψεις για το σεξ. Σε επιστολή που αποδίδεται στη Θεανώ, Ελληνίδα φιλόσοφο του κύκλου του Πυθαγόρα, διατυπώνεται η συμβουλή ότι η γυναίκα πρέπει να αφήνει στην άκρη τη ντροπή της μαζί με τα ρούχα της όταν μπαίνει στο κρεβάτι του συζύγου της, και να τα ξαναφορά και τα δύο όταν σηκώνεται.

Η αυθεντικότητα της επιστολής έχει αμφισβητηθεί, ωστόσο το περιεχόμενό της, σύμφωνα με το κείμενο, θυμίζει συμβουλές που γυναίκες αντάλλασσαν και σε πολύ μεταγενέστερες εποχές.

Παράλληλα, αναφέρεται και η ποιήτρια Ελεφαντίς, η οποία φέρεται να είχε γράψει μικρά βιβλία με σεξουαλικές συμβουλές.

Αν και το έργο της δεν έχει σωθεί, μνημονεύεται από τον Μαρτιάλη και τον Σουητώνιο, ο οποίος αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Τιβέριος διέθετε αντίτυπα.

Όπου αλλού διασώζονται λόγια γυναικών μέσα από ανδρικά έργα, αυτές συνήθως εκφράζονται περισσότερο με όρους αγάπης παρά ωμού σεξουαλικού λόγου, σε αντίθεση με ορισμένους άνδρες συγγραφείς όπως ο Μαρτιάλης και ο Κάτουλλος.

Η Λεσβία, η ψευδώνυμη ερωμένη του Κάτουλλου, του λέει ότι «ό,τι λέει μια γυναίκα στον εραστή της τη στιγμή εκείνη, πρέπει να γράφεται πάνω στον άνεμο και στο τρεχούμενο νερό».

Η Σουλπικία, μία από τις λίγες Ρωμαίες ποιήτριες των οποίων σώζονται έργα, περιγράφει τη δυστυχία της που βρίσκεται στην ύπαιθρο μακριά από τον αγαπημένο της Κερινθό στα γενέθλιά της, αλλά και την ανακούφισή της όταν μαθαίνει ότι τελικά μπορεί να βρίσκεται στη Ρώμη.

Το κείμενο καταλήγει ότι οι γυναίκες της αρχαιότητας δεν χρειάζονταν ωμές περιγραφές για να αποκαλύψουν τη σχέση τους με το σεξ. Παρότι οι άνδρες κυριαρχούν στις πηγές, οι γυναίκες μπορούσαν να είναι εξίσου παθιασμένες, έστω κι αν αυτό αποτυπώνεται πιο έμμεσα.

Η α-βεβαιότητα της αυτογνωσίας: Γιατί δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας τόσο καλά όσο νομίζουμε

Η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του αναδύεται σχεδόν αυθόρμητα από την ίδια την εμπειρία της συνείδησης. Ο εσωτερικός διάλογος είναι διαρκής, οι σκέψεις και τα συναισθήματα βιώνονται σε πρώτο πρόσωπο και η αμεσότητα αυτής της πρόσβασης δημιουργεί την εντύπωση πλήρους κατανόησης. Η οικειότητα συγχέεται με τη γνώση. Το γεγονός ότι μια σκέψη εμφανίζεται στη συνείδηση οδηγεί εύκολα στο συμπέρασμα ότι η αιτία και το νόημά της είναι επίσης γνωστά. Η βεβαιότητα, προκύπτει από τη δομή της εσωτερικής εμπειρίας, η οποία δίνει την αίσθηση διαφάνειας ακόμη και όταν οι υποκείμενοι μηχανισμοί παραμένουν αθέατοι.

Η αίσθηση διαφάνειας που συνοδεύει την εσωτερική εμπειρία δημιουργεί την εντύπωση ότι η κατανόηση προηγείται της ερμηνείας. Ωστόσο, η ερευνητική προσέγγιση της ψυχολογίας και της γνωστικής επιστήμης υποδεικνύει ότι η αυτογνωσία διαμορφώνεται μέσα από διαδικασίες επεξεργασίας, επιλογής και οργάνωσης. Ο εσωτερικός κόσμος δεν προσφέρεται ως έτοιμο και πλήρως δομημένο αντικείμενο γνώσης, αλλά συγκροτείται μέσα από αφηγηματικές και ερμηνευτικές λειτουργίες του νου. Η ένταση μιας εμπειρίας ενισχύει την αίσθηση βεβαιότητας, χωρίς να εγγυάται την ακρίβεια της εξήγησής της. Έτσι, ο εαυτός που βιώνεται ως άμεσα προσβάσιμος αναδεικνύεται ταυτόχρονα ως αποτέλεσμα διεργασιών που λειτουργούν σε επίπεδα τα οποία σπανίως γίνονται αντικείμενο συνειδητής παρατήρησης.

Ο εαυτός ως αφήγηση

Η ταυτότητα συγκροτείται μέσα από ιστορίες. Κάθε άτομο διαμορφώνει μια συνεκτική αφήγηση που συνδέει παρελθόν, παρόν και προσδοκώμενο μέλλον. Η αφήγηση αυτή οργανώνει εμπειρίες, δικαιολογεί επιλογές και προσδίδει συνοχή σε αντιφάσεις. Η μνήμη δεν λειτουργεί ως ουδέτερη αποθήκη δεδομένων αλλά ως δημιουργικός μηχανισμός ανασύνθεσης, ο οποίος επιλέγει, τονίζει και αποσιωπά στοιχεία ώστε να διατηρεί μια αίσθηση συνέχειας.

Η ανάγκη συνοχής επηρεάζει βαθιά την αυτοαντίληψη. Οι αντιφάσεις λειαίνονται, οι αποτυχίες ενσωματώνονται σε σχήματα μάθησης και οι επιτυχίες προβάλλονται ως ενδείξεις σταθερών ικανοτήτων. Ο εαυτός εμφανίζεται ως ενιαία οντότητα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί αποτέλεσμα συνεχών διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε εμπειρίες, προσδοκίες και κοινωνικές επιρροές. Η αφήγηση προσφέρει νόημα, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει την ορατότητα εναλλακτικών ερμηνειών.

Οι γνωστικές μεροληψίες και τα όρια της ενδοσκόπησης

Η έρευνα των τελευταίων δεκαετιών ανέδειξε πληθώρα γνωστικών μεροληψιών που επηρεάζουν την κρίση και την αυτοαντίληψη. Οι μελέτες του Daniel Kahneman και του Amos Tversky κατέδειξαν ότι η ανθρώπινη σκέψη βασίζεται συχνά σε νοητικές συντομεύσεις που παράγουν συστηματικά σφάλματα. Η αυτο-εξυπηρετική μεροληψία οδηγεί στην απόδοση των επιτυχιών σε εσωτερικές ιδιότητες και των αποτυχιών σε εξωτερικές συνθήκες. Το φαινόμενο Dunning–Kruger αναδεικνύει την τάση υπερεκτίμησης των ικανοτήτων σε τομείς περιορισμένης γνώσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η πλάνη της ενδοσκόπησης, όπως αναλύθηκε από τον Timothy D. Wilson. Σύμφωνα με αυτήν, τα άτομα πιστεύουν ότι έχουν άμεση πρόσβαση στα κίνητρα και στις αιτίες των πράξεών τους, ενώ στην πραγματικότητα διατυπώνουν εκ των υστέρων εξηγήσεις που εξυπηρετούν τη συνοχή της αυτοεικόνας. Η ερμηνεία προηγείται της κατανόησης, και η αφήγηση προηγείται της ανάλυσης. Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση διαφάνειας που ενισχύει την αυτοπεποίθηση, χωρίς να εγγυάται την ακρίβεια.

Ο κοινωνικός καθρέφτης

Η αυτοαντίληψη διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Η έννοια του «καθρεφτιζόμενου εαυτού», όπως διατυπώθηκε από τον Charles Horton Cooley, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν την εικόνα τους μέσα από τον τρόπο με τον οποίο φαντάζονται ότι τους βλέπουν οι άλλοι. Οι αντιδράσεις, οι προσδοκίες και οι αξιολογήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος λειτουργούν ως καθρέφτης που επηρεάζει την αυτοεκτίμηση και την ταυτότητα.

Η κοινωνική επιβεβαίωση φωτίζει ορισμένες πλευρές του εαυτού και αφήνει άλλες στη σκιά. Μέσα από επαναλαμβανόμενες σχέσεις και ρόλους, διαμορφώνεται μια εκδοχή ταυτότητας που σταδιακά μοιάζει σταθερή, σχεδόν αυτονόητη. Ό,τι επαναλαμβάνεται αποκτά βάρος και ερμηνεύεται ως χαρακτήρας. Κι όμως, το ίδιο πρόσωπο μπορεί να εμφανίζει διαφορετικές όψεις σε διαφορετικά περιβάλλοντα, χωρίς καμία από αυτές να είναι λιγότερο αληθινή. Η ιδέα ενός ενιαίου, αμετάβλητου πυρήνα προσφέρει αίσθηση ασφάλειας, αλλά συχνά αποκρύπτει τον βαθμό στον οποίο οι σχέσεις και οι συνθήκες διαμορφώνουν αυτό που θεωρείται «εαυτός».

Η αυταπάτη της σταθερότητας

Η ιδέα ενός σταθερού χαρακτήρα παρέχει ψυχολογική ασφάλεια κι η αίσθηση συνέχειας επιτρέπει τον σχεδιασμό του μέλλοντος και την πρόβλεψη της συμπεριφοράς. Παρ’ όλα αυτά, η έρευνα στην κοινωνική ψυχολογία έχει καταδείξει την ισχυρή επίδραση του πλαισίου στη συμπεριφορά. Τα πειράματα του Philip Zimbardo και του Stanley Milgram ανέδειξαν ότι οι καταστάσεις μπορούν να επηρεάσουν τη δράση σε βαθμό που υπερβαίνει τις προσωπικές προθέσεις.

Η συμπεριφορά μεταβάλλεται ανάλογα με το περιβάλλον, τις προσδοκίες και τις κοινωνικές πιέσεις. Η πρόβλεψη μελλοντικών αντιδράσεων βασισμένη αποκλειστικά στην παρούσα εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του εμφανίζει περιορισμένη ακρίβεια. Η αίσθηση συνέχειας προκύπτει περισσότερο από την ανάγκη ερμηνείας παρά από κάποια αντικειμενική διαχρονική σταθερά.

Η λειτουργικότητα της ψευδαίσθησης

Η ψευδαίσθηση της αυτογνωσίας επιτελεί σημαντικές λειτουργίες. Η αίσθηση ελέγχου ενισχύει την ψυχική ανθεκτικότητα και τη διάθεση ανάληψης πρωτοβουλιών. Η αυτοπεποίθηση λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη σε συνθήκες αβεβαιότητας. Μια πλήρως ρευστή και αμφίβολη αυτοεικόνα θα δυσχέραινε τη λήψη αποφάσεων και θα περιόριζε τη δράση.

Η μερική αυταπάτη επομένως, εξυπηρετεί την προσαρμογή. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η ψευδαίσθηση αποκτά απόλυτο χαρακτήρα και παρεμποδίζει την ανατροφοδότηση. Η αδυναμία αναγνώρισης σφαλμάτων ή περιορισμών περιορίζει τη μάθηση και την εξέλιξη. Η ισορροπία ανάμεσα στην αυτοπεποίθηση και στην αμφιβολία καθίσταται καθοριστική.

Προς μια ταπεινή αυτογνωσία

Η αναγνώριση των ορίων της αυτογνωσίας δεν συνεπάγεται παραίτηση από την προσπάθεια κατανόησης. Αντιθέτως, προτείνει μια πιο ταπεινή και δυναμική προσέγγιση. Η αναζήτηση ανατροφοδότησης, η αποδοχή πολλαπλών οπτικών και η συνειδητή παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται οι σκέψεις και οι κρίσεις, ενισχύουν την ακρίβεια της αυτοαντίληψης.

Η αυτογνωσία προκύπτει μέσα από διάλογο, εμπειρία και αναθεώρηση. Η αποδοχή της αβεβαιότητας γύρω από τα κίνητρα και τις ικανότητες δημιουργεί χώρο για μάθηση. Η συνειδητοποίηση ότι ο εαυτός αποτελεί κατασκευή δεν αποδυναμώνει την ταυτότητα αλλά την καθιστά πιο ευέλικτη.

Η πεποίθηση της απόλυτης κατανόησης προσφέρει αίσθηση ελέγχου, αλλά συγχρόνως περιορίζει το πεδίο αντίληψης. Εκείνο που βιώνεται ως σταθερός πυρήνας προκύπτει μέσα από διαρκείς ερμηνείες, επιλογές και επιρροές που συχνά περνούν απαρατήρητες.

Η ωριμότητα δεν ταυτίζεται με τη βεβαιότητα, αλλά με τη διάθεση αναθεώρησης. Όταν η ανάγκη για οριστικές απαντήσεις υποχωρεί, διευρύνεται ο χώρος για μετασχηματισμό. Γιατί η ουσιαστική επίγνωση δεν είναι στιγμιαία διαύγεια, αλλά η διάθεση προσαρμογής απέναντι στη μεταβολή.

Πλωτινος, ο φιλοσοφος της αθανασιας

1. Η αναμνηση της αθανασιας

Αραγε τελειωνουνε όλα με τον θανατο; Και αν τελειωνουν όλα με τον θανατο, τοτε τι νοημα εχει το συντομο επεισοδιο της ζωης μας; Ο Στοχασμος, η Φιλοσοφια, η Τεχνη, η Θρησκεια και εν γενει όλα τα πνευματικα δημιουργηματα του Πολιτισμου, ενδεχομενως να προεκυψαν απ’ την αγωνιωδη αναζητηση του ανθρωπου, να δωσει απαντησεις σ’ αυτα τα αρχεγονα ερωτηματα. Και κατ’ επεκτασιν να αντεξει το βαρος μιας επιπονης ζωης, που αποξενωμενη απο τα νοηματα της, θα ηταν αβασταχτη.

Δεν είναι όμως η εμπειρια του θανατου, αυτό που μας καμει να ξεπερναμε το επιπεδο του ζωου και να θετουμε ερωτηματα περι του Νοηματος. Τα ζωα, φαινεται ότι ως έναν βαθμο διαθετουν και αυτά την εμπειρια της θνητοτητας τους. Το αηδονι που αρνειται να δεχτει τροφη στην αιχμαλωσια ή η φαλαινα που με δικη της βουληση ξεβραζεται στις αβαθεις ακτες, προφανως το καμουν επειδη αντιλαμβανονται ότι η ζωη εχει ένα περας, το οποιο μαλιστα είναι στο χερι τους να το επισπευσουν όταν αυτή η ζωη, τους γινει αφορητη. Είναι η «αναμνηση» της αθανασιας, που διαφοροποιει τον ανθρωπο από όλα τα αλλα οντα του ζωϊκου βασιλειου και τον οδηγει στον πολιτισμο, προκειμενου να κατανοησει την ιδια του τη ζωη, ως αιωνιο Νοημα και όχι ως παροδικη τυχαιοτητα.

Η φιλοσοφια του Πλωτινου γεννιεται ακριβως σε εκεινο το κομβικο σημειο της Υπαρξης, οπου ο θνητος ανθρωπος «αναμιμνησκεται» μιαν άλλη κατασταση, εντος της οποιας αντιλαμβανεται οτι «κατι τις μεσα του» δεν μπορει να αγγιχθει από το βεβαιο γεγονος του θανατου.

Κληρονομος του συνολου σχεδον της αρχαιας Ελληνορωμαϊκης φιλοσοφιας και κληροδοτης των συγρονων ρευματων της Εγελιανης διαλεκτικης και του υπαρξιακου στοχασμου, ο Μεγαλος στοχαστης, είναι ακριβως ο πιο γνησιος κηρυκας της ανθρωπινης αθανασιας.

Όχι επειδη ερμηνευσε τον θανατο αυθαιρετα ως «μια δευτερη ζωη» όπως το καμουν οι περισσοτερες θρησκειες αλλα επειδη διεγνωσε μεσω του Νου, μιαν άλλη κατασταση της Υπαρξης, που δεν τελειωνει με το γεγονος του θανατου…

2. Ο ανθρωπος και η εποχη του

Είναι καλο να εχωμε μιαν ιδεα της εποχης εντος της οποιας γεννηθηκε μια φιλοσοφια. Οι κοινωνικες, οικονομικες ή πολιτισμικες μεταβολες σπανιως αφηνουν ανεπηρρεαστους τους φιλοσοφους και συνεπως, το εργο τους. Πισω από κάθε μεγαλη στιγμη του στοχασμου, κρυβονται οι μεγαλες στιγμες ενός συγκεκριμενου ανθρωπου. ΚΙ όπως δεν νοειται καλλιτεχνημα χωρις την ψυχη του καλλιτεχνη, ετσι δεν νοειται και φιλοσοφια, χωρις το παθος και τον Νου του φιλοσοφου. Κι ο Πλωτινος ήταν ανθρωπινος. Τοσο ανθρωπινος, που παλεψε μια ζωη να απαλλαγει ακριβως από την ανθρωπινοτητα του!

Αρνιοτανε να τον αποθανατισουνε οι ζωγραφοι κι οι γλυπτες, επειδη το εκρινε εντελως ασκοπο «να προσθεσει άλλη μια εικονα σε κατι που ηταν ηδη εικονα!». Αρνιοτανε επισης να γινεται μνεια για το ετος της γεννησεως του, παροτι διοργανωνε τελετες για τα γενεθλια του Πλατωνος και του Σωκρατους. Η αγωνια του ηταν να «ξεπερασει» εκεινο που θεωρουσε: «περαστικη περιπετεια της Ψυχης», δηλαδη το υλικο και φθαρτο του σωμα, το οποιο αλλωστε τον ταλαιπωρησε σε ολη του τη ζωη του, με βαριες ασθενειες. Πεθανε αλλωστε εξαιτιας μιας επιδημιας διφθεριτιδας, από τις πολλες που ενδημουσαν τοτε στην παρακμαζουσα Ρωμη, με το σωμα του γεματο ελκη και σχεδον εγκαταλιμενος από τους μαθητες του, που φοβοντουσαν μην μολυνθουν. Ο Ευστοχιος που ηταν κοντα του, την ωρα του θανατου, μας βεβαιωνει ότι ένα φιδι βγηκε απο το στομα του δασκαλου και εξαφανιστηκε.

Χαρη στην προνοητικοτητα του Ευστοχιου, ο οποιος σημειωνει το ετος θανατου [270], αναφεροντας ταυτοχρονα ότι ο Δασκαλος πεθανε σε ηλικια 66 ετων, συμπεραινουμε ότι θα πρεπει να γεννηθηκε γυρω στο 204, επι αυτοκρατορος Σεπτιμιου Σεβηρου. Καταγονταν από ευπορη οικογενεια κοπτων της Αιγυπτου, η οποια τον συνεδραμε στο να αποκτησει αριστη μορφωση. Φυλετικα δεν ηταν ουτε Ελληνας, ουτε Ρωμαιος, ωστοσο του εδωκαν Ρωμαϊκο ονομα και Ελληνικη παιδεια. Τα εργα του τα εγραψε στην Ελληνικη γλωσσα αλλα μιλουσε απταιστα τα λατινικα, εφοσον μαλιστα εγινε επιστηθιος φιλος του αυτοκρατορα Γαλιηνου, καθως και της γυναικας του της Σαλωνινας.

Ο 3ος αιωνας στον οποιο εζησε ο Πλωτινος, ηταν μια από τις πιο ταραγμενες εποχες στην μακρα ιστορια της Ρωμαϊκης αυτοκρατοριας. Η λαμπρη περιοδος των υιοθετημενων αυτοκρατορων, που αρχισε με τον Νερβα και κατεληξε στον Μαρκο Αυρηλιο, τελειωσε με την αναρρηση στο θρονο της Ρωμης του ημιπαραφρονος γυιου του Μαρκου Αυρηλιου, του Κομμοδου. Ο Κομμοδος εμεινε στην ιστορια ως το πιο χαρακτηριστικο παραδειγμα του πως ενας Μεγαλος ανθρωπος μπορει να δωσει τα κυτταρα του σε ένα ημιεκπολιτισμενο κτηνος. Οι ιδιοι οι πραιτωριανοι του απηλλαξαν και τη Ρωμη και τις 300 παλλακιδες του από δαυτονε, κοβοντας του τον λαιμο. Ο Σεπτιμιος Σεβηρος ηταν ενας αγροικος αλλα ικανος στρατιωτης, που κερδισε την αυτοκρατορια με το σπαθι των στρατιωτων του και την διοικησε όπως διοικουσε τα στρατοπεδα του, ωστοσο μετα τον θανατο του, η διαδοχη των αυτοκρατορων εγινε θεμα των πραιτωριανων, που ανεβαζαν και κατεβαζαν αυτοκρατορες ειτε δια πλειοδοσιας, ειτε δια του ξιφους.Από τους σχεδον 30 αυτοκρατορες που ανεβηκαν στον θρονο της Ρωμης, στο πρωτο μισο του 3ουαιωνος, ενας μονον πεθανε στο κρεβατι του κι αυτόν επειδη ητανε ηδη πολύ γερος!

Η αναρχια, η ηθικη και η κοινωνικη καταπτωση που ακολουθησε τον θανατο του Μαρκου Αυρηλιου, ειχε μετατρεψει τον ρωμαϊκο κοσμο σε ένα εφιαλτικο τοπιο, οπου ορδες βαρβαρων επεδραμαν διαδοχικα, μετατρεποντας τις αλλοτε ακμαζουσες επαρχιες της αυτοκρατοριας σε κρανιου τοπο.

Μεχρι τουλαχιστον την ανασυγκροτηση της αυτοκρατοριας από τον Διοκλητιανο, ολοκληρη η Νοτιοανατολικη Μεσογειος ειχε καταντησει το πιο ανασφαλες μερος του πλανητη. Κανενας δεν μπορουσε να είναι σιγουρος για τη ζωη του, την αξιοπρεπεια του και την περιουσια του, ειτε εξαιτιας των επιδρομων των βαρβαρων, ειτε εξαιτιας των εμφυλιων σπαραγμων.

Κι εξον από ολα αυτά, η υπερσυγκεντρωση μεγαλων τμηματων πληθυσμου στις πολεις, οπου ενιωθαν περισσοτερη ασφαλεια, δρομολογησε και την εμφανιση των πανδημιων, που θα συνεχιζαν να ταλαιοπωρουν την ανθρωποτητα καθ’ ολη τη διαρκεια του Μεσσαιωνα.

Μεσα σ’ αυτό το ζοφερο κλιμα, η Ελληνορωμαϊκη φιλοσοφια που σε μεγαλο βαθμο απηχουσε εποχες σφριγους και πολιτιστικης ακμης του αρχαιου κοσμου, δεν μπορουσε να γεμισει τις ψυχες των ανθρωπων και προπαντος, δεν μπορουσε να τους δωσει μια πειστικη ερμηνεια για τα παθη της ζωης, όταν ακομα και η ιδια η ζωη τους κινδυνευε διαρκως.Αντιθετως η νεα πιστη του Χριστιανισμου, διαδιδονταν ολοενα και περισσοτερο, επειδη εταζε στους απλοϊκους ανθρωπους μια μετα θανατον ανταμοιβη για όλα οσα θα υπεφεραν σε αυτην εδώ τη ζωη, εξαιτιας της αφοσιωσης τους στον Χριστο και στους εντεταλμενους ιερεις του.

Η φιλοσοφια φαινονταν να χανει διαρκως εδαφος εναντι της θρησκειας, με κινδυνο να εξαφανιστει εντελως, όπως και τελικως συνεβη μετα τον θανατο του Πλωτινου.

Ο ιδιος ο Πλωτινος προφανως γνωριζε για τον Χριστιανισμο. Ο δασκαλος του ο Αμμωνιος Σακκας ηταν πρωτα χριστιανος, πριν εγκαταλειψει την «απλοϊκη» πιστη των Εβραιων ψαραδων και ασπαστει τον εθνισμο. Επισης ο Πλωτινος ειχε μελετησει τη λεγομενη Γνωστικη διδασκαλια, που καταγονταν μεν από τον Χριστιανισμο αλλα ειχε ερθει σε σφοδρη συγκρουση με τους τοτε «ορθοδοξους» παπαδες. Ωστοσο η σχεδον νηπιακη θεολογια των πρωτων χριστιανων, που ουσιαστικα στηριζονταν στα κηρυγματα του αποστολου Παυλου, δεν ηταν δυνατο να ικανοποιησει τα ανησυχα πνευματα, όπως του Αμμωνιου Σακκα ή του Ωριγενους [δεν πρεπει να συγχεεται με τον Ωριγενη τον πατερα της Εκκλησιας] ή του Πλωτινου. Ο ορθοδοξος Χριστιανισμος τουλαχιστον στο πρωτο μισο του 3ου αιωνα, ηταν ακομα μια υποθεση που αφορουσε τις λαϊκες μαζες και όχι τους στοχαστες.

Αυτό όμως δεν σημαινε ότι η φιλοσοφια θα επρεπε να μεινει προσκολλημενη στους δασκαλους του παρελθοντος, τον Αριστοτελη, τους Στωϊκους, τους σκεπτικιστες ή τους Επικουρειους, αντι να προσπαθησει να δωσει, με τις δικες της μεθοδους, μιαν ερμηνεια της ζωης, του θανατου και της υπαρξης, που θα συγκινουσε τοσο τις καρδιες οσο και τους νοες των ανθρωπων.

Το διακυβευμα για τη φιλοσοφια, στην εποχη του Πλωτινου, ηταν ουσιαστικα να εκφρασει τις αγωνιες της ταραγμενης εποχης της, μεσω του Λογου. Να αντιπαραταξει δηλαδη στην τυφλη πιστη της θρησκειας, την ελλογη αποδοχη μιας ικανοποιητικης ερμηνειας του κοσμου, που θα γινονταν στηριγμα, παρηγορια και ελπιδα απεναντι στον αρχαιο τρομο του πονου και του θανατου.

Αυτή ακριβως ηταν η προσφορα του Πλωτινου. Μεσα σε μια τρικυμιωδη εποχη διαρκους πτωσης του ανθρωπου, αυτος επανεφερε την παραμυθια του Νου και της Ψυχης, προσφεροντας μια λογικη διεξοδο από τον τρομο του θανατου και την απελπισια της ελλειψης νοηματος για τη ζωη.

Αλλα και κατι ακομα…Ενοποιησε τις μεγαλες σχολες της αρχαιας σκεψης και ενσωματωσε σε ένα συστηματικο και ενιαιο ολον, τις ως τοτε αντικρουομενες θεωριες του Ηρακλειτου και του Παρμενιδη, του Πλατωνα και των στωϊκων, του Αριστοτελη και των σκεπτικιστων, προετοιμαζοντας ταυτοχρονα την μελλοντικη ελευση του Χεγκελ[2].

Η αποψη πολλων ιστορικων της φιλοσοφιας ότι οι Εννεαδες του Πλωτινου, είναι το συστηματικοτερο, αρτιοτερο και πιο ισορροπημενο λογικα, φιλοσοφικο κειμενο της αρχαιοτητας, φρονω ότι δεν εχει ιχνος υπερβολης.

Αν με ρωταγαν να διαλεξω ένα μονον εργο από το συμπλοκο της αρχαιας φιλοσοφιας για να το σωσω από τη φωτια, θα διαλεγα αβλεπη, το εργο του Πλωτινου…

3. Οι Εννεαδες

Ο φιλοσοφος μας, αργησε να ασχοληθει με τη φιλοσοφια! Παρα το ότι στη Λυκοπολη λογιζοτανε ως παιδι-θαυμα, εξαιτιας των εξαιρετικων λογικων και γνωσιακων ικανοτητων του [σε ηλικια 8 ετων γνωριζε από στηθους μεγαλα ποιητικα εργα] ωστοσο δεν τον ειχε μαγεψει ακομα η αναζητηση της γνωσης. Στα 28 του χρονια όμως φαινεται ότι ενιωσε ένα καλεσμα, όπως πολλοι αλλοι οραματιστες-φιλοσοφοι και εγκατελειψε τη μικρη επαρχιακη πολη οπου γεννηθηκε, για να μεταβει στην Αλεξανδρεια.

Η Αλεξανδρεια, παρα την παρακμη της σε σχεση με τον καιρο των Πτολεμαιων, αποτελουσε ακομα το παγκοσμιο κεντρο της Γνωσης. Ο Χριστιανισμος οπωσδηποτε ειχε συμβαλλει ηδη, ώστε η ανθηση του στοχασμου να περιοριστει δραματικα, οσον αφορα τη δημοφιλια των φιλοσοφων στα πληθη, ωστοσο δεν ειχαν παψει να συρρεουν και να διδασκουν στα περιξ της Βιβλιοθηκης, κορυφαιοι λογιοι, οι οποιοι συχνα ακολουθουνταν από ομαδες φανατικων μαθητων..

Μια σειρα γνωστικων καινοτομιων, που αγωνιζονταν να ενσωματωσουν τη βαρια παραδοση του Ελληνορωμαϊκου στοχασμου στα δικα τους θεωρητικα μοντελα, όπως ησαν οι χριστιανοι γνωστικοι και οι εθνικοι μυστικιστες, δημιουργουσαν ένα εκρηκτικο φιλοσοφικο μιγμα, που εκαμε συναρπαστικο τον συναγωνισμο των δασκαλων, ώστε να προσελκυσουν οσο το δυνατον περισσοτερους μαθητες ο καθενας τους. Τον καιρο εκεινο και με δεδομενη την επιρροη Περσικων ή Ινδουϊστικων διδασκαλιων, η φιλοσοφικη μαθητεια εμοιαζε περισσοτερο με τα Ινδικα ασραμ, οπου οι μαθητες/μυστες συμβιωναν ουσιαστικα με τους δασκαλους τους, παρα με τις αγορες και τα γυμναστηρια της εποχης του Δημοκριτου και του Σωκρατη. Ο Πλωτινος αναζητησε επι ένα χρονο στην Αλεξανδρεια, τον δασκαλο που θα τον ενεπνεε, ωστοσο φαινεται ότι οι περισσοτεροι τον απογοητευσαν. Στο τελος και μαλλον από τυχη, ακουσε για τον Αμμωνιο Σακκα, ο οποιος ηδη ειχε τη φημη ότι αναβιωνε τον Πλατωνα και οι μαθητες του αυτοαποκαλουνταν νεοπλατωνικοι.

Από την πρωτη κιολας επαφη τους, ο Πλωτινος ενθουσιαστηκε και εκμυστηρευθηκε στους φιλους του ότι ηταν αυτό ακριβως που αναζητουσε.

Εμεινε κοντα στον δασκαλο του επι εντεκα χρονια, ισαμε δηλαδη τον θανατο του Αμμωνιου Σακκα.

Σε ηλικια 39 ετων και επηρρεασμενος βαθια από τη σκεψη του δασκαλου/γκουρου του, αποφασισε να καταταχθει στις λεγεωνες του τοτε αυτοκρατορα Γορδιανου, ο οποιος ετοιμαζονταν να εκστρατευσει στα βαθη της Περσιας. Προφανως, ο στοχος του δεν ηταν να διακριθει ως καλος στρατιωτης της Ρωμης αλλα να μαθει οσο το δυνατον περισσοτερα για τις ανατολικες φιλοσοφιες.

Ατυχως ο Γορδιανος δολοφονηθηκε από μια δρακα δικων του στρατιωτων, που όμως ησαν πρακτορες του σφετεριστη Φιλιππου του αραβικου και ο στρατος του διαλυθηκε.

Ο φιλοσοφος μας ξεμεινε στις αγριες περιοχες της Ανατολιας, ωστοσο φαινεται ότι ειχε ισχυρο ενστικτο επιβιωσης, διοτι μετα από πολλες περιπετειες, διολου στοχαστικες, βρεθηκε στην Αντιοχεια. Εκει εμεινε για καποιο διαστημα και τελικα ελαβε την μεγαλη αποφαση να ταξιδεψει στη Ρωμη.

Στην αιωνια πολη αρχισε να διδασκει καταρχην τις ιδεες του Αμμωνιου Σακκα, για τις οποιες εβρισκε προθυμους μαθητες να τον ακουσουν, όχι μονον επειδη ο δασκαλος του ηταν ηδη αρκετα γνωστος αλλα προπαντων επειδη η ανασφαλεια και η ηθικη παρακμη της θνησκουσας αυτοκρατοριας, ειχε στρεψει τους Ρωμαιους στη μεταφυσικη παρηγορια των ανατολικων δοξασιων.

Εξον από τον παρανομο τοτε χριστιανισμο στη Ρωμη, ανθουσαν οι σχεδον μυστικες ανατολικες θρησκειες του Μιθραϊσμου και των Ορφικων, που ειχαν προετοιμασει το εδαφος για την αποδοχη και την κατανοηση μιας νεας φιλοσοφιας, με σαφεις επιρροες τοσο από τις Βεδες, οσο και από τον Αριστοτελη.

Εξον όμως από τις καινοτομιες που αρχισε να εισαγει στο πεδιο του φιλοσοφικου στοχασμου οταν πια ξεπερασε τον δασκαλο του, ο Πλωτινος πρεπει να διεθετε και το ειδος εκεινο της προσωπικης γοητειας, που εν τελει δημιουργει τις μεγαλες σχολες του στοχασμου. Αν και σχετικα κακομουτσουνος και φιλασθενος, δεν αργησε να μαγεψει κυριολεκτικα τη Ρωμαϊκη αριστοκρατια. Ο συγκλητικος Ρογατιανος λεγεται ότι πουλησε την περιουσια του, για να ζησει συμφωνα με τα προτυπα του Δασκαλου, ενώ πολλοι Ρωμαιοι πατρικιοι του εμπιστευονταν τα παιδια τους, για να τα διδαξει. Ο ιδιος ο αυτοκρατορας Γαλιηνος και η συζυγος του Σαλωνινα, εγιναν τακτικοι ακροατες των παραδοσεων του και προσωπικοι του φιλοι. Ο ιδιος ζουσε με αυστηρη λιτοτητα, δεν ετρωγε ποτε κρεας, επινε ελαχιστα και δεν νυμφευτηκε, αν και ουδεποτε καταδικασε τις σεξουαλικες σχεσεις. Από το 244 που φτανει στη Ρωμη, ως το 254, πρωτο ετος της βασιλειας του Γαλιηνου φαινεται ότι μονο διδασκει και δεν γραφει τιποτα, από τις νεες ιδεες που εχουν ηδη αρχισει να διαμορφωνονται στον νου του.

Το 254 όμως και σε ηλικια σχεδον πενηντα ετων, αποφασιζει να γραψει την πρωτη του πραγματεια. Δεν δημοσιευει τιποτα και κραταει τα γραπτα του σχεδον μυστικα, ακομα και από τους ιδιους τους μαθητες του. Το 263 δεχεται ως μαθητη τον Πορφυριο, ο οποιος θα είναι ο ανθρωπος που τελικως θα τον παρακινησει να ασχοληθει πιο συστηματικα με τη συγγραφη και προπαντος, θα είναι ο ανθρωπος που θα εκδοσει το εργο του Πλωτινου, αρκετα χρονια μετα τον θανατο του. Ο Δασκαλος του θα τον ανταμειψει με μια εκπληκτικη παρεμβαση στη ζωη του, η οποια λεγεται πως συνεβη με ουσιαστικα μυστικιστικο τροπο. Ο Πλωτινος αντεληφθη καποτε ότι ο μαθητης του ηταν ετοιμος να βανει τελος στη ζωη του. Χωρις να του το πει ξεκαθαρα, τον βοηθησε να κατανοησει τον εαυτο του και κατοπιν τον παρακινησε να φυγει για ένα μεγαλο ταξιδι. Ο Πορφυριος αφηγειται ότι η παρεμβαση αυτή του εσωσε κυριολεκτικα τη ζωη και τον νοηθησε να ξαναβρει το χαμενο νοημα της.

Οι Εννεαδες είναι το συνολο των γραπτων κειμενων του Πλωτινου. Αποτελουν όμως ένα εκδοτικο κατορθωμα του Πορφυριου, που χωρις αυτόν ενδεχομενως και να ειχαν χαθει. Αρχιζοντας το γραψιμο σε ηλικια που η οραση του δεν του επετρεπε να διαβασει ευκολα τα ιδια του τα κειμενα, ο Δασκαλος κατεγραψε τους στοχασμους του σε μια σειρα ατακτων και δυσαναγνωστων χειρογραφων, που ουσιαστικα χρειαζοντουσαν αποκρυπτογραφηση για να αναγνωσθουν. Η μεθοδος του Πλωτινου ηταν να επεξεργαζεται μια ιδεα στον Νου του και να μην καταγραφει ουτε μια προταση, αν πρωτα δεν την ολοκληρωνε από μεσα του. Λεγεται ότι ειχε τη δυνατοτητα να διατηρει τον ειρμο των σκεψεων του επι ημερες και να μην χανει τη λογικη σειρα των προτασεων του, ακομα και αν συζητουσε καποιο άλλο ζητημα ή διεκοπτε για να φαγει και να κοιμηθει.

Επιανε το μελανι για να αποτυπωσει στην περγαμηνη την πραγματεια, μονον όταν την ειχε πια τελειωμενη στο μυαλο του. Τη εβγαζε μονομιας, με ένα πυρετωδες και ασθμαινον γραψιμο και δεν επανερχονταν να την ξανακοιταξει ουτε για μια φορα. Ο ιδιος ισχυριζονταν ότι η αδυναμη οραση του και ο πολύ κακος γραφικος του, δεν του επετρεπαν να ξαναδιαβασει τα γραπτα του

Ο Πορφυριος και ο Αμελυος ανελαβαν το δυσκολο εργο να διαβαζουν εκεινοι τα γραπτα του στον Δασκαλο και να επιμελουνται τα δυσνοητα σημεια, σχηματιζοντας σιγα-σιγα ένα συμπλοκο πραγματειων, ετοιμων προς εκδοσιν. Ωστοσο τιποτα δεν εκδοθηκε ζωντος του Πλωτινου, ισως επειδη τον προλαβε ο μεγαλος λοιμος που τον απομονωσε από τους μαθητες του και τελικα προκαλεσε τον θανατο του. Αρκετα χρονια μετα, ο Πορφυριος εδωσε στο Ρωμαίκο κοινο την πρωτη εκδοση του Πλωτινικου εργου, την οποια ο ιδιος τιτλοφορησε «Εννεαδες», εξαιτιας της δομης της.

Συγκεκριμενα, ο Πορφυριος χωρισε το ολο εργο του Πλωτινου, σε 6 ενοτητες, κάθε μια εκ των οποιων περιεχει 9 πραγματειες. Γι αυτό και το ονομασε Εννεαδες.

Στο συνολο συνεπως 54 δοκιμια, που το κάθε ένα τους πραγματευεται μια συτγκεκριμενη ιδεα αλλα που όλα μαζι οικοδομουν ένα συνεκτικο και συστηματικο εργο, ισως το συστηματικοτερο ολων από οσα γραφτηκαν στον αρχαιο κοσμο, από τον καιρο του Θαλη, ως τον Επικουρο…

Η επιλογη του αριθμου 9, ως βαση της δομης του εργου του Πλωτινου, δεν ηταν τυχαια.

Το 9 είναι το τετραγωνο του 3 και κατά την πυθαγορεια αριθμολογια, κατεχει τη θεση του «τελειου αριθμου», εφοσον τετραγωνιζει, αρα «ολοκληρωνει» τον τριαδικο αριθμο του πληρους ανθρωπου [Νους, Ψυχη, Σωμα] Ένα μερος της ανεκτιμητης αξιας του Πλωτινικου εργου είναι το ότι ακριβως εμπεριεχει και σημασιοδοτει εκ νεου, τις κυριοτερες στοχαστικες ανακαλυψεις των μεγαλων σχολων σκεψης της αρχαιοτητας, ξεκινωντας από τους Πυθαγορειους και φτανοντας ως τους Στωϊκους. Ουσιαστικα στις Εννεαδες επανεισαγονται οι εννοιες του Είναι και του Γιγνεσθαι, της Ενοτητας και της Διαλεκτικης, ο δυϊσμος του Πλατωνα και η γνωσιοθεωρια των σοφιστων, η κριτικη αναλυση των Στωϊκων και η ατομικη θεωρια του Δημοκριτου και παραλληλα ενοποιουνται και εναρμονιζονται σε ένα στοχαστικο Ολον, εντος του οποιου επανεβρισκει η κάθε μια την αρμονικη θεση της.

Από την πρωτη ως την πεντηκοστη τεταρτη πραγματεια τους, οι Εννεαδες αποτελουν ταυτοχρονα, ένα πρωτοτυπο εργο που διδει εξαιρετικες απαντησεις περι Ζωης και θανατου αλλα και μια εμπνευσμενη προσπαθεια να γεφυρωθουν και να ναρμονιστουν οι μεγαλες θεωριες της αρχαιοτητας…

4. Οι στοχαστικες ριζες του Πλωτινικου εργου – Το Εν και η Διαλεκτικη

Ο Πλατωνας «ειδε» το Είναι χωρισμενο σε δυο κοσμους: στον κοσμο των ιδεων και στον κοσμο της υλης.

Στον κοσμο των ιδεων κινουνται τα αιωνια και αφθαρτα προτυπα των οντων, οι τελειες ιδεες που κακεκτυπο τους αποτελουν οι υλικες μορφοποιησεις τους.

Στον κοσμο της υλης κινουμεθα ολοι εμεις, μαζι με τα αψυχα πραγματα, που αποτελουν το περιβαλλον μας.

Ο ανθρωπος δεν είναι παρα η προσκαιρη και ατελης μορφοποιηση μιας ανωτερης ψυχης, η οποια κατερχεται από τον κοσμο των ιδεων για να εγκλωβιστει σε ένα υλικο σωμα, οπου όμως διατηρει τη ασαφη και θολη αναμνηση εκεινης της παραδεισειας καταστασης, ισαμε τον θανατο του φθαρτου της περιβληματος.

Μετα, ανερχεται παλι στον τελειο και αιωνιο κοσμο της.

Η Γνωση, η Τεχνη, το Καλλος, ο ιδιος ο Πολιτισμος δεν είναι παρα μια «αναμνηση» του κοσμου των ιδεων. Δεν μαθαινουμε αλλα «θυμομαστε»

Κατά τον Πλατωνα υφισταται ένα ειδος «δυϊσμου» στην ουσια του Είναι, που διαφοριζει οριστικα το σωμα από την ψυχη, την υλη από τον νου, την ιδεα της μορφης από την ιδια τη μορφη.

Ενας κυκλος για παραδειγμα, υφισται σε δυο επιπεδα.

Στο επιπεδο των ιδεων, οπου πραγματωνει απολυτως τον ορισμο της ουσιας του, ως «το σχημα του οποιου κάθε σημειο ισαπεχει από το κεντρο του»

Και κατά δευτερον, στο επιπεδο των υλικων οντων, οπου ναι μεν προσεγγιζει την «ιδεα» του κυκλου, «φαινεται» δηλαδη ως κυκλος, ωστοσο δεν είναι απολυτως συνεπης στον ορισμο του εφοσον στο επιπεδο της πραγματικοτητας, οσο τελεια και αν είναι τα εργαλεια μας, είναι πρακτικως αδυνατο να κατασκευασουμε ένα σχημα ώστε με απολυτη ακριβεια, κάθε σημειο του να ισαπεχει από το κεντρο του.

Κι αληθινα αν κατασκευασουμε [με έναν οσο το δυνατον πιο τελειο διαβητη] ένα κυκλο αρκει μετα να τον παρατηρησωμε στο μικροσκοπιο, για να δουμε ευθυς αμεσως τις χαρακτικες μας ατελειες, τα σκαμπανεβασματα της γραμμης μας και τις ιδιοτροπιες του χαρτιου που διαφοροποιουν [σε μικροσκοπικο βεβαια επιπεδο] τις αποστασεις των σημειων του απο το κεντρο του.
 
Ο κυκλος λοιπον ως ιδεα ανηκει καπου αλλου και τον συλλαμβανουνμε μονον μεσω του Νου, ενώ ολοι οι «πραγματικοι» κυκλοι απλως αποτελουν μιαν ατελη προσεγγιση της ουσιας του.

Η Πλατωνικη φιλοσοφια φαινεται να απομακρυνεται από την πιστη σε μια ενοποιητικη αρχη των οντων, που διαπερνουσε τον κορμο της λεγομενης «προσωκρατικης» φιλοσοφιας και προσεδιδε στη «Φυση» μια θαυμαστη και ανακουφιστικη ενοτητα, εντασσοντας τον ανθρωπο σε ένα ελλογα ερμηνευσιμο Συμπαντικο Ολον.

Απ την άλλη, ο πλατωνικος κοσμος των αιωνιων, αφθαρτων και αναλλοιωτων ιδεων, εβανε στο περιθωριο τη διαλεκτικη του Ηρακλειτου, περιοριζομενος να ερμηνευσει το Είναι, σαν να μην υπηρχε διολου Γιγνεσθαι.

Εν ολιγοις, οσο γοητευτικος και αν ηταν ο δυϊσμος του πλατωνικου κοσμου, εθετε μια απροσπελαστο τειχος αναμεσα στην «πραγματικοτητα» των οντων και στην «υπερπραγματικοτητα» της ουσιας των οντων, αδυνατωντας παραλληλα να ερμηνευσει το μεγα αινιγμα της κινησης, που βασανιζε τους στοχαστες σε ολη τη διαρκεια της αρχαιας ελληνορωμαϊκης φιλοσοφιας.

Ο Πλωτινος κατειχε εις βαθος το Πλατωνικο εργο και θαυμαζε τον μεγαλο Αθηναιο στοχαστη, ωστοσο φαινεται ότι ειχε κατανοησει καλυτερα από κάθε αλλον στην εποχη του, τις αντιφασεις και τα αδιεξοδα των προγενεστερων φιλοσοφων, αρχιζοντας από τον Θαλη και φτανοντας ως τους σκεπτικιστες των Ελληνιστικων χρονων.

Οι μεγαλες παθογενειες της Ελληνορωμαϊκης φιλοσοφιας, ηταν η αδυναμια τους να δωσουν μια πειστικη ερμηνεια στα φαινομενα της Κινησης αλλα και της Ενοτητας των οντων.

Ο Παρμενιδης και οι Ελεατες που ειχαν αντιληφθει την ουσια της Ενοτητας, μιλωντας για το Εν εκ του οποιου απορρεουν τα παντα, εφτασαν στο σημειο να αρνηθουν τη λογικη ερμηνεια της κινησης, αφηνοντας μαλιστα στην ιστορια της επιστημης μια σειρα από παραδοξα, όπως το περιφημο του «Αχιλλεα και της χελωνας»[3], οπου «απεδειχναν» λογικα ότι η κινηση ηταν αδυνατη.

Αντιθετως η διαλεκτικη του Ηρακλειτου, που ερμηνευε με θαυμαστο τροπο την κινηση των οντων, σκονταφτε στην εννοια της Ενοποιητικης αρχης των παντων, που ωστοσο την ειχε προδιαγραψει ο ιδιος ο Ηρακλειτος, χωρις όμως να δωσει και μια λογικη ερμηνεια του πως η κινηση απερρεε από αυτή την Αρχη και προπαντος, χωρις να διαθετει μια αξιολογη σκιαγραφηση της ιδιας της υλης.

Σε αδρες γραμμες, η αρχαια σκεψη ειχε καμει εξαιρετικα βηματα για να ερμηνευσει τοσο τον κοσμο των φαινομενων, οσο και την ουσια του Είναι, προσεκρουε όμως στην αδυναμια της να δωσει μια ολικη «εικονα» του κοσμου, που θα εμπεριειχε αρμονικα:

Α] Το Είναι και το γιγνεσθαι
Β] Την Ενοτητα και τη Διαλεκτικη
Γ] Τη σταθεροτητα και τη μεταβολη, την ακινησια και την κινηση, το ον και το μη ον
Δ] Το πολλαπλο ειδωλο του ανθρωπου αλλα και την ενοτητα του
Ε] Την αδυναμια των αισθησεων να αντιληφθουν το «οντως είναι» αλλα και τη δυναμη του Νου να αρθει στη Γνωση του κοσμου

Σε πολύ αδρες γραμμες, θα μπορουσε να πει κανεις ότι ο στοχασμος του αρχαιου κοσμου [όπως αλλωστε και του συγχρονου] ερμηνευε εξαιρετικα, τμηματα του Είναι, όχι όμως του Είναι καθ ολοκληριαν.

Η Πλωτινικη αντιληψη του Κοσμου επιχειρει αυτό ακριβως.

Να τον ερμηνευσει καθ’ ολοκληριαν, εναρμονιζοντας τις επι μερους ερμηνειες του, τις οποιες δεν ανατρεπει αλλα επαναπροσδιοριζει, εντασσοντες τες λειτουργικα σε μια φιλοσοφια της Ουσιας αλλα και της εικονας της Ουσιας. Της Ενοτητας και της σταθεροτητας των οντων αλλα και της διαλεκτικης κινησης τους, εντος του μεγαλου θεατρου της Υπαρξης.

5. Το Εν, ο Νους και η Ψυχη

Μλωντας για την Πλωτινικη θεωρια θα πρεπει να εχουμε παντα υποψιν τις ριζες της στον αρχαιο ελληνορωμαϊκο στοχασμο και στη μακρα φιλοσοφικη παραδοση, που ξεκινησε καποτε στις ακτες της Μικρας Ασιας, με τον Θαλη τον Μιλησιο.

Ηδη ο Αριστοτελης ειχε διακρινει τον παραγωγικο από τον επαγωγικο στοχασμο.

Για να το πουμε εδώ οσο πιο απλα γινεται, ο παραγωγικος στοχασμος αρχιζει από τη συλληψη του Ολου και προχωραει σταδιακα προς τη διαυγαση των επιμερους, ενώ ο απαγωγικος στοχασμος αρχιζει από τη διερευνηση των επιμερους και χτιζει σταδιακα τα συμπερασματα του περι του Ολου.

Ο Πλωτινος φαινεται ότι ακολουθουσε τον παραγωγικο στοχασμο, όπως πολλους αιωνες μετα θα τον εφαρμοζε ο Αϊνσταϊν. Από μια ενορατικη σχεδον συλληψη του Ολου, κατερχονταν προς τη μεθοδικη ερμηνεια, λογικη στηριξη και εναρμονιση των επιμερους.

Η πρωταρχικη λοιπον συλληψη του Πλωτινου ηταν η εννοια του Ενός, εκ του οποιου απορρεουν τα παντα.

Η εννοια του Ενός όμως, όπως τη συνελαβε ο φιλοσοφος μας, είναι ουσιαστικα αρρητη. Δηλαδη, δεν μπορει να ερμηνευθει δια του Λογου.

Μπορουμε να λεμε το τι «δεν είναι» το Εν, μπορουμε να ομιλουμε περι του τι «απορρεει» από το Εν, μπορουμε επισης να «εγκαταλειφθουμε» στο Εν, όμως δεν μπορουμε να αποφανθουμε για το Εν.

Ακουλουθωντας την αρχαιοτατη παραδοση της Ινδικης [Ινδοευρωπαϊκης?] φιλοσοφιας των βεδων, το Εν προσομοιαζει στην ιδεα του Βραχμα, για την οποια μονον η Σιωπη του Μυστη, μπορει να δωσει μια κατευθυνση του πως οφειλει να το προσεγγισει ο ανθρωπος.

Στην ιστορικη πραγματικοτητα της φιλοσοφιας, η συλληψη του Πλωτινικου Ενός επαναφερει ουσιαστικα μια παμπαλαια πεποιθηση του ανθρωπου, ότι εξον από τα φαινομενα και τον κοσμο των οντων, υφισταται μια άλλη διασταση του Είναι, που δεν νοηματοδοτειται αλλα νοηματοδοτει.

Το Εν, στον βαθμο που μας επιτρεπεται να μιλαμε γι αυτό, δεν διαθετει ιδιοτητες, ώστε βασει αυτων να το περιγραψωμε ή ακομα καλυτερα, να το ορισωμε, διοτι εμπεριεχει και τον «ορισμο» του ορισμου, τη δυνατοτηα ταυτοχρονως να είναι και να μην είναι.

Ένα τετραγωνο για παραδειγμα, μπορει να οριστει ως το παραλληλογραμμο που εχει τεσσερις γωνιες ορθες και ολες οι πλευρες του είναι ισες.

Καθοριζεται δηλαδη βασει των ιδιοτητων του, εστω και σε έναν ιδεατο χωρο, όπως ο πλατωνικος κοσμος των ιδεων.

Πώς να οριστει όμως «Κατι» που εμπεριεχει ολες τις ιδεες, μαζι και τη ιδεα του εαυτου του αλλα και την ιδεα του ορισμου του, καθως και τα αντιθετα τους;

Στην περιπτωση αυτή θα σπαζαμε τα λογικα μουτρα μας, απεναντι στην πολύ λογικη αδυναμια να περιλαβουμε εντος του ορισμου μας, το γεγονος ότι αυτό το ιδιο το «κατι» θα επρεπε να εμπεριεχει και το αντιθετο του και συνεπως τη δυνατοτητα του «να μην είναι» αυτό το κατι.
 
Θα επρεπε δηλαδη να ειμαστε εις θεσιν να συλλαβουμε δια της λογικης μας, κατι που θα ηταν ταυτοχρονα και ον και μη ον. Και αχρονο και χρονικο. Και παρον και απον.

Εδώ εν ολιγοις προλεγεται η αδυναμια του Καντορ να ορισει το «Συνολο ολων των συνολων», εφοσον αν αυτό το συνολο υπηρχε, θα επρεπε να ανηκει επισης σε ένα ευρυτερο συνολο που θα το περιειχε ως στοιχειο και παει λεγοντας.

Η ανθρωπινη λογικη δεν είναι ικανη να νοησει «κατι» που διαθετει ιδιοτητες ώστε να οριστει αλλα ταυτοχρονα να ξεπερναει ολες τις ιδιοτητες του.

Είναι σαν να λεμε ότι θα μπορουσαμε να εχουμε παραλληλη θεαση τοσο στο φως, οσο και στο σκοτος, ενώ η ιδια μας η ικανοτητα να θεωμεθα οφειλεται ακριβως στην υπαρξη του φωτος! Αν δηλαδη φυγωμε από την περιοχη του φωτος, απλως δεν βλεπουμε…

Το Εν, είναι λοιπον μια Μυστικη, μια Αρρητη εννοια, που δεν μπορουμε να την καθορισωμε δια του Λογου.

Αυτο όμως δεν σημαινει ότι είναι παρ-αλογη!

Το Εν εμπεριεχει μεσα του την ιδια τη Λογικη. Συνεπως υπερβαινει τη λογικη αλλα δεν την ανατρεπει.

Η σχεση του Ενός με τον Λογο, είναι για παραδειγμα όπως η σχεση της εννοιας του αριθμου με τη συγκεκριμενη ποσοτητα που εκφραζει ενας αριθμος.

Ο συγκεκριμενος αριθμος «ένα τραπεζι» ας πουμε, μας μιλαει για ένα συγκεκριμενο τραπεζι, το οποιο μπορουμε να πιασουμε, να δουμε ή να κλωτσησουμε.

Ο αφηρημενος αριθμος «ένα» εμπεριεχει τη δυνατοτητα αναφορας σε αυτό το συγκεκριμενον τραπεζι αλλα και σε κάθε άλλο «ένα» ειτε είναι αντικειμενο ειτε όχι.

Η συλληψη της οντοτητας του αριθμου υπερβαινει τις συγκεκριμενες σημασιες του αλλα δεν τις ανατρεπει!

Το επομενο βημα στη συγκροτηση του Πλωτινικου Κοσμου είναι η συλληψη των δυο αλλων κατά-στασεων της Υπαρξης, οι οποιες όμως «απορρεουν» απο το αρρητο Εν.

Προκειται για τον Νου και την Ψυχη.

Ο Νους «απορρεει» κατευθειαν από το Εν και εμπεριεχει τις «ιδεες των οντων» με τη μορφη περιπου που τις συνελαβε ο Πλατωνας.

Ο Νους είναι η Ουσια, είναι ο κοσμος των αιωνιων και αφθαρτων προτυπων των οντων καθως και των σχεσων τους, είναι η δυνατοτητα του Λογου να θετει ιδιοτητες σε ένα τελειο και αχρονο επιπεδο, οπου το φαινεσθαι ταυτιζεται με το είναι.

Εντος του Νοος εμπεριεχονται τοσο η κινηση, οσο και η ακινησια, τοσο ο ορισμος, οσο και το αντικειμενο του ορισμου, τοσο το ον, οσο και η ερμηνεια του οντος.

Η Ψυχη είναι μερος του Νοος και συναρταται μαζι του μεσω ενός Θειου και αιωνιου Ερωτος.

Η Ψυχη απορρεει από τον Νου, όπως ο Νους απορρεει από το Εν

Η Ψυχη είναι η τριτη κατασταση της Υπαρξης. Είναι η δυνατοτητα του Νοος να «μορφοποιει» και να «ζωογονει» την Υλη, η οποια όπως το κάθε τι εμπεριεχεται εντος του Ενός.

Η υλη πριν εισελθει μεσα της η ψυχη, είναι αμορφη, απλαστη και αδυναμη να προκαλεσει κινηση ή να μπει σε κινηση.

Μοιαζει με τον ογκο του μαρμαρου, πριν αρχισει να τον σμιλευει ο γλυπτης. Αρχιζει να παιρνει ζωη μονον όταν η ψυχη κατελθει από τη σφαιρα του Νοος και εισχωρησει μεσα της για να την πλασει.

Απαξ όμως και συμβει αυτο, εισερχομαστε πλεον στον κοσμο των υλικων φαινομενων, οπου αυτά τα μορφοποιημενα κομματια υλης, οι ανθρωποι και παντα τα οντα, ξεκινανε τον μεγαλο χορο των αισθησεων και των ψευδαισθησεων, που είναι εν τελει η ζωη μας.

Ο πυρηνας λοιπον της Πλωτινικης φιλοσοφιας, είναι η «τριαδικη υποσταση» του Είναι: «Εν, Νους, Ψυχη» και η συγκροτηση του κοσμου, αρθρωνεται πανω στο αιτημα των «απορροων» βασει του οποιου εν τελει η Ψυχη οικοδομει την υλη, προερχομενη εκ του Νοος αλλα «αναμιμνησκουσα» την πρωταρχικη απορροη της εκ του Ενός.

Για να κατανοησουμε όμως εις βαθος την Πλωτινικη φιλοσοφια, είναι απαραιτητο να μιλησωμε πιο διεξοδικα για τη θεωρια των «απορροων» αλλα και για τη φυση της υλης,

6. Η θεωρια των απορροων και η θεωρια περι υλης

Ο ιδιος ο Πλωτινος χρησιμοποιουσε το παραδειγμα του χιονιου, για να δωσει μιαν ιδεα του πως αντιλαμβανονταν την εννοια της «απορροης»

Γνωριζουμε λοιπον από την εμπειρια μας, ότι το ψυχος απορρεει από το χιονι, χωρις να είναι ακριβως ιδιοτητα του χιονιου.

Ιδιοτητες του χιονιου είναι παραδειγματος χαριν η κρυσταλλικη δομη του ή το ότι οικοδομειται από ατομα υδρογονου και οξυγονου ή το ότι καταλαμβανει καποια εκταση στον χωρο.

Το ψυχος που απορρεει από το χιονι είναι ο τροπος του να υπαρχερι μεσα σε ένα δεδομενο περιβαλλον.

Αν για παραδειγμα αγγιξουμε μια νιφαδα χιονιου σε ένα περιβαλλον ψυχροτερο από τη θερμοκρασια του ιδιου του χιονιου, δεν θα αισθανθουμε ψυχος αλλα ζεστη!

Αν επισης ριξουμε μια χιονομπαλλα σε ένα δοχειο με θερμοκρασια μειον εκατο βαθμους Κελσιου, η χιονομπαλα μας θα είναι ασφαλως πιο ζεστη από ότι ο γυρω της χωρος.

Το ψυχος συνεπως «απορρεει» από το χιονι όχι ως ιδιοτητα του αλλα ως «συμμετοχη» του σε ένα συγκεκριμενο πεδιο αναφορας, σε μια συνθηκη δηλαδη της υπαρξης.

Η απορροη του ψυχους από το χιονι θα διαρκει οσο τουλαχιστον οι νιφαδες του χιονιου θα διατηρουν αμιγη την κατασταση τους και δεν θα αλλοιωνεται η φυση τους, για παρδειγμα δεν θα λιωσουν.

Αναλογα πρεπει να εννοησωμε την απορροη του Νοος από το Εν.

Το Εν δεν εχει ιδιοτητες αλλα εντος της συνθηκης της Υπαρξης απορρεει από αυτό ο Νους και επειδη το Εν διατηρειται αναλλοιωτο και είναι περαν οποιασδηποτε μεταβολης, ο Νους απορρεει δια παντος από τον Εν, σαν το ψυχος από μιαν αιωνια νιφαδα.

Παρομοια απορρεει και η Ψυχη από τον Νου, αναγοντας εν τελει τη συνθηκη της Υπαρξης, από το Εν στον δικο μας κοσμο των ατελων και φθαρτων υλικων οντων.

Θα σας πω και κατι ακομα περι Ψυχης...

Αντιλαμβανομαστε την υλη μεσω των αισθησεων μας. Ωστοσο οι αισθησεις μας δεν μπορουν να μας πληροφορησουν για την πραγματικη κατασταση ενος αντικεμενου.

Φανταστειτε για παραδειγμα την επιφανεια μιας παγωμενης λιμνης.

Με τα ματια μας τη "βλεπουμε" ως μια συνεχη επιφανεια και μαλιστα τοσο λεια, ωστε μας παρακινει να γλιστρησουμε απανω της.

Αν ομως δουμε ενα μικρο τμημα της με μικροσκοπιο, θα διαπιστωσουμε ευθυς αμεσως οτι ο παγος ειναι ενα σωμα με κρυσταλλικη δομη.

Συνεπως αν ειχαμε οραση τοσον ισχυρη οσο ενα μικροσκοπιο, δεν θα αντιλαμβανομαστε την παγωμενη λιμνη ως μια συνεχη επιπεδη επιφανεια αλλα ως ενα τρισδιαστατο τμημα του χωρου, οπου ατομα υδρογονου και ατομα οξυγονου συντασσονται σε μια γεωμετρικη δομη!

Η αισθηση οτι η σαρκα μας, το κορμι μας και τα αντικειμενα γυρω μας, ειναι ενα αθροισμα ξεχωριστων οντοτητων [π.χ. ενας ανθρωπος, μια καρεκλα, ενα πατινι κ.λπ.] δεν ειναι παρα μια απατη των αισθησεων μας.

Αν μπορουσαμε να "δουμε" τη δομη του κοσμου, θα αντιλαμβανομαστε ισως οτι εμεις, η λιμνη, ο παγος, τα ψαρια και τα παιδια που πατιναρουν, δεν ειναι παρα μορφοποησεις μικροσκοπικων σωματιδιων στον χωρο και στον χρονο, που η ενοτητα τους γεννα την ιδεα μιας αλλης διαστασης, η οποια τα συγκροτει και τα καμει να κινουνται στον χωρο και στον χρονο!

Η ψυχη δεν ειναι παρα η αυτη η λογικη αναγκαιοτητα της ενοποιουσας αρχης των οντων, που "μορφοποιει" διδει δηλαδη ατομικη υποσταση σε κατι που χωρις αυτην, θα ηταν ενας κοσμος ατακτων και απροσδιορριτα κινουμενων σωματιδιων.

Η ψυχη ειναι το γεγονος οτι αποκταμε ατομικοτητα σε ενα αχρωμο, αοσμο και διχως νοημα συνολο στοιχειωδων ποσοτητων της υπαρξης [κβαντα, με τη συγχρονη ονομασια της φυσικης]

Μην θαρρειτε λοιπον οτι η Ψυχη ειναι μια επινοηση των ποιητων και των φιλοσοφων.

Αν οι αισθησεις μας ησαν τοσον επιστημονικες οσον και ο νους μας, θα θεωρουσαμε παραλογο να μην πιστευουμε στην Ψυχη, παρα το να πιστευουμε!

Η Ψυχη κατά τον Πλωτινο είναι η αιτια που η υλη αποκτα μορφη και ατομικοτητα, δηλαδη ιδιοτητες.
Η συλληψη της υλης στο Πλωτινικο εργο μπορει θαυμασια να περιγραφει με συγχρονους ορους της κβαντικης φυσικης!
Η υλη ενυπαρχει στο Εν, όπως ενυπαρχουν τα παντα.
Η ψυχη απορρεοντας απο τον Νου εισερχεται εντος της αμορφης υλης και της προσδιδει ατομικοτητα, όπως το πινελο του ζωγραφου γεννα ένα προσωπο στον λευκο και αμορφο καμβα.
Πριν εισελθει η ψυχη εντος της, η υλη βρισκεται σε κατασταση απλης δυνατοτητας. Δεν είναι ουτε ορατη, ουτε καν διαθετει ογκο ή σχημα. Στην ουσια η υλη δεν διαφοροποιειται από την ενεργεια, όπως οριζουμε σημερα αυτές τις δυο καταστασεις της υπαρξης.

Σε μικροσκοπικο επιπεδο, οπου ισχυουν οι νομοι της κβαντικης φυσικης, η υλη βρισκεται σε κατασταση «δυνατοτητας», ετσι ώστε δεν μπρουμε να αποφανθουμε αν «κατι» είναι σωματιδιο η κβαντο ενεργειας.

Ένα «σωματιδιο» ας πουμε που ανιχνευεται μονον χαρις στο ιχνος του στον πυρηνικο επιταχυντη, δεν είναι βεβαιο ότι αποτελει «κομματι» υλης ή μια ποσοτητα ενεργειας. Αυτό που μπορουμε να γνωριζουμε με σχετικη βεβαιοτητα ότι καποια στιγμη το ιδιο «πραγμα» μπορει να συμπεριφερεται ως υλη και καποια στιγμη ως ενεργεια.

Αυτή ακριβως η κατασταση της «απροσδιοριστης υλης» είναι η φυση της αμορφοποιητης υλης για την οποια καμει λογο ο Πλωτινος.

Η Ψυχη «εισχωρει εντος» της υλης οπως το πνευμα του καλλιτεχνη εισχωρει στο αμορφο υλικο του καλλιτεχνηματος και της προσδιδει «ατομικοτητα»

Η κινηση συνεπως δεν είναι ιδιοτητα της υλης, όπως την φανταζοντουσαν οι προσωκρατικοι αλλα ιδιοτητα της ψυχης, η οποια απορρεει από τον Νου. Ουσιαστικα τα παντα οσα αφορουν τις ιδιοτητες των οντων, αποσπωνται από την καθαρα υλικη τους υποσταση και αναγονται στην Ψυχη, η οποια με τη σειρα της αναφερεται στον Νου, εκ του οποιου απερρευσε.

Μ αυτή την εκπληκτικη συλληψη περι τριαδικοτητας του Είναι, η αρχαια σκεψη προσεγγιζει την ισορροπια μεταξυ της Ενοτητας και της πολλαπλοτητας, του μονισμου και του δυϊσμου, του Είναι και του Γιγνεσθαι.

7. Η διαλεκτικη του Πλωτινου

Η θεωρια των απορροων εισαγει τη διαλεκτικη στην ερμηνεια του Κοσμου, χωρις να διασπα την ενοτητα του.

Ο Νους εμπεριεχει τη δυνατοτητα της κινησης, η οποια πραγματοποιειται μεσω των δρασεων που συμβαινουν στη μορφοποιημενη υλη του φυσικου μας κοσμου, ωστοσο η ενοτητα των οντων διασφαλιζεται από το Εν, στο οποιο αναφερεται ο Νους.

Η συλληψη περι διαλεκτικης του Πλωτινου δεν διαφερει στον πυρηνα της από τη διαλεκτικη όπως την εννουσε ο Χεγκελ, ως πορεια του Πνευματος μεσα στον κοσμο, εξον από μια θεμελιωδη
διαφορα, που όμως αρκει για να της δωσει μια εντελως νεα σημασια.

Μιλωντας σημερα για διαλεκτικη, ειτε στο πεδιο του διαλεκτικου υλισμου των Εγκελς/Μαρξ[2], ειτε στον πεδιο της διαλεκτικης του πνευματος του Χεγκελ[3], εννουμε μια μονορροπη και ευθυγραμμη πορεια προς μιαν μονο κατευθυνση.

Οι δρασεις των αντιθετων που κινουν τα πραγματα, συμβαινουν μεσα στον ευθυγραμμο χρονο της Νευτωνειας φυσικης και συνεπως προκαλουν κινηση μονον προς «τα εμπρος», όπως ένα διανυσμα πουν κινειται απανω σε έναν φορεα, με θετικη παντα κατευθυνση.

Αντιθετως, η διαλεκτικη του Πλωτινου αποδεχεται και την αναδρομη κινηση!

Συμφωνα με την Πλωτινικη θεωρια, η Ψυχη εισερχεται εντος της υλης και τη μορφοποιει, δινοντας ταυτοχρονα και τη δυνατοτητα της κινησης.

Η ενωση της Ψυχης με την υλη είναι όμως μια ενωση «Ερωτικη».

Η Ψυχη συμπασχει με το υλικο της σωμα, συμμεριζεται τα παθη του και διδασκεται από τις εμπειριες του, σαν να ηταν ένα μαζι του, όπως συμπασχουν και συνυπαρχουν οι εραστες, οι οποιοι επισης νιωθουν σαν να είναι Ένα, παρα το ότι αποτελουν δυο χωριστα προσωπα.

Η Ψυχη ακολουθει τη διαλεκτικη πορεια της υπαρξης και ταυτιζεται με το σωμα σε ένα ειδος προσωρινου «μονισμου» που ανατρεπει ουσιαστικα τον καταστροφικο δυϊσμο του Πλατωνα, για τον οποιον το σωμα είναι το αχθος της ψυχης.

Ωστοσο η Ψυχη δεν χανει ολοτελα τη Μνημη του Νου, εκ του οποιου προερχεται. Αντιθετως η διαλεκτικη της πορεια μπορει να στραφει και προς τα «πισω», ακολουθωντας αναστροφα το μονοπατι που εχει χαραξει στη ζωη, με κατευθυνση τον κοσμο του πνευματος από τον οποιο προηλθε και στον οποιον ελκεται να επιστρεψει.

Η ιδια η Γνωση φαινεται ότι είναι για τον Πλωτινο αυτή η αναστροφη πορεια της Ψυχης προς τον κοσμο των ιδεων που δεν αποτελει απλως «αναμνηση» με την εννοια που της εδιδε ο Πλατωνας αλλα εκ νεου κατακτηση της αφθαρτης τελειοτητας του κοσμου του Νου.

Παραλληλα, η Ψυχη μεταφερει σ αυτή την αναστροφη πορεια της και τις εμπειριες που εχει λαβει μεσα στη διαλεκτικη της υπαρξης, ως ενσαρκωμενη ατομικοτητα, εμπλουτιζοντας ετσι την ιδια τη Γνωση, η οποια επιστρεφει στον Νου, σε ένα ανωτερο πλεον σταδιο.

Ο θανατος είναι η στιγμη οπου η Ψυχη αποχωριζεται το φθαρτο σωμα, το οποιο επιστρεφει στην κατασταση της αμορφης υλης, ενώ εκεινη «αναθυμαται» τον κοσμο από τον οποιον προερχεται και επιστρεφει σ’ αυτόν, ακολουθωντας ακριβως την αναποδη πορεια από τον γήϊνο ερωτα της.

Θα μπορουσαμε να πουμε σχηματικα ότι η εν ζωη πορεια της Ψυχης είναι ο Ερωτας της για το Σωμα, ενώ η μετα θανατον πορεια της Ψυχης είναι ο Ερωτας της για τον Νου [παρομοιος με τον θειο Ερωτα του Πλατωνα]

«…Τι είναι αυτή η διαλεκτική που οι προηγούμενοι όπως και ο φιλόσοφος πρέπει να διδαχτούν? Είναι η επιστήμη που μπορεί να εκφράζεται για το καθετί με έλλογο τρόπο και να λέει τι είναι, σε τι διαφέρει και σε τι ομοιάζει με τα άλλα, ανάμεσα σε ποια βρίσκεται και αν είναι πράγματι αυτό που είναι και πόσα όντα υπάρχουν και πάλι πόσα μη όντα, διάφορα των όντων. Αυτή διαλέγεται για το καλό και για το μη καλό, για όσα κατατάσσονται στο καλό και όσα στο αντίθετό του, τι είναι το αΐδιο και τι το μη αΐδιο. Και για όλα έχει επιστήμη ακριβή και όχι απλή δόξα [γνώμη]. Αυτή διακόπτει τις περιπλανήσεις μας στον κόσμο των αισθητών και εγκαθίσταται στον κόσμο των νοητών, κι εκεί ασχολείται με την εκδίωξη τους ψεύδους και τρέφει την ψυχή, κατά την έκφραση του Σωκράτη, χρησιμοποιώντας δηλ. την πλατωνική μέθοδο της διαίρεσης και διάκρισης των ειδών, του ορισμού της φύσης του κάθε Είναι και της εύρεσης των πρώτων γενών [ειδών], και, με νοερώς κάνει όλους τους συνδυασμούς με βάση αυτά τα πρώτα ώσπου να διέλθει παν το νοητό [όλο τον νοητό Κόσμο]. Έπειτα, με αντίστροφη πορεία, αυτήν της αναλύσεως, επιστρέφει στην Αρχή. Τότε, έρχεται σε ησυχία, γιατί είναι σε ησυχία όσο είναι Εκεί, και δεν πολυπραγμονεί, αλλά επιδίδεται στην θεωρία του ενός. Αφήνει την λεγόμενη λογική πραγματεία περί προτάσεων και συλλογισμών, όπως θα άφηνε την εκμάθηση της γραφής, σε μια άλλη τέχνη. Μερικά από τα ζητήματα λογικής που θεωρεί αναγκαία ως προκαταρτικά, αλλά γίνεται η ίδια κριτής αυτού και κάθε άλλου πράγματος, και κάποια τα κρίνει ως χρήσιμα και κάποια άλλα ως περιττά, αρμόζοντας μόνο για τις μεθόδους που ασχολούνται με αυτά…»

8. Η Ψυχη του κοσμου και η ατομικη ψυχη

Ένα από τα πιο σκοτεινα σημεια της Πλωτινικης θεωριας, είναι η σχεση της Ψυχης του κοσμου και της ατομικης ψυχης. Ο Δασκαλος δεν φαινεται να ξεκαθαρισε ικανοποιητικα αυτό το ζητημα.

Δεν χωραει αμφιβολια ότι ο Πλωτινος δεχεται αυτό που προγενεστεροι πολιτισμοι ειχαν αποκαλεσει anima mundi και επισης αποδεχεται τη μετεμψυχωση, που μεταφερει αυτή τη «συλλογικη ψυχη» σε διαφορες μορφες των οντων. Αυτή ακριβως η Ψυχη είναι αθανατη και συμφωνα με την Πλωτινικη θεωρια ακολουθει την αναστροφη κινηση, από την ενσαρκωση στην επιστροφη προς τον Νου, εστω και αν προηγουμενως εχει διελθει από διαφορα σταδια μορφοποιησης της υλης. Ωστοσο ο Δασκαλος καμει λογο και για την ατομικη ψυχη, μιλωντας για τν ενωση της με το Νου, ενοσω αυτή μεταφερει ολες τις ατομικες εμπειριες που αποκτησε κατά τη διαρκεια της υλικης ζωης της.

Για να δωσει μια ιδεα μαλιστα του πως αυτή η ενωση είναι απολυτη αλλα ταυτοχρονα διατηρει και τη διαφορα της οντοτητας μεταξυ Νου και ψυχης, δινει το παραδεγμα των ομοκεντρων κυκλων.

Η σχεση λοιπον της ψυχης με τον Νου είναι όπως δυο ισοι και ομοκεντροι κυκλοι. Οσο τα κεντρα τους συμπιπτουν, ουσιαστικα δεν αναγνωριζονται ως δυο διαφορετικοι κυκλοι αλλα ως ενας.

Όταν όμως απομακρυνθουν τα κεντρα τους, τοτε εμφανιζεται καθαρα ότι προκειται για δυο διαφορετικους κυκλους, που πιθανον να ακολουθησουν διαφορετικη πορεια.

Αν και ο Δασκαλος δεν ξεκαθαρισε απολυτως το ζητημα της ατομικης και της συλλογικης ψυχης, κρινοντας από την ιδια τη διδασκαλια του προς τους μαθητες του αλλα και από τα λεγομενα του για την πληρη ενωση ψυχης και Ενός, προσωπικως συμπεραινω ότι η εννοια που εδιδε στην «μεγαλη επιστροφη» ειχε να καμει με την πορεια της ψυχης μεσα στον κοσμο.

Αν δηλαδη η ενσαρκωμενη ψυχη ειχε κατορθωσει να απαλλαγει από τα παθη του Εγω και να συλλαβει εν ζωη τη Γνωση του Ενός, τοτε ο θανατος του σωματος θα σημαινε γι αυτην την επιστροφη της προς τον Νου και ακολουθως την ενωση της με το Εν, χωρις να απωλεσει τις μνημες των παθων της, οσο βρισκονταν εντος του υλικου της σωματος.

Αντιθετως αν ο ερωτας της ψυχης προς την υλη δεν την αφησε να απαγκιστρωθει διολου από αυτην και της στερησε τη Μνημη του Νου, τοτε η ψυχη θα μετενσαρκωθει σε διαδοχικους κυκλους ενσαρκωσης και θανατων, μεχρις οτου είναι ετοιμη να Γνωρισει [ή να ενθυμηθει] την α-ληθινη της φυση, ως τμηματος του Ενός.

Ο βιος του Πλωτινου συνηγορει υπερ μιας τετοιας ερμηνειας της φιλοσοφιας του. Αναζητησε τη Γνωση και την ενωση της ψυχης του με το Εν και ισχυριζονταν ότι το ειχε πετυχει εν ζωη τουλαχιστον τρεις φορες. Προσπαθωντας να εξηγησει τη σημασια αυτης της απολυτης αλλα και αρρητης Ενωσης, ο Δασκαλος εφερνε το παραδειγμα του καρπου. Ένας καρπος που τον βλεπουμε απανω στο τραπεζι αλλα δεν τον εχουμε αγγιξει, ουτε τον εχουμε γευτει, είναι μεν μια «εικονα» για εμας αλλα αυτό δεν σημαινει ότι κατανοουμε τη φυση του σε ολη της την εκταση. Για να κατανοησουμε τη φυση του καρπου δεν φτανει να τον δουμε αλλα θα πρεπει και να τον αγγιξουμε και να τον μυρισουμε και να τον γευτουμε. Η Ενωση με το Εν, που αποτελει και την κορυφαια στιγμη της Γνωσης, οσο ακομα η ψυχη μας βρισκεται εγκλωβισμενη στο υλικο σωμα, δεν μπορει να γινει μονο μεσω μιας αισθησης ή μονον μεσω της λογικης αλλα με ολο μας το είναι και με τετοια πληροττητα ώστε είναι πρακτικα αδυνατον να την περιγραψουμε με λογια.

Αυτή όμως η απολυτη Γνωση του Ενός, ακομα και μεσα από τις απατηλες οψεις των αισθησεων μας, προετοιμαζει την ατομικη μας ψυχη για την αναστροφη πορεια της, προς την Ενθυμηση της προελευσης της και το μεγα δωρο της αθανασιας.

«Γύρισε μέσα σου και δες… Αν δεν βλέπεις ακόμα στον εαυτό σου την ομορφιά, πράξε όπως ο γλύπτης που επιθυμεί να δημιουργήσει ένα ωραίο άγαλμα: αφαιρεί, ξύνει λειαίνει, καθαρίζει, μέχρι να φανεί πάνω στο άγαλμα ένα όμορφο πρόσωπο. Κι εσύ, λοιπόν, όπως αυτός, αφαίρεσε το περιττό, ίσιωσε το στρεβλό, φώτισε ό,τι σκοτεινό και μην παύεις να «λαξεύεις» το δικό σου «άγαλμα» έως ότου αστράψει πάνω του η θεϊκή λάμψη της αρετής… Αν βλέπεις ότι, ναι, αυτό έγινες, ότι ήδη έγινες αυτό που είδες, πάρε θάρρος και εμπιστέψου τον εαυτό σου, αφού ανέβηκες ως εδώ, δεν χρειάζεσαι πια οδηγό, κράτα το βλέμμα σου σταθερό και κοίτα!»

9. Η αθανασια της ψυχης.

Πρεπει να ειμαστε ο μοναδικος πολιτισμος στην ιστορια της ανθρωποτητας, που δεν διαθετουμε μια κοινωνικα θεσμισμενη αντιληψη περι αθανασιας.

Οσοι από μας είναι χριστιανοι ή μουσουλμανοι πιστευουνε στην κολαση και στον παραδεισο. Οσοι είναι αθεοι δεν πιστευουν πουθενα και οι σκεπτικιστες δεν πιστευουνε ουτε στην Πιστη.

Αντιθετως κανουμε ότι μπορουμε για να εξοστρακισουμε τον θανατο από τη ζωη μας.

Κραταμε μακρια από την καθημερινοτητα μας τους νεκρους μας, συντηρουμε τεχνητα στα νοσοκομεια μας ανθρωπους-ρακη, προσπαθουμε μανιωδως να επιμηκυνουμε το προσδοκιμο της ζωης μας, βανουμε οργανα αιχμαλωτων παιδιων σε αγοραπωλησια και φτανουμε στο τελος μας γεματοι τρομο και απελπισια.

Σαν να μην ειμαστε τιποτε άλλο από ένα συνονθυλευμα χημικων υγρων, σαρκων και κοπρανων, μια τυχαια και προσωρινη μορφοποιηση της υλής.

Ζουμε κυριολεκτικως, στη λησμονια της ψυχης μας.

Που αιωνες τωρα ο πολιτισμος πλεκεται ακριβως γυρω από το νοημα που διδει στη ζωη, η πιστη στην αθανασια της.

Γιατι χωρις μια κοινωνικα θεσμισμενη επικυρωση της αθανασιας, ουτε η ζωη, ουτε ο θανατος μπορουν να εχουν καποιο νοημα.

Να στερεις από τον ανθρωπο τη Γνωση της αθανατης ψυχης του, είναι σαν να στερεις από το ανθος τη δυνατοτητα του να γινει, πρωτα καρπος, υστερα σπορος και εν τελει, δεντρο.

Τι κριμα να σαπιζουμε σαν μαραμενα ανθη, αντι να ανθιζουμε σαν νεαρα κλαρια…

Η φιλοσοφια του Πλωτινου είναι κατεξοχην μια φιλοσοφια της αθανασιας.

Εχοντας κατανοησει βαθια τη «φαινομενικοτητα» του κοσμου και το φθαρτο της υπαρξης, προσπαθησε να δωσει με λογικες εννοιες μιαν ιδεα της Ιδεας.

Εμοιαζε με έναν ανθρωπο που ξαφνου βρεθηκε πολύ ψηλα και βλεποντας από εκει τον κοσμο σαν σε ευρυγωνιο φακο, επιχειρησε να μεταδωσει στους «από κατου» αυτά που ο ιδιος ειδε.

Στην εποχη του Πλωτινου γινονταν πολυς λογος περι της αθανατης ψυχης, τοσο από τους χριστιανους, που εβλεπαν μαλιστα και μιαν ανταμοιβη για τη γηϊνη ζωη τους στη βασιλεια των ουρανων, οσο και από τις ανατολικες θρησκειες, που τοτε ειχαν γινει της μοδας στη Ρωμη.

Ωστοσο η θρησκευτικη πιστη μπορει να ικανοποιησει με την απλοϊκοτητα της μονον τις μαζες και όχι τους ανθρωπους που απαιτουν ένα λογικο υποβαθρο στην κατευθυνση στην οποια θα ταξουνε τη ζωη τους.

Οι ενορασεις του Δασκαλου για την τριαδικη υποσταση του κοσμου ισως να μην διαφερουν και πολύ από τη βεδικη σημασια του Βραχμα και η θεωρια των απορροων ισως να μην διαφερει και πολύ από τη θεωρια του ινδουιστικου «αβαταρα» [εκπορευσης] ωστοσο είναι εκφρασμενες σε μια γλωσσα πολύ πιο οικεια σε εμας, από ότι οι αφοριστικες σχεδον αποκρυφιστικες διδασκαλιες των ινδουϊστων βραχμανων.

Δεν ξενιζει σημερα να εκφραζονται τμηματα της Πλωτινικης θεωριας με ορους της συχρονης διαλεκτικης ή της συγχρονης φυσικης, αντιθετως φανερωνει μια συνεχεια του στοχασμου, που ισως και να μην διασπαστηκε ποτε, από την εποχη του Θαλη ισαμε τη δικη μας.

Η ισορροπια που νιωθει ο στοχασμος στην αμφιδρομη διαλεκτικη του Πλωτινου, μπορει να ανοιξει και στον συγχρονο ανθρωπο μια διεξοδο, ώστε να στοχαστει την ψυχη ως μια υπαρκτη οντοτητα, που δυναται να διελθει όλα τα σταδια προς τα «πισω» ακολουθωντας την αναστροφη πορεια προς τν Νου και προςτην απολυτη ενωση της με το Εν.

Κι ακομα πιο σημαντικο, η Πλωτινικη θεωρια προσφερει μια ελλογη προταση ως ηθικη σταση, απεναντι στη ζωη, εισαγοντας την διαλεκτικη εξελιξη του ανθρωπου προς την κατακτηση της Γνωσης, όχι μονον μεσω της νηστειας, της απαρνησης του σωματος και του σχεδον απανθρωπου ινδικου διαλογισμου αλλα μεσω της πορειας του ανθρωπινου νου, της εγκρατειας, του μετρου και της λογικης.

Προσωπικα φρονω ότι δεν υπαρχει συστηματικη θεωρια περι ψυχης, που να στηριζεται τοσο πολύ στη λογικη αναλυση, οσο αυτή του Πλωτινου. Θα ελεγα ότι προκειται για Αριστοτελικες μεθοδους, σε Πλατωνικο εδαφος, με Ηρακλειτεια δυναμη και Παρμενιδεια ποιητικοτητα.

Ο κοσμος των φαινομενων και της «εικονας» του παροδικου, υλικου μας εγω, που βρισκεται τοσο στις βεδες, οσο και στη συγχρονη φαινομενολογικη σκεψη, απαγκιστρωνεται στον Πλωτινο από τον πεπλο της Μαγια, που σκεπαζει ολοκληρωτικα τα φαινομενα και μας καμει ανικανους να συλλογιστουμε περι αυτων.

Αντιθετως, η λησμονια του Είναι, όπως το θετει ο Χαϊντεγκερ, μπορει να αρθει αν δεχτουμε την πιστη του Δασκαλου στην αναστροφη πορεια της ψυχης και στον θειο ερωτα της προς τον Νου, εκ του οποιου προερχεται.

Αυτος ακριβως ο θειος ερωτας είναι που μας καμει αθανατους.

Ο Πλωτινος δεν αρνηθηκε την εμπειρια της ψυχης, κατά την προσωρινη και επωδυνη πορεια της μεσα από τα παθη της υλικης υπαρξης. Και προπαντος δεν αναζητησε για τον ανθρωπο ένα ειδος νεκροφανειας εν ζωη, όπως η νιρβανα του Βουδα.

Αντιθετως, αποδεχτηκε την εν ζωη δραση του ανθρωπου, επιχειρωντας ο ιδιος να συμμετεχει σε ένα πολιτικο και κοινωνικο εγχειρημα, με το να πεισει τον αυτοκρατορα Γαλιηνο, να δημιουργησουν την Πλατωνοπολη.

Δηλαδη, μια πολιτικη ενσαρκωση της ιδεωδους πολιτειας του Πλατωνα.

Ευτυχως και για τους δυο, ο Γαλιηνος δεν το τολμησε, ωστοσο γινεται φανερο ποση σημασια εδινε ο Δασκαλος στην κοινωνικη δραση και ποσο μακρια ηταν από τη διδασκαλια του η πληρης παραιτηση από τη ζωη, των ινδουϊστων σαντου ή των βουδιστων μοναχων του θιβετ.

Η φιλοσοφια του Πλωτινου είναι σε ολο της το ευρος Ελληνικη, από την αποψη του «παντων μετρον ανθρωπος» παροτι συχνα ταυτιζεται με τον μυστικισμο, που πολλοι τον θεωρουν απορροια της φιλοσοφιας του.

10. Η μαγεια, ο μυστικισμος και ο Πλωτινος

Οι μαθητες του Πλωτινου του εθεταν συχνα ερωτησεις περι μαγειας, στις οποιες ο δασκαλος δεν απαξιωνε να απαντησει.

Μαλιστα αναφερονται και περιστατικα οπου αντιπαρατεθηκε σε ανατολιτες μαγους, εντυπωσιαζοντας του με το απυροβλητο που φανερωνε απεναντι στα τεχνασματα τους.

Ο ιδιος δεν αρνιοτανε τη δυναμη της μαγειας, ελεγε όμως ότι οι μαγικες δυναμεις αν και υπαρκτες, μπορουν όμως να επηρρεασουν μονο τις κατωτερες ψυχες, αυτές που ζουν αποκλειστικα στο υλικο τους περιβλημα και εχουν λησμονησει τη θεια προελευση τους.

Ουσιαστικα δηλαδη περιοριζε τη μαγεια και αυτές που ονομαζουμε «μυστικιστικες ή αποκρυφιστικες δυναμεις» στο κατωτερον επιπεδο των οντων.

Δεν το κρινω σκοπιμο να επεκταθω στην παραποιηση της Πλωτινικης φιλοσοφιας από τους μυστικιστες και τους μαθητευομενους μαγους του μεσσαιωνα, διοτι αν και απολυτως υπαρκτη, δεν μπορει να διαστρεψει τις μεγαλες εννοιες που διαυγασε για τον πολιτισμο μας ο Δασκαλος.

Είναι γνωστο αλλωστε ότι φιλοσοφιες όπως των πυθαγορειων ή του Βουδα, ή ακομα και ένα ανθρωπιστικο κηρυγμα όπως του Χριστου, μπορει στην μετεπειτα πορεια τους και στην κοινωνικη τους ενσωματωση να διαστραφουν και να παρουσιαστουν ως «θρησκειες»

Οι χοντροι και καλοζωϊσμενοι πετρινοι βουδες της ινδοκινεζικης ζουγκλας αρκει για να καταδειξουν πως μια ηθικη φιλοσοφια μπορει να καταντησει δεισιδαιμονια, τυφλη πιστη και λατρευτικος τυπος.

Το ιδιο συνεβη και με τη φιλοσοφια του Πλωτινου [αλλα και του Πλατωνα] όταν ο ελληνορωμαίκος κοσμος κατερρευσε από τις επιδρομες των βαρβαρων και το μονοπωλιο της Σοφιας περασε στα χερια των παπαδων.

Αντι επιλογου

Είναι πολύ πιο ευκολο να παραιτηθουμε από τον Νου μας και να «αποδεχτουμε τυφλα μια πιστη» από το να ζησουμε μεσα στη διαρκη αγωνια της Αποκαλυψης της α-ληθειας.

Η φιλοσοφια είναι ενας δυσκολος και επιπονος δρομος. Ακομα περισσοτερο που η δικια μας εποχη είναι μια εποχη λησμοσυνης του Είναι, η οποια προσπαθει παντι τροπω να περιορισει τον ανθρωπο στα επιπεδα μιας παραγωγικης, οικονομικης μοναδας. Ο στοχασμος περι του Ενός, του Νου ή της Ψυχης, αν γενικευονταν, θα ηταν πραγματικα ολεθριο για την δικτατορια των τραπεζων, των πολυεθνικων και των αφεντικων της παγκοσμιοποιησης, εφοσον θα τερματιζε οριστικα τη λυσσα της υπερκαταναλωσης και θα εστρεφε την ανθρωπινη δραση σε πιο ουσιαστικα πραγματα, από το να αλλαζει προγραμματα κινητων κάθε τριμηνο.

Η λογικη διερευνηση της αθανατης ψυχης μας, θα προκαλουσε τρομερες ρωγμες στις κοινωνιες των μαζων, αφου θα απαγκιστρωνε τον ανθρωπο από τον ψυχικο ελεγχο μεσω της τηλεορασης και των ψυχοφαρμακων και θα τον οδηγουσε σε μια κατασταση «μνημης» της πληροτητας του, εντος του μεγαλου θεατρου της υπαρξης.

Με λιγα και απλα λογια, μια φιλοσοφια όπως αυτή του Πλωτινου θα απελευθερωνε τον ανθρωπο από τα δεσμα της εκμεταλλευσης, της μισθωτης σκλαβιας και της δουλειας των αγοραιων παθων του και θα του υπενθυμιζε το τι σημαινει να ξεπερνας τον τρομο του θανατου, για να ζεσταθεις στο αιωνιο φως της αθανατης Ψυχης του Κοσμου.

Αν κατανοουσαμε την α-ληθεια της αθανασιας μας, θα κατανοουσαμε και το πώς να ειμαστε ελευθεροι.

Πραγμα που πρεπει να αποφευχθει με κάθε τροπο…

Α, και κατι ακομα…

Με το εργο του Δασκαλου ειχα ερθει σ επαφη και παλιοτερα, ωστοσο δεν με ειχε συγκλονισει. Χρειαστηκε να περασουν πολλα χρονια, να ωριμασω μεσα μου για να κατανοησω εντελως ξαφνικα, σαν σε μια αποκαλυψη, τον σχεδον Μυστικο λογο του.

Αλλωστε στον Ερωτα και στη Γνωση, μυστικο δεν είναι μονον αυτό που δεν λεγεται αλλα κι εκεινο που, αν ειπωθει, δεν το ακουμε επειδη δεν ειμαστε ετοιμοι να το ακουσουμε…
-----------------
Σημειωσεις

[1] Γενικα, οταν μιλαμε σημερα για διαλεκτικη εννοουμε την κινηση των πραγματων, που οφειλεται στη δραση των αντιθετων.
Ο πρωτος διαλεκτικος ηταν ο Ηρακλειτος, που θεωρουσε τη συγκρουση των ανιθετων δναμεων ως γενεσιουργο αιτια του Γιγνεσθαι [πολεμος πατηρ παντων]
Ωστοσο ο νουνος της διαλεκτικης ητανε ο Πλατων, ο οποιος ομως οριζε τη διαλεκτικη ως αναζητηση της αληθειας μεσω του λογου και του αντι-λογου.

Σημερα, μιλωντυας για διαλεκτικλη εννοουμε κυριως τον διαλεκτικο υλισμο και τη χεγκελιανη διαλεκτικη
Η διαλεκτικη των Μαρξ/Εγκελς στηριζεται αποκλειστικα σε υλικες διαδικασιες. Συμφωνα με την υλιστικη αυτη αντιληψη, η εξελιξη τοσο στη φυση οσο και στην κοινωνια γινετια μεσω της δρασης και της συγκρουσης των αντιθετων δυναμεων, φυσικων ή κοινωνικων [π.χ της παλης των ταξεων]

[2] Σε αντιθεση με τον διαλεκτικο υλισμο των Μαρξ/Εγκελς η διαλεκτικη του Χεγκελ στηριζεται στη συγκρουση των αντιθετων δυναμεων του Πνευματος.
Η παγκοσμια ιστορια ειναι η ιστορια του Πνευματος, που μεσω των αντιρροπων δυναμεων του προωθει τη ζωη και τις κοινωνιες.
Η χεγκελιανη διαλεκτικη μοιαζει πολυ στη βαση της με την πλωτινικη διαλεκτικη, εφοσον και εκει ο Νους εμπεριεχει τα ζευγη των αντιθετων που θετουν σε κινηση τις ψυχες, μεσα στον κοσμο των μορφοποιημενων υλικων οντων

[3] Το παραδοξο του "Αχιλλεα και της χελωνας" ανηκει σε μια σειρα νοητικων κατασκευων, που στοχευουν στο να αποδειξουν τη λογικη αδυναμια της κινησης.
Εστω οτι μια χελωνα ξεκιναει πιο πριν απο τον Αχιλλεα και κινειται για χρονο Τ1, διανυοντας αποσταση Α1.
Μετα απο τον χρονο Τ1 ξεκιναει την κουρσα του και ο Αχιλλεας, κινουμενος στην ιδια ευθεια με τη χελωνα.
Οταν ο Αχιλλεας θα φτασει στο σημειο που βρισκοτανε η χελωνα, μετα την παρελευση του χρονου Τ1, προφανως η χελωνα θα εχει μετακινηθει κατα μια αποσταση Α2, .
Οταν ο Αχιλλεας φτασει παλι στο σημειο οπου βρισκοτανε πριν η χελωνα, αυτη παλι θα εχει μετακινηθει για μια αλλη αποσταση Α3 και παει λεγοντας.
Καθε φορα που ο Αχιλλεας θα φτανει εκει που βρισκονταν πριν η χελωνα, αυτη θα εχιε μετακινηθει εστω και για καποια ελαχιστη αποσταση, με συνεπεια να μην τη φτασει ποτε!

Ο συλλογισμος αποδεικνυε κατα τους Ελεατες οτι η κινηση ηταν λογικα αδυνατη αρα ο κοσμος μας ειναι ενας κοσμος απατηλων φαινομενων.
Το λογικο προβλημα βρισκεται στο οτι οι Ελληνες δεν μπορουσαν να κατανοησουν τη φυση του Μηδενος και το πως φτανει να μηδενιζεται μια ακολουθια, εστω απειροστων διαστηματων.
Η απαντηση δοθηκε μολις στον αιωνα του Νευτωνα, χαρις στον απειροστικο λογισμο των Νευτωνα και Λαϊμπνιτς, οπου εκει εισαγεται η εννοια του οριου και φυσικα του μηδενισμου μιας ακολουθιας ολοενα και μικροτερων διαστηματων