Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Ο πρώτος ηλίθιος

Ο ηλίθιος δεν μιλούσε πολύ. Μόνο οι άλλοι το έκαναν γι’ αυτόν. Ο ηλίθιος άκουγε.

Άκουγε όλους τους άλλους. Ο καθένας είχε να του πει την ιστορία του, τον πόνο του και το βάσανό του. Ήταν χαρούμενοι μόνο όταν ήταν μαζί τους, όχι όταν ήταν με τους άλλους. Όταν έπαιζε με τα παιδιά τους, έλεγαν γι’ αυτόν ότι δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο. Ο ηλίθιος άκουγε όλες αυτές τις ερμηνείες και τις απόψεις του κόσμου. Δεν άλλαζε όμως.

Ήταν πάντα με εκείνους που τον είχαν ανάγκη, ακόμα και αν δεν είχαν ανάγκες. Ήταν η άμμος της παιδικής χαράς. Όλα τα παιδιά έπαιζαν μαζί του κι ύστερα τον άφηναν μόνο για να μπορέσουν να τον βρουν και πάλι την επόμενη ημέρα να τα περιμένει. Ο ηλίθιος τα αγαπούσε όλα και γι’ αυτό το λόγο δεν τον αγαπούσε κανένα ιδιαίτερα. Ήταν απλώς ο ηλίθιος τους. Μαζί του ένιωθαν πάντα ασφάλεια διότι ήταν ο μεγάλος. Όμως όπως ήταν ο μεγάλος τούς άρεσε να κοροϊδεύουν τα γεράματά του. Δεν έφταιγαν τα παιδιά αν είχε γεννηθεί γέρος για να τα προστατέψει. Εκείνος έφταιγε για όλα, τα παιδιά ήταν αθώα και το ίδιο οι γονείς τους.

Δεν ήταν αγαθός αλλιώς πώς θα έφταιγε για όλους και όλα. Ήταν υπεύθυνος για όλα μπροστά σε όλους και για όλους μπροστά σε όλα. Όπως δεν ανήκε σε καμιά παρέα, ήταν ο παράξενος της παρέας. Και κάθε παρέα ήθελε τον παράξενο της. Ο ηλίθιος αναλάμβανε αυτό το ρόλο με πάθος και περίμενε τα καρφιά της αθωότητας που δεν έλειπαν ποτέ να τον πληγώσουν.

Για τα παιδιά ήταν ο γαλάζιος γίγαντας, εκείνος που δεν πέθαινε ποτέ για να τον βασανίζουν όλα τα παιδιά δίχως εξαίρεση. Βέβαια οι γονείς ήξεραν ότι ήταν παράξενος. Και τον πρόσεχαν όπως προσέχουν τους δασκάλους. Κάθε του λέξη την ερμήνευαν. Δεν έπρεπε να θίξει την κοινωνία. Ο ηλίθιος ήταν ο δάσκαλος των παιδιών διότι ήταν παιδιά. Έτσι τουλάχιστον πίστευαν. Η ανθρωπιά του δεν ήταν ένα καλό παράδειγμα για τα κοινωνικά παιδιά και πρόσεχαν να μην εκτραπούν. Ενώ τα παιδιά τον αγαπούσαν διότι μπορούσαν να τον πληγώσουν δίχως να πει τίποτα. Ενώ τους γιάτρευε κάθε φορά που πονούσαν ακόμα και αν το χτύπημα ήταν δικό τους. Ήταν ο δικός τους ηλίθιος. Έτσι τον έβλεπαν και οι γονείς. Αρκεί να μην έβλαπτε την κοινωνία.

Μιλούσε βέβαια για την ανθρωπότητα αλλά του το συγχωρούσαν διότι ήξεραν ότι ήταν ηλίθιος και παράξενος. Έλεγαν μέσα τους ότι ο καθένας έχει τα κουσούρια του. Η ανθρωπότητα ήταν η αδυναμία του αλλά ποιος μπορούσε να κατανοήσει τι έλεγε πραγματικά και ουσιαστικά.

Όμως μερικά παιδιά που ήταν και αυτά παράξενα τον άκουσαν. Δεν μιλούσαν πολύ και οι γονείς δεν αντιλήφθηκαν αμέσως το κακό που γινόταν. Άκουγαν τον ηλίθιο και καταλάβαιναν για πρώτη φορά τι σημαίνει ζωή. Θέλησαν να μιλήσουν για πρώτη φορά για την ανθρώπινη ζωή στην κοινωνία και τότε εκείνη αποφάσισε να λυτρώσει τον ηλίθιο από τα βάσανα.

Τον δηλητηρίασε.

Ήταν ο πρώτος ηλίθιος και λεγόταν Σωκράτης.

Ο Αριστοτέλης και ο διαχωρισμός ηθικής αρετής και επιστήμης

Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της φιλίας στο έβδομο βιβλίο από το έργο του «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον προβληματισμό σχετικά με τη δυνατότητα να έχει κανείς πολλούς ή λίγους φίλους: «Επίσης, καθόλου δεν αντιφάσκουμε και άνετα ισχύουν τα εξής δύο: από τη μία να ζητάμε και να ευχόμαστε τους πολλούς φίλους· από την άλλη, το “όπου πολλοί φίλοι, εκεί κανείς φίλος”» (1245b 24-26).

Το ενδεχόμενο της πολυφιλίας ακούγεται δελεαστικό: «Εφόσον γίνεται να μοιράζεται κανείς τη ζωή με πολλούς και να τους νιώθει κοντά του, τότε τι καλύτερο;» (1245b 26-28).

Το ζήτημα, όμως, έχει να κάνει με το κατά πόσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο: «Επειδή όμως αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο, τότε εξ ανάγκης η ενέργεια που απαιτεί το να τους έχεις κοντά σου περιορίζεται σε λιγότερους» (1245b 28-29).

Για τον Αριστοτέλη η σύναψη φιλίας είναι διαδικασία δύσκολη και χρονοβόρα. Μια απλή γνωριμία ή συναναστροφή δεν ερμηνεύεται ως φιλία: «δεν είναι δύσκολο μόνο να αποκτήσεις πολλούς φίλους (πράγμα που απαιτεί να τους έχεις δοκιμάσει όλους), αλλά και όταν τους έχεις να τους χαίρεσαι» (1245b 30-31).

Με άλλα λόγια, η φιλία δεν αφορά μόνο τις προϋποθέσεις για την οικοδόμησή της (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι εύκολες), αλλά και τις συνθήκες που θα ευνοήσουν τη διατήρησή της. Η πεποίθηση ότι έχει κανείς πολλούς φίλους σηματοδοτεί και την ανάγκη της συχνής συναναστροφής μαζί τους, δηλαδή την επιδίωξη της αμοιβαίας χαράς που γεννιέται από τη σχέση.

Ο περιορισμός του χρόνου, που οπωσδήποτε λειτουργεί ανασταλτικά, και το δεδομένο ότι ο άνθρωπος χρειάζεται και στιγμές μοναξιάς, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις-υποχρεώσεις της καθημερινότητας καθιστούν την πολυφιλία (με την πρωταρχική σημασία της φιλίας) σχεδόν αδύνατη. Εκ των πραγμάτων κάποιες συναναστροφές θα περιοριστούν. Θα μείνουν μόνο οι περισσότερο επιθυμητές, που θα είναι λίγες και που θα εκπληρώνουν τους όρους της αληθινής-ολοκληρωμένης φιλίας.

Ο Αριστοτέλης επισημαίνει: «Άλλοτε για το αγαπημένο μας πρόσωπο επιθυμούμε να ζει ευτυχισμένο, έστω και μακριά μας, και άλλοτε να είναι κοντά μας, να μοιράζεται τη ζωή μας και να θέλει μαζί μας τη φιλία. Αν γίνεται να συμπίπτουν το “κοντά μας” και το “ευτυχισμένο”, αυτό θα το προτιμούσαν οι πάντες» (1245b 31-35).

Μια τέτοια συνθήκη, όμως, δεν κρίνεται δεδομένη. Οι απαιτήσεις της ζωής, οι ατομικές φιλοδοξίες, οι εργασιακές προοπτικές, ακόμη και ο έρωτας, ενδέχεται να υποχρεώσουν το φίλο να μετοικήσει μακριά θεωρώντας ότι εκεί θα ζήσει ευτυχέστερα.

Η απομάκρυνση που θα μειώσει τις συναναστροφές δε σηματοδοτεί την ακύρωση της φιλίας. Είναι η περίπτωση που οι φίλοι επιθυμούν την ευτυχία των φίλων τους, έστω κι αν δεν τους βλέπουν. Τα αμοιβαία συναισθήματα καταδεικνύουν το αμείωτο ενδιαφέρον, ακόμη κι αν μεσολαβεί η απόσταση.

Ο φίλος αναγνωρίζοντας την προτεραιότητα της ευτυχίας του φίλου θα δεχτεί την απομάκρυνσή του, ασχέτως αν λυπάται που θα τον αποχωριστεί. Κι αυτή ακριβώς είναι η κατάδειξη του ενδιαφέροντος, που θέλει πάντα το καλύτερο για τον φίλο.

Αναμφισβήτητα, όμως, η ιδανικότερη εκδοχή είναι ο φίλος να παραμείνει κοντά διατηρώντας τη συναναστροφή της καθημερινότητας. Η κοινή ζωή που θα προκύψει θα ανεβάσει τη φιλία στα υψηλότερα δυνατά της επίπεδα προσφέροντας την πιο ανόθευτη ευτυχία.

Το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν προστριβές,, που εν τέλει διαλύσουν τη σχέση, δεν αναιρεί την πεποίθηση ότι η φιλία οικοδομείται από τη διαρκή συναναστροφή, αλλά θα καταδείξει ότι οι συγκεκριμένοι φίλοι δεν είχαν τόσο ισχυρούς δεσμούς, όσο θεώρησαν αρχικά. Από αυτή την άποψη, η καθημερινή συναναστροφή γίνεται ακόμη πιο αναγκαία για τη φιλία, αφού όχι μόνο ενδυναμώνει αλλά και δοκιμάζει τις σχέσεις διαχωρίζοντας τις αξιόπιστες από τις εφήμερες.

Όμως, γνώρισμα του φίλου δεν είναι μόνο η επιδίωξη της ευτυχίας για το φίλο του, αλλά και η προστασία από κάθε κακό. Ακόμη κι αν ο ίδιος βρίσκεται σε συμφορές, θα ήθελε να μη μεταδώσει στο φίλο τη δυστυχία του: «Γνώρισμα του φίλου που αγαπά είναι να αποτρέπει τη μετοχή του φίλου του στα δεινά που ο ίδιος βιώνει. Ο αγαπημένος φίλος, όμως, χαρακτηρίζεται από τη θέληση να μετάσχει κι αυτός σ’ αυτά. Και οι δύο στάσεις είναι δικαιολογημένες» (1245b 41-44).

Η προσπάθεια του φίλου να μην αναμείξει στη δυστυχία του τον άλλο σηματοδοτεί την πιο κατάφωρη ανιδιοτέλεια καθιστώντας την ευτυχία του φίλου σημαντικότερη από τη δική του. Από αυτή την άποψη, η φιλία κρύβει κάτι το ηρωικό μέσα της. Κρύβει την άρνηση του εαυτού για χάρη του άλλου: «… πιστεύουμε ότι ο φίλος θέλει το καλό του φίλου του και όχι το δικό του. Γι’ αυτό και αποτρέπει τη συμμετοχή του φίλου. Του φτάνει που υποφέρει ο ίδιος, και δε θέλει να φαίνεται ότι προκρίνει το δικό του συμφέρον και τη δική του χαρά, ενώ ο φίλος του υποφέρει» (1245b 45-48 και 1246a 1-2).

Όμως, η φιλία, ως έσχατη συναισθηματική μοιρασιά, δε θα μπορούσε να αποκλείσει τη λύπη. Ο φίλος έχοντας πάντα την πρόθεση να προσφέρει χαρά επιθυμεί να συμμετέχει και στις λύπες προκειμένου να τις απαλύνει. Εξάλλου, οι συμφορές του φίλου στεναχωρούν και τον ίδιο. Η χαρά που αισθάνεται ανακουφίζοντας το φίλο από τις λύπες είναι η αμοιβαία ευεργεσία της συντροφικότητας: «Με τη συμμετοχή του φίλου στα δεινά σαν να ελαφραίνουν αυτά και για τους δύο» (1246a 2-3).

Και βέβαια, τα συναισθηματικά ύψη μιας τέτοιας σχέσης είναι αδύνατο να συγκριθούν με οποιοδήποτε υλικό αγαθό: «Με δεδομένο ότι το καλύτερο είναι να συνυπάρχουν η ευτυχία του φίλου και η συμβίωση με αυτόν, είναι προφανές ότι η συμβίωση και με κάπως λιγότερα αγαθά είναι προτιμότερη από το χωρισμό και με κάπως περισσότερα» (1246a 2-6).

Το ζήτημα όμως της απόλυτης μοιρασιάς, τόσο στον υλικό όσο και στο συναισθηματικό τομέα δεν τους βρίσκει όλους σύμφωνους: «Άλλοι νομίζουν ότι το μεγαλύτερο γνώρισμα της φιλίας είναι το να μοιράζεσαι τη ζωή με το φίλο σου, και έτσι λένε ότι, όταν οι φίλοι έχουν τα ίδια αγαθά, τους είναι πιο ευχάριστο να δειπνήσουν μαζί. Άλλοι αντίθετα, δε θέλουν να μοιράζονται τα πάντα με το φίλο τους. Το επιχείρημά τους είναι ότι αν οδηγιόταν το πράγμα στις έσχατες συνέπειές του, θα έλεγαν όλοι: καλύτερα μια δυστυχία με τον φίλο, παρά μια ευτυχία χωρίς αυτόν» (1246a 8-13).

Το ότι η ζωή με το φίλο κρίνεται ευτυχέστερη είναι αναμφισβήτητο. Στο δίλημμα όμως αν πρέπει κανείς να ακολουθήσει το φίλο του στην προοπτική της βέβαιης δυστυχίας υπάρχουν άνθρωποι που απαντούν αρνητικά. Η αποδοχή αυτής της άποψης, έστω κι ως ακραίας υποθετικής συνθήκης, καταρρίπτει την εκδοχή της αδιαπραγμάτευτης μοιρασιάς, αφού θέτει σαφώς όρια. Ο φίλος που από θέση αρχής θα οδηγήσει στη δυστυχία πρέπει να απομακρυνθεί, αφού επί της ουσίας ακυρώνεται.

Η αποφυγή του Αριστοτέλη να πάρει θέση μπροστά στο δίλημμα που προκύπτει καταδεικνύει ότι είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί και που ο καθένας μπορεί να εκθέσει την επιχειρηματολογία του. Θα έλεγε κανείς ότι ο Αριστοτέλης αφήνει το ζήτημα ανοιχτό υπογραμμίζοντας ότι όλες οι απόψεις διεκδικούν το δικό τους δίκιο.

Στην ουσία είναι σαν να συγκρίνεται η ευτυχία με τη φιλία. Αποδεχόμενοι αυτό και με δεδομένο ότι η φιλία είναι το κλειδί της υπέρτατης ευτυχίας, δηλαδή του τελικού σκοπού για την ανθρώπινη ύπαρξη, γίνεται αντιληπτό ότι η φιλία που υπονομεύει την ευτυχία ακυρώνεται εννοιολογικά.

Από αυτή την άποψη, έχουν δίκιο αυτοί που αρνούνται το φίλο για χάρη της ευτυχίας. Το δίλημμα αυτό, όμως, αφορά την ακραία εκδοχή της περίπτωσης που τίθεται με τρόπο ολοκληρωτικό κι όχι το πρόσκαιρο συμφέρον ή την αποφυγή βοήθειας σε μια δύσκολη στιγμή που δεν έχει καμία σχέση με τη δυστυχία. Ο φίλος που επικαλείται τη δυστυχία για να μη βοηθήσει ή να μη συμπαρασταθεί στο φίλο του δεν είναι φίλος για τον απλούστατο λόγο ότι δε νιώθει χαρά προσφέροντας σε αυτόν που (δήθεν) ονομάζει φίλο. Άλλο, όμως, η χαρά της προσφοράς κι άλλο η βεβαιότητα της ισόβιας δυστυχίας.

Με τον ίδιο τρόπο ο Αριστοτέλης δείχνει κατανόηση σε εκείνους που αποφεύγουν τα μοιραστούν τις λύπες με τους φίλους τους προκειμένου να μην τους στεναχωρήσουν. Αν και προφανώς τάσσεται με την άποψη ότι οι φίλοι πρέπει να μοιράζονται και τις λύπες (έχει διατυπώσει ήδη ότι «στη δυστυχία είναι που γίνονται “κοινά των φίλων”» και «η δυστυχία φανερώνει τους ψεύτικους φίλους» 1238a 20 και 24-25), δε στέκεται επικριτικά σε αυτούς που αποφεύγουν να τις φανερώσουν στους φίλους τους.

Αντίθετα, βρίσκει και τις δύο συμπεριφορές (και την έκφραση της δυστυχίας και την αποσιώπησή της) κατανοητές, αφού αρμόζουν τόσο στη φύση του ανθρώπου όσο και στην έννοια της φιλίας: «Άλλοτε θέλουμε να είναι μακριά οι φίλοι μας και να μη γίνουμε αιτία να στεναχωρηθούν, ειδικά όταν δεν μπορούν πια να βοηθήσουν· άλλοτε, όμως, το πιο ευχάριστο είναι να τους έχουμε κοντά μας. Αλλά και αυτή η αντίφαση πολύ εύκολα βρίσκει τη λογική εξήγησή της. Το έχουμε ήδη πει: από τη μία αποφεύγουμε γενικώς να βλέπουμε το φίλο μας λυπημένο ή σε άσχημη κατάσταση, όπως ακριβώς κάνουμε και για τον εαυτό μας· από την άλλη, είναι πολύ ευχάριστο να τον έχουμε κοντά μας, πιο ευχάριστο μάλιστα από οτιδήποτε άλλο –το έχουμε ήδη εξηγήσει– είτε υποφέρουμε είτε όχι· αρκεί να είναι αυτός» (1246a 15-23).

Η διαπίστωση ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι συμπεριφοράς που είναι αποδεκτοί στο ζήτημα της φιλίας και το δεδομένο ότι η φιλία είναι το κατεξοχήν πεδίο για την άσκηση της αρετής καθιστά σαφές ότι στο ζήτημα της αρετής υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν μπορεί κανείς να εκφράζεται απόλυτα. Ο ενάρετος φίλος μπορεί να συμπεριφερθεί και με τον ένα και με τον άλλο τρόπο, ανάλογα με τις περιστάσεις και την ιδιοσυγκρασία του, χωρίς να υπονομεύεται στο ελάχιστο η ηθική του ακεραιότητα. Κι ακριβώς από αυτή την υποκειμενικότητα ελλοχεύουν όλοι οι κίνδυνοι και οι διαστρεβλώσεις των ανθρώπων που θέλουν να παραστήσουν τους ενάρετους ξεχειλώνοντας όλα τα όρια.

Η υποκειμενικότητα στην άσκηση της αρετής δεν αφορά ούτε την παραποίηση ούτε (πολύ περισσότερο) την ακύρωση των επιταγών της. Ο φίλος που εκμεταλλεύεται το φίλο δεν είναι φίλος και δε συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής, όσο κι αν προσπαθεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα προτάσσοντας (δήθεν) το δικαίωμά του στην ευτυχία ή ότι η χαρά του θα πρέπει να είναι και χαρά των φίλων του (ενώ τους εκμεταλλεύεται). Απόψεις που θέλουν το φίλο να είναι πάντα υποστηρικτικός ακόμη και σε περιπτώσεις που κάποιος έχει κατάφωρο άδικο (γιατί έτσι είναι η φίλοι) κρίνονται εκτός αριστοτελικής πραγματικότητας.

Η υποκειμενικότητα που τίθεται από τον Αριστοτέλη δεν έχει καμία σχέση με αυτού του είδους τις διαστρεβλώσεις. Γιατί η αρετή όσο κι αν αφήνει περιθώρια υποκειμενικότητας στην άσκησή της εν τέλει καθορίζει με σαφήνεια τους κανόνες της. Το άδικο δεν μπορεί να γίνει δίκιο, όσο κι αν το διαστρεβλώσει κανείς ή το επιβάλλει με τη δύναμη της ισχύος του. Ακόμη και οι πιο δυσδιάκριτες υποθέσεις δικαίου είναι δυνατό να αποσαφηνιστούν, αρκεί να υπάρχει η βούληση για κάτι τέτοιο.

Κι αυτός ακριβώς είναι ο διαχωρισμός που κάνει ο Αριστοτέλης ανάμεσα στην αρετή και τις επιστήμες. Ξεκινώντας το όγδοο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» θέτει το ερώτημα: «Γίνεται να χρησιμοποιηθεί το καθετί και με τον τρόπο που επιβάλλει η φύση του αλλά και με άλλο τρόπο;» (1246a 33-34).

Για να γίνει σαφέστερος: «Παράδειγμα: Το μάτι γίνεται να χρησιμοποιηθεί και ως μάτι που βλέπει, αλλά και ως κάτι που άλλαξε λειτουργία και βλέπει και δεν βλέπει, έτσι που τα δύο να φαίνονται ένα. Υπάρχει, όμως και η περίπτωση να χρησιμοποιηθεί με μια τελείως συμπτωματική χρήση: τελείως υποθετικά, να το πουλούσε κανείς ή να το έτρωγε» (1246a 36-40).

Το ότι κάθε πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί (πέρα από τη σωστή του χρήση) με τρόπο που δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη φύση του ούτε με την τελεολογική του αποστολή καθιστά σαφές ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποστεί διαστρέβλωση. Το μάτι θα μπορούσε κανείς ακόμη και να το εμπορευτεί ή να το φάει. Το ευάλωτο που δείχνουν όλα τα πράγματα στην παρά φύσει χρήση τους καταδεικνύει την ευκολία της διαστρέβλωσής τους, ανάλογα με τις ανάγκες (ή διαστροφές) που καλούνται να υπηρετήσουν.

Με τον ίδιο τρόπο, κατά τον Αριστοτέλη, μπορεί να εφαρμοστεί πολλαπλώς και η επιστήμη: «Τα ίδια ισχύουν και με την επιστήμη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αληθινή γνώση, μπορεί και ως εσφαλμένη, όταν, π.χ., κάποιος εσκεμμένα γράψει κάτι λάθος, σαν να λειτουργούσε στην περίπτωση αυτή από άγνοια, ή σαν να του έστρεψε κανείς αλλού το χέρι. Αλλά και οι χορεύτριες άλλοτε χρησιμοποιούν το πόδι τους ως χέρι και άλλοτε το χέρι ως πόδι» (1246a 40-44).

Η διαστρέβλωση αυτή όμως δεν είναι δυνατή στις αρετές, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν είναι επιστήμες: «Εάν, λοιπόν, όλες οι αρετές ήταν μορφές επιστήμης, θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει και τη δικαιοσύνη ως αδικία· και έτσι να αδικήσει τον άλλο πράττοντας με τη δικαιοσύνη του το άδικο, όπως πριν έκανε το υποτιθέμενο λάθος λειτουργώντας με την επιστήμη του. Επειδή, όμως, κάτι τέτοιο αποκλείεται, προκύπτει άμεσα το συμπέρασμα ότι οι αρετές δεν είναι επιστήμες» (1246a 45-48 και 1246b 1).

Το ότι είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί η δικαιοσύνη ως αδικία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να συμβεί το αντίθετο, αφού η αδικία είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως δικαιοσύνη με τον ίδιο τρόπο που το εσκεμμένο επιστημονικό λάθος μπορεί να αντικαταστήσει την αλήθεια. Η ιστορία βρίθει από παραδείγματα εσφαλμένων δικαστικών αποφάσεων που οφείλονται είτε στην πλάνη είτε στην επικράτηση του ισχυρού.

Όμως εδώ δε διερευνάται αυτό το ενδεχόμενο. Το πρόταγμα του Αριστοτέλη είναι η ακαμψία με τον τρόπο που τίθεται το δίκαιο που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αλλοιωθεί υπηρετώντας το άδικο. Μια δίκαιη απόφαση είναι πάντα δίκαιη και το περιεχόμενό της είναι πάντα θετικό, αφού ποτέ δε θα μπορέσει κανείς να υποστηρίξει ότι η δίκαιη κρίση υπηρέτησε την αδικία ζημιώνοντας το κοινωνικό σύνολο. Εκτός, αν στηρίζεται σε μια εξαρχής άδικη νομοθεσία, οπότε και πάλι δεν πρόκειται για αληθινή απονομή δικαιοσύνης.

Στην περίπτωση της επιστήμης, όμως, δεν ισχύει κατ’ ανάγκη αυτό. Μια επιστημονική αλήθεια, ένα σοβαρό επιστημονικό επίτευγμα μπορεί να εφαρμοστεί και με τρόπο που να διαστρεβλώνει την πρωταρχική του σημασία.

Η επιστημονική αλήθεια για τη δράση και την αντιμετώπιση μιας αρρώστιας μπορεί να οδηγήσει στην παρασκευή ενός αποτελεσματικού φαρμάκου (αληθινή γνώση) μπορεί, όμως, να εξελιχθεί και σε όπλο μαζικής καταστροφής (εσφαλμένη γνώση). Οι δυνατότητες της επιστήμης εναποθέτονται πλήρως στους ανθρώπους που θα την εφαρμόσουν, σε αντίθεση με τη δικαιοσύνη που τίθεται άκαμπτα στην υπηρεσία του συνόλου.

Αυτό που μένει να διευκρινιστεί είναι η λειτουργία της φρόνησης, που ξεκάθαρα ανήκει στις επιστήμες: «Ειδικά για τη φρόνηση επειδή αυτή αποτελεί επιστήμη και κάτι το αληθινό, μπορεί να ισχύει ό,τι και με την επιστήμη. Θα μπορούσε, δηλαδή, να λειτουργήσει κανείς με τη φρόνησή του αφρόνως, και να διαπράξει τα σφάλματα ενός άφρονα (άμυαλου)» (1246b 5-8).

Ακόμη και η φρόνηση μπορεί να υπηρετήσει τη διαστρέβλωση αν δε συμπορεύεται με την αρετή. Η φρόνηση του πολιτικού που ενδιαφέρεται μονάχα για τη διατήρηση της εξουσίας (κι όχι για το καλό του τόπου που υπηρετεί) ενδέχεται να τον οδηγήσει στις πιο άφρονες αποφάσεις (σε σχέση με το συμφέρον της πόλης), αρκεί να τον καθιστούν δημοφιλή. Η έννοια του λαϊκισμού καταδεικνύει ακριβώς αυτές τις περιπτώσεις. Ο λαϊκιστής δεν είναι άφρων. Προτιμά, όμως, να διαθέτει τη φρόνησή του αντίθετα με τους κανόνες της αρετής υπηρετώντας τα προσωπικά του συμφέροντα, με τον ίδιο τρόπο που ο άδικος παριστάνει ότι ενεργεί δίκαια.

Κανείς λαϊκιστής πολιτικός δε διατίθεται να παραδεχτεί τη δράση του, όπως κανείς άδικος δεν ομολογεί τις αδικίες του. Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για τις λεπτές αποχρώσεις της δικαιοσύνης, όπου πράγματι ενδέχεται να αισθάνονται ότι έχουν δίκιο και οι δύο αντίδικοι, αλλά για τη γενική αίσθηση του δικαίου που βασίζεται στη λογική. Ο άδικος κατ’ ανάγκη στερείται εντιμότητας, ενώ ο άφρων όχι. Κι αυτή είναι άλλη μια απόδειξη ότι η φρόνηση δεν ανήκει στις ηθικές αρετές.

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος και το "Άπειρον''

Η ζωή του

Ο Αναξίμανδρος γεννήθηκε στη Μίλητο το 610 π. Χ. περίπου και πέθανε λίγο μετά το 546 π. Χ. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, ήταν μαθητής του Θαλή και άμεσος συνεχιστής του έργου του. Για την ζωή του ξέρουμε πολύ λίγα. Σύμφωνα με τον Αιλιανό ηγήθηκε της αποστολής της Μίλητου στην ίδρυση αποικίας στην Απολλωνία, ενώ σύμφωνα με τον Κικέρωνα προειδοποίησε τους Σπαρτιάτες να εγκαταλείψουν προσωρινά την Σπάρτη προβλέποντας τον σεισμό που έγινε λίγο μετά καταστρέφοντας οικίες και ιερά. Γενικώς όλες οι πληροφορίες που αφορούν τον Αναξίμανδρο είναι δευτερογενείς, συνήθως από μεταγενέστερους σχολιαστές οι οποίοι όμως είχαν ανά χείρας το βιβλίο του, άρα οι πληροφορίες τους είναι κατά πάσα πιθανότητα έγκυρες, ειδικά αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι ταυτίζονται μεταξύ τους στο περιεχόμενο.

Το έργο του

Το έργο του Αναξίμανδρου ήταν πολύπλευρο και σε πολλούς τομείς της επιστήμης, πολλών εκ των οποίων θεωρείται και ιδρυτής. Συγκεκριμένα είναι ο ιδρυτής της επιστήμης της γεωγραφίας, αφού ήταν αυτός ο οποίος δημιούργησε τον πρώτο χάρτη του Ελληνικού κόσμου. Θεωρείται από τους ιδρυτές της αστρονομίας καθώς δημιούργησε τον πρώτο χάρτη με τους αστερισμούς του ουράνιου στερεώματος, προσπάθησε να καταγράψει τις διαδοχικές θέσεις του ήλιου, ενώ εφηύρε το ηλιακό ρολόι το οποίο με μια κάθετη βελόνα κατέγραφε τον χρόνο σε συνάρτηση με την πορεία του ήλιου. Σύμφωνα με το κοσμολογικό σύστημα το οποίο κατασκεύασε ο Αναξίμανδρος και το οποίο κατέγραψε στο βιβλίο του "Περί φύσεως" (το οποίο φυσικά δεν έχει διασωθεί), στο κέντρο του σύμπαντος βρισκόταν η γη και αυτό γιατί ισαπέχει από όλα τα σημεία της ουράνιας περιφέρειας. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό η γη είχε σχήμα δίσκου, γύρω από τον οποίο κινούνταν τα άστρα και η σελήνη σε προδιαγεγραμμένες τροχιές. Αλλά και ως βιολόγος διετύπωσε την τολμηρή και καινοφανή θεωρία ότι ο άνθρωπος προήλθε από μια αργή εξελικτική διαδικασία, ενώ ο πρόγονος του ήταν το ψάρι.

Η προέλευση της φύσης και των όντων

Αναμφίβολα η φήμη του Αναξίμανδρου οφείλεται στο γεγονός ότι, ως τις μέρες μας έχει φτάσει αυτούσιέο να μικρό απόσπασμα του βιβλίου του, το οποίο περιγράφει με έναν ποιητικό -και εν πολλοίς ανεπανάληπτο - τρόπο, το πως δημιουργήθηκε ο κόσμος. Το απόσπασμα που σώζει ο δοξογράφος Σιμπλίκιος είναι το ακόλουθο:

...λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν...

Μετάφραση

(Ο Αναξίμανδρος) υποστήριξε ότι ούτε το νερό ούτε κάποιο άλλο στοιχείο είναι η αρχή των όντων, αλλά το άπειρο από το οποίο προήλθαν όλοι οι ουρανοί και οι κόσμοι. Από εκεί που γεννιούνται όλα τα όντα, εκεί επιστρέφουν μοιραία όταν ολοκληρωθεί η φθορά τους. Έτσι τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία την αδικία τους σύμφωνα με την τάξη του χρόνου....

Πριν προχωρήσουμε διαβάστε εκ νέου δύο τουλάχιστον φορές το απόσπασμα και αισθανθείτε την μέθεξη της φυσικής φιλοσοφίας με την ατόφια ανθρώπινη έμπνευση....

α) Το Αναξιμάνδρειο "Άπειρον"

Σύμφωνα με την ορθολογική και φιλολογικά ορθότερη ερμηνεία, το "Άπειρον" του Αναξίμανδρου σήμαινε αυτό που δεν έχει όριο από την άποψη του χώρου. Δεν είναι ξεκάθαρο όμως αν το Άπειρον είναι κάποιας μορφής ύλη, η οποία φυσικά δεν έμοιαζε με καμία μορφή από όσες είναι ήδη γνωστές, η αντιθέτως μια θεϊκή ουσία που περικλύει την κίνηση, ενυπάρχει παντού λειτουργώντας με βούληση.

Ο Αριστοτέλης σε ένα εδάφιο του στα "Φυσικά" (Φυσ. Γ΄ 4, 203b 7) ερμηνεύοντας τον Αναξίμανδρο απέδιδε θεϊκές ιδιότητες στο "Άπειρο" ως περιέχον τα πάντα, αθάνατο και θείο. Είναι φανερό πως η επιλογή της ερμηνείας του "Απείρου" έχει και μια ιδεολογική χροιά. Πολλοί σχολιαστές έβλεπαν στο Άπειρο μια κατάσταση χάους από όπου αναδύθηκε ο κόσμος όπως τον ξέρουμε. Ο Γαίγκερ ανακαλύπτει πίσω από το "Άπειρο" μια θρησκευτική έννοια που ενσαρκώνει παραστατικά την θεία βούληση σε μια αρχέγονη λειτουργία. Ο Νίτσε ερμηνεύει το άπειρο ως απροσδιόριστο, επειδή ακριβώς δεν έχει κανένα γνωστό χαρακτηριστικό η ιδιότητα, αφού αν είχε σημαίνει ότι θα ήταν φθαρτό.

Σύμφωνα με το Μαρξιστή Γιάννη Κορδάτο, το Άπειρον είναι η αρχική ύλη, η οποία είναι άφθαρτη και χωρίς τέλος. Ο μαθηματικός Ευάγγελος Σταμάτης χαρακτήρισε το Άπειρον ως ενέργεια. Ο κ. Δημήτριος Μακρυγιάννης στο βιβλίο του "η έννοια του θεού στην προσωκρατική φιλοσοφία" υποστηρίζει ότι η υλική υφή του αναξιμάνδρειου απείρου οφείλει να αποκλειστεί, αφού σύμφωνα με τα αποσπάσματα το Άπειρο δεν ταυτιζόταν σύμφωνα με τα αποσπάσματα με ένα από τα τέσσερα βασικά υλικά στοιχεία (πυρ, ύδωρ, αήρ, γη) των Αρχαίων Ελλήνων άρα το θεωρεί ως μια θεϊκή ουσία, αλλά προχωρεί ακόμη περισσότερο χαρακτηρίζοντας την κινούν αίτιο, ίδιο με το αριστοτέλειο πρώτο κινούν όν. Ο υλοζωιστής Πάνος Παναγιώτου κινείται σε μια μέση λύση. Θεωρεί το "Απειρον" ως μια αρχετυπική μορφή ύλης, απροσδιόριστη μάζα που περιέχει το παν, του αναγνωρίζει όμως τα Αριστοτελικά γνωρίσματα του "άφθαρτου", του "αθάνατου", του "αγέννητου" και αυτού που κυβερνάει τα πάντα, γνωρίσματα όμως που δεν ταιριάζουν στην ύλη σε οποιαδήποτε μορφή.

β) Η συνολική ερμηνεία του αποσπάσματος

Το ομολογουμένως αινιγματικό αυτό απόσπασμα υπήρξε αφορμή για πολυάριθμες ενδιαφέρουσες ερμηνείες από φιλολόγους και φιλοσόφους σε όλες τις εποχές της ανθρώπινης Ιστορίας, ένα αληθινό γοητευτικό πνευματικό παιχνίδι για την παγκόσμια διανόηση που εξελίχθηκε τα τελευταία 150 χρόνια. Κατ΄αρχάς ας δώσουμε μια επίπεδη διάσταση στην ερμηνεία του:

Όλα τα φυσικά όντα προέρχονται από το Άπειρον στο οποίο επιστρέφουν λόγω της συνεχούς φθοράς τους. Ουσιαστικά υπάρχει μια κυκλικότητα της ύλης, η οποία μετά την φθορά της επιστρέφει από εκεί που εκπορεύτηκε, αναγεννάται και πιθανά αναδημιουργείται. Ουσιαστικά έχουμε την περιγραφή ενός μηχανιστικού ντετερμινιστικού μοντέλου δημιουργίας της φύσης. Σύμφωνα με αυτή την πλέον διαδεδομένη και "επιστημονικά ορθή" ερμηνεία του αποσπάσματος (από τους φιλολόγους Kirk - Raven - Schofield), από το άπειρον προέρχονται τα "αντίθετα" (π.χ. ψυχρό - ζεστό, σκληρό-μαλακό, βλέπε τα σχετικά αποσπάσματα). Στα αντίθετα αυτά το ένα από τα δύο υπερέχει του άλλου και έτσι δημιουργεί. Η υπεροχή αυτή είναι μια μορφή "αδικίας" η οποία επανορθώνεται με την αποκατάσταση της ισότητας έναντι του "αδικούμενου" αντίθετου σε ένα συμμετρικό χρονικό διάστημα που συνέβη η "αδικία" αυτή.

Από εκεί και πέρα έχουμε μια σειρά από άλλες ερμηνείες. Σύμφωνα με τον Νίτσε, ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος που κατάλαβε την ύπαρξη ως πράξη χειραφέτησης από το ανώτερο ον που αποτελεί όμως μια αδικία εις βάρος του και η οποία ξεπληρώνεται μόνο με τον θάνατο. Από την εργασία του Νίτσε φαίνεται η επιρροή του φιλοσόφου Schopenauer ο οποίος σε ένα απαισιόδοξο χωρίο του χαρακτήριζε την ανθρώπινη ύπαρξη ως καταδικασμένη από την γέννηση της να καταστραφεί. Στο ίδιο μήκος κύματος ο Λέον Τσέστοβ ερμηνεύει την ειδικότητα της ύπαρξης ως μια ανευλαβή πράξη εις βάρος της ολότητας η οποία επανορθώνεται μόνο με τον θάνατο. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η ύπαρξη είναι μια τραγική τροχιά προς την μοιραία επανένταξη στην ολότητα, στο αναξιμάνδρειο "Άπειρον".

Για τον μεγάλο Γερμανό φιλόλογο Γαίγκερ, αποκλείεται στην Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία να ταυτίζεται η ύπαρξη με την αμαρτία. Σύμφωνα με τον Γαίγκερ η διατύπωση του Αναξίμανδρου παραπέμπει σε μια διαδικασία ανταγωνισμού μεταξύ των δυνάμεων της φύσης, η οποία ομοιάζει με τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Η διαδικασία επανόρθωσης της φύσης μοιάζει με αυτή της κοινωνίας που μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, εξισορροπεί τις αντίρροπες κοινωνικές δυνάμεις. Άρα η Αναξιμάνδρεια διατύπωση έχει ηθικό περιεχόμενο παρά φυσικό.

Ο νομπελίστας φιλόσοφος Ράσελ διαβάζει το απόσπασμα ως μι ακόμη επιβεβαίωση για την σημασία της δικαιοσύνης στην Αρχαία Ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, ο Αναξίμανδρος εφαρμόζει την λειτουργία της δικαιοσύνης, της ισομέρειας, της συμμετρίας στην διαδικασία επαναφοράς της ισορροπίας μεταξύ των όντων που ανταγωνίζονται αέναα. Ο Paul Selingman υποστηρίζει ότι με το απόσπασμα αυτό σκιαγραφείται ο αφανισμός του όντος ως μια επανένωση με την θεία ουσία από την οποία εκπορεύτηκε. Άρα ενώ η πεπερασμένη ύπαρξη φοβάται το τέλος της, με την αναξιμάνδρεια θεωρεία το τέλος μοιάζει με μια απολύτρωση, με μια απελευθέρωση που κάθε άνθρωπος, εγκλωβισμένος στο εδώ και τώρα, οφείλει να αναζητά.

Σύμφωνα με τον υλιστή Γιάννη Κορδάτο το απόσπασμα περιγράφει μια μηχανιστική διαδικασία όπου από την αρχική άφθαρτη ύλη του απείρου χάρις την πάλη των αντιθετικών στοιχείων προκύπτουν τα όντα, τα οποία όμως επειδή ταξινομούν την αρχική άφθαρτη ύλη ποιοτικά την αδικούν, αδικία που επανορθώνουν με την φθορά και τον θάνατο τους και την συνεπακόλουθη επιστροφή στην αρχετυπική ύλη.

Σύμφωνα με τον Πάνο Παναγιώτου, το νόημα του αποσπάσματος είναι ότι υπάρχει μια μάχη μεταξύ αντίπαλων πραγμάτων όντων, η οποία μοιραία καταλήγει σε νίκη ενός από αυτά. Αυτή η νίκη όμως του ενός όντος επί του άλλου είναι μια αδικία που η φύση ως δικαστής επανορθώνει ώστε να επέλθει εκ νέου η ποθητή ισορροπία.

Σύμφωνα πάλι με τον κ. Δημήτριο Μακρυγιάννη, το χωρίο υπαινίσσεται μια θεωρία μετεμψύχωσης, κατά την οποία όταν το ον ζήσει και πεθάνει χωρίς να δώσει αποζημίωση ("δίκη"), χωρίς να ξεπληρώσει δηλαδή την οφειλή του, τότε οφείλει να επανέλθει στον υλικό κόσμο κατά την τάξη του χρόνου για να υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του.

Επίλογος

Χάρις τις τέσσερις αυτές γραμμές, ο Αναξίμανδρος καταχωρείται στην παγκόσμια φιλοσοφία ως ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να καταγράψει και να εξηγήσει σε ένα ενιαίο σύστημα όλες τις εμπειρίες της ανθρώπινης νόησης. Είναι φανερό πως μια απόλυτη ερμηνεία της θεωρίας του Αναξίμανδρου είναι αδύνατη, λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά και αποσπασμάτων από το υπόλοιπο βιβλίο του. Ακόμη και η χρησιμοποίηση στοιχείων από τον Αριστοτέλη και τους δοξογράφους ίσως δίνουν ένα προσανατολισμό και να αποτελούν ελκυστικές εκκινήσεις, αλλά αποτελούν πάντοτε μια ερμηνεία τρίτων που υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς, πόσο μάλλον όταν και αυτοί είχαν φιλοσοφικές απόψεις που επηρέαζε την κρίση τους και τις απόψεις τους.

Αν και όταν ξεκίνησα να γράφω το άρθρο είχα άλλη πρόθεση, τελικά πιστεύω ότι δεν έχει αξία να φανερώσω την προσωπική μου άποψη, ειδικά από την στιγμή που ταυτίζεται με κάποια από αυτές που προσπάθησα να περιγράψω (άλλωστε, πιστεύω ότι φαντάζεστε προς τα που προσανατολίζομαι). Πιστεύω πως γίνεται κατανοητό πως το προσωπικό ιδεολογικό φορτίο κάθε ερμηνευτή διαμορφώνει τελικά τις απόψεις και τις θέσεις του, οπότε στην αλυσίδα αυτή ερμηνειών δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τον δικό μας κρίκο. Να ολοκληρώσω παρατηρώντας πόσο σημαντική τελικά είναι η επιβίωση ενός και μόνο αποσπάσματος από έναν αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο για την παγκόσμια διανόηση, αλλά και πόσο διαφορετική ίσως ήταν η παγκόσμια Ιστορία της φιλοσοφίας αν είχαμε πληρέστερη εικόνα της Αρχαίας Ελληνικής διανόησης.

Τα Αποσπάσματα

Η ζωή του και τα επιτεύγματα του

1.Agathemeros I 1, p. 471 Müller (DK 12 A 6)
Ἀναξίμανδρος ὁ Μιλήσιος ἀκουστὴς Θαλέω πρῶτος ἐτόλμησε τὴν οἰκουμένην ἐν πίνακι γράψαι· μεθ' ὃν Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος ἀνὴρ πολυπλανὴς διηκρίβωσεν, ὥστε θαυμασθῆναι τὸ πρᾶγμα.

2.Diogenes Laertios II 1 (DK 12 A 1)
[Ἀναξίμανδρος] εὗρεν δὲ καὶ γνώμονα πρῶτος. ... καὶ γῆς καὶ θαλάσσης περίμετρον πρῶτος ἔγραψεν, ἀλλὰ καὶ σφαῖραν κατεσκεύασε.β ί ο ς

3.Themistios, Or. 36, 317 C (DK 12 A 7)
[Ἀναξίμανδρος] ἐθάρρησε πρῶτος ὧν ἴσμεν Ἑλλήνων λόγον ἐξενεγκεῖν περὶ φύσεως συγγεγραμμένον.

4.Diogenes Laertios II 2; Apollodor FGrH 244 F 29 (DK 12 A 1)
τῶν δὲ ἀρεοκόντων αὐτῶι πεποίηται κεφαλαιώδη τὴν ἔκθεσιν, ἧιπερ περιέτυχε καὶ Ἀπολλόδωρος ό Ἀθηναιος. ὃς καί φησιν αὐτὸν ἐν τοῖς Χρονικοῖς τῶι δευτέρωι ἔτει τῆς πεντεκοστῆς ὀγδόης ὀλυμπιάδος ἐτῶν εἶναι ἑξήκοντα τεσσάρων, καὶ μετ' ὀλίγον τελευτῆσαι. ρ

5.Agathemeros I 1, p. 471 Müller (DK 12 A 6)
Ἀναξίμανδρος ὁ Μιλήσιος ἀκουστὴς Θαλέω πρῶτος ἐτόλμησε τὴν οἰκουμένην ἐν πίνακι γράψαι· μεθ' ὃν Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος ἀνὴρ πολυπλανὴς διηκρίβωσεν, ὥστε θαυμασθῆναι τὸ πρᾶγμα.

6.Diogenes Laertios II 1 (DK 12 A 1)
[Ἀναξίμανδρος] εὗρεν δὲ καὶ γνώμονα πρῶτος. ... καὶ γῆς καὶ θαλάσσης περίμετρον πρῶτος ἔγραψεν, ἀλλὰ καὶ σφαῖραν κατεσκεύασε.

7.Aetios II 20,1 (DK 12 A 21)
Ἀναξίμανδρός [sc. τὸν ἥλιον] κύκλον εἶναι ὀκτωκαιεικοσαπλασίονα τῆς γῆς, ἁρματείωι τροχῶι παραπλήσιον, τὴν ἁψῖδα ἔχοντα κοίλην,πλήρη πυρός, κατά τι μέρος ἐκφαίνουσαν διὰ στομίου τὸ πῦρ ὥσπερ διά πρηστῆρος αὐλοῦ. καὶ τοῦτ' εἶναι τὸν ἥλιον.

Η προέλευσις των όντων

8.Diogenes Laertios II 1 (DK 12 A 1)
Ἀναξίμανδρος Πραξιάδου Μιλήσιος. οὗτος ἔφασκεν ἀρχὴν καὶ στοιχεῖον το ἄπειρον, οὐ διορίζων ἀέρα ἢ ὕδωρ ἢ ἄλλο τι. καὶ τὰ μὲν μέρη μεταβάλλειν, τὸ δὲ πᾶν ἀμετάβλητον εἶναι.

9. Simplikios in Phys., p. 24, 13sq.; Theophrastos, Phys. op. fr. 2 Diels (DK 12 A 9, B 1)
Ἀναξίμανδρος μἐν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς. λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτὰ λέγων.δῆλον δὲ ὅτι τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολὴν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος θεασάμενος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκείμενον ποιῆσαι, ἀλλά τι ἄλλο παρὰ ταῦτα· οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιουμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλ' ἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς αἰδίου κινήσεως.

Αἱ ἐναντιότητες

10. Aristoteles, Phys. A 4, 187a l2 sq. (DK 12 A 16)
οἱ μὲν γὰρ ἓν ποιήσαντες τὸ σῶμα τὸ ὑποκείμενον ἢ τῶν τριῶν τι ἢ ἄλλο ὅ ἐστι πυρὸς μὲν πυκνότερον ἀέρος δὲ λεπτότερον, τἆλλα γεννῶσι πυκνότητι καὶ μανότητιπολλὰ ποιοῦντες. [...] οἱ δὲ ἐκ τοῦ ἑνὸς ἐνούοας τὰς ἐναντιότητας ἐκκρίνεσθαι, ὥσπερ Ἀναξίμανδρός φησιν.

11.Simplikios in Phys., p. 150, 24 sq. (DK 12 A 9)
ἐναντιότητες δέ εἰσι θερμόν, ψυχρόν, ξηρόν, ὑγρὸν καὶ τὰ ἄλλα.

12.Aristoteles, Phys. Γ 5, 204b 23sq. (DK 12 A 16)
εἰσὶν γάρ τινες οἳ τοῦτο ποιοῦσι τὸ ἄπειρον, ἀλλ' οὐκ ἀέρα ἢ ὕδωρ, ὅπως μὴ τἆλλα φθείρηται ὑπὸ τοῦ ἀπείρου αὐτῶν· ἔχουσι γὰρ πρὸς ἄλληλα ἐναντίωσιν, οἷον ὁ μὲν ἀὴρ ψυχρός, τὸ δ' ὕδωρ ὑγρόν, τὸ δὲ πῦρ θερμόν.· ὧν εἰ ἦν ἓν ἄπειρον, ἔφθαρτο ἂν ἤδη τἆλλα· νῦν δ' ἕτερον εἶναί φασιν ἐξ οὗ ταῦτα.

13.Aristoteles Phys. Γ 6, 207a 19 sq.
τὴν σεμνότητα καὶ τοῦ ἀπείρου, τὸ πάντα περιέχειν καὶ τὸ πᾶν ἐν ἑαυτῶι ἔχειν

14.Hippolytos, Haer. I 6,1 sq. (DK 12 A11, B 2)
Ἀναξίμανδρος Πραξιάδου Μιλήσιος. οὗτος ἀρχὴν ἔφη τῶν ὄντων φύσιν τινὰ τοῦ ἀπείρου, ἐξ ἧς γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς κόσμον. ταύτην δ' ἀίδιον εἶναι καὶ ἀγήρω, ἣν καὶ πάντας περιέχειν τοὺς κόσμους. λέγει δὲ χρόνον ὡς ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς οὐσίας καὶ τῆς φθορᾶς. (2) οὗτος μὲν ἀρχὴν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοὔνομα καλέσας τῆς ἀρχῆς. πρὸς δὲ τούτωι κίνησιν ἀίδιον εἶναι, ἐν ἧι συμβαίνει γίνεσθαι τοὺς οὐρανούς.

15.Aetios I 3,3 (Ps.-Plutarchos; DK 12 A 14)
Ἀναξίμανδρος δ' ὁ Μιλήσιός φησι τῶν ὄντων τὴν ἀρχὴν εἶναι τὸ ἄπειρον· ἐκ γὰρ τούτου πάντα γίνεσθαι καὶ εἰς τοῦτο πάντα φθείρεσθαι διὸ καὶ γεννᾶσθαι ἀπείρους κόσμους καὶ πάλιν φθείρεσθαι εἰς τὸ ἐξ οὗ γίνονται. λέγει γοῦν διὰ τί ἄπειρόν ἐστιν· ἵνα μηδὲν ἐλλείπηι ἡ γένεσις ἡ ὑφισταμένη.

16.Aristoteles, Phys. Γ4, 203b 18sq. (DK 12 A 15)
τῶι οὕτως ἂν μόνως μὴ ὑπολείπειν γένεσιν καὶ φθοράν, εἰ ἄπειρον εἴη ὅθεν ἀφαιρεῖται τὸ γιγνόμενον.

17.Aristoteles, Phys. A4, 187a 20 sq. (DK 12 A 16)
οἱ δ' ἐκ τοῦ ἑνὸς ἐνούσας τὰς ἐναντιότητας ἐκκρίνεσθαι, ὥσπερ Ἀναξίμανδρός φησι.

18.Ps.-Plutarchos, Strom. 2, fr. 179 Sandbach (DK 12 A 10)
φησὶ δέ τι ἐκ τοῦ ἀιδίου γόνιμον θερμοῦ τε καὶ ψυχροῦ κατὰ τὴν γένεσιν τοῦδε τοῦ κόσμου ἀποκριθῆναι καί τινα ἐκ τούτου φλογός σφαῖραν περιφυῆναι τῶι περὶ τὴν γῆν ἀέρι ὡς τῶι δένδρωι φλοιόν· ἧς ἀπορραγείσης καὶ εἴς τινας ἀποκλεισθείσης κύκλους ὑποστῆναι τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας.

Κοσμολογία

19.Hippolytos, Haer. I 6, 3-5 (DK 12 A 11)
(3) τὴν δὲ γῆν εἶναι μετέωρον ὑπὸ μηδενὸς κρατουμένην, μένουσαν δὲ διὰ τὴν ὁμοίαν πάντων ἀπόστασιν. τὸ δὲ σχῆμα αὐτῆς γυρόν, στρογγύλον, κίονι λίθωι παραπλήσιον. τῶν δὲ ἐπιπέδων ὧι μὲν ἐπιβεβήκαμεν, ὃ δὲ ἀντίθετον ὑπάρχει.(4) τὰ δὲ ἄστρα γίνεσθαι κύκλον πυρός, ἀποκριθέντα τοῦ κατὰ τὸν κόσμον πυρός, περιληφθέντα δ' ὑπὸ ἀέρος. ἐκπνοὰς δ' ὑπάρξαι πόρους τινὰς αὐλώδεις, καθ' οὓς φαίνεται τὰ ἄστρα, διὸ καὶ ἐπιφρασσομένων τῶν ἐκπνοῶν τὰς ἐκλείψεις γίνεσθαι.(5) τὴν δὲ σελήνην ποτὲ μὲν πληρουμένην φαίνεσθαι, ποτὲ δὲ μειουμένην παρὰ τὴν τῶν πόρων ἐπίφραξιν ἢ ἄνοιξιν. εἶναι δὲ τὸν κύκλον τοῦ ἡλίου ἑπτακαιεικοσαπλασίονα <τῆς γῆς, ἐννεακαιδεκαπλασίονα δὲ τὸν> τῆς σελήνης, καὶ ἀνωτάτω μὲν εἶναι τὸν ἥλιον, κατωτάτω δὲ τοὺς τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων κύκλους.

20.Ps.-Plutarch, Strom. 2, fr. 179 Sandbach (DK 12 A 10)
ὑπάρχειν δέ φησι τῶι μὲν σχήματι τὴν γῆν κυλινδροειδῆ, ἔχειν δὲ τοσοῦτον βάθος ὅσον ἂν εἴη τρίτον πρὸς τὸ πλάτος.

21.Aetios II 15,6 (DK 12 A 18)
Ἀναξίμανδρός καὶ Μητρόδωρος ὁ Χῖος καὶ Κράτης ἀνωτάτω μὲν πάντων τὸν ἥλιον τετάχθαι, μετ' αὐτὸν δὲ τὴν σελήνην, ὑπὸ δὲ αὐτοὺς τὰ ἀπλανῆ τῶν ἄστρων καὶ τοὺς πλάνητας.

22.Alexandros in Meteor., p. 67,3 sq.; Theophrast, Phys. op. fr. 23 Diels (DK 12 A 27)
οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ὑπόλειμμα λέγουσιν εἶναι τὴν θάλασσαν τῆς πρώτης ὑγρότητος ὑγροῦ γὰρ ὄντος τοῦ περὶ τὴν γῆν τόπου κἄπειτα τὸ μέν τι τῆς ὑγρότητος ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἐξατμίζεσβαι· καὶ γίνεσθαι πνεύματά τε ἐξ αυτοῦ καὶ τροπὰς ἡλίου τε καὶ σελήνης, ὡς διὰ τὰς ἀτμίδας ταύτας καὶ τὰς ἀναθυμιάσεις κἀκείνων τὰς τροπὰς ποιουμένων, ἔνθα ἡ ταύτης αὐτοίς χορηγία γίνεται, περὶ ταῦτα τρεπομένων· τὸ δέ τι αὐτῆς ὑπολειφθὲν ἐν τοῖς κοίλοις τῆς γῆς τόποις θάλασσαν εἶναι· διὸ καὶ ἐλάττω γίνεσθαι ξηραινομένην ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τέλος ἔσεσθαί ποτε ξηράν· ταύτης τῆς δόξης ἐγένετο, ὡς ἱστορεῖ Θεόφραστος, Ἀναξίμανδρός τε καὶ Διογένης.

23.Hippolytos, Haer. I 6, 7 (DK 12 A 11)
ἀνέμους δὲ γίνεσθαι τῶν λεπτότατων ἀτμῶν τοῦ ἀέρος ἀποκρινομένων καὶ ὅταν ἀθροισθῶσι κινουμένων, ὑετοὺς δὲ ἐκ τῆς ἀτμίδος τῆς ἐκ γῆς ὑφ' ἥλιον ἀναδιδομένης· ἀστραπὰς δέ, ὅταν ἄνεμος ἐμπίπτων διιστᾶι τὰς νεφέλας.

Βιολογία

24.Aetios V 19,4 (DK 12 A 30)
Ἀναξίμανδρός ἐν ὑγρῶι γεννηθῆναι τἀ πρῶτα ζῶια φλοιοῖς περιεχόμενα ἀκανθώδεσι, προβαινούσης δὲ τῆς ἡλικίας ἀποβαίνειν ἐπὶ τὸ ξηρότερον καὶ περιρρηγνυμένου τοῦ φλοιοῦ ἐπ' ὀλίγον χρόνον μεταβιῶναι.

25.Hippolytos, Haer. I 6, 6 (DK 12 A 11)
τὰ δὲ ζῶια γίνεσθαι ἐξατμιζομένα ὑπὸ τοῦ ἡλίου.

26.Hippolytos, Haer. I 6, 6 (DK 12 A 11)
τὸν δὲ ἄνθρωπον ἑτέρωι ζώιωι γεγονέναι, τουτέστι ἰχθύι, παραπλήσιον κατ' ἀρχάς.

27.Plutarchos, Symp. 730 E (DK 12 A 30)
ἐν ἰχθύσιν ἐγγενέσθαι τὸ πρῶτον ἀνθρώπους ἀποφαίνεται καὶ τραφέντας, ὥσπερ οἱ γαλεοί, καὶ γενομένους ἱκανοὺς ἑαυτοῖς βοηθεῖν ἐκβῆναι τηνικαῦτα καὶ γῆς λαβέσθαι.

Σχόλια σε εδάφια από τους Ψαλμούς του Δαυίδ (Μέρος Α')

Εδάφια στους Ψαλμούς του Δαυίδ που κάποιοι αμφισβητούν ή αγνοούν τα πραγματικά νοήματά τους.

Οι ψαλμοί του βασιλέως Δαυίδ, ένα εκ των 49 βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της χριστιανικής διδασκαλίας και του τελετουργικού μέσα στο οποίο είναι διάσπαρτοι, είτε ολόκληροι, είτε μέρος αυτών.

Η ωφέλεια τους αναγνωρίζεται από πολλούς πατέρες της Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε την άποψη κάποιων εξ’ αυτών για τους ψαλμούς:

Μέγας Βασίλειος: “Ο ψαλμός αποκοιμίζει την αγριότητα της ψυχής… είναι γαλήνη των ψυχών μας, μάς δίνει ωσάν ένα βραβείον την ειρήνην με το να καθησυχάζει την ταραχήν και τα κύματα των λογισμών μας. Διότι καταπραΰνει τον θυμόν της ψυχής και χαλιναγωγεί την προς την ακολασία κλίσιν του ανθρώπου… ο ψαλμός είναι συμβοηθός της φιλίας, ένωσις των χωρισμένων, μέσον προς συμφιλίωσιν των εχθρευομένων. Μας δίδει και το μέγιστον από όλα τα αγαθά, μας δίδει την αγάπην. Διώκει τους δαίμονας και προσκαλεί την βοήθεια των αγγέλων. Είναι όπλον εναντίον των νυκτερινών φόβων μας και ανάπαυσις από τους ημερινούς κόπους¨.

Γέροντας Παϊσιος: “Βλέπετε το ψαλτήρι που είναι γραμμένο με θείο φωτισμό, τι βαθειά νοήματα έχει! Μάζεψε, αν θέλεις, όλους τους θεολόγους, όλους τους φιλολόγους, και θα δης ότι ένα ψαλμό με τέτοιο βάθος δεν μπορούν να φτιάξουν! Ενώ ο Δαυίδ ήταν αγράμματος, αλλά βλέπεις καθαρά πως τον οδηγούσε τον πνεύμα του Θέου”.

Γέροντας Πορφύριος: “Έχουν δύναμη οι ψαλμοί, πολύ μεγάλη δύναμη, γιατί γράφτηκαν με πολλά δάκρυα και πολλή ταπείνωση. Τέτοια ταπείνωση που ο ίδιος ο Θεός είπε: ”Βρήκα ανάπαυση μόνο στην καρδιά του Δαυίδ”.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι. Θα πουν τώρα οι περισσότεροι που διαβάζουν αυτές τις γραμμές: “ποιός νομίζεις ότι είσαι, αρθρογράφε, που τολμάς και αμφισβητείς τα λεγόμενα αυτών των αγίων ανθρώπων”!; Και τους απαντώ ότι είμαι απλά ένας που διάβασε τους 150 ψαλμούς του Δαυίδ και δεν αισθάνθηκε τίποτε το πνευματικό κατά την ανάγνωση τους. Κάποιοι ψαλμοί είναι πιο ήπιοι στα νοήματα τους, γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται στο τυπικό της Εκκλησίας, σε σχέση με άλλους, όπου διαβάζουμε ακραία πράγματα. Πιστέψτε με, δεν υπάρχει τίποτα ψυχωφέλιμο στους ψαλμούς και με αυτό θα ασχοληθώ σε αυτήν τη σειρά άρθρων. Σε αυτό το πρώτο μέρος θα επικεντρωθώ σε εκείνους τους ψαλμούς στους οποίους φαίνεται το μένος και η οργή του θεού των Εβραίων (Γιαχβέ) και το μίσος του για τους εχθρούς/αμαρτωλούς. Ξεκινάω λοιπόν:

Ψαλ. 2,11 δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιᾶσθε αὐτῷ ἐν τρόμῳ.

Ψαλ. 2,11 Υπηρετήσατε τον Κύριον με φόβον, και χαρείτε με τρόμο.

Σχόλιο: Βλέπουμε εδώ το σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο υπηρετείς το θείο με τρόμο, φοβούμενος τις συνέπειες τυχόν ανυπακοής απέναντι του. Φτιάχνουμε λοιπόν την εικόνα ενός θεού που κερδίζει την υποταγή των οπαδών του από συμφέρον μόνο και όχι πίστη αληθινή και εθελούσια. Το θέμα όμως είναι, να βαδίζεις το φωτεινό μονοπάτι, όχι απλά επειδή φοβάσαι το σκοτάδι, αλλά διότι προτιμάς την νοοτροπία του φωτός.

Ψαλ. 5,6 οὐδὲ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου. ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν·

Ψαλ. 5,6 Ούτε είναι δυνατόν να σταθούν εμπρός εις τα μάτια σου αυτοί που καταπατούν τον Νομον σου. Συ εμίσησες όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν ως έργον των να πράττουν την ανομίαν.

Ψαλ. 5,7 ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος. ἄνδρα αἱμάτων καὶ δόλιον βδελύσσεται Κύριος.

Ψαλ. 5,7 θα εξολοθρεύσης, Κύριε, όλους εκείνους, οι οποίοι λέγουν ψεύδη. Τον αιμοχαρή άνθρωπον, όπως επίσης και τον δόλιον, τους αποστρέφεται μετά βδελυγμίας ο Κύριος.

Σχόλιο: Ο Θεός λοιπόν, σύμφωνα με τους “θεόπνευστους” ψαλμούς, μισεί τους αμαρτωλούς και θεωρεί βδελύγματα τους ψεύτες, τους δολοφόνους και τους πονηρούς, γι’ αυτό και τους εξολοθρεύει. Μπορείτε εσείς να φανταστείτε τον Χριστό, την απόλυτη έκφραση της αγάπης, της φιλευσπλαχνίας και του ελέους, να μισεί τους αμαρτωλούς για τους οποίους σταυρώθηκε;;; Προσωπικά, ούτε κατά διάνοια. Κάποιοι έχουν αντίθετη άποψη παρ’ όλα αυτά…

Ψαλ. 33,17 πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.

Ψαλ. 33,17 Αντιθέτως, το πρόσωπον του Κυρίου έχει στραφή εναντίον των πονηρών ανθρώπων, δια να τους εξολοθρεύση από την γην και να σβήση την ανάμνησίν των.

Σχόλιο: Ο Θεός λοιπόν παρουσιάζεται τόσο μοχθηρός που εξολοθρεύει τους αμαρτωλούς σε σημείο να χάνεται και η ανάμνηση τους.

Ψαλ. 51,7 διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς καθέλοι σε εἰς τέλος· ἐκτίλαι σε καὶ μεταναστεύσαι σε ἀπὸ σκηνώματός σου καὶ τὸ ῥίζωμά σου ἐκ γῆς ζώντων.
 
Ψαλ. 51,7 Δια τούτο ο Θεός θα σε κατακρημνίση, θα σε ξερριζώση εντελώς. Θα σε εκδιώξη και θα σε εξορίση από την πατρίδα σου, και αυτάς ακόμη τας ρίζας των απογόνων σου θα εξαφανίση εκ μέσου των ζώντων.

Σχόλιο: Δεν την γλιτώνουν ούτε οι απόγονοι! Τιμωρούνται και αυτοί για τις αμαρτίες των προπατόρων τους!

Ψαλ. 54,22 διεμερίσθησαν ἀπὸ ὀργῆς τοῦ προσώπου αὐτοῦ…

Ψαλ. 54,22 Διεμελίσθησαν και εξεσχίσθησαν εις κομμάτια από την οργή του προσώπου του Κυρίου….

Σχόλιο: Είναι τραγελαφικό ότι κάποιοι συμπεριλαμβάνουν στην προσευχή τους λόγια όπως αυτά, περί διαμελισμού των “αμαρτωλών” ανθρώπων.

Ψαλ. 67,22 πλὴν ὁ Θεὸς συνθλάσει κεφαλὰς ἐχθρῶν αὐτοῦ, κορυφὴν τριχὸς διαπορευομένων ἐν πλημμελείαις αὐτῶν.

Ψαλ. 67,22 Αλλά ο Θεός θα συντρίψη τας κεφαλάς των εχθρών του, τας στολισμένας με πλουσίαν υπερήφανον κόμην που περιφέρονται μέσα εις τας αμαρτίας των.

Ψαλ. 67,23 εἶπε Κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐν βυθοῖς θαλάσσης.

Ψαλ. 67,23 Είπεν ο Κύριος· Θα επαναφέρω τους εχθρούς από το όρος Βασάν, θα τους ανασύρω από τους βυθούς της θαλάσσης.

Ψαλ. 67,24 ὅπως ἂν βαφῇ ὁ πούς σου ἐν αἵματι, ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου ἐξ ἐχθρῶν παρ᾿ αὐτοῦ.

Ψαλ. 67,24 δια να σφαγούν και να ρεύση τόσον άφθονον το αίμα των, ώστε εις αυτό να βαφούν, ω Ισραηλίται, οι πόδες σας, και αι γλώσσαι των σκυλιών σας να βαφούν και αυταί στο αίμα των εχθρών σας.

Σχόλιο: Οι γλαφυρές περιγραφές αιματοκυλίσματος και βίας συνεχίζονται. Ο ψαλμός αναφέρεται στην σφαγή των εχθρών των Ισραηλιτών, ωστόσο κάποιοι καταφέρνουν και διακρίνουν μια πνευματικότητα μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό. Είναι ειρωνικό, πώς ο Μέγας Βασίλειος παρουσίαζε τους ψαλμούς σαν συμβοηθούς της φιλίας και μέσο συμφιλίωσης των εχθρευομένων, αφ’ ης στιγμής μόνο κακία, μίσος και αποτροπιασμός εκπορεύεται από τον Δαυίδ, στο έργο του για τους εχθρούς του Ισραήλ.

Ψαλ. 79,5 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἕως πότε ὀργίζῃ ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν δούλων σου;

Ψαλ. 79,5 Κυριε και Θεέ των δυνάμεων, έως πότε θα οργίζεσαι εναντίον δε και αυτής της προσευχής των δούλων σου;

Σχόλιο: Ο θεός των Εβραίων, που μας τον παρουσιάζουν και σαν δικό μας Θεό, στρέφεται αυτή τη φορά εναντίον των πιστών του, των οποίων μέχρι και η προσευχή, του προκαλεί οργή. Είναι δυνατόν ο πραγματικός Θεός να οργίζεται με το μόνο μέσο που έχουμε για να επικοινωνούμε μαζί Του και να Τον θυμόμαστε όπως μας ζήτησε;;;

Ψαλ. 109,5 Κύριος ἐκ δεξιῶν σου συνέθλασεν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς αὐτοῦ βασιλεῖς·

Ψαλ. 109,5 Ο Κύριος, εκ δεξιών σου, θα συντρίψη κατά την ημέραν της οργής του τους βασιλείς της γης,

Ψαλ. 109,6 κρινεῖ ἐν τοῖς ἔθνεσι, πληρώσει πτώματα, συνθλάσει κεφαλὰς ἐπὶ γῆς πολλῶν.

Ψαλ. 109,6 Θα κρίνη όλα τα έθνη, θα γεμίση με πτώματα την οικουμένην, θα συντρίψη τας κεφαλάς πολλών.

Σχόλιο: Κάτι δεν “κολλάει” εδώ….εγώ ήξερα ότι ο Χριστός είπε: «ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον» (Ιωάν. ιβ’47).

Φυσικά μόνο για πνευματική σωτηρία δεν διαβάζουμε στο παραπάνω απόσπασμα, αλλά για θάνατο που επέρχεται από κάποιον ο οποίος ομοιάζει περισσότερο με έναν βάναυσο και αιμοδιψή πολέμαρχο, παρά με έναν απαθή και άμεμπτο θεό.

Ψαλ. 128,4 Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν.

Ψαλ. 128,4 Αλλ’ ο δίκαιος Κυριος κατέκοψε τους αυχένας των αμαρτωλών.

Ψαλ. 128,5 αἰσχυνθήτωσαν καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω πάντες οἱ μισοῦντες Σιών.

Ψαλ. 128,5 Ας κατεντροπιασθούν και ας στραφούν εντροπιασμένοι προς τα οπίσω όλοι εκείνοι, οι οποίοι μισούν την αγίαν Σιών, την Ιερουσαλήμ.

Σχόλιο: Να ξέρετε, είμαστε πολύ τυχεροί που ο Χριστός δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον μισητό και αιμοβόρο Γιαχβέ-Σατανά και μπορούμε, όντας αμαρτωλοί, να διαβάζουμε τις γραμμές αυτές με τα κεφάλια μας στην θέση τους. Πάντως η εμμονή και η επιθυμία για καταστροφή των εχθρών της Σιών είναι εμφανής στους ψαλμούς. Λογικό, αφού ο Σαμαέλ φροντίζει για τα δικά του πνευματικά παιδιά και εκτελεστές του θελήματός του.

Αυτά είναι κάποια από τα χωρία των ψαλμών (δεν είναι εφικτό να τα παραθέσω όλα), όπου γίνεται λόγος για την απύθμενη οργή του Γιαλνταμπαώθ εναντίον των εχθρών/αμαρτωλών.

Ελπίζω να αποκτήσατε μία πρώτη ιδέα για το πνεύμα στο οποίο κινούνται οι ψαλμοί του Δαυίδ. ‘Επεται και συνέχεια:

Όποιος καθίσει και διαβάσει του ψαλμούς μπορεί εύκολα να διακρίνει την έντονη θλίψη και στεναχώρια που αισθάνεται ο προσευχόμενος, καθώς και τον μεγάλο φόβο του εξαιτίας των αναρίθμητων εχθρών που τον περιβάλλουν και τον επιβουλεύονται.

Το θέμα είναι ότι οι εχθροί στους οποίους αναφέρεται ο Δαυίδ, δεν είναι οι ασώματοι δαίμονες και κοσμοκράτορες τους σκότους του αιώνος τούτου, αλλά άνθρωποι με σάρκα και οστά. Με αυτό το θέμα θα ασχοληθώ στο άρθρο αυτό.

Πριν όμως αρχίσω να παραθέτω τα επίμαχα σημεία των ψαλμών, θέλω να διευκρινίσουμε κάτι. Όταν στα κείμενα της παλαιάς διαθήκης συναντάμε τον όρο “ψυχή” δεν εννοείται απαραίτητα η ψυχή, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς σαν Χριστιανοί, το αθάνατο δηλαδή τμήμα του ανθρώπου. Η ψυχή τις περισσότερες φορές μεταφράζεται ως ζωή και για να μη νομίζετε ότι μιλάω αυθαίρετα, θα σας δείξω τι εννοώ με ένα παράδειγμα μέσα από τα λόγια του Χριστού.

Διαβάζουμε λοιπόν στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο:

Ματθ. 10,39 ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν.

Όποιος λοιπόν θυσιάσει την ζωή του για τον Χριστό θα κερδίσει την αιώνια ζωή. Αντίθετα εκείνος που θα αγαπήσει την ζωή σε αυτόν τον κόσμο και όσα του προσφέρονται, θα χάσει την πραγματική ζωή στη βασιλεία των ουρανών. Αν εδώ τον όρο ψυχή τον μεταφράσουμε ως ψυχή, τότε δεν βγαίνει νόημα, διότι πως είναι δυνατόν να χάσεις την ψυχή σου για τον Χριστό και να την σώσεις ταυτόχρονα; Αφού το ξεκαθαρίσαμε και αυτό, ας προχωρήσουμε στα αποσπάσματα εκείνα των ψαλμών, τα οποία αν και αποτελούν ένα μικρό τμήμα του συνόλου αρκούν για να καταλάβουμε ποιούς θεωρεί ο Δαυίδ ως εχθρούς.

Ψαλ. 3,2 Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ·

Ψαλ. 3,2 Κυριε, εις πόσον αμέτρητον πλήθος έχουν αυξηθή αυτοί που με καταθλίβουν! Πολλοί έχουν και επαναστατήσει εναντίον μου.

Ψαλ. 3,7 οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι.

Ψαλ. 3,7 Δεν θα φοβηθώ από αναρίθμητα πλήθη εχθρικού λαού, που με έχουν περικυκλώσει και επιτίθενται εναντίον μου.

Ψαλ. 3,8 ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας.

Ψαλ. 3,8 Σηκω επάνω, Κυριε, σώσε με, συ ο Θεός μου. Διότι έχεις συντρίψει όλους αυτούς, που με εχθρεύονται χωρίς λόγον και αιτίαν και συνέτριψες τα δόντια των αμαρτωλών.

Σχόλιο: Διαβάζοντας μόνο τον στίχο 2 θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι αναφέρεται σε δαίμονες που θλίβουν τον προσευχόμενο με τις επιθέσεις τους. Το πράγμα όμως ξεκαθαρίζει στους επόμενους δύο στίχους. Μιλάει λοιπόν για τους επιτιθέμενους ως μυριάδες λαού. Βέβαια υπάρχουν και οι αφελείς που θα ισχυριστούν πως μιλάει για… τον λαό των δαιμόνων. Οι πλέον δύσπιστοι θα σιωπήσουν με τον επόμενο στίχο. Γράφει ότι οι εχθροί επιτίθενται αδίκως και χωρίς αφορμή. Αν ήταν δαίμονες γιατί να το διευκρινίσει; Μήπως οι δαίμονες περιμένουν να τους αδικήσουμε για να έχουν λόγο να επιτεθούν; Ταυτίζει, στο τέλος, τους εχθρούς με τους αμαρτωλούς των οποίων συνθλίβουν τα δόντια. Και μεταφορικά να το λέει, πόση φαντασία πρέπει να έχει κάποιος για να ισχυριστεί ότι εννοεί τα δόντια αμαρτωλών δαιμόνων και όχι ανθρώπων;

Ψαλ. 9,6 ἐπετίμησας ἔθνεσι, καὶ ἀπώλετο ὁ ἀσεβής· τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐξήλειψας εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Ψαλ. 9,6 επετίμησες τα έθνη, και κατεστράφησαν οι ασεβείς. Το όνομά των, το έσβησες άπαξ δια παντός.

Ψαλ. 9,7 τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος, καὶ πόλεις καθεῖλες· ἀπώλετο τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ μετ᾿ ἤχου,

Ψαλ. 9,7 Αι μεγάλαι σπάθαι του εχθρού αυτού κατεστράφησαν εξ ολοκλήρου· τας πόλεις κατεκρήμνισες και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μετά βοής.

Σχόλιο: Ξανά, μιλάει για τα εχθρικά έθνη των ανθρώπων, εκτός κι αν οι δαίμονες χωρίζονται σε εθνικότητες και δεν το ξέρω. Τα ονόματα των εχθρών και η ανάμνηση τους, λέει, εξαφανίστηκαν. Προφανώς τους σκότωσαν για να γίνει αυτό. Οι δαίμονες ούτε θνητοί είναι, για να σφαγιαστούν, ούτε πόλεις έχουν για να κατακρημνισθούν.

Ψαλ. 37,13 καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν.

Ψαλ. 37,13 μου φέρονται με βιαιότητα και σκληρότητα εκείνοι οι οποίοι επιζητούν τον θάνατόν μου, εκείνοι που θέλουν την δυστυχίαν μου, ελάλησαν λόγους συκοφαντικούς εναντίον μου και καταστρώνουν δόλια σχέδια όλην την ημέραν.

Ψαλ. 37,14 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ·

Ψαλ. 37,14 Αλλά εγώ, ως εάν ήμην κωφός, δεν ήκουα όσα εκείνοι έλεγαν εναντίον μου. Ως εάν ήμουν βωβός και άλαλος, δεν απαντούσα καθόλου εις αυτούς.

Ψαλ. 37,17 ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησαν.

Ψαλ. 37,17 είπα από μέσα μου· μην επιτρέψης να δοκιμάσουν μοχθηράν χαράν εις βάρος μου οι εχθροί μου, ούτε να κομπορρημονούν, εάν με βλέπουν να τρικλίζω.

Ψαλ. 37,20 οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως·

Ψαλ. 37,20 Οι εχθροί μου όμως ζουν και είναι ισχυρότεροί μου. Και αυτοί οι οποίοι με μισούν αδίκως έχουν πληθυνθή.

Ψαλ. 37,21 οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην.

Ψαλ. 37,21 Αυτοί, οι οποίοι ανταποδίδουν εις εμέ κακόν αντί του καλού, που τους έκαμα, με διαβάλλουν, διότι εγώ θέλω πάντοτε το αγαθόν.

Σχόλιο: Ο προσευχόμενος εδώ ακούει συκοφαντίες από τους εχθρούς αλλά δείχνοντας υπομονή κάνει πως δεν ακούει και δεν τους αντιμιλά. Θα μπορούσαμε να πάρουμε την πιο ακραία περίπτωση και να δεχτούμε ότι ο Δαυίδ είχε φτάσει σε τέτοιο πνευματικό επίπεδο που άκουγε τους δαίμονες να του μιλάνε και να τον πειράζουν, οργανώνοντας δόλια σχέδια. Οι αμφιβολίες όμως σταματούν με τους στίχους 20 & 21. Ομολογεί ο Δαυίδ, ότι οι εχθροί του ζουν ακόμα και μάλιστα είναι ισχυρότεροι από αυτόν. Αν εννοούσε τους αθάνατους δαίμονες, γιατί δίνει έμφαση στο ότι ζουν οι εχθροί του; Γίνεται να πεθάνουν οι δαίμονες; Επίσης στον στίχο 21 παραπονιέται ότι οι εχθροί του, ενώ τους συμπεριφέρθηκε καλά, δεν του το ανταπέδωσαν (νοοτροπία δούναι και λαβείν) και θέλουν το κακό του. Και η εύλογη απορία, αν οι εχθροί ήταν δαίμονες, γιατί ο Δαυίδ περίμενε καλή συμπεριφορά εκ μέρους τους; Και πώς μπορούσε δηλαδή να τους ευεργετήσει, ώστε να περιμένει ανάλογη αντίδραση; Συμπεραίνουμε εκ του ασφαλούς, λοιπόν, ότι οι εχθροί είναι άνθρωποι οπότε και στη φράση “οι ζητούντες την ψυχήν μου” εννοείται η ζωή και όχι ή ψυχή.

Ψαλ. 53,5 ὅτι ἀλλότριοι ἐπανέστησαν ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ κραταιοὶ ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου καὶ οὐ προέθεντο τὸν Θεὸν ἐνώπιον αὐτῶν.

Ψαλ. 53,5 Διότι, άνθρωποι ξένοι επανεστάτησαν εναντίον μου, και ισχυροί επεδίωξαν να αφαιρέσουν την ζωήν μου και δεν έλαβον υπ’ όψιν των τον δίκαιον Θεόν.

Σχόλιο: Η λέξη “αλλότριοι” είναι αρκετή για να καταλάβουμε ότι εχθροί είναι κάποιοι ξένοι λαοί. Όπως είναι φυσικό σε μία επιδρομή οι επιτιθέμενοι δεν επιδιώκουν να πάρουν τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά τις ζωές τους.

Ψαλ. 54,3 πρόσχες μοι καὶ εἰσάκουσόν μου. ἐλυπήθην ἐν τῇ ἀδολεσχίᾳ μου καὶ ἐταράχθην

Ψαλ. 54,3 Δώσε εις εμέ (Κύριε) προσοχήν και άκουσέ με. Η συνεχής σκέψις της καταστάσεως με έχει γεμίσει από λύπην.

Ψαλ. 54,4 ἀπὸ φωνῆς ἐχθροῦ καὶ ἀπὸ θλίψεως ἁμαρτωλοῦ, ὅτι ἐξέκλιναν ἐπ᾿ ἐμὲ ἀνομίαν καὶ ἐν ὀργῇ ἐνεκότουν μοι.

Ψαλ. 54,4 εταράχθην από τας κραυγάς των εχθρών μου, από την κατάθλιψιν που οι αμαρτωλοί ασκούν εναντίον μου. Διότι αυτοί έρριψαν εναντίον μου κάθε παρανομίαν και τρέφουν φοβερόν μίσος εναντίον μου.

Ψαλ. 54,5 ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσεν ἐπ᾿ ἐμέ·

Ψαλ. 54,5 Η καρδία μου συνεταράχθη εντός μου. Φόβος θανάτου έπεσεν επάνω μου.

Σχόλιο: Όλη αυτή η θλίψη και στεναχώρια που οφείλεται στους εχθρούς κατέληξε να γίνει φόβος για τον θάνατο. Οι εχθροί επομένως είναι άνθρωποι που θέλουν την ζωή του προσευχομένου. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε πνευματικό θάνατο από τους δαίμονες.

Ψαλ. 62,10 αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς·

Ψαλ. 62,10 Αυτοί δε που ματαίως προσπάθησαν να αφαιρέσουν την ζωήν μου, θα κατέλθουν εις τα βάθη της γης.

Ψαλ. 62,11 παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ῥομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται.

Ψαλ. 62,11 Θα παραδοθούν εις ρομφαίας, τα σώματά θα γίνουν τροφή για τις αλεπούδες.

Σχόλιο: Οι εχθροί για μια ακόμη φορά είναι άνθρωποι, οι οποίοι σύμφωνα με τον Δαυίδ, δεν θα έχουν καλή τύχη αφού θα σκοτωθούν και θα καταλήξουν στον Άδη, στα βάθη της γης. Είναι αρκετά γλαφυρός, μάλιστα, λέγοντας ότι θα γίνουν οι αντίπαλοι “μερίδες αλωπέκων”, τροφή για τις αλεπούδες. Έχετε δει καμιά αλεπού να τρώει κομματιασμένους δαίμονες; Προσωπικά δεν μου έχει τύχει…..

Ψαλ. 70,4 ὁ Θεός μου, ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ, ἐκ χειρὸς παρανομοῦντος καὶ ἀδικοῦντος·

Ψαλ. 70,4 Ω Θεέ μου, γλύτωσέ με από τα χέρια του κάθε αμαρτωλού. Από τα χέρια εκείνων, οι οποίοι παραβαίνουν τον Νόμον σου και διαπράττουν αδικίες.

Σχόλιο: Γλίτωσε μας από ανθρώπους αμαρτωλούς, αδίκους και παρανόμους. Καμιά αναφορά για δαίμονες. Στην Κυριακή προσευχή που μας έδωσε ο Χριστός όμως, λέμε “ρύσαι ημάς από του πονηρού” και “ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”. Βλέπετε την χαοτική διαφορά μεταξύ των δύο; Ο πονηρός διάβολος αναγνωρίζεται ως ο μόνος πραγματικός εχθρός, ενώ οι αμαρτωλοί είναι εκείνοι που πρέπει να συγχωρούμε λόγω και της δικής μας αμαρτωλότητας.

Ψαλ. 82,5 εἶπαν· δεῦτε καὶ ἐξολοθρεύσωμεν αὐτοὺς ἐξ ἔθνους, καὶ οὐ μὴ μνησθῇ τὸ ὄνομα Ἰσραὴλ ἔτι.

Ψαλ. 82,5 είπαν μεταξύ των· Ελάτε να τους εξολοθρεύσωμεν, ώστε να παύσουν να αποτελούν έθνος και κανείς να μην ενθυμήται πλέον το όνομα των Ισραηλιτών.

Ψαλ. 82,6 ὅτι ἐβουλεύσαντο ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτό, κατὰ σοῦ διαθήκην διέθεντο

Ψαλ. 82,6 αυτοί από κοινού και με μίαν καρδίαν απεφάσισαν την καταστροφήν μας. Υπέγραψαν ένορκον συμφωνίαν εναντίον σου.

Ψαλ. 82,7 τὰ σκηνώματα τῶν Ἰδουμαίων καὶ οἱ Ἰσμαηλῖται, Μωὰβ καὶ οἱ Ἀγαρηνοί,

Ψαλ. 82,7 Αυτοί οι εχθροί μας είναι οι Ιδουμαίοι, οι Ισμαηλίται, οι Μωαβίται και οι Αγαρηνοί.

Ψαλ. 82,8 Γεβὰλ καὶ Ἀμμὼν καὶ Ἀμαλὴκ καὶ ἀλλόφυλοι μετὰ τῶν κατοικούντων Τύρον.

Ψαλ. 82,8 Οι της φυλής Γεβάλ και Αμμών και Αμαλήκ, οι Φιλισταίοι και οι κάτοικοι της Τυρου.

Ψαλ. 82,9 καὶ γὰρ καὶ Ἀσσοὺρ συμπαρεγένετο μετ᾿ αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς ἀντίληψιν τοῖς υἱοῖς Λώτ.

Ψαλ. 82,9 Αλλά και οι Ασσύριοι συνετάχθησαν και ήλθον με το μέρος αυτών. Εβοήθησαν τους απογόνους του Λωτ εναντίον μας.

Ψαλ. 82,10 ποίησον αὐτοῖς ὡς τῇ Μαδιὰμ καὶ τῷ Σισάρᾳ, ὡς τῷ Ἰαβεὶμ ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Κεισών·

Ψαλ. 82,10 Πράξε εναντίον αυτών ο,τι άλλοτε έκαμες εναντίον των Μαδιανιτών, εναντίον του σκληρού στρατηγού των Σισάρα και του βασιλέως Ιαβείν εις τον χείμαρρον Κεισών.

Ψαλ. 82,11 ἐξωλοθρεύθησαν ἐν Ἀενδώρ, ἐγενήθησαν ὡσεὶ κόπρος τῇ γῇ.

Ψαλ. 82,11 Εκείνοι εξωλοθρεύθησαν εις Αενδώρ και τα σώματά των έγιναν κόπρος και λίπασμα της γης.

Σχόλιο: Εδώ, επιτέλους, βλέπουμε ονομαστικά τα έθνη-φυλές, που οι Ισραηλίτες θεωρούν εχθρούς τους. Η επιθυμία τους, αναμενόμενη βέβαια, είναι να εξολοθρευτούν και να γίνουν… λίπασμα και κόπρος για τη γη. Πολύ πνευματικά λόγια βρε παιδάκι μου! Για όσους θεωρούν φυσιολογικά τα λόγια αυτά του Δαυίδ, σκεφτείτε το εξής: πώς θα σας φαινόταν να προσευχόμασταν εμείς οι Έλληνες στον Θεό και να του λέγαμε, “Θέε μου, γλίτωσε μας από τους Τούρκους, τους Αλβανούς, τους Σκοπιανούς, τους Εβραίους που μας επιβουλεύονται και θέλουν το κακό μας! Αφάνισε τους με την οργή σου εν ριπή οφθαλμού και κατέκαψέ τους διότι εσύ είσαι ο μόνος φιλεύσπλαχνος και δεν αφήνεις τα παιδιά σου να θλίβονται. Στρέψε το βλέμμα σου με ευμένεια και εξολόθρευσε όλους τους εχθρούς μας. Λύτρωσε μας από τον θάνατο.” Όποιος έχει διαβάσει όλους τους ψαλμούς θα διαπιστώσει ότι αυτά που έγραψα παραπάνω αποτελούν μια ακριβή αντιστοιχία των προσευχών του Δαυίδ. Απλά προσάρμοσα τα λόγια με βάση τα δικά μας δεδομένα.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται όσοι από τους υπόλοιπους ψαλμούς αναφέρονται στους εχθρούς των Ισραηλιτών. Τέλος, αναλογιστείτε και το εξής. Αν ο Δαυίδ σαν απειλή θεωρούσε τους δαίμονες, γιατί δεν μας το έλεγε ξεκάθαρα; Ήθελε να μιλάει αινιγματικά και αόριστα για να έρθουν μετά οι δήθεν διαβασμένοι θεολόγοι και υπερεγκέφαλοι να λένε, ότι θέλει φώτιση για να διαβάσεις ένα απλό κείμενο;

Βonus:

Ψαλ. 50,7 ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.

Σχόλιο: Η μητέρα σου που σε συνέλαβε θεωρείτε άνομος (μοιχαλίδα-πόρνη), και εσύ γεννήθηκες αμαρτωλός από κούνια σε ένα κόσμο αμαρτίας και αμαρτωλών που ο ίδιος ο θεός επιτρέπει στο κακό και την αμαρτία να υπάρχουν.

Ψαλ. 81,1 Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ.

Σχόλιο: Ο θεός σε συγκέντρωση μαζί με άλλους θεούς (αναγνώριση της πολυθεΐας) κατακρίνει.

Θέλουμε μήπως την άδεια από κάποιους για να χρησιμοποιήσουμε το μυαλό μας και να μην δεχόμαστε τις έτοιμες και φαντασμένες ερμηνείες ορισμένων; Σταματάω εδώ. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β'

ΔΕΣ:

Η ιλαροτραγωδία στην «θεόπνευστη» Αγία Γραφή

Ωδή στη ζωή

Βουλιάζουμε, κάτω απ' την τέντα του γαλάζιου ουρανού μας, κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου, σε μια γη που δονείται ανάμεσα σ αμέτρητα αστέρια, φτωχοί και πλούσιοι, άρχοντες και σκλάβοι, θύτες και θύματα, συνταξιδιώτες όλοι μαζί στο ίδιο καράβι…

Βουλιάζουμε όλοι μαζί από το βάρος ενός μυαλού που ξεχειλίζει, σαν χύτρα σε κατάσταση βρασμού, από δεισιδαιμονίες, στρεβλά πρότυπα, εικόνες, προκαταλήψεις, προσκολλήσεις, εξαρτήσεις, προσδοκίες και μια ιστορία γεμάτη ψέματα που μας ειπώθηκε όταν ήμασταν πολύ μικροί, ένα έτοιμο σύστημα πεποιθήσεων

Μας έστειλαν στα σχολεία τους για να μάθουμε τα μυστικά της ζωής και τα μόνα που μας μάθανε ήταν να αποστηθίζουμε την μασημένη παλιά γνώση, να συμμορφωνόμαστε με τα υπάρχοντα πρότυπα και να υπακούμε στους μεγαλύτερους που ήξεραν, πουθενά δεν μας είπαν για προκλήσεις, τόλμη, καινοτομίες, αμφισβήτηση, περιέργεια, φαντασία και δημιουργικότητα.

Από τότε περιπλανιόμαστε, κουβαλώντας οδικούς χάρτες φόβου που οδηγούν σε αδιέξοδα και καταστροφή, σε αλληλοσπαραγμούς χωρίς ουσία, σε απέραντη μοναξιά και δυστυχία, μια περιπλάνηση που δεν μας αφήνει να ευημερήσουμε, να εξελιχθούμε και να ανακαλύψουμε τις πραγματικές μας δυνατότητες, να χαρούμε και να φχαριστηθούμε αληθινά τη ζωή, αυτό το μοναδικό και μαγικό μυστήριο.

Και βουλιάζουμε όλο και πιο πολύ, μέσα στο βούρκο των προσωπικών και διαχωριστικών μας πεποιθήσεων, μέσα στα έλη των χρεωκοπημένων ιδεολογιών και των προτύπων μας που μας εγκατέλειψαν γυμνούς μέσα στο κρύο, στο ψέμα και τη φτιαχτή ασχήμια, στις προδομένες προσδοκίες μας και σ ένα κόσμο βάρβαρο και άδικο που δεν αλλάξαμε ποτέ ουσιαστικά.

Γιατί ποτέ δεν το θελήσαμε αληθινά με την καρδιά μας, γιατί η ανατροπή αυτή θα είχε πόνο. Κι εμείς μάθαμε να τον αποφεύγουμε τον πόνο…

Αρνούμαστε, λες κι από πείσμα, να αμφισβητήσουμε ό,τι βολικά έχει βρει τη θέση του μέσα μας, αρνούμαστε να ταράξουμε τα βαλτωμένα μας νερά, θέλουμε να περάσουμε το ποτάμι χωρίς να βραχούμε, θέλουμε ν αναστηθούμε χωρίς σταύρωση, να μην συναντηθούμε με τη φύση και τη ρίζα του πόνου.

Και σπαταλάμε ολάκερη ζωή σε διαφυγές και σε αναμονές, με βαριές αποσκευές στους ώμους, σε κρύους σταθμούς, περιμένοντας τρένα που δεν έρχονται ποτέ, ολάκερη ζωή να περιμένουμε κάτι να γίνει, κάτι που θα μας πάει κάπου αλλού και αυτό το αλλού να μην είναι πουθενά, σπατάλη μιας ζωής περιμένοντας “κάτι καλύτερο” και για το “κάτι καλύτερο” χάσαμε το “καλύτερο δυνατό”…

Βουλιάζουμε, κορμιά κουρασμένα και ασθενικά από την ατελείωτη σκληρή και άδικη καθημερινή βιοπάλη, ταλαιπωρημένες και απελπισμένες ψυχές που προσπαθούν να καταλάβουν πως γίνεται ο παράδεισος κόλαση, πως τόση ομορφιά γίνεται ασχήμια, πως γεννιέται τόση βαρβαρότητα μέσα σ ένα ανθρώπινο πλάσμα, και συνεχώς να διαπιστώνουμε ότι έχει και πιο κάτω, περισσότερη βαρβαρότητα…

Εθελοτυφλούμε όλο και πιο πολύ, θέλουμε να μην μας ενοχλήσουν τα “κουτάκια” μας γιατί μας δίνουνε τις βολικές απαντήσεις για να μπορέσει να μας πάρει ο ύπνος το βράδυ, αυτή την ψευδαίσθηση του “όλα καλά” που λέμε όταν συναντάμε στο δρόμο κάποιο παλιό φίλο, μπρός στα μάτια μας καταστρέφονται οι θάλασσες, τα ποτάμια, η καλλιεργήσιμη γη, αθώα πλάσματα μολύνεται ο αέρας που αναπνέουμε κι εμείς ευχόμαστε να έχουμε την υγειά μας και να είμαστε καλά…

Μα ο θάνατός μας είναι αργός και κατοικεί μέσα στα μπετόν, σκουριάζουμε μαζί με τους τόνους από τα σίδερα και τα μέταλλα που μέσα τους φωλιάζει η μοναξιά μας, που μέσα τους κρύβονται οι φόβοι μας, σαπίζουμε μα συνηθίζουμε ακόμα και τούτη την αβάσταχτη δυσωδία της σαπίλας γιατί είναι δικιά μας, και οι μέρες έρχονται και πάνε τα καλοκαίρια και οι χειμώνες, οι μήνες και τα χρόνια περνάνε κι εκλιπαρούμε για μια ξέγνοιαστη στιγμή, να μας αφήσουνε για λίγο ήσυχους.

Βουλιάζουμε, με μια λαχτάρα πάντα για τ αυτονόητα που δεν ζούμε, την αγάπη, τη λευτεριά, την ομορφιά, την απλότητα, το χαμόγελο, τη γύμνια, τις μοιρασιές, τα όμορφα μέρη, τις όμορφες αισθήσεις, γιατί αυτό που ζούμε είναι ένα ψέμα, η ψυχή το ξέρει μα διαφωνεί το μυαλό, που αποδέχεται άχρηστες πεποιθήσεις, ανόητα και παρωχημένα πρότυπα, μονάχα να υπομένουμε μάθαμε όσα δεν τολμάμε ν αμφισβητήσουμε, να γκρεμίσουμε και να ξαναχτίσουμε, σαν αιώνια ανώριμα παιδιά που πεισματικά αρνούνται να ωριμάσουν.

Αποκαμωμένοι απ' τις καθημερινές μάχες βουλιάζουμε στους φτηνούς μας καναπέδες και τις καταναλωτικές μας ανέσεις μ ένα στόμα ορθάνοιχτο, περιμένοντας πεινασμένοι τα μαγικά μικρά μπλε χαπάκια που πετάγονται από κάθε μεριά και κάθε γωνία, απ όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα, όπου κι αν βρεθείς, τηλεόραση, εκπομπές, ειδικοί σύμβουλοι, πολιτικοί, επίσημες ανακοινώσεις, φορείς, ιδρύματα, κι εμείς τα χάβουμε όλα, τα καταπίνουμε αμάσητα μας καταστέλλουν, μας ηρεμούν, όλα μοιάζουν συνηθισμένα, όλα είναι στη θέση τους, όλα πρέζα, περήφανοι και πλήρεις, οπλισμένοι με το τελευταίο μας iphone βγάζουμε selfies μ εκείνο το χαμόγελο του ηλίθιου.

Αργοπεθαίνουμε, ευνουχισμένοι και ιδανικοί αυτόχειρες που αδυνατούν να αντιληφθούν την ουσία, την ουσία που φωνάζει ολόκληρη η πλάση με κάθε τρόπο, που ρέει ακατάπαυστα απ' τις ανεξάντλητες πηγές του φωτός, κωφεύουμε στα μηνύματα, γυρίζουμε την πλάτη στο οφθαλμοφανές, φοράμε τα κοστουμάκια μας, τις μάσκες μας και βγαίνουμε στις λεωφόρους και τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας προσπαθώντας να τη βγάλουμε καθαρή, ν αποφύγουμε τα ατυχήματα, να μην πονέσουμε, να μην ταραχτούν τα θολωμένα νερά του βάλτου μας, μας αρκεί απλά να επιπλέουμε, άτολμοι στ' απάτητα χωρίς σωσίβιο, αδύναμοι μπροστά στο αυτονόητο και το απλό, κουτοπόνηροι και πανούργοι στο να κοροϊδέψουμε ο ένας τον άλλο, παρασέρνοντας ο ένας τον άλλο στη φθορά στη σπατάλη της ενέργειας που είμαστε καμωμένοι.

Το καράβι να πηγαίνει ολοταχώς για το παγόβουνο κι εμείς να σπρωχνόμαστε για το ποιός θα κάτσει στην πρώτη θέση, κάνουμε πάρτι και ξεφαντώματα για εκτόνωση κι αφήνουμε το καράβι του κόσμου μας να το κυβερνάνε παρανοϊκοί, διεφθαρμένοι και επικίνδυνοι ψυχοπαθείς.

Αργοπεθαίνουμε, και δεν έχουμε ιδέα κατά που πάμε ,ένα προσανατολισμό, κάποιο σχέδιο, δεν έχουμε ιδέα ότι οι σημερινές επιλογές μας είναι το αύριο που περιμένει εμάς και τα παιδιά μας, που τα παρασέρνουμε στο δικό μας ανόητο όλεθρο χωρίς να βάζουμε ένα τέλος στην τρελή πορεία μας στα παράδοξα Πλάσματα με νοημοσύνη και καρδιά να σέρνουμε ατσαλένιες μπάλες μ αλυσίδες στα πόδια ακολουθώντας αξίες που γίνανε πυξίδες χαλασμένες και δείχνουνε μονάχα πρόσκαιρες απολαύσεις, επιφανειακές μικροαλλαγές και ατελείωτες επαναλήψεις του ίδιου μοντέλου, αυτού που μας ειπώθηκε να αποφεύγουμε ότι μας πονά και να προσπαθούμε να επαναλάβουμε ότι μας ευχαριστεί, έχοντας πάντα όπλο πολύτιμο την επιλεκτική μας ηθική και τις αποδοχές μας.

Ένα βάρβαρο θεριό τρέφουμε εντός μας, μα τα θεριά όσο και να τα ταΐσεις πάντα πεινασμένα θα είναι και πάντα θεριά, για να γίνει το θεριό άνθρωπος χρειάζεται όλα να τ απαρνηθεί, όλα να τα πετάξει, να πεθάνει για ν αναστηθεί να λυτρωθεί μιας και η ζωή μας πιο πολύ με μια μακρά αναμονή θανάτου μοιάζει.

Φοβόμαστε το θάνατο πιο πολύ από τις τύψεις που δεν ζήσαμε, φοβόμαστε το θάνατο όλων όσων έχουμε επενδύσει ότι είμαστε, μα θάνατος στην ουσία δεν υπάρχει, αυτό που υπάρχει είναι ο φόβος του θανάτου, αυτό που υπάρχει είναι ο φόβος, εμείς είμαστε ο φόβος γιατί ποτέ δεν γυμνωθήκαμε γιατί ποτέ δεν νοιώσαμε λεύτεροι, γιατί πάντα κουβαλούσαμε βάρη, εικόνες, προσδοκίες, ενοχές και πίστεις.

Αργοπεθαίνουμε, ζώντας μια ζωή δανεική, μια ζωή φτιαγμένη από τα λόγια και τις υποδείξεις άλλων αναζητούμε το δικό μας παραμύθι, με τους δικούς μας ήρωες, την πλοκή και τους ρόλους, γεννάμε συνεχώς όνειρα μα τ όνειρο είναι μονάχα μια στιγμή, καπνός, δεν είναι ζωή αληθινή, η ζωή είναι μάθηση, είναι δημιουργία και σχέσεις, είναι επίγνωση κι εμείς ονειρευόμαστε γιατί αυτό μας μάθανε, να ονειρευόμαστε κι όχι να δημιουργούμε οράματα, μας μάθανε να ζούμε και να υπομένουμε την κόλασή μας, κι έπειτα να ονειρευόμαστε ότι κάπου υπάρχει και ο παράδεισος που από ένστικτο λαχταράμε…

Αργοπεθαίνουμε, μόνοι ανάμεσα σε δισεκατομμύρια γαλαξίες και αστέρια, τ αστέρια που μας περιμένουνε, που είναι η πραγματική μας πατρίδα.

Απορούμε συχνά πως γίνεται και ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει ακόμα να συμφιλιωθεί και να συμβιώσει αρμονικά με όλη αυτή τη φυσική ομορφιά που απλώνεται παντού γύρω του, τη βιοποικιλία και τις θαυμαστές διαδικασίες της ζωής…

Λησμονούμε ότι χρειάζεται πρώτα απ' όλα ν αναγνωρίσουμε ότι είμαστε θεριά, κι έπειτα ν αντιληφθούμε ξεκάθαρα πως για να γίνει το θεριό άνθρωπος χρειάζεται να καλυφθούν όλες του οι βασικές ανάγκες, ενέργεια, τροφή, νερό, στέγη, ασφάλεια, περίθαλψη… να μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση σε όλα όσα έχει ανάγκη και υπάρχουν, χωρίς περιορισμούς, χωρίς διακρίσεις, χωρίς ένα μέσο σαν το χρήμα που γεννά τις αδικίες και τις ανισότητες…

…και τέλος για να γίνει ο άνθρωπος πλάσμα πολιτισμένο χρειάζεται ν αναγνωρίσει και να αποδεχτεί την ισότητα, την ενότητα και το Όλον της ύπαρξης…

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ: Η Διορία του Νέρωνος

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε

του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται.»
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια …
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες …
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων …

Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.


Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ανάλυση:

Ο Καβάφης παρουσιάζει στο ποίημα αυτό ένα εξαίρετο δείγμα αξιοποίησης της δραματικής ειρωνείας, αφήνοντας τον ήρωά του καθησυχασμένο από τη διφορούμενη μαντεία να σκέφτεται πως έχει άφθονο χρόνο μπροστά του, μόνο και μόνο για να ανατρέψει την αισιοδοξία των σχεδίων του, αποκαλύπτοντας στην τελευταία στροφή το πραγματικό νόημα της προφητείας.

Αναλυτικότερα:

Ο αυτοκράτορας της Ρώμης Νέρων Κλαύδιος -παρέμεινε στην εξουσία από το 54 έως το 68 μ.Χ.- το 67 μ.Χ. σε ηλικία 30 ετών βρίσκεται στην Ελλάδα όπου θα συμμετάσχει σε άφθονους αγώνες -κερδίζοντάς τους όλους-, και φυσικά θα δοθεί σε ποικίλες απολαύσεις, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη που του παρείχε η εξουσία του.

Η επίσκεψή του εκείνη τη χρονιά στο Μαντείο των Δελφών θα του προσφέρει ικανοποίηση μέσω της σχετικής προφητείας: «Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται», την οποία ο νεαρός αυτοκράτορας θα ερμηνεύσει λανθασμένα, θεωρώντας πως θα ζήσει μέχρι τα 73 του χρόνια. Η προφητεία αυτή δίνει στον Νέρωνα την εντύπωση πως έχει ακόμη πολλά χρόνια ζωής, αρκετά για να γευτεί κάθε είδους απόλαυση, αλλά και για να αντιμετωπίσει τις απειλές που υπήρχαν κατά της κυριαρχίας του.

Ο Νέρων υπήρξε ιστορικά μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα καθώς του αποδίδονται άφθονα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων η δολοφονία της μητέρας του και του εν δυνάμει διαδόχου του Βρετανικού, ο εξαναγκασμός σε αυτοκτονία του δασκάλου του Σενέκα του Νεότερου, και φυσικά ένας έκλυτος βίος με πολλές ερωμένες και συμμετοχή σε οργιώδεις διασκεδάσεις.

Σημαντική χρονολογία για τον Νέρωνα αποτέλεσε το 64 μ.Χ., η χρονιά που ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά στη Ρώμη. Πολλοί θεώρησαν τον ίδιο τον αυτοκράτορα υπαίτιο της καταστροφής αυτής, ενώ ο Νέρων απέδωσε ευθύνες στους χριστιανούς της πόλης, τους οποίους και καταδίωξε. Παράλληλα, θεωρήθηκε πως πίσω από τον εμπρησμό βρισκόταν ο Σενέκας ο Νεότερος και ο Παύλος, ο οποίος επιθυμούσε την ανατροπή του Νέρωνα, γι’ αυτό και ο αυτοκράτορας τον ανάγκασε να αυτοκτονήσει.

Ο Νέρωνας αποχωρώντας από το Μαντείο των Δελφών θα πάρει μαζί του και αρκετά από τα αναθήματα και τα αγάλματα του Μαντείου για να τα μεταφέρει στη Ρώμη.

Τώρα στην Pώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως —
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια …
Των πόλεων της Aχαΐας εσπέρες …
A των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων …

Ο Νέρωνας αισιόδοξος ύστερα από την ευνοϊκή -όπως πίστεψε- προφητεία του Μαντείου, ετοιμάζεται να επιστρέψει στη Ρώμη και αναπολεί το διάστημα που παρέμεινε στην επαρχία της Αχαΐας, η οποία περιελάμβανε πέραν από την Πελοπόννησο και ένα τμήμα της Στερεάς Ελλάδας.

Όλες οι μέρες παραμονής του Νέρωνα στην Ελλάδα ήταν γεμάτες απολαύσεις και ηδονή, καθώς ο αυτοκράτορας φρόντισε να γευτεί ό,τι καλύτερο είχε να του προσφέρει ο τόπος αυτός. Η αναφορά, μάλιστα, στην ηδονή από τα γυμνά σώματα, εμπεριέχει κι ένα καβαφικό υπονοούμενο για το είδος της ηδονής που προτίμησε ο Νέρωνας.

Ο αυτοκράτορας αξιοποίησε στο έπακρο την παραμονή του στην Ελλάδα, χωρίς βέβαια να γνωρίζει ή να υποψιάζεται πως ο επόμενος χρόνος θα είναι και ο τελευταίος του. Από την άγνοια αυτή του Νέρωνα για το βίαιο τέλος που τον περιμένει, προκύπτει η τραγική ειρωνεία του ποιήματος, αλλά και το γενικότερο μήνυμα που επιχειρεί να μεταδώσει ο ποιητής. Η αδυναμία του Νέρωνα να σταθμίσει σωστά τους κινδύνους που αντιμετώπιζε, καθώς και τις επιπτώσεις που θα είχε η σύγκρουσή του με τη Σύγκλητο, αποκαλύπτουν ένα γενικότερο γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης. Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πιστέψουν κάθε θετική γι’ αυτούς προοπτική, έστω κι αν αυτή βασίζεται σε κάτι κίβδηλο, όπως είναι μια προφητεία, αλλά δεν είναι εξίσου έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές τους προοπτικές. Με τον ίδιο τρόπο, άλλωστε, που ο Νέρωνας εθελοτυφλεί μπροστά στις αρνητικές ενδείξεις (η συνωμοσία του Σενέκα, δεν μπορούσε παρά να είναι ενδεικτική για τις εναντίον του αντιδράσεις), έτσι και κάθε άνθρωπος, διαχρονικά και σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκει, προτιμά να βασιστεί σε φρούδες ελπίδες, παρά να κρίνει αντικειμενικά και με ρεαλισμό τις συνθήκες της ζωής του.

Όσο κι αν οι άνθρωποι πιστεύουν πως οι άσχημες ανατροπές που τους προκύπτουν είναι προϊόν ατυχίας και κακών συγκυριών, δεν είναι λίγες οι φορές που τη συμφορά θα μπορούσαν να την περιμένουν, αν είχαν αξιολογήσει σωστά τις πράξεις τους αλλά και τα γενικότερα δεδομένα της ζωής τους. Πώς ο Νέρωνας περίμενε να μακροημερεύσει στην εξουσία, έχοντας στραφεί κατά των αριστοκρατών και έχοντας αφεθεί στις απολαύσεις και τις ηδονές; Η διορία που δόθηκε στον Νέρωνα είναι μόλις ένας χρόνος και όχι 40 και πλέον, όπως ο ίδιος πίστεψε. Ο Νέρωνας θα οδηγηθεί στο θάνατο στα 31 του χρόνια.

Aυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.

Με μια σύντομη πρόταση: «Αυτά ο Νέρων.», ο Καβάφης αντιστρέφει το αισιόδοξο για τον Νέρωνα κλίμα και αποκαλύπτει την αλήθεια των λόγων του Μαντείου.

Την ώρα που Νέρωνας ελπίζει για ένα ένδοξο μέλλον και χαίρεται για τις απολαύσεις που γεύτηκε, ο Σέρβιος Σουλπίκιος Γάλβας προετοιμάζει, με τις ευλογίες της Συγκλήτου, ένα επαναστατικό κίνημα κατά του διεφθαρμένου νεαρού αυτοκράτορα, το οποίο θα οδηγήσει στη δολοφονία ή κατά μία άλλη εκδοχή στην εξαναγκαστική αυτοκτονία του Νέρωνα.

Ο Νέρωνας στα 31 του χρόνια θα χάσει όχι μόνο την εξουσία, αλλά και τη ζωή του, ενώ μόλις ένα χρόνο πριν θεωρούσε ότι θα έχει μια μακρά σταδιοδρομία, βασισμένος σε μια προφητεία που ερμήνευσε κατά βούληση. Η ανατροπή των προσδοκιών του Νέρωνα και η αντίθεση που παρουσιάζεται ανάμεσα στις ελπίδες του και στις δυσμενείς γι’ αυτόν εξελίξεις, δημιουργούν την έντονη δραματική ειρωνεία του ποιήματος και αποκαλύπτουν μία από τις έξοχες αρετές της ποίησης του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Ο Γάλβας θα ανέλθει στο θρόνο της αυτοκρατορίας, έχοντας ηγηθεί μιας επανάστασης κατά των αυθαιρεσιών του Νέρωνα, αν και επί της ουσίας θα προκριθεί από τη Σύγκλητο ως προασπιστής των συμφερόντων της.

Πόσο αγαπάτε τον εαυτό σας; Αυτή είναι η αξία σας

Αν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας όπως είναι, αυτό είναι το πρώτο βήμα προς την αυτοαποδοχή και το τέλος της αυτοαπόρριψης. Μόλις καταφέρουμε να αποδεχτούμε τον εαυτό μας όπως είναι, από κει κι έπειτα όλα μπορούν να αλλάξουν.

Όλοι έχουν μια αξία και η Ζωή τη σέβεται. Η αξία αυτή δεν μετριέται σε χρήματα ή σε χρυσό- μετριέται σε αγάπη και ιδιαίτερα σε αγάπη για τον εαυτό μας. Πόσο αγαπάτε τον εαυτό σας; – αυτή είναι η αξία σας- και η Ζωή τη σέβεται. Όταν αγαπάτε τον εαυτό σας, η αξία σας είναι πολύ υψηλή, που σημαίνει ότι η ανοχή που έχετε στην αυτοκακοποίηση είναι ελάχιστη. Κι αυτό, γιατί σέβεστε τον εαυτό σας. Τον αγαπάτε όπως είναι και αυτό αυξάνει την αξία σας. Αν υπάρχουν πράγματα που δεν σας αρέσουν στον εαυτό σας, η αξία σας μειώνεται.

Μερικές φορές η αυτοκριτική είναι τόσο έντονη που κάποιοι πρέπει να είναι «ναρκωμένοι» για να μπορούν να είναι ο εαυτός τους. Αν δεν σας αρέσει κάποιος, μπορείτε να φύγετε μακριά του. Το ίδιο κι αν δεν σας αρέσει μια ομάδα ανθρώπων. Αν, όμως, δεν σας αρέσει ο εαυτός σας, όπου κι αν πάτε δεν μπορείτε να ξεφύγετε. Για να μην είστε ο εαυτός σας, πρέπει να πάρετε κάτι για να «ναρκωθείτε», για να στρέψετε το μυαλό σας μακριά από τον εαυτό σας. Ίσως λίγο αλκοόλ να βοηθούσε. Ή ίσως τα ναρκωτικά. Ή ίσως το φαγητό – φάτε, φάτε, φάτε. Η αυτοκακοποίηση μπορεί να γίνει πολύ χειρότερη. Υπάρχουν άνθρωποι που μισούν πραγματικά τον εαυτό τους. Είναι καταστροφικά άτομα που σκοτώνουν σιγά σιγά τον εαυτό τους, γιατί δεν έχουν το θάρρος να το κάνουν γρήγορα.

Αν παρατηρήσετε αυτοκαταστροφικούς ανθρώπους, θα δείτε ότι προσελκύουν άτομα που τους μοιάζουν. Τι κάνουμε όταν δεν μας αρέσει ο εαυτός μας; Προσπαθούμε να «ναρκωθούμε πίνοντας αλκοόλ για να ξεχάσουμε ότι υποφέρουμε. Αυτή είναι η δικαιολογία που χρησιμοποιούμε. Πού βρίσκουμε αλκοόλ; Πάμε σε μπαρ και μαντέψτε ποιοι βρίσκονται εκεί. Άνθρωποι σαν κι εμάς, που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον εαυτό τους, που προσπαθούν να πιουν για να ξεχαστούν. Πίνουμε μαζί, αρχίζουμε να μιλάμε για τον πόνο μας και καταλαβαινόμαστε. Μάλιστα, αρχίζει να μας αρέσει η παρέα. Καταλαβαινόμαστε απόλυτα, γιατί εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος. Είμαστε και οι μεν και οι δε αυτοκαταστροφικοί. Σε πληγώνω και με πληγώνεις – η τέλεια σχέση της κόλασης.

Τι συμβαίνει όταν αλλάζετε; Για έναν κάποιο λόγο, δεν έχετε πια ανάγκη το αλκοόλ. Τώρα νιώθετε καλά όταν είστε μόνοι με τον εαυτό σας, το απολαμβάνετε. Δεν πίνετε πια, αλλά έχετε τους ίδιους φίλους και όλοι πίνουν. Μεθούν, νιώθουν χαρά αλλά εσείς βλέπετε ότι η χαρά τους δεν είναι πραγματική. Αυτό που αποκαλούν χαρά είναι μια επανάσταση απέναντι στον ίδιο τον συναισθηματικό τους πόνο. Σε αυτή τους τη «χαρά» είναι τόσο πληγωμένοι ώστε περνούν καλά όταν πληγώνουν τους άλλους και τον εαυτό τους.

Πλέον δεν ταιριάζετε μαζί τους και φυσικά σας κρατούν κακία γιατί δεν τους συμπαθείτε πια. «Με απορρίπτεις, αφού δεν πίνεις πια μαζί μου, αφού δεν κάνεις μαζί μου ναρκωτικά»· Τώρα πρέπει να επιλέξετε: μπορείτε να επανέλθετε στις παλιές σας συνήθειες ή να διαλέξετε άλλο μήκος κύματος και να αρχίσετε να συναναστρέφεστε ανθρώπους που αποδέχονται τον εαυτό τους, όπως κι εσείς. Διαπιστώνετε ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, ένα νέο είδος σχέσης και πλέον δεν ανέχεστε συγκεκριμένα είδη καταστροφικής συμπεριφοράς.

Η αρχαία Ελλάδα, κοιτίδα της μαθηματικής σκέψης

Ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε έχοντας ως βάση τον τρόπο σκέψης που χάραξαν, διαμόρφωσαν και δίδαξαν οι αρχαίοι Έλληνες. Για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα ο νους δεν ικανοποιείται με τις μυθολογικές ερμηνείες του κόσμου. Ο μελετητής δεν αρκείται να δώσει πρακτικές απαντήσεις στα προβλήματα, αλλά προσπαθεί να επεκταθεί παραπέρα σε όλα τα νοητά αντίστοιχα προβλήματα, να οδηγηθεί σε γενικεύσεις και σε αφαιρέσεις, να οικοδομήσει τον ορθό λόγο για να διατυπώσει με σαφήνεια έννοιες, ορισμούς και νόμους γενικούς. Αυτή η μετάβαση από το μύθο στο λόγο, στην επιστημονική σκέψη, ήταν ένα θαύμα, μια τομή, μια επανάσταση.

Η Φιλοσοφία γεννήθηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία και η εξάπλωσή της στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις ήταν η απαρχή μιας λαμπρής πορείας του ελληνικού πνεύματος στην αναζήτηση της αλήθειας, όχι για να εξυπηρετήσει πρακτικές ανάγκες, αλλά για να ικανοποιήσει πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις.

Τα Μαθηματικά ήταν ένα ευρύτατο πεδίο πνευματικής αναζήτησης γι’ αυτό ασχολήθηκαν μαζί τους όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι εκείνης της εποχής.

Η απόδειξη, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πορεία εξέλιξης των Μαθηματικών, ξεκίνησε από τον Θαλή, αναπτύχθηκε από τον Πυθαγόρα και τους Πυθαγόρειους, συστηματοποιήθηκε από τον Πλάτωνα και κυρίως από τον Αριστοτέλη, χρησιμοποιήθηκε σε περισσότερο τελειοποιημένη μορφή από τον Ευκλείδη και θα μπορούσαμε να πούμε ότι τελειοποιήθηκε από τον Αρχιμήδη.

Η σύλληψη της ιδέας της αξιωματικής θεμελίωσης οφείλεται στους αρχαίους Έλληνες. Κλασικό παράδειγμα είναι η Ευκλείδεια Γεωμετρία. Στοιχεία όμως αξιωματικής θεμελίωσης βρίσκουμε και σε άλλα αρχαία ελληνικά κείμενα. Οι Πυθαγόρειοι π.χ. είχαν διευκρινίσει ότι η αποδεικτική διαδικασία πρέπει να έχει κάποια δεδομένα (τις υποθέσεις), και κάποιους αρχικούς συλλογισμούς. Ο Αριστοτέλης επίσης μας δίνει όλα τα στοιχεία μιας αξιωματικής θεμελίωσης. Αναφέρεται στις αρχικές έννοιες, -τις θέσεις, όπως τις ονομάζει- στους ορισμούς, στα αξιώματα, στην αποδεικτική διαδικασία και στην απόδειξη. Η αξιωματική θεμελίωση που ανέπτυξαν οι αρχαίοι Έλληνες είναι ίδια με εκείνη που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Η Θεωρία Αριθμών είναι ένας άλλος τομέας που η επινόησή του οφείλεται στους Έλληνες. Για την ανάπτυξη αυτής της θεωρίας σημαντική ήταν η συμβολή των Πυθαγορείων, του Πλάτωνα στην Ακαδημία, καθώς και του Ευκλείδη με το έργο του «Στοιχεία». Καθοριστική ήταν επίσης συμβολή του Αρχιμήδη και του Διόφαντου.

Η Γεωμετρική Άλγεβρα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών Μαθηματικών. Οι Έλληνες έλυναν πολλά προβλήματα της Αριθμητικής με τη βοήθεια της Γεωμετρίας, αλλά και πολλά γεωμετρικά προβλήματα με τη χρησιμοποίηση αριθμητικών υπολογισμών. Υπήρχαν έννοιες που μπορούσαν να θεωρηθούν και αριθμητικές και γεωμετρικές. Π.χ. οι αναλογίες, καθώς και η λύση των εξισώσεων μπορούν να θεωρηθούν ως κοινό μέρος της Αριθμητικής και της Γεωμετρίας.

Η Ανάλυση, που είναι σήμερα ο σημαντικότερος κλάδος των βασικών Μαθηματικών, έχει την αφετηρία της στην αρχαία Ελλάδα. Π.χ. ο Δημόκριτος καθόρισε την έννοια του απειροστού μεγέθους και έκαμε διάκριση μεταξύ φυσικού απειροστού (άτομο) και μαθηματικού απειροστού. Στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη υπάρχει η έννοια του απείρου και του συνεχούς μεγέθους. Τα παράδοξα του Ζήνωνα περιέχουν την έννοια του ορίου, της συνέχειας, καθώς και του αθροίσματος των απείρων όρων μιας ακολουθίας.

Στα έργα των Πυθαγορείων, του Ευδόξου και του Αρχιμήδη υπάρχουν τόσα και τέτοια στοιχεία μαθηματικής Ανάλυσης, ώστε τα έργα αυτά σήμερα θεωρούνται ως οι πρωτοπόροι της δημιουργίας του διαφορικού και του ολοκληρωτικού λογισμού.

Η Γεωμετρία είναι καθαρά ελληνική επιστήμη. Ο Ευκλείδης με τα Στοιχεία του οδηγεί τον τρόπο σκέψης της ανθρωπότητας για 2.300 χρόνια.

Η Αστρονομία ως επιστήμη βρήκε επίσης πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στην αρχαία Ελλάδα. Ο Θαλής, ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι είχαν κάνει αρκετές αστρονομικές παρατηρήσεις και μετρήσεις. Είναι γνωστή η θεωρία του Αρίσταρχου του Σαμίου για τις κινήσεις της Γης. Ο Αρχιμήδης κατασκεύασε αρκετά αστρονομικά όργανα, με τα οποία υπολόγιζε το μέγεθος της Γης, της Σελήνης και του Ηλίου, την απόσταση της Γης από τον Ήλιο και τους πλανήτες, το μήκος της τροχιάς της Γης κ.λπ. Το έργο του Πτολεμαίου και του Ιππάρχου υπήρξε πηγή αναφοράς για όλους τους μεταγενέστερους αστρονόμους.

Έτσι, η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η κοιτίδα όχι μόνο της μαθηματικής σκέψης αλλά και της επιστημονικής σκέψης γενικότερα.

Μπορούν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης να έχουν ηθική;

Η συμβίωση ανθρώπων και μηχανών, παρόλο που φαντάζει μακρινή, είναι ήδη εδώ:

Τι ρόλο θα αναλάβει η τεχνητή νοημοσύνη στην κοινωνία; Μπορούν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης να έχουν ηθική; Πρέπει να αποκτήσουν δικαιώματα, όπως των ανθρώπων; Και έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν άραγε συναισθηματική νοημοσύνη;

Υπάρχουν φιλόσοφοι που πρεσβεύουν ότι αν δεν υπάρχει οργανική ύλη από την οποία να προκύψει ζωή, τότε δεν μπορούν να υπάρξουν συναισθήματα όπως πόνος, απόλαυση, επιθυμία, ή πιο σύνθετα όπως φόβος, ή άγχος… Άλλοι όμως φιλόσοφοι θα μας πουν ότι δεν χρειάζεται οργανική ύλη, αλλά ηλεκτρικά κυκλώματα όπως στις μηχανές, δηλαδή μηχανικά μέρη που σταδιακά θα αναπτύσσουν συναισθήματα αλληλοεπιδρώντας με το περιβάλλον, με άλλα ανθρώπινα όντα και μηχανές και θα αναπτύξουν έτσι κάποια κατάσταση νου, μία αίσθηση εαυτού.

Δεν μπορούμε πάντα να αποφασίζουμε με βάση τη χρήση των αλγορίθμων για ένα ηθικό δίλημμα. Ο Αριστοτέλης μίλησε για φρόνηση, που ισούται με την σοφία, την ευθυκρισία που επιτρέπει σε μια σύνθετη κατάσταση να διακρίνω την συνθετότητα ενός ζητήματος. Οι μηχανές μπορούν άραγε να αναπτύξουν αυτή την φρόνηση, η οποία περιλαμβάνει συναισθήματα, ενσυναίσθηση, και ανάγεται στην συναισθηματική νοημοσύνη; Η ηθική δεν είναι μόνο θέμα υπακοής και αυστηρών, απαρέγκλιτων κανόνων. Αυτό είναι που με ανησυχεί. Ποιο, δηλαδή, ηθικό σύστημα θα χρησιμοποιήσουμε για να τροφοδοτήσουμε μια μηχανή, σχετικά με την ηθική διάσταση της τεχνητής νοημοσύνης «οι μηχανές μπορεί να είναι καλές με συνέπεια. Ενώ οι άνθρωποι είμαστε διαβόητα ασυνεπείς στην καλοσύνη μας.

Λουκιανός: Ένας διάλογος μεταξύ δύο φιλοσόφων

Στην αγορά της Αθήνας οι συζητήσεις ήταν το συνηθισμένο και καθημερινό φαινόμενο. Ο καθένας μπορούσε να πει το κοντό του και το μακρύ του, χωρίς τους περιορισμούς και τους κανονισμούς που ίσχυαν στην Εκκλησία του Δήμου. Πολύ συχνά οι συζητήσεις κατέληγαν σε λογομαχίες και καμιά φορά σε χειροδικίες. Δεν ήταν σπάνιες και οι συζητήσεις με θέματα θεωρητικά και υπερβατικά, όπως για παράδειγμα αν υπάρχουν ή όχι θεοί. Έναν τέτοιο διάλογο μεταξύ δύο φιλοσόφων αναφέρει ο Λουκιανός στο έργο του Ζευς τραγωδός.

Το εύρημα του Λουκιανού είναι πως τον διάλογο τον παρακολουθούμε από τη σκοπιά των θεών, που συγκεντρώθηκαν με πρόσκληση του Δία, ο οποίος αποφάσισε να συγκαλέσει «Γενική Συνέλευση» των Θεών, όταν ο Ερμής τον πληροφόρησε πως την επομένη ο επικούρειος Δάμις και ο στωικός Τιμοκλής θα συζητούσαν στην Ποικίλη Στοά για το αν υπάρχουν ή όχι οι θεοί. Ο Δίας θορυβήθηκε πολύ, γιατί αν επικρατούσε η δεύτερη άποψη, υπήρχε κίνδυνος να σταματήσει η ανέγερση ναών και η προσφορά θυσιών.

Ο Λουκιανός βάζει τους θεούς να συμπεριφέρονται σαν τους Αθηναίους πολίτες στην Πνύκα, με προσφωνήσεις του τύπου «άνδρες θεοί» και εισαγωγές όπως «άκουε, σίγα, μη τάραττε», με αντεγκλήσεις και φωνές. Ο Μωμος, που εκπροσωπούσε το πνεύμα της αντιλογίας και της αμφισβήτησης, ουσιαστικά υποστήριζε τον Επικούρειο, ενώ ο άξεστος και καθόλου εύστροφος Ηρακλής, που δεν ανεχόταν φλυαρίες και λόγια, πρότεινε να ματαιώσει τη συζήτηση, κατεβαίνοντας στην Αθήνα και γκρεμίζοντας την Ποικίλη Στοά. Ο Δίας όμως απέρριψε την πρότασή του και του έβαλε πάγο.

Τελικά ο διάλογος έγινε. Από την αρχή καταλαβαίνουμε πως ο σκεπτικιστής Λουκιανός ευνοεί τον Επικούρειο και αντιπαθεί τον Στωικό φιλόσοφο. Παρ’ όλη όμως τη μεροληψία του αυτή, τα επιχειρήματα, που βάζει στο στόμα του υπερασπιστή των θεών, δεν είναι δικά του αλλά τα έχει πάρει από το οπλοστάσιο των απανταχού της γης και πάσης εποχής απολογητών της θρησκείας. Ούτε είναι δικές του επινοήσεις οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί, οι ύβρεις και τα αναθέματα, που αφθονούν στα λεγόμενα του Στωικού. Παντού -και πάντα, οι πάσης φύσεως φανατικοί, οι κάτοχοι της απόλυτης αλήθειας, αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τους αντιρρησίες της αλήθειας αυτής με μειωτικούς χαρακτηρισμούς και συχνά με απειλές.

Έτσι και στο διάλογο αυτό ο ευσεβής και θεοφοβούμενος Τιμοκλής, αντιμετώπισε από την αρχή τον αμφισβητία Δάμη με μειωτικούς χαρακτηρισμούς και βρισιές, ενώ ο επικούρειος φιλόσοφος τον αντιμετώπιζε με χιούμορ και ειρωνεία.

Να μην ξεχνάμε πως οι Επικούρειοι ταύτιζαν τους θεούς με τις φυσικές δυνάμεις και θεωρούσαν πως αποτελούνται και αυτοί από άτομα, πως δεν επεμβαίνανε καθόλου στη ζωή των ανθρώπων και ως εκ τούτου είναι περιττό οι άνθρωποι να προσεύχονται στους θεούς ή να ζητούν από αυτούς οτιδήποτε.

Κατά τη συζήτηση επιτέθηκε πρώτος ο Τιμοκλής, που ρώτησε τον «ιερόσυλο Δάμη», όπως τον αποκάλεσε, να του εξηγήσει γιατί δεν πιστεύει πως υπάρχουν θεοί.

Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει καμιά τέτοια υποχρέωση, αλλά αντίθετα αυτός (ο Τιμοκλής) πρέπει να εξηγήσει πού βασίζει την πίστη του πως υπάρχουν οι θεοί, του ζήτησε δε να αποφεύγει χαρακτηρισμούς και βρισιές.

Ο Τιμοκλής αναφέρθηκε τότε στην τάξη που επικρατεί στον κόσμο, που από μόνη της μαρτυρεί την ύπαρξη κάποιου υπέρτατου αρχιτέκτονα, την θεία πρόνοια, που μεριμνά για όλους τους ανθρώπους, για τα θαύματα που κάνουν οι θεοί και για τις θεομηνίες με τις οποίες τιμωρούν τους ασεβείς.

Ο Δάμις, αντικρούοντας τα επιχειρήματα αυτά, υποστήριξε πως η τάξη που επικρατεί στον κόσμο είναι αποτέλεσμα των φυσικών δυνάμεων που τον κυβερνούν, αμφισβήτησε πως υπάρχει θεία πρόνοια, αφού πολλοί εγκληματίες μένουν ατιμώρητοι, ενώ αντίθετα θύματα της θείας οργής πέφτουν καμιά φορά αθώοι. Όταν ο Τιμοκλής τον άκουσε πως δε δεχόταν τη θεία πρόνοια, φώναξε απευθυνόμενος στους ακροατές τους: «Πώς τον ακούτε να τα λέει αυτά, άνθρωποι, και δεν τον παίρνετε με τις πέτρες;»

«Μην ερεθίζεις τους ανθρώπους εναντίον μου» του λέει ο Δάμις, «και στο κάτω κάτω ποιος είσαι συ που θυμώνεις για λογαριασμό των θεών όταν αυτοί δε φαίνονται να ενοχλούνται μ’ αυτά που λέω, εκτός πια αν δε μ’ ακούνε».

«Σ’ ακούνε και θα σε τιμωρήσουν όταν έρθει η ώρα» τον απείλησε ο Τιμοκλής.

«Και πού θα βρουν τον καιρό να νοιαστούν για μένα; Εδώ όπως λες έχουν τόσα και τόσα να κάνουν, με εμένα θα ασχοληθούν; Άλλωστε, σε τόσες και τόσες περιπτώσεις κακουργημάτων, είδες ποτέ να τιμωρούν κανέναν; Εσύ, πες μου, πού βασίζεις τον ισχυρισμό σου πως οι θεοί προνοούν;»

O Τιμοκλής άρχισε να αραδιάζει διάφορα αποσπάσματα από τον Όμηρο και τους Τραγικούς, που κατά την άποψή του αποδείκνυαν τη θεία πρόνοια, ο Δάμις όμως του απάντησε πως όλα αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας των ποιητών και όχι γεγονότα αποδεδειγμένα.

Το πλήθος που παρακολουθούσε τη συζήτηση τον χειροκρότησε και αυτό μεγάλωσε την οργή του Τιμοκλή, που τον ρώτησε:

«Είπες πως οι βωμοί είναι για τους θεούς. Αφού λοιπόν υπάρχουν βωμοί, άρα υπάρχουν θεοί. Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;»

«Άσε με πρώτα να γελάσω με το επιχείρημά σου αυτό και μετά σου απαντώ»

«Εσύ ποτέ δε στοματάς να γελάς. Πες τι το γελοίο βλέπεις στο συλλογισμό μου;»

«Αφού συνδέεις την ύπαρξη των θεών από την ύπαρξη των βωμών, δε νομίζω πως έχουμε να πούμε τίποτ’ άλλο, και είναι καιρός να φύγουμε».

«Ομολογείς λοιπόν πως νικήθηκες;»

«Ναι βρε Τιμοκλή. Αφού, όπως οι καταδιωκόμενοι, κατέφυγες στους βωμούς, παραδέχομαι πως με νίκησες».

Και ο Δάμις κίνησε να φύγει, ενώ ο Τιμοκλής έξαλλος τον ακολουθούσε, βρίζοντας κι αυτόν και όλο του το σόι.