Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (2.80-2.145)

80 Ὣς φάτο χωόμενος, ποτὶ δὲ σκῆπτρον βάλε γαίῃ,
δάκρυ᾽ ἀναπρήσας· οἶκτος δ᾽ ἕλε λαὸν ἅπαντα.
ἔνθ᾽ ἄλλοι μὲν πάντες ἀκὴν ἔσαν, οὐδέ τις ἔτλη
Τηλέμαχον μύθοισιν ἀμείψασθαι χαλεποῖσιν·
Ἀντίνοος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπε·
85 «Τηλέμαχ᾽ ὑψαγόρη, μένος ἄσχετε, ποῖον ἔειπες
ἡμέας αἰσχύνων, ἐθέλοις δέ κε μῶμον ἀνάψαι.
σοὶ δ᾽ οὔ τι μνηστῆρες Ἀχαιῶν αἴτιοί εἰσιν,
ἀλλὰ φίλη μήτηρ, ἥ τοι περὶ κέρδεα οἶδεν.
ἤδη γὰρ τρίτον ἐστὶν ἔτος, τάχα δ᾽ εἶσι τέταρτον,
90 ἐξ οὗ ἀτέμβει θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν.
πάντας μέν ἔλπει, καὶ ὑπίσχεται ἀνδρὶ ἑκάστῳ,
ἀγγελίας προϊεῖσα· νόος δέ οἱ ἄλλα μενοινᾷ.
ἡ δὲ δόλον τόνδ᾽ ἄλλον ἐνὶ φρεσὶ μερμήριξε·
στησαμένη μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὕφαινε,
95 λεπτὸν καὶ περίμετρον· ἄφαρ δ᾽ ἡμῖν μετέειπε·
κοῦροι, ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,
μίμνετ᾽ ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος
ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ᾽ ὄληται,
Λαέρτῃ ἥρωϊ ταφήϊον, εἰς ὅτε κέν μιν
100 μοῖρ᾽ ὀλοὴ καθέλῃσι τανηλεγέος θανάτοιο,
μή τίς μοι κατὰ δῆμον Ἀχαιϊάδων νεμεσήσῃ,
αἴ κεν ἄτερ σπείρου κεῖται πολλὰ κτεατίσσας.
ὣς ἔφαθ᾽, ἡμῖν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ἔνθα καὶ ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκεν μέγαν ἱστόν,
105 νύκτας δ᾽ ἀλλύεσκεν, ἐπεὶ δαΐδας παραθεῖτο.
ὣς τρίετες μὲν ἔληθε δόλῳ καὶ ἔπειθεν Ἀχαιούς·
ἀλλ᾽ ὅτε τέτρατον ἦλθεν ἔτος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
καὶ τότε δή τις ἔειπε γυναικῶν, ἣ σάφα ᾔδη,
καὶ τήν γ᾽ ἀλλύουσαν ἐφεύρομεν ἀγλαὸν ἱστόν.
110 ὣς τὸ μὲν ἐξετέλεσσε καὶ οὐκ ἐθέλουσ᾽, ὑπ᾽ ἀνάγκης·
σοὶ δ᾽ ὧδε μνηστῆρες ὑποκρίνονται, ἵν᾽ εἰδῇς
αὐτὸς σῷ θυμῷ, εἰδῶσι δὲ πάντες Ἀχαιοί·
μητέρα σὴν ἀπόπεμψον, ἄνωχθι δέ μιν γαμέεσθαι
τῷ ὅτεῴ τε πατὴρ κέλεται καὶ ἁνδάνει αὐτῇ.
115 εἰ δ᾽ ἔτ᾽ ἀνιήσει γε πολὺν χρόνον υἷας Ἀχαιῶν,
τὰ φρονέουσ᾽ ἀνὰ θυμὸν ἅ οἱ πέρι δῶκεν Ἀθήνη,
ἔργα τ᾽ ἐπίστασθαι περικαλλέα καὶ φρένας ἐσθλὰς
κέρδεά θ᾽, οἷ᾽ οὔ πώ τιν᾽ ἀκούομεν οὐδὲ παλαιῶν,
τάων αἳ πάρος ἦσαν ἐϋπλοκαμῖδες Ἀχαιαί,
120 Τυρώ τ᾽ Ἀλκμήνη τε ἐϋστέφανός τε Μυκήνη·
τάων οὔ τις ὁμοῖα νοήματα Πηνελοπείῃ
ᾔδη· ἀτὰρ μὲν τοῦτό γ᾽ ἐναίσιμον οὐκ ἐνόησε.
τόφρα γὰρ οὖν βίοτόν τε τεὸν καὶ κτήματ᾽ ἔδονται,
ὄφρα κε κείνη τοῦτον ἔχῃ νόον, ὅν τινά οἱ νῦν
125 ἐν στήθεσσι τιθεῖσι θεοί. μέγα μὲν κλέος αὐτῇ
ποιεῖτ᾽, αὐτὰρ σοί γε ποθὴν πολέος βιότοιο·
ἡμεῖς δ᾽ οὔτ᾽ ἐπὶ ἔργα πάρος γ᾽ ἴμεν οὔτε πῃ ἄλλῃ,
πρίν γ᾽ αὐτὴν γήμασθαι Ἀχαιῶν ᾧ κ᾽ ἐθέλῃσι.»
Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
130 «Ἀντίνο᾽, οὔ πως ἔστι δόμων ἀέκουσαν ἀπῶσαι
ἥ μ᾽ ἔτεχ᾽, ἥ μ᾽ ἔθρεψε· πατὴρ δ᾽ ἐμὸς ἄλλοθι γαίης,
ζώει ὅ γ᾽ ἦ τέθνηκε· κακὸν δέ με πόλλ᾽ ἀποτίνειν
Ἰκαρίῳ, αἴ κ᾽ αὐτὸς ἑκὼν ἀπὸ μητέρα πέμψω.
ἐκ γὰρ τοῦ πατρὸς κακὰ πείσομαι, ἄλλα δὲ δαίμων
135 δώσει, ἐπεὶ μήτηρ στυγερὰς ἀρήσετ᾽ ἐρινῦς
οἴκου ἀπερχομένη· νέμεσις δέ μοι ἐξ ἀνθρώπων
ἔσσεται· ὣς οὐ τοῦτον ἐγώ ποτε μῦθον ἐνίψω.
ὑμέτερος δ᾽ εἰ μὲν θυμὸς νεμεσίζεται αὐτῶν,
ἔξιτέ μοι μεγάρων, ἄλλας δ᾽ ἀλεγύνετε δαῖτας
140 ὑμὰ κτήματ᾽ ἔδοντες ἀμειβόμενοι κατὰ οἴκους.
εἰ δ᾽ ὑμῖν δοκέει τόδε λωΐτερον καὶ ἄμεινον
ἔμμεναι, ἀνδρὸς ἑνὸς βίοτον νήποινον ὀλέσθαι,
κείρετ᾽· ἐγὼ δὲ θεοὺς ἐπιβώσομαι αἰὲν ἐόντας,
αἴ κέ ποθι Ζεὺς δῷσι παλίντιτα ἔργα γενέσθαι.
145 νήποινοί κεν ἔπειτα δόμων ἔντοσθεν ὄλοισθε.»

***
80 Τον λόγο του έκλεισε με οργίλο πάθος, στο χώμα ρίχνοντας
το σκήπτρο, γέμισαν δάκρυα τα μάτια του· όλο το πλήθος τότε
τον συμπόνεσε, οι πάντες έμειναν βουβοί κι αμίλητοι, κανείς δεν πήρε
θάρρος να μιλήσει στον Τηλέμαχο, να τον πικράνει κι άλλο με τα λόγια του.
Μόνος ο Αντίνοος βγήκε μπροστά και του αντιμίλησε:
«Τηλέμαχε μεγαλορρήμονα, ακατάσχετε, τι λόγος που ξεστόμισες
να μας ντροπιάσεις, θέλοντας πάνω μας να ρίξεις τη βαριά μομφή σου!
Όχι, δεν είναι από τους Αχαιούς ένοχοι οι μνηστήρες·
φταίει η καλή σου μάνα, ξύπνια πολύ, παμπόνηρη.
Πέρασαν κιόλας χρόνοι τρεις, σε λίγο πάμε για τον τέταρτο,
90 αφότου εκείνη ξεγελά κι εξάπτει την όρεξη στων Αχαιών τα στήθη.
Ελπίδες δίνει σ᾽ όλους και στον καθένα χωριστά υποσχέσεις,
στέλνοντας τα μηνύματά της, αλλ᾽ άλλα ο νους της μελετά και θέλει.
Και να ποιον άλλο δόλο το μυαλό της έκλωθε:
στην πάνω κάμαρη έστησε μεγάλον αργαλειό, πήρε να υφαίνει
λεπτό φαντό κι υπέρμετρο, ενώ συγχρόνως μας εφώναξε για ν᾽ αναγγείλει:
«Νέοι κι ωραίοι μνηστήρες, αφού είναι πια νεκρός ο θείος Οδυσσεύς·
κάνετε λίγη υπομονή, μόλο που τρέχετε πίσω απ᾽ τον γάμο μου,
ωσότου τούτο το πανί το αποτελειώσω, για να μην παν
χαμένες οι κλωστές μου.
Το υφαίνω σάβανο του σεβαστού Λαέρτη, στην ώρα που
100 μαύρη θα πέσει η μοίρα του θανάτου, για να τον καταλύσει η άσπλαχνη.
Να μη βρεθεί στον κόσμο μας κάποια γυναίκα να με ψέξει,
που θα τον άφηνα νεκρό ασαβάνωτο, έναν με τόσα πλούτη στον καιρό του.»
Αυτά μας είπε, κι εμείς εμπιστευτήκαμε στα λόγια της
με την περήφανη καρδιά μας.
Τότε λοιπόν αδιάκοπα, την κάθε μέρα, ύφαινε το μεγάλο της φαντό,
όμως το ξήλωνε τη νύχτα πλάι της έχοντας τις δάδες αναμμένες.
Έτσι για τρία χρόνια με τον δόλο της έπεισε και ξεγέλασε
τους Αχαιούς ανύποπτους.
Όταν ωστόσο μπήκε η τέταρτη χρονιά, γυρίζοντας κι οι εποχές,
τότε κάποια από τις γυναίκες της το μυστικό μαρτύρησε που το ᾽ξερε καλά·
κι εμείς την πιάσαμε επ᾽ αυτοφώρω να ξηλώνει το φωτεινό φαντό —
110 οπότε και το τέλεψε, παρά τη θέλησή της, υποχωρώντας στην ανάγκη.
Τώρα λοιπόν ιδού η απόκριση που δίνουν οι μνηστήρες —
να την κρατείς, Τηλέμαχε, κι εσύ στον νου σου,
αλλ᾽ ας τη μάθουν και οι λοιποί Αχαιοί: διώξε τη μάνα σου,
και να της πεις να βρει γαμπρό,
όποιον συστήσει τελικά ο πατέρας της, να της αρέσει ωστόσο και της ίδιας.
Αν όμως επιμένει να βασανίζει κι άλλο τους γιους των Αχαιών,
αν συνεχίσει έτσι να σκέφτεται, όπως η Αθηνά τη στόλισε χωρίς φειδώ·
ν᾽ ασκεί την τέχνη σε περίκαλλα έργα, το ξύπνιο της μυαλό
σε πανουργίες, κάτι που δεν ακούσαμε να το ᾽χει ως τώρα άλλη γυναίκα,
μήτε στα χρόνια τα παλιά που ζούσαν καλλιπλόκαμες οι αχαιίδες
120 Τυρώ και Αλκμήνη, η καλλιστέφανη Μυκήνη —
καμιά απ᾽ αυτές δεν είχε τα νοήματα της Πηνελόπης,
κι όμως σε τούτο το επινόημά της δεν ευτύχησε.
Λοιπόν, τόσον καιρό θα τρώνε κι οι μνηστήρες τ᾽ αγαθά σου και τα πλούτη,
όσο κι εκείνη συντηρεί τη γνώμη που οι θεοί τής έβαλαν
στα στήθη· σίγουρα κερδίζει η ίδια δόξα κι όνομα,
όμως εσένα θα σου λείψουν έτσι τα πολλά καλά σου.
Εμείς πάντως να ξέρεις πως δεν ξαναγυρνούμε στις δουλειές μας μήτε και πάμε
αλλού, προτού κι αυτή να παντρευτεί όποιο Αχαιό διαλέξει.»
Σ᾽ αυτόν ο φρόνιμος Τηλέμαχος ευθύς ανταποκρίθηκε:
130 «Αντίνοε, δεν γίνεται, παρά τη θέλησή της, από το σπίτι να τη διώξω
εκείνη που με γέννησε, εκείνη που μ᾽ ανάθρεψε. Όσο για τον πατέρα μου,
κάπου στα ξένα μπορεί να ζει, μπορεί να πέθανε. Κι είναι κακό,
αν τώρα πλήρωνα του Ικαρίου πολλά, για την περίπτωση που θα ξαπόστελνα
τη μάνα μου σ᾽ εκείνον μόνος μου·
γιατί κι απ᾽ τον πατέρα της θα βρω κακή ανταπόδοση, αλλά κι ένας θεός
θα ρίξει πάνω μου διπλό κακό, όταν η μάνα μου, αφήνοντας το σπίτι,
τις Ερινύες φωνάζοντας θα με καταραστεί· τότε κι οι άνθρωποι
θα μου φορτώσουν βαριά μομφή.
Γι᾽ αυτό κι εγώ δεν πρόκειται να ξεστομίσω τέτοιον λόγο.
Όμως κι εσείς, αν σας απόμεινε λίγη ντροπή,
αδειάστε μου πια το παλάτι, αλλού γυρέψετε τα φαγοπότια σας,
140 αλλάζοντας το ᾽να με τ᾽ άλλο σπίτι μεταξύ σας, τρώγοντας τα δικά σας πλούτη.
Αν όμως κρίνετε πως είναι συμφερότερο αυτό και δίκαιο,
ενός ανθρώπου να ξοδεύετε το βιος με δίχως πληρωμή,
εμπρός λοιπόν, ολοκληρώστε την καταστροφή. Αλλά κι εγώ επικαλούμαι
τους αθάνατους θεούς, ανίσως δώσει ο Δίας κάποτε
να πληρωθούν τα ανόσια έργα σας. Τότε θα βρείτε μέσα εδώ
τον όλεθρο, χωρίς κανένα χρέος πια.»

Περί ανάγκης

-"Η ουσία δεν ανατρέπεται, αλλιώς δεν υπήρχε."
-"Τα λάθη, τα ονομάζεις τέτοια γιατί δεν ξέρεις τον πραγματικό λόγο που έγιναν."
-"Χρειάζεται ο άλλος με τον οποίο μοιράζεσαι, για να εκφραστεί κάτι, να επινοηθεί, να δημιουργηθεί."

Η ανάγκη γεννά τη δημιουργία. Όχι όμως από έλλειψη, αλλά από πληρότητα. Αυτή η ανάγκη εκδηλώνεται ως έλλειψη στα κατώτερα/πυκνότερα στρώματα ύπαρξης και έκφρασης, αλλά είναι πληρότητα στα ανώτερα επίπεδα.

Η ανάγκη στα κατώτερα δημιουργεί καταστροφή, στέρηση, εξάρτηση, εμμονές, έλλειψη, επανάληψη, αυτού που προσπαθεί να γεμίσει αλλά δεν μπορεί. Όμως η πραγματικότητα σχηματίζεται από την αντίληψη και η αντίληψη μεταβάλλεται, υπόκειται σε ερμηνεία, ανάλογα με το εύρος της γνώσης που συντίθεται με σοφία και σύνεση.

Η πηγαία ανάγκη είναι πάθος φλογερό που δεν στερεύει γιατί πηγάζει από πληρότητα, μεγαλόπρεπη ταπεινότητα, ακλόνητη ροή ουσίας. Είναι η δύναμη που δημιουργεί νέους κόσμους, συνθέτοντας, απλώνοντας, εκφράζοντας το θείο πυρ: το πνεύμα.

Στον κόσμο μας, οι εκφράσεις αυτές βρίσκονται εκδηλωμένες παντού, αλλά κρυμμένες στους απαίδευτους στην εσωτερική, ανώτερη όραση. Αντεστραμμένες και παραμορφωμένες στην στατική εικονική αντίληψη που αδυνατεί ακόμα ή είναι ανίκανη να μετατοπιστεί.
 
Όσοι αντιλαμβάνονται, δεν χάνουν το χρόνο τους σπαταλώντας την πολύτιμη, θεία, δημιουργική ενέργειά τους, ούτε ανήκουν στην αντεστραμμένη απεικόνιση που παρασύρει πολιτισμούς, κόσμους, κατακτήσεις, τη συνείδηση, τα πάντα προσωρινά, στη δύνη της αβύσσου.

Η ανάγκη αυτή, που είναι ξεχείλισμα πληρότητας, κάποτε θα εκφραστεί από τη συνειδητότητα με διαφορετική λέξη/έννοια. Γιατί δεν φαίνεται όσο είμαστε αδαείς, αλλά απλώνεται, μοιράζεται, ενώνεται και δημιουργεί, πέρα από ονειρικές θεάσεις. Και μια μόνο "σπίθα" της, μεταμορφώνει κόσμους ολόκληρους και αλλάζει τη συνειδητότητα, διαπερνώντας τον κώδικα ασφαλείας της. Η ισχυρότερη δύναμη, που πρέπει να παιδευτούμε, να μυηθούμε (μόνο εσωτερικά) για να αντέξουμε να κρατήσουμε, ανάλαφρα και σταθερά. Οδηγός μας είναι πάντα η διαπεραστική ματιά μας στη ζωή, στα πάντα που συναντάμε και αποτελούν ενδείξεις, υποδείξεις, αποδείξεις, που όμως οφείλουμε να μεταφράσουμε και να αναλάβουμε την ευθύνη τους, βιωματικά.

Ανάμεσα στους χιλιάδες καθρέφτες μας, που συναντάμε και τα εικονικά όνειρα που βλέπουμε και ζούμε, βρίσκεται ο θησαυρός, οι ακτίνες "θείου" φωτός που δεν φαίνονται με το γυμνό μάτι και ο φυσικός νους θα σπεύσει να ερμηνεύσει, με θεωρίες που εξασφαλίζουν τη φαινομενική, εγωική γνώση του.

Αν αντισταθούμε, αν παραμένουμε ταπεινά και μεγαλόπρεπα πιστοί σ' αυτήν την πηγαία, ανώτερη "ανάγκη"/πάθος, θα ανυψωθούμε. Τα φυσικά μας μάτια αντικρίσουν τον Κόσμο για πρώτη φορά, ο νους θ' απελευθερωθεί από τις εμμονές και τους εφιάλτες του, η καρδιά θα χτυπήσει στο ρυθμό της αιωνιότητας που κανένας άνθρωπος, καμία δύναμη, καμία εικονική απεικόνιση δεν θα μπορεί να σιγάσει, να σταματήσει ή να εμποδίσει.

Ο δρόμος είναι μακρύς και ο χρόνος πάντα θα μάς παρασύρει με τα παιχνιδίσματά του, μέχρι να καταλάβουμε πως μάς υπηρετεί, αν δεν τον φοβόμαστε, αν δεν τον υπηρετούμε μαρτυρικά, αν συνειδητοποιήσουμε βιωματικά πως μετέχουμε δημιουργικά, πως είμαστε κομμάτια/μέρη αυτής της πηγής.

Λίγοι διαπερνούν τον κώδικα της συνειδητότητας. Πιο ελκυστικό θα είναι πάντα να τον υπηρετούμε, νομίζοντας πως τον σπάμε. Αλλά η Αγάπη ποτέ δεν χρειάστηκε πολλούς για να εκφραστεί. Όχι, δεν "είμαστε όλοι ένα", ούτε είσαι ποτέ "μόνος" αν μέσα σου καίει το αιώνιο πυρ, η φλόγα της ουσίας, η αστείρευτη πηγή της πληρότητας που δημιουργεί, ενώνοντας, συνθέτοντας, προχωρώντας ακούραστη, με φρεσκάδα και αθωότητα, μετατρέποντας τα πάντα σε αλήθεια στο πέρασμά της.

Μπορούμε να εκδηλώσουμε όσους εικονικούς κόσμους θέλουμε. Ο κόσμος της Αλήθειας είναι ένας.

Τι θα πει ο κόσμος; - Ο φόβος της κριτικής

Μία από τις πιο συχνές φράσεις που ακούμε όσο είμαστε παιδιά, αλλά και μεγαλώνοντας είναι “Μα τι θα πει ο κόσμος;“. Πολλοί ενήλικες κουβαλούν αυτή την φράση ως φορτίο, ως εμπόδιο στις αλλαγές τους, ακόμη και ως κριτήριο για τις επιλογές της ζωής τους.

Μήπως και εσύ ανήκεις σ’ αυτήν την κατηγορία; Μήπως κάθε φορά που θέλεις να κάνεις μία αλλαγή, μία μετάβαση, κάτι το διαφορετικό, σκέφτεσαι την γνώμη των άλλων, καταπιέζοντας την δική σου επιθυμία και στέλνοντας παράλληλα ένα τεράστιο “όχι” στον εαυτό σου;

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Η ανάγκη να ικανοποιούμε πρώτα τους άλλους και ύστερα τον εαυτό μας καθοδηγεί τις επιλογές μας, την ποιότητα των σχέσεων μας, ακόμα και την ίδια μας τη ζωή. Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, κάτι που σημαίνει πως θέλει να ανήκει κάπου και πως έχει ενδιαφέρον για την γνώμη των άλλων. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που ζητάμε την γνώμη των σημαντικών άλλων, τόσο για να πάρουμε επιβεβαίωση όσο και για να διαμορφώσουμε μία τελική, δική μας γνώμη που θα κουμπώνει με το μέσα μας, που θα μας ταιριάζει.

Τι γίνεται όμως, όταν οι επιλογές μας έχουν ως στόχο να ικανοποιούν τους άλλους; Γιατί μας είναι τόσο σημαντικό να αποφύγουμε την αρνητική κριτική και να γίνουμε αρεστοί;

Ο φόβος της κριτικής καθώς και η έλλειψη αυτοεκτίμησης αποτελούν δύο από τις βασικές αιτίες μέσα μας που συντηρούν το “τι θα πει ο κόσμος”. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι μία έννοια εύθραυστη και ευμετάβλητη και αναπτύσσεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου. Σε αυτήν παίζουν σημαντικό ρόλο οι γονείς ή οι σημαντικοί άλλοι, που γίνονται ο καθρέφτης του ατόμου. Αν νιώθω πως αρέσω σε αυτούς, αν αισθάνομαι την πλήρη αποδοχή, τότε με αποδέχομαι και νιώθω εμπιστοσύνη ως προς τις επιλογές μου. Αν συμβεί όμως το αντίθετο, αν νιώθω πως δεν αξίζω, αν δεν παίρνω την αγάπη και την αποδοχή όπως την φανταζόμουν, απομακρύνομαι τόσο από την υψηλή αυτοεκτίμηση όσο και από τις πραγματικές μου επιθυμίες. Αυτό σημαίνει πως μπορώ ακόμα και να προδώσω τις προσωπικές μου αξίες, αρκεί “να μη πει τίποτα κακό ο κόσμος για εμένα”. Και όταν προδώσουμε τις προσωπικές μας αξίες, η ζωή μας πλέον δεν είναι στα χέρια μας και αισθανόμαστε πως έχουμε χάσει την “πυξίδα” μας.

ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΑΛΙ Η ΦΩΝΟΥΛΑ “ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ”, ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΥΜΕΝΗ ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΖΑΜΕ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΙΣΩΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΗΛΙΚΙΑ.

Μία φωνή της μαμάς, του μπαμπά, της γιαγιάς, της δασκάλας. Όλες αυτές τις φωνές που στην ενήλικη ζωή φοβόμαστε να εγκαταλείψουμε, ακόμα και αν δεν λειτουργούν σε εμάς.

Τρόποι για να ξεπεράσεις τον φόβο κριτικής και να έρθεις πιο κοντά με τον εαυτό σου

1. Ξεχώρισε τι έχεις πραγματικά ανάγκη τη δεδομένη στιγμή και τι όχι. Ποιες είναι οι πραγματικές σου επιθυμίες, καθώς και ποιες αξίες δεν θέλεις να προδώσεις στη ζωή σου. Ποιες αξίες και ιδανικά δεν θα πρόδιδες ακόμα και για ένα αγαπημένο σου πρόσωπο;

2. Κάνε την διάκριση μέσα σου. Με ποιόν θέλεις να μοιράζεσαι, τι και γιατί; Δεν χρειάζεται οι άλλοι να ξέρουν τα πάντα για εμάς. Επέλεξε με προσοχή τα υποστηρικτικά σου δίκτυα.

3. Θυμήσου περιστατικά αρνητικής κριτικής που έχεις δεχθεί και “ξόρκισέ” τα. Το να θυμηθούμε περιστατικά που μας πλήγωσαν, περιστατικά όπου βιώσαμε την απόρριψη και την μη αποδοχή, μας κάνουν να τα δούμε με μία διαφορετική οπτική, με μία ματιά ενήλικη που μπορεί να αγκαλιάσει ζεστά τον πληγωμένο εαυτό μας.

4. Θέσε ρεαλιστικές προσδοκίες από εσένα και από τους άλλους. Μη περιμένεις από τους άλλους να κατανοούν και να αποδέχονται όλες σου τις κινήσεις. Μην έχεις απαιτήσεις από τον ίδιο σου τον εαυτό να τα κάνεις όλα σωστά.

5. Κράτησε κάποια κομμάτια αποκλειστικά για τον εαυτό σου. Είναι εκείνα που δεν θα μοιραστείς με κανέναν, όλα εκείνα που και εσύ κάποιες φορές τα απωθείς στο ασυνείδητο και απλά σε καθοδηγούν, χωρίς να τα ελέγχεις.

6. Εντόπισε τις φωνές των άλλων μέσα σου και αποφάσισε ποιες από αυτές θέλεις να κρατήσεις και ποιες να εγκαταλείψεις. Επέλεξε να κρατήσεις τις φωνές που ταιριάζουν με τα πιστεύω σου, όλες εκείνες τις θετικές φωνές που σε εξελίσσουν.

7. Άρχισε να μιλάς όμορφα τόσο για τον εαυτό σου όσο και για τις πράξεις σου. Αν θεωρείς πως αυτό είναι δύσκολο να γίνει πράξη, μπορεί να δοκιμάσεις για αρχή δύο απλούς τρόπους : – προσπάθησε να μιλάς κάθε μέρα για πέντε λεπτά μπροστά στον καθρέφτη και να εκφράζεις θετικά σχόλια, – Γράψε ένα γράμμα αγάπης προς τον εαυτό σου.

Εύχομαι να επιλέγεις καθημερινώς να κάνεις αυτό που πραγματικά θέλεις, εύχομαι να νιώθεις με αυτή σου την επιλογή ελεύθερος και ουσιαστικά ευτυχισμένος!

C. Jung: Η Persona

Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών.

Η φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη:

-Το έξω στρώμα είναι σκληρό, συμπαγές, δομημένο από πιο σκληρά υλικά, κομμάτια ξύλο, πετρούλες, λάσπη κλπ., που αποτελούν ένα συγκεκριμένο οικοδόμημα που επιτρέπει στη φωλιά να αντέχει στις καιρικές συνθήκες, να είναι στερεή και ασφαλής.

Μηχανισμός που φέρνει δομή στο αδόμητο.

-Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, φτιαγμένο από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το μητρικό πλαίσιο.

Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα.

Ένα παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα της μητέρας και εκεί προστατεύεται από τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες του έξω κόσμου. Μετά τη γέννα, μέχρι να αυτονομηθεί το παιδί χρειάζεται ακόμα την προστασία της μητέρας.

Εδώ έρχεται ο πατέρας, μέσα από την καλή σχέση μεταξύ τους, να βοηθήσει το παιδί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με την μητέρα και να αρχίσει τα δικά του βήματα στον κόσμο, να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να αυτονομηθεί από την μητέρα. Υπό την προστασία του πατέρα το παιδί εξερευνά τον έξω κόσμο, έτσι ώστε να μην παλινδρομήσει στην ενδομήτρια εμπειρία.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ.

Ανεξάρτητα από το φύλο του παιδιού, ο πατέρας στην αρχή της ζωής του παιδιού, είναι η πηγή της προστασίας από τις δυνάμεις της παλινδρόμησης. Βοηθά να δομήσει το παιδί τα όριά του, την ταυτότητά του, λύνοντας το συμβιωτικό στάδιο με την μητέρα, να έχει αίσθηση του εαυτού του, να λέει ναι ή όχι, τόσο στον έξω κόσμο, όσο και στον κόσμο των ενστίκτων και των επιθυμιών.

Η αρσενική αρχή είναι αυτή που βοηθά τον άνθρωπο να εδραιώσει τα όριά του, να βρεί την ταυτότητά του και αυτή η αρσενική δύναμη επίσης, (animus), φέρει τη θηλυκή αρχή έξω στον κόσμο, για να εκφραστεί. Ο γάμος αυτών των δύο αρχών επιφέρει την ισορροπία και την αρμονία.

Ο πατέρας δημιουργεί ένα ασφαλές μέρος για το παιδί που έχει γεννηθεί, στη θέση της ασφάλειας που το παιδί βίωνε στην μήτρα. Μεγαλώνοντας το παιδί, το βοηθά να διαπραγματευθεί με τον έξω κόσμο και να δομήσει την δική του Persona.

Η δημιουργία της Persona γίνεται σιγά σιγά από τα υλικά των γονεϊκών αξιών. Το πρώτο πρότυπο της διαμόρφωσης του εγώ είναι να συμπεριφερθώ με τον τρόπο που προσδοκούν οι γονείς μου.

Έτσι, η πρώτη persona, είναι οι συλλογικοί πολιτιστικοί κώδικες συμπεριφοράς και κρίσεων αξιών που εκφράζονται και μεταδίδονται από τους γονείς.

Στην πορεία της φυσιολογικής ψυχολογικής ανάπτυξης, πρέπει να υπάρξει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στο εγώ και στην persona. Το παιδί χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ποιο είναι ξέχωρα από τις εξωτερικές συλλογικές απαιτήσεις της κοινωνίας. Να γίνει ένα άτομο που έχει τις δικές του ιδέες και τον δικό του κώδικα συμπεριφοράς και ταυτόχρονα να ζει στον κόσμο και να προσαρμόζεται στις συλλογικές νόρμες. Αν δεν επιτευχθεί κάτι τέτοιο, εμφανίζεται ένα ψευδο-εγώ και ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον ρόλο του.

Η persona δεν πρέπει να είναι υπερβολικά άκαμπτη ή λαμπρή γιατί αυτή η υπερβολή θα οδηγήσει στην δημιουργία μιας πιο σκοτεινής σκιάς.

Αν λοιπόν είμαστε μόνο persona, τότε δεν είμαστε γνήσιοι, γιατί δεν έχουμε επαφή με τον εσωτερικό, πραγματικό εαυτό μας.

"Ο άνθρωπος - persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την εσωτερική του πραγματικότητα, ακριβώς όπως ο άνθρωπος που δεν έχει καθόλου persona είναι τυφλός και δεν βλέπει την πραγματικότητα του κόσμου." C. Jung

Πώς να ζήσετε απλά σε έναν πολύπλοκο κόσμο

Ο κόσμος που εμείς οι άνθρωποι έχουμε δημιουργήσει και ζούμε πια είναι απίστευτα πολύπλοκος και αυτό αντανακλάται στον τρόπο που ζούμε. Αναλογιστείτε πώς ζουν οι περισσότεροι: κάθε μέρα που περνά μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου, είναι συνεχώς απασχολημένοι με πράγματα που τελικά μισούν να κάνουν, η προσοχή τους αποσπάται συνεχώς από επιφανειακά ζητήματα και ο νους τους είναι γεμάτος από μια ατελείωτη ροή αντικρουόμενων μεταξύ τους σκέψεων -με λίγα λόγια, η καρδιά και η ψυχή τους παρασύρονται στη δίνη αυτού που αποκαλούμε «σύγχρονος τρόπος ζωής».

Εμείς κατοικώντας στον ίδιο περίπλοκο κόσμο, είναι αδύνατο να μην επηρεαστούμε από αυτόν. Όμως, μέσα από τις σκέψεις, τις πράξεις και τις στάσεις μας, μπορούμε να επιλέξουμε να απλοποιούμε τη ζωή μας και να αποδεσμευτούμε από τους χαοτικούς τρόπους του, όπως επίσης μπορούμε να εμπνεύσουμε τους γύρω μας να κάνουν το ίδιο. Αν θα θέλατε να μάθετε να ζείτε απλούστερα, ώστε να καταφέρετε να βελτιώσετε την ποιότητα ζωής σας, αλλά δεν γνωρίζετε το πώς, οι ακόλουθες συμβουλές μπορεί να σας φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες.

Πώς να ζήσετε πιο απλά

Τακτοποιήστε τον εργασιακό και προσωπικό σας χώρο

Μειώστε την ποσότητα των ασήμαντων πραγμάτων, που έχετε συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια, και θα δείτε ότι αυτό θα μειώσει τα επίπεδα του στρες σας και θα διατηρήσει τη ζωή σας σε απλά επίπεδα. Ζώντας μέσα σε ένα μινιμαλιστικό περιβάλλον, θα έχετε τη δυνατότητα να συγκεντρωθείτε σε αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό για εσάς και δεν θα παρασύρεστε εύκολα από συνεχείς περισπασμούς. Επιπλέον, δεν θα χρειάζεται να ανησυχείτε για όλα εκείνα τα πράγματα, τα οποία ουσιαστικά δεν χρειάζεστε και έτσι τίποτα δεν θα εμποδίζει το δρόμο σας προς την ευτυχία.

Περιορίστε τη χρήση των μέσων επικοινωνίας και ενημέρωσης

Οι περισσότεροι ξοδεύουμε ένα μεγάλο μέρος της μέρας μας χαζεύοντας στο ίντερνετ ή στην τηλεόραση. Ύστερα, παραπονιόμαστε για το ότι η μέρα είναι μικρή, η ζωή σύντομη και αναρωτιόμαστε γιατί δεν μπορούμε να βρούμε σε τίποτα χαρά. Αν και τα μέσα δικτύωσης και ενημέρωσης αποδεικνύονται χρήσιμα αν χρησιμοποιηθούν με μέτρο, μπορεί επίσης να μετατραπούν σε σκληρούς τυράννους, αν εθιστούμε σε αυτά και απομακρυνθούμε από τον πραγματικό κόσμο και τις δυνατότητες που αυτός μας δίνει.

Ξεφορτωθείτε τα περιττά έξοδα

Παγιδευμένοι στα δίχτυα του καταναλωτισμού, επιλέγουμε συχνά να ξοδέψουμε το μισθό μας, αγοράζοντας πράγματα που δεν χρειαζόμαστε και τα οποία μπορούν μόνο να περιπλέξουν κι άλλο τη ζωή μας. Από σήμερα, αποφασίστε να απλοποιήσετε τη ζωή σας, σταματώντας να ξοδεύετε τα χρήματα σας σε πράγματα που τελικά δεν αξίζουν. Χρήσιμη συμβουλή: αποφύγετε όσο μπορείτε οποιαδήποτε μορφή δανείου, που μπορεί να σας δημιουργήσει χρέη.

Εστιάστε σε ό,τι αγαπάτε

Όταν απολαμβάνετε αυτό που κάνετε, η ζωή γίνεται απλή. Ενώ αντίθετα, όταν αντιπαθείτε ή απεχθάνεστε αυτό με το οποίο ασχολείστε, η ζωή γίνεται αγγαρεία. Δυστυχώς, έχουμε μάθει από μικρή ηλικία να εστιάζουμε την προσοχή μας σε πράγματα που απεχθανόμαστε και έτσι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι υποφέρουμε από αυτό και το αναπαράγουμε. Από σήμερα όμως, κάντε μια συνειδητή επιλογή και διοχετεύστε την ενέργειά σας σε κάτι που αγαπάτε και η ζωή σας θα αλλάξει ολοκληρωτικά.

Φροντίστε σωστά το σώμα σας

Η ζωή γίνεται επίσης περίπλοκη, όταν δεν αγαπάμε και δεν φροντίζουμε τον οργανισμό μας. Η ταλαιπωρία και η δυσφορία που αντιμετωπίζουμε όταν εμφανιστεί μια ασθένεια θα πρέπει να μας υπενθυμίζουν ότι χρειάζεται πάντα να διατηρούμε το σώμα μας υγιές. Και να πώς μπορείτε να το καταφέρετε αυτό: καταναλώστε μια ποικιλία φρέσκων, οργανικών λαχανικών και φρούτων, μείνετε δραστήριοι όλη τη μέρα και ξεκουραστείτε αρκετά, όταν νιώθετε κόπωση.

Επανασυνδεθείτε με τη φύση

Όποτε μπορείτε, κάντε μια βόλτα στη φύση, μακριά από τη βαβούρα της τσιμεντένιας ζούγκλας, στην οποία μάλλον θα μένετε. Ξεκουράστε το πνεύμα σας, ακούγοντας τους ήχους των πουλιών, εξερευνήστε την ομορφιά των δέντρων, των ζώων και της θάλασσας, εισπνεύστε καθαρό αέρα και βρείτε εσωτερική γαλήνη, βυθιζόμενοι στην αρμονία του φυσικού κόσμου.

Αναπτύξτε μια μη-κριτική στάση

Χρησιμοποιούμε πολύ χρόνο και ενέργεια, κρίνοντας τους άλλους και η επικριτική μας αυτή στάση περιπλέκει φοβερά τη ζωή μας: μας απομακρύνει από τους γύρω μας, κάτι που με τη σειρά του δημιουργεί διαπροσωπικές συγκρούσεις και συναισθηματικό πόνο. Μαθαίνοντας να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και συμπονώντας τους, μπορούμε να διαμορφώσουμε ποιοτικότερες σχέσεις που θα μας προσφέρουν ηρεμία.

Προσφέρετε τη βοήθειά σας στους άλλους

Το επίπεδο ευεξίας μας εξαρτάται κατά πολύ από την ευεξία των άλλων. Γι’ αυτό, βοηθώντας εκείνους να είναι υγιείς και ευτυχισμένοι, βοηθάμε έμμεσα και τον εαυτό μας, όπως και τον υπόλοιπο κόσμο. Όποτε μπορείτε, δώστε ένα χέρι βοηθείας, για να ανακουφίσετε τον πόνο και τη δυσφορία τους. Φυσικά, προσπαθήστε αυτό να μην γίνεται εις βάρος σας (εκτός, ίσως, από κάποιες σπάνιες περιπτώσεις). Άλλο η βοήθεια και άλλο η θυσία.

Δείξτε καλοσύνη

Ένας σχεδόν αυτονόητος, αλλά αρκετά παραμελημένος τρόπος απλοποίησης της ζωής μας είναι το να είμαστε ευγενικότεροι με τον συνάνθρωπό μας. Έχοντας μεγαλώσει σε μια άκρως ανταγωνιστική κοινωνία, οι περισσότεροι συνεχώς συγκρουόμαστε και ανταγωνιζόμαστε τους άλλους, κάτι που προφανώς και περιπλέκει την καθημερινότητά μας, αποξενώνοντάς μας από τον κόσμο. Αν συμπεριφέρεστε όμως με ευγένεια, μοιράζετε σπόρους καλοσύνης και σύντομα θα δείτε ότι οι γύρω σας θα ανταποδώσουν τον τρόπο συμπεριφοράς σας.

Γκρινιάξτε λιγότερο

Η ζωή είναι γεμάτη εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσουμε. Εντούτοις, το να γκρινιάζουμε για την ύπαρξη τους στο δρόμο μας δεν βοηθά σίγουρα την κατάσταση. Αντιθέτως, μας αποσπά από το να μηχανευτούμε τρόπους να τα προσπεράσουμε και έτσι σχεδόν ποτέ δεν καταφέρνουμε να δράσουμε πραγματικά. Αντί να σπαταλάτε το χρόνο και την ενέργειά σας γκρινιάζοντας για τα προβλήματα που αντιμετωπίζετε, επιχειρήστε να ανακαλύψετε τη ρίζα τους και ύστερα βάλτε τα δυνατά σας για να τα ξεπεράσετε.

Εξασκήστε την ενσυνειδητότητα

Ο νους είναι καλός ως υπηρέτης, αλλά κακός ως αφέντης. Όταν είναι γεμάτος από μυριάδες σκέψεις, η ζωή γίνεται αυτόματα πιο πολύπλοκη, προκαλώντας στρες και δυσφορία. Ένας σπουδαίος τρόπος αντιμετώπισης αυτού του χάους είναι η εξάσκηση της ενσυνείδητης επίγνωσης. Ξεκινώντας από σήμερα, ξοδέψτε τουλάχιστον τριάντα λεπτά την ημέρα, εξασκώντας μια τεχνική ενσυνειδητότητας. Θα δείτε πόσο θα αρχίζετε να ανακουφίζεστε από τις αμέτρητες, χαώδεις σκέψεις που σας αποσυντονίζουν.

Καλλιεργείστε την ευγνωμοσύνη

Αν δεν εκτιμήσουμε το δώρο της ζωής που κρατάμε στα χέρια μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να βρούμε την ευτυχία και την ολοκλήρωση. Οι περισσότεροι από εμάς κάνουμε έναν συνεχή αγώνα για να αποκτήσουμε και να εκπληρώσουμε όλο και περισσότερα στο μέλλον, ξεχνώντας τη στιγμή και αφήνοντάς τη να περάσει και να φύγει ανεκμετάλλευτη. Αν και είναι υπέροχο να θέτουμε στόχους και να κάνουμε σχέδια, χρειάζεται και να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνο το παρόν έχουμε τελικά και μόνο σε αυτό μπορούμε να απολαύσουμε την ύπαρξή μας. Στο εδώ και τώρα.

Χτίστε αυθεντικές φιλίες

Ως κοινωνικά όντα που είμαστε, έχουμε μια βαθιά ανάγκη να συνδεθούμε με τους άλλους. Στη σημερινή κοινωνία όμως νιώθουμε αποσυνδεδεμένοι, απομονωμένοι από τον συνάνθρωπό μας. Οι άνθρωποι φοβούνται όλο και περισσότερο την οικειότητα, τις στενές σχέσεις, από φόβο μήπως πληγωθούν και έτσι επιλέγουν την απομόνωση. Απόρροια αυτού είναι η μοναξιά, η δυσαρέσκεια και η ανασφάλεια. Αν θέλετε να αφήσετε όλα αυτά τα βάρη πίσω σας, μάθετε να ανοίγετε την καρδιά σας και να προσεγγίζετε ανθρώπους. Μέσω μιας αυθεντικής φιλίας, θα έχετε την ευκαιρία του δούναι και λαβείν με τρυφερότητα και αμοιβαιότητα.

Αφουγκραστείτε την εσωτερική σας φωνή

Από τη στιγμή που γεννηθήκαμε, διδαχτήκαμε να μην αποδεχόμαστε τον εαυτό μας έτσι όπως είναι και να παλεύουμε συνεχώς να γίνουμε κάτι άλλο, ώστε να μας αποδεχτεί η κοινωνία. Σιγά σιγά, σταματήσαμε έτσι να εμπιστευόμαστε την εσωτερική μας φωνή και να ακολουθούμε την καρδιά μας. Αντιθέτως, είμαστε προγραμματισμένοι να ακολουθούμε αυτό που κάποια αρχή ορίζει ως σωστό ή λάθος, που αποτελεί έναν σίγουρο δρόμο προς το άγχος και τη δυστυχία. Ίσως λοιπόν, ήρθε η ώρα αυτό να σταματήσει. Αρχίστε να χρησιμοποιείτε την κριτική σας σκέψη και να δίνετε την δέουσα προσοχή στο συναισθηματικό σας κόσμο, οδηγώντας τον εαυτό σας σε μια απλούστερη και καλύτερη ζωή.

Η ζωή μπορεί να γίνει απλή, κι όμως εμείς επιμένουμε να την κάνουμε ολοένα και πιο περίπλοκη. Τώρα που ξέρετε πώς, τι σας κρατά από το να κάνετε την αλλαγή;

Διότι όλη η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου δε φαίνεται μεγαλύτερη από μια νύχτα

Ας σκεφτούμε όμως με την ακόλουθη συλλογιστική, ότι δηλαδή υπάρχουν πολλές πιθανότητες ο θάνατος να είναι αγαθό- ο θάνατος εντέλει είναι ένα από τα δυο: ή οδηγεί στην ανυπαρξία και στην παντελή έλλειψη αίσθησης εκ μέρους του νεκρού, ή σύμφωνα με τα λεγόμενα κατά το θάνατο επέρχεται μια μεταβολή και μια μετεγκατάσταση της ψυχής από τον εδώ τόπο στον επέκεινα. Κι αν ο θάνατος συνεπάγεται την έλλειψη αίσθησης, κάτι δηλαδή σαν ύπνος, στον οποίο όποιος παραδίδεται κανένα όνειρο δε βλέπει, τότε θα ήταν κέρδος μεγάλο. Γιατί εγώ νομίζω ότι, αν κάποιος έπρεπε να διαλέξει μια νύχτα, όπου κοιμήθηκε χωρίς να δει κανένα όνειρο, και αν προς αυτή τη νύχτα αντιπαραβάλει όλες τις άλλες μέρες και νύχτες της ζωής του, να σκεφτεί και να πει πόσες μέρες και νύχτες πέρασε στη ζωή του καλύτερες και πιο ευχάριστες από αυτή νομίζω ότι όχι μόνο απλός πολίτης αλλά και ο Μεγάλος Βασιλιάς θα τις έβρισκε ελάχιστες σε σύγκριση προς τις άλλες. Αν επομένως τέτοιος είναι ο θάνατος, εγώ βεβαίως τον θεωρώ κέρδος διότι όλη η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου δε φαίνεται μεγαλύτερη από μια νύχτα. Αν πάλι ο θάνατος είναι μια κάποια αποδημία από τη γη σε άλλο τόπο, και αν είναι αληθινά όσα λέγονται ότι εκεί τάχα βρίσκονται όλοι οι πεθαμένοι, ποιο αγαθό μεγαλύτερο θα μπορούσε να υπάρξει από αυτό, άνδρες δικαστές;

Γιατί, αν κάποιος απαλλαγεί από αυτούς εδώ που παριστάνουν τους δικαστές και φτάσει στον Άδη, θα βρει τους αληθινούς δικαστές που κατά την παράδοση δικάζουν εκεί: τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ, τον Αιακό και τον Τριπτόλεμο, και τους άλλους ημίθεους που υπήρξαν δίκαιοι στη ζωή τους- άραγε θα ήταν άσχημη μια τέτοια εκδημία; Άραγε πόσα θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει κανείς, προκειμένου να κάνει παρέα με τον Ορφέα, τον Μουσαίο, τον Ησίοδο και τον Όμηρο;

Τώρα, όσο με αφορά, πολλές φορές επιθυμώ να πεθάνω, αν αυτά είναι αληθινά. Για μένα άλλωστε η εκεί διαμονή θα ήταν ξεχωριστή, ιδιαίτερα όσες φορές τύχαινε να συναντήσω τον Παλαμήδη και τον Αίαντα, τον γιο του Τελαμώνα και οποιονδήποτε άλλον από τους παλιούς ήρωες που έπεσαν θύματα άδικης κρίσης. Και θα ήταν εξαιρετικά ευχάριστο για μένα να αντιπαραβάλω τα δικά μου παθήματα προς τα δικά τους. Και το πιο ενδιαφέρον να περνώ τη ζωή μου εξετάζοντας και ελέγχοντας τους εκεί, όπως τους εδώ, ποιος δηλαδή από αυτούς είναι σοφός και ποιος, ενώ δεν είναι, φαντάζεται πως είναι. Τα πάντα θα έδινε κανείς, άνδρες δικαστές, να εξετάσει εκείνον που ηγήθηκε της μεγάλης στρατιάς εναντίον της Τροίας, τον Αγαμέμνονα, ή τον Οδυσσέα ή τον Σίσυφο ή μύριους άλλους, που θα μπορούσε να αναφέρει κανείς, άνδρες και γυναίκες.

Η υπέρτατη ευδαιμονία για κάποιον θα ήταν να συναναστραφεί μαζί τους, να συζητήσει και να τους ρωτήσει. Οπωσδήποτε οι ένοικοι του Άδη δεν καταδικάζουν σε θάνατο κάποιον που έχει ως αποστολή τον ηθικό έλεγχο των ανθρώπων αλλά και ως προς τα άλλα οι του κάτω κόσμου είναι ευτυχέστεροι από τους εδώ ανθρώπους, και τον υπόλοιπο χρόνο παραμένουν αθάνατοι, αν βέβαια όσα λέγονται αληθεύουν.

Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους

Η δειλία, η συκοφαντία και η προδοσία είναι η αμετάβλητη τριάδα της εξαχρείωσης

Η διαφορά μεταξύ φόβου και δειλίας

Υπάρχουν πολλές βασικές διαφορές μεταξύ φόβου και δειλίας.

1. Ο φόβος είναι η αντίδραση του σώματος σε μια απειλή και η δειλία είναι πάντα πράξη (και η παθητικότητα είναι επίσης πράξη).

2. Από εδώ προέρχεται η ακόλουθη έννοια, η δειλία συνδέεται πάντα με μία εκούσια δραστηριότητα ή την έλλειψή της.

3. Η δειλία συνδέεται με βαθιές προσωπικές στάσεις που διαμορφώνει κάθε άτομο, και οι οποίες επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες. Έτσι, η παραπάνω έννοια επηρεάζεται από όλες τις σχέσεις που καθορίστηκαν για το παιδί, τα ηθικά του δόγματα, την ικανότητα λήψης αποφάσεων, το αίσθημα ευθύνης, γενικά, την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από ψυχολογική πλευρά. Έτσι εξηγείται γιατί , για παράδειγμα , μερικοί άνθρωποι θα προτιμήσουν να αποχωριστούν τη ζωή τους εάν η ζωή ενός παιδιού τεθεί στη ζυγαριά, ενώ άλλοι απορρόφησαν τη στάση ότι τα παιδιά δεν έχουν μεγάλη αξία και θα προτιμήσουν ήρεμα το δικό τους όφελος σε μια ακραία κατάσταση.

Εκδηλώσεις Δειλίας

Με την πρώτη ματιά, διαβάζοντας τον ορισμό της Δειλίας, μπορεί να σκεφτείς ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό με αυτό το χαρακτηριστικό , ωστόσο η δειλία, όπως μια λυδία λίθος, δείχνει πολλά αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας που υπερτροφούν.

Έτσι ο Ηλίθιος γίνεται τρελός, ο Χαζός και Αργός με μια καθυστερημένη αντίδραση, ο Δόλιος μετατρέπεται στον Απατεώνα, τον Συκοφάντη και τον Προδότη.

Όταν ένα άτομο τρέχει σε μια στιγμή κινδύνου, η φωνή της συνείδησης και της λογικής δεν μπορεί να τον σταματήσει – αυτό δεν είναι δειλία.

Η κλασική εκδήλωση της Δειλίας είναι το Brutality.

Η δειλία δεν πρέπει να ταυτίζεται με την προσοχή, το μέτρο, ή τη σύνεση.

Οι τελευταίες ιδιότητες, ως επί το πλείστον, αναφέρονται στο αντίθετο – στο Θάρρος.

Ένα δειλό άτομο, χρησιμοποιώντας πρόσθετες ιδιότητες όπως η δυσαρέσκεια και ο θυμός, επιτίθεται στο θύμα του. Οι πιο κυνικοί φόνοι, που παγώνουν την καρδιά με τη σκληρότητά τους, συχνά διαπράττονται υπό την επιρροή του Φόβου. Τέτοιες ενέργειες διαπράττουν οι αδύναμοι άνθρωποι -πρόκειται για την μεταμφίεση ενός δειλού.

Ο φόβος εξελίσσεται σε φρίκη και ο τελευταίος σε αχαλίνωτη σκληρότητα. Η δειλία στερεί από ένα άτομο τη λογική, και γίνεται η ενσάρκωση της Ακαρδίας, της Σκληρότητας και της Αδιαφορίας. είναι πάντα αποτέλεσμα φόβου, αδυναμίας και δειλίας.

Η δειλία ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας

Όταν η δειλία εξελίσσεται σε ποιότητα προσωπικότητας, είναι φυσικό να απορρίπτει τα αντίθετά της – θάρρος και ανιδιοτέλεια.

Η δειλία αποφεύγει να επιλύει δυσάρεστες καταστάσεις συσσωρεύοντας όλο και περισσότερες από αυτές. Η απροθυμία και η τεμπελιά να αντιμετωπίσεις τον Φόβο ή οποιαδήποτε εσωτερική συνήθεια ή στάση γίνεται η κινητήρια δύναμη της δειλίας. Ο εγωισμός ενός ανθρώπου με αρνητική αυτοεικόνα, που φοβάται για την αποκάλυψή της, οδηγεί στην προδοσία και την κακία.

Η δειλία είναι το κύριο πορτρέτο των προδοτών. Η δειλία, η συκοφαντία και η προδοσία είναι η αμετάβλητη τριάδα της εξαχρείωσης.

Η δειλία επιλέγει πάντα ένα άνετο, μη απειλητικό παρόν έναντι ενός απρόβλεπτου και αβέβαιου μέλλοντος. Ταυτόχρονα, έχει πλήρη επίγνωση του αβάσιμου των φόβων του. Η δειλία μεταμορφώνεται εύκολα σε τεράστιο φόβο .

Μικρές ιστορίες αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων

Kάποτε ο φιλόσοφος Αρίστιππος ο Κυρηναίος ναυάγησε κοντά στη Ρόδο. Όταν έφτασε στην ακτή, έχοντας χάσει όλα του τα υπάρχοντα, δεν το έβαλε κάτω. Κατευθύνθηκε προς την πόλη και πήγε σε ένα από τα γυμναστήρια της. Εκεί μίλησε τόσο ωραία για φιλοσοφικά θέματα, που τους γοήτευσε όλους. Οι Ροδίτες τότε, του έδωσαν όχι μόνον ότι είχε ανάγκη ο ίδιος αλλά τα απαραίτητα και για τους συντρόφους του. Όταν εκείνοι πλέον ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους τον ρώτησαν: «τι μήνυμα θέλεις να μεταφέρουμε στην πατρίδα;» ο Αρίστιππος απάντησε: «Πως οι γονείς πρέπει να οπλίζουν τα παιδιά τους με τέτοιο πλούτο, ο οποίος ακόμα και ύστερ’ από ένα ναυάγιο να είναι ικανός να φτάσει κολυμπώντας μαζί με τον ιδιοκτήτη του στη στεριά!»

«Ν’ αρπάζεις την κάθε στιγμή και να τη χαίρεσαι, γιατί μόνο η στιγμή μας ανήκει». Αυτή είναι η ουσία της φιλοσοφίας του.

Υπάρχει μια ιστορία που θέλει τον Ευκλείδη να είχε μεταμφιεστεί σε γυναίκα για να επισκεφτεί τον φυλακισμένο δάσκαλο του (Σωκράτη), εξαιτίας του μεγαρικού ψηφίσματος, το οποίο απαγόρευε στους Μεγαρείς να βρίσκονται στην Αθήνα, με αποτέλεσμα η ζωή του να απειλείται με θάνατο.

«Ευδαιμονίη ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ. ψυχή οικητήριον δαίμονος», Δημ. 171.
– Η ευτυχία δεν κατοικεί στα ζώα που βοσκούν, ούτε στον χρυσό. ενδιαίτημα του Θεού (που είναι πηγή τής ευτυχίας) είναι η ψυχή (του ανθρώπου).

O μελαγχολικός φιλόσοφος

Ο Διογένης Λαέρτιος αποδίδει στον Θεόφραστο τη θεωρία ότι ο Ηράκλειτος δεν κατάφερε να ολοκληρώσει κάποια από τα έργα του, λόγω της μελαγχολίας του

Γράφει ο Heidegger για την Ηράκλειτο:

Ο Ηράκλειτος είναι ο φωτεινός. γιατί λέει το φωτίζον, προσπαθώντας να προσκαλέσει την λάμψη του μέσα στην γλώσσα του στοχασμού. Το φωτίζον διαρκεί, καθόσον φωτίζει. Ονομάζουμε τούτο το ξέφωτο. Τα παραθέματα δεν μας μεταβιβάζουν το ουσιώδες την ενότητα της εσωτερικής δομής του γραπτού του Ηράκλειτου. Το ότι ο στοχασμός μας βρίσκει δύσκολα τον δρόμο του προς αυτό το οποίο χορηγεί ώστε απλά και μόνο να το αντικρίσουμε, δεν μπορεί να οφείλεται ούτε στον περιορισμένο χαρακτήρα του κυρίαρχου νου, ούτε σε μια αποστροφή προς τις απόψεις που θορυβούν το σύνηθες και ενοχλούν το συνηθισμένο. Μάλλον πρέπει να εικάσουμε ότι γνωρίζουμε τόσα πολλά και βιαζόμαστε τόσο πολύ να πιστέψουμε, ώστε δεν μπορούμε να αισθανθούμε οικεία μέσα στο ορθά εννοούμενο ερωτάν. Να θαυμάσουμε αυτό που είναι απλό και να αποδεχθούμε αυτό τον θαυμασμό ως τόπο διαμονής. Ο Ηράκλειτος είναι σκοτεινός. Γιατί ερωτώντας στοχάζεται προς την κατεύθυνση του ξέφωτου.

Έργο αγαπητό σε ουμανιστικούς κύκλους: συμφιλίωση μεταφυσικής και φυσικής, υπεροχή πλατωνισμού έναντι αριστοτελισμού.

Υπάρχει μια παραδοσιακή στερεότυπη εικόνα, που θέλει τον Ηράκλειτο να κλαίει και τον Δημόκριτο να γελά (Η οποία προέρχεται κυρίως από το έργο του Λουκιανού).

Ο Αρχύτας γεννήθηκε το 428 π.Χ. στον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας (Magna Graecia), ήταν επιφανής Πυθαγόρειος φιλόσοφος. Ανήκει στην δεύτερη γενιά Πυθαγορείων και υπήρξε μαθητής του Φιλολάου του Κροτωνιάτη . Υπήρξε δάσκαλος πολλών και ο πιο γνωστός μαθητής του στα μαθηματικά είναι ο Εύδοξος ο Κνίδιος. Θαυμαζόταν από όλους για τις αρετές του. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους διανοητές της ελληνικής αρχαιότητας. Ο Αριστοτέλης έγραψε γι´ αυτόν ειδική πραγματεία, η οποία δεν έχει διασωθεί: «Η φιλοσοφία του Αρχύτα». Είναι αυτός που λέγεται ότι έσωσε τον Πλάτωνα με επιστολή του προς τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο τον Β’ ο οποίος ήταν έτοιμος να τον σκοτώσε. Υπήρξε στρατηγός στην πόλη του επτά φορές, τη στιγμή που ο νόμος απαγόρευε σε όλους τους άλλους να πάρουν τη θέση αυτή για δεύτερη φορά. Ο Αριστόξενος μάλιστα αναφέρει ότι ποτέ δεν ηττήθηκε σε καμία μάχη. Την εποχή που ήταν αρχηγός του κράτους του Τάραντα (380-345 π.Χ.), καταγράφεται από τους ιστορικούς ότι η πόλη του Τάραντα έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της και γνώρισε τη μεγαλύτερη οικονομική άνθιση.

Ο Κράτης ο Θηβαίος (περίπου 365 – 285 π.Χ) ήταν κυνικός φιλόσοφος από τη Θήβα. Ο Κράτης έδωσε όλη του την περιουσία για να ζήσει στην πενία, στους δρόμους της Αθήνας. Σεβαστός στον λαό της Αθήνας, έμεινε γνωστός ως ο δάσκαλος του Ζήνωνα του Κιτιέα, τον δημιουργό του Στωικισμού. Διάφορα τμήματα των διδασκαλιών του έχουν διασωθεί, συμπεριλαμβανομένου μιας περιγραφής για μια ιδανική κυνική πολιτεία.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤ' ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΟΥΣ

ΔΗΜ 23.65–70

Το κύρος του Αρείου Πάγου – Νόμοι και διατάξεις του που παραβιάζονται με το ψήφισμα του Αριστοκράτη

Ο ομιλητής δήλωσε την πρόθεσή του να αποδείξει ότι το ψήφισμα του Αριστοκράτη (βλ. σχετικά ΔΗΜ 23.1–5) ήταν παράνομο και αντίθετο προς τα συμφέροντα της πόλης, καθώς και ότι ο Χαρίδημος ήταν ανάξιος να διεκδικήσει την προνομιακή προστασία της ζωής του που προέβλεπε αυτό. Στην πίστιν του λόγου, ανάμεσα στα επιχειρήματα και τις αποδείξεις για το πρώτο θέμα, ο ομιλητής περιγράφει την οργάνωση και τις αρμοδιότητες των πέντε αθηναϊκών δικαστηρίων που ήταν υπεύθυνα για την εκδίκαση υποθέσεων φόνου, ξεκινώντας από τον Άρειο Πάγο.


[65] Ἡμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, Χαρίδημον ἐποιησάμεθα
πολίτην, καὶ διὰ τῆς δωρειᾶς ταύτης μετεδώκαμεν αὐτῷ καὶ
ἱερῶν καὶ ὁσίων καὶ νομίμων καὶ πάντων ὅσων περ αὐτοῖς
μέτεστιν ἡμῖν. πολλὰ μὲν δὴ παρ’ ἡμῖν ἐστι τοιαῦθ’ οἷ’
οὐχ ἑτέρωθι, ἓν δ’ οὖν ἰδιώτατον πάντων καὶ σεμνότατον, τὸ
ἐν Ἀρείῳ πάγῳ δικαστήριον, ὑπὲρ οὗ τοσαῦτ’ ἔστιν εἰπεῖν
καλὰ παραδεδομένα καὶ μυθώδη καὶ ὧν αὐτοὶ μάρτυρές ἐσμεν,
ὅσα περὶ οὐδενὸς ἄλλου δικαστηρίου· ὧν ὡσπερεὶ δείγματος
εἵνεκ’ ἄξιόν ἐστιν ἓν ἢ δύ’ ἀκοῦσαι. [66] τοῦτο μὲν τοίνυν τὰ
παλαιά, ὡς ἡμῖν ἀκούειν παραδέδοται, ἐν μόνῳ τούτῳ τῷ
δικαστηρίῳ δίκας φόνου θεοὶ καὶ δοῦναι καὶ λαβεῖν ἠξίωσαν
καὶ δικασταὶ γενέσθαι διενεχθεῖσιν ἀλλήλοις, ὡς λόγος·
λαβεῖν μὲν Ποσειδῶν ὑπὲρ Ἁλιρροθίου τοῦ υἱοῦ παρ’ Ἄρεως,
δικάσαι δ’ Εὐμενίσιν καὶ Ὀρέστῃ οἱ δώδεκα θεοί. καὶ τὰ
μὲν δὴ παλαιὰ ταῦτα· τὰ δ’ ὕστερον, τοῦτο μόνον τὸ δικα-
στήριον οὐχὶ τύραννος, οὐκ ὀλιγαρχία, οὐ δημοκρατία τὰς
φονικὰς δίκας ἀφελέσθαι τετόλμηκεν, ἀλλὰ πάντες ἀσθενέ-
στερον ἂν τὸ δίκαιον εὑρεῖν ἡγοῦνται περὶ τούτων αὐτοὶ τοῦ
παρὰ τούτοις εὑρημένου δικαίου. πρὸς δὲ τούτοις τοιούτοις
οὖσιν, ἐνταυθοῖ μόνον οὐδεὶς πώποτ’ οὔτε φεύγων ἁλοὺς οὔτε
διώκων ἡττηθεὶς ἐξήλεγξεν ὡς ἀδίκως ἐδικάσθη τὰ κριθέντα.
[67] ταύτην τοίνυν τὴν φυλακὴν καὶ τὰς ἐν ταύτῃ νομίμους
τιμωρίας παραβὰς ὁ γράφων τὸ ψήφισμα τοδὶ ζῶντι μὲν
ἐξουσίαν γέγραφεν τῷ Χαριδήμῳ ποιεῖν ὅ τι ἂν βούληται,
παθόντος δέ τι τοῖς οἰκείοις συκοφαντίαν δέδωκεν. σκέψασθε
γὰρ οὑτωσί. ἴστε δήπου τοῦθ’ ἅπαντες, ὅτι ἐν Ἀρείῳ πάγῳ,
οὗ δίδωσ’ ὁ νόμος καὶ κελεύει τοῦ φόνου δικάζεσθαι, πρῶτον
μὲν διομεῖται κατ’ ἐξωλείας αὑτοῦ καὶ γένους καὶ οἰκίας ὅ τιν’
αἰτιώμενος εἰργάσθαι τι τοιοῦτον, [68] εἶτ’ οὐδὲ τὸν τυχόντα τιν’
ὅρκον [τοῦτο ποιήσει] ἀλλ’ ὃν οὐδεὶς ὄμνυσ’ ὑπὲρ οὐδενὸς
ἄλλου, στὰς ἐπὶ τῶν τομίων κάπρου καὶ κριοῦ καὶ ταύρου,
καὶ τούτων ἐσφαγμένων ὑφ’ ὧν δεῖ καὶ ἐν αἷς ἡμέραις
καθήκει, ὥστε καὶ ἐκ τοῦ χρόνου καὶ ἐκ τῶν μεταχειριζο-
μένων ἅπαν, ὅσον ἔσθ’ ὅσιον, πεπρᾶχθαι. καὶ μετὰ ταῦθ’ ὁ
τὸν τοιοῦτον ὅρκον ὀμωμοκὼς οὔπω πεπίστευται, ἀλλ’ ἐὰν
ἐξελεγχθῇ μὴ λέγων ἀληθῆ, τὴν ἐπιορκίαν ἀπενεγκάμενος
τοῖς αὑτοῦ παισὶν καὶ τῷ γένει πλέον οὐδ’ ὁτιοῦν ἕξει. [69] ἂν
δὲ δόξῃ τὰ δίκαι’ ἐγκαλεῖν καὶ ἕλῃ τὸν δεδρακότα τοῦ φόνου,
οὐδ’ οὕτω κύριος γίγνεται τοῦ ἁλόντος, ἀλλ’ ἐκείνου μὲν οἱ
νόμοι κύριοι κολάσαι καὶ οἷς προστέτακται, τῷ δ’ ἐπιδεῖν
διδόντα δίκην ἔξεστιν, ἣν ἔταξ’ ὁ νόμος, τὸν ἁλόντα, πέρα δ’
οὐδὲν τούτου. καὶ τῷ μὲν διώκοντι ὑπάρχει ταῦτα, τῷ δὲ
φεύγοντι τὰ μὲν τῆς διωμοσίας ταὐτά, τὸν πρότερον δ’ ἔξεστιν
εἰπόντα λόγον μεταστῆναι, καὶ οὔθ’ ὁ διώκων οὔθ’ οἱ δικά-
ζοντες οὔτ’ ἄλλος ἀνθρώπων οὐδεὶς κύριος κωλῦσαι. [70] τί
δήποτ’, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦθ’ οὕτως ἔχει; ὅτι οἱ ταῦτ’
ἐξ ἀρχῆς τὰ νόμιμα διαθέντες, οἵτινές ποτ’ ἦσαν, εἴθ’ ἥρωες
εἴτε θεοί, οὐκ ἐπέθεντο τοῖς ἀτυχήμασιν, ἀλλ’ ἀνθρωπίνως
ἐπεκούφισαν, εἰς ὅσον εἶχε καλῶς, τὰς συμφοράς. ταῦτα
μέντοι πάνθ’ οὕτω καλῶς καὶ νομίμως ἔχονθ’ ὁ γράφων τὸ
ψήφισμα τουτὶ παραβεβηκὼς φαίνεται· ἓν γὰρ οὐδ’ ὁτιοῦν
ἔνι τούτων ἐν τῷ ψηφίσματι τῷ τούτου. καὶ πρῶτον μὲν παρ’
ἑνὸς τούτου δικαστηρίου καὶ [παρὰ] τοὺς γεγραμμένους νόμους
καὶ τἄγραφα νόμιμα τὸ ψήφισμ’ εἴρηται.

***
[65] Ημείς, άνδρες Αθηναίοι, εκάμαμεν τον Χαρίδημον πολίτην μας και διά της ευνοίας ταύτης του εδώσαμεν το δικαίωμα να μετάσχη των ιερών πραγμάτων, των δημοσίων πραγμάτων, των νόμων μας, και όλων εν γένει των οποίων ημείς από κοινού μετέχομεν. Πολλά λοιπόν τοιαύτα αγαθά έχομεν ημείς, οποία δεν υπάρχουν εις άλλο μέρος, αλλά υπάρχει έν το οποίον, περισσότερον από κάθε άλλο, είναι ατομική μας απολύτως κτήσις, και είναι σεβαστότατον, δηλαδή το δικαστήριον του Αρείου Πάγου· υπέρ του δικαστηρίου τούτου είναι δυνατόν να είπωμεν τόσα πολλά, τα οποία μας μετεδόθησαν διά της παραδόσεως, και μυθώδη και άλλα, των οποίων ημείς οι ίδιοι είμεθα μάρτυρες, όσα δι' ουδέν άλλο δικαστήριον· έν ή δύο εκ τούτων αξίζουν να σας τα υπενθυμίσω, ως παραδείγματα. [66] Έν κατ' αρχάς από τα παλαιά, όπως εκ της παραδόσεως μας είναι γνωστόν. Είναι το μόνον δικαστήριον, εις το οποίον οι θεοί έκριναν δίκαιον να παρουσιασθούν εις δίκην φόνου και το μόνον εις το οποίον παρέστησαν ως δικασταί προς λύσιν των διαφορών που υπήρχον μεταξύ των· εδώ, όπως αναφέρεται, ο Ποσειδών εδίωξε τον Άρην διά τον φόνον του υιού του Αλιρροθίου και εδώ οι δώδεκα θεοί εξέφεραν την γνώμην των διά τας Ευμενίδας και τον Ορέστην. Και αυτά μεν είναι τα παλαιά· κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους είναι το μόνον δικαστήριον από το οποίον, ούτε η τυραννία, ούτε η ολιγαρχία, ούτε η δημοκρατία δεν ετόλμησαν να αφαιρέσουν την εκδίκασιν των φονικών δικών· όλοι νομίζουν ότι το δίκαιον, το οποίον θα εύρουν εις παρομοίας υποθέσεις από αυτούς τους ιδίους ως δικαστάς, θα είναι ασθενέστερον του δικαίου, το οποίο εύρον από το δικαστήριον τούτο. Εκτός δε των τόσο σημαντικών τούτων τίτλων, είναι το μόνον δικαστήριον, το οποίον ουδείς, ούτε κατηγορούμενος καταδικασθείς, ούτε κατήγορος ηττηθείς, δεν κατηγόρησαν ποτέ, ότι εξέδωκεν εσφαλμένην απόφασιν. [67] Τούτο λοιπόν το εχέγγυον ασφαλείας των πολιτών και τας εις αυτό περιεχομένας νομίμους τιμωρίας παραβάς ο προτείνων το ψήφισμα τούτο, εις τον Χαρίδημον, εφ' όσον ζη, δίδει το δικαίωμα να πράττη ό,τι θέλει, εάν δε πάθη κάτι, έδωκε το δικαίωμα εις τους οικείους του να διώκουν αυτοβούλως. Πράγματι, σκεφθήτε ως εξής: γνωρίζετε βέβαια όλοι τούτο, ότι εις τον Άρειον Πάγον, όπου επιτρέπει ο νόμος και διατάσσει να δικάζεται ο φονεύς, πρώτον μεν ο κατηγορών τινά ότι έχει διαπράξει φόνον, θα λάβη όρκον περί εξαφανισμού εαυτού και πάντων των ανιόντων και κατιόντων συγγενών αυτού και της οικίας του, [68] έπειτα ουδέ κατά τον τυχόντα τρόπον θα ορκισθή, αλλά καθ' ον τρόπον δεν ορκίζεται τις διά τίποτε άλλο, δηλαδή, σταθείς πλησίον, θα θέση την χείρα του επί των τομίων κάπρου και κριού και ταύρου, οι οποίοι έχουν σφαγή υπό των προς τούτο τεταγμένων και κατά τας ωρισμένας ημέρας, ώστε όλοι οι κανόνες της θρησκείας να τηρηθούν και όσον αφορά εις τον χρόνον και όσον αφορά εις το πρόσωπον των αρμοδίων προς τούτο λειτουργών. Μετά ταύτα, αυτός, ο οποίος έχει ορκισθή τοιούτον όρκον, δεν γίνεται ακόμη πιστευτός, αλλ' εάν αποδειχθή ότι δεν λέγει την αλήθειαν, μόνον θα έχη ως κέρδος να συντελέση να επιπέση η επιορκία του επί των τέκνων του και των απογόνων του. [69] Αν δε αποδειχθή, ότι είναι δικαία η κατηγορία του και καταδικασθή ο δράστης του φόνου, και τότε ακόμη δεν έχει κανέν δικαίωμα επί του καταδικασθέντος, αλλ' εκείνον μεν αρμόδιοι είναι οι νόμοι να τον τιμωρήσουν και οι αρμόδιοι άρχοντες, εκείνο δε το οποίον είναι επιτετραμμένον εις τον διώκοντα είναι να παραστή εις την εκτέλεσιν της ποινής και ουδέν επί πλέον. Και ταύτα μεν όσον αφορά τον μηνυτήν, όσον αφορά δε τον κατηγορούμενον, η διάταξις περί του όρκου είναι η ιδία, έχει όμως το δικαίωμα μετά την πρώτην αγόρευσιν να αυτοεξορισθή και ούτε ο κατήγορος, ούτε οι δικασταί, ούτε κανείς άλλος δεν δύναται να τον εμποδίση. [70] Διατί λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, η διάταξις αύτη; Διότι εκείνοι, οι οποίοι εξ αρχής έθεσαν τους νόμους τούτους, οποιοιδήποτε και αν ήσαν, είτε ήρωες, είτε θεοί, δεν ενόμισαν ότι έπρεπε να φανούν σκληροί εναντίον των ατυχημάτων, αλλά με αίσθημα φιλανθρωπίας προσεπάθησαν να ανακουφίσουν, όσον η δικαιοσύνη το επέτρεπε, τας συμφοράς. Όλας όμως αυτάς τας διατάξεις, αι οποίαι είναι τόσον ωραίαι και σοφαί, ο εισηγητής του ψηφίσματος τούτου αποδεικνύεται ότι τας έχει παραβή· διότι ουδεμία των διατάξεων τούτων, οιαδήποτε, υπάρχει εις το ψήφισμα τούτο. Έν μεν λοιπόν είναι το δικαστήριον τούτο παρά τους νόμους του οποίου και τα άγραφα νόμιμα έχει προταθή το ψήφισμα τούτο.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (2.1-2.79)

Ραψωδία β' Ἰθακησίων ἐκκλησία καὶ Τηλεμάχου ἀποδημία

Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
ὤρνυτ᾽ ἄρ᾽ ἐξ εὐνῆφιν Ὀδυσσῆος φίλος υἱός,
εἵματα ἑσσάμενος, περὶ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾽ ὤμῳ,
ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
5 βῆ δ᾽ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο θεῷ ἐναλίγκιος ἄντην.
αἶψα δὲ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε
κηρύσσειν ἀγορήνδε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς.
οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἤγερθεν ὁμηγερέες τ᾽ ἐγένοντο,
10 βῆ ῥ᾽ ἴμεν εἰς ἀγορήν, παλάμῃ δ᾽ ἔχε χάλκεον ἔγχος,
οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε κύνες πόδας ἀργοὶ ἕποντο.
θεσπεσίην δ᾽ ἄρα τῷ γε χάριν κατέχευεν Ἀθήνη.
τὸν δ᾽ ἄρα πάντες λαοὶ ἐπερχόμενον θηεῦντο·
ἕζετο δ᾽ ἐν πατρὸς θώκῳ, εἶξαν δὲ γέροντες.
15 τοῖσι δ᾽ ἔπειθ᾽ ἥρως Αἰγύπτιος ἦρχ᾽ ἀγορεύειν,
ὃς δὴ γήραϊ κυφὸς ἔην καὶ μυρία ᾔδη.
καὶ γὰρ τοῦ φίλος υἱὸς ἅμ᾽ ἀντιθέῳ Ὀδυσῆϊ
Ἴλιον εἰς εὔπωλον ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν,
Ἄντιφος αἰχμητής· τὸν δ᾽ ἄγριος ἔκτανε Κύκλωψ
20 ἐν σπῆϊ γλαφυρῷ, πύματον δ᾽ ὁπλίσσατο δόρπον.
τρεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἔσαν, καὶ ὁ μὲν μνηστῆρσιν ὁμίλει,
Εὐρύνομος, δύο δ᾽ αἰὲν ἔχον πατρώϊα ἔργα·
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς τοῦ λήθετ᾽ ὀδυρόμενος καὶ ἀχεύων.
τοῦ ὅ γε δάκρυ χέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπε·
25 «Κέκλυτε δὴ νῦν μευ, Ἰθακήσιοι, ὅττι κεν εἴπω·
οὔτε ποθ᾽ ἡμετέρη ἀγορὴ γένετ᾽ οὔτε θόωκος
ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς δῖος ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσί.
νῦν δὲ τίς ὧδ᾽ ἤγειρε; τίνα χρειὼ τόσον ἵκει
ἠὲ νέων ἀνδρῶν ἢ οἳ προγενέστεροί εἰσιν;
30 ἠέ τιν᾽ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυεν ἐρχομένοιο,
ἥν χ᾽ ἡμῖν σάφα εἴποι, ὅτε πρότερός γε πύθοιτο;
ἦέ τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκεται ἠδ᾽ ἀγορεύει;
ἐσθλός μοι δοκεῖ εἶναι, ὀνήμενος. εἴθε οἱ αὐτῷ
Ζεὺς ἀγαθὸν τελέσειεν, ὅ τι φρεσὶν ᾗσι μενοινᾷ.»
35 Ὣς φάτο, χαῖρε δὲ φήμῃ Ὀδυσσῆος φίλος υἱός,
οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔτι δὴν ἧστο, μενοίνησεν δ᾽ ἀγορεύειν,
στῆ δὲ μέσῃ ἀγορῇ· σκῆπτρον δέ οἱ ἔμβαλε χειρὶ
κῆρυξ Πεισήνωρ, πεπνυμένα μήδεα εἰδώς.
πρῶτον ἔπειτα γέροντα καθαπτόμενος προσέειπεν·
40 «Ὦ γέρον, οὐχ ἑκὰς οὗτος ἀνήρ, τάχα δ᾽ εἴσεαι αὐτός,
ὃς λαὸν ἤγειρα· μάλιστα δέ μ᾽ ἄλγος ἱκάνει.
οὔτε τιν᾽ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυον ἐρχομένοιο,
ἥν χ᾽ ὑμῖν σάφα εἴπω, ὅτε πρότερός γε πυθοίμην,
οὔτε τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκομαι οὐδ᾽ ἀγορεύω,
45 ἀλλ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ χρεῖος, ὅ μοι κακὰ ἔμπεσεν οἴκῳ,
δοιά· τὸ μὲν πατέρ᾽ ἐσθλὸν ἀπώλεσα, ὅς ποτ᾽ ἐν ὑμῖν
τοίσδεσσιν βασίλευε, πατὴρ δ᾽ ὣς ἤπιος ἦεν·
νῦν δ᾽ αὖ καὶ πολὺ μεῖζον, ὃ δὴ τάχα οἶκον ἅπαντα
πάγχυ διαρραίσει, βίοτον δ᾽ ἀπὸ πάμπαν ὀλέσσει.
50 μητέρι μοι μνηστῆρες ἐπέχραον οὐκ ἐθελούσῃ,
τῶν ἀνδρῶν φίλοι υἷες οἳ ἐνθάδε γ᾽ εἰσὶν ἄριστοι,
οἳ πατρὸς μὲν ἐς οἶκον ἀπερρίγασι νέεσθαι
Ἰκαρίου, ὅς κ᾽ αὐτὸς ἐεδνώσαιτο θύγατρα,
δοίη δ᾽ ᾧ κ᾽ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι.
55 οἱ δ᾽ εἰς ἡμέτερον πωλεύμενοι ἤματα πάντα,
βοῦς ἱερεύοντες καὶ ὄϊς καὶ πίονας αἶγας,
εἰλαπινάζουσιν πίνουσί τε αἴθοπα οἶνον
μαψιδίως· τὰ δὲ πολλὰ κατάνεται. οὐ γὰρ ἔπ᾽ ἀνὴρ
οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκεν, ἀρὴν ἀπὸ οἴκου ἀμῦναι.
60 ἡμεῖς δ᾽ οὔ νύ τι τοῖοι ἀμυνέμεν· ἦ καὶ ἔπειτα
λευγαλέοι τ᾽ ἐσόμεσθα καὶ οὐ δεδαηκότες ἀλκήν.
ἦ τ᾽ ἂν ἀμυναίμην, εἴ μοι δύναμίς γε παρείη.
οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀνσχετὰ ἔργα τετεύχαται, οὐδ᾽ ἔτι καλῶς
οἶκος ἐμὸς διόλωλε· νεμεσσήθητε καὶ αὐτοί,
65 ἄλλους τ᾽ αἰδέσθητε περικτίονας ἀνθρώπους,
οἳ περιναιετάουσι· θεῶν δ᾽ ὑποδείσατε μῆνιν,
μή τι μεταστρέψωσιν ἀγασσάμενοι κακὰ ἔργα.
λίσσομαι ἠμὲν Ζηνὸς Ὀλυμπίου ἠδὲ Θέμιστος,
ἥ τ᾽ ἀνδρῶν ἀγορὰς ἠμὲν λύει ἠδὲ καθίζει·
70 σχέσθε, φίλοι, καί μ᾽ οἶον ἐάσατε πένθεϊ λυγρῷ
τείρεσθ᾽, εἰ μή πού τι πατὴρ ἐμὸς ἐσθλὸς Ὀδυσσεὺς
δυσμενέων κάκ᾽ ἔρεξεν ἐϋκνήμιδας Ἀχαιούς·
τῶν μ᾽ ἀποτινύμενοι κακὰ ῥέζετε δυσμενέοντες,
τούτους ὀτρύνοντες. ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
75 ὑμέας ἐσθέμεναι κειμήλιά τε πρόβασίν τε·
εἴ χ᾽ ὑμεῖς γε φάγοιτε, τάχ᾽ ἄν ποτε καὶ τίσις εἴη·
τόφρα γὰρ ἂν κατὰ ἄστυ ποτιπτυσσοίμεθα μύθῳ
χρήματ᾽ ἀπαιτίζοντες, ἕως κ᾽ ἀπὸ πάντα δοθείη·
νῦν δέ μοι ἀπρήκτους ὀδύνας ἐμβάλλετε θυμῷ.»

***
Μόλις, χαράζοντας τη μέρα, ρόδισε η Αυγή τον ουρανό,
από την κλίνη του πετάχτηκε του Οδυσσέα ο ακριβός του γιος.
Το ρούχο του φορώντας, κρέμασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια, και
βγήκε προχωρώντας απ᾽ την κάμαρη, ωραίος σαν θεός.
Κάλεσε ευθύς τους κήρυκες και τους παράγγειλε να συγκαλέσουν,
με τη λαγαρή φωνή τους, συνέλευση των Αχαιών,
που τρέφουν πλούσια κόμη.
Εκείνοι εκήρυξαν την εντολή, κι άρχισε να μαζεύεται το πλήθος με σπουδή.
Όταν συναθροιστήκαν όλοι τους, συγκεντρωμένοι εκεί,
10 τότε προχώρησε κι αυτός στην αγορά, σφιχτά κρατώντας στην παλάμη του
χάλκινο δόρυ — δεν ήταν μόνος, τον συνόδευαν δυο γρήγορα σκυλιά.
Η Αθηνά ράντισε πάνω του θεσπέσια χάρη,
τόση που ο κόσμος όλος τον κοιτούσε να ᾽ρχεται γεμάτος θαυμασμό,
κι όπως εκάθησε στον θρόνο του πατέρα του, έκαναν πίσω οι γέροντες.
Τότε πήρε τον λόγο πρώτος ο σεβαστός Αιγύπτιος,
γέροντας πια σκυφτός, γνωρίζοντας τα μύρια όσα·
απ᾽ τον καημό που εμίσεψε ο ακριβός του γιος,
με τον ισόθεο Οδυσσέα στο Ίλιο, το φημισμένο
για τα όμορφα πουλάρια του, μέσα στα κοίλα πλοία —
Άντιφος τ᾽ όνομά του, ακοντιστής γενναίος. Κι όμως στο μεταξύ
τον εξολόθρευσε στη θολωτή σπηλιά του ο Κύκλωπας,
20 τον έφαγε στερνό σε απαίσιο δείπνο.
Είχε ο Αιγύπτιος κι άλλους τρεις γιους· ο ένας τους, ο Ευρύνομος,
έμπλεξε με τους μνηστήρες· έμειναν δυο που φρόντιζαν τα πατρικά τους χτήματα.
Τον πρώτον όμως ο πατέρας του δεν τον λησμόνησε ποτέ,
θρηνώντας και στενάζοντας, όπως και τώρα, που τον λόγο πήρε,
βουρκωμένος, να μιλήσει:
«Ακούστε με, Ιθακήσιοι, γιατί έχω κάτι να σας πω:
πάει καιρός που δεν ξανάγινε αγορά· καμιά συνέλευση,
αφότου κίνησε ο Οδυσσέας θείος σε καράβια βαθουλά.
Λοιπόν, ποιος μας συνάθροισε εμάς εδώ; ποιον βρήκε τώρα τόση ανάγκη;
κάποιος νεότερος; ή από εκείνους που τους πήρανε τα χρόνια;
30 Μήπως κανένα μήνυμα άκουσε, πως ο στρατός μας επιστρέφει,
και θέλησε να μας το φανερώσει, αφού το έμαθε πρώτος εκείνος;
Εκτός κι αν έχει να μας πει αγορεύοντας κάποιο άλλο νέο
που ενδιαφέρει τον λαό. Πάντως μου φαίνεται σπουδαίος,
εύχομαι ευλογημένος. Άμποτε ο Δίας να του βγάλει σε καλό
ό,τι βαθιά στον νου του μελετά.»
Μ᾽ αυτά τα λόγια τέλειωσε, αλλά τον έπαινό του χάρηκε του Οδυσσέα ο γιος.
Δεν έμεινε άλλο καθισμένος, τον πήρε ο πόθος να μιλήσει.
Σηκώθηκε λοιπόν στης αγοράς τη μέση· ο κήρυκας Πεισήνωρ,
που πάντα φρόνιμα στοχάζεται, σκήπτρο τού έβαλε στο χέρι,
και τότε εκείνος, πρώτα στον γέροντα μιλώντας, γύρισε κι είπε:
«Γέροντα, δεν είναι ο άνθρωπος που λες μακριά,
40 θα τον αναγνωρίσεις τώρα μόνος σου·
εγώ συγκάλεσα το πλήθος, αφού εμένα σφάζει ο πόνος.
Όχι, δεν άκουσα κανένα μήνυμα πως ο στρατός μας επιστρέφει,
και θέλησα να σας το φανερώσω, αφού το έμαθα πρώτος εγώ·
μήτε αγορεύοντας έχω να πω κάποιο άλλο νέο
που ενδιαφέρει τον λαό.
Δική μου ανάγκη με πιέζει, κακό που πλάκωσε
το σπιτικό μου — διπλό κακό· έχασα πρώτα έναν λαμπρό πατέρα,
που ήταν κάποτε ο βασιλιάς ανάμεσά σας, καλός πατέρας και για σας.
Τώρα το δεύτερο κακό, πολύ χειρότερο, που κινδυνεύει να ρημάξει για καλά
το αρχοντικό μου, όλο το βιος μου να αφανίσει·
50 στη μάνα μου οι μνηστήρες ρίχνονται, κι ας μην το θέλει εκείνη,
γονέων γιοι που εδώ κυκλοφορούν επιφανέστατοι.
Κι όμως τρομάζουν να παν στο σπίτι του πατέρα της,
του Ικαρίου, που θα μπορούσε να προικίσει αυτός τη θυγατέρα του,
και να τη δώσει σ᾽ όποιον θέλει, αν κάποιος του φανεί καλός και ευπρόσδεκτος.
Το αντίθετο, περνούν όλες τις μέρες στο παλάτι μας,
σφάζοντας βόδια, πρόβατα, γίδες παχιές,
γλεντοκοπώντας και μεθώντας με κρασί σπινθηροβόλο αλόγιστα —
μια ασωτεία μεγάλη που τραβάει σε μάκρος. Γιατί δεν βρίσκεται κανείς,
σαν άλλος Οδυσσεύς, να διώξει από το σπίτι την κατάρα αυτή.
Εμείς δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε, και θα φανούμε αξιολύπητοι,
60 αφού μας λείπει η πείρα της αλκής.
Ω ναι, θα αντιστεκόμουν, αν είχα τέτοια δύναμη,
γιατί ό,τι γίνεται μου φαίνεται ανυπόφορο, μ᾽ άθλιο τρόπο
καταρρέει το σπιτικό μου. Γι᾽ αυτό λοιπόν αγανακτήσετε κι εσείς,
ντραπείτε τους γειτόνους, όσους τριγύρω κατοικούν·
και φοβηθείτε ακόμη τον θεϊκό θυμό, μήπως αλλάξουν γνώμη,
χολωμένοι με τα ανόσια έργα.
Σας ικετεύω, στο όνομα του ολυμπίου Διός και στο όνομα της Θέμης,
που λέει εκείνη πότε στήνονται οι συνελεύσεις των ανθρώπων,
και πότε πρέπει να λυθούν.
70 Συγκρατηθείτε, φίλοι μου· αφήστε με να τυραννιέμαι μόνος
με το μαύρο πένθος μου. Εκτός κι αν κάποτε
ο πατέρας μου, ο δοξασμένος Οδυσσεύς, κακόγνωμος προξένησε μια βλάβη
στους οπλισμένους Αχαιούς, και τώρα εσείς μ᾽ εκδίκηση τη βλάβη ανταποδίδετε —
εχθροί σ᾽ εμένα, γίνατε σ᾽ αυτούς κακοί τους σύμβουλοι.
Θα ᾽ταν καλύτερο κατά τη γνώμη μου, αν παίρνατε και εσείς
μέρος στο φαγοπότι, για να ᾽ρθει κάποτε κι η πληρωμή.
Γιατί κι εμείς τότε θα αναστατώναμε την πόλη, μιλώντας δεν θα ξεκολλούσαμε
ζητώντας τ᾽ αγαθά μας, προτού όλα πίσω να δοθούν.
Μα τώρα με τη στάση σας φορτώνετε στην έρμη μου ψυχή
πόνους αβάσταχτους.»

Η χαμένη δύναμη να αλλάζουμε το νου μας

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το να αλλάζουμε το νου μας σημαίνει στην ουσία δημιουργικότητα. Η δημιουργικότητα είναι, κυριολεκτικά, το να αλλάζουμε από τον ένα τρόπο σκέψης στον άλλο. Όταν η δημιουργικότητα είναι στα καλύτερά της και μπορεί να επηρεάσει, συνιστά μια διαδικασία κατά την οποία γινόμαστε και δεκτικοί στο διαφορετικό.

Η σύνδεση αποδεικνύεται ακόμα πιο ισχυρή, όταν κοιτάμε πέρα από το άτομο. Η δημιουργικότητα, τουλάχιστον το είδος που παράγει κάτι αξιόλογο και επιδρά στον κόσμο, είναι πάντα συνδημιουργία. Αυτό σημαίνει ότι για να δημιουργήσουμε, χρειάζεται συνεχώς να αλλάζουμε ο ένας το νου του άλλου.

Η αλλαγή του τρόπου σκέψης μας σπάνια συμβαίνει σε καθεστώς απομόνωσης. Βέβαια, σε έναν κύκλο ημέρας 24 ωρών, όπου βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από πληροφορίες και ειδήσεις, είναι δύσκολο να βρούμε τον χρόνο να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, πόσο μάλλον να επηρεάσουμε το νου του άλλου.

Υπάρχει βέβαια και ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το νου μας: οι σχέσεις. Ο σημαντικός άλλος έχει την ικανότητα να μας κάνει να δούμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο και να επιφέρει αλλαγές στις πράξεις μας, ακόμα και σε ανεπαίσθητο βαθμό.

Αλλά πίσω από τις διαπροσωπικές σχέσεις βρίσκονται δύο δυνάμεις που αποκαλύπτουν το πώς αυτές μπορούν να μας αλλάξουν: εμπιστοσύνη και κοινός σκοπός. Ασχέτως του είδους της σχέσης, οι νέες ιδέες υφαίνονται και πλέκονται μέσα από το βαθμό εμπιστοσύνης που έχουμε στους άλλους. Δεν χρειάζεται να θέλουν όλα όσα θέλουμε ή να είναι ίδιοι με εμάς. Χρειάζεται απλά να μπορούμε να τους εμπιστευτούμε.

Όταν μπορούμε να ξεδιπλώσουμε στον άλλο τις ιδέες μας και όταν ο άλλος εκφράζει μια αυθεντική επιθυμία να ακούσει, αυτόματα αποκτάμε το γόνιμο, πρόσφορο έδαφος να σκεφτούμε, να φανταστούμε και να συνδημιουργήσουμε κάτι καλύτερο μαζί. Και δεν χρειάζεται να αλλάξουμε και οι δύο πλευρές προς την ίδια κατεύθυνση. Αρκεί να αλλάξουμε τόσο το σκεπτικό ο ένας του άλλου, ώστε να ανοίξει η πόρτα των δυνατοτήτων και των πιθανοτήτων, μια πόρτα κλειστή σε όσους θα προσδιορίζαμε ως «κλειστόμυαλους».

Να είσαι προετοιμασμένος

Ο δρόμος έχει αγκάθια.
Αυτά που επέτρεψες να μεγαλώσουν στον κήπο σου.

Ο δίπλα θα κοιτάξει να σε φρενάρει.
Αυτό του ζήτησες όταν του επέτρεψες να σε κρίνει.

Το μυαλό σου θα βλέπει αδιέξοδα.
Έτσι στο εκπαίδευσαν να κάνει.

Να είσαι προετοιμασμένος.

Το σπόρο των προσδοκιών σου, μην τον ξεφυτεύεις συνέχεια για να δεις αν φύτρωσε.
Και να σε πατάνε, και να χωθείς βαθιά μέσα στο χώμα, και να σκοτεινιάσει γύρω σου, μην ξεχνάς ότι μόλις φυτρώσεις, θα κατευθυνθείς προς τα ουράνια.

Να είσαι προετοιμασμένος.

Οι γύρω ζουν με το σύνηθες, με το γνωστό, με το τετριμμένο.
Θέλουν την επαναληψημότητα, την ασφάλεια, τη σιγουριά.
Και αντιδρούν σε κάθε τι το νέο.

Πρώτα το χλευάζουν, μετά το πολεμούν και στο τέλος το κάνουν τμήμα της ζωής τους.

Ποτέ δεν είναι αργά για αλλαγές

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Σε κάποια στιγμή της ζωής – μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα – είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν’ ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.

Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες – πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.

Η συνάντηση μ’ ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.

Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί.

Μια συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ’ ένα όνειρο.

Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μια τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι’ αυτό;

Βυθίζεται σε μια φρενιτιώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν’ αποφύγει το θέμα;

Προσπαθεί ν’ απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;

Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;

Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;

Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;

Αγνοεί τα όνειρά του;

Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.

Το αντίθετο, γευτείτε την αφύπνισή σας. Εκμεταλλευτείτε την.

Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας. Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι. Γευτείτε και τη γλυκύτητά της μαζί με την πικρή της γεύση.

Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε εν επίγνωση του θανάτου, το ν’ αγκαλιάσετε τη σκιά του.

Μια τέτοια επίγνωση μπορεί ν’ αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας για ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.

Ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσουμε τη ζωή, για ν’ αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.

Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν ασθενή να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.

Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Ποτέ δεν είμαστε πολύ γέροι για κάτι τέτοιο.

WILHELM REICH: Χτίστε το σπίτι σας σε βράχο. Κι όταν λέω βράχο, εννοώ τη φύση σου, που βάλθηκες να την καταπνίξεις

Έρχεσαι τρέχοντας και ρωτάς: “Αγαπητέ, καλέ, μεγάλε γιατρέ μου! Τι να κάνω; Τι πρέπει να κάνουμε; Το σπίτι μου καταρρέει συθέμελα, ο αγέρας σφυρίζει μέσα από τις χαραμάδες στους τοίχους, το παιδί μου είναι άρρωστο και η γυναίκα μου δυστυχισμένη. Κι εγώ άρρωστος είμαι. Τι πρέπει να κάνω; Τι να κάνουμε;”

“Χτίστε το σπίτι σας σε βράχο. Κι όταν λέω βράχο, εννοώ τη φύση σου, που βάλθηκες να την καταπνίξεις, την αγάπη στο κορμάκι του παιδιού σου, το όνειρο της γυναίκας σου για τον έρωτα, τα όνειρα για τη ζωή που έκανες στα δεκάξι σου χρόνια. Αντάλλαξε τις αυταπάτες σου με μια στάλα αλήθεια. Πάρε τη μοίρα σου στα χέρια σου και χτίσε τη ζωή σου στο βράχο. Ξέχνα το γείτονά σου και κοίτα μέσα σου! Να’σαι βέβαιος ότι κι ο γείτονας θα σ’ ευγνωμονεί. Προστάτεψε τον έρωτα των παιδιών σου από τις επιθέσεις λαγνείας ανικανοποίητων αντρών και γυναικών. Κλείσε το στόμα της φαρμακόγλωσσης γεροντοκόρης. Πάψε να ζητάς απ’ τη γυναίκα σου την άδεια να την αγκαλιάσεις. Ένωσε τις δυνάμεις σου μ’ εκείνες των συνανθρώπων σου ανά την υφήλιο. Σαν κι εσένα είναι κι αυτοί και η μοίρα σας συνυφασμένη. Άσε τα παιδιά σου να μεγαλώσουν όπως προστάζει η φύση (ή “ο Θεός”). Μην προσπαθείς να βελτιώσεις τη φύση. Μάθε να την κατανοείς και να την προστατεύεις. Άσε τα ντέρμπι και τράβα στη βιβλιοθήκη, πήγαινε σε ξένες χώρες αντί για το Κόνι Άιλαντ. Η σκέψη σου να διέπεται από απλότητα και ευθύτητα. Μάθε να εμπιστεύεσαι την ήρεμη εσωτερική φωνή που σου λέει τι να κάνεις. Κράτα τη ζωή σου στα χέρια σου, μην την εμπιστεύεσαι σε κανέναν άλλον. Γίνε ο εαυτός σου! Αυτό στο είπαν πολλοί μεγάλοι.”

WILHELM REICH, Άκου ανθρωπάκο!

Μείνε στη Σιωπή

Ο Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ είχε παρατηρήσει σοφά: «Όταν ο τόσο βιαστικός κόσμος μας έχει αποξενώσει από το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας, μας έχει αηδιάσει με τους ρυθμούς του και μας έχει κουράσει με τις ηδονές του, πόσο ευεργετική, πόσο γλυκιά είναι η μοναξιά!». Πότε ήταν η τελευταία φορά που έδωσες στον εαυτό σου το χρόνο να μείνει σιωπηλός κι ακίνητος; Πότε ήταν η τελευταία φορά που δημιούργησες λίγο χρόνο για να επωφεληθείς από τη δύναμη που έχει η μοναξιά να μας ανανεώνει, να αναζωογονεί τη σκέψη, το σώμα και το πνεύμα μας και να μας βοηθά να εστιάζουμε ξανά στα σημαντικά;

Όλες οι μεγάλες σοφές παραδόσεις ανά τον κόσμο έχουν καταλήξει σε αυτό το κοινό συμπέρασμα: Για να επανασυνδεθείς με τον αληθινό εαυτό σου και για να φτάσεις να γνωρίσεις ό,τι πιο λαμπρό υπάρχει μέσα σου, πρέπει να βρίσκεις κάθε τόσο το χρόνο για να μένεις στη σιωπή. Ναι, σίγουρα είσαι πολυάσχολος – πολυάσχολα είναι και τα μυρμήγκια. Το ερώτημα είναι: Ποιες είναι οι ασχολίες που σε κρατούν τόσο απασχολημένο;»

Η αξία της σιωπής μου φέρνει στο νου την ιστορία ενός παλιού φαροφύλακα. Ο άντρας εκείνος είχε απομείνει με μια πολύ μικρή ποσότητα λαδιού για να κρατά αναμμένο το φως του φάρου του και να βοηθά τα πλοία να αποφεύγουν τη βραχώδη ακτή. Μια νύχτα, ένας άνθρωπος που έμενε εκεί κοντά χρειάστηκε να δανειστεί λίγο από το πολύτιμο υγρό για να φωτίσει το σπίτι του κι ο φαροφύλακας του έδωσε από το απόθεμά του. Μια άλλη νύχτα, ένας ταξιδιώτης τον ικέτευσε να του δώσει λίγο λάδι, ώστε να ανάψει τη λάμπα του και να μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι του. Και ο φαροφύλακας του έδωσε την ποσότητα που χρειαζόταν. Το επόμενο βράδυ, ο φαροφύλακας ξύπνησε από ένα χτύπο στην πόρτα του. Ήταν μια μητέρα που τον παρακάλεσε θερμά να της δώσει λίγο λάδι, ώστε να μπορέσει να φωτίσει το σπιτάκι της και να μαγειρέψει για την οικογένειά της. Εκείνος δέχτηκε και πάλι. Πολύ σύντομα, το λάδι του εξαντλήθηκε και ο φάρος έσβησε. Πολλά πλοία εξόκειλαν και πολλές ζωές χάθηκαν, επειδή ο φαροφύλακας είχε λησμονήσει να εστιάσει στην προτεραιότητά του. Αμέλησε το πρωταρχικό καθήκον του και πλήρωσε ένα βαρύ τίμημα. Αν μένεις στη μοναξιά, ακόμη και για λίγα λεπτά κάθε μέρα, θα μπορείς πιο εύκολα να παραμένεις εστιασμένος στις ανώτερες προτεραιότητες της ζωής σου και να αποφεύγεις την αμέλεια που χαρακτηρίζει τις ζωές τόσο πολλών ανθρώπων γύρω μας.

Όταν λες ότι δεν έχεις το χρόνο να μένεις στη σιωπή τακτικά είναι σαν να λες ότι είσαι τόσο απασχολημένος με την οδήγηση, ώστε δεν έχεις το χρόνο να σταματήσεις για καύσιμα – κάποια στιγμή, είναι σίγουρο ότι θα το βρεις μπροστά σου.

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Θα μπορούσε κάνεις να ισχυριστεί ότι η ανθρώπινη φύση είναι αντικείμενο μελέτης των εμπειρικών επιστημών και όχι της φιλοσοφίας. Εξάλλου, πώς μπορούμε να πούμε τι είναι ο άνθρωπος αν δεν τον μελετήσουμε; Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τα φυσικά ανθρώπινα όντα που η μελέτη αυτή απαιτεί, καθώς όλοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να εξετάσουμε είναι προϊόντα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας Το ίδιο, βέβαια, ισχύει για όλα τα ανθρώπινα όντα για τα οποία υπάρχει κάποιας μορφής ιστορική μαρτυρία

Το ερώτημα αυτό είναι καθαρά φιλοσοφικό, μολονότι οι φιλόσοφοι έχουν συνήθως ένα απώτερο κίνητρο, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι πολίτικες και ηθικές θεωρίες στηρίζονται σε μια ερμηνεία της καταγωγής του καλού και του κακού, του χάους και της τάξης, ενώ πρέπει να αποφασίσουν αν οι άνθρωποι είναι φύσει καλοί ή κακοί, φύσει κοινωνικοί ή μονήρεις ·και ούτω καθεξής. Η ιστορία της φιλοσοφίας μάς αποκαλύπτει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις του ζητήματος αυτού.

Ένα παράδειγμα είναι η κινεζική παράδοση, στο πλαίσιο της οποίας δυο βασικοί εκπρόσωποι της ο Κομφούκιος και ο Μέγκιος βρίσκονται σε πλήρη διαφωνία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ο πρώτος υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι φύσει κακοί και εγωπαθείς και για να γίνουν καλοί χρειάζονται εκπαίδευση και πίεση από την πλευρά της κοινωνίας, ενώ ο δεύτερος ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς καλοί και διαφθείρονται από τις αλλοτριωμένες κοινωνίες και τα κακά εκπαιδευτικά συστήματα. Το ίδιο διχασμένη είναι και η Δυτική πολίτικη παράδοση ο Χομπς υποστηρίζει ότι οι προ-κοινωνικές φυσικές κοινωνίες είχαν αποδυθεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, ώστε να απαιτείται η σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου ικανού να χαλιναγωγήσει τα ανθρώπινα ένστικτα και να αποτρέψει την αιματοχυσία, ενώ ο Λοκ αρνείται την κακή φύση του ανθρώπου και ισχυρίζεται ότι το κοινωνικό συμβόλαιό χρειάζεται μόνο για να «απαλύνει» τις οχλήσεις που προκύπτουν από τη φυσική κατάσταση. Έτσι, για τον μεν Χομπς η κτηνώδης φύση καιροφυλακτεί όταν η κοινωνία αρχίσει να διαλύεται, για τον δε Λοκ η ίδια αυτή φύση ανήκει στο μακρινό και σκοτεινό παρελθόν της ανθρωπότητας.

Ο Ρουσσώ αποδεικνύει ότι οι εκ διαμέτρου αντίθετες αυτές απόψεις είναι εξίσου λανθασμένες όπως είπα αρχικά, έχουμε μόνο την εμπειρία του εκκοινωνισμένου και μη φυσικού ανθρώπου. Ο Χομπς και ο Λοκ δεν μπορούν να μας δείξουν αυθεντικά φυσικούς ανθρώπους, αλλά ανθρώπους που η σύγχρονη φιλοσοφία τοποθέτησε σε αυτή την κατάσταση με τρόπο θεωρητικό, δηλαδή τεχνητό. (Πράγματι, ο Ρουσσώ επιχειρηματολογεί υπέρ ενός ανθρώπου που είναι φυσικά και ηθικά καλός.)

Η σύγχρονη βιολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί, στην καλύτερη περίπτωση, μας δίνει εξηγήσεις εκ των υστέρων, τουτέστιν πως πάμε από “εδώ” που βρισκόμαστε στο “εκεί”. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε πού είναι αυτό το “εκεί” (για να μην πω ότι, στην πραγματικότητα, δεν ξέρουμε ούτε το “εδώ” που βρίσκεται). Επιπλέον, η βιολογία, στην προσπάθεια της να μας δώσει κάποιες εξηγήσεις που αφορούν στο οργανικό μέρος του ανθρωπίνου όντος, ξεχνά την πνευματική και λογική διάσταση του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηθική πλευρά του ανθρώπου συνδέεται κυρίως με τους λόγους παρά με τις αίτιες των πράξεων.

ΑΙΣΩΠΟΣ: Δεν χρειάζεται να δώσεις καμία απάντηση

Υπάρχει ένας μύθος του Αίσωπου.

Στο δάσος, ένα λιοντάρι ρωτούσε κάθε ζώο που συναντούσε αν τον αναγνώριζε ως βασιλιά του δάσους ή όχι.

Ρώτησε την αρκούδα κι εκείνη είπε: «Ασφαλώς και είσαι βασιλιάς.»

Ύστερα ρώτησε τη λεοπάρδαλη, η οποία δίστασε κάπως κι ύστερα είπε ότι ναι, το λιοντάρι ήταν ο βασιλιάς.

Ύστερα το λιοντάρι ρώτησε τον ελέφαντα, ο οποίος τον σήκωσε αμέσως στην προβοσκίδα του και τον πέταξε μακριά.

Καθώς βρισκόταν στον αέρα, το λιοντάρι είπε στον ελέφαντα: «Ω, μεγάλο ον, αν δεν ήξερες την απάντηση, μπορούσες απλώς να πεις όχι. Δεν χρειαζόταν να με πετάξεις μακριά. Θα έφευγα από μόνος μου.»

Ο ελέφαντας όμως, που είναι αρκετά δυνατός για να σηκώσει και να πετάξει το λιοντάρι δεν χρειάζεται να δώσει καμία απάντηση. Δεν του είναι καθόλου αναγκαίο να πει ποιος είναι ο βασιλιάς.

Επιθυμίες και ηδονές στην ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Πλάτωνα: ο άνθρωπος, το λιοντάρι και το τέρας

Στο κορυφαίο έργο της παγκόσμιας φιλοσοφίας «Πολιτεία», ο Πλάτωνας δεν περιγράφει τόσο τη σωστή οργάνωση ενός κρατικού σχηματισμού, όσο τη μάχη που διεξάγεται στην ψυχή του ανθρώπου ανάμεσα στη λογική και στις επιθυμίες, μία μάχη από την οποία θα κριθεί εάν τελικά κατορθώσει να γευτεί τη μοναδική γνήσια ηδονή, αυτή του ιδανικού βίου.

Τα τρία μέρη που αποτελούν την ψυχή, κατά τον Πλάτωνα, είναι: το επιθυμητικό, το θυμοειδές και το διανοητικό.

Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής εκφράζει τις σωματικές ή «άλογες επιθυμίες» του ανθρώπου, όπως τις ανάγκες του σώματος (πείνα, δίψα, ερωτική διάθεση κ.α.). Είναι η έδρα επιθυμιών, πολύτροπων και πολυώνυμων. Η πραγματοποίηση αυτών των επιθυμιών συνιστά ηδονή, η οποία όμως, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, είναι φαινομενική και επιφανειακή. Αν, για παράδειγμα, πεινάς και φας, έχεις απλά ικανοποιήσει την επιθυμία σου να σταματήσεις να πεινάς και τίποτα περισσότερο. Δεν μπορεί από το επιθυμητικό μέρος της ψυχής να προκύψει ουσιαστική ηδονή παρά απλή ικανοποίηση μίας σωματικής, άλογης ανάγκης.

Ψηλότερα αξιολογικά από το επιθυμητικό, βρίσκεται το θυμοειδές μέρος της ψυχής. Είναι το αγωνιστικό στοιχείο ή αλλιώς, το ριζικά βουλητικό στοιχείο. Πρόκειται για την ικανοποίηση της ανάγκης σου να αναγνωρίζεσαι από τους άλλους ανθρώπους ως αξιοπρεπής και έντιμος. Το θυμοειδές μέρος της ψυχής, μπορεί να οδηγήσει σε ρήξεις και μάχες για την υπεράσπιση της τιμής σου. Μπορεί να σε κάνει να επιζητάς αξιώματα και μεγαλύτερη αναγνώριση. Δεν σχετίζεται με υλικά αγαθά αλλά με την προστασία του «είναι» σου.

Το τρίτο μέρος της ψυχής είναι το λογιστικό ή διανοητικό. Αυτό, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, θα πρέπει να «κυβερνά» την ψυχή με την συναίνεση του θυμοειδούς και την εκούσια υποταγή του επιθυμητικού. Το διανοητικό μέρος «στεγάζει» την ορθή κρίση και έλκεται από τις ευχαριστήσεις που παρέχει η διανοητική απασχόληση και η γνώση.

Οι ηδονές από την ικανοποίηση του διανοητικού είναι οι μόνες αληθινές και πραγματικές, κατά τον φιλόσοφο. Η επιδίωξη τους προσφέρει μόνιμη ανακούφιση από τον φαύλο κύκλο της επιθυμίας και την εκπλήρωσή της, αφού τα αντικείμενα της φιλοσοφικής γνώσης δεν θα εξαφανιστούν, όπως εξαφανίζονται, για παράδειγμα, οι τροφές που τρώμε, αλλά, ως αμετάβλητα και αθάνατα στοιχεία, θα προσφέρουν μία σταθερή κατάσταση πλήρωσης.

Ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί μία εικόνα για να δείξει την εσωτερική μάχη που διεξάγεται στον άνθρωπο μεταξύ των τριών μερών της ψυχής του. Σε αυτήν την μάχη, το λογιστικό μέρος εκπροσωπείται από τον άνθρωπο, το θυμοειδές από ένα λιοντάρι και το επιθυμητικό από ένα πολυκέφαλο θηρίο. Εάν ο άνθρωπος αφήσει το λιοντάρι και το θηρίο να ισχυροποιηθούν εις βάρος του λογιστικού, τότε εκείνα θα αντιμάχονται με σφοδρότητα, οδηγώντας τον σε μία ακόλαστη ζωή, έρμαιο των αντίρροπων επιθυμιών και παθών του, όπως και των ξεσπασμάτων της οργής του. Εάν όμως ο άνθρωπος (το λογιστικό) καταφέρει να δαμάσει το θηρίο (βουλητικό) με τη βοήθεια του λιονταριού (θυμοειδούς), τότε θα μπορέσει να πειθαρχήσει τις επιθυμίες του και να εκριζώσει τα πάθη του, ώστε να απολαύσει την ηδονή της αρμονίας στην ψυχή του.

Θα ήταν λάθος όμως εάν αυτή η θεώρηση οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος μπορεί, ή οφείλει να προσπαθεί, να εκμηδενίσει το θηρίο ή το λιοντάρι μέσα του. Αντίθετα, ο Πλάτωνας προτείνει στον άνθρωπο να ικανοποιεί έμμετρα το επιθυμητικό του, ώστε αυτό να μην παθιάζεται ούτε από τη στέρηση, ούτε από την υπερπλήρωσή του, και έτσι, στην κατάσταση ηρεμίας, να αφήνει απερίσπαστο το λογιστικό κομμάτι της ψυχής να αφοσιώνεται στην αναζήτηση της γνώσης, που είναι η υπέρτατη ηδονή.

Όταν το λογιστικό μέρος καρπώνεται τις ηδονές που αναζητεί, τότε όλα τα μέρη της ψυχής θα είναι ικανοποιημένα, ενώ εάν επικρατήσουν οι ηδονές κάποιου άλλου μέρους, τότε θα αναστατωθεί όλη η τάξη της ζωής του ανθρώπου, οπότε κανένα μέρος δεν θα ικανοποιείται όπως του αρμόζει.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΒΙΟΣ: Ο ιδανικός βίος, σύμφωνα με τον Πλάτωνα και πως μπορεί να επιτευχθεί

Τα τρία μέρη της ψυχής και η επικράτηση τους σε κάθε άνθρωπο καθορίζουν και τα τρία είδη βίου που δύναται να έχει: φιλοσοφικός βίος για τον άνθρωπο που κυριαρχείται από το λογιστικό, φιλότιμος βίος για εκείνον που κυριαρχείται από το θυμοειδές και φιλοκερδής βίος για εκείνον που κυριαρχείται από το επιθυμητικό.

Μπορεί και στις τρεις κατηγορίες ανθρώπων να φαντάζει ότι ηδονικότερος βίος είναι ο δικός τους, στην πραγματικότητα όμως, μόνο ο φιλόσοφος έχει τη γνώση ότι ο δικός του βίος είναι ο ηδονικότερος κι αυτό γιατί ο ίδιος έχει γνωρίσει τις ηδονές των άλλων δύο, ενώ οι άλλοι δεν έχουν καταφέρει να γνωρίσουν τις δικές του. Ο φιλόσοφος επίσης, έχει τη δυνατότητα να αποτιμήσει τον βίο του ως «όλον» και να καταλήξει στην υπεροχή του από τους βίους των άλλων, χρησιμοποιώντας την εμπειρία και τη λογική του, κάτι που οι άλλοι δεν είναι σε θέση να κάνουν.

Τρεις βασικές αρετές χαρακτηρίζουν τον ενάρετο βίο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα: η σωφροσύνη, η ανδρεία και η σοφία. Αν σε αυτές προστεθεί και μία τέταρτη, η δικαιοσύνη, η οποία αντιστοιχεί στην ισορροπία του συνόλου, τότε έχουμε έναν δίκαιο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που έχει καταφέρει να εναρμονίσει τα τρία μέρη της ψυχής του κάτω από την ηγεμονία του διανοητικού.

Με την υπεροχή του διανοητικού, ο άνθρωπος είναι σε θέση να ελέγχει τις επιθυμίες του και, με εγκράτεια και σωφροσύνη, να μετασχηματίζει το πάθος του σε ανδρεία. Με άλλα λόγια, κυβερνώντας τα άλλα μέρη, ο λογισμός προσφέρει στον άνθρωπο την ευτυχία, καθώς επιτυγχάνει την αποσόβηση των εσωτερικών συγκρούσεων και την αρμονική σχέση ανάμεσα στα μέρη της ψυχής.

«Φιλία» αποκαλεί ο Πλάτωνας την ιδανική σχέση ανάμεσα στα μέρη της ψυχής, καθώς δεν περιγράφει μία κατάσταση αδιάλειπτης καταστολής, αλλά μία πειθαρχία, στην οποία ο δίκαιος άνθρωπος βρίσκει ευχαρίστηση. Το ευγενικό μέρος της ψυχής, έχοντας επιτύχει αυτή τη «φιλία» με τα άλλα δύο μέρη, έρχεται σε επικοινωνία με την γνώση, το «όντως όν», και τότε γεννάται το σύζευγμα «νους και αλήθεια», όπου «νους» είναι το λογιστικό κομμάτι της ψυχής και «αλήθεια» το «όντως όν». Ούτε η «αλήθεια» υπάρχει πριν τη σύζευξή της με την ψυχή, ούτε ο «νους» πριν τη σύζευξη του με την αλήθεια. Μόνο η ένωση δίνει υπόσταση στα δύο μέρη της συζυγίας και μόνο με τη συζυγία ο άνθρωπος αποκτά την πραγματική γνώση.

Η ευδαιμονία δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ορισμένου ευνοϊκού περιβάλλοντος (από τους άλλους ή από τις περιστάσεις) αλλά από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μπορούμε να την δημιουργήσουμε, αναπτύσσοντας εντός μας τη «λογική», η οποία μας κάνει δίκαιους.

Η επιδίωξη πνευματικών ηδονών, κατά τον Πλάτωνα, προσφέρει μόνιμη ανακούφιση από τον φαύλο κύκλο της ικανοποίησης των σωματικών αναγκών, αφού χάρη στον μεγαλύτερο βαθμό πραγματικότητας, τα αντικείμενα της φιλοσοφικής γνώσης δεν θα εξαφανιστούν, όπως τα φαγητά που καταναλώνουμε, αλλά θα διατηρήσουν τον φιλόσοφο σε μία σταθερή κατάσταση πλήρωσης.

Ο άνθρωπος, απελεύθερος από εσωτερικούς καταναγκασμούς και παρορμήσεις, απολαμβάνει λοιπόν το αίσθημα της μόνιμης πλήρωσης και, απερίσπαστος, αφοσιώνεται στην περαιτέρω αναζήτηση της σοφίας που προσφέρει την απόλυτη ηδύτητα και αγαθότητα σε μία ζωή.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤ' ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΟΥΣ

ΔΗΜ 23.1–5

Προοίμιον: οι αληθινοί στόχοι του ψηφίσματος και η αντίδραση του ομιλητή

Ο Αριστοκράτης ήθελε με ψήφισμα να εξασφαλίσει προστασία για τον Χαρίδημο, γαμπρό και αξιωματούχο του βασιλιά της Θράκης Κερσοβλέπτη, από τυχόν επιβουλή κατά της ζωής του. Σημειώνεται ότι στον Χαρίδημο είχε απονεμηθεί η ιδιότητα του αθηναίου πολίτη ως αντάλλαγμα για τη συνδρομή του στην επίτευξη της ειρήνης του Χάρητα (357 π.Χ.). Ο Ευθυκλής, συντριήραρχος του Δημοσθένη στον Ελλήσποντο, καταγγέλλει με γραφὴν παρανόμων το ψήφισμα αυτό ως παράνομο (352 ή 351 π.Χ.).

[1] Μηδεὶς ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νομίσῃ μήτ’ ἰδίας ἔ-
χθρας ἐμὲ μηδεμιᾶς ἕνεχ’ ἥκειν Ἀριστοκράτους κατηγορήσοντα
τουτουί, μήτε μικρὸν ὁρῶντά τι καὶ φαῦλον ἁμάρτημ’ ἑτοίμως
οὕτως ἐπὶ τούτῳ προάγειν ἐμαυτὸν εἰς ἀπέχθειαν, ἀλλ’ εἴπερ
ἄρ’ ὀρθῶς ἐγὼ λογίζομαι καὶ σκοπῶ, ὑπὲρ τοῦ Χερρόνησον
ἔχειν ὑμᾶς ἀσφαλῶς καὶ μὴ παρακρουσθέντας ἀποστερηθῆναι
πάλιν αὐτῆς, περὶ τούτου μοί ἐστιν ἅπασ’ ἡ σπουδή. [2] δεῖ δὴ
πάντας ὑμᾶς, εἰ βούλεσθ’ ὀρθῶς περὶ τούτων μαθεῖν καὶ
κατὰ τοὺς νόμους δικαίως κρῖναι τὴν γραφήν, μὴ μόνον τοῖς
γεγραμμένοις ἐν τῷ ψηφίσματι ῥήμασιν προσέχειν, ἀλλὰ καὶ
τὰ συμβησόμεν’ ἐξ αὐτῶν σκοπεῖν. εἰ μὲν γὰρ ἦν ἀκού-
σασιν εὐθὺς εἰδέναι τὰ κεκακουργημένα, τὴν ἀρχὴν ἴσως ἂν
οὐκ ἐξηπάτησθε· [3] ἐπειδὴ δὲ τοῦθ’ ἕν ἐστι τῶν ἀδικημάτων, τὸ
τοῦτον τὸν τρόπον καὶ λέγειν καὶ γράφειν ἐνίους ὃν ἂν ἥκισθ’
ὑμεῖς ὑπίδοισθέ τι καὶ φυλάξαισθε, προσήκει μὴ πάνυ θαυμά-
ζειν, εἰ καὶ τοῦτο τὸ ψήφισμ’ ἡμεῖς οὕτω γεγραμμένον ἐπι-
δείξομεν ὥστε δοκεῖν μὲν Χαριδήμῳ φυλακήν τινα τοῦ σώ-
ματος διδόναι, τὴν ὡς ἀληθῶς δὲ δικαίαν καὶ βέβαιον [φυ-
λακὴν Χερρονήσου] τῆς πόλεως ἀποστερεῖν. [4] εἰκότως δ’ ἄν,
ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ προσέχοιτέ μοι τὸν νοῦν καὶ μετ’
εὐνοίας ἀκούσαιθ’ ἃ λέγω. ἐπειδὴ γάρ, οὐχὶ τῶν ἐνοχλούντων
ὑμᾶς οὐδὲ τῶν πολιτευομένων καὶ πιστευομένων παρ’ ὑμῖν ὤν,
πρᾶγμα τηλικοῦτόν φημι δείξειν πεπραγμένον, ἐάν, ὅσον
ἐστὶν ἐν ὑμῖν, συναγωνίσησθέ μοι καὶ προθύμως ἀκούσητε,
τοῦτό τε σώσετε καὶ ποιήσετε μὴ κατοκνεῖν, ἐάν τίς τι καὶ
ἡμῶν οἴηται δύνασθαι ποιῆσαι τὴν πόλιν ἀγαθόν. οἰήσεται
δέ, ἂν μὴ χαλεπὸν εἶναι νομίζῃ τὸ παρ’ ὑμῖν λόγου τυχεῖν.
[5] νῦν δὲ πολλοῖς τοῦτο φοβουμένοις, λέγειν μὲν ἴσως οὐ δεινοῖς,
βελτίοσι δ’ ἀνθρώποις τῶν δεινῶν, οὐδὲ σκοπεῖν ἐπέρχεται
τῶν κοινῶν οὐδέν. ἐγὼ γοῦν (ὀμνύω τοὺς θεοὺς ἅπαντας)
ἀπώκνησ’ ἄν, εὖ ἴστε, καὶ αὐτὸς τὴν γραφὴν ταύτην ἀπενε-
γκεῖν, εἰ μὴ πάνυ τῶν αἰσχρῶν ἐνόμιζον εἶναι νῦν μὲν ἡσυ-
χίαν ἄγειν καὶ σιωπῆσαι, πρᾶγμ’ ἀλυσιτελὲς τῇ πόλει κατα-
σκευάζοντας ὁρῶν τινας ἀνθρώπους, πρότερον δέ, ὅτ’ ἔπλευσα
τριηραρχῶν εἰς Ἑλλήσποντον, εἰπεῖν καὶ κατηγορῆσαί τινων,
οὓς ἀδικεῖν ὑμᾶς ἡγούμην.

***
[1] Κανείς από σας, άνδρες Αθηναίοι, να μη νομίση ότι κινούμενος από κάποιαν έχθραν ανήλθον εις το βήμα διά να κατηγορήσω αυτόν εδώ τον Αριστοκράτη, ούτε βλέπων ότι αυτός διέπραξε κάποιο μικρόν και ασήμαντον αμάρτημα παρεσύρθην τόσον εύκολα να γίνω μισητός, αλλ' εάν βέβαια σκέπτομαι και κρίνω ορθώς, όλη μου η φροντίς αποβλέπει εις το να έχετε σεις ασφαλώς την Χερσόνησον και να μη στερηθήτε αυτήν εξαπατηθέντες. [2] Πρέπει λοιπόν όλοι σεις, εάν θέλετε να έχετε ορθάς πληροφορίας περί τούτων και να κρίνετε την υπόθεσιν ταύτην συμφώνως προς τους νόμους και την δικαιοσύνην, να μη προσέχετε μόνον εις τας διατάξεις του ψηφίσματος, αλλά να εξετάζετε και τα επακόλουθα αυτού. Διότι εάν μεν ήτο δυνατόν, ευθύς μόλις ακούσετε, να κατανοήσετε τας μηχανορραφίας της υποθέσεως ταύτης, ίσως ευθύς εξ αρχής δεν θα εξηπατάσθε· [3] επειδή δε τούτο είναι εν εκ των αδικημάτων, το να ομιλούν δηλαδή και να γράφουν εις τα ψηφίσματά των κατά τοιούτον τρόπον, ώστε ελάχιστα σεις να υποψιασθήτε και προφυλαχθήτε, δεν πρέπει να παραξενεύεσθε, εάν και τούτο το ψήφισμα αποδείξωμεν ότι είναι τοιουτοτρόπως γραμμένον, ώστε να δίδη μεν την εντύπωσιν ότι χορηγεί προφύλαξιν διά το σώμα του εις τον Χαρίδημον, πράγματι δε αποστερεί την πόλιν τού να κατέχη ασφαλώς και δικαίως την Χερσόνησον. [4] Ευλόγως δε, άνδρες Αθηναίοι, ηθέλετε προσέξει τους λόγους μου και ακούσει μετ' ευμενείας, διότι, χωρίς να ανήκω εις τους ρήτορας που σας ενοχλούν, ούτε εις τους πολιτευομένους που τους ακούετε και τους εκφράζετε την εμπιστοσύνην σας, πρόκειται να σας αποδείξω ότι έχει διαπραχθή μεγάλης σημασίας έγκλημα· αν δε, όσον εξαρτάται από σας, συνεργασθήτε με εμέ και με ακούσετε προθύμως, και θα σώσετε τας κτήσεις σας και θα διεγείρετε τον ζήλον οιουδήποτε δυναμένου να σας φανή ωφέλιμος. Θα νομίση δε ούτος ότι θα σας ωφελήση, αν κρίνη ότι δεν είναι δύσκολον να ακουσθή από του βήματος. [5] Τώρα δε εις πολλούς, επειδή φοβούνται τούτο, και είναι μεν ίσως ουχί ικανοί ρήτορες, είναι όμως καλύτεροι άνθρωποι των δεινών ρητόρων, ουδέ έρχεται καν εις τον νουν των να ομιλήσουν περί των κοινών συμφερόντων. Εγώ λοιπόν (ορκίζομαι εις όλους τους θεούς) θα εδίσταζον, να είσθε βέβαιοι περί τούτου, να παρουσιασθώ ως κατήγορος του Αριστοκράτους, εάν δεν ενόμιζον ότι είναι από τα πλέον αισχρά, τώρα μεν να ησυχάζω και να σιωπώ, βλέπων ανθρώπους τινάς να ετοιμάζουν διά την πόλιν πράγμα βλαβερόν, πρότερον δε, όταν έπλευσα ως τριήραρχος εις τον Ελλήσποντον να κατηγορήσω μερικούς, οι οποίοι ενόμιζον ότι σας αδικούν.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (1.412-1.444)

Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«Εὐρύμαχ᾽, ἦ τοι νόστος ἀπώλετο πατρὸς ἐμοῖο·
οὔτ᾽ οὖν ἀγγελίῃ ἔτι πείθομαι, εἴ ποθεν ἔλθοι,
415 οὔτε θεοπροπίης ἐμπάζομαι, ἥν τινα μήτηρ
ἐς μέγαρον καλέσασα θεοπρόπον ἐξερέηται.
ξεῖνος δ᾽ οὗτος ἐμὸς πατρώϊος ἐκ Τάφου ἐστί,
Μέντης δ᾽ Ἀγχιάλοιο δαΐφρονος εὔχεται εἶναι
υἱός, ἀτὰρ Ταφίοισι φιληρέτμοισιν ἀνάσσει.»
420 Ὣς φάτο Τηλέμαχος, φρεσὶ δ᾽ ἀθανάτην θεὸν ἔγνω.
οἱ δ᾽ εἰς ὀρχηστύν τε καὶ ἱμερόεσσαν ἀοιδὴν
τρεψάμενοι τέρποντο, μένον δ᾽ ἐπὶ ἕσπερον ἐλθεῖν.
τοῖσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθε·
δὴ τότε κακκείοντες ἔβαν οἶκόνδε ἕκαστος.
425 Τηλέμαχος δ᾽, ὅθι οἱ θάλαμος περικαλλέος αὐλῆς
ὑψηλὸς δέδμητο, περισκέπτῳ ἐνὶ χώρῳ,
ἔνθ᾽ ἔβη εἰς εὐνὴν πολλὰ φρεσὶ μερμηρίζων.
τῷ δ᾽ ἄρ᾽ ἅμ᾽ αἰθομένας δαΐδας φέρε κεδνὰ ἰδυῖα
Εὐρύκλει᾽, Ὦπος θυγάτηρ Πεισηνορίδαο,
430 τήν ποτε Λαέρτης πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσι,
πρωθήβην ἔτ᾽ ἐοῦσαν, ἐεικοσάβοια δ᾽ ἔδωκεν,
ἶσα δέ μιν κεδνῇ ἀλόχῳ τίεν ἐν μεγάροισιν,
εὐνῇ δ᾽ οὔ ποτ᾽ ἔμικτο, χόλον δ᾽ ἀλέεινε γυναικός·
ἥ οἱ ἅμ᾽ αἰθομένας δαΐδας φέρε, καί ἑ μάλιστα
435 δμῳάων φιλέεσκε καὶ ἔτρεφε τυτθὸν ἐόντα.
ὤϊξεν δὲ θύρας θαλάμου πύκα ποιητοῖο,
ἕζετο δ᾽ ἐν λέκτρῳ, μαλακὸν δ᾽ ἔκδυνε χιτῶνα·
καὶ τὸν μὲν γραίης πυκιμηδέος ἔμβαλε χερσίν.
ἡ μὲν τὸν πτύξασα καὶ ἀσκήσασα χιτῶνα,
440 πασσάλῳ ἀγκρεμάσασα παρὰ τρητοῖσι λέχεσσι,
βῆ ῥ᾽ ἴμεν ἐκ θαλάμοιο, θύρην δ᾽ ἐπέρυσσε κορώνῃ
ἀργυρέῃ, ἐπὶ δὲ κληῗδ᾽ ἐτάνυσσεν ἱμάντι.
ἔνθ᾽ ὅ γε παννύχιος, κεκαλυμμένος οἰὸς ἀώτῳ,
βούλευε φρεσὶν ᾗσιν ὁδὸν τὴν πέφραδ᾽ Ἀθήνη.

***
Με σύνεση και γνώση του αντιμίλησε ο Τηλέμαχος:
«Ευρύμαχε, για μένα ο νόστος του πατέρα μου είναι χαμένη υπόθεση·
δεν εμπιστεύομαι λοιπόν κανένα μήνυμα, αν από κάπου φτάσει,
μήτε και λογαριάζω τους χρησμούς, αν κάποιον μάντη η μάνα μου
φωνάξει στο παλάτι και μ᾽ αγωνία τον ρωτά.
Όσο γι᾽ αυτόν τον ξένο, φίλος μας είναι πατρικός, από την Τάφο·
Μέντης το όνομά του και καυχιέται πως είναι ο γιος του εμπειροπόλεμου
Αγχιάλου· ο ίδιος τώρα τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνά.»
420 Ήταν αυτή η τελευταία του λέξη, κι ας είχε αναγνωρίσει την αθάνατη θεά.
Στο μεταξύ οι μνηστήρες παραδόθηκαν στο γλέντι·
με τον χορό ευφραίνονταν και το παθητικό τραγούδι,
πότε θα πέσει το σκοτάδι περιμένοντας.
Και μέσα στην ξεφάντωση πέφτει το βράδυ σκοτεινό και μαύρο·
τότε σηκώθηκαν να κοιμηθούν, καθένας τράβηξε στο σπίτι του.
Με τη σειρά του κι ο Τηλέμαχος — μια κάμαρη ψηλή,
για χάρη του χτισμένη, έβλεπε στην αυλή, πανέμορφη
κι ολόγυρα προφυλαγμένη.
Πήγε λοιπόν εκεί να κοιμηθεί, αλλά ο νους του γύριζε από τις σκέψεις
τις πολλές. Κοντά του βάδιζε, δαδιά κρατώντας αναμμένα, υπόδειγμα
αφοσίωσης, η Ευρύκλεια, του Ώπα η θυγατέρα,
κι αυτός γιος του Πεισήνορα.
430 Παλιά την εξαγόρασε ο Λαέρτης, κι έγινε από τότε κτήμα του·
ήταν ακόμη κοπελίτσα και την αντάλλαξε μ᾽ είκοσι βόδια,
την τίμησε όμως μέσα στο παλάτι, ισάξια με τη νόμιμη γυναίκα του,
αλλά μαζί της δεν επλάγιασε, γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει
την οργή της άλλης.
Αυτή λοιπόν, δαδιά κρατώντας αναμμένα, τον συνόδευε — τόσο πολύ
τον αγαπούσε, όσο καμιά από τις άλλες δούλες, γιατί τον είχε
αναθρέψει από μωρό.
Άνοιξε τότε αυτός τα δυο θυρόφυλλα της κάμαρης, καλοχτισμένης
και γερής, ακούμπησε στην κλίνη του κι έβγαλε από πάνω του
τον μαλακό χιτώνα· αμέσως τον παρέδωσε στα χέρια της στοχαστικής
γερόντισσας, κι εκείνη τον δίπλωσε καλά, να μην τσακίσει,
τέλος τον κρέμασε στον πάσσαλο, στο πλάι της κλίνης
440 με τις τορνευτές οπές.
Ύστερα βγήκε από την κάμαρη, την πόρτα τράβηξε από την ασημένια της
λαβή και κλείδωσε, σέρνοντας από το λουρί τον σύρτη.
Εκεί εκείνος, όλη τη νύχτα ξάγρυπνος και σκεπασμένος με φλοκάτη,
τον δρόμο μελετούσε μέσα του, όπως τον όρισε η θεά Αθηνά.

Όσα μόνον ο έρωτας μπορεί: Η μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης

Ο ολοκληρωμένος έρωτας μαλακώνει τον άνθρωπο, η αγάπη είναι το βαθύτερο νόημα της ζωής.

Όπως είπε ο Μπρετόν: «Κάθε φορά που ένας άνθρωπος αγαπάει, τίποτε δεν μπορεί να τον κάνει να μη συνδεθεί με την ευαισθησία όλων των ανθρώπων».

Υπάρχει έρωτας χωρίς μεταμόρφωση;

Έρωτας χωρίς αλλαγή, ανατροπή;

Το ερώτημα θυμίζει το αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον – τόσο διαφορετικό για τον καθένα από εμάς.

Για άλλους ο έρωτας είναι μάχη –όπως στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, με την ηρωίδα Μαρί-Κλοντ να δεσμεύεται ότι θα παλέψει για την αγάπη του Φραντς–, ενώ για άλλους ο έρωτας είναι μεταμόρφωση, όπως για τον Νικολά Σαρκοζί ή τον Ανδρέα Παπανδρέου. Μια δυναμική μεταμόρφωση, ένα συναισθηματικό ηφαίστειο, άλλοτε με θετικές συνέπειες –μια νέα ζωή, ουσιαστική– και άλλοτε με αρνητικές.

Μα πώς συμβαίνει αυτό, θα αναρωτηθούν κάποιοι, και πώς κάποιοι αλλάζουν και κάποιοι άλλοι όχι;

Σε αντίθεση με τον Κούντερα, που οι φιλοσοφικές του ιδέες για τον έρωτα είναι ότι η αγάπη είναι πράξη δημιουργίας και μέσα από αυτή το άτομο μπορεί να πραγματώσει το Πρέπει του, αυτό για το οποίο ετάχθη, ο ορθολογιστής Robert Sternberg (Πανεπιστήμιο Yale) προσπάθησε να κατανοήσει την έννοια της αγάπης και της φύσης των σχέσεων αναπτύσσοντας την Τριγωνική Θεωρία της Αγάπης.

Σύμφωνα με τον Sternberg, η αγάπη μπορεί να κατανοηθεί ως ένα σύνολο, αποτελούμενο από τρεις συνιστώσες οι οποίες σχηματίζουν τις κορυφές ενός τριγώνου.

Οι συνιστώσες αυτές είναι:

α) η οικειότητα. Οι άνθρωποι νιώθουν πως ο σύντροφός τους τους καταλαβαίνει, μάλιστα δε περισσότερο από ό,τι οι άλλοι.

β) το πάθος. Είναι το κίνητρο για τη σχέση. Πρόκειται για τις ορμές που προκαλούν τη φυσική-σωματική έλξη, τη σεξουαλική επιθυμία, την επιθυμία για ολοκλήρωση της σεξουαλικής επαφής και του συναισθήματος «είμαι ερωτευμένος».

γ) η απόφαση/δέσμευση. Είναι το γνωστικό «καμπανάκι» του έρωτα. Πρόκειται για την απόφαση του ατόμου να αναπτύξει ερωτική σχέση και τη δέσμευσή του να διατηρήσει το συναίσθημα και τη σχέση με τον άλλον.

Σύμφωνα με την Τριγωνική Θεωρία, αν τα τρία στοιχεία που τη συναποτελούν συνδυαστούν, θα δημιουργήσουν οκτώ διαφορετικούς τύπους σχέσεων:

1. Ολοκληρωμένη αγάπη

Προκύπτει όταν σε μια σχέση υπάρχουν και οι τρεις συνιστώσες, και είναι το είδος της αγάπης που οι περισσότεροι επιδιώκουν να βιώσουν.

2. Άφρων αγάπη

Αναπτύσσεται όταν απουσιάζει το στοιχείο της οικειότητας και κυριαρχούν τα στοιχεία του πάθους και της απόφασης/δέσμευσης. Μια τέτοια αγάπη χαρακτηρίζεται επιπόλαιη, με την έννοια ότι η δέσμευση γίνεται με βάση το πάθος, χωρίς να υπάρχει οικειότητα.

3. Συντροφική αγάπη

Αυτός ο τύπος αγάπης παρουσιάζει τα στοιχεία της οικειότητας και της απόφασης/δέσμευσης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μακροπρόθεσμη αφοσιωμένη φιλία, η οποία συχνά χαρακτηρίζει γάμους όπου η σωματική έλξη έχει ξεθωριάσει.

4. Ρομαντική αγάπη

Στη σχέση κυριαρχούν οι συνιστώσες της οικειότητας και του πάθους. Τα άτομα που βρίσκονται σε μια τέτοια σχέση δεν αισθάνονται μόνο σωματική έλξη, νιώθουν ότι υπάρχει και ένας συναισθηματικός δεσμός που τους ενώνει.

5. Κενή αγάπη

Αυτό το είδος της αγάπης προέρχεται όταν στη σχέση εντοπίζεται μόνο το στοιχείο της απόφασης/δέσμευσης και απουσιάζουν τα άλλα δύο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε μακροχρόνιες, στάσιμες σχέσεις οι οποίες έχουν απωλέσει την οικειότητα και τη φλόγα της σωματικής έλξης που άλλοτε τις χαρακτήριζε.

6. Παράφορη αγάπη («κεραυνοβόλος έρωτας»)

Πρόκειται για την ακαριαία σωματική έλξη που αισθάνεται κάποιος για ένα άλλο άτομο, ακόμα και από την πρώτη οπτική επαφή. Σε μία τέτοια περίπτωση απουσιάζουν οι άλλες δύο συνιστώσες της αγάπης και κυριαρχεί η σωματική διέγερση.

Η θεωρία του Sternberg λειτουργεί ανακουφιστικά και λυτρωτικά, γιατί μας δείχνει πόσο διαφορετικές μορφές έχει η αγάπη και μας βοηθά, μέσα σε τόσες μορφές, να βρούμε κάπου να ακουμπήσουμε τη σχέση μας, να ανακαλύψουμε πού είμαστε με το ταίρι μας και πού θέλουμε να πάμε. Παράλληλα, η θεωρία αυτή απαντά στο ερώτημα γιατί κάποιοι άνθρωποι μεταμορφώνονται από τις σχέσεις τους και γιατί σε κάποιους άλλους αυτό δε συμβαίνει.

Η αγάπη που μεταμορφώνει θετικά, που προκαλεί αλλαγές τις οποίες κανένας γιατρός, φίλος, ψυχολόγος δεν μπορεί να καταφέρει, είναι εκείνη που μπορεί να γιατρέψει βαθύτερες πληγές, όχι σκεπάζοντάς τες σαν χανζαπλάστ, αλλά θεραπεύοντάς τες και αποκαθιστώντας τον τραυματισμένο συναισθηματικό ιστό.

Οι συγκλονιστικές αλλαγές που κάνουν έναν άνθρωπο να ανθίζει, το κόκκινο να είναι πιο κόκκινο –όπως λέει και ο Κραουνάκης, «πήρα κόκκινα γυαλιά και όλα γύρω σινεμά…» – είναι οι σχέσεις- «μοχλός», που μας πάνε παρακάτω, μας αλλάζουν, μας δυσκολεύουν, μας προκαλούν να βγάλουμε το καλύτερο από μέσα μας, να ψάξουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, μας ξεβολεύουν και μας προχωρούν.

Είναι εκείνες που ποτέ δε θα σε αφήσουν όπως σε βρήκαν, ακόμα και όταν τελειώσουν – αν και στην ουσία το τέλος δίνεται μόνο εικονικά, καθώς η επίδραση του άλλου είναι τέτοια, που τον άλλον τον «κουβαλάς».

Όπως είπε εύστοχα και ο τραγουδιστής, «…under my skin…» Το έντονο συναίσθημα που γεννά αυτός ο έρωτας απαλλάσσει τον άνθρωπο από τη μεγάλη σκιά του θανάτου και της φθοράς, και οδηγεί σε μονοπάτια πνευματικής και ψυχικής ελευθερίας.

Η τριαρχική θεωρία του Sternberg φωτίζει την πολυπλοκότητα της αγάπης καθώς και τη δυναμική της εξελισσόμενης ποιότητάς της. Το στοιχείο της αγάπης είναι διαφορετικό σε μια σχέση, ανάλογα και με τη χρονική περίοδο. Όπως τα άτομα στο πέρασμα του χρόνου αλλάζουν, με τον ίδιο τρόπο μεταβάλλεται και η αγάπη που αισθάνεται ο ένας για τον άλλον. Τη συντροφική αγάπη είναι πολύ πιθανόν να τη συναντήσουμε σε μακροχρόνιες σχέσεις όπου η σωματική έλξη έχει περάσει στα μετόπισθεν, ενώ η κενή αγάπη αφορά τα άτομα που έχουν περιστασιακές σχέσεις, το γνωστό «one night stand».

Στον αντίποδα της θεωρίας του Sternberg στέκονται πολιτισμοί μη Δυτικοί (Ινδία κτλ.) όπου ο ρομαντικός έρωτας είναι έννοια ξένη. Ας μη βιαστούμε να τους λιθοβολήσουμε και ας αναλογιστούμε ότι η αντίληψη για τον έρωτα εμφανίζεται τον Μεσαίωνα, όπου οι κοινωνικοί φιλόσοφοι υπέδειξαν για πρώτη φορά ότι ο έρωτας θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση του «μαζί» των ανθρώπων. Οι αντιλήψεις αυτές αποτελούσαν μια εναλλακτική προσέγγιση της ωμής σεξουαλικής επιθυμίας, η οποία μέχρι τότε αποτελούσε τον κύριο παράγοντα της σχέσης, του γάμου (Lewis, 1958· Haslett, 2004).

Η κινητήρια δύναμη του ρομαντικού έρωτα είναι μεγάλη και ας κρατήσουμε ότι ο ολοκληρωμένος έρωτας μαλακώνει τον άνθρωπο, γιατί η αγάπη είναι το βαθύτερο νόημα της ζωής. Είναι αυτό που ο Μπρετόν σε μια παράλληλη ανάγνωση είπε: Κάθε φορά που ένας άνθρωπος αγαπάει, τίποτε δεν μπορεί να τον κάνει να μη συνδεθεί με την ευαισθησία όλων των ανθρώπων.