Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

ΕΠΕΙΔΗ ΣΚΕΤΟΣ Ο ΟΡΟΣ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΡΙΣΗ» ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΕ

Αντίθετα από όσα θέλει να επιβάλει ο θρησκευτικός μονοθεϊσμός και όλες οι πολιτισμικές και πολιτικές του εκπορεύσεις, η Ιστορία δεν έχει ούτε «λογική», ούτε «κατεύθυνση». Θα μπορούσαμε να την εικονοποιήσουμε ως μία σφαίρα που κυλάει εδώ κι εκεί, σπρωγμένη μόνο από δυνάμεις και τάσεις που ακατάπαυστα συντίθενται, αναπτύσσονται και αποσυντίθενται στο εσωτερικό της και πουθενά αλλού. Κάθε γραμμική σχεδίαση της Ιστορίας είναι συνεπώς είτε αφελής είτε απατεωνίστικη, σε κάθε περίπτωση πάντως άκυρη και παραπλανητική. Τα κυριάρχα στερεότυπα των καιρών μας κάνουν την «εξελιγμένη» τουλάχιστον ανθρωπότητα να μην παίρνει υπ’ όψη της την παραπάνω αλήθεια και να αναλίσκεται σε γραμμικές («προοδευτικές» ή «προνοιακές») παρερμηνείες της Ιστορίας, με την σκέψη της να κάνει ουσιαστικά βήμα σημειωτόν ή να κυνηγάει την ουρά της. Τα ίδια κυρίαρχα στερεότυπα έχουν αναγάγει το μέσον σε ανώτερο της ουσίας, δηλαδή την οικονομία σε ανώτερη του ίδιου του ανθρώπου, αλλά και της Φύσης της οποίας αυτός αποτελεί ένα μικρό οργανικό τμήμα.

Η γραμμικότητα απαιτεί εστίαση του ενδιαφέροντος αποκλειστικά σε αυτό που είναι «μπροστά», είτε ως εφήμερο παρόν είτε ως άμεσο ή πιο μακρινό μέλλον και ταυτόχρονα περιφρόνηση προς όσα έχουν υποτίθεται «περάσει» και αποτελούν «παρελθόν». Ο Χριστιανισμός νόμισε ότι ξέμπλεκε διαπαντός με όλη την πριν από αυτόν ανθρωπότητα με το να χαρακτηρίσει το οικειοποιήσιμο πολιτισμικό της οικοδόμημα ως «ευαγγελική προπαρασκευή» και το μη οικειοποιήσιμο ως «ειδωλολατρία». Ίδια και απαράλλακτα, ο Μαρξισμός νόμισε ότι ξέμπλεκε διαπαντός με όλη την πριν από αυτόν ανθρωπότητα με το να χαρακτηρίσει την οικειοποιήσιμη πολιτική της κατάκτηση ως «ουτοπικό ή αστικό σοσιαλισμό» και τη μη οικειοποιήσιμη ως οικονομικά συστήματα που αποτελούν ή σύντομα θ’ αποτελέσουν «παρελθόν» («δουλοκτητική κοινωνία», φεουδαρχία, καπιταλισμός). Την αποτίμηση αυτή υιοθετεί βεβαίως και ο υποτίθεται αντίπαλος Καπιταλισμός, αφαιρώντας απλώς τον «τέλειο» εαυτό του από την μαρξιστική τριάδα των υποτίθεται «ξεπερασμένων» οικονομικών συστημάτων.

Καταδικασμένοι ωστόσο να διαψεύδονται, οι οπαδοί της γραμμικότητας βλέπουν την Ιστορία να κάμπτει την υποτιθέμενη γραμμή σε καμπύλη και να «πισωγυρίζει» την ώρα που αυτοί μαρμαρωμένοι κοιτάζουν ευθεία σε ένα φανταστικό στάδιο που έως τώρα θεωρούσαν όχι απλώς «επόμενο» αλλά και «σίγουρο». Η Ιστορία στρέφει τα νώτα της προς τις φαντασιώσεις όχι μόνο της «συντέλειας», αλλά και της «αταξικής» ή της «high tech καπιταλιστικής» κοινωνίας.

Στις ημέρες μας συντελείται η μετάβαση από τον Καπιταλισμό στο διάδοχο σύστημα, την δεύτερη Φεουδαρχία, της οποίας οι διαφορές με την πρώτη είναι ότι η βάση του πλούτου δεν είναι η ακίνητη ιδιοκτησία και ότι ο φεουδάρχης δεν είναι ορατός. Στην παλαιά, πρώτη Φεουδαρχία, οι συνθήκες της απόλυτης ανασφάλειας που είχε γεννήσει η κατάρρευση του ρωμαϊκού κράτους (έναν μόλις αιώνα μετά την πλέον εύνομη φάση του, εκείνη της εποχής των Αντωνίνων) και εν συνεχεία ο πολιτισμικός πρωτογονισμός που έφερε ο Χριστιανισμός, οδήγησαν για περισσότερο από μία χιλιετία τους «αδύναμους και φτωχούς» να αναζητούν την προστασία των κατεχόντων γαίες «αρχόντων» και της Εκκλησίας, που μοίραζαν φέουδα σε εκλεκτούς τους, που εν συνεχεία «διαχειρίζονταν» ασύδοτα χωρικούς, δουλοπάροικους και κανονικούς σκλάβους.

Σε αυτή βεβαίως την δεύτερη, σύγχρονη Φεουδαρχία, βάση του πλούτου δεν είναι οι γαίες ή τα κτίρια, ούτε καν το κεφάλαιο του προγενέστερου Καπιταλισμού, τα οποία στο σύνολό τους όταν μείνουν «ακίνητα» θα καθίστανται εφεξής επαχθή. Σε αυτή την δεύτερη Φεουδαρχία βάση του πλούτου είναι η κερδοφορία από την ταχεία κίνηση του κεφαλαίου ώστε αυτό να αποϋλοποιείται, να γίνεται «ροή», να γίνεται αόρατο. Εδώ οι κύριοι του πλούτου, οι καινούργιοι «δεσπότες», είναι κατά πλειοψηφία ανώνυμοι ή τουλάχιστον άγνωστοι για τον πολύ κόσμο και κρύβονται πίσω από τον αόριστο όρο «αγορές», που αποτελούν τους νέους άϋλους πύργους των σύγχρονων φεουδαρχών. Επίσης, η επικράτεια των φέουδων εδώ δεν είναι εντοπισμένη, αλλά διαχέεται παντού, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα έως τώρα καταφύγια. Το ρευστό φέουδο των δεσποτών των «αγορών» είναι ενσωματωμένο σε και κουβαλιέται από ΚΑΘΕ άνθρωπο, πράγμα, κατάσταση, σύμβαση, κ.ο.κ. που μπορούν να επηρεάζουν άμεσα οι θελήσεις και στοχοθεσίες τους.

Εάν θα επιχειρούσαμε να ορίσουμε αυτούς τους νέους άϋλους πύργους των σύγχρονων φεουδαρχών, τις λεγόμενες «αγορές», θα καταλήγαμε στο ότι αυτές δεν είναι παρά ένας μηχανισμός που υπό το πρόσχημα της εκτίμησης και τιμολόγησης των «επενδυτικών» κινδύνων, πολλαπλασιάζει το δεδομένο τακτικό, πλαστικό, ηλεκτρονικό κ.ο.κ. χρήμα, αλλά και ταυτόχρονα επιτίθεται στο εθνικό κράτος που γεννήθηκε ταυτόχρονα σχεδόν με τον Καπιταλισμό και έζησε παράλληλα με αυτόν έως την αυγή του 21ου αιώνα. Η κύρια επίθεση γίνεται με την επιβολή του αυθαίρετου δόγματος ότι τάχα η επιβίωση των κρατών εξαρτάται όχι από την στρατιωτικο-πολιτική τους ισχύ, αλλά από το κατά πόσο είναι σε θέση ν’ αναχρηματοδοτήσουν τα χρέη τους, λες και πρόκειται για εταιρείες, παρά το γεγονός ότι τα κράτη υπόκεινται σε υποχρεωτική συνέχεια ακόμη και σε περίπτωση πτωχεύσεώς τους.

Όμως, το παράλληλο αλλ’ όχι ταυτόσημο με τον Καπιταλισμό εθνικό κράτος είναι εκείνο που εδώ και δυο αιώνες βρίσκεται στην άλλη πλευρά του κοινωνικού «καπιταλιστικού» συμβολαίου και εγγυάται τα κατακτημένα μετά από σκληρούς αγώνες δικαιώματα του λαού, κυρίως εκείνα που αποτελούν μελλοντική διαρκή απαίτηση, όπως λ.χ. σύνταξη γήρατος, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κ.ά. Εξαφανισθέντος αυτού, κανείς απολύτως δεν υπάρχει στην άλλη πλευρά του συμβολαίου, το οποίο συνεπώς καθίσταται άκυρο ή ανύπαρκτο. Οι άφατοι και ανώνυμοι φεουδάρχες των «αγορών» δεν υποχρεούνται, ούτε έχουν άλλωστε την καλή προαίρεση να «χάνουν» χρήμα για διατήρηση δικαιωμάτων που ίσχυαν στο «παρελθόν» καθεστώς του Καπιταλισμού, όπως συντάξεις γήρατος, ιατροφαρμακευτικές περίθαλψεις, κ.ά. για τεράστια πλήθη που δεν έχουν τίποτε να κάνουν με τον νέο μηχανισμό κερδοφορίας που ούτε καν βασίζεται στην καπιταλιστική παραγωγή (ή στην συνακόλουθη κατανάλωση των παραγομένων). Σε όλο τον «προηγμένο» κόσμο, η τεράστια αστική τάξη (σε όλη την διαστρωμάτωσή της) θα εξουδετερωθεί με μία εσπευσμένη φτωχοποίησή της, με το να υποχρεωθεί δηλαδή να φυτοζωεί εφεξής στο (ανά χώρα) όριο της φτώχειας ή ακόμα και λίγο ή αρκετά κάτω από αυτό.

Το ίδιο το εθνικό κράτος θα υποχρεωθεί σε εξαφάνιση, αφού αυτό που μεθοδεύεται σε παγκόσμιο επίπεδο από τους «δεσπότες» των «αγορών» είναι η πτώχευση ΟΛΩΝ των κρατών, που κατά την ρητορική που ήδη ακούσαμε κατά της Ελλάδος, θα είναι υποχρεωμένα ν’ αποχαιρετίσουν το ένα μετά το άλλο την εθνική τους κυριαρχία. Ο τελετουργικός θάνατος της τελευταίας συνέβη άλλωστε στην Λιβύη με το πρόσχημα της επιβολής της υποχρεωτικής «democracy and freedom» αν και κανείς δεν φάνηκε να καταλαβαίνει τι ακριβώς διαδραματίστηκε εκεί. Υπάρχει άλλωστε και ένα άλλο ακανθώδες ερώτημα: η «δυτική» πολυεπίπεδη υποστήριξη ισλαμιστών, και άρα a priori αντιδημοκρατών, ως δήθεν «αγωνιστών» της δημοκρατίας και της ελευθερίας, οφείλεται σε ογκώδη αφέλεια ή μαρτυράει μία ανάγκη των νέων φεουδαρχών να επαναφέρουν και να θέσουν εκ δεξιών τους και τις (πάσης ετικέττας) θεοκρατίες, που κατά το παρελθόν συνδεσπότευσαν με τους παλαιούς φεουδάρχες;

Παραλαμβάνοντας την σκυτάλη του οικονομισμού από τον νικημένο Καπιταλισμό και τον ακόμα πιο νικημένο Μαρξισμό, η νέα φεουδαρχία των «αγορών», εκτοπίζει σε ακόμα μεγαλύτερα βάθη τον Άνθρωπο, υποχρεώνοντας τα πλήθη να σκέπτονται ακατάπαυστα, και μάλιστα τις περισσότερες φορές με προσωπική αγωνία, αριθμούς, ποσοστά και οικονομικές σχέσεις. Οι πολιτικοί παραδίδουν τα δημόσια πράγματα σε απανθρωποιημένους τεχνοκράτες, οι κοινωνίες υποχωρούν σε αθροίσματα προσώπων πρόθυμων να καννιβαλίσουν ακόμα και τους περισσότερο οικείους τους, το ενδιαφέρον για τους ανθρώπους υποχωρεί σε όλα τα επίπεδα και αντ’ αυτού προελαύνει ο πιο έξαλλος οικονομισμός που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Από κοντά στο κυνήγι του Ανθρώπου βεβαίως και οι (πάσης ετικέττας) θεοκράτες, που όπως είπαμε παραπάνω, μάλλον προωθούνται από τους «δεσπότες» των «αγορών» για συνδεσποτεία, αφού αποδεδειγμένα μπορούν να εγγυηθούν την ταχεία αποκοίμιση της όποιας τάσης για αγανάκτηση.

Οι κρατούντες άφατοι και ανώνυμοι φεουδάρχες των «αγορών» χρησιμοποιούν επίσης τα μέσα διείσδυσης στις συνειδήσεις των πληθών (ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ) για να πείσουν τους πάντες ότι η ανωμαλία που εκπροσωπούν είναι τάχα κάτι το αναπόφευκτο, ενώ ταυτόχρονα οι πολιτικοί υπηρέτες τους κάνουν το παν για να επιβεβαιώσουν του ισχυρισμού το υποτιθέμενο αληθές ώστε να παγώνουν ακόμα περισσότερο οι υπό διαχείριση μάζες.

Ξεκινήσαμε το κείμενο αυτό με την αποσαφήνιση ότι αντίθετα από όσα θέλει να επιβάλει ο θρησκευτικός μονοθεϊσμός και όλες οι πολιτισμικές και πολιτικές του εκπορεύσεις, η Ιστορία δεν έχει ούτε «λογική», ούτε «κατεύθυνση», άρα δεν υπάρχουν αναπόφευκτα ή μη μαχητά πράγματα. Που πάει να πει ότι οφείλουμε από τώρα, σήμερα, ετούτη την ώρα και στιγμή, ν’ αρχίσουμε τις προετοιμασίες μας για αγώνα ενάντια στον τερατώδη κόσμο που έχουν αρχίσει να επιβάλλουν. Έναν κανονικό αγώνα, αφού θα έχει προηγουμένως προσδιοριστεί με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια η ταυτότητα αλλά και η φύση του εχθρού, που δεν είναι άλλος από τον αρνητή του ανθρώπου.

Αρκετά η αγωνιζόμενη ανθρωπότητα πολέμησε επί τόσες και τόσες δεκαετίες ενάντια σε ανεμόμυλους, σπαταλώντας άσκοπα ενέργεια αλλά και αίμα για χάρη της α ή β «ευγενέστερης» εκδοχής του κτηνώδους οικονομισμού. Αυτή την φορά θα πολεμήσουμε με βάση τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Θα πολεμήσουμε για την επαναφορά της κοινότητας που έχει συνοχή, κυριαρχικό δικαίωμα και αυτάρκεια, για επαν-ανθρωπισμό και απο-οικονομοποίηση της ζωής, για τον αυτοσεβασμό μας και την τιμή προς την Φύση και τις αιώνιες αξίες, για την ισοτιμία και την αυτοθέσμιση, για το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού, για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Θα πολεμήσουμε με βάση τον Ανθρωπισμό για τον Ανθρωπισμό. Προς καμμία άλλη κατεύθυνση και με κανέναν άλλον γνώμονα.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ: Το Μυστικό

Το Μυστικό

Η ΑΛΗΘΕΙΑ Είναι Πάντα Ζωντανή και συλλαμβάνεται σαν Εσωτερική Κατανόηση, σαν Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα, σαν Βιωματική Εμπειρία – κι όχι σαν γνώση ή πληροφορία, σαν λέξεις.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ Εκφράζεται με Ζωντανό Βιωματικό Λόγο… αλλά όταν ο λόγος γίνεται πληροφορία είναι πιά στάχτες.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ Είναι ΕΔΩ, Ζούμε Μέσα της, Είμαστε η Αλήθεια. Και παρόλο που η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι μπροστά στα μάτια μας εμείς αντιλαμβανόμαστε άλλα πράγματα και περιπλανιόμαστε σε άλλες πραγματικότητες.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ Είναι Απλή, Τελείως Απλή… Υπάρχει Ένα ΜΥΣΤΙΚΟ για να μπορέσεις να Κατανοήσεις, να Δεις, να Είσαι Ελεύθερος – όχι να ελευθερωθείς μέσα από κάποια διαδικασία, που είναι ψεύτικη ελευθερία…

Αλλά μπορείς να μιλάς έτσι «ανοιχτά» για Μυστικά; Οι άνθρωποι παίρνουν ακόμα και τις πιο «βαθιές εμπειρίες» (κάποιων άλλων), ακόμα και τα πιο «πολύτιμα μυστικά» και τα κάνουν θεωρίες, φιλοσοφίες, θρησκείες – δηλαδή νοητικές συλλήψεις, λέξεις, λέξεις… αντί να Ζήσουν μιλάνε για την Ζωή, αντί να Βιώσουν τη Πραγματικότητα φτιάχνουν θεωρίες, αντί να Δουν την Αλήθεια την ψάχνουν εκεί που δεν είναι.

Όμως η ΑΛΗΘΕΙΑ απέχει από μια θεωρία όσο το αληθινό πράγμα που κρατάς στο χέρι σου από τη λέξη που το «περιγράφει» - δεν έχουν καμία σχέση. Το ένα είναι ζωντανό (έχει οντικό χαρακτήρα) και το άλλο είναι μια νοητική σύλληψη, σύμβαση των ανθρώπων (που εννοούν με την ίδια λέξη ένα πράγμα) και ήχος.

Έτσι κι αν ακόμα ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ κι αν ακόμα μπορείς να Δείξεις στον άλλο ποιόν θα εμπιστευτείς; Αν οι άνθρωποι ήταν καλοί θα έφτιαχναν μια διαφορετική κοινωνία… Έτσι απλά αποσύρεσαι στην «εξοχή» και περνάς τον καιρό σου χωρίς να σπαταλάς ούτε στιγμή σε ανόητους σκοπούς και δραστηριότητες.

Ναι, μπορεί να ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ και μπορεί με τη σιωπή ή ένα χαμόγελο να «ανοίξεις τα μάτια» του άλλου αλλά…

Ποιος είναι Άξιος να Κρατήσει τον ΟΥΡΑΝΟ; Ποιος είναι άξιος να Αγαπήσει τη Γη; Ποιος είναι Ενωμένος με Όλα και Πορεύεται χωρίς ανησυχία, γαλήνιος κι ευτυχισμένος;

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ, ΤΩΡΑ… Αυτό που ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΕ (όλοι μας, ο καθένας) ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΣ Ο ΧΩΡΟΣ, ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΩΡΟΣ… Όλα Είναι Εδώ.

Όλα Συμβαίνουν Μέσα στην ΑΝΤΙΛΗΨΗ μας…

Πως γίνεται και «βλέπουμε» διαφορετικά πράγματα, πως γίνεται κι υπάρχουν άνθρωποι τυφλοί;

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ είναι στην ανάσα σου (τόσο δικό σου, τόσο κοντά, όσο η ανάσα σου), σε τούτη τη στιγμή που ρέει… δεν είναι αλλού – αν το ψάχνεις αλλού…

Το ΠΡΟΒΛΗΜΑ είναι αν αυτό το ΜΥΣΤΙΚΟ έχει κάποια αξία για σένα.

Το ΜΥΣΤΙΚΟ του Μυστικού
(Η ΜΙΑ ΦΥΣΗ)

Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι Τόσο Απλή. Μπορούμε (σαν ανθρώπινα όντα, ο καθένας μας) να Βιώσουμε την Πραγματικότητα Άμεσα κι Απλά… τόσο Απλά όσο ανασαίνουμε, όσο περπατάμε, όσο κάνουμε μια κίνηση με το χέρι… Αλλά…

Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι Τόσο Απλή…

Η ΦΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ και Όλα Είναι ΑΥΤΗ Η ΜΙΑ ΦΥΣΗ – ΑΝΤΙΛΗΨΗ, Τίποτα Άλλο.

Κι Όλα Μέσα σε Αυτή την ΦΥΣΗ Ταυτίζονται με ένα Μυστηριώδη Τρόπο κι ας φαίνονται αλλιώς τα πράγματα (και θα δούμε γιατί «φαίνονται αλλιώς»).

Το ΟΛΟ και το Ιδιαίτερο Ταυτίζονται.

Το ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ και το Ατομικό Ταυτίζονται.

Το ΟΛΟ κι ο Άνθρωπος Ταυτίζονται.

Το ΟΛΟ κι ο ουρανός, η γη, ο αέρας, τα ζωντανά πλάσματα, τα δένδρα, οι πέτρες, κάθε πέτρα… Όλα Ταυτίζονται.

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΨΗ κι ας φαίνονται ότι διαφέρουν (και θα δούμε γιατί «διαφέρουν»).

Αυτή η «Δήλωση», ότι «ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΥΣΗ ΚΙ ΟΛΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ», θα μπορούσε να είναι κάποιο «μυστικό βίωμα», ή μια βιωματική έκφραση, ή μια θεωρία, ή μια λογική (ή παράλογη) δήλωση, ή οτιδήποτε.

Όχι! Πάνω από όλα είναι κάτι που μπορεί να ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ (να ΒΙΩΣΕΙ) ο καθένας.

Πως;

Η ΦΥΣΗ (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) δεν είναι Ακίνητη, Στατική, Είναι Μια Δυναμική Σύλληψη Αυτού που Συμβαίνει και Ρέει Συνεχώς.

Η ΦΥΣΗ Λειτουργεί σαν ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΡΕΟΥΣΑ (Εδώ, Τώρα)…

Αυτή είναι η Λειτουργία της. Αυτή η Λειτουργία Υπάρχει Μέσα στο Κάθε τι που έρχεται στον Χώρο της Ύπαρξης (στον Χώρο του Σχετικού, στο Χώρο του Περιορισμένου, στο Χωρόχρονο, στο Κόσμο, στο Φυσικό Κόσμο…).

Η ΙΔΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Υπάρχει Μέσα στο ΘΕΟ (στην ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ), Μέσα στα Φωτισμένα Όντα, Μέσα στον Άνθρωπο, Μέσα στον ηλίθιο, Μέσα στο κούτσουρο.

Κι Αυτή η ΙΔΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Εκδηλώνεται τόσο σε Υπερβατικό Πεδίο όσο και στο φυσικό πεδίο (όταν είμαστε ενσωματωμένοι σε ένα υλικό φορέα)… γιατί Όλα τα Πεδία Μυστηριωδώς Ταυτίζονται… ΕΔΩ, ΤΩΡΑ…

Αν όμως είναι έτσι (κάλλιστα μπορεί όλα αυτά να είναι ανοησίες ενός ευφάνταστου νου…) τότε γιατί και πως γίνονται οι «διαφοροποιήσεις» που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι; Πως οι υπάρξεις αποκτούν διαφορετικό χαρακτήρα, υπόσταση, εμπειρία και ζωή; Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά (που αντιλαμβανόμαστε συνήθως) γύρω μας;

Ο λόγος είναι ότι κάνουμε ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ της ΙΔΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ (της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ που ΡΕΕΙ, ΕΔΩ, ΤΩΡΑ).

Όταν η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ Απλώνεται Παντού στο Απεριόριστο και το Άχρονο (Περικλείνοντας όλο το Κοσμικό Μέσα της).

Όταν την ΑΝΤΙΛΗΨΗ την Περιορίζουμε (εμείς οι Ίδιοι το κάνουμε) «αποκτάμε» διαφορετικό χαρακτήρα μέσα στο Χώρο της Ύπαρξης (σε όποιο Πεδίο ή Επίπεδο κι αν βιώνουμε την ύπαρξη)… κι έτσι αρχίζει το «Ταξίδι» στους Κόσμους και στη Ζωή… Κι όλα αυτά Υπάρχουν Ταυτόχρονα ΕΔΩ, ΤΩΡΑ κι ας νομίζουμε ότι «διαχωρίζονται».

Όταν η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Είναι Ελεύθερη Υπερβαίνει τις ψυχοσωματικές λειτουργίες και το σώμα (τις σωματικές δραστηριότητες).

Όταν η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Περιορίζεται στη σκέψη ή στην «αίσθηση» ή στις σωματικές λειτουργίες βιώνουμε αυτές τις περιορισμένες καταστάσεις.

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ κι η σκέψη κι η «αίσθηση» κι οι σωματικές εμπειρίες είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα… Είναι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε διάφορες Χρήσεις

Κι όπως Λειτουργεί η ΑΝΤΙΛΗΨΗ και Δημιουργεί όλες τις Περιοριστικές διαδικασίες (περιοριζόμενη), με παρόμοιο τρόπο λειτουργεί η ΑΝΤΙΛΗΨΗ και στις περιορισμένες εκδηλώσεις της, στο επίπεδο της σκέψης, της «αίσθησης», της σωματικής εμπειρίας…

Πως και γιατί όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Πως «ριχνόμαστε» στην ζωή; Γιατί έχουμε άγνοια; Γιατί είμαστε μπερδεμένοι; Γιατί είμαστε έτσι όπως είμαστε;

Είμαστε Εμείς οι Ίδιοι που Κάνουμε ό,τι κάνουμε.

Είμαστε Εξαρχής Ελεύθεροι.

Η Δύναμη που μας Καθιστά Ελεύθερους ή μας Περιορίζει και μας σκλαβώνει είμαστε εμείς οι Ίδιοι, η ΒΟΥΛΗΣΗ μας.

Δεν υπάρχει καμιά Μυστηριώδης Μοίρα, Καμία Μυστική Δύναμη, Κανένα Κάρμα, Κανένας Μηχανισμός… που τα κάνει όλα αυτά.

Είναι η ΒΟΥΛΗΣΗ Μέσα μας (δηλαδή Εμείς οι Ίδιοι) που Αποφασίζει που θα πάει και τι θα κάνει.

Είμαστε Απόλυτα Υπεύθυνοι της Ύπαρξής μας. Εμείς είμαστε οι Ποιμένες της ύπαρξής μας, κανένας άλλος.

Τι σημαίνει λοιπόν να ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ; Απλά να Μένουμε στη Φυσική Κατάστασή μας και να μην Περιορίζουμε την ΑΝΤΙΛΗΨΗ μέσα στις διαδικασίες της σκέψης, της «αίσθησης», των σωματικών λειτουργιών.

Δεν λέμε να μην τα χρησιμοποιούμε όλα αυτά (την σκέψη, την «αίσθηση», το σώμα και τις δραστηριότητές του). Λέμε ότι πρέπει να τα χρησιμοποιούμε χωρίς να μας δεσμεύουν, χωρίς να μας σκλαβώνουν.

Αν, αντί για αυτό, παρασυρόμαστε στις περιοριστικές διαδικασίες, απορροφιόμαστε σε αυτές τις δραστηριότητες, χανόμαστε μέσα σε αυτές τις εμπειρίες, λησμονιόμαστε… απλά βιώνουμε ένα όνειρο – κάτι που υφίσταται αλλά είναι όχι αυτό που συμβαίνει αλλά φαίνεται έτσι… έχουμε μια παραμορφωμένη αντίληψη της ζωής.

Βέβαια, καθένας είναι Ελεύθερος κυριολεκτικά και πρακτικά και κάνει τις επιλογές του… Κι αν κάποιος θέλει να ονειρεύεται, απλά το κάνει. Είναι απλά ένα γεγονός, το αποδεχόμαστε… Κάποτε θα «ξυπνήσει», είναι αναπόφευκτο… γιατί η Ζωή Είναι Κύκλος…

Οι ευθύνες στο ζευγάρι

Μετά από μια σχέση, ανεξαρτήτου χρονικής διάρκειας, το ζευγάρι αποφασίζει να συμβιώσει. Και εκεί είναι που αρχίζουν σιγά σιγά να εμφανίζονται κάποια κενά, κάποιες διαφορές μεταξύ τους, που δεν γνώριζαν το προηγούμενο διάστημα.

Εάν ένα ζευγάρι επιθυμεί να οικοδομήσει ή να βελτιώσει τη σχέση του, πρέπει κατ’ αρχήν να στρέψει την προσοχή του σε αυτό που ονομάζει ο Άντλερ «καθήκοντα της ζωής».

Δηλαδή σε εκείνες τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα το νόημα, το σκοπό της σχέσης μας και της ύπαρξής μας.

Γενικότερα μια ζωή χωρίς ευθύνες είναι μια ζωή χωρίς στόχο. Κανένα ζευγάρι δε θα συμβιώσει για πολύ, αν δεν έχουν την ίδια οπτική όσον αφορά τις ευθύνες τους, αφού η συμμετοχή στις ευθύνες αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της γαμήλιας ζωής.

Μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι πολυγαμικός, αν επιλέξει να δεσμευτεί σαν ζευγάρι μονογαμικά τότε θα πρέπει σε μια υγιή σχέση την μονογαμικότητα καθημερινά να την συντηρεί.

Τα ζευγάρια οφείλουν να “κουρδίζουν το βιολί τους” από κοινού, αν θέλουν να παίζουν αρμονικά. Ποτέ δεν είναι πάρα πολύ νωρίς για να ξεκινήσει αυτή η προσπάθεια.

Κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου, οι σημαντικές αποφάσεις για την ανατροφή των παιδιών και την οργάνωση του σπιτιού βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων του ζευγαριού.

Ωστόσο κάποια άλλα, εξίσου σπουδαία ζητήματα, όσον αφορά τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες τους, δε θα πρέπει να παύουν να συζητούνται σε όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου.

Λιαντίνης: Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα

«Λάβε τη σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράψεις τι βλέπεις. Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1 : 5 x 10(στην 6η), θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους.

Ανάμεσα σ' αυτούς τους χίλιους οι Έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος. Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, και σε μια γραφή που δε διαβάζεται. Λίγο μουστάκι, λίγο πρικοιούλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.

Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μια ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πώς και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της.

Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί για τη νέα δεν έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντί της εμάς τους νεοέλληνες, φέρνουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά 'χουν, συλλογιούνται, ετούτοι οι φελλάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους;

Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς Έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διάφορων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάχτυλο.

Και βέβαια. Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που έλεγε, -ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά;

Σχέση με τους αρχαίους Έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι Γάλλοι, οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε.

Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι*, τουρκολογιά και αράπηδες. Είμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών.

Οι ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους.

Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης.**»
------------------------
* Η λέξη Balkanisierung (Βαλκάνια) για τους γερμανούς σημαίνει την εθνική ανακατωσούρα. Ένα μωσαϊκό από μικροκρατίδια που δεν ξεχωρίζεις το ένα από το άλλο.

** Βλ. το διήγημα του Παπαδιαμάντη "Αποκριάτικη νυχτιά". Τρεις είναι σήμερα οι πληγές που πεθαίνουν την Ελλάδα, όπως η πανούκλα εσάρωνε τη Θήβα στην εποχή του ανίδεου Οιδίποδα. Οι πολιτικοί, οι δάσκαλοι, και οι δημοσιογράφοι με όλα τα ιδιωτικά Media. Πρόκειται για τρεις ορδές συφοράς, που είναι να παλουκώνεις τη μία και να πατταλεύεις την άλλη. Οι δάσκαλοι βέβαια είναι περισσότερο θύματα, παρά θύτες. Γιατί επί γενεές τώρα έχουν γίνει τα ακούσια όργανα μιας πονηρής θρησκευτικής και πολιτικής οδηγίας, που καταστάθηκε παράδοση, και δεν αλλάζει με τίποτα πια.

Δημήτρης Λιαντίνης, Γκέμμα

Bertrand Russell: Η φιλοσοφία της Φύσης

Η θρησκεία, μιας και πηγάζει από τον φόβο, έχει εξάρει ορισμένους φόβους και έκανε τούς ανθρώπους να μην τους θεωρούν μισητούς. Σ’ αυτό έβλαψε πολύ τήν ανθρωπότητα, γιατί κάθε φόβος είναι κακός.


Πιστεύω πώς όταν πεθάνω θα σαπίσω και τίποτα από το εγώ μου δεν θα επιζήσει. Δεν είμαι νέος και αγαπώ τή ζωή, δεν καταδέχομαι όμως να τρέμω από φόβο στή σκέψη της εκμηδένισης μου.

Η ευτυχία δεν είναι λιγότερο γνήσια επειδή κάποτε τελειώνει, ούτε ο στοχασμός και η αγάπη χάνουν τήν άξια τους γιατί δεν διαρκούν αιώνια.

Πολλοί άνθρωποι φέρθηκαν περήφανα στο ικρίωμα, και η ίδια αυτή περηφάνια πρέπει να μας διδάξει να σκεφτόμαστε σωστά για τή θέση του ανθρώπου στον κόσμο.

Ακόμα κι όταν τ’ ανοιχτά παράθυρα της επιστήμης μας κάνουν να αναρριγούμε όσο κι από τή βολική κλεισούρα τών, παραδοσιακών, ενανθρωπιστικών μύθων, στο τέλος, δροσερός αέρας θα μας δυναμώσει και οι ανοιχτοί χώροι θα έχουν ένα δικό τους μεγαλείο,

Η φιλοσοφία της φύσης είναι ένα πράγμα, και η φιλοσοφία αξιών ένα άλλο. Η σύγχυσή τους, μονάχα βλάβη μπορεί να προκαλέσει. Αυτό πού θεωρούμε καλό, αυτό πού αρέσει, δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό πού είναι, μέ το πρόβλημα δηλαδή πού απασχολεί τή φιλοσοφία της φύσης.

Από τήν άλλη μεριά, κανένας δεν μπορεί να μας απαγορεύσει να εκτιμούμε ετούτο ή εκείνο, μέ το πρόσχημα πώς ο μη ανθρώπινος κόσμος δεν το εκτιμά, ούτε είναι δυνατό να μας υποχρεώσουν να θαυμάζουμε οτιδήποτε, γιατί είναι «νόμος της φύσης». δεν υπάρχει αμφιβολία πώς είμαστε μέρος της Φύσης, πού δημιούργησε τούς πόθους μας, τις ελπίδες και τούς φόβους μας» σύμφωνα μέ νόμους πού οι φυσικοί αρχίζουν ν’ ανακαλύπτουν.

Με τήν έννοια τούτη, είμαστε ένα μέρος της Φύσης, δηλαδή είμαστε υποταγμένοι σ’ αυτήν και στους νόμους της, και, τελικά, τα θύματά της.

Η φιλοσοφία της Φύσης δεν πρέπει να είναι υπερβολικά γήινη. Γιατί η Γή είναι ένας μονάχα από τούς πιο μικρούς πλανήτες, πού ανήκουν σ’ έναν από τούς μικρότερους αστέρες τού Γαλαξία.

Θα ήταν γελοίο να εξωθούμε τή φιλοσοφία της Φύσης σέ τρόπο πού τ’ αποτελέσματα της να είναι ευχάριστα. στά απειροελάχιστα παράσιτα του ασήμαντου αυτού πλανήτη.

Ο βιταλισμός σα φιλοσοφία και η θεωρία της εξέλιξης δείχνουν, από τήν άποψη αύτη, έλλειψη αίσθησης αναλογιών και λογικής σημασίας. Ατενίζουν τα γεγονότα της ζωής, πού μας ενδιαφέρουν προσωπικά, σα να έχουν συμπαντική σημασία, και όχι μιά σημασία πού περιορίζεται στήν επιφάνεια της Γής.

Η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία, σαν συμπαντικές φιλοσοφίες, δείχνουν τον ίδιο αφελή ανθρωπομορφισμό.

Το μεγάλο Σύμπαν, στο μέτρο πού το γνωρίζουμε, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό και δεν ενδιαφέρεται να μας κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους. Όλες οι τέτοιες φιλοσοφίες προκύπτουν από τήν έπαρση μας και διορθώνονται κατά τον καλύτερο τρόπο μέ λίγη αστρονομία.

Στή φιλοσοφία άξιων όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Φύση είναι ένα μέρος μονάχα αυτών πού μπορούμε να φαντασθούμε. το κάθε τί, πραγματικό ή φανταστικό·, μπορεί να εκτιμηθεί από μας και δεν υπάρχουν εξωτερικά σταθμά πού να αποδείχνουν πώς η αξιολόγησή μας αύτη είναι λαθεμένη.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι τελεσίδικοι κριτές των αξιών και στον κόσμο των αξιών η Φύση είναι ένα μόνο μέρος του. Έτσι, σέ τούτον τον κόσμο είμαστε μεγαλύτεροι από τή Φύση.

Στον κόσμο των αξιών η Φύση είναι ουδέτερη, ούτε καλή είναι ούτε κακή, ούτε άξια θαυμασμού, ούτε άξια καταδίκης. Εμείς είμαστε εκείνοι πού δημιουργούμε τις αξίες και οι πόθοι μας είναι εκείνοι πού αξιολογούν.

Στο βασίλειο αυτό είμαστε βασιλιάδες και εξευτελίζουμε σίγουρα την ηγεμονία μας, αν σκύβουμε το κεφάλι μπροστά στή Φύση. Σέ μας εναπόκειται να καθορίσουμε τί είναι, καλή ζωή, όχι στή Φύση — ούτε καν αν τήν προσωποποιήσουμε σα θεό.

Bertrand Russell, Μετά τη γνώση

Η ερωτική εξομολόγηση είναι η πιο απολαυστική παρεκτροπή

Εκτρέπομαι σημαίνει βγαίνω έξω, απομακρύνομαι απ΄ την κανονική, τη φυσική, την αρχική μου πορεία. Μεταφορικά σημαίνει ξεφεύγω απ΄ τα όριά μου, παρεκκλίνω. Πρόκειται για ένα ρήμα που όλοι, σχεδόν, το ΄χουμε συνδέσει με αρνητικές και ανεπιθύμητες μορφές συμπεριφορών. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι πρόκειται για μια λέξη με διφορούμενο νόημα, που γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτό όταν μιλάμε για τον έρωτα.

Στο έργο του Πλάτωνα, «Συμπόσιο», ο έρωτας παρουσιάζεται ως μια πανίσχυρη δύναμη, ικανή να μεταμορφώσει τον άνθρωπο σε ήρωα. Ο ποιητής Αγάθωνας, περιγράφοντάς τον στο έργο αυτό, λέει «ο Έρωτας ούτε αδικεί ούτε αδικείται από θεό ή άνθρωπο και δεν υφίσταται βία, ούτε την ασκεί, γιατί ο καθένας με τη θέλησή του προσέρχεται σε αυτόν. Όσα συνομολογούν αμοιβαία οι εραστές, τα επικυρώνουν οι νόμοι».

Είναι πολλοί, όμως, αυτοί που διστάζουν να μιλήσουν για τον έρωτα ή να μιλήσουν στον έρωτα. Στο δικό τους έρωτα. Φοβούνται να εκτεθούν. Δε θέλουν να τσαλακώσουν τον άψογα σιδερωμένο εαυτό τους. Ελέγχουν κάθε τους λέξη και κάθε τους ενέργεια. Τρομάζουν στην ιδέα ότι εκφράζοντας τα όποια, τυχόν, συναισθήματά τους, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να κριθούν. Να χαρακτηριστούν είτε απελπισμένοι και φαντασμένοι είτε κακοί, είτε ακόμα και θύματα. Πιστεύουν ότι εάν δείξουν όσα αληθινά νιώθουν, οι άλλοι είτε θα τους εκμεταλλευτούν είτε θα τους θεωρήσουν δεδομένους κι έτσι θα χάσουν το παιχνίδι. Αντιμετωπίζουν τον έρωτα σαν ένα παιχνίδι. Έναν αγώνα, που στη λήξη του ένας μόνο μπορεί να ΄ναι ο νικητής. Και τη θέση αυτή τη θέλουν μόνο για τον εαυτό τους. Είναι αυτοί που δεν παρ-εκτρέπονται.

Άλλοι, πάλι, προβληματισμένοι με το υποκείμενο του πόθου τους, σιωπούν. Βυθίζονται στη θλίψη, τον παραλογισμό και την ένταση της σχέσης τους. Και συνεχώς επικρίνουν πολύ σκληρά τον άλλο. Μόνο, όμως, νοητικά. Γιατί μπροστά στον έρωτά τους ξέρουν καλά πώς να τηρούν αυτή την ψυχρή σιωπή. Δε μιλάνε. Εκρήγνυνται μόνοι τους τα βράδια, σε μια άδεια κρεβατοκάμαρα, παρέα με τη μοναξιά τους. Κι αυτοί δεν εκτίθενται, δεν ξεφεύγουν απ΄ τα όριά τους. Κι αν το κάνουν, είναι πάντοτε μόνοι τους. Κι αυτοί δεν παρ-εκτρέπονται.

Και κάποιοι απλώς ντρέπονται να εκφράσουν όσα νιώθουν, να ζητήσουν, να προσφέρουν. Φοβούνται ότι με τον τρόπο αυτό θα γίνουν αντιληπτοί απ΄ τον άνθρωπο που, κατά τ΄ άλλα, έχουν επιλέξει για σύντροφο. Κι αν συμβεί αυτό, ο άλλος θα το βάλει στα πόδια. Κι αυτό δεν το θέλουν. Σιγά μην εκτεθούν. Κι αυτοί έχουν μάθει να μην παρ-εκτρέπονται.

Όλο αυτό μοιάζει μ΄ έναν έλεγχο διαρκείας. Κάθε λογής συναισθήματα, που παραμένουν εγκλωβισμένα σε μια διαμορφωμένη, από πειθαρχία, ζώνη φαινομενικής «άνεσης». Αλήθεια, έτσι είναι ο έρωτας; Κατηγορηματικά όχι. Επειδή έρωτας είναι αυτή η πανίσχυρη δύναμη, που αν αφεθείς πάνω της, σε παρασύρει, κάνοντάς σε να χάσεις τον έλεγχο της ισορροπίας σου, να παρεκκλίνεις της αρχικής σου πορείας και να οδηγηθείς στην απόλυτη ελευθερία. Αυτή είναι μαγεία του έρωτα. Μια λέξη, δίχως πολυάριθμα κοσμητικά επίθετα. Μόνο ελευθερία.

Κι όταν στον έρωτα νιώθεις ελεύθερος δε φοβάσαι. Τα κάθε λογής τραύματά σου κι οι αρνητικές σου εμπειρίες εξαφανίζονται. Δε σ΄ ενδιαφέρει αν θα εκτεθείς. Θα μιλήσεις, θα εκφράσεις όλα όσα νιώθεις, δυσάρεστα κι ευχάριστα. Επειδή δε σε νοιάζει αν θα σε κρίνουν. Σε αφήνει παγερά αδιάφορο το αν θα σε σιχαθούν ή θα σε ανεχθούν. Αν θα σε θεωρήσουν δεδομένο ή απελπισμένο. Προβληματίζεσαι και το συζητάς. Πονάς και το εκφράζεις. Ζηλεύεις και το δείχνεις. Νευριάζεις και ουρλιάζεις. Θέλεις να σπάσεις ό,τι βρεις μπροστά σου, γιατί σε πνίγει το δίκιο και το κάνεις. Φωνάζεις άφοβα, τολμηρά σ΄ αγαπάω και το πιστεύεις. Ομολογείς τα συναισθήματά σου, δίχως να τρομάζεις. Ζητάς να πάρεις κι ανοίγεις απλόχερα την αγκαλιά σου να προσφέρεις.

Γνωρίζεις την αλήθεια σου και μιλάς γι΄ αυτήν. Ξεφεύγεις απ΄ τα όριά σου, δίχως ν΄ αντιστέκεσαι στιγμή σ΄ όσα νιώθεις και βιώνεις. Παρεκκλίνεις της πρέπουσας συμπεριφοράς σου. Επειδή δεν ντρέπεσαι τον έρωτα. Τον αποδέχεσαι με την απόλυτη ευτυχία του αλλά και το βαθύ του δράμα. Αποδέχεσαι τα σκοτάδια σου και τα επιδεικνύεις για να τα εξορκίσεις. Έχεις πλήρη επίγνωση των όσων αισθάνεσαι. Αφήνεσαι να εκτεθείς. Παρ-εκτρέπεσαι. Γιατί για σένα αυτό σημαίνει κατάθεση ψυχής.

Ο έρωτας κάμπτει όλες σου τις αντιστάσεις. Σε κάνει να πετάς, να ξεφεύγεις. Σε απογειώνει. Σε κάνει να εκτρέπεσαι και να παρ-εκτρέπεσαι. Κι αυτή η εκτροπή ονομάζεται εξομολόγηση. Κι η εξομολόγηση συν-κινεί. Ναι, συγκινεί. «Όσα συνομολογούν αμοιβαία οι εραστές τα επικυρώνουν οι νόμοι». Όσα πάνω στο «δραματικό» βάθος του έρωτα ομολογούνται, συνομολογούνται κι άρα εξομολογούνται, είναι παραδεκτά και νόμιμα.

Ακριβώς, όπως, έγραψε η μοναδική Μαλβίνα Κάραλη στην «Πλαγιομετωπική» της· «υπάρχει μια πάθηση που λέγεται στατικός έλεγχος. Στη Φυσική ορίζεται ως “εκτροπή σώματος που πέφτει ελεύθερο”. Στον έρωτα, το λένε Εξομολόγηση.».

Η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα

«Πραγματικά κανένα πράγμα στον κόσμο δεν απασχόλησε τόσο πολύ τη σκέψη μου, όσο αυτό το Εγώ, αυτό το αίνιγμα ότι είμαι ζωντανός, ότι είμαι ένας, χωρισμένος και διαφορετικός από τους άλλους, ότι είμαι ο Σιντάρτα!

Κι όμως, για κανένα πράγμα στον κόσμο δεν ξέρω λιγότερα απ’ ότι για μένα, για τον Σιντάρτα!»

«Κοίταξε Καμάλα: όταν ρίχνεις μια πέτρα στο νερό, βιάζεται να βρει το συντομότερο δρόμο για το βυθό.

Έτσι γίνεται και όταν ο Σιντάρτα έχει ένα σκοπό, μια πρόθεση.

Ο Σιντάρτα δεν κάνει τίποτα, περιμένει, σκέφτεται, νηστεύει, αλλά περνάει μέσα από τα πράγματα του κόσμου όπως η πέτρα από το νερό, χωρίς να κάνει τίποτα, χωρίς να κινηθεί, κάτι τον τραβάει, αφήνεται να πέσει.

Ο σκοπός του τον τραβάει, γιατί δεν αφήνει να μπει στην ψυχή του τίποτα αντίθετο στο στόχο του.

Αυτό έμαθε ο Σιντάρτα από τους σαμάνους.

Αυτό οι ανόητοι το ονομάζουν θαύμα και πιστεύουν πως προκαλείται από τους δαίμονες.

Τίποτα δεν προέρχεται από τους δαίμονες, δεν υπάρχουν δαίμονες.

Ο καθένας μπορεί να κάνει θαύματα, καθένας μπορεί να πετύχει το σκοπό του, αν ξέρει να σκέφτεται, να περιμένει και να νηστεύει».

«Δες Γκοβίντα μου, αυτή είναι μια από τις σκέψεις που ανακάλυψα: Η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα».

«Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία.

Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί απ’ αυτήν, να κάνει μ’ αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει.

Αυτό ήταν που υποψιαζόμουν καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.

Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Άκουσε τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό!

Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη.

Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.

Όταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σαμσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση.

Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι’ αυτόν που θέλει να διδάξει.

Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος.

Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σαμσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.

Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό.

Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό.

Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό».

Έρμαν Έσσε, Σιντάρτα. Ένα ινδικό παραμύθι

Η φυσική της έννοιας του θανάτου από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και η αντίστοιχη θεοκρατική της διαστρέβλωση

Έξοχα είχαν συλλάβει την έννοια του θανάτου διανοητές και φιλόσοφοι της αρχαιότητας, όπως π.χ. ο Ηράκλειτος (ως στοιχείο της θεωρίας του για την αιώνια μεταβολή). Οι αρχαίοι έλληνες αντιμετώπιζαν το θάνατο ως φυσική αρχή. Θεωρούσαν τον άνθρωπο ως ένα μέρος του Σύμπαντος, εντός του οποίου ενυπάρχουν τόσο η ζωή όσο και ο θάνατος. Κατάφαση -και όχι άρνηση- της ζωής προϋπέθετε γιʼ αυτούς η κατάφαση του θανάτου.

Ο τρόμος του θανάτου εισέβαλε από την Ανατολή. Σε αυτόν βασίστηκαν οι θρησκείες· εκεί πάτησαν οι κατά καιρούς εξουσιαστές, για να στηρίξουν τον εξουσιασμό τους. Η γιγάντια αναμέτρηση μεταξύ κλασικού κόσμου και θεοκρατίας παίχτηκε και κρίθηκε αποκλειστικά επάνω στο ιδεολογικό πεδίο θεώρησης του θανάτου.


Κατά την αρχαιότητα ο Θάνατος παριστάνονταν συνήθως ως πράος, ευειδής πτερωτός νέος (αριστερά, ε΄ αι. π.Χ., Έφεσος) σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες τρομακτικές χριστιανικές απεικονίσεις, όπως η δεξιά, στην οποία ο Θάνατος παριστάνεται ως έφιππος σκελετός (πίνακας Π. Μπρούγκελ, ιστ΄ αι. μ.Χ., Μουσείο Πράδο.)

Έριφος ες γάλʼ έπετον

Η ζωή και ο θάνατος βρίσκονται μέσα στην Φύση, από το μακρόκοσμο έως το μικρόκοσμο, και είναι αλληλένδετα το ένα με το άλλο. Κάθε χρονική στιγμή άπειρος αριθμών πλανητών, ηλιακών συστημάτων, αλλά και ολόκληρων γαλαξιών στο Σύμπαν διαλύονται, σβήνουν και πεθαίνουν, όπως κι αντίστοιχα άπειρος αριθμός αυτών γεννιούνται. Στη Γη, ένα μικρό πλανήτη, που κινείται γύρω από ένα μικρό Ήλιο, σε έναν από τους άπειρους γαλαξίες του Σύμπαντος άπειρος αριθμός θανάτων συμβαίνουν κάθε χρονική στιγμή κι άπειρος αριθμός γεννήσεων αντίστοιχα.

Όλα τα υλικά, από τα οποία είμαστε σχηματισμένοι (άνθρακας, σίδηρος, νερό, κ.τ.λ.) βρίσκονται στο Γαλαξία μας. Άλλα υπήρχαν, όταν σχηματίστηκε η Γη και το Ηλιακό μας Σύστημα, ή έπεσαν αργότερα στη Γη από μετεωρίτες, ή σχηματίστηκαν στη Γη βάσει φυσικών διαδικασιών. Κάθε φυτό και ζώο –και ο άνθρωπος– αποτελούνται από πρωτόνια, ηλεκτρόνια και νετρόνια, τα οποία με πολύπλοκες διαδικασίες σχηματίζουν τα κύτταρα, εκατομμύρια των οποίων βρίσκονται σε κάθε ον, σε κάθε ανθρώπινο σώμα, που δεν είναι τίποτε άλλο από σκόνη ενδογαλακτικού νέφους. Όταν τα ζώα η τα φυτά πεθάνουν, τα συστατικά τους επιστρέφουν στη Γη, όπου διαλύονται, ανακυκλώνονται και χρησιμοποιούνται για το σχηματισμό νέων οργανισμών, νέων ζωών. Όλα όμως είναι συστατικά του Γαλαξία μας, που έχει σχηματισθεί από υλικά που υπήρχαν ήδη στο Σύμπαν.

Μια εικόνα του κύκλου της ζωής και του θανάτου στο Σύμπαν: Σε ένα γαλαξία βρίσκεται ένα φωτεινό νέφος αερίων και σκόνης, ένα νεφέλωμα, στο οποίο υπάρχουν χιλιάδες πρόσφατα σχηματισμένοι αστέρες. Εάν δεν είχε πεθάνει ένας τεράστιος αστέρας εκατομμύρια χρόνια πριν, αυτό το φυτώριο νέων αστέρων δεν θα είχε ποτέ δημιουργηθεί.

Αυτή η διαδικασία περιγράφεται αλληγορικά με εξαιρετική γλαφυρότητα στα «Ορφικά». Οι ορφικο-μυστηριακοί μύθοι της Περσεφόνης και του Πλούτωνα, της Ωρείθυιας και του Βορέα, της Ηούς και του Κεφάλου, του Ενδυμίωνα και της Σελήνης, του Αδώνιδος και της Αφροδίτης είναι αλληγορικοί και συμβολίζουν τον έρωτα και το θάνατο, το χειμώνα και την άνοιξη, το θάψιμο - σπορά των γεννημάτων και την ανθοφορία τους. Οι Ορφικοί, οι οποίοι δεν ήταν απλοί θρησκειολόγοι αλλά ανυπέρβλητοι επιστήμονες, μετατόπισαν το βασίλειο των νεκρών από τον Άδη στο Γαλαξία. Κατά τους Ορφικούς δεν υπήρχε θάνατος, αλλά μεταβολή και εναλλαγή ζωής, η οποία με το θάνατο επιστρέφει στην πηγή της, το Γαλαξία.

«Έριφος ες γάλʼ έπετον»· έτσι κλείνει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα των Ορφικών (απ. 18, γρ. 13), που σημαίνει: «σαν κατσικάκι έπεσα στο γάλα». Είναι ο νεκρός που το λέει, όταν ο Ευκλής και ο Ευβουλεύς τον υποδέχονται στον Άδη, κι αυτός πέφτει στο γάλα. Με το γάλα αλληγορείται ο Γαλαξίας, ο νεκρός δηλαδή ξαναγυρνά στην πηγή της ύλης του. Με το απόσπασμα αυτό εξηγείται, πως τα φυσικά συστατικά, που συνθέτουν τον άνθρωπο, τα οποία αποτελούν ένα μικρό μέρος της γαλαξιακής σκόνης, με το θάνατο του ανθρώπου επιστρέφουν στο Γαλαξία, απʼ όπου προέρχονται.

Ακόμα και εάν συμβεί ατομική έκρηξη και εξαϋλωθούμε, τα συστατικά μας θα μετατραπούν σε ενέργεια βάσει της γνωστής εξίσωσης μετατροπής της ύλης σε ενέργεια (Ε=mc2), η οποία ενέργεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί από άλλους οργανισμούς ή να μετατραπεί πάλι σε ύλη βάσει της αντίστροφης διαδικασίας. Ακόμα και τα συστατικά, από τα οποία σχηματίστηκε ο Γαλαξίας μας και από τα οποία είναι σχηματισμένη η ζωή σήμερα στη Γη, ενδεχομένως να ήταν παλαιότερα ενέργεια, η οποία έχει μετατραπεί σε ύλη στο μακρυνό παρελθόν.

«Διαφυόμενον- ξυμφυόμενον»:

Η ζωή και ο θάνατος στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική Σκέψη

Οι βάσεις της Φιλοσοφίας, των φυσικών επιστημών και της κατά φύση φιλοσοφικής προσέγγισης του κόσμου τέθηκαν τον στ΄ αι. π.Χ. στη Σχολή της Μιλήτου. Ο Αναξίμανδρος έγραψε πραγματεία περί Φύσεως, από την οποία διασώθηκαν φράσεις μνημονευόμενες από τον Αριστοτέλη και τον Ιππόλυτο και οι παρακάτω χαρακτηριστικοί στίχοι, που βρίσκονται στα σχόλια έργων του Αριστοτέλη του Σιμπλίκιου: «Αναξίμανδρος αρχήν είρηκε των όντων το άπειρον... εξ ων δε η γένεσίς εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίγνεσθαι κατά το χρεών· διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν.» («Εις Φυσικά Αριστοτέλους», 24.13.)

Δηλαδή: «Ο Αναξίμανδρος πρεσβεύει ότι αρχή και στοιχείον των όντων είναι το άπειρον... και ότι εξ εκείνου, από το οποίον γίνονται τα όντα, εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα κατά το πρέπον· διότι αυτά ούτω πως δίδουν δίκην και αποζημίωσιν προς άλληλα δια την αδικίαν (δηλ. τη διατάραξη της ισορροπίας) κατά το πλήρωμα του χρόνου.» Δίκη κατά τον φιλόσοφο είναι η αδήριτη αρμογή των αντιθετικών δυνάμεων στην εξισορρόπησή τους· είναι η ομολογία των αντιθετικών δυνάμεων του Σύμπαντος, που ορίζει «κατά την του χρόνου τάξιν» τα όρια του κάθε όντος και φέρει στο φως την εξέλιξη της ζωής και της φύσεως. Πρόκειται για την Αναξιμάνδρειο κοσμοδικία, που σαν τραγωδία εκτυλίσσεται μεταξύ βίας και συντριβής, μεταξύ ύβρεως και τίσεως και νεμέσεως.

Ο Σιμπλίκιος προσθέτει, ότι «εξ εκείνων, οι οποίοι λέγουν ότι το Σύμπαν είναι εν και κινούμενον και άπειρον, ο Αναξίμανδρος μεν ο Μιλήσιος πρεσβεύει, ότι αρχή και στοιχείον των όντων είναι το άπειρον, ...εκ της οποίας γίνονται όλοι οι ουρανοί και οι εις τους αυτούς υπάρχοντες κόσμοι».

Πολύ ενδιαφέρον για τη θεωρία του Αναξίμανδρου παρουσιάζει και η εξής πληροφορία, που περιέχεται στην πραγματεία του Πλούταρχου «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις»: «Ο Αναξίμανδρος δε ο Μιλήσιος λέγει, ότι αρχική ουσία των όντων είναι το άπειρον· διότι από αυτό γίνονται όλα τα πράγματα και εις αυτό καταλήγουν φθειρόμενα. Διʼ αυτό γίγνονται πολλοί κόσμοι και πάλιν φθείρονται εις εκείνο, από το οποίον έγιναν.»

Aκόμα κι αν έθλιβε και μελαγχολούσε τους αρχαίους Έλληνες ο θάνατος, δεν τους είχε καταστήσει αρνησιθάνατους η άπραγους μοιρολάτρες, γιατί γνώριζαν, πως η ζωή είναι αναπόσπαστα δεμένη με το θάνατο. 

Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, το Σύμπαν - Κόσμος δεν αποτελεί δημιούργημα κάποιου θεού η ανθρώπου, αλλʼ ήταν, είναι και θα είναι «πυρ αείζωον», που αναβοσβήνει με ρυθμό και νόμο («άπτεται και αποσβέννυται μέτρα», Απ. 30). Κατά το Δημόκριτο ο μεγάλος κόσμος (Σύμπαν) αποτελείται από άπειρους αυτοτελείς, αυτόζωους κι αυτοκίνητους μικρούς κόσμους, που είναι διατεταγμένοι τέλεια και αποτελεσματικά έτσι, ώστε να δημιουργούν μια ενιαία ολότητα. Ο κάθε μικρόκοσμος είναι αυτοελεύθερος κι αυτόνομος ως μονάδα, συγχρόνως όμως είναι κι αυτοδεσμευμένος ως μέλος - απόσπασμα της ολότητας. Η ζωή λοιπόν κι η πρόσβαση του κάθε μικρόκοσμου μπορεί να φαίνεται ανεξάρτητη, στην πραγματικότητα όμως επηρεάζεται αποφασιστικά από τους ομοίους του, εξαρτάται δε και συντηρείται απʼ την ολότητα, με την οποία «η μοίρα τον έχει δέσει με σιδηρές αλυσίδες κι εκτός των κόλπων αυτής δεν νοείται» (Παρμενίδης, Απ. 8).

Όπως ο μεγάκοσμος «άπτεται και αποσβέννυται μέτρα», έτσι κι ο κάθε μικρόκοσμος -άρα κι ο άνθρωπος, αφού και «άνθρωπος μικρός κόσμος» (Δημόκριτος, Απ. 34)- ανάβει και σβήνει, γεννιέται και πεθαίνει, εξασφαλίζοντας έτσι την αιωνιότητα και την νεότητα του Σύμπαντος.

Σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή δύο αρχές κατευθύνουν τα πράγματα στον κόσμο και τα φαινόμενα. Η φιλία (η έλξη) και το νείκος (η άπωση). Από την φιλία (την έλξη) των πολλών προέρχεται το ένα, ενώ από το νείκος (την άπωση) προέρχονται τα πολλά. Η θεωρία αυτή του Εμπεδοκλή της γένεσης των πραγμάτων (οργανισμών κ.λπ.) συνεπεία της έλξης απλών στοιχείων και της αποσύνθεσής τους συνεπεία της χαλάρωσης των ελκτικών δυνάμεων και της μεταξύ των απλών στοιχείων εμφανιζόμενης άπωσης προκαλεί τον θαυμασμό της σύγχρονης Επιστήμης, η οποία στο σημείο αυτό είναι απόλυτα σύμφωνη με τον Ακραγαντίνο φυσικό φιλόσοφο. («Φύσις ουδενός εστιν απάντων θνητών, ουδέ τις ουλομένου θανάτοιο τελευτή, αλλά μόνον μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων εστί, φύσις δʼεπί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν» Απ. 8, 4-7.)

Η συνεχής εναλλαγή ζωής και θανάτου δεν έχει σταματημό σύμφωνα με τον Εμπεδοκλή: «Και ταύτʼ αλλάσσοντα διαμπερές ουδαμά λήγει», μας πληροφορεί («Περί Φύσεως», 17.) Τα πέρατα -άρα και η γένεση κι ο θάνατος των όντων- συνίστανται στο αλληλοξεπέρασμά τους· κι όπως η ζωή διαπερνά και ξεπερνά το θάνατο, έτσι κι ο τελευταίος διαπερνά και ξεπερνά τη ζωή, μʼ αποτέλεσμα τη δημιουργία του Εμπεδόκλειου «σφαίρου», της σφαιρικότητας δηλαδή της αειμετάβλητης ζωής του Σύμπαντος, που χαρακτηρίζεται από την απεραντοσύνη στο χώρο και την αιωνιότητα στο χρόνο. Η διαφοροποίηση –ενοποίηση των όντων, το «διαφερόμενον– ξυμφερόμενον» του Ηρακλείτου, ο Εμπεδοκλής το διατυπώνει ως «διαφύεσθαι - ξυμφύεσθαι», ως «διαφυόμενον- ξυμφυόμενον» και μάλιστα πολλαπλώς. Η γέννηση αποτελεί συν-δόμηση των ριζωμάτων, μια συνδόμηση που προϋποθέτει κάποια προγενέστερη απο-δόμηση, κι η τελευταία προϋποθέτει κάποια μελλοντική συν-δόμηση.

Χαρακτηριστικό είναι ένα απόφθεγμα του Θαλή, με το οποίο δεν διακρίνει διαφορά μεταξύ θανάτου και ζωής: «Ουδέν έφη τον θάνατον διαφέρει του ζην· «συ ουν», έφη τις, «διατί ουκ αποθνήσκεις;» «ότι», έφη, «ουδέν διαφέρει». Δηλαδή: «Έλεγεν, ότι ο θάνατος δεν διαφέρει της ζωής. Τότε, εσύ, γιατί δεν πεθαίνεις; του είπε κάποιος. Διότι, είπε, δεν διαφέρει ο θάνατος της ζωής».

«Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον», λέει ο Ηράκλειτος, που σημαίνει, ότι, εάν δεν καλλιεργείς μέσα σου φανταστικούς κόσμους, δεν πρόκειται και να τους συναντήσεις, γιατί αυτοί δεν ανήκουν στην περιοχή του επιστητού και νοητού· άρα είναι α-νόητοι, αφού «ταυτόν εστι το νοέειν τε και είναι» σύμφωνα με τον Παρμενίδη. Με άλλα λόγια, «τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσης, αν δεν τους κουβανής μέσʼ στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνη εμπρός σου», όπως λέει ο ποιητής.

«Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον»

Επί του ιδεολογικού προβλήματος του φόβου και συγκεκριμένα του φόβου του θανάτου παίχτηκε και κρίθηκε η γιγαντιαία, πολυαίωνη και πολύκροτη μάχη του ορθολογισμού με τη θεοκρατία, της ελευθερίας με τη δουλεία, της αλήθειας με το ψεύδος, του πολιτισμού με την βαρβαρότητα. Όταν οι εξουσιαστές επέσεισαν την απειλή του μεταφυσικού φόβου, τον «φόβο Κυρίου», τον φόβο θανάτου με όλα τα παρεπόμενα (κολάσεις, καζάνια που βράζουν, πίσσες, πηρούνες, δεύτερες παρουσίες και νεκραναστάσεις), οι άνθρωποι λύγισαν. Έκτοτε η θεοκρατία, αδίστακτη καθώς είναι και τυραννική, χρησιμοποιεί κατά κόρον το όπλο της επιτυχίας της κι εκμεταλλευόμενη τις ανθρώπινες αδυναμίες κι ατέλειες κατατρομοκρατεί τους ανθρώπους με την οργή του Γιαχβέ και τους μεταθανάτιους κολασμούς.

Για τους χριστιανούς ο θάνατος είναι αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος, δια του οποίου «ο θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον και εις πάντας ανθρώπους διήλθε» (Ρωμ. ε 12). Αίτιος του θανάτου είναι ο αυτεξούσιος και ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος «αποστραφείς τα αιώνια και συμβουλία του διαβόλου εις τα της φθοράς επιστραφείς, εαυτώ αίτιος της εν τω θανάτω φθοράς γέγονε» (Μ. Αθανάσιος, «Λόγος περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου» 5, Migne P.G. 25, 104-5). «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον», αναφέρεται σε ιδιόμελο του Ιωάννου Δαμασκηνού. Η «Αποκάλυψις» κάνει λόγο για καζάνια με φωτιά: «Τοις δε δειλοίς και απίστοις και εβδελυγμένοις και φονεύσι και πόρνοις και φαρμακοίς και ειδωλολάτραις και πάσι τοις ψευδέσι το μέρος αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη εν πυρί και θείω, ο εστιν ο θάνατος ο δεύτερος» (κα 8.)

Κόλαση και Παράδεισος είναι το δίπολο της ψυχικής πίεσης, που ασκείται στους πιστούς.

Εντελώς αντιδιαμετρικά βρίσκονται όλα αυτά από την ορθολογική σκέψη: «Όστις δε θνητών θάνατον ορρωδεί λίαν μωρός πέφυκε», δηλαδή «απʼ τους θνητούς όποιος το θάνατο πολύ φοβάται, γεννήθηκε μωρός», δίδασκε ο Σοφοκλής (απ. 951). Ο θάνατος σατιρίζεται με καυστικό ύφος στους «Νεκρικούς Διάλογους» του Λουκιανού, οι οποίοι λαμβάνουν χώρα στον Άδη, όπου οι αφιχθέντες νεκροί Διογένης, Μένιππος και άλλοι παρουσιάζουν τις εντυπώσεις, τις αντιδράσεις και τις σκέψεις των εκπροσώπων της Κυνικής Φιλοσοφίας. Με κυνική καυστικότητα στηλιτεύεται η ματαιοδοξία βασιλέων, ηγεμόνων, πλουσίων, αλλά και η ανοησία ωρισμένων γέρων και φτωχών, που απεύχονται και προσπαθούν να αποφύγουν το θάνατο, ενώ δεν έχουν καν τη δυνατότητα να απολαύσουν τη ζωή.

«Ουαί, οι εκζητούντες, θεάσασθε την φοβεράν ημέραν του Κυρίου· αύτη γαρ εστι σκότος· πυρί γαρ δοκιμάσει τα σύμπαντα» (στίχοι από τη «Νεκρώσιμο Ακολουθία», που ψάλλεται κατά την χριστιανική τελετή ταφής των νεκρών). Η αλλοίωση της φυσικής έννοιας θάνατος από τον Χριστιανισμό. Τελώνια εμποδίζουν την μετά το θάνατο προσέγγιση του νεκρού προς την κορυφή της ουρανόδρομης κλίμακας, όπου περιμένει ο Θεός. Όποιον ρίξουν, τον τρώει ο Διάβολος. 

Ο Πλούταρχος, θεωρούσε τις αντιλήψεις για μεταθανάτιες ανταμοιβές η τιμωρίες ανόητες δεισιδαιμονίες: «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι τέλος της ζωής, αλλά όχι της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας το φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με το θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά ότι τότε μπαίνει σε βάσανα, που δεν έχουν τελειωμό.» («Περί δεισιδαιμονίας», 166F-167A.)

Ο Πορφύριος έγραφε για την ανάσταση: «Κι αν καλοεξετάσει κανείς και το παρακάτω, θα βρη ολωσδιόλου ανόητη την ιδέα της αναστάσεως: πολλοί άνθρωποι, βέβαια, έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα, και τα κορμιά τους φαγώθηκαν από τα ψάρια, κι άλλοι τόσοι έχουν καταβροχθισθεί από θηρία και όρνεα. Πως είναι δυνατόν να επανέλθουν τα σώματά τους; Ας το ελέγξουμε αυτό πιο λεπτομερώς: κάποιος ναυαγεί, στη συνέχεια τον τρώνε τα μπαρμπούνια, κι οι ψαράδες που έπιασαν κι έφαγαν τα μπαρμπούνια κατόπιν σκοτώθηκαν και φαγώθηκαν από τα σκυλιά, και τα σκυλιά σαν ψόφησαν, φαγώθηκαν εξ ολοκλήρου από κόρακες και γύπες. Πως λοιπόν θα ξανασυντεθεί το σώμα του ναυαγού, που αφανίστηκε περνώντας μέσα από τόσα ζώα;» («Αποκριτικός κατά χριστιανών», IV 24.) [Το αυτοκρατορικό διάταγμα του 448 μ.Χ. αναφέρει: «Όλα όσα έγραψε, παρασυρμένος από την τρέλλα του ο Πορφύριος κατά της ευσεβούς θρησκείας των χριστιανών, σε οποιουδήποτε χέρια και αν βρίσκονται, να δοθούν στην πυρά. Δεν επιθυμούμε να φτάνουν στα αυτιά των ανθρώπων συγγράμματα, που προκαλούν την οργή του Θεού και εγκληματούν σε βάρος των ψυχών».]

Επειδή ο φόβος εκπηγάζει από την άγνοια, το ρόλο του τρομοκράτη παίζει η εκπαίδευση, που εντέχνως καλλιεργεί τον «φόβον Κυρίου». Ως όργανο και μοχλός της εξουσίας συνηθίζει τις τρυφερές και ανίδεες υπάρξεις να φοβούνται όχι μόνο τον αόρατο Θεό, αλλά και κάθε άλλο «κύριο», αφέντη και άρχοντα της πολιτικής και της κοινωνίας.

Σήμερα «μόνο δειλιασμένες ψυχές, φοβιτσιάρικα όντα, διεστραμμένα, εγκληματικά, χωρίς ήρεμη αυτάρκεια του νου, άρρωστα από φόβο» συναντά κανείς, σύμφωνα με το Νίτσε. Για το σύγχρονο άνθρωπο ο θάνατος φαντάζει φοβερός, απεχθής, αποτρόπαιος, ενώ η ζωή έχει αναχθεί σε αυταξία και αυτοσκοπό. Οι σημερινοί άνθρωποι αποφεύγουν να σκέπτονται το θάνατο και κλείνουν τα μάτια σε αυτόν στρουθοκαμηλικά. Βρισκόμαστε δηλαδή πάλι στο στάδιο της βαρβαρότητας και του πρωτογονισμού. Ο Ηράκλειτος έλεγε, πως τα σκυλιά γαυγίζουν σʼ αυτούς που δεν γνωρίζουν· το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους, που φοβούνται το θάνατο, χωρίς κανένας τους να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται.

Το πρόβλημα του θανάτου, όταν αντιμετωπίζεται σαν φόβητρο, όταν γίνεται αντικείμενο ιδεολογικού εμπορίου από την εξουσία (θρησκευτική η πολιτική) υποδουλώνει τον άνθρωπο. Αφού ο άνθρωπος απορρίψει τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, πρέπει να εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου. Να μπορέσει να δεί, ότι ζωή και θάνατος είναι τα πιο συμφυή, συνυπάρχοντα, συννοούμενα φαινόμενα, αφού δεν νοείται το ένα χωρίς το άλλο· ότι ζωή και θάνατος είναι, εν τέλει, ένα και το αυτό πράγμα.

Όχι ο πεισιθάνατος, ούτε ο ερασιθάνατος άνθρωπος, αλλά απλά ο γνώστης του θανάτου άνθρωπος αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός κόσμου έλλογου, ελεύθερου και αληθινού.

Ζωή και θάνατος: Το φιλοσοφικό ταξίδι
(στην αρχαία ελληνική σκέψη)

«O καθένας φεύγει απ’ τη ζωή σαν να ‘ρθε τώρα μόλις». -Επίκουρος

«Η ώρα της αναχώρησης έχει φτάσει, και βαδίζουμε στους δρόμους μας – εγώ να πεθάνω και εσείς να ζήσετε. Ποιο είναι καλύτερο μόνο ο Θεός γνωρίζει» (Edman, 1930). Αυτή η δραματική φράση ειπώθηκε από τον Σωκράτη στο τέλος της Απολογίας του Πλάτωνα και συμπεριλαμβάνεται στις πιο αξιομνημόνευτες στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας. Η υπόδειξη ότι ο θάνατος είναι μια ευλογημένη ανακούφιση από τον πόνο που εμπεριέχει η ζωή έχει αποδειχθεί ως μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή στη δυτική φιλοσοφική στάση απέναντι στη ζωή και στον θάνατο. Κάποιοι μετέπειτα στοχαστές μοιάζουν στην απόκοσμη μεταφυσική τους θεώρηση και άλλοι, όπως ο Νίτσε, έχουν μια αντίθετη αντιμετώπιση με μια παθιασμένη κατάφαση της ζωής ενάντια στο θάνατο. Δεδομένου ότι μια φιλοσοφική ετυμηγορία για τον θάνατο συνεπάγεται μια απόφαση για τη ζωή, κανένα άλλο ζήτημα δεν τίθεται ως τόσο ουσιαστικής σημασίας για τις μεταφυσικές διαμάχες που σημάδεψαν την ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σχεδόν από την αρχή.

Οι πρώτοι φιλόσοφοι στην αρχαία Ελλάδα (περ. 600 π.Χ.) ήταν οι κοσμολόγοι, οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με την προέλευση και τη φύση του σύμπαντος, οπότε η έννοια και η σημασία του θανάτου για τους ανθρώπους δεν αποτελούσε εξέχον ζήτημα στο έργο τους. Ένας από αυτούς τους φιλοσόφους ήταν ο Θαλής, ο οποίος περιέγραψε το σύμπαν ως «πλήρες θεών», μια άποψη που φαίνεται να υποδηλώνει ότι το σύμπαν είναι ζωντανό και δεν υπάρχει νεκρά, αδρανή ύλη. Ο Αναξίμανδρος, που ήταν μαθητής του Θαλή, φαίνεται να ήταν ο πρώτος που πρότεινε έναν εξελικτικό μηχανισμό σχετικά με τη ζωή και το ανθρώπινο είδος. Όσον αφορά τον θάνατο, ο Αναξίμανδρος επισημαίνει: «Τα πράγματα χάνονται σε εκείνα τα πράγματα εκ των οποίων έχουν την ύπαρξή τους, όπως οφείλεται…» (Guthrie, 1971) – εδώ φαίνεται να υπονοεί ότι ο θάνατος και η αλλαγή είναι φυσικά μέρη του κύκλου της ζωής. Για τον Αναξιμένη, η ζωή προκύπτει μέσω της αναπνοής του αέρα, θεωρείται ως ένα θεϊκό στοιχείο και εμπεριέχει την ίδια τη φύση της ψυχής. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αναξιμένης προσφέρει την πρώτη αμιγώς νατουραλιστική/φυσιοκρατική εξήγηση του θανάτου. Αυτό συμβαίνει, όπως επισημαίνει ο ίδιος, όταν το πλάσμα δεν είναι πλέον σε θέση να αναπνεύσει και ο εξωτερικός αέρας αδυνατεί να εισέλθει στον οργανισμό προκειμένου να αντισταθμίσει τη συμπίεση.

Από την πλευρά του, ο Ηράκλειτος κάνει πιο συχνές αναφορές στον θάνατο από τους συγχρόνους του. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του σύμπαντος, δεδομένου ότι πίστευε στην περιοδική κατανάλωση του σύμπαντος από τη φωτιά. Στην κοσμολογία του, όλος ο κόσμος και κάθε πλάσμα που υπάρχει σ’ αυτόν βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση της ροής, καθώς και κάθε στοιχείο που ζει ουσιαστικά από τον θάνατο του άλλου. Οι διαδικασίες της ζωής και του θανάτου αποτελούν απαραίτητο χαρακτηριστικό του κόσμου. Ο Ηράκλειτος υποστηρίζει ότι χωρίς αυτές τις διαδικασίες ο κόσμος θα διαλυθεί. Επίσης, ο συγκεκριμένος φιλόσοφος ήταν μεταξύ των πρώτων που υποδεικνύουν ότι όλες οι ψυχές δεν χάνονται στον θάνατο. Πίστευε ότι οι ενάρετες ψυχές μπορούν να επανενταχθούν στην ίδια θεϊκή σπίθα.

Ο Πυθαγόρας, ο γνωστός φιλόσοφος και μαθηματικός, εκπόνησε ένα δόγμα της μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσης. Κατά την άποψή του, η ζωή και ο θάνατος συνεπάγονται μια διαδικασία και μια πορεία μέσα από πολλές σειρές φυσικών μορφών (ανθρώπινη και ζωική), με στόχο την επίτευξη μιας πνευματικής καθαρότητας που μπορεί να οδηγήσει σε απόλυτη επανένωση με την κατάσταση της θεϊκής προέλευσης.

Η επιβίωση του πνεύματος ή του νου μετά τον θάνατο του σώματος υποστηρίζεται και από άλλους προσωκρατικούς στοχαστές, όπως ήταν ο Εμπεδοκλής και ο Αναξαγόρας. Ωστόσο, αυτή η άποψη συνάντησε μια έντονη πρόκληση για την υλιστική μεταφυσική των ατομιστών Δημόκριτου και Λεύκιππου. Συγκεκριμένα, η ατομιστική θεωρία προτείνει ότι όλα τα πράγματα στο σύμπαν αποτελούνται από αδιαίρετα σωματίδια της ύλης, τα άτομα. Στον θάνατο, τα άτομα απλά διασκορπίζονται και δεν υπάρχει επιβίωση του ατόμου. Να επισημάνουμε ότι ο ατομισμός είναι η τελευταία μεγάλη θεωρία που προσφέρεται από τους φιλοσόφους πριν από τον Σωκράτη, και το θέμα γίνεται γνωστό πάλι από τον Επίκουρο, με σημαντικές συνέπειες για την ανθρώπινη σχέση με τον θάνατο.

Με τον Σωκράτη, την «αλογόμυγα-φιλόσοφο» της αρχαίας ελληνικής αγοράς, το θέμα του θανάτου επιτυγχάνεται με μεγαλύτερη έμφαση. Η Απολογία του εξιστορεί την άδικη καταδίκη του Σωκράτη (469-399 π.Χ.) σε θάνατο από το δικαστήριο της Αθήνας. Πριν φύγει από το δικαστήριο, ο Σωκράτης ζητά να μιλήσει με τους φίλους του για το θέμα της επικείμενης εκτέλεσής του. Στη συζήτηση αυτή αιτιολογεί ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει: «Υπάρχει σοβαρά βάσιμη ελπίδα για ένα καλό αποτέλεσμα… Ο θάνατος είναι ένα από τα δύο πράγματα, είτε είναι εκμηδένιση, και οι νεκροί δεν έχουν συνείδηση του τίποτα, ή, όπως λένε, είναι πραγματικά μια αλλαγή, η μετανάστευση της ψυχής από αυτό το μέρος στο άλλο…» (Hamilton & Cairns, 1961). «Αν ο θάνατος είναι μια κατάσταση ανυπαρξίας», υποστηρίζει, «θα είναι σαν τον αιώνιο ύπνο, και επομένως θα είναι ένα κέρδος και τίποτα να φοβηθούμε. Αν ο θάνατος είναι η μετανάστευση της ψυχής σε έναν άλλο κόσμο, έναν πνευματικό κόσμο με αληθινούς δικαστές, τότε δεν υπάρχει και τίποτα να φοβόμαστε, διότι κανένα κακό δεν μπορεί να περιμένει έναν σωστό και δίκαιο άνθρωπο. Έτσι», καταλήγει ο Σωκράτης, «ο καλός άνθρωπος μπορεί να χαίρεται για τον θάνατο, όπως και να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι τίποτα δεν μπορεί να βλάψει έναν καλό άνθρωπο είτε στη ζωή είτε μετά θάνατον».

Ο Πλάτων (428-348 π.Χ.), αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, υιοθέτησε μια πιο συγκεκριμένη στάση από τον μέντορά του Σωκράτη. Πίστευε ότι ο θάνατος δεν είναι σίγουρα ένας αιώνιος ύπνος, αλλά μάλλον η στιγμή κατά την οποία η ψυχή (δηλαδή το αληθινό άτομο) τελικά απελευθερώνεται από το σώμα (την επίγεια φυλακή του). Υποστήριξε τη δυαδική άποψη της σχέσης ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή, όπως και την πεποίθηση ότι ο πυρήνας της αληθινής ύπαρξης γίνεται η ψυχή, η οποία επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος.

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.), ο διακεκριμένος μαθητής του Πλάτωνα, δεν μοιράστηκε παρόμοια πεποίθηση για την αθανασία της ψυχής με τον δάσκαλό του. Στο De Anima (Περί Ψυχής) αρνείται τον πλατωνικό δυϊσμό της ψυχής και του σώματος υποστηρίζοντας, αντίθετα, μια πολύ στενότερη σχέση: Η ψυχή, όπως επισημαίνει, είναι η «μορφή» του σώματος. Η σύγκριση που κάνει ανάγεται στην κόρη του ματιού και στη δύναμη της όρασης: «Όπως η κόρη και η δύναμη της όρασης αποτελούν το μάτι, έτσι και η ψυχή συν το σώμα αποτελούν το ζώο. Από τα ανωτέρω προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η ψυχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σώμα ή, εν πάση περιπτώσει, ότι ορισμένα τμήματά του (αν έχει τμήματα)…» (McKeon, 1941).

Ενώ είναι σαφές ότι ο Αριστοτέλης αρνείται τον πλατωνικό δυϊσμό, όπως και τις επακόλουθες απόψεις σχετικά με την αθανασία – όντως φαίνεται να προκύπτει ότι η επιθυμία για την αθανασία είναι μια ευχή για το αδύνατο – δεν είναι βέβαιο ότι πιστεύει πως ο θάνατος είναι το οριστικό τέλος εξολοκλήρου της ψυχής. Το μεγαλύτερο μέρος της ψυχής, το αμιγώς πνευματικό μέρος, είναι παρόμοιο με το θείο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, και μπορεί να επιβιώσει μετά τον θάνατο. Ο Αριστοτέλης δεν επεξεργάζεται τη δυνατότητα αυτή, αλλά είναι σαφές στο έργο του ότι αυτό δεν μπορεί να είναι η πίστη στην επιβίωση του ατόμου συνολικά (όπως είναι κατά τη γνώμη του Πλάτωνα), δεδομένου ότι γι’ αυτόν το άτομο είναι μια ένωση του σώματος και της ψυχής μαζί, και στον θάνατο αυτή η ένωση δεν υπάρχει πια.

Η κλασική φιλοσοφία μετά τον Αριστοτέλη ασχολήθηκε με πρακτικά ζητήματα της ζωής, ειδικά με την αναζήτηση της ευτυχίας και της ειρήνης του μυαλού. Ο Επίκουρος (341-271 π.Χ.), ο οποίος μυήθηκε στα γραπτά του Δημόκριτου στην αρχή της εφηβείας του, ανέπτυξε μια ατομιστική μεταφυσική και έναν σκεπτικισμό αναφορικά με τη μετά θάνατον ζωή.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΣΧΟΛΗ, ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΗΡΕΜΙΑ (ΑΤΑΡΑΞΙΑ) ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.

Αυτή η ηρεμία μπορεί να επιτευχθεί μόνον αφού ορισμένοι φόβοι έχουν κατακτηθεί, κυρίως ο φόβος των θεών και του θανάτου.

Καθώς η Αθήνα δίνει σταδιακά τη θέση της στη Ρώμη ως το πολιτιστικό επίκεντρο του αρχαίου κόσμου, η φιλοσοφία του Στωικισμού απέκτησε εξέχουσα θέση και επιρροή. Μεταξύ των πλέον εύγλωττων υποστηρικτών της ήταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (121-180), του οποίου οι Διαλογισμοί είναι μια ιδιαίτερα πλούσια πηγή προβληματισμού για το νόημα της ζωής απέναντι στον θάνατο. Συγκεκριμένα, ο Μάρκος Αυρήλιος βλέπει τον θάνατο είτε ως διακοπή των αισθήσεων είτε ως ανάβαση στο θείο και, ως εκ τούτου, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν και στις δύο περιπτώσεις.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα σημειώθηκε σταδιακή σύγκλιση των φιλοσοφικών και θεολογικών ανησυχιών. Οι μεγάλοι στοχαστές της εποχής αυτής ήταν πρωτίστως θεολόγοι και δευτερευόντως φιλόσοφοι. Αναλυτικότερα:

Ο Αυγουστίνος (354-430) πίστευε ακράδαντα στις χριστιανικές έννοιες της ανθρώπινης μοίρας. Το ανθρώπινο ον είναι σε κατάσταση εξαθλίωσης λόγω νοσούντων καταστάσεων που προήλθαν από το προπατορικό αμάρτημα, για το οποίο η κύρια τιμωρία είναι ο θάνατος. Κατά την άποψη του Αυγουστίνου, ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο για να ζει σύμφωνα με τις εντολές Του. Αλλά υπάρχει μια διέξοδος από αυτή τη δυστυχία. Ο Αυγουστίνος αποδέχεται τον πλατωνικό δυϊσμό. Πίστευε δηλαδή ότι η ψυχή είναι το πραγματικό πρόσωπο και μπορεί να υπάρξει πέρα από το σώμα. Η ψυχή, ως εκ τούτου, μπορεί να ξεφύγει από τη μιζέρια της επίγειας ζωής, αλλά μόνο με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού.

Για πολλούς μεσαιωνικούς στοχαστές, ο τρόπος σκέψης του Πλάτωνα παρείχε τις αναγκαίες φιλοσοφικές βάσεις για την πίστη στη μετά θάνατον ζωή. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, ο μεσαιωνικός θεολόγος-φιλόσοφος συνέθεσε τον πλατωνισμό με τον Χριστιανισμό τόσο σταθερά, ώστε η κριτική σ’ αυτή τη σύνθεση ισοδυναμούσε με αίρεση. Αυτός ο δογματισμός αντανακλάται με σαφήνεια στον Bonaventure (1221-1274), έναν Φραγκισκανό και Αυγουστινιανό στοχαστή, ο οποίος απέρριψε την εισροή των αριστοτελικών ιδεών στην εποχή του, επειδή φαίνεται να μην αποδεχόταν την αθανασία της ψυχής. Χρειάστηκε η διάνοια του Θωμά Ακινάτη (1225-1274) να συμφιλιωθεί με το ισχυρό αριστοτελικό σύστημα και τις συνέπειες για τον Χριστιανισμό λόγω της ασαφούς άρνησης του δυϊσμού περί νου-σώματος.

Ντοστογιέφσκι: Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν

Όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας τη θυμίζουν.

Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων.

Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητούμε; Ούτε και οι ίδιοι το ξέρουμε!

Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν.

Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία∙ βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας∙ χαλαρώστε την κηδεμονία, ε, λοιπόν, ναι, σας το διαβεβαιώνω, εμείς όλοι... θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία.

Το ξέρω καλά πως θα φουρκιστείτε, πως θα μου βάλετε τις φωνές, πως θα χτυπήσετε τα πόδια σας στο πάτωμα. Μιλήστε λοιπόν, θα μου πείτε, για τον εαυτό σας μόνο, και για όλες σας τις αθλιότητες στο υπόγειο, μα δε χρειάζονται δικαιολογίες, δεν έχετε το δικαίωμα να πείτε «εμείς όλοι!».

Επιτρέψετε, κύριοι, γι’ αυτό το εμείς όλοι.

Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία∙ κι ακόμα παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα, και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας.

Γι’ αυτό το λόγο, ίσως να ‘μαι πιο ζωντανός από σας.

Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή!

Δεν ξέρουμε ακόμη πού υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται.

Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε∙ δε θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι ν’ αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε.

Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας.

Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ.

Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε, κι είναι χρόνια και χρόνια που μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει.

Σε λίγο θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα.

Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ’ το «υπόγειο»...

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Καιρός για ψυχικά μερεμέτια

Παρατηρώ σχεδόν με απορία τα ερωτευμένα ζευγαράκια στον δρόμο. Ο έρωτας είναι πάντα κάτι πολύ συγκινητικό, όταν σου συμβαίνει. Αλλά ακόμα και όταν δεν σου συμβαίνει, είναι από αυτά τα συναισθήματα με τα οποία χαίρεσαι για τους άλλους.

Δεν είναι πολύς καιρός που συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι σπάνια φιλιούνται και αγκαλιάζονται στους δρόμους. Εάν δεις κάποιον, αυτός θα είναι μάλλον έφηβος. Και δεν είναι τυχαίο πλέον ότι μόνο οι έφηβοι διατηρούν ακόμα αυτή την ανάγκη, να εκφράζουν τον έρωτά τους μέσα στο πλήθος. Είναι και αυτοί που λόγω ηλικίας αισθάνονται αποκομμένοι από το πλήθος με πλείστους τρόπους. Ενώ ζουν την πραγματικότητα όπως οι γονείς τους και οι υπόλοιποι ενήλικες, εντούτοις το μεγαλύτερο μέρος της σκέψης τους καταλαμβάνει ο ψυχισμός τους και τα συναισθήματά τους.

Κάποτε ήμασταν ένας λαός που είχε μεγάλη ανάγκη από έρωτα για να επιβιώσει. Παρ' όλο τον συντηρητισμό και την επαρχιώτικη λογική του «κρυφού», οι Έλληνες ως μεσογειακός λαός παρασύρονταν από ένα βλέμμα, έναν ωραίο στίχο, από μια πινελιά ποιητικής ή καψουροαμανέδικης εξομολόγησης, κυρίως παρασύρονταν από τη φαντασίωση του έρωτα που τα αλλάζει όλα. Αυτή τη μεταμορφωτική ιδέα του έρωτα ύμνησαν όχι μόνο οι λαϊκοί τραγουδιστές αλλά και ο Ελληνικός κινηματογράφος ως τη μόνη δυνατότητα για ευτυχία.

Φυσικά, ο έρωτας πάντα είχε συνυποδηλώσεις για να είναι ένας σωστά παραμυθένιος έρωτας. Μια καλή δουλειά, έναν καλό χαρακτήρα, ένα όμορφο παρουσιαστικό, άνοδο κοινωνικής τάξης, οικονομική εκτόξευση, μέχρι και επαναφορά της νεότητας υποσχόταν ο έρωτας στους πιστούς του. Και λίγο-πολύ όλα τα κοριτσούδια, που λέει σήμερα η κόρη μου, θαμπώνονταν από αυτή την πιθανότητα αλλαγής της ζωής τους.

Τις δεκαετίες που μεγάλωνε η γενιά μου ο έρωτας απέκτησε την έννοια της εμπειρίας. Χωρίς να έχει χάσει τελείως την αίγλη του το πριγκιπόπουλο, ο έρωτας για εμάς ήταν και είναι ένα διαβατήριο γνώσης και περιπέτειας. Φιλομαθής γενιά γαρ, που όλα τα μεταφράζει σε πτυχία, έτσι και πολλοί φίλοι μου, εάν ήθελαν να μάθουν καλά μια ξένη γλώσσα, δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να ερωτευτούν τον/την αλλοδαπό/ή που θα συνδύαζε αυτό που λέμε σε άπταιστα Ελληνικά «business & pleasure». Και είναι αλήθεια ότι τουλάχιστον η γενιά μου δεν μπορεί να παραπονεθεί από έλλειψη στον συγκεκριμένο τομέα. Και γλώσσες μάθαμε και πτυχία σωρεύσαμε.

Μαζί όμως με τις γενιές που άλλαζαν παραμένοντας πιστές στον έρωτα, και οι κοινωνίες προσέβλεπαν σε ένα σημείο στη μεταμορφωτική δύναμή του. Είτε ως αλλαγή τάξης κοινωνικής είτε ως αλλαγή τάξης εκπαιδευτικής, μια ολόκληρη κοινωνία φαντασιωνόταν πάντα τα προβλήματα ως περαστικά με τη δύναμη του έρωτα. Ερωτευόταν τον αντίστοιχο Μεσσία-ηγέτη πολιτικό και δενόταν στο άρμα της κάθε εποχής και των αρχών που πρέσβευε καθένας από αυτούς.

Η προσκόλληση δεν γινόταν με όρους εγκεφαλικούς, αλλά περισσότερο με όρους συναισθηματικούς. Η αποδοχή γινόταν σχεδόν με αίμα. Δηλαδή η ένωση της κοινωνίας με τους εκάστοτε σωτήρες ήταν πάντοτε τόσο βαθιά όσο δύο σώματα τη στιγμή της ερωτικής πράξης.

Σπάνια όμως αυτός ο έρωτας προχωρούσε στην αγάπη. Όπως και πολλές από τις προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων που έγιναν συνειδητά ή ασυνείδητα με κάποια συγκολλητική ουσία ή κάποια φαντασιωτική σωτηρία, πολύ γρήγορα και οι ερωτευμένοι πιστοί του κάθε Μεσσία κατέρρεαν ή χωρίζονταν στα εξ ων συνετέθησαν όταν αποκαλυπτόταν το πραγματικό πρόσωπο του πριγκιπόπουλου, που είχε συνεργείο αυτοκινήτων, ή του αλλοδαπού εραστή, που είχε παράλληλα και άλλες αγαπημένες.

Η αγάπη κοινωνικά αλλά και ιδιωτικά είναι ακόμα και σήμερα από όλες τις γενιές ένα ζητούμενο. Διότι η επόμενη μέρα του έντονου πάθους είναι το κλάμα και ο αλληλοσπαραγμός. Η βιαιότητα, το κλείσιμο της πόρτας, η αλλαγή της σελίδας, οι δύο ξένοι, η λογική των δύο άκρων, όπως και να έχουν χρησιμοποιηθεί ή κακοποιηθεί αυτές οι έννοιες, στο βάθος τους είναι πάντα η τραγική απάντηση μιας εξωπραγματικής ερωτικής αρχής.

Η δυνατότητα όμως να ζούμε στο παρόν, να αντέχουμε να υπάρχει ό,τι δεν αντέχουμε, η συμφιλίωση, ο διάλογος, η συνύπαρξη παρά τις διαφορές μας είναι στοιχεία που μόνον η αγάπη μπορεί να καλλιεργήσει μέσα μας.

Και επειδή ζούμε σε καιρούς μίσους, τείνουμε να αγαπήσουμε τον εαυτό μας που δεν αγαπά. Σαν να είναι ενδεδειγμένο μέσα στην ταραχή των καιρών μας να είμαστε ανθεκτικοί στο μίσος και απορριπτικοί σε ό,τι αφορά τη συναίνεση. 'Οσο πιο οπλισμένος είσαι τόσο πιο μοντέρνος γίνεσαι. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα άκρα. Αφορά και την ανάγκη όλων μας να βυζάξουμε την ίδια στιγμή από μια μάνα που δεν έχει γάλα. Και αφού λοιπόν συνειδητοποιήσαμε ότι γάλα γιοκ, είπαμε να την κάψουμε την πουτάνα.

Δεν επιθυμώ για κανένα λόγο να μόνο ερωτευτώ. Ο σκέτος έρωτας είναι μια πλάνη. Επιθυμώ όμως να αγαπήσω με μεγαλύτερη συνέπεια αυτό που επέλεξα και ας μου βγήκε προβληματικό. 'Αλλωστε, οι εποχές προστάζουν να ξαναβρούμε μέσα μας αυτούς που θα μας κάνουν τις ψυχικές μικρές ή μεγάλες επισκευές, τα μερεμέτια μας. Γιατί δεν υπάρχει πια περιθώρια για καινούργιο. Πολλώ δε μάλλον για τη φαντασίωση αυτού.

Το φαινόμενο “Ανάλυση – Παράλυση” (ή αλλιώς παράλυση από την πολλή ανάλυση)

Το φαινόμενο “ανάλυση-παράλυση” (ή παράλυση από την πολλή ανάλυση) περιγράφει μία ατομική ή ομαδική διαδικασία σκέψης κατά την οποία η υπερανάλυση ή η υπερβολική σκέψη επί μίας κατάστασης μπορεί να προκαλέσει την παράλυση της ικανότητας για προωθητική κίνηση ή για λήψη αποφάσεων, πράγμα που σημαίνει ότι τελικά δεν αποφασίζεται καμία λύση ή πορεία δράσης.

Μια κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικά περίπλοκη και δεν λαμβάνεται ποτέ μία απόφαση, λόγω του φόβου ότι ενδέχεται να προκύψει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα.

Ένα άτομο μπορεί να επιθυμεί μία τέλεια λύση, αλλά μπορεί να φοβάται να πάρει μια απόφαση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθος, καθώς θεωρεί πως υπάρχει μία ακόμη καλύτερη λύση. Αντιθέτως, ένα άτομο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει βρει μία καλή λύση και να σταματήσει την ατέρμονη επιδίωξη της τελειότερης, χωρίς την έγνοια της μείωσης των αποδόσεων.

Τέλος υπάρχουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το ένστικτο, κατά τις οποίες το άτομο λαμβάνει μια θανατηφόρα απόφαση βασισμένη σε βιαστική κρίση ή μια ενστικτώδη αντίδραση.

Το φαινόμενο της ανάλυσης – παράλυσης εμφανίζεται όταν ο φόβος είτε να κάνει κανείς κάποιο λάθος, είτε να αγνοήσει μια ανώτερη λύση, υπερτερεί της ρεαλιστικής προσδοκίας ή της πιθανής αξίας της επιτυχίας σε μια απόφαση που λαμβάνεται εγκαίρως. Αυτή η ανισορροπία οδηγεί σε καταστολή της λήψης αποφάσεων σε μια ασυνείδητη προσπάθεια διατήρησης των υπαρχουσών επιλογών.

Μία υπερπληθώρα επιλογών μπορεί να κατακλύσει τον εγκέφαλο και να προκαλέσει αυτήν την «παράλυση», καθιστώντας το άτομο αδύνατο να καταλήξει σε συμπέρασμα.

Έτσι όμως μπορεί να προκληθεί ένα μεγαλύτερο πρόβλημα σε κρίσιμες καταστάσεις όπου πρέπει να ληφθεί μια απόφαση, αλλά το άτομο δεν είναι σε θέση να δώσει μια απάντηση αρκετά γρήγορα, προκαλώντας δυνητικά ένα μεγαλύτερο ζήτημα από ό,τι θα είχε, αν είχε λάβει απόφαση.

Ιστορική αναδρομή

Η βασική ιδέα του φαινομένου ανάλυση – παράλυση έχει εκφραστεί μέσω της αφήγησης αρκετές φορές και από πολύ παλιά.

Σε έναν “μύθο του Αισώπου” που έχει καταγραφεί ακόμη και πριν από την εποχή του Αισώπου, Η Αλεπού και η Γάτα, η αλεπού μπορεί να υπερηφανεύεται για “εκατοντάδες τρόπους διαφυγής”, ενώ η γάτα έχει “μόνο έναν”. Όταν όμως ακούνε τα κυνηγόσκυλα να πλησιάζουν, η γάτα σκαρφαλώνει σ’ ένα δέντρο ταχύτατα ενώ η αλεπού στη σύγχυσή της από τα πολλά κόλπα που γνώριζε πιάνεται στο τέλος από τα κυνηγόσκυλα.

Ο μύθος τελειώνει με το ηθικό δίδαγμα, “Καλύτερος ένας ασφαλής τρόπος παρά εκατό που δεν μπορείτε να υπολογίσετε”.

Σχετικές έννοιες εκφράζονται επίσης από το δίλημμα της Χορακοπρίδας, πώς η ασυνείδητη δραστηριότητα διαταράσσεται από τη συνειδητή σκέψη και από την ιστορία του γαϊδάρου του Μπουρίνταν, ένα παράδοξο ορθολογικής απόφασης με ίσες επιλογές.

Στον Άμλετ του Σαίξπηρ, ο κύριος χαρακτήρας, ο Πρίγκιπας Άμλετ, λέγεται συχνά ότι έχει ένα θανάσιμο ελάττωμα υπερβολικής σκέψης, έτσι ώστε η νεανική και η ζωτική του ενέργεια να «αρρωσταίνουν με το ξεθώριασμα της σκέψης». Η Neema Parvini διερευνά μερικές από τις βασικές αποφάσεις του Άμλετ στο κεφάλαιο «‘And Reason Panders Will’: Μία άλλη ματιά στην ανάλυση-παράλυση του Άμλετ».

Ο Βολταίρος διέδωσε μια παλιά ιταλική παροιμία στα γαλλικά τη δεκαετία του 1770, της οποίας μια αγγλική παραλλαγή είναι “Το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού”. Η έννοια του “το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού” είναι ότι κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρώσει μία εργασία αν έχει αποφασίσει να μην σταματήσει μέχρι να είναι τέλεια: η ολοκλήρωση του έργου στο επίπεδο “καλά” καθίσταται αδύνατη προσπαθώντας να το ολοκληρώσει στο επίπεδο “τέλεια”.

Οι λέξεις ”ανάλυση – παράλυση” εμφανίστηκαν μαζί σε λεξιλόγιο προφοράς του 1803 και σε μεταγενέστερες εκδόσεις που δείχνουν πως προφέρονται παρόμοια. Η χρήση ομοιοκατάληκτων λέξεων μπορεί να κάνει τους αφορισμούς να ακούγονται πιο αληθινοί και να είναι πιο αξιομνημόνευτοι από τη χρήση του στίχου και των μνημονικών ωδών.

Το 1928 στη Γενική Συνέλευση της Επισκοπικής Εκκλησίας, ο Αιδεσιμότατος C. Leslie Glenn, Εθνικός Γραμματέας για το College Work, είπε ότι ο θρησκευτικός συλλογικός κόσμος κινδύνευε να «παραλύσει από την ανάλυση» .

Κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, αφού άκουσε ότι οι σχεδιαστές των αποβατικών σκαφών ξόδεψαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους διαφωνώντας για αλλαγές στο σχεδιασμό, έστειλε αυτό το μήνυμα: “Το ρητό« Σε τίποτα δεν ωφελεί η τελειότητα »μπορεί να γίνει πιο σύντομο:« Παράλυση »”.

Το 1956, ο Charles R. Schwartz έγραψε το άρθρο «Η έννοια της αποδοτικής επένδυσης ως εργαλείο για τη λήψη αποφάσεων» στην αλλαγή των προτύπων και των εννοιών στη διαχείριση, δηλώνοντας, “Κάνετε λιγότερες εικασίες. Αποφύγετε τον κίνδυνο να εξαφανιστείτε από το ένστικτο και, με την ανάπτυξη ενός εννιαίου οδηγού αξιολόγησης, ξεφύγετε από την παράλυση μέσω της ανάλυσης.”

Το 1965, ο H. Igor Ansoff έγραψε το βιβλίο Εταιρική στρατηγική: Μία αναλυτική προσέγγιση στην επιχειρηματική πολιτική για την ανάπτυξη και την επέκταση. Χρησιμοποίησε τη φράση «παράλυση λόγω ανάλυσης» σε σχέση με εκείνους που χρησιμοποίησαν την προσέγγιση της περίσσειας. Ο Ανσόφ είχε αναφέρει την εργασία του Σβαρτς σε μερικές από τις εργασίες του.

Σε μια εργασία που δημοσιεύτηκε το 1970, βασισμένη σε μια ομιλία του 1969 και άλλα έργα, οι Silver και Hecker έγραψαν:

Η ομάδα Duke έχει χρησιμοποιήσει τον όρο «ανάλυση-παράλυση» για να επισημάνει ότι, αν περιμένουμε μέχρι να απαντήσουμε πλήρως σε όλες τις ερωτήσεις και να λύσουμε όλα τα προβλήματα πριν εκπαιδεύσουμε το προσωπικό που χρειαζόμαστε, δεν θα βρούμε ποτέ λύση. Οι επίμονες απαιτήσεις για περαιτέρω μελέτη και εκτεταμένη αξιολόγηση που προτείνουν ορισμένοι μπορεί να είναι μόνο υπεράσπιση από εκείνους που δεν επιθυμούν να αλλάξουν ή από αυτούς που φοβούνται την αλλαγή.

Το Oxford English Dictionary αναφέρει ότι οι πρώτες χρήσεις της «ανάλυσης παράλυσης» που εντοπίστηκαν στους The Times ήταν στη δεκαετία του 1970.

Ο Αριστοτέλης, η διερεύνηση του μέσου και ο δρόμος προς τη φιλία

Το δεδομένο ότι η αναζήτηση και η τήρηση του μέσου αποτελεί την πεμπτουσία της αρετής σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης συμπεριφοράς καθιστά αδήριτη την ανάγκη για την περαιτέρω διερεύνησή του: «Το μέσον, τώρα, είναι σε μεγαλύτερο βαθμό αντίθετο με τα άκρα, απ’ ό,τι αυτά μεταξύ τους, διότι το μέσον δε συναντάται με κάποιο από αυτά, ενώ αυτά πολλές φορές συνυπάρχουν το ένα με το άλλο, και μερικές φορές οι ίδιοι άνθρωποι είναι θρασύδειλοι, ή με το ένα πράγμα άσωτοι και με το άλλο εξαρτημένοι, και γενικώς άστατοι με κακό τρόπο» (1234b 1-5).

Το οξύμωρο που θέλει τα άκρα να μπορούν να συνυπάρξουν, όπως στην περίπτωση του θρασύδειλου, καταδεικνύει το ενιαίο της ανάρμοστης συμπεριφοράς που εκδηλώνεται τόσο με την υπερβολή όσο και με την έλλειψη, σαν μια ενότητα που περικλείει το πλαίσιο της κακίας. Σε τελική ανάλυση, η κακή συμπεριφορά εκφράζει τη δυσαρμονία της ψυχής που αδυνατεί να ισορροπήσει κι αμφιταλαντεύεται πότε προς τη μία πλευρά και πότε προς την άλλη. Ο θρασύδειλος είναι σκληρός απέναντι σε αυτούς που ξέρει ότι υπερέχει και δουλικός σε αυτούς που είναι σε θέση να τον βλάψουν.

Ο συνδυασμός του θράσους και της δουλικότητας είναι οι δύο εκδοχές του ίδιου νομίσματος που αντιλαμβάνεται τις ανθρώπινες σχέσεις μονάχα με τη μορφή της λανθάνουσας εξουσίας. Ο θρασύδειλος είναι ανελέητος με τους κατώτερους και υποτακτικός στους ανώτερους. Τα κριτήρια που θα τοποθετήσουν τους άλλους στη θέση της ισχύος ή της αδυναμίας είναι συνήθως κοινωνικά και καθορίζονται από τη σχέση που έχει κάποιος με την εξουσία.

Όσο πιο αυταρχικό είναι το πλέγμα της εξουσίας, τόσο πιο έντονα εκδηλώνεται ο θρασύδειλος και στις δύο εκδοχές του. Οι χούντες κρίνονται ιδανικές για τη δράση των θρασύδειλων, αφού η ισχύς της εξουσίας είναι από θέση αρχής εντονότερη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι δημοκρατίες τους εξαλείφουν. Ο θρασύδειλος είναι σε θέση να διαμορφώσει τις ανάλογες κοινωνικές σχέσεις βασιζόμενος ακόμη και στα πιο ευτελή κριτήρια. Για τον νταή της γειτονιάς η σωματική διάπλαση του άλλου είναι αρκετή για να επιλέξει πού θα δείξει θράσος και πού δουλικότητα.

Η αδυναμία αντίληψης των ανθρώπινων σχέσεων στη βάση της ισοτιμίας έχει να κάνει με την ανισορροπία της ψυχής που αδυνατεί να πλησιάσει τον άλλο χωρίς υστεροβουλία. Οι λόγοι που καθιστούν τους θρασύδειλους ευχάριστους στους ισχυρούς παύουν να ισχύουν όταν δεν υπάρχει ισχύς απέναντί τους. Είναι η στιγμή που αισθάνονται ότι ήρθε η ώρα να αναλάβουν οι ίδιοι αυτό το ρόλο. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει τίποτε να φοβηθούν είναι ικανή να τους καταστήσει αδυσώπητους. Κι αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο κίνητρο της συμπεριφοράς τους, δηλαδή το έσχατο σημείο της υστεροβουλίας τους: ο φόβος.

Στην ουσία, ο θρασύδειλος είναι δειλός. Η σκληρότητα που θα επιδείξει εκεί που μπορεί είναι η προσπάθεια να παραστήσει το γενναίο. Κινούμενος από φόβο προσπαθεί να επιβληθεί θέτοντας τους όρους της ισχύος ως ύστατη άμυνα. Το ίδιο κίνητρο θα τον κάνει να φερθεί δεόντως όταν αισθανθεί ότι η ισχύς δεν είναι με το μέρος του. Η δυσαρμονία της ψυχής απέναντι στο αίσθημα του φόβου είναι σε θέση να μεταφέρει τον ίδιο άνθρωπο από το ένα άκρο της υπερβολής (θράσος) στο άλλο άκρο της έλλειψης (δειλία) μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Η επίγνωση της έλλειψης θάρρους πρέπει με κάθε τρόπο να συγκαλυφθεί γεννώντας τη θρασύτητα, δηλαδή την υπερβολή του άλλου άκρου, ώστε να προσφερθεί μια πρόσκαιρη ψευδαίσθηση ισορροπίας που θα δράσει ανακουφιστικά. Θα έλεγε κανείς ότι το ένα άκρο έρχεται να συμπληρώσει το άλλο σε μια απέλπιδα προσπάθεια εξισορρόπησης. Όμως, με αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατο να φτάσει κανείς στην αρετή. Αυτό που μένει είναι η ασυνάρτητη δίνη ανάμεσα στα άκρα που εν τέλει αλληλοσυμπληρώνονται. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα κατανοήσει ποτέ τη μεσότητα.

Από αυτή την άποψη, ο δειλός που έχει συνείδηση της δειλίας του (σε βαθμό που να μπορεί να την παραδεχτεί) κρίνεται προτιμότερος. Μπορεί να στερείται μεσότητας, αλλά έχει αυτογνωσία. Ως εκ τούτου είναι απείρως προτιμότερος στην κοινωνική συναναστροφή.

Ο θρασύδειλος είναι ανυπόφορος. Οι κοινωνικές του σχέσεις είναι κατά κανόνα επιφανειακές και πρόσκαιρες. Η ολοκληρωτική έλλειψη αυτογνωσίας καθιστά την κατάστασή του αμετάβλητη. Ο δειλός που έχει επίγνωσή της αδυναμίας του δεν αποκλείεται να φερθεί ανδρεία, αν οι συνθήκες το επιφέρουν. Για το θρασύδειλο δεν υπάρχει καμία τέτοια πιθανότητα.

Με τον ίδιο τρόπο, μπορεί κάποιος να είναι άσωτος σε κάποια ζητήματα και ταυτόχρονα εξαρτημένος σε κάποια άλλα. Η απουσία μεσότητας δεν προδικάζει τη μόνιμη υπερβολή (ασωτία) ή τη μόνιμη έλλειψη (εξάρτηση) στη διαχείριση του χρήματος, αλλά τα δύο αυτά άκρα μπορεί να εκδηλωθούν στον ίδιο άνθρωπο, ανάλογα με τις προτιμήσεις και τις εκάστοτε συνθήκες που τον περιβάλλουν. Ένας καταφανέστατος τσιγκούνης ενδέχεται να κάνει έναν τόσο πλούσιο γάμο που να φτάνει στα όρια της ξιπασιάς. Εκείνος, όμως, που ξέρει διαχειρίζεται τα λεφτά του σύμφωνα με το μέτρο που ορίζει η λογική είναι σε θέση να αποφεύγει όλες τις ακρότητες.

Τα άκρα παρουσιάζονται με τρόπο συγγενικό μεταξύ τους, αφού ο δίχως μέτρο άνθρωπος μπορεί να στρέφεται πότε στο ένα και πότε στο άλλο. Στην ουσία πρόκειται για την απουσία της λογικής που εκμηδενίζει κάθε έννοια μεσότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που τα δύο άκρα της υπερβολής και της έλλειψης πάνε μαζί (ως συγκοινωνούντα δοχεία) ενώ το μέσο στέκεται απέναντί τους εκπροσωπώντας το δρόμο της αρετής.

Όμως, η έννοια του μέσου δεν τίθεται με τρόπο άκαμπτο, σαν να πρόκειται για μία και μοναδική ενδεδειγμένη συμπεριφορά. Εξάλλου, ο Αριστοτέλης έχει ξεκαθαρίσει από τα «Ηθικά Νικομάχεια» ότι αυτό που έχει σημασία είναι το υποκειμενικό μέσο, δηλαδή το μέσο που θα καθορίσει κάθε άνθρωπος για τον εαυτό του σύμφωνα με τις δικές του προσωπικές ανάγκες.

Άλλη ποσότητα φαγητού θα φάει αυτός που ξεκινάει τη γυμναστική κι άλλη ένας ρωμαλέος αθλητής με τεράστια σωματική διάπλαση. Δεν μπορεί να υπάρξει μέσο χωρίς αυτογνωσία. Μονάχα η γνώση του εαυτού θα οριοθετήσει τις ανάγκες που πρέπει να εξυπηρετηθούν.

Και πέρα από αυτό, είναι αδύνατο να συμπεριφέρεται κανείς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κάθε μέρα, σαν να επρόκειτο για μηχανή. Το να φάει κάποιος λίγο περισσότερο μια μέρα, είτε επειδή έχει περισσότερη όρεξη είτε επειδή πρόκειται για το αγαπημένο του φαγητό, δεν είναι κατακριτέο, καθώς η ως ένα βαθμό αστάθεια όχι μόνο δεν αναιρεί τη μεσότητα, αλλά προσδίδει τις απαιτούμενες εναλλαγές στη ζωή.

Η μεσότητα δεν πρέπει να ταυτιστεί με την αποστείρωση. Εξάλλου, ο γνώστης της μεσότητας, ακόμη κι αν ξεφύγει στο φαγητό (σε μια περίοδο γιορτών ας πούμε), σχεδόν αντανακλαστικά θα διαπιστώσει την υπερβολή του και θα φροντίζει τις επόμενες μέρες να τρώει λιγότερο επαναφέροντας τη μεσότητα που έχει για λίγο χαθεί.

Για τον Αριστοτέλη αυτού του είδους οι αστάθειες, όταν δεν ξεφεύγουν από το μέτρο της λογικής, θα καταδείξουν τη μεσότητα: «Όταν όμως η αστάθεια κινείται σε φυσιολογικά όρια, τότε προκύπτει η μεσότητα» (1234b 6-7). Η αστάθεια που ξεπερνά τα όρια του λογικού μέτρου οδηγεί στα άκρα της έλλειψης και της υπερβολής καθιστώντας αδύνατη την πραγμάτωση της αρετής.

Από την άλλη, το δεδομένο ότι τα άκρα εκπροσωπούν την κακία δε σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση είναι το ίδιο αρνητικά: «… η αντίθεση των άκρων προς το μέσον δε φαίνεται να είναι ισόποση κι απ’ τις δυο μεριές: άλλοτε η υπερβολή αντιτίθεται στο μέσον πιο πολύ, και άλλοτε η έλλειψη» (1234b 8-10).

Όμως, όσο κι αν το ένα άκρο μπορεί να φαίνεται προτιμότερο από το άλλο (ανά περίπτωση) με τίποτε δε σηματοδοτεί την ορθή συμπεριφορά. Τα άκρα δεν μπορεί να αποτελούν στοιχείο προτίμησης παρά μόνο με τη λογική του λιγότερου κακού. Το δίλημμα της επιλογής ανάμεσα στο θράσος και τη δειλία είναι προφανέστατα αρνητικό. Ενδεχομένως η δειλία να είναι προτιμότερη, αλλά με τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικείμενο προαίρεσης.

Κι όπως σε όλα τα πράγματα η μεσότητα θα καθορίσει και την ορθή συμπεριφορά σε σχέση με την αντίληψη του αστείου: «Μεσότητα είναι και η πνευματώδης συμπεριφορά, και ο πνευματώδης άνθρωπος είναι το μέσον του αγροίκου ή “πολλά βαρύ” και του “καραγκιόζη” ή του βωμολόχου. Όπως στο θέμα της διατροφής ο σιχασιάρης διαφέρει από τον παμφάγο στο ότι δεν του αρέσει τίποτα και τρώει λίγο και με δυσκολία, ενώ ο άλλος καταβροχθίζει τα πάντα, έτσι και ο αγροίκος διαφέρει από το δύστροπο και τον “καραγκιόζη”. Ο δύστροπος δε βρίσκει κανένα πείραγμα αστείο και τα παίρνει όλα δύσκολα, ενώ ο άλλος δέχεται τα πάντα και χαίρεται» (1234a 4-12).

Για να συμπληρωθεί: «Κανένα δεν είναι σωστό, και άλλα πρέπει να τα δεχόμαστε και άλλα όχι, όπως επιβάλλει η λογική. Αυτό κάνει ο πνευματώδης. Η πνευματώδης συμπεριφορά, όπως την περιγράψαμε κι όχι στη μεταφορική χρήση της λέξης, είναι άριστη έξη, και η μεσότητα είναι βέβαια επαινετή ενώ τα άκρα ψεκτά. Δύο ειδών είναι η πνευματώδης συμπεριφορά: η μία σημαίνει να χαίρεσαι με το αστείο, ακόμα κι αν είναι πείραγμα ή σαρκασμός εναντίον σου, ενώ η άλλη σημαίνει να μπορείς να αστειεύεσαι ο ίδιος» (1234a 12-20).

Φτάνοντας στο τέλος του τρίτου βιβλίου από τα «Ηθικά Ευδήμια» είναι πλέον σαφές ότι η ορθή-ενάρετη συμπεριφορά αποτελεί προϋπόθεση των ουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων. Κι αυτή ακριβώς είναι η πολιτική διάσταση της αρετής, αφού ο δίχως αρετή άνθρωπος διοχετεύοντας αναπόφευκτα στις συναναστροφές του την έλλειψη ψυχικής ισορροπίας που τον βαραίνει, τις καθιστά δύσκολες.

Ο φθονερός, ο θρασύς, ο αγροίκος, ο ξιπασμένος, ο ακόλαστος, ο μικροπρεπής, ο τσιγκούνης, όλες αυτές οι εκδοχές της κακίας που υποδηλώνουν την ανισορροπία της ψυχής (και που εξαιτίας της έρχονται στο προσκήνιο) δυσχεραίνουν (άλλες λιγότερο κι άλλες περισσότερο) τις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Εξάλλου, αυτό ακριβώς είναι και το νόημα της ηθικής αρετής, αφού η αξία της έγκειται μονάχα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας. Εκτός αυτής δεν έχει το ελάχιστο νόημα.

Το σύνολο των ηθικών αρετών θα σηματοδοτήσει την έννοια της πολιτικής αρετής που τις προϋποθέτει προκειμένου να πραγματωθεί. Κι ως πολιτική αρετή δε νοείται μόνο ο τρόπος της πολιτικής οργάνωσης και διοίκησης της πόλης για την εξασφάλιση της συνύπαρξης, αλλά και η αρμονικότητα των σχέσεων των πολιτών σε επίπεδο καθαρά προσωπικό. Με άλλα λόγια, η φιλία προέρχεται αυστηρά από την πολιτική με την έννοια της αμοιβαιότητας και του δικαίου που μόνο η ηθική αρετή μπορεί να εξασφαλίσει.

Ο Αριστοτέλης ξεκινώντας το έβδομο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» (τα βιβλία Δ΄. Ε΄, και Ζ΄ παραλείπονται καθώς το περιεχόμενό τους ταυτίζεται με τα βιβλία Ε΄, Ζ΄ και Η΄ των «Ηθικών Νικομαχείων») διευκρινίζει: « θεωρείται το κατεξοχήν έργο της πολιτικής να αναπτύξει τη φιλία· κάποιοι μάλιστα λένε ότι και η αρετή είναι χρήσιμη ακριβώς για την ανάπτυξη της φιλίας, αφού αποκλείεται να αναπτυχθεί αυτή ανάμεσα σε ανθρώπους που αδικούν ο ένας τον άλλο» (1234b 24-27).

Κι όχι μόνο αυτό: «Επίσης, όλοι δεχόμαστε ότι το δίκαιο και το άδικο έχουν εφαρμογή κυρίως μεταξύ φίλων, και θεωρείται αφενός ότι ταυτίζονται μεταξύ τους ο αγαθός άνθρωπος και ο φίλος, και αφετέρου ότι η φιλία είναι μια έξη ηθική (πάγια διάθεση της ψυχής). Ακόμα, ότι αν θέλει κανείς να κάνει τους ανθρώπους δίκαιους, πρέπει να τους κάνει να συμπεριφέρονται μεταξύ τους ως φίλοι, αφού οι αληθινοί φίλοι δεν αδικούν ο ένας τον άλλο. Αλλά βέβαια, και οι δίκαιοι το ίδιο θα κάνουν και δε θα αδικήσουν· άρα, η δικαιοσύνη και η φιλία είτε ταυτίζονται είτε βρίσκονται πολύ κοντά» (1234b 28-35).

Η σύμπλευση (αν όχι ταύτιση) της δικαιοσύνης με τη φιλία καθιστά την αρετή θεμέλιο της συνύπαρξης. Κι αν γίνει αποδεκτό ότι η φιλία είναι το θεμέλιο της ευτυχίας (ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ον) τότε είναι σαφής η τεράστια σημασία που έχει το ζήτημα της κατάκτησης της αρετής σε ατομικό επίπεδο: «όλοι πιστεύουμε ότι ο φίλος είναι το μέγιστο αγαθό, ενώ η έλλειψη φίλων και η ερημική μοναξιά το πιο μεγάλο δεινό, εφόσον όλος μας ο βίος και οι συντροφικές μας σχέσεις προϋποθέτουν τους φίλους» (1234b 36-38).

Για να συμπληρωθεί αμέσως: «Με τους οικείους μας ή με συγγενείς ή με συντρόφους περνάμε όλη την ημέρα μας, με τα παιδιά, με τους γονείς, με τη γυναίκα μας. Και στο στενό κύκλο των φίλων μας η δικαιοσύνη επαφίεται μόνο σε εμάς τους ίδιους, ενώ έξω από αυτόν έχει ανατεθεί στη νομοθεσία, και πάντως όχι σε εμάς προσωπικά» (1235a 1-5).

Η αντίληψη ότι μεταξύ φίλων ο κώδικας δικαίου αποτελεί προσωπική τους υπόθεση δεν υπονοεί ότι η νομοθεσία δεν ισχύει στις σχέσεις τους, αλλά ότι είναι τέτοια η διάθεση να φερθούν δίκαια ο ένας στον άλλο, που ο νομοθέτης ανάμεσά τους κρίνεται περιττός. Η φιλία, ως έκφραση της υπέρτατης συντροφικότητας νοηματοδοτεί την ύπαρξη εκπληρώνοντας τις συνθήκες για την υπέρτατη ευτυχία. Άνθρωπος δίχως φίλους είναι αδύνατο να είναι ευτυχής. Αν συμβαίνει αυτό τότε δεν είναι άνθρωπος. Είναι ή ζώο ή θεός.

Η σημασία της φιλίας στη ζωή του ανθρώπου καθιστά αναγκαία τη λεπτομερή διερεύνηση του όρου: «Περί φιλίας, ποια η φύση της και τι ακριβώς είναι αυτή, ποιος είναι ο φίλος και με πόσες –μία ή περισσότερες– σημασίες χρησιμοποιείται η λέξη φιλία· και αν περισσότερες, πόσες και ποιες είναι αυτές· και ακόμα, πώς να αντιμετωπίζουμε το φίλο μας και τι σημαίνει δικαιοσύνη στο πλαίσιο της φιλίας· όλα αυτά τα ερωτήματα πρέπει να τα ερευνήσουμε, μιας και αποτελούν μείζονα ζητούμενα μιας αναφοράς στο σωστό ήθος και στις αντίστοιχες επιλογές πράξεων» (1234b 19-24). Στο ζήτημα της φιλίας ο Αριστοτέλης θα αφιερώσει όλο το έβδομο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» καθιστώντας σαφή την αξία της φιλίας για την ανθρώπινη ευτυχία.

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Λιβάνιος: Υπέρ των Ελληνικών ναών

Ο Λιβάνιος ήταν ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ο «μεγαλύτερος ρήτορας και σοφιστής του αιώνα του», το «σταθερό πρότυπο ύφους για όλους τους μεταγενέστερους (βυζαντινούς) ρήτορες, δασκάλους και ανθρώπους των γραμμάτων», δάσκαλος ο ίδιος του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιωάννου Χρυσοστόμου, αλλά και του Ιουλιανού. Το τεράστιο σε όγκο έργο του αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές της ύστερης αρχαιότητας. Σε μια εποχή που η ανθρωπότητα διάβαινε το κατώφλι του Μεσαίωνα, ο Λιβάνιος υπερασπίστηκε τον ελληνικό πολιτισμό και, παραμένοντας πεισματικά εθνικός, επέλεξε την οδό της αντιπαράθεσης με τον μισαλλόδοξο σκοταδισμό των πιστών του χριστιανικού δόγματος. Στην Ελλάδα, το όνομα και το έργο του παραμένουν εδώ και αιώνες στην αφάνεια και η «επίσημη» φιλολογία τον αγνοεί σκανδαλωδώς…

Γεννημένος στην Αντιόχεια (το 314 μ.Χ.), εγκατέλειψε τη στοργική του μητέρα για να σπουδάσει στην Αθήνα. Του είχαν προσφέρει για σύζυγο μια πλούσια κληρονόμο αν δεχόταν να μείνει στη γενέτειρά του, όμως ο Λιβάνιος δήλωσε ότι θα αρνιόταν ακόμα και θεά να παντρευτεί, προκειμένου να αντικρύσει της Αθήνας «καπνό αναθρώσκοντα». Τα λόγια των δασκάλων του, δεν τα εκλάμβανε ως ιερούς χρησμούς αλλά ως αφετηρίες για τον ίδιο. Μέσα σ’ έναν λαβύρινθο σχολών και δασκάλων, στη μόρφωσή του συνέβαλε πάνω απ’ όλα ο ίδιος. Αφού δοκίμασε για ένα διάστημα την τύχη του ως δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και στη Νικομήδεια, επέστρεψε στην Αντιόχεια (το 354) και ίδρυσε σχολή που επί σαράντα χρόνια είχε τους περισσότερους σπουδαστές και τη μεγαλύτερη φήμη σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τραγουδούσαν τους λόγους του στους δρόμους. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Αμμιανός Μαρκελίνος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος…

Ο Ευνάπιος, σύγχρονος του Λιβάνιου, στους «Βίους φιλοσόφων και σοφιστών» γράφει:

Κυκλοφορούν πολλά βιβλία του Λιβάνιου κι όποιος έχει μυαλό και τα διαβάσει ολόκληρα, έχει να μάθει. Ο Λιβάνιος είχε και μεγάλη ικανότητα να εκφωνεί λόγους πάνω σε ζητήματα πολιτικά και εκτός από τις πολιτικές αγορεύσεις, με μεγάλη ευκολία και τόλμη συνέθετε και ομιλίες προς τέρψιν του κοινού των θεάτρων. Όταν οι κατοπινοί βασιλείς τού πρόσφεραν το υψηλότερο αξίωμα, καλώντας τον να δεχτεί τον τιμητικό τίτλο του έπαρχου της αυλής, δεν το αποδέχτηκε, λέγοντας ότι η ιδιότητα του σοφιστή είναι ανώτερη. Κι είναι πράγματι αξιέπαινο αυτό, δεδομένου ότι η μόνη δόξα που κυνηγούσε είναι εκείνη που κερδίζει κανείς χάρη στη μόρφωσή του και ότι κάθε άλλη δόξα τη θεωρούσε «δημώδη» και πρόστυχη.

Πέθανε κι αυτός σε βαθιά γεράματα, αφήνοντας σε όλους ένα αίσθημα θαυμασμού προς το πρόσωπο του. Ο γράφων δεν τον γνώρισε προσωπικά γιατί η τύχη, πότε με τον ένα τρόπο και πότε με τον άλλο, πάντοτε έβαζε εμπόδια.

Ο Λιβάνιος δεν ήταν ιστορικός, αλλά αυτό που σήμερα θα λέγαμε φιλόλογος. Δάσκαλος της ρητορικής και σοφιστής, αλλά όχι φιλόσοφος με την αρχαιοελληνική έννοια. Στα πλαίσια του επαγγέλματός του, έγραψε αμέτρητα ρητορικά γυμνάσματα (σώζονται 44), με θέματα εμπνευσμένα από την ιστορία, τη μυθολογία και τα ομηρικά έπη. Επίσης, στα πλαίσια των μαθημάτων του έγραφε πλήθος μικρά δοκίμια.

Οι μεγαλύτερες έγνοιες του Λιβάνιου ήταν η παράδοση κι η ελληνική παιδεία και γλώσσα. Υποτιμούσε επιδεικτικά οτιδήποτε το εξωελληνικό, είτε λατινικό ήταν αυτό είτε ιουδαϊκό-χριστιανικό, διατηρώντας μια βαθιά πίστη στις αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Είναι χαρακτηριστικό το ότι δεν καταδέχτηκε να μάθει ή να χρησιμοποιήσει ούτε μια λατινική λέξη.

Γράφει ο Ευνάπιος:

Όταν ανακάλυπτε κάποια ελληνική λέξη που δεν χρησιμοποιούνταν πια κι είχε περιπέσει σε αφάνεια λόγω παλαιότητας, την καθάριζε σαν να ‘ταν ιερό ανάθημα και καλλωπισμένη την έφερνε στο φως, στηρίζοντάς την και δίνοντάς της νέο νόημα, σαν τις υπηρέτριες και θεραπαινίδες νεόπλουτης κυρίας που τη βοηθούν να διώξει από πάνω της τα γηρατειά. Γι’ αυτό τον εθαύμαζε ο θειότατος Ιουλιανός, όπως τον θαύμαζαν όλοι οι άνθρωποι για την χάρη που είχαν οι λόγοι του.

Όπως οι περισσότεροι συγκαιρινοί του διανοούμενοι -απ’ όσους τυχαίνει σήμερα να γνωρίζουμε- ήταν οπαδός του νεοπλατωνισμού. Τίποτα δεν τον συνέδεε με τον στωικισμό και -πολύ περισσότερο- με τον επικουρισμό: Ο Λιβάνιος ήταν ευσεβέστατος, αν και δεν δίσταζε να μέμφεται και να κατηγορεί τους θεούς όταν θεωρούσε ότι ολιγωρούσαν ή ότι ήταν υπεύθυνοι για κάποιο κακό.

Ως Έλληνας διανοούμενος, ο Λιβάνιος δεν διακατεχόταν από κανενός είδους αποστολικό ζήλο[1] και έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι αρκούσε να γίνει κανείς κοινωνός της ελληνικής παιδείας ώστε να αναγνωρίσει την ανωτερότητά της διά βίου. Από την πλευρά τους, οι χριστιανοί έβλεπαν στο πρόσωπο του Λιβάνιου τον ιδεώδη δάσκαλο, εκείνον που θα τους παρείχε τα εφόδια ώστε να ξεφύγουν από την πνευματική μιζέρια και να ανοιχτούν στην κοινωνία ως ισοδύναμοι των εθνικών. Έτσι, από τα χέρια του Λιβάνιου πέρασε ο αξιολογώτερος χριστιανός όλων των εποχών, ο Μέγας Βασίλειος, καθώς και το μετέπειτα «βαρύ πυροβολικό» του Xριστιανισμού, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο τελευταίος δεν δίστασε αργότερα να επιτεθεί στον Λιβάνιο, λούζοντάς τον με βρισιές που μόνο από ένα «χρυσό στόμα» δεν θα περίμενε κανείς να βγουν: «Ω μιαρέ… Ω ληρόσοφε… Άθλιε και ταλαίπωρε».

Ο Χρυσόστομος βρίζει τον παλιό του δάσκαλο επειδή ο δεύτερος θρήνησε για τον εμπρησμό του ναού του Απόλλωνα στη Δάφνη. Στον λόγο του «Εις τον Άγιον Βαβύλαν», οργίζεται με τον Λιβάνιο που τόλμησε να πει ότι την φωτιά την έβαλε ανθρώπινο χέρι, και υποστηρίζει (ο Χρυσόστομος) ότι τον ναό τον έκαψε ο ίδιος ο θεός των χριστιανών. Και συμπεραίνει: «Πράγματι, οι Έλληνες είναι πάντα παιδιά· δεν υπάρχει ώριμος Έλληνας» -κι αυτό επειδή δεν πίστευαν, όπως εκείνος, ότι δράστης του εμπρησμού ήταν ο Θεός…

Αντιθέτως, με τον Μέγα Βασίλειο ο Λιβάνιος διατηρούσε ειλικρινή φιλία… Ύστερα από μια περίοδο διακοπής της αλληλογραφίας που διατηρούσαν, ο Βασίλειος γράφει: «Αν σκεφτώ ότι παρ’ όλο που ζεις μες στα γράμματα παραλείπεις να μου γράψεις, δεν έχω παρά να το πάρω απόφαση ότι με έχεις ξεχάσει. Αν σωπαίνεις εσύ που τό ‘χεις τόσο εύκολο να μιλάς και να γράφεις, είναι φανερό ότι αυτό οφείλεται είτε στην υπεροψία είτε στη λήθη. Εγώ όμως σ’ αυτή σου τη σιωπή απαντώ με την προσαγόρευσή μου: Χαίρε, λοιπόν, αξιότιμε, κι αν θες γράψε μου κι αν δεν σ’ αρέσει μη μου γράφεις». Η αλληλογραφία, συνεχίστηκε, άγνωστο όμως μέχρι πότε.

Το σύνολο των σωζόμενων γνήσιων επιστολών του Λιβάνιου είναι 1.560. Πολλές απ’ αυτές εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τυπωμένη μορφή το 1499 στη Βενετία από τον Κρητικό, Μάρκο Μουσούρο. Όπως αναφέρει το βυζαντινό λεξικό Σουίδα, ο Λιβάνιος «έγραψεν άπειρα»… Είναι πράγματι ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ίσως του κόσμου ολόκληρου. Σώζονται 60 Λόγοι (ο υπ’ αριθμόν 1, είναι η εκτενής αυτοβιογραφία του «Λόγος της περί εαυτού τύχης»). Εννέα από τους Λόγους του έχουν ονομαστεί «Ιουλιανικοί»: Είτε απευθύνονται προς τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιουλιανό είτε μιλούν γι’ αυτόν. Σ’ αυτούς περιλαμβάνεται και ο «Θρήνος για τον Ιουλιανό», ο «Επιτάφιος για τον Ιουλιανό» και ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού», γραμμένος 15 χρόνια μετά τον ηρωικό θάνατο του αυτοκράτορα στην τελευταία μάχη του με τους Πέρσες.

Ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού» («Εκδίκηση για τον Ιουλιανό») απευθύνεται στον Θεοδόσιο που μόλις έχει πάρει την εξουσία (το 379). Έχει προηγηθεί η ήττα των Ρωμαίων σε μάχη με τους Γότθους στην Αδριανούπολη, όπου βρήκε τραγικό θάνατο ο αυτοκράτορας Βάλενς, μέγας διώκτης των εθνικών. Ο Λιβάνιος υποστηρίζει ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από Ρωμαίο στρατιώτη, βαλτό από τους χριστιανούς, ότι μετά τον θάνατο του τα πράγματα στην αυτοκρατορία πήγαν από το κακό στο χειρότερο καθώς οι στρατιωτικές ήττες κι οι υποχωρήσεις των Ρωμαίων διαδέχονταν η μία την άλλη, ότι οι δολοφόνοι έπρεπε να τιμωρηθούν, ότι οι μετέπειτα αυτοκράτορες που τον διαδέχτηκαν όχι μόνο στάθηκαν ανίκανοι στρατιωτικοί αλλά κυβέρνησαν με την τρομοκρατία, εξολοθρεύοντας «μυριάδες διαπρεπείς πολίτες» (εθνικούς)…

Το 386 μ.Χ., τα πάντα έχουν πια κριθεί προ πολλού… Μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ελληνικής ιστορίας: Ο πολιτισμός που επί μία χιλιετία λάμπρυνε την ανθρωπότητα, εκπροσωπείται τώρα από έναν μοναχικό γέροντα που βλέποντας τα πάντα γύρω του να γκρεμίζονται, βρήκε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά του και να απευθυνθεί στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ηθικό αυτουργό των καταστροφών.

Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους λίγους εθνικούς διανοούμενους που βγήκαν ζωντανοί από τις σφαγές της δεκαετίας του 370. Χάρις στο κύρος του και την ανοχή που απολάμβανε επί τρεις δεκαετίες (μιας και ως φιλόλογος, ήταν πολύτιμος δάσκαλος για τους νεαρούς χριστιανούς), ο Λιβάνιος κατά κάποιον τρόπο, είχε το ένα πόδι χωμένο στην πόρτα εμποδίζοντας την εξουσία να του την κλείσει κατάμουτρα. Εξαντλεί λοιπόν όλα τα περιθώρια ανοχής, που όπως διαπιστώνει κανείς είναι πολύ στενά: Δεν του μένει παρά να καταφύγει σε δικονομικά επιχειρήματα αλλά και να επισημάνει στον θρησκόληπτο Θεοδόσιο ότι είναι προς το οικονομικό του συμφέρον να αφήσει απείραχτους τους ελληνικούς ναούς, ότι τα αγάλματα χάρη στην αισθητική τους αξία δεν θα ‘πρεπε να καταστραφούν, ότι ένας ναός μπορεί να στεγάσει μία δημόσια υπηρεσία, ότι οι εθνικοί είναι δουλευτάδες και παράγουν πλούτο, ενώ οι χριστιανοί είναι κηφήνες και κοινωνικά παράσιτα. Όμως «εις μάτην», όπως έγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: «Εις μάτην ο περιώνυμος σοφιστής Λιβάνιος επ’ ελπίδι του να συγκινήση την ψυχήν του Θεοδοσίου, περιέγραψε τα παθήματα του αρχαίου θρησκεύματος… Η φωνή αύτου δεν εισηκούσθη και το έργον της καταστροφής εξηκολούθησε»…

Προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο: Υπέρ των Ελληνικών ναών

Πολλές φορές, βασιλιά, όταν σου πρόσφερα συμβουλές στο παρελθόν, σου φάνηκε πως εξέφρασα σωστές απόψεις και σε πείσμα εκείνων που έλεγαν και επιδίωκαν τα αντίθετα, υπερίσχυσαν οι δικές μου παραινέσεις, όντας ορθότερες. Με την ελπίδα αυτή, έρχομαι και τώρα να κάνω το ίδιο. Και μακάρι τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να καταφέρω να σε πείσω. Αν όχι, μη θεωρήσεις εμένα που σου απευθύνω αυτά τα λόγια εχθρό της πολιτείας σου -αν μη τι άλλο, υπολόγισε πόσο με έχεις τιμήσει στο παρελθόν και σκέψου ότι θα ήταν παράδοξο να μη νιώθει ο ευεργετημένος μεγάλη αγάπη για τον ευεργέτη του. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πιστεύω ότι πρέπει να σε συμβουλέψω πάνω σε θέματα για τα οποία νομίζω ότι θα μιλήσω σωστά. Ίσως ο μόνος τρόπος να σου ανταποδώσω την τιμή, είναι οι λόγοι μου και ό,τι απορρέει απ’ αυτούς.

Σε πολλούς θα φανεί πολύ επικίνδυνο το ότι θα απευθυνθώ σε σένα για να επιχειρηματολογήσω υπέρ των ναών και να υποστηρίξω ότι οι ναοί δεν πρέπει, όπως συμβαίνει τώρα, να παθαίνουν κακό. Όμως μου φαίνεται πως όσοι έχουν τέτοιους φόβους, κάνουν λάθος ως προς τον χαρακτήρα σου. Γιατί είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό των οργίλων και των δύστροπων ανθρώπων, το να καταφεύγουν κατευθείαν στην τιμωρία όταν λέγεται κάτι που δεν τους αρέσει, ενώ ο ήπιος, ο φιλάνθρωπος και πράος άνθρωπος -κι αυτά είναι τα δικά σου γνωρίσματα- απλώς αρνείται να δεχτεί μια συμβουλή που δεν την εγκρίνει. Γιατί όταν είναι στο χέρι του ακροατή το αν θα συμμορφωθεί ή όχι στα λόγια κάποιου, δεν είναι σωστό να αποφεύγει την ακρόαση, μιας και τίποτα κακό δεν πρόκειται να πάθει απ’ αυτήν, αλλά ούτε και να εξοργίζεται και να τιμωρεί σε περίπτωση που δεν συμφωνεί, αν κάποιος βρήκε το θάρρος να εκφράσει αυτά που θεωρεί σωστά.

Σε παρακαλώ, λοιπόν, βασιλιά, να στραφείς σε μένα που σου μιλάω και να μη δίνεις σημασία σ’ εκείνους που θα θελήσουν με χίλιους δυο τρόπους να μας αποπροσανατολίσουν, και σένα και μένα, γιατί πολλές φορές στο παρελθόν φάνηκε ότι ένα απλό νεύμα αυλικού στάθηκε πιο ισχυρό από τη δύναμη της αλήθειας. Και επιμένω ότι κι εκείνοι θα πρέπει να με αφήσουν ήσυχο να ολοκληρώσω τον λόγο μου χωρίς να με προπηλακίσουν και κατόπιν ας προσπαθήσουν να ανατρέψουν τα λεγόμενά μου με λογικά επιχειρήματα.

Βασιλιά μου, οι πρώτοι άνθρωποι που εμφανίστηκαν πάνω στη γη, για να προστατέψουν τη ζωή τους έπιασαν τα υψώματα κι έμεναν σε σπηλιές και καλύβες, και καθώς είχαν αποκτήσει ευθύς ες αρχής μιαν ιδέα για τους θεούς και κατάλαβαν πόσο σπουδαίο πράγμα ήταν η εύνοια των θεών προς τους ανθρώπους, έφτιαξαν ναούς τέτοιους που θα περίμενε κανείς από ανθρώπους πρωτόγονους, καθώς και αγάλματα για τους ίδιους. Κι όταν προχώρησαν στη δημιουργία πόλεων κατέχοντας σε ικανοποιητικό βαθμό την τέχνη της οικοδόμησης, εμφανίστηκαν πολλές πόλεις, άλλες σε πρόποδες βουνών κι άλλες στις πεδιάδες. Και σε κάθε πόλη, το πρώτο πράγμα που έχτιζαν μετά τα τείχη ήταν οι ναοί και τα ιερά. Γιατί πίστευαν πως με τέτοιους πολιούχους κυβερνήτες θα είχαν τη μεγαλύτερη ασφάλεια.

Όπου και να πας, σ’ όλη την επικράτεια των Ρωμαίων, παντού αυτό θα βρεις. Και στην Κωνσταντινούπολη ακόμα, υπάρχουν κάποιοι ναοί, αν και δεν τους αποδίδεται πλέον κανένας σεβασμός κι είναι βέβαια οι λίγοι που απόμειναν από τους πάμπολλους, παρ’ όλα αυτά δεν έχουν αφανιστεί τελείως. Και ακριβώς χάρη στη συμμαχία τους με τους θεούς αυτούς, κατάφερναν οι Ρωμαίοι, εφορμώντας κατά των αντιπάλων τους να νικούν στις μάχες και έχοντας υπερισχύσει, να παρέχουν στους ηττημένους έναν τρόπο ζωής καλύτερο από αυτόν που είχαν προηγουμένως, διώχνοντας κάθε φόβο και δίνοντάς τους μερίδιο συμμετοχής στην πολιτική ζωή.

Όταν ήμουν παιδί, ο ηγέτης του στρατεύματος των Γαλατών[2], που στράφηκαν ενάντια στους θεούς που πρώτα προσκυνούσαν, νίκησε εκείνον που είχε προσβάλει τη Ρώμη[3], κι αφού κατατρόπωσε και τον άνθρωπο που είχε δώσει νέα ζωή στις πόλεις[4], ο ίδιος, θεωρώντας πως θα αποκόμιζε προσωπικό όφελος αναγνωρίζοντας κάποιον άλλον ως θεό, χρησιμοποίησε τις περιουσίες των ναών για να χτίσει την πόλη που επιθυμούσε. Δεν επέφερε, βέβαια, καμία αλλαγή στις καθιερωμένες λατρείες, αλλά οι ναοί υπέφεραν από φτώχεια μπορούσε όμως κανείς να δει ότι γενικά όλες οι άλλες λειτουργίες τους εκτελούνταν στο ακέραιο.

Όταν η εξουσία πέρασε στον γιο του[5] (μάλλον το σχήμα της εξουσίας, γιατί την ίδια την εξουσία την είχαν άλλοι, οι οποίοι χάρη στην ανατροφή που του έδωσαν από μικρό παιδί, είχαν τη δυνατότητα να είναι ισοδύναμοι μ’ αυτόν στα πάντα), εκείνος, βασιλεύοντας υπό τις διαταγές άλλων, σε πολλά πράγματα πείστηκε ν’ ακολουθήσει κακή πολιτική, και επιπλέον απαγόρεψε τις θυσίες. Ο εξάδελφός του, ένας άνθρωπος που τον διέκριναν όλες οι αρετές[6], τις επανέφερε. Κι όταν αυτός έχασε τη ζωή του στην Περσία (δεν θα μιλήσω τώρα για τα όσα έκανε και τα όσα έμελλε να κάνει), οι θυσίες παρέμειναν για κάποιο διάστημα, αλλά, ύστερα από κάποια νεότερα συμβάντα, απαγορεύτηκαν από τους δύο αδελφούς[7]. Δεν απαγορεύτηκε όμως η προσφορά θυμιάματος. Αυτό το τελευταίο έχει επιβεβαιωθεί και από τον δικό σου νόμο, πράγμα που μας κάνει περισσότερο να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για ό,τι μας έχει παραχωρηθεί παρά να υποφέρουμε γι’ αυτά που στερηθήκαμε.

Βέβαια, εσύ ο ίδιος δεν έδωσες διαταγή να κλείσουν οι ναοί και δεν απαγόρεψες ούτε την είσοδο σε ναούς, ούτε το ιερό πυρ των ναών, ούτε το λιβάνι, ούτε τις προσφορές άλλων θυμιαμάτων σε ναούς και βωμούς. Όμως, εκείνα τα μαυροφορεμένα υποκείμενα, που τρώνε περισσότερο κι από τους ελέφαντες και κατεβάζοντας αμέτρητα ποτήρια, παρενοχλούν τους άλλους που συνοδεύουν το πιοτό τους με τραγούδια, αυτοί που συγκαλύπτουν τις επιδόσεις τους στο φαγοπότι με μια τεχνητή χλωμάδα του προσώπου. Αυτοί, ενώ ο νόμος παραμένει σε ισχύ, ορμούν πάνω στους ναούς κρατώντας ξύλα και πέτρες και σίδερα, και μερικές φορές χωρίς αυτά, με χέρια και πόδια. Ακολουθεί η εκ του ασφαλούς λεηλασία[8], το γκρέμισμα της στέγης, η κατεδάφιση των τοίχων, σπάσιμο των αγαλμάτων, αναποδογύρισμα των βωμών. Και οι ιερείς των ναών είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν ή να πεθαίνουν. Κι αφού κατεδαφίσουν έναν ναό, σπεύδουν στον δεύτερο και στον τρίτο κι ύστερα στοιβάζουν τρόπαια πάνω σε τρόπαια, καταπατώντας τον νόμο.

Τέτοιες πράξεις αποτολμούνται και μέσα σε πόλεις, όμως κυρίως στην ύπαιθρο. Κι είναι πολλοί αυτοί που κάθε φορά επιτίθενται’ κι ύστερα από τα μύρια κακά που διαπράττουν τα σκορπισμένα πλήθη, συγκεντρώνονται και ζητούν αναμεταξύ τους λογαριασμό των πράξεων τους, και το ‘χουν σε ντροπή να μην έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα αδικήματα. Ξεχύνονται στους αγρούς σαν χείμαρροι και μαζί με τους ναούς ερημώνουν και τους αγρούς. Γιατί όταν ένας αγρός στερηθεί τον ναό του, πάει χαμένος, τυφλώνεται και πεθαίνει. Οι ναοί, βασιλιά, είναι η ψυχή των αγρών οι ναοί πρωτοέδωσαν ζωή στους αγρούς, και από γενιά σε γενιά παραδόθηκαν στους σημερινούς ανθρώπους.

Σ’ αυτούς αποθέτουν τις ελπίδες τους οι αγρότες, για τις γυναίκες ή τους συζύγους, για τα παιδιά τους, για τις αγελάδες, για τη γη που σπέρνουν και φυτεύουν. Κι όταν παθαίνει τέτοιο κακό η ύπαιθρος, μαζί με τις ελπίδες των αγροτών χάνεται κι η προθυμία τους, γιατί πιστεύουν πως θα πάνε οι κόποι τους χαμένοι, αφού στερήθηκαν τους θεούς που θα βοηθήσουν ώστε οι κόποι τους να ευοδωθούν. Και όπως δεν δουλεύουν τη γη με την ίδια φροντίδα, ούτε κι η σοδειά μπορεί να είναι ίδια με πριν. Έτσι, και ο γεωργός γίνεται φτωχότερος και η είσπραξη φόρων μειώνεται. Γιατί, ακόμα και να είναι κανείς πρόθυμος ν’ αποδώσει φόρους, τον εμποδίζει η ίδια η αδυναμία του.

Να τι αντίκτυπο έχουν στις μεγάλες υποθέσεις του κράτους οι βιαιότητες που αποτολμούν ενάντια στον κόσμο της υπαίθρου οι άνθρωποι αυτοί που ισχυρίζονται ότι πολεμούν τους ναούς. Μόνο που ο πόλεμός τους, είναι γι’ αυτούς πηγή εισοδήματος, γιατί αρπάζουν όχι μόνο ό,τι βρίσκεται μες στους ναούς αλλά και τα υπάρχοντα των ταλαίπωρων αγροτών, την παραγωγή τους και τα ζωντανά. Και αποχωρούν τελικά οι εισβολείς κουβαλώντας τη λεία τους από τα μέρη που εκπόρθησαν. Και δεν τους φτάνει αυτό, αλλά σφετερίζονται και ξένα κτήματα, λέγοντας ότι η γη του τάδε γεωργού είναι περιουσία του ναού, και πολλοί έχουν χάσει έτσι πατρικές περιουσίες, επειδή προβάλλονται ψεύτικοι τίτλοι. Από τα δεινά των άλλων καλοπερνούν αυτοί, που ισχυρίζονται ότι κάνοντας νηστείες λατρεύουν τον θεό τους. Κι αν κάποιοι από τα θύματά τους πάνε στην πόλη και βρουν τον «ποιμένα» (έτσι αποκαλούνται κάποιοι άνθρωποι, όχι και τόσο αγαθοί) και κλαίγοντας του διηγηθούν τα όσα έπαθαν, ο «ποιμένας» αυτός επαινεί τους κακοποιούς και ξαποστέλνει τους παθόντες, λέγοντάς τους πως είναι κερδισμένοι κι από πάνω, που δεν έπαθαν χειρότερα.

Κι όμως, βασιλιά, δικοί σου υπήκοοι είναι κι αυτοί και σου είναι πιο χρήσιμοι από τους άλλους που εγκληματούν σε βάρος τους, όσο πιο χρήσιμος είναι ένας εργαζόμενος από έναν άεργο. Αυτοί είναι οι μέλισσες, ενώ εκείνοι οι κηφήνες. Κι όταν ακούνε πως σε κάποιο κτήμα υπάρχουν πράγματα προς αρπαγή, αμέσως κατηγορούν τον κτηματία ότι κάνει θυσίες και άλλα κακά, και ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επέμβαση, και να σου, καταφθάνουν οι σωφρονιστές. Έτσι τις βαφτίζουν τις ληστείες τους, αν και η λέξη «ληστεία» είναι ανεπαρκής. Ο ληστής κοιτάει να ξεφύγει και αρνείται την πράξη του κι αν τον πεις ληστή θα το πάρει για προσβολή. Ενώ αυτοί περηφανεύονται και καμαρώνουν για τα κατορθώματα τους και τα διηγούνται σε όσους δεν τα γνωρίζουν, κι από πάνω έχουν και την αξίωση να ανταμειφθούν γι’ αυτά.

Όμως τι άλλο είναι αυτό, αν όχι πόλεμος κατά των γεωργών σε καιρό ειρήνης; Σε τίποτα βέβαια δεν μειώνει τις συμφορές τους το ότι τις παθαίνουν από συμπατριώτες τους, για να μη πω ότι είναι ακόμα πιο τρομερό, όσα περιέγραψα παραπάνω, να τα παθαίνεις σε καιρό ειρήνης απ’ αυτούς που θα ‘ταν φυσικό να τους έχεις συμμάχους σε ώρες πολέμου.

Μα τότε, για ποιον λόγο διατηρείς στρατό, βασιλιά, και τον εξοπλίζεις και κάνεις συσκέψεις με στρατηγούς, και άλλους τους τοποθετείς εκεί που είναι απαραίτητοι και σ’ άλλους γράφεις επιστολές για επείγοντα ζητήματα ή τους στέλνεις απαντήσεις όταν σε ρωτάνε; Τί νόημα έχουν τα καινούρια τείχη κι η επίπονη δουλειά για να χτιστούν μες στο καλοκαίρι; Σε τι αποβλέπουν όλα αυτά; Τι είναι αυτό που επιτρέπει στους ανθρώπους της πόλης και της υπαίθρου να ζουν σε ασφάλεια, να κοιμούνται ήσυχοι και να μην τους ταράζει ο φόβος του πολέμου, αν όχι η πεποίθηση ότι ο κάθε ξένος εισβολέας θα πάρει δρόμο, παθαίνοντας μεγαλύτερο κακό απ’ αυτό που θα ‘χει προκαλέσει; Αν λοιπόν, την ώρα που εσύ κρατάς μακριά τους εξωτερικούς εχθρούς, κάποιοι από τους υπηκόους σου επιτίθενται ενάντια σε κάποιους άλλους υπηκόους σου και δεν τους αφήνουν να απολαμβάνουν κι αυτοί τα κοινά αγαθά, τότε αυτοί δεν καταπατούν τους κόπους σου, τις φροντίδες, τις προφυλάξεις σου; Μ’ αυτές τις πράξεις τους δεν εναντιώνονται στη θέλησή σου;

Θα ισχυριστούν, βέβαια, ότι τιμωρούν αυτούς που κάνουν θυσίες και παραβαίνουν τον νόμο που δεν τις επιτρέπει. Ψεύδονται, βασιλιά, όταν τα λένε αυτά. Από τα θύματά τους, που δεν είναι άνθρωποι ξεβγαλμένοι, κανείς δεν είναι τόσο θρασύς ώστε να ‘χει την αξίωση να είναι υπεράνω του νόμου -και λέγοντας νόμο εννοώ τον νομοθέτη. Πιστεύεις πως οι άνθρωποι αυτοί, που δειλιάζουν μπροστά στη χλαμύδα του φοροεισπράκτορα, θα δείχναν περιφρόνηση στον ίδιο το βασιλιά; Κι όμως, συχνά το περιβάλλον του Φλαβιανού[9] ακριβώς αυτά ισχυριζόταν, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί τίποτα, ακόμα και μέχρι σήμερα.

Εμπρός λοιπόν, προκαλώ τους προστάτες αυτού του νόμου: Ποιός από σας είδε κάποιον από τους ανθρώπους που τους αναστατώσατε τη ζωή, να κάνει θυσίες κατά τρόπο που απαγορεύει ο νόμος; Ποιός, είτε νέος είτε γέρος, άντρας ή γυναίκα, ποιός συγχωριανός που διαφωνεί μ’ αυτούς που κάνουν θυσίες στους θεούς, ποιός γείτονας έκανε καταγγελία; Η έχθρα και ο φθόνος εύκολα θα μπορούσαν να σπρώξουν κάποιον να καταδώσει τον γείτονά του με μεγάλη του χαρά. Όμως, ούτε από γείτονες, ούτε από άλλους ήρθε ποτέ κανείς, και ούτε πρόκειται να έρθει, γιατί φοβάται την ψευδορκία, για να μη πω το ξύλο που θα φάει εξ αιτίας της ψευδορκίας. Πού βασίζεται η ενοχοποίησή τους, αν όχι σε απλές διαβεβαιώσεις, ότι έκαναν θυσίες; Όμως αυτές δεν είναι αρκετές για τον βασιλιά.

«Δηλαδή δεν έκαναν θυσίες;», θα ρωτήσετε. Ναι, έκαναν και με το παραπάνω. Αλλά για το φαγητό τους το έκαναν οι άνθρωποι, για το μεσημεριανό ή για τη διασκέδασή τους, και τα μοσχάρια τα έσφαζαν σε άλλο μέρος: Κανένας βωμός δεν δέχτηκε προσφορά αίματος, κανένα κομμάτι του ζώου δεν αφέθηκε να καεί, δεν προηγήθηκε καμμιά κανονική θυσία, ούτε επακολούθησε σπονδή. Αν μερικοί άνθρωποι μαζευτούν σε μιαν ωραία τοποθεσία, κι αφού σφάξουν ένα πρόβατο ή ένα μοσχάρι ή και τα δυο, τα ψήσουν ή τα βράσουν και μετά στρωθούν καταγής και τα φάνε, δεν καταλαβαίνω, που παραβαίνουν τον νόμο.

Γιατί αυτά, βασιλιά, δεν τα ‘χεις απαγορέψει δια νόμου. Απαγορεύοντας μία συγκεκριμένη πράξη, επιτρέπεις όλες τις υπόλοιπες. Έτσι, αν οι άνθρωποι αυτοί έπιναν όλοι μαζί καίγοντας κάθε λογής θυμιάματα, δεν παρέβαιναν κανέναν νόμο, ακόμα κι αν έκαναν φιλικές προπόσεις με τραγούδια και εκκλήσεις στους θεούς. Εκτός κι αν πρόκειται να αρχίσουμε συκοφαντίες σε βάρος της ιδιωτικής ζωής του καθενός.

Ήταν έθιμο, στις γιορτές να μαζεύονται πολλοί χωρικοί μαζί στα σπίτια των γνωστών, να κάνουν θυσίες και έπειτα να γλεντούν. Όσο επιτρεπόταν αυτό, το έκαμαν. Και στη συνέχεια, εκτός από τις θυσίες, όλα τα άλλα παρέμειναν επιτρεπτά. Κι έτσι, όταν το ‘θελε η μέρα, οι άνθρωποι ανταποκρίνονταν και την τιμούσαν, όπως τιμούσαν και τον οίκο του θεού, με τρόπο που δεν τους εξέθετε σε κίνδυνο. Κανείς τους δεν είπε, ούτε άκουσε, ούτε έπεισε, ούτε πείστηκε ότι πρέπει να προσφερθεί θυσία. Και από τους εχθρούς τους, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραβρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας σε θυσία ή ότι έχει να παρουσιάσει κάποιον καταδότη.

Γιατί αν ήταν έτσι, ή αν υπήρχε κάποια άλλη απόδειξη, ποιος θα το ανεχόταν, να κάνουν οι ίδιοι συλλήψεις και να ωρύονται και να κατηγορούν, όχι στο δικαστήριο του Φλαβιανού, αλλά στα αληθινά δικαστήρια; Θα μπορούσαν άνετα να θέσουν τέρμα στις θυσίες: Αρκεί να έβγαιναν από τη μέση κάποιοι συγκεκριμένοι που θυσιάζουν.

Αλλά δεν το συνηθίζουν, θα πούνε, να παραδίδουν έναν άνθρωπο στους δημίους του, ακόμα κι αν έχει κάνει τα χειρότερα. Εγώ θα αφήσω κατά μέρος τον αριθμό των ανθρώπων που οι ίδιοι θανάτωσαν στη διάρκεια ταραχών, χωρίς καν να ντραπούν το κοινό τους όνομα -κι αυτό για να μη μου αντιτείνει κανείς ότι επρόκειτο για «αστόχαστες ενέργειες». Όμως όταν κυνηγήσατε ανθρώπους, που με τις φροντίδες τους ανακούφιζαν από τη φτώχεια γέρους και γριές και ορφανά, με σωματικές αναπηρίες τα περισσότερα, αυτό δεν ήταν φόνος; Δεν ήταν θάνατος; Όταν τους καταδικάζεις να πεθάνουν με τον χειρότερο θάνατο, από πείνα, δεν τους σκοτώνεις; Γιατί αν τους στερήσεις τα μέσα συντήρησης, το μόνο που τους απομένει είναι αυτό. Κι έπειτα, σκοτώνοντας εκείνους τους ανθρώπους (τους προστάτες τους) σκοτώνετε και αυτούς τους αθώους. Όμως, δεν θα σας περνούσε η ιδέα να το κάνετε αυτό αν όντως είχαν παραβεί τον νόμο. Το ότι αποφεύγουν τα δικαστήρια είναι απόδειξη ότι οι άνθρωποι δεν έκαναν θυσίες. Σφάζοντάς τους έτσι χωρίς δίκη, ομολόγησαν ότι δεν είχαν επιβαρυντικά στοιχεία για το δικαστήριο.

Κι αν αρχίσουν να μου μιλάνε για τις Βίβλους στις οποίες μένουν πιστοί, όπως ισχυρίζονται, εγώ θα τους αντιπαραθέσω τις φαύλες πράξεις τους. Γιατί αν δεν ήταν φαύλες, οι ίδιοι δεν θα ζούσαν τώρα μες στην πολυτέλεια. Και ξέρουμε τώρα, ότι όπως περνούν τις μέρες περνούν και τις νύχτες τους. Δεν θα ήταν αφύσικο, όταν τη μέρα δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό, να είναι φρόνιμοι τη νύχτα; Έχουν καταστραφεί τόσοι και τόσοι ναοί στην ύπαιθρο εξ αιτίας της θρασύτητας και της παράνοιάς τους, της δίψας για κέρδος και της έλλειψης αυτοσυγκράτησης.

Και να μία απόδειξη: Υπήρχε στη Βέροια ένα χάλκινο άγαλμα του Ασκληπιού που είχε τη μορφή του ωραίου Αλκιβιάδη -σε τούτο το άγαλμα η τέχνη εξομοιωνόταν με τη φύση. Τόσο ωραίο ήταν, που ακόμα κι εκείνοι που το έβλεπαν καθημερινά δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν. Κανείς δεν είναι τόσο ξεδιάντροπος ώστε να πει ότι γίνονταν θυσίες σ’ αυτό το άγαλμα. Κι ωστόσο, βασιλιά, τούτο το άγαλμα που για να γίνει τόσο τέλειο χρειάστηκε τόσος κόπος αλλά και λαμπρότητα ψυχής, έχει πια γίνει κομμάτια, έχει χαθεί. Το έργο του Φειδία, το μοιράστηκαν αναμεταξύ τους χέρια πολλά. Για ποιά προσφορά αίματος; Για ποιά θυσία; Για ποιά παράνομη λατρεία;

Κρίνοντας από την περίπτωση αυτή -όπου ενώ δεν είχαν να καταγγείλουν καμιά θυσία έκαναν κομμάτια τον Αλκιβιάδη, ή μάλλον τον Ασκληπιό, στερώντας την πόλη από το στολίδι της-, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί κινήθηκαν και στην ύπαιθρο κατά τον ίδιο τρόπο. Καμία θυσία δεν προσφέρθηκε στους ναούς εκείνους, όπου απλώς πήγαιναν και έβρισκαν ανάπαυση οι δουλευτάδες κι ωστόσο γκρεμίστηκαν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Κι αυτοί που τους στερήθηκαν μοιάζουν τώρα με ανθρώπους που τους ρίξαν από το καράβι στη θάλασσα.

Ποιοί αξίζει λοιπόν να τιμωρηθούν; Αυτοί που τηρούν τους νόμους ή εκείνοι που στη θέση των νόμων βάζουν τις επιθυμίες τους; Αν είναι κακό πράγμα η ανυπακοή στα διατάγματα σου, βασιλιά, τότε οι άνθρωποι που δεν έκαναν θυσίες υπάκουσαν σ’ αυτά, ενώ ακριβώς το αντίθετο έκαναν όσοι λεηλάτησαν περιουσίες που εσύ ο ίδιος όρισες να παραμείνουν στα χέρια των ιδιοκτητών τους. Κι όσοι αυθαίρετα επέβαλαν τιμωρίες, οφείλουν να τιμωρηθούν γι’ αυτό και για το ότι οι τιμωρίες που επέβαλαν ήταν τελείως ανάρμοστες, καθώς άφησαν ζωντανούς ανθρώπους που κατηγορούσαν, και κατέστρεψαν άψυχα πράγματα, τα οποία κανείς δεν είναι δυνατό να κατηγορήσει.

Επιπλέον, αν είχαν να κάνουν με κανένα φοβερό αδίκημα, υποχρέωσή τους ήταν να δείξουν ότι οι άλλοι αξίζει να τιμωρηθούν. Όμως, η επιβολή της τιμωρίας είναι δουλειά του δικαστή. Και το να βρεθεί δικαστής δεν ήταν καθόλου δύσκολο: Όλες οι επαρχίες υπό την εξουσία τους βρίσκονται. Έναν δολοφόνο, οι συγγενείς του θύματος τον τιμωρούν μέσω της απόφασης των δικαστών οι ίδιοι οι συγγενείς απλώς μιλούν μες στο δικαστήριο. Κανείς τους δεν αρπάζει το σπαθί να το καρφώσει στον τράχηλο του δολοφόνου, χρησιμοποιώντας, αντί για το δικαστήριο, τα χέρια του. Το ίδιο ισχύει και για τους τυμβωρύχους, τους προδότες και τους άλλους εγκληματίες, χθεσινούς και αυριανούς: Αντί για το σπαθί υπάρχει η καταγγελία, η μήνυση, το δικαστήριο.

Και φαντάζομαι ότι κι οι δικαστές επιθυμούν, οι τιμωρίες να επιβάλλονται από τους αρμόδιους που ορίζει ο νόμος. Ετούτοι εδώ όμως από μόνοι τους δίκαζαν όλους όσους κατηγορούσαν, κι αφού έβγαζαν την απόφαση αναλάμβαναν και το έργο του δήμιου. Και με τι σκοπό; Απαγορεύοντας στους ανθρώπους τη λατρεία των θεών, να τους κάνουν να μεταστραφούν στη δική τους πίστη. Μα αυτό είναι εντελώς ηλίθιο. Ποιός δεν το ξέρει, ότι εξαιτίας των παθημάτων τους, οι άνθρωποι ένιωσαν για την πίστη τους μεγαλύτερο θαυμασμό απ’ ότι πριν; Ακριβώς όπως οι ερωτευμένοι, που όταν τους είναι απαγορευμένη η ερωτική πράξη, την κάνουν ακόμα πιο συχνά και νιώθουν μεγαλύτερο πάθος για το πρόσωπο που αγαπούν.

Αν πάλι, το γκρέμισμα των ιερών ήταν αρκετό ώστε να αλλάξουν μυαλά οι άνθρωποι, τότε εσύ ο ίδιος θα είχες διατάξει να γκρεμιστούν εδώ και πολύ καιρό, γιατί θα σε χαροποιούσε μια τέτοια μεταστροφή. Ήξερες όμως ότι δεν το μπορούσες, γι’ αυτό και δεν έβαλες χέρι στους ναούς. Όσο γι’ αυτούς που κάνουν τις καταστροφές, αν έλπιζαν σε κάτι τέτοιο, θα ήταν σωστό να προχωρήσουν στις όποιες ενέργειές τους μαζί με σένα και να σου επιτρέψουν, ως βασιλέα, να μοιραστείς τις φιλοδοξίες τους. Θα ήταν καλύτερο, πιστεύω, να επιτύχουν τους σκοπούς τους με νόμιμες ενέργειες κι όχι παραβαίνοντας τους νόμους.

Κι αν σου πούνε, ότι χάρις σ’ αυτά τα κατορθώματά τους, μερικοί άνθρωποι έχουν μεταστραφεί και τώρα μοιράζονται την ίδια πίστη μ’ αυτούς, μη σου διαφεύγει ότι μιλούν για φαινομενικές και όχι αληθινές μεταστροφές. Οι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν απομακρύνθηκαν από τις ιδέες τους. Απλώς έτσι λένε, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αλλαξοπίστησαν, αλλά ότι εξαπάτησαν τους άλλους. Φαινομενικά συμμετέχουν στις ομαδικές και στις άλλες εκδηλώσεις τους, όμως την ώρα που προσεύχονται, είτε δεν απευθύνονται σε κανέναν θεό, είτε απευθύνονται στους θεούς -μολονότι ο χώρος στον οποίο βρίσκονται δεν είναι ο κατάλληλος· πάντως αυτούς καλούν. Ακριβώς όπως στις τραγωδίες: Ο ηθοποιός που παρουσιάζεται στη σκηνή ως τύραννος δεν είναι τύραννος, μόνο είναι αυτός που ήταν πριν φορέσει τη μάσκα. Έτσι κι ο καθένας, μέσα του παραμένει αμετακίνητος, αφήνοντας στους άλλους την εντύπωση ότι έχει αλλάξει.

Τί καλό έχουν πετύχει λοιπόν, όταν πρόκειται μόνο για λόγια κι όχι για πράξεις; Σε τέτοια ζητήματα, βέβαια, χρειάζεται να πείθεις τον άλλον, όχι να τον εξαναγκάζεις. Κι αυτός που χρησιμοποιεί εξαναγκασμό επειδή δεν μπορεί να πείσει, δεν πετυχαίνει τίποτα, απλώς έτσι νομίζει. Έχει ειπωθεί ότι κάτι τέτοιο είναι έξω από τους κανόνες και τις συνήθειές τους, ότι τιμούν την πειθώ και αποδοκιμάζουν τον εξαναγκασμό. Τότε γιατί σας πιάνει τρέλα με τους ναούς; Αν δεν μπορείτε να πείσετε, είναι ανάγκη να καταφεύγετε στη βία; Δεν είναι ολοφάνερο ότι έτσι παραβαίνετε τους δικούς σας κανόνες;

Αλλά το να μην υπάρχουν ιερά, ισχυρίζονται, είναι προς όφελος της χώρας και των ανθρώπων που την κατοικούν. Εδώ, βασιλιά, χρειάζεται να μιλήσω χωρίς περιστροφές, όμως φοβάμαι πως θα ενοχλήσω κάποιους ανωτέρους μου. Ας συνεχίσω όμως τον λόγο μου, μιας και το μόνο πράγμα που απαιτείται απ’ αυτόν είναι η αλήθεια.

Ας μου πει κάποιος απ’ αυτούς τους ανθρώπους που παράτησαν τις λαβίδες, τα σφυριά και τ’ αμόνια[10] για να ‘χουν την αξίωση να μας κάνουν διαλέξεις περί του ουρανού και των βασιλέων του: Ποιούς ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι στο ξεκίνημά τους, κι από μικροί και ταπεινοί που ήσαν πρώτα, κατόρθωσαν τα μέγιστα; Τον θεό ετούτων εδώ ή τους θεούς στους οποίους είναι αφιερωμένοι οι ναοί κι οι βωμοί και που μέσω των μάντεων, άκουγαν οι Ρωμαίοι τους ορισμούς τους για το τι έπρεπε να πράξουν και τι όχι; Κι ο Αγαμέμνονας που έκανε τόσες και τόσες θυσίες σαλπάροντας για την Τροία, δεν εξασφάλισε την επιστροφή του, άδοξη ή όχι, όταν η Αθηνά επινόησε τα μέσα για τον σκοπό αυτό; Και πριν απ’ αυτόν, μήπως δεν ξέρουμε ότι κι ο Ηρακλής που λεηλάτησε την ίδια πόλη, κέρδισε την υποστήριξη των θεών προσφέροντάς τους θυσίες;

Κι ακόμα, η λαμπρή νίκη του Μαραθώνα δεν οφείλεται τόσο στους δέκα χιλιάδες Αθηναίους, όσο στον Ηρακλή και στον Πάνα. Και η θεϊκή Σαλαμίνα, όχι τόσο στα τριακόσια καράβια των Ελλήνων όσο στους Ελευσίνιους συμμάχους που έσπευσαν στη ναυμαχία υπό τους ήχους των ιερών τους ύμνων. Θα μπορούσε κανείς ν’ αναφέρει αμέτρητους πολέμους που η έκβασή τους κρίθηκε από τους θεούς και, μα τον Δία, και εποχές ειρήνης και ησυχίας.

Και το σημαντικότερο: Εκείνοι που περισσότερο απ’ όλους φαίνονται να καταφρονούν τους θεούς, χωρίς να το θέλουν, τους έχουν τιμήσει. Ποιοί είναι αυτοί; Μα ακριβώς εκείνοι που δεν τόλμησαν να απαγορέψουν τις θυσίες στη Ρώμη. Κι όμως, αν γενικά οι θυσίες είναι μια ανοησία, γιατί δεν απαγορεύτηκε αυτή η ανοησία; Αν είναι και βλαβερές, ένας λόγος παραπάνω. Αν όμως στις θυσίες που γίνονται εκεί βασίζεται η σταθερότητα της αυτοκρατορίας, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι παντού οι θυσίες είναι προς όφελος μας, και ότι πρέπει να προσφέρουμε στους θεούς της Ρώμης τις μεγαλύτερες τιμές και μικρότερες στους θεούς της υπαίθρου ή και των άλλων πόλεων, ακόμα κι αυτό, θα το δεχόταν οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος.

Σ’ έναν στρατό δεν είναι ίση η συνεισφορά όλων, όμως πάνω στη μάχη ο καθένας απ’ τη μεριά του όλο και κάτι προσφέρει. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους κωπηλάτες: Δεν έχουν όλων τα χέρια την ίδια δύναμη, όμως κι αυτός που υστερεί σε δύναμη κάπως συντελεί. Κι από τους θεούς, άλλος ενισχύει τη δύναμη της Ρώμης, άλλος είναι σωτήρας μιας πόλης που βρίσκεται υπό την εξουσία της, κάποιος άλλος προστατεύει έναν αγρό και φροντίζει για την ευημερία του. Ας υπάρχουν, τότε, ναοί παντού, αλλιώς ας το ομολογήσουν αυτοί (οι αξιωματούχοι) ότι είναι δυσμενής η στάση σου απέναντι στη Ρώμη, αφού της επιτρέπεις να κάνει πράγματα που θα την ζημιώσουν.

Και δεν διατηρήθηκαν οι θυσίες μοναχά στη Ρώμη, αλλά και στην μεγάλη πόλη του Σέραπη, την Αλεξάνδρεια, που χάρις στο πλήθος των καραβιών της, οι σοδειές της Αιγύπτου γίνονται κοινή περιουσία όλων των ανθρώπων. Κι η σοδειά της Αιγύπτου είναι έργο του Νείλου και προς τιμήν του Νείλου γίνονται γιορτές, όπου τον προτρέπουν να πλημμυρίσει τα χωράφια. Κι αν δεν διοργανωθούν οι γιορτές στην εποχή που πρέπει κι απ’ αυτούς που πρέπει, ο Νείλος δεν πρόκειται να πλημμυρίσει. Έχω την αίσθηση ότι, ξέροντάς το αυτό, εκείνοι που θα ‘θελαν ακόμα και τις γιορτές να απαγορέψουν, δεν τις απαγορεύουν, παρά επιτρέπουν να γίνονται σύμφωνα με τα παλιά έθιμα οι γιορτές προς τιμήν του ποταμού, που του ανταποδίδουν τις ευεργεσίες.

Τί θα γίνει, λοιπόν; Επειδή δεν υπάρχουν παντού, σε κάθε αγρό, ποτάμια σαν τον Νείλο να ευεργετούν τη γη, δεν θα πρέπει να υπάρχουν ούτε ναοί, και θα πρέπει να παθαίνουν οι ναοί ό,τι αποφασίσουν ετούτοι οι ευγενείς; Με χαρά θα τους έθετα το ερώτημα: Θα τολμήσουν να βγουν μπροστά να πουν ότι πρέπει να πάψουν οι γιορτές του Νείλου και να μη μετέχει η γη, να μη σπέρνεται, να μη θερίζεται, να μη βγάζει στάρι κι ούτε να μεταφέρονται τα προϊόντα της παντού σ’ όλον τον κόσμο, όπως τώρα; Αν υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν ανοίγουν το στόμα τους, με τη σιωπή τους αναιρούν τους ισχυρισμούς τους. Γιατί, όποιος δεν λέει ότι ο Νείλος πρέπει να στερηθεί τις τιμές που του αποδίδονται, συμφωνεί ότι οι τιμές προς τους ναούς είναι προς όφελος των ανθρώπων.

Όταν λοιπόν επικαλούνται τον ιερόσυλο[11], -αφήνω κατά μέρος το ότι εκείνος δεν εμπόδισε τις θυσίες-, τους ρωτώ: Ποιός άλλος τιμωρήθηκε τόσο βαριά για τη στάση του απέναντι στις περιουσίες των ναών, είτε κάνοντας ο ίδιος κακό[12] στον εαυτό του, είτε υποφέροντας ακόμα και μετά τον θάνατο του, που οι άνθρωποι της οικογένειάς του επιτεθήκαν ο ένας στον άλλο και δεν απόμεινε κανένας; Κι όμως θα ‘ταν πολύ καλύτερο γι’ αυτόν, να βρεθούν στην εξουσία οι απόγονοί του, παρά να μεγαλώσει με καινούρια οικοδομήματα η πόλη που ‘χει πάρει τ’ όνομά του, τη στιγμή που όλοι οι άνθρωποι -εκτός από κείνους που ζουν μέσα σε χυδαίες απολαύσεις- καταριούνται την ευημερία που οι ίδιοι της παρέχουν μένοντας φτωχοί.

Κι όταν μετά απ’ αυτόν μιλούν για τον γιο του και την καταστροφή που προκάλεσε στους ναούς -παρ’ ότι δεν ήταν λιγότερο κοπιαστική η κατεδάφιση απ’ ότι η οικοδόμησή τους, τόσο ήταν δύσκολο να αποκολλήσουν τη μια από την άλλη τις πέτρες που ‘χαν σφιχτοδεθεί μεταξύ τους-, όταν λοιπόν μιλούν γι’ αυτά, εγώ προσθέτω κι από πάνω ότι εκείνος πρόσφερε τους ναούς σαν δώρα στους αυλικούς του, θαρρείς και χάριζε κανένα άλογο ή δούλο ή σκυλί ή κύπελο χρυσό. Όμως, τα δώρα αυτά ήταν μοιραία και γι’ αυτούς που τα χάρισαν και γι’ αυτούς που τα πήραν. Έζησε όλη του τη ζωή μες στον φόβο, τρέμοντας τους Πέρσες: Όπως τα παιδιά φοβούνται τον μπαμπούλα, αυτός φοβόταν κάθε άνοιξη την επίθεση που θα δεχόταν. Αυτοί, είτε πέθαναν δυστυχισμένοι χωρίς παιδιά και διαθήκη, είτε θα ήταν καλύτερα να μην είχαν καθόλου παιδιά.

Μέσα σε τέτοια ατιμία, μέσα σε τέτοιο μεταξύ τους πόλεμο ζουν τα παιδιά τους τριγυρνώντας ανάμεσα στους κίονες των ναών κι αυτοί οι ναοί είναι, νομίζω, η αιτία γι’ αυτή τους την κατάσταση. Τέτοια υλικά μέσα ευημερίας παρέδωσαν στα παιδιά τους αυτοί οι φιλοχρήματοι. Και τώρα οι άνθρωποι που οι αρρώστιες τους χρειάζονται το χέρι του Ασκληπιού, οδηγούνται στην Κιλικία[13], όμως στέλνονται πίσω άπραγοι εξαιτίας των προσβολών που υπέφερε αυτός ο τόπος. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να μην αποχωρούν βλαστημώντας τον υπεύθυνο γι’ αυτά;

Τέτοια πρέπει να είναι η ζωή του βασιλιά, ώστε ακόμη και μετά θάνατον να τον μνημονεύουν με επαίνους και τέτοιος βασιλιάς ξέρουμε πως ήταν ο διάδοχός του στον θρόνο[14] που θα κατατρόπωνε τους Πέρσες, αν η προδοσία δεν εμπόδιζε τα σχέδιά του. Σπουδαίος όμως είναι ακόμη και στον θάνατο του. Γιατί πέθανε με δόλο, όπως ο Αχιλλέας, όμως δοξάζεται όπως εκείνος, για τα έργα που έκανε πριν πεθάνει.

Και αυτή είναι η ανταμοιβή του απ’ τους θεούς στους οποίους απέδωσε ναούς, τιμές, τεμένη, βωμούς και θυσίες. Απ’ αυτούς έμαθε ότι επρόκειτο να πεθάνει μόλις θα ταπείνωνε την περηφάνεια των Περσών και με τη ζωή του εξαγόρασε τη δόξα του, αφού κυρίεψε πολλές πόλεις, κατέστρεψε πολλή γη και έμαθε τους διώκτες να τρέπονται σε φυγή, ενώ, όπως όλοι γνωρίζουμε, σκόπευε να δεχτεί πρεσβεία που θα διαμήνυε την υποταγή των εχθρών. Γι’ αυτό, λοιπόν, καλοσώρισε με χαρά το τραύμα και ευχαριστιόταν να το βλέπει, και χωρίς να δακρύζει ο ίδιος, κατηγορούσε αυτούς που έκλαιγαν επειδή δεν πίστευαν ότι το τραύμα του ήταν πολύ καλύτερο απ’ τα γηρατειά. Και οι πολλές πρεσβείες των εχθρών από την εποχή του και μετά οφείλονται σ’ αυτόν, όπως και το ότι οι Αχαιμενίδες προτίμησαν τις διαπραγματεύσεις και όχι τον πόλεμο, οφείλεται στο δέος που τους προκάλεσε. Αυτός ήταν που αποκατέστησε τους ναούς για τους θεούς, αυτός που έκανε έργα αξέχαστα, αξέχαστος και ο ίδιος.

Εγώ περίμενα ο προκάτοχός του να γκρεμίσει, να καταστρέψει και να κάψει τους ναούς του εχθρού -μιας και είχε διακηρύξει την καταφρόνια του προς τους θεούς-, αν και θα ήταν καλύτερα να λυπηθεί τους ναούς και την περιουσία των εχθρών. Περίμενα όμως άξια να υπερασπιστεί τους δικούς μας ναούς που φτιάχτηκαν με πολύ κόπο, χρόνο, με πολλή δουλειά και πολλά χρήματα. Γιατί, αν με κάθε τρόπο πρέπει να προστατεύουμε τις πόλεις μας, αν οι πόλεις μας χρωστούν τη λαμπρή τους φήμη περισσότερο στους ναούς και αν αυτοί οι ναοί είναι, μετά την αίγλη των ανακτόρων, το κυριότερο θέλγητρό τους, πρέπει να τους φροντίζουμε και με ζήλο να τους διατηρούμε στο σώμα των πόλεων. Όπως και να ‘χει, είναι οικοδομήματα, ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιούνται ως ναοί. Η φορολογία απαιτεί, νομίζω, φοροεισπράκτορες: Αφήστε, λοιπόν, τον ναό να υπάρχει (ως χώρος συγκέντρωσης εισφορών), και μην τον καταστρέφετε. Ας μην θεωρούμε πως είναι έγκλημα να κόβει κανείς το χέρι ενός ανθρώπου, ενώ είναι ανεκτό να βγάζει τα μάτια των πόλεων. Ούτε να θρηνούμε για την ερείπωση που προκαλούν οι σεισμοί, όταν τις καταστροφές που θα προκαλούσε ένας σεισμός τις κάνουμε εμείς οι ίδιοι.

Οι ναοί, όπως και άλλα πράγματα, είναι περιουσία των βασιλιάδων. Σκέψου, όμως, αν είναι συνετοί, όσοι από μόνοι τους αφανίζουν αυτό που τους ανήκει. Αυτός που πετάει τα λεφτά του στη θάλασσα, έχει χάσει τα λογικά του. Αν ένας καπετάνιος κόψει το παλαμάρι που συγκρατεί το καράβι ή διατάξει σ’ έναν ναύτη να πετάξει το κουπί του στη θάλασσα, θα τον περάσουν για άρρωστο. Αν τώρα ένας άρχοντας βλάψει έστω και ελάχιστα μια πόλη, θεωρείται μεγάλος ευεργέτης της; Γιατί πρέπει να καταστρέφει κάτι που είναι δυνατόν να αλλάξει τη χρήση του; Μα δεν είναι εξευτελιστικό για έναν στρατό να πολεμά να γκρεμίσει τα ίδια του τα τείχη και ο υπεύθυνος στρατηγός να τον διατάζει να στραφεί ενάντια σε πανύψηλα οικοδομήματα, που ανεγέρθηκαν πριν από πολύ καιρό με μεγάλο ζήλο και που η αποπεράτωσή τους ήταν γιορτή για τους τότε βασιλιάδες;

Και ας μην σκεφτεί κανείς πως αυτή είναι μια κατηγορία εναντίον σου, βασιλιά. Στα σύνορα με την Περσία βρίσκεται κατεδαφισμένος ένας ναός που όμοιος του δεν υπήρχε, αν κρίνουμε απ’ όλους όσους τον είδαν. Τόσο μεγάλο τον είχαν χτίσει, με πέτρες τεράστιες, που κάλυπτε τόση γη όση και η πόλη. Μέσα στον φόβο του πολέμου, ήταν τουλάχιστον αρκετό για τους κατοίκους ότι αν οι εχθροί κυρίευαν την πόλη, δεν θα έπαιρναν τίποτα περισσότερο, αφού δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τον ναό εξαιτίας ενός ισχυρού περιβόλου που αντιστάθηκε σε κάθε πολεμική μηχανή. Επιπλέον, ανεβαίνοντας στη στέγη του μπορούσε κανείς να παρατηρεί ένα μεγάλο μέρος της εχθρικής χώρας, πράγμα που είναι σπουδαίο πλεονέκτημα για τους εμπόλεμους. Άκουσα μάλιστα κάποιους, να μαλώνουν για το ποιος ναός έκανε το μεγαλύτερο θαύμα, αυτός που δεν υπάρχει πια ή ο ναός του Σέραπι -που εύχομαι να μην πάθει κι αυτός τα ίδια.

Αλλά αυτός ο καταπληκτικός ναός, -ας μην πω για τα κρυφά θέλγητρα της οροφής του και τα σιδερένια αγάλματα που έχουν χαθεί στο σκοτάδι, μακριά απ’ το φως του ήλιου- αυτός ο ναός χάθηκε και πάει, προς λύπη αυτών που τον είδαν και προς ανακούφιση αυτών που δεν τον είδαν, γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι άλλο πράγμα να βλέπεις κι άλλο να ακούς. Πράγματι, αυτοί που δεν τον είδαν δοκίμασαν και τα δύο αισθήματα: Λύπη για το γκρέμισμά του και ανακούφιση για το ότι δεν τον είχαν δει.

Όμως, αν κάποιος εξετάσει το πράγμα προσεκτικά, δεν ευθύνεσαι εσύ γι’ αυτό, αλλά ο άνθρωπος που σε παραπλάνησε[15], ένας αχρείος, μισητός στους θεούς, δειλός και φιλοχρήματος και πληγή για την γη που τον δέχθηκε όταν γεννήθηκε. Ένας άνθρωπος που επωφελήθηκε απ’ το παράλογο φέρσιμο της τύχης, έκανε κατάχρηση της τύχης του, υποδουλώθηκε στη γυναίκα του και της έκανε όλα τις χάρες κι ήταν η γυναίκα του το παν γι’ αυτόν. Κι εκείνη πάλι είχε ανάγκη να υπακούει στο κάθε τι τους ανθρώπους που δίνουν τέτοιες διαταγές και που αποδεικνύουν την αρετή τους με το να ζουν ντυμένοι στα πένθιμα και ακόμη περισσότερο με το να φοράνε ρούχα από τσουβάλια[16].

Τέτοια κλίκα σε εξαπάτησε, σε ξεγέλασε, σε παρέσυρε και σε παραπλάνησε. Μα εδώ ακόμα και θεοί έχουν εξαπατηθεί πολλές φορές, όπως μαθαίνουμε από τα παιδιά των θεών[17]. Εξαπολύοντας λοιπόν κατηγορίες, ότι οι άλλοι, δήθεν, θυσιάζουν σφάγια, τόσο κοντά τους που ο καπνός μπαίνει στα ρουθούνια τους, ότι τους απειλούν, ότι τους προκαλούν με κάθε τρόπο, ότι κομπάζουν πιστεύοντας πως τίποτα πιο δυνατό δεν μπορεί να τους εμποδίσει· με τέτοια μυθεύματα, τέτοια τεχνάσματα και τέτοιες επινοημένες ιστορίες, ικανές να προκαλέσουν τον θυμό του, εξώθησαν τον πιο πράο από τους βασιλιάδες να συμπεριφερθεί με τρόπο που δεν αρμόζει στον χαρακτήρα του, αφού ό,τι πραγματικά τον διακρίνει είναι η φιλανθρωπία, η συμπόνια, ο οίκτος, η πραότητα, η επιείκεια και η θέληση να σώζει παρά να καταστρέφει. Όμως παρ’ ότι υπήρξαν κι εκείνοι που μίλησαν δικαιότερα, ότι δηλαδή αν όντως συνέβαινε τέτοιο πράγμα, έπρεπε να επιβληθεί τιμωρία, ώστε να προληφθεί η επανάληψή του, αυτός[18], θεωρώντας αναγκαίο να κερδίσει έστω και μια πύρρειο νίκη, νίκησε με κάθε μέσο.

Δεν έπρεπε να βάλει τις προσωπικές του απολαύσεις πάνω απ’ τα συμφέροντά σου ούτε να κοιτά πώς θα αποκτήσει επιρροή σ’ αυτούς που λαθραία εγκαταλείπουν τη γεωργία[19] και ισχυρίζονται πως συνομιλούν στα βουνά με τον δημιουργό του σύμπαντος. Αντίθετα, έπρεπε να φροντίζει πως η βασιλεία σου θα φανεί και ευγενική και αξιέπαινη σε όλους τους ανθρώπους. Όμως όταν πρόκειται για υλικές απολαβές και για να σου αδειάσουν τα ταμεία, μαζεύονται γύρω σου ένα σωρό φίλοι και επιτήδειοι και η βασιλεία σου σημαίνει πιο πολλά γι’ αυτούς απ’ ό,τι οι ίδιες οι ζωές τους. Μα σαν έρθει η ώρα να συγκληθεί συμβούλιο, όπου χρειάζεται να σου δείξουν την εύνοια τους, η φιλία παραμερίζεται κι ο καθένας κοιτά να ικανοποιήσει το προσωπικό του συμφέρον.

Και αν κάποιος έρθει και τους ρωτήσει γιατί τα έκαναν αυτά, αρνούνται κάθε ευθύνη και απαντούν ότι έχουν ενεργήσει σύμφωνα με τις διαταγές του βασιλιά και ότι εκείνος οφείλει να απολογηθεί -τέτοια λένε. Αυτοί οφείλουν να μιλήσουν, αυτοί που δεν θα έχουν ποτέ καμιά δικαιολογία για τις πράξεις τους. Γιατί βέβαια, ποια δικαιολογία μπορεί να υπάρξει για τέτοια κακά; Αυτοί μπροστά σε άλλους αρνούνται την ευθύνη γι’ αυτή την πράξη, όταν όμως συναντιούνται κατ’ ιδίαν μαζί σου ισχυρίζονται πως καμιά άλλη πράξη δεν ευεργέτησε τόσο πολύ τον οίκο σου. Μακάρι αυτοί που σε ανέδειξαν αρχηγό σε στεριά και θάλασσα να απαλλάξουν τον οίκο σου απ’ αυτούς. Μεγαλύτερη προσφορά δεν θα μπορούσες να δεχτείς, γιατί οι υποτιθέμενοι φίλοι και προστάτες σου, με τα κακοπροαίρετα λόγια τους, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη σου για να σε βλάψουν, δεν δυσκολεύτηκαν να σου κάνουν ζημιά.

Αλλά θα τους εξετάσω για να αποδείξω την ενοχή τους σ’ αυτά που μόλις ανέφερα. Πείτε μου: Ποιός ο λόγος που γκρεμίσατε αυτόν τον μεγάλο ναό; Επειδή έτσι αποφάσισε ο βασιλιάς; Καλώς. Οπότε, οι καταστροφείς δεν έκαναν κανένα αδίκημα αφού έπραξαν σύμφωνα με τη θέληση του βασιλιά. Έτσι, όποιος έχει πράξει τα αντίθετα απ’ αυτά που διατάζει ο βασιλιάς, δεν κάνει αδίκημα; Ε, λοιπόν, σ’ αυτή την κατηγορία ανήκετε εσείς, αφού για τα όσα κάνατε δεν ισχύει η παραπάνω δικαιολογία.

Για πείτε μου, γιατί ο ναός της Τύχης στέκεται σώος και αβλαβής καθώς και αυτός του Δία, της Αθηνάς και του Διόνυσου; Μήπως επειδή θέλατε να παραμείνουν αυτοί; Όχι, αλλά επειδή κανείς δεν σας έδωσε την εξουσία να ενεργήσετε εναντίον τους. Είχατε πάρει μήπως την εξουσία για εκείνους που καταστρέψατε; Όχι! Γιατί, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμωρηθείτε; Πώς αποκαλείτε τις πράξεις σας ως επιβολή τιμωρίας όταν τα θύματα δεν έχουν κάνει τίποτα που να επιδέχεται κατηγορία;

Θα μπορούσες, εσύ βασιλιά, να εκδώσεις ένα διάταγμα: «Κανένας απ’ τους υπηκόους μου να μην πιστεύει στους θεούς, ούτε να τους τιμά, ούτε να τους ζητά ευλογία για τον εαυτό του ή τα παιδιά του, παρά μόνο σιωπηλά και κρυφά. Όλοι να τιμούν τον θεό που λατρεύω εγώ, να παίρνουν μέρος στις τελετές προς τιμήν του, να προσεύχονται σ’ αυτόν και να σκύβουν το κεφάλι κάτω απ’ το χέρι του επισκόπου. Κι όποιος δεν υπακούει να θανατώνεται οπωσδήποτε».

Θα ήταν εύκολο για σένα να εκδώσεις ένα τέτοιο διάταγμα, αλλά βέβαια αρνήθηκες να το κάνεις και δεν επέβαλες τέτοιον ζυγό στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Θεωρείς αυτή τη θρησκεία καλύτερη απ’ την άλλη, όμως κι η άλλη δεν είναι βέβαια ασεβής, ούτε αιτία για δίκαιη τιμωρία. Ούτε βέβαια απέκλεισες τους πιστούς της απ’ τα αξιώματα, αλλά και τους έδωσες εξουσίες και συνέφαγες μαζί τους και συχνά μάλιστα ήπιες στην υγειά τους κι ακόμα και τώρα συναναστρέφεσαι με κάποιους, έχοντας την πεποίθηση πως εξυπηρετεί τα συμφέροντα της βασιλείας ένας άνθρωπος που ορκίζεται στους θεούς μπροστά σε άλλους και σε σένα. Δεν αγανακτείς, ούτε θεωρείς αυτούς τους όρκους σαν προσβολή απέναντι σου, ούτε θεωρείς απαραίτητα κακόν άνθρωπο κάποιον που εναποθέτει τις μεγαλύτερες ελπίδες του στους θεούς.

Εσύ λοιπόν δεν μας καταδιώκεις, ακριβώς όπως εκείνος που καταδίωξε τους Πέρσες με τα όπλα δεν δίωξε όσους υπηκόους του είχαν αντίθετες αντιλήψεις από τις δικές του[20]. Τότε, γιατί μας καταδιώκουν αυτοί οι άνθρωποι; Με ποιο δικαίωμα κάνουν επιδρομές; Πώς απλώνουν οργισμένοι το χέρι πάνω σε ξένα κτήματα; Πώς μπορούν να καταστρέφουν και ν’ αρπάζουν, και σ’ όλα αυτά να προσθέτουν την ύβρη με το να καμαρώνουν γι’ αυτές τους τις πράξεις;

Βασιλιά, αν εσύ επαινείς και διατάζεις τέτοιες πράξεις, εμείς θα τις ανεχτούμε, όχι χωρίς λύπη, αλλά θα δείξουμε πως ξέρουμε να υπακούμε. Αν όμως οι άνθρωποι αυτοί, χωρίς δική σου άδεια, στραφούν ενάντια σε ό,τι έχει γλυτώσει μέχρι τώρα ή σε ό,τι βιαστικά αποκαταστάθηκε, να ξέρεις πως οι κτηματίες θα υπερασπιστούν και τους εαυτούς τους και τον νόμο.
----------------
Σημειώσεις:
[1] Ο θρησκευτικός αποστολικός ζήλος δεν υπήρξε ποτέ γνώρισμα του Ελληνισμού -αντιθέτως, είναι το κύριο γνώρισμα του Ιουδαϊσμού και των αιρέσεών του. Τα διάφορα ρεύματα και οι εκφάνσεις του Ελληνισμού μπορούν να αντιπαρατίθενται και να μάχονται μεταξύ τους, όμως ο Ελληνισμός ως τρόπος κοσμοθεώρησης και στάση ζωής, δεν προπαγανδίζεται ώστε να γίνει αντικείμενο μαζικής πίστης. Με αυτήν την αλήθεια στάθηκε αδύνατο να συμβιβαστεί ο Ιουλιανός…
[2] Ο Μέγας Κωνσταντίνος. (Ο Λιβάνιος αποφεύγει να αναφερθεί ονομαστικά στους αυτοκράτορες και καίσαρες του παρελθόντος, προτιμώντας μια σύντομη και υπαινικτική της άποψής του αναφορά σε πράξεις τους).
[3] Τον Μαξέντιο.
[4] Τον Λικίνιο.
[5] Στον Κωνστάντιο (γιο του Μ. Κωνσταντίνου), που επί βασιλείας του είχε παραχωρήσει πολλές εξουσίες στους ευνούχους του παλατιού.
[6] Ο Ιουλιανός.
[7] Εννοεί τους αδελφούς συμβασιλείς Βαλεντινιανό και Βάλενς.
[8] Μυσών λεία: Οτιδήποτε μπορεί να ληστευτεί ατιμώρητα.
[9] Φλαβιανός: Πατριάρχης της Αντιόχειας (381-404).
[10] Ομηρικός στίχος (Οδύσσεια, Γ’ 434) που χρησιμοποιόταν για να υποδηλώσει τον απαίδευτο, τον χειρώνακτα.
[11] Τον Μέγα Κωνσταντίνο.
[12] Υπονοεί τα οικογενειακά εγκλήματα του Μέγα Κωνσταντίνου: Τη θανάτωση με βασανιστήρια της γυναίκας του Φαύστας και τη δολοφονία του γιου του Κρίσπου.
[13] Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Ευσέβιος και Σωζομενός, αναφέρουν ότι ο ναός-θεραπευτήριο του Ασκληπιού στην Κιλικία καταστράφηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου και ξαναχτίστηκε επί Ιουλιανού. Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Λιβάνιος, νοσηλεύτηκε και ο ίδιος εκεί, το 367.
[14] Ο Ιουλιανός.
[15] Ο Λιβάνιος αναφέρεται στον έπαρχο Κυνήγιο.
[16] Εννοεί τους μοναχούς.
[17] Εννοεί τους ποιητές.
[18] Εννοεί τον έπαρχο Κυνήγιο.
[19] Ο Λιβάνιος υπήρξε ο πρώτος που κατήγγειλε τους μοναχούς, ως φυγόπονους και κοινωνικά παράσιτα.
[20] Εννοεί τον Ιουλιανό.

Ο Λιβάνιος, μέσα από την αλληλογραφία του με τον Βασίλειο Καισαρείας

Θα παρουσιάσουμε τον χαρακτήρα του εθνικού Λιβανίου μέσα από την αλληλογραφία του με τον χριστιανό επίσκοπο Βασίλειο. Σκοπός είναι να αναιρεθούν οι απολογητικές συκοφαντίες εναντίον του Λιβανίου μέσα από τα λόγια ενός σημαντικού πατέρα της Εκκλησίας. Ο Λιβάνιος υπήρξε ένας μεγάλος διδάσκαλος της ρητορικής τέχνης, ακόλουθος της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και υποστηρικτής του Ιουλιανού.

Ενώ η αλληλογραφία που μας έχει παραδοθεί περιλαμβάνει 25 επιστολές που αντάλλαξαν μεταξύ τους αυτοί οι δύο άνδρες, ωστόσο η επιστημονική έρευνα δεν τις δέχεται όλες ως αυθεντικές.

Στην «Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια», αναφέρεται: «Η γνησιότης της αλληλογραφίας μετά του Λιβανίου, προς τον οποίον ο Βασίλειος παρουσιάζεται ως πέμπων μαθητάς, δεν είναι επαρκώς κατωχυρωμένη. Εκ του συνόλου (335-359), ίσως είναι γνήσιαι αι 335-346 και 358» (Θ. Η. Ε, τ.3, σ. 692).

Ο καθηγητής Π. Χρήστου, γράφει στην πατρολογία του: «Εις την συλλογήν των Μαυριστών αι υπ’ αριθμόν 335-359, ήτοι συνολικώς είκοσι πέντε, φέρονται ως αλληλογραφία μεταξύ του Βασιλείου και Λιβανίου. Ο Βασίλειος, επ’ ευκαιρία της αποστολής νέων Καππαδόκων μαθητών εις τον διαπρεπή ρητοροδιδάσκαλον της Αντιοχείας ανταλλάσσει με αυτόν επιστολάς φιλοφροσύνης, όπως συνηθίζετο τότε ευρύτατα, διηνθισμένας με όλα τα ευρήματα της σοφιστικής τέχνης. Ενώ όλαι αι επιστολαί αύται εθεωρούντο παλαιότατα νόθοι, τώρα αι εκτιμήσεις έχουν μεταβληθή ριζικώς. Είναι ασφαλώς δυνατόν μεταγενέστεροι χριστιανοί μαθηταί να κατασκεύασαν τοιούτου είδους επιστολάς χάριν ασκήσεως, αλλ’ είναι απίθανον ότι έπλασαν τόσον πολλάς» (Π. Χρήστου, Πατρολογία τ.4, σ. 53-54).

Στις εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» (από όπου θα παραθέσουμε τα στοιχεία μας), στην σειρά «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (ή Ε.Π.Ε), ο ίδιος καθηγητής γίνεται πιο σαφής, γράφοντας στην εισαγωγή των επιστολών του Βασιλείου: «Η γνησιότης της αλληλογραφίας του Βασιλείου με τον Λιβάνιον (επιστολαί 335-359) αμφισβητείται από πολλούς. Βέβαια θα ήτο δυνατόν μερικοί Χριστιανοί μαθηταί να κατασκευάσουν επιστολάς χάριν ασκήσεως, αλλ’ είναι απίθανον να έπλασαν τόσας πολλάς. Μερικαί είναι μάλλον γνήσιαι και από αυτάς δημοσιεύομεν εδώ τέσσαρας, δύο από κάθε πλευρά, υπ’ αριθμόν 337, 338, 339, 340» (ΕΠΕ, τ. 2, σ. 251).

Αντίθετη άποψη έχει ο Στ. Παπαδόπουλος, ο οποίος στην πατρολογία του θεωρεί ότι «μάλλον δεν είναι γνήσιες» (τ. 2, σ. 395). Να σημειωθεί ότι επόπτες της ανωτέρω έκδοσης είναι ο καθηγητής Στ. Σακκός, ο Β. Ψευτόγκας, και ο πρωτοπρεσβύτερος Θ. Ζήσης.

Ακόμα κι αν παίρναμε την εκδοχή ολόκληρη η αλληλογραφία να είναι πλαστή, σημασία έχει ότι το όνομα του Λιβανίου αναφέρεται με τρόπο θετικό. Αυτό διαψεύδει τους νεο-απολογητές οι οποίοι προσπαθούν να αμαυρώσουν έναν άνθρωπο που δεν είναι πλέον σε θέση να τους απαντήσει, επειδή πρέσβευε τα ιδεώδη του αρχαίου κόσμου, ήταν υποστηρικτής του Ιουλιανού, και διασώζεται μια επιστολή-ντοκουμέντο προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο («Υπέρ των ιερών»), όπου Λιβάνιος διαμαρτύρεται για τις βαρβαρότητες, τα αίσχη, τις αρπαγές και τις αθλιότητες των χριστιανών της εποχής του.

Παραθέτουμε τις επιστολές

Επιστολή 337, από τον Βασίλειο προς τον Λιβάνιο.

Ιδού και έτερος Καππαδόκης σου έρχεται, υιός ιδικός μου και αυτός· διότι το σχήμα που φέρομεν τώρα καθιστά παιδιά μας εξ υιοθεσίας όλους τους ανθρώπους. Ώστε κατά τούτο μεν θα ήτο αδελφός του προηγηθέντος, και άξιος της ιδίας φροντίδος και εις εμέ τον πατέρα και εις σε τον διδάσκαλον, εάν βεβαίως είναι δυνατόν να έχουν καθόλου οποιονδήποτε προνόμιον οι από ημάς ερχόμενοι αυτού. Λέγω δε τούτο, όχι διότι έχω την ιδέαν ότι η λογιότης σου δεν δεικνύει περισσοτέραν εύνοιαν προς τους παλαιούς σου εταίρους, αλλά διότι γνωρίζω ότι η βοήθειά σου προσφέρεται αφθόνως σε όλους. Θα ήτο δε αρκετόν δια τον νεαρόν, πριν δοκιμασθεί δια του χρόνου, να ταχθεί μεταξύ των οικείων μαθητών σου. Ασφαλώς δε θα τον αποστείλεις εις ημάς άξιον και των ιδικών μας ευχών και της ιδικής σου φήμης εις την διδασκαλίαν του λόγου. Φέρει μαζί του και έναν συνηλικιώτην, ο οποίος έχει τον ίδιον ζήλον δια την ρητορείαν, ευπατρίδην και αυτόν και συγγενή ημών. Πιστεύομεν ότι θα τον δεχτείς με όχι ολιγοτέραν καλοσύνην, έστω και αν από απόψεως οικονομικής υπολοίπεται πολύ των άλλων μαθητών σου.

Σχόλια: Καθίσταται φανερό ότι η αποστολή χριστιανών (για την ακρίβεια πνευματικών παιδιών του Βασιλείου) για να μαθητεύσουν την ρητορική τέχνη κοντά στον Λιβάνιο, ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ο Λιβάνιος παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος απαλλαγμένος της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας (και κάθε άλλης), εφόσον παρέχει την βοήθειά του προς όλους. Επίσης, μνημονεύεται ως φημισμένος διδάσκαλος του λόγου, άνθρωπος των γραμμάτων και σοβαρός.

Επιστολή 338, από τον Λιβάνιο προς τον Βασίλειο.

Γνωρίζω ότι θα γράψεις πολλάς φοράς την πρότασιν, «Ιδού σοι και έτερος ήκει Καππαδόκης». Διότι, νομίζω, θα στείλεις πολλούς, αφού πλέκεις διαρκώς εγκώμια έναντίον μου, με τα οποία ξεσηκώνεις πατέρες και παιδιά. Πάντως δεν είναι σωστόν ν’ αποσιωπήσω τι συνέβη με την καλήν επιστολήν σου. Εκάθηντο πλησίον αρκετοί από τους λαβόντας πολιτικά αξιώματα, μαζί με αυτούς ο καθ΄όλα άριστος Αλύπιος, ανεψιός εκείνου του περίφημου Ιεροκλέους. Μόλις λοιπόν μου έδωσαν την επιστολήν οι κομισταί, αφού την ανέγνωσα ολόκληρον σιωπηλώς, είπα, «ενικήθημεν», χαμογελών και χαίρων συγχρόνως. Ηρώτησαν, τι είδους ήτταν υπέστης; Και πως δεν στενοχωριέσαι, αφού είσαι νικημένος;». Απήντησα· «εις κάλλος επιστολών έχω νικηθή, έχει δε νικήσει ο Βασίλειος. Είναι δε φίλος ο άνθρωπος και δια τούτο ευφραίνομαι». Αφού είπα ταύτα, ηθέλησαν να διαπιστώσουν την νίκην από το ίδιον το γράμμα. Και το ανέγνωσε ο μεν Αλύπιος, το ήκουσαν δε οι παρόντες, η δε ψήφος που εδόθη ήτο ότι δεν είχα καθόλυ ψευσθή. Και ο αναγώσας εξήλθε κρατών το γράμμα δια να το δείξει, νομίζω, και εις άλλους, και μου το έστρεψε με δυσκολίαν. Γράφε λοιπόν παρόμοια, και νίκα· διότι τούτο σημαίνει ότι νικώ εγώ. Καλώς εικάζεις και εκείνο, ότι αι διδασκαλικαί υπηρεσίαι μου δεν μετρούνται με χρήματα, αλλ’ εκείνος που δεν ημπορεί να δώσει αρκεί να θέλει να λάβη. Διότι οσάκις αντιλαμβάνομαι κάποιον φτωχόν μαθητήν να έχει τον έρωτα της μαθήσεως, αυτόν τον τοποθετώ πριν από τους πλουσίους. Αν και ημείς δεν επετύχαμεν τοιούτους διδασκάλους, τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμεθα καλύτερα από εκείνους, τουλάχιστον ως προς το σημείον τούτο. Κανείς φτωχός λοιπόν ας μη διστάσει να βαδίσει προς τα εδώ, εάν έχει εκείνο το μοναδικό προσόν, το να γνωρίζει να κοπιάζει.

Σχόλια: Ο Λιβάνιος, ως γνήσιος διδάσκαλος, χαίρεται όχι μόνο με την πρόοδο των μαθητών του (των πρότερων και των νυν), αλλά και με το να τον ξεπερνούν. Αυτό κάνει και εδώ. Ευφραίνεται καθώς αναγνωρίζει την ρητορική δεινότητα των λόγων του Βασιλείου, του οποίου υπήρξε καθηγητής. Τον αποκαλεί «φίλο», αν και βρίσκεται στην αντίπερα θρησκευτική όχθη. Ο Λιβάνιος δίδασκε επί πληρωμή, διότι αυτό ήταν το επάγγελμά του. Έτσι έβγαζε τα ως προς το ζειν. Όταν όμως έβλεπε ανθρώπους που δεν μπορούσαν να ανταπεξέρθουν στα δίδακτρα αλλά είχαν τον έρωτα για την μάθηση («λόγων ερώντα»), τους δίδασκε δωρεάν. Και αυτό του απαντά, καθώς στην προηγούμενη επιστολή ο Βασίλειος τον είχε παρακαλέσει έμμεσα σχετικά με αυτό.

Επιστολή 339, από τον Βασίλειο προς τον Λιβάνιο.

Τι δεν θα έλεγεν ένας σοφιστής, και μάλιστα σοφιστής τοιαύτης αξίας, που η τέχνη του κατά κοινήν ομολογίαν έχει την ιδιότητα και τα μεγάλα να τα κάνει μικρά, όταν θέλει, και τα μικρά να τα μεγαλοποιεί; Αυτό ακριβώς έδειξες και εις την περίπτωσίν μου. Διότι εκείνη την ρυπαράν επιστολήν μου, όπως θα ελέγατε σεις οι διατρίβοντες εις τον πλούτον της ρητορείας, η οποία δεν ήτο κατά τίποτε περισσότερον υποφερτή από την παρούσαν που κρατείς εις τας χείρας σου, τόσον εξύψωσες με τον λόγο, ώστε να έχεις δήθεν νικηθεί από αυτήν και να παραχωρείς εις ημάς τα πρωτεία της συγγραφής. Κάμεις κάτι παρόμοιον με τα παιγνίδια των πατέρων, όταν αφήνουν τα παιδά των να υπερηφανεύονται δια τας νίκας που τους διευκολύνουν να κερδίσουν εις βάρος των καλλιεργούντες την φιλοτιμίαν των παιδών, χωρίς αυτοί να ζημιώνονται εις τίποτε. Πράγματι ο λόγος που χρησιμοποιήσατε εις το παιγνίδι με ημάς είχε μιαν απερίγραπτον ηδονήν. Ήτο σαν να εγκατέλειπεν αγώνα πάλης ή παγκρατίου με εμέ ένας Πολυδάμας ή ένας Μίλων. Διότι, αφού εξήτασα με πολλήν προσοχήν τας επιστολάς σου, δεν βρήκα κανένα δείγμα ασθενείας εις αυτάς. Ώστε εκείνοι που ζητούν υπερβολάς των λόγων σε θαυμάζουν δι΄αυτήν ακριβώς την δύναμιν, ότι δηλαδή με τα παιγνίδια ηδυνήθεις να κατέβεις εις το ιδικόν μας επίπεδον περισσότερον από όσον αν ανεβίβαζες τον βάρβαρον να πλέει πάνω στον Άθωνα. Αλλά ημείς μεν, ω θαυμάσιε, συναναστρεφόμεθα με τον Μωυσήν και τον Ηλίαν και άλλους παρομοίους μακαρίους άνδρας, οι οποίοι ανακοινώνουν εις ημάς τας σκέψεις των με την βάρβαρον φωνήν και εκφέρομεν εκείνα τα οποία λαμβάνομεν από αυτούς, κατά μεν την έννοιαν αληθινά, κατά δε την λογοτεχνικήν μορφήν αμαθή, όπως αποδεικνύει και το παρόν γράμμα. Διότι, και αν είχαμεν μάθει κάτι από εσάς, το εξεχάσαμεν με την παρέλευσιν του χρόνου. Συ γράφε εις ημάς λαμβάνων άλλα θέματα δια τας επιστολάς σου, τα οποία και σε θα επιδείξουν και ημάς δεν θα εκθέσουν. Τον υιόν του Ανυσίου σου συνέστησα ήδη ως ιδικόν μου υιόν. Εάν είναι ιδικόν μου παιδί, είναι παιδί του πατρός, πένης εκ πένητος. Και ό, τι λέγω είναι αντιληπτόν από άνδρα σοφόν και σοφιστήν.

Σχόλια: Από την ανάγνωση της επιστολής προκύπτει αβίαστα η παραδοχή του Βασιλείου ότι το ρητορικό κάλλος πρυτανεύει στα κλασσικά κείμενα και τους εκπροσώπους της, σε αντίθεση με τις «ιερές» Γραφές του Χριστιανισμού. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ απευθύνεται στον Λιβάνιο στον ενικό, κατά την συνήθεια της εποχής, εδώ χρησιμοποιεί τον πληθυντικό· «Αλλά ημείς μεν, ω θαυμάσιε, συναναστρεφόμεθα με τον Μωυσήν και τον Ηλίαν και άλλους παρομοίους μακαρίους άνδρας…», σε αντιδιαστολή με το «αν είχαμεν μάθει κάτι από εσάς…». Εδώ, υπονοείται ο διαχωρισμός μεταξύ «χριστιανών» και «εθνικών». Οι Γραφές μεν λαλούν «με βάρβαρη φωνή» (δηλαδή, δεν έχουν ρητορικά σχήματα ούτε πλούτο λέξεων), αλλά λαλούν «αλήθειες», σε αντιδιαστολή προφανώς με τα κείμενα των άλλων (των «θύραθεν» όπως έλεγαν).

Επιστολή 340, από τον Λιβάνιο προς τον Βασίλειο.

Εάν εσκέπτεσο πάρα πολύν χρόνον πώς να απαντήσεις εις το περί του γράμματός σου γράμμα μου, δεν νομίζω ότι θα ηδύνασο να το κάμεις καλύτερα από όσον το έκαμες τώρα, γράφων τοιαύτα πράγματα, όσα έγραψες τώρα. Διότι με ονομάζεις σοφιστήν, λέγεις ότι προσόν του τοιούτου ανθρώπου είναι να δύναται να μεγαλοποιεί τα μικρά και να μικροποιεί τα μεγάλα. Λέγεις χαρακτηριστικώς ότι η επιστολή μου απέβλεπεν εις το να δείξει την ιδικήν σου ως καλήν, ενώ δεν ήτο καλή, ότι δεν είναι κατά τίποτε καλυτέρα αυτής την οποίαν έστειλες τώρα και ότι δεν υπάρχει εις σε καμία δύναμις λόγων, διότι τα μεν βιβλία που έχεις τώρα εις τας χείρας σου δεν προσφέρουν τοιαύτην ικανότητα, όση είχες προηγουμένως εξηφανίσθη. Και μάλιστα, επιχειρών να πείσεις ημάς ότι και την παρούσαν επιστολήν σου, περί της οποίας ομιλείς υποτιμητικώς, την συνέταξες τόσον ωραίαν, ώστε οι παρόντες μαζί μας δεν ηδύναντο να μη αναπηδούν όταν ανεγινώσκετο. Εθαύμασα λοιπόν ότι, ενώ επεχείρησες με αυτήν να καθαιρέσεις την προηγούμενην, λέγων ότι εκείνη ομοιάζει με αυτήν, εστήριξες με αυτήν την προηγούμενην. Επομένως εκείνος που ήθελε κάτι τέτοιον έπρεπε να συνθέσει αυτήν χειροτέραν, δια να υποβιβάσει την αξίαν της προηγούμενης. Αλλά νομίζω ότι δεν είναι ταιριαστόν εις τον χαρακτήρα σου να αδικήσεις την αλήθειαν. Θα είχε αδικηθεί, αν έγραφες εξ επίτηδες χειρότερα και δεν χρησιμοποιούσες τας πραγματικάς δυνάμεις σου. Εις τον τοιούτον λοιπόν άνδρα θα εταίριαζεν επίσης το να με ψέγη όσα είναι δίκαιον να επαινεί, δια να μη σε μεταφέρει εις τας τάξεις των σοφιστών αυτή η ενέργεια προσπαθούντα να παραστήσεις ταπεινά τα μεγάλα. Λοιπόν βιβλία, τα οποία όπως λέγεις έχουν χειρότερον μεν το ύφος καλύτερον δε το νόημα, έχε, και κανείς δεν σε εμποδίζει. Αλλά της παιδείας η οποία ήτο ανέκαθεν ιδική μου, και ιδική σου κάποτε, αι ρίζαι μένουν και θα μένουν έως ότου υπάρχεις και κανείς χρόνος δεν θα ηδύνατο να τας αποσπάσει, ακόμη και αν ελάχιστα τας ποτίζεις.

Σχόλια: Σε αυτήν τη τελευταία επιστολή που παραθέτουμε, διαφαίνεται το φρόνημα των δύο ανδρών. Αυτό, αντανακλά δύο κόσμους διαφορετικούς. Ο μεν Βασίλειος, παρ’ όλο που ο ίδιος ο Λιβάνιος αναγνωρίζει την ικανότητά του στον λόγο, ακολουθεί την ευαγγελική διδαχή περί ταπεινοφροσύνης και δουλοπρέπειας, σε σημείο ώστε να μην αναγνωρίζει κανείς την αξία που έχει, εφόσον τα θεωρεί όλα ισοπεδωμένα. Πράγμα ως ένα σημείο υποκριτικό, αρκεί να θυμίσουμε στους αναγνώστες τον Παύλο που ενώ από την μία διδάσκει «τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν» (Προς Φιλιππησίους, 2:3), την άλλη γράφει για τον εαυτό του «λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερ λίαν ἀποστόλων» (Προς Κορινθίους Β΄, 11:5) και «διάκονοι Χριστοῦ εἰσιν παραφρονῶν λαλῶ ὑπὲρ ἐγώ».

Ο δε Λιβάνιος, έχοντας κατά νου το αξιακό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων, θεωρεί ότι η αξία πρέπει να αναγνωρίζεται και να τιμάται. Το ένα φρόνημα κρατά τον άνθρωπο χαμηλά, στερώντας του την ευκαιρία και την δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης, κάνοντάς τον είτε κομπλεξικό είτε υποκριτή. Το άλλο, κινείται προς αντίθετη κατεύθυνση. Δίνει την δυνατότητα στον άνθρωπο να προοδεύσει, να διευρύνει τους ορίζοντές του και τελικά, με την αξία του να επιτύχει πράγματα που θα ωφελήσουν και άλλους. Για τον Χριστιανισμό είναι «κακό» και «αμαρτία» η αναγνώριση της αξίας. Είναι υπερηφάνεια. Για τον κλασσικό κόσμο είναι η κινητήριος δύναμις του πολιτισμού.

Ο Λιβάνιος ως ανεξίθρησκος και ειλικρινής , αφήνει τον Βασίλειο στα βιβλία του (τις «Γραφές»), αλλά του υπενθυμίζει (και μας υπενθυμίζει ταυτόχρονα) ότι η παιδεία ήταν ανέκαθεν «δική μου», δηλαδή Ελληνική και ότι ακόμα και στον Βασίλειο υπάρχουν κάποιες ρίζες, καθώς άλλοτε είχε ασχοληθεί λίγο. Δεν αναφέρεται πλέον ειδικά σε έναν κλάδο της παιδείας, αλλά στην ίδια την παιδεία την οποία τα «ιερά» κείμενα δεν μπορούν να προσφέρουν εφόσον δεν την έχουν.

Κλείνουμε, παραθέτοντας την «εξομολόγηση» του Βασιλείου, σε επιστολή του προς τον Ευστάθιο Σεβαστηνό, περί της λύπης του που κάποτε έχασε χρόνια ασχολούμενος με την φιλοσοφία…

Εγώ δαπάνησα πολύ χρόνο εις την ματαιότητα και αφάνισα σχεδόν όλη την νεότητά μου εις την ματαιοπονία, εις την οποία διέτριψα ασχολούμενος με την πρόσληψη των διδαγμάτων της υπό του Θεού μωρανθείσας σοφίας. Όταν κάποτε, σαν να σηκώθηκα από βαθύ ύπνο, κοίταξα μεν προς το θαυμαστό φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, είδα το άχρηστο της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων, θρήνησα για την ελεεινή μου ζωή και ευχήθηκα να μου προσφερθεί χειραγωγία, για να εισαχθώ στα δόγματα της ευσέβειας.

ΔΕΣ:

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες - Μια «γιορτή» όνειδος για την Ελληνική Παιδεία

Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση – Ποια είναι ιστορικά η σχέση της Ανατολικής 
Εκκλησίας με την άλλη άποψη, ιδιαίτερα την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική μέχρι το 1453