Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ελληνισμός vs Χριστιανισμός

Ελληνισμός vs ΧριστιανισμόςΚαθ’ εαυτή η κάθε ιδέα είναι ουδέτερη, ή θα έπρεπε να είναι- αλλά ο άνθρωπος την εμψυχώνει, προβάλλει πάνω της τις φλόγες και τις παραφροσύνες του’ μιαρή, μεταμορφωμένη σε πίστη, εισδύει στο χρόνο, παίρνει τη μορφή γεγονότος: το πέρασμα από τη λογική στην επιληψία έχει συντελεστεί. Έτσι γεννιούνται οι ιδεολογίες, οι θεωρίες και οι αιμοσταγείς φάρσες.

Το παράξενο και «ανεξήγητο» με το ελληνικό σχολείο δεν είναι η σιωπή του σε σχέση με τον αρχαίο πολιτισμό. Το παράξενο και το διαβολικό είναι πως αυτή η σιωπή και αυτή η περιφρόνηση εκείνου του υπέροχου πολιτισμού ονομάστηκε προγονολατρεία. Πάρα πολύς κόσμος, ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να έχει την εντύπωση πως στον τόπο μας το παρακάναμε με τους αρχαίους μας, ενώ στην πραγματικότητα τους αγνοήσαμε τελείως.

Από την επανάσταση και δώθε για τους αρχαίους δε μάθαμε τίποτα άλλο εκτός από μερικά σκόρπια ρητά και μετοχές, μερικά απαρέμφατα, και το «οι αρχαίοι ημών πρόγονοι». Ποτέ κανένας δε μας δίδαξε την ουσία του αρχαίου πολιτισμού ούτε τα αίτια που γέννησαν εκείνο το θαυμάσιο λουλούδι ούτε βέβαια, και τη σχέση του με τη σημερινή πραγματικότητα μας εξήγησαν με κάποια ειλικρίνεια οι άρχοντές μας.

Μα το πιο παράξενο σε όλη την υπόθεση είναι πως μερικοί από εμάς ήμασταν τόσο αφελείς, που είχαμε την απαίτηση να μη διωχθεί ο αρχαίος πολιτισμός στον τόπο μας, όπου ήταν αδύνατο να καταλάβει κανείς που αρχινά και πού τελειώνει το κράτος, πού αρχινά και πού τελειώνει η εκκλησία, τι ανήκει στην εκκλησία και τι στο κράτος Σε μια χώρα όπου αυτός που έκανε κουμάντο στο σχολείο ήταν η εκκλησία. Το γιατί αυτή είναι η αλήθεια και δεν μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά, θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω.

Για τον χριστιανισμό υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια, μια και μοναδική άποψη για τό θεό και τη ζωή και αυτή είναι σταυρωμένη με γύφτικα καρφιά στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Για τους χριστιανούς η αλήθεια ήταν μια και ήταν ολοκληρωμένη. Οι νόμοι δόθηκαν από το Θεό στο Μωυσή μια φορά και είχαν αιώνια ισχύ. Και ο Χριστός ο ίδιος, όταν ήρθε, δεν ήρθε για να τους αλλάξει, αλλά όπως ο ίδιος τόνισε, ήρθε για να τους συμπληρώσει (1). Έτσι, εδώ, αφού όλοι είχαν μια πίστη, αφού όλα ήταν μόνιμα και αιώνια, όπως και ο Θεός, το έδαφος ήταν πρόσφορο για να φυτρώσουν δόγματα.

Αντίθετα, για τους Έλληνες δεν υπήρχε τίποτα το στατικό

Ακόμα και ο Μίνωας, αφού ανέβηκε στον Ψηλορείτη και πήρε τους νόμους από το θεό του το Δία, δεν κάθισε να αναπαυθεί, όπως έκανε ο συνάδελφός του ο Μωυσής, αλλά σε αντίθεση με αυτόν, ανέβαινε κάθε εννιά χρόνια στον Ψηλορείτη και εκεί ρωτούσε το θεό του το Δία μήπως είχε εν τω μεταξύ αλλάξει κανένας νόμος (2). Για τους Έλληνες τίποτα δεν ήταν ολοκληρωμένο, αιώνιο και αμετάβλητο. Γι’ αυτούς η αλήθεια ήταν σχετική και αποτελούσε καθημερινή κατάκτηση. Εδώ δεν υπάρχει μοναδική άποψη για κάποιο θέμα, όπως στους χριστιανούς. Εδώ για κάθε φιλοσοφικό ερώτημα υπάρχουν πολλές απαντήσεις, που μπορεί να είναι ακόμα και αντίθετες η μια από την άλλη. Εδώ γεννήθηκε η διαλεκτική. Σε τούτα εδώ τα χώματα δεν ήταν ποτέ δυνατόν να ριζώσουν δόγματα.

Το χαρακτηριστικό για τον Έλληνα ήταν η λογική εξήγηση.

Για τους χριστιανούς η πίστη. «Πίστει νοούμεν…», είπε ο Απόστολος Παύλος. Με την πίστιν και όχι με τας εξωτερικάς αισθήσεις κατανοούμεν και γνωρίζομεν, ότι ο ορατός κόσμος… εδημιουργήθη άρτιος και αρμονικός, με λόγον και πρόσταγμα του Θεού (3). Οι Έλληνες προσπαθούν να εξυψωθούν με το λόγο μέσα στο φως, ενώ οι χριστιανοί με την πίστη μέσα στο μυστήριο. «Οι Έλληνες φιλόσοφοι σφάλουν, όταν προσπαθούν να εύρουν το θεό με τη λογική, με τη γεωμετρία, με την ανάλυση και την αρμονία»(4), ενώ οι χριστιανοί διδάσκουν «σοφίαν μυστηριώδη που δεν μπορεί πεπερασμένος νους να ανακαλύψει» (5). Στους Ασιάτες η γνώση πέφτει από τον ουρανό, όπως ακριβώς έπεφτε το μάνα στους Ισραηλίτες στην έρημο. Αντίθετα για τους Έλληνες η γνώση ήταν αποτέλεσμα αγώνος και έρευνας.

Στη Μίλητο οι σοφοί Έλληνες προσπαθούν να βρουν και να προσδιορίσουν τις πρωταρχικές ύλες από τις οποίες φτιάχτηκε ο κόσμος. Και το σπουδαίο γι’ αυτή τη σχολή δεν είναι τόσο τα επιστημονικά της συμπεράσματα, αλλά τρία στοιχεία πολύ πιο σπουδαία. Πρώτον, τα ερωτήματα που διατύπωσε6. Δεύτερον, η απαλλαγή του ανθρώπου από τη μυθολογική-θρησκευτική εξήγηση της γέννησης του κόσμου Τρίτον, η νοοτροπία που καλλιέργησε ενεθάρρυνε τις επιστημονικές έρευνες.

Αντίθετα οι χριστιανοί δεν είχαν καθόλου ανάγκη να ιδρώνουν για την δημιουργία του κόσμου. Γι’ αυτούς ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο όλο όπως ακριβώς τον βλέπούμε. «Πιστεύω σε ένα Θεό’, πατέρα, παντοκράτορα…», που έφτιαξε τα πάντα. Και αυτά που βλέπουμε και αυτό που δε βλέπουμε. Και ακόμα: «Η σοφία αυτή των Ελλήνων δεν είναι η θεία σοφία που κατεβαίνει από τον ουρανό, αλλά η επίγειος και εμπνεομένη από τον δαίμονα» (7).

Και όχι μονάχα αυτό: «Η γαρ σοφία του κόσμου τούτου, μωρία παρά τω θεώ εστί» (8). Αλλά τα ίδια φαίνεται πως έλεγαν και οι Έλληνες για τους χριστιανούς: Εμείς κηρύσσομεν Χριστόν τον εσταυρωμένον που για τους Έλληνες δεν είναι παρά βλακεία (9), έλεγε ο Απόστολος Παύλος, και ο Ιουλιανός, που οι χριστιανοί τον ονόμασαν Παραβάτη, έλεγε στους χριστιανούς: «Σε εμάς ανήκει η τέχνη και η σκέψη της Ελλάδας και η λατρεία των θεών της, σε εσάς η αμάθεια, και η αγροικιά και ουδέν πλέον, αύτη εστί η σοφία υμών» (10). Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως για τους Έλληνες υπήρχε φιλοσοφία και έρευνα ενώ για τους χριστιανούς υπήρχε μονάχα πίστη.

Βέβαια, και οι Έλληνες είχαν θεούς και πίστευαν σε αυτούς, και αυτοί οι θεοί ήταν για τους Έλληνες τόσο πραγματικοί και αληθινοί όσο πραγματικοί και αληθινοί είναι οι σημερινοί θεοί για τους σημερινούς ανθρώπους. Όμως, εκείνοι οι θεοί δε δημιούργησαν κανένα κόσμο, κανένα σύμπαν. Απλά πολέμησαν και τον κατάκτησαν από άλλους θεούς. Και όπως όλοι οι θεοί μοιάζουν με τους ανθρώπους που τους έχουν φτιάξει, έτσι και οι θεοί των Ελλήνων ήταν «κατ’ εικόνα και ομοίωση» των Ελλήνων.

Μόνον που ήταν πιο δυνατοί από τούς ανθρώπους, ήταν αθάνατοι, στα σίγουρα ευτυχισμένοι και είχαν και τα ελαττώματα και τις αδυναμίες των Ελλήνων. Με τα Ιουδαϊκά και χριστιανικά κριτήρια ήταν στα σίγουρα αμαρτωλοί. Και το πιο μεγάλο τους αμάρτημα ήταν η φυσική τους κατάσταση, το ότι ήταν ροδοκόκκινοι, το ότι ήταν γελαστοί, ενώ ο θεός των Ιουδαίων ήταν βλοσυρός και «αγέλαστος». Οι Έλληνες είχαν ακόμα και θεούς της ομορφιάς, και θεούς του χορού και θεούς της μουσικής. Κρίμα και πάλι κρίμα για την ανθρωπότητα που στάλθηκε στην εξορία το ομηρικό γέλιο.

Αν και υπάρχει αλληλεπίδραση ανάμεσα στην καθημερινή ζωή και στη φιλοσοφία του ανθρώπου, είναι σίγουρο πως είναι η καθημερινή ζωή που δίνει το βηματισμό στη φιλοσοφία και όχι το αντίθετο. Αυτό που διαμορφώνει τη φιλοσοφία, τη στάση ενός λαού απέναντι στη ζωή, είναι οι συνθήκες της καθημερινής ζωής, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, τα όνειρα που του επιτρέπεται να κάνει. Βέβαια, και η φιλοσοφία, αφού πάρει τη μορφή της, αρχίζει με τη σειρά της να φτιάχνει ανθρώπους, μια και ο καθένας μας προσπαθεί να συμπεριφέρεται ανάλογα με τη φιλοσοφία «του». Μα, τελικά, ο άνθρωπος γίνεται όπως είναι οι κοινωνικές συνθήκες, όπως είναι τα προβλήματα που θέλει να λύσει.

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός φύτρωσε και αναπτύχθηκε στην πάλη ανάμεσα στους γαιοκτήμονες, στους εμπόρους, στο λαό που διεξαγόταν με ποιήματα, με ξίφη, με φιλοσοφία (11). Αυτός ο πολιτισμός αναπτυσσόταν με την ίδια αναλογία που ο δήμος κέρδιζε έδαφος, που έπαυε ο λαός να φοβάται θεούς και αφέντες και έλαβε την οριστική του μορφή μετά τους νικηφόρους περσικούς πολέμους. Είναι αποτέλεσμα της αφοβίας, της ελευθερίας, της αισιοδοξίας και της αυτοπεποίθησης που έχουν πηγή πραγματικές καταστάσεις. Είναι πολιτισμός δημοκρατικός, εδωκοσμικός, ανθρωποκεντρικός.

Για τους Ιουδαίους η κατάσταση ήταν διαμετρικά αντίθετη. Ο πολιτισμός τους φύτρωσε και αναπτύχθηκε μέσα στο φόβο και μέσα στη σκλαβιά. Η απελπισία τους ήταν τόση μεγάλη που περίμεναν τη σωτηρία τους και την ελευθερία τους μονάχα από το θεό. Η σωτηρία του Ιουδαίου και σε τούτο τον κόσμο και στον άλλο κόσμο ήταν συνάρτηση της υπακοής του στο Γιαχβέ. Όλος του ο πολιτισμός ήταν καθαρά θεοκρατικός και θεοκεντρικός.

Οι Έλληνες ενδιαφερόντουσαν πρώτα από όλα για τούτη τη ζωή

Όταν ο Οδυσσέας συνάντησε τον Αχιλλέα στον κάτω κόσμο και είδε πως ήταν βασιλιάς σε όλους τους νεκρούς του είπε: Αλλά Αχιλλέα, σαν κι εσένανε κανένας δεν είναι τόσο καλότυχος. Όταν ήσουν ζωντανός, όλοι σε δοξάζαμε. Τώρα που πέθανες και πάλι είσαι βασιλιάς σε όλους τους νεκρούς. Πολύ καλά είσαι.

Και τότε του απάντησε ο Αχιλλέας: “Μη θέλεις για τον θάνατο να με παρηγορήσεις, χωρικός νάμουν ήθελα και να ξενοδουλεύω, άνδρα πτωχόν που κτήματα μεγάλα να μην έχει, παρά σε όλους τους νεκρούς εγώ να βασιλεύω.” Και τούτα είναι τα λόγια του πιο υπερήφανου Έλληνα (12)!

Σε αντίθεση με τους Έλληνες, για τους χριστιανούς τούτη η ζωή θεωρείται χωρίς αξία. Η μόνη της αξία είναι πως μας δίνει την ευκαιρία να προετοιμαστούμε για την άλλη τη ζωή. «Εμείς οι χριστιανοί, παιδιά μου, τον επίγειον τούτον βίον τον θεωρούμε χωρίς αξία» (13)

Ένα άλλο παράδειγμα που δείχνει τη στάση του Έλληνα για τούτη τη ζωή και το πάθος του γι’ αυτή και τον κάνει διαμετρικά αντίθετο από τον Ιουδαίο, είναι ο μύθος του Σίσυφου. Στο λιακωτό καθότανε ο Σίσυφος μαζί με την πεντάμορφη γυναίκα του, πάνω στο κάστρο της Ακροκόρινθος, ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας, όταν βλέπει ξαφνικά τον χάροντα να έρχεται καβάλα στο μαύρο του άτι. Γυναίκα μου, της λέει, για μένανε μην κλάψεις και μη μαυροφορέσεις. Να τραγουδάς και να γλεντάς θέλω. Πήγε ο Σίσυφος στον κάτω κόσμο και αμέσως άρχισε να παρακαλεί τον χάροντα να τον αφήσει για μια στιγμή να ανεβεί στον απάνω κόσμο για να τιμωρήσει τη γυναίκα του που δεν πένθησε και δεν μαυροφόρεσε για αυτόν. Τελικά μπόρεσε και πήρε την άδεια για να επισκεφθεί τον απάνω κόσμο, αγκάλιασε την γυναίκα του και δεν ξαναπήγε στον Άδη (14). Εδώ μιλάμε για πάθος για τούτη τη ζωή.

Ενώ για τον χριστιανό η στάση του απέναντι στη ζωή είναι ακριβώς η αντίθετη: «Τέλος ο θάνατος για μένα θα είναι ευεργεσία, γιατί θα με στείλει ακόμα πιο γρήγορα στο Θεό, προς αυτόν πορεύομαι και από καιρό βιάζομαι να φτάσω» (15) όπως τόνισε ο «Μέγας» Βασίλειος.

Κάποιος ρώτησε τον Αναξαγόρα ποιο κίνητρο έχει ο άνθρωπος να προτιμά να ζει παρά να μη ζει, και εκείνος, του απάντησε: «Το κίνητρό του είναι να ημπορεί να θαυμάζει τον ουρανόν και την περί τον όλον κόσμον τάξη» (16).

Αλλά για τον χριστιανό η ομορφιά της ζωής έγινε αμαρτία. «Εάν κανείς αγαπά τον κόσμον, η άγάπη προς τον πατέρα του δεν υπάρχει μέσα του» (17). Ο ‘Ελληνας ήθελε να γίνει «καλός καγαθός», ενώ ο κτηνώδης και βάρβαρος χριστιανός είπε: «ούτε η σωματική δύναμη ούτε η ομορφιά… έχουν αξία για εμάς..; ό,τι μας προτεοιμάζει για την άλλη ζωή, αυτό αγαπάμε και αναζητάμε» (18).

Οι Έλληνες έφτασαν στο σημείο να πούνε με το στόμα του Επίκουρου πως ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, και για να επιτύχει αυτό το σκοπό πρέπει πρώτα να τον απαλλάξει από το φόβο. Πρώτα από το φόβο του Θεού και έπειτα από το φόβο του θανάτου. Οι χριστιανοί απάντησαν στο σοφό Επίκουρο «αρχή σοφίας φόβος κυρίου» και τον βαθμολόγησαν τόσο αρνητικά, που το όνομα επικούρειος, με τον καιρό, για τους χριστιανούς έγινε συνώνυμο του διαβόλου για όλον τον μεσαίωνα (19). Ακόμα και ο Δάντης κατατάσσει τον σοφό Επίκουρο στην κόλαση και μάλιστα στα χαμηλότερα πατώματά της.

Με λίγα λόγια ο Έλληνας προσπάθησε να ερευνήσει και να εξηγήσει τον κόσμο με τη λογική, ενώ για τον Ιουδαίο η αλήθεια ήταν μια και δοσμένη μια για πάντα και δε χρειαζόταν ούτε καν να κάνει τον κόπο να ψάχνει. Ο Έλληνας γνώρισε τον κόσμο μέσα στην πράξη, μέσα στην δράση, μέσα στην ελευθερία και τον αγάπησε με πάθος. Αντίθετα ο Ιουδαίος, σκλάβος μια ζωή, τον μίσησε και τον περιφρόνησε. Ο Έλληνας με το κεφάλι ψηλά και με πρόσωπο γελαστό προσπάθησε να εκφράσει με την τέχνη του, τη χάρη και την ομορφιά της ζωής, όμως ο Ιουδαίος, με τη μέση του γερμένη και με πρόσωπο βλοσυρό βογκούσε, προφήτευε και ανέμενε (20).

Ο Έλληνας έφτιαξε πολιτισμό εδωκοσμικό και ανθρωποκεντρικό, ενώ ο Ιουδαίος έφτιαξε πολιτισμό θεοκρατικό και εξωαποδώ. Ο Έλληνας κατόρθωσε πρώτος αυτός να: «ξεμπλέξει το υποκείμενο από το αντικείμενο, τον άνθρωπο από τον θεό, το θάνατο από τη ζωή, το μύθο από το λόγο…» (21), ενώ ο Ιουδαίος πέρασε τη ζωή του όλη αρνούμενος να μεγαλώσει.

Τούτοι οι δυο κόσμοι, οι διαμετρικά αντίθετοι, τάφερε η μοίρα κάποτε να συναντηθούν. Ο Ελληνισμός σε πλήρη παρακμή που είχε αρχίσει από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και ο Ιουδαϊσμός, όπως πάντα, σταθερός στο σκυφτοκέφαλο βίο του. Ο Έλληνας γινότανε καθημερινά όλο και λιγότερο πολίτης, αφού η πόλη-κράτος είχε πάρει το δρόμο της παρακμής, ο καθένας προσπαθούσε να σωθεί όπως-όπως και η φιλοσοφία άρχισε να προτείνει όλο και περισσότερο λύσεις ατομικές. Την ίδια εποχή ο Ιουδαίος δεν έκανε την παραμικρή υποχώρηση. Οτιδήποτε έλεγε η Παλαιά Διαθήκη ήταν πέρα για πέρα αλήθεια ακόμα και οι τρεις χρυσές τρίχες του Σαμψών!

Μα ο Έλληνας παρά την πτώση του εξακολουθούσε να διατηρεί ακόμα δόσεις λογικής και επιστημονικής σκέψης, και τούτο φάνηκε όταν ο Απόστολος Παύλος μίλησει στους Αθηναίους από το βήμα της πόλης. Στην αρχή οι Αθηναίοι τον άκουγαν με μεγάλη προσοχή. Όταν, όμως, ο Παύλος άρχισε να μιλά «για ανάσταση εκ νεκρών σαστίζουν και μερικοί χαμογελούν»: «Καλά όσο για αυτό, θα το ξαναπούμε άλλη φορά». «… ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών, οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον: ακουσόμεθά σου πάλι περί τούτου» (22). Ο παράλογος λόγος δεν ήταν δυνατόν να ριζώσει σε λαό που είχε μάθει να τα βλέπει όλα κάτω από το φως της λογικής.

Όμως, όπως έχουμε αναφέρει, για τους Έλληνες το απόλυτο, το δογματικό αποτελούσε ύβρη. Για κάθε φιλοσοφικό πρόβλημα στην Ελλάδα υπήρχαν πολλές και αντίθετες απόψεις. Αν πάρουμε π.χ. το θέμα «ψυχή», βλέπουμε πως ο Πλάτων πίστευε πως αυτή είναι ουσία αθάνατη, ενώ ο Δημόκριτος πίστευε πως και αυτή αποτελείται από ύλη, αν και διαφορετικής μορφής και είναι και αυτή θνητή, όπως ακριβώς και το υπόλοιπο σώμα.

Οι χριστιανοί ασπάσθηκαν μια παραποιημένη γνώμη του Πλάτωνα και απόρριψαν αυτή του Δημόκριτου. Τον Πλάτωνα τον σήκωσαν μέχρι τον ουρανό, ενώ το Δημόκριτο το βαθμολόγησαν πολύ αρνητικά. Το Σωκράτη τον αποκάλεσαν χριστιανό που έζησε προ χριστού, τον Πλάτωνα Μωυσή που αττικίζει. Για τους δυο έφτιαξαν ακόμα και εικόνες, ενώ ο “Άγιος” Αυγουστίνος πρότεινε να κτισθούν και εκκλησίες προς τιμήν τους (23). Και το σπουδαιότερο: Όλα σχεδόν τα βιβλία του Πλάτωνα έχουν σωθεί, ενώ αντίθετα, ο Δημόκριτος, που αρνήθηκε την αθανασία της ψυχής, προξένησε την οργή των χριστιανών και όλα του τα έργα, γύρω στα 70, χάθηκαν. Σώθηκαν μόνο περίπου 300 αποσπάσματα. Ίσως να του τα έκαψαν οι χριστιανοί, όπως επιθυμούσε, πολλά χρόνια πριν, ο Πλάτωνας (24).

Το ίδιο ακριβώς έκαναν και με όλο το αρχαίο πολιτισμό. Διάλεξαν από αυτόν αποσπασματικά αυτό και μόνον αυτό που τους συνέφερε, ή που ήταν ταιριαστό με την πίστη τους και αυτό και μόνον αυτό διέσωσαν και εξύψωσαν, ενώ ό,τι δεν συμφωνούσε με τα δόγματά τους και τη θρησκεία τούς το παρέδωσαν, δίχως δεύτερη σκέψη, στις φλόγες.

Τη στάση του χριστιανισμού απέναντι στον Ελληνισμό μπορούμε να την καταλάβουμε σωστά, αν διαβάσουμε την εργασία του “Μεγάλου” Βασιλείου: «Όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο βιβλίων». Σε αυτή την εργασία ο συγγραφέας παρομοιάζει το χριστιανισμό με μέλισσα και τον Ελληνισμό τον παρομοιάζει με όλα τα λουλούδια και συμβουλεύει τους νέους και τους λέει: Η μέλισσα δεν κάθεται επάνω σε όλα τα λουλούδια. Έτσι και οι χριστιανοί δεν πρέπει να διαβάζουν όλα τα βιβλία των Ελλήνων. Έπειτα, όταν η μέλισσα κάθεται επάνω σε ένα άνθος, δεν προσπαθεί να το πάρει ολόκληρο. Παίρνει μόνο αυτό που της χρειάζεται. Το ίδιο ακριβώς θα πρέπει να κάνουν και οι χριστιανοί. Όταν διαβάζουν ένα ελληνικό βιβλίο δεν πρέπει να το πάρουν ολόκληρο. Να πάρουν μόνον εκείνα τα στοιχεία που τους είναι χρήσιμα (25).
-----------------
Παραπομπές
1. Η Καινή Διαθήκη, υπό Παν. Τρεμπέλα, έκδοση τριακοστή έκτη (Αθήνα: Ο Σωτήρ, 1993), Κατά Ματθαίον, στιχ. 17.
2. Ι.Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, Τόμος 30ς, 1986), σελίδα 266.
3. Η Καινή Διαθήκη, η ίδια που αναφέραμε παραπάνω, Επιστολή προς Εβραίους, Κεφάλαιο ΙΑ’, στίχ. 3, σελίδα 894.
4. Μ.Χ. Στασινόπουλος, Μορφές από το Δ’ Αιώνα (Αθήνα: Εκδόσεις Εστία, Β’ Έκδοση, 1980), σελίδα 65.
5. Στο ίδιο, Επιστολή προς Κορινθίους, Κεφ. Β’, στίχ. 7, σελίδα 666.
6. Bertrand Russel, History of Western Philosophy (London: Unwin Paperbacks 1979), page 48.
7. Στο ίδιο, Ιακώβου, κεφ. Γ’, στιχ. 15.
8. Στο ίδιο, προς Κορινθίους, Κεφ. Α’, στίχ. 19.
9. Στο ίδιο, Α’ προς Κορινθίους, Κεφ. Α’, στίχ. 23.
10. Μ.Χ. Στασινόπουλος, Μορφές από τον Δ’ Αιώνα, σελίδα 86.
11 X. Θεοδωρίδης, Επίκουρος (Αθήναν Εκδόσεις Κήπου, 1954) σελίδα 29.
12. Όμηρος, Οδύσσεια (Αθήναι: Εκδόσεις Φέξη, Μετάφραση Ιακώβου Πολυλά). Ραψωδία Λ’ στίχος 490.
13. Μ.Δ. Στασινόπουλος, στο ίδιο, σελίδα 231.
14. Θ. Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία, στην ίδια που έχει αναφερθεί, σελίδα 250.
15. Μ.Δ. Στασινόπουλος, Μορφές από τον 40ον Αιώνα (Αθήνάι: Εκδόσεις Εστία, Β’ ‘Εκδοση, 1980), σελίδα 111.
16. Αριστοτέλης Άπαντα Αριστοτέλους (Αθήναι: Εκδόσεις «Ωφελίμου Βιβλίου», Μετάφραση Ν. Κυργιοποΰλου, 1980), Τόμος 4, σελίδα 168.
17. Καινή Διαθήκη, στην ίδια που έχει αναφερθεί, Α’ Ιωάννου Κεφ. Β’ στίχος 15, σελίδα 954.
18. Μ. Βασίλειος, Προς τους Νέους όπως αν εξ Ελληνικών Οφελοί-ντο Λόγων (Αθήνα: Εκδόσεις Εστία, μετάφραση Μιχ. Δ. Στασινόπου-λος, Β’ ‘Εκδοση, 1980)
19. X. Θεοδωρίδης, Επίκουρος, στο ίδιο βιβλίο που έχει αναφερθεί, σελίδα 196.
20. Παν. Κανελλόπουλος σελίδα 20 Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος (Αθήναι: Δ. Γιαλλέλης, Τόμος Α’ 1976), σελίδα 26.
21. Παν. Κανελλόπουλος, στο προηγούμενο βιβλίο, σελίδα 23.
22. Η Καινή Διαθήκη, στο ίδιο, Α’ Πράξεις, κεφ. ΙΖ, στ. 32.
23. Παναγ. Κανελλόπουλος, σελίδα 20.
24. Φ.Κ. Βώρος, τρόποι Σπουδής και διδασκαλίας της Ιστορίας (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδήμα, 1989), σελίδα 31.
25. Μ.Χ. Στασινόπουλος, στο ίδιο βιβλίο, σελίδα 229.

VIDEO:

Προμηθέα Ολυμπία Κυρήνη Πυθία 28 01 2007
Η ομιλία της πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2007 στο γεύμα που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο «Ritz» γιά την εορτή των ''Ελληνικών Γραμμάτων'', με την παρουσία του μητροπολίτη Σικάγου Ιάκωβου καιτο θέμα ήταν ο "ελληνοχριστιανικός" πολιτισμός.Ξεκινώντας την ομιλία της σε άπταιστη καθαρεύουσα, αν και με αμερικανική προφορά, η νεαρή μαθηματικός έθεσε το ερώτημα σχετικά με τα αίτια που κατέστρεψαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό αναλύοντας τις διώξεις του Ελληνισμού απο τον Χριστιανισμό.Ο υπεύθυνος για την εκδήλωση διέκοψε την βιντεοσκόπηση κι άρχισε έξαλλος και συνεπικουρούμενος από τέσσερις-πέντε ακόμα παρευρισκομένους να φωνάζει: «Έξω, έξω, βρωμοθήλυκο!», ενώ ορισμένοι άλλοι υποστήριζαν, ότι έπρεπε να αφήσουν την ομιλήτρια να ολοκληρώσει το λόγο της. Η Προμηθέα ύψωσε με σθένος τον τόνο της φωνής της και προσπάθησε να τους εξηγήσει, ότι αυτά που έλεγε αποτελούσαν την ιστορική αλήθεια,εμπρός όμως στις αυξανόμενες αντιδράσεις η μητέρα της αναγκάσθηκε να την κατεβάσει από το βήμα.
------------------
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:
Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…
Δημήτρη Λιαντίνη τα «Ελληνικά»

Αποτέλεσμα εικόνας για χριστιανικος ρυθμοςΜας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά, θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων. Πως πράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο, στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης.

Μ’ έναν λόγο, πως εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των Ελλήνων…

Διδάσκοντας οι δάσκαλοι τα αρχαία ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών. Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά από όλες τις τράπεζες του κόσμου. Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα. Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής. Οι αρχαίοι κίονες γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…

Το δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό. Ο νόμος των ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου. Μια βασική θέση των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι δυστυχισμένος.

Αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης. Μία από τις δέκα θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα των εφτά σοφών, λέει: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί». Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς: «Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο». Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…

Σχετικά με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους. Για τους Έλληνες αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη· αυτό που διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης· να επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του· να μη γίνεσαι υπέρογκος και υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά· αυτό που οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό. Και όλα αυτά χωρίς γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα. Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.

Για τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο χιτώνες σου. Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν. Η θέση των χριστιανών να δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους. Η ελεημοσύνη δεν ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο. Γιατί ζητεί να λύσει το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια κοινωνική αταξία. Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία. Σου υποδείχνει να προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις ατελέσφορα. Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε δημοκρατία. Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία; Εγώ δεν ξέρω. Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.

Αυτή την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια πρόταση μαρμάρινη. Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι φυσικοί: «Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό». Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο. Αλλά είναι η πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους. Σκέφτηκες ποτέ πόσο ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη; Πώς επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του; Η ελεημοσύνη σου τον φτύνει καταπρόσωπα.

Οι χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να πουν αυτό τον λόγο του Αριστοτέλη. Γιατί έρχονται να διακονήσουν την αρρώστεια. Δεν έρχονται να στεφανώσουν την υγεία. Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός και ο ολόκληρος. Αντίθετα, το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι η θέση η μισή και η αφύσικη. Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά εξίσου μισεί. Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά συμβαίνον… Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει ποτέ, μοιάζει με τη σκύλα που δεν μάχεται τον λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά ζευγαρώνει μαζί του. Έτσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;

Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα την τιμώρησαν με τη χειρότερη τιμωρία. Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά πονηρίας και μίσους. Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας, και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα. Η υποκρισία των χριστιανών μας είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.

Θα φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανθρώπινη φύση. Το ένα δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήρια της. Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης; Η ώρα του θανάτου που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας. Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.

Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που διάλεξε η Εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:

Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.

Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί· την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη -τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών!- να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: Ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;

Το άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της Εκκλησίας. Ακούστε τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερέα: «Να είσαι αφωρισμένος, καταραμένος, και μετά θάνατον άλυτος. Αι πέτραι και ο σίδηρος να λυθούν, συ δε μηδαμώς. Να σχισθή η γη και να σε κοταπίη ως τον Δαθάν και τον Αβειρών. Να τρέμης επί γης ως ο Κάιν, και να απόκτησης την λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνην του Ιούδα. Περιπλέον να έχης τας αράς των 318 θεοφόρων πατέρων».

Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων! Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι για, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα, πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά και αποθηρίωση. Ίδε η θρησκεία της αγάπης! Οποίον τρομερόν όπλον! λέει ο άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό. Κι ένας άλλος θα μπορούσε να προσθέσει: Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!…

Αν διατάξει κανείς το πρόβλημα της σχέσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού μετωπικά, και το κοιτάξει κατάματα, θα βρει να κρατήσει δύο κρατούμενα. Το ένα είναι πως η σύνθεση αυτών των δύο κοσμοθεωριών σε ενότητα συνιστά το ακρότατο σημείο του αφύσικου μέσα σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Το άλλο είναι πως η απόπειρα να συνταιριαστούν αυτές οι δύο αταίριαστες ροπές δυνάμεων συνιστά την κατεξοχήν ερμηνευτική τερατωδία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μεγαλύτερη πομφόλυγα, και πιο γελοίο τσαλίμι από αυτό που ονομάστηκε «Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» δε θα μπορούσε να σκαρφιστεί και να σκαρώσει ο άνθρωπος. Βλέπω έναν Τουρκαλβανό, με προβιά και τουλουπάνι, να πηδοκοπά και να λυγίζει χορεύοντας βαλς στα Χειμερινά Ανάκτορα της Πετρούπολης την εποχή του Στολύπιν…

Χαλκεύουμε και τεχνουργούμε το νέο άνθρωπο εκατό τοις εκατό πλαστικό, και εκατό τοις εκατό αφύσικο. Γιατί αφύσικη και πλαστική ως το μυελό των οστών της είναι τούτη η περιλάλητη ελληνοχριστιανική σύνθεση. Ενώστε το τραγί και την έλαφο, και θα ‘χετε τραγέλαφο. Παράλογα και αφύσικα, και πανούργα και γελοία, ανυπόστατα και καρκινοπαθή, και εγκληματικά και απάνθρωπα έργα του ανθρώπου ψάχνοντας θα βρούμε πολλά. Η έμπνευση όμως που είχαν κάποιοι να επιχειρήσουν τη μίξη του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, και στη συνέχεια να την ονομάσουνε «εύκρατη κράση», είναι μία πράξη που μένει σαν η αποθέωση του θράσους, της άγνοιας, της πανουργίας, και της σύγχυσης των φρενών…

Τι ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς; Μία διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη, πάλη της φωτιάς με το νερό; Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι απλό και σαφές, όσο και το φύλλο της ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι απόλυτο και ακραίο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και στη φαντασία.

Η παρατήρηση των Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το πείραμα στο εργαστήριο. Λέμε, για παράδειγμα, σήμερα ατομική φυσική, και ξεκινάμε από το «άτομο» του Δημόκριτου. Και στην ατομική φυσική τίποτα δεν γίνεται δεκτό από την κοινότητα των φυσικών, εάν προηγουμένως δεν του δοθεί το «ναι» του εργαστηρίου. Αντίθετα, η υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. Οποιοδήποτε δεδομένο των χριστιανών ποτέ δε θα βρει την εφαρμογή του μέσα στην κλίμακα της φύσης. Ποτέ και κανείς, λόγου χάρη, δεν είδε τον θεό μέσα στις εξισώσεις του Αϊνστάιν ή στο λαμπορατόριο. Ποτέ και κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ποτέ και κανείς δεν αγάπησε το ξένο παιδί όσο αγαπά το δικό του, ή δέχτηκε να πεθάνει το δικό του παιδί στη θέση του παιδιού ενός ξένου.

Πιο απλά, οι Έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της μελέτης τους είναι η λογική… Αντίθετα, οι χριστιανοί ξεκινούν από την ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το συναίσθημα… Ξεκινώντας λοιπόν από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των Ελλήνων οδήγησε στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία. Και πάρα πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης, και στη συνέχεια η αναγκαστική αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα». Ο Αυγουστίνος, ένας πρώιμος και βαθύς θεωρητικός των χριστιανών, έλεγε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Χριστιανισμό είναι τα μαθηματικά. Η πιο καθαρή δηλαδή μορφή της επιστήμης. Ήξερε ο άνθρωπος…

Οι χριστιανοί του Μεσαίωνα, και μάλιστα του βυζαντινού, ήσαν πολύ πιο έντιμοι από τους σύγχρονους ανεμοκυκλοπόδηδες, που με τον ζήλο τους να συγχρωτίσουν Ελληνισμό και χριστιανισμόανακάτεψαν τον λαγό με τη χελώνα. Γιατί είπαν καθαρά και ξάστερα ότι οι Έλληνες ήσαν μωροί. Τους κηρύξανε μια και καλή σε πνευματική πτώχευση ως την αυτοκτονία. Και διαρρήξανε μαζί τους τελειωτικά όλους τους ιστούς και όλους τους συνδέσμους. «Τί πλανώνται προς Πλάτωνα; Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; Τί μη ορώσιν Όμηρον όνειρον αργόν;», λέει ο Ρωμανός σε κάποιον ύμνο του για τη μωρία, την αφασία, και την παραλυσία των Ελλήνων… Είναι έντιμη στάση, γιατί από το βάθρο της καθαιρεί τη λογική των Ελλήνων, και στη θέση της υψώνει την πίστη… Η σύγχρονη όμως τακτική των σχολείων μας που θέλει να ερμηνεύει τους Έλληνες μέσα από το καλειδοσκόπιο των χριστιανών, είναι οικτρή απόπειρα ευνουχισμένων στο κρεβάτι. Και τρομάρα νεκροφάνειας στο φέρετρο…

xristianoi-taliban