Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Πλάτων - Αριστοτέλης: δάσκαλος – μαθητής

Στα 367 π.Χ. ο Πλάτων είχε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια - ήταν, θέλω να πω, στην ηλικία που με την σημερινή μας γλώσσα θα την λέγαμε - συν πλην - ηλικία της συνταξιοδότησης. Του χαρίσθηκαν, βέβαια, από τότε άλλα είκοσι χρόνια ζωής, χρόνια και αυτά σημαντικότατης συγγραφικής δραστηριότητας, όμως εγώ θα ήθελα να σας ζητήσω να σταματήσουμε για λίγο σε ένα από τα πιο θαυμαστά του έργα της ηλικίας των εξήντα περίπου χρόνων του. Εννοώ τον Φαίδρο, έναν από τους ωραιότερους πράγματι διαλόγους του, τόσο από την πλευρά του περιεχομένου όσο και από την πλευρά της τέχνης του λόγου.

Πρόσωπα του διαλόγου ο Σωκράτης και ο Φαίδρος. Σε κάποια στιγμή της συζήτησής τους τα δύο αυτά πρόσωπα χρειάστηκε να μιλήσουν για την ψυχή και για το πώς, τελοσπάντων, μπορεί να γίνει «κατανοητή» από τους ανθρώπους η φύση της. Ο Σωκράτης υποστήριξε ότι η φύση της ψυχής μόνο σε συνάρτηση με «τήν τοῦ ὅλου φύσιν» είναι δυνατό να γίνει κατανοητή, και ο Φαίδρος έσπευσε να συμφωνήσει μαζί του -έναν Λόγο παραπάνω, αφού, όπως είπε, «με την ίδια μέθοδο γίνεται δυνατή και της φύσης του σώματός μας η κατανόηση, όπως μιας δίδαξε ο Ιπποκράτης», και είναι φανερό από την διατύπωσή του ότι, λέγοντας «Ιπποκράτης», ο Φαίδρος ήθελε να πει «ο πιο μεγάλος ως τις μέρες μας γιατρός» -ένα πρόσωπο, επομένως, που στην γνώμη του μπορούσε ο καθείς άφοβα να στηριχθεί.

Πολύ τον αγαπούσε τον νεαρό Φαίδρο ο Πλάτων. Είχε μιλήσει γι αυτόν στον Πρωταγόρα του, όπου τον παρουσίασε καθισμένον δίπλα στον γιατρό Ερυξίμαχο να ακούει με πολλή προσοχή τον σοφιστή Ιππία. Αργότερα, στο Συμπόσιο του ο Πλάτων βρήκε και πάλι την ευκαιρία να μιλήσει για την φιλία του Φαίδρου με τον γιατρό Ερυξίμαχο, και να που τώρα του έκανε την μεγαλύτερη πλέον φιλοφρόνηση, αφιερώνοντας τ έναν ολόκληρο διάλογο. Ο, τι θαύμαζε περισσότερο στον έφηβο αυτόν Πλάτων ήταν η φιλομάθεια του. Δεν είχε άλλωστε άλλα σπουδαία πράματα να πει γι’ αυτόν. Δεν είχε, επιπαραδείγματι, τίποτε το αξιόλογο να πει για την καταγωγή του Φαίδρου: και τις τρεις φορές που μας τον παρουσιάζει δεν είναι - όπως τα λογής λογής αρχοντόπουλα της Αθήνας για τα οποία μας μιλάει στους διαλόγους του - «γιος του τάδε»· είναι απλώς ένας Μυρρινούσιος, ένα απλό παιδί από τον δήμο του Μυρρινούντα.. Όμως αυτό το παιδί σύχναζε στους κύκλους των σοφών. Διψώντας για μάθηση έκανε φιλίες με ανθρώπους που θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν τον νου του: ρήτορες, σοφιστές, επιστήμονες. Όλους τούς άκουγε με προσοχή και από όλους κέρδιζε πολύτιμες γνώσεις· το δίχως άλλο θα είχε κι βιβλία τους συγκεντρωμένα στο σπίτι του, ιδίως των παλαιότερων, το Ιπποκράτη λ.χ.

Όμως σ’ αυτόν τον τρόπο της μάθησης φωλιάζει -πολύ συχνά- ένα κίνδυνος, ένας κίνδυνος καθόλου ασήμαντος, ιδίως για τους νέους, που μερικές φορές ούτε καν τον αντιλαμβάνονται: ο κίνδυνος να «καταργήσουν» την δική τους σκέψη, αφού μπορούν κάθε φορά να προστρέχουν σε μία ή περισσότερες «αυθεντίες». Από όλους τους χώρους διαλεγμένε; οι «αυθεντίες»: από τον χώρο της πολιτικής, από τον χώρο της κοινωνικής ζωής και συμπεριφοράς, από τον χώρο της σκέψης, από τον χώρο της επιστήμης. Στον χώρο της επιστήμης π.χ. είναι πολύ σοβαρός ο κίνδυνος να γίνει κανείς «ο άνθρωπος της βιβλιογραφίας». Όχι πως είναι κακό να αποθηκεύεις μέσα σου όσο μπορείς περισσότερες γνώσεις-καρπούς της σκέψης των άλλων· ο κίνδυνος αρχίζει από την στιγμή που δεν βάζεις καθόλου πια ύστερα σε λειτουργία το δικό σου μυαλό, παρά «αφήνεσαι» στις ιδέες των άλλων.

Ας δούμε τον Σωκράτη του Φαίδρου. Μόλις άκουσε από τον νεαρό Φαίδρο να του θυμίζει από την «βιβλιογραφία», θα λέγαμε εμείς σήμερα, την γνώμη ενός μεγάλου σοφού, δεν παρέλειψε να τον βεβαιώσει για την μεγάλη, πράγματι, αξία αυτής της γνώμης. «Καλώς Λέγει», ήταν η άμεση αντίδραση του Σωκράτη: «Είναι πολύ σωστά αυτά που θυμάσαι, Φαίδρε, ότι είπε ο Ιπποκράτης. Μόνο που ο ίδιος εσύ έχεις άλλο ένα μεγάλο χρέος» -και ο Σωκράτης έσπευσε να του το θυμίσει με τον ευγενικότερο τρόπο: «δίπλα στην γνώμη του Ιπποκράτη» - ο Σωκράτης τόνιζε τώρα μία μία τις Λέξεις του- «μην παραλείψεις να προσθέσεις και την δική σου προσωπική σκέψη και έρευνα- μην παραλείψεις με κανέναν τρόπο να δεις πόσο και η δική σου, του κοινού ανθρώπου η λογική δίνει -και αυτή- την δική της συγκατάθεση. Τότε μόνο θα έχεις κάνει όλο σου το χρέος».

Να ο τύπος του νέου ανθρώπου που συστήνει ο Πλάτων: ο νέος να σέβεται την γνώμη των άλλων, των μεγαλύτερων και εμπειρότερων = σοφότερών του· από αυτήν μάλιστα να ξεκινά - δεν είναι καθόλου κακό αυτό· παράλληλα όμως ο νέος να μην ξεχνά ποτέ ότι και ο δικός του νους είναι εφοδιασμένος με δύναμη κριτική καθόλου ευκαταφρόνητη, που οφείλει να την χρησιμοποιεί: η υποδούλωση του εαυτού του στις αυθεντίες, αληθινές η κατασκευασμένες (από τον ίδιο, από τους ίδιους, από το περιβάλλον του ή από το περιβάλλον τους), μπορεί να έχει ολέθριες γι’ αυτόν συνέπειες.

Ωραία, αλήθεια, η σκέψη αυτή του Πλάτωνα, ίσως όμως ακόμη ωραιότερη η άλλη του σκέψη: ότι η προφύλαξη του νέου από τον κίνδυνο της υποδούλωσης του νου του στις «αυθεντίες» είναι επίσης δουλειά - από τις κύριες - των δασκάλων του: ο Πλάτων «ανέθεσε» το έργο αυτό στον Σωκράτη - και εκείνος το εκτέλεσε με αληθινή μαεστρία.

Πόσοι από τους δασκάλους (ας την σκεφτούμε τώρα στην πιο ευρεία σημασία της αυτής την λέξη) αντιλαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο το έργο τους; Πόσοι «μαθητές» έχουν στις μέρες μας την βοήθεια των «δασκάλων» τους, προκειμένου να ξεπεράσουν τον κίνδυνο από τις, κατασκευασμένες ιδίως, αυθεντίες που τους απειλεί; Η κοινωνία μας άλλο δεν κάνει από το να κατασκευάζει καθημερινά «αυθεντίες» - κι εγώ φοβούμαι ότι αυτόν τον αέναης λειτουργίας κατασκευαστικό μηχανισμό τον υπηρετούν δυστυχώς και πολλοί (εν πάση περιπτώσει όχι και τόσο λίγοι) δάσκαλοι.

Δίπλα σ’ έναν τέτοιο δάσκαλο ήρθε να κάνει τις ανώτερες σπουδές του στην Αθήνα ο Αριστοτέλης στα 367 π.Χ., την χρονιά που, όπως είπαμε, ο Πλάτων συμπλήρωνε τα εξήντα του χρόνια. Ο Αριστοτέλης ήταν τότε μόλις δεκαεφτά χρονών, και ερχόταν στην Αθήνα από τα Στάγειρα, μια μικρή, επαρχιακή θα λέγαμε εμείς σήμερα, πόλη. Ανίδεο, πάντως, επαρχιωτόπουλο δεν ήταν στα δεκαεφτά του ο Αριστοτέλης καθόλου. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι τα έργα του Πλάτωνα - όσα είχαν δημοσιευτεί ως τότε- του ήταν, το δίχως άλλο, γνωστά. Αλλιώς - αναρωτιέται ένας αριστοτελιστής των ημερών μας - γιατί να διάλεξε την Ακαδημία από το πλήθος τις σχολές που υπήρχαν τότε στην Αθήνα; Τότε, βλέπεις, οι νέοι μπορούσαν και διάλεγαν οι ίδιοι -από την πρώτη στιγμή των σπουδών τους- τους δασκάλους τους - δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί ol κομπιούτερ, να αποφασίζουν αυτοί σε ποια γωνιά της Ελλάδας θα πάει ο καθείς να βρει την φοιτητική του τύχη, αυτήν μάλιστα που αποφασίζουν γι’ αυτόν οι κομπιούτερ. Ίσως γι αυτό ήταν τότε άγνωστες και οι μετεγγραφές!

Ο νεαρός λοιπόν Σταγειρίτης βρέθηκε την πιο κατάλληλη στιγμή στον πιο σωστό τόπο: σε μια σχολή όπου, εκτός από τον Πλάτωνα, δίδασκαν και άλλοι σημαντικότατοι δάσκαλοι. Γιατί η Ακαδημία δεν ήταν απλώς μια σχολή, μια από τις πολλές που υπήρχαν τότε στην Αθήνα· ήταν το σημείο συνάντησης σημαντικών Λογίων της εποχής, που διατηρώντας και μέσα στην Ακαδημία ο καθένας την δική του προσωπικότητα, το δικό του επιστημονικό «πιστεύω», προωθούσαν όλοι μαζί την επιστημονική έρευνα, παίρνοντας ο ένας από τον άλλον χρήσιμες παρορμήσεις και επιδρώντας θετικά ο ένας στον άλλον. Όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι που μπορούσαν να γονιμοποιήσουν με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο την σκέψη του νεαρού Αριστοτέλη, βοηθώντας την να απλώσει μέσα σε σύντομο χρόνο τα δικά της φτερά.

Είκοσι χρόνια έμεινε στην Ακαδημία ο Αριστοτέλης, και στο διάστημα αυτό πέτυχε -με την βοήθεια του δασκάλου του - να σχηματίσει απόψεις για τα μεγάλα θέματα ολόδικές του. Δεν θα ήταν, αλήθεια, κρίμα, και για τον μαθητή και για τον δάσκαλο, μια τόσο μεγάλη «μαθητεία» να τελείωνε χωρίς από αυτήν να γεννηθεί μια καινούργια αυτόνομη προσωπικότητα;

Άνθρωπος της ακαταπόνητης σπουδής και της οργανωμένης πνευματικής εργασίας -μόνο αυτή, ως γνωστόν, κάνει τις προσωπικότητες· χωρίς αυτήν γίνεται κανείς το πολύ πολύ «οπαδός» - ο Αριστοτέλης έκανε από νωρίς φανερό ότι κρατούσε ακέραιο για τον εαυτό του το δικαίωμα «να δέχεται» αλλά και «να μη δέχεται», ακόμη και «να απορρίπτει» διδασκαλίες. Ότι μια τέτοια συμπεριφορά «κοστίζει», το ξέρουμε όλοι - γεμάτη η ζωή γύρω μας από τέτοια παραδείγματα. Γέμισε λοιπόν και η αρχαιότητα με χίλιες δυο ιστορίες -να τις λέει η μια γενιά στην άλλη – γι’ αυτόν τον «αγνώμονα» μαθητή που, έχοντας την πρόθεση «ὑπεριδεῖν τήν Πλάτωνος φιλοσοφίαν» δεν δίστασε να ρθει σε «διαφωνία» (άλλοι την είπαν «διαφορά») με τον μεγάλο «καθηγητή» του στα πιο σπουδαία θέματα: «περί τῆς ἰδέας», «περί τἀγαθοῦ», «περί τής πολιτείας». Ότι πολλές από τις ιστορίες αυτές έγιναν και για να πολεμηθεί στο πολιτικό επίπεδο στην Αθήνα του Δημοσθένη ο Μακεδόνας Αριστοτέλης, δεν είναι κάτι που δεν θα το περιμέναμε.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως σε ό, τι λέγαμε πριν από λίγο.

Τι αγώνας, αλήθεια, νια κερδίσεις, παρά τις ισχυρές επιρροές που δέχεσαι από γύρω σου, παρά τις ισχυρότατες επιρροές που δέχεσαι – ιδίως - από τους δασκάλους σου το προσωπικό σου «πιστεύω»! Ο Αριστοτέλης την ένιωσε αυτήν την αγωνία. Ήξερε ότι υπήρχαν πράγματα στα οποία δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τον δάσκαλο του και με όλους εκείνους που δέχονταν τις απόψεις του κοινού τους δασκάλου. Όλοι τού ήταν αγαπητοί. Πώς να έβγαινε λοιπόν να πει ανοιχτά τις αντιρρήσεις του στις διδασκαλίες τους; Από την άλλη, να αδιαφορούσε για τον κόπο με τον οποίο κέρδισε τις δικές του απόψεις, αφού μάλιστα ένιωθε -και δεν ήταν λίγες αυτές οι φορές- ότι οι δικές του απόψεις βρίσκονταν κοντότερα στην αλήθεια από τις απόψεις των άλλων, των αγαπητών του δασκάλων και φίλων; Αληθινά «προσάντης (πολύ ανηφορική) ή τοιαύτη ζήτησις» χρειάστηκε να πει μια φορά, όταν αισθάνθηκε ότι έπρεπε να (αντι)μιλήσει για θέματα που τα «εἰσήγαγον φίλοι ἄνδρες»: πώς να τον ανεβείς έναν τέτοιο ανήφορο, κουβαλώντας μάλιστα στους ώμους σου όλο το βάρος των γνωμών των φίλων σου;

Ο ίδιος - τον βοηθούσε, είναι αλήθεια, και ο χαρακτήρας του - αποφάσισε εκείνη την φορά ότι είναι «βέλτιον» να τον πάρει τελικά τον ανήφορο ...και ο θεός βοηθός. Αυτό το τελευταίο πρέπει να ήθελε να πει ο Αριστοτέλης όταν αμέσως μετά διάλεξε -ανάμεσα σε άλλες ασφαλώς - την έκφραση «ἀμφοῖν γάρ ὄντοιν φίλοιν ὅσιον προτιμάν τήν ἀλήθειαν» («έχοντας κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε δύο φίλους, έχει το ιερό χρέος να προτιμήσει την αλήθεια»). Δεν την βρήκε όμως μόνο «βελτίονα» ο Αριστοτέλης την στάση του αυτή· την βρήκε και υποχρεωτική για τον εαυτό του: «δει» ήταν η δεύτερη λέξη που διάλεξε για την περίσταση.

Χρωστούσε ασφαλώς στον δάσκαλο του τον Πλάταινα ο Αριστοτέλης όλη την σωτήρια προετοιμασία που είχε συντελεσθεί μέσα στην ψυχή του προτού βρεθεί μπροστά στο αμείλικτο δίλημμα. Είχε βρεθεί και εκείνος, ο δάσκαλός του, κάποτε στην ζωή του μπροστά στο ίδιο δίλημμα - και ύστερα το περιέγραψε με την απαράμιλλη τέχνη του στην Πολιτεία του. Οι δύο «αγάπες» του Πλάτωνα, που την μια τους όμως έπρεπε να την θυσιάσει, ήταν από την μια η ποίηση και οι ποιητές και ο πιο μεγάλος ανάμεσά τους, ο Όμηρος, πολύτιμη αγάπη του από τα παιδικά του κιόλας χρόνια και από την άλλη η αλήθεια. Όσο κι αν η «φιλία» του προς τον Όμηρο αισθανόταν να του κλείνει το στόμα («ἀποκωλύει με λέγειν»), έπρεπε ν βρει τον τρόπο να ξεπεράσει την δυσκολία του («ἀλλά ρητέον») - η απόφανση του ήταν τελεσίδικη: μπροστά στην αλήθεια δεν θα έπρεπε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί «προτιμητέος ὁ ἀνήρ», ο Όμηρος, που ποιητής και αυτός, ευθύνεται, κατά την γνώμη του Πλάτωνα, για ένα πλήθος από ολέθρια για την πόλη και για την διαμόρφωσή της κακά· τον τελικό - αναπάντεχο!- λόγο του τον διαβάζουμε – έκπληκτοι - στην Πολιτεία τοι «Αν ο άνθρωπος αυτός, που ήταν τόση η ποιητική του δεξιοτεχνία ώστε να μπορεί να παίρνει χίλιες δυο μορφές και να μιμείται τα πάντα, ερχόταν στην πόλη μας για να μας παρουσιάσει τα ποιήματά του, εμείς θα έλεγα να τον προσκυνήσουμε ως πρόσωπο ιερό, αξιοθαύμαστο και ιδιαίτερα τερπνό, να του πούμε όμως ότι έναν τέτοιο άνθρωπο η πόλη μας δε· τον χρειάζεται και ούτε είναι σωστό να ζήσει ανάμεσά μας· να χύσουμε λοιπόν μύρα στα μαλλιά του, να τον στεφανώσουμε, και αμέσως να τον διώξουμε από την πόλη μας - ας πάει σε όποιαν άλλη πόλη θέλει».

Ας το ξαναπούμε με τα ίδια τα λόγια του Πλάτωνα - ήταν, στ’ αλήθεια μια από τις μεγάλες στιγμές στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης:

«Ἄνδρα δη δυνάμενον ὑπό σοφίας παντοδαπόν γίγνεσθαι καί μιμεῖσθαι πάντα χρήματα, εἰ ἡμῖν ἀφίκοιτο εἰς τήν πόλιν αὐτός τε καί τά ποιήματα βουλόμενος έπιδείξασθαι, προσκυνοῖμεν ἄν αὐτόν ὡς ἱερόν καί θαυμαστόν καί ἡδύν. εἴποιμεν δ' ἄν ὅτι οὐκ ἔστιν τοιοῦτος ἀνήρ ἐν τῇ πόλει παρ’ ἡμῖν οὔτε θέμις ἐγγενέσθαι, ἀποπέμποιμεν τε εἰς ἄλλην πόλιν μύρον κατά τῆς κεφαλῆς καταχέαντες καί ἐρίῳ στέψαντες».

Πολύ πιο δύσκολη ασφαλώς η περίπτωση του Αριστοτέλη. Ο Όμηρος ήταν όλων των Ελλήνων ο δάσκαλος και η «αἰδώς» ολόιδια όλων των Ελλήνων απέναντι του. Με τον Πλάτωνα όμως τον Αριστοτέλη τον έδενα\ προσωπικές σχέσεις και ο σεβασμός του για εκείνον - σύμφωνα με άλλες διηγήσεις - ήταν πασίγνωστος: ο ίδιος είχε μιλήσει για τον σεβασμό του προς τον δάσκαλό του σε ένα του ποίημα, όπου βεβαίωνε ότι «με όλον τον σεβασμό που γέμιζε την ψυχή του ίδρυσε, στο όνομα της φιλίας, βωμό προς τιμήν του ανθρώπου που το όνομά του οι κακοί δεν έχουν το δικαίωμα να το παίρνουν στο στόμα τους ούτε και για να τον επαινέσουν». Αυτός Λοιπόν ο άνθρωπος βρέθηκε κάποτε στην ζωή του Αριστοτέλη από την μια μεριά, και από την άλλη η αλήθεια. Σ’ αυτόν όμως ο Αριστοτέλης χρωστούσε και το μεγάλο μάθημα - δεν την ξέχασε ποτέ την καίρια λέξη - ότι σε τέτοιες στιγμές το δοκοῦν ἀληθές οὐχ ὅσιον προδιδόναι. Ο μαθητής του Πλάτωνα ήταν λοιπόν πανέτοιμος - ακριβώς χάρη στις διδασκαλίες εκείνου - να πάει ένα βήμα πιο πέρα από τον δάσκαλο του: πώς να διστάσει κανείς στην επιλογή -είπε-, όταν, αν είναι να σωθεί η αλήθεια, πρέπει να είναι έτοιμος και τις δικές του ακόμη απόψεις να πάψει να τις υποστηρίζει; (Με τα δικά του λόγια: «ἐπι σωτηρίᾳ τῆς ἀλήθείας καί τά οἰκεῖα δεῖ ἀναιρεῖν»). Αληθινά εντυπωσιακός λόγος, που τέτοιον δεν φαίνεται να είχε ακούσει ο Αριστοτέλης από τον δάσκαλο του.

Μια λεπτομέρεια ας μη την παραλείψουμε. Αναζητώντας το τελευταίο στήριγμα της στάσης του ο Αριστοτέλης θυμάται - και θυμίζει - ότι μια τέτοια στάση είναι η φυσικότερη για έναν άνθρωπο που έχει κάνει έργο της ζωής του την φιλοσοφία, τον στοχασμό: άλλως τε και φιλοσόφους όντας («έναν λόγο παραπάνω αφού είμαστε φιλόσοφοι»). Δεν ξέρω αν έχω δίκαιο, όμως αυτός ο πληθυντικός φιλοσόφους όντας είναι, κατά την γνώμη μου, η πιο εσωτερική αυτή την στιγμή επικοινωνία του Αριστοτέλη με τον δάσκαλο του: «και είμαι, βέβαιος ότι θα την βρίσκεις, δάσκαλε, σωστή την συμπεριφορά μου· φιλόσοφοι δεν είμαστε στο κάτω κάτω και οι δυο μας;» Μερικοί μίλησαν για ειρωνεία του μαθητή προς τον δάσκαλο· προτιμώ να διακρίνω μιαν αγωνιώδη παράκληση για κατανόηση.

Λέω να κλείσω με μια σκέψη - διδασκαλία που την μοιράστηκαν και οι δυο τους: δάσκαλος και μαθητής.

Πολλά χρόνια μετά την μαθητεία του στην Ακαδημία, μιλώντας στα Ηθικά του Νικομάχεια για την διαδικασία απόκτησης της αρετής, της απόλυτης γι’ αυτόν προϋπόθεσης για την ευδαιμονία του ανθρώπου, ο Αριστοτέλης αναρωτιέται πώς άραγε ελέγχεται ο πραγματικός χαρακτήρας των ανθρώπινων πράξεων: ορθός η λαθεμένος; Η απάντησή του είναι ότι σημεῖον = στοιχείο ελέγχου είναι η «ἐπιγινομένη τοῖς ἔργοις ἡδονη ἤ λύπη», το αίσθημα δηλαδή της ευχαρίστησης η της δυσαρέσκειας που ακολουθεί τις ανθρώπινες πράξεις. «Σώφρονα π.χ. θα ονομάσουμε», σημειώνει ο Αριστοτέλης, «τον άνθρωπο που απέχει από τις σωματικές ηδονές και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση -είναι ακόλαστος τότε», συνεχίζει ο Αριστοτέλης, «αυτός που απέχοντας από τις σωματικές η δον αισθάνεται γι’ αυτό δυσαρέσκεια» -για να προσθέσει αμέσως ότι ανάλογα πρέπει να σκεφτόμαστε και στις άλλες περιπτώσεις αρετών και κακιών. «Μήπως δεν είναι γνωστό», καταλήγει ότι «διά τήν ἡδονήν τά φαῦλα πράττομεν, διά δέ τήν λύπην τῶν καλῶν ἀπεχόμεθα»; Η συνέχεια φέρνει τον μαθητή Αριστοτέλη κοντά σε μια διδασκαλία του Πλατών για την οποία δηλώνει ότι την αποδέχεται ασυζητητί: «Να γιατί θεωρώ λέει, «ότι είχε απόλυτο δίκαιο ο Πλάτων όταν έλεγε ότι η μόνη ορθή αγωγή, η μόνη ορθή παιδεία είναι αυτή που αρχίζει από παιδιά να μι μαθαίνει να χαιρόμαστε και να ευχαριστιούμαστέ, να λυπούμαστε και να δυσαρεστούμαστε με αυτά που πρέπει: χαίρειν τε καί λυπεῖσθαι οἷς δεῖ. Το πρώτο δικό μου σχόλιο ας είναι: Δεν ξέρω καλύτερον ορισμό τ παιδείας. Το δεύτερο σχόλιό μου είναι, δυστυχώς, πικρό: Δεν είναι κρίμα τέτοιες υψηλές ιδέες να μένουν στην ζωή μας απλά όνειρα; Και να πε δεν είναι τελικά και τόσο δύσκολη η πραγμάτωση τους.

Ιδού τι θα ήταν μια αληθινή μεταρρύθμιση στον χώρο της Εκπαίδευσής μας. Μια μεταρρύθμιση που δεν θα μπορούσε να την αμφισβητήσει κανείς, αφού την βασική της αρχή την έχουμε από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη - τι άλλο καλύτερο;

ΒΙΒΛΟΣ και ΔΗΛΗΤΗΡΙΑ: Πως με 300 "στάμνες"... ο Γεδεών κέρδισε έναν πόλεμο

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΓΕΔΕΩΝ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΑΡΩΔ

Μια πολύ ενδιαφέρουσα μάχη, που θα μας βάλει χωρίς περιστροφές στο πνεύμα της περίεργης συμμετοχής του αβρααμικού θεού στην ενεργό στρατιωτική δράση, είναι αυτή που θα αφήσουμε τη Βίβλο να μας αφηγηθεί ευθύς αμέσως.

Η μάχη αυτή χρονικά δεν απέχει πολύ από τη μορφή του Ιησού του Ναυή, που ξεκίνησε την επιθετική διείσδυση στη γη των Χαναναίων, αφού ο Γεδεών που είναι ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας που θα παρακολουθήσουμε, χρονικά είναι ο επόμενος μεγάλος ήρωας των πολέμων της Χαναάν.

Διαβάζουμε λοιπόν: «Τότε συνήχθησαν ομού πάντες οι Μαδιανίται και οι Αμαληκίται και οι κάτοικοι της ανατολής (ανατολικής Χαναάν) και εστρατοπέδευσαν εν τη κοιλάδι Ιεζραέλ». (Συγκρατήστε το όνομα αυτής της κοιλάδας).

Έρχονται λοιπόν εχθρικά στρατεύματα και στρατοπεδεύουν κάτω στην κοιλάδα «και πνεύμα Κυρίου περιεχύθη (!) επί τον Γεδεών και εσάλπισεν και συνήχθησαν και ανέβησαν εις συνάντησιν αυτού...»

Ο Γεδεών αντέδρασε φυσιολογικά σαλπίζοντας και καλώντας τους στρατιώτες του. Ανέβηκε λοιπόν προς τον Γεδεών λαός πολύς Ισραηλιτών για να αντιμετωπίσει τον εχθρικό στρατό «και στρατοπέδευσαν (οι Ισραηλίτες) πλησίον της πηγής Άρωδ, το δε στρατοπέδων τον Μαδιανιτών ήτο κατά το βόρειον αυτών, πρός τον λόφον Μορέχ (κάτω) εν τη κοιλάδι» Κριταί Σ΄33,35 & Ζ΄1.

Προσέξτε τα τοπογραφικά στοιχεία που μας δίνει σταδιακά η αφήγηση.

Η περιγραφή με πολύ επιμέλεια παραδίδει ενδιαφέροντα στοιχεία στις επόμενες γενεές των μελετητών των εβραϊκών κατορθωμάτων. Ας παρακολουθήσουμε και εμείς για λίγο την ολοφάνερη αυτή πρόσκληση για τοπογραφική ανίχνευση των δεδομένων της νίκης, γιατί είναι σίγουρο ότι δεν σημειώνονται εδώ χωρίς λόγο.

Η κοιλάδα Ιεζραέλ (Jezreel Tal) είναι και σήμερα δεδομένη και σημειώνεται ευκρινώς στους χάρτες της περιοχής. Στο κέντρο σχεδόν της συγκεκριμένης κοιλάδας, βρίσκεται το όρος Μαγεδδώ (Megiddo). Όλα λοιπόν συνηγορούν στη σκέψη, ότι ενώ η συγκεκριμένη συμμαχία των Χαναναίων, βρίσκεται στην κοιλάδα Ιεσραέλ, ο Γεδεών στρατοπεδεύει αθέατος ψηλά στο όρος Μαγεδδώ, γύρω απ’ την ονομαστή πηγή Αρώδ. Επειδή την κοιλάδα Ιεσραέλ διαρρέει ο ποταμός Κισών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πηγή Αρώδ είναι μια απ’ τις πηγές του.

Οι Ισραηλίτες έχουν το πλεονέκτημα να καθορίσουν τον χρόνο της έναρξης της μάχης, αφού η μοναδική περίπτωση σύγκρουσης, είναι κατεβαίνοντας αιφνιδιαστικά, να αντιμετωπίσουν τους πολυάριθμους εχθρούς τους. Διαφορετικά αυτοί ανενόχλητοι θα καταλάβουν τις πόλεις και τα χωριά τους αμαχητί. Ενώ λοιπόν εμείς περιμένουμε μια τέτοια φυσιολογική εξέλιξη των εχθροπραξιών, το κείμενο μας επιφυλάσσει μια αναπάντεχη έκπληξη. Ας το παρακολουθήσουμε στους δρόμους της θαυμαστής παραδοξότητάς του:

«Και είπεν ο Κύριος (προφανώς μέσω κάποιου ιερέα) προς τον Γεδεών, πολύς είναι ο λαός ο μετά σου, ώστε να παραδώσω τους Μαδιανίτας εις την χείρα σου, μήπως ο Ισραήλ καυχηθή εναντίον μου λέγων. Η χείρ μου με έσωσε, τώρα λοιπόν κήρυξον λέγων, (φώναξε και πες). Όστις είναι δειλός (!) και φοβούμενος, ας στρέψη και ας σπεύσει (ας αποχωρήσει) από του όρους Γαλαάδ.[1] Και έστρεψαν (αποχώρισαν)... εικοσιδύο χιλιάδες και έμειναν δέκα χιλιάδες...» Κριταί Σ΄33-Ζ΄3.

Υπάρχει, λέει ο Κύριος, ένας ανεπίτρεπτος κίνδυνος, η σίγουρη αυτή νίκη (που θα ακολουθήσει) να μην γίνει ολοφάνερο αν είναι από θεού ή από ανθρώπου. Και επειδή τέλος πάντων, με τόσους πολλούς μαχητές, εύκολα θα μπορούσαν να την θεωρήσουν προϊόν της ανδρείας τους και αποτέλεσμα της δικής τους υπερασπιστικής διάθεσης, γι’ αυτό... διακηρύττει πως όσοι δειλιάζουν και φοβούνται να πολεμήσουν... και δεν διστάζουν μάλιστα να το ομολογήσουν... μπορούν να φύγουν!

Μα τι λέει αυτός... ο Κύριος;

Σε τόσες μάχες, πριν απ’ αυτήν, στις οποίες συμμετείχαν οι χιλιάδες των ισραηλιτών, δεν υπήρχε ο ίδιος κίνδυνος καταστρατήγησης της δόξας του πολέμου; Και γιατί νικώντας, «ο Ισραήλ να καυχηθεί» εναντίον του θεού του; Πόσοι λαοί νικώντας... καυχώνται κατά των θεών τους; Κάθε άλλο μάλιστα!

Απ’ την άλλη, η δειλία που τους καλεί να ομολογήσουν, δεν θα είναι η καλύτερη απόδειξη της απιστίας τους;! Δεν θα είναι λοιπόν αντιφατικό ο «ζηλότυπος» Κύριος, παραμερίζοντας την συνηθισμένη ευθιξία του σε θέματα πίστης, να χαρίσει μια ολόκληρη μάχη σε κατ’ ομολογίαν δειλούς και απίστους; Δεν είναι εντελώς ακατανόητο, ότι ο θυμώδης και οργίλος αυτός θεός, που σε όλη την καταγεγραμμένη ιστορία της πολιτείας του με το λαό του, απαντάει στην απιστία οργισμένα με πληγές και εγκατάλειψη, εδώ όχι μόνο δεν ενοχλείται, αλλά σκοπεύει να τους χαρίσει σε δεδηλωμένα δειλούς, άπιστους και απόντες, μια απ’ τις ενδοξότερες μάχες της ιστορίας τους;

Τι έπιασε λοιπόν ξαφνικά τον θεό του Αβραάμ, και στη συγκεκριμένη μάχη δεν θέλει παρόντες τους μαχητές του; Φυσικά αυτές οι ερωτήσεις περιττεύουν, αφού ολοφάνερα κάτι άλλο κρύβεται πίσω απ’ την απομάκρυνση του συνόλου των στρατιωτών απ’ τον τόπο των στρατηγικών αποφάσεων.

Απλούστατα, στην παρούσα περιγραφή κάτω απ’ τον μανδύα των αντιφατικών αυτών θεϊκών εντολών, έχουμε την ευκαιρία να δούμε επιτέλους τους νικηφόρους μηχανισμούς της μάχης των απογόνων του Αβραάμ. Ας παρακολουθήσουμε με προσοχή, διότι κανένα απ’ τα αναφερόμενα στοιχεία της αφήγησης δεν στερείται ενδιαφέροντος.

Μετά λοιπόν από την εκπληκτική δήλωση του "Κυρίου", ότι μπορούν να φύγουν όλοι όσοι σήμερα δειλιάζουν να πολεμήσουν, (σύμφωνα πάντα με την αφήγηση) ένα εκπληκτικό ρεζίλι δειλίας και απιστίας ανεπανάληπτων διαστάσεων, εμφανίζεται ξαφνικά στους αριθμούς εκείνων που ευχαρίστως δέχονται τον τίτλο του δειλού. Είκοσι δύο χιλιάδες άνδρες αποχωρούν περιχαρώς, αφού σήμερα την "άγια μέρα του δειλού" και της χαριστικής απιστίας, δεν θα χρειαστεί να κινδυνεύσουν υπερασπιζόμενοι τα εδάφη τους.

Παρ’ όλα αυτά όμως, ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός ανδρών, στέκει στην θέση του αρνούμενος θαρρετά, να αποχωρήσει με τόσο περιφρονητικούς όρους. Δέκα χιλιάδες ψυχωμένοι νεαροί Ισραηλίτες, παραμένουν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τους κατά πολύ πλέον υπεράριθμους αντιπάλλους.

Η εκπληκτική όμως αυτή ιστορία, που ολοένα γίνεται και πιο περίεργη συνεχίζεται, καθώς ο Κύριος για τη σίγουρη αυτή θεϊκή νίκη, θέλει παρόντες εδώ ψηλά στο όρος, πολύ λιγότερους συνεργούς! Έτσι, σύμφωνα πάντα με την αφήγηση, και τις απαιτήσεις του Κυρίου, παραγγέλνει στους δέκα χιλιάδες άνδρες να πιουν απ’ το νερό της παρακείμενης πηγής. Όποιοι απ’ τους δέκα χιλιάδες αυτούς άνδρες, σκύψουν για να πιουν νερό με έναν ιδιαίτερο (προφανώς προσυμφωνημένο) τρόπο, αυτούς μόνο θα κρατήσει για τη μάχη. Όλοι οι άλλοι, που θα σκύψουν αυθόρμητα το κεφάλι πάνω απ’ το νερό[2] πρέπει να αποχωρήσουν απ’ την σύναξη του πολέμου.

Μετά απ’ αυτό, μόνο τριακόσιοι άνδρες (!) απόμειναν ψηλά στις πηγές, για να υπερασπίσουν τα εδάφη τους, απ’ τους πολυάριθμους Χαναναιο-Μαδιανίτες, που ήρθαν αποφασισμένοι να ξαναπάρουν πίσω τη γη τους και τώρα είναι στρατοπεδευμένοι κάτω στην κοιλάδα Ιεσραέλ, πλάι στο ίδιο αυτό δροσερό νερό που κατεβαίνει ψηλά από την πηγή Αρώδ...!

Εκεί ψηλά λοιπόν στην πηγή Αρώδ, οι παραδοξότητες συνεχίζονται: «Και απέπεμψεν (έδιωξε ο Γεδεών) άπαν το επίλοιπον του Ισραήλ και εκράτησεν (μόνο) τους τριακοσίους άνδρας. Και (...για να μη ξεχνάμε την κατάλληλη τοπογραφία, η αφήγηση επαναλαμβάνει...) το στρατόπεδο δε του Μαδιάμ ήτο υπό κάτω αυτών εν τη κοιλάδι.» Κριταί Ζ΄ 8.

Πέρασε μια ολόκληρη μέρα, όπου πρέπει να έγιναν πολλά. Τη νύχτα, ο Γεδεών έχει ανησυχίες και φόβους για την έκβαση των μυστικών νικητήριων θεϊκών ενεργειών. Ο "Κύριος" που νιώθει τους φόβους του, (αντί να τον επιπλήξει για έλλειψη πίστης) δίνει στον Γεδεών μια καθησυχαστικότερη ιδέα: «εάν φοβήσαι... (!) κατάβα συ και δούλος σου εις το στρατόπεδον και θέλεις ακούσει τι λέγουσι και μετά ταύτα αι χείρες σου θέλουσι ενδυναμωθεί... και κατέβη αυτός μετά του δούλου αυτού έως της προφυλακής του στρατοπέδου... και ότε ήλθεν ο Γεδεών ιδού άνθρωπος τις (απ’ το αντίπαλο στρατόπεδο) διηγείτο προς τον πλησίον αυτού και έλεγεν, Ιδού ωνειρεύθην όνειρον και ιδού ψωμίον (!) κρίθινον κυλιόμενον εν τω στρατοπέδω του Μαδιάμ ήλθεν εις τας σκηνάς και εκτύπιεν αυτάς, και έπεσον και ανέτρεψεν αυτάς και έπεσον αι σκηναί...»! Κριταί Ζ΄9-13.

Ο πανέξυπνος Γεδεών, πάντα κατά την αφήγηση, δεν χρειάστηκε να ακούσει τίποτε περισσότερο. Περιχαρής, γυρνά ψηλά στο στρατόπεδο και ξυπνάει τους συντρόφους του λέγοντάς τους: «Σηκώθητε διότι ο Κύριος παρέδωκεν εις την χείρα σας το στρατόπεδον του Μαδιάμ».

Ό,τι ακολουθεί, δεν έχει σχέση με καμία μάχη που έχετε υπ’ όψιν σας. Έχει όμως καθοριστική σημασία για την έρευνά μας, και μεγιστοποιεί το ενδιαφέρον μας. «Και διήρεσε τους τριακόσιους άνδρας εις τρία σώματα και έδωκεν σάλπιγγας εις τας χείρας πάντων τούτων και υδρίας (!) κενάς και λαμπάδας εν ταις υδρίαις...» Κριταί Ζ΄16.

Για μια στιγμή όμως! Τι δουλειά έχουν τριακόσιες υδρίες πάνω ψηλά στο βουνό, δίπλα στους κοιμισμένους στρατιώτες; Η αφήγηση μπορεί να το παρουσιάζει σαν το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο, εμείς όμως γνωρίζοντας τη μανία της υδατομαγγανείας των βιβλικών ηρώων, δεν μπορούμε να μη σταθούμε με απορία, μπροστά στην αναπάντεχη αυτή αποκάλυψη.

Φυσικά κανείς δεν θα τολμούσε να μας πει, ότι μ’ αυτές μετέφεραν νερό. Το να μεταφέρεις νερό ψηλά στο βουνό, σε μεγάλα πήλινα δοχεία, είναι παραφροσύνη, αφού υπάρχουν οι βολικότατοι ασκοί ύδατος (απ’ την εποχή του Αβραάμ..Γεν. ΚΑ΄14) γι’ αυτή τη δουλειά. Άλλωστε, στη συγκεκριμένη κορυφή... δεν χρειάζονται νερό! Νερό υπήρχε άφθονο και ολόδροσο ακριβώς πλάι τους, απ’ την δροσερή αυτή πηγή με το όνομα «Αρώδ». Πώς λοιπόν και γιατί βρέθηκαν τόσα πολλά δοχεία, τριακόσιες πήλινες "στάμνες" ψηλά στο βουνό; Ποιοί και πάνω απ’ όλα γιατί, μετέφεραν τις τριακόσιες αυτές υδρίες ψηλά στην πηγή του βουνού;

Ας προχωρήσουμε όμως στην περιγραφή της μάχης και επανερχόμεθα στο καίριο αυτό ερώτημα.

Πρέπει να ξημερώνει. Ο Γεδεών τους εξηγεί ότι αφού κατέβουν αθόρυβα θα κυκλώσουν το στρατόπεδο από τρεις διαφορετικές πλευρές και σπάζοντας τα 300 αυτά πήλινα δοχεία και κραυγάζοντας «ρομφαία του Κυρίου και του Γεδεών», θα ορμήξουν άφοβα, μόνοι... αυτοί οι τριακόσιοι άνθρωποι εναντίων των... δεκάδων χιλιάδων πάνοπλων αντιπάλως τους!

Και πράγματι, κανείς δεν δείλιασε! Κανείς δεν αναρωτήθηκε, πως είναι κάτι τέτοιο δυνατόν! Όλοι μέχρι ενός, επέδειξαν αλύγιστη πίστη στην δύναμη των όπλων του θεού τους! Έγινε λοιπόν έτσι ακριβώς όπως το ζήτησε ο Γεδεών: «και τα τρία σώματα (τρεις ομάδες των εκατό ανδρών) εσάλπισαν δια των σαλπίγγων και συνέτριψαν τας υδρίας... και (ξαφνικά, «και ιδού» και ω... του θαύματος!) άπαν το στράτευμα (των αντιπάλων) έτρεχε και εφώναζε και έφευγε... και ο Κύριος έτρεψεν καθ’ όλον το στρατόπεδον την ρομφαίαν εκάστου εναντίον του πλησίον αυτού, (αλληλοσκοτώνοντο δηλαδή!) και το στράτευμα έφυγεν...» Κριταί Ζ΄15-22.

Ανεξήγητη θανατηφόρος σύγχυση έπεσε στο στρατόπεδο των αντιπάλων!

Ανεξήγητες σκηνές αλλόφρονης φυγής και απόλυτης αναρχίας! Γιατί όμως; Τι συμβαίνει αλήθεια; Τι έπαθαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και "αλληλοσκοτώνονται";

Αν αφαιρέσουμε την επίμονη θεολογική μας μυωπία, δε νομίζω ότι έμειναν και πολλά πράγματα για να υποθέσουμε. Η αφήγηση έκανε ό,τι μπορούσε για να μας μισο-παρουσιάσει τα αληθινά δεδομένα του σωτήριου "θαύματος".

Η επίθεση τριών ομάδων, των εκατό μόνο ατόμων, σε δεκάδες χιλιάδες (κατά το κείμενο 135.000..!) πάνοπλους στρατοπεδευμένους, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες αλλοφροσύνης, και σε καμία περίπτωση αλληλοσπαραγμούς. Οι άνθρωποι αυτοί, είχαν ολοφάνερα χτυπηθεί από το "μακρύ χέρι" του Ιεχωβά του Κυρίου των δυνάμεων. Τι μπορεί να συνέβη λοιπόν στους ανθρώπους αυτούς;

Ας δούμε τα πράγματα εξ αρχής, με τον δικό μας τρόπο.

Ο Κριτής Γεδεών δεν είναι ένας απλός στρατηγός. Είναι ο εκλεκτός του Κυρίου, και οι δυνάμεις που τον συνοδεύουν, είναι οι πολύ γνωστές μας πατριαχο-προφητικές γνώσεις, που γενιά τη γενιά διαφυλάττονται επιμελώς στους κόλπους του εβραϊκού ιερατείου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι οι μεγάλοι ήρωες αυτής της σχολής, εκπαιδεύουν προσεκτικά τους αντικαταστάτες τους και μόνο οι καταλληλότεροι αναλαμβάνουν την ηγεσία. Ο «διαχρονικός προφήτης», όπως θα ήταν σωστότερο να ονομάζουμε το "αθάνατο" ιερατείο, είναι ο μόνιμος κληρονόμος, και γνώστης της ιστορίας των πατρογονικών άθλων, και ο κάτοχος των θανατηφόρων υλικών και της τέχνης του παράξενου ιερατικού πολέμου. Αυτό το ιερατείο, είναι που εκλέγει τους κριτές και ηγέτες του Ισραήλ.

Βλέποντας λοιπόν τον Κριτή Γεδεών, να ενεργεί καθ’ υπόδειξη "Κυρίου", είναι σαν να βλέπουμε τον ίδιο τον Αβραάμ, τον Μωυσή ή τον Ιησού του Ναυή, ή οποιονδήποτε άλλον άξιο βιβλικό ήρωα, να συνεχίζει την δράση του! Ουσιαστικά, οι μεγάλοι αυτοί άνδρες της εβραϊκής θρησκείας, είναι διαχρονικά παρόντες, όχι μόνο με τις δεσπόζουσες ιδέες τους, που έγιναν μέρος της πίστης, των νόμων και της ιστορίας τους, αλλά τώρα πια με την κληρονομική ιεροσύνη, που ισοβίως επανδρώνει τα υψηλόβαθμα ιερατικά κέντρα, (αποκλειστικά και μόνο με τους φυσικούς απογόνους του Μωυσή), εξασφαλίζει την πλέον άμεση πνευματική "παρουσία" εκείνων των μεγάλων εφευρετών του ένοπλου δόλου, και φυσικά την γνώση και την χρήση του ιστορικού οπλοστασίου αυτών των μεγάλων προφητών!

Σημασία λοιπόν δεν έχει, τι φαίνεται να λέει, να κάνει ή να μην κάνει ένας κατοπινός ήρωας, αλλά πόσο άξιο είναι το συγκεκριμένο θεοκρατικό κέντρο, που κρυμμένο πίσω του τον κατευθύνει. Στην εβραιο-βιβλική ιστορία, κατά κύριο λόγο βλέπουμε τέτοιους ήρωες, που επιλεγμένοι απ’ το θρησκευτικό αυτό παρασκήνιο, κατευθύνονται στην εκτέλεση άθλων. Είναι τα εκτελεστικά όργανα του ιερατείου, και πειθήνιοι εκτελεστές των εντολών του.

Οι Χαναναίοι λοιπόν που είναι στρατοπεδευμένοι στην κοιλάδα, δεν αντιμετωπίζουν μόνο του τον Γεδεών με τους τριακόσιους εναπομείναντες μαχητές του. Αλλά πίσω απ’ αυτούς, την φονικότερη σοφία του συσπειρωμένου διαχρονικού Χαλδαιο-Μωυσιακού ιερατείου. Οι Χαναναίοι λοιπόν μπορεί να είναι υπεράριθμοι και καλύτερα εξοπλισμένοι, αλλά και ο Γεδεών σίγουρα... δεν είναι μόνος του.

Ας ξαναδούμε λοιπόν τα περιστατικά. Οι Χαναναίοι στρατοπεδεύουν πολυάριθμοι κάτω στην κοιλάδα Ιεζραέλ. Ο εκλεκτός του ιερατείου Γεδεών, συγκεντρώνει κρυφά τους αρχικούς τριάντα δύο χιλιάδες υπερασπιστές, στην σοφά προεπιλεγμένη θέση τους ψηλά απ’ την ονομαστή πηγή Αρώδ. Κάποιοι ιερείς του Κυρίου, που ασφαλώς μετέχουν στις πυρετώδεις πολεμικές προετοιμασίες, εκφράζουν με τις υποδείξεις τους, το θέλημα του Κυρίου.

Όπως είπαμε λοιπόν, ο τρόπος που ο Κύριος θέτει το ζήτημα της νίκης είναι επιεικώς περίεργος: «Όσοι φοβούνται να φύγουν! Τη νίκη θα την δώσω εγώ, ο "Κύριος"». Κάτι, που ποτέ με τον τρόπο αυτό δεν επανέλαβε έκτοτε. Γιατί αν τα πράγματα ήταν τόσο απλά, σε τι θα χρειαζόταν οι ατέλειωτες μάχες και συγκρούσεις που για εκατονταετίες ακολούθησαν στην πολύπαθη Χαναάν; Κάτι όμως καταπείθει τον Κύριο, ότι η νίκη αυτή είναι εξαιρετικά σίγουρη κι έτσι τελικώς, με τις διαδικασίες που προαναφέραμε, τριακόσιοι μόνο άνδρες (προφανώς μόνο οι μυημένοι στις τέχνες της υδατο-νοθείας) παραμένουν ψηλά στις πήγες Αρώδ, για να στελεχώσουν την ομάδα επιβολής των νικηφόρων "πληγών" του Κυρίου.

Εμείς επιμένουμε. Αν ο "Κύριος" ήταν πραγματικός θεός, δεν θα χρειαζόταν ούτε αυτούς τους τριακόσιους. Κάτι άλλο λοιπόν συμβαίνει. Κάπου αλλού ήταν χρήσιμοι οι τριακόσιοι του Γεδεών.

Ξαφνικά, όλα αυτά σταματούν να έχουν την αγαθο-θρησκευτική τους χροιά! Η παραμυθομανία μας τελειώνει ακριβώς εδώ, καθώς ανακαλύπτουμε ότι ψηλά στο βουνό, υπάρχουν αντί άλλου εξοπλισμού, ισάριθμες με τους τριακόσιους μαχητές υδρίες! Ο οπλισμός λοιπόν των τριακοσίων εκλεκτών του Γεδεών, είναι αυτές ακριβώς οι απ’ το πουθενά εμφανιζόμενες υδρίες, που ασφαλώς συμμετέχουν στον πόλεμο.

Τι θέλουν λοιπόν... τριακόσιες στάμνες στο βουνό;

Οι στάμνες αυτές δεν πήγαν μόνες τους στο βουνό. Και πολύ περισσότερο, αρχικώς δεν ήταν άδειες.

Η αφήγηση παρουσιάζει τους στρατιώτες του Γεδεών, να κατεβαίνουν κρατώντας άδειες τις πήλινες υδρίες με σκοπό τον αιφνιδιασμό. Όταν όμως κάποιος αποφασίζει να αιφνιδιάσει τον εχθρό κατεβαίνοντας μια βουνοπλαγιά στο βαθύ χάραμα, το πιο ανεγκέφαλο πράγμα που θα μπορούσε να σκεφτεί να κουβαλάει εκείνη τη στιγμή μαζί του, είναι άδειες πήλινες υδρίες. Οποιαδήποτε στιγμή, απ’ τις συνηθισμένες ανάγκες τις κατάβασης, κάποια θα μπορούσε να σπάσει, και να προδώσει την αιφνιδιαστική επίθεση! Η αφήγηση όμως που θέλει οπωσδήποτε να υποσημειώσει για τις μελλοντικές γενεές, την μεθοδολογία του Γεδεών, δεν βρίσκει καλύτερη δικαιολογία, κι έτσι τελείως ανόητα, βάζει στο χέρι τριακόσιων επιτιθέμενων ανδρών που κατεβαίνουν την ραχούλα… τριακόσιες άδειες υδρίες!

Οι τριακόσιες λοιπόν αυτές υδρίες, είναι ολοφάνερο ότι κουβαλήθηκαν ψηλά στο όρος της πηγής Αρώδ, γιατί αποτελούν την ψυχή ενός σημαντικού επιθετικού σχεδίου, και όχι για να καλύψουν τις ανάγκες του αστείου αιφνιδιασμού τριακοσίων ατόμων.

Οι υδρίες αυτές όμως, δεν βρέθηκαν καθόλου τυχαία ψηλά στο βουνό, και όταν η αφήγηση τις παρουσιάζει άδειες πλάι στους ισάριθμους στρατιώτες, αυτές έχουν ήδη προ πολλού εκπληρώσει τον προορισμό τους. Ο αριθμός τους, που δεν είναι καθόλου μικρός, (αφού χρειάζεται ένα ολόκληρο καραβάνι από 300 άνδρες για να τις ανεβάσουν μέχρι τις πηγές του όρους), είναι αυτός που με ακρίβεια καθορίζει και τον αντίστοιχο αριθμό των 300ων μαχητών του Γεδεών!

Δεν ξεχνούμε ότι έχουμε να κάνουμε με τους απογόνους του Αβραάμ, του ανθρώπου που ανακάλυψε την επιβολή "θεϊκών πληγών". Του Ισαάκ που τα πηγάδια του μπαζώθηκαν από τους Χαναναίους σαν αιτία συμφοράς. Τους απογόνους του Μωυσή, που δεν δίστασε να δηλητηριάσει τον ποταμό της Φαραωνικής Αιγύπτου. Τότε «ο ποταμός εβρώμησεν και τα οψάρια εν τω ποταμώ ετελεύτησαν (ψόφησαν)» Εξ. Ζ΄21, και ολόκληρη η χώρα γνώρισε μια γιγαντιαίων διαστάσεων καταστροφή. Αλλά και τις τροφές των ανύποπτων Αιγυπτίων μαγγάνεψε αδίστακτα ο Μωυσής, με αποκορύφωμα τον θάνατο αμέτρητων αθώων και αμέτοχων Αιγυπτίων, πράγμα που ανάγκασε τον Φαραώ να του επιτρέψει τελικά την έξοδο τους απ’ τη χώρα.

Γιατί θα δίσταζε λοιπόν το καθαρόαιμο μωσαϊκό ιερατείο, ο θεματοφύλακας της πατριαρχικής πληγοσοφίας, να επαναλάβει το ίδιο, τώρα που οι Χαναναίοι τους απειλούν με καλοακονισμένα τα ξίφη, δόρατα, άρματα μάχης και οριστικό αφανισμό; Όχι οι αφελέστατοι αυτοί εχθροί, οι Χαναναίοι των ανατολικών περιοχών, που τώρα είναι στρατοπεδευμένοι δίπλα στα νερά του ίδιου αυτού χειμάρρου, που σαν ένα ρυάκι ζωής... ή θανατου τους ενώνει, αύριο χωρίς αμφιβολία θα είναι νεκροί.

Πώς όμως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο; Η απάντηση βρίσκεται στις 300ες υδρίες που εντελώς ξαφνικά και ανεξήγητα εμφανίζονται στην αφήγηση. Γιατί όπως είπαμε... το να κουβαλήσεις πάνω στις πετρώδεις πλαγιές του όρους, ένα μεγάλο πήλινο σκεύος, είναι ένα ξεχωριστό μαρτύριο. Απαιτεί υπομονή, προσοχή και ξεχωριστή δεξιοτεχνία. Χρειάζονται όμως να σ’ έχουν σφίξει του κόσμου οι σοβαροί λόγοι, για να σε αναγκάσουν να μεταφέρεις τριακόσια τέτοια δοχεία, ψηλά στις πηγές του βουνού.

Οι τριακόσιες εύθραυστες υδρίες (στάμνες εποχής), μεταφέρθηκαν εδώ με πολύ κόπο και προσοχή, απ’ τους προσεκτικά επιλεγμένους τριακόσιους συνεργούς[3] του Γεδεών. Μεταφέροντας με κάθε προσοχή και μυστικότητα το φονικότατο αυτό φορτίο της νίκης, από τους πεδινούς χώρους της προετοιμασίας του, ο Γεδεών μπορούσε (πάντα καθ’ υπόδειξη Κυρίου) να μεταβάλλει σε αόρατη πληγή και κατάρα το λαχταριστό νερό αυτής της πηγής, που ξεκινώντας από εδώ, μπροστά απ’ τα πόδια τους, και κατηφορίζοντας την πλαγιά, καταλήγει ανάμεσα στους διψασμένους στρατοπεδευμένους εχθρούς που: «το στρατόπεδο αυτών ήτο υπό κάτω αυτών εν τη κοιλάδι.» Κριταί Ζ΄ 8.

Ο Γεδεών και το συνεργαζόμενο ιερατείο, γνωρίζει πως αν με κάθε τρόπο δεν νικήσουν σήμερα, αύριο θα είναι νεκροί κι αυτοί και ο λαός τους! Στον πόλεμο και στον έρωτα όλα επιτρέπονται λέει ο θυμόσοφος λαός! Κι αυτή είναι η "θεϊκή" ιδέα που ο "Κύριος" ο θεός του εβραϊκού ιερατείου, βλέπει ολοφάνερα σαν τη μοναδική σωτήρια νικηφόρο διέξοδο, απ’ τους πολυάριθμους απειλητικούς εχθρούς του!

Μόνο που κάτι τέτοιο, όσο σωτήριο και "θεϊκό" κι αν είναι, για κανέναν λόγο δεν επιτρέπεται να γίνει μπροστά στα μάτια τριάντα δύο χιλιάδων αθώων και απονήρευτων ανθρώπων του λαού! Έτσι, ψηλά στο βουνό επιστρατεύεται ο υποκριτικός προφητισμός, και με συμφωνίες για κατοπινή επέμβαση, (και όχι κατ’ ανάγκην συμφωνίες δημόσια ομολογούμενης δειλίας όπως θέλει το κείμενο) το σύνολο σχεδόν της μάχιμης δύναμης, διώχνεται από τον τόπο της "θεϊκής" δράσης.

Όταν όλοι αποχωρούν, στο χώρο της δραστικής θεουργίας και των αληθινών εξελίξεων, μένουν μόνο οι 300 μυημένοι, που δεμένοι με βαρείς όρκους σιωπής και ανταλλαγμάτων, μεταφέρουν στην πηγή τις τριακόσιες υδρίες και με ευλαβική προσοχή, γίνονται οι θεϊκοί επιβολείς πληγών και οι απαραίτητοι χειριστές του πολύτιμου φορτίου-όπλου του... "Κυρίου των δυνάμεων".

Αν για ένα ολόκληρο λεπτό, σιγορίχνει κανείς αδειάζοντας το υλικό μιας μόνο τέτοιας υδρίας στο ρυάκι, κι αυτό συνεχιστεί ακατάπαυστα έως ότου ξεπλυθούν μέσα σ’ αυτό και οι τριακόσιες υδρίες, τότε, με πολύ απλό υπολογισμό βρίσκουμε, ότι το δραστικό αυτό υλικό κατάρας, πέφτοντας ακατάπαυστα στο πόσιμο νερό των στρατοπεδευμένων εχθρών, θα μεταβάλλει ασταμάτητα για πέντε συνεχείς ώρες το ρυάκι, σε ολόδροσο δραστικότατο επικαταρωμένο ύδωρ! Μέσα σε πέντε ώρες, μιας συνηθισμένης θερμής παλαιστινιακής μέρας, το σύνολο των στρατιωτών, θα σκύψει σίγουρα έστω και μια μόνη φορά, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, να σβήσει την δίψα του στα διάφανα τρεχούμενα νερά του ρυακιού! Ή στην χειρότερη περίπτωση, θα ανανεώσει το νερό του προσωπικού του ασκού, για τις ώρες της μεσημεριανής ή νυχτερινής ανάπαυσης!

Για λίγες ώρες, η οργή του Κυρίου θα κυκλοφορεί στο αίμα τους με ελαφρά μόνο δυσφορία. Τα συμπτώματα όμως γρήγορα θα κορυφωθούν και η νύχτα που θα’ ρθεί θα είναι ανυπόφορη. Το επόμενο πρωί η οργή του Κυρίου θα έχει παραλύσει εκ του ασφαλούς και κυριολεκτικά «εκ των ένδω», κάθε έννοια στρατιωτικής αντίστασης.

Οι ιερείς που όλα αυτά τα γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια, στέλνουν νυχτιάτικα τον ανήσυχο και προβληματισμένο Γεδεών, μόνο με τον σωματοφύλακά του, να πάρει μια γεύση απ’ την θραύση της θεϊκής κατάρας, που ήδη έχει αρχίσει να θερίζει το στρατόπεδο των αντιπάλων. Ο Γεδεών γυρνά κατενθουσιασμένος. Όσα είδε κι όσα άκουσε, του φτάνουν να βεβαιωθεί για την σίγουρη αυριανή νίκη του Θεού του!
-----------------------------
[1] Γαλαάδ, είναι η γενικότερη ονομασία της περιοχής με ασαφή έκταση και όρια.

[2] Η εντυπωσιακή αυτή περιγραφή που δείχνει δέκα χιλιάδες περίπου άτομα να πίνουν νερό «καθώς λάπτει ο σκύλος» (Κριταί Ζ΄5) δείχνει τον τρόπο με τον οποίο έπιναν νερό από ρυάκια η πλειοψηφία των ανθρώπων εκείνης της εποχής με απόλυτη δηλαδή εμπιστοσύνη σκύβοντας το κεφάλι και ρουφώντας ανεπιφύλακτα κατ΄ ευθείαν από το τρεχούμενο νερό!

[3] Σε προηγούμενο άρθρο, είχαμε συχνά αναφερθεί σε πολυάριθμα χέρια που πρόθυμα συνεργάζονται για να επιβάλλει ο θεός τις πληγές του στην Αίγυπτο και είδαμε τους εβδομήντα μυηθέντας ψηλά πάνω στο όρος Σινά. Τώρα βλέπουμε μια τέτοια ομάδα τριακοσίων ατόμων επί το έργον.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Σφαγές με εντολή του Θεού... Ιησούς του Ναυή - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΑΙ


Κατά πρόσταγμα Κυρίου!! εξολόθρευσε πάντας τους κατοίκους της Γαί.
Μόνον τα κτήνη και τα λάφυρα της πόλεως εκείνης ελαφυραγώγησεν ο Ισραήλ εις εαυτόν, κατά τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον προσέταξεν εις τον Ιησούν. Ιησούς του Ναβή 8.27

«Το απλωμένο χέρι του Κυρίου»... δεν λειτουργεί στην ανηφόρα!!

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΑΙ

Στον αντίποδα αυτής της περίπτωσης, στους ίδιους αυτούς πολέμους της εισόδου στη Χαναάν, αναφέρεται μια ξεχωριστή περίπτωση που έχει πολλά να μας πει για τις υδατο-μαγγανείες, (δηλητηριασμό υδάτων) που με άνεση εξασφαλίζει την νίκη και επικράτηση των ισραηλιτών, όταν από τις ορεινές τους στρατοπεδεύσεις, έχουν υπό τον έλεγχο τους τις πηγές των υδάτων, που ανύποπτοι χρησιμοποιούν οι εκάστοτε αντίπαλοί τους. Περισσότερα Βλέπε: ΒΙΒΛΟΣ και ΔΗΛΗΤΗΡΙΑ: Πως με 300 "στάμνες"... ο Γεδεών κέρδισε έναν πόλεμο;!

Πρόκειται για μιά ασήμαντη ορεινή πόλη με το όνομα «Γαί», που καταρεζίλεψε την δόξα των αήττητων Ισραηλιτών.

Μετά από κακή εκτίμηση και άστοχες προτροπές τρίτων, ο Ιησούς του Ναυή έστειλε απερίσκεπτα 3.000 από τους άνδρες του, να λεηλατήσουν την ορεινή Γαί. «Και ανέβησαν εκεί (που σημαίνει ότι τη φορά αυτή στην κατηφόρα είναι οι Ισραηλίτες) έως τρεις χιλιάδες άνδρες και έφυγον (κατατροπώθησαν) από προσώπου των ανδρών της Γαί. Και οι άνδρες της Γαί κατεδίωξαν αυτούς (τους Ισραηλίτες) και επάταξαν (Ο΄ συνέτριψαν) αυτούς (τους Ισραηλίτες) εις το κατωφερές» Ιησ. Ναυή Ζ΄5.

Ο ηρωισμός των ορεσίβιων αυτών χωρικών τους κατάφερε ένα πλήγμα που δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Ο Ιησούς του Ναυή «διέρριξεν τα ιμάτια αυτού και έπεσε κατά πρόσωπο αυτού έμπροσθεν της κιβωτού του Κυρίου...» Ιησ. Ναυή Ζ΄4. Πανικός έπεσε στη σκέψη, ότι η ήττα τους αυτή μπορεί να μαθευτεί. Ο Ιησούς του Ναυή, στρέφει τώρα στη μικρή αυτή ορεινή πόλη, το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του, και με υπεροπλία τριάντα χιλιάδων ανδρών, στήνει ενέδρα στην μικρή ηρωική πολεμική δύναμη της Γαί! Μετά από χίλιες δύο παγίδες και τεχνάσματα, τους παρασύρει ψεφτοϋποχωρώντας, αποκόπτει την μικρή στρατιωτική τους δύναμη και τελικά σκοτώνει όλους τους κατοίκους της: «Και ετελείωσε φονεύων πάντας τους κατοίκους της Γαί εν στόματι μαχαίρας και πάντες οι πεσόντες άνδρες τε και γυναίκες (της Γαί) ήσαν δώδεκα χιλιάδες» Ιησ. Ναυή Η΄25.

Αν για την εποχή εκείνη, η πενταμελής οικογένεια θεωρηθεί ο μέσος φυσιολογικός όρος, τότε δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τους 3.000 οι μάχιμοι άνδρες της Γαί. Όταν λοιπόν την πρώτη φορά, οι 3.000 επιτιθέμενοι Ισραηλίτες υπέστησαν αγρία πανωλεθρία, ήταν ισάριθμοι με την μάχιμη δύναμη της μικρής αυτής ορεινής πόλης. Τι συνέβη λοιπόν; Γιατί τώρα που οι εχθροί είναι στα ψηλά και οι Ισραηλίτες αναγκασμένοι να ανεβαίνουν, δεν τους βοηθάει πια το μακρύ χέρι του θεού τους; Δεν λειτουργούν οι θεϊκές δυνάμεις στην ανηφόρα; Τα στοιχεία λοιπόν που έχουμε για την περίπτωση αυτή είναι απολύτως επιβεβαιωτικά των υποψιασμών μας! Η ήττα αυτή των Ισραηλιτών εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή, που η υδατο-μαγγανεία λόγω της αντίστροφής των όρων ήταν αδύνατη.

Ναι είναι φανερό, τώρα που τα τοπογραφικά δεδομένα είναι αρνητικά και δεν ευνοούν τον "αγιασμό" των υδάτων, ο Ισραήλ σε ισότιμη βάση υποχρεώνεται σε ταπεινωτική ήττα, και μόνο με την δεκαπλάσια αριθμητική υπεροπλία, καταφέρνει να νικήσει και να κατασφάξει άνανδρα τους ηρωικούς κατοίκους της Γαί..!

Καταπληκτικές πληροφορίες για τη μάχη αυτή, μας δίνει αναπάντεχα ο «Άτλας της Βίβλου» στη σελ 63. Κάτω από έναν υπέροχο τοπογραφικό χάρτη διαβάζουμε: «Τα ερείπια τη Γαί, βρίσκονται στην ορεινή χώρα 10 μίλια βόρεια της Ιερουσαλήμ. Οι ανασκαφές των ερειπίων έφεραν στο φως ενδείξεις που συγκρούονται με τη βιβλική αφήγηση. Για παράδειγμα, η πόλη πρέπει να είχε έκταση 6 εκταρίων και έτσι μπορούσε να έχει πληθυσμό το πολύ 1.000 κατοίκων. (Άρα οι μάχιμοι άνδρες της, δεν μπορεί παρά να ήταν ελάχιστες εκατοντάδες). Στο Η΄ κεφάλαιο όμως του Ιησού του Ναυή, αναφέρονται 12.000 κάτοικοι οι οποίοι νικήθηκαν (με χίλια ζόρια) από 30.000 Ισραηλίτες»!

Τα συμπεράσματα δικά σας!

Οι μοναχικές στιγμές είναι κι αυτές πολύ ιερές

Είναι υπέροχη η κοινωνικότητα, η παρέα, το γέλιο, οι κουβέντες, η εξωστρέφεια. Είναι όμως σπουδαίο να μπορείς να μένεις στο δωμάτιό σου, εσύ κι ο εαυτός σου. Μόνο. Νιώθοντας την ανάσα σου, την ησυχία και τη σιωπή του χώρου, αυτό το κενό, που οδηγεί στης καρδιάς το γέμισμα.

Είναι οι στιγμές που σου δίνεται η ευκαιρία να αγαπάς αυτό που είσαι, να τυλίγεις με στοργή την ύπαρξή σου, να νιώθεις την αξία σου, την εσωτερική ασφάλεια και δύναμή σου, την ελευθερία της ψυχής σου. Πέρα από τίτλους, ρόλους, σχήματα, αξιώματα, μορφές και χρώματα.

Είναι η ευκαιρία που έχεις να έρθεις σε επαφή με τον πυρήνα σου, να νιώσεις μια έμπνευση, μια δημιουργική διάθεση, να κάνεις ωραία σχέδια για σένα και για άλλους. Να πάρεις βαθιές ανάσες χαλάρωσης, να νιώσεις το σώμα σου, να γεμίσεις φως, αγάπη, ειρήνη και ταπείνωση. Να νιώσεις την ενότητα με όλους και όλα.

Αν δεν μπορείς τη σιωπή και μοναξιά, και θες συνέχεια θόρυβο, σημαίνει ότι δεν συντονίστηκες ακόμα με τον κόσμο της γαλήνης, με την ησυχία του δάσους, με το μυστήριο του βυθού των ωκεανών, με την ομιλία των αγγέλων. Οι μόνιμοι θόρυβοι του κόσμου, ταράζουν.

Μη φοβάσαι την ησυχία της μοναξιάς. Οι πιο γόνιμες στιγμές της ζωής μου είναι οι άπειρες ώρες της σιωπής μου. Εκεί συναντώ την αλήθεια μου, το είναι μου. Αγγίζω τη λέξη αυτογνωσία, ανθρωπογνωσία, θεογνωσία, εμπειρία. Μη φοβάσαι τη σιωπή.

Μη φοβάσαι επίσης να κάνεις μια επιλογή: σε μια σχέση, μια αγορά, μια κίνηση στη ζωή σου. Κι αν βγει λάθος; Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς πάλι να χαρείς! Τίποτε δεν μπορεί να σε εμποδίσει από την ευτυχία, ακόμα κι αν δεν βρήκες την πιο μεγάλη ευκαιρία. Ίσως δεν βρεις την τέλεια γυναίκα, τον τέλειο άντρα. Δεν είναι τραγικό. Πάλι μπορείτε να περάσετε όμορφα! Πάντα θα υπάρχει κάτι πιο συναρπαστικό στη ζωή! Το μυαλό συγκρίνει και φέρνει απελπισία. Μα εσύ θα κάνεις τις επιλογές σου και θα λες: όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, πάλι μπορώ να νιώσω ευτυχία! Και θα προχωράς! Και θα χαίρεσαι, και θα έχεις γαλήνη.

Το σύμπαν δεν είναι τοπικά πραγματικό

Μία από τις πιο ανησυχητικές ανακαλύψεις τον τελευταίο μισό αιώνα είναι ότι το σύμπαν δεν είναι “τοπικά πραγματικό”. «Πραγματικό», που σημαίνει ότι τα αντικείμενα έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες ανεξάρτητες από τις παρατηρήσεις τους – ένα μήλο μπορεί να είναι κόκκινο ακόμα και όταν κανείς δεν το κοιτάζει. “Τοπικό” σημαίνει ότι τα αντικείμενα μπορούν να επηρεαστούν μόνο από το περιβάλλον τους και ότι οποιαδήποτε επίδραση δεν μπορεί να ταξιδέψει γρηγορότερα από το φως.

Έρευνες όμως στα σύνορα της κβαντικής φυσικής διαπίστωσαν ότι αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να είναι αληθινά. Αντίθετα, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα αντικείμενα δεν επηρεάζονται αποκλειστικά από το περιβάλλον τους και μπορεί επίσης να στερούνται συγκεκριμένων ιδιοτήτων πριν από τη μέτρηση τους. Όπως είπε περίφημα ο Άλμπερτ Αϊνστάιν σε έναν φίλο του Abraham Pais, «Πιστεύεις πραγματικά ότι το φεγγάρι δεν υπάρχει όταν δεν το κοιτάς;»

Αυτό είναι, φυσικά, βαθιά αντίθετο με τις καθημερινές μας εμπειρίες. Για να παραφράσουμε τον συγγραφέα Douglas Adams (1952-2001), η κατάρρευση του τοπικού ρεαλισμού έχει θυμώσει πολλούς ανθρώπους και θεωρείται από πολλούς ως κακή κίνηση.

Η ευθύνη για αυτό το επίτευγμα έχει πλέον αποδοθεί ξεκάθαρα στους ώμους τριών φυσικών: του John Clauser, του Alain Aspect και του Anton Zeilinger, που μοιράστηκαν εξίσου το Νόμπελ Φυσικής 2022 «για πειράματα με πεπλεγμένα ή εναγκαλισμένα φωτόνια, που αποδεικνύουν την παραβίαση των ανισοτήτων Bell και την πρωτοποριακή κβαντική επιστήμη της πληροφορίας». (Οι “ανισότητες Bell” αναφέρονται στο πρωτοποριακό έργο του Βορειοϊρλανδού φυσικού John Stewart Bell, ο οποίος έθεσε τα θεμέλια για το φετινό Νόμπελ Φυσικής στις αρχές της δεκαετίας του 1960.) Οι φυσικοί συμφώνησαν ότι η πιο πάνω τριάδα που είχε επεξεργαστεί αυτή τη θεωρία του, άξιζε αυτή την εκτίμηση για την ανατροπή της πραγματικότητας όπως την γνωρίζουμε. «Είναι φανταστικά νέα. Είχε καθυστερήσει πολύ η βράβευση τους», λέει ο Sandu Popescu, κβαντικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. «Χωρίς καμία αμφιβολία, το βραβείο το αξίζουν».

«Τα πειράματα που ξεκινούν πρώτα με τον John Clauser και συνεχίστηκαν, δείχνουν ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι μόνο φιλοσοφικά, είναι πραγματικά – και όπως και άλλα πραγματικά πράγματα, δυνητικά χρήσιμα», λέει ο Charles Bennett, διαπρεπής κβαντικός ερευνητής στην IBM.

«Κάθε χρόνο σκεφτόμουν, “Ω! ίσως αυτή είναι η χρονιά τους”», λέει ο David Kaiser, φυσικός και ιστορικός στο MIT. «Φέτος, ήταν πραγματικά η χρονιά . Ήταν πολύ συγκινητικό και πολύ συναρπαστικό».

Το ταξίδι των Κβαντικών Θεμελίων (ο κλάδος της επιστήμης που επιδιώκει να κατανοήσει τις πιο αντιδιαισθητικές πτυχές της κβαντικής θεωρίας, να την επαναδιατυπώσει και ακόμη και να προτείνει νέες γενικεύσεις της. Σε αντίθεση με άλλες φυσικές θεωρίες, όπως η γενική σχετικότητα, τα καθοριστικά αξιώματα της κβαντικής θεωρίας είναι αρκετά ad hoc, χωρίς προφανή φυσική διαίσθηση. Ενώ οδηγούν στις σωστές πειραματικές προβλέψεις, δεν έρχονται με μια νοητική εικόνα του κόσμου όπου ταιριάζουν), που ξέφυγαν από το περιθώριο μέχρι την αποδοχή τους ήταν μακρύ. Από το 1940 περίπου μέχρι το 1990, το θέμα συχνά αντιμετωπιζόταν ως φιλοσοφία στην καλύτερη περίπτωση και ως παλαβομάρα στη χειρότερη. Πολλά επιστημονικά περιοδικά αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν εργασίες στα Κβαντικά Θεμέλια και δεν βρίσκονταν καθηγητές που να επιδίδονταν σε τέτοιες έρευνες. Το 1985, ο chief του Ποπέσκου τον προειδοποίησε πάνω στο διδακτορικό στο θέμα. “Κοίτα, αν το κάνεις αυτό, θα διασκεδάσεις για πέντε χρόνια και μετά θα μείνεις άνεργος'”, λέει ο Ποπέσκου.

Σήμερα, η κβαντική επιστήμη της πληροφορίας είναι από τα πιο ζωντανά και επιδραστικά υποπεδία σε όλη τη φυσική. Συνδέει τη γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν με την κβαντική μηχανική μέσω της ακόμα μυστηριώδους συμπεριφοράς των μαύρων οπών. Υπαγορεύει το σχεδιασμό και τη λειτουργία των κβαντικών αισθητήρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για τη μελέτη των πάντων, από τους σεισμούς έως τη σκοτεινή ύλη. Και αποσαφηνίζει τη συχνά συγκεχυμένη φύση της κβαντικής διεμπλοκής, ένα φαινόμενο που είναι ζωτικής σημασίας για τη σύγχρονη επιστήμη των υλικών και που βρίσκεται στην καρδιά της κβαντικής υπολογιστικής.

Τι είναι αυτό που καθιστά έναν κβαντικό υπολογιστή “κβαντικό”;» αναρωτιέται ρητορικά η Nicole Yunger Halpern, φυσικός του National Institute of Standards and Technology. «Μια από τις πιο δημοφιλείς απαντήσεις είναι η διεμπλοκή, και ο κύριος λόγος για τον οποίο κατανοούμε τη διεμπλοκή είναι το μεγαλειώδες έργο του Bell και και των τριών επιστημόνων που βραβεύθηκαν με το Νόμπελ. Χωρίς αυτή την κατανόηση της διεμπλοκής, πιθανότατα δεν θα μπορούσαμε να φτάσουμε στους κβαντικούς υπολογιστές.»

Για ποιον χτυπά η (Bell) καμπάνα

Το πρόβλημα με την κβαντική μηχανική ποτέ δεν ήταν ότι αυτή έκανε λάθος προβλέψεις – στην πραγματικότητα, η θεωρία περιέγραψε τον μικρόκοσμο εξαιρετικά καλά από την αρχή, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα που οι φυσικοί την επινόησαν.

Η διαφωνία του Einstein, του Boris Podolsky και του Nathan Rosen -στην εμβληματική τους δημοσίευση του 1935- αφορούσε τις άβολες για την πραγματικότητα συνέπειες της θεωρίας. Η ανάλυσή τους, γνωστή ως EPR από τα αρχικά τους, επικεντρώθηκε σε ένα νοητικό πείραμα που είχε σκοπό να απεικονίσει τον παραλογισμό της κβαντικής μηχανικής· να δείξει ότι η θεωρία μπορεί να καταρρεύσει κάτω από ορισμένες συνθήκες – ή τουλάχιστον να δώσει παράλογα αποτελέσματα που έρχονται σε αντίθεση με οτιδήποτε άλλο γνωρίζουμε για την πραγματικότητα.

Μια απλοποιημένη και εκσυγχρονισμένη έκδοση του EPR πηγαίνει κάπως έτσι: Μία πηγή εκπέμπει ζεύγη σωματιδίων προς διαφορετικές κατευθύνσεις, με στόχο δύο παρατηρητές που βρίσκονται στα αντίθετα άκρα του ηλιακού συστήματος, την Alice και τον Bob. Η κβαντομηχανική υπαγορεύει πως είναι αδύνατο να γνωρίζουμε το σπιν (ιδιοστροφορμή), μια κβαντική ιδιότητα των σωματιδίων, πριν από τη μέτρηση. Όταν η Alice μετράει ένα από τα σωματίδια της, βρίσκει το σπιν του να είναι είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Τα αποτελέσματά της είναι τυχαία, και όμως, όταν αυτή μετράει ένα σπιν προς τα πάνω, γνωρίζει αμέσως ότι το σπιν του αντίστοιχου σωματιδίου του Bob πρέπει να είναι προς τα κάτω. Με μια πρώτη ματιά, αυτό δεν φαίνεται και τόσο περίεργο. ίσως το ζευγάρι των σωματιδίων να μοιάζει με ένα ζευγάρι κάλτσες – αν στην Alice τύχει η δεξιά κάλτσα, τότε ο Bob πρέπει να έχει την αριστερή.

Στην κβαντομηχανική, όμως, τα σωματίδια δεν συμπεριφέρονται όπως οι κάλτσες, καθώς το σπιν τους παίρνει την τιμή πάνω ή κάτω μόνο αφού αυτά μετρηθούν, και όχι προηγουμένως. Αυτό αποτελεί και τον βασικό γρίφο του EPR: Εάν τα σωματίδια της Alice δεν έχουν συγκεκριμένο σπιν μέχρι τη μέτρηση, πώς τότε όταν περνούν δίπλα από τον Ποσειδώνα ξέρουν τι θα κάνουν τα σωματίδια του Bob καθώς πετούν προς την άλλη κατεύθυνση του ηλιακού συστήματος; Κάθε φορά που κάνει μία μέτρηση η Alice, ρωτά το σωματίδιο της για το τι θα δει ο Bob αν ρίξει ένα νόμισμα: πάνω ή κάτω; Η πιθανότητα να κάνουμε σωστή πρόβλεψη, για 200 ​​μόνο φορές στη σειρά, είναι 1 στις 1060 – αριθμός μεγαλύτερος από όλα τα άτομα του ηλιακού συστήματος. Ωστόσο, παρά τα δισεκατομμύρια χιλιόμετρα που χωρίζουν τα ζεύγη σωματιδίων, η κβαντομηχανική λέει ότι τα σωματίδια της Alice μπορούν να συνεχίσουν να προβλέπουν σωστά, σαν να ήταν τηλεπαθητικά συνδεδεμένα με τα σωματίδια του Bob.

Παρά το ότι προορίζετο να αποκαλύψει τις ατέλειες της κβαντικής μηχανικής, τα αποτελέσματα των διεξαγωγών του πειράματος σκέψης EPR στον πραγματικό κόσμο ενισχύουν τις πιο συγκλονιστικές αρχές της θεωρίας. Στην κβαντομηχανική, η φύση δεν είναι τοπικά πραγματική – τα σωματίδια στερούνται ιδιοτήτων, όπως σπιν προς τα πάνω ή προς τα κάτω πριν από τη μέτρηση και, φαινομενικά, μιλάνε μεταξύ τους ανεξαρτήτως αποστάσεως.

Οι φυσικοί που έβλεπαν με σκεπτικισμό την κβαντική μηχανική πρότειναν πως υπάρχουν “κρυμμένες μεταβλητές”, παράγοντες που βρίσκονται σε κάποιο αδιόρατο επίπεδο πραγματικότητας, κάτω από το υποατομικό βασίλειο, οι οποίοι περιλαμβάνουν πληροφορίες για τη μελλοντική κατάσταση ενός σωματιδίου. Ήλπιζαν πως με τις θεωρίες κρυφών μεταβλητών, η φύση θα μπορούσε να ανακτήσει τον τοπικό ρεαλισμό που της αρνήθηκε η κβαντική μηχανική.

«Θα περίμενε κανείς, τα επιχειρήματα των Einstein, Podolsky και Rosen να προκαλέσουν επανάσταση εκείνη τη στιγμή, και να αρχίσουν όλοι να εργάζονται επάνω στις κρυφές μεταβλητές», λέει ο Popescu.

Ωστόσο, η “επίθεση” του Einstein στην κβαντική μηχανική, δεν τράβηξε την προσοχή των φυσικών, οι οποίοι σε γενικές γραμμές αποδέχθηκαν την κβαντική μηχανική ως έχει. Αυτό συχνά αφορούσε λιγότερο μία τεκμηριωμένη αποδοχή της μη τοπικής πραγματικότητας και περισσότερο την επιθυμία να μην σκεφτόμαστε πάρα πολύ όταν κάνουμε φυσική – έναν στρουθοκαμηλισμό, ο οποίος συνοψίστηκε αργότερα από τον φυσικό David Mermin ως απαίτηση για «σκάσε και κάνε υπολογισμούς.»

Η έλλειψη ενδιαφέροντος οφείλεται εν μέρει στο ότι ο John von Neumann, ένας ιδιαίτερα αναγνωρισμένος επιστήμονας, είχε δημοσιεύσει το 1932 μια μαθηματική απόδειξη που απέκλειε τις θεωρίες κρυφών μεταβλητών. (Η απόδειξη του von Neumann διαψεύστηκε τρία μόλις χρόνια αργότερα από μια νεαρή μαθηματικό, την Grete Hermann, αλλά δεν φάνηκε να το προσέχει κανείς εκείνη την εποχή.)

Το πρόβλημα της κβαντικής μηχανικής για τον μη τοπικό ρεαλισμό θα παρέμενε σε εφησυχαστικό λήθαργο για άλλες τρεις δεκαετίες έως ότου να τον διαλύσει αποφασιστικά ο Bell. Από την αρχή της καριέρας του, ο Bell ένιωθε ενοχλημένος από την κβαντική ορθοδοξία και συμπαθούσε τις θεωρίες των κρυφών μεταβλητών. Η έμπνευση του ήρθε το 1952, όταν έμαθε για μια βιώσιμη μη τοπική ερμηνεία κρυφών μεταβλητών της κβαντικής μηχανικής, που επινόησε ο συνάδελφός του φυσικός David Bohm – κάτι που ο von Neumann είχε ισχυριστεί πως ήταν αδύνατο. Ο Bell συνέχισε να ασχολείται με αυτές τις ιδέες για χρόνια, παράλληλα με την κύρια εργασία του ως σωματιδιακός φυσικός στο CERN.

Το 1964, ο Bell ανακάλυψε εκ νέου τα ελαττώματα της απόδειξης του von Neumann που είχε εντοπίσει η Hermann. Και ύστερα, σε έναν θρίαμβο σχολαστικής σκέψης, ο Μπελ επινόησε ένα θεώρημα το οποίο τράβηξε το ερώτημα των κρυφών μεταβλητών, από το μεταφυσικό του τέλμα, στο στέρεο έδαφος του πειράματος.

Κανονικά, οι θεωρίες κρυφών μεταβλητών και η κβαντομηχανική προβλέπουν πειραματικά αποτελέσματα τα οποία δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους. Αυτό που συνειδητοποίησε ο Bell είναι ότι κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να προκύψει μια εμπειρική ασυμφωνία μεταξύ των δύο. Στην ομώνυμη δοκιμή Bell (μία εξέλιξη του πειράματος σκέψης EPR), η Alice και ο Bob λαμβάνουν τα ίδια σωματίδια, όμως τώρα ο καθένας διαθέτει δύο διαφορετικές ρυθμίσεις ανιχνευτή (A και a, B και b). Αυτές οι ρυθμίσεις ανιχνευτή επιτρέπουν στην Alice και τον Bob να κάνουν διαφορετικές ερωτήσεις στα σωματίδια· ένα επιπλέον κόλπο για να ξεφορτωθούν τη φαινομενική τηλεπάθειά τους. Στις τοπικές θεωρίες κρυφών μεταβλητών, όπου η κατάστασή τους είναι προκαθορισμένη και τίποτα δεν τα συνδέει, τα σωματίδια δεν μπορούν να ξεγελάσουν αυτό το επιπλέον βήμα και δεν μπορούν να πετυχαίνουν πάντα την τέλεια συσχέτιση, στην οποία η Alice βρίσκει ότι το σπιν είναι προς τα κάτω όταν το σπιν του Bob είναι προς τα πάνω (και το αντίστροφο). Στην κβαντική μηχανική, όμως, τα σωματίδια παραμένουν συνδεδεμένα· πολύ πιο συσχετισμένα από ό,τι θα μπορούσαν να είναι ποτέ στις τοπικές θεωρίες κρυφών μεταβλητών. Είναι, με μια λέξη, εναγκαλισμένα ή πεπλεγμένα.

Επομένως, οι πολλαπλές μετρήσεις της συσχέτισης για πολλά ζεύγη σωματιδίων θα μπορούσαν να αποδείξουν ποια θεωρία είναι η σωστή. Εάν η συσχέτιση παρέμενε κάτω από ένα όριο, το οποίο προέρχεται από το θεώρημα του Bell, αυτό θα υποδήλωνε ότι οι κρυφές μεταβλητές είναι πραγματικές· αν ξεπερνούσε το όριο του Bell, θα σήμαινε πως οι συγκλονιστικές αρχές της κβαντικής μηχανικής κυριαρχούν. Και όμως, παρά τις δυνατότητές του να βοηθήσει στον προσδιορισμό της ίδιας της φύσης της πραγματικότητας, το θεώρημα του Bell αφού δημοσιεύτηκε σε ένα σχετικά άγνωστο περιοδικό, παρέμεινε για χρόνια απαρατήρητο.

Η (Bell) καμπάνα χτυπά για σένα

Το 1967, ο John Clauser, μεταπτυχιακός φοιτητής τότε στο Columbia University, έπεσε τυχαία πάνω σε ένα αντίγραφο της δημοσίευσης του Bell και ενθουσιάστηκε από το ενδεχόμενο να μπορέσει αποδείξει ότι οι θεωρίες κρυφών μεταβλητών είναι σωστές. Ο Clauser έγραψε στον Bell δύο χρόνια αργότερα, ρωτώντας τον εάν υπήρχε κάποιος που να είχε πραγματοποιήσει, όντως, το τεστ. Η επιστολή του Clauser αποτέλεσε ένα από τα πρώτα σχόλια που έλαβε ο Bell.

Με την ενθάρρυνση του Bell, πέντε χρόνια αργότερα ο Clauser και ο μεταπτυχιακός του φοιτητής Stuart Freedman πραγματοποίησαν το πρώτο τεστ Bell. Ο Clauser είχε εξασφαλίσει άδεια από τους επιβλέποντές του, αλλά δεν είχε καταφέρει πολλά όσον αφορά το κεφάλαιο, οπότε έγινε -όπως είπε σε μια μεταγενέστερη συνέντευξή του- έμπειρος στις “καταδύσεις σκουπιδιών” ώστε να εξασφαλίσει εξοπλισμό – τμήματα του οποίου, στην συνέχεια, ο ίδιος και ο Freedman χρειάστηκε να ενώσουν με κολλητική ταινία. Στη διάταξη του Clauser -μια συσκευή σε μέγεθος καγιάκ που απαιτούσε προσεκτικό χειροκίνητο συντονισμό- ζεύγη φωτονίων στάλθηκαν σε αντίθετες κατευθύνσεις, προς ανιχνευτές που μπορούσαν να μετρήσουν την κατάστασή ή την πόλωση τους.

Δυστυχώς για τον Clauser και τον ενθουσιασμό του για τις κρυφές μεταβλητές, όταν ο ίδιος και ο Freedman ολοκλήρωσαν την ανάλυσή τους, δεν μπορούσαν παρά να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι είχαν βρει ισχυρά στοιχεία εναντίον τους. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν ελάχιστα οριστικό, λόγω των διάφορων «παραθύρων» που υπήρχαν στο πείραμα, τα οποία θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην επιρροή των κρυφών μεταβλητών να ξεγλιστρήσει απαρατήρητη. Το πιο ανησυχητικό από τα παραθυράκια, ήταν αυτό της θέσης: εάν η πηγή φωτονίων ή οι ανιχνευτές μπορούσαν να μοιραστούν με κάποιο τρόπο πληροφορίες (κάτι που δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, ιδίως εντός μίας διάταξης σε μέγεθος καγιάκ), τότε τα αποτελέσματα για τις συσχετίσεις που μετρήθηκαν θα εξακολουθούσαν να μπορούν να προκύψουν από κρυφές μεταβλητές. Όπως το θέτει εύστοχα ο Kaiser, αν η Alice ενημερώσει με tweet τον Bob σε ποια ρύθμιση ανιχνευτή βρίσκεται, τότε αυτή η παρέμβαση καθιστά αδύνατο τον αποκλεισμό των κρυφών μεταβλητών.

Το κλείσιμο του “παραθύρου” της θέσης, πιο εύκολα λέγεται παρά γίνεται. Η ρύθμιση του ανιχνευτή πρέπει να αλλάξει γρήγορα, όσο τα φωτόνια βρίσκονται σε κίνηση – εν προκειμένω το “γρήγορα” σημαίνει ελάχιστα νανοδευτερόλεπτα. Το 1976 ο Alain Aspect ένας νεαρός Γάλλος ειδικός στην οπτική, πρότεινε έναν τρόπο για την επίτευξη αυτής της εξαιρετικά γρήγορης αλλαγής. Τα πειραματικά αποτελέσματα της ομάδας του, που δημοσιεύθηκαν το 1982 , δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να ενισχύσουν τα αποτελέσματα του Clauser: οι τοπικές κρυφές μεταβλητές έμοιαζαν εξαιρετικά απίθανες. «Ίσως η Φύση να μην είναι τόσο περίεργη όσο η κβαντομηχανική», έγραψε ο Bell ως απάντηση στα αρχικά αποτελέσματα του Aspect. «Αλλά η κατάσταση, όσον αφορά στα πειράματα, δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική από αυτή την άποψη».

Παρέμεναν ωστόσο και άλλα παραθυράκια – δυστυχώς ο Bell πέθανε το 1990 χωρίς να δει το κλείσιμό τους. Ακόμα, όμως, και το πείραμα του Aspect δεν είχε αποκλείσει πλήρως τις τοπικές επιδράσεις, καθώς έλαβε χώρα μέσα σε μία πολύ μικρή απόσταση. Όμοια με πριν -όπως είχε συνειδητοποιήσει ο Clauser, αλλά και άλλοι- εάν η Alice και ο Bob δεν έχουν εξασφαλίσει πως αυτά που ανιχνεύουν αποτελούν ένα αμερόληπτο αντιπροσωπευτικό δείγμα σωματιδίων, θα μπορούσαν να καταλήξουν σε λάθος συμπεράσματα.

Κανείς δεν έσπευσε να κλείσει αυτά τα κενά με περισσότερη όρεξη από τον Anton Zeilinger, έναν φιλόδοξο Αυστριακό φυσικό. Το 1998, αυτός και η ομάδα του βελτίωσαν την προηγούμενη δουλειά του Aspect πραγματοποιώντας μια δοκιμή Bell σε μια άνευ προηγουμένου -για την εποχή- απόσταση, σχεδόν μισού χιλιομέτρου. Η εποχή των προφητειών για την μη τοπικότητα της πραγματικότητας, από πειράματα μεγέθους καγιάκ, είχε φτάσει στο τέλος της. Τελικά, το 2013, η ομάδα του Zeilinger έκανε το επόμενο λογικό βήμα, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα πολλαπλά “παραθυράκια”.

«Στην πραγματικότητα, πριν από την κβαντομηχανική, με ενδιέφερε η μηχανική. Μου αρέσει να χτίζω πράγματα με τα χέρια μου», λέει η Marissa Giustina, κβαντική ερευνήτρια στη Google που συνεργάστηκε με τον Zeilinger. «Εκ των υστέρων, ένα πείραμα Bell χωρίς “παραθυράκια” αποτελεί ένα τεράστιο εγχείρημα μηχανικής συστημάτων». Μια από τις απαιτήσεις για τη δημιουργία ενός πειράματος που κλείνει πολλαπλά “παραθυράκια” ήταν η εύρεση μιας απόλυτα ευθείας, μη κατειλημμένης/χρησιμοποιούμενης σήραγγας μήκους 60 μέτρων, με πρόσβαση σε καλώδια οπτικών ινών. Όπως αποδείχτηκε, το μπουντρούμι του Hofburg palace της Βιέννης ήταν ιδανικό – αν εξαιρέσουμε το ότι ήταν γεμάτο από την σκόνη ενός αιώνα. Τα αποτελέσματά τους, που δημοσιεύθηκαν το 2015, συνέπεσαν με αυτά παρόμοιων δοκιμών, από δύο άλλες ομάδες, που επίσης επιβεβαίωσαν την ισχύ της κβαντικής μηχανικής.

Το τεστ του Bell φτάνει στα άστρα

Είχε μείνει ένα τελευταίο μεγάλο “παραθυράκι” που έπρεπε να κλείσει, ή τουλάχιστον να περιοριστεί. Οποιαδήποτε προηγούμενη φυσική σύνδεση μεταξύ των στοιχείων του πειράματος, ανεξάρτητα από το πόσο μακρινή στο παρελθόν, είναι σε θέση να επηρεάσει την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων ενός τεστ Bell. Αν η Alice, πριν αναχωρήσει με ένα διαστημόπλοιο, σφίξει το χέρι του Bob, τότε αυτοί οι δύο μοιράζονται ένα παρελθόν. Είναι φαινομενικά απίθανο μια τοπική θεωρία κρυφών μεταβλητών να αξιοποιεί αυτά τα κενά, εξακολουθεί όμως να είναι δυνατό.

Το 2017, μια ομάδα που περιελάμβανε τους Kaiser και Zeilinger, πραγματοποίησε ένα κοσμικό τεστ Bell. Χρησιμοποιώντας τηλεσκόπια από τις Κανάριες Νήσους, η ομάδα έλαβε τις τυχαίες αποφάσεις της, για τις ρυθμίσεις των ανιχνευτών, από αστέρια που βρίσκονται αρκετά μακριά μεταξύ τους, τόσο ώστε το φως από το ένα να μην φτάνει στο άλλο για εκατοντάδες χρόνια, διασφαλίζοντας έτσι ένα κενό αιώνων στο κοινό κοσμικό παρελθόν τους. Η κβαντική μηχανική θριάμβευσε ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση.

Μία από τις κύριες δυσκολίες σχετικά με την εξήγηση της σπουδαιότητας των τεστ Bell στο κοινό -καθώς και στους σκεπτικιστές φυσικούς- αποτελεί η αντίληψη ότι η ακρίβεια της κβαντικής μηχανικής θα ήταν δεδομένη εξαρχής. Στο κάτω-κάτω, οι ερευνητές έχουν μετρήσει πολλές βασικές πτυχές της κβαντικής μηχανικής με ακρίβεια μεγαλύτερη από 10 μέρη στο δισεκατομμύριο. «Δεν ήθελα να εργαστώ επάνω σε αυτό. Σκεφτόμουν: “Έλα τώρα, αυτό είναι παλιά φυσική. Όλοι γνωρίζουμε τι πρόκειται να συμβεί», λέει η Giustina. Όμως, η ακρίβεια της κβαντικής μηχανικής δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει την πιθανότητα τοπικών κρυφών μεταβλητών· μόνο τα τεστ Bell μπορούσαν να το κάνουν αυτό.

«Αυτό που τράβηξε κάθε έναν από τους παραλήπτες του Νόμπελ στο θέμα, όπως τράβηξε και τον ίδιο τον Τζον Μπελ στο θέμα, ήταν [η ερώτηση], “Μπορεί ο κόσμος να λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο;”» λέει ο Κάιζερ. «Και πώς μπορούμε να το γνωρίζουμε με σιγουριά;» Τα τεστ Bell επιτρέπουν στους φυσικούς να αφαιρέσουν την προκατάληψη των ανθρωποκεντρικών κρίσεων από την εξίσωση· απαλείφοντας από το έργο τους τα μέρη της ανθρώπινης γνώσης που αποστρέφονται την πιθανότητα για μία παράξενη και ανεξήγητη διεμπλοκή ή που χλευάζουν τις θεωρίες των κρυφών μεταβλητών ως άνευ νοήματος συζητήσεις. Το βραβείο μπορεί -δικαίως- να τιμά τους Clauser, Aspect και Zeilinger, όμως αποτελεί επίσης δικαίωση για όλους τους ερευνητές που δεν ήταν ικανοποιημένοι με τις επιφανειακές εξηγήσεις σχετικά με την κβαντική μηχανική, και συνέχισαν να θέτουν τις ερωτήσεις τους ακόμη και όταν δεν ήταν δημοφιλές να κάνεις κάτι τέτοιο.

«Τα τεστ Bell», καταλήγει η Giustina, «αποτελούν έναν πολύ χρήσιμο τρόπο να δεις την πραγματικότητα.»

Τι σημαίνει ότι το σύμπαν δεν είναι τοπικά πραγματικό

Το Νόμπελ Φυσικής 2022 δόθηκε για τις πειραματικές αποδείξεις ότι η πραγματικότητα δεν ισχύει σε τοπικό επίπεδο. «Πραγματικό», που σημαίνει ότι τα αντικείμενα έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες ανεξάρτητες από τις παρατηρήσεις τους – ένα μήλο μπορεί να είναι κόκκινο ακόμα και όταν κανείς δεν το κοιτάζει. “Τοπικό” σημαίνει ότι τα αντικείμενα μπορούν να επηρεαστούν μόνο από το περιβάλλον τους και ότι οποιαδήποτε επίδραση δεν μπορεί να ταξιδέψει γρηγορότερα από το φως.

Σημαίνει ότι είναι αδύνατο για το σύμπαν μας να είναι και τοπικό και πραγματικό, μία ή και οι δύο από αυτές τις ιδιότητες πρέπει να είναι ψευδείς (False). Σημαίνει ότι είτε υπάρχουν αλληλεπιδράσεις σε απόσταση στο σύμπαν μας, είτε ότι τα υποκείμενα θεμέλια του σύμπαντός μας συμπεριφέρονται με έναν πολύ εξωτικό και παράξενο τρόπο, παίρνοντας πραγματική μορφή μόνο όταν όντως αλληλεπιδρούν με οτιδήποτε.

Τοπικό (Local) σημαίνει εδώ ότι όλες οι αλληλεπιδράσεις λαμβάνουν χώρα στις άμεσες χωρικές και χρονικές γειτονιές. Ενώ το χρονικό μέρος είναι διαισθητικό για εμάς, το χωρικό δεν είναι – έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε, ακόμη και να χειριζόμαστε τα πράγματα από απόσταση. Αλλά όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση (βλέπουμε μόνο φωτόνια που φτάνουν στα μάτια μας και χρησιμοποιούμε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία για να μεταφέρουμε τον ήχο στα ασύρματα ακουστικά μας) και από ό,τι γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, το σύμπαν μας είναι εντελώς τοπικό καθώς δεν γνωρίζουμε ούτε μια απλή ενέργεια σε απόσταση. Ακόμη και η περίφημη κβαντική διεμπλοκή είναι ένα εγγενώς τοπικό φαινόμενο γιατί για να συμβεί η ίδια η διεμπλοκή, και τα δύο σωματίδια πρέπει να βρίσκονται σε μια άμεση γειτονιά.

Πραγματικό (Real) σημαίνει εδώ ότι όλα τα κβαντικά αντικείμενα έχουν πράγματι συγκεκριμένες ιδιότητες από τη στιγμή της δημιουργίας τους, όπως ακριβώς έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Για να το απλοποιήσουμε, το αν είναι σκληρά ή μαλακά στην αφή τα αντικείμενα ορίζεται τη στιγμή που δημιουργήθηκαν. Αν δεν ήταν πραγματικά, το αν είναι σκληρά ή μαλακά θα προσδιοριζόταν μόνο όταν τα αγγίζαμε πραγματικά, πολύ μετά τη δημιουργία τους. Με άλλα λόγια, το να απαντήσουμε αν το σύμπαν μας είναι πραγματικό σημαίνει να απαντήσουμε αν αντιλαμβανόμαστε τη συμπεριφορά του κβαντικού κόσμου με πιθανολογικό τρόπο επειδή είναι εγγενώς πιθανολογικό (μη πραγματικό σύμπαν) ή επειδή δεν έχουμε κάποιο είδος γνώσης για το μετρούμενο αντικείμενο (πραγματικό σύμπαν ).

Είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι δεν υπάρχει “παθητική παρατήρηση/μέτρηση” στον κβαντικό κόσμο. Δεν μπορείς απλά να κάθεσαι με σταυρωμένα τα χέρια και να παρακολουθείς τη συμπεριφορά των κβαντικών αντικειμένων. Πρέπει πραγματικά να τα «αγγίξεις», να αλληλεπιδράσεις ουσιαστικά μαζί τους, αλλάζοντας την κατάστασή τους.

Τούτου λεχθέντος, είναι επίσης σημαντικό να δηλώσουμε ότι δεν γνωρίζουμε ποιές από αυτές τις ιδιότητες (τοπικό/πραγματικό) είναι πραγματικά ψευδείς ή ακόμα και αν και οι δύο είναι ψευδείς. Ξέρουμε μόνο ότι δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές.

Εδώ είναι μία ανάλυση για τα τέσσερα γεγονότα-ιδιότητες:

Local=True Real=False: Οι αλληλεπιδράσεις πρέπει να συμβαίνουν μέσα σε χωρικές/χρονικές γειτονιές. Τα κβαντικά αντικείμενα πιθανώς να καταρρέουν ή να κάνουν κάτι άλλο, σύμφωνα με τις επικρατούσες θεωρίες μόνο όταν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, και τέτοιες ιδιότητες δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα πριν το κάνουν.

Local=False Real=True: Οι αλληλεπιδράσεις μπορούν να προκύψουν εκτός άμεσων χωρικών ή ακόμα και χρονικών γειτονιών. Τα κβαντικά αντικείμενα έχουν μια κρυφή μεταβλητή που καθορίζει τις ιδιότητές τους πριν αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους.

Local=False Real=False: Οι αλληλεπιδράσεις μπορούν να προκύψουν εκτός άμεσων χωρικών ή ακόμα και χρονικών γειτονιών. Τα κβαντικά αντικείμενα πιθανώς να καταρρέουν ή να κάνουν κάτι άλλο, σύμφωνα με τις επικρατούσες θεωρίες μόνο όταν αλληλεπιδρούν με αυτά, και τέτοιες ιδιότητες δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα πριν το κάνουν.

Local=True Real=True: Αποδείχθηκε ότι είναι αδύνατο από τους νικητές του βραβείου Νόμπελ. Δεν μπορεί να ισχύει ότι οι αλληλεπιδράσεις είναι τοπικές και τα κβαντικά αντικείμενα έχουν μια κρυφή μεταβλητή που καθορίζει τις ιδιότητές τους πριν από τη μέτρηση.

Το Νόμπελ Φυσικής 2022 δόθηκε για τις πειραματικές αποδείξεις ότι η πραγματικότητα δεν ισχύει σε τοπικό επίπεδο. «Πραγματικό», που σημαίνει ότι τα αντικείμενα έχουν συγκεκριμένες ιδιότητες ανεξάρτητες από τις παρατηρήσεις τους – ένα μήλο μπορεί να είναι κόκκινο ακόμα και όταν κανείς δεν το κοιτάζει. “Τοπικό” σημαίνει ότι τα αντικείμενα μπορούν να επηρεαστούν μόνο από το περιβάλλον τους και ότι οποιαδήποτε επίδραση δεν μπορεί να ταξιδέψει γρηγορότερα από το φως.

Η κβαντική διεμπλοκή είναι ένα φαινόμενο κατά το οποίο συσχετίζονται τα αποτελέσματα μέτρησης δύο πεπλεγμένων ή εμπλεκόμενων σωματιδίων. Δηλαδή, αν μετρήσω το σπιν 100 ζευγών σωματιδίων κατά μήκος του ίδιου άξονα, τα spin των πεπλεγμένων ζευγών θα συσχετίζονται πάντα. Με άλλα λόγια, όταν η μέτρηση του ενός δείχνει πάνω spin, η μέτρηση του άλλου θα δίνει πάντα spin προς τα κάτω. Αυτό ισχύει, ανεξάρτητα από το πόσο μακριά είναι τα δύο σωματίδια ή πόσο μικρός είναι ο χρόνος μεταξύ των δύο μετρήσεων.

Μια πιθανή εξήγηση αυτού του φαινομένου έχει ως εξής: Τα αποτελέσματα της μέτρησης ακολουθούν ένα μυστικό σχέδιο που δημιουργείται μαζί με το μπλεγμένο ζεύγος. Δηλαδή, τα αποτελέσματα των μετρήσεων είναι ντετερμινιστικά. Μπορείτε να το φανταστείτε σαν να κρύβετε ένα μικρό αντικείμενο σε ένα από δύο πανομοιότυπα κουτιά. Στη συνέχεια, παίρνετε ένα από τα κουτιά στο φεγγάρι και το ανοίγετε. Εάν βρείτε το αντικείμενο, θα καταλάβετε αμέσως ότι το άλλο κουτί είναι άδειο. Αυτή θα ήταν μια πολύ τακτοποιημένη λύση, καθώς δεν θα έπρεπε να ανταλλάσσεται σήμα για να αποκτήσετε αυτές τις πληροφορίες, παρακάμπτοντας έτσι το πρόβλημα της σχετικότητας. Επιπλέον, αυτή η θεωρία είναι ρεαλιστική, με την έννοια ότι η κατάσταση κάθε αντικειμένου είναι καλά καθορισμένη ανά πάσα στιγμή.

Αυτό ονομάζεται τοπική θεωρία κρυφών μεταβλητών. Εδώ, ο όρος “τοπικό” σημαίνει ότι αυτή η θεωρία εμμένει στους περιορισμούς της σχετικότητας, κάθε αντικείμενο μπορεί να επηρεάσει μόνο το άμεσο περιβάλλον του. Αυτός ο περιορισμός ονομάζεται επίσης “τοπικότητα”. Η ιδέα αυτής της θεωρίας είναι ότι το αποτέλεσμα της μέτρησης όλων των κβαντομηχανικών σωματιδίων είναι προκαθορισμένο από τη στιγμή της δημιουργίας τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να τηρούνται οι νόμοι διατήρησης. Όταν μετράμε ένα σωματίδιο ενός μπερδεμένου ζεύγους, παίρνουμε το κρυφά προκαθορισμένο αποτέλεσμα μέτρησης, και έτσι γνωρίζουμε αμέσως την κατάσταση του άλλου σωματιδίου, χωρίς να χρειάζεται να ανταλλάσσεται κανένα σήμα μεταξύ τους.

Όπως αποδεικνύεται, μπορούμε να ελέγξουμε εάν υπάρχουν ή όχι τέτοιες τοπικές κρυφές μεταβλητές χρησιμοποιώντας τις ανισότητες Bell: Το Veritasium έχει εξηγήσει αρκετά καλά πώς λειτουργεί αυτή η δοκιμή.

Η ουσία είναι ότι μια τέτοια θεωρία κρυφών μεταβλητών θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα από αυτά που μετράμε.

Κατά συνέπεια, η τοπική ρεαλιστική θεωρία που περιγράφεται παραπάνω δεν μπορεί να είναι αληθινή. Πρέπει να αφήσουμε τουλάχιστον έναν από αυτούς τους περιορισμούς: Το σύμπαν μπορεί να σέβεται τον ρεαλισμό, αλλά όχι την εντοπιότητα. Ή θα μπορούσε να σέβεται την εντοπιότητα, αλλά όχι τον ρεαλισμό. ή θα μπορούσε να σεβαστεί κανένα από τα δύο.

Μια θεωρία που σέβεται την τοπικότητα (τα αντικείμενα μπορούν να επηρεαστούν μόνο από το περιβάλλον τους ) αλλά εγκαταλείπει τον τοπικό ρεαλισμό θα σήμαινε ότι οι κβαντικές καταστάσεις παραμένουν πραγματικά σε μια απροσδιόριστη κατάσταση υπέρθεσης μέχρι να μετρηθούν, και τη στιγμή της μέτρησης, η κυματική συνάρτηση και των δύο σωματιδίων καταρρέει στιγμιαία (σύμφωνα με την ερμηνεία της Κοπεγχάγης ούτως ή άλλως ).

Τελικά δεν υπάρχουν κρυφές μεταβλητές που να προκαθορίζουν το αποτέλεσμα αυτών των μετρήσεων και κανένα σήμα δεν ανταλλάσσεται ταχύτερα από το φως.

Πραγματικότητα σε τοπικό επίπεδο

Το 1935, ο Albert Einstein, ο Boris Podolsky και ο Nathan Rosen στο παράδοξό τους, που είναι γνωστό από τα αρχικά τους EPR, θεώρησαν ότι η κβαντική μηχανική μπορεί να μην είναι μια τοπική θεωρία, επειδή μια μέτρηση που γίνεται σε ένα ζεύγος διαχωρισμένων αλλά πεπλεγμένων σωματιδίων, προκαλεί ένα ταυτόχρονο αποτέλεσμα, την κατάρρευση δηλαδή της κυματικής συνάρτησης, στο απομακρυσμένο σωματίδιο (δηλαδή, ένα φαινόμενο που υπερβαίνει την ταχύτητα του φωτός). Όμως, λόγω της πιθανολογικής φύσης της κατάρρευσης της κυματικής συνάρτησης, αυτή η παραβίαση της τοπικότητας δεν σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετάδοση πληροφοριών ταχύτερα από το φως.

Δηλαδή η EPR αμφισβητούσε ότι η κβαντομηχανική μπορεί να περιγράψει την πραγματικότητα και ότι πρόκειται για μια ατελή θεωρία. Γι αυτό ήταν αναγκαία η εισαγωγή κάποιων επιπλέον μεταβλητών (οι περίφημες «κρυμμένες μεταβλητές») που θα εξαφάνιζαν την απροσδιοριστία και την μη-τοπικότητα της κβαντομηχανικής.

30 χρόνια αργότερα, το 1964 ο John Stewart Bell, ένας φυσικός από τη Βόρεια Ιρλανδία που με την διατύπωση του θεωρήματος Bell, έβαλε τέλος σε κάθε θεωρία κρυμμένων μεταβλητών, διατύπωσε την «ανισότητα Bell», η οποία, εάν παραβιαστεί σε πραγματικά πειράματα (που παραβιάστηκε αργότερα σε πειράματα που έγιναν), υποδηλώνει ότι η κβαντομηχανική παραβιάζει είτε την τοπικότητα είτε τον ρεαλισμό, μια άλλη αρχή, η οποία σχετίζεται με την τιμή των μη μετρήσιμων μεγεθών. Οι δύο αρχές αναφέρονται συνήθως ως μια ενιαία αρχή, ο τοπικός ρεαλισμός. Πειραματικές δοκιμές της ανισότητας Bell, ξεκινώντας με τα πειράματα των John Clauser και Alain Aspect της δεκαετίας του 1980, δείχνουν ότι η κβαντομηχανική φαίνεται να παραβιάζει την ανισότητα, επομένως πρέπει να παραβιάζει είτε την τοπικότητα είτε τον ρεαλισμό.

Ωστόσο, οι φυσικοί κάνοντας την κριτική τους έλεγαν ότι αυτά τα πειράματα περιλάμβαναν «παραθυράκια», τα οποία εμπόδιζαν μια οριστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Αυτό το πρόβλημα όμως θεωρείται ότι επιλύθηκε το 2015, όταν πραγματοποιήθηκαν τρία πειράματα «χωρίς παραθυράκια» το 2015 από ανεξάρτητες ομάδες στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Ντελφτ, στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και στο Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας (NIST ), αντιμετωπίζοντας πολλά κενά ταυτόχρονα. Ωστόσο, ορισμένα κενά ενδέχεται να επιμείνουν, όπως ο υπερντετερμινισμός, με αποτέλεσμα το ερώτημα να είναι θεμελιωδώς ανεξέλεγκτο.

Κάνουμε τα απλά, ακατόρθωτα

Τα πάντα έχουν μια αντανάκλαση. Μακάρι, όλοι να μπορούσαμε να το αντιληφθούμε αυτό και να το παίρνουμε ως δεδομένο. Τότε, τα πράγματα, οι καταστάσεις και οι διάφορες περιστάσεις της ζωής του ανθρώπου θα μπορούσαν να ήταν, και να είναι πιο αρμονικές, πιο «πετυχημένες» κ.α.

Με το να λες και να εκφράζεις την γνώμη σου για «κάτι», για το ο,τιδήποτε, είναι πιθανόν να έλκεις παραπλήσια, αν όχι ταυτόσημα και ανάλογα αυτού του «κάτι» πράγματα και αυτόματα να μετατρέπεται η ζωή σου σε πιο ιδανική, μοναδική, παρά σε ονειρική και εξιδανικευμένη..

Και επανέρχομαι, στις δύο όψεις του ενός νομίσματος. Αυτή, την εντύπωση, ίσως και γνώμη έχουν οι περισσότεροι από εμάς. Εγώ, διαφωνώ. Δεν είναι δύο οι όψεις και οι πιθανές λύσεις, επιλογές για αυτό το «κάτι» είναι πολύ περισσότερες.

Οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις που έχει ο καθένας μας είναι πολύ περισσότερες από αυτές που πιστεύουμε εμείς οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Υπάρχουν απεριόριστα παραδείγματα που το τεκμηριώνουν. Η τεκμηρίωση μέσω παραδειγμάτων μπορεί να είναι πολύ πιο πειστική και ενθαρρυντική στο να σε κάνουν να θέλεις ο ίδιος να πάρεις το τιμόνι της δική σου ζωής.

Είμαστε στο 2024, έχω την εντύπωση ότι η παιδεία και οι πανανθρώπινες αξίες που αγωνίστηκαν σθεναρά οι πρόγονοί μας ελείψαν!

Τί έχει αλλάξει στον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων τους προηγούμενους αιώνες; Η απάντηση που μπορώ αυτή την στιγμή να δώσω από την δική μου οπτική είναι ότι ο καθένας μας όπως επιλέγει τα πάντα για τους οποιουσδήποτε λόγους να το πράττει με μαζικότητα, σαφήνεια, εχεμύθεια (όπου χρειάζεται), για να καταλήξουμε στην Δικαιοσύνη.

Η σοφία της «Θλίψης»

Η ευτυχία στις μέρες μας έχει αποθεωθεί και είναι το ζητούμενο σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής: στην οικογένεια, στην εργασία, στις σχέσεις, στις κοινωνικές συναναστροφές. Όμως, πόσο εφικτή είναι; Και αντίθετα, είναι πραγματικά επιζήμια - όπως εμφανίζεται - η θλίψη και τα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία ούτως ή άλλως δεν μπορεί τελικά να αποφύγει κανείς;

Η επιστήμη έχει πλέον να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις...

Η «διαταραχή» της θλίψης

Ο Homo Sapiens είναι ένα πολύπλοκο είδος. Και παρόλο που η θλίψη και οι κακές διαθέσεις ήταν πάντα μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, ζούμε όλοι σε μια εποχή που αγνοεί ή υποτιμά αυτά τα συναισθήματα.

Στην κουλτούρα μας, συνήθη ανθρώπινα συναισθήματα όπως είναι η περιστασιακή θλίψη και η λύπη αντιμετωπίζονται συχνά ως “διαταραχές”. Οι διαφημίσεις και το μάρκετινγκ ισχυρίζονται ότι η ευτυχία είναι το ζητούμενο. Ωστόσο, οι κακές διαθέσεις παραμένουν ένα ουσιαστικό μέρος μιας φυσιολογικής κλίμακας διαθέσεων που βιώνουμε τακτικά.

Παρά το σχεδόν καθολικό κυνήγι της ευτυχίας, της ευημερίας και του υλικού πλούτου στις δυτικές κοινωνίες, η ευτυχία και η ικανοποίηση μας από τη ζωή, εδώ και δεκαετίες, δεν έχει αυξηθεί σημαντικά.

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να γυρίσουμε λίγο προς τα πίσω και να επανεκτιμήσουμε το ρόλο των αρνητικών συναισθημάτων στη ζωή μας. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ύπαρξή τους είναι φυσιολογική και μάλιστα ότι αποτελούν χρήσιμο και προσαρμοστικό μέρος της ύπαρξης του ανθρώπου, το οποίο βοηθά να αντιμετωπίσουμε πολλές από τις καθημερινές μας προκλήσεις.

Μια σύντομη ανασκόπηση στην ιστορία της θλίψης

Στα πολύ παλιά χρόνια, τα περιστασιακά δυσάρεστα συναισθήματα – όπως όταν νοιώθει κανείς λύπη ή ήπια δυσφορία - ήταν περισσότερο αποδεκτά, ως μέρος της καθημερινότητας. Πολλά από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, στηρίχθηκαν σ' αυτήν την προσέγγιση, ή ακόμα και στην καλλιέργεια των αρνητικών συναισθημάτων.

Οι Ελληνικές τραγωδίες, για παράδειγμα, φέρνουν αντιμέτωπο το κοινό και το εκπαιδεύουν να αποδέχεται και να αντιμετωπίζει την αναπόφευκτη ατυχία, ως φυσιολογικό μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι τραγωδίες του Σαίξπηρ είναι κλασσικές γιατί διατυπώνουν την ίδια παραδοχή. Το τοπίο της θλίψης εξερευνούν, επίσης, και τα έργα πολλών μεγάλων καλλιτεχνών: ο Μπετόβεν και ο Σοπέν στη μουσική, ο Τσέχωφ και ο Ιψεν στη λογοτεχνία. Η ανθρώπινη θλίψη είναι ένα αγαπημένο θέμα που αποδεικνύει τον διδακτικό και πολύτιμο χαρακτήρα του.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, επίσης, πίστευαν ότι η αποδοχή των άσχημων συναισθημάτων είναι απαραίτητη για να ζήσει κανείς μια πλήρη ζωή. Ακόμα και οι ηδονιστές φιλόσοφοι, όπως ο Επίκουρος, αναγνωρίζουν ότι τελικά ζει μια καλή ζωή, αυτός που ασκείται σωστά στη σοφία που εμπεριέχει η κρίση, η συγκράτηση, ο αυτοέλεγχος και η αποδοχή των αναπόφευκτων αντιξοοτήτων.

Άλλοι φιλόσοφοι όπως οι Στωικοί υπογράμμισαν τη σημασία της εκπαίδευσης του ανθρώπου στην πρόβλεψη και την αποδοχή της ατυχίας, της απώλειας, της θλίψης ή της αδικίας.

Ποιο είναι το σημείο που αρχίζει η θλίψη;

Οι ψυχολόγοι που μελετούν την εξέλιξη των ανθρώπινων συναισθημάτων και συμπεριφορών μέσα στην πορεία της ανθρωπότητας, συναινούν στο εξής: όλες οι ψυχολογικές διακυμάνσεις (όπως οι διαθέσεις και τα συναισθήματα) έχουν έναν χρήσιμο ρόλο: μας προειδοποιούν για καταστάσεις στις οποίες θα πρέπει να ανταποκριθούμε.

Στην πραγματικότητα, το εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων περιλαμβάνει περισσότερα αρνητικά, από θετικά συναισθήματα. Τα αρνητικά συναισθήματα: όπως ο φόβος, ο θυμός, η ντροπή ή η αηδία είναι χρήσιμα επειδή μας βοηθούν να αναγνωρίζουμε, να αποφεύγουμε και να ξεπερνούμε απειλητικές ή επικίνδυνες καταστάσεις.

Ποιο είναι, όμως, το σημείο που οριοθετεί την περιστασιακή θλίψη και τη διαχωρίζει από το σοβαρό παθολογικό ψυχολογικό πρόβλημα;

Η κατάθλιψη, (έντονη και διαρκής θλίψη), είναι προφανώς μια σοβαρή και εξουθενωτική διαταραχή. Και είναι τελείως διαφορετική κατάσταση από τα ήπια - και μικρής διάρκειας - άσχημα συναισθήματα, τα οποία μπορούν να επιτελέσουν ένα σημαντικό, προστατευτικό και χρήσιμο ρόλο, βοηθώντας μας να αντιμετωπίσουμε καθημερινές προκλήσεις και δύσκολες καταστάσεις.

Τα συναισθήματα της θλίψης μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα “σινιάλο” απέναντι στην κοινωνία που υποδηλώνει την απόσυρσή μας από τον ανταγωνισμό, την απεμπλοκή μας από το πρόβλημα, ενώ παράλληλα προσφέρουν προστατευτική κάλυψη. Όταν είμαστε λυπημένοι ή σε κακή διάθεση, οι άλλοι άνθρωποι συχνά ανησυχούν για μας και σπεύδουν να μας βοηθήσουν.

Κάποιες άλλες αρνητικές διαθέσεις, όπως είναι η μελαγχολία και η νοσταλγία (λαχτάρα για το παρελθόν), ίσως για κάποιους ανθρώπους να είναι ακόμη και ευχάριστες, ενώ παράλληλα, μπορεί να προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες και καθοδήγηση σε μελλοντικά σχέδια.

Η θλίψη μπορεί επίσης να ενισχύσει την ενσυναίσθηση, τη συμπόνια μας, την ηθική και αισθητική μας ευαισθησία, ενώ αποτελεί αναμφίβολα το μεγαλύτερο εφαλτήριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πρόσφατα επιστημονικά πειράματα τεκμηριώνουν τα οφέλη που μπορούμε να έχουμε από αυτές τις ήπιες περιστασιακές κακοδιαθεσίες, οι οποίες συχνά λειτουργούν ασυνείδητα ως “σήμα συναγερμού”, βοηθώντας μας να είμαστε πιο λεπτομερείς στη σκέψη μας και πιο προσεκτικοί και συγκεντρωμένοι σε δύσκολες καταστάσεις.

Αντίθετα, η θετική διάθεση (όπως η αίσθηση της ευτυχίας) μας στέλνει υποσυνείδητα σήματα οικειότητας και ασφάλειας, συναισθήματα που μπορεί να μας κάνουν λιγότερο προσεκτικούς στην επεξεργασία των καταστάσεων.

Ψυχολογικά οφέλη της θλίψης

Τελευταίες μελέτες αποδεικνύουν ότι τα αρνητικά συναισθήματα, έχουν ψυχολογικά οφέλη. Για να καταφέρουν οι επιστήμονες να φτάσουν σ' αυτό το συμπέρασμα υπέβαλλαν μία ομάδα ανθρώπων σε έλεγχο της διάθεσής τους, δείχνοντάς τους ευχάριστες και “βαριές” ταινίες. Στη συνέχεια μέτρησαν την επιρροή και τις αλλαγές που επέφεραν οι ταινίες αυτές, σε διάφορες γνωστικές και συμπεριφορικές επιδόσεις.

Το αίσθημα θλίψης ή της κακής διάθεσης αποδείχθηκε ότι έχει μια σειρά από πλεονεκτήματα. Αυτά είναι:

Καλύτερη μνήμη: Σε μια μελέτη, η άσχημη διάθεση των ανθρώπων (που προκλήθηκε από κακές καιρικές συνθήκες) τους βοήθησε να θυμούνται περισσότερες λεπτομέρειες της καθημερινότητάς τους. Η κακή διάθεση αποδείχθηκε, επίσης, ότι μπορεί να βελτιώσει τη μνήμη αυτοπτών μαρτύρων, μειώνοντας το ενδεχόμενο σύγχυσης με άσχετες, ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες.

Πιο ακριβή κρίση: Η ήπια κακή διάθεση μειώνει, επίσης, κάποιες προκαταλήψεις και παρερμηνείες στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι καταλήγουν σε συμπεράσματα. Για παράδειγμα, οι ελαφρώς λυπημένοι δικαστές σχημάτιζαν πιο ακριβή και αξιόπιστη εικόνα για τους άλλους, επειδή επεξεργάζονταν τις λεπτομέρειες πιο αποτελεσματικά. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν, επίσης, ότι - σε αντίθεση με τους ανθρώπους που έχουν αισιόδοξη προσέγγιση - η κακή διάθεση μειώνει την πιθανότητα παραπλάνησης και βελτιώνει την ικανότητα να ξεσκεπάζει κανείς με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα το ψέμα και την εξαπάτηση. Οι άνθρωποι που εμφανίζουν ήπια κακή διάθεση, είναι επίσης, λιγότερο πιθανό να στηρίζουν την κρίση τους σε απλοϊκά συμπεράσματα, ή προκαταλήψεις και στερεότυπα.

Περισσότερα κίνητρα: Άλλα πειράματα που έγιναν μεταξύ καλοδιάθετων και κακοδιάθετων ανθρώπων, διαπίστωσαν ότι, όταν όλοι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εκτελέσουν ένα δύσκολο πνευματικό έργο, όσοι είχαν κακή διάθεση έκαναν πιο σκληρές και επίμονες προσπάθειες, επέμειναν περισσότερο χρόνο στο έργο τους, είχαν περισσότερες απορίες και έδωσαν πιο σωστές απαντήσεις.

Καλύτερη επικοινωνία: Το πιο προσεκτικό και λεπτομερές μοτίβο σκέψης που ευνοείται από την κακή διάθεση, μπορεί επίσης να βελτιώσει και την επικοινωνία. Αποδείχθηκε ότι οι λυπημένοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν πιο αποτελεσματικά και πειστικά επιχειρήματα για να πείσουν τους άλλους, κατανοούσαν καλύτερα τις διφορούμενες έννοιες και είχαν πιο σωστή λεκτική επικοινωνία.

Αυξημένο αίσθημα δικαιοσύνης: Άλλα πειράματα διαπίστωσαν ότι μια ήπια κακή διάθεση προέτρεπε τους ανθρώπους να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις κοινωνικούς κανόνες και να αντιμετωπίζουν τους άλλους πιο δίκαια και με λιγότερο εγωιστικά κίνητρα.

Αντιμέτωποι με το “κυνήγι της ευτυχίας”

Με το αέναο “κυνήγι της ευτυχίας” και την αποστροφή μας από τις “αρετές της θλίψης”, θέσαμε πολύ υψηλούς στόχους. Μπορεί, επίσης, να είναι αυτός ο λόγος που οδηγούμαστε σε αυξανόμενη απογοήτευση και τελικά ακόμη και στην κατάθλιψη, λένε οι επιστήμονες.

Παραγνωρίζουμε, επίσης, οι περισσότεροι το γεγονός, ότι η καλή και αισιόδοξη διάθεση - παρά τα πλεονεκτήματά της - δεν είναι καθολικά επιθυμητή.

Το αίσθημα της θλίψης ή η κακή διάθεση μας βοηθά να επικεντρωθούμε καλύτερα στην κατάσταση που βιώνουμε και έτσι αυξάνεται η ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε επιτυχώς τις πιο απαιτητικές καταστάσεις. Τα παραπάνω ευρήματα αποδεικνύουν ότι η αδυσώπητη επιδίωξη της ευτυχίας μπορεί να είναι συχνά αυτοκαταστροφική.

Ο χρόνος κυλάει πιο αργά όταν κάποιος κοιτάζει κάτι που αξίζει να θυμάται

Ο χρόνος ως γνωστόν επιταχύνεται όταν διασκεδάζετε. Αλλά επιβραδύνεται, όπως αποδεικνύεται, όταν κάποιος κοιτάζει κάτι που αξίζει να θυμάται. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στις 22 Απριλίου στο Nature Human Behaviour, η αίσθηση των ανθρώπων για το πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος μπορεί να επηρεαστεί από την απομνημόνευση των εικόνων που έχουν μπροστά τους. Οι επιστήμονες προτείνουν ότι αυτό το φαινόμενο θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος για τον εγκέφαλο να κερδίσει κρυφά περισσότερο χρόνο επεξεργασίας πριν χρειαστεί να ληφθεί μια γρήγορη απόφαση.

Μια ομάδα με επικεφαλής τον Martin Wiener, γνωστικό νευροεπιστήμονα στο Πανεπιστήμιο George Mason στην Αμερική, εξέτασε πώς τα οπτικά ερεθίσματα μεταβάλλουν την εμπειρία του χρόνου από τους ανθρώπους. Έδειξαν σε αρκετές δεκάδες συμμετέχοντες εικόνες διαφορετικών σκηνών -από άδειες αίθουσες με κουτιά έως γεμάτα στάδια- για 300 έως 900 χιλιοστά του δευτερολέπτου. Μετά από κάθε μία οι συμμετέχοντες έπρεπε να πουν αν ο χρόνος που πέρασαν κοιτάζοντας την εικόνα ήταν μικρός ή μεγάλος. Οι απαντήσεις τους αποκάλυψαν ότι, όταν οι εικόνες περιείχαν μεγάλες σκηνές, όπως μια άδεια αποθήκη, φαινόταν να έχει περάσει περισσότερος χρόνος. Το αντίθετο συνέβαινε όταν οι εικόνες απεικόνιζαν χώρους γεμάτους αντικείμενα, όπως ένα υπερπλήρες γκαράζ.

Αυτό ήταν παράξενο. Προηγούμενες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι η εμπειρία του τεντωμένου χρόνου αυξάνεται με το μέγεθος- για παράδειγμα, αν στους ανθρώπους προβάλλονται εικόνες διαφορετικών αριθμών για ίσο χρονικό διάστημα, νομίζουν ότι οι μεγαλύτεροι αριθμοί προβάλλονται για περισσότερο χρόνο. Αλλά οι ακατάστατες σκηνές φάνηκε να έρχονται σε αντίθεση με αυτή την τάση. Για να δουν αν παίζει κάτι άλλο ρόλο, οι ερευνητές έκαναν ένα άλλο πείραμα χρησιμοποιώντας εικόνες που διέφεραν ως προς την απομνημόνευση.

Οι άνθρωποι θυμούνται καλύτερα εικόνες που επικεντρώνονται σε ανθρώπους, δράσεις και κεντρικά τοποθετημένα αντικείμενα. Η ομάδα του Δρ Wiener χρησιμοποίησε εικόνες από ένα σύνολο δεδομένων 60.000 εικόνων, όπου κάθε εικόνα είχε κριθεί ως προς την απομνημόνευσή της.

Όσο πιο αξιομνημόνευτη ήταν η εικόνα, τόσο περισσότερο φαινόταν να επιμηκύνει το χρόνο. Αυτό λειτούργησε και αντίστροφα: όταν οι συμμετέχοντες κλήθηκαν ξανά στο εργαστήριο μια μέρα αργότερα, θυμόντουσαν καλύτερα τις εικόνες που επιβράδυναν το χρόνο. Για να εξηγήσει το αποτέλεσμα, η ομάδα τροφοδότησε τις εικόνες απομνημόνευσης σε ένα νευρωνικό δίκτυο σχεδιασμένο να εντοπίζει αντικείμενα σε εικόνες με ρυθμό που συσχετίζεται με τον ανθρώπινο. Ίσως αντίθετα με τη διαίσθηση, ήταν ταχύτερο στην επεξεργασία των πιο αξιομνημόνευτων εικόνων. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό το φαινόμενο στο τεχνητό νευρωνικό δίκτυο μπορεί να είναι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπινους εγκεφάλους. Αν είναι έτσι, θα μπορούσε να είναι το κλειδί για να εξηγηθεί γιατί ο χρόνος μερικές φορές φαίνεται να επιβραδύνεται.

Το πώς ακριβώς η ταχύτητα επεξεργασίας οδηγεί σε αλλοιωμένη αντίληψη του χρόνου είναι ακόμη ασαφές, αλλά οι ερευνητές πιστεύουν ότι η σύνδεση έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος δίνει προτεραιότητα στις εισερχόμενες πληροφορίες. Προτείνουν ένα νέο μοντέλο στο οποίο ο εγκέφαλος προσπαθεί να κάνει περισσότερη επεξεργασία όταν συναντά κάτι σημαντικό, σχετικό ή αξιομνημόνευτο.

Αυτό το κάνει, όπως προτείνουν, κάνοντας τα δευτερόλεπτα να φαίνονται να περνούν πιο αργά, ενδεχομένως ως ένας τρόπος για να γίνει περισσότερη επεξεργασία πριν αντιδράσει το σώμα. Αν ένας άνθρωπος ερχόταν αντιμέτωπος με ένα αρπακτικό, για παράδειγμα, μια πιο διαρκής έκρηξη σκέψης θα μπορούσε να είναι χρήσιμη, λέει ο Δρ Wiener.

Αυτός είναι ένας νέος και συναρπαστικός τρόπος να σκεφτούμε τι σημαίνει ο χρόνος για τον εγκέφαλο, λέει ο Chris Paffen, πειραματικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, ο οποίος δεν συμμετείχε στην εργασία. Αυτό θα καθιστούσε τον χρόνο “πρωταρχική πτυχή του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον κόσμο”, αντί για ένα απλό μέτρο του πόσο καιρό διαρκεί κάτι, λέει. Αν και προς το παρόν παραμένει κάτι περισσότερο από μια υπόθεση, η απομνημόνευσή της είναι αδιαμφισβήτητη.

Για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη

Μιλώντας για μοναξιά γίνεται όλο και πιο σαφές ότι δεν πρόκειται για κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε.

Είμαστε μόνοι.

Μπορούμε να ξεγελούμε τον εαυτό μας ως προς αυτό, να κάνουμε σαν να μην είναι έτσι. Αλλά αυτό είναι όλο.

Είναι προτιμότερο ωστόσο να κατανοήσουμε ότι είμαστε μόνοι και να ξεκινούμε από κει.

Ίσως βέβαια και να πάθουμε ίλιγγο, γιατί έτσι χάνονται όλα τα σημεία πάνω στα οποία ήταν συνηθισμένο να ακουμπά το βλέμμα μας, παύουν να υπάρχουν τα κοντινά πράγματα κι όλα τα μακρινά βρίσκονται απείρως μακριά.

Αίσθημα παρόμοιο μ' εκείνο που θα δοκίμαζε κάποιος ο οποίος, χωρίς να έχει προηγουμένως προετοιμαστεί ή να έχει περάσει από ένα μεταβατικό στάδιο, θα βρισκόταν ξαφνικά από το δωμάτιό του στην κορυφή ενός υψηλού βουνού.

Η τρομακτική ανασφάλεια, η εγκατάλειψη στο άγνωστο θα τον εκμηδένιζε σχεδόν.

Θα φανταζόταν πως έπεφτε ή πως εκτοξευόταν στο διάστημα ή πως γινόταν χίλια κομμάτια.

Το μυαλό του θα έπρεπε να εφεύρει ένα τεράστιο ψέμα για να μπορέσει να ξαναβρεί ή να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του.

Έτσι και για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη.

Πολλές απ' αυτές τις αλλαγές εμφανίζονται ξαφνικά και, όμοια με τον άνθρωπο που απ' τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται στην κορυφή του βουνού, γεννιούνται μέσα του πρωτόγνωρες φαντασιώσεις και παράξενες αισθήσεις που μοιάζει να αναπτύσσονται πέρα από τα μέτρα που μπορεί να αντέξει.