Ο Χριστός αρνήθηκε ότι ήρθε από το Γιαχβέ, τον θεό των Εβραίων. Γιατί η εκκλησία διδάσκει το αντίθετο;
Ο Χριστός, όπως διαβάζουμε σε πολλά σημεία των τεσσάρων ευαγγελίων, έλεγε στους Εβραίους, που λάτρευαν το Γιαχβέ, πως δεν γνώριζαν τον Πατέρα Του.
«Κατα Ιώαννην» 8:19 – «ἔλεγον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου;»
«Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν πατέρα μου...»
μτφ: Του έλεγαν λοιπόν (οι Εβραίοι νομοδιδάσκαλοι), “Πού είναι ο Πατέρας σου;”.
«Αποκρίθηκε ο Ιησούς : Ούτε εμένα ξέρετε, ούτε τον Πατέρα μου.
Ο Χριστός σύμφωνα με όσα μας μεταφέρει ο αγαπημένος Του μαθητής, ο Ιωάννης, είπε καθώς προσευχόταν:
«Κατα Ιωάννην» 17:25: «πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων...»
μτφ: «Πατέρα δίκαιε και ο κόσμος δε σε γνώριζε, εγώ όμως σε γνώριζα.»
Επομένως πράγματι ο Γιαχβέ, ο θεός των Εβραίων, δεν είναι εκείνος που έστειλε το Χριστό στον κόσμο αυτό να μας μιλήσει. Οι Εβραίοι νομοδιδάσκαλοι γνώριζαν το Γιαχβέ και ήξεραν απέξω το νόμο του (τον λεγόμενο μωσαϊκό που κατάργησε ο ίδιος ο Χριστός ). Ο Χριστός λέει πως ήρθε από Εκείνον που δεν γνώριζε ο κόσμος. Δεν μπορεί να μιλάει με τον τρόπο αυτό για τον Γιαχβέ, τον οποίο γνώριζαν όλοι οι Εβραίοι! Ακόμη και αν, όπως λένε κάποιοι φανατικοί εβραιοχριστιανοί, το είπε μεταφορικά, θα μπορούσε να πεί τον πατέρα μου τον ξέρετε, αλλά δεν τον ακολουθείτε. Η ελληνική γλώσσα είναι σαφέστατη.
Ο Χριστός το είπε ξεκάθαρα, τον Πατέρα που με έστειλε εμένα δεν τον ξέρετε.
Πως λοιπόν η χριστιανική εκκλησιά, με όλο της το ιερατικό σώμα, διδάσκει πράγματα αντίθετα με όσα είπε ο Χριστός ; Πως λέει ότι ο Γιαχβέ των Εβραίων είναι ο “Πατέρας” που έστειλε τον Ιησού Χριστό, την στιγμή που ο Χριστός ο ίδιος το αρνήθηκε;
Γιατί εμμένουν ακόμη κάποιοι να πιστεύουν πως αυτός ο τιμωρός- καταστροφέας ψευτο-θεός των εβραϊκών κειμένων είναι ο αληθινός Θεός την στιγμή που ζητά τα ακριβώς αντίθετα πράγματα από το Χριστό;
Πότε θα καταλάβουν ότι ο Γιαχβέ είναι ο Σατανάς, ο δημιουργός του κόσμου αυτού και πως όλα αυτά τα εβραϊκά κείμενα που εντεταλμένοι, εγκάθετοι μασόνοι ιεράρχες, ονόμασαν τον 4ο αιώνα “παλιά διαθήκη” και τα όρισαν ως ιερά και θεόπνευστα, μιλούν για το Σατανά και το λαό του και δεν έχουν καμία σχέση με το Χριστό και τον Πατέρα Του;
Μήπως αυτά είναι αιρετικά πράγματα; Δεν τα λέω εγώ, τα λέει ο ίδιος ο Χριστός, στα ίδια τα επίσημα κείμενα που δέχεται η εκκλησία, η οποία παρά το ότι ο Χριστός αρνήθηκε ότι ήρθε από το Γιαχβέ, διδάσκει με τρόπο εγκληματικό, το ότι ο Ιησούς Χριστός και ο Γιαχβέ (που στην πραγματικότητα είναι ο Σατανάς) είναι ένα.
«Κατα Ιώαννην» 8:19
«ἔλεγον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου;»
«Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν πατέρα μου...»
Κυριακή 30 Απριλίου 2023
Οι παγίδες της σκέψης
Ο τρόπος που επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες και τα διάφορα ερεθίσματα στην καθημερινότητά μας συχνά είναι μεροληπτικός. Οι σκέψεις μας δεν είναι πάντα έγκυρες, καθώς δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε πάντα όλα τα δεδομένα για μια συνθήκη.
Παρόλο που μπορεί να συνειδητοποιούμε ότι οι σκέψεις που κάνουμε για μια κατάσταση δεν είναι αληθείς, έχουν την τάση να επηρεάζουν τη διάθεσή μας.
Οι σκέψεις αυτές ονομάζονται αυτόματες σκέψεις και δεν είναι αποτέλεσμα σκόπιμης προσπάθειας ή συγκεκριμένου συλλογισμού. Εμφανίζονται ξαφνικά και είναι πολύ σύντομες, σχεδόν περνούν απαρατήρητες, μιας και συνήθως δεν εστιάζουμε σε αυτές, αλλά στο συναίσθημα που τις ακολουθεί.
Υπάρχει, όμως, τρόπος να μάθουμε να τις εντοπίζουμε όταν εμφανίζονται, παρατηρώντας προσεκτικά τις συναισθηματικές μας μεταπτώσεις, τη συμπεριφορά και τα σωματικά μας συμπτώματα.
Μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: «Τι πέρασε από το μυαλό μου τη στιγμή που ένιωσα έτσι;» (π.χ. θυμό, ενόχληση, δυσφορία, κ.α.). Ίσως από το μυαλό σας να πέρασαν σκέψεις του τύπου «Είμαι αποτυχημένη/ος», «Δεν με συμπαθούν», κ.ά., οι οποίες με τη σειρά τους να προκάλεσαν ένα ή περισσότερα αρνητικά συναισθήματα, ίσως και κάποια σωματικά συμπτώματα, οδηγώντας τελικά σε μια δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά.
Οι παγίδες της σκέψης ονομάζονται στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία «Γνωσιακά λάθη» ή «Γνωσιακές διαστρεβλώσεις».
Αναλυτικότερα είναι οι εξής:
Η Διπολική Σκέψη / Η σκέψη «Όλα ή Τίποτα»
Όταν βλέπουμε τα πράγματα μόνο άσπρα ή μαύρα, καλά ή κακά, όλα ή τίποτα, χωρίς να διακρίνουμε ενδιάμεσες καταστάσεις. Ο τρόπος δηλαδή που ερμηνεύουμε τα γεγονότα είναι απόλυτος και ακραίος.
Για παράδειγμα: «Αν γράψω λιγότερο από άριστα στις εξετάσεις, τότε έχω αποτύχει», ή «Αν χάσω στους αγώνες, τότε είμαι ανεπαρκής».
Η Υπεργενίκευση
Όταν τείνουμε να γενικεύουμε ένα μεμονωμένο αρνητικό γεγονός προς άλλες κατευθύνσεις που πηγαίνουν πέρα από το γεγονός αυτό καθαυτό, καταλήγοντας έτσι σε γενικά αρνητικά συμπεράσματα.
Για παράδειγμα: «Με απάτησε ο σύντροφός μου, άρα δεν θα ξανα εμπιστευτώ ποτέ κανέναν».
Το Ψυχικό Φίλτρο
Όταν από ένα γεγονός επιλέγουμε μια μοναδική αρνητική πτυχή ή λεπτομέρεια και εμμένουμε αποκλειστικά σε αυτή, παραβλέπωντας όλες τις υπόλοιπες θετικές πλευρές. Στην ουσία είναι σαν να “φιλτράρουμε” από το συνολικό γεγονός, μόνο μια συγκεκριμένη αρνητική πτυχή και καθώς εστιάζουμε μόνο σε αυτή, νιώθουμε πως η κατάσταση είναι αρνητική στο σύνολό της.
Για παράδειγμα: «Έγραψα 5 στο μάθημα της Στατιστικής κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό» (παραβλέποντας ότι στα υπόλοιπα μαθήματα έχω υψηλή βαθμολογία)
Η Απόρριψη του Θετικού
Όταν τείνουμε να αγνοούμε ένα πραγματικά ευχάριστο γεγονός ή ακόμα να μετατρέπουμε ουδέτερα ή και θετικά γεγονότα σε αρνητικά.
Για παράδειγμα: Μας κάνουν ένα κομπλιμέντο λεγοντάς μας «Πολύ ωραία τα μαλλιά σου» κι εμείς αντί να το δεχτούμε, το απορρίπτουμε απαντώντας «Εντάξει, σιγά, απλά έτυχε να πετύχουν σήμερα» ή μπορεί να σκεφτούμε πως το άτομο που μας έκανε τη φιλοφρόνηση δεν την εννοεί, ότι «το λέει από ευγένεια». Ακόμα, μπορεί να γράψουμε άριστα σε ένα τεστ και να σκεφτούμε «Εντάξει, ήταν εύκολα τα θέματα» ή «Ήταν θέμα τύχης».
Τα Αυθαίρετα συμπεράσματα
Όταν προτρέχουμε, βγάζοντας αρνητικά συμπεράσματα ακόμα κι αν αυτά δεν επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα. Στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται το διάβασμα της σκέψης και η πρόβλεψη του μέλλοντος:
Το διάβασμα της σκέψης: Συμπεραίνουμε αυθαίρετα πως κάποιος είναι αρνητικός απέναντί μας χωρίς προηγουμένως να έχουμε ελέγξει αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα: «Επειδή δεν έχω εκφράσει την άποψή μου τόση ώρα στη συζήτηση, θα νομίζουν ότι είμαι χαζή/ος».
Η Πρόβλεψη του μέλλοντος: Όταν υποθέτουμε ή περιμένουμε πως μια κατάσταση θα έχει αρνητική εξέλιξη στο μέλλον και νιώθουμε σίγουροι για τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα: «Θα πάω στη συνέντευξη και δεν θα καταφέρω να ανταποκριθώ στις προσδοκίες τους».
Η Μεγέθυνση (Καταστροφοποίηση) ή Σμίκρυνση
Όταν μεγεθύνουμε την διάσταση των γεγονότων (όπως τα προβλήματά, τα λάθη, τους φόβους, τις αδυναμίες μας ή την επιτυχία τρίτων), ή σμικρύνουμε κάποιες καταστάσεις αδικαιολόγητα, σαν να είναι ασήμαντες (όπως τις δυνατότητές μας ή τα ελαττώματα των άλλων ανθρώπων).
Για παράδειγμα: «Το να κερδίσω στο διαγωνισμό δεν σημαίνει πως είμαι επιτυχημένη/ος»
Κατά τη μεγέθυνση ή αλλιώς καταστροφοποίηση, διαστρεβλώνουμε απλά αρνητικά γεγονότα μετατρέποντάς τα σε καταστροφικές καταστάσεις.
Για παράδειγμα: «Το να χάσω στο διαγωνισμό σημαίνει πως είμαι ανίκανη/ος»
Η μεγέθυνση και η σμίκρυνση μπορεί να συμβαίνουν και ταυτόχρονα. Το άτομο δηλαδή να μεγεθύνει τα ελαττώματά του ή τις αρνητικές του εμπειρίες και συγχρόνως να συρρικνώνει τις δυνατότητές του ή τη σημασία των θετικών εμπειριών του.
Η Συναισθηματική λογική
Ο τρόπος με τον οποίο αισθανόμαστε τη δεδομένη στιγμή, θεωρούμε πως ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα, αγνοώντας τις ενδείξεις που υποστηρίζουν το αντίθετο.
Για παράδειγμα: «Νιώθω άχρηστη/ος, συνεπώς είμαι άχρηστη/ος» (νιώθω=συναίσθημα, είμαι=λογική).
Η πιο συνηθισμένη συμπεριφορά που κάνει κάποιος όταν πέφτει στην παγίδα της συναισθηματικής λογικής είναι η αναβλητικότητα.
Για παράδειγμα: «Δεν έχω καλή διάθεση σήμερα, άρα θα πρέπει να μείνω όλη μέρα στο κρεβάτι και να μην κάνω τίποτα».
Οι Δηλώσεις του «Πρέπει»
Χρησιμοποιούμε «πρέπει» και «δεν πρέπει» στη ζωή μας ως κανόνες και πράττουμε σύμφωνα με αυτούς. Στην ουσία είναι άκαμπτες ιδέες και προσδοκίες για το πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε εμείς ή οι άλλοι. Συχνά τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει» που έχουμε θέσει στον εαυτό μας, μας οδηγούν να νιώθουμε πίεση, ενοχή, δυσανασχέτηση, ενώ για τους άλλους μπορεί να νιώσουμε απογοήτευση ή θυμό αν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες μας.
Για παράδειγμα: «Πρέπει να έχω πάντα χρόνο για τους φίλους μου» (για μένα)
«Δεν πρέπει να αργεί στο ραντεβού μας» (για τους άλλους)
Η Προσωποποίηση
Όταν θεωρούμε τον εαυτό μας αποκλειστικά υπεύθυνο για την αρνητική έκβαση μιας κατάστασης ή για τη στάση που έχουν οι άλλοι απέναντί μας, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια αντικειμενική ένδειξη. Τα συναισθήματα που κυριαρχούν στην περίπτωση αυτή είναι η ενοχή και η ντροπή.
Για παράδειγμα: «Μου μίλησε απότομα σήμερα το αφεντικό, σίγουρα έχω κάνει κάτι λάθος».
Πως μπορούμε να απαντήσουμε στις παγίδες της σκέψης
Οι παραπάνω σκέψεις εμφανίζονται σε όλους τους ανθρώπους, είτε πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή είτε όχι. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν εμμένουμε στις αρνητικές αυτές σκέψεις και τις πιστεύουμε ως έγκυρες και αληθινές, χωρίς να έχουμε ελέγξει αν και κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Πώς όμως μπορούμε να απαντάμε στις σκέψεις αυτές κάθε φορά που εμφανίζονται και να τις αξιολογήσουμε με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
Ας δοκιμάσουμε να βάλουμε τον εαυτό μας σε θέση να αναρωτηθεί τα παρακάτω:
(Βοηθάει να καταγράφουμε σε χαρτί τις απαντήσεις μας)
Ειδάλλως, οι σκέψεις αυτές θα συνεχίσουν να επιδρούν στο συναίσθημα και στη συμπεριφορά μας, με αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα, να αναστέλλουν την καθημερινή μας λειτουργικότητα σε σημαντικούς τομείς της ζωής μας και να μας προκαλούν έντονη δυσφορία και ενόχληση.
Παρόλο που μπορεί να συνειδητοποιούμε ότι οι σκέψεις που κάνουμε για μια κατάσταση δεν είναι αληθείς, έχουν την τάση να επηρεάζουν τη διάθεσή μας.
Οι σκέψεις αυτές ονομάζονται αυτόματες σκέψεις και δεν είναι αποτέλεσμα σκόπιμης προσπάθειας ή συγκεκριμένου συλλογισμού. Εμφανίζονται ξαφνικά και είναι πολύ σύντομες, σχεδόν περνούν απαρατήρητες, μιας και συνήθως δεν εστιάζουμε σε αυτές, αλλά στο συναίσθημα που τις ακολουθεί.
Υπάρχει, όμως, τρόπος να μάθουμε να τις εντοπίζουμε όταν εμφανίζονται, παρατηρώντας προσεκτικά τις συναισθηματικές μας μεταπτώσεις, τη συμπεριφορά και τα σωματικά μας συμπτώματα.
Μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: «Τι πέρασε από το μυαλό μου τη στιγμή που ένιωσα έτσι;» (π.χ. θυμό, ενόχληση, δυσφορία, κ.α.). Ίσως από το μυαλό σας να πέρασαν σκέψεις του τύπου «Είμαι αποτυχημένη/ος», «Δεν με συμπαθούν», κ.ά., οι οποίες με τη σειρά τους να προκάλεσαν ένα ή περισσότερα αρνητικά συναισθήματα, ίσως και κάποια σωματικά συμπτώματα, οδηγώντας τελικά σε μια δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά.
Οι παγίδες της σκέψης ονομάζονται στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία «Γνωσιακά λάθη» ή «Γνωσιακές διαστρεβλώσεις».
Αναλυτικότερα είναι οι εξής:
Η Διπολική Σκέψη / Η σκέψη «Όλα ή Τίποτα»
Όταν βλέπουμε τα πράγματα μόνο άσπρα ή μαύρα, καλά ή κακά, όλα ή τίποτα, χωρίς να διακρίνουμε ενδιάμεσες καταστάσεις. Ο τρόπος δηλαδή που ερμηνεύουμε τα γεγονότα είναι απόλυτος και ακραίος.
Για παράδειγμα: «Αν γράψω λιγότερο από άριστα στις εξετάσεις, τότε έχω αποτύχει», ή «Αν χάσω στους αγώνες, τότε είμαι ανεπαρκής».
Η Υπεργενίκευση
Όταν τείνουμε να γενικεύουμε ένα μεμονωμένο αρνητικό γεγονός προς άλλες κατευθύνσεις που πηγαίνουν πέρα από το γεγονός αυτό καθαυτό, καταλήγοντας έτσι σε γενικά αρνητικά συμπεράσματα.
Για παράδειγμα: «Με απάτησε ο σύντροφός μου, άρα δεν θα ξανα εμπιστευτώ ποτέ κανέναν».
Το Ψυχικό Φίλτρο
Όταν από ένα γεγονός επιλέγουμε μια μοναδική αρνητική πτυχή ή λεπτομέρεια και εμμένουμε αποκλειστικά σε αυτή, παραβλέπωντας όλες τις υπόλοιπες θετικές πλευρές. Στην ουσία είναι σαν να “φιλτράρουμε” από το συνολικό γεγονός, μόνο μια συγκεκριμένη αρνητική πτυχή και καθώς εστιάζουμε μόνο σε αυτή, νιώθουμε πως η κατάσταση είναι αρνητική στο σύνολό της.
Για παράδειγμα: «Έγραψα 5 στο μάθημα της Στατιστικής κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό» (παραβλέποντας ότι στα υπόλοιπα μαθήματα έχω υψηλή βαθμολογία)
Η Απόρριψη του Θετικού
Όταν τείνουμε να αγνοούμε ένα πραγματικά ευχάριστο γεγονός ή ακόμα να μετατρέπουμε ουδέτερα ή και θετικά γεγονότα σε αρνητικά.
Για παράδειγμα: Μας κάνουν ένα κομπλιμέντο λεγοντάς μας «Πολύ ωραία τα μαλλιά σου» κι εμείς αντί να το δεχτούμε, το απορρίπτουμε απαντώντας «Εντάξει, σιγά, απλά έτυχε να πετύχουν σήμερα» ή μπορεί να σκεφτούμε πως το άτομο που μας έκανε τη φιλοφρόνηση δεν την εννοεί, ότι «το λέει από ευγένεια». Ακόμα, μπορεί να γράψουμε άριστα σε ένα τεστ και να σκεφτούμε «Εντάξει, ήταν εύκολα τα θέματα» ή «Ήταν θέμα τύχης».
Τα Αυθαίρετα συμπεράσματα
Όταν προτρέχουμε, βγάζοντας αρνητικά συμπεράσματα ακόμα κι αν αυτά δεν επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα. Στην κατηγορία αυτή συγκαταλέγονται το διάβασμα της σκέψης και η πρόβλεψη του μέλλοντος:
Το διάβασμα της σκέψης: Συμπεραίνουμε αυθαίρετα πως κάποιος είναι αρνητικός απέναντί μας χωρίς προηγουμένως να έχουμε ελέγξει αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα: «Επειδή δεν έχω εκφράσει την άποψή μου τόση ώρα στη συζήτηση, θα νομίζουν ότι είμαι χαζή/ος».
Η Πρόβλεψη του μέλλοντος: Όταν υποθέτουμε ή περιμένουμε πως μια κατάσταση θα έχει αρνητική εξέλιξη στο μέλλον και νιώθουμε σίγουροι για τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα: «Θα πάω στη συνέντευξη και δεν θα καταφέρω να ανταποκριθώ στις προσδοκίες τους».
Η Μεγέθυνση (Καταστροφοποίηση) ή Σμίκρυνση
Όταν μεγεθύνουμε την διάσταση των γεγονότων (όπως τα προβλήματά, τα λάθη, τους φόβους, τις αδυναμίες μας ή την επιτυχία τρίτων), ή σμικρύνουμε κάποιες καταστάσεις αδικαιολόγητα, σαν να είναι ασήμαντες (όπως τις δυνατότητές μας ή τα ελαττώματα των άλλων ανθρώπων).
Για παράδειγμα: «Το να κερδίσω στο διαγωνισμό δεν σημαίνει πως είμαι επιτυχημένη/ος»
Κατά τη μεγέθυνση ή αλλιώς καταστροφοποίηση, διαστρεβλώνουμε απλά αρνητικά γεγονότα μετατρέποντάς τα σε καταστροφικές καταστάσεις.
Για παράδειγμα: «Το να χάσω στο διαγωνισμό σημαίνει πως είμαι ανίκανη/ος»
Η μεγέθυνση και η σμίκρυνση μπορεί να συμβαίνουν και ταυτόχρονα. Το άτομο δηλαδή να μεγεθύνει τα ελαττώματά του ή τις αρνητικές του εμπειρίες και συγχρόνως να συρρικνώνει τις δυνατότητές του ή τη σημασία των θετικών εμπειριών του.
Η Συναισθηματική λογική
Ο τρόπος με τον οποίο αισθανόμαστε τη δεδομένη στιγμή, θεωρούμε πως ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα, αγνοώντας τις ενδείξεις που υποστηρίζουν το αντίθετο.
Για παράδειγμα: «Νιώθω άχρηστη/ος, συνεπώς είμαι άχρηστη/ος» (νιώθω=συναίσθημα, είμαι=λογική).
Η πιο συνηθισμένη συμπεριφορά που κάνει κάποιος όταν πέφτει στην παγίδα της συναισθηματικής λογικής είναι η αναβλητικότητα.
Για παράδειγμα: «Δεν έχω καλή διάθεση σήμερα, άρα θα πρέπει να μείνω όλη μέρα στο κρεβάτι και να μην κάνω τίποτα».
Οι Δηλώσεις του «Πρέπει»
Χρησιμοποιούμε «πρέπει» και «δεν πρέπει» στη ζωή μας ως κανόνες και πράττουμε σύμφωνα με αυτούς. Στην ουσία είναι άκαμπτες ιδέες και προσδοκίες για το πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε εμείς ή οι άλλοι. Συχνά τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει» που έχουμε θέσει στον εαυτό μας, μας οδηγούν να νιώθουμε πίεση, ενοχή, δυσανασχέτηση, ενώ για τους άλλους μπορεί να νιώσουμε απογοήτευση ή θυμό αν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες μας.
Για παράδειγμα: «Πρέπει να έχω πάντα χρόνο για τους φίλους μου» (για μένα)
«Δεν πρέπει να αργεί στο ραντεβού μας» (για τους άλλους)
Η Ετικετοποίηση
Τα λάθη που κάνουμε νιώθουμε πως μας ακολουθούν στη ζωή μας και ως εκ τούτου μας χαρακτηρίζουν ως άτομα. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να δημιουργούμε μια εξ΄ ολοκλήρου αρνητική αυτοεικόνα, μια εικόνα για τον εαυτό μας, βασισμένη μόνο στα λάθη που κάνουμε.
Για παράδειγμα: αντί να σκεφτούμε «απέτυχα στο project», σκεφτόμαστε «είμαι μια αποτυχία».
Επίσης, η ετικετοποίηση μπορεί να απευθύνεται και σε τρίτους, όταν βάζουμε μια αρνητική ταμπέλα σε όσους μας έχουν απογοητεύσει: «είναι ξιπασμένη/ος» ή όταν χαρακτηρίζουμε τους άλλους με βάση τα ελαττώματα και τις αδυναμίες τους.
Τα λάθη που κάνουμε νιώθουμε πως μας ακολουθούν στη ζωή μας και ως εκ τούτου μας χαρακτηρίζουν ως άτομα. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να δημιουργούμε μια εξ΄ ολοκλήρου αρνητική αυτοεικόνα, μια εικόνα για τον εαυτό μας, βασισμένη μόνο στα λάθη που κάνουμε.
Για παράδειγμα: αντί να σκεφτούμε «απέτυχα στο project», σκεφτόμαστε «είμαι μια αποτυχία».
Επίσης, η ετικετοποίηση μπορεί να απευθύνεται και σε τρίτους, όταν βάζουμε μια αρνητική ταμπέλα σε όσους μας έχουν απογοητεύσει: «είναι ξιπασμένη/ος» ή όταν χαρακτηρίζουμε τους άλλους με βάση τα ελαττώματα και τις αδυναμίες τους.
Η Προσωποποίηση
Όταν θεωρούμε τον εαυτό μας αποκλειστικά υπεύθυνο για την αρνητική έκβαση μιας κατάστασης ή για τη στάση που έχουν οι άλλοι απέναντί μας, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια αντικειμενική ένδειξη. Τα συναισθήματα που κυριαρχούν στην περίπτωση αυτή είναι η ενοχή και η ντροπή.
Για παράδειγμα: «Μου μίλησε απότομα σήμερα το αφεντικό, σίγουρα έχω κάνει κάτι λάθος».
Πως μπορούμε να απαντήσουμε στις παγίδες της σκέψης
Οι παραπάνω σκέψεις εμφανίζονται σε όλους τους ανθρώπους, είτε πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή είτε όχι. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν εμμένουμε στις αρνητικές αυτές σκέψεις και τις πιστεύουμε ως έγκυρες και αληθινές, χωρίς να έχουμε ελέγξει αν και κατά πόσο ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Πώς όμως μπορούμε να απαντάμε στις σκέψεις αυτές κάθε φορά που εμφανίζονται και να τις αξιολογήσουμε με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
Ας δοκιμάσουμε να βάλουμε τον εαυτό μας σε θέση να αναρωτηθεί τα παρακάτω:
(Βοηθάει να καταγράφουμε σε χαρτί τις απαντήσεις μας)
- Τι ενδείξεις έχω ότι η σκέψη είναι σωστή; Τι ενδείξεις έχω ότι η σκέψη είναι λανθασμένη;
- Ποιο είναι το αποτέλεσμα του να πιστεύω τις αρνητικές μου σκέψεις;
- Πώς θα μπορούσα να σκεφτώ εναλλακτικά;
- Τι θα συμβούλευα το φίλο/τη φίλη μου αν βρισκόταν σε μια παρόμοια κατάσταση;
- Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί; Πώς θα μπορούσα να το διαχειριστώ;
- Ποιο είναι το πιο πιθανό-ρεαλιστικό σενάριο;
Ειδάλλως, οι σκέψεις αυτές θα συνεχίσουν να επιδρούν στο συναίσθημα και στη συμπεριφορά μας, με αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα, να αναστέλλουν την καθημερινή μας λειτουργικότητα σε σημαντικούς τομείς της ζωής μας και να μας προκαλούν έντονη δυσφορία και ενόχληση.
Η θέση του θύματος είναι δική μου
Στα διαπροσωπικά παίγνια των ανθρώπων, η θέση του θύματος είναι καταρχήν περιζήτητη. Καθένας σπρώχνει, τραβάει, κάνει κόλπα, βάζει στους άλλους ή στον εαυτό του τρικλοποδιές, κινεί γνωστούς και βάζει μέσον, εξαντλεί πόρους και μυαλό, κατά κανόνα ασυναίσθητα, ασυνείδητα, ώστε να βρεθεί εκείνος στη θέση του θύματος – όποτε προβλέπεται, και συχνά προβλέπεται.
Ο πρώτος λόγος που κάνει τη θέση του θύματος έτσι περιζήτητη είναι ενδοψυχικός. Είμαι στη θέση του θύματος σημαίνει πέρα απ' τ' άλλα δύο πράγματα: Την πρωτοβουλία τού τι συμβαίνει δεν την έχω εγώ, αλλά ο άλλος. Και, αν κάποιος χρωστάει στον άλλον, αυτός δεν είμαι εγώ. Είναι, σαν να λέμε, μια θέση ανεύθυνου παίκτη, που προσδοκά να βγει κερδισμένος και όποτε νικά και όποτε χάνει την παρτίδα: Όποτε γίνεται αυτό που λέει πως θέλει, επειδή έγινε. Κι όποτε δεν γίνεται, επειδή ο άλλος, που 'ναι ο φταίχτης, του οφείλει αποζημίωση και επανόρθωση.
Μ' αυτό το ψυχικό στρατήγημα, μ' αυτό το ασυνείδητο κόλπο, όποιος αισθάνεται ότι κατέχει τη θέση του θύματος επιδιώκει ή και κατακτά δύο ενδοψυχικά έπαθλα: Από τη μια, αισθάνεται απαλλαγμένος από την ευθύνη και την υποχρέωση ν' αντιμετωπίσει, να επεξεργαστεί και να πάρει θέση απέναντι σε διάφορα ηθικά και πρακτικά διλήμματα, με όλον τον κόπο και τις επιπτώσεις που ίσως εξυπονοούν οι επιλογές του. Κι από την άλλη – βαθύτερος λόγος – επειδή έτσι αποφεύγει να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια της ψυχής του. Αποφεύγει ν' αντικρύσει μηχανισμούς, επιθυμίες, φαντασιώσεις και συγκρούσεις που έχουν σαν θέατρο επιχειρήσεων τη δική του ψυχή.
Θα μου πείτε, και καλά, γιατί ένας συνήθης, κοινός άνθρωπος να κάνει τόσον κόπο προκειμένου ν' αποφύγει να δει καθαρά την αλήθεια της ψυχής του;
Θα σας πω κι εγώ: Επειδή κάθε άνθρωπος, κι ο πιο κοινός και ο πιο συνήθης, έχει ασυνείδητο. Έχει απωθημένα, δηλαδή ψυχικές παραστάσεις και ροπές πανίσχυρες, αλλά ανεπίτρεπτες, απορριπτόμενες από το Εγώ του (από την επίσημη ιδέα του για το ποιος είναι). Έχει φαντασιώσεις και επιθυμίες (αυτοί είναι οι οδηγητές της ασυνείδητης ψυχικής ζωής). Οι οποίες, αν βρεθούν στο προσκήνιο και πάρουν τα ηνία και της συνειδητής ψυχικής ζωής, ενδεχομένως θ' αποσταθεροποιήσουν εικόνες για τον εαυτό του κατασκευασμένες με πολύ καιρό και κόπο, με μεγάλες θυσίες και έξοδα.
Η συμφιλίωση ανάμεσα στα δύο αυτά πεδία της ψυχής (συνειδητό και ασυνείδητο ή, από την άλλη σκοπιά, Εγώ και Αυτό=αμυντικός και ενορμητικός πόλος της ψυχής) είναι καρπός μακράς πορείας στη ζωή – πορείας εξωτερικής και εσωτερικής. Ενώ η σύγκρουση και η διαμάχη ανάμεσά τους είναι η φυσική κατάσταση της ψυχής – με όλες τις επιπτώσεις που έχει μία τέτοια κατάσταση, όπως η προαναφερθείσα αυθόρμητη τάση αποφυγής της εσωτερικής αλήθειας.
Γι' αυτούς τους κύριους ενδοψυχικούς λόγους, είναι αυθόρμητη ροπή του ανθρώπου, σε κάθε σχέση που έχει απαιτήσεις (και οι περισσότερες έχουν) και, οπωσδήποτε, σε κάθε στιγμή που γεννιέται μία σημαντική ένταση στη σχέση, να επιδιώκει ασυναίσθητα να καταλάβει τη θέση του θύματος, του αδικημένου, του ριγμένου...Έχει όμως ή εικάζεται ότι έχει και πρόσθετα πλεονεκτήματα η θέση του θύματος. Έχει μια δύναμη, μια ισχύ που δεν είναι διόλου αμελητέες, ιδίως όταν το παιχνίδι της ανθρώπινης σχέσης εκτραπεί ή εκφυλιστεί σε παιχνίδι εξουσίας – στο γνωστό "τίνος θα περάσει".
Εκεί η κατάσταση είναι προφανής: Αφού για να συνεχίσει η σχέση, το παιχνίδι, απαιτείται να υπάρχουν και τα δύο μέλη, και οι δύο παίκτες, τότε τι είναι πιο ξεκούραστο, ισχυρότερο και, εγωιστικά ιδωμένο, πιο επωφελές; Να τραβάς και να σπρώχνεις και να κοπιάζεις εσύ ή και εσύ – ή να χτυπιέται ο άλλος για να σε κρατήσει, για να σ' ευχαριστήσει, κινητοποιήσει και τα όμοια; Όποιος πει ότι ποτέ δεν έχει δει τέτοια παιχνίδια, ας κοιταχτεί λιγάκι στον καθρέπτη. Κι όποιος πάλι πει ότι, σε τεταμένες καταστάσεις και περίπλοκες ασκήσεις δεν βλέπει ποια είναι η αυθόρμητη (εγωιστική, πλην τόσο ανθρώπινη) τάση της ψυχής μάλλον έχει χάσει επεισόδια.
Για να το πούμε πολύ απλά: Τη μεγαλύτερη ισχύ και απολαβή την έχει, σε τέτοιες τεταμένες και μπερδεμένες καταστάσεις, εκείνος που βρίσκεται στη θέση του τραβάτε με κι ας κλαίω – ή όπως το διατύπωσε μία άλλη ασθενής μου, εκείνος που, για να κάνει αυτό που θέλει και τον συμφέρει, καταφέρνει και βάζει τους άλλους να τον παρακαλάνε: "Έλα, Μαρία", "Μα έλα, βρε Γιάννη", και τα όμοια.
Τα όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν και κάτι ακόμη: Η ανθρώπινη σχέση είναι παιχνίδι για δύο (τουλάχιστον). Κι όποτε προκύπτει, σε μία συνηθισμένη ιστορία, θέση θύματος, τότε καλό είναι να τραβήξει κανείς (το θύμα, το έτερο μέλος της σχέσης, οι θεατές...) λιγάκι την κουρτίνα και να δει τι παίζεται στ' αλήθεια στο συγκεκριμένο σενάριο θυματοποίησης.
Κι εκεί συχνότατα θα δούμε, στο παρασκήνιο, ότι σε συνήθεις ανθρώπινες ιστορίες που παράγουν θέση θύματος, κατά κανόνα και τουλάχιστον κατά ένα μέρος, το θύμα είναι πλάσμα διπλής όψεως. Θα δούμε ότι το ίδιο το θύμα τροφοδοτεί το παιχνίδι που παράγει θέση θύματος με πολλούς τρόπους. Υπάρχουν μάλιστα δύο κύριες και πολύ συνηθισμένες εκδοχές παιχνιδιών, όπου το θύμα συμβάλλει καθοριστικά στην τύχη του:
- Στην πρώτη εκδοχή ανευρίσκουμε το συναινούν θύμα. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που με τη στάση του και με τις πράξεις του, με όσα έμπρακτα υποστηρίζει και αρνείται, τροφοδοτεί και διαιωνίζει το συγκεκριμένο παιχνίδι – κατά κανόνα συνοδεύοντας τη στάση του με διάφορες εκλογικεύσεις.
- Στη δεύτερη εκδοχή αυτό που συναντάς είναι ο θύτης-θύμα. Έχει δύο παραλλαγές: Στην πρώτη παραλλαγή συναντάμε το σύνδρομο του Σαμψών, σαν να λέμε. Δηλαδή, έναν άνθρωπο ο οποίος, αφού δεν γίνεται το δικό του (καλό ή κακό με κάποια κριτήρια, άσχετο), άρα είναι "το θύμα", προτιμά να καταστρέψει τα πάντα – δηλαδή μετατρέπεται σε "θύτη".
Αυτό το σύνδρομο το συναντάμε με αυξημένη συχνότητα στις άψυχες σχέσεις, όπου δυο άνθρωποι σαπίζουν μαζί επειδή κανείς δεν έχει το κουράγιο να θάψει μια νεκρή σχέση, καθώς και σε βίαιους χωρισμούς, με τη λογική "δεν θα σε χαίρομαι εγώ, δεν θα σε χαίρεται κανείς".
Στο "σύνδρομο του Σαμψών" ο θύτης-θύμα έχει πάντοτε κάποια επίγνωση του τι κάνει – απλώς, του είναι αδύνατο να το αποφύγει ή να στερηθεί την απόλαυση του κακού που προκαλεί.
Στη δεύτερη παραλλαγή, αντίθετα, ένας άνθρωπος καταρχήν ανεπιγνώτως προκαλεί κακό στους άλλους και στον εαυτό του με τον εξής τρόπο: Κάνει ό,τι μπορεί ώστε να βρεθεί στη θέση του θύματος των περιστάσεων, των άλλων ανθρώπων, των μηχανισμών, του συστήματος – κατά κανόνα, αρχίζοντας αυτός ο ίδιος εχθροπραξίες, που η έκβασή τους είναι προδιαγεγραμμένη και τα σπασμένα θα τα πληρώσει κι ο ίδιος.
Παιδιά με βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές, χρήστες ουσιών, στην οδό της σχολικής αποτυχίας...είναι οι πιο τυπικές όσο και τραγικές μορφές αυτής της παραλλαγής του υποδείγματος "θύμα-θύτης" που θα το χαρακτηρίζαμε σύνδρομο του Γολγοθά: Αρνούνται, πονούν, ενοχοποιούν, παγιδεύουν και πληγώνουν τους άλλους μέσα από τη δική τους θυματοποίηση, χωρίς επίγνωση του πόσο θα κοστίσει σ' αυτά τα ίδια μια τέτοια πορεία. Στους μεγαλύτερους, αλκοολισμός, τοξικομανίες και παραβατικότητες, καθώς και ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες απόπειρες αυτοκτονίας είναι το αντίστοιχο αυτό- και ετεροκαταστροφικό σχήμα "θύτης-θύμα".
Τα λογικά πορίσματα που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω, μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Έχε επίγνωση της θέσης σου μέσα στην σχέση. Μη δικάζεις, μην καταδικάζεις. Κατανόησε τον άλλον, το παιχνίδι και τον εαυτό σου μέσα σ' αυτό. Και, το σπουδαιότερο: Αντί να κλαις τη μοίρα σου, κοίτα να δεις τι περνά από το χέρι σου.
Αντί να ψευτοζείς με τις απολαβές του θύματος, δηλαδή, κοίτα τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις για να πάνε τα πράγματα προς ένα σημείο που θα βρίσκεται πιο κοντά στην αληθινή σου ζωή. Η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές της θέσης θύματος, όποιες κι αν είναι οι συναισθηματικές ή πρακτικές απολαβές της, έχει πάντοτε ανθρώπινο κόστος. Που μπορεί να πάρει ακόμη και οριακές, υπαρξιακές διαστάσεις – όπως δείχνει η ακόλουθη κουβέντα ενός ώριμου πλέον άνδρα (επιτυχημένου, επιπρόσθετα):
"Στη ζωή μου πάντοτε προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην εικόνα που είχαν οι άλλοι για μένα, ώστε να γίνω αποδεκτός. Έτσι όμως ήμουν χαμένος από χέρι. Αν δεν τα κατάφερνα, θα είχα αποτύχει. Κι αν πάλι τα κατάφερνα, θα είχα χάσει τον εαυτό μου. Ήμουν, σαν να λέμε, κυριολεκτικά σφαγμένος από χέρι".
Ο πρώτος λόγος που κάνει τη θέση του θύματος έτσι περιζήτητη είναι ενδοψυχικός. Είμαι στη θέση του θύματος σημαίνει πέρα απ' τ' άλλα δύο πράγματα: Την πρωτοβουλία τού τι συμβαίνει δεν την έχω εγώ, αλλά ο άλλος. Και, αν κάποιος χρωστάει στον άλλον, αυτός δεν είμαι εγώ. Είναι, σαν να λέμε, μια θέση ανεύθυνου παίκτη, που προσδοκά να βγει κερδισμένος και όποτε νικά και όποτε χάνει την παρτίδα: Όποτε γίνεται αυτό που λέει πως θέλει, επειδή έγινε. Κι όποτε δεν γίνεται, επειδή ο άλλος, που 'ναι ο φταίχτης, του οφείλει αποζημίωση και επανόρθωση.
Μ' αυτό το ψυχικό στρατήγημα, μ' αυτό το ασυνείδητο κόλπο, όποιος αισθάνεται ότι κατέχει τη θέση του θύματος επιδιώκει ή και κατακτά δύο ενδοψυχικά έπαθλα: Από τη μια, αισθάνεται απαλλαγμένος από την ευθύνη και την υποχρέωση ν' αντιμετωπίσει, να επεξεργαστεί και να πάρει θέση απέναντι σε διάφορα ηθικά και πρακτικά διλήμματα, με όλον τον κόπο και τις επιπτώσεις που ίσως εξυπονοούν οι επιλογές του. Κι από την άλλη – βαθύτερος λόγος – επειδή έτσι αποφεύγει να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια της ψυχής του. Αποφεύγει ν' αντικρύσει μηχανισμούς, επιθυμίες, φαντασιώσεις και συγκρούσεις που έχουν σαν θέατρο επιχειρήσεων τη δική του ψυχή.
Θα μου πείτε, και καλά, γιατί ένας συνήθης, κοινός άνθρωπος να κάνει τόσον κόπο προκειμένου ν' αποφύγει να δει καθαρά την αλήθεια της ψυχής του;
Θα σας πω κι εγώ: Επειδή κάθε άνθρωπος, κι ο πιο κοινός και ο πιο συνήθης, έχει ασυνείδητο. Έχει απωθημένα, δηλαδή ψυχικές παραστάσεις και ροπές πανίσχυρες, αλλά ανεπίτρεπτες, απορριπτόμενες από το Εγώ του (από την επίσημη ιδέα του για το ποιος είναι). Έχει φαντασιώσεις και επιθυμίες (αυτοί είναι οι οδηγητές της ασυνείδητης ψυχικής ζωής). Οι οποίες, αν βρεθούν στο προσκήνιο και πάρουν τα ηνία και της συνειδητής ψυχικής ζωής, ενδεχομένως θ' αποσταθεροποιήσουν εικόνες για τον εαυτό του κατασκευασμένες με πολύ καιρό και κόπο, με μεγάλες θυσίες και έξοδα.
Η συμφιλίωση ανάμεσα στα δύο αυτά πεδία της ψυχής (συνειδητό και ασυνείδητο ή, από την άλλη σκοπιά, Εγώ και Αυτό=αμυντικός και ενορμητικός πόλος της ψυχής) είναι καρπός μακράς πορείας στη ζωή – πορείας εξωτερικής και εσωτερικής. Ενώ η σύγκρουση και η διαμάχη ανάμεσά τους είναι η φυσική κατάσταση της ψυχής – με όλες τις επιπτώσεις που έχει μία τέτοια κατάσταση, όπως η προαναφερθείσα αυθόρμητη τάση αποφυγής της εσωτερικής αλήθειας.
Γι' αυτούς τους κύριους ενδοψυχικούς λόγους, είναι αυθόρμητη ροπή του ανθρώπου, σε κάθε σχέση που έχει απαιτήσεις (και οι περισσότερες έχουν) και, οπωσδήποτε, σε κάθε στιγμή που γεννιέται μία σημαντική ένταση στη σχέση, να επιδιώκει ασυναίσθητα να καταλάβει τη θέση του θύματος, του αδικημένου, του ριγμένου...Έχει όμως ή εικάζεται ότι έχει και πρόσθετα πλεονεκτήματα η θέση του θύματος. Έχει μια δύναμη, μια ισχύ που δεν είναι διόλου αμελητέες, ιδίως όταν το παιχνίδι της ανθρώπινης σχέσης εκτραπεί ή εκφυλιστεί σε παιχνίδι εξουσίας – στο γνωστό "τίνος θα περάσει".
Εκεί η κατάσταση είναι προφανής: Αφού για να συνεχίσει η σχέση, το παιχνίδι, απαιτείται να υπάρχουν και τα δύο μέλη, και οι δύο παίκτες, τότε τι είναι πιο ξεκούραστο, ισχυρότερο και, εγωιστικά ιδωμένο, πιο επωφελές; Να τραβάς και να σπρώχνεις και να κοπιάζεις εσύ ή και εσύ – ή να χτυπιέται ο άλλος για να σε κρατήσει, για να σ' ευχαριστήσει, κινητοποιήσει και τα όμοια; Όποιος πει ότι ποτέ δεν έχει δει τέτοια παιχνίδια, ας κοιταχτεί λιγάκι στον καθρέπτη. Κι όποιος πάλι πει ότι, σε τεταμένες καταστάσεις και περίπλοκες ασκήσεις δεν βλέπει ποια είναι η αυθόρμητη (εγωιστική, πλην τόσο ανθρώπινη) τάση της ψυχής μάλλον έχει χάσει επεισόδια.
Για να το πούμε πολύ απλά: Τη μεγαλύτερη ισχύ και απολαβή την έχει, σε τέτοιες τεταμένες και μπερδεμένες καταστάσεις, εκείνος που βρίσκεται στη θέση του τραβάτε με κι ας κλαίω – ή όπως το διατύπωσε μία άλλη ασθενής μου, εκείνος που, για να κάνει αυτό που θέλει και τον συμφέρει, καταφέρνει και βάζει τους άλλους να τον παρακαλάνε: "Έλα, Μαρία", "Μα έλα, βρε Γιάννη", και τα όμοια.
Τα όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν και κάτι ακόμη: Η ανθρώπινη σχέση είναι παιχνίδι για δύο (τουλάχιστον). Κι όποτε προκύπτει, σε μία συνηθισμένη ιστορία, θέση θύματος, τότε καλό είναι να τραβήξει κανείς (το θύμα, το έτερο μέλος της σχέσης, οι θεατές...) λιγάκι την κουρτίνα και να δει τι παίζεται στ' αλήθεια στο συγκεκριμένο σενάριο θυματοποίησης.
Κι εκεί συχνότατα θα δούμε, στο παρασκήνιο, ότι σε συνήθεις ανθρώπινες ιστορίες που παράγουν θέση θύματος, κατά κανόνα και τουλάχιστον κατά ένα μέρος, το θύμα είναι πλάσμα διπλής όψεως. Θα δούμε ότι το ίδιο το θύμα τροφοδοτεί το παιχνίδι που παράγει θέση θύματος με πολλούς τρόπους. Υπάρχουν μάλιστα δύο κύριες και πολύ συνηθισμένες εκδοχές παιχνιδιών, όπου το θύμα συμβάλλει καθοριστικά στην τύχη του:
- Στην πρώτη εκδοχή ανευρίσκουμε το συναινούν θύμα. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που με τη στάση του και με τις πράξεις του, με όσα έμπρακτα υποστηρίζει και αρνείται, τροφοδοτεί και διαιωνίζει το συγκεκριμένο παιχνίδι – κατά κανόνα συνοδεύοντας τη στάση του με διάφορες εκλογικεύσεις.
- Στη δεύτερη εκδοχή αυτό που συναντάς είναι ο θύτης-θύμα. Έχει δύο παραλλαγές: Στην πρώτη παραλλαγή συναντάμε το σύνδρομο του Σαμψών, σαν να λέμε. Δηλαδή, έναν άνθρωπο ο οποίος, αφού δεν γίνεται το δικό του (καλό ή κακό με κάποια κριτήρια, άσχετο), άρα είναι "το θύμα", προτιμά να καταστρέψει τα πάντα – δηλαδή μετατρέπεται σε "θύτη".
Αυτό το σύνδρομο το συναντάμε με αυξημένη συχνότητα στις άψυχες σχέσεις, όπου δυο άνθρωποι σαπίζουν μαζί επειδή κανείς δεν έχει το κουράγιο να θάψει μια νεκρή σχέση, καθώς και σε βίαιους χωρισμούς, με τη λογική "δεν θα σε χαίρομαι εγώ, δεν θα σε χαίρεται κανείς".
Στο "σύνδρομο του Σαμψών" ο θύτης-θύμα έχει πάντοτε κάποια επίγνωση του τι κάνει – απλώς, του είναι αδύνατο να το αποφύγει ή να στερηθεί την απόλαυση του κακού που προκαλεί.
Στη δεύτερη παραλλαγή, αντίθετα, ένας άνθρωπος καταρχήν ανεπιγνώτως προκαλεί κακό στους άλλους και στον εαυτό του με τον εξής τρόπο: Κάνει ό,τι μπορεί ώστε να βρεθεί στη θέση του θύματος των περιστάσεων, των άλλων ανθρώπων, των μηχανισμών, του συστήματος – κατά κανόνα, αρχίζοντας αυτός ο ίδιος εχθροπραξίες, που η έκβασή τους είναι προδιαγεγραμμένη και τα σπασμένα θα τα πληρώσει κι ο ίδιος.
Παιδιά με βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές, χρήστες ουσιών, στην οδό της σχολικής αποτυχίας...είναι οι πιο τυπικές όσο και τραγικές μορφές αυτής της παραλλαγής του υποδείγματος "θύμα-θύτης" που θα το χαρακτηρίζαμε σύνδρομο του Γολγοθά: Αρνούνται, πονούν, ενοχοποιούν, παγιδεύουν και πληγώνουν τους άλλους μέσα από τη δική τους θυματοποίηση, χωρίς επίγνωση του πόσο θα κοστίσει σ' αυτά τα ίδια μια τέτοια πορεία. Στους μεγαλύτερους, αλκοολισμός, τοξικομανίες και παραβατικότητες, καθώς και ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες απόπειρες αυτοκτονίας είναι το αντίστοιχο αυτό- και ετεροκαταστροφικό σχήμα "θύτης-θύμα".
Τα λογικά πορίσματα που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω, μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Έχε επίγνωση της θέσης σου μέσα στην σχέση. Μη δικάζεις, μην καταδικάζεις. Κατανόησε τον άλλον, το παιχνίδι και τον εαυτό σου μέσα σ' αυτό. Και, το σπουδαιότερο: Αντί να κλαις τη μοίρα σου, κοίτα να δεις τι περνά από το χέρι σου.
Αντί να ψευτοζείς με τις απολαβές του θύματος, δηλαδή, κοίτα τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις για να πάνε τα πράγματα προς ένα σημείο που θα βρίσκεται πιο κοντά στην αληθινή σου ζωή. Η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές της θέσης θύματος, όποιες κι αν είναι οι συναισθηματικές ή πρακτικές απολαβές της, έχει πάντοτε ανθρώπινο κόστος. Που μπορεί να πάρει ακόμη και οριακές, υπαρξιακές διαστάσεις – όπως δείχνει η ακόλουθη κουβέντα ενός ώριμου πλέον άνδρα (επιτυχημένου, επιπρόσθετα):
"Στη ζωή μου πάντοτε προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην εικόνα που είχαν οι άλλοι για μένα, ώστε να γίνω αποδεκτός. Έτσι όμως ήμουν χαμένος από χέρι. Αν δεν τα κατάφερνα, θα είχα αποτύχει. Κι αν πάλι τα κατάφερνα, θα είχα χάσει τον εαυτό μου. Ήμουν, σαν να λέμε, κυριολεκτικά σφαγμένος από χέρι".
Η Τριγωνική Θεωρία της Αγάπης
Ο γνωστός ψυχολόγος Robert J Sternberg έθεσε για πρώτη φορά την Θεωρία του για την Αγάπη το 1985. Με βάση την ψυχολογική του έρευνα στο Πανεπιστήμιο Yale, η θεωρία αυτή επιδιώκει να ορίσει διαφορετικά στοιχεία διαπροσωπικών σχέσεων και να καταδείξει πώς μπορούν να συνδυαστούν αυτά για να σχηματίσουν τους οκτώ τύπους κάτι που ονομάζουμε αγάπη.
Ο Sternberg ξεκινά με τα τρία βασικά στοιχεία που λέει ότι βρίσκονται στην καρδιά των περισσότερων ανθρώπινων σχέσεων: το πάθος, η δέσμευση και η οικειότητα. Λαμβάνονται μεμονωμένα, αυτά τα συστατικά αποτελούν τις τρεις απλούστερες μορφές αγάπης:
* Το Πάθος – Ο ενθουσιασμός ή η ενέργεια της σχέσης. Τα συναισθήματα της σωματικής έλξης, του ρομαντισμού και της διέγερσης (ιδιαίτερα της σεξουαλικής διέγερσης) στη σχέση.Το πάθος τείνει να αναπτύσσεται πολύ γρήγορα στις σχέσεις, ακολουθούμενο από μια σταδιακή επιδείνωση με την πάροδο του χρόνου.
* Η Δέσμευση – Η “επιχειρηματική πτυχή” της σχέσης. Αυτό περιλαμβάνει όλες τις κοινές επενδύσεις ή την «ιστορία» της σχέσης, όπως αποφάσεις, εμπειρίες και προσαρμογές. Η δέσμευση αρχίζει πάντα στο σημείο μηδέν και αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου για τη διάρκεια της σχέσης.
* Η Οικειότητα – φιλία ή η ιδιαιτερότητα της σχέσης. Τα συναισθήματα της εγγύτητας, του δεσμού, της σχέσης, της εμπιστοσύνης και της φιλίας στη σχέση.Η οικειότητα τείνει να αυξάνεται κάπως γρήγορα στην αρχή, στη συνέχεια, καταγράφει μακριά, αυξάνεται πιο αργά για ένα χρόνο πριν από την τελική σταθεροποίηση.
Φυσικά, μια “τέλεια” σχέση στην άποψη του Sternberg περιέχει και τα τρία συστατικά, αλλά οι διάφοροι συνδυασμοί αυτών των ψυχολογικών πτυχών της αγάπης δημιουργούν οκτώ ξεχωριστές μεταλλάξεις που καλύπτουν σχεδόν όλες τις σχέσεις.
Η Τριγωνική Θεωρία της Αγάπης προέρχεται από το γεγονός ότι μπορούμε να συνδυάσουμε τουλάχιστον δύο από αυτές τις συνιστώσες και να δημιουργήσουμε πιο σύνθετους τύπους αγάπης. Όταν έχουμε μια σχέση που συνδυάζει πάθος και οικειότητα για παράδειγμα, παίρνουμε την ρομαντική αγάπη.
1. “Φιλία” ~ Μόνο οικειότητα (Δεν υπάρχει πάθος ή δέσμευση) Σε αυτές τις σχέσεις η οικειότητα μεταξύ τους δυο ανθρώπων δημιουργεί την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης .
2. “Έντονη αγάπη” ~ Μόνο πάθος (Καμία οικειότητα ή δέσμευση) – Αυτό το είδος αγάπης τείνει να είναι μια επιφανειακή σχέση ,μονόπλευρη, όπου το ζευγάρι συνήθως είναι προσωρινά μαζί .
3. “Κενή αγάπη” ~ Μόνο Δέσμευση (Όχι Πάθος ή οικειότητα) – Αυτού του είδους η αγάπη συνήθως το συναντάμε σε ανθρώπους που βρέθηκαν μαζί παρά την θέλησή τους ή σε πολύχρονες σχέσεις όπου το πάθος και η οικειότητα έχουν πεθάνει …
4. “Ρομαντική Αγάπη” ~ Πάθος & Οικειότητα (Όχι δέσμευση) – Μπορεί να είναι μια σχέση που ανθίζει όταν το ζευγάρι αισθάνεται σαν να πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Καθώς οι εμπειρίες μεγαλώνουν μεταξύ τους, αυτός ο τύπος αγάπης μπορεί να αναπτύξει τη δέσμευση.
5. “Συντροφική αγάπη” ~ Οικειότητα & Κενή αγάπη (Όχι Πάθος) – Και πάλι, αυτό συμβαίνει συνήθως σε παλαιότερες σχέσεις όπου το ζευγάρι παραμένει οι καλύτεροι φίλοι, αλλά δεν αισθάνονται πλέον το πάθος τους ο ένας στον άλλο. Αυτός ο τύπος αγάπης μπορεί αποδίδει ικανοποίηση και είναι μακροχρόνιος.
6. “Φανταστική αγάπη” ~ Πάθος & Δέσμευση (Καμία οικειότητα) – Αυτό είναι ένα αίσθημα αγάπης επειδή το ζευγάρι θέλει να ερωτευτεί … αλλά πραγματικά δεν έχουν κοινά ενδιαφέροντα.
7. “Μη αγάπη” ~ Όλες οι πλευρές απουσιάζουν (Όχι πάθος, οικειότητα ή δέσμευση) – Βασικά, αυτός ο τύπος σχέσης είναι απλά μια γνωριμία.
8. “Ολοκληρωμένη Αγάπη” ~ (Όλες οι πλευρές Παρόν) – Το καλύτερο όλων των ειδών, η “ιδανική σχέση”, που όλα τα ζευγάρια θα ήθελαν να επιτύχουν.
Ο Sternberg ξεκινά με τα τρία βασικά στοιχεία που λέει ότι βρίσκονται στην καρδιά των περισσότερων ανθρώπινων σχέσεων: το πάθος, η δέσμευση και η οικειότητα. Λαμβάνονται μεμονωμένα, αυτά τα συστατικά αποτελούν τις τρεις απλούστερες μορφές αγάπης:
* Το Πάθος – Ο ενθουσιασμός ή η ενέργεια της σχέσης. Τα συναισθήματα της σωματικής έλξης, του ρομαντισμού και της διέγερσης (ιδιαίτερα της σεξουαλικής διέγερσης) στη σχέση.Το πάθος τείνει να αναπτύσσεται πολύ γρήγορα στις σχέσεις, ακολουθούμενο από μια σταδιακή επιδείνωση με την πάροδο του χρόνου.
* Η Δέσμευση – Η “επιχειρηματική πτυχή” της σχέσης. Αυτό περιλαμβάνει όλες τις κοινές επενδύσεις ή την «ιστορία» της σχέσης, όπως αποφάσεις, εμπειρίες και προσαρμογές. Η δέσμευση αρχίζει πάντα στο σημείο μηδέν και αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου για τη διάρκεια της σχέσης.
* Η Οικειότητα – φιλία ή η ιδιαιτερότητα της σχέσης. Τα συναισθήματα της εγγύτητας, του δεσμού, της σχέσης, της εμπιστοσύνης και της φιλίας στη σχέση.Η οικειότητα τείνει να αυξάνεται κάπως γρήγορα στην αρχή, στη συνέχεια, καταγράφει μακριά, αυξάνεται πιο αργά για ένα χρόνο πριν από την τελική σταθεροποίηση.
Φυσικά, μια “τέλεια” σχέση στην άποψη του Sternberg περιέχει και τα τρία συστατικά, αλλά οι διάφοροι συνδυασμοί αυτών των ψυχολογικών πτυχών της αγάπης δημιουργούν οκτώ ξεχωριστές μεταλλάξεις που καλύπτουν σχεδόν όλες τις σχέσεις.
Η Τριγωνική Θεωρία της Αγάπης προέρχεται από το γεγονός ότι μπορούμε να συνδυάσουμε τουλάχιστον δύο από αυτές τις συνιστώσες και να δημιουργήσουμε πιο σύνθετους τύπους αγάπης. Όταν έχουμε μια σχέση που συνδυάζει πάθος και οικειότητα για παράδειγμα, παίρνουμε την ρομαντική αγάπη.
1. “Φιλία” ~ Μόνο οικειότητα (Δεν υπάρχει πάθος ή δέσμευση) Σε αυτές τις σχέσεις η οικειότητα μεταξύ τους δυο ανθρώπων δημιουργεί την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης .
2. “Έντονη αγάπη” ~ Μόνο πάθος (Καμία οικειότητα ή δέσμευση) – Αυτό το είδος αγάπης τείνει να είναι μια επιφανειακή σχέση ,μονόπλευρη, όπου το ζευγάρι συνήθως είναι προσωρινά μαζί .
3. “Κενή αγάπη” ~ Μόνο Δέσμευση (Όχι Πάθος ή οικειότητα) – Αυτού του είδους η αγάπη συνήθως το συναντάμε σε ανθρώπους που βρέθηκαν μαζί παρά την θέλησή τους ή σε πολύχρονες σχέσεις όπου το πάθος και η οικειότητα έχουν πεθάνει …
4. “Ρομαντική Αγάπη” ~ Πάθος & Οικειότητα (Όχι δέσμευση) – Μπορεί να είναι μια σχέση που ανθίζει όταν το ζευγάρι αισθάνεται σαν να πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Καθώς οι εμπειρίες μεγαλώνουν μεταξύ τους, αυτός ο τύπος αγάπης μπορεί να αναπτύξει τη δέσμευση.
5. “Συντροφική αγάπη” ~ Οικειότητα & Κενή αγάπη (Όχι Πάθος) – Και πάλι, αυτό συμβαίνει συνήθως σε παλαιότερες σχέσεις όπου το ζευγάρι παραμένει οι καλύτεροι φίλοι, αλλά δεν αισθάνονται πλέον το πάθος τους ο ένας στον άλλο. Αυτός ο τύπος αγάπης μπορεί αποδίδει ικανοποίηση και είναι μακροχρόνιος.
6. “Φανταστική αγάπη” ~ Πάθος & Δέσμευση (Καμία οικειότητα) – Αυτό είναι ένα αίσθημα αγάπης επειδή το ζευγάρι θέλει να ερωτευτεί … αλλά πραγματικά δεν έχουν κοινά ενδιαφέροντα.
7. “Μη αγάπη” ~ Όλες οι πλευρές απουσιάζουν (Όχι πάθος, οικειότητα ή δέσμευση) – Βασικά, αυτός ο τύπος σχέσης είναι απλά μια γνωριμία.
8. “Ολοκληρωμένη Αγάπη” ~ (Όλες οι πλευρές Παρόν) – Το καλύτερο όλων των ειδών, η “ιδανική σχέση”, που όλα τα ζευγάρια θα ήθελαν να επιτύχουν.
Καλυψώ σημαίνει καθήλωση και Αντίνοος αντί νους. Θα τους νικήσει τελικά ο Οδυσσέας;
Έρχεται μια στιγμή στη ζωή μας που σπάνε όλα τα φράγματα και ανοίγουν διάπλατοι όλοι οι ορίζοντες. Μια στιγμή που μας σπρώχνει σε μια απόφαση που κάποτε μας φαινόταν αδιανόητη. Και τότε, υπερβαίνοντας τον εαυτό μας και τους περιορισμούς του, ξυπνάμε! Κι αλλάζουμε πεπρωμένο. Κάθε νέα αρχή είναι μια αλλαγή πεπρωμένου. Να αλλάξουμε πεπρωμένο σημαίνει να ξυπνήσουμε. Επειδή το πεπρωμένο είτε το επιλέγεις ξύπνιος, είτε σε επιλέγει κοιμισμένο. Συχνά όμως διστάζουμε να κάνουμε το βήμα μιας νέας αρχής. Δεν είμαστε πρόθυμοι να εγκαταλείψουμε το παλιό που, μολονότι τελειωμένο ή περιοριστικό, μοιάζει οικείο. Μας αναστέλλει η αβεβαιότητα όταν είναι να βαδίσουμε σε αχαρτογράφητες περιοχές. Όμως ποτέ δεν είμαστε μόνοι. Ορατοί κι αόρατοι σύμμαχοι εμφανίζονται, συχνά με αναπάντεχους τρόπους. Έναν από αυτούς μας τον προσέφερε ο Όμηρος στην Οδύσσεια.
Θα μπορούσατε να φανταστείτε ότι το ταξίδι της ζωής σας έχει την αντιστοιχία του στο ταξίδι του Οδυσσέα; Κι εμείς, όπως αυτός. περιπλανιόμαστε από εμπειρία σε εμπειρία. Συναντάμε μονόφθαλμους γίγαντες, παλεύουμε να αντισταθούμε στις προκλήσεις των Σειρήνων, συντριβόμαστε με δύσκολες επιλογές ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη, κάποιες φορές βυθιζόμαστε τόσο σαν να φτάνουμε στον Άδη κι άλλες υψωνόμαστε στηριγμένοι σε ανθρώπινη και θεϊκή βοήθεια. Στο επικό ταξίδι του Οδυσσέα υπάρχει ένας μυστικός κώδικας που περιγράφει τα στάδια που περνάμε καθώς ταξιδεύουμε στη ζωή, κάνουμε επιλογές και σχέσεις, χάνουμε το δρόμο μας, τον βρίσκουμε ξανά και συνεχίζουμε ζητώντας να επιστρέψουμε στον τόπο της καρδιάς μας. Στην Ιθάκη.
Ως εδώ και μη παρέκει!
Μολονότι το ταξίδι του Οδυσσέα κράτησε 10 χρόνια, τα περισσότερα από αυτά δεν ταξίδευε. Τον κρατούσε καθηλωμένο στο νησί της η Καλυψώ που, όπως αποκαλύπτει ετυμολογικά το όνομά της, του έριχνε ένα κάλυμμα στο νου για να ξεχνά. Η αντιστοιχία στη δική μας ζωή είναι η καθήλωση σε καταστάσεις, σχέσεις και πάνω απ’ όλα πεποιθήσεις που μας κρατάνε πίσω. Παρ όλα αυτά μένουμε μαζί τους. Επειδή έχουμε βολευτεί. Κι επειδή μας ανταμείβουν με κάποιες ικανοποιήσεις που καθησυχάζουν τις ανασφάλειές μας ή μας δίνουν μια ψευδαίσθηση φροντίδας. Η Καλυψώ κρατούσε σαγηνεμένο τον Οδυσσέα 7 ολόκληρα χρόνια ταΐζοντάς τον νέκταρ και αμβροσία για να τον κάνει αθάνατο, όπως του υποσχόταν. Κι εκείνος βολεύτηκε και ξεχάστηκε καθώς η Καλυψώ κάλυπτε με ένα πέπλο λήθης τον αληθινό προορισμό του: το γυρισμό στην Ιθάκη. Σαν τον Οδυσσέα κι εμείς καθηλωνόμαστε συχνά σε μια εξάρτηση από μια ουσία ή μια συμπεριφορά ή σε μια κακοποιητική σχέση περιμένοντας κάτι που δεν έρχεται ποτέ ή που χάνεται αστραπιαία.
Ματαιωνόμαστε ξανά και ξανά κι όμως μένουμε. Μήνες, χρόνια καμιά φορά ζωές ολόκληρες. Ωστόσο κι αν εμείς την ξεχάσαμε, η Ιθάκη δεν μας ξέχασε. Όσα καλύμματα κι αν έχει ρίξει η Καλυψώ-καθήλωση, δεν μπόρεσε ποτέ να εξαλείψει τη βαθύτερη ουσία μας. Η αίσθηση ότι αξίζουμε καλύτερα, η λαχτάρα μας για ελευθερία κι αυτοσεβασμό μας κάνουν αργά ή γρήγορα να ξυπνήσουμε και να κινητοποιηθούμε. Και τότε αξιολογούμε ξανά όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή μας καθήλωναν και τα απαξιώνουμε. Τα ερμηνεύουμε με νέο τρόπο. Αυτό συμβαίνει και στην Οδύσσεια όταν εμφανίζεται ο Ερμής για να ζητήσει από την Καλυψώ να αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει. Ο Ερμής, όπως αποκαλύπτει το όνομά του, προσφέρει μια νέα ερμηνεία στον Οδυσσέα. Ένα νέο τρόπο να δει την κατάσταση καθήλωσής του, να την αναγνωρίσει και να την εγκαταλείψει. Ξυπνώντας σαν από λήθαργο νιώθει τη βαθιά λαχτάρα να φύγει επιτέλους. Να επιστρέψει στο βασίλειό του, στην Πηνελόπη-ψυχή του και στη δημιουργία του, τον γιο του Τηλέμαχο.
Ο Οδυσσέας της ψυχής μας συναντά τον εξωγήινο και τον Πλάτωνα
Όσο κι αν καθυστερήσει αυτή η αφύπνιση, έρχεται κάποτε. Σταδιακά μαζεύουμε ενέργεια, συσσωρεύουμε βουβά πόνο και ματαιώσεις, όπως τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται και πυκνώνουν και πληθαίνουν και βαραίνουν μέχρι να αγγιχτούν τα όρια της αντοχής μας. Και τότε ξεσπάμε σαν καταιγίδα. Με ένα ορμητικό «ως εδώ και μη παρέκει» που μας ωθεί να διακόψουμε μονομιάς κι οριστικά την κακοποιητική σχέση με κάποια ουσία, συνήθεια ή άνθρωπο. Τότε αποκτάμε μηδενική ανοχή για ό,τι μας βασάνισε και μας περιόρισε για χρόνια. Όπως ο Οδυσσέας που ξέσπασε κλαίγοντας στο ακρογιάλι του νησιού όπου τον είχε εγκλωβίσει η Καλυψώ. «Δεν το θέλω πια αυτό», ούρλιαζε. «Θέλω να επιστρέψω στην Ιθάκη. Θέλω να γυρίσω στο σπίτι».
Σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά την κραυγή του ομηρικού Οδυσσέα, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ σκηνοθετεί μια από τις πιο τρυφερά σπαρακτικές σκηνές στην ταινία «Ε.Τ.» όπου ο ήρωας υψώνει το εξωγήινο δάχτυλό του με τον δείκτη να λάμπει σαν φως δείχνοντας τον ουρανό και λέγοντας με παράπονο «Ε.Τ. wants to go home». O E.T. θέλει να γυρίσει σπίτι. Πλάνητες, πλανημένοι και περιπλανώμενοι κι εμείς όπως ο Οδυσσέας λαχταράμε βαθιά τον γυρισμό μας σε μια κατάσταση μακαριότητας και πληρότητας, ωκεάνιας ειρήνης, απέραντης αποδοχής κι αγάπης που μολονότι δεν τα έχουμε ζήσει στην πληρότητά τους σ’ αυτόν τον κόσμο παρ’ όλα αυτά τα νοσταλγούμε. Κι αυτό σημαίνει πως κάπου κάποτε τα ζήσαμε. Σ’ αυτή την απόμακρη, σαν ξεχασμένο τραγούδι, ανάμνηση αναφέρεται ο Πλάτωνας περιγράφοντας τις ψυχές που κάποτε στροβιλίζονταν μακάρια στους αιώνιους χώρους των αθανάτων και που ύστερα ξέπεσαν με τη βαθιά λαχτάρα να επιστρέψουν. Και νιώθουν ακαταμάχητη έλξη για ό,τι αμυδρά τους θυμίζει την ουράνια μακαριότητα που ζούσαν κάποτε.
Συγχώρεσε και αυτό θα εξαφανιστεί
Υπάρχει κάτι καλό μέσα μας, κάτι τρυφερό και συμπονετικό και συνάμα γενναίο και μεγαλόπρεπο. Υπάρχει ένα βασίλειο-ψυχολογική κατάσταση που μας καλεί να επιστρέψουμε κάθε φορά που ο φόβος ή ο θυμός συσκοτίζουν τον νου μας κρατώντας μας μακριά από την πατρίδα της καρδιάς μας. Η Καλυψώ στη ζωή μας είναι αφενός οι μοιραίες προσκολλήσεις μας αλλά κυρίως τα χρόνια παράπονα που μας κρατούν καθηλωμένους σε ένα τραύμα που άθελά μας συντηρούμε αρνούμενοι τη συγχώρεση. «Κλέβει τον εαυτό του όποιος ανώφελα πονάει» γράφει ο Σαίξπηρ θυμίζοντάς μας πως εμείς στο τέλος είμαστε που στερούμαστε την ανακούφιση και την ελευθερία από το παρελθόν. Το παράπονα μέσα μας έχουν συχνά ηλικία δεκαετιών. Από μόνα τους δεν έχουν τη δύναμη να συντηρούνται. Τους τη δίνουμε εμείς. Τα ίδια τα γεγονότα δεν κρατούν πολύ. Ο απόηχός τους είναι που διαρκεί. Μπορεί να αντηχούν μέσα μας μια ολόκληρη ζωή μέχρι να αποφασίσουμε ότι δεν το θέλουμε αυτό πια! Όποιος κι αν είναι ο ένοχος, όποιον κι αν έχουμε κατηγορήσει –τον άλλον ή τον εαυτό μας ή και τους δυο μαζί– μπορούμε πάντα να κάνουμε μια νέα επιλογή. Να πούμε «ως εδώ και μη παρέκει» στον πόνο και να αποτινάξουμε από τη ζωή μας την ενοχή και την καταδίκη. Γενναία και μεγαλόπρεπα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν και να διαλέξουμε ένα άλλο πεπρωμένο. Επιτέλους!
Τι μας στηρίζει στα δύσκολα;
Οι περιπέτειες του προπάτορα Οδυσσέα αντιπροσωπεύουν εντυπωσιακά τις ψυχολογικές καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε στο ταξίδι της ζωής μας. Οι λύσεις που βρήκε ο Οδυσσέας στις διάφορες δοκιμασίες μάς προσφέρουν κατανόηση και παραδείγματα για ευφυείς λύσεις στη δική μας ζωή. Το ετυμολογικό νόημα των ονομάτων στην Οδύσσεια και ο κρυφός συμβολισμός των αντικειμένων γίνονται οδηγοί. Ο αρχηγός των μνηστήρων της Πηνελόπης για παράδειγμα είναι ο Αντίνοος, ο αντινούς που πολεμά μέσα μας τον ορθό νου και τη σοφία μας. Ποια παράλογη σκέψη σε τυραννά; Το κατάρτι όπου δένεται οικειοθελώς ο Οδυσσέας για να περάσει από τις Σειρήνες είναι αυτό που μας έχει κρατήσει ακλόνητους στα δύσκολα. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που στηρίζει εσάς στα δύσκολα; Τι κρύβεται στο υφαντό της Πηνελόπης που υφαίνεται και ξεϋφαίνεται και πώς συνδέεται με τις δικές σας εμπειρίες ζωής; Ο Όμηρος έχει κρύψει στην Οδύσσεια έναν ψυχολογικό χάρτη πορείας που μπορεί να μας συντροφέψει και να μας προφυλάξει από τον άσκοπο πόνο. Στο βιβλίο «Μυστική Οδύσσεια» ο κρυφός κώδικας του Ομήρου φανερώνεται μαζί με την παρήγορη επιβεβαίωση πως δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Από τα βάθη των αιώνων έρχεται ένα μήνυμα, ένα πλήθος πληροφοριών και μια σπουδαία καθοδήγηση που μας συμπαρίστανται και μας ωθούν να επιστρέψουμε στην Ιθάκη της ψυχής μας. Θριαμβευτικά.
Θα μπορούσατε να φανταστείτε ότι το ταξίδι της ζωής σας έχει την αντιστοιχία του στο ταξίδι του Οδυσσέα; Κι εμείς, όπως αυτός. περιπλανιόμαστε από εμπειρία σε εμπειρία. Συναντάμε μονόφθαλμους γίγαντες, παλεύουμε να αντισταθούμε στις προκλήσεις των Σειρήνων, συντριβόμαστε με δύσκολες επιλογές ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη, κάποιες φορές βυθιζόμαστε τόσο σαν να φτάνουμε στον Άδη κι άλλες υψωνόμαστε στηριγμένοι σε ανθρώπινη και θεϊκή βοήθεια. Στο επικό ταξίδι του Οδυσσέα υπάρχει ένας μυστικός κώδικας που περιγράφει τα στάδια που περνάμε καθώς ταξιδεύουμε στη ζωή, κάνουμε επιλογές και σχέσεις, χάνουμε το δρόμο μας, τον βρίσκουμε ξανά και συνεχίζουμε ζητώντας να επιστρέψουμε στον τόπο της καρδιάς μας. Στην Ιθάκη.
Ως εδώ και μη παρέκει!
Μολονότι το ταξίδι του Οδυσσέα κράτησε 10 χρόνια, τα περισσότερα από αυτά δεν ταξίδευε. Τον κρατούσε καθηλωμένο στο νησί της η Καλυψώ που, όπως αποκαλύπτει ετυμολογικά το όνομά της, του έριχνε ένα κάλυμμα στο νου για να ξεχνά. Η αντιστοιχία στη δική μας ζωή είναι η καθήλωση σε καταστάσεις, σχέσεις και πάνω απ’ όλα πεποιθήσεις που μας κρατάνε πίσω. Παρ όλα αυτά μένουμε μαζί τους. Επειδή έχουμε βολευτεί. Κι επειδή μας ανταμείβουν με κάποιες ικανοποιήσεις που καθησυχάζουν τις ανασφάλειές μας ή μας δίνουν μια ψευδαίσθηση φροντίδας. Η Καλυψώ κρατούσε σαγηνεμένο τον Οδυσσέα 7 ολόκληρα χρόνια ταΐζοντάς τον νέκταρ και αμβροσία για να τον κάνει αθάνατο, όπως του υποσχόταν. Κι εκείνος βολεύτηκε και ξεχάστηκε καθώς η Καλυψώ κάλυπτε με ένα πέπλο λήθης τον αληθινό προορισμό του: το γυρισμό στην Ιθάκη. Σαν τον Οδυσσέα κι εμείς καθηλωνόμαστε συχνά σε μια εξάρτηση από μια ουσία ή μια συμπεριφορά ή σε μια κακοποιητική σχέση περιμένοντας κάτι που δεν έρχεται ποτέ ή που χάνεται αστραπιαία.
Ματαιωνόμαστε ξανά και ξανά κι όμως μένουμε. Μήνες, χρόνια καμιά φορά ζωές ολόκληρες. Ωστόσο κι αν εμείς την ξεχάσαμε, η Ιθάκη δεν μας ξέχασε. Όσα καλύμματα κι αν έχει ρίξει η Καλυψώ-καθήλωση, δεν μπόρεσε ποτέ να εξαλείψει τη βαθύτερη ουσία μας. Η αίσθηση ότι αξίζουμε καλύτερα, η λαχτάρα μας για ελευθερία κι αυτοσεβασμό μας κάνουν αργά ή γρήγορα να ξυπνήσουμε και να κινητοποιηθούμε. Και τότε αξιολογούμε ξανά όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή μας καθήλωναν και τα απαξιώνουμε. Τα ερμηνεύουμε με νέο τρόπο. Αυτό συμβαίνει και στην Οδύσσεια όταν εμφανίζεται ο Ερμής για να ζητήσει από την Καλυψώ να αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει. Ο Ερμής, όπως αποκαλύπτει το όνομά του, προσφέρει μια νέα ερμηνεία στον Οδυσσέα. Ένα νέο τρόπο να δει την κατάσταση καθήλωσής του, να την αναγνωρίσει και να την εγκαταλείψει. Ξυπνώντας σαν από λήθαργο νιώθει τη βαθιά λαχτάρα να φύγει επιτέλους. Να επιστρέψει στο βασίλειό του, στην Πηνελόπη-ψυχή του και στη δημιουργία του, τον γιο του Τηλέμαχο.
Ο Οδυσσέας της ψυχής μας συναντά τον εξωγήινο και τον Πλάτωνα
Όσο κι αν καθυστερήσει αυτή η αφύπνιση, έρχεται κάποτε. Σταδιακά μαζεύουμε ενέργεια, συσσωρεύουμε βουβά πόνο και ματαιώσεις, όπως τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται και πυκνώνουν και πληθαίνουν και βαραίνουν μέχρι να αγγιχτούν τα όρια της αντοχής μας. Και τότε ξεσπάμε σαν καταιγίδα. Με ένα ορμητικό «ως εδώ και μη παρέκει» που μας ωθεί να διακόψουμε μονομιάς κι οριστικά την κακοποιητική σχέση με κάποια ουσία, συνήθεια ή άνθρωπο. Τότε αποκτάμε μηδενική ανοχή για ό,τι μας βασάνισε και μας περιόρισε για χρόνια. Όπως ο Οδυσσέας που ξέσπασε κλαίγοντας στο ακρογιάλι του νησιού όπου τον είχε εγκλωβίσει η Καλυψώ. «Δεν το θέλω πια αυτό», ούρλιαζε. «Θέλω να επιστρέψω στην Ιθάκη. Θέλω να γυρίσω στο σπίτι».
Σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά την κραυγή του ομηρικού Οδυσσέα, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ σκηνοθετεί μια από τις πιο τρυφερά σπαρακτικές σκηνές στην ταινία «Ε.Τ.» όπου ο ήρωας υψώνει το εξωγήινο δάχτυλό του με τον δείκτη να λάμπει σαν φως δείχνοντας τον ουρανό και λέγοντας με παράπονο «Ε.Τ. wants to go home». O E.T. θέλει να γυρίσει σπίτι. Πλάνητες, πλανημένοι και περιπλανώμενοι κι εμείς όπως ο Οδυσσέας λαχταράμε βαθιά τον γυρισμό μας σε μια κατάσταση μακαριότητας και πληρότητας, ωκεάνιας ειρήνης, απέραντης αποδοχής κι αγάπης που μολονότι δεν τα έχουμε ζήσει στην πληρότητά τους σ’ αυτόν τον κόσμο παρ’ όλα αυτά τα νοσταλγούμε. Κι αυτό σημαίνει πως κάπου κάποτε τα ζήσαμε. Σ’ αυτή την απόμακρη, σαν ξεχασμένο τραγούδι, ανάμνηση αναφέρεται ο Πλάτωνας περιγράφοντας τις ψυχές που κάποτε στροβιλίζονταν μακάρια στους αιώνιους χώρους των αθανάτων και που ύστερα ξέπεσαν με τη βαθιά λαχτάρα να επιστρέψουν. Και νιώθουν ακαταμάχητη έλξη για ό,τι αμυδρά τους θυμίζει την ουράνια μακαριότητα που ζούσαν κάποτε.
Συγχώρεσε και αυτό θα εξαφανιστεί
Υπάρχει κάτι καλό μέσα μας, κάτι τρυφερό και συμπονετικό και συνάμα γενναίο και μεγαλόπρεπο. Υπάρχει ένα βασίλειο-ψυχολογική κατάσταση που μας καλεί να επιστρέψουμε κάθε φορά που ο φόβος ή ο θυμός συσκοτίζουν τον νου μας κρατώντας μας μακριά από την πατρίδα της καρδιάς μας. Η Καλυψώ στη ζωή μας είναι αφενός οι μοιραίες προσκολλήσεις μας αλλά κυρίως τα χρόνια παράπονα που μας κρατούν καθηλωμένους σε ένα τραύμα που άθελά μας συντηρούμε αρνούμενοι τη συγχώρεση. «Κλέβει τον εαυτό του όποιος ανώφελα πονάει» γράφει ο Σαίξπηρ θυμίζοντάς μας πως εμείς στο τέλος είμαστε που στερούμαστε την ανακούφιση και την ελευθερία από το παρελθόν. Το παράπονα μέσα μας έχουν συχνά ηλικία δεκαετιών. Από μόνα τους δεν έχουν τη δύναμη να συντηρούνται. Τους τη δίνουμε εμείς. Τα ίδια τα γεγονότα δεν κρατούν πολύ. Ο απόηχός τους είναι που διαρκεί. Μπορεί να αντηχούν μέσα μας μια ολόκληρη ζωή μέχρι να αποφασίσουμε ότι δεν το θέλουμε αυτό πια! Όποιος κι αν είναι ο ένοχος, όποιον κι αν έχουμε κατηγορήσει –τον άλλον ή τον εαυτό μας ή και τους δυο μαζί– μπορούμε πάντα να κάνουμε μια νέα επιλογή. Να πούμε «ως εδώ και μη παρέκει» στον πόνο και να αποτινάξουμε από τη ζωή μας την ενοχή και την καταδίκη. Γενναία και μεγαλόπρεπα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν και να διαλέξουμε ένα άλλο πεπρωμένο. Επιτέλους!
Τι μας στηρίζει στα δύσκολα;
Οι περιπέτειες του προπάτορα Οδυσσέα αντιπροσωπεύουν εντυπωσιακά τις ψυχολογικές καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε στο ταξίδι της ζωής μας. Οι λύσεις που βρήκε ο Οδυσσέας στις διάφορες δοκιμασίες μάς προσφέρουν κατανόηση και παραδείγματα για ευφυείς λύσεις στη δική μας ζωή. Το ετυμολογικό νόημα των ονομάτων στην Οδύσσεια και ο κρυφός συμβολισμός των αντικειμένων γίνονται οδηγοί. Ο αρχηγός των μνηστήρων της Πηνελόπης για παράδειγμα είναι ο Αντίνοος, ο αντινούς που πολεμά μέσα μας τον ορθό νου και τη σοφία μας. Ποια παράλογη σκέψη σε τυραννά; Το κατάρτι όπου δένεται οικειοθελώς ο Οδυσσέας για να περάσει από τις Σειρήνες είναι αυτό που μας έχει κρατήσει ακλόνητους στα δύσκολα. Τι είναι αυτό, λοιπόν, που στηρίζει εσάς στα δύσκολα; Τι κρύβεται στο υφαντό της Πηνελόπης που υφαίνεται και ξεϋφαίνεται και πώς συνδέεται με τις δικές σας εμπειρίες ζωής; Ο Όμηρος έχει κρύψει στην Οδύσσεια έναν ψυχολογικό χάρτη πορείας που μπορεί να μας συντροφέψει και να μας προφυλάξει από τον άσκοπο πόνο. Στο βιβλίο «Μυστική Οδύσσεια» ο κρυφός κώδικας του Ομήρου φανερώνεται μαζί με την παρήγορη επιβεβαίωση πως δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Από τα βάθη των αιώνων έρχεται ένα μήνυμα, ένα πλήθος πληροφοριών και μια σπουδαία καθοδήγηση που μας συμπαρίστανται και μας ωθούν να επιστρέψουμε στην Ιθάκη της ψυχής μας. Θριαμβευτικά.
Το Αρχαίο Ελληνικό Μυστηριακό Θέατρο
Ο συμβατικός χώρος που αποκαλείται αρχαίο Ελληνικό θέατρο και η ορχήστρα του, δεν είναι τόπος προσποίησης μιας πραγματικότητας, μιας παραποιημένης αντιγραφής ζωής, αλλά ο τόπος όπου η ίδια η ζωή βρίσκει πρόσφορο έδαφος και ενσαρκώνει την «εσωτερική» αλήθεια της, θεατρική αδεία, πέρα από περιορισμούς χώρου και χρόνου. Το θέατρο μπορεί να είναι δημιουργία ανθρώπινη που πραγματεύεται πρόσωπα και τη συμβατική τους δράση στο χωρογίγνεσθαι, όμως το πνεύμα του είναι απόλυτα μεταφυσικό γιατί ξεφεύγει από τα ανθρώπινα στενά μέτρα, θεάται τους ανώτερους κόσμους και επιστρέφει πίσω στη ζωή για να δώσει με εμπιστευτικό τρόπο, τις ιδέες του Δικαίου, του Ωραίου και του Αληθινού. Αυτή είναι η φύση του θεάτρου, εκείνου που αποκαλούμε μυστηριακό, του θεάτρου εκείνου που αναδύεται από τα μυστήρια που ετελούντο στην ιερή πόλη της Ελευσίνας.
Ακολουθώντας τη φυσική διάρθρωση του Σύμπαντος, που είναι ταυτόχρονα ένα και τριπλό, το αρχαίο δράμα χωρίστηκε σε τραγωδία, σατυρικό δράμα και κωμωδία.
Στη τραγωδία, οι Θεοί και η μοίρα κατευθύνουν τους ανθρώπους και με τη σειρά τους πάλι αυτοί, καθυποτάσσονται στη Δίκη, κάτω απ' το νόμο της οποίας κάθε δράση προκαλεί αντίδραση, σύμφωνα με τους αναπόφευκτους συμπαντικούς νόμους. Η ανεξέλεγκτη χρήση της ελευθερίας και η άλογη δράση οδηγούν στην αμαρτία της υπερβολής, στην ύβρη. Μόλις συμβεί η ύβρις, ακολουθεί η Νέμεσις. Έτσι, από τη πλοκή –που εμπλέκει όχι μόνο τους ήρωες αλλά και τους γύρω τους, ακόμα και ολόκληρη την πόλη- οδηγούμαστε στην κορύφωση, στην οριακή δηλαδή εκείνη κατάσταση όπου τα τραγικά γεγονότα έρχονται μοιραία, όμως μετά επέρχεται η λύση, η κάθαρση, η τελική λύτρωση.
Κατά τον Αριστοτέλη το τραγικό αποδίδεται σ' αυτό το στοιχείο, που μέσα από το φόβο και το έλεος, εξαγνίζει τις ψυχές των παθόντων. Ο τραγικός φόβος, δεν είναι το αίσθημα που νιώθουμε μπροστά στη παρουσία ενός συνήθους κινδύνου αλλά η υποψία πως τα ανθρώπινα πάθη ενδέχεται να διαταράξουν την κοσμική τάξη και να διασαλέψουν την Αρμονία, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Η κωμωδία απ' την άλλη, ως αντίθετος πόλος της τραγικής κατάστασης, παρουσιάζει την εξωτερική όψη της ζωής, η οποία βρίσκεται πέρα απ' τα βάσανα που προκαλεί η ενασχόληση με την αυτογνωσία και την πνευματική άσκηση. Οι ήρωές της, ζουν στη φύση, ζυμώνονται με το χώμα της γης κι αυτή τους ανταμείβει με λογής λογής καλούδια, όπως σκόρδα, ψωμί, κρασί και λάδι. Έτσι, ευγνώμονες γεμάτοι ευτυχία γλεντούν, μεθούν και χορεύουν ενώ οι Θεοί πάντα παρόντες, παρακολουθούν με συγκατάβαση και ανάλαφρη διάθεση.
Το μυστηριακό θέατρο μέσα απ' τις μορφές του, προβάλλει την θέα όχι μόνο του χονδροειδούς φυσικού κόσμου αλλά και των πιο λεπτοφυών και ως εκ τούτου, έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ειδικά, η τραγωδία έχει σκοπό να παρασύρει τον θεατή μέσα στη δράση, ενσωματώνοντας τον στο έργο, σα να είναι ένας ακόμα ηθοποιός ή τουλάχιστον κάποιος που συμμετέχει ενεργά, παρακινούμενος απ' τα ίδια τα γεγονότα. Το ιδανικό αυτού του είδους θεάτρου είναι να βγει ο θεατής διαφορετικός απ' ότι μπήκε. Πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για «αλχημικό» θέατρο, αφού κατ' ουσίαν αυτό που επιχειρείται είναι μια μετάλλαξη, μετουσίωση των θεατών.
Η τραγωδία που το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις τράγος και ωδή, το άσμα του τράγου, δηλαδή του Πανός, πηγάζει με άμεσο τρόπο από αφηγήσεις που σχετίζονται με τον Διόνυσο-Βάκχο. Το τραγικό έργο λοιπόν είναι βαθύτατα θρησκευτικό. Άλλωστε η τραγωδία δεν εμφανίζεται ξαφνικά αλλά ως εξέλιξη τελετουργικών δρώμενων, που ήδη υπήρχαν από παλιά, ίσως και προ τεσσάρων χιλιετών, σε όλο τον Ελλαδικό χώρο.
Βέβαια καθώς η σωζόμενη αρχαία Ελληνική γραμματεία δεν αποτελεί παρά μικρό μέρος, σπάραγμα του συνόλου, αγνοούμε πολλά πράγματα σχετικά με την απαρχή της τραγωδίας και τη σχέση της με τα μυστήρια. Έτσι, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε ούτε πως κάποια τελετουργικά μυστικής προέλευσης έγιναν προσιτά με τη μορφή παράστασης σε μη μυημένους. Φαίνεται πάντως ότι το αρχικό σκηνικό ήταν τα δάση, τα βουνά, τα σπήλαια και οι βράχοι που προσέφεραν φυσικές πέτρινες κερκίδες στους θεατές-κοινωνούς των ιεροτελεστιών. Αυτοί οι φυσικοί χώροι αξιοποιήθηκαν για να ενισχύσουν το πνευματικό αποτέλεσμα του λόγου, του χορού και του τραγουδιού, των υποκριτών-σατύρων.
Ο Θέσπις είναι αυτός που εισάγει τη δράση στα μέχρι τότε δρώμενα, καθιερώνοντας ένα διάλογο μεταξύ ενός υποκριτή και του χορού, ο οποίος χορεύοντας τελετουργικά, τραγουδούσε μπροστά στο βωμό, μπροστά στο ξόανο του Θεού. Στη συνέχεια, η δράση έγινε πιο σύνθετη. Αυξήθηκε ο αριθμός των υποκριτών και υιοθετήθηκαν προσωπεία μέσα από τα οποία αποκτούσε αλλόκοσμη χροιά και δυνάμωνε ο ήχος της ανθρώπινης φωνής. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν ειδικά κοστούμια, διάφορα μηχανικά σκηνικά, κόθορνοι και ξυλοπόδαρα που έδιναν στο σύνολο την εικόνα μιας μεγαλειώδους παράστασης, ικανής να ενθουσιάσει και να διδάξει το κοινό που παρακολουθούσε.
Το αρχαίο λοιπόν ελληνικό θέατρο, με προεξάρχουσα την τραγωδία, αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης μας και έχει όχι μόνο φόρμα τελετουργική και ύφος και δομή μυστηριακή αλλά τόσο αφετηρία όσο και σκοπό μυστηριακό και εσωτερικό.
Ακολουθώντας τη φυσική διάρθρωση του Σύμπαντος, που είναι ταυτόχρονα ένα και τριπλό, το αρχαίο δράμα χωρίστηκε σε τραγωδία, σατυρικό δράμα και κωμωδία.
Στη τραγωδία, οι Θεοί και η μοίρα κατευθύνουν τους ανθρώπους και με τη σειρά τους πάλι αυτοί, καθυποτάσσονται στη Δίκη, κάτω απ' το νόμο της οποίας κάθε δράση προκαλεί αντίδραση, σύμφωνα με τους αναπόφευκτους συμπαντικούς νόμους. Η ανεξέλεγκτη χρήση της ελευθερίας και η άλογη δράση οδηγούν στην αμαρτία της υπερβολής, στην ύβρη. Μόλις συμβεί η ύβρις, ακολουθεί η Νέμεσις. Έτσι, από τη πλοκή –που εμπλέκει όχι μόνο τους ήρωες αλλά και τους γύρω τους, ακόμα και ολόκληρη την πόλη- οδηγούμαστε στην κορύφωση, στην οριακή δηλαδή εκείνη κατάσταση όπου τα τραγικά γεγονότα έρχονται μοιραία, όμως μετά επέρχεται η λύση, η κάθαρση, η τελική λύτρωση.
Κατά τον Αριστοτέλη το τραγικό αποδίδεται σ' αυτό το στοιχείο, που μέσα από το φόβο και το έλεος, εξαγνίζει τις ψυχές των παθόντων. Ο τραγικός φόβος, δεν είναι το αίσθημα που νιώθουμε μπροστά στη παρουσία ενός συνήθους κινδύνου αλλά η υποψία πως τα ανθρώπινα πάθη ενδέχεται να διαταράξουν την κοσμική τάξη και να διασαλέψουν την Αρμονία, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Η κωμωδία απ' την άλλη, ως αντίθετος πόλος της τραγικής κατάστασης, παρουσιάζει την εξωτερική όψη της ζωής, η οποία βρίσκεται πέρα απ' τα βάσανα που προκαλεί η ενασχόληση με την αυτογνωσία και την πνευματική άσκηση. Οι ήρωές της, ζουν στη φύση, ζυμώνονται με το χώμα της γης κι αυτή τους ανταμείβει με λογής λογής καλούδια, όπως σκόρδα, ψωμί, κρασί και λάδι. Έτσι, ευγνώμονες γεμάτοι ευτυχία γλεντούν, μεθούν και χορεύουν ενώ οι Θεοί πάντα παρόντες, παρακολουθούν με συγκατάβαση και ανάλαφρη διάθεση.
Το μυστηριακό θέατρο μέσα απ' τις μορφές του, προβάλλει την θέα όχι μόνο του χονδροειδούς φυσικού κόσμου αλλά και των πιο λεπτοφυών και ως εκ τούτου, έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ειδικά, η τραγωδία έχει σκοπό να παρασύρει τον θεατή μέσα στη δράση, ενσωματώνοντας τον στο έργο, σα να είναι ένας ακόμα ηθοποιός ή τουλάχιστον κάποιος που συμμετέχει ενεργά, παρακινούμενος απ' τα ίδια τα γεγονότα. Το ιδανικό αυτού του είδους θεάτρου είναι να βγει ο θεατής διαφορετικός απ' ότι μπήκε. Πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για «αλχημικό» θέατρο, αφού κατ' ουσίαν αυτό που επιχειρείται είναι μια μετάλλαξη, μετουσίωση των θεατών.
Η τραγωδία που το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις τράγος και ωδή, το άσμα του τράγου, δηλαδή του Πανός, πηγάζει με άμεσο τρόπο από αφηγήσεις που σχετίζονται με τον Διόνυσο-Βάκχο. Το τραγικό έργο λοιπόν είναι βαθύτατα θρησκευτικό. Άλλωστε η τραγωδία δεν εμφανίζεται ξαφνικά αλλά ως εξέλιξη τελετουργικών δρώμενων, που ήδη υπήρχαν από παλιά, ίσως και προ τεσσάρων χιλιετών, σε όλο τον Ελλαδικό χώρο.
Βέβαια καθώς η σωζόμενη αρχαία Ελληνική γραμματεία δεν αποτελεί παρά μικρό μέρος, σπάραγμα του συνόλου, αγνοούμε πολλά πράγματα σχετικά με την απαρχή της τραγωδίας και τη σχέση της με τα μυστήρια. Έτσι, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε ούτε πως κάποια τελετουργικά μυστικής προέλευσης έγιναν προσιτά με τη μορφή παράστασης σε μη μυημένους. Φαίνεται πάντως ότι το αρχικό σκηνικό ήταν τα δάση, τα βουνά, τα σπήλαια και οι βράχοι που προσέφεραν φυσικές πέτρινες κερκίδες στους θεατές-κοινωνούς των ιεροτελεστιών. Αυτοί οι φυσικοί χώροι αξιοποιήθηκαν για να ενισχύσουν το πνευματικό αποτέλεσμα του λόγου, του χορού και του τραγουδιού, των υποκριτών-σατύρων.
Ο Θέσπις είναι αυτός που εισάγει τη δράση στα μέχρι τότε δρώμενα, καθιερώνοντας ένα διάλογο μεταξύ ενός υποκριτή και του χορού, ο οποίος χορεύοντας τελετουργικά, τραγουδούσε μπροστά στο βωμό, μπροστά στο ξόανο του Θεού. Στη συνέχεια, η δράση έγινε πιο σύνθετη. Αυξήθηκε ο αριθμός των υποκριτών και υιοθετήθηκαν προσωπεία μέσα από τα οποία αποκτούσε αλλόκοσμη χροιά και δυνάμωνε ο ήχος της ανθρώπινης φωνής. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν ειδικά κοστούμια, διάφορα μηχανικά σκηνικά, κόθορνοι και ξυλοπόδαρα που έδιναν στο σύνολο την εικόνα μιας μεγαλειώδους παράστασης, ικανής να ενθουσιάσει και να διδάξει το κοινό που παρακολουθούσε.
Το αρχαίο λοιπόν ελληνικό θέατρο, με προεξάρχουσα την τραγωδία, αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης μας και έχει όχι μόνο φόρμα τελετουργική και ύφος και δομή μυστηριακή αλλά τόσο αφετηρία όσο και σκοπό μυστηριακό και εσωτερικό.
Erich Fromm: Τι σημαίνει να δίνεις
Αλλά τι σημαίνει να δίνεις; Όσο και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται αρχικά απλή, στην πραγματικότητα είναι γεμάτη αμφισημίες και πολυπλοκότητες. Η πιο διαδεδομένη παρανόηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία όταν δίνεις σημαίνει «ότι παραιτείσαι» εσύ από κάτι, ότι στερείσαι κάτι, ότι το θυσιάζεις. Το άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας δεν αναπτύχθηκε πέρα από το στάδιο τού να προσανατολίζεται στο πώς θα επωφεληθεί, θα εκμεταλλευτεί και θα αποθησαυρίσει και μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να νιώσει το δόσιμο. Ο εμπορικός αυτός ανθρώπινος τύπος είναι πρόθυμος να δώσει, αλλά μόνο με το αντάλλαγμα ότι θα λάβει κάτι` το να δώσει χωρίς να πάρει είναι για αυτόν ισοδύναμο με εξαπάτηση. Οι άνθρωποι, των οποίων ο κύριος προσανατολισμός είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν κάτι που τους κάνει πιο φτωχούς. Για αυτό ακριβώς οι περισσότεροι άνθρωποι αυτού του τύπου είναι τόσο αρνητικοί στο να δίνουν. Μερικοί ανάγουν το δόσιμο σε θυσία και το αποκαλούν αρετή. Νιώθουν ότι απλώς και μόνο επειδή το να δίνεις είναι οδυνηρό, ο άνθρωπος πρέπει να δίνει` η αρετή τού να δίνεις έγκειται για αυτούς ακριβώς στην αποδοχή της θυσίας. Για αυτούς δηλαδή, το στερεότυπο ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις από τη στέρηση παρά να βιώνεις χαρά.
Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.
Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.
Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.
Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης
Για τον δημιουργικό χαρακτήρα, το να δίνεις αποκτά μία εντελώς διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η υψηλότερη έκφραση της ανθρώπινης δυνατότητας. Στην ίδια την πράξη της προσφοράς βιώνω τη δύναμή μου, τον πλούτο μου, την ικανότητά μου. Αυτή η εμπειρία της αυξημένης ζωτικότητας και δυνατότητας με γεμίζει ευδαιμονία. Αισθάνομαι τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να προσφέρει, είμαι γεμάτος ζωή και επομένως ευτυχισμένος. Το να δίνω με γεμίζει με περισσότερη χαρά από ό, τι το να παίρνω όχι επειδή είναι μία πράξη με την οποία στερούμαι κάτι, αλλά επειδή μέσα στην ίδια την πράξη του δοσίματος έγκειται η εκδήλωση της ζωντάνιάς μου.
Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων, το να δίνει κανείς σημαίνει και ότι είναι πλούσιος. Δεν είναι πλούσιος αυτός ο οποίος έχει πολλά, αλλά αυτός ο οποίος δίνει πολλά. Ο άνθρωπος ο οποίος απλώς αποθησαυρίζει γεμάτος άγχος μήπως χάσει και το παραμικρό, είναι από ψυχολογικής άποψης φτωχός, εξαθλιωμένος, ανεξάρτητα από το πόσα πολλά έχει. Πλούσιος είναι όποιος είναι ταυτόχρονα ικανός να δίνει κάτι από τον εαυτό του. Αυτός νιώθει τον εαυτό του ως κάποιον που μπορεί να προσφέρει στους άλλους κάτι από αυτόν ακριβώς τον εαυτό. Μόνο ο άνθρωπος που είναι στερημένος ακόμη και των βασικών μέσων για να ικανοποιήσει τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης θα ήταν ανίκανος να απολαύσει την πράξη τού να δίνει υλικά πράγματα. Όμως, η καθημερινή εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό το οποίο ο κάθε άνθρωπος θεωρεί και αντιλαμβάνεται ως στοιχειώδεις ανάγκες εξαρτάται τόσο από το τι έχει πραγματικά στην κατοχή του όσο και από το χαρακτήρα του. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι φτωχοί είναι πολύ περισσότερο πρόθυμοι από τους πλούσιους να δώσουν. Ωστόσο, η φτώχεια η οποία υπερβαίνει κάποιο όριο, μπορεί να καταστήσει αδύνατη την πράξη της προσφοράς, και είναι τόσο ταπεινωτική όχι μόνο εξαιτίας των βασάνων που άμεσα προκαλεί αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι στερεί από τον άνθρωπο τη χαρά της προσφοράς.
Όμως ο πιο σημαντικός τομέας της προσφοράς δεν αφορά τα υλικά πράγματα, αλλά την πολύ ιδιαίτερη επικράτεια του ανθρώπου. Τι δίνει λοιπόν ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο; Του δίνει κάτι από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, από τη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο – αλλά ότι του δίνει από ό, τι πιο ζωντανό υπάρχει μέσα του` του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, από την κατανόησή του, από τη γνώση του, από το χιούμορ του, από τη θλίψη του – από όλες τις εκφάνσεις και εκδηλώσεις του ζωντανού πυρήνα της ύπαρξής του. Και με αυτού του είδους την προσφορά από την ίδια του τη ζωή εμπλουτίζει τους άλλους, ενδυναμώνει μέσα τους την επίγνωσή τους ότι είναι ζωντανοί, ενδυναμώνοντας έτσι και μέσα στον εαυτό του την ίδια αυτή επίγνωση. Δεν δίνει με σκοπό να πάρει` η προσφορά του είναι από μόνη της μία πηγαία χαρά. Παρ’ όλα αυτά, δίνοντας δεν μπορεί παρά να κάνει να γεννηθεί κάτι μέσα στον άλλο άνθρωπο, και αυτό το οποίο γεννιέται αντανακλάται πάλι σε αυτόν. Το να δίνεις αληθινά σημαίνει και πως δεν μπορεί παρά να λάβεις αυτό που θα σου ξαναδοθεί. Το να δίνεις σημαίνει με άλλα λόγια ότι θα κάνεις και τον άλλο άνθρωπο να δώσει, κι έτσι δύο άτομα πια θα μοιράζονται τη χαρά για αυτό που έκαναν να γεννηθεί. Μέσα στην ίδια την πράξη της προσφοράς, πάντοτε κάτι γεννιέται ώστε και οι δύο άνθρωποι που εμπλέκονται να νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη νέα αυτή ζωντανή κατάσταση η οποία γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ειδικότερα όσον αφορά την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που παράγει αγάπη` η αδυναμία είναι η ανικανότητα να γεννήσεις αγάπη.
Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης
Μάρκος Αυρήλιος: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ
Αναζητούν για τους εαυτούς τους ησυχαστήρια, στην εξοχή, στη θάλασσα ή στα βουνά- [εσύ ο ίδιος έχεις τη συνήθεια να επιθυμείς ιδιαίτερα αυτά τα πράγματα]. Αλλά είναι κάτι τελείως ανόητο, καθώς μπορείς, οποιαδήποτε στιγμή θέλεις, να βρεις ένα ησυχαστήριο εντός σου. Σε κανέναν τόπο, πράγματι, ο άνθρωπος δεν αποτραβιέται πιο ήσυχα και πιο μακριά από τις ενασχολήσεις απ’ ό,τι κάνει με την ψυχή του, κυρίως αυτός που κατέχει μέσα του τέτοιες αρχές που, αν διεισδύσει σε αυτές, νιώθει αμέσως όσο πιο άνετα γίνεται- λέγοντας «άνετα» δεν αναφέρομαι παρά στην αταραξία. Επομένως, εξασφάλισε στον ίδιο σου τον εαυτό με σταθερότητα ένα τέτοιο ησυχαστήριο και ανανέωσε τον εαυτό σου.
Είναι, άλλωστε, σύντομες και στοιχειώδεις οι έννοιες που, μόλις τις βρούμε, αρκούν για να ξεπλύνουν όλο τον πόνο και να σε στείλουν εκ νέου, απαλλαγμένο από οργή, στα πράγματα όπου επιστρέφεις. Για ποιο πράγμα οργίζεσαι; Για την κακία των ανθρώπων; Σκέψου την αρχή «τα λογικά όντα έχουν γεννηθεί το ένα για τo άλλο», «η ανοχή είναι μέρος της δικαιοσύνης» , «σφάλλουν ενάντια στη θέλησή τους» και «όσοι εχθροί μεταξύ τους, κοίταζαν ο ένας τον άλλον με δυσπιστία, όσοι μισούσαν ο ένας τον άλλον, όσοι εξαπέλυαν ο ένας στον άλλο χτυπήματα, είναι ήδη θαμμένοι και έχουν γίνει στάχτες», και σταμάτα μια και καλή να οργίζεσαι! Ή μήπως οργίζεσαι γι’ αυτό που έχει κατανεμηθεί στο σύμπαν; Λοιπόν, θα σταματήσεις να το κάνεις επαναλαμβάνοντας τη διάκριση «ή σύμπαν ή άτομα», και όχι τα επιχειρήματα με βάση τα οποία έχει αποδειχθεί ότι το σύμπαν είναι όπως μία πόλη. Σε πλήττουν τα ζητήματα του σώματος; Σταμάτα να οργίζεσαι σκεπτόμενος ότι ο νους δεν αναμειγνύεται με το ζωτικό πνεύμα στην ομαλή ή την απότομη κίνηση αυτού, αν έχει κατακτήσει τον εαυτό του και έχει αναγνωρίσει τη δύναμή του· σκέψου τις αρχές που σχετίζονται με τον πόνο και την ηδονή, που έχεις ακούσει και με τις οποίες συμφωνείς. Αλλά η μίζερη φήμη σε παρασύρει; Στρέψε το βλέμμα σου στην ταχύτητα με την οποία όλα ξεχνιούνται, στην άβυσσο της αιωνιότητας, η οποία είναι άπειρη με κάθε έννοια, στο κενό της ηχούς, στη μεταστροφή και την απερισκεψία αυτού που θα ήθελε να σε κρίνει, στη στενότητα του χώρου στον οποίο η φήμη περικλείεται. Πράγματι, ολόκληρη η γη είναι ένα σημείο και ποια γωνίτσα θα είναι ποτέ αυτή η περιοχή που κατοικείται; Και έπειτα ποιοι, πόσοι και τι είδους θα είναι αυτοί που θα σε επαινέσουν;
Όσον αφορά τα υπόλοιπα, να θυμάσαι όχι μπορείς να αποσυρθείς σε εκείνον τον μικρό χώρο που ανήκει σε εσένα τον ίδιο και πρώτα απ’ όλα μη βασανίσεις τον εαυτό σου, μην πιεστείς, αλλά να είσαι ελεύθερος και να παρατηρείς τα πράγματα ως άντρας, ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως θνητός.
Μάρκος Αυρήλιος, Σκέψεις 4,3,1-9
Είναι, άλλωστε, σύντομες και στοιχειώδεις οι έννοιες που, μόλις τις βρούμε, αρκούν για να ξεπλύνουν όλο τον πόνο και να σε στείλουν εκ νέου, απαλλαγμένο από οργή, στα πράγματα όπου επιστρέφεις. Για ποιο πράγμα οργίζεσαι; Για την κακία των ανθρώπων; Σκέψου την αρχή «τα λογικά όντα έχουν γεννηθεί το ένα για τo άλλο», «η ανοχή είναι μέρος της δικαιοσύνης» , «σφάλλουν ενάντια στη θέλησή τους» και «όσοι εχθροί μεταξύ τους, κοίταζαν ο ένας τον άλλον με δυσπιστία, όσοι μισούσαν ο ένας τον άλλον, όσοι εξαπέλυαν ο ένας στον άλλο χτυπήματα, είναι ήδη θαμμένοι και έχουν γίνει στάχτες», και σταμάτα μια και καλή να οργίζεσαι! Ή μήπως οργίζεσαι γι’ αυτό που έχει κατανεμηθεί στο σύμπαν; Λοιπόν, θα σταματήσεις να το κάνεις επαναλαμβάνοντας τη διάκριση «ή σύμπαν ή άτομα», και όχι τα επιχειρήματα με βάση τα οποία έχει αποδειχθεί ότι το σύμπαν είναι όπως μία πόλη. Σε πλήττουν τα ζητήματα του σώματος; Σταμάτα να οργίζεσαι σκεπτόμενος ότι ο νους δεν αναμειγνύεται με το ζωτικό πνεύμα στην ομαλή ή την απότομη κίνηση αυτού, αν έχει κατακτήσει τον εαυτό του και έχει αναγνωρίσει τη δύναμή του· σκέψου τις αρχές που σχετίζονται με τον πόνο και την ηδονή, που έχεις ακούσει και με τις οποίες συμφωνείς. Αλλά η μίζερη φήμη σε παρασύρει; Στρέψε το βλέμμα σου στην ταχύτητα με την οποία όλα ξεχνιούνται, στην άβυσσο της αιωνιότητας, η οποία είναι άπειρη με κάθε έννοια, στο κενό της ηχούς, στη μεταστροφή και την απερισκεψία αυτού που θα ήθελε να σε κρίνει, στη στενότητα του χώρου στον οποίο η φήμη περικλείεται. Πράγματι, ολόκληρη η γη είναι ένα σημείο και ποια γωνίτσα θα είναι ποτέ αυτή η περιοχή που κατοικείται; Και έπειτα ποιοι, πόσοι και τι είδους θα είναι αυτοί που θα σε επαινέσουν;
Όσον αφορά τα υπόλοιπα, να θυμάσαι όχι μπορείς να αποσυρθείς σε εκείνον τον μικρό χώρο που ανήκει σε εσένα τον ίδιο και πρώτα απ’ όλα μη βασανίσεις τον εαυτό σου, μην πιεστείς, αλλά να είσαι ελεύθερος και να παρατηρείς τα πράγματα ως άντρας, ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως θνητός.
Μάρκος Αυρήλιος, Σκέψεις 4,3,1-9
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ: Ποια αναγέννηση;
ΕΓΩ ΜΙΛΩ ΔΙΑ ΤΟ ΠΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΓΥΡΕΒΟΥΜΕ. Δε ζητούμε την αναγέννησή μας: Και τι η αναγέννηση μιας κοινωνίας, αν δεν είναι η ριζική ηθική καλητέρεψη των ατόμων οπού την συστένουνε;
Αν λοιπόν επιθυμούμε την αναγέννηση της κοινωνίας μας, τέστι την ηθικήν μας καλητέρεψη, δεν είναι τάχα στο χέρι μας ναν την κάμωμ’ εμείς εις τον εαυτό μας, χωρίς να ζητούμε από την Κυβέρνηση να μας κάμη καλήτερους; Αλλέως, αν δεν είναι τούτο που γυρέβουμε, τι λοιπόν εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση;
Μήπως ζητούμε της Κυβέρνησής μας να μας στείλη ένα σακκί τάλαρα καθενός εις το σπίτι μας, και να εξακολουθάη να μας τα στέλνη πάντα κάθε φορά που μας χρειάζεται v’ αναγεννηθούμε;
Όχι, όχι˙ δεν ημπορούμε βέβαια να γεληόμαστε τόσο˙ η παιδιαροσύνη μας δεν ημπορεί δα να φτάνη έως εκεί. Άλλο πράμμα εννοούμε και μόνον δεν εκφρασθήκαμε ποτέ παστρικά.
Εμείς βασανίζουμάστε από την διαφθοράν των ηθών μας˙ το αίσθημα του πάθους μας είναι πραγματικό˙ η αιτία είναι ολοφάνερη στα μάτια μας, εμάς των ίδιωνε, όντις καθένας μας εξαιρόντας μόνον τον εαυτόν του, κατηγορεί όλους τους άλλους. Ενστιγματικώς επιθυμούμε την ιατρεία μας, συμφωνούμε διά τη χρεία τού να ηθικευθή η κοινωνία, αλλά καθένας μας αρνείται ηθικέψη τον εαυτό του!…
Εκείνο που εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση, αν εξετάσωμε βαθιά μέσα το αίσθημά μας, δεν είναι μήτε τα σακιά με τα τάλαρα, μήτε κανένα τέτοιο˙ είναι η ηθίκεψη της κοινωνίας, και τούτη είναι η ιατρεία εκείνη την οποία ενστιγματικώς γυρέβουμε, μα καθενός μας ζητάει να ηθικεύθούν όλοι οι άλλοι έξω από τον εαυτό του!….
Ιδού εκείνο που καταστένειο αδύνατην την ιατρεία, αδύνατη την αναγέννησην επειδή, «Δεν είναι δυνατόν να γένη καμμία κονωνική καλητέρεψη, εκεί όπου ο καθένας δεν την αρχίζει στον εαυτό του».
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901), ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ
Αν λοιπόν επιθυμούμε την αναγέννηση της κοινωνίας μας, τέστι την ηθικήν μας καλητέρεψη, δεν είναι τάχα στο χέρι μας ναν την κάμωμ’ εμείς εις τον εαυτό μας, χωρίς να ζητούμε από την Κυβέρνηση να μας κάμη καλήτερους; Αλλέως, αν δεν είναι τούτο που γυρέβουμε, τι λοιπόν εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση;
Μήπως ζητούμε της Κυβέρνησής μας να μας στείλη ένα σακκί τάλαρα καθενός εις το σπίτι μας, και να εξακολουθάη να μας τα στέλνη πάντα κάθε φορά που μας χρειάζεται v’ αναγεννηθούμε;
Όχι, όχι˙ δεν ημπορούμε βέβαια να γεληόμαστε τόσο˙ η παιδιαροσύνη μας δεν ημπορεί δα να φτάνη έως εκεί. Άλλο πράμμα εννοούμε και μόνον δεν εκφρασθήκαμε ποτέ παστρικά.
Εμείς βασανίζουμάστε από την διαφθοράν των ηθών μας˙ το αίσθημα του πάθους μας είναι πραγματικό˙ η αιτία είναι ολοφάνερη στα μάτια μας, εμάς των ίδιωνε, όντις καθένας μας εξαιρόντας μόνον τον εαυτόν του, κατηγορεί όλους τους άλλους. Ενστιγματικώς επιθυμούμε την ιατρεία μας, συμφωνούμε διά τη χρεία τού να ηθικευθή η κοινωνία, αλλά καθένας μας αρνείται ηθικέψη τον εαυτό του!…
Εκείνο που εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση, αν εξετάσωμε βαθιά μέσα το αίσθημά μας, δεν είναι μήτε τα σακιά με τα τάλαρα, μήτε κανένα τέτοιο˙ είναι η ηθίκεψη της κοινωνίας, και τούτη είναι η ιατρεία εκείνη την οποία ενστιγματικώς γυρέβουμε, μα καθενός μας ζητάει να ηθικεύθούν όλοι οι άλλοι έξω από τον εαυτό του!….
Ιδού εκείνο που καταστένειο αδύνατην την ιατρεία, αδύνατη την αναγέννησην επειδή, «Δεν είναι δυνατόν να γένη καμμία κονωνική καλητέρεψη, εκεί όπου ο καθένας δεν την αρχίζει στον εαυτό του».
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901), ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ
Πλάτων: η φιλοσοφία ως θεραπεία της ψυχής
ΠΛΑΤΩΝ: 427 π.Χ.–347 π.Χ.
Τι μας διδάσκει ο Χαρμίδης;
§1. Στο πλαίσιο μιας συνολικής πραγμάτευσης αυτού του έργου κεντρικό ρόλο παίζει το ερώτημα «Τι είναι η σωφροσύνη;». Η ανάλυσή του διέρχεται μέσα από πολλές βαθμίδες. Στον πρόλογο (153a1–158e5) ο Σωκράτης αφηγείται την επιστροφή του από τη μάχη στην Ποτείδαια, τον περίπατό του μέσα στην πόλη και το πέρασμά του, ως συνήθως, από μια Παλαίστρα. Σε μια συνομιλία με τον Χαιρεφώντα και τον Κριτία, τους ρωτάει για το πώς πάνε τα πράγματα στην πόλη, για το πώς προχωράει η φιλοσοφία και για το αν υπάρχουν νέοι που διακρίνονται για την ομορφιά τους ή για την ορθοφροσύνη τους ή και για τα δυο. Σε λίγο ακούει για τον όμορφο Χαρμίδη, ο οποίος λίγο αργότερα μπαίνει στη σκηνή και παρασύρεται στη συζήτηση από τον Σωκράτη.
§2. Η έναρξη της συζήτησης γίνεται με έναν πολύ ιδιότυπο τρόπο: ο Σωκράτης παρουσιάζεται να γνωρίζει ένα αντίδοτο στον περιστασιακό πονοκέφαλο του Χαρμίδηꞏ για να μπορέσει όμως κάποιος να διώξει αυτή την ασθένεια πρέπει να θεραπεύσει ολόκληρο το σώμα, και αυτό απαιτεί προηγούμενη θεραπεία της ψυχής:
«ο Ζάλμοξης … λέει ότι, όπως δεν πρέπει να επιχειρεί κανείς να θεραπεύσει τα μάτια ξέχωρα από το κεφάλι ούτε το κεφάλι ξέχωρα από το σώμα, έτσι δεν μπορεί ούτε το σώμα να γιατρέψει ξέχωρα από την ψυχήꞏ και ότι αυτή είναι η αιτία που στους γιατρούς εν Ελλάδι ξεφεύγουν τα πολλά νοσήματα, καθώς αδιαφορούν για το Όλο, στο οποίο θα ’πρεπε να στρέφουν την προσοχή τους και που, αν αυτό δεν είναι καλά, ούτε το μέρος μπορεί να είναι καλά»[1].
Εδώ έρχεται στο προσκήνιο η διαλεκτική μέρους και Όλου: το Όλο είναι η ψυχή, από την οποία εκκινούν όλα: και το κακό και το καλό για το σώμα, δηλαδή για το μέρος, όπως επίσης για τον κάθε άνθρωπο ως τέτοιον. Για να είναι, επομένως, καλά το μέρος, το σώμα και ο κάθε επιμέρους άνθρωπος, πρέπει πρώτα να είναι καλά η ψυχή.
§3. Η θεραπεία της ψυχής, ως προκύπτει, είναι το πρωταρχικό μέλημα του ανθρώπου, αν θέλει να είναι καλά και το σώμα του και να στέκεται όρθια όλη η υπαρκτική του σύσταση. Το γιατρικό δε για την ψυχή είναι οι «ωραίοι λόγοι»[2] που γεννούν μέσα της τη σωφροσύνη. Όταν ο Κριτίας λέει ότι ο Χαρμίδης είναι ήδη «ο πιο σώφρων ανάμεσα στους τωρινούς νέους»[3], ο Σωκράτης απαντά ότι τότε δεν θα του ήταν δύσκολο του νεαρού Χαρμίδη να δείξει σε τι συνίσταται η σωφροσύνη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο φιλόσοφος φτάνει στο κύριο θέμα της συζήτησης: αρχίζει λοιπόν να ρωτάει τον Χαρμίδη, αν θεωρεί πως έχει ήδη αρκετή σωφροσύνη ή πως υστερεί. Με το ερώτημα αυτό, ο Σωκράτης δεν προσδοκά να απαντήσει ο Χαρμίδης με ένα ναι ή με ένα όχι, διότι το νεαρό της ηλικίας του τελευταίου δεν του επιτρέπει ούτε να παραδεχθεί πως είναι αρκετά σώφρων ούτε πως στερείται τη σωφροσύνη.
§4. Η παραδοχή της στέρησης σημαίνει ότι αρνείται την απαραίτητη σωφροσύνη, που προσφέρει μια οικογένεια, σαν τη δική τουꞏ δηλαδή μια οικογένεια με καλές αρχές και λαμπρή καταγωγή.[4] Από την άλλη, ένας a priori ισχυρισμός ότι διαθέτει αρκετή σωφροσύνη δεν θα ταίριαζε με την ηλικία του και θα παρέμενε απλός ισχυρισμός, που θα αποδείκνυε όμως ότι ο νεαρός Χαρμίδης είναι αγενής.[5] Το σχετικό με τα παραπάνω μέρος της έρευνας που ακολουθεί θέτει σε δίλημμα τον Χαρμίδη κατά τρόπο που να δηλώνει με σύνεση και εγκράτεια ότι δεν μπορεί να πει υπέρ του ενός ή του άλλου:
«αν δεν πω ότι είμαι σώφρων, αφενός θα είναι παράλογο να λέω τέτοια πράγματα για τον εαυτό μου, αφετέρου δε θα διαψεύσω τον Κριτία και πολλούς άλλους, που θεωρούν, όπως λέει αυτός, ότι είμαι σώφρωνꞏ αν πάλι πω ότι είμαι και επαινέσω τον εαυτό μου, ίσως αυτό φανεί δυσάρεστο. Επομένως, δεν έχω τι να σου απαντήσω».[6]
Ο Σωκράτης αφορμάται από την αντικειμενική αδυναμία του Χαρμίδη ν’ απαντήσει και ζητάει να ερευνήσουν από κοινού το τι είναι σωφροσύνη. Η κοινή αναζήτηση, κατά τον Σωκράτη, σημαίνει ότι ο ίδιος αποτελεί το οδηγητικό νήμα της σκέψης του συνομιλητή του.
§5. Η πρώτη και η δεύτερη απόπειρα του Χαρμίδη να ορίσει τη σωφροσύνη (δηλαδή: η σωφροσύνη είναι «ένα είδος ηρεμίας, γαλήνης [:ἡσυχιότης τις]»[7] ή ταυτίζεται με την «αιδώ [αἰδὼς»[8]) αποτυγχάνουν. Οι εν λόγω ορισμοί δεν μπορούν να αποδώσουν την καθολική Ιδέα της σωφροσύνης, αλλά περιορίζονται σε επιμέρους ιδιότητες του ανθρώπου, οι οποίες, ανάλογα με τις συνθήκες και το πλαίσιο των σχέσεων, δεν είναι υποχρεωτικά καλές αλλά μπορεί να αποβαίνουν και κακές. Ο Χαρμίδης επιχειρεί έναν τρίτο ορισμό: η σωφροσύνη είναι «να κάνει κανείς τα δικά του πράγματα [:τὸ τὰ ἑαυτοῦ πράττειν]»[9]. Αυτός ο ορισμός είναι άκρως προβληματικός. Όπως λέει ο Σωκράτης, μοιάζει με αίνιγμα. Ο Κριτίας τότε, που είναι ο αρχικά ανώνυμος εμπνευστής του τρίτου ορισμού, παρεμβαίνει και δέχεται να εξετάσει μαζί με τον Σωκράτη το αληθές ή μη του εν λόγω ορισμού. Η συζήτηση τώρα διεξάγεται μεταξύ Κριτία και Σωκράτη.
§6. Ο πρώτος αποπειράται να αναμετρηθεί με τον Σωκράτη, δίνοντας τρεις ερμηνείες, εξηγήσεις, τη μια μετά την άλλη, για την Ιδέα της σωφροσύνης: α. το να κάνει κανείς το δικό του σημαίνει να κάνει ό,τι είναι καλό.[10] β. τὸ γιγνώσκειν ἑαυτόν: δηλαδή σωφροσύνη είναι το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του[11], είναι αυτογνωσία. Στη συνάφεια τούτη, ο Κριτίας υποστηρίζει ότι και η δελφική επιγραφή Γνῶθι σαυτόν δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά να λέει ο θεός στον κάθε άνθρωπο που εισέρχεται στο ναό του: Σωφρόνει (=να είσαι σώφρων)[12]. Ο Σωκράτης δεν δέχεται ότι οι δυο ως άνω ορισμοί είναι ικανοποιητικοί για την ουσία της σωφροσύνης και συνεχίζει να ωθεί, με μοναδική συλλογιστική, την ως τώρα επιχειρηματολογία του Κριτία όλο και σε νέες αναζητήσεις. Έτσι ο τελευταίος δίνει και έναν τρίτο ορισμό της σωφροσύνης ως συμπληρωματικό και όχι ως αποκλειστικά αναιρετικό των προηγούμενων ορισμών. γ) Η σωφροσύνη είναι γνώση και του εαυτού της και των άλλων γνώσεων[13]. Από όλους αυτούς τους ορισμούς και τη συναφή επιχειρηματολογία δεν οδηγείται τελικά η συνομιλία σε πιο φωτεινά μονοπάτια γύρω από την Ιδέα της σωφροσύνης. Ένα μόνο, όχι ευκαταφρόνητο, αποτέλεσμα προκύπτει: η ένδειξη ότι η σωφροσύνη πρέπει τελικά να αναζητείται στη σφαίρα της Γνώσης και του Καλού. Για τον ίδιο τον Χαρμίδη, όμως - που υποτίθεται ότι ήταν σώφρων - αποδεικνύεται ότι παρά την αποτυχία του ορισμού θέλει ακόμα να τον θεραπεύσει ο Σωκράτης με το φάρμακο της ψυχής - τους ωραίους λόγους που διαμεσολαβούν σωφροσύνη. Δι’ αυτής εν τέλει της διαλεκτικής οδού, η φιλοσοφική συνομιλία άγεται προς μια κοινότητα του Ωραίου, του Συνετού και του Σοφού. Αυτή η κοινότητα αποτελεί, υπό μια έποψη, την έννοια της Ολότητας, του Όλου, που περιέχει τα μέρη.
[1] Χαρμίδης 156d9-e6.
[2] Ό.π., 157a4-5.
[3] Ό.π., 157d6-7.
[4] Ό.π., 157e4 κ.εξ.
[5] Ό.π., 158c5 κ.εξ.
[6] Ό.π., 158d1-5.
[7] Ό.π., 159b5-6.
[8] Ό.π., 160e5.
[9] Ό.π., 161b6-7.
[10] Ό.π., 163e10-11.
[11] Ό.π., 164d5.
[12] Ό.π., 164e6.
[13] Ό.π., 166e6.
Τι μας διδάσκει ο Χαρμίδης;
§1. Στο πλαίσιο μιας συνολικής πραγμάτευσης αυτού του έργου κεντρικό ρόλο παίζει το ερώτημα «Τι είναι η σωφροσύνη;». Η ανάλυσή του διέρχεται μέσα από πολλές βαθμίδες. Στον πρόλογο (153a1–158e5) ο Σωκράτης αφηγείται την επιστροφή του από τη μάχη στην Ποτείδαια, τον περίπατό του μέσα στην πόλη και το πέρασμά του, ως συνήθως, από μια Παλαίστρα. Σε μια συνομιλία με τον Χαιρεφώντα και τον Κριτία, τους ρωτάει για το πώς πάνε τα πράγματα στην πόλη, για το πώς προχωράει η φιλοσοφία και για το αν υπάρχουν νέοι που διακρίνονται για την ομορφιά τους ή για την ορθοφροσύνη τους ή και για τα δυο. Σε λίγο ακούει για τον όμορφο Χαρμίδη, ο οποίος λίγο αργότερα μπαίνει στη σκηνή και παρασύρεται στη συζήτηση από τον Σωκράτη.
§2. Η έναρξη της συζήτησης γίνεται με έναν πολύ ιδιότυπο τρόπο: ο Σωκράτης παρουσιάζεται να γνωρίζει ένα αντίδοτο στον περιστασιακό πονοκέφαλο του Χαρμίδηꞏ για να μπορέσει όμως κάποιος να διώξει αυτή την ασθένεια πρέπει να θεραπεύσει ολόκληρο το σώμα, και αυτό απαιτεί προηγούμενη θεραπεία της ψυχής:
«ο Ζάλμοξης … λέει ότι, όπως δεν πρέπει να επιχειρεί κανείς να θεραπεύσει τα μάτια ξέχωρα από το κεφάλι ούτε το κεφάλι ξέχωρα από το σώμα, έτσι δεν μπορεί ούτε το σώμα να γιατρέψει ξέχωρα από την ψυχήꞏ και ότι αυτή είναι η αιτία που στους γιατρούς εν Ελλάδι ξεφεύγουν τα πολλά νοσήματα, καθώς αδιαφορούν για το Όλο, στο οποίο θα ’πρεπε να στρέφουν την προσοχή τους και που, αν αυτό δεν είναι καλά, ούτε το μέρος μπορεί να είναι καλά»[1].
Εδώ έρχεται στο προσκήνιο η διαλεκτική μέρους και Όλου: το Όλο είναι η ψυχή, από την οποία εκκινούν όλα: και το κακό και το καλό για το σώμα, δηλαδή για το μέρος, όπως επίσης για τον κάθε άνθρωπο ως τέτοιον. Για να είναι, επομένως, καλά το μέρος, το σώμα και ο κάθε επιμέρους άνθρωπος, πρέπει πρώτα να είναι καλά η ψυχή.
§3. Η θεραπεία της ψυχής, ως προκύπτει, είναι το πρωταρχικό μέλημα του ανθρώπου, αν θέλει να είναι καλά και το σώμα του και να στέκεται όρθια όλη η υπαρκτική του σύσταση. Το γιατρικό δε για την ψυχή είναι οι «ωραίοι λόγοι»[2] που γεννούν μέσα της τη σωφροσύνη. Όταν ο Κριτίας λέει ότι ο Χαρμίδης είναι ήδη «ο πιο σώφρων ανάμεσα στους τωρινούς νέους»[3], ο Σωκράτης απαντά ότι τότε δεν θα του ήταν δύσκολο του νεαρού Χαρμίδη να δείξει σε τι συνίσταται η σωφροσύνη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο φιλόσοφος φτάνει στο κύριο θέμα της συζήτησης: αρχίζει λοιπόν να ρωτάει τον Χαρμίδη, αν θεωρεί πως έχει ήδη αρκετή σωφροσύνη ή πως υστερεί. Με το ερώτημα αυτό, ο Σωκράτης δεν προσδοκά να απαντήσει ο Χαρμίδης με ένα ναι ή με ένα όχι, διότι το νεαρό της ηλικίας του τελευταίου δεν του επιτρέπει ούτε να παραδεχθεί πως είναι αρκετά σώφρων ούτε πως στερείται τη σωφροσύνη.
§4. Η παραδοχή της στέρησης σημαίνει ότι αρνείται την απαραίτητη σωφροσύνη, που προσφέρει μια οικογένεια, σαν τη δική τουꞏ δηλαδή μια οικογένεια με καλές αρχές και λαμπρή καταγωγή.[4] Από την άλλη, ένας a priori ισχυρισμός ότι διαθέτει αρκετή σωφροσύνη δεν θα ταίριαζε με την ηλικία του και θα παρέμενε απλός ισχυρισμός, που θα αποδείκνυε όμως ότι ο νεαρός Χαρμίδης είναι αγενής.[5] Το σχετικό με τα παραπάνω μέρος της έρευνας που ακολουθεί θέτει σε δίλημμα τον Χαρμίδη κατά τρόπο που να δηλώνει με σύνεση και εγκράτεια ότι δεν μπορεί να πει υπέρ του ενός ή του άλλου:
«αν δεν πω ότι είμαι σώφρων, αφενός θα είναι παράλογο να λέω τέτοια πράγματα για τον εαυτό μου, αφετέρου δε θα διαψεύσω τον Κριτία και πολλούς άλλους, που θεωρούν, όπως λέει αυτός, ότι είμαι σώφρωνꞏ αν πάλι πω ότι είμαι και επαινέσω τον εαυτό μου, ίσως αυτό φανεί δυσάρεστο. Επομένως, δεν έχω τι να σου απαντήσω».[6]
Ο Σωκράτης αφορμάται από την αντικειμενική αδυναμία του Χαρμίδη ν’ απαντήσει και ζητάει να ερευνήσουν από κοινού το τι είναι σωφροσύνη. Η κοινή αναζήτηση, κατά τον Σωκράτη, σημαίνει ότι ο ίδιος αποτελεί το οδηγητικό νήμα της σκέψης του συνομιλητή του.
§5. Η πρώτη και η δεύτερη απόπειρα του Χαρμίδη να ορίσει τη σωφροσύνη (δηλαδή: η σωφροσύνη είναι «ένα είδος ηρεμίας, γαλήνης [:ἡσυχιότης τις]»[7] ή ταυτίζεται με την «αιδώ [αἰδὼς»[8]) αποτυγχάνουν. Οι εν λόγω ορισμοί δεν μπορούν να αποδώσουν την καθολική Ιδέα της σωφροσύνης, αλλά περιορίζονται σε επιμέρους ιδιότητες του ανθρώπου, οι οποίες, ανάλογα με τις συνθήκες και το πλαίσιο των σχέσεων, δεν είναι υποχρεωτικά καλές αλλά μπορεί να αποβαίνουν και κακές. Ο Χαρμίδης επιχειρεί έναν τρίτο ορισμό: η σωφροσύνη είναι «να κάνει κανείς τα δικά του πράγματα [:τὸ τὰ ἑαυτοῦ πράττειν]»[9]. Αυτός ο ορισμός είναι άκρως προβληματικός. Όπως λέει ο Σωκράτης, μοιάζει με αίνιγμα. Ο Κριτίας τότε, που είναι ο αρχικά ανώνυμος εμπνευστής του τρίτου ορισμού, παρεμβαίνει και δέχεται να εξετάσει μαζί με τον Σωκράτη το αληθές ή μη του εν λόγω ορισμού. Η συζήτηση τώρα διεξάγεται μεταξύ Κριτία και Σωκράτη.
§6. Ο πρώτος αποπειράται να αναμετρηθεί με τον Σωκράτη, δίνοντας τρεις ερμηνείες, εξηγήσεις, τη μια μετά την άλλη, για την Ιδέα της σωφροσύνης: α. το να κάνει κανείς το δικό του σημαίνει να κάνει ό,τι είναι καλό.[10] β. τὸ γιγνώσκειν ἑαυτόν: δηλαδή σωφροσύνη είναι το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του[11], είναι αυτογνωσία. Στη συνάφεια τούτη, ο Κριτίας υποστηρίζει ότι και η δελφική επιγραφή Γνῶθι σαυτόν δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά να λέει ο θεός στον κάθε άνθρωπο που εισέρχεται στο ναό του: Σωφρόνει (=να είσαι σώφρων)[12]. Ο Σωκράτης δεν δέχεται ότι οι δυο ως άνω ορισμοί είναι ικανοποιητικοί για την ουσία της σωφροσύνης και συνεχίζει να ωθεί, με μοναδική συλλογιστική, την ως τώρα επιχειρηματολογία του Κριτία όλο και σε νέες αναζητήσεις. Έτσι ο τελευταίος δίνει και έναν τρίτο ορισμό της σωφροσύνης ως συμπληρωματικό και όχι ως αποκλειστικά αναιρετικό των προηγούμενων ορισμών. γ) Η σωφροσύνη είναι γνώση και του εαυτού της και των άλλων γνώσεων[13]. Από όλους αυτούς τους ορισμούς και τη συναφή επιχειρηματολογία δεν οδηγείται τελικά η συνομιλία σε πιο φωτεινά μονοπάτια γύρω από την Ιδέα της σωφροσύνης. Ένα μόνο, όχι ευκαταφρόνητο, αποτέλεσμα προκύπτει: η ένδειξη ότι η σωφροσύνη πρέπει τελικά να αναζητείται στη σφαίρα της Γνώσης και του Καλού. Για τον ίδιο τον Χαρμίδη, όμως - που υποτίθεται ότι ήταν σώφρων - αποδεικνύεται ότι παρά την αποτυχία του ορισμού θέλει ακόμα να τον θεραπεύσει ο Σωκράτης με το φάρμακο της ψυχής - τους ωραίους λόγους που διαμεσολαβούν σωφροσύνη. Δι’ αυτής εν τέλει της διαλεκτικής οδού, η φιλοσοφική συνομιλία άγεται προς μια κοινότητα του Ωραίου, του Συνετού και του Σοφού. Αυτή η κοινότητα αποτελεί, υπό μια έποψη, την έννοια της Ολότητας, του Όλου, που περιέχει τα μέρη.
[1] Χαρμίδης 156d9-e6.
[2] Ό.π., 157a4-5.
[3] Ό.π., 157d6-7.
[4] Ό.π., 157e4 κ.εξ.
[5] Ό.π., 158c5 κ.εξ.
[6] Ό.π., 158d1-5.
[7] Ό.π., 159b5-6.
[8] Ό.π., 160e5.
[9] Ό.π., 161b6-7.
[10] Ό.π., 163e10-11.
[11] Ό.π., 164d5.
[12] Ό.π., 164e6.
[13] Ό.π., 166e6.
Ο Αριστοτέλης για τη φιλία
Στην αρχή του έβδομου βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης αναφερόμενος στη φιλία τη χαρακτηρίζει ως το σπουδαιότερο αγαθό που μπορεί να έχει ο άνθρωπος: «Πραγματικά, κανένας δε θα επέλεγε να ζει δίχως φίλους, κι ας είχε όλα τα υπόλοιπα αγαθά. Ακόμη και οι πλούσιοι άνθρωποι, όπως κι αυτοί που έχουν αξιώματα και εξουσία, έχουν –όλος ο κόσμος το πιστεύει– ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη από φίλους» (1155a 1, 3-6).
Η φιλία τίθεται από θέση αρχής ως ύψιστο ιδανικό, ως υπέρτατη πηγή ευτυχίας που ξεπερνά κάθε πλούτο και κάθε αξίωμα. Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον θα έλεγε κανείς ότι η φιλία είναι η εκ φύσεως ολοκλήρωσή του, δηλαδή το αποκορύφωμα της χαράς που μόνο η ανθρώπινη συναναστροφή μπορεί να προσφέρει. Η σημασία της είναι τόσο καθοριστική που ξεπερνά ακόμη και τη δικαιοσύνη: «Αν οι άνθρωποι είναι φίλοι μεταξύ τους, δεν έχουν ανάγκη τη δικαιοσύνη, ενώ αν είναι δίκαιοι, χρειάζονται επιπλέον και τη φιλία, και η πιο γνήσια μορφή δικαιοσύνης θεωρείται πως έχει όλα τα χαρακτηριστικά της φιλίας» (1155a 1, 28-31).
Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι και το βασικότερο μέλημα του νομοθέτη, που θέλει να εξασφαλίσει την ομόνοια στην πόλη: «Φαίνεται επίσης ότι η φιλία συνέχει και τις πόλεις, και οι νομοθέτες νοιάζονται πιο πολύ γι’ αυτήν παρά για τη δικαιοσύνη (πολύ φυσικό, αφού η ομόνοια φαίνεται πως είναι κάτι παρόμοιο με τη φιλία): αυτήν επιθυμούν κατά κύριο λόγο, και κοιτάζουν κατά κύριο λόγο να διώξουν από την πόλη τη διχόνοια, που τι άλλο είναι παρά μίσος και έχθρα;» (1155a 1, 23-28).
Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι η πόλη που όλοι οι πολίτες είναι φίλοι μεταξύ τους θα ήταν η πλέον ιδανική, αφού θα εκπλήρωνε την ύψιστη ομόνοια. Μια τέτοια πόλη δε θα χρειαζότανε δικαιοσύνη, καθώς, από θέση αρχής, η αδικία θα είχε εξαλειφθεί. Η ονειρική εκδοχή της αδιαπραγμάτευτης καθολικής φιλίας δεν είναι παρά η πληρέστερη ευτυχία και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Φυσικά, κάτι τέτοιο δε φαίνεται ρεαλιστικό να συμβεί. Η πόλη αυτή θα παραμείνει μια ευσεβής ουτοπία.
Διερευνώντας την έννοια της φιλίας ο Αριστοτέλης καταλήγει ότι οι λόγοι που γεννούν τη φιλία στους ανθρώπους είναι τρεις: «δεν φαίνεται να κινεί την αγάπη και να γεννάει τη φιλία το καθετί, παρά μόνο αυτό που είναι άξιο να αγαπηθεί και να προκαλέσει τη φιλία, και κάτι τέτοιο φαίνεται πως είναι το αγαθό, το ευχάριστο και το χρήσιμο» (1155b 2, 21-23).
Κατ’ επέκταση, τρία είναι και τα είδη της φιλίας που θα προκύψουν ανάλογα με τα κίνητρα που έχει κανείς: «Τρία, επομένως, είδη φιλίας υπάρχουν, ακριβώς όσα είναι και τα πράγματα που είναι άξια να αγαπηθούν. Πραγματικά, στην καθεμιά από τις τρεις αυτές περιπτώσεις υπάρχει φανερή αμοιβαία αγάπη, και αυτοί που αγαπούν ο ένας τον άλλον θέλουν ο ένας το καλό του άλλου για το λόγο ακριβώς που ο ένας αγαπάει τον άλλον» (1156a 3, 8-11).
Από τη στιγμή που τα κίνητρα της φιλίας είναι το χρήσιμο δημιουργείται ένα είδος φιλίας διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από την ευχαρίστηση, πολύ περισσότερο από το είδος της φιλίας που προκύπτει από το αγαθό. Τα πρώτα δύο είδη φιλίας (της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης) παρουσιάζουν ομοιότητες κυρίως ως προς το εύθραυστο της διάρκειάς τους, ακριβώς επειδή η αγάπη που τις υποκινεί κρίνεται επίσης ασταθής: «Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρουν από αυτόν. Το ίδιο και στην περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για το χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι» (1156a 3, 12-17).
Ασφαλώς, πρόκειται για φιλίες κατώτερης ποιότητας. Πρόκειται για σχέσεις που η βάση τους είναι συμφεροντολογική. Μοιραία διαρκούν όσο διαρκεί και το συμφέρον που τις στηρίζει. Στην ουσία δεν είναι φιλίες, αλλά εφήμερες σχέσεις, άκρως επιφανειακές, που έχουν να κάνουν με την εξυπηρέτηση κάποιας ανάγκης, που εκ των προτέρων έχει ημερομηνία λήξης. Κι όσο πιο μεγάλο είναι το συμφέρον, τόσο περισσότερο εκφυλίζεται και η έννοια της φιλίας.
Οι άνθρωποι που παρουσιάζονται ως φίλοι μόνο και μόνο για να αναρριχηθούν επαγγελματικά ή για να εξασφαλίσουν οικονομικά οφέλη όχι μόνο δεν εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις της φιλίας, αλλά ως ένα βαθμό μπορούν να κριθούν κι επικίνδυνοι. Αν αλλάξει ο άνεμος των συμφερόντων ενδέχεται να γίνουν πρόθυμοι ακόμη και να στραφούν ενάντια στους πρώην «φίλους» τους. Η φιλία δεν έχει καμία σχέση με τέτοιους ανθρώπους.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Αυτές λοιπόν οι φιλίες είναι φιλίες για ένα λόγο συμπτωματικό, αφού το πρόσωπο που αγαπιέται δεν αγαπιέται επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή εξασφαλίζει σ’ αυτόν που το αγαπάει κάποιο αγαθό ή κάποια ευχαρίστηση. Ε, αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, αν τα δύο μέρη δεν παραμένουν αυτό που ήταν· πραγματικά, αν ο ένας δεν είναι πια ευχάριστος ή χρήσιμος στον άλλον, ο άλλος παύει να τον αγαπάει. Το χρήσιμο όμως δε μένει σταθερά το ίδιο, αλλά συνεχώς αλλάζει. Αν λοιπόν λείψει ο λόγος για τον οποίο τα δύο αυτά άτομα ήταν φίλοι, διαλύεται και η φιλία, αφού η φιλία τους είχε δημιουργηθεί μόνο για το συγκεκριμένο λόγο» (1156a 3, 19-27).
Αυτός είναι και ο λόγος που οι νεανικές φιλίες είναι συνήθως ασταθείς: «η φιλία των νέων ανθρώπων θεωρείται ότι έχει για στόχο της την ευχαρίστηση· γιατί αυτοί ζουν κάτω από την επήρεια και την καθοδήγηση του πάθους, και αυτό που κατά κύριο λόγο επιδιώκουν είναι η ευχαρίστηση και ό,τι είναι παρόν. Καθώς όμως προχωρεί η ηλικία, αλλάζουν και τα πράγματα που τους είναι ευχάριστα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι νέοι άνθρωποι γίνονται γρήγορα φίλοι και γρήγορα, πάλι, παύουν να είναι φίλοι: η φιλία τους αλλάζει καθώς αλλάζει αυτό που τους είναι ευχάριστο, και αυτού του είδους η ευχαρίστηση αλλάζει γρήγορα» (1156a 3, 36-40 και 1156b 3, 1).
Οι νέοι παρουσιάζουν αστάθεια στην επιλογή φίλων όχι επειδή είναι συμφεροντολόγοι ή επειδή στερούνται αρετής, αλλά επειδή δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει με πληρότητα το χαρακτήρα τους. Το ευμετάβλητο της προσωπικότητάς τους καθορίζει και το ευμετάβλητο των επιλογών τους. Η επιλογή των ανθρώπων που θα συναναστρέφεται κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση.
Τα κοινά ενδιαφέροντα δημιουργούν φιλίες και η εγκατάλειψή τους οδηγεί στην απομάκρυνση. Η νεότητα είναι αλληλένδετη με τον πειραματισμό. Άλλος δρόμος για την αυτογνωσία δεν υπάρχει. Μέχρι τότε όλα κρίνονται παροδικά. Οι φιλίες που μένουν από τη νεανική ηλικία είναι η συνισταμένη των ανθρώπων που εν τέλει έχουν ακολουθήσει την ίδια διαδρομή. Γι’ αυτό κι επέζησαν. Αν η διαδρομή δεν ήταν ίδια θα είχαν σβήσει. Και οι φιλίες αυτού του είδους είναι οι πιο δυνατές.
Για τον Αριστοτέλη η γνήσια φιλία αφορά μόνο τους ενάρετους ανθρώπους που αντιλαμβάνονται με κοινό τρόπο την αρετή: «Τέλεια είναι η φιλία αυτών που είναι αγαθοί και όμοιοι στην αρετή· γιατί οι άνθρωποι αυτοί θέλουν με τον ίδιο τρόπο ο ένας το καλό του άλλου, και μόνο για το λόγο ότι είναι άνθρωποι αγαθοί, και αγαθοί καθεαυτούς. Οι άνθρωποι όμως που θέλουν το καλό των φίλων τους για χάρη των φίλων τους είναι οι γνησιότεροι φίλοι: ο λόγος είναι ότι αυτό το κάνουν επειδή αυτή είναι η φύση τους και όχι για έναν συμπτωματικό λόγο. Διαρκεί λοιπόν η φιλία αυτών των ανθρώπων για όσο διάστημα αυτοί είναι αγαθοί – και η αρετή είναι κάτι το μόνιμο» (1156b 3, 8-14).
Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι υπόθεση της αρετής, αφού μόνο ο ενάρετος είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της. Με δεδομένο ότι η φιλία ως πραγμάτωση της γνήσιας συντροφικότητας είναι η υπέρτατη μορφή κοινωνικοποίησης που (εκ φύσεως) ολοκληρώνει τον άνθρωπο οδηγώντας στην ευτυχία, γίνεται φανερό ότι μόνο ο ενάρετος έχει τη δυνατότητα να γίνει ευτυχισμένος. Από την άλλη, η κρίση της φιλίας σε μια πόλη που τα πάντα τα σκεπάζει η ιδιοτέλεια, δεν είναι τίποτε άλλο από την κρίση της αρετής που εμποδίζει τους πολίτες να έρθουν σε ουσιαστική επαφή. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της δυστυχίας.
Η φιλία των ενάρετων ανθρώπων είναι η τελειότερη εκδοχή συναναστροφής και βέβαια αποτελεί το ανώτερο είδος φιλίας όχι μόνο γιατί ορίζεται από τις συνθήκες της αρετής και της εκτίμησης προς τον άλλο, αλλά γιατί εκπληρώνει επίσης και την ευχαρίστηση και τη χρησιμότητα, που αφορούν τα άλλα δύο είδη: «Η φιλία που γίνεται για χάρη της ευχαρίστησης έχει μια ομοιότητα με αυτή τη φιλία, δεδομένου ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι και ευχάριστοι ο ένας στον άλλον. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της φιλίας που συνάπτεται για το όφελος, δεδομένου ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι και χρήσιμοι ο ένας στον άλλον» (1157a 4, 1-3).
Κι όχι μόνο αυτό: «Μόνο των αγαθών ανθρώπων η φιλία υπερνικάει τις διαβολές· γιατί για κανέναν δεν είναι εύκολο να ακούσει και να δεχτεί κακολογίες ενσχέσει με ένα άτομο που ο ίδιος το δοκίμασε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων υπάρχει, επίσης, εμπιστοσύνη, καθώς και η βεβαιότητα ότι ποτέ ο ένας δε θα αδικούσε τον άλλον – και όσα άλλα απαιτούνται σε μια πραγματική φιλία. Στα άλλα όμως είδη φιλίας τίποτε δεν εμποδίζει να γίνονται αυτού του είδους τα άσχημα πράγματα» (1157a 4, 23-28).
Βέβαια, μια τέτοια ολοκληρωμένη φιλία δεν είναι κάτι το εύκολο κι ούτε οικοδομείται από τη μια στιγμή στην άλλη: «Αυτού του είδους οι φιλίες είναι φυσικά σπάνιες· ο λόγος είναι ότι αυτού του είδους άνθρωποι υπάρχουν μόνο λίγοι. Έπειτα αυτού του είδους η φιλία χρειάζεται χρόνο και κλίμα αμοιβαίας οικειότητας: όπως λέει και η παροιμία, οι άνθρωποι δεν είναι δυνατό να γνωρίσουν καλά ο ένας τον άλλον, αν δε φάνε πρώτα μαζί “ψωμί κι αλάτι”· ούτε είναι δυνατό να αποδεχτεί ο ένας τον άλλον και να γίνουν φίλοι, αν πρώτα δε θεωρηθεί ο ένας από τον άλλο άξιος αγάπης και αν ο ένας δεν κερδίσει την εμπιστοσύνη του άλλου: αυτοί που δείχνουν γρήγορα ο ένας στον άλλον τα σημάδια της φιλίας θέλουν, βέβαια, να είναι φίλοι, δεν είναι όμως, αν δεν είναι άξιοι να αγαπηθούν και αν το πράγμα δεν τους είναι γνωστό· η θέληση για φιλία μπορεί να γεννηθεί γρήγορα, η φιλία όμως όχι» (1156b 3,28-37).
Από τη στιγμή που το ανώτερο είδος φιλίας αφορά τους ανώτερους ανθρώπους, το πράγμα μπορεί να διαβαστεί κι αντίστροφα: η ποιότητα των φιλικών σχέσεων που συνάπτει κάποιος δεν είναι άλλο από το καθρέφτισμα της δικής του ποιότητας. Ο Αριστοτέλης συνοψίζει: «Για την ευχαρίστηση λοιπόν και για το όφελος μπορούν να είναι φίλοι ο ένας του άλλου α) ακόμη και κατώτερης ποιότητας άνθρωποι, β) καλοί άνθρωποι με κατώτερης ποιότητας ανθρώπους, και γ) άνθρωποι που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο με οποιουδήποτε χαρακτήρα ανθρώπου, ενώ είναι φανερό ότι οι αγαθοί άνθρωποι γίνονται φίλοι μόνο για χάρη του ίδιου του εαυτού τους· γιατί οι κακοί δε χαίρονται ο ένας τον άλλον, αν δεν υπάρχει και κάποιο όφελος από τη σχέση τους» (1157a 4, 18-22).
Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα προσθέσει: «Με τη φιλία λοιπόν να διαιρείται σε αυτά τα είδη, τα κατώτερης ποιότητας άτομα θα γίνουν φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης ή για το όφελος –όντας ίδιοι μεταξύ τους από αυτή την άποψη–, ενώ οι αγαθοί άνθρωποι θα γίνουν φίλοι γιατί είναι αυτό που είναι, δηλαδή αγαθοί» (1157b 4, 1-4).
Στο ζήτημα του κατά πόσο τα δύο κατώτερα είδη φιλίας, που αφορούν την ευχαρίστηση και το όφελος, είναι σωστό να ονομάζονται φιλίες ή αν δεν πρέπει καν να έχουν αυτό το όνομα, ο Αριστοτέλης φαίνεται να ακολουθεί την άποψη των περισσότερων: «Δεδομένου ότι οι άνθρωποι ονομάζουν φίλους αυτούς που έχουν ως κίνητρό τους το όφελος (παράδειγμα οι πόλεις: οι συμμαχίες, κατά την κοινή αντίληψη, συνάπτονται μεταξύ των πόλεων για λόγους συμφέροντος), καθώς και αυτούς που αγαπούν ο ένας τον άλλον για την ευχαρίστηση (παράδειγμα τα παιδιά), ίσως θα πρέπει να ονομάζουμε κι εμείς αυτού του είδους τις σχέσεις φιλίες, και να λέμε ότι υπάρχουν περισσότερα είδη φιλίας» (1157a 4, 28-34).
Εξάλλου, το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την ονομασία, αλλά με την πρακτική. Και η φιλία δεν είναι θέμα ονόματος αλλά βιώματος. Τελικά, τα πάντα έχουν να κάνουν με την αρετή. Ο ενάρετος άνθρωπος που έχει επίγνωση της μεσότητας και την ακολουθεί γνωρίζοντας σε βάθος τον εαυτό του είναι ο κάτοχος της ψυχικής ισορροπίας που θα καθορίσει και τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Ο ψυχικά υγιής άνθρωπος θα συνάψει και υγιείς σχέσεις. Και τότε θα απολαύσει την ύψιστη ευτυχία του αληθινού φίλου.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Η φιλία τίθεται από θέση αρχής ως ύψιστο ιδανικό, ως υπέρτατη πηγή ευτυχίας που ξεπερνά κάθε πλούτο και κάθε αξίωμα. Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον θα έλεγε κανείς ότι η φιλία είναι η εκ φύσεως ολοκλήρωσή του, δηλαδή το αποκορύφωμα της χαράς που μόνο η ανθρώπινη συναναστροφή μπορεί να προσφέρει. Η σημασία της είναι τόσο καθοριστική που ξεπερνά ακόμη και τη δικαιοσύνη: «Αν οι άνθρωποι είναι φίλοι μεταξύ τους, δεν έχουν ανάγκη τη δικαιοσύνη, ενώ αν είναι δίκαιοι, χρειάζονται επιπλέον και τη φιλία, και η πιο γνήσια μορφή δικαιοσύνης θεωρείται πως έχει όλα τα χαρακτηριστικά της φιλίας» (1155a 1, 28-31).
Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι και το βασικότερο μέλημα του νομοθέτη, που θέλει να εξασφαλίσει την ομόνοια στην πόλη: «Φαίνεται επίσης ότι η φιλία συνέχει και τις πόλεις, και οι νομοθέτες νοιάζονται πιο πολύ γι’ αυτήν παρά για τη δικαιοσύνη (πολύ φυσικό, αφού η ομόνοια φαίνεται πως είναι κάτι παρόμοιο με τη φιλία): αυτήν επιθυμούν κατά κύριο λόγο, και κοιτάζουν κατά κύριο λόγο να διώξουν από την πόλη τη διχόνοια, που τι άλλο είναι παρά μίσος και έχθρα;» (1155a 1, 23-28).
Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι η πόλη που όλοι οι πολίτες είναι φίλοι μεταξύ τους θα ήταν η πλέον ιδανική, αφού θα εκπλήρωνε την ύψιστη ομόνοια. Μια τέτοια πόλη δε θα χρειαζότανε δικαιοσύνη, καθώς, από θέση αρχής, η αδικία θα είχε εξαλειφθεί. Η ονειρική εκδοχή της αδιαπραγμάτευτης καθολικής φιλίας δεν είναι παρά η πληρέστερη ευτυχία και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Φυσικά, κάτι τέτοιο δε φαίνεται ρεαλιστικό να συμβεί. Η πόλη αυτή θα παραμείνει μια ευσεβής ουτοπία.
Διερευνώντας την έννοια της φιλίας ο Αριστοτέλης καταλήγει ότι οι λόγοι που γεννούν τη φιλία στους ανθρώπους είναι τρεις: «δεν φαίνεται να κινεί την αγάπη και να γεννάει τη φιλία το καθετί, παρά μόνο αυτό που είναι άξιο να αγαπηθεί και να προκαλέσει τη φιλία, και κάτι τέτοιο φαίνεται πως είναι το αγαθό, το ευχάριστο και το χρήσιμο» (1155b 2, 21-23).
Κατ’ επέκταση, τρία είναι και τα είδη της φιλίας που θα προκύψουν ανάλογα με τα κίνητρα που έχει κανείς: «Τρία, επομένως, είδη φιλίας υπάρχουν, ακριβώς όσα είναι και τα πράγματα που είναι άξια να αγαπηθούν. Πραγματικά, στην καθεμιά από τις τρεις αυτές περιπτώσεις υπάρχει φανερή αμοιβαία αγάπη, και αυτοί που αγαπούν ο ένας τον άλλον θέλουν ο ένας το καλό του άλλου για το λόγο ακριβώς που ο ένας αγαπάει τον άλλον» (1156a 3, 8-11).
Από τη στιγμή που τα κίνητρα της φιλίας είναι το χρήσιμο δημιουργείται ένα είδος φιλίας διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από την ευχαρίστηση, πολύ περισσότερο από το είδος της φιλίας που προκύπτει από το αγαθό. Τα πρώτα δύο είδη φιλίας (της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης) παρουσιάζουν ομοιότητες κυρίως ως προς το εύθραυστο της διάρκειάς τους, ακριβώς επειδή η αγάπη που τις υποκινεί κρίνεται επίσης ασταθής: «Αυτοί λοιπόν που αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για τη χρησιμότητα, δεν αγαπούν τον άλλον καθεαυτόν, αλλά για το αγαθό που μπορεί να πάρουν από αυτόν. Το ίδιο και στην περίπτωση που οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον και γίνονται φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης· πραγματικά, οι άνθρωποι αγαπούν τους χαριτολόγους όχι για το χαρακτήρα τους, αλλά γιατί τους είναι ευχάριστοι» (1156a 3, 12-17).
Ασφαλώς, πρόκειται για φιλίες κατώτερης ποιότητας. Πρόκειται για σχέσεις που η βάση τους είναι συμφεροντολογική. Μοιραία διαρκούν όσο διαρκεί και το συμφέρον που τις στηρίζει. Στην ουσία δεν είναι φιλίες, αλλά εφήμερες σχέσεις, άκρως επιφανειακές, που έχουν να κάνουν με την εξυπηρέτηση κάποιας ανάγκης, που εκ των προτέρων έχει ημερομηνία λήξης. Κι όσο πιο μεγάλο είναι το συμφέρον, τόσο περισσότερο εκφυλίζεται και η έννοια της φιλίας.
Οι άνθρωποι που παρουσιάζονται ως φίλοι μόνο και μόνο για να αναρριχηθούν επαγγελματικά ή για να εξασφαλίσουν οικονομικά οφέλη όχι μόνο δεν εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις της φιλίας, αλλά ως ένα βαθμό μπορούν να κριθούν κι επικίνδυνοι. Αν αλλάξει ο άνεμος των συμφερόντων ενδέχεται να γίνουν πρόθυμοι ακόμη και να στραφούν ενάντια στους πρώην «φίλους» τους. Η φιλία δεν έχει καμία σχέση με τέτοιους ανθρώπους.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Αυτές λοιπόν οι φιλίες είναι φιλίες για ένα λόγο συμπτωματικό, αφού το πρόσωπο που αγαπιέται δεν αγαπιέται επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά επειδή εξασφαλίζει σ’ αυτόν που το αγαπάει κάποιο αγαθό ή κάποια ευχαρίστηση. Ε, αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, αν τα δύο μέρη δεν παραμένουν αυτό που ήταν· πραγματικά, αν ο ένας δεν είναι πια ευχάριστος ή χρήσιμος στον άλλον, ο άλλος παύει να τον αγαπάει. Το χρήσιμο όμως δε μένει σταθερά το ίδιο, αλλά συνεχώς αλλάζει. Αν λοιπόν λείψει ο λόγος για τον οποίο τα δύο αυτά άτομα ήταν φίλοι, διαλύεται και η φιλία, αφού η φιλία τους είχε δημιουργηθεί μόνο για το συγκεκριμένο λόγο» (1156a 3, 19-27).
Αυτός είναι και ο λόγος που οι νεανικές φιλίες είναι συνήθως ασταθείς: «η φιλία των νέων ανθρώπων θεωρείται ότι έχει για στόχο της την ευχαρίστηση· γιατί αυτοί ζουν κάτω από την επήρεια και την καθοδήγηση του πάθους, και αυτό που κατά κύριο λόγο επιδιώκουν είναι η ευχαρίστηση και ό,τι είναι παρόν. Καθώς όμως προχωρεί η ηλικία, αλλάζουν και τα πράγματα που τους είναι ευχάριστα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι νέοι άνθρωποι γίνονται γρήγορα φίλοι και γρήγορα, πάλι, παύουν να είναι φίλοι: η φιλία τους αλλάζει καθώς αλλάζει αυτό που τους είναι ευχάριστο, και αυτού του είδους η ευχαρίστηση αλλάζει γρήγορα» (1156a 3, 36-40 και 1156b 3, 1).
Οι νέοι παρουσιάζουν αστάθεια στην επιλογή φίλων όχι επειδή είναι συμφεροντολόγοι ή επειδή στερούνται αρετής, αλλά επειδή δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει με πληρότητα το χαρακτήρα τους. Το ευμετάβλητο της προσωπικότητάς τους καθορίζει και το ευμετάβλητο των επιλογών τους. Η επιλογή των ανθρώπων που θα συναναστρέφεται κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση.
Τα κοινά ενδιαφέροντα δημιουργούν φιλίες και η εγκατάλειψή τους οδηγεί στην απομάκρυνση. Η νεότητα είναι αλληλένδετη με τον πειραματισμό. Άλλος δρόμος για την αυτογνωσία δεν υπάρχει. Μέχρι τότε όλα κρίνονται παροδικά. Οι φιλίες που μένουν από τη νεανική ηλικία είναι η συνισταμένη των ανθρώπων που εν τέλει έχουν ακολουθήσει την ίδια διαδρομή. Γι’ αυτό κι επέζησαν. Αν η διαδρομή δεν ήταν ίδια θα είχαν σβήσει. Και οι φιλίες αυτού του είδους είναι οι πιο δυνατές.
Για τον Αριστοτέλη η γνήσια φιλία αφορά μόνο τους ενάρετους ανθρώπους που αντιλαμβάνονται με κοινό τρόπο την αρετή: «Τέλεια είναι η φιλία αυτών που είναι αγαθοί και όμοιοι στην αρετή· γιατί οι άνθρωποι αυτοί θέλουν με τον ίδιο τρόπο ο ένας το καλό του άλλου, και μόνο για το λόγο ότι είναι άνθρωποι αγαθοί, και αγαθοί καθεαυτούς. Οι άνθρωποι όμως που θέλουν το καλό των φίλων τους για χάρη των φίλων τους είναι οι γνησιότεροι φίλοι: ο λόγος είναι ότι αυτό το κάνουν επειδή αυτή είναι η φύση τους και όχι για έναν συμπτωματικό λόγο. Διαρκεί λοιπόν η φιλία αυτών των ανθρώπων για όσο διάστημα αυτοί είναι αγαθοί – και η αρετή είναι κάτι το μόνιμο» (1156b 3, 8-14).
Σε τελική ανάλυση, η φιλία είναι υπόθεση της αρετής, αφού μόνο ο ενάρετος είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της. Με δεδομένο ότι η φιλία ως πραγμάτωση της γνήσιας συντροφικότητας είναι η υπέρτατη μορφή κοινωνικοποίησης που (εκ φύσεως) ολοκληρώνει τον άνθρωπο οδηγώντας στην ευτυχία, γίνεται φανερό ότι μόνο ο ενάρετος έχει τη δυνατότητα να γίνει ευτυχισμένος. Από την άλλη, η κρίση της φιλίας σε μια πόλη που τα πάντα τα σκεπάζει η ιδιοτέλεια, δεν είναι τίποτε άλλο από την κρίση της αρετής που εμποδίζει τους πολίτες να έρθουν σε ουσιαστική επαφή. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της δυστυχίας.
Η φιλία των ενάρετων ανθρώπων είναι η τελειότερη εκδοχή συναναστροφής και βέβαια αποτελεί το ανώτερο είδος φιλίας όχι μόνο γιατί ορίζεται από τις συνθήκες της αρετής και της εκτίμησης προς τον άλλο, αλλά γιατί εκπληρώνει επίσης και την ευχαρίστηση και τη χρησιμότητα, που αφορούν τα άλλα δύο είδη: «Η φιλία που γίνεται για χάρη της ευχαρίστησης έχει μια ομοιότητα με αυτή τη φιλία, δεδομένου ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι και ευχάριστοι ο ένας στον άλλον. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της φιλίας που συνάπτεται για το όφελος, δεδομένου ότι οι αγαθοί άνθρωποι είναι και χρήσιμοι ο ένας στον άλλον» (1157a 4, 1-3).
Κι όχι μόνο αυτό: «Μόνο των αγαθών ανθρώπων η φιλία υπερνικάει τις διαβολές· γιατί για κανέναν δεν είναι εύκολο να ακούσει και να δεχτεί κακολογίες ενσχέσει με ένα άτομο που ο ίδιος το δοκίμασε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων υπάρχει, επίσης, εμπιστοσύνη, καθώς και η βεβαιότητα ότι ποτέ ο ένας δε θα αδικούσε τον άλλον – και όσα άλλα απαιτούνται σε μια πραγματική φιλία. Στα άλλα όμως είδη φιλίας τίποτε δεν εμποδίζει να γίνονται αυτού του είδους τα άσχημα πράγματα» (1157a 4, 23-28).
Βέβαια, μια τέτοια ολοκληρωμένη φιλία δεν είναι κάτι το εύκολο κι ούτε οικοδομείται από τη μια στιγμή στην άλλη: «Αυτού του είδους οι φιλίες είναι φυσικά σπάνιες· ο λόγος είναι ότι αυτού του είδους άνθρωποι υπάρχουν μόνο λίγοι. Έπειτα αυτού του είδους η φιλία χρειάζεται χρόνο και κλίμα αμοιβαίας οικειότητας: όπως λέει και η παροιμία, οι άνθρωποι δεν είναι δυνατό να γνωρίσουν καλά ο ένας τον άλλον, αν δε φάνε πρώτα μαζί “ψωμί κι αλάτι”· ούτε είναι δυνατό να αποδεχτεί ο ένας τον άλλον και να γίνουν φίλοι, αν πρώτα δε θεωρηθεί ο ένας από τον άλλο άξιος αγάπης και αν ο ένας δεν κερδίσει την εμπιστοσύνη του άλλου: αυτοί που δείχνουν γρήγορα ο ένας στον άλλον τα σημάδια της φιλίας θέλουν, βέβαια, να είναι φίλοι, δεν είναι όμως, αν δεν είναι άξιοι να αγαπηθούν και αν το πράγμα δεν τους είναι γνωστό· η θέληση για φιλία μπορεί να γεννηθεί γρήγορα, η φιλία όμως όχι» (1156b 3,28-37).
Από τη στιγμή που το ανώτερο είδος φιλίας αφορά τους ανώτερους ανθρώπους, το πράγμα μπορεί να διαβαστεί κι αντίστροφα: η ποιότητα των φιλικών σχέσεων που συνάπτει κάποιος δεν είναι άλλο από το καθρέφτισμα της δικής του ποιότητας. Ο Αριστοτέλης συνοψίζει: «Για την ευχαρίστηση λοιπόν και για το όφελος μπορούν να είναι φίλοι ο ένας του άλλου α) ακόμη και κατώτερης ποιότητας άνθρωποι, β) καλοί άνθρωποι με κατώτερης ποιότητας ανθρώπους, και γ) άνθρωποι που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο με οποιουδήποτε χαρακτήρα ανθρώπου, ενώ είναι φανερό ότι οι αγαθοί άνθρωποι γίνονται φίλοι μόνο για χάρη του ίδιου του εαυτού τους· γιατί οι κακοί δε χαίρονται ο ένας τον άλλον, αν δεν υπάρχει και κάποιο όφελος από τη σχέση τους» (1157a 4, 18-22).
Κι αν πρέπει να διατυπωθεί κι αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα προσθέσει: «Με τη φιλία λοιπόν να διαιρείται σε αυτά τα είδη, τα κατώτερης ποιότητας άτομα θα γίνουν φίλοι για χάρη της ευχαρίστησης ή για το όφελος –όντας ίδιοι μεταξύ τους από αυτή την άποψη–, ενώ οι αγαθοί άνθρωποι θα γίνουν φίλοι γιατί είναι αυτό που είναι, δηλαδή αγαθοί» (1157b 4, 1-4).
Στο ζήτημα του κατά πόσο τα δύο κατώτερα είδη φιλίας, που αφορούν την ευχαρίστηση και το όφελος, είναι σωστό να ονομάζονται φιλίες ή αν δεν πρέπει καν να έχουν αυτό το όνομα, ο Αριστοτέλης φαίνεται να ακολουθεί την άποψη των περισσότερων: «Δεδομένου ότι οι άνθρωποι ονομάζουν φίλους αυτούς που έχουν ως κίνητρό τους το όφελος (παράδειγμα οι πόλεις: οι συμμαχίες, κατά την κοινή αντίληψη, συνάπτονται μεταξύ των πόλεων για λόγους συμφέροντος), καθώς και αυτούς που αγαπούν ο ένας τον άλλον για την ευχαρίστηση (παράδειγμα τα παιδιά), ίσως θα πρέπει να ονομάζουμε κι εμείς αυτού του είδους τις σχέσεις φιλίες, και να λέμε ότι υπάρχουν περισσότερα είδη φιλίας» (1157a 4, 28-34).
Εξάλλου, το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την ονομασία, αλλά με την πρακτική. Και η φιλία δεν είναι θέμα ονόματος αλλά βιώματος. Τελικά, τα πάντα έχουν να κάνουν με την αρετή. Ο ενάρετος άνθρωπος που έχει επίγνωση της μεσότητας και την ακολουθεί γνωρίζοντας σε βάθος τον εαυτό του είναι ο κάτοχος της ψυχικής ισορροπίας που θα καθορίσει και τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Ο ψυχικά υγιής άνθρωπος θα συνάψει και υγιείς σχέσεις. Και τότε θα απολαύσει την ύψιστη ευτυχία του αληθινού φίλου.
Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
ΞΕΝ Απομν 4.4.12–4.4.16
Το κεφάλαιο αυτό είναι αφιερωμένο στις αντιλήψεις του Σωκράτη για το δίκαιο και την ανάγκη υπακοής στους νόμους. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από τη συζήτησή του περί δικαίου με τον διάσημο σοφιστή Ιππία.
[4.4.12] Ἀλλ’ ᾤμην ἔγωγ’, ἔφη ὁ Σωκράτης, τὸ μὴ θέλειν ἀδικεῖν
ἱκανὸν δικαιοσύνης ἐπίδειγμα εἶναι. εἰ δέ σοι μὴ δοκεῖ,
σκέψαι ἐὰν τόδε σοι μᾶλλον ἀρέσκῃ· φημὶ γὰρ ἐγὼ τὸ
νόμιμον δίκαιον εἶναι. Ἆρα τὸ αὐτὸ λέγεις, ὦ Σώκρατες,
νόμιμόν τε καὶ δίκαιον εἶναι; Ἔγωγε, ἔφη. [4.4.13] Οὐ γὰρ αἰσθά-
νομαί σου ὁποῖον νόμιμον ἢ ποῖον δίκαιον λέγεις. Νόμους
δὲ πόλεως, ἔφη, γιγνώσκεις; Ἔγωγε, ἔφη. Καὶ τίνας
τούτους νομίζεις; Ἃ οἱ πολῖται, ἔφη, συνθέμενοι ἅ τε δεῖ
ποιεῖν καὶ ὧν ἀπέχεσθαι ἐγράψαντο. Οὐκοῦν, ἔφη, νόμιμος
μὲν ἂν εἴη ὁ κατὰ ταῦτα πολιτευόμενος, ἄνομος δὲ ὁ ταῦτα
παραβαίνων; Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη. Οὐκοῦν καὶ δίκαια μὲν
ἂν πράττοι ὁ τούτοις πειθόμενος, ἄδικα δ’ ὁ τούτοις ἀπειθῶν;
Πάνυ μὲν οὖν. Οὐκοῦν ὁ μὲν τὰ δίκαια πράττων δίκαιος,
ὁ δὲ τὰ ἄδικα ἄδικος; Πῶς γὰρ οὔ; Ὁ μὲν ἄρα νόμιμος
δίκαιός ἐστιν, ὁ δὲ ἄνομος ἄδικος. [4.4.14] καὶ ὁ Ἱππίας, Νόμους
δ’, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πῶς ἄν τις ἡγήσαιτο σπουδαῖον πρᾶγμα
εἶναι ἢ τὸ πείθεσθαι αὐτοῖς, οὕς γε πολλάκις αὐτοὶ οἱ
θέμενοι ἀποδοκιμάσαντες μετατίθενται; Καὶ γὰρ πόλεμον,
ἔφη ὁ Σωκράτης, πολλάκις ἀράμεναι πόλεις πάλιν εἰρήνην
ποιοῦνται. Καὶ μάλα, ἔφη. Διάφορον οὖν τι οἴει ποιεῖν,
ἔφη, τοὺς τοῖς νόμοις πειθομένους φαυλίζων, ὅτι καταλυθεῖεν
ἂν οἱ νόμοι, ἢ εἰ τοὺς ἐν τοῖς πολέμοις εὐτακτοῦντας ψέγοις,
ὅτι γένοιτ’ ἂν εἰρήνη; ἢ καὶ τοὺς ἐν τοῖς πολέμοις ταῖς
πατρίσι προθύμως βοηθοῦντας μέμφῃ; Μὰ Δί’ οὐκ ἔγωγ’,
ἔφη. [4.4.15] Λυκοῦργον δὲ τὸν Λακεδαιμόνιον, ἔφη ὁ Σωκράτης,
καταμεμάθηκας, ὅτι οὐδὲν ἂν διάφορον τῶν ἄλλων πόλεων
τὴν Σπάρτην ἐποίησεν, εἰ μὴ τὸ πείθεσθαι τοῖς νόμοις
μάλιστα ἐνειργάσατο αὐτῇ; τῶν δὲ ἀρχόντων ἐν ταῖς πό-
λεσιν οὐκ οἶσθα ὅτι, οἵτινες ἂν τοῖς πολίταις αἰτιώτατοι
ὦσι τοῦ τοῖς νόμοις πείθεσθαι, οὗτοι ἄριστοί εἰσι, καὶ
πόλις, ἐν ᾗ μάλιστα οἱ πολῖται τοῖς νόμοις πείθονται, ἐν
εἰρήνῃ τε ἄριστα διάγει καὶ ἐν πολέμῳ ἀνυπόστατός ἐστιν;
[4.4.16] ἀλλὰ μὴν καὶ ὁμόνοιά γε μέγιστόν τε ἀγαθὸν δοκεῖ ταῖς
πόλεσιν εἶναι καὶ πλειστάκις ἐν αὐταῖς αἵ τε γερουσίαι καὶ
οἱ ἄριστοι ἄνδρες παρακελεύονται τοῖς πολίταις ὁμονοεῖν,
καὶ πανταχοῦ ἐν τῇ Ἑλλάδι νόμος κεῖται τοὺς πολίτας
ὀμνύναι ὁμονοήσειν, καὶ πανταχοῦ ὀμνύουσι τὸν ὅρκον τοῦ-
τον· οἶμαι δ’ ἐγὼ ταῦτα γίγνεσθαι οὐχ ὅπως τοὺς αὐτοὺς
χοροὺς κρίνωσιν οἱ πολῖται, οὐδ’ ὅπως τοὺς αὐτοὺς αὐλητὰς
ἐπαινῶσιν, οὐδ’ ὅπως τοὺς αὐτοὺς ποιητὰς αἱρῶνται, οὐδ’
ἵνα τοῖς αὐτοῖς ἥδωνται, ἀλλ’ ἵνα τοῖς νόμοις πείθωνται.
τούτοις γὰρ τῶν πολιτῶν ἐμμενόντων, αἱ πόλεις ἰσχυρόταταί
τε καὶ εὐδαιμονέσταται γίγνονται· ἄνευ δὲ ὁμονοίας οὔτ’
ἂν πόλις εὖ πολιτευθείη οὔτ’ οἶκος καλῶς οἰκηθείη.
ΞΕΝ Απομν 4.4.12–4.4.16
Περί της φύσεως και λειτουργίας των νόμων
Το κεφάλαιο αυτό είναι αφιερωμένο στις αντιλήψεις του Σωκράτη για το δίκαιο και την ανάγκη υπακοής στους νόμους. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από τη συζήτησή του περί δικαίου με τον διάσημο σοφιστή Ιππία.
[4.4.12] Ἀλλ’ ᾤμην ἔγωγ’, ἔφη ὁ Σωκράτης, τὸ μὴ θέλειν ἀδικεῖν
ἱκανὸν δικαιοσύνης ἐπίδειγμα εἶναι. εἰ δέ σοι μὴ δοκεῖ,
σκέψαι ἐὰν τόδε σοι μᾶλλον ἀρέσκῃ· φημὶ γὰρ ἐγὼ τὸ
νόμιμον δίκαιον εἶναι. Ἆρα τὸ αὐτὸ λέγεις, ὦ Σώκρατες,
νόμιμόν τε καὶ δίκαιον εἶναι; Ἔγωγε, ἔφη. [4.4.13] Οὐ γὰρ αἰσθά-
νομαί σου ὁποῖον νόμιμον ἢ ποῖον δίκαιον λέγεις. Νόμους
δὲ πόλεως, ἔφη, γιγνώσκεις; Ἔγωγε, ἔφη. Καὶ τίνας
τούτους νομίζεις; Ἃ οἱ πολῖται, ἔφη, συνθέμενοι ἅ τε δεῖ
ποιεῖν καὶ ὧν ἀπέχεσθαι ἐγράψαντο. Οὐκοῦν, ἔφη, νόμιμος
μὲν ἂν εἴη ὁ κατὰ ταῦτα πολιτευόμενος, ἄνομος δὲ ὁ ταῦτα
παραβαίνων; Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη. Οὐκοῦν καὶ δίκαια μὲν
ἂν πράττοι ὁ τούτοις πειθόμενος, ἄδικα δ’ ὁ τούτοις ἀπειθῶν;
Πάνυ μὲν οὖν. Οὐκοῦν ὁ μὲν τὰ δίκαια πράττων δίκαιος,
ὁ δὲ τὰ ἄδικα ἄδικος; Πῶς γὰρ οὔ; Ὁ μὲν ἄρα νόμιμος
δίκαιός ἐστιν, ὁ δὲ ἄνομος ἄδικος. [4.4.14] καὶ ὁ Ἱππίας, Νόμους
δ’, ἔφη, ὦ Σώκρατες, πῶς ἄν τις ἡγήσαιτο σπουδαῖον πρᾶγμα
εἶναι ἢ τὸ πείθεσθαι αὐτοῖς, οὕς γε πολλάκις αὐτοὶ οἱ
θέμενοι ἀποδοκιμάσαντες μετατίθενται; Καὶ γὰρ πόλεμον,
ἔφη ὁ Σωκράτης, πολλάκις ἀράμεναι πόλεις πάλιν εἰρήνην
ποιοῦνται. Καὶ μάλα, ἔφη. Διάφορον οὖν τι οἴει ποιεῖν,
ἔφη, τοὺς τοῖς νόμοις πειθομένους φαυλίζων, ὅτι καταλυθεῖεν
ἂν οἱ νόμοι, ἢ εἰ τοὺς ἐν τοῖς πολέμοις εὐτακτοῦντας ψέγοις,
ὅτι γένοιτ’ ἂν εἰρήνη; ἢ καὶ τοὺς ἐν τοῖς πολέμοις ταῖς
πατρίσι προθύμως βοηθοῦντας μέμφῃ; Μὰ Δί’ οὐκ ἔγωγ’,
ἔφη. [4.4.15] Λυκοῦργον δὲ τὸν Λακεδαιμόνιον, ἔφη ὁ Σωκράτης,
καταμεμάθηκας, ὅτι οὐδὲν ἂν διάφορον τῶν ἄλλων πόλεων
τὴν Σπάρτην ἐποίησεν, εἰ μὴ τὸ πείθεσθαι τοῖς νόμοις
μάλιστα ἐνειργάσατο αὐτῇ; τῶν δὲ ἀρχόντων ἐν ταῖς πό-
λεσιν οὐκ οἶσθα ὅτι, οἵτινες ἂν τοῖς πολίταις αἰτιώτατοι
ὦσι τοῦ τοῖς νόμοις πείθεσθαι, οὗτοι ἄριστοί εἰσι, καὶ
πόλις, ἐν ᾗ μάλιστα οἱ πολῖται τοῖς νόμοις πείθονται, ἐν
εἰρήνῃ τε ἄριστα διάγει καὶ ἐν πολέμῳ ἀνυπόστατός ἐστιν;
[4.4.16] ἀλλὰ μὴν καὶ ὁμόνοιά γε μέγιστόν τε ἀγαθὸν δοκεῖ ταῖς
πόλεσιν εἶναι καὶ πλειστάκις ἐν αὐταῖς αἵ τε γερουσίαι καὶ
οἱ ἄριστοι ἄνδρες παρακελεύονται τοῖς πολίταις ὁμονοεῖν,
καὶ πανταχοῦ ἐν τῇ Ἑλλάδι νόμος κεῖται τοὺς πολίτας
ὀμνύναι ὁμονοήσειν, καὶ πανταχοῦ ὀμνύουσι τὸν ὅρκον τοῦ-
τον· οἶμαι δ’ ἐγὼ ταῦτα γίγνεσθαι οὐχ ὅπως τοὺς αὐτοὺς
χοροὺς κρίνωσιν οἱ πολῖται, οὐδ’ ὅπως τοὺς αὐτοὺς αὐλητὰς
ἐπαινῶσιν, οὐδ’ ὅπως τοὺς αὐτοὺς ποιητὰς αἱρῶνται, οὐδ’
ἵνα τοῖς αὐτοῖς ἥδωνται, ἀλλ’ ἵνα τοῖς νόμοις πείθωνται.
τούτοις γὰρ τῶν πολιτῶν ἐμμενόντων, αἱ πόλεις ἰσχυρόταταί
τε καὶ εὐδαιμονέσταται γίγνονται· ἄνευ δὲ ὁμονοίας οὔτ’
ἂν πόλις εὖ πολιτευθείη οὔτ’ οἶκος καλῶς οἰκηθείη.
***
Αλλ' εφανταζόμην, είπεν ο Σωκράτης, εγώ τουλάχιστον, ότι το να μη θέλη κανείς να αδική ήτο αρκετή απόδειξις δικαιοσύνης. Εάν δε δεν το παραδέχεσαι αυτό, σκέψου αν το εξής σου αρέση περισσότερον· δηλ. διισχυρίζομαι εγώ, ότι είναι δίκαιον ό,τι είναι νόμιμον. ― Άρα γε εννοείς, ω Σωκράτη, ότι το ίδιον πράγμα είναι και νόμιμον και δίκαιον; ― Μάλιστα, είπεν. ― Αλλά δεν σε εννοώ περισσότερον, ποίον πράγμα θέλεις νόμιμον και ποίον δίκαιον; ― Αλλά τους νόμους της πόλεως, τους γνωρίζεις; ― Μάλιστα,είπε. ― Και ποίοι, νομίζεις, είναι αυτοί οι νόμοι; ― Αυτοί είπε, τους οποίους οι πολίται έγραψαν, αφού συνεφώνησαν, τι πρέπει να κάμνωμεν και από τι να απέχωμεν. ― Λοιπόν, είπε, θα ήτο νόμιμος εκείνος που έχει διαγωγήν σύμφωνον με αυτά, άνομος δε εκείνος, που τα παραβαίνει; ― Βεβαιότατα, είπε. ― Λοιπόν δίκαια θα έκαμνεν εκείνος που πείθεται εις αυτά, άδικα δε εκείνος που δεν πείθεται; ― Βεβαιότατα, είπε. ― Λοιπόν εκείνος μεν που κάμνει τα δίκαια είναι δίκαιος, εκείνος δε που κάμνει τα άδικα είναι άδικος; ― Πώς όχι; ― Λοιπόν ο μεν νόμιμος (σύμφωνος με τους νόμους) είναι δίκαιος, ο δε άνομος άδικος. Και ο Ιππίας. ― Αλλά πώς θα ημπορούσε κανείς να θεωρήση σπουδαίον πράγμα τους νόμους ή το πείθεσθαι εις αυτούς, αφού, ως γνωστόν, πολλάκις οι ίδιοι, που τους έθεσαν αφού τους αποδοκιμάσουν, τους μεταβάλλουν; ― Αλλά και πόλεμον, είπεν ο Σωκράτης πολλές φορές κηρύξασαι αι πόλεις, πάλιν κάμνουν ειρήνην. ― Και βέβαια, είπε. ― Νομίζεις λοιπόν, ότι κάμνεις τίποτε διάφορον με το να κακίζης εκείνους που πείθονται εις τους νόμους, διότι είναι δυνατόν να καταργηθούν οι νόμοι, παρά εάν ήθελες κατηγορεί εκείνους που εν καιρώ πολέμου τηρούν τας τάξεις των, επειδή είναι δυνατόν να γίνη ειρήνη; Ή μήπως μέμφεσαι και εκείνους που εις τους πολέμους προθύμως βοηθούν τας πατρίδας των; ― Μα τον Δία, εγώ τουλάχιστον δεν τους μέμφομαι. ― Περί δε του Λυκούργου του Λακεδαιμονίου, είπεν ο Σωκράτης, έχεις αντιληφθή ότι καθόλου διάφορον από τας άλλας πόλεις δεν έκαμνε την Σπάρτην, εάν κυρίως δεν ήθελεν εμπνεύσει εις αυτήν την εις τους νόμους πειθαρχίαν; Δεν ηξεύρεις δε ότι από τους άρχοντας των πόλεων εκείνοι που εμπνέουν εις τους πολίτας πειθαρχίαν εις τους νόμους, αυτοί είναι οι καλύτεροι, και ότι η πόλις, εις την οποίαν προ πάντων οι πολίται πείθονται εις τους νόμους, αυτή και εν καιρώ ειρήνης άριστα ζη και εν καιρώ πολέμου είναι ακαταμάχητος; Αλλά προσέτι και η ομόνοια τω όντι θεωρείται ότι είναι εις τας πόλεις και μέγιστον αγαθόν και πολλάκις εις αυτάς και αι γερουσίαι και οι καλύτεροι άνδρες συμβουλεύουν τους πολίτας να έχουν ομόνοιαν και παντού εις την Ελλάδα είναι νομοθετημένον να ορκίζωνται οι πολίται, ότι θα ομονοούν και παντού ορκίζονται αυτόν τον όρκον· νομίζω δε εγώ, ότι γίνονται αυτά όχι διά να βραβεύσουν οι πολίται τους ιδίους χορούς, ούτε διά να επαινούν τους ιδίους αυλητάς, ούτε διά να προτιμούν τους ιδίους ποιητάς, ούτε διά να έχουν τας ιδίας απολαύσεις, αλλά διά να πείθωνται εις τους νόμους. Διότι, όταν οι πολίται μένουν σταθεροί εις τους νόμους, αι πόλεις γίνονται ισχυρόταται και ευτυχέσταται, χωρίς δε ομόνοιαν ούτε πόλις θα ημπορούσε καλά να κυβερνηθή ούτε σπίτι καλά να διοικηθή.
Αλλ' εφανταζόμην, είπεν ο Σωκράτης, εγώ τουλάχιστον, ότι το να μη θέλη κανείς να αδική ήτο αρκετή απόδειξις δικαιοσύνης. Εάν δε δεν το παραδέχεσαι αυτό, σκέψου αν το εξής σου αρέση περισσότερον· δηλ. διισχυρίζομαι εγώ, ότι είναι δίκαιον ό,τι είναι νόμιμον. ― Άρα γε εννοείς, ω Σωκράτη, ότι το ίδιον πράγμα είναι και νόμιμον και δίκαιον; ― Μάλιστα, είπεν. ― Αλλά δεν σε εννοώ περισσότερον, ποίον πράγμα θέλεις νόμιμον και ποίον δίκαιον; ― Αλλά τους νόμους της πόλεως, τους γνωρίζεις; ― Μάλιστα,είπε. ― Και ποίοι, νομίζεις, είναι αυτοί οι νόμοι; ― Αυτοί είπε, τους οποίους οι πολίται έγραψαν, αφού συνεφώνησαν, τι πρέπει να κάμνωμεν και από τι να απέχωμεν. ― Λοιπόν, είπε, θα ήτο νόμιμος εκείνος που έχει διαγωγήν σύμφωνον με αυτά, άνομος δε εκείνος, που τα παραβαίνει; ― Βεβαιότατα, είπε. ― Λοιπόν δίκαια θα έκαμνεν εκείνος που πείθεται εις αυτά, άδικα δε εκείνος που δεν πείθεται; ― Βεβαιότατα, είπε. ― Λοιπόν εκείνος μεν που κάμνει τα δίκαια είναι δίκαιος, εκείνος δε που κάμνει τα άδικα είναι άδικος; ― Πώς όχι; ― Λοιπόν ο μεν νόμιμος (σύμφωνος με τους νόμους) είναι δίκαιος, ο δε άνομος άδικος. Και ο Ιππίας. ― Αλλά πώς θα ημπορούσε κανείς να θεωρήση σπουδαίον πράγμα τους νόμους ή το πείθεσθαι εις αυτούς, αφού, ως γνωστόν, πολλάκις οι ίδιοι, που τους έθεσαν αφού τους αποδοκιμάσουν, τους μεταβάλλουν; ― Αλλά και πόλεμον, είπεν ο Σωκράτης πολλές φορές κηρύξασαι αι πόλεις, πάλιν κάμνουν ειρήνην. ― Και βέβαια, είπε. ― Νομίζεις λοιπόν, ότι κάμνεις τίποτε διάφορον με το να κακίζης εκείνους που πείθονται εις τους νόμους, διότι είναι δυνατόν να καταργηθούν οι νόμοι, παρά εάν ήθελες κατηγορεί εκείνους που εν καιρώ πολέμου τηρούν τας τάξεις των, επειδή είναι δυνατόν να γίνη ειρήνη; Ή μήπως μέμφεσαι και εκείνους που εις τους πολέμους προθύμως βοηθούν τας πατρίδας των; ― Μα τον Δία, εγώ τουλάχιστον δεν τους μέμφομαι. ― Περί δε του Λυκούργου του Λακεδαιμονίου, είπεν ο Σωκράτης, έχεις αντιληφθή ότι καθόλου διάφορον από τας άλλας πόλεις δεν έκαμνε την Σπάρτην, εάν κυρίως δεν ήθελεν εμπνεύσει εις αυτήν την εις τους νόμους πειθαρχίαν; Δεν ηξεύρεις δε ότι από τους άρχοντας των πόλεων εκείνοι που εμπνέουν εις τους πολίτας πειθαρχίαν εις τους νόμους, αυτοί είναι οι καλύτεροι, και ότι η πόλις, εις την οποίαν προ πάντων οι πολίται πείθονται εις τους νόμους, αυτή και εν καιρώ ειρήνης άριστα ζη και εν καιρώ πολέμου είναι ακαταμάχητος; Αλλά προσέτι και η ομόνοια τω όντι θεωρείται ότι είναι εις τας πόλεις και μέγιστον αγαθόν και πολλάκις εις αυτάς και αι γερουσίαι και οι καλύτεροι άνδρες συμβουλεύουν τους πολίτας να έχουν ομόνοιαν και παντού εις την Ελλάδα είναι νομοθετημένον να ορκίζωνται οι πολίται, ότι θα ομονοούν και παντού ορκίζονται αυτόν τον όρκον· νομίζω δε εγώ, ότι γίνονται αυτά όχι διά να βραβεύσουν οι πολίται τους ιδίους χορούς, ούτε διά να επαινούν τους ιδίους αυλητάς, ούτε διά να προτιμούν τους ιδίους ποιητάς, ούτε διά να έχουν τας ιδίας απολαύσεις, αλλά διά να πείθωνται εις τους νόμους. Διότι, όταν οι πολίται μένουν σταθεροί εις τους νόμους, αι πόλεις γίνονται ισχυρόταται και ευτυχέσταται, χωρίς δε ομόνοιαν ούτε πόλις θα ημπορούσε καλά να κυβερνηθή ούτε σπίτι καλά να διοικηθή.
Σάββατο 29 Απριλίου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 9. ΚΥΡΙΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
§9.0. Οι προτάσεις διαιρούνται με βάση τα παρακάτω κριτήρια: ως προς τη δομή τους, ως προς το ποιόν τους, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη σχέση τους με τις άλλες προτάσεις.
• Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι απλές, σύνθετες, ελλειπτικές καιεπαυξημένες προτάσεις.
• Ως προς το ποιόν τους διαχωρίζονται σε καταφατικές και αρνητικές ή αποφατικές. Οι καταφατικές προτάσεις δεν περιέχουν άρνηση που να αποδίδεται στο ρήμα (λ.χ. ΙΣΟΚΡ 21.9 <οὗτος> φίλους πολλοὺς κέκτηται || αυτός έχει αποκτήσει πολλούς φίλους), ενώ οι αρνητικές έχουν άρνηση που αποδίδεται σε αυτό (λ.χ. ΙΣΟΚΡ 21.10 Νικίας μὲν συκοφαντεῖν ἐπιθυμῶν οὐκ ἂν ἐπὶ τοῦτον ἦλθεν || αν ο Νικίας είχε επιθυμήσει να κερδίσει χρήματα συκοφαντώντας, δεν θα είχε κινηθεί εναντίον του).
• Ως προς το περιεχόμενό τους οι προτάσεις κατατάσσονται σε: α. προτάσεις κρίσεως β. προτάσεις επιθυμίας γ. ερωτηματικές προτάσεις και δ. επιφωνηματικές προτάσεις.
• Ως προς τη σχέση τους με τις άλλες προτάσεις διαιρούνται σε κύριες ή ανεξάρτητες προτάσεις και σε δευτερεύουσες ή εξαρτημένες.
§9.0. Οι προτάσεις διαιρούνται με βάση τα παρακάτω κριτήρια: ως προς τη δομή τους, ως προς το ποιόν τους, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη σχέση τους με τις άλλες προτάσεις.
• Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι απλές, σύνθετες, ελλειπτικές καιεπαυξημένες προτάσεις.
• Ως προς το ποιόν τους διαχωρίζονται σε καταφατικές και αρνητικές ή αποφατικές. Οι καταφατικές προτάσεις δεν περιέχουν άρνηση που να αποδίδεται στο ρήμα (λ.χ. ΙΣΟΚΡ 21.9 <οὗτος> φίλους πολλοὺς κέκτηται || αυτός έχει αποκτήσει πολλούς φίλους), ενώ οι αρνητικές έχουν άρνηση που αποδίδεται σε αυτό (λ.χ. ΙΣΟΚΡ 21.10 Νικίας μὲν συκοφαντεῖν ἐπιθυμῶν οὐκ ἂν ἐπὶ τοῦτον ἦλθεν || αν ο Νικίας είχε επιθυμήσει να κερδίσει χρήματα συκοφαντώντας, δεν θα είχε κινηθεί εναντίον του).
• Ως προς το περιεχόμενό τους οι προτάσεις κατατάσσονται σε: α. προτάσεις κρίσεως β. προτάσεις επιθυμίας γ. ερωτηματικές προτάσεις και δ. επιφωνηματικές προτάσεις.
• Ως προς τη σχέση τους με τις άλλες προτάσεις διαιρούνται σε κύριες ή ανεξάρτητες προτάσεις και σε δευτερεύουσες ή εξαρτημένες.
Μάρκος Αυρήλιος: Ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση δεν είναι κακό
Της ανθρώπινης ζωής ο χρόνος είναι μια στιγμή, η ουσία της ρευστή, οι αισθήσεις αμυδρές, του κορμιού η σύσταση φθαρτή, η ψυχή μια σβούρα, η τύχη ανεξιχνίαστη κι η φήμη προϊόν ακρισίας.
Με δυο λόγια, όλα του σώματος είναι ρευστά σαν ποταμός, ενώ της ψυχής είναι όνειρο και ψευδαίσθηση· η ίδια η ζωή είναι πόλεμος και ταξίδι σε ξένο τόπο, κι η υστεροφημία είναι λήθη.
Ποιος μπορεί να μας παρασταθεί στο δρόμο;
Η φιλοσοφία και μόνον αυτή.
Και φιλοσοφία θα πει, να διατηρείς τον δαίμονα που ’χεις μέσα σου απρόσβλητο, σώο και αβλαβή, υπεράνω πόνων και ηδονών· τίποτα να μην κάνεις στα κουτουρού, τίποτα στα ψεύτικα και με υποκρισία· φιλοσοφία θα πει να μην έχεις ανάγκη από το τι κάνει ή δεν κάνει ο άλλος· κι ακόμη, ό,τι σου προκύψει και ό,τι σου στέλνει η μοίρα ο δαίμονάς σου να τα δέχεται, ως προερχόμενα κάπου από κει, απ’ όπου προέρχεται κι αυτός.
Και πάνω απ’ όλα, να περιμένεις το θάνατο με γαλήνιο νου, ως κάτι που δεν είναι παρά μια ακόμα διάλυση στοιχείων που συνθέτουν κάθε έμβιο ον.
Μεταβάλλονται αυτά τα στοιχεία, το καθένα σε κάτι άλλο, και δεν είναι διόλου τρομερό αυτό.
Αν είναι έτσι, τι σου κακοφαίνεται αυτή η μεταβολή και διάλυση των πάντων;
Αφού γίνεται σύμφωνα με τη Φύση.
Και ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση δεν είναι κακό.
Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν
Με δυο λόγια, όλα του σώματος είναι ρευστά σαν ποταμός, ενώ της ψυχής είναι όνειρο και ψευδαίσθηση· η ίδια η ζωή είναι πόλεμος και ταξίδι σε ξένο τόπο, κι η υστεροφημία είναι λήθη.
Ποιος μπορεί να μας παρασταθεί στο δρόμο;
Η φιλοσοφία και μόνον αυτή.
Και φιλοσοφία θα πει, να διατηρείς τον δαίμονα που ’χεις μέσα σου απρόσβλητο, σώο και αβλαβή, υπεράνω πόνων και ηδονών· τίποτα να μην κάνεις στα κουτουρού, τίποτα στα ψεύτικα και με υποκρισία· φιλοσοφία θα πει να μην έχεις ανάγκη από το τι κάνει ή δεν κάνει ο άλλος· κι ακόμη, ό,τι σου προκύψει και ό,τι σου στέλνει η μοίρα ο δαίμονάς σου να τα δέχεται, ως προερχόμενα κάπου από κει, απ’ όπου προέρχεται κι αυτός.
Και πάνω απ’ όλα, να περιμένεις το θάνατο με γαλήνιο νου, ως κάτι που δεν είναι παρά μια ακόμα διάλυση στοιχείων που συνθέτουν κάθε έμβιο ον.
Μεταβάλλονται αυτά τα στοιχεία, το καθένα σε κάτι άλλο, και δεν είναι διόλου τρομερό αυτό.
Αν είναι έτσι, τι σου κακοφαίνεται αυτή η μεταβολή και διάλυση των πάντων;
Αφού γίνεται σύμφωνα με τη Φύση.
Και ό,τι είναι σύμφωνο με τη Φύση δεν είναι κακό.
Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν
Μη δίνεις σε κανέναν την ευκαιρία να σε κάνει δυστυχισμένο
Ποτέ μη θυσιάζετε τον εαυτό σας για κάποιον που δεν αναγνωρίζει την αξία σας. Αν κάποιος δεν μπορεί να δει πόσο σημαντικοί είστε, σας αγνοεί, σας εγκαταλείπει ή δεν σας σέβεται, μην τον ικετεύετε να σας προσέξει ή να σας αγαπήσει επειδή δεν θα είναι ποτέ πραγματική ή ειλικρινής η αγάπη του για σας.
Μην μπείτε ποτέ στον πειρασμό να γευτείτε το δηλητηριασμένο μήλο της αδιάφορης αγάπης γιατί θα σας κάνει να υποφέρετε.
Αν ζητάτε πάρα πολλά, είναι επειδή γνωρίζετε τι θέλετε και πόσο σημαντικά είναι αυτά για σας. Εσείς πρέπει να είστε οι πρώτοι που θα αξιολογήσετε τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις απόψεις και τη συμπεριφορά σας.
Θα πρέπει να αποφεύγουμε τους ανθρώπους που απειλούν τη συναισθηματική μας ισορροπία.
Θυμηθείτε τις ενδόμυχες επιθυμίες σας, ακούστε και αγαπήστε τον εαυτό σας επειδή εσείς είστε οι μοναδικοί που μπορείτε να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ξεφύγει από τις ψεύτικες αγάπες.
Ποτέ δεν πρέπει να ικετεύετε για αγάπη
Αν ικετεύετε για αγάπη, σημαίνει ότι ζητάτε κάτι που δεν υπάρχει πουθενά εκτός από το μυαλό σας. Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σας προσφέρει η ικεσία είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού· εμπόδιο για τη συναισθηματική σας ανάπτυξη και πόνο που οδηγεί στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς σας.
Όταν αγαπάμε κάποιον, φυσικά και θέλουμε να τον νοιαζόμαστε και να μην βιώσουμε ποτέ την ερωτική απογοήτευση. Τα συναισθηματικά αντανακλαστικά, μας κάνουν να θέλουμε να αγαπηθούμε, προωθώντας αισθήματα και συναισθήματα αρμονίας, ειλικρίνειας και αγάπης.
Αν δεν αντιμετωπίσετε την ψεύτικη αγάπη, θα καταλήξετε να πιστεύετε ότι σας κάνει να αισθάνεστε όμορφα. Θα πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την προσοχή ή τη στοργή κάποιου και τελικά θα πείσετε τον εαυτό σας ότι οι μονόπλευρες σχέσεις δεν είναι και τόσο άσχημες.
Είναι απλό: το άτομο που σας αξίζει, είναι εκείνο που θα σας πλησιάσει από μόνο του, θα σας εκτιμήσει και θα αφιερώσει το χρόνο και τις σκέψεις του για σας.
Κανείς δεν μπορεί να σας κάνει δυστυχισμένους χωρίς την άδειά σας
Το πανίσχυρο εργαλείο για την καταπολέμηση της συναισθηματικής αδικίας και αδιαφορίας είναι η αυτοδιάθεση. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από υγιή αυτοεκτίμηση, αυτογνωσία και να αντικατοπτρίζει τα αισθήματα, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τόσο τη δική σας όσο και του άλλου.
Ωστόσο, αυτές τις περιπτώσεις θα οδηγήσουν στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς μας. Αυτό που δεν κατανοούμε είναι ότι δεν πρέπει να κυνηγάμε εκείνους που δεν μας αξίζουν.
Κατά αυτή την έννοια, πρέπει να ξέρουμε πώς να ακολουθούμε ορισμένες πετυχημένες στρατηγικές για να ξεπερνάμε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικές κοινές περιπτώσεις:
• Ο πόνος της ψεύτικης αγάπης είναι μια σκληρή διαδικασία η οποία μας οδηγεί στην επώδυνη φάση των αποφάσεων. Γενικά, ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν θέλουμε να το εκφράσουμε με λέξεις ή να βγάλουμε τις συναισθηματικές παρωπίδες που φοράμε.
• Αγνοούμε τη δυσφορία και την αποφεύγουμε πιστεύοντας ότι το συναισθηματικό πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του φυσικά.
• Όταν τελικά παραδινόμαστε στη δυσφορία, έρχεται μια περίοδος που η δυσφορία είναι υπερβολική για να την αντέξουμε και αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα πριν μας καταπνίξει.
• Αλλά τι συμβαίνει όταν καταπολεμάμε τα δικά μας συναισθήματα; Η εστίαση στο πρόβλημα μας ελέγχει και ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια ατελείωτη μάχη που το μόνο που καταφέρνει είναι να επιμηκύνει τον πόνο.
• Εξίσου κοινή είναι και η έκφραση «αποδεχτείτε τον πόνο». Ωστόσο, δεν πρέπει ούτε να τον αγνοούμε αλλά ούτε και να τον αποδεχόμαστε.
Αυτό που πραγματικά χρειάζεστε για να μπορέσετε να ελέγξετε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης είναι να τον αντιμετωπίσετε και να απομακρυνθείτε από αυτόν. Πρέπει να κατανοήσετε ότι σας πονά επειδή αυτό που πραγματικά θέλετε είναι να σας αγαπάει κάποιος και πιθανότατα το άλλο άτομο δεν νοιάζεται για σας ή δεν σας αγαπά.
Για να ξεπεράσετε τον πόνο, το επόμενο βήμα είναι να βρείτε μια λύση και να την εφαρμόσετε.
Ποια είναι η σωστή λύση; Να πείσουμε τον εαυτό μας ότι, αν δεν μπορούμε να αποκτήσουμε με φυσικό τρόπο την εκτίμηση την οποία αποζητάμε, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να την κερδίσουμε. Το σωστό για μας είναι να μείνουμε μακριά από αυτό το άτομο καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα είμαστε σίγουροι ότι θα ξεπεράσουμε τον πόνο.
Για να δώσουμε ένα τέλος στον πόνο που συνοδεύεται από την ψεύτικη αγάπη θα πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε και να τον αποδεχτούμε. Είναι φυσιολογικό να θρηνείτε επειδή χάσατε κάτι που θέλατε τόσο πολύ.
Να αγαπάτε και να εκτιμάτε τον εαυτό σας: να θρέφετε τις σχέσεις σας με αυτοεκτίμηση
Αν και κάθε συναισθηματική κατάσταση είναι περίπλοκη, κάθε πόνος έχει και κάποια λύση. Η πραγματική αλλαγή είναι δυνατή όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτό και να αντιμετωπίσουμε την οδυνηρή κατάσταση.
Συνεπώς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρώτο άτομο στο οποίο πρέπει να αφιερώνουμε το χρόνο μας είναι ο εαυτός μας. Έπειτα θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε ποιος μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα και ποιος όχι.
Μην ικετεύετε για προσοχή ή λίγη παραπάνω αγάπη από κανέναν, επειδή όποιος σας αγαπάει θα σας το δείξει όπως και να έχει.
Να θυμάστε ότι η συναισθηματική αδικία παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας. Μας βοηθά να εξετάζουμε τις επιθυμίες, τις αξίες και τις ανάγκες μας.
Μην συνεχίζετε να παίρνετε τηλέφωνο κάποιον που δεν πρόκειται να σας απαντήσει. Σταματήστε να ψάχνετε και αφήστε τους να σας βρουν εκείνοι. Σταματήστε να αναρωτιέστε για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας μόνο με τη μορφή καρτ ποστάλ. Ξέρετε σε ποιους αναφερόμαστε, σε εκείνους που ενδιαφέρονται μόνο για εμφανίσεις και θα σας κάνουν να νιώθετε καλά μόνο όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τριγύρω για να το προσέξουν.
Μην ξεχάσετε να εξετάσετε τους λόγους για τους οποίους προσκολληθήκατε σε αυτό το πρόσωπο από την αρχή. Τι σας έκανε να ικετεύετε για την αγάπη του και την προσοχή του; Πηγαίνετε στην πηγή και ξεκινήστε την εσωτερική σας μεταμόρφωση.
Είναι βασικό να θρέφετε την αυτοεκτίμησή σας και να σταματήσετε να ικετεύετε για αγάπη επειδή η αγάπη φαίνεται και την αισθανόμαστε. Δεν πρέπει ποτέ να ζητάτε να σας αγαπήσουν. Η προσοχή και η στοργή σας είναι τόσο σημαντικά πράγματα για να τα σπαταλάτε σε κάποιον που δεν τα αξίζει.
Αφιερώστε τον εαυτό σας σε εκείνους που σας αγαπούν και σας κατανοούν άνευ όρων.
Μην μπείτε ποτέ στον πειρασμό να γευτείτε το δηλητηριασμένο μήλο της αδιάφορης αγάπης γιατί θα σας κάνει να υποφέρετε.
Αν ζητάτε πάρα πολλά, είναι επειδή γνωρίζετε τι θέλετε και πόσο σημαντικά είναι αυτά για σας. Εσείς πρέπει να είστε οι πρώτοι που θα αξιολογήσετε τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις απόψεις και τη συμπεριφορά σας.
Θα πρέπει να αποφεύγουμε τους ανθρώπους που απειλούν τη συναισθηματική μας ισορροπία.
Θυμηθείτε τις ενδόμυχες επιθυμίες σας, ακούστε και αγαπήστε τον εαυτό σας επειδή εσείς είστε οι μοναδικοί που μπορείτε να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ξεφύγει από τις ψεύτικες αγάπες.
Ποτέ δεν πρέπει να ικετεύετε για αγάπη
Αν ικετεύετε για αγάπη, σημαίνει ότι ζητάτε κάτι που δεν υπάρχει πουθενά εκτός από το μυαλό σας. Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σας προσφέρει η ικεσία είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού· εμπόδιο για τη συναισθηματική σας ανάπτυξη και πόνο που οδηγεί στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς σας.
Όταν αγαπάμε κάποιον, φυσικά και θέλουμε να τον νοιαζόμαστε και να μην βιώσουμε ποτέ την ερωτική απογοήτευση. Τα συναισθηματικά αντανακλαστικά, μας κάνουν να θέλουμε να αγαπηθούμε, προωθώντας αισθήματα και συναισθήματα αρμονίας, ειλικρίνειας και αγάπης.
Αν δεν αντιμετωπίσετε την ψεύτικη αγάπη, θα καταλήξετε να πιστεύετε ότι σας κάνει να αισθάνεστε όμορφα. Θα πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την προσοχή ή τη στοργή κάποιου και τελικά θα πείσετε τον εαυτό σας ότι οι μονόπλευρες σχέσεις δεν είναι και τόσο άσχημες.
Είναι απλό: το άτομο που σας αξίζει, είναι εκείνο που θα σας πλησιάσει από μόνο του, θα σας εκτιμήσει και θα αφιερώσει το χρόνο και τις σκέψεις του για σας.
Κανείς δεν μπορεί να σας κάνει δυστυχισμένους χωρίς την άδειά σας
Το πανίσχυρο εργαλείο για την καταπολέμηση της συναισθηματικής αδικίας και αδιαφορίας είναι η αυτοδιάθεση. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από υγιή αυτοεκτίμηση, αυτογνωσία και να αντικατοπτρίζει τα αισθήματα, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τόσο τη δική σας όσο και του άλλου.
Ωστόσο, αυτές τις περιπτώσεις θα οδηγήσουν στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς μας. Αυτό που δεν κατανοούμε είναι ότι δεν πρέπει να κυνηγάμε εκείνους που δεν μας αξίζουν.
Κατά αυτή την έννοια, πρέπει να ξέρουμε πώς να ακολουθούμε ορισμένες πετυχημένες στρατηγικές για να ξεπερνάμε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικές κοινές περιπτώσεις:
• Ο πόνος της ψεύτικης αγάπης είναι μια σκληρή διαδικασία η οποία μας οδηγεί στην επώδυνη φάση των αποφάσεων. Γενικά, ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν θέλουμε να το εκφράσουμε με λέξεις ή να βγάλουμε τις συναισθηματικές παρωπίδες που φοράμε.
• Αγνοούμε τη δυσφορία και την αποφεύγουμε πιστεύοντας ότι το συναισθηματικό πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του φυσικά.
• Όταν τελικά παραδινόμαστε στη δυσφορία, έρχεται μια περίοδος που η δυσφορία είναι υπερβολική για να την αντέξουμε και αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα πριν μας καταπνίξει.
• Αλλά τι συμβαίνει όταν καταπολεμάμε τα δικά μας συναισθήματα; Η εστίαση στο πρόβλημα μας ελέγχει και ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια ατελείωτη μάχη που το μόνο που καταφέρνει είναι να επιμηκύνει τον πόνο.
• Εξίσου κοινή είναι και η έκφραση «αποδεχτείτε τον πόνο». Ωστόσο, δεν πρέπει ούτε να τον αγνοούμε αλλά ούτε και να τον αποδεχόμαστε.
Αυτό που πραγματικά χρειάζεστε για να μπορέσετε να ελέγξετε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης είναι να τον αντιμετωπίσετε και να απομακρυνθείτε από αυτόν. Πρέπει να κατανοήσετε ότι σας πονά επειδή αυτό που πραγματικά θέλετε είναι να σας αγαπάει κάποιος και πιθανότατα το άλλο άτομο δεν νοιάζεται για σας ή δεν σας αγαπά.
Για να ξεπεράσετε τον πόνο, το επόμενο βήμα είναι να βρείτε μια λύση και να την εφαρμόσετε.
Ποια είναι η σωστή λύση; Να πείσουμε τον εαυτό μας ότι, αν δεν μπορούμε να αποκτήσουμε με φυσικό τρόπο την εκτίμηση την οποία αποζητάμε, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να την κερδίσουμε. Το σωστό για μας είναι να μείνουμε μακριά από αυτό το άτομο καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα είμαστε σίγουροι ότι θα ξεπεράσουμε τον πόνο.
Για να δώσουμε ένα τέλος στον πόνο που συνοδεύεται από την ψεύτικη αγάπη θα πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε και να τον αποδεχτούμε. Είναι φυσιολογικό να θρηνείτε επειδή χάσατε κάτι που θέλατε τόσο πολύ.
Να αγαπάτε και να εκτιμάτε τον εαυτό σας: να θρέφετε τις σχέσεις σας με αυτοεκτίμηση
Αν και κάθε συναισθηματική κατάσταση είναι περίπλοκη, κάθε πόνος έχει και κάποια λύση. Η πραγματική αλλαγή είναι δυνατή όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτό και να αντιμετωπίσουμε την οδυνηρή κατάσταση.
Συνεπώς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρώτο άτομο στο οποίο πρέπει να αφιερώνουμε το χρόνο μας είναι ο εαυτός μας. Έπειτα θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε ποιος μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα και ποιος όχι.
Μην ικετεύετε για προσοχή ή λίγη παραπάνω αγάπη από κανέναν, επειδή όποιος σας αγαπάει θα σας το δείξει όπως και να έχει.
Να θυμάστε ότι η συναισθηματική αδικία παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας. Μας βοηθά να εξετάζουμε τις επιθυμίες, τις αξίες και τις ανάγκες μας.
Μην συνεχίζετε να παίρνετε τηλέφωνο κάποιον που δεν πρόκειται να σας απαντήσει. Σταματήστε να ψάχνετε και αφήστε τους να σας βρουν εκείνοι. Σταματήστε να αναρωτιέστε για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας μόνο με τη μορφή καρτ ποστάλ. Ξέρετε σε ποιους αναφερόμαστε, σε εκείνους που ενδιαφέρονται μόνο για εμφανίσεις και θα σας κάνουν να νιώθετε καλά μόνο όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τριγύρω για να το προσέξουν.
Μην ξεχάσετε να εξετάσετε τους λόγους για τους οποίους προσκολληθήκατε σε αυτό το πρόσωπο από την αρχή. Τι σας έκανε να ικετεύετε για την αγάπη του και την προσοχή του; Πηγαίνετε στην πηγή και ξεκινήστε την εσωτερική σας μεταμόρφωση.
Είναι βασικό να θρέφετε την αυτοεκτίμησή σας και να σταματήσετε να ικετεύετε για αγάπη επειδή η αγάπη φαίνεται και την αισθανόμαστε. Δεν πρέπει ποτέ να ζητάτε να σας αγαπήσουν. Η προσοχή και η στοργή σας είναι τόσο σημαντικά πράγματα για να τα σπαταλάτε σε κάποιον που δεν τα αξίζει.
Αφιερώστε τον εαυτό σας σε εκείνους που σας αγαπούν και σας κατανοούν άνευ όρων.
Διδάξτε στα παιδιά σας την ευτυχία και όχι την τελειομανία
Πολλοί γονείς θεωρούν ότι η ανώτατη εκπαίδευση και η τελειότητα είναι βασικές προϋποθέσεις για την ευτυχία. Η ανατροφή των παιδιών δεν είναι μόνο να καταφέρουν να μπουν στο καλύτερο σχολείο, να γνωρίζουν τρεις γλώσσες και να μοιάζουν σαν κούκλες σε βιτρίνα πολυκαταστήματος.
Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι γονείς που θέτουν υψηλούς στόχους προκαλούν σοβαρές ελλείψεις στις ζωές των παιδιών τους.
Το πιο πιθανό είναι να φτάσουν στην ενηλικίωση και να σκέφτονται ότι δεν είναι αρκετά καλοί και ότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους.
Αυτές οι ιδέες μπορούν να συνοψιστούν από μια απλή σχέση: στην προσπάθειά σας να αναθρέψετε τα τέλεια παιδιά θα αποκτήσετε μελαγχολικά παιδιά. Να σέβεστε την προσωπικότητά τους, να αφήνετε τη φωνή τους να ακουστεί και να ανησυχείτε μόνο για το αν είναι ευτυχισμένα.
Με αυτό τον τρόπο θρέφουμε τις καρδιές τους έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ελεύθερη σκέψη, να γίνουν υγιείς ενήλικες και να έχουν ολοκληρωμένη ζωή. Ας εξετάσουμε λίγο αυτό το θέμα.
Σύνδρομο του πιεστικού γονέα: οι κίνδυνοι της τελειομανίας
Υπάρχει μια περίεργη ιστορία η οποία απεικονίζει άψογα αυτή την ιδέα: στη Ρώμη υπάρχει ένας τύμβος από το 94 π.Χ. που προσελκύει πάντα την προσοχή των τουριστών.
Η επιγραφή στην ταφόπλακα έχει ως εξής: «Ενθάδε κείται ο Quintus Sulpicius Maximus, ένας ρωμαίος νέος που έζησε 11 χρόνια, 5 μήνες και 12 ημέρες. Απεβίωσε μερικές μέρες μετά τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό ποίησης για ενήλικες».
Ήταν γνωστό ότι ο μικρός Quintus διέθετε ένα ξεχωριστό ταλέντο. Στις μέρες μας πιθανότατα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα παιδί-θαύμα. Ήταν τόσο πολυτάλαντος που οι γονείς του τον είχαν πάει σε όλους τους διαγωνισμούς ποίησης και λογοτεχνίας στη Ρώμη για να διαγωνιστεί με ενήλικες.
Λέγεται ότι το παιδί πέθανε επειδή κατέρρευσε από εξάντληση από την πολλή εργασία και δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις βαριές προσδοκίες που του είχαν θέσει οι γονείς του. Αυτή η ιστορία αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του «συνδρόμου του πιεστικού γονέα».
Η τρέχουσα εμμονή να έχουμε τέλεια παιδιά
Πολλοί γονείς ονειρεύονται να έχουν όμορφα, ταλαντούχα παιδιά που προορίζονται να γίνουν επιτυχημένοι επαγγελματίες του αύριο.
Η αποφυγή της βλαβερής τελειομανίας είναι το πιο σημαντικό από όλα. Παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού και προκαλεί πόνο, αντί να φέρνει ευτυχία. Για να μπορέσουμε να το αποφύγουμε θα πρέπει να έχουμε κατά νου αυτές τις αρχές:
Οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους
Μερικές φορές οι γονείς αντί να είναι απαιτητικοί με τα παιδιά τους, τα παρακολουθούν καθώς θέτουν τις δικές τους προσδοκίες με κάπως τραγικό τρόπο.
Αυτό συμβαίνει επειδή στο σπίτι τα παιδιά προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά μας. Αν είμαστε πραγματικά επικριτικοί για το περιβάλλον μας και θέτουμε πολύ αυστηρά πρότυπα για τον εαυτό μας τότε τα παιδιά που παρακολουθούν αυτή τη συμπεριφορά θα τη μιμηθούν.
Όταν ακούν εκφράσεις όπως: «Έκανα ένα λάθος στη δουλειά, απλά θέλω να πεθάνω. Καταστροφή». Αυτό μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο σε ένα παιδί.
Να είστε προσεκτικοί με τις προσδοκίες που θέτετε στα παιδιά σας και με τον τρόπο που τα προστατεύετε
Θα σας δώσουμε ένα παράδειγμα: ο γιός σας είναι πραγματικά περήφανος για τον εαυτό του που πήρε καλό βαθμό στα μαθηματικά. Εσείς, αντί να χαρείτε με το επίτευγμά του, τον ενημερώνετε ότι την επόμενη φορά περιμένετε να πάρει ακόμη καλύτερο βαθμό.
Αυτό δεν είναι σωστό: να βοηθάτε τα παιδιά σας να εκτιμούν τα επιτεύγματά τους, να γνωρίζουν την αξία της σκληρής δουλειάς αλλά να μην αισθάνονται ταπεινωμένα όταν δεν μπορούν να επιτύχουν όλους τους στόχους που έχουν θέσει.
Να ελπίζετε για το καλύτερο αλλά να αποδέχεστε ότι όλοι κάνουμε λάθη
Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμερίζουμε την αξία της εκπαίδευσής τους στη συναισθηματική νοημοσύνη έτσι ώστε να μεγαλώνουν και να γίνονται ευτυχισμένοι ενήλικες που θα είναι σε θέση να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Είναι ένα έργο ζωτικής σημασίας που όλοι, μητέρες, πατέρες και εκπαιδευτικοί ακόμη και τα κοινωνικά ιδρύματα, είναι υπεύθυνα να διδάσκουν στα παιδιά την ευτυχία και όχι την τελειομανία.
Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι γονείς που θέτουν υψηλούς στόχους προκαλούν σοβαρές ελλείψεις στις ζωές των παιδιών τους.
Το πιο πιθανό είναι να φτάσουν στην ενηλικίωση και να σκέφτονται ότι δεν είναι αρκετά καλοί και ότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους.
Αυτές οι ιδέες μπορούν να συνοψιστούν από μια απλή σχέση: στην προσπάθειά σας να αναθρέψετε τα τέλεια παιδιά θα αποκτήσετε μελαγχολικά παιδιά. Να σέβεστε την προσωπικότητά τους, να αφήνετε τη φωνή τους να ακουστεί και να ανησυχείτε μόνο για το αν είναι ευτυχισμένα.
Με αυτό τον τρόπο θρέφουμε τις καρδιές τους έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ελεύθερη σκέψη, να γίνουν υγιείς ενήλικες και να έχουν ολοκληρωμένη ζωή. Ας εξετάσουμε λίγο αυτό το θέμα.
Σύνδρομο του πιεστικού γονέα: οι κίνδυνοι της τελειομανίας
Υπάρχει μια περίεργη ιστορία η οποία απεικονίζει άψογα αυτή την ιδέα: στη Ρώμη υπάρχει ένας τύμβος από το 94 π.Χ. που προσελκύει πάντα την προσοχή των τουριστών.
Η επιγραφή στην ταφόπλακα έχει ως εξής: «Ενθάδε κείται ο Quintus Sulpicius Maximus, ένας ρωμαίος νέος που έζησε 11 χρόνια, 5 μήνες και 12 ημέρες. Απεβίωσε μερικές μέρες μετά τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό ποίησης για ενήλικες».
Ήταν γνωστό ότι ο μικρός Quintus διέθετε ένα ξεχωριστό ταλέντο. Στις μέρες μας πιθανότατα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα παιδί-θαύμα. Ήταν τόσο πολυτάλαντος που οι γονείς του τον είχαν πάει σε όλους τους διαγωνισμούς ποίησης και λογοτεχνίας στη Ρώμη για να διαγωνιστεί με ενήλικες.
Λέγεται ότι το παιδί πέθανε επειδή κατέρρευσε από εξάντληση από την πολλή εργασία και δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις βαριές προσδοκίες που του είχαν θέσει οι γονείς του. Αυτή η ιστορία αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του «συνδρόμου του πιεστικού γονέα».
Η τρέχουσα εμμονή να έχουμε τέλεια παιδιά
Πολλοί γονείς ονειρεύονται να έχουν όμορφα, ταλαντούχα παιδιά που προορίζονται να γίνουν επιτυχημένοι επαγγελματίες του αύριο.
- Το λάθος εδώ, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι ότι οριοθετούν τα μικρά «στο μέλλον», ξεχνώντας ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για τα παιδιά είναι το εδώ και το τώρα: η χαρά της στιγμής.
- Ως γονείς, θέλουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας αλλά θα πρέπει να διατηρούμε και μια ισορροπία. Τα παιδιά θα πρέπει να είναι σε θέση να απολαμβάνουν την παιδική τους ηλικία.
- Είναι σημαντικό να μορφώνουμε τις καρδιές των παιδιών. Πρέπει να τα καθοδηγούμε και να τα συμβουλεύουμε και όχι να τα αναγκάζουμε να προχωρούν στο δρόμο των δικών μας προσδοκιών.
Η αποφυγή της βλαβερής τελειομανίας είναι το πιο σημαντικό από όλα. Παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού και προκαλεί πόνο, αντί να φέρνει ευτυχία. Για να μπορέσουμε να το αποφύγουμε θα πρέπει να έχουμε κατά νου αυτές τις αρχές:
Οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους
Μερικές φορές οι γονείς αντί να είναι απαιτητικοί με τα παιδιά τους, τα παρακολουθούν καθώς θέτουν τις δικές τους προσδοκίες με κάπως τραγικό τρόπο.
Αυτό συμβαίνει επειδή στο σπίτι τα παιδιά προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά μας. Αν είμαστε πραγματικά επικριτικοί για το περιβάλλον μας και θέτουμε πολύ αυστηρά πρότυπα για τον εαυτό μας τότε τα παιδιά που παρακολουθούν αυτή τη συμπεριφορά θα τη μιμηθούν.
Όταν ακούν εκφράσεις όπως: «Έκανα ένα λάθος στη δουλειά, απλά θέλω να πεθάνω. Καταστροφή». Αυτό μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο σε ένα παιδί.
Να είστε προσεκτικοί με τις προσδοκίες που θέτετε στα παιδιά σας και με τον τρόπο που τα προστατεύετε
Θα σας δώσουμε ένα παράδειγμα: ο γιός σας είναι πραγματικά περήφανος για τον εαυτό του που πήρε καλό βαθμό στα μαθηματικά. Εσείς, αντί να χαρείτε με το επίτευγμά του, τον ενημερώνετε ότι την επόμενη φορά περιμένετε να πάρει ακόμη καλύτερο βαθμό.
Αυτό δεν είναι σωστό: να βοηθάτε τα παιδιά σας να εκτιμούν τα επιτεύγματά τους, να γνωρίζουν την αξία της σκληρής δουλειάς αλλά να μην αισθάνονται ταπεινωμένα όταν δεν μπορούν να επιτύχουν όλους τους στόχους που έχουν θέσει.
Να ελπίζετε για το καλύτερο αλλά να αποδέχεστε ότι όλοι κάνουμε λάθη
- Ένα λάθος ή μια αποτυχία δεν φέρνει το τέλος του κόσμου αλλά είναι ένας τρόπος να μαθαίνουμε και να το ξεπερνούμε. Να αφήνετε τα παιδιά σας να διαπρέπουν σε ό,τι επιθυμούν αλλά να τους δίνετε και το περιθώριο να κάνουν λάθη.
- Να ενισχύετε τα αισθήματα ανοχής, κατανόησης, αυτοπεποίθησης και το αίσθημα αυτοεκτίμησης. Ένα παιδί που σας εμπιστεύεται αρκετά για να σας μιλήσει για τις αμφιβολίες του και τα λάθη του, είναι ένα παιδί που προσπαθεί να συνδεθεί μαζί σας και αυτό είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο.
Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμερίζουμε την αξία της εκπαίδευσής τους στη συναισθηματική νοημοσύνη έτσι ώστε να μεγαλώνουν και να γίνονται ευτυχισμένοι ενήλικες που θα είναι σε θέση να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Είναι ένα έργο ζωτικής σημασίας που όλοι, μητέρες, πατέρες και εκπαιδευτικοί ακόμη και τα κοινωνικά ιδρύματα, είναι υπεύθυνα να διδάσκουν στα παιδιά την ευτυχία και όχι την τελειομανία.
ERICH FROMM: Το καλό και το κακό
Ακολουθεί ο επίλογος του έργου του Erich Fromm “Η καρδιά του ανθρώπου”.
Τουλάχιστον, ίσως αξίζει να συνοψίσουμε τα συμπεράσματα της ανάλυσής μας.
(1) Η κακία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. Πρόκειται για την προσπάθεια οπισθοδρόμησης σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο και εξάλειψης αυτού που είναι αποκλειστικά ανθρώπινο: της λογικής, της αγάπης, της ελευθερίας. Ωστόσο, η κακία δεν είναι μόνο ανθρώπινη αλλά και τραγική. Ακόμη και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να πάψει να είναι άνθρωπος. Έτσι η κακία δεν θα τον ικανοποιήσει ποτέ ως λύση. Το ζώο δεν μπορεί να είναι κακό. Δρα σύμφωνα με τις έμφυτες παρορμήσεις, οι οποίες ουσιαστικά υπηρετούν το συμφέρον της επιβίωσής του. Η κακία είναι η προσπάθεια να υπερβεί κανείς την ανθρώπινη και να περάσει στη μη ανθρώπινη σφαίρα. Ωστόσο, είναι βαθιά ανθρώπινη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ζώο, όπως δεν μπορεί να γίνει «Θεός». Το Κακό είναι η από πλευράς ανθρώπου απώλεια του εαυτού του στην τραγική προσπάθεια να αποδράσει από το βάρος της ανθρώπινης φύσης του. Και το δυναμικό για Κακό είναι ακόμη μεγαλύτερο, επειδή ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μια φαντασία που του επιτρέπει να φανταστεί όλες τις δυνατότητες για Κακό, και έτσι να τις επιθυμήσει και να τις κάνει πραγματικότητα, να τροφοδοτήσει την κακή φαντασία του. Η ιδέα του Καλού και το Κακού που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί ουσιαστικά με εκείνη που εκφράζεται από τον Σπινόζα. “Στο εξής επομένως”, λέει, “θα εννοώ ως καλό αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί μέσο για να προσεγγίσουμε εγγύτερα στον τύπο της ανθρώπινης φύσης που έχουμε θέσει ενώπιόν μας [το μοντέλο της ανθρώπινης φύσης, όπως το αποκαλεί αλλιώς ο Σπινόζα]- και ως “κακό” αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί εμπόδιο για μας στην προσέγγιση του προαναφερόμενου τύπου” (Ηθική, IV, Εισαγωγή). Λογικά, για τον Σπινόζα, “ένα άλογο θα καταστραφεί το ίδιο ολοσχερώς αν μετατραπεί σε άνθρωπο, όπως και αν μετατραπεί σε έντομο”. (Στο ίδιο.) Το καλό συνίσταται στη μεταμόρφωση της ύπαρξής μας σε μια όλο και εγγύτερη προσέγγιση της ουσίας μας- το κακό σε μια όλο και μεγαλύτερη αποξένωση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας.
(2) Οι βαθμοί της κακίας αποτελούν ταυτόχρονα βαθμούς οπισθοδρόμησης. Το μεγαλύτερο κακό είναι εκείνες οι ορμές που στρέφονται περισσότερο κατά της ζωής- η αγάπη του θανάτου, η αιμομικτική- συμβιωτική παρόρμηση επιστροφής στη μήτρα, στο χώμα, στο μη οργανικό- η ναρκισσιστική αυτοθυσία που κάνει τον άνθρωπο εχθρό της ζωής, ιδιαίτερα επειδή δεν μπορεί να ζήσει στη φυλακή του δικού του Εγώ. Το να ζεις με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να ζεις στην “κόλαση”.
(3) Υπάρχει μικρότερο κακό, σύμφωνα με τον μικρότερο βαθμό οπισθοδρόμησης. Υπάρχει έλλειψη αγάπης, έλλειψη λογικής, έλλειψη ενδιαφέροντος, έλλειψη θάρρους.
(4) Η ανθρωπότητα έχει την τάση οπισθοδρόμησης και προόδου- είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι ο άνθρωπος έχει την τάση για το καλό και για το κακό. Αν και οι δύο τάσεις βρίσκονται ακόμα σε κάποια ισορροπία, είναι ελεύθερος να επιλέξει, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να μετέρχεται της επίγνωσης και να καταβάλλει προσπάθεια. Είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ εναλλακτικών οι οποίες καθορίζονται από τη συνολική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Αν ωστόσο η καρδιά του έχει σκληρύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν υπάρχει πλέον ισορροπία ανάμεσα στις τάσεις, δεν είναι πια ελεύθερος να επιλέξει. Στην αλληλουχία των γεγονότων που οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας η καταληκτική απόφαση είναι συνήθως μία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει ελεύθερα. Στην πρώτη απόφαση ίσως μπορεί να επιλέξει ελεύθερα αυτό που οδηγεί στο καλό, εφόσον έχει επίγνωση της σημασίας αυτής της πρώτης απόφασης.
(5) Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν. Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο απρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων.
(6) Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει- μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μάς καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μάς καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, πρέπει να αποκτήσουμε επίγνωση προκειμένου να επιλέξουμε το καλό- αλλά καμία επίγνωση δεν θα μας βοηθήσει αν έχουμε χάσει τη δυνατότητα να συγκινούμαστε από τα βάσανα ενός άλλου ανθρώπου, από το φιλικό βλέμμα ενός άλλους προσώπου, από το κελάηδημα ενός πουλιού, από το πράσινο του γρασιδιού. Αν ο άνθρωπος γίνει αδιάφορος προς τη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα ότι μπορεί να επιλέξει το καλό. Τότε πράγματι η καρδιά του θα έχει σκληρύνει τόσο, που η “ζωή” του θα έχει τελειώσει. Αν αυτό συμβεί σε ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή ή στα πιο ισχυρά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας μπορεί να σβήσει ακριβώς την πιο ελπιδοφόρα στιγμή της.
ERICH FROMM, Η καρδιά του Ανθρώπου
Τουλάχιστον, ίσως αξίζει να συνοψίσουμε τα συμπεράσματα της ανάλυσής μας.
(1) Η κακία είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο. Πρόκειται για την προσπάθεια οπισθοδρόμησης σε ένα προ-ανθρώπινο στάδιο και εξάλειψης αυτού που είναι αποκλειστικά ανθρώπινο: της λογικής, της αγάπης, της ελευθερίας. Ωστόσο, η κακία δεν είναι μόνο ανθρώπινη αλλά και τραγική. Ακόμη και αν ο άνθρωπος οπισθοδρομήσει στις πιο αρχαϊκές μορφές εμπειρίας, δεν μπορεί ποτέ να πάψει να είναι άνθρωπος. Έτσι η κακία δεν θα τον ικανοποιήσει ποτέ ως λύση. Το ζώο δεν μπορεί να είναι κακό. Δρα σύμφωνα με τις έμφυτες παρορμήσεις, οι οποίες ουσιαστικά υπηρετούν το συμφέρον της επιβίωσής του. Η κακία είναι η προσπάθεια να υπερβεί κανείς την ανθρώπινη και να περάσει στη μη ανθρώπινη σφαίρα. Ωστόσο, είναι βαθιά ανθρώπινη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ζώο, όπως δεν μπορεί να γίνει «Θεός». Το Κακό είναι η από πλευράς ανθρώπου απώλεια του εαυτού του στην τραγική προσπάθεια να αποδράσει από το βάρος της ανθρώπινης φύσης του. Και το δυναμικό για Κακό είναι ακόμη μεγαλύτερο, επειδή ο άνθρωπος είναι προικισμένος με μια φαντασία που του επιτρέπει να φανταστεί όλες τις δυνατότητες για Κακό, και έτσι να τις επιθυμήσει και να τις κάνει πραγματικότητα, να τροφοδοτήσει την κακή φαντασία του. Η ιδέα του Καλού και το Κακού που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί ουσιαστικά με εκείνη που εκφράζεται από τον Σπινόζα. “Στο εξής επομένως”, λέει, “θα εννοώ ως καλό αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί μέσο για να προσεγγίσουμε εγγύτερα στον τύπο της ανθρώπινης φύσης που έχουμε θέσει ενώπιόν μας [το μοντέλο της ανθρώπινης φύσης, όπως το αποκαλεί αλλιώς ο Σπινόζα]- και ως “κακό” αυτό που γνωρίζουμε μετά βεβαιότητας ότι αποτελεί εμπόδιο για μας στην προσέγγιση του προαναφερόμενου τύπου” (Ηθική, IV, Εισαγωγή). Λογικά, για τον Σπινόζα, “ένα άλογο θα καταστραφεί το ίδιο ολοσχερώς αν μετατραπεί σε άνθρωπο, όπως και αν μετατραπεί σε έντομο”. (Στο ίδιο.) Το καλό συνίσταται στη μεταμόρφωση της ύπαρξής μας σε μια όλο και εγγύτερη προσέγγιση της ουσίας μας- το κακό σε μια όλο και μεγαλύτερη αποξένωση μεταξύ ύπαρξης και ουσίας.
(2) Οι βαθμοί της κακίας αποτελούν ταυτόχρονα βαθμούς οπισθοδρόμησης. Το μεγαλύτερο κακό είναι εκείνες οι ορμές που στρέφονται περισσότερο κατά της ζωής- η αγάπη του θανάτου, η αιμομικτική- συμβιωτική παρόρμηση επιστροφής στη μήτρα, στο χώμα, στο μη οργανικό- η ναρκισσιστική αυτοθυσία που κάνει τον άνθρωπο εχθρό της ζωής, ιδιαίτερα επειδή δεν μπορεί να ζήσει στη φυλακή του δικού του Εγώ. Το να ζεις με αυτόν τον τρόπο είναι σαν να ζεις στην “κόλαση”.
(3) Υπάρχει μικρότερο κακό, σύμφωνα με τον μικρότερο βαθμό οπισθοδρόμησης. Υπάρχει έλλειψη αγάπης, έλλειψη λογικής, έλλειψη ενδιαφέροντος, έλλειψη θάρρους.
(4) Η ανθρωπότητα έχει την τάση οπισθοδρόμησης και προόδου- είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι ο άνθρωπος έχει την τάση για το καλό και για το κακό. Αν και οι δύο τάσεις βρίσκονται ακόμα σε κάποια ισορροπία, είναι ελεύθερος να επιλέξει, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να μετέρχεται της επίγνωσης και να καταβάλλει προσπάθεια. Είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ εναλλακτικών οι οποίες καθορίζονται από τη συνολική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Αν ωστόσο η καρδιά του έχει σκληρύνει σε τέτοιο βαθμό που δεν υπάρχει πλέον ισορροπία ανάμεσα στις τάσεις, δεν είναι πια ελεύθερος να επιλέξει. Στην αλληλουχία των γεγονότων που οδηγεί στην απώλεια της ελευθερίας η καταληκτική απόφαση είναι συνήθως μία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να λάβει ελεύθερα. Στην πρώτη απόφαση ίσως μπορεί να επιλέξει ελεύθερα αυτό που οδηγεί στο καλό, εφόσον έχει επίγνωση της σημασίας αυτής της πρώτης απόφασης.
(5) Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος μέχρι το σημείο που είναι ελεύθερος να επιλέξει τη δική του πράξη. Όμως η ευθύνη δεν είναι παρά ένα ηθικό αξίωμα και συχνά μια εκλογίκευση της επιθυμίας των αρχών να τον τιμωρήσουν. Ακριβώς επειδή η κακία είναι ανθρώπινη, επειδή είναι η δυνατότητα της οπισθοδρόμησης και της απώλειας της ανθρωπιάς μας, βρίσκεται μέσα σε όλους μας. Όσο περισσότερο το αντιλαμβανόμαστε, τόσο πιο απρόθυμοι είμαστε να διορίσουμε τον εαυτό μας κριτή των άλλων.
(6) Η καρδιά του ανθρώπου μπορεί να σκληρύνει- μπορεί να γίνει απάνθρωπη, αλλά ποτέ μη ανθρώπινη. Πάντα παραμένει η καρδιά του ανθρώπου. Όλους μάς καθορίζει το ότι γεννηθήκαμε άνθρωποι, και επομένως το αδιάπτωτο έργο της επιλογής. Πρέπει να επιλέγουμε τα μέσα μαζί με τους στόχους. Δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε κανέναν για να μας σώσει, αλλά να έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι λανθασμένες επιλογές μάς καθιστούν ανίκανους να σώσουμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, πρέπει να αποκτήσουμε επίγνωση προκειμένου να επιλέξουμε το καλό- αλλά καμία επίγνωση δεν θα μας βοηθήσει αν έχουμε χάσει τη δυνατότητα να συγκινούμαστε από τα βάσανα ενός άλλου ανθρώπου, από το φιλικό βλέμμα ενός άλλους προσώπου, από το κελάηδημα ενός πουλιού, από το πράσινο του γρασιδιού. Αν ο άνθρωπος γίνει αδιάφορος προς τη ζωή, δεν υπάρχει πια ελπίδα ότι μπορεί να επιλέξει το καλό. Τότε πράγματι η καρδιά του θα έχει σκληρύνει τόσο, που η “ζωή” του θα έχει τελειώσει. Αν αυτό συμβεί σε ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή ή στα πιο ισχυρά μέλη της, τότε η ζωή της ανθρωπότητας μπορεί να σβήσει ακριβώς την πιο ελπιδοφόρα στιγμή της.
ERICH FROMM, Η καρδιά του Ανθρώπου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)













