Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1297-1328)

ΧΟ. ὦ δεινὸν ἰδεῖν πάθος ἀνθρώποις,
ὦ δεινότατον πάντων ὅσ᾽ ἐγὼ
προσέκυρσ᾽ ἤδη. τίς σ᾽, ὦ τλᾶμον,
1300 προσέβη μανία; τίς ὁ πηδήσας
μείζονα δαίμων τῶν μακίστων
πρὸς σῇ δυσδαίμονι μοίρᾳ;
φεῦ φεῦ, δύσταν᾽, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐσιδεῖν
δύναμαί σ᾽, ἐθέλων πόλλ᾽ ἀνερέσθαι,
1305 πολλὰ πυθέσθαι, πολλὰ δ᾽ ἀθρῆσαι·
τοίαν φρίκην παρέχεις μοι.

ΟΙ. αἰαῖ αἰαῖ,
φεῦ φεῦ,
δύστανος ἐγώ,
ποῖ γᾶς φέρομαι τλάμων; πᾶ μοι
1310 φθογγὰ διαπωτᾶται φοράδην;
ἰὼ δαῖμον, ἵν᾽ ἐξήλου.
ΧΟ. ἐς δεινόν, οὐδ᾽ ἀκουστόν, οὐδ᾽ ἐπόψιμον.

ΟΙ. ἰὼ σκότου [στρ. α]
νέφος ἐμὸν ἀπότροπον, ἐπιπλόμενον ἄφατον,
1315 ἀδάματόν τε καὶ δυσούριστόν ‹ὄν›.
οἴμοι,
οἴμοι μάλ᾽ αὖθις· οἷον εἰσέδυ μ᾽ ἅμα
κέντρων τε τῶνδ᾽ οἴστρημα καὶ μνήμη κακῶν.
ΧΟ. καὶ θαῦμά γ᾽ οὐδὲν ἐν τοσοῖσδε πήμασιν
1320 διπλᾶ σε πενθεῖν καὶ διπλᾶ φέρειν κακά.

ΟΙ. ἰὼ φίλος, [ἀντ. α]
σὺ μὲν ἐμὸς ἐπίπολος ἔτι μόνιμος· ἔτι γὰρ
ὑπομένεις με τὸν τυφλὸν κηδεύων.
φεῦ φεῦ·
1325 οὐ γάρ με λήθεις, ἀλλὰ γιγνώσκω σαφῶς,
καίπερ σκοτεινός, τήν γε σὴν αὐδὴν ὅμως.
ΧΟ. ὦ δεινὰ δράσας, πῶς ἔτλης τοιαῦτα σὰς
ὄψεις μαρᾶναι; τίς σ᾽ ἐπῆρε δαιμόνων;

***
ΧΟΡ. Ω θέαμα φριχτό
γι᾽ ανθρώπου μάτια.
Ω θέαμα φριχτότατο·
δεν είδα στη ζωή μου πιο φριχτό.
1300 Ποιά τρέλα σε χτύπησε, δόλιε;
Ποιός δαίμονας κατέχει την ψυχή σου
και κατοικεί τη μοίρα σου;
Αλιά σου, δύστυχε,
δεν το μπορώ κατάματα να σε κοιτάξω.
Και λαχταρώ πολλά να σε ρωτήσω,
πολλά να μάθω, πολλά να στοχαστώ.
Με πλημμυρίζεις φρίκη.

ΟΙΔ. Αι, Αι
ώχου κι ώχου,
ο δύστυχος.
1310 Πού πετά της φωνής μου
το πένθος βαρύ;
Ποιός δαίμονας;
Ο δαίμονάς μου
με κατεβάζει στο βυθό.
ΧΟΡ. Σε φοβερό βυθό
ανήκουστο κι αθώρητο.

ΟΙΔ. Ιού, σκοτάδι βαθύ, [στρ. α]
ω νέφος αποτρόπαιο,
ω μαύρε καταρράχτη,
ανείπωτο κι αδάμαστο σκοτάδι
σαν άνεμος στην άβυσσο.
Πόνος οιστρήλατος με περονιάζει.
Η μνήμη μου πονά.
ΧΟΡ. Παράδοξο δεν είναι.
Διπλά πενθείς.
1320 Διπλά θρηνείς.

ΟΙΔ. Αχ, φίλε μου, [αντ. α]
μου παραστέκεσαι
πιστός ακόμη σύντροφος.
Αντέχεις τον τυφλό να κανακεύεις.
Αλίμονο,
γνωρίζω καλά, δε λησμόνησα,
ακούω μες στα σκοτεινά
τον ήχο της φωνής σου.
ΧΟΡ. Πώς έπραξες;
Πώς τόλμησες να πράξεις φοβερά;
Πώς μάρανες το φως των ομματιών σου;
Ποιός δαίμονας σε πήρε και σε σήκωσε;

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (1.428-1.487)

Ὣς ἄρα φωνήσασ᾽ ἀπεβήσετο, τὸν δὲ λίπ᾽ αὐτοῦ
χωόμενον κατὰ θυμὸν ἐϋζώνοιο γυναικός,
430 τήν ῥα βίῃ ἀέκοντος ἀπηύρων· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
ἐς Χρύσην ἵκανεν ἄγων ἱερὴν ἑκατόμβην.
οἱ δ᾽ ὅτε δὴ λιμένος πολυβενθέος ἐντὸς ἵκοντο,
ἱστία μὲν στείλαντο, θέσαν δ᾽ ἐν νηῒ μελαίνῃ,
ἱστὸν δ᾽ ἱστοδόκῃ πέλασαν προτόνοισιν ὑφέντες
435 καρπαλίμως, τὴν δ᾽ εἰς ὅρμον προέρεσσαν ἐρετμοῖς.
ἐκ δ᾽ εὐνὰς ἔβαλον, κατὰ δὲ πρυμνήσι᾽ ἔδησαν·
ἐκ δὲ καὶ αὐτοὶ βαῖνον ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης,
ἐκ δ᾽ ἑκατόμβην βῆσαν ἑκηβόλῳ Ἀπόλλωνι·
ἐκ δὲ Χρυσηῒς νηὸς βῆ ποντοπόροιο.
440 τὴν μὲν ἔπειτ᾽ ἐπὶ βωμὸν ἄγων πολύμητις Ὀδυσσεὺς
πατρὶ φίλῳ ἐν χερσὶ τίθει, καί μιν προσέειπεν·
«ὦ Χρύση, πρό μ᾽ ἔπεμψεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
παῖδά τε σοὶ ἀγέμεν, Φοίβῳ θ᾽ ἱερὴν ἑκατόμβην
ῥέξαι ὑπὲρ Δαναῶν, ὄφρ᾽ ἱλασόμεσθα ἄνακτα,
445 ὃς νῦν Ἀργείοισι πολύστονα κήδε᾽ ἐφῆκεν.»
Ὣς εἰπὼν ἐν χερσὶ τίθει, ὁ δὲ δέξατο χαίρων
παῖδα φίλην· τοὶ δ᾽ ὦκα θεῷ ἱερὴν ἑκατόμβην
ἑξείης ἔστησαν ἐΰδμητον περὶ βωμόν,
χερνίψαντο δ᾽ ἔπειτα καὶ οὐλοχύτας ἀνέλοντο.
450 τοῖσιν δὲ Χρύσης μεγάλ᾽ εὔχετο χεῖρας ἀνασχών·
«κλῦθί μευ, ἀργυρότοξ᾽, ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας
Κίλλαν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις·
ἠμὲν δή ποτ᾽ ἐμεῦ πάρος ἔκλυες εὐξαμένοιο,
τίμησας μὲν ἐμέ, μέγα δ᾽ ἴψαο λαὸν Ἀχαιῶν·
455ἠδ᾽ ἔτι καὶ νῦν μοι τόδ᾽ ἐπικρήηνον ἐέλδωρ·
ἤδη νῦν Δαναοῖσιν ἀεικέα λοιγὸν ἄμυνον.»
Ὣς ἔφατ᾽ εὐχόμενος, τοῦ δ᾽ ἔκλυε Φοῖβος Ἀπόλλων.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ εὔξαντο καὶ οὐλοχύτας προβάλοντο,
αὐέρυσαν μὲν πρῶτα καὶ ἔσφαξαν καὶ ἔδειραν,
460 μηρούς τ᾽ ἐξέταμον κατά τε κνίσῃ ἐκάλυψαν
δίπτυχα ποιήσαντες, ἐπ᾽ αὐτῶν δ᾽ ὠμοθέτησαν·
καῖε δ᾽ ἐπὶ σχίζῃς ὁ γέρων, ἐπὶ δ᾽ αἴθοπα οἶνον
λεῖβε· νέοι δὲ παρ᾽ αὐτὸν ἔχον πεμπώβολα χερσίν.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μῆρε κάη καὶ σπλάγχνα πάσαντο,
465 μίστυλλόν τ᾽ ἄρα τἆλλα καὶ ἀμφ᾽ ὀβελοῖσιν ἔπειραν,
ὤπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα.
αὐτὰρ ἐπεὶ παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα,
δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
470 κοῦροι μὲν κρητῆρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο,
νώμησαν δ᾽ ἄρα πᾶσιν ἐπαρξάμενοι δεπάεσσιν·
οἱ δὲ πανημέριοι μολπῇ θεὸν ἱλάσκοντο
καλὸν ἀείδοντες παιήονα κοῦροι Ἀχαιῶν,
μέλποντες ἑκάεργον· ὁ δὲ φρένα τέρπετ᾽ ἀκούων.
475 Ἦμος δ᾽ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθε,
δὴ τότε κοιμήσαντο παρὰ πρυμνήσια νηός·
ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
καὶ τότ᾽ ἔπειτ᾽ ἀνάγοντο μετὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν·
τοῖσιν δ᾽ ἴκμενον οὖρον ἵει ἑκάεργος Ἀπόλλων·
480 οἱ δ᾽ ἱστὸν στήσαντ᾽ ἀνά θ᾽ ἱστία λευκὰ πέτασσαν,
ἐν δ᾽ ἄνεμος πρῆσεν μέσον ἱστίον, ἀμφὶ δὲ κῦμα
στείρῃ πορφύρεον μεγάλ᾽ ἴαχε νηὸς ἰούσης·
ἡ δ᾽ ἔθεεν κατὰ κῦμα διαπρήσσουσα κέλευθον.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἵκοντο κατὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν,
485 νῆα μὲν οἵ γε μέλαιναν ἐπ᾽ ἠπείροιο ἔρυσσαν
ὑψοῦ ἐπὶ ψαμάθοις, ὑπὸ δ᾽ ἕρματα μακρὰ τάνυσσαν·
αὐτοὶ δὲ σκίδναντο κατὰ κλισίας τε νέας τε.

***
Είπε κι εκεί, τον άφησε περίσσια χολωμένον,
οπού την ομορφόζωνην του επήραν κορασίδα
430 δυναστικώς. Αλλ᾽ έφθανεν ο ισόθεος Οδυσσέας
στην Χρύσην όπου έφερνε την θείαν εκατόμβην·
κι όταν εμπήκε στο βαθύ λιμάνι το καράβι,
μάζωξαν όλα τα πανιά και τ᾽ αποθέσαν κάτω,
τα ξάρτια λύσαν κι έβαλαν στην θήκην το κατάρτι,
435 έφεραν μέσα στ᾽ άρασμα με τα κουπιά το πλοίον,
και τα πρυμνόσχοιν᾽ έδεσαν κι ερίξαν τες αγκύρες,
και εβγήκαν έξω στην στεριά και μέσ᾽ απ᾽ το καράβι,
την εκατόμβην έβγαλαν του μακροβόλου Φοίβου,
και απ᾽ όλους βγήκεν ύστερη του Χρύση η θυγατέρα.
440 Την κόρην ο πολύγνωμος οδήγησε Οδυσσέας
εις τον βωμόν και του πατρός την έδωσε και του ᾽πε:
«Ω Χρύση, ο μέγας μ᾽ έστειλεν Ατρείδης Αγαμέμνων
την κόρην να σου φέρω εδώ και θείαν εκατόμβην,
να τον εξιλεώσομε, του Φοίβου να προσφέρω,
445 πόβαλε εις πολυστένακτες οδύνες τους Αργείους».
Είπε και του την έδωσε την ακριβή του κόρην·
εδέχθη αυτός και χάρηκε· κι ευθύς την εκατόμβην
εις τον καλόκτιστον βωμόν ολόγυρ᾽ αραδιάσαν
και αφού εχερονίφθηκαν κι επήραν το κριθάρι,
450 ψηλά τα χέρια σήκωσεν ο Χρύσης κι εδεήθη:
«Άκουσέ με αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας
Κίλλας υπέρμαχε θεέ, ω κύριε της Τενέδου,
ως έδωκες ακρόασιν εις τες ευχές μου πρώτα,
κι επλήγωσες τους Αχαιούς κι ετίμησες εμένα,
455 αυτή μου πάλι ευδόκησε να γίν᾽ η επιθυμία,
απ᾽ το κακό θανατικό τους Δαναούς ω σώσε!»
Είπε, και ο Φοίβος άκουσε, κι εδέχθη την ευχή του.
Τότε αφού κάμαν τες ευχές κι ερίξαν το κριθάρι,
των σφακτών στρέψαν τους λαιμούς, τα έσφαξαν, τα γδάραν,
460 τα μεριά κόψαν, με διπλό κνισάρι τα σκεπάσαν
κι επάνω τους ωμά ᾽βαλαν κομμάτια και στες σχίζες
λαμπρό κρασί τα εράντιζε και τα ᾽καιεν ο γέρος
και τα πεντόσουβλα σιμά τ᾽ αγόρια τού κρατούσαν·
και αφού καήκαν τα μεριά κι εγεύθηκαν τα σπλάχνα,
465 ελιάνισαν τα επίλοιπα τα πέρασαν στες σούβλες,
και αφού με τέχνην τα ᾽ψησαν, απ᾽ την φωτιά τα επήραν
και άμ᾽ απ᾽ τον κόπον έπαυσαν κι ετοίμασαν το γεύμα,
ετρώγαν κι όλ᾽ ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι·
και άμα εφάγαν κι έπϊαν όσ᾽ ήθελε η ψυχή τους,
470 ξέχειλο εβάλαν το κρασί τ᾽ αγόρια στους κρατήρες
κι έδωκαν σ᾽ όλους απαρχές στα ολόγεμα ποτήρια,
κι εξιλεώναν τους θεούς με άσματα ολημέρα
καλόν παιάνα ψάλλοντας των Αχαιών τ᾽ αγόρια
και ο μακροβόλος άκουε κι ευφραίνετο η ψυχή του·
475 και ο ήλιος άμα εβύθισε και ήλθε το σκοτάδι,
στου πλοίου τα πρυμνόσχοινα κοιμήθηκαν πλησίον·
και άμα ερόδιζ᾽ η αυγή, αφήκαν το λιμάνι
στων Αχαιών το απέραντο στρατόπεδο να γύρουν·
και πρίμον τους απόστειλε ο μακροβόλος Φοίβος·
480 τότ᾽ άπλωσαν τα κάτασπρα πανιά τους στο κατάρτι,
κι ο άνεμος τα φούσκωνε, κι ως πήγαινε το πλοίον,
εις την καρίνα ολόγυρα το μαύρο κύμα ηχούσε
κι έκοβε δρόμον γρήγορο στο κύμα το καράβι·
στων Αχαιών το απέραντο στρατόπεδο άμα εφθάσαν
485 ετράβηξαν εις την στεριά τ᾽ ολόμαυρο καράβι
ψηλά στην άμμον κι έβαλαν στυλώματα αποκάτω
και στες σκηνές εσκόρπισαν εκείθε και στες πρύμνες.

Έχεις το θάρρος να πεις «σε χρησιμοποίησα»;

Πόσο ειλικρινείς έχουμε υπάρξει αρχικά τον εαυτό μας και έπειτα με τους υπόλοιπους; Θέλουμε να πιστεύουμε πως η απάντηση κρύβεται κάπου ανάμεσα στο αρκετά, στο πολύ και στο απόλυτα. Είναι όμως έτσι; Υπάρχουν πολλοί τρόποι να το διαπιστώσουμε, αλλά ας θέσουμε στον εαυτό μας μια πολύ απλή ερώτηση: «Χρησιμοποίησα ποτέ κάποιον στην προσωπική μου ζωή»; Ίσως αρχικά σκεφτούμε πως εμείς δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι ή μπορεί μουδιασμένα να ανακαλέσουμε ένα όνομα, φροντίζοντας αμέσως να το διώξουμε από τη σκέψη μας, σαν μια ύστατη προσπάθεια να αποφύγουμε να δούμε την κατάσταση κατάματα. Κι αν η απάντηση στην ερώτηση είναι «ναι» ήμασταν αρκετά ξεκάθαροι, ώστε να το παραδεχτούμε πρώτα σε εμάς και έπειτα στο πρόσωπο που είχαμε απέναντί μας;

Ανέκαθεν μας φόβιζε το γεγονός πως έμμεσα ή άμεσα εκμεταλλευτήκαμε τις προθέσεις κάποιου για να εξυπηρετήσουμε δικούς μας σκοπούς. Οι λόγοι που μπορεί να μας οδήγησαν σε μια τέτοια πράξη είναι αρκετοί. Μπορεί να θέλαμε να εκτονωθούμε, να περάσουμε κάποιες στιγμές καλά (πάντα με τη συναίνεση του άλλου προσώπου -αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο) ή η στάση μας να ήταν μέρος της προσπάθειάς μας να ξεπεράσουμε μια προηγούμενη σχέση, περνώντας σε μια επόμενη με σκοπό να νιώσουμε καλύτερα. Υπάρχει επίσης η πιθανότητα να χρησιμοποιήσαμε κάποιο άτομο για να κάνουμε ένα πρόσωπο που μας ενδιέφερε να ζηλέψει. Ίσως πάλι η κακή ψυχολογία, ο φόβος της μοναξιάς και οι ανασφάλειές μας να μας οδήγησαν στο να παίξουμε με τα αισθήματα ενός ανθρώπου που πίστεψε σε εμάς.

Όταν χρησιμοποιούμε ένα πρόσωπο στα ερωτικά μας -ανεξάρτητα απ’ το γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο- κύριος σκοπός μας είναι να νιώσουμε καλύτερα. Φροντίζουμε να καλύψουμε την όποια ανασφάλειά μας, διεκδικώντας ή παίρνοντας αυτό που επιθυμούμε. Εκμεταλλευόμαστε ό,τι τυχόν νιώθει το άτομο που έχουμε απέναντί μας για εμάς, για τόσο-όσο, μέχρι δηλαδή να εκπληρώσει τον σκοπό του, κι έπειτα το απομακρύνουμε από τη ζωή μας, συνήθως με μια φθηνή δικαιολογία, αφού προφανώς δύσκολα βρίσκουμε το θάρρος να ξεστομίσουμε την αλήθεια, λέγοντας «σε χρησιμοποίησα».

Πολλές φορές αρνούμαστε να παραδεχτούμε πώς έχουν τα πράγματα ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό -πόσο μάλλον στον άλλον-, λες κι είναι τα λόγια εκείνα που πρόκειται να μας ντροπιάσουν κι όχι η ίδια μας η συμπεριφορά. Μπαίνουν στη μέση ο εγωισμός και το υπερευαίσθητο κι εύθικτο εγώ μας που δε μας επιτρέπουν να τσαλακωθούμε και ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Η παραδοχή πως εκμεταλλευτήκαμε κάποιο άτομο θα φέρει στην επιφάνεια τις ανασφάλειές μας που αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα μας. Κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο να το διαχειριστούμε, αφού από τη μία θα φαινόμασταν αδύναμοι και από την άλλη θα ερχόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο με τις αδυναμίες, τους φόβους και τις λάθος επιλογές μας. Αυτή η αλήθεια θα μας έκανε επίσης να μοιάζουμε απάνθρωποι κι ανώριμοι στα μάτια του μέχρι πρότινος ερωτικού μας συντρόφου και φυσικά κάτι τέτοιο δεν το σηκώνει η υπόληψή μας.

Γι’ αυτό, λοιπόν, στρουθοκαμηλίζουμε και πείθουμε τους εαυτούς μας ότι ποτέ δε χρησιμοποιήσαμε κάποιον -κι ούτε πρόκειται να το κάνουμε. Κι όσο πέφτουμε σ’ αυτή την παγίδα τόσο αποφασίζουμε -συνειδητά ή μη- να μην αντικρύσουμε την πραγματικότητα. Μπορεί κάποιες συμπεριφορές μας προς άλλους να μην είναι σωστές, αλλά ας έχουμε τουλάχιστον επίγνωση των πράξεών μας. Εσύ, την επόμενη φορά που δε θα ‘χεις και τις καλύτερες προθέσεις, θα βρεις το θάρρος να πεις «σε χρησιμοποίησα»; Η ειλικρίνειά σου -όσο κι αν δεν είναι αρεστή, όσο κι αν μπορεί να ξεσηκώσει αντιδράσεις- κάποια στιγμή μπορεί και να εκτιμηθεί. Κι αν όχι, τουλάχιστον εσύ δε θα ‘χεις πια αυταπάτες…

Γιατί να διαχειριστούμε τα αρνητικά μας συναισθήματα;

«Μεταξύ του ερεθίσματος και της αντίδρασης, υπάρχει ένα κενό. Σε αυτό το κενό βρίσκεται η ελευθερία μας και η δύναμή μας να διαλέξουμε την αντίδρασή μας. Στην αντίδρασή μας βρίσκεται η δυνατότητα για ανάπτυξη και η ελευθερία μας.» Βίκτορ Φρανκλ - Το νόημα της ζωής.

Όλα τα συναισθήματα είναι απαραίτητα τόσο για την επιβίωσή μας, όσο και για τη σωστή λειτουργία της ψυχολογίας μας.

Το οφείλουμε στον εαυτό μας να βιώνουμε και να «αγκαλιάζουμε» κάθε συναίσθημα και αυτό ακριβώς μαθαίνουμε στο on demand σεμινάριο του Believe in You με τίτλο: «Διαχείριση αρνητικών συναισθημάτων».

Διαχείριση αρνητικών συναισθημάτων

Τα κυρίαρχα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να έχουμε βιώσει ή να βιώνουμε είναι:
  • Φόβος
  • Απόρριψη
  • Ενοχή
  • Απογοήτευση
  • Θυμός
  • Ζήλια
Πολλές φορές, αφήνουμε αυτά τα αρνητικά συναισθήματα να μας καταβάλουν πολύ περισσότερο από όσο πρέπει και μας κάνει κακό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μας οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις, σε συμπεριφορές που δεν είναι υγιείς για εμάς και τους γύρω μας, και που μπορούν να καταστρέψουν την ψυχολογία μας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε αρνητικά συναισθήματα και είναι μέρος της καθημερινότητάς μας και το μόνο μυστικό είναι η διαχείρισή τους.

Γιατί να τα διαχειριστείς;

Υπάρχουν 6 πολύ σημαντικοί λόγοι, για τους οποίους χρωστάμε στον εαυτό μας και στην ευτυχία μας να διαχειριστούμε τα αρνητικά συναισθήματα:
  1. Μας κάνουν να μιλάμε αρνητικά για τον εαυτό μας και να τον υποτιμάμε.
  2. Θολώνουν την κρίση μας και μας οδηγούν σε πολύ άκριτες συμπεριφορές.
  3. Μειώνουν πολύ την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή μας.
  4. Επηρεάζουν σε άσχημο βαθμό τις διαπροσωπικές μας σχέσεις.
  5. Μας στερούν χαρούμενες στιγμές και χαρούμενα συναισθήματα.
  6. Μακροχρόνια μπορούν να προκαλέσουν θέματα υγείας και μάλιστα πολύ σοβαρά.
Ώρα για δράση!

Ένα από τα πιο βασικά βήματα που έχουμε να κάνουμε για να διαχειριστούμε τα αρνητικά μας συναισθήματα είναι να αναλάβουμε την ευθύνη του συναισθήματός μας. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Δεν υπάρχουν λανθασμένα συναισθήματα, οπότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αποδεχτούμε αυτό που νιώθουμε και στη συνέχεια να το διαχειριστούμε.

Το νόημα τριών βασικών συναισθημάτων

Ο θυμός είναι ένα συναίσθημα με το οποίο μας προίκισε η φύση για να μας προετοιμάσει απέναντι σε κάποια απειλή. Το θέμα είναι, όμως, αν τον ελέγχουμε ή αν τελικά μας ελέγχει.

Η απόρριψη δεν ακυρώνει το άτομο, αλλά το αίτημα του ατόμου και δεν έχει να κάνει με το ότι το άτομο είναι «ανεπαρκές» σε κάτι, αλλά με ότι η άλλη πλευρά έχει κάποια άλλη προτίμηση.

Οι ενοχές είναι χρήσιμο συναίσθημα μόνο αν αξιοποιήσουμε τις πληροφορίες που μας δίνουν, για να αλλάξουμε προς το καλύτερο.

Να θυμάστε:

Το να νιώθετε αρνητικά συναισθήματα δεν είναι αδυναμία. Είναι μια πολύ φυσιολογική διαδικασία του εγκεφάλου μας. Τη μοναδική φορά που μπορούν να γίνουν αδυναμία είναι αν τα αφήσετε να σας κυριεύουν για πολύ καιρό και να ορίζουν την συμπεριφορά και τη ζωή σας.

Ήρθε η ώρα λοιπόν να πάρετε στα χέρια σας τον έλεγχο των συναισθημάτων σας!

Σε επαφή με τα συναισθήματά μου

Συναισθήματα είναι όλα όσα νοιώθω.

Χαρά, λύπη, ευτυχία, δυστυχία, στεναχώρια, θλίψη, θυμό, ευχαρίστηση, αγανάκτηση είναι μερικά από τα πιο «διάσημα» συναισθήματα...

Το να τα νοιώθω είναι αναποφευκτό. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι, αυτό είναι το φυσιολογικό.

Το να είμαι σε επαφή με αυτό που κάθε φορά νοιώθω είναι το ζητούμενο.

Να μπορώ να αναγνωρίζω, να αποδέχομαι και να διαχειρίζομαι τα συναισθήματά μου.

Συχνά αυτήν την διαδικασία την μπλοκάρουμε.

Αναγνωρίζουμε επιφανειακά το τι νοιώθουμε και το αφήνουμε μέσα μας, δεν το βγάζουμε, δεν το κάνουμε κάτι...

Συνήθως γίνετε αυτό με τα δυσάρεστα συναισθήματα, συχνά όμως μας συμβαίνει και με τα ευχάριστα: ούτε αυτά δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε καμιά φορά!

Τα κλείνουμε μέσα λοιπόν... Μέσα κι αυτά – όλα μέσα!

Και μπλοκάρουμε...

Δεν είναι ότι δεν νοιώθουμε, αλλά έχουμε μπλοκάρει τα συναισθήματά μας.

Κάτι σαν το capital control, μόνο που εδώ το προκαλούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Καταλαβαίνω ότι είναι πολύ απλοϊκό να πει κανείς «απελευθερώσου», «ανοίξου», «εκφράσου», απλοϊκό υπό την έννοια του ευχολόγιου...

Ωστόσο η απάντηση (λύση) στο μπλοκάρισμα -σε πάσης φύσεως μπλοκάρισμα- δεν μπορεί παρά να είναι το άνοιγμα, η αλλαγή, η μετατόπιση...

Τα συμπεράσματα δικά σας.

Δεν είναιο τυχαίο που...

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει σε μία συζήτηση από ένα σωρό στόματα την έκφραση «δεν είναι τυχαίο που…κλπ, κλπ». Προσωπικά πολύ λίγες γιατί δεν έχω την υπομονή, αλλά ούτε την καλοσύνη να κουβεντιάζω με εκείνους που θεωρούν ότι κατέχουν τη απόλυτη γνώση επί παντός επιστητού και θεωρούν τη συνωμοσία ως ρυθμιστή της καθημερινής μας ζωής. Απεχθάνομαι όσο τίποτα την συγκεκριμένη φράση που κρύβει μέσα της μεγάλες δόσεις κουτοπονηριάς και καχυποψίας.

Τα παλαιότερα χρόνια της Αρχαιότητας και πολύ περισσότερο κατά το Μεσαίωνα, ο κόσμος δεν κατανοούσε τα φυσικά φαινόμενα, αλλά πίστευε σε θεϊκές παρεμβάσεις, σημάδια δηλαδή που έδιναν οι θεοί προκειμένου να δηλώσουν την παρουσία τους. Και προσπαθούσαν οι άνθρωποι να ερμηνεύσουν ανά περίσταση τους θεόσταλτους εκείνους οιωνούς, που κάποιο σκοπό όπως πίστευαν υπηρετούσαν. Δεισιδαιμονίες, προλήψεις και γούρια ήταν έννοιες άμεσα συνδεδεμένες με την εποχή που ο θεός ο ίδιος ήταν η απάντηση σε όλες τις ανθρώπινες αναζητήσεις. Η επικρατούσα άποψη ήταν ότι όλα για κάποιο λόγο γίνονται και φυσικά τίποτα τυχαία. Η προσπάθεια δε οποιαδήποτε ορθολογικής εξήγησης, η αμφισβήτηση αλλά και η περεταίρω αναζήτηση, το μόνο που θα μπορούσε να επιτύχει ήταν η μετά βεβαιότητας απόκτηση πρώτης θέσης στη διαδρομή που οδηγούσε κατευθείαν στα καυτά καζάνια της κόλασης.

Τα πράγματα για μερικούς δεν έχουν αλλάξει πολύ σήμερα, μόνο που αντί για το θεό, κουμάντο στη σκέψη τους κάνει η Αρχή της εμμονοληπτικής συνωμοσιολογίας, ένα είδος ψυχικής διαταραχής δηλαδή που δίνει στα πάσχοντα άτομα το αίσθημα ότι ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον τους. Η ποινικοποίηση της κοινής λογικής είναι διαχρονικά από τα σπουδαιότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα

Με το αδυσώπητο πέρασμα των χρόνων, ο άνθρωπος απέκτησε γνώση ως φυσική απόρροια της αλαζονείας του και της ατομικότητάς του, στοιχεία θεμελιώδη για την εξέλιξη και τη γενικότερη πρόοδο μιας κοινωνίας. Και ενώ μέχρι τότε ιεραρχικά ο θεός ήταν το κέντρο του σύμπαντος, ήρθε η περίοδος της λεγόμενης Αναγέννησης να δημιουργήσει έναν καινούργιο θεό, τον άνθρωπο. Μπορεί ο θεός - άνθρωπος να στράφηκε ίσως σκληρότερα εναντίον της ανθρωπότητας, ωστόσο έδωσε πειστικές απαντήσεις σε αμέτρητα ερωτήματα, άρχισε να εξηγεί τη φύση ορθολογικά και δημιούργησε τελικά ένα κίνημα που τοποθετήθηκε απέναντι σε κάθε μορφή σκοταδισμού.

Κάθε φορά που ακούω κάποιον κομπογιαννίτη να επιχειρηματολογεί λέγοντας τη φράση «δεν είναι τυχαίο που….», θλίβομαι πραγματικά για την κατάντια εκείνων των οποίων τα μεσαιωνικά τους DNA έχουν παραμείνει μετά από τόσους αιώνες αναλλοίωτα. Πόση κουτοπονηριά και πόση αγραμματοσύνη μπορεί να εμπεριέχεται σε μια αράδα λέξεις. Θα τη χαρακτήριζα ως μια θεολογίζουσα ηθικολογία της συνωμοσίας.

Την επόμενη φορά που θ’ ακούσεις αυτή τη μοιρολατρική και ανόητη φράση, σκέψου ότι αυτός που την ξεστομίζει δεν κατέχει ούτε καν τη στοιχειώδη γνώση για εκείνο στο οποίο αναφέρεται, ούτε ξέρει τα πάντα όπως διακηρύσσει, τουναντίον προσπαθεί να κρύψει την προσωπική του ανεπάρκεια μέσα από αναπόδεικτες θεωρίες σχιζοφρενικής καχυποψίας.

Δεν λέω να είμαστε αφελείς και δεν ισχυρίζομαι ότι ο κόσμος μας είναι αγγελικά πλασμένος. Υποστηρίζω όμως ότι η κινητήριος δύναμη στη ζωή , είναι οι προσωπικές μας επιλογές και ο παράγοντας τύχη βέβαια που τις περιβάλλει. Όταν εξηγήσουμε τον κόσμο με βάση αυτά που βλέπουμε και όχι με βάση αυτά που φανταζόμαστε, τότε ίσως να ανακαλύψουμε το ταξίδι της αναζήτησης και το ενδιαφέρον του να μην γνωρίζουμε τα πάντα. Μέχρι τότε, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.

Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή

Ο ανώτερος άνθρωπος διαφέρει από τον κατώτερο άνθρωπο κι απ’ τα ζώα, που είναι αδέλφια του τελευταίου, από την απλή ικανότητά του να ειρωνεύεται. Η ειρωνεία είναι το πρώτο δείγμα του ότι η συνείδηση έχει γίνει πια συνειδητή. Και η ειρωνεία περνάει από δύο στάδια: Το στάδιο που καθόρισε ο Σωκράτης όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», κι αυτό που καθόρισε ο Σάντσες όταν έλεγε «δεν ξέρω καν αν δεν ξέρω τίποτα». Το πρώτο βήμα οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας δογματικά, και κάθε ανώτερος άνθρωπος κάνει αυτό το βήμα και φτάνει εκεί. Το δεύτερο οδηγεί στο σημείο όπου αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας και για την ίδια μας την αμφιβολία, και λίγοι άνθρωποι το έφτασαν στη διάρκεια της σύντομης -μα ήδη τόσο μακράς- περιόδου από τότε που ως ανθρώπινο γένος αντικρίσαμε τον ήλιο και τη νύχτα πάνω στο πολύμορφο πρόσωπο της γης.

Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει απατώμαι, κι ο χρησμός που έλεγε «γνώθι σαυτόν» πρότεινε μια προσπάθεια ακόμα πιο δύσκολη κι απ’ τους άθλους του Ηρακλή, κι ένα αίνιγμα πιο σκοτεινό κι απ’ της Σφίγγας. Να αγνοείς τον εαυτό σου συνειδητά, να ποιος είναι ο δρόμος. Και η συνειδητή άγνοια του εαυτού μας είναι η ενεργή χρήση της ειρωνείας. Και δεν ξέρω τίποτα πιο μεγαλειώδες ή πιο ταιριαστό στον αληθινά μεγάλο άνθρωπο από την υπομονετική κι εκφραστική ανάλυση των μέσων που μας επιτρέπουν ν’ αγνοούμε τον εαυτό μας, τον συνειδητό κατάλογο της μη συνειδητότητας των συνειδήσεων μας, τη μεταφυσική των αυτόνομων σκιών, την ποίηση του λυκόφωτος του τέλους των ψευδαισθήσεων.

Στωικισμός: Τι σημαίνει ελευθερία;

Η στωική φιλοσοφία ξεκίνησε στην Ελλάδα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Οι ιδρυτές της ήταν μετανάστες από την ανατολική Μεσόγειο στην Αθήνα, η οποία δεν ήταν πλέον μία ακμαία δημοκρατία, αλλά ένα κράτος υποτελές στο βασίλειο της Μακεδονίας. Η απώλεια της πολιτικής αυτονομίας εκφραζόταν στη φιλοσοφία στην Αθήνα μέσω μίας εσωστρέφειας στην εστίαση επί των ηθικών ζητημάτων. Ούτε ο στωικισμός ούτε ο επικουρισμός, η άλλη εξέχουσα Ελληνιστική σχολή, συνδεόταν στενά με την πολιτική θεωρία όπως είχαν κάνει οι προκάτοχοί τους Πλάτων και Αριστοτέλης. Επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος των νεαρότερων φιλοσόφων δεν ήταν η πολιτική και η νομοθεσία, αλλά η προσωπική ευημερία και αυτοβελτίωση. Αυτή η στροφή προς την ενδοσκόπηση καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής από τον τρόπο που η στωική σκέψη αντιμετώπισε εξαρχής την ελευθερία και τη δουλεία ως κυρίαρχους ηθικούς και ψυχολογικούς παρονομαστές παρά ως δείκτες κοινωνικής θέσης.

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τον πρωταρχικό επικεφαλής της στωικής σχολής, η ελευθερία είναι αποκλειστικό προνόμιο όσων είναι σοφοί, ενώ οι κατώτεροι άνθρωποι, που αποτελούν και την πλειονότητα, δεν είναι μόνο ανόητοι αλλά και δούλοι.

Μία πρώτη αντίδραση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την έκπληξη απέναντι στον πνευματικό ελιτισμό του και στην αναισθησία του όσον αφορά τη δεινή κατάσταση ανθρώπων που υπήρξαν αρκετά άτυχοι ώστε να υποδουλωθούν με την κυριολεκτική έννοια. Αλλά τώρα σκεφθείτε με πόσο ριζοσπαστικό τρόπο ο ισχυρισμός του Ζήνωνα, σε μια οικονομία που βασιζόταν στη δουλεία, θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιολόγηση των ανθρώπων με κριτήριο τον συμβατικό διαχωρισμό δουλεία/ ελευθερία.

Αν η σοφία είναι το αληθινό κριτήριο της ελευθερίας, τότε το κύριο βάρος της δουλείας μετατοπίζεται από έξω προς τα μέσα, από το σωματικό στο πνευματικό επίπεδο, και πηγή ελευθερίας είναι η φιλοσοφία και όχι η χειραφέτηση. Σύμφωνα με αυτή την αδιάλλακτη διδασκαλία, είμαστε υποδουλωμένοι αν αφεθούμε σε οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο, είτε επειδή το σώμα μας μας απογοητεύει , είτε επειδή τα πάθη και τα συναισθήματά μας μάς έχουν κυριεύσει είτε επειδή συνδέουμε την ευημερία μας με πράγματα που εξαρτώνται από άλλους – ανθρώπους , περιουσία, δημοτικότητα ή απλώς τύχη.

Στο περίφημο δοκίμιό του “Δύο έννοιες της ελευθερίας”, ο Αϊζάια Μπερλίν διέκρινε μεταξύ της “αρνητικής” έννοιας της ελευθερίας από τον εξαναγκασμό (όπου δεν εμπλέκονται άλλοι) και της “θετικής” έννοιας της ελευθερίας να είμαστε ή να ζούμε όπως επιλέγουμε (αυτοέλεγχος ή αυτοδιάθεση).

Για τον Επίκτητο αυτές οι δύο έννοιες προσεγγίζουν τόσο πολύ η μία την άλλη, ώστε η μία συνεπάγεται την άλλη, όπως μπορούμε να δούμε στο ακόλουθο απόσπασμα :

Κύριος κάποιου είναι όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί όσα θέλει ή δεν θέλει ο άλλος. Όποιος λοιπόν θέλει να είναι ελεύθερος, να μην επιθυμεί ή να μην αποφεύγει, ό,τι εξαρτάται από τους άλλους. Διαφορετικά, θα είναι εξ ανάγκης δούλος. (Εγχειρίδιον 14)

Θα μπορούσαμε να ξαναγράψουμε τη δεύτερη πρόταση κάπως έτσι: “Όποιος επιθυμεί να είναι ελεύθερος από εξαναγκασμό, θα πρέπει να περιορίσει τις επιθυμίες και τις απέχθειές του σε πράγματα στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο”.

Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτή η επιλογή είναι καλή για εμάς και για εκείνους τους οποίους συναναστρεφόμαστε; Γιατί να είμαστε αυτόνομοι αντί να ακολουθούμε κάποιο σύστημα πανάρχαιων αρχών; Πώς μπορούμε να ξέρουμε τι θα επιλέξουμε;

Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις μας επαναφέρει στη “σοφία” του Ζήνωνα ως την ουσία της ελευθερίας.

Η λέξη σοφία, στη συνήθη χρήση της, μπορεί να καλύπτει οποιοδήποτε είδος γνώσης, που κυμαίνεται από την πρακτική δεξιοτεχνία όπως η ξυλουργική ως την αφηρημένη γνώση όπως η γεωμετρία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η σοφία σημαίνει την επιτυχή άσκηση μιας δεξιότητας, και η δεξιότητα που απασχολούσε τον Ζήνωνα και τους στωικούς φιλοσόφους είναι η τέχνη της ζωής.

Μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την τέχνη ως τη γνώση να ζούμε με αρμονία – αρμονία με την ανθρώπινη φύση μας και αρμονία με το κοινωνικό και υλικό περιβάλλον μας.

Το να επιτύχουμε ή να προσπαθήσουμε να επιτύχουμε την κατανόηση είναι έργο της λογικής, και η λογική, σύμφωνα με τον στωικισμό, είναι εκείνο που διακρίνει τους ανθρώπους από τα άλλα ζώα (Διατριβαί 7,8).

Η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς

Η λαχτάρα για εκδίκηση είναι η πιο σημαντική από τις πηγές της μνησικακίας. Η λέξη «μνησικακία» υποδεικνύει αφ’ εαυτής ότι έχουμε μια θυμική παρόρμηση που άρχεται από τη σύλληψη της θυμικής κατάστασης ενός άλλου προσώπου, ότι πρόκειται δηλαδή για μιαν αντί-δραση. Και για να διαπιστώσουμε ότι η λαχτάρα για εκδίκηση ανήκει όντως σε αυτήν την τάξη, αρκεί να την αντιτάξουμε στις άμεσες και ενεργείς ροπές, στην εχθρότητα ή στη φιλία. 

Η λαχτάρα για εκδίκηση συνεπάγεται προσβολή ή πρότερη βλασφημία. Σημειωτέον όμως ότι, εν προκειμένω, αυτή η λαχτάρα δεν συγχέεται επ’ ουδενί με μια ροπή για απόκρουση ή άμυνα, που θα συνοδεύεται από θυμό, λύσσα ή αγανάκτηση. Το ζώο που πιάστηκε και δαγκώνει τον κηνυγό δεν ζητάει να εκδικηθεί. Παρόμοια, η άμεση ανταπόδοση μιας γροθιάς δεν συνιστά εκδίκηση. Για να υπάρξει αληθινή εκδίκηση απαιτείται ένα μακρύ σχετικά «διάστημα χρόνου», στη διάρκεια του οποίου η ροπή για άμεση ανταπόδοση και οι συναφείς ορμές του μίσους και του θυμού θα παραμείνουν συγκρατημένες και ανεσταλμένες∙ από την άλλη μεριά, απαιτείται η πράξη της ανταπόδοσης να επιχειρηθεί σε πιο κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή («περίμενε και θα δεις την άλλη φορά!»). 

Μάλιστα αυτό που συγκρατεί την άμεση ανταπόδοση είναι η πρόβλεψη για μιαν ενδεχόμενη αποτυχία η οποία υποθάλπεται από ένα διακριτό συναίσθημα «ανημποριάς» και «ανικανότητας». Συνεπώς βλέπουμε ότι η εκδίκηση καθ’ εαυτή βασίζεται σε ένα αίσθημα ανημποριάς∙ ανήκει πάντα και προπάντων σε κάποιον «αδύναμο» (όποια κι αν είναι η μορφή της αδυναμίας του). Κατ’ ουσίαν δεν περιέχει ποτέ το φρόνημα του ανθρώπου που αντιδρά επί τόπου και ουδέποτε εκδηλώνεται σαν θυμική αντίδραση. Ετούτα τα γνωρίσματα καθιστούν τη λαχτάρα για εκδίκηση ένα πεδίο τόσο ευνοϊκό για το θέριεμα της μνησικακίας.

Η εποχή παγετώνων πριν από 30 εκατ. έτη μετάλλαξε τα θηλαστικά

Στον αγώνα της επιβίωσης η ζωή είχε πολύ ισχυρούς αντιπάλους άλλες φορές επίγειους και άλλες εξωγήινους οι οποίοι προκαλούσαν συνθήκες μαζικής εξόντωσης κάθε μορφής ζωής στην επιφάνεια του πλανήτη αλλά και μέσα στο νερό. Άλλωστε μια τέτοια μαζική καταστροφή πριν από 66 εκατ. έτη άνοιξε σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία ο δρόμος για την εμφάνιση του ανθρώπου.

Έχει διαπιστωθεί ότι μια απότομη και δραματική κλιματική αλλαγή πριν από περίπου 30 εκατ. έτη είχε ως αποτέλεσμα να κάνει την εμφάνιση της μια από τις πολλές εποχές παγετώνων που κατά καιρούς έπληξαν τον πλανήτη μας. Οι ειδικοί εκτιμούσαν μέχρι σήμερα ότι το συμβάν αυτό προκάλεσε μεγάλα προβλήματα κυρίως στην ευρωπαϊκή και την ασιατική ήπειρο αλλά στην Αφρική και γενικότερα στις περιοχές κοντά στον ισημερινό η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη και δεν υπήρξε τέτοια καταστροφή.

Διεθνής ομάδα επιστημόνων με δημοσίευση της στην επιθεώρηση «Communications Biology» αναφέρει ότι η έρευνα που πραγματοποίησε ανατρέπει αυτή την εικόνα. Σύμφωνα με τους ερευνητές τόσο η Αφρική όσο και η Αραβική Χερσόνησος επλήγησαν σφοδρά από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Όπως εκτιμούν το 63% των ειδών του πλανήτη εξαφανίστηκε στη διάρκεια αυτής της εποχής παγετώνων.

Διαπίστωσαν ότι πολλά από τα είδη που είχαν εξαφανιστεί και ειδικότερα τα θηλαστικά ζώα επανεμφανίστηκαν όταν οι κλιματικές συνθήκες βελτιώθηκαν μερικά εκατ. έτη αργότερα αλλά με διαφορές στην εμφάνιση, τα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες τους απόρροια του χρόνου που μεσολάβησε από την εξαφάνιση μέχρι της επανεμφάνιση τους και την προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Οι ερευνητές κατάφεραν από τα διαθέσιμα απολιθώματα που υπάρχουν να δημιουργήσουν ένα εξελικτικό δέντρο για πέντε οικογένειες θηλαστικών ανάμεσα στα οποία και πρωτεύοντα θηλαστικά από τα οποία κατάγεται ο άνθρωπος σύμφωνα με τη κρατούσα θεωρία. Το εξελικτικό δέντρο που δημιούργησαν προσέφερε στους ερευνητές σημαντικά στοιχεία για τη θεωρία που ανέπτυξαν.

«Οι εξαφανίσεις της ζωής είναι πολύ ενδιαφέρουσες από μια σκοπιά. Εξοντώνουν τα είδη αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν νέες οικολογικές ευκαιρίες για τις γενιές που επιβιώνουν στον νέο κόσμο που δημιουργείται στη συνέχεια» αναφέρει ο Ματ Μπόρθς, έφορος στο κέντρο ερευνών πρωτευόντων θηλαστικών DLCDFP του Πανεπιστημίου Ντιουκ στις ΗΠΑ που ήταν ένας εκ των επικεφαλής της μελέτης.

ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: Η καταστροφή της

Αββάς Φουρμόν: ΕΝΑΣ ΑΓΡΟΙΚΟΣ ΚΛΗΡΙΚΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ.

Ο Γάλλος αββάς Fourmont, μέγας καταστροφέας κλασικών αρχαιοτήτων, γεννήθηκε το έτος 1690 και ήταν αδελφός του ανατολιστή Etienne Fourmont. Διδάχθηκε την Ελληνική, Εβραϊκή και Συριακή γλώσσα και το έτος 1720 χειροτονήθηκε κληρικός και εν συνεχεία έγινε καθηγητής της Συριακής στο Γαλλικό Κολλέγιο (College de France) και διερμηνεύς στη Βασιλική Βιβλιοθήκη. Βοήθησε τον αδελφό του στις σινολογικές μελέτες του και το 1724 κατάφερε ν’ ανακηρυχθεί μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών.

Όπως εξιστορεί ο Κυριάκος Σιμόπουλος, στις αρχές του 1729, ο Fourmont έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, ως απεσταλμένος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΕ, και εφοδιάσθηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου Αχμέτ του Γ', με το οποίο αποκτούσε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει όσους αρχαιολογικούς χώρους ήθελε εντός της επικρατείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αυτό το φιρμάνι στο χέρι, ο Γάλλος ιερωμένος κατέστη κυριολεκτικά ασύδοτος και επί δύο περίπου έτη διήλθε την κυρίως Ελλάδα, όχι μελετώντας αλλ’ αντιθέτως καταστρέφοντας συστηματικά σπάνιες αρχαιότητες.

Στις 8 Φεβρουαρίου έφυγε μέσω Μυτιλήνης και Χίου για την Αθήνα, όπου αφίχθη στις 12 Απριλίου και έμεινε περίπου πέντε μήνες, καταγράφοντας αμέτρητες επιγραφές με τη βοήθεια των Οθωμανών και εκκλησιαστικών αρχόντων, πληρώνοντας 3 παράδες για κάθε ενεπίγραφο μάρμαρο που του έφερναν. Έπειτα μετέβη στην Πελοπόννησο, η οποία ωστόσο εμαστίζετο την εποχή εκείνη από επιδημία πανώλης με χιλιάδες θύματα. Αφού «ερεύνησε» και ξεσήκωσε ό,τι μπορούσε από την Κορινθία (700 επιγραφές), την Αργολίδα (Ερμιόνη, όπου βρήκε 40 επιγραφές, Άργος, Λέρνη, Μυκήνες, Τίρυνθα, Μιδέα), την Αρκαδία (Μαντίνεια) και την Αχαΐα, κατέληξε στη Μεσσηνία. Προηγουμένως είχε περάσει από τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου που τάχα διέθετε σημαντική βιβλιοθήκη. Αυτό που βρήκε ήταν μόνο αθλιότητα και παντελής αμορφωσιά: «…Μου είχαν πεί ότι η βιβλιοθήκη του Μ. Σπηλαίου ήταν η μεγαλύτερη σ’όλη την Ελλάδα. Φαμφαρονισμοί. Υπήρχαν μόνον 130 τόμοι, μισοκατεστραμμένοι από την υγρασία σε σημείο που δεν διαβάζονταν. Η δυσωδία από το σάπισμα του χαρτιού σου έφερνε λιποθυμία» (επιστολή στον Καρδινάλιο de Fleury, 17 Φεβρουαρίου 1730)

Από κάποιο μοναστήρι της Ιθώμης γράφει επίσης τον ίδιο μήνα: «οι μοναχοί ζουν ανέτως, αλλά οι συγγραφείς δυστυχούν. Τους καίνε, τους ακρωτηριάζουν, τους ανασκολοπίζουν, τους μαχαιρώνουν. Είδα βιβλία σάπια μέσα σε υγρές τρύπες βράχων και το μόνο που επέτυχα ν’ αποσπάσω ήταν μερικά άμορφα ράκη. Άλλα βρίσκονται σε υπόγεια, μουχλιασμένα και με ολότελα σβησμένα τα γράμματά τους..»

Από την Καλαμάτα, όπου έφτασε τον Φεβρουάριο του 1730, έγραψε ένα γράμμα προς τους προκρίτους της γειτονικής Ζαρνάτας της Μάνης, ζητώντας τους την άδεια να επισκεφθεί τη χώρα τους επειδή ήταν αυτοδιοικούμενη και δεν ίσχυε εκεί το σουλτανικό φιρμάνι. Μία εβδομάδα αργότερα, έχοντας ήδη λάβει την άδεια, έφθασε με συνοδεία ένστολων εντοπίων στη Ζαρνάτα, αλλά δεν προχώρησε στα ενδότερα της Μάνης, γιατί κατά τα γραφόμενά του «οι κάτοικοι της μέσα Μάνης ευρίσκονται διαρκώς εις πόλεμον, πότε με τους Τούρκους πότε αναμεταξύ των, οι παπάδες, οι μοναχοί και οι Επίσκοποι ακόμη περιφέρονται ένοπλοι και οι γυναίκες της Μάνης φέρουν πιστόλες. Οι Μανιάτες είναι λαός άγριος, αλλά έχει αγάπη προς την ελευθερίαν και μόνος του πόθος είναι η απόκτησις ωραίων όπλων».

Φοβισμένος ο χριστιανός κληρικός από τα ήθη των Μανιατών, επέστρεψε μέσω Καλαμάτας και Μεγαλοπόλεως στο Μυστρά με απωθημένο πλέον το να καταστρέψει από την Αρχαία Σπάρτη ο,τιδήποτε δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να σταλεί στη Γαλλία. Αμέριμνοι οι δημογέροντες του τόπου τον υπεδέχθησαν φιλικά και του παρείχαν διευκολύνσεις, καθώς ξήλωνε από τα μεσαιωνικά τείχη μερικά εντοιχισμένα ενεπίγραφα σπαρτιατικά βάθρα και αργότερα είκοσι ακόμη επιγραφές. Το συνεργείο του Γάλλου αββά ήταν πολυπληθέστατο, περίπου 60 εργάτες. Επί 53 συνεχείς ημέρες, σάρωσε σχεδόν τα πάντα στο Μυστρά, τη Σπάρτη και τις Αμύκλες. Κατεδαφίζοντας και ανασκάπτοντας μανιωδώς, απεκάλυψε περίπου 300 επιγραφές τις οποίες αντέγραψε και μετά άφησε έκθετες ή κατέστρεψε, καθώς και διάφορα άλλα ανάγλυφα, αναθήματα και μικροτεχνήματα, τα οποία εφόρτωσε σε πλοία και έστειλε στην Γαλλία.

Στην ίδια τη Σπάρτη, το καταστροφικό έργο του μοχθηρού Γάλλου αρχαιοκάπηλου εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και βαρβαρότητα, όπως φαίνεται μέσα από επιστολή του τού Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Φρενέ: «Τα ισοπέδωσα όλα, τα εκθεμελίωσα όλα… από τη μεγάλη αυτή πολιτεία δεν απέμεινε πλέον λίθος επί λίθου. Εδώ και πάνω από ένα μήνα, συνεργεία μου από 30 και μερικές φορές 40 ή 60 εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν τη Σπάρτη. Ο γδούπος από το γκρέμισμα των τειχών, η πτώση των ογκολίθων έως τις όχθες του Ευρώτα, ακούγεται όχι μονάχα στη Λακωνία αλλά και σ’ ολόκληρο τον Μοριά και παραπέρα ακόμη. Τούρκοι, Εβραίοι και Γραικοί, έρχονται να δουν από πενήντα λεύγες μακριά, αλλά το μόνο που βλέπουν είναι διάσπαρτα χιλιάδες ενεπίγραφα μάρμαρα…

Μιαν ημέρα, ο ανεψιός μου που επιστατούσε στις εργασίες, ανεκάλυψε μία δωδεκάδα μάρμαρα, εκπληκτικά, γεμάτα επιγραφές. Έστειλε αμέσως να με πληροφορήσει, φροντίζοντας στο δρόμο να το διαλαλήσει σε όλη την περιοχή, έτσι σε λίγο έφθασε στη Σπάρτη όλος ο Μυστράς. Αυτή τη στιγμή, μόνον 4 πύργοι των τειχών απομένουν όρθιοι… Για να είμαι ειλικρινής, εκπλήσσομαι κι εγώ με αυτή την εκστρατεία που ανέλαβα, από όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει κανείς δεν έχει σκεφθεί έως σήμερα να εκθεμελιώσει ολόκληρες πολιτείες…

Προτίθεμαι να μην αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν γνωρίζω κύριε και αγαπητέ φίλε εάν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από το να έχει τη δυνατότητα να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ν’ ανακαλύψεις τα ονόματα των Εφόρων, των Γυμνασιαρχών, των Αγορανόμων, των φιλοσόφων, των ιατρών, των ποιητών, των ρητόρων, ονόματα διασήμων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τη Ρήτρα του Λυκούργου. Οι Αμύκλες επίσης, ήσαν πολύ εγγύς για να τις αφήσω. Έστειλα και εκεί εργάτες και ισοπέδωσαν τα λείψανα του περίφημου ναού του Απόλλωνος.

Φανταστείτε τη χαρά μου, η οποία θα ήταν βεβαίως μεγαλύτερη αν είχα λίγο περισσότερο χρόνο ν’ αφιερώσω, διότι υπάρχουν ακόμη η Μαντινεία, η Στύμφαλος, το Παλλάδιον, η Τεγέα και, κυρίως, η Νεμέα και η Ολυμπία. Θα άξιζε να τις φέρω και αυτές άνω κάτω, από τα θεμέλια έως την κορυφή. Έχω όλη τη δύναμη να το πράξω, κι επιπλέον απέκτησα μια οξυδέρκεια σε αυτού του είδους τη δράση. Δεν ομοιάζω με εκείνους που τρέχουν από πόλη σε πόλη απλώς για να ιδούν, εγώ επιδιώκω να παίρνω όλα τα χρήσιμα πράγματα».

Δύο εβδομάδες μετά την πιο πάνω επιστολή, στις 20 Απριλίου του 1730, ο μοχθηρός κληρικός, σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, αποδίδει τις ακρότητες και τους βανδαλισμούς του σε επιθυμία εκδικήσεως για την κακή τάχα συμπεριφορά των Μανιατών απέναντί του: «Επέρασα από έναν φοβερό τόπο, την περιβόητη Μάνη, που κατοικείται από έναν αιμοβόρο λαό. Είμαι πολύ ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτε το αξιόλογο, τίποτε για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω και για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόϊ, έρριξα τη θλίψη μου επάνω στην Αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτε από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την κατέσκαψα, την εκθεμελίωσα, δεν της άφησα λίθο επί λίθου.

Και γιατί, θα ερωτήσει η εξοχότης σας, επέπεσα με τόση μανία επάνω σε αυτή την αρχαία πόλη, ώστε να την κάνω αγνώριστη, υποχρεώνοντάς τη να πληρώσει τις αμαρτίες των απογόνων της; Έχω την τιμή να σας απαντήσω, ότι ήταν πολύ αρχαία και έκρυβε με φιλαυτία κάτω από τα χώμα της πολλούς θησαυρούς, πράγμα που δεν μπορούσα να συγχωρέσω. Έως σήμερα κανείς ταξιδιώτης δεν ετόλμησε να τους αγγίξει, ακόμη και οι Βενετοί, παρά το ότι υπήρξαν κάποτε κυρίαρχοι αυτής της χώρας, τους εσεβάσθησαν. Εγώ έκρινα πως δεν έπρεπε να θρέφω ανάλογο σεβασμό και την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα, πράγμα που προεκάλεσε τον θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Γραικοί εθύμωσαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ικανοποιημένος, διότι απέκτησα από αυτό το ταξίδι μου πράγματα ικανά να θαμπώσουν όλους τους σοφούς.

Ποιος θα επίστευε ποτέ ότι θα ήταν δυνατόν ν’ ανακαλυφθεί ο τάφος του Αγησιλάου και του Λυσάνδρου, αυτών των ενδόξων βασιλέων της Σπάρτης; Ποιός θα επίστευε πως θ’ ανεκάλυπτα, ύστερα από τόσους πολέμους, σεισμούς και άλλες θεομηνίες που αφάνισαν αυτή την πόλη, θαυμαστά μάρμαρα που μας κάνουν γνωστούς όλους τους Εφόρους, τους ρήτορες και άλλες προσωπικότητες, παντελώς άγνωστες, έως τουλάχιστον την τελευταία καταστροφή που έγινε από εμένα;

«Βιβλία δεν υπάρχουν», συνεχίζει στην επιστολή του. «Πολλοί δεν ξέρουν σ’ αυτή την χώρα ούτε να γράφουν, ούτε να διαβάζουν. Χρησιμοποιούν τα χειρόγραφα για φυσέκια. Κι αφού δεν υπάρχουν βιβλία, φρόντισα για κάτι άλλο, ώστε το ταξίδι μου να ωφελήσει τα Γράμματα. Αφοσιώθηκα με τόσο ενθουσιασμό σε αυτό και έδωσα τέτοια πλήγματα που ο αντίλαλός τους θα ακουστεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν γκρεμίζει κανείς δύο και τρεις πολιτείες χωρίς θόρυβο. Εγώ τις κατέσκαψα, ενώ οι παλαιότεροι περιηγητές έρχονταν μόνο για να τις ανακαλύψουν».

Σε άλλη επιστολή του, αυτή τη φορά προς τον Ιταλό ιεραπόστολο Ντομένικο Ντε Λα Ρόκα που υπηρετούσε στη Γαλλική Πρεσβεία της Πόλης, γράφει: «δεν άφησα λίθο επί λίθου. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι βρίσκομαι σ’ ένα παραλήρημα χαράς που κατόρθωσα να καταστρέψω ολότελα τις ξακουστές αυτές πολιτείες, έτσι όπως γίνεται σε πόλεμο. Το έκανα για την Γαλλία, για την Αυτού εξοχότητα. Αυτό αποτελεί για μένα μια νέα δόξα».

Αποκαλυπτική για το βαθύ χριστιανικό μίσος που έθρεφε ο Γάλλος ιερωμένος κατά της «κατειδώλου» Σπάρτης και για τα μέσα που χρησιμοποίησε στο καταστροφικό του έργο, είναι και η επιστολή του προς τον Καρδινάλιο Φλερύ, στην οποία του αναγγέλλει ότι πήγε μεν στη Λακωνία σε αναζήτηση παλαιών χειρογράφων, πλην όμως «ο λαός, αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος, δεν κράτησαν από τους προγόνους τους τίποτε άλλο από την αγάπη της ελευθερίας και τη μανία του πολέμου. Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα. Τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φυσέκια τους…

Εκτόνωσα λοιπόν το θυμό μου στην κυριότερη πόλη της περιοχής, την αρχαία Σπάρτη. Το βλέμμα μου έπεσε επάνω στα κτίσματα που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήσαν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετώπες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους (γιατί δεν είμαι εδώ ο μοναδικός ερευνητής), θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου, θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές μου. Πρόκειται, όπως θα κατάλαβε η εξοχότης σας, για καλή υπηρεσία των Γραμμάτων.

Γι’ αυτό, εμίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα εκ θεμελίων τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου. Μπορεί, σεβασμιώτατε, να καταντήσει σε λίγο ένας άγνωστος τόπος, εγώ όμως έχω τον τρόπο να την αναστήσω στο πνεύμα των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γενεών, γιατί έχω καταρτίσει ολόκληρο κατάλογο των ιερέων και ιερειών της, των εφόρων, των αγορανόμων και των γυμνασίαρχων. Η καλή μου τύχη θέλησε να ανακαλύψω επιγραφές για πολλούς φιλοσόφους, ρήτορες, στρατηγούς, ποιητές, καλλιτέχνες, ακόμα και διάσημες γυναίκες, άγνωστες έως τώρα. Οι επιγραφές αυτές μας πληροφορούν ποιοί αυτοκράτορες ευεργέτησαν την πόλη, ποιοί ευλαβείς ιδιώτες έκτισαν ναούς, ποιοί από αλαζονεία χρηματοδοτούσαν δημόσια θεάματα… Η ευσέβειά μου, σεβασμιώτατε, έφτασε στο σημείο να μην αφήσω σε ησυχία ούτε την τέφρα των βασιλιάδων τους. Εσκόρπισα στον άνεμο την τέφρα του Αγησιλάου, εισήλθα στον τάφο του Λυσάνδρου και ανεκάλυψα τον τάφο του Ορέστου».

Είναι πολύ πιθανόν εκείνη η ανεξήγητη μανία του Γάλλου ιερωμένου να αφανίσει τη Σπάρτη να είχε ως αίτίο της την ενημέρωσή του ότι στην περιοχή είχαν φθάσει και άλλοι ξένοι τυχοδιώκτες και αρχαιοκάπηλοι που ίσως επωφελούντο από τα ευρήματά του. Σε μία επιστολή του προς τον φίλο του Μπινό, αναφέρει την παρουσία στη Λακωνία ενός Άγγλου αρχαιοκάπηλου επ’ ονόματι Morrison, τον οποίο και περιγράφει ως «μέθυσο, βάρβαρο και αγροίκο» που έγινε έξαλλος όταν έμαθε ότι ο ιερωμένος τον είχε προλάβει. Ο Fourmont πάντως είχε την πλήρη προστασία των Τούρκων, αλλά και διαφόρων ισχυρών Ρωμιών «παραγόντων», όπως ο ιατρός του Μυστρά Ηλίας Δόξας, άνθρωπος της Εκκλησίας και φανατικός τουρκολάτρης και ο Μητροπολίτης Παρθένιος, ο οποίος, εξ ονόματος όλων των προκρίτων, απηύθυνε στον καταστροφέα της Αρχαίας Σπάρτης επαινετική επιστολή που, μεταξύ άλλων κολακειών, τον προσφωνεί «θειότατο» και «τρισμέγιστο» άνδρα.

Το τρομερό όργιο του αφανισμού των αρχαιοτήτων της Σπάρτης από τον Fourmont, έγινε ωστόσο γνωστό στο Παρίσι και οι προϊστάμενοί του έσπευσαν οργισμένοι να τον ανακαλέσουν τον Απρίλιο του 1730. Επιστρέψας ο βάνδαλος στη Γαλλία, εδέχθη δριμύτατες επιθέσεις από τους πνευματικούς κύκλους για το όργιο των καταστροφών, οι δε κριτικοί τον ετιμώρησαν με κάτι πολύ χειρότερο. Μη υπαρχόντων πλέον των πρωτοτύπων, η γνησιότητα του επιγραφικού καταγραφικού έργου του, που περιελάμβανε περίπου 2.600 επιγραφές, αμφισβητήθηκε εκ θεμελίων. Πολλοί εξέφρασαν την άποψη ότι ο Fourmont με την καταστροφή των επιγραφών είχε σκοπό να ανακατέψει πλαστές και γνήσιες χωρίς να αφήσει ίχνη. Η συλλογή του έπεσε σε πλήρη απαξία και τα χειρόγραφά του, τα ημερολόγια και οι επιγραφές κατετέθησαν αδόξως στα αρχεία της Βασιλικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων.

Ο απόηχος των αγρίων καταστροφών του Fourmont στη Λακωνία υπήρξε τόσο αρνητικός που, όταν το 1801 ο Άγγλος περιηγητής Ντοντγουέλ προσεπάθησε να ερευνήσει για τη δράση του Γάλλου καταστροφέως με συγκέντρωση υλικού και αφηγήσεων, συνάντησε μία τρομερή δυσπιστία στον απλό λαό: «Ενώ αντέγραφα μερικές επιγραφές, βλέπω τον Μανουσάκη, έναν εντόπιο εργάτη, ν’ αναποδογυρίζει τα μάρμαρα και να τα κρύβει κάτω από τους θάμνους. Όταν τον ερώτησα τι σημαίνουν αυτά, μου εξήγησε ότι ήθελε να προφυλάξει τις επιγραφές, γιατί πριν πολλά χρόνια ένας Γάλλος μυλόρδος που ήλθε στη Σπάρτη, αφού ξεσήκωσε πολλές επιγραφές εξαφάνιζε με καλέμι τα γράμματά τους. Και πραγματικά μου έδειξε μεγάλες μαρμάρινες πλάκες από τις οποίες είχαν πελεκηθεί με βάρβαρο τρόπο οι επιγραφές».

ΑΒΒΑΣ ΦΟΥΡΜΟΝΤ: Ο ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Μichel fourmont:ο ανθρωπος που ισοπεδωσε την αρχαια σπαρτη. Όλες οι ανατριχιαστικες λεπτομεριες απο την δραση του Γαλλου ιερωμενου τον 17ο αιωνα μεσα απο αρχεια της εποχης και απο την αλληλογραφια του ιδιου!!!


ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.4.4-7.5.6)

[7.4.4] Ὁ δὲ καὶ γάμους ἐποίησεν ἐν Σούσοις αὑτοῦ τε καὶ τῶν ἑταίρων· αὐτὸς μὲν τῶν Δαρείου θυγατέρων τὴν πρεσβυτάτην Βαρσίνην ἠγάγετο, ὡς δὲ λέγει Ἀριστόβουλος, καὶ ἄλλην πρὸς ταύτῃ, τῶν Ὤχου θυγατέρων τὴν νεωτάτην Παρύσατιν. ἤδη δὲ ἦν αὐτῷ ἠγμένη καὶ ἡ Ὀξυάρτου τοῦ Βακτρίου παῖς Ῥωξάνη. [7.4.5] Δρύπετιν δὲ Ἡφαιστίωνι δίδωσι, Δαρείου παῖδα καὶ ταύτην, ἀδελφὴν τῆς αὑτοῦ γυναικός· ἐθέλειν γάρ οἱ ἀνεψιοὺς τῶν παίδων γενέσθαι τοὺς Ἡφαιστίωνος παῖδας· Κρατερῷ δὲ Ἀμαστρίνην τὴν Ὀξυάτρου τοῦ Δαρείου ἀδελφοῦ παῖδα· Περδίκκᾳ δὲ τὴν Ἀτροπάτου τοῦ Μηδίας σατράπου παῖδα ἔδωκεν· [7.4.6] Πτολεμαίῳ δὲ τῷ σωματοφύλακι καὶ Εὐμενεῖ τῷ γραμματεῖ τῷ βασιλικῷ τὰς Ἀρταβάζου παῖδας τῷ μὲν Ἀρτακάμαν, τῷ δὲ Ἄρτωνιν· Νεάρχῳ δὲ τὴν Βαρσίνης τε καὶ Μέντορος παῖδα· Σελεύκῳ δὲ τὴν Σπιταμένους τοῦ Βακτρίου παῖδα· ὡσαύτως δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ἑταίροις τὰς δοκιμωτάτας Περσῶν τε καὶ Μήδων παῖδας ἐς ὀγδοήκοντα. οἱ γάμοι δὲ ἐποιήθησαν νόμῳ τῷ Περσικῷ· [7.4.7] θρόνοι ἐτέθησαν τοῖς νυμφίοις ἐφεξῆς καὶ μετὰ τὸν πότον ἧκον αἱ γαμούμεναι καὶ παρεκαθέζοντο ἑκάστη τῷ ἑαυτῆς· οἱ δὲ ἐδεξιώσαντό τε αὐτὰς καὶ ἐφίλησαν· πρῶτος δὲ ὁ βασιλεὺς ἦρξεν· ἐν τῷ αὐτῷ γὰρ πάντων ἐγίγνοντο οἱ γάμοι. καὶ τοῦτο, εἴπερ τι ἄλλο, ἔδοξε δημοτικόν τε καὶ φιλέταιρον πρᾶξαι Ἀλέξανδρον. 

[7.4.8] οἱ δὲ παραλαβόντες ἀπῆγον τὴν αὑτοῦ ἕκαστος· προῖκας δὲ ξυμπάσαις ἐπέδωκεν Ἀλέξανδρος. καὶ ὅσοι δὲ ἄλλοι ἠγμένοι ἦσαν Μακεδόνες τῶν Ἀσιανῶν τινας γυναικῶν, ἀπογραφῆναι ἐκέλευσε καὶ τούτων τὰ ὀνόματα, καὶ ἐγένοντο ὑπὲρ τοὺς μυρίους, καὶ τούτοις δωρεαὶ Ἀλεξάνδρου ἐδόθησαν ἐπὶ τοῖς γάμοις.
[7.5.1] Καὶ τὰ χρέα ἐπιλύσασθαι τῆς στρατιᾶς ὅσοις χρέα ἦν ἐν καιρῷ οἱ ἔδοξε, καὶ κελεύει ἀπογράφεσθαι ὁπόσον ὀφείλει ἕκαστος, ὡς ληψομένους. καὶ τὰ μὲν πρῶτα ὀλίγοι ἀπέγραψαν σφῶν τὰ ὀνόματα δεδιότες ἐξ Ἀλεξάνδρου μὴ πεῖρα αὕτη εἴη καθειμένη, ὅτῳ οὐκ ἀποχρῶσα ἡ μισθοφορὰ τῶν στρατιωτῶν ἐστι καὶ ὅτῳ πολυτελὴς ἡ δίαιτα. [7.5.2] ὡς δὲ ἐξήγγελτο ὅτι οὐκ ἀπογράφουσι σφᾶς οἱ πολλοί, ἀλλ᾽ ἐπικρύπτουσιν ὅτῳ τι εἴη συμβόλαιον, τὴν μὲν ἀπιστίαν τῶν στρατιωτῶν ἐκάκισεν· οὐ γὰρ χρῆναι οὔτ᾽ οὖν τὸν βασιλέα ἄλλο τι ἢ ἀληθεύειν πρὸς τοὺς ὑπηκόους, οὔτε τῶν ἀρχομένων τινὰ ἄλλο τι ἢ ἀληθεύειν δοκεῖν τὸν βασιλέα. [7.5.3] καταθεὶς δὲ τραπέζας ἐν τῷ στρατοπέδῳ καὶ ἐπὶ τούτων χρυσίον καὶ τοὺς ἐπιμελησομένους τῆς δόσεως ἑκάστοις, ὅστις συμβόλαιον ἐπεδείκνυτο, ἐπιλύεσθαι τὰ χρέα ἐκέλευεν οὐκ ἀπογραφομένους ἔτι τὰ ὀνόματα. καὶ οὕτω δὴ ἐπίστευσάν τε ἀληθεύειν Ἀλέξανδρον καὶ σὺν χάριτι μείζονι ἐγίγνετο αὐτοῖς τὸ μὴ γνωσθῆναι μᾶλλόν τι ἢ τὸ παύσασθαι ὀφείλοντας. λέγεται δὲ γενέσθαι ἡ δόσις αὕτη τῇ στρατιᾷ ἐς τάλαντα δισμύρια.
[7.5.4] Ἔδωκεν δὲ καὶ δῶρα ἄλλοις ἄλλα, ὅπως τις κατ᾽ ἀξίωσιν ἐτιμᾶτο ἢ κατ᾽ ἀρετὴν εἴ τις ἐπιφανὴς ἐγεγόνει ἐν τοῖς κινδύνοις. καὶ ἐστεφάνωσε χρυσοῖς στεφάνοις τοὺς ἀνδραγαθίᾳ διαπρέποντας, πρῶτον μὲν Πευκέσταν τὸν ὑπερασπίσαντα, [7.5.5] ἔπειτα Λεοννάτον, καὶ τοῦτον ὑπερασπίσαντα, καὶ διὰ τοὺς ἐν Ἰνδοῖς κινδύνους καὶ τὴν ἐν Ὤροις νίκην γενομένην, ὅτι παραταξάμενος σὺν τῇ ὑπολειφθείσῃ δυνάμει πρὸς τοὺς νεωτερίζοντας τῶν τε Ὠρειτῶν καὶ τῶν πλησίον τούτων ᾠκισμένων τῇ τε μάχῃ ἐκράτησε καὶ τὰ ἄλλα καλῶς ἔδοξε τὰ ἐν Ὤροις κοσμῆσαι. [7.5.6] ἐπὶ τούτοις δὲ Νέαρχον ἐπὶ τῷ περίπλῳ τῷ ἐκ τῆς Ἰνδῶν γῆς κατὰ τὴν μεγάλην θάλασσαν ἐστεφάνωσε· καὶ γὰρ καὶ οὗτος ἤδη ἀφιγμένος ἐς Σοῦσα ἦν· ἐπὶ τούτοις δὲ Ὀνησίκριτον τὸν κυβερνήτην τῆς νεὼς τῆς βασιλικῆς· ἔτι δὲ Ἡφαιστίωνα καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς σωματοφύλακας.

***
[7.4.4] Στα Σούσα ο Αλέξανδρος τέλεσε γάμους, και δικούς του και των εταίρων· ο ίδιος πήρε ως σύζυγο την Βαρσίνη, τη μεγαλύτερη από τις κόρες του Δαρείου, και όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, εκτός από αυτήν πήρε και άλλη, την Παρύσατη, τη νεότερη από τις κόρες του Ώχου. Πρωτύτερα είχε νυμφευθεί και τη Ρωξάνη, την κόρη του Οξυάρτη του Βακτριανού. [7.4.5] Στον Ηφαιστίωνα έδωσε την Δρύπετη που ήταν και αυτή κόρη του Δαρείου και αδερφή της γυναίκας του, γιατί ήθελε τα παιδιά του Ηφαιστίωνα να είναι πρώτα εξαδέρφια των παιδιών του· στον Κρατερό έδωσε την Αμαστρίνη, την κόρη του Οξυάρτη, του αδελφού του Δαρείου, και στον Περδίκκα την κόρη του Ατροπάτη, του σατράπη της Μηδίας· [7.4.6] στον Πτολεμαίο, τον σωματοφύλακα, και στον Ευμένη, τον βασιλικό γραμματέα, τις κόρες του Αρτάβαζου, στον ένα την Αρτακάμα και στον άλλο την Άρτωνη· στον Νέαρχο την κόρη της Βαρσίνης και του Μέντορα και στον Σέλευκο την κόρη του Σπιταμένη του Βακτριανού. Κατά τον ίδιο τρόπο έδωσε και στους άλλους εταίρους τις ευγενέστερες κόρες των Περσών και των Μήδων, ογδόντα περίπου τον αριθμό. Οι γάμοι έγιναν σύμφωνα με τα περσικά έθιμα. [7.4.7] Τοποθετήθηκαν στη σειρά καθίσματα για τους γαμπρούς και μετά το γαμήλιο συμπόσιο ήρθαν οι νύφες και κάθισε η καθεμιά δίπλα στον μνηστήρα της· εκείνοι τις έπιασαν από το χέρι και τις φίλησαν. Πρώτος άρχισε ο βασιλιάς, γιατί οι γάμοι όλων έγιναν ταυτόχρονα. Η πράξη αυτή του Αλεξάνδρου, περισσότερο από κάθε άλλη, θεωρήθηκε ευπρόσδεκτη και φιλική προς τους εταίρους.
[7.4.8] Οι γαμπροί παρέλαβαν τις νύφες και έφυγαν ο καθένας για το κατάλυμά τους. Ο Αλέξανδρος τις προίκισε όλες. Διέταξε επίσης να καταγραφούν τα ονόματα και των άλλων Μακεδόνων, όσοι είχαν πάρει ασιάτισσες γυναίκες· ο αριθμός τους ξεπέρασε τις δέκα χιλιάδες. Ο Αλέξανδρος έδωσε και σε αυτούς γαμήλια δώρα.
[7.5.1] Θεώρησε επίσης κατάλληλη τη στιγμή να εξοφλήσει τα χρέη σε όσους στρατιώτες όφειλαν χρήματα και διέταξε να καταγραφούν πόσα οφείλει ο καθένας για να τα λάβει. Στην αρχή μόνο λίγοι έγραψαν τα ονόματά τους, επειδή είχαν φοβηθεί μήπως ήταν αυτή μια προσπάθεια του Αλεξάνδρου να μάθε σε ποιόν ο μισθός του στρατιώτη δεν επαρκούσε και σε ποιόν από αυτούς η πολυτέλεια ήταν τρόπος ζωής. [7.5.2] Όταν όμως τον πληροφόρησαν ότι οι περισσότεροι στρατιώτες δεν έγραψαν τα ονόματά τους και ότι όσοι είχαν χρεωστικά συμβόλαια τα απέκρυπταν, κάκισε τη δυσπιστία των στρατιωτών· δεν πρέπει, πρόσθεσε, ούτε ο βασιλιάς να λέει στους υπηκόους του τίποτα άλλο εκτός από την αλήθεια ούτε κανένας από τους υπηκόους του να νομίζει ότι ο βασιλιάς λέει κάτι διαφορετικό από την αλήθεια. [7.5.3] Και αφού τοποθέτησε τραπέζια μέσα στο στρατόπεδο με χρυσά νομίσματα επάνω σε αυτά και όρισε εκείνους που θα φρόντιζαν για τη διανομή των χρημάτων στον καθένα, διέταξε να εξοφλούν τα χρέη σε όποιον έδειχνε το χρεωστικό του συμβόλαιο, χωρίς πλέον να καταγράφουν ονόματα. Έτσι, λοιπόν, πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος έλεγε την αλήθεια και του αναγνώρισαν μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη γιατί δεν έγιναν γνωστά τα ονόματά τους, παρά γιατί εξόφλησε τα χρέη τους. Λένε ότι η παροχή αυτή στον στρατό έφθασε περίπου σε είκοσι χιλιάδες τάλαντα.
[7.5.4] Έδωσε επίσης άλλα δώρα σε άλλους ανάλογα με την εκτίμηση που έχαιρε ο καθένας ή την ανδρεία που είχε επιδείξει στους κινδύνους. Και στεφάνωσε με χρυσά στεφάνια όσους διακρίθηκαν για τη γενναιότητά τους· πρώτον στεφάνωσε τον Πευκέστα, ο οποίος τον είχε καλύψει με την ασπίδα· [7.5.5] ύστερα τον Λεοννάτο, ο οποίος τον είχε καλύψει επίσης με την ασπίδα και για τους κινδύνους που διέτρεξε στην Ινδία και τη νίκη που πέτυχε στα Ώρα, γιατί με τις δυνάμεις που έμειναν πίσω αντιμετώπισε τους Ωρείτες που επαναστάτησαν, καθώς και εκείνους που κατοικούσαν κοντά τους και τους νίκησε στη μάχη και αποδείχθηκε ότι τακτοποίησε σωστά όλα τα σχετικά με τα Ώρα. [7.5.6] Μετά από αυτούς στεφάνωσε τον Νέαρχο για το παράκτιο ταξίδι του από τη χώρα των Ινδών στη μεγάλη θάλασσα, γιατί και ο Νέαρχος είχε στο μεταξύ φθάσει στα Σούσα. Μετά στεφάνωσε και τον Ονησίκριτο, τον κυβερνήτη του βασιλικού πλοίου, και ακόμη τον Ηφαιστίωνα και τους άλλους σωματοφύλακες.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1223-1296)

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ
ὦ γῆς μέγιστα τῆσδ᾽ ἀεὶ τιμώμενοι,
οἷ᾽ ἔργ᾽ ἀκούσεσθ᾽, οἷα δ᾽ εἰσόψεσθ᾽, ὅσον δ᾽
1225 ἀρεῖσθε πένθος, εἴπερ ἐγγενῶς ἔτι
τῶν Λαβδακείων ἐντρέπεσθε δωμάτων.
οἶμαι γὰρ οὔτ᾽ ἂν Ἴστρον οὔτε Φᾶσιν ἂν
νίψαι καθαρμῷ τήνδε τὴν στέγην, ὅσα
κεύθει, τὰ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἐς τὸ φῶς φανεῖ κακὰ
1230 ἑκόντα κοὐκ ἄκοντα. τῶν δὲ πημονῶν
μάλιστα λυποῦσ᾽ αἳ φανῶσ᾽ αὐθαίρετοι.
ΧΟ. λείπει μὲν οὐδ᾽ ἃ πρόσθεν ᾔδεμεν τὸ μὴ οὐ
βαρύστον᾽ εἶναι· πρὸς δ᾽ ἐκείνοισιν τί φής;
ΕΞ. ὁ μὲν τάχιστος τῶν λόγων εἰπεῖν τε καὶ
1235 μαθεῖν, τέθνηκε θεῖον Ἰοκάστης κάρα.
ΧΟ. ὦ δυστάλαινα, πρὸς τίνος ποτ᾽ αἰτίας;
ΕΞ. αὐτὴ πρὸς αὑτῆς. τῶν δὲ πραχθέντων τὰ μὲν
ἄλγιστ᾽ ἄπεστιν· ἡ γὰρ ὄψις οὐ πάρα.
ὅμως δ᾽, ὅσον γε κἀν ἐμοὶ μνήμης ἔνι,
1240 πεύσῃ τὰ κείνης ἀθλίας παθήματα.
ὅπως γὰρ ὀργῇ χρωμένη παρῆλθ᾽ ἔσω
θυρῶνος, ἵετ᾽ εὐθὺς ἐς τὰ νυμφικὰ
λέχη, κόμην σπῶσ᾽ ἀμφιδεξίοις ἀκμαῖς·
πύλας δ᾽, ὅπως εἰσῆλθ᾽, ἐπιρράξασ᾽ ἔσω,
1245 καλεῖ τὸν ἤδη Λάιον πάλαι νεκρόν,
μνήμην παλαιῶν σπερμάτων ἔχουσ᾽, ὑφ᾽ ὧν
θάνοι μὲν αὐτός, τὴν δὲ τίκτουσαν λίποι
τοῖς οἷσιν αὐτοῦ δύστεκνον παιδουργίαν.
γοᾶτο δ᾽ εὐνάς, ἔνθα δύστηνος διπλοῦς
1250 ἐξ ἀνδρὸς ἄνδρα καὶ τέκν᾽ ἐκ τέκνων τέκοι.
χὥπως μὲν ἐκ τῶνδ᾽ οὐκέτ᾽ οἶδ᾽ ἀπόλλυται·
βοῶν γὰρ εἰσέπαισεν Οἰδίπους, ὑφ᾽ οὗ
οὐκ ἦν τὸ κείνης ἐκθεάσασθαι κακόν,
ἀλλ᾽ εἰς ἐκεῖνον περιπολοῦντ᾽ ἐλεύσσομεν.
1255 φοίτα γὰρ ἡμᾶς ἔγχος ἐξαιτῶν πορεῖν,
γυναῖκά τ᾽ οὐ γυναῖκα, μητρῴαν δ᾽ ὅπου
κίχοι διπλῆν ἄρουραν οὗ τε καὶ τέκνων.
λυσσῶντι δ᾽ αὐτῷ δαιμόνων δείκνυσί τις·
οὐδεὶς γὰρ ἀνδρῶν, οἳ παρῆμεν ἐγγύθεν.
1260 δεινὸν δ᾽ ἀύσας ὡς ὑφηγητοῦ τινος
πύλαις διπλαῖς ἐνήλατ᾽, ἐκ δὲ πυθμένων
ἔκλινε κοῖλα κλῇθρα κἀμπίπτει στέγῃ.
οὗ δὴ κρεμαστὴν τὴν γυναῖκ᾽ εἰσείδομεν,
πλεκταῖς ἐώραις ἐμπεπλεγμένην. ὃ δέ,
1265 ὅπως ὁρᾷ νιν, δεινὰ βρυχηθεὶς τάλας,
χαλᾷ κρεμαστὴν ἀρτάνην. ἐπεὶ δὲ γῇ
ἔκειτο τλήμων, δεινὰ δ᾽ ἦν τἀνθένδ᾽ ὁρᾶν.
ἀποσπάσας γὰρ εἱμάτων χρυσηλάτους
περόνας ἀπ᾽ αὐτῆς, αἷσιν ἐξεστέλλετο,
1270 ἄρας ἔπαισεν ἄρθρα τῶν αὑτοῦ κύκλων,
αὐδῶν τοιαῦθ᾽, ὁθούνεκ᾽ οὐκ ὄψοιντό νιν
οὔθ᾽ οἷ᾽ ἔπασχεν οὔθ᾽ ὁποῖ᾽ ἔδρα κακά,
ἀλλ᾽ ἐν σκότῳ τὸ λοιπὸν οὓς μὲν οὐκ ἔδει
ὀψοίαθ᾽, οὓς δ᾽ ἔχρῃζεν οὐ γνωσοίατο.
1275 τοιαῦτ᾽ ἐφυμνῶν πολλάκις τε κοὐχ ἅπαξ
ἤρασσε περόναις βλέφαρα. φοίνιαι δ᾽ ὁμοῦ
γλῆναι γένει᾽ ἔτεγγον, οὐδ᾽ ἀνίεσαν
φόνου μυδώσας σταγόνας, ἀλλ᾽ ὁμοῦ μέλας
ὄμβρος χάλαζά θ᾽ αἱματοῦσσ᾽ ἐτέγγετο.
1280 τάδ᾽ ἐς δυοῖν ἔρρωγεν οὐ μόνου κάρα
ἀλλ᾽ ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ συμμιγῆ κακά.
ὁ πρὶν παλαιὸς δ᾽ ὄλβος ἦν πάροιθε μὲν
ὄλβος δικαίως, νῦν δὲ τῇδε θἡμέρᾳ
στεναγμός, ἄτη, θάνατος, αἰσχύνη, κακῶν
1285 ὅσ᾽ ἐστὶ πάντων ὀνόματ᾽, οὐδέν ἐστ᾽ ἀπόν.
ΧΟ. νῦν δ᾽ ἔσθ᾽ ὁ τλήμων ἔν τινι σχολῇ κακοῦ;
ΕΞ. βοᾷ διοίγειν κλῇθρα καὶ δηλοῦν τινα
τοῖς πᾶσι Καδμείοισι τὸν πατροκτόνον,
τὸν μητρός, αὐδῶν ἀνόσι᾽ οὐδὲ ῥητά μοι,
1290 ὡς ἐκ χθονὸς ῥίψων ἑαυτόν, οὐδ᾽ ἔτι
μενῶν δόμοις ἀραῖος, ὡς ἠράσατο.
ῥώμης γε μέντοι καὶ προηγητοῦ τινος
δεῖται· τὸ γὰρ νόσημα μεῖζον ἢ φέρειν.
δείξει δὲ καὶ σοί. κλῇθρα γὰρ πυλῶν τάδε
1295 διοίγεται· θέαμα δ᾽ εἰσόψῃ τάχα
τοιοῦτον οἷον καὶ στυγοῦντ᾽ ἐποικτίσαι.

***
ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ
Ω χιλιοτιμημένες κεφαλές
αυτής της χώρας,
τί πρόκειται ν᾽ ακούσετε
και τί θα δείτε,
τί πένθος θα σηκώσετε στους ώμους σας,
αν συμπονάτε την πατρίδα σας
κι αν αγαπάτε το παλάτι του Λαβδάκου.
Θαρρώ κανένας ποταμός
ούτε κι ο Ίστρος ούτε κι ο Φάσις
δε θα μπορέσουν να ξεπλύνουν
με καθαρτήριον ύδωρ
τη στέγη αυτή
κι όσα δεινά σκεπάζει·
ούτε κι αυτά που μόλις τώρα
θα φανούν στο φως της μέρας·
1230 πράξεις συνειδητές, εκούσιες
κι όχι συμβάντα συμπτωματικά.
Μας θλίβουν πιο πολύ τα πάθη
που τα προξένησαν επιλογές συνειδητές.
ΧΟΡ. Δε λείπει τίποτα
απ᾽ όσα ξέρουμε
για να συμπληρωθεί με στεναγμούς
της συμφοράς ο κύκλος.
Τί περισσεύει να μας πει ακόμη;
ΕΞΑ. Αν βιάζεστε να μάθετε
με συντομία θα το πω.
Η Ιοκάστη πέθανε.
ΧΟΡ. Η δύσμοιρη γυναίκα!
Και με ποιό τρόπο χάθηκε;
ΕΞΑ. Αυτοκτόνησε.
Όμως δεν υποπτεύεσαι
τα πιο φρικτά συμβάντα,
γιατί δεν τα ᾽δες με τα μάτια σου.
Μ᾽ όσα κουρέλια μνήμης σώθηκαν
θα βάλω στη σειρά
1240 τα πάθη της τρισάθλιας.
Όταν την πύλη πέρασε
και μπήκε στο παλάτι ταραγμένη,
πορεύτηκε στο νυφικό κοιτώνα κατ᾽ ευθείαν,
ενώ ξερίζωνε και με τα δυο της χέρια
τα μαλλιά της.
Μπήκε και βρόντηξε τη θύρα πίσω της.
Ύστερα κάλεσε τον πεθαμένο Λάιο,
θυμήθηκε τη γέννα του παιδιού του,
το πώς αυτό τον έστειλε στον τάφο
κι έμεινε πίσω μόνη της
να δέχεται στον κόλπο της
τα σπέρματα του γιου της
και τέκνα να γεννά μαγαρισμένα.
Την κλίνη καταράστηκε θρηνώντας,
εκεί που γέννησε από τον άντρα της
τον άντρα της
1250 κι απ᾽ το παιδί της τα παιδιά της.
Πώς χάθηκε κατόπιν, δεν το ξέρω·
ουρλιάζοντας ορμά μες στο παλάτι ο Οιδίπους.
Τον βλέπαμε να γυροφέρνει πέρα δώθε
και δεν μπορούσαμε να δούμε το χαμό της.
Εκείνος τρέχει επάνω μας,
ζητάει μαχαίρι
και τη γυναίκα του
—όχι τη σύζυγο— τη μάνα του ζητά,
τη γη που σπάρθηκε διπλά
και φύτρωσε διπλά
τον ίδιο και τα τέκνα του.
Κι ενώ σα λυσσασμένος άφριζε
κάποιος θεός θαρρείς
τον οδηγούσε.
Άλλος κανείς απ᾽ τους παρόντες
δεν τολμούσε.
1260 Έβγαλε φοβερή κραυγή
και σαν να τον ωθούσε κάποιος
χίμηξε σίφουνας στη δίφυλλη τη θύρα,
λυγάει το μάνταλο στη βάση του
κι ορμάει στο δωμάτιο.
Είδαμε τη γυναίκα κρεμασμένη
από στριφτή θηλιά πλεχτή.
Όταν την είδε βρυχάται δεινά
και κόβει της κρεμάλας το σκοινί.
Την ξάπλωσε στο δάπεδο
και τότε πλήγωσε τα μάτια μας η φρίκη.
Από το φόρεμά της τράβηξε
και ξήλωσε
τις χρυσοποίκιλτες αγκράφες
που στόλιζαν τη ζώνη της
κι από ψηλά και απανωτά κτυπώντας
1270 τις μπήγει μες στις κόγχες των ματιών του,
φωνάζοντας ποτέ τους να μη δουν
τα πάθη του
και τις φρικτές του πράξεις.
Τώρα μες στο σκοτάδι πια θα βλέπουν
εκείνους που δεν έπρεπε
κι εκείνους που λαχτάριζαν να δουν
και δεν θ᾽ αξιωθούν ποτέ
να τους γνωρίσουν.
Παραληρούσε, καταριόταν και προσεύχονταν
κι απανωτά πολλές φορές
με τις αγκράφες τρύπαγε τα βλέφαρα
και ράντιζαν τα γένια του
οι ματωμένοι του βολβοί
που δεν ξερνάγαν μόνο
αίμα πηκτό σα δάκρυα
μα σαν αιμάτινη βροχή
και σα χαλάζι μαύρο
σαν πίδακες περίχυναν τα πάντα.
1280 Τέτοια δεινά προξένησαν οι δυο τους
κι όχι ο ένας μοναχά
και στα δεινά, γυναίκα κι άντρας, έσμιξαν.
Τα παλαιά του παρελθόντος μεγαλεία,
μα τώρα στεναγμός, κατάρα, θάνατος,
ντροπή κι όλο το πλήθος των ονομάτων
που δίνουν ήχο στη συμφορά.
Δε λείπει τίποτα.
ΧΟΡ. Και τώρα ο δύστυχος ημέρεψε;
Ο πόνος του μαλάκωσε;
ΕΞΑ. Ουρλιάζει τις θύρες ν᾽ ανοίξουν
και να δείξουν σ᾽ όλους τους Καδμείους,
τον πατροκτόνο, της μάνας τον…—
δεν επιτρέπεται να πω
τα λόγια της ντροπής που ξεστομίζει,
και λέει πως τον εαυτό του
1290 έξω απ᾽ τη χώρα θα πετάξει
και πως καταραμένος δε θα μείνει στο παλάτι,
αφού με τις κατάρες τις δικές του δέθηκε.
Όμως χρειάζεται να τον στηρίξει κάποιος.
Τα βάσανα που τον παιδεύουν
είναι δυσβάσταχτα.
Μα θα τον δεις και συ.
Ανοίγουν τα θυρόφυλλα
και θ᾽ αντικρίσεις τώρα θέαμα
που προξενεί τον οίκτο
ακόμη και στον μισητό εχθρό.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (1.364-1.427)

Τὴν δὲ βαρὺ στενάχων προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
365 «οἶσθα· τίη τοι ταῦτα ἰδυίῃ πάντ᾽ ἀγορεύω;
ᾠχόμεθ᾽ ἐς Θήβην, ἱερὴν πόλιν Ἠετίωνος,
τὴν δὲ διεπράθομέν τε καὶ ἤγομεν ἐνθάδε πάντα·
καὶ τὰ μὲν εὖ δάσσαντο μετὰ σφίσιν υἷες Ἀχαιῶν,
ἐκ δ᾽ ἕλον Ἀτρεΐδῃ Χρυσηΐδα καλλιπάρῃον.
370 Χρύσης δ᾽ αὖθ᾽ ἱερεὺς ἑκατηβόλου Ἀπόλλωνος
ἦλθε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
λυσόμενός τε θύγατρα φέρων τ᾽ ἀπερείσι᾽ ἄποινα,
στέμματ᾽ ἔχων ἐν χερσὶν ἑκηβόλου Ἀπόλλωνος
χρυσέῳ ἀνὰ σκήπτρῳ, καὶ λίσσετο πάντας Ἀχαιούς,
375 Ἀτρεΐδα δὲ μάλιστα δύω, κοσμήτορε λαῶν.
ἔνθ᾽ ἄλλοι μὲν πάντες ἐπευφήμησαν Ἀχαιοὶ
αἰδεῖσθαί θ᾽ ἱερῆα καὶ ἀγλαὰ δέχθαι ἄποινα·
ἀλλ᾽ οὐκ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι ἥνδανε θυμῷ,
ἀλλὰ κακῶς ἀφίει, κρατερὸν δ᾽ ἐπὶ μῦθον ἔτελλε·
380 χωόμενος δ᾽ ὁ γέρων πάλιν ᾤχετο· τοῖο δ᾽ Ἀπόλλων
εὐξαμένου ἤκουσεν, ἐπεὶ μάλα οἱ φίλος ἦεν,
ἧκε δ᾽ ἐπ᾽ Ἀργείοισι κακὸν βέλος· οἱ δέ νυ λαοὶ
θνῇσκον ἐπασσύτεροι, τὰ δ᾽ ἐπῴχετο κῆλα θεοῖο
πάντῃ ἀνὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν· ἄμμι δὲ μάντις
385 εὖ εἰδὼς ἀγόρευε θεοπροπίας ἑκάτοιο.
αὐτίκ᾽ ἐγὼ πρῶτος κελόμην θεὸν ἱλάσκεσθαι·
Ἀτρεΐωνα δ᾽ ἔπειτα χόλος λάβεν, αἶψα δ᾽ ἀναστὰς
ἠπείλησεν μῦθον, ὃ δὴ τετελεσμένος ἐστί·
τὴν μὲν γὰρ σὺν νηῒ θοῇ ἑλίκωπες Ἀχαιοὶ
390 ἐς Χρύσην πέμπουσιν, ἄγουσι δὲ δῶρα ἄνακτι·
τὴν δὲ νέον κλισίηθεν ἔβαν κήρυκες ἄγοντες
κούρην Βρισῆος, τήν μοι δόσαν υἷες Ἀχαιῶν.
ἀλλὰ σύ, εἰ δύνασαί γε, περίσχεο παιδὸς ἑῆος·
ἐλθοῦσ᾽ Οὔλυμπόνδε Δία λίσαι, εἴ ποτε δή τι
395 ἢ ἔπει ὤνησας κραδίην Διὸς ἠὲ καὶ ἔργῳ.
πολλάκι γάρ σεο πατρὸς ἐνὶ μεγάροισιν ἄκουσα
εὐχομένης, ὅτ᾽ ἔφησθα κελαινεφέϊ Κρονίωνι
οἴη ἐν ἀθανάτοισιν ἀεικέα λοιγὸν ἀμῦναι,
ὁππότε μιν ξυνδῆσαι Ὀλύμπιοι ἤθελον ἄλλοι,
400 Ἥρη τ᾽ ἠδὲ Ποσειδάων καὶ Παλλὰς Ἀθήνη·
ἀλλὰ σὺ τόν γ᾽ ἐλθοῦσα, θεά, ὑπελύσαο δεσμῶν,
ὦχ᾽ ἑκατόγχειρον καλέσασ᾽ ἐς μακρὸν Ὄλυμπον,
ὃν Βριάρεων καλέουσι θεοί, ἄνδρες δέ τε πάντες
Αἰγαίων᾽ —ὁ γὰρ αὖτε βίην οὗ πατρὸς ἀμείνων—
405 ὅς ῥα παρὰ Κρονίωνι καθέζετο κύδεϊ γαίων·
τὸν καὶ ὑπέδεισαν μάκαρες θεοὶ οὐδ᾽ ἔτ᾽ ἔδησαν.
τῶν νῦν μιν μνήσασα παρέζεο καὶ λαβὲ γούνων,
αἴ κέν πως ἐθέλῃσιν ἐπὶ Τρώεσσιν ἀρῆξαι,
τοὺς δὲ κατὰ πρύμνας τε καὶ ἀμφ᾽ ἅλα ἔλσαι Ἀχαιοὺς
410 κτεινομένους, ἵνα πάντες ἐπαύρωνται βασιλῆος,
γνῷ δὲ καὶ Ἀτρεΐδης εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων
ἣν ἄτην, ὅ τ᾽ ἄριστον Ἀχαιῶν οὐδὲν ἔτεισεν.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Θέτις κατὰ δάκρυ χέουσα·
«ὤ μοι τέκνον ἐμόν, τί νύ σ᾽ ἔτρεφον αἰνὰ τεκοῦσα;
415 αἴθ᾽ ὄφελες παρὰ νηυσὶν ἀδάκρυτος καὶ ἀπήμων
ἧσθαι, ἐπεί νύ τοι αἶσα μίνυνθά περ, οὔ τι μάλα δήν·
νῦν δ᾽ ἅμα τ᾽ ὠκύμορος καὶ ὀϊζυρὸς περὶ πάντων
ἔπλεο· τῶ σε κακῇ αἴσῃ τέκον ἐν μεγάροισι.
τοῦτο δέ τοι ἐρέουσα ἔπος Διὶ τερπικεραύνῳ
420 εἶμ᾽ αὐτὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀγάννιφον, αἴ κε πίθηται.
ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν νηυσὶ παρήμενος ὠκυπόροισι
μήνι᾽ Ἀχαιοῖσιν, πολέμου δ᾽ ἀποπαύεο πάμπαν·
Ζεὺς γὰρ ἐς Ὠκεανὸν μετ᾽ ἀμύμονας Αἰθιοπῆας
χθιζὸς ἔβη κατὰ δαῖτα, θεοὶ δ᾽ ἅμα πάντες ἕποντο·
425 δωδεκάτῃ δέ τοι αὖτις ἐλεύσεται Οὔλυμπόνδε,
καὶ τότ᾽ ἔπειτά τοι εἶμι Διὸς ποτὶ χαλκοβατὲς δῶ,
καί μιν γουνάσομαι καί μιν πείσεσθαι ὀΐω.»

***
Κι ο Αχιλλεύς στενάζοντας της είπε: «Τα γνωρίζεις,
365 τι απ᾽ αρχής να σου τα ειπώ; Την πόλιν την αγίαν
την Θήβην, που εβασίλευσεν ο μέγας Ηετίων,
πατήσαμε κι εφέραμεν εδώ τα λάφυρά της·
κι ως έπρεπεν οι Αχαιοί τα μοιρασθήκαν όλα
και του Ατρείδη εδιάλεξαν την κόρην Χρυσηίδα·
370 ο ιερέας έπειτα του μακροβόλου Φοίβου
ο Χρύσης ήλθε στα γοργά των Αχαιών καράβια
με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρην του να λύσει,
και του θεού στο χέρι του τα στέφανα κρατώντας
στο σκήπτρο επάνω το χρυσό επρόσπεσεν εις όλους
375 τους Αχαιούς, αλλ᾽ έξοχα στους βασιλείς Ατρείδες·
τότ᾽ είπαν όλοι οι Αχαιοί τον γέροντ᾽ ιερέα
να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν·
αλλά τούτο δεν έστερξεν ο Ατρείδης Αγαμέμνων,
και τον απόδιωξε κακά με δυνατές φοβέρες·
380 έφυγε ο γέρος με χολήν και τες ευχές του ο Φοίβος,
άκουσ᾽ ευθύς, ότι ο θεός πολύ τον αγαπούσε·
και στους Αργείους έριξε βέλος κακό, κι επέφταν
σωρός τα πλήθη, ως του θεού τα βέλη ολού πετούσαν
στο απέραντο στρατόπεδο των Αχαιών, και ο μάντης
385 ο γνώστης μάς φανέρωσεν ό,τι του είπε ο Φοίβος·
τότε ο θεός να ιλεωθεί συμβούλευσα εγώ πρώτος·
με τούτο σφόδρα εθύμωσεν ο Ατρείδης κ᾽ εσηκώθη
και λόγον είπε φοβερόν, που είναι τελειωμένος.
Κι οι Αχαιοί προβόδησαν με γρήγορο καράβι
390 και προσφορές για τον θεόν την κόρην εις την Χρύσην,
αλλ᾽ από τώρ᾽ απ᾽ την σκηνήν την κόρην του Βρισέως,
δώρο σ᾽ εμέ των Αχαιών, οι κήρυκες μου επήραν·
και, αν δύνασαι, προστάτευσε συ το καλό παιδί σου·
ανέβα ευθύς στον Όλυμπον και πρόσπεσε στον Δία,
395 αν χάριν του ᾽καμες ποτέ με λόγον ή με έργον·
συχνά στο σπίτι του πατρός σ᾽ άκουσα να καυχάσαι
ότι τον μαυροσύννεφον Κρονίδην εσύ μόνη
των αθανάτων έσωσες απ᾽ όλεθρον αχρείον,
όταν οι άλλοι Ολύμπιοι επήγαν να τον δέσουν,
400 η Ήρα με την Αθηνάν και ο Ποσειδών ακόμη,
και συ, θεά, τον λύτρωσες που φώναξες αμέσως
τον μέγαν εκατόγχειρον στες κορυφές του Ολύμπου·
απ᾽ τους θεούς Βριάρεως, και απ᾽ τους θνητούς Αιγαίων
λέγεται και στην δύναμιν περνά και τον πατέρα·
405 μ᾽ έπαρσιν κάθισεν αυτός στο πλάγι του Κρονίδη,
και από τον φόβον του οι θεοί δεν έδεσαν τον Δία.
Τα γόνατά του αγκάλιασε και τούτα ενθύμισέ του,
στους Τρώας ίσως βοηθός θελήσει αυτός να γίνει,
και ακρόγιαλα τους Αχαιούς να κλείσει προς τες πρύμνες
410 να σφάζονται για να χαρούν τον βασιλιά τους όλοι.
Να μάθει και ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων
πόσο ετυφλώθη ν᾽ αψηφά των Αχαιών τον πρώτον».
Και δάκρυα χύνοντας πολλά του απάντησεν η Θέτις:
«Υιέ μου, τι σ᾽ ανάσταινα τον πικρογεννημένον;
415 Άλυπος καν και αδάκρυτος να κάθοσουν στες πρύμνες,
αφού δεν θέλ᾽ η μοίρα σου πολύν καιρόν να ζήσεις·
αλλ᾽ είσαι και ολιγόζωος και πίκρες ποτισμένος
σαν κανείς άλλος· άμοιρα στο σπίτι σ᾽ εγεννούσα·
κι εγώ τον λόγον σου να ειπώ του βροντοφόρου Δία,
420 στον χιονισμένον Όλυμπον θα υπάγω, αν θα μ᾽ ακούσει·
συ ωστόσο από τον πόλεμον τραβήξου και στες πρύμνες
ησύχαζε, των Αχαιών να δείξεις τον θυμόν σου·
και ο Δίας στον Ωκεανόν, που τον καλούν οι θείοι
Αιθίοπες κατέβη χθες και όλ᾽ οι θεοί μαζί του
425 και μετά ημέρες δώδεκα στον Όλυμπον θα γύρει,
και τότε στα χαλκόστρωτα θ᾽ ανέβω δώματά του,
να του προσπέσω ταπεινά κι ελπίζω να μ᾽ ακούσει».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 3. Αγαπημένη μου Κλεοπάτρα

3.4. Εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή;

Πάντως ο Οκταβιανός νίκησε τελικά τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, σε μια ναυμαχία που έγινε στα νερά του Ακτίου (πάλι ρωμαϊκό δράμα, ξανά ελληνικό σκηνικό) τον Σεπτέμβριο του 31 π.Χ. Το ζευγάρι των ηττημένων επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου μετά από λίγο κατέπλευσε και ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος, μετά από μια σύντομη και ηρωική αντίσταση, συνειδητοποίησε το αδιέξοδό του και αυτοκτόνησε. Και η αγαπημένη του Κλεοπάτρα;

Λένε ότι η βασίλισσα της Αιγύπτου απείλησε να αυτοκτονήσει πρώτα με ένα μαχαίρι και στη συνέχεια κάνοντας απεργία πείνας. Γιατί; Επειδή δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τον Αντώνιο ή επειδή δεν ήθελε να πέσει στα χέρια του Οκταβιανού; Αβέβαιο. Πάντως, σε πρώτη φάση άλλαξε γνώμη. Γιατί; Κατάλαβε ότι δεν είχε το σθένος (ή την απόγνωση) του αποφασισμένου αυτόχειρα, ή μήπως (όπως είπαν ορισμένοι) επειδή νοιαζόταν για την τύχη των παιδιών της; Άγνωστο.

Ο Οκταβιανός από την πλευρά του επιδίωξε, και κατάφερε, να τη συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο. Κοινό ανακοινωθέν από τη συνάντηση δεν εκδόθηκε. Αλλά οι κακές γλώσσες λένε πάλι ότι στη συνάντηση αυτή η Κλεοπάτρα προσπάθησε να γοητεύσει τον Οκταβιανό, όπως είχε γοητεύσει τον Αντώνιο. Απέτυχε. Τι συνέβη στη συνέχεια; Στη συνέχεια, όσο μπορούμε να ξέρουμε, πράγματι αυτοκτόνησε (αν και ορισμένοι είπαν ότι την «αυτοκτόνησαν» οι μυστικές υπηρεσίες του Οκταβιανού): άνοιξε, λέει, ένα καλάθι που της έφεραν οι ανακτορικές κυρίες επί των τιμών και άφησε τις βασιλικές κόμπρες που φώλιαζαν μέσα να τη δαγκώσουν στο στήθος και τους βραχίονες. Για τον θάνατο της βασίλισσας ο Έλληνας ιστορικός Πλούταρχος γράφει: «Άλλοι λένε ότι… υπάρχει επίσης μια φήμη ότι… μια άλλη εκδοχή είναι ότι… αλλά την ιστορική αλήθεια δεν τη γνωρίζει κανείς.» Αυτό, τώρα πλέον, το υποπτευόμαστε κι εμείς.

Ναι, αλλά ποιος ενδιαφέρεται για την αλήθεια, όταν έχει την ανεπανάληπτη ευκαιρία να κατασκευάσει έναν θρύλο ή ένα «θρίλερ»; Τα συστατικά υπάρχουν: ένας πανίσχυρος Ρωμαίος συναντάει κάπου στη μαγεμένη Ανατολή μια μοιραία, σαγηνευτική, μυστηριώδη βασίλισσα· τους συνεπαίρνει έρωτας βαθύς· στην παραζάλη του τρανού αυτού έρωτα ορκίζονται ότι μαζί θα ζήσουν και, αν χρειαστεί, μαζί θα πεθάνουν - συνυπογράφουν μάλιστα κι ένα συμβόλαιο «διπλού ερωτικού θανάτου». Και αυτό το συμβόλαιο το τιμούν όταν η μοίρα στήνει το κατάλληλο σκηνικό.

Θα δούμε ποιοι και πώς κατασκεύασαν το πολιτικοερωτικό «θρίλερ» με τον τίτλο «Αντώνιος και Κλεοπάτρα». Πρώτα, όμως, θα προσπαθήσουμε να κατασκευάσουμε κι εμείς μια άλλη εκδοχή, ένα άλλο σενάριο, για το τι ακριβώς συνέβη. Σύμφωνα με το σενάριό μας, το σημείωμα αυτοκτονίας που αφήνει ο Αντώνιος, με την εντολή να δοθεί στην Κλεοπάτρα, γράφει:

Βασίλισσα,

Η διαδρομή μου φαίνεται πως ολοκληρώθηκε εδώ. Είναι, ίσως, μάταιο να θυμάμαι σήμερα τις μεγάλες και ευτυχισμένες μέρες του παρελθόντος.

Ήμουν ο αγαπημένος του θεϊκού Ιουλίου Καίσαρα· κράτησα για πολύν καιρό στα χέρια μου τη μεγάλη κληρονομιά του, τιμώντας το όνομα του ρωμαϊκού λαού και της Συγκλήτου. Πολέμησα στις εσχατιές της αυτοκρατορίας και σήκωσα τα λάβαρα της Ρώμης ανάμεσα σε ανυπότακτους λαούς. Σήκωσα στους ώμους μου την ευθύνη για το ανατολικό τμήμα του κράτους, ενώ θα μπορούσα, λόγω ιεραρχίας και πρεσβύτερης ηλικίας, να βολευτώ στην ασφάλεια της πρωτεύουσας - ακριβώς αυτό που έκανε ο Οκταβιανός, αυτός που με κατασυκοφάντησε σε όλο τον ρωμαϊκό λαό ότι τάχα συνωμοτούσα για να αφανίσω τη Ρώμη, όταν στην πραγματικότητα δεν έκανα τίποτε άλλο παρά να αμυνθώ απέναντι στην επιθετικότητά του· αυτός που δεν έπαψε ποτέ να συνωμοτεί εναντίον μου προκειμένου να με βγάλει από τη μέση. Σε ευχαριστώ για την αγάπη και την υποστήριξη που μου πρόσφερες όσο οι θεοί μάς κράτησαν τον έναν κοντά στον άλλον. Δεν θέλω να σε παρασύρω στη δική μου μοίρα. Μείνε ζωντανή και δυνατή. Η τελευταία επιθυμία μου αυτή την ώρα είναι να φροντίσεις και να προστατέψεις από την επιβουλή των εχθρών μας τα κοινά μας παιδιά. Όσοι με ξέρουν καλά γνωρίζουν πως έζησα σαν πραγματικός Ρωμαίος· τώρα θέλω να μάθουν όλοι ότι πεθαίνω σαν πραγματικός Ρωμαίος.

Χαίρε.


Και η Κλεοπάτρα; Ανοίγοντας το μοιραίο καλάθι με τις κόμπρες είχε κοντά της τις πιο έμπιστες από τις κυρίες των ανακτόρων, και σ᾽ αυτές είπε τα τελευταία λόγια της:

Βιάστηκε να φύγει ο Αντώνιος, και με άφησε μόνη. Τώρα που κατάλαβα ποιος είναι ο Οκταβιανός, ξέρω ότι έχω να διαλέξω ανάμεσα σε δυο μοίρες: αυτήν που πήρε κιόλας τον Αντώνιο κι αυτήν που θα με πάρει στη Ρώμη σαν λάφυρο για να κοσμήσω τον θρίαμβο των νικητών μπροστά στα μάτια του εκδικητικού όχλου της Ρώμης - μαζί με τα παιδιά μου. Στις φλέβες μου κυλάει το αίμα των μεγάλων Πτολεμαίων· είμαι Μακεδόνισσα, τελευταία στην αρχοντική σειρά που καυχιέται για αρχηγό της τον ισόθεο Αλέξανδρο. Πιστεύει πραγματικά ο ρωμαίος κατακτητής ότι θα καταδεχτώ να συρθώ ταπεινωμένη πίσω από το άρμα του; Χίλιες προγονικές φωνές μέσα μου λένε «Όχι». Ποια μοίρα περιμένει τα παιδιά μου στις φυλακές της Ρώμης, το γνωρίζω καλά. Θα συναντήσω τον Αντώνιο σαν βασίλισσα της μεγάλης Αιγύπτου. Όλα τα άλλα τα αφήνω στη βούληση και τη μέριμνα των θεών.

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ / Αιώνια Ζωή

(Πέρα από την ζωή και το θάνατο)

Η ΖΩΗ δεν έχει άλλο Σκοπό από την Ίδια την ΖΩΗ. Απλά να ΖΕΙΣ: Να Ζεις στην Πραγματικότητα, να Βιώνεις «αυτό που υπάρχει», όχι τις φαντασίες του νου ή της κοινωνίας.

Να Ζεις Ήσυχα και με Πληρότητα.

Να Διαβαίνεις την ζωή με Ηρεμία χωρίς να παρασύρεσαι στις μάταιες δραστηριότητες των ανθρώπων.

Απλά να ΖΕΙΣ.

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ Είναι Τελείως Ελεύθερη, Απεριόριστη, Χωρίς Εμπόδια και τα Αγκαλιάζει Όλα: Καταστάσεις Ύπαρξης, Σύμπαντα, εμπειρίες, δραστηριότητες. Κι όλα Συγχωνεύονται Μέσα της και Ταυτίζονται με την Ενότητα της Παρουσίας.

Να Ζεις Αληθινά, δηλαδή Ελεύθερα, να Βιώνεις την Ενότητα των Πάντων, σημαίνει πολύ απλά πως Όλα – μα Όλα – Εκδηλώνονται Εδώ, Τώρα.

Υπάρχουν Μέσα στο Χώρο της Ύπαρξης – Εδώ, Τώρα – που τα Περιλαμβάνει Όλα σαν Μια Ενότητα, χωρίς να συγχέονται οι «ιδιαιτερότητες» και οι «διαφορές» τους. Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι αν αναγνωρίζονται ιδιαίτερα φαινόμενα, αναγνωρίζονται στα Πλαίσια της Ενότητας, σαν φαινόμενα Μιας Μόνο Πραγματικότητας.

Πολύ απλά, αυτό σημαίνει πως στο Επίπεδο της Φαινομενικότητας, Όλα Σχετίζονται, Όλα Αλληλοεπηρεάζονται – τίποτα δεν είναι απομονωμένο.

Η ΖΩΗ Εκδηλώνεται Από το ΑΓΝΩΣΤΟ, Από την ΑΧΑΝΗ ΠΗΓΗ της, σαν ΠΑΡΟΥΣΙΑ, σαν Ενέργεια Αντίληψης, που Μετασχηματίζεται σε Διάφορες Δραστηριότητες, Καταστάσεις Ύπαρξης… Αυτή η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΖΩΗ που τα Δημιουργεί Όλα, Είναι Μέσα σε Όλα και Ταυτίζεται με το Κάθε τι – όσο ταπεινό κι αν είναι.

Μέσα στο Κάθε τι που υπάρχει, που είναι ζωντανό (και η ΖΩΗ δεν περιορίζεται μόνο στη βιολογική ζωή) Υπάρχει ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΖΩΗ. Όσο περιορισμένο κι αν φαίνεται το Κάθε τι Μπορεί να Ανθίσει Μέχρι το ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ.

Στο Κόσμο των Φαινομένων Όλα είναι Παροδικά. Πραγματικά αλλά Παροδικά. Δεν είναι Αυταπάτη, είναι Αληθινά αλλά Παροδικά.

Η Αυταπάτη (η ψευδαίσθηση) βρίσκεται μέσα στον νου των όντων (των ανθρώπων) που ταυτίζει τα παροδικά φαινόμενα με την Πραγματικότητα. Αγνοεί την Ύστατη Πραγματικότητα που είναι το Υπόβαθρο των Πάντων και Βιώνει τα φαινόμενα σαν Πραγματικότητα. Αυτή είναι μια λάθος αντίληψη, δεν έχει να κάνει με τα φαινόμενα αυτά καθαυτά.

Η ΖΩΗ όμως Υπάρχει Ακέραιη στο Κάθε τι και Μέσα στο Κάθε τι μπορεί να Ανθίσει.

Εδώ, Τώρα, Καθένας (για να μιλήσουμε για τους ανθρώπους) Μπορεί να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ, να ξεπεράσει όλους τους περιορισμούς και να Ανοιχτεί στο ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ, να ΒΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, Μια Αντίληψη Ενότητας Χωρίς Εμπόδια.

Καθένας Μπορεί. Αλλά ελάχιστοι το κάνουν. Αντίθετα οι άνθρωποι μόνοι τους βάζουν αλυσίδες και σπαταλάνε τον καιρό τους σε ανούσιες δραστηριότητες, σε μάταιες πράξεις.

Όλα Είναι Εδώ, Τώρα. Βιώνουμε την ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΦΥΣΗ μας ή το «περιορισμένο» (των επιλογών και) των δραστηριοτήτων μας.

Εμείς το Κάνουμε. Εμείς οι Ίδιοι είμαστε η Βούληση, η Απόφαση και το Αποτέλεσμα. Γιατί είμαστε το αποτέλεσμα των σκέψεων, των επιλογών και των πράξεών μας.

Αυτή η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΖΩΗ που Εκδηλώνεται σαν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ Μέσα μας, αν δεν ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙ, να ΑΠΛΩΘΕΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ, «σιγοκαίει» μέσα στην ψυχοσωματική οντότητα μέσα στην σκέψη (στον εγκέφαλο), στις επιθυμίες (στο νευρικό σύστημα), στις δραστηριότητες (στο σώμα) μέχρι να διακοπεί (είτε φυσιολογικά, είτε βίαια) όλη αυτή η διαδικασία. Αυτό είναι που λένε οι άνθρωποι «θάνατο».

Στην πραγματικότητα ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΖΩΗ, θάνατος δεν υπάρχει.

Αυτοί που ΑΝΘΙΖΟΥΝ και ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΖΩΗ, ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ, που Ελευθερώνονται από τος περιορισμούς, που Βιώνουν το ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟ, την Αντίληψη Χωρίς «εμπόδια», την Ενότητα των Πάντων, στο Επίπεδο της Πραγματικότητας, το «Ενιαίο Πεδίο της Ύπαρξης» στο Κόσμο των Φαινομένων, ΖΟΥΝ ΗΔΗ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ, την ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ κι όταν «φεύγουν» από τον φυσικό κόσμο εκδηλώνονται απολύτως φυσικά στα άλλα «εσωτερικά» πεδία… μέχρι το Ύστατο Πεδίο της ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Όσοι άνθρωποι όμως, αντί να ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ, απλά, φυσικά, με την Βούληση, με την Αναγνώριση των πραγμάτων και τις επιλογές τους – όχι με μεθόδους σωτηρίας, τεχνικές, πνευματικές προσπάθειες, που είναι όλα μάταιες δραστηριότητες, στα πλαίσια του χρόνου – αντίθετα, σπαταλούν την ζωή τους σε μάταιες δραστηριότητες, βρίσκονται αργά ή γρήγορα μπροστά στην «διακοπή» της διαδικασίας της φυσικής ζωής… Και τότε; Που πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι απροετοίμαστοι;

Η ΖΩΗ, η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ που μας Γεννά και μας Στηρίζει στην ύπαρξή μας, στους κόσμους και στη γη ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ.

Αν, Εδώ, Τώρα, Αυτή η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, δεν Ελευθερωθεί και συνεχίσει να «σιγοκαίει» μέσα σε αυτό που νομίζουμε πραγματική ύπαρξή μας, τότε την ώρα που διακόπτεται η φυσική διαδικασία της ζωής (κι έρχεται ο «θάνατος») η ΕΝΕΡΓΕΙΑ της ΖΩΗΣ Μετασχηματίζεται. Αποσύρεται από το βιολογικό σώμα κι εκδηλώνεται μέσα από ένα πιο «λεπτό» φορέα ζωής.

Η μεταθανάτια πορεία ενός όντος (όποια αντίληψη κι αν έχει το ον για την ύπαρξή του) είναι μια αντικειμενική πορεία (στους μεταθανάτιους κόσμους) που θα βιώσει είτε το θέλει, είτε όχι.

Μπορεί κάποιοι σοφοί θεολόγοι να λένε ότι ο άνθρωπος έρχεται μια φορά στην ζωή και κρίνεται δια παντός (κι αυτό το λένε όχι από εμπειρία αλλά σύμφωνα με την «θεωρία ζωής» τους)… Μπορεί κάποιοι σοφοί διδάσκαλοι να μιλάνε για παραδείσους και κολάσεις… Κι άλλοι να μιλάνε για «μετενσαρκώσεις»…

Η πραγματικότητα είναι μία. Η ΖΩΗ, σαν ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Μετασχηματίζεται σε διάφορες Καταστάσεις κι Εμπειρίες, αλλά ΔΕΝ ΧΑΝΕΤΑΙ. Κι όποια εμπειρία μάζεψε ο άνθρωπος στη γη θα την «πάρει» μαζί του, όταν θα βρεθεί (ΕΔΩ Πάλι, αλλά φαινομενικά «αλλού», σε «άλλη διάσταση») στο μεταθανάτιο κόσμο. Κι είναι ακριβώς αυτή η «εμπειρία», ο πυρήνας της ύπαρξής του, που θα κρίνει την πορεία του.

Ένα είναι σίγουρο. Ότι κάποιος που δεν ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΕ Εν Ζωή, από τα δεσμά της ζωής, θα «υποκύψει» στο τέλος κάτω από το βάρος των επιλογών του και θα «ξαναβρεθεί» στην δίνη της φυσικής ζωής.

Και πάλι από την αρχή.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΒΙΑΖΕΤΑΙ. Μπορεί να Περιμένει Χιλιάδες Ζωές. Άλλωστε όλα αυτά που ζουν οι άνθρωποι μπορεί να είναι πραγματικά, να φαίνονται αληθινά, αλλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Η ΠΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΕΙΝΑΙ. Ούτε Αυξάνεται, ούτε Μειώνεται, ούτε Αλλάζει. Απλά Ρέει Αφήνοντας να Εκδηλώνονται Μέσα της Όλα τα Φαινόμενα, όλες οι υπάρξεις, όλες οι ζωές, όλες οι εμπειρίες.

Από τον Καθένα εξαρτάται αν Θέλει να ΖΕΙ την ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ, ή την «ονειρική» ζωή της ψεύτικης πραγματικότητας.

Ο Επίκουρος για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας

Ο Επίκουρος, στην Επιστολή προς τον Ηρόδοτο, αναφέρει τις τρεις κύριες αιτίες όπου βασίστηκε η ανθρωπότητα για να προοδεύσει δημιουργώντας τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Οι κοινωνίες δεν προέκυψαν εκ του μηδενός, ούτε είναι δημιουργήματα κάποιων θεών, αλλά προήλθαν μέσα από μια φυσική εξελεγκτική διαδικασία. Αφού προσπάθησε αρχικά να αφαιρέσει τους μύθους που επικρατούσαν μέχρι τότε σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την επαναφέρει σε μια φυσική διάσταση, λέγοντας ότι τα διάφορα όντα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν την προέλευσή τους από τον κόσμο όπου κατοικούν και όχι έξω από αυτόν.

«Πρέπει να δεχθούμε» λέει ο Επίκουρος

«ότι στους ανθρώπους η εμπειρία και η αναγκαιότητα ήρθαν συχνά σε βοήθεια στη φύση. Ο λογισμός τελειοποίησε τα δεδομένα της Φύσης και πρόσθεσε νέες ανακαλύψεις, εδώ πιο γρήγορα, εκεί πιο αργά. Πότε διασχίζοντας τις περιόδους του χρόνου από την εποχή του απείρου, πότε σε περιόδους πιο σύντομες».

Η κύρια μαρτυρία μας για τις απόψεις του Επίκουρου σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ποίημα του Λουκρήτιου «De Rerum Natura», που, χωρίς καμία αμφιβολία, ακολουθούσε τις απόψεις του ίδιου του Επίκουρου, όπως εκείνος τις καταγράφει στο περίφημο έργο του «Περί Φύσεως» και σε άλλες πραγματείες. Ο Λουκρήτιος, στο ποίημά του, αναλύει και μιλάει για την ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση μέσω των αισθήσεων, για την εμπειρία που συσσωρεύει στο πέρασμα του χρόνου τα αποτελέσματα αυτών των διαδοχικών αναζητήσεων, και για τη λογική που επεξεργάζεται ακατάπαυστα τα δεδομένα των αισθήσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Ο χρόνος, λέει ο Λουκρήτιος «φέρνει αργά στο φως όλες τις ανακαλύψεις», και η λογική είναι εκείνη που με τη βοήθεια του χρόνου «διδάσκει λίγο-λίγο και βήμα-βήμα τους ανθρώπους».

Οι άνθρωποι της πρώτης περιόδου, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, δεν διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη εργαλεία, δεν γνωρίζουν να καλυφτούν το σώμα τους ούτε με δέρματα ζώων, βγάζουν άναρθρες κραυγές τριγυρνώντας σε αγέλες, όπως τα ζώα, πίνουν νερό απ τα ποτάμια και τρώνε κυρίως φρούτα και λαχανικά. Είναι όμως πιο συγκροτημένοι και σκληραγωγημένοι σε σχέση με τον σημερινό άνθρωπο, με δυνατό σκελετό και με μυς για να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, κάτι που τους βοήθησε σημαντικά στον αγώνα για την επιβίωσή τους

Παρ' ότι ήσαν γυμνοί και χωρίς όπλα, με τα δυνατά τους χέρια και με τα επιδέξια πόδια υποστήριζαν και κάλυπταν τα μειονεκτήματά τους στη μάχη που έδιναν καθημερινά για την ίδια τους τη ζωή. Όταν έβλεπαν μεγάλα και δυνατά ζώα, λέει ο Λουκρήτιος, έφευγαν μακριά και τα πετούσαν πέτρες ή ανέβαιναν στα δένδρα να σωθούν, ενώ τα λιγότερα επικίνδυνα τα χτυπούσαν από κοντά με ρόπαλα και άλλα θανατηφόρα αντικείμενα. Το βράδυ ξεκουράζονταν και κοιμόντουσαν στο χώμα, μέσα σε σπηλιές και σε λαγκάδια όπου ένιωθαν προστατευμένοι απ' τους κινδύνους. Συνεχίζοντας την απολαυστική του αφήγηση, ο Λουκρήτιος λέει ότι,

«οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν γνώριζαν την έννοια του κοινού σκοπού ούτε το καλό, δεν ήξεραν από νόμους ούτε από ηθικούς κανόνες στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας άρπαζε από το αυθόρμητο της φύσης του, τη πρώτη λεία που έβρισκε μπροστά του, και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιβίωσή του, να φροντίζει μονάχα για τον εαυτό του».

Σε αυτό το άγριο περιβάλλον όπου επικρατούσε η δύναμη του πιο ισχυρού, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και καθημερινής μάχης για την επιβίωση, για τον πρωτόγονο άνθρωπο τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο η ίδια του η ζωή, ώσπου κάποια στιγμή, με την συνδρομή του χρόνου, και βασιζόμενος αρχικά στις δυο από τις τρεις κύριες αιτίες που αναφέρει ο Επίκουρος, στην ανάγκη και στην εμπειρία, προχώρησε στις πρώτες του σημαντικές ανακαλύψεις. Έμαθε να ντύνεται γδέρνοντας τα ζώα που σκότωνε, να κατασκευάζει καλύβες για να προφυλάσσεται από τη βροχή και το κρύο, αλλά το σημαντικότερο απ' όλα ήταν πως ανακάλυψε να ανάβει φωτιά.

Η φωτιά τον έβγαλε από την κτηνώδη κατάσταση στην οποία ζούσε και αποτέλεσε «μέσο, χρησιμοποιώντας και τη λογική πλέον για νέες εφευρέσεις, όπου οι άνθρωποι με το πιο έξυπνο μυαλό και την πιο δυνατή νόηση, εισήγαγαν από μέρα σε μέρα αλλαγές στην τροφή και παλιό τρόπο ζωής». Έτσι, με την ανακάλυψη της φωτιάς, άρχισαν να μαζεύονται γύρω από αυτήν κάτω από κοινή στέγη, και ο άνδρας με τη γυναίκα που μέχρι τότε ενώνονταν κατά τύχη, δημιουργούν οικογένεια και συγκροτούν μια ομάδα, ξεκινώντας μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Ανθρωπότητας.

Είναι η περίοδος που γεννιέται η κοινωνία με την αμοιβαία αποδοχή ισότητας, ανάμεσα στην γυναίκα και στον άνδρα και η εμφάνιση των πιο ευγενών συναισθημάτων για τα τέκνα. Σε αυτό το στάδιο, προκύπτει και η σύνδεση μεταξύ των οικογενειών που διέπεται από την αρχή της ωφέλειας, μιας και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να ενωθούν για να αποτρέψουν φυσικούς κινδύνους, και να μεριμνήσουν συμμετέχοντας από κοινού στις διάφορες ασχολίες, ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά και αναγκαία αγαθά για την ασφαλή επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ευθυμία των μελών τους.

Παράλληλα, καθώς τα ανθρώπινα όντα βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις και λαμβάνουν διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες, που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, ομοίως και οι ήχοι που παράγονται ως απάντηση σε οποιοδήποτε δεδομένο ερέθισμα είναι διαφορετικοί, και οι αρχικές κραυγές τους μετατρέπονται σε λέξεις, που είναι λίγο ή πολύ σύμφωνες με τα αρχικά ή τα πρωτόγονα αντικείμενά τους. Οι πρωτόγονες λέξεις δεν αποτελούσαν ακόμη πηγή διανοητικής σύγχυσης, αλλά αυτό άλλαξε μετέπειτα με την πλήρη ανάπτυξη της γλώσσας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός της ύπαρξης πολλών γλωσσών.

Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας σήμερα υιοθετεί σε αρκετά πράγματα τις υποθέσεις του Λουκρήτιου για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Kαι ξαφνικά ένα βλέμμα

Πάντα το βλέμμα ορισμένων ανθρώπων διαπερνούσε με μια πραότητα το επιφανειακό δέρμα λες και θα ανακάλυπτε κάτι παραπάνω. Μα αυτό ήθελε εξαρχής, δεν ήθελε να ανακαλύψει κάτι εντελώς διαφορετικό κι απρόσμενο, μα επιθυμούσε να αντικρίσει την ίδια τη ζωή, την πηγή της ύπαρξης. Το βλέμμα, ακόμα και το αδιάφορο και το περαστικό, εκείνο που πιστεύεις πως απλά κυλάει στην ατμόσφαιρα δίχως να προσέχει κάτι, ακουμπά τα πρόσωπα χωρίς να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Από την απόλυτη ραστώνη της σιγουριάς, ξαφνικά το βλέμμα που άφησες να περάσει απρόσεχτα μπροστά σου το βρίσκεις να εντυπώνεται μέσα σου. Αυτές οι συναντήσεις δεν είναι ποτέ -κατά έναν μυστηριακό κανόνα- κινηματογραφικές. Δε θα πραγματοποιηθούν ένα βροχερό σαββατόβραδο που θα τρέχεις να προλάβεις τη νέα διασκευή έργου του Σαίξπηρ στο θέατρο, ούτε και θα είναι μια ξεχωριστή, ηλιόλουστη Κυριακή που θα διαβάζεις ένα βιβλίο στο πάρκο. Το σύμπαν λατρεύει να εκμεταλλεύεται τις βαρετές μέρες. Τα βλέμματα αυτά ανταλλάσσονται μυστικά μια ρουτινιασμένη Τετάρτη, όπου η ζωή βρίσκεται σε μια προκαθορισμένη γραμμή, που υποτίθεται πως τίποτα δεν μπορεί να τη διαταράξει γιατί ενδόμυχα, δε θέλεις να χαλάσεις το πρόγραμμά σου.

Οπότε κάθεσαι φορτωμένος στο λεωφορείο μετά τη δουλειά ή στην περίπτωση που δε σταθείς τυχερός, σιχτιρίζεις λίγο και γίνεσαι ένα με τη μάζα, τα ακουστικά σου παίζουν ένα τραγούδι που ακούς πάντα εκείνη την ώρα- είναι η ασφάλειά σου. Εάν έχεις μια πιο εύθυμη διάθεση θα αρχίσεις να πλάθεις σενάρια για τους ανθρώπους που σε προσπερνούν, που κάνουν όλες εκείνες τις καθημερινές, σχεδόν αυτόματες πράξεις για τις οποίες κανείς ποτέ δεν αναρωτιέται τους λόγους και τις αιτίες. Σε μια άλλη -όχι και τόσο μακρινή- διάσταση, μπορεί να είσαι στριμωγμένος σε μια θάλασσα αυτοκινήτων ή ακόμα και να περπατάς ανόρεχτα στον δρόμο σκεπτόμενος εάν αντέχεις να μαγειρέψεις ή εάν σε παίρνει να παραγγείλεις.

Οι πόρτες ανοιγοκλείνουν εκνευριστικά αναμενόμενα, το φανάρι αναβοσβήνει και προχωράς, άνθρωποι φωνάζουν, μιλούν στα τηλέφωνα και παραμένουν απαθείς- καμία προειδοποίηση του τι επρόκειτο να (σου) συμβεί, κανείς δεν ξέρει γιατί οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή σε κανέναν από τους δύο σας. Έχεις μάθει να μη δίνεις σημασία στους ήχους του περιβάλλοντος, δεν προσέχεις και πολύ τα ενδιάμεσα μέρη από όπου περνάς, γιατί στο τέλος της ημέρας δεν έχουν σημασία. Κι όμως εκείνη τη φορά που σήκωσες το βλέμμα σου, που γύρισες τη ματιά σου (χωρίς να το καταλάβεις) ερευνητικά προς την άλλη μεριά, ένιωσες αυτό που λένε «καρμική σύνδεση». Τα βλέμματά σας κλείδωσαν μεταξύ τους, ο χρόνος δε σταμάτησε όπως περίμενες μα έτρεχε, έτρεχε τόσο γρήγορα μακριά σου που ήθελες να τον πιάσεις και να τον κάνεις να σταματήσει, να σταθεί λίγο δίπλα σου, να μπορέσεις να απολαύσεις τα δευτερόλεπτα, όπως τους αξίζουν.

Αυτό όμως που δυσκολεύεσαι να περιγράψεις και να καταλάβεις εκείνο το λεπτό (εάν είσαι τυχερός) είναι τα μάτια του. Ήταν ποτισμένα με εκείνο το περίεργο χρώμα που δεν είχες συναντήσεις ξανά σε άνθρωπο; Ήταν καλλιτεχνικά ζωγραφισμένες οι γραμμές που τα πλαισίωναν; Το πρόσωπό του σε τράβηξε κατά πάνω τους; Ήταν όμορφα; Αδυνατείς να απαντήσεις. Ξέρεις μονάχα πως κοιτούσες, πως για λίγο χάθηκες από αυτόν τον κόσμο και μεταφέρθηκες σε ένα παράλληλο σύμπαν, ενταγμένο μέσα στο «τώρα» και ένιωσες πως σου έλειπε.

Ειρωνικό, σκέφτηκες έπειτα και χαμογέλασες νοσταλγικά. Είναι ένας άγνωστος, μα αισθάνθηκες πως με κάποιον τρόπο έπρεπε να είναι στη ζωή σου· θα ήταν τόσο κρίμα να μη μάθεις τα πάντα για αυτόν, να μην ακούσεις το ηχόχρωμα της φωνής του, να μην ξέρεις πώς γελάει και ποια πράγματα τον κάνουν να κλαίει, να νιώσεις τι ένιωσε εκείνη τη στιγμή που σε κοίταξε, να τον ρωτήσεις όλα εκείνα τα πράγματα που δεν ενδιαφέρουν κανέναν αλλά εσύ θα έδινες όλο σου τον χρόνο για να τα μάθεις. Αλλά στέκεσαι βουβός, χιλιάδες προτάσεις πέφτουν μπροστά σου, νήματα για τον πλησιάσεις. Αλλά δε θα πεις τίποτα, θα παραμείνεις μέσα στη φούσκα που το βλέμμα του έχει δημιουργήσει γύρω σου- τίποτα δεν μπορεί να τη διαπεράσει.

Το ξέρεις πως θα χαθεί, είναι αναπόφευκτο να συμβεί μα κι εσύ θα προχωρήσεις· έχει φτάσει η στάση που πρέπει να κατέβεις, το στενό που στρίβεις και θα κατευθυνθείς στο σπίτι σου. Το βλέμμα εκείνου στέκεται πάνω στο σώμα σου σαν να σε κοιτάζει ακόμα, η θέρμη των ματιών του σε ζεσταίνει όπως ο καλοκαιρινός ήλιος, όχι αποπνικτικά αλλά αρκετά για να τον θυμηθείς τις ημέρες που κάνει λίγο παραπάνω κρύο και ξέρεις πως πρέπει να συγκρατήσεις για λίγο ακόμα τη μνήμη του.

Ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου 15.000 φορές τη μέρα και μόνο οι δέκα από αυτές ήταν αφιερωμένες στο βλέμμα εκείνο, όμως συλλογίζεσαι τα πιο απίθανα πράγματα γιατί το μυαλό παλεύει να επεξεργαστεί τα πάντα που συνέβησαν μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Έδωσε μία νότα ζωής μέσα σε μία γκρίζα μέρα, σου επέτρεψε να αφήσεις εκείνη την ανάσα που κρατούσες όλη μέρα.

Όμως θα αφήσεις τον χρόνο να το σβήσει μέρα με τη μέρα. Θα περνάς συνειδητά κι ασυνείδητα από το σημείο εκείνο και θα νιώθεις ένα τσίμπημα της πραγματικότητας μέσα σου· έχει φύγει πια. Μα η σκέψη σου δε θα ηρεμήσει, θα πλάσεις άπειρα σενάρια και θα προσπαθείς να συναντήσεις κι αλλού τα μάτια αυτά- μα δε θα είναι το ίδιο, γιατί ούτε εσύ θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος. Σε άλλαξε.