Κυριακή 18 Απριλίου 2021

«Θα περάσει κι αυτό», να λες και να πολεμάς

Κι έλα να σου πω και κάτι… μη σε παίρνει από κάτω.

Θα περάσει κι αυτό! Μια μάχη ακόμη είναι. Δώσε την με πείσμα και ψυχή να πάει στο καλό! Βάλε στο τσεπάκι σου τις τέσσερις μαγικές λεξούλες και ξεκίνα! «Θα περάσει κι αυτό!»
Θα περάσει, όπως πέρασαν τόσα και τόσα. Ίσως ακόμη και να ξεχαστεί.

Μη γονατίζεις. Κάθε μέρα είναι μια μάχη έτσι κι αλλιώς.
Όρμα με τα όπλα που έχεις κι ασπίδα την επιμονή σου κι όπου βγει…
Μη με κοιτάς, έχεις όπλα!
Έχεις! Την αισιοδοξία, τη θέληση, το πείσμα και τη ψυχή σου!
Αν αυτά δεν είναι η δύναμή σου, τότε τι;

Μόνο μη γελιέσαι, δεν κερδίζονται όλες οι μάχες!
Να θυμάσαι ότι, όλες οι επιλογές «παίζουν» σε κάθε μάχη για να την παλεύεις. Όλες!
Μπορεί να βγεις νικητής, μα μπορεί και χαμένος και στα σίγουρα θα καβατζώσεις καμιά λαβωματιά…(να παρακαλάς μόνο να ‘ναι απ’ αυτές που γιάνουν με το χρόνο).

Έτσι είναι οι μάχες. Πάντα κάτι αφήνουν! Τα όπλα σου εσύ και το νου σου…
Όταν όλα μοιάζουν αμετάκλητα και άσχημα, χαμένα από χέρι και αποκαρδιωτικά, βγάλε απ’ τη τσέπη σου τις λέξεις και κάνε τες σημαία!
«Θα περάσει κι αυτό!», να λες και να πολεμάς!

Τίποτα δεν είναι αμετάκλητο όσο ζεις και πραγματικά χαμένο είναι, μόνο ότι άφησες να χαθεί, αμαχητί!

Η αρχή της «κοσμικής συμπάθειας» στην Στωική και Νεοπλατωνική φιλοσοφία.

Για τους Στωικούς φιλοσόφους, στο σύμπαν υπάρχουν δυο αρχές: μια ενεργητική, το «ποιούν», που είναι ο θεός, ο οποίος ταυτίζεται µε τον λόγο, και μια παθητική δύναμη, το «πάσχον», που είναι η αδιαμόρφωτη ύλη.

Ο θεός τον οποίο οι Στωικοί φιλόσοφοι τον ταυτίζουν με τον λόγο, είναι ο δημιουργός του κόσμου, καθώς, επενεργώντας πάνω στην ύλη, διαμορφώνει τα διάφορα όντα που συγκροτούν την φυσική πραγματικότητα.

Η σχέση του θεού ή του λόγου µε το σύµπαν δεν είναι υπερβατική, αυτός, δηλαδή, δεν δηµιούργησε τον κόσµο, για να µείνει κατόπιν έξω και πέρα από αυτόν.

Απεναντίας, οι Στωικοί φιλόσοφοι, εισηγούµενοι µια πανθεϊστική αντίληψη, ισχυρίστηκαν ότι ο θεός, ο λόγος διαπερνάει ολόκληρο τον κόσµο και γίνεται ένα µε αυτόν, αποτελώντας έτσι τον συνεκτικό ιστό της πολύµορφης φύσης, την δύναµη εκείνη µέσω της οποίας το κοσµικό σύστηµα διατηρεί την ενότητα του και την συνοχή του.

Χάρις στην δύναμη αυτή της θείας αρχής του λόγου, τον «τόνον» όπως την αποκαλούν οι στωικοί φιλόσοφοι, το σύµπαν από άκρου εις άκρον διέπεται από την αρχή της συµπαθείας, σύμφωνα µε την οποία τα εγκόσµια όντα επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο.

Ο κόσμος μοιάζει µ’ έναν τεράστιο έµβιο οργανισμό, του οποίου η λειτουργία του ενός οργάνου δεν είναι ανεξάρτητη από την λειτουργία κάποιου άλλου οργάνου του. Έτσι, καθώς, βάσει της αρχής της συμπαθείας, διαδοχικά το ένα εγκόσμιο ον επηρεάζει το άλλο, είναι δυνατόν να μεταφερθεί η ενέργεια από το πιο μακρινό αστέρι του ουρανού στο πιο τελευταίο πράγμα της γης και να το επηρεάσει.

Η συνεκτικότητα της φύσης, η παρουσία των σωμάτων σε έναν κόσμο πλήρη, που αγνοεί το κενό, η εξομοίωση Θεού και κόσμου, προϋποθέτουν ότι το όλον βρίσκεται σε συμπάθεια με τον εαυτό του, ότι όλα συνεργάζονται, ότι υφίσταται μία παγκόσμια συνάφεια των όντων.

Κύριος εκπρόσωπος της θεωρίας της συμπάθειας είναι ο φιλόσοφος Ποσειδώνιος (π. 135-51 π.Χ.) ο οποίος υπήρξε ίσως η μεγαλύτερη φυσιογνωμία των Ελληνιστικών χρόνων, κερδίζοντας τον θαυμασμό του Γαληνού, του Κικέρωνα, του Πομπήιου, του Στράβωνα κ. ά.

Οι Ποσειδώνιος, ήταν Έλληνας που καταγόταν από την Απάμεια της Συρίας, αλλά ταξίδεψε στην Αίγυπτο, τη Νουβία, τη Μασσαλία, την Ισπανία για να καταλήξει στη Ρόδο, όπου ίδρυσε τη σχολή του. Εκεί, το 78 π.Χ., τον άκουσε ο νεαρός Κικέρωνας και έγινε φίλος και οπαδός του.

Αργότερα την θεωρία της συμπάθειας την συναντούμε και στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. Η εκπνευμάτωση και εμψύχωση του σύμπαντος, για το Νεοπλατωνισμό, στηρίζονται στην αλληλεπίδραση των μερών του, τη φυσική «συμπάθεια», η οποία αναφέρεται στην αστρονομική κανονικότητα και ανακύκληση των ρυθμών ζώων, φυτών και ουρανίων σωμάτων. Όπως σε έναν ζωντανό οργανισμό, λέει ο Πλωτίνος, κάθε μέλος είναι αναπόσπαστο μέρος του, έτσι και στον κόσμο όλα βρίσκονται σε συνάφεια και αρμονία.

Για τον ιδρυτή του Νέο πλατωνισμού, Πλωτίνο (3ος αιώνα. μ.χ), κάθε πραγματικότητα δεν είναι μόνο ο εαυτός της, αλλά εν δυνάμει όλες οι άλλες (Εν, Νους Ψυχή , Φύση). Τα διάφορα τμήματα του κόσμου βρίσκονται σε ανταπόκριση, το ένα τμήμα καθρεφτίζει το άλλο, το ένα είναι μέσα στο καθετί. Έτσι σε κάθε τμήμα του αισθητού κόσμου αντανακλώνται οι προηγούμενες υποστάσεις, και ολόκληρος ο αισθητός κόσμος, ώστε κατά οριζόντιο τρόπο κάθε επίπεδο περιλαμβάνει τα υπό

Ο Πρόκλος (5ος αιώνα. μ.χ) αναφέρει (Εις Πλάτωνος πολιτεία) πως οι ιερατικοί άνθρωποι, ξεκινώντας από τη συμπάθεια που πιστεύουν ότι ενυπάρχει σε όλα τα φαινόμενα, τόσο μεταξύ τους όσο και προς τις αφανείς δυνάμεις, και κατανοώντας έτσι ότι τα πάντα ενυπάρχουν στα πάντα, συνέστησαν την ιερατική επιστήμη, επειδή παρατήρησαν με θαυμασμό, ότι τα έσχατα ενυπάρχουν στα πρώτα και τα πρώτα στα έσχατα.

Τα γήινα ενυπάρχουν κατά την αιτία τους στον ουρανό και κατά τρόπο ουράνιο, αλλά και τα ουράνια στη γη με τρόπο γήινο. Το παράδειγμα που δίνει έχει να κάνει με τα ηλιοτρόπια, τα οποία κινούνται μαζί με τον ήλιο και τα σεληνοτρόπια με τη σελήνη, περιφερόμενα, όσο μπορούν, μαζί με τους φωτοδότες του κόσμου.

Επομένως, σύμφωνα πάντα με τον Πρόκλο, τα πάντα προσεύχονταν ανάλογα με την τάξη τους και υμνούσαν τους ηγεμόνες ολόκληρων των σειρών τους, είτε νοητικά, είτε λογικά, είτε φυσικά, είτε αισθητά. Έτσι λοιπόν και το ηλιοτρόπιο κινούνταν σύμφωνα με εκείνο προς το οποίο ήταν συναρτημένο και αν κανείς μπορούσε να το ακούσει να κρούει τον αέρα κατά την περιφορά του, ίσως να αφουγκραζόταν έναν ύμνο να αναπέμπεται με τον ήχο αυτόν προς το βασιλέα του, όσο μπορούσε ένα φυτό να υμνήσει.

Στη γη μπορούσε κανείς να αντικρίσει, με γήινο τρόπο, ήλιους και σελήνες, ενώ στον ουρανό, με ουράνιο τρόπο, τα κάθε λογής φυτά, λίθους και ζώα να ζουν εκεί νοητικά. Ως άλλο παράδειγμα Πρόκλος φέρει το λωτό, ο οποίος κάνει φανερή τη συμπάθεια,καθώς είναι κλειστός πριν από την ανατολή των ακτίνων του ήλιου, ανοίγει σιγά- σιγά με την εμφάνιση του ήλιου, και εκτείνεται όσο το φως του ανυψώνεται, ενώ κλείνει πάλι, όταν εκείνος προχωρεί προς τη δύση του. Και συνεχίζει αναρωτώμενος σε τι διαφέρει όταν οι άνθρωποι υμνούν τον ήλιο ανοίγοντας και κλείνοντας τα σαγόνια ή τα χείλη τους, από τις κινήσεις που κάνει ο λωτός συμπτύσσοντας ή απλώνοντας τα φύλλα του;

Για τον Πρόκλο, δε μπορούμε να ασχοληθούμε με τη συμβολική, αν δε γνωρίζουμε το φιλοσοφικό υπόβαθρο στο οποίο εντάσσονται τα σύμβολα που προτιθέμεθα να μελετήσουμε, ώστε να καταστούμε ικανοί να ενεργοποιήσουμε τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ αυτών και του υπεραισθητού κόσμου

Τα τελευταία δηλαδή για τους πολλούς ανθρώπους είναι γελοία, για εκείνους τους λίγους όμως που μπορούν να ανυψωθούν προς το νου αποτελούν έκφανση της ομοιοπάθειας τους προς την πραγματικότητα και βεβαίωση που προκύπτει από τα ίδια τα ιερατικά έργα της σύμφυτης των θείων όντων δύναμης. Πραγματικά οι θεοί ευχαριστούνται στο άκουσμα τέτοιων συμβόλων, ανταποκρίνονται αμέσως σε όσους τους καλούν και φανερώνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους μέσα από αυτά, καθότι τα θεωρούν σημάδια συγγενικά τους και κατεξοχήν γνώριμα τους.

Τα μυστήρια και οι τελετουργίες επίσης με αυτά εκδηλώνουν τη δημιουργική ενέργεια τους, και μέσα από αυτά προκαλούν, για όσους είναι μυημένοι να βλέπουν, θεάματα τέλεια, γεμάτα εσωτερική ηρεμία και απλόμορφα, για τα οποία ο νέος στην ηλικία και πολύ περισσότερο ο ανώριμος στον χαρακτήρα είναι ανεπίδεκτος».

Με τον Ιάμβλιχο (4ος αιώνα. μχ.), ο νεοπλατωνισμός απομακρύνεται από τον λόγο της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας και στρέφεται προς την ιερουργία. Έτσι, η νεοπλατωνική συμπάθεια αποτέλεσε φορέα εισαγωγής της μαγείας στο χώρο της φιλοσοφίας. Στηριζόμενος στην θεωρία της συμπάθειας και στην πεποίθηση πως καθώς το πλέγμα των κοσμικών δυνάμεων, διαχέεται σε όλα τα επίπεδα του σύμπαντος, παρέχει τη δυνατότητα στους θεουργούς, εφόσον στο πλαίσιο των μαγικών τελετών χρησιμοποιήσουν τα κατάλληλα αντικείμενα, να έλθουν σε επαφή με τις θεότητες που αυτά συμβολίζουν.

Σε αντίθεση με τον Ιάμβλιχο, ο Πλωτίνος πίστευε μεν στα παραφυσικά φαινόμενα, όπως ουσιαστικά όλοι οι σύγχρονοί του, εκτός από τους αποφασισμένους αθεϊστές και υλιστές - σπάνιο είδος τον 3ον αιώνα. μ.Χ. Διέφερε όμως από πολλούς, αφού προσπαθούσε να προσαρμόσει παρόμοια φαινόμενα στην έλλογη, οργανωμένη εικόνα που είχε για τον κόσμο.

Σύμφωνα με τον Πλωτίνο η μαγεία δεν επιδρά στις ανώτερες ψυχές των ανθρώπων και των θεών ενώ ο σοφός είναι ικανός να αντισταθεί σε οποιαδήποτε μαγική προσβολή στον ψυχοφυσικό του οργανισμό με τη δική του ισχυρότερη δραστηριότητα. Έτσι, όταν ο μάγος Ολύμπιος έστρεψε τις μαγικές τέχνες εναντίον του, ο Πλωτίνος κατάφερε να αντιστρέψει τη δύναμη της μαγείας. Στο τέλος, ο Ολύμπιος, επειδή κινδύνεψε πολλές φορές να πάθει ζημιά ο ίδιος, σταμάτησε αυτές τις τεχνικές.

Με παρόμοιο τρόπο εξηγεί τα αποτελέσματα της προσευχής. Η προσευχή στους ουράνιους θεούς δεν μπορεί να αγγίξει το ανώτερο μέρος των ψυχών τους, οι οποίες είναι απορροφημένες στην ενατένιση, και αγνοούν οτιδήποτε συμβαίνει στον αισθητό κόσμο· οδηγεί, ωστόσο, στο να προκαλέσει την αυτόματη ανταπόκριση του κατώτερου μέρους της ψυχής, το οποίο ικανοποιεί την ευχή του προσευχόμενου.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο μαθητής του Αμέλιος, ο ίδιος πρόσφερε συχνά θυσίες στους θεούς και γι’ αυτό το λόγο έπαιρνε μέρος στις πανάρχαιες τελετές – γιορτές. Όταν κάλεσε το Πλωτίνο σε μία από αυτές εκείνος του απάντησε ότι:

«Οι Θεοί πρέπει να έρχονται σε εμένα και όχι εγώ να πηγαίνω σ’ αυτούς», δείχνοντας έτσι ότι ο μόνος δρόμος της ένωσης με το θείο ξεκινάει πάντα από πάνω προς τα κάτω, και όχι το αντίθετο».

Πυρολατρεία: από το Γιαχβέ στο Χριστό

Η φωτιά με την ευεργετική ή καταστροφική της δύναμη λατρεύτηκε εξ αρχής σαν εκδήλωση και επιφάνεια θεού. Δώρο του ήλιου, βολίδα εξ ουρανού, λάβα από τα έγκατα της γης ή αποτέλεσμα τριβής λίθων και ξύλων, έγινε κινητήριος μοχλός της ανθρώπινης προόδου, γι' αυτό εύλογα και επάξια θεοποιήθηκε και κατά το Θεόφραστο (4ος αι. π.Χ) φυλαγόταν στους ναούς άσβεστη. Η Εστία ήταν η θεοποιημένη φωτιά που συγκέντρωνε γύρω της την οικογένεια. Τον αισθητό και νοητό ήλιο αντιπροσώπευε ο Απόλλων. Η αφή της Ολυμπιακής φλόγας αναπαριστούσε την κοσμοσωτήρια κλοπή της θεϊκής φωτιάς από τον Προμηθέα.

Στους ναούς της Περσίας η ακοίμητη ιερή φωτιά του Άχουρα Μάσδα, θεού του φωτός, συμβόλιζε τη δύναμη του καλού που τελικά θα επικρατήσει. Στην Αίγυπτο ο ζωοδότης ήλιος αντιπροσωπευόταν σε όλες τις φάσεις του από θεούς (Ρα, Ατόν, Ώρος). Σε όλο τον αρχαίο κόσμο, από την Ασία και Ευρώπη μέχρι τους λαούς της Αμερικής, όπως τους Ίνκας, παιδιά του Ήλιου, ακοίμητες ιερές φωτιές άναβαν σε βωμούς θεών και φωταψίες λάμπρυναν τις τελετές.

Ο ιουδαϊσμός επηρεάστηκε από τη μονοθεϊστική περσική θρησκεία του Ζαρατούστρα, αρχαίου Πέρση προφήτη που κήρυξε ότι υπάρχει ένας αγαθός θεός, ο Άχουρα Μάσδα (κύριος της σοφίας) κι έχει αντίπαλο τον Αριμάν, εκπρόσωπο του σκότους και του κακού. Τις ηθικές αρχές του ζωροαστρισμού εφάρμοζε ο βασιλιάς της Περσίας Κύρος Β΄(6ος αι. π.Χ.), ο ελευθερωτής των εβραίων, που κυβέρνησε με δικαιοσύνη, ανεξιθρησκία και φιλανθρωπία και ο Ησαΐας τον υμνεί ως εκλεκτό του θεού (Ησ, 44:28 «ο λέγων Κύρω φρονείν και πάντα τα θελήματά μου ποιήσει», 45: 1-8 «ούτω λέγει κύριος ο θεός τω χριστώ μου Κύρω, ου εκράτησα της δεξιάς επακούσαι έμπροσθεν αυτού έθνη ….εγώ έμπροσθέν σου πορεύσομαι… θύρας χαλκάς συντρίψω και μοχλούς σιδηρούς … και δώσω σοι θησαυρούς σκοτεινούς, αποκρύφους…»).

Η πυρολατρεία του ζωροαστρισμού μετατράπηκε σε λατρεία του φλογερού Γιαχβέ, θεού των ηφαιστείων («ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται», Ψαλμ. 103ος, 32), που το στόμα του βγάζει φωτιά και καπνούς (Βασιλειών Β΄8-15), απειλεί να κάψει τη Γη (Ησαΐας Θ΄17-18), αγαπά τη μυρωδιά καμένης σάρκας ολοκαυτωμάτων και ως «πυρ καταναλίσκον» πυρπολεί πόλεις όπως τα Σόδομα, κατακαίει επαναστάτες, όπως τον Κορέ και τα παλληκάρια του (Αριθ. ΙΣΤ΄35), ενώ φωτίζει και θάλπει τους εκλεκτούς. Η φλόγα του άναβε στη βάτο του Χωρήβ (Εξοδ. Γ΄14). Κατέβαινε και ολοκαύτωνε τα σφάγια στο θυσιαστήριο του Μωυσή (Λευιτ. Ι΄), του Ηλία στο Κάρμηλο (Γ΄Βασιλ. ΙΗ΄21-27) και του Νεεμία στα εγκαίνια του Ναού μετά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία (538 π.Χ), όταν θεσπίστηκε η γιορτή των Φώτων με το άναμμα της επτάφωτης λυχνίας (Β΄ Μακκαβ. 1, 18-22, 31-36).

Ο Γιαχβέ ήταν θεός του πυρός, γι αυτό συχνότερη λέξη στην Π. Διαθήκη είναι η λέξη «πυρ». Η λατρεία του θείου πυρός μεταφέρθηκε από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη κι από το Γιαχβέ στο Χριστό, τον οποίο τα ιερά κείμενα αποκαλούν «πυρ» και φως: «Πυρ γαρ υπάρχεις τους αναξίους φλέγον» (ευχή της μεταλήψεως), «φως εκ φωτός» ("Πιστεύω"), «φως ο πατήρ, φως ο λόγος, φως και το άγιον πνεύμα» (Ύμνος της Μεταμορφώσεως). Με μορφή πύρινων γλωσσών εμφανίστηκε το άγιο πνεύμα κατά την Πεντηκοστή(«γλώσσαι ωσεί πυρός», Πραξ. 2:3). Ο Ιησούς συστήνεται με τα λόγια: «εγώ ειμί το φως του κόσμου… το φως της ζωής», «το φως το αληθινόν» (Ιωάν. α΄4-9) και προειδοποιεί ότι μετά τη Β΄ Παρουσία του και την Κρίση, θα ρίξει τους αμαρτωλούς στη γέενα του πυρός για να βασανίζονται στους αιώνες των αιώνων. Ο Παύλος γράφει ότι η ημέρα της κρίσεως «εν πυρί αποκαλύπτεται και εκάστου το έργον οποίον εστί το πυρ δοκιμάσει…» (Α΄Κορινθ. 3:13). Τότε ο Ιησούς θα αποκαλυφθεί «εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν…» (Β΄Θεσσαλ. 8) «και γαρ ο θεός ημών πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12:29).

Ασκητές, όπως ο Συμεών ο νέος θεολόγος (949-1022), έβλεπαν το θεό σαν άκτιστο φως. Ορθόδοξοι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι το θεϊκό πυρ είναι το ίδιο με το πυρ της κόλασης, το οποίο στις εικόνες της Δευτέρας Παρουσίας βγαίνει και από το θρόνο του θεού και από το στόμα ενός δράκου και μέσα του διάολοι με πιρούνες βασανίζουν τους αμαρτωλούς. Το κολασμένο, σατανικό πυρ είναι αιώνιο, όπως ο θεός. Τα ιερά κείμενα δεν διευκρινίζουν αν είναι άναρχο ή αν και πότε δημιουργήθηκε. Οι θεολόγοι για να διορθώσουν αυτό το παράδοξο ισχυρίστηκαν ότι ο θεός με την ιδιότητα της φωτιάς που καίει είναι κόλαση για τους κακούς, ενώ με την ιδιότητα της φωτιάς που φωτίζει και θερμαίνει είναι παράδεισος για τους καλούς (Γεωργίου Μεταλληνού, Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση, ΟΟΔΕ). Όμως η παρουσία των δαιμόνων στο πυρ της κόλασης τους καθιστά μέρος της τιμωρητικής πλευράς του θεού.

Έχουμε λοιπόν ένα νόμισμα με 2 όψεις: θεός-διάβολος. Αυτό τα εξηγεί όλα. Οι περισσότεροι πιστοί έχουν την άποψη ότι ο θεός κατοικεί σε κάποιον αιθέριο παραδεισένιο κόσμο, ενώ ο δικός μας κόσμος είναι η κόλαση και όλοι οι διάβολοι είναι μαζεμένοι εδώ, γι αυτό κυριαρχεί το άδικο, η βία και ο πόλεμος.

Οι χριστιανικές πυρολατρικές γιορτές χρησιμοποιούν συμβολικές εκφράσεις σχετικές με το φως και τη φωτιά, π.χ. τα Φώτα (6 Ιανουαρίου) έχουν θέμα το «φωτισμό» που προσφέρει το βάπτισμα. Πρότυπό τους είναι η γιορτή των εβραϊκών Φώτων, Χανουκά, που ανάγεται σε ιστορικές μνήμες του εβραϊκού λαού. Η Μεταμόρφωση (6 Αυγούστου) τιμά το Χριστό μεταμορφωμένο σε ήλιο πάνω στο Θαβώρ. Η Ανάληψη του Χριστού στον ουρανό αλλά και του προφήτη Ηλία με πύρινο άρμα (20 Ιουλίου) είναι αλληγορική λατρεία του Ήλιου, που μεσουρανεί κυρίαρχος του κόσμου και παντεπόπτης. Η Λαμπρή έχει βασικό στοιχείο τη μετάδοση του φωτός, στοιχείου εξαγνιστικού και ιαματικού, που βοηθά στη θέωση και αισθητοποιεί τη θεία παρουσία («Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός»). Χαρακτηριστικό σημάδι της πυρολατρείας είναι το "θαύμα" του αγίου φωτός που τελείται μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου στον τάφο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Αυτό το θαύμα επινοήθηκε από τους παπικούς, όταν είχαν τα προσκυνήματα στην κατοχή τους και συνεχίστηκε από τους ορθόδοξους, όταν ο σουλτάνος Αιγύπτου και Συρίας Σαλαντίν τα παρέδωσε σ’ αυτούς.

Στην πυρολατρεία έχουν τις ρίζες τους έθιμα όπως η μεταφορά της αναμμένης λαμπάδας από το ναό στο σπίτι, οι πυροβασίες (αναστενάρια), οι φωτιές «του Αη- Γιαννιού», οι φωταψίες και τα πυροτεχνήματα που λαμπρύνουν κάθε εορτασμό με φαντασμαγορικές φωτεινές εκρήξεις.

Ο αρχετυπικός φόβος του σκοταδιού και του θανάτου και η προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει αυτά τα κακά, κρύβεται πίσω από κάθε φωτολατρεία που εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε λαό και κάθε θρησκεία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΑΛΛΑ ΔΥΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΡΗΤΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΡΑΙΟΥ ΙΗΣΟΥ

«Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην, και τί θέλω ει ήδη ανήφθη!» (Λουκ. 12, 49). («Στη γη ετούτη απάνω να βάλω ήρθα φωτιά, κι αφού άναψε κιόλας τί άλλο θέλω πιά!

«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην΄ ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34).

Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ, Ο ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ.

Το πνεύμα του Μεσσιανισμού είναι κοινό βασικό χαρακτηριστικό και των τεσσάρων αβρααμογενών θρησκειών, του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού, του Ισλαμισμού και του Κομμουνισμού. Με τον όρο Μεσσιανισμός χαρακτηρίζεται το σύνολο των παραδόσεων που ανέπτυξαν οι Ιουδαίοι, για την έλευση κάποιου Λυτρωτή (Μεσσία), που θα αποκαταστήσει το ιουδαϊκό έθνος και θα τους απαλλάξει από διάφορα δεινά. Οι αντιλήψεις αυτές, μεταδόθηκαν και κληρονομήθηκαν στα τέκνα του Ιουδαϊσμού (Χριστιανισμό, Ισλαμισμό και Κομμουνισμό), γεμάτες με συγκεχυμένες αοριστίες και αλληγορίες και απόκτησαν θρησκευτική και κοινωνικοπολιτική διάσταση.
 
Οπλισμένοι φανατικά με την πίστη αυτοί, οι οπαδοί των Αβρααμογενών θρησκειών εξόρμησαν με βία στην ανθρωπότητα, προκειμένου να σφάξουν, να κάψουν και να εξολοθρεύσουν όλους τους αντιφρονούντες.

Συνειδητοποίησε πρώτα ποιος θέλεις να είσαι. Ύστερα κάνε αυτά που πρέπει να κάνεις

Ο άνθρωπος διαμορφώνεται με τον χρόνο και περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του σαν «work in progress», εν εξελίξει.

Για να γίνουμε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μπορούμε, πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε μιαν εικόνα του ιδανικού μας εαυτού: ποιος άνθρωπος θέλω να είμαι; Ποιο επάγγελμα θέλω να εξασκώ; Ποια είναι τα προσωπικά μου ιδεώδη; Προϋπόθεση είναι η αυτογνωσία, η συνειδητοποίηση της ταυτότητας και των ορίων μας. Δεν πρέπει ούτε να έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας ούτε να τον περιφρονούμε. Παρατηρείται συχνά το παράξενο φαινόμενο να μην είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι από την τύχη μας («Αχ, εγώ ο άτυχος, τι θα μπορούσα να έχω κάνει αν μου είχαν δοθεί περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες…»), αλλά να μην επιθυμούμε περισσότερη σοφία ή εξυπνάδα. Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να είναι ωραιότεροι ή πλουσιότεροι, λίγοι όμως ομολογούν ότι θα ήθελαν να είναι εξυπνότεροι, παρότι η εξυπνάδα είναι η ικανότητα να διακρίνουμε αμέσως τι πρέπει να κάνουμε σε κάθε περίσταση. Έχουμε την τάση να αποδίδουμε στη μοίρα τις αποτυχίες μας, ενώ αποδίδουμε τις επιτυχίες μας στην προσωπική μας αξία και προσπάθεια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φτάσουμε στην αυτογνωσία -ο πόνος, η απώλεια, ο έρωτας- και στη συνέχεια να κάνουμε όσα «πρέπει» να κάνουμε. Μέσα μας υπάρχουν κάμποσοι άνθρωποι, έχουμε έναν «καλό» κι έναν «κακό» εαυτό, δυνάμεις φανερές και δυνάμεις κρυμμένες, ταλέντα, δεξιότητες, όνειρα και αυταπάτες, ψευδείς εικόνες και ιδέες…

Καμιά φορά λέμε: «Πρέπει να βρω τον εαυτό μου». Στην πραγματικότητα, τον εαυτό μας δεν τον βρίσκουμε, τον επινοούμε, τον δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, τον σμιλεύουμε. Όρισε λοιπόν στον εαυτό σου έναν χαρακτήρα και έναν τρόπο ζωής που θα τον διατηρείς και θα τον υποστηρίζεις είτε είσαι μόνος σου είτε είσαι μαζί με άλλους.

Η βάση της φιλοσοφίας και το στοίχημα της φιλοσοφίας είναι η αυτογνωσία. Πράγματι, για τους Στωικούς τα εξωτερικά γεγονότα κανονίζονται από τη μοίρα, επομένως δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ωστόσο, παραμένουμε υπεύθυνοι για τις ενέργειές μας.

Αν και ο όρος «ειμαρμένη» που χρησιμοποιούν οι «Στωικοί παραπέμπει στην έννοια του πεπραγμένου και της μοίρας, δεν πρέπει να συγχέεται με τη μοιρολατρία. Σύμφωνα με τον Χρύσιππο, η μοίρα είναι η φυσική και αιώνια ευταξία του συνόλου. Και μολονότι είναι αναπόδραστη και όλες οι δυνατότητες που έχει ένα γεγονός να εξελιχθεί είναι δεδομένες, έχουμε περιθώριο να κάνουμε επιλογές: το ποια από τις προκαθορισμένες δυνατότητες θα επιλέξουμε ανήκει στη δική μας δικαιοδοσία.

Α. SCHOPENHAUER: Η συνείδηση έχει άραγε την πηγή της στη φύση του ανθρώπου;

Μπορεί κανείς ν’ αμφιβάλλει γι' αυτό. Αν μη τι άλλο, υπάρχει και μία νόθος συνείδηση, conscientia spuria, την οποία συχνά συγχέει κανείς με την αληθινή. Η αγωνία και η μεταμέλεια που προκαλούνται από τις πράξεις μας δεν είναι συνήθως τίποτε άλλο παρά ο φόβος των συνεπειών. Η παραβίαση ορισμένων εξωτερικών κανόνων, αυθαίρετων, ακόμη και γελοίων, ξυπνάει ηθικούς ενδοιασμούς απολύτως ανάλογους με τις τύψεις συνειδήσεως. Έτσι, ορισμένοι Εβραίοι αισθάνονται βασανιστικά άβολα στη σκέψη ότι κάπνισαν στο σπίτι τους πίπα το Σάββατο, αντίθετα με την εντολή του Μωυσή, κεφάλαιο XXXV, § 3: «Δεν θ’ ανάψετε κανενός είδους φωτιά τη μέρα του Σαββάτου στις οικίες σας».

Ο τάδε ευπατρίδης, ο τάδε αξιωματικός δεν παρηγορείται με τίποτα λόγω του ότι σε κάποια περίπτωση δεν τήρησε τους κανόνες αυτού του κώδικα των τρελών, που αποκαλείται ζήτημα τιμής, σε σημείο που ορισμένοι, μην μπορώντας να κρατήσουν τον λόγο τους ή να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του κώδικα τιμής, τίναξαν τα μυαλά τους στον αέρα (έχω υπόψη μου σχετικά παραδείγματα). Ωστόσο, ο ίδιος αυτός άνθρωπος κάθε μέρα, ελαφρά τη καρδία, θα παραβαίνει τον λόγο του, αρκεί να μην χαρακτηρίζεται η πράξη του από τη μοιραία λέξη σιμπολέτ της Παλαιάς Διαθήκης που σημαίνει λόγω τιμής. 

Γενικά, κάθε ασυνέπεια εκ μέρους μας, κάθε απρονοησία, κάθε ενέργεια αντίθετη στα σχέδιά μας, στις αρχές μας, στις συμβατικές μας υποχρεώσεις, όποιες κι αν είναι αυτές, κι ακόμη κάθε αδιακρισία μας, κάθε αδεξιότητα, κάθε ηλιθιότητα αφήνουν πίσω τους ένα σκουλήκι που μας σιγοτρώει αθόρυβα, ένα αγκάθι μπηγμένο στην καρδιά. Πολλοί άνθρωποι θα ξαφνιάζονταν αν έβλεπαν από ποια στοιχεία απαρτίζεται αυτή η συνείδηση, για την οποία έχουν μια τόσο μεγαλειώδη ιδέα: περίπου κατά το 1/5 από τον φόβο των ανθρώπων 1/5 από θρησκευτικούς φόβους· 1/5 από προκαταλήψεις· 1/5 από ματαιοδοξία· 1/5 από συνήθεια. Θα άξιζε έτσι να πούμε όπως αυτός ο Άγγλος:

Ι cannot afford to keep a conscience (δεν μπορώ να προσφέρω στον εαυτό μου την πολυτέλεια να συντηρεί μια συνείδηση)

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Έχουμε συναισθήματα δεν σημαίνει ότι είμαστε συναισθηματικοί

Ο άνθρωπος διαμορφώνεται με τον χρόνο και περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του σαν «work in progress», εν εξελίξει.

Για να γίνουμε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μπορούμε, πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε μιαν εικόνα του ιδανικού μας εαυτού: ποιος άνθρωπος θέλω να είμαι; Ποιο επάγγελμα θέλω να εξασκώ; Ποια είναι τα προσωπικά μου ιδεώδη; Προϋπόθεση είναι η αυτογνωσία, η συνειδητοποίηση της ταυτότητας και των ορίων μας. Δεν πρέπει ούτε να έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας ούτε να τον περιφρονουμε. Παρατηρείται συχνά το παράξενο φαινόμενο να μην είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι από την τύχη μας («Αχ, εγώ ο άτυχος, τι θα μπορούσα να έχω κάνει αν μου είχαν δοθεί περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες…»), αλλά να μην επιθυμούμε περισσότερη σοφία ή εξυπνάδα. Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να είναι ωραιότεροι ή πλουσιότεροι, λίγοι όμως ομολογούν ότι θα ήθελαν να είναι εξυπνότεροι, παρότι η εξυπνάδα είναι η ικανότητα να διακρίνουμε αμέσως τι πρέπει να κάνουμε σε κάθε περίσταση. Έχουμε την τάση να αποδίδουμε στη μοίρα τις αποτυχίες μας, ενώ αποδίδουμε τις επιτυχίες μας στην προσωπική μας αξία και προσπάθεια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φτάσουμε στην αυτογνωσία -ο πόνος, η απώλεια, ο έρωτας- και στη συνέχεια να κάνουμε όσα «πρέπει» να κάνουμε. Μέσα μας υπάρχουν κάμποσοι άνθρωποι, έχουμε έναν «καλό» κι έναν «κακό» εαυτό, δυνάμεις φανερές και δυνάμεις κρυμμένες, ταλέντα, δεξιότητες, όνειρα και αυταπάτες, ψευδείς εικόνες και ιδέες…

Καμιά φορά λέμε: «Πρέπει να βρω τον εαυτό μου». Στην πραγματικότητα, τον εαυτό μας δεν τον βρίσκουμε, τον επινοούμε, τον δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, τον σμιλεύουμε. Όρισε λοιπόν στον εαυτό σου έναν χαρακτήρα και έναν τρόπο ζωής που θα τον διατηρείς και θα τον υποστηρίζεις είτε είσαι μόνος σου είτε είσαι μαζί με άλλους.

Η βάση της φιλοσοφίας και το στοίχημα της φιλοσοφίας είναι η αυτογνωσία. Πράγματι, για τους Στωικούς τα εξωτερικά γεγονότα κανονίζονται από τη μοίρα, επομένως δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ωστόσο, παραμένουμε υπεύθυνοι για τις ενέργειές μας.

Αν και ο όρος «ειμαρμένη» που χρησιμοποιούν οι «Στωικοί παραπέμπει στην έννοια του πεπραγμένου και της μοίρας, δεν πρέπει να συγχέεται με τη μοιρολατρία. Σύμφωνα με τον Χρύσιππο, η μοίρα είναι η φυσική και αιώνια ευταξία του συνόλου. Και μολονότι είναι αναπόδραστη και όλες οι δυνατότητες που έχει ένα γεγονός να εξελιχθεί είναι δεδομένες, έχουμε περιθώριο να κάνουμε επιλογές: το ποια από τις προκαθορισμένες δυνατότητες θα επιλέξουμε ανήκει στη δική μας δικαιοδοσία.

NICCOLO MACHIAVELLI: Πόσο δυνατή μπορεί να είναι η τύχη στις πράξεις και με ποιον τρόπο μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε

Δεν αγνοώ ότι πολλοί ήταν και είναι της άποψης πως τα πράγματα του κόσμου κυβερνώνται από την τύχη ή από τον Θεό με τέτοιον τρόπο, ώστε οι άνθρωποι με τη σωφροσύνη τους δεν μπορούν να τ’ αλλάξουν, και μάλιστα ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος. Κι έτσι, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν πρέπει κανείς να ασχολείται εις βάθος με την πραγματικότητα, αλλά ότι πρέπει να αφήνεται να κυβερνάται από την τύχη. Αυτή η άποψη επικρατεί περισσότερο στην εποχή μας, εξαιτίας των μεγάλων αλλαγών της πολιτικής κατάστασης που είδαμε και βλέπουμε κάθε μέρα, πέρα από κάθε ανθρώπινη δυνατότητα για πρόβλεψη. Όταν τα σκέφτομαι, κι εγώ μερικές φορές τείνω προς αυτή την άποψη.

Πάντως, προκειμένου να μην ακυρώσουμε την ελεύθερη βούλησή μας, θεωρώ ότι μπορεί να είναι αλήθεια η τύχη να κυβερνά κατά το ήμισυ τις πράξεις μας και να αφήνει να κυβερνάμε το άλλο ήμισυ ή περίπου. Και την παρομοιάζω μ’ ένα από κείνα τα ορμητικά ποτάμια που όταν φουσκώνουν, κατακλύζουν πεδιάδες, ξεριζώνουν δέντρα και γκρεμίζουν κτίρια, σηκώνουν χώματα από τη μια μεριά και τα ρίχνουν στην άλλη. Όλοι τρέχουν να ξεφύγουν, όλοι υποχωρούν μπροστά στην ορμή τους, χωρίς να μπορούν με κανέναν τρόπο να αντισταθούν. Και μολονότι είναι έτσι από τη φύση τους, όταν οι καιροί είναι ήρεμοι, τίποτα δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να παίρνουν τα μέτρα τους με αναχώματα και φράγματα, έτσι ώστε, όταν φουσκώσουν πάλι, να διοχετεύσουν τη μανία των νερών τους σε ένα κανάλι ή να μην είναι η ορμή τους τόσο ανεξέλεγκτη και τόσο καταστροφική.

Με αντίστοιχο τρόπο συμπεριφέρεται και η τύχη, η οποία αποδεικνύει την ισχύ της εκεί όπου δεν υπάρχει καμία δύναμη οργανωμένη κατάλληλα για να της αντισταθεί: στρέφει την ορμή της ακριβώς εκεί όπου ξέρει πως δεν έχουν κατασκευαστεί φράγματα και αναχώματα για να τη συγκρατήσουν.

ΝΙΚΟΛΟ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ, Ο Ηγεμόνας

Αυτός που θα μπει εδώ θα μου κάνει την τιμή, αυτός που δεν θα μπει θα μου προσφέρει ευχαρίστηση

Βασίζουμε την αυτοεκτίμησή μας στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, κι αυτό ακριβώς μας καλεί ο Νίτσε να καταπολεμήσουμε με το παράδειγμα του ποιητή. Όποιος δεν εξαρτά την ευτυχία του από την εξωτερική επιδοκιμασία βρίσκεται πάντα στην καλύτερη κατάσταση.

Ωστόσο, τούτος ο μύθος από τον κλασικό των ανεκδότων φωτίζει την αντίθετη θέση: των ανθρώπων εκείνων που νιώθουν να μην τους καταλαβαίνει ο περίγυρός τους και σκέφτονται ότι σε κάποιο άλλο περιβάλλον θα τους εκτιμούσαν.

Διηγείται ότι μια μέρα η κουκουβάγια συνάντησε την τρυγόνα, η οποία τη ρώτησε:

«Πού πας;»
«Μετακομίζω ανατολικά» είπε η κουκουβάγια.
«Γιατί;» ρώτησε η τρυγόνα.
«Στους ανθρώπους εδώ δεν αρέσει η κραυγή μου» αποκρίθηκε η κουκουβάγια. «Γι’ αυτό θέλω να πάω ανατολικά».
«Αν μπορείς να αλλάξεις τη φωνή σου, καλά θα είναι. Αν όμως δεν μπορείς, κι ανατολικά να πας, το ίδιο θα είναι, γιατί ούτε και στους ανθρώπους εκεί θα αρέσεις».

Εκείνος που στις δυσκολίες μπορεί να προχωρήσει μόνος του γίνεται μαγνήτης ανθρώπων και θαυμάτων

“Θυματοποιώ τον εαυτό μου για να νιώσω σημαντικός;” ρώτησα τη δασκάλα μου.

” Έτσι είναι. Αποδεδειγμένο επιστημονικά! Οι άρρωστοι, οι προδομένοι, οι χωρισμένοι, όλοι αυτοί δεν είναι θύματα της ζωής; Όπου κι αν σταθούμε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει. Αν σκύψουμε το κεφάλι και παραδοθούμε, ξέρεις πόσο εύκολη γίνεται η ζωή μας;”

“Εύκολη;”, απόρησα.

“Ναι, εύκολη. ‘Ένας με κακή μοίρα, ένας κακομοίρης δηλαδή, τραβάει γύρω του πολλούς ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να βοηθήσουν- άλλοι από θέση και άλλοι από φύση. Όμως τους ζητάει, τους τραβάει γύρω του, και έτσι δεν είναι μόνος. Ασχολούνται όλοι μαζί του. Σκύβουν πάνω από το πρόβλημά του, με σκοπό να μετριάσουν το βάρος. Γίνεται λοιπόν σημαντικός!

Απεναντίας, αν ένας άνθρωπος αποδεχθεί την δύσκολη μοίρα του και σηκώσει το κεφάλι προχωρώντας γενναία μπροστά, τότε δεν δηλώνει ότι έχει ανάγκη βοήθειας από κάποιον. Και μένει μόνος.

Πρόσεξε τώρα. Στην πρώτη περίπτωση, οι φιλεύσπλαχνοι κάποια στιγμή, βαριούνται, κουράζονται από την κακομοιριά, και βαθμιαία αποσύρονται. Εκεί το θύμα της ζωής θεωρεί ότι μέσα στην κατάρα του έμεινε επιπλέον και μόνος, και έτσι θυματοποιεί περισσότερο τον εαυτό του. Εγώ πονάω, εγώ είμαι μόνος, εγώ, εγώ, εγώ… Τόσο εγώ μαζεμένο σ’ έναν άνθρωπο μόνο σημαντικό τον κάνει να νιώθει. Τόσο σημαντικό, που ενδόμυχα θεωρεί και υποχρεωμένους τους γύρω του να παραμείνουν εκεί, γύρω του. Αργά αλλά σταθερά όλη η γη γυρίζει γύρω του.

Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο. Στην αρχή ο άνθρωπος αυτός δεν έχει βοηθούς, γιατί δεν έχει διακηρύξει με τη στάση του ότι τους έχει ανάγκη. Χαμογελάει και προχωράει μόνος του τον δύσκολο αυτό δρόμο, κάνοντας τα πόδια του δυνατότερα, αφού περπατάει μόνος του, τον νου του δυνατότερο, αφού σκέφτεται για τα πάντα μόνος του και, εν τέλει, γίνεται ένα δυνατό ον”

Όση ώρα μιλούσε, δεν την κοιτούσα. Είχα αφήσει το βλέμμα μου να χαθεί μέσα στα αναμμένα φαναράκια, στις υφασμάτινες πεταλούδες, στα καταπράσινα φύλλα. Στο μικρό κομμάτι του σύμπαντος, όπου βρισκόμασταν. Αποτύπωνα κάθε της λέξη, σκεπτόμενος πόσο δίκιο είχε τελικά. Η παύση της ανάγκασε τα μάτια μου να επιστρέψουν στο πρόσωπο της.

“Και ξέρεις τι γίνεται τελικά; Ο άνθρωπος που έχει προχωρήσει μόνος του, που έχει πράξει πράγματα και που έχει δουλέψει με τον νου του, γίνεται μαγνήτης των ανθρώπων. Όταν ολοκληρώσει το έργο του, τότε δεν είναι πια μόνος. Έχει συνοδοιπόρους που τον θεωρούν σημαντικό γιατί είναι σημαντικός. Εσύ μέχρι τώρα έχεις διαλέξει τον δεύτερο δρόμο. Μην μου τα χαλάς στο τέλος!”

Αυτή ήταν η αλήθεια, τώρα το έβλεπα καθαρά. Πόσοι ήταν εκείνοι που μου εξέφραζαν τον θαυμασμό τους, κι εγώ θεωρούσα ότι δεν είχα κάνει κάτι για να τον αξίζω; Τώρα ήξερα τον λόγο.

Η ευφυΐα (όπως και η βλακεία) αναγνωρίζεται, αλλά δεν ορίζεται

Δεν έχει ακόμα διατυπωθεί ένας γενικά αποδεκτός ορισμός γι’ αυτό που επιτρέπει σε κάποιον να επιλύει με επιτυχία πολύπλοκα προβλήματα ενώ κάποιος άλλος σκαλώνει και στα απλά. Ένας κάπως ικανοποιητικός ορισμός, μάλλον χάρη στη γενικότητά του, είναι του Μπερξόν για την «ισορροπία ενστίκτων και νόησης». Όντως, σωστή κρίση ή απόφαση δεν μπορεί να εξαχθεί ψυχρά, «εγκεφαλικά», με σκέτη λογική˙ ούτε παπούτσια δεν αγοράζεις μόνο με λογικά κριτήρια: μέγεθος και τιμή. Το ένα συν ένα δεν κάνουν πάντα δύο˙ η ζωή δεν πορεύεται με ξερά δεδομένα, με το «yes-no» των υπολογιστών, υπάρχουν άπειρα ενδιάμεσα και μεταβλητές, όπως τα χρώματα έχουν αποχρώσεις και οι ήχοι τόνους, που δίνουν βάθος και ποιότητα στη νόηση. Η απόλυτη λογική είναι παραλογισμός. Ένας απολύτως λογικός άνθρωπος θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον υπόλοιπο κόσμο ως απωθητικός κρυόκωλος και αδίστακτος υπολογιστής. Και μια απολύτως λογική κοινωνία με απολύτως λογικούς ανθρώπους θα ήταν μια φρικτή κοινωνία δίχως έλεος.

Ούτε η βλακεία ορίζεται.

Άλλωστε, μόνο στις θετικές επιστήμες και στη λογική οι ορισμοί μπορούν να αποδώσουν πλήρως τις έννοιες. Η βλακεία (όπως και η ευφυΐα) δεν είναι αποκλειστικά νοητικό φαινόμενο˙ αν πιάσουμε τον ορισμό του Μπερξόν απ’ την ανάποδη, στη βλακεία έχουμε την πλήρη ανισορροπία μεταξύ ενστίκτων, συναισθημάτων και νόησης. Ο βλάκας δεν υστερεί μόνο νοητικά αλλά και συναισθηματικά, ενώ την πρωτοκαθεδρία έχει το ενστικτώδες, το άλογο και ιδιοτελές. Όσο πιο λιγόμυαλος τόσο λιγότερο μπορεί να πειθαρχήσει τις φυσικές παρορμήσεις του και τόσο πιο απότομη, άξεστη και ανάλγητη είναι η συμπεριφορά του.

Η αναισθησία του βλάκα είναι γεγονός. Στον ευφυή τα κάθε είδους συμβάντα εγγράφονται ανεξίτηλα ως γνωστικές και συναισθηματικές εμπειρίες˙ οι ευχάριστες ή οδυνηρές αναμνήσεις πλουτίζουν τον ψυχικό του κόσμο και του χαρίζουν λεπτότητα και ευαισθησία: οι έξυπνοι άνθρωποι είναι αισθαντικοί, έχουν μια αδιόρατη θλίψη πάνω τους. Το αντίθετο με τον ηλίθιο που είναι κομμάτι αδιάβροχος σ’ αυτά, αφού όσο λιγότερα εννοεί τόσο λιγότερα νιώθει˙ είναι όπως λέμε «χοντρόπετσος», δεν «συν-αισθάνεται». Ο «εντυπωτικός μηχανισμός» του αδυνατεί να καταγράψει όλη την γκάμα συναισθηματικών αποχρώσεων˙ τα περισσότερα είναι ψιλή βροχή που πέρασε.

Ο στόκος συγκινείται, χαίρεται, θυμώνει, πονάει, πεισμώνει με τα πρωτογενή. Γι’ αυτό και η επαφή του με τις τέχνες είναι από ανύπαρκτη ως επιδερμική˙ είναι φτωχός σε παραστάσεις και δεν διαθέτει τα εφόδια (κρίση και συναίσθημα) για να συμμετέχει. Οι ιδέες και οι αφηρημένες έννοιες είναι περίπου αλαμπουρνέζικα˙ συνήθως αντιλαμβάνεται και θαυμάζει ποσότητες, απτά μεγέθη, χειροπιαστά: ώρες δουλειάς και όχι αποτέλεσμα, μεγάλη ορχήστρα και όχι άκουσμα˙ πολλά λεφτά, μεγάλο σπίτι, πολύ φαΐ, μεγάλα βυζιά.

Το στρατηγικό σχέδιο του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου στη μάχη της Χαιρώνειας

Ο Φίλιππος και ο υιός του Αλέξανδρος είχαν πολύ ξεκάθαρους στόχους. Επιθυμούσαν να αποκτήσουν αυτοί την ηγεμονία της Ελλάδας και να ηγηθούν όλων των Ελλήνων σε έναν πόλεμο εναντίον των Περσών. Αξιολογώντας τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του στρατού τους, αποφάσισαν να αποφύγουν μια σύγκρουση με την πανίσχυρη Αθηναϊκή Δημοκρατία στη θάλασσα, όπου η ήττα θα ήταν βέβαιη. Αντίθετα, προτίμησαν να αντιμετωπίσουν τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους στη στεριά. Εκεί το καλά εκπαιδευμένο ιππικό και το πεζικό των Αθηναίων και των θηβαίων δε θα είχε πλεονέκτημα έναντι του επίσης αξιόμαχου μακεδονικού στρατού. Προτού καταφύγουν στα όπλα, προσπάθησαν με επιμέλεια να πετύχουν τους στόχους τους σε διπλωματικό επίπεδο. Όταν η κίνηση αυτή απέτυχε, έθεσαν σε εφαρμογή το στρατηγικό σχέδιο τους αντιμετώπισης του αντιπάλου στο πεδίο της μάχης. Η ανωτερότητα της στρατηγικής τους τούς έδωσε την τελική νίκη, παρότι αντικειμενικά υστερούσαν σε δυνάμεις.

Η στρατηγική της Μάχης της Χαιρώνειας

Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος αξιολόγησαν καταρχάς τις συγκεκριμένες δυνάμεις και τις αδυναμίες του αντιπάλου τους. Η μακεδονική υπεροχή βρισκόταν α) στα ανώτερα δόρατα (τις γνωστές σάρισες), με τα οποία ήταν οπλισμένες οι μακεδονικές φάλαγγες, β) στη μεγάλη κινητικότητα και την ταχύτητα των μακεδονικών φαλάγγων και γ) στο πολύ καλά εκπαιδευμένο ιππικό, την ηγεσία του οποίου είχε αναλάβει ο Αλέξανδρος. Οι αδυναμίες εντοπίζονταν στην αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου και κατά δεύτερο λόγο στο ότι είχαν να αντιμετωπίσουν έναν πολύ καλά εκπαιδευμένο και ξακουστό για την εποχή στρατό.

Όμως οι αντίπαλοι του Φιλίππου είχαν μια σημαντική αδυναμία. Την αριστερή πτέρυγα κάλυπταν ελαφρά οπλισμένοι τοπικοί οπλίτες, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί κοντά στην Ακρόπολη της Χαιρώνειας. Δίπλα τους βρίσκονταν οι βαριά οπλισμένοι Αθηναίοι στρατιώτες. Tη δεξιά πτέρυγα κάλυπτε ο φημισμένος θηβαϊκός Ιερός Λόχος.



Ο Φίλιππος παρατάχθηκε απέναντι από την αριστερή πτέρυγα του αντιπάλου, η οποία ήταν η πιο αδύναμη, ενώ ο Αλέξανδρος παρατάχθηκε απέναντι από τους Θηβαίους. Ο Φίλιππος πρώτος άρχισε την επίθεση χτυπώντας την αδύναμη αριστερή πλευρά με το πιο πειθαρχημένο και ικανό τμήμα του πεζικού του. Αφού πίεσε πολύ την αριστερή πτέρυγα αναγκάζοντας και το αθηναϊκό κέντρο να κινηθεί αριστερά, άρχισε να υποχωρεί προγραμματισμένα προς τα πίσω. Οι αντίπαλοί του διέλυσαν τις γραμμές τους και άρχισαν να κυνηγούν τον μακεδονικό στρατό που «υποχωρούσε». Εκτός από την αριστερή πτέρυγα, προωθήθηκε εμπρός και αριστερά και το αθηναϊκό κέντρο, το οποίο δεν ήθελε να χάσει επαφή με τον μακεδονικό στρατό, που υποχωρούσε γοργά. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό στο κέντρο και αποκόπηκε ο θηβαϊκός στρατός. Εκείνη τη στιγμή άρχισε την επίθεση το ιππικό του Αλεξάνδρου. Αφού εξουδετέρωσε τον Ιερό Λόχο, βρέθηκε πίσω από τις δυνάμεις των Αθηναίων και των συμμάχων τους. Ταυτόχρονα, με βάση τη συμφωνηθείσα στρατηγική, ο Φίλιππος ανασυντάχθηκε και επιτέθηκε στους Αθηναίους οπλίτες, που ήταν και ο κρίσιμος στόχος. Με τη βοήθεια του Αλεξάνδρου, που είχε βρεθεί πίσω από τους Αθηναίους, οι Μακεδόνες κέρδισαν τη νίκη και μαζί και την ηγεμονία του ελληνικού κόσμου. Ήταν μόνο η αρχή του λαμπρού έπους του Μ. Αλεξάνδρου και του Ελληνισμού.

M. Heidegger: η ανθρώπινη ύπαρξη στη ζωή και τον θάνατο

Martin Heidegger: Η ερμηνευτική της ανθρώπινης ύπαρξης
(Ο θάνατος ως φαινόμενο της ζωής)

Γιατί μας ενδιαφέρει μια ενασχόληση με τον Χάιντεγκερ σήμερα και ειδικά με αυτά τα θέματα που πραγματεύεται; Μας ενδιαφέρει ανάμεσα στα άλλα, επειδή η ερμηνευτική πράξη του δεν μένει σε μια επιφανειακή και επιπόλαιη περιδιάβαση της σύγχρονης και της παλαιότερης φιλοσοφικής σκέψης, κάτι που ζούμε χωρίς φειδώ, «χωρίς περίσκεψιν … χωρίς αιδώ» (Καβάφης) στη δική μας πατρίδα, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα. Ο Χάιντεγκερ εδώ ερμηνεύεται συνήθως ιδεολογικά και όχι φιλοσοφικά, με ορισμένες ασφαλώς φωτεινές εξαιρέσεις. Τούτο σημαίνει ότι κάθε ιδεολογική προσέγγιση παραποιεί τη σκέψη εν γένει και όχι μόνο τη σκέψη του Γερμανού φιλοσόφου, καθώς, όπως μας λέει και ο ίδιος:

«1. Φιλοσοφία είναι ο ακατάπαυστος αγώνας του ερωτάν για την ουσία και το Είναι των όντων.

2. Ετούτο το ερωτάν εντός εαυτού, αυτό καθεαυτό, είναι ιστορικό, τουτέστιν η απαίτηση, η έριδα [=ο αγώνας], η πρόκληση και η τιμή ενός λαού για χάρη της αυστηρότητας και της διαύγασης του πεπρωμένου του.

3 . Η φιλοσοφία δεν είναι: επιστήμη, κατασκευή κοσμοθεωρίας, θεμελίωση γνώσης …»[1].

§2

Σύμφωνα με το ως άνω κείμενο, η φιλοσοφία έχει να κάνει με την ιστορία του Είναι και της ουσίας των ανθρώπινων όντων, η οποία εκδιπλώνεται ή διαμορφώνεται εντός αυτής της ιστορίας και συναφώς σχετίζεται θεμελιωδώς με τη μοίρα του λαού. Ο λαός, για τον Χάιντεγκερ, δεν είναι ο όχλος ούτε ένα ασυνάρτητο πλήθος μαζικών όντων, που συναντάμε σε διάφορους θεσμούς, σε μορφωτικά ιδρύματα και γενικότερα στην κοινωνία του θεάματος. Ο λαός είναι πάντοτε η φιλοσοφία του, κάτι που υποδηλώνει ότι είναι τότε μόνο λαός και όχι όχλος, όταν φιλοσοφεί για το Είναι, όταν αναζητεί την ουσία ή την αλήθεια του Είναι (του). Υπό την οπτική της φιλοσοφίας του Είναι και του ανθρώπινου Dasein, δηλ. της ανθρώπινης ύπαρξης, μπορεί το καθέκαστο άτομο ή ένας λαός ως ενικότητα [=συλλογική ατομικότητα και μοναδικότητα] να απεγκλωβίζεται από τα ιδεολογικά του ερείπεια και να σκέπτεται αυθεντικά, δηλ. πέραν κάθε δογματικής σκλήρυνσης του μυαλού και κατ’ επέκταση πέραν κάθε ιδιοτελούς ανά-γνωσης και πράξης, εν τέλει πέραν της εχθρότητας για αυτό που ο καθένας δεν είναι ή για το Έτερον. Μια τέτοια απο-ιδεολογικοποίηση δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο μέσα από τον αντι-ιδεολογικό αγώνα της φιλοσοφίας, τον πνευματικό της αγώνα, τον «πόλεμο» κατά τον Ηράκλειτο, που, ως ριζοσπαστική ερμηνευτική αναμέτρηση με καθετί που συσκοτίζει τα αληθινά νοήματα της πραγματικότητας, αποτρέπει ποικίλους επίδοξους «επαγγελματίες φιλοσόφους»[2] να ταυτίζουν τις φαντασιακές τους οντογενέσεις με την αυθεντική σκέψη. Μια τέτοια ταύτιση ο Χάιντεγκερ την κατανοεί ως εξής:

«Όλα τα πράγματα περιέρχονται στο ίδιο επίπεδο, σε μια επιφάνεια που μοιάζει με τυφλό καθρέπτη, δεν καθρεφτίζει πλέον, δεν αντανακλά τίποτα πια. Η κυρίαρχη διάσταση έγινε εκείνη της έκτασης και του αριθμού»[3].

Δηλαδή όλα ισοπεδώνονται υπολογιστικά και ποσοτικά, χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς από τη χιτλερική πολιτική της Gleichschaltung [=ευθυγράμμισης].

§3

Ασφαλώς, κατά τον Χάιντεγκερ, καθετί, που είναι, έχει λόγο ύπαρξης, όπως κάθε είδους ιδεολογισμοί, που κι αυτοί είναι. Έχει λόγο ύπαρξης στο πλαίσιο της πολυμορφίας του Είναι. Κάθε έννοια, κάθε υπαρκτό, ας πούμε το πανεπιστήμιο, μαρτυρούν μια τέτοια πολυμορφία. Η φορά του Λόγου σε συνδυασμό με τα συμβάντα της κάθε χρονικής στιγμής μπορεί να παραπέμπει στο πανεπιστήμιο και άλλοτε να το εννοεί ως κτήριο, άλλοτε ως μορφωτικό ίδρυμα ή ως αντικείμενο των βανδάλων κ.λπ. Κάθε τέτοια πτυχή δεν υποδηλώνει υποχρεωτικά και την αλήθεια ή το νόημα του Είναι ως τέτοιου. Π.χ. ο ως άνω βανδαλισμός ή οποιοσδήποτε –ισμός είναι πάντοτε παρών και περικυκλώνει την ύπαρξή μας, σε όποιο πεδίο κι αν τούτη είναι ενεργοποιημένη. Το Dasein μας τότε βρίσκεται σε «πόλεμο», που μπορεί να τον διεξαγάγει νικηφόρα μόνο ακολουθώντας τη φωνή που του απευθύνει η φιλοσοφία του Είναι (του). Που ενδημεί αυτή η φιλοσοφία; Ενδημεί μέσα στον άνθρωπο, στον κόσμο του και την ουσία του. Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει, για τον Χάιντεγκερ, να φιλοσοφείς. Γράφει, μεταξύ άλλων, πολύ παραστατικά:

«Μα δεν είμαστε καθόλου "έξω" από τη φιλοσοφία, και τούτο όχι επειδή ίσως διαθέτουμε κάποιες γνώσεις περί φιλοσοφίας. Ακόμη κι αν ρητά δεν γνωρίζουμε τίποτα περί φιλοσοφίας, βρισκόμαστε ήδη εντός της φιλοσοφίας, επειδή η φιλοσοφία είναι μέσα μας και ανήκει σε μας τους ίδιους, με την έννοια μάλιστα ότι πάντοτε ήδη φιλοσοφούμε. Φιλοσοφούμε, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε τίποτα περί αυτής, ακόμη και αν δεν "ασκούμε φιλοσοφία". Δεν φιλοσοφούμε πότε πότε, αλλά συνεχώς και αναγκαστικά, όσο υπάρχουμε ως άνθρωποι. Να είσαι εδώ ως άνθρωπος σημαίνει να φιλοσοφείς. Το ζώο δεν είναι σε θέση να φιλοσοφεί· ο Θεός δεν χρειάζεται να φιλοσοφεί. Ένας Θεός, που θα φιλοσοφούσε, δεν θα ήταν Θεός, επειδή η ουσία της φιλοσοφίας είναι τούτη: να είναι μια πεπερασμένη δυνατότητα ενός πεπερασμένου όντος»[4].

Επομένως, ο άνθρωπος φέρει μέσα του το στοιχείο της φιλοσοφίας και είναι σε θέση, αντίθετα από το ζώο, να «πολεμήσει», με τον τρόπο της ερωτηματικής σκέψης, για να διανοιχθεί προς την ουσία ή την αλήθεια του Είναι (του), διερχόμενος μέσα από την πολυμορφία του τελευταίου. Τούτο έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, όπως μας λέει αυτός ο μεγάλος φιλόσοφος, στις εποχές μας, όπου το πνεύμα είναι αποδυναμωμένο, παραμερισμένο, παρανοημένο και ο φιλοσοφικός διά-Λογος, εντός και εκτός πανεπιστημίου, έχει περιπέσει σε έναν τέτοιο μαρασμό, ώστε να θεωρείται πως

«σήμερα είναι πολύ σημαντικότερο να γνωρίζουμε για τους τελευταίους τύπους αγωνιστικών αυτοκινήτων ή τις πρόσφατες προσπάθειες στον τομέα της κινηματογραφικής τέχνης [παρά για τη φιλοσοφία]»[5].

Στο βιβλίο του Είναι και Χρόνος, με το οποίο ασχολείται κατά κόρον ο Χάιντεγκερ μας διανοίγει προς μια τέτοια οδό γνώσης, που να αποδομεί ό,τι μοιάζει σταθερό, αδιαμφισβήτητο και πάγιο «επίτευγμα» ‒σαν αυτό του ως άνω αποσπάσματος‒ της απόλυτης υποκειμενικότητας του σήμερα και να καθιστά τα πάντα μετέωρα, υπό την οπτική του «αγώνα» του εντός του κόσμου Dasein, δηλ. της ανθρώπινης ύπαρξης, προκειμένου να βιώνει και να συμβιώνει με τελικό προ-ορισμό το Είναι προς θάνατο.
-----------------------------
[1] Martin Heidegger: Ερμηνευτική της ανθρώπινης ύπαρξης, Εκδόσεις Διανόηση 2021, σ. 107.

[2] Ό.π., σ. 53.

[3] Ό.π., σ. 42.

[4] Ό.π., σσ. 57-58.

[5] Ό.π., σ. 55.

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (4.30.1-4.32.4)

[4.30.1] Βουλευομένοις δὲ αὐτοῖς ἐδόκει τὸν γάμον κρύπτειν, ἔχειν δὲ κρύφα τὴν Χλόην πρὸς μόνην ὁμολογήσαντα τὸν ἔρωτα τὴν μητέρα· ἀλλ᾽ οὐ συνεχώρει Δρύας, ἠξίου δὲ τῷ πατρὶ λέγειν καὶ πείσειν αὐτὸς ἐπηγγέλλετο. [4.30.2] Καὶ γενομένης ἡμέρας ἔχων ἐν τῇ πήρᾳ τὰ γνωρίσματα πρόσεισι τῷ Διονυσοφάνει καὶ τῇ Κλεαρίστῃ καθημένοις ἐν τῷ παραδείσῳ —παρῆν δὲ καὶ ὁ Ἄστυλος καὶ αὐτὸς ὁ Δάφνις— καὶ σιωπῆς γενομένης ἤρξατο λέγειν· [4.30.3] «Ὁμοία με ἀνάγκη Λάμωνι τὰ μέχρι νῦν ἄρρητα ἐκέλευσε λέγειν. Χλόην ταύτην οὔτε ἐγέννησα οὔτε ἀνέθρεψα, ἀλλὰ ἐγέννησαν μὲν ἄλλοι, κειμένην δὲ ἐν ἄντρῳ Νυμφῶν ἀνέθρεψεν ὄϊς. [4.30.4] Εἶδον τοῦτο αὐτὸς καὶ ἰδὼν ἐθαύμασα καὶ θαυμάσας ἔθρεψα. Μαρτυρεῖ μὲν καὶ τὸ κάλλος, ἔοικε γὰρ οὐδὲν ἡμῖν· μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὰ γνωρίσματα, πλουσιώτερα γὰρ ἢ κατὰ ποιμένα. Ἴδετε ταῦτα καὶ τοὺς προσήκοντας τῇ κόρῃ ζητήσατε, ἂν ἀξία ποτὲ Δάφνιδος φανῇ.»
[4.31.1] Τοῦτο οὔτε Δρύας ἀσκόπως ἔρριψεν οὔτε Διονυσοφάνης ἀμελῶς ἤκουσεν, ἀλλ᾽ ἰδὼν εἰς τὸν Δάφνιν καὶ ὁρῶν αὐτὸν χλωριῶντα καὶ κρύφα δακρύοντα ταχέως ἐφώρασε τὸν ἔρωτα· καὶ ὡς ὑπὲρ παιδὸς ἰδίου μᾶλλον ἢ κόρης ἀλλοτρίας δεδοικὼς διὰ πάσης ἀκριβείας ἠλέγχετο τοὺς λόγους τοῦ Δρύαντος. [4.31.2] Ἐπεὶ δὲ καὶ τὰ γνωρίσματα εἶδε κομισθέντα, ‹τὰ› ὑποδήματα ‹τὰ› κατάχρυσα, τὰς περισκελίδας, τὴν μίτραν, προσκαλεσάμενος τὴν Χλόην παρεκελεύετο θαρρεῖν, ὡς ἄνδρα μὲν ἔχουσαν ἤδη, ταχέως δὲ εὑρήσουσαν καὶ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα. [4.31.3] Καὶ τὴν μὲν ἡ Κλεαρίστη παραλαβοῦσα ἐκόσμει λοιπὸν ὡς υἱοῦ γυναῖκα, τὸν δὲ Δάφνιν ὁ Διονυσοφάνης ἀναστήσας μόνον ἀνέκρινεν εἰ παρθένος ἐστί· τοῦ δὲ ὀμόσαντος μηδὲν γεγονέναι φιλήματος καὶ ὅρκων πλέον, ἡσθεὶς ἐπὶ τῷ συνωμοσίῳ κατέκλινεν αὐτούς.
[4.32.1] Ἦν οὖν μαθεῖν οἷόν ἐστι τὸ κάλλος, ὅταν κόσμον προσλάβῃ. Ἐνδυθεῖσα γὰρ ἡ Χλόη καὶ ἀναπλεξαμένη τὴν κόμην καὶ ἀπολούσασα τὸ πρόσωπον εὐμορφοτέρα τοσοῦτον ἐφάνη πᾶσιν, ὥστε καὶ Δάφνις αὐτὴν μόλις ἐγνώρισεν. [4.32.2] Ὤμοσεν ἄν τις καὶ ἄνευ τῶν γνωρισμάτων ὅτι τοιαύτης κόρης οὐκ ἦν Δρύας πατήρ. Ὅμως μέντοι παρῆν καὶ αὐτὸς καὶ συνειστιᾶτο μετὰ τῆς Νάπης, συμπότας ἔχων ἐπὶ κλίνης ἰδίας τὸν Λάμωνα καὶ τὴν Μυρτάλην. [4.32.3] Πάλιν οὖν ταῖς ἑξῆς ἡμέραις ἐθύετο ἱερεῖα καὶ κρατῆρες ἵσταντο καὶ ἀνετίθει καὶ Χλόη τὰ ἑαυτῆς, τὴν σύριγγα, τὴν πήραν, τὸ δέρμα, τοὺς γαυλούς· ἐκέρασε δὲ καὶ τὴν πηγὴν οἴνῳ τὴν ἐν τῷ ἄντρῳ, ὅτι καὶ ἐτράφη παρ᾽ αὐτῇ, καὶ ἐλούσατο πολλάκις ἐν αὐτῇ· [4.32.4] ἐστεφάνωσε καὶ τὸν τάφον τῆς ὄϊος, δείξαντος Δρύαντος, καὶ ἐσύρισέ τι καὶ αὐτὴ τῇ ποίμνῃ, καὶ συρίσασα ταῖς θεαῖς ηὔξατο τοὺς ἐκθέντας εὑρεῖν ἀξίους τῶν Δάφνιδος γάμων.

***
[4.30.1] Στη σύσκεψη που ακολούθησε έκριναν προτιμότερο να μην κάνει λόγο ο Δάφνης για επίσημο γάμο, παρά να ᾽χει τη Χλόη κρυφά και μόνο στη μητέρα του να ομολογήσει τον έρωτά του. Ο Δρύας όμως δε συμφώνησε, κι επέμεινε να μιλήσει ο Δάφνης στον πατέρα του· ο ίδιος αναλάμβανε να τον πείσει. [4.30.2] Σαν ξημέρωσε, έχοντας τα φασκιά της Χλόης στο ταγάρι του πλησίασε τον Διονυσοφάνη και την Κλεαρίστη που κάθονταν στον κήπο —ήταν μπροστά κι ο Άστυλος κι ο ίδιος ο Δάφνης— κι όταν όλοι σώπασαν πήρε το λόγο: [4.30.3] «Βρίσκομαι στην ίδια ανάγκη που βρέθηκε κι ο Λάμων, να βγάλω στη φόρα ένα μυστικό. Τούτη τη Χλόη μήτε τη γέννησα μήτε την έθρεψα. Άλλοι τη γέννησαν, κι όταν βρισκόταν παραριγμένη στη σπηλιά των Νυμφών τη βύζαινε μια προβατίνα. [4.30.4] Το είδα τούτο με τα μάτια μου, το θαύμασα και την πήρα να τη μεγαλώσω. Απόδειξη η ομορφιά της — γιατί καθόλου δε μας μοιάζει. Απόδειξη και τα φασκιά της, που βοσκοί δεν τα συνηθίζουν τόσο πλούσια. Κοιτάξτε τα και ψάξτε τους συγγενείς του κοριτσιού. Ίσως αποδειχτεί αντάξια του Δάφνη η καταγωγή της».
[4.31.1] Αυτά τα λόγια δεν τα ᾽ριξε στο βρόντο ο Δρύας, αλλά ούτε κι ο Διονυσοφάνης τ᾽ άφησε να περάσουν απαρατήρητα. Μια ματιά στον Δάφνη στάθηκε αρκετή: βλέποντάς τον να χλωμιάζει και να κρυφοδακρύζει κατάλαβε αμέσως τον έρωτά του. Η έγνοια λοιπόν για το δικό του γιο, περισσότερο παρά για το ξένο κορίτσι, τον έκανε να εξετάσει με πολλή προσοχή τα λεγόμενα του Δρύα. [4.31.2] Όταν του ᾽φεραν ωστόσο να δει τα φασκιά —τα χρυσωμένα παπούτσια, τα κορδόνια και το στεφάνι— φώναξε τη Χλόη και της έδωσε θάρρος: άντρα έχει κιόλας, της είπε, και γρήγορα θενά ᾽βρει και τον πατέρα και τη μάνα της. [4.31.3] Ύστερα την παράλαβε η Κλεαρίστη και βάλθηκε να τη στολίσει όπως ταίριαζε, από δω κι εμπρός, σε νύφη της. Στο μεταξύ ο Διονυσοφάνης πήρε τον Δάφνη κατά μέρος και τον ρώτησε αν ήταν παρθένα· κι όταν εκείνος ορκίστηκε ότι δεν είχαν προχωρήσει σε τίποτα παραπάνω από όρκους και φιλιά, χάρηκε με τη διαβεβαίωση και τους κάλεσε στο τραπέζι του.
[4.32.1] Τότε φάνηκε τί θα πει ομορφιά, όταν στολιστεί όπως πρέπει: καλοντυμένη, με τα μαλλιά της καμωμένα πλεξίδες και πλυμένο πρόσωπο, η Χλόη φάνταξε σ᾽ όλους τόσο πολύ πιο ωραία, ώστε κι ο Δάφνης ακόμα τρόμαξε να την αναγνωρίσει. [4.32.2] Και δίχως τα σημαδιακά φασκιά θα ᾽παιρνε κανένας όρκο πως τέτοιο κορίτσι ήταν αδύνατο να ᾽χει τον Δρύα πατέρα. Ωστόσο ήταν κι ο ίδιος εκεί μαζί με τη Νάπη, τρώγοντας και πίνοντας σε χωριστό τραπέζι με το Λάμωνα και τη Μυρτάλη. [4.32.3] Τις επόμενες μέρες έγιναν ξανά θυσίες και στήθηκαν οι κρασοκανάτες. Η Χλόη αφιέρωσε κι εκείνη τα δικά της πράματα στους θεούς — τη φλογέρα, το ταγάρι, την προβιά, τις καρδάρες. Έχυσε κρασί στην πηγή της σπηλιάς, όπου τόσες φορές είχε πλυθεί, επειδή εκεί τη βύζαξε η προβατίνα. [4.32.4] Στεφάνωσε και τον τάφο της προβατίνας, που της έδειξε ο Δρύας, έπαιξε κι αυτή λίγη φλογέρα στο κοπάδι της και κατόπι προσευχήθηκε στις θεές να βρει εκείνους που την είχαν αφήσει έκθετη και να ᾽ναι άξιοι να συγγενέψουν με τον Δάφνη.

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (263-283)

ΧΟ. ἀλλ᾽ εἰ πέπαυται, κάρτ᾽ ἂν εὐτυχεῖν δοκῶ·
φρούδου γὰρ ἤδη τοῦ κακοῦ μείων λόγος.
265 ΤΕΚ. πότερα δ᾽ ἄν, εἰ νέμοι τις αἵρεσιν, λάβοις,
φίλους ἀνιῶν αὐτὸς ἡδονὰς ἔχειν,
ἢ κοινὸς ἐν κοινοῖσι λυπεῖσθαι ξυνών;
ΧΟ. τό τοι διπλάζον, ὦ γύναι, μεῖζον κακόν.
ΤΕΚ. ἡμεῖς ἄρ᾽ οὐ νοσοῦντος ἀτώμεσθα νῦν.
270 ΧΟ. πῶς τοῦτ᾽ ἔλεξας; οὐ κάτοιδ᾽ ὅπως λέγεις.
ΤΕΚ. ἁνὴρ ἐκεῖνος, ἡνίκ᾽ ἦν ἐν τῇ νόσῳ,
αὐτὸς μὲν ἥδεθ᾽ οἷσιν εἴχετ᾽ ἐν κακοῖς,
ἡμᾶς δὲ τοὺς φρονοῦντας ἠνία ξυνών·
νῦν δ᾽ ὡς ἔληξε κἀνέπνευσε τῆς νόσου,
275 κεῖνός τε λύπῃ πᾶς ἐλήλαται κακῇ
ἡμεῖς θ᾽ ὁμοίως οὐδὲν ἧσσον ἢ πάρος.
ἆρ᾽ ἔστι ταῦτα δὶς τόσ᾽ ἐξ ἁπλῶν κακά;
ΧΟ. ξύμφημι δή σοι καὶ δέδοικα μὴ ᾽κ θεοῦ
πληγή τις ἥκει. πῶς γάρ, εἰ πεπαυμένος
280 μηδέν τι μᾶλλον ἢ νοσῶν εὐφραίνεται;
ΤΕΚ. ὡς ὧδ᾽ ἐχόντων τῶνδ᾽ ἐπίστασθαί σε χρή.
ΧΟ. τίς γάρ ποτ᾽ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ προσέπτατο;
δήλωσον ἡμῖν τοῖς ξυναλγοῦσιν τύχας.

***
ΧΟ. Αν η τρέλα του έχει κοπάσει, τότε νιώθω κι εγώ
μεγάλη ανακούφιση· αφού το κακό που έχει φύγει,
λίγο πια λογαριάζεται.
ΤΕ. Τί ωστόσο απ᾽ τα δυο, αν ήταν στο χέρι σου, θα είχες
διαλέξει; να νιώθεις φιλήδονος, αφήνοντας λυπημένους
τους φίλους; ή συμπάσχοντας κι εσύ να υποφέρεις;
ΧΟ. Διπλό, κυρά μου, το κακό, γίνεται πιο μεγάλο.
ΤΕ. Γι᾽ αυτό κι εμείς τώρα διπλά υποφέρουμε,
που το κακό υποχώρησε.
270 ΧΟ. Τί πάει να πει ο λόγος σου; δεν έπιασα το νόημα.
ΤΕ. Αυτός ο δύστυχος, όσο η παραφορά κρατούσε,
ο ίδιος ηδονίζονταν με το κακό που τον παγίδεψε,
ενώ σ᾽ εμάς, που το μυαλό μας είναι καθαρό,
θλίψη βαριά μάς προξενούσε.
Τώρα ωστόσο που η παραφορά του πέρασε,
εκείνος έχει βυθιστεί σε λύπη ασήκωτη,
αλλά κι ο πόνος ο δικός μας δεν λέει να λιγοστέψει.
Δεν έγινε έτσι το κακό από απλό διπλό;
ΧΟ. Είμαι της ίδιας γνώμης, με συνεπαίρνει ακόμη
ο φόβος μήπως έπεσε στο κεφάλι του πλήγμα
θεήλατο. Αλλιώς πώς εξηγείται που δεν αισθάνεται
280 κάποια αλάφρωση, μόλο που πέρασε η αρρώστια;
ΤΕ. Πώς έγινε αυτό που έγινε, θα πρέπει να το μάθεις
ΧΟ. Πες το από την αρχή, πώς τον εδάμασε η συμφορά,
φανέρωσέ το και σ᾽ εμάς που συμπονούμε.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Προς τα νέα ελληνικά

12.10.1 Άλλη μια παρένθεση: οι γλώσσες αλλάζουν, δεν χαλάνε


Ήδη στην αρχή των άρθρων μας αυτού είπαμε ότι οι γλώσσες αλλάζουν, δεν χαλάνε. Ο δανεισμός ούτε «χαλάει» ούτε «βρωμίζει» τις γλώσσες. 

Όλες οι γλώσσες δανείζονται η μία από την άλλη (γιατί το χρειάζονται για να μιλήσουν για νέα πράγματα) και είναι όλες, σε σημαντικό ποσοστό, γεννήματα των επαφών με άλλες γλώσσες και άλλους πολιτισμούς. 

Η ίδια η αρχαία ελληνική γλώσσα, που τόσο τη θαύμαζε το κίνημα της γλωσσικής νοσταλγίας που συζητάμε, δανείστηκε δραστικά, όπως είδαμε, από άλλες γλώσσες. Το 40% περίπου του λεξιλογίου της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι προϊόν δανεισμού. «Καθαρές» γλώσσες δεν υπάρχουν, γιατί οι λαοί και οι πολιτισμοί δεν ζουν, όπως λέγαμε, σε γυάλες αλλά σε συνεχή επαφή, εχθρική ή φιλική, μεταξύ τους. 

Επομένως, οι απόψεις που συζητάμε δεν έχουν επιστημονικό αντίκρισμα. Βασίζονται δηλαδή στην άγνοια των μηχανισμών που ορίζουν τη φύση της γλώσσας. Εκφράζουν, ωστόσο, στάσεις απέναντι στη γλώσσα και αυτές οι στάσεις, που συνδέονται με τα «γυρίσματα» της ιστορικής μοίρας των λαών, μπορούν, όπως θα δούμε αμέσως, να επηρεάσουν την ιστορική πορεία των γλωσσών.

Αντικρίζοντας κατάματα τους φόβους μας

Ο κάθε άνθρωπος από την παιδική του ηλικία αλλά και κατά τη διάρκεια της ζωής του έρχεται αντιμέτωπος με πολλά διαφορετικά είδη φόβων. Αυτοί οι φόβοι, μπορεί να αφορούν στη σωματική ή στην ψυχική του υγεία, σε ανασφάλειες διατήρησης των διαπροσωπικών σχέσεών του ή σε επαγγελματικούς, οικογενειακούς τομείς.

Σε αυτό το άρθρο, θα μελετήσουμε όλα εκείνα τα κλειδιά που μας ενδυναμώνουν και μας δίνουν το ψυχικό σθένος ώστε να μπορέσουμε να αντικρίσουμε κατάματα τους φόβους μας και να τους ξεπεράσουμε.

Αρχικά, χρειάζεται να αναφέρουμε ότι για να φτάσουμε να φοβόμαστε κάτι σημαίνει ότι στο παρελθόν κάτι μας είχε πληγώσει.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Donald Winnicott: Πες μου τι είναι αυτό που φοβάσαι και θα σου πω τι σου έχει συμβεί.

Πρόκειται για μία εμπειρία που ήρθε να ταράξει την ψυχική ισορροπία και οι άνθρωποι ήρθαν αντιμέτωποι με κάποιον απροσδόκητο κίνδυνο και δημιουργήθηκαν αρνητικά συναισθήματα.

Η γνωσιακή προσέγγιση για το φόβο

Όπως υποστηρίζει και η γνωσιακή προσέγγιση κάθε φορά που μπροστά μας έχουμε τα δεδομένα μιας νέας κατάστασης μπορούμε να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε ποιες είναι αυτές οι αυτοποιημένες αρνητικές σκέψεις που εισβάλλουν στον εγκέφαλό μας, αυξάνουν τα αρνητικά συναισθήματα και μεγαλώνουν το φόβο μας.

Αντικατάσταση δυσλειτουργικών σκέψεων

Όταν, λοιπόν, εντοπίσουμε αυτές τις δυσλειτουργικές σκέψεις, με τη βοήθεια και της γνωσιακής συμπεριφορικής προσέγγισης, τότε με διάφορες τεχνικές μπορούμε να τις αντικαταστήσουμε με πιο λειτουργικές σκέψεις που είναι σε θέση να μας βοηθήσουν να αντικατασταθούν τα αρνητικά συναισθήματα της ανησυχίας και της ανασφάλειας με θετικά.

Έτσι, μειώνονται και υποχωρούν και τα σωματικά συμπτώματα του φόβου και του έντονου άγχους όπως για παράδειγμα: η έντονη εφίδρωση, η τάση για λιποθυμία, η ταχυπαλμία και αντικαθίστανται από συναισθήματα ηρεμίας και ασφάλειας.

Είναι πολύ σημαντικό, να τονίσουμε ότι χρειάζεται κάθε κατάσταση που μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου να την βλέπουμε στο εδώ και τώρα, στο παρόν και όχι να την βλέπουμε υπό το πρίσμα του παρελθόντος.

Ο φόβος της απιστίας

Επιπρόσθετα, επειδή τα πρίσματα και τα φίλτρα που υπάρχουν μέσα μας πολλές φορές δεν είναι καθαρά λόγω των εμπειριών φόβου και πόνου που έχουμε περάσει είναι πιθανό να υποβαλλόμαστε σε μία κατάσταση κινδύνου και να πέφτουμε σε μία παγίδα καταστροφολογίας, που ουσιαστικά μεγεθύνει τον φόβο μας.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι μία γυναίκα φοβάται ότι ο σύζυγός της θα την απατήσει, επειδή αισθάνεται ότι δεν είναι επαρκής απέναντί του.

Αυτή η ανασφάλεια, αυτός ο φόβος καλλιεργείται μέσα της. Έτσι, γίνεται όλο και περισσότερο πιεστική ή ελεγκτική για να μπορέσει να αποτρέψει τον κίνδυνο να την απατήσει ο σύζυγός της. Στην ουσία, όμως, προκαλεί ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.

Αυτή η συμπεριφορά, η οποία χαρακτηρίζεται από αποπνικτική πίεση και δεν είναι λειτουργική για τη συμβίωση το πιθανότερο είναι να πνίγει το σύζυγο και ίσως οδηγηθεί στον τερματισμό της συμβίωσης ή σε κάποια άλλη δυσλειτουργική συμπεριφορά.

Οπότε, αντιλαμβανόμαστε ότι όταν υπάρχει φόβος οι άνθρωποι μένουν σε ένα φαύλο κύκλο που κάνουν ενέργειες για να προσπαθήσουν να αποτρέψουν να έρθει το αποτέλεσμα που φοβούνται ενώ στην ουσία το κυνηγούν και μάλλον το προκαλούν, εξαιτίας του ότι μέσα τους αισθάνονται ανασφάλεια και ανεπάρκεια να αντιμετωπίσουν αυτόν τον φόβο.

Οι επιπτώσεις του φόβου στην υγεία

Ένα πολύ σημαντικό θέμα είναι οι επιπτώσεις στην υγεία που προκαλεί ο φόβος. Η ψυχική υγεία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη σωματική υγεία. Οπότε, όταν είμαστε καταβεβλημένοι από τον φόβο τότε έχουμε και σωματικά συμπτώματα: εφιδρώσεις, πολλές φορές ένα αίσθημα βεβαρημένης κοπώσεως και άλλα. Αλλάζει άρδην η καθημερινότητα ενός ανθρώπου που έχει αυτά τα συμπτώματα.

Γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία

Αυτό που είναι πολύ σημαντικό να σημειώσουμε είναι ότι υπάρχουν κλειδιά για να αντιμετωπίσουμε τους φόβους μας. Πρώτον, υπάρχουν θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως αυτή που αναφέραμε παραπάνω της γνωσιακής- συμπεριφορικής προσέγγισης, που μπορεί να αντικαταστήσει τις αυτοματοποιημένες αρνητικές σκέψεις με λειτουργικές, οι οποίες θα βοηθήσουν την καθημερινότητά μας και θα μας ωθήσουν ουσιαστικά να δούμε τον κάθε φόβο μας σε ένα πραγματικό και ρεαλιστικό πρίσμα και όχι σε μεγέθυνση.

Ερχόμενοι κατά πρόσωπο με τους φόβους

Ακόμη, ένα άλλο κλειδί αντιμετώπισης των φόβων μας είναι η τόλμη. Να τολμήσουμε να αντιμετωπίσουμε τον φόβο για να απελευθερωθούμε. Για παράδειγμα, κάποιος φοβάται το νερό. Εάν πάρει την απόφαση ότι θα μπει στο νερό, θα απελευθερωθεί από τον φόβο του. Επομένως, βλέπουμε ότι η τόλμη βοηθάει στο να φύγει η φοβία από το προσκήνιο.

Αυτογνωσία

Ακόμη, η αυτογνωσία ενδυναμώνει τον ψυχικό μας κόσμο και μας βοηθά να ανακαλύψουμε όλες τις πτυχές του εαυτού μας. Ο άνθρωπος, όταν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τι είναι αυτό το οποίο φοβάται και το λόγο που τον φοβίζει είναι σε θέση να ελέγξει τρόπον τινά αυτή την κατάσταση γιατί οπλίζεται με γνώση.

Όταν όμως δεν γνωρίζει και υπάρχει ένας μπερδεμένος και συγκεχυμένος τρόπος σκέψης αισθάνεται ακόμα πιο προβληματισμένος και σε κατάσταση αβοηθησίας.

Συμπερασματικά, δώσαμε κάποιες βασικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά στον φόβο και τη σύνδεση του με την ψυχική υγεία. Ο φόβος υπάρχει στη ζωή του ανθρώπου.

Στόχος μας δεν είναι να τον εξαλείψουμε, στόχος μας είναι να ενδυναμώσουμε ψυχικά τον εαυτό μας ούτως ώστε να τον ξεπεράσουμε και να τον υπερβούμε, να σταθούμε πιο πάνω από τους φόβους και τις ανασφάλειές μας.

Η τόλμη και πάνω από όλα η αγάπη νικά πάντα κάθε φόβο.

Πώς μπορούμε να καταπολεμήσουμε το φόβο της αντιπαράθεσης

Για πολλούς, η ιδέα και μόνο της αντιπαράθεσης με ένα άλλο άτομο προκαλεί φόβο, άγχος και ακόμα και τρόμο – είτε πρόκειται για τον συγκάτοικο που δεν καθαρίζει επαρκώς, είτε για τον συνάδελφο που επιμένει να παίρνει τα εύσημα για τον κόπο κάποιου άλλου ή για έναν συγγενή που κάνει προσβλητικά σχόλια. Αντί να αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο το ζήτημα, προτιμάμε να αναβάλλουμε την κουβέντα για αργότερα, ή ακόμα καλύτερα ελπίζουμε να την αποφύγουμε εντελώς.

Είναι πολλά αυτά που μας φοβίζουν στην αντιπαράθεση: η επιθετικότητα και ο θυμός του άλλου, η χειριστική συμπεριφορά, η πιθανή απόρριψη ή η ανησυχία ότι ίσως να μην μπορέσουμε να ελέγξουμε τα συναισθήματά μας. Επίσης, μπορεί να μη μάθαμε ποτέ να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας ή να «ενοχλούμε» ή μπορεί και να είμαστε «αλλεργικοί» στα έντονα συναισθήματα που προκαλεί μια διαμάχη.

Όταν τελικά αποφεύγουμε την αντιπαράθεση, λαμβάνουμε μια προσωρινή ανακούφιση από το άγχος. Αλλά μακροπρόθεσμα, βλάπτουμε τον εαυτό μας. Οι ανάγκες μας δεν θα ικανοποιηθούν, το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί και η αυτοεκτίμησή μας θα διαβρωθεί στο μεταξύ.

Αυτή η αποφευκτική προσέγγιση μπορεί να βλάψει και τις σχέσεις μας. Χωρίς να μιλάμε, νομίζουμε ότι διατηρούμε την ειρήνη. Όμως, αργά ή γρήγορα τα αρνητικά συναισθήματα θα ξεπηδήσουν από μέσα μας όσο σκληρά κι αν προσπαθούμε να τα αγνοήσουμε. Η αποφυγή χτίζει ένα τείχος ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους – αν δεν υπάρχει ειλικρίνεια, δεν υπάρχουν γερές βάσεις.

Πώς μπορούμε να καταπολεμήσουμε το φόβο της αντιπαράθεσης

Η αντιπαράθεση δεν είναι κάτι κακό – Βγαίνοντας από το καβούκι μας

Ποιο λάθος αφήγημα υπάρχει στο νου σας που θα χρειαζόταν αναπλαισίωση; Ίσως να έχετε συσχετίσει την αντιπαράθεση με τοξικούς καυγάδες, καταδικασμένες σχέσεις και τοξικές συμπεριφορές. Εντούτοις, αξίζει να γνωρίζετε ότι υπάρχει υγιής αντιπαράθεση και τη θέλουμε σε μια σχέση όπου τα χαρτιά και των δύο είναι ανοιχτά. Δεν χρειάζεται να υπάρχουν ουρλιαχτά, προσβολές και άσχημες χειρονομίες· αντιθέτως, μπορεί να είναι μια ριζικά ειλικρινή συζήτηση με γόνιμα αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές.

Εστιάζουμε σε αυτό που έχουμε να πούμε, όχι στο πώς αυτό θα εκληφθεί

Όταν ανησυχείτε για το πώς θα αντιδράσει ο άλλος, είναι εύκολο να μπερδευτείτε και να χάσετε την επαφή με τον πραγματικό σκοπό της συζήτησης. Έχετε μια ανάγκη, μια επιθυμία ή άποψη και κάθε δικαίωμα να τα εκφράσετε.

Θα βοηθήσει να αφιερώσετε κάποιο χρόνο στο να ξεκαθαρίσετε τι νιώθετε πριν εκκινήσετε μια κουβέντα. Γίνετε πιο συγκεκριμένοι για το τι σας ενόχλησε. Μπορείτε επίσης να καταγράψετε σε μια λίστα από πού προέρχεται η αναστάτωση που νιώθετε: είναι οι άνθρωποι, οι συνθήκες, κάτι που συνέβη συγκεκριμένα, μια συμπεριφορά; Αν ανησυχείτε ότι θα χάσετε την ψυχραιμία σας και θα ξεχάσετε τα επιχειρήματά σας, μπορείτε να τα έχετε γραμμένα σε ένα αρχείο στο κινητό σας τηλέφωνο και διακριτικά να ρίξετε μια ματιά.

Ζυγίζουμε τα μακροχρόνια οφέλη αντί για την βραχύχρονη δυσφορία

Ναι, θα νιώσουμε άβολα σε μια αντιπαράθεση. Αλλά αυτή η αμηχανία, η δυσφορία, το δύσκολο για τις επόμενες ώρες ή μέρες είναι ένα μικρό κόστος μπροστά στη γενική ψυχική μας ευημερία και γαλήνη. Είναι πολύ καλύτερο αυτό παρά να μας κυνηγά κάτι που μας ενοχλεί, να μας ταλαιπωρεί για εβδομάδες, μήνες, ακόμα και χρόνια.

Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, μας επιβραβεύουμε που πολεμήσαμε τους φόβους μας

Όταν τελειώσει η αντιπαράθεση, πάρτε λίγο χρόνο για να αναγνωρίσετε τι κάνατε καλά. Ίσως καταφέρατε να διατηρήσετε έναν σεβαστό τόνο φωνής, ακόμα κι αν θέλατε να φωνάξετε. Ίσως κάνατε τελικά τη συζήτηση νωρίς μέσα στην εβδομάδα αντί να την αναβάλλετε για μήνες. Ακόμα κι αν το συνολικό αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που επιθυμούσατε, μπορείτε και πάλι να επαινέσετε τον εαυτό σας για το θάρρος που δείξατε.

Ψυχικά δυνατοί άνθρωποι: Τι αποφεύγουν

Η δύναμη της ψυχής και του νου δεν είναι ένα χάρισμα που κάποιοι το έχουν και κάποιοι όχι. Είναι μια διαδικασία εξέλιξης, πνευματικής και γνωστικής, που μας επιτρέπει να απολαμβάνουμε περισσότερο τη ζωή και να ανησυχούμε λιγότερο για τα προβλήματα. Ενισχύοντας ψυχικά τον εαυτό μας εκπαιδεύουμε το νου μας να ξεχωρίζει το σημαντικό από το ασήμαντο, να θέτει προτεραιότητες, να μην εστιάζει στα λάθος πράγματα και να σέβεται περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό.

Η ψυχική ενδυνάμωση είναι μια διαδικασία βελτίωσης τους εαυτού μας και είναι εφικτή από τη στιγμή που συνειδητοποιήσουμε ότι οι πράξεις τα συναισθήματα και οι σκέψεις μας υπόκεινται στο δικό μας έλεγχο. Οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από ψυχικές αντοχές και δυνάμεις αποφεύγουν δυσλειτουργικούς τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς και δεν αναλώνονται σε κακές συνήθειες. Ας δούμε αναλυτικά τι δεν κάνουν.

1. Δεν σπαταλούν χρόνο στην αυτολύπηση

Τα προβλήματα της ζωής και οι δυσκολίες είναι αναπόφευκτα. Το να μεμψιμοιρούμε και λυπόμαστε όμως τον εαυτό μας για όλες τις αντιξοότητες με τις οποίες παλεύουμε σίγουρα δεν θα μας βοηθήσει να τις διαχειριστούμε. Αν έχετε την τάση της αυτολύπησης, προσπαθήστε να την αντικαταστήσετε με την ευγνωμοσύνη. Σίγουρα η ζωή σας δεν είναι απλώς μια σωρεία προβλημάτων αλλά έχετε και στηρίγματα, καθώς και θετικά στοιχεία. Οι ψυχικά δυνατοί άνθρωποι δεν σπαταλούν το χρόνο και την ενέργεια τους σκεφτόμενοι το πρόβλημα αλλά εστιάζουν στο να βρούνε λύσεις.

2. Δεν αποποιούνται τη δύναμη τους

Μπορεί να είναι πραγματικά δελεαστικό να κατηγορούμε τους άλλους ή τις περιστάσεις για τα προβλήματα μας. Σκέψεις του τύπου «Η πεθερά μου φταίει που αισθάνομαι έτσι» δίνουν στους άλλους δύναμη πάνω μας: την δύναμη να καθορίζουν τα συναισθήματα και την συμπεριφορά μας. Πάρτε πίσω τη δύναμη σας αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για το πώς σκέφτεστε, αισθάνεστε και συμπεριφέρεστε. Η ενδυνάμωση του εαυτού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να χτίσετε ψυχική ανθεκτικότητα και να διαμορφώσετε τη στάση ζωής που εσείς θέλετε.

3. Δεν αποφεύγουν τις αλλαγές

Αν και αισθανόμαστε καλά όταν κινούμαστε σε οικεία πλαίσια, το να αποφεύγουμε νέες προκλήσεις είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο στο να ζήσουμε μια γεμάτη και πλούσια ζωή. Το να αναγνωρίζουμε πότε αποφεύγουμε την αλλαγή λόγω της δυσφορίας ή της αναστάτωσης που αναπόφευκτα επιφέρει μέχρι ένα βαθμό, είναι ένα πρώτο σημαντικό βήμα στην διαδικασία βελτίωσης της ζωής μας. Στόχος πρέπει να είναι η διαχείριση και η αντιμετώπιση αυτής της δυσφορίας και όχι η αποφυγή της, καθώς έτσι θα αποκτήσουμε χρήσιμες δεξιότητες στην αντιμετώπιση δυσκολιών στη ζωή μας.

4. Δεν αναλώνονται σε πράγματα που δεν μπορούν να αλλάξουν

Συχνά ανησυχούμε για τα λάθος πράγματα. Αντί να προετοιμαστούμε για την καταιγίδα, ευχόμαστε να μην έρθει. Αντί να αλλάξουμε τον εαυτό μας, παλεύουμε να αλλάξουμε τον άλλον. Η συνεχής προσπάθεια να αλλάξουμε αυτά που δεν μπορούμε να ελέγξουμε μας αφήνει τελικά με μια αίσθηση απελπισίας και ανημπόριας. Αν όμως επενδύαμε αυτήν την ίδια ενέργεια σε πράγματα που υπόκεινται στον έλεγχο μας, θα ήμασταν πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για όποια δυσκολία εμφανίζονταν στο δρόμο μας. Η αλλαγή αφορά σχεδόν πάντα τη δική μας οπτική στα πράγματα και τη δική μας συμπεριφορά.

5. Δεν ανησυχούν για το αν ευχαριστούν τους άλλους

Το να λέμε ή να κάνουμε πράγματα από φόβο μήπως δυσαρεστήσουμε τους άλλους σημαίνει ότι τελικά δεν ζούμε σύμφωνα με τα δικά μας θέλω αλλά σύμφωνα με τα κριτήρια των άλλων. Αυτό σε βάθος χρόνου μας αφήνει με μια αίσθηση κενότητας και ανικανοποίητου. Ζώντας σύμφωνα με αυτό που θέλουν οι άλλοι μας εμποδίζει από το να ανακαλύψουμε τι θέλουμε εμείς. Χρειάζεται σίγουρα κουράγιο και δύναμη για να υποστηρίξουμε μια ζωή σύντονη με τις αξίες μας αλλά αυτό τελικά θα μας φέρει πιο κοντά στην ευτυχία και στην αυτοπραγμάτωση.

6. Δεν φοβούνται να πάρουν υπολογισμένα ρίσκα

Κάθε μέρα παίρνουμε δεκάδες αν όχι εκατοντάδες αποφάσεις χωρίς να πολυπροβληματιστούμε για το ρίσκο που εμπεριέχουν. Είτε αποφασίζουμε για το αν θα φορέσουμε κράνος στη μηχανή ή αν θα πάρουμε δάνειο, βασίζουμε τις αποφάσεις μας στα συναισθήματα μας και όχι στο πραγματικό επίπεδο ρίσκου. Η λήψη αποφάσεων βάση του φόβου μας δεν είναι και ο πιο ακριβής τρόπος υπολογισμού του ρίσκου. Τα συναισθήματα είναι συχνά παράλογα και αναξιόπιστα. Ο υπολογισμός συνεπώς του ρίσκου που εμπεριέχουν οι αποφάσεις μας, διασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό το ότι κάνουμε τις σωστές επιλογές.

7. Δεν ζουν το παρελθόν

Αν και το να αναστοχαζόμαστε το παρελθόν και να μαθαίνουμε από αυτό είναι μια χρήσιμη διαδικασία στο χτίσιμο της ψυχικής ανθεκτικότητας, το να το αναμασούμε μπορεί να είναι καταστροφικό. Η συμφιλίωση με το παρελθόν ώστε να ζήσουμε στο παρόν και να σχεδιάσουμε το μέλλον μπορεί να είναι αρκετά επίπονη διαδικασία, ειδικά αν βιώσαμε πολλές κακοτυχίες. Είναι ωστόσο απαραίτητο βήμα για να βελτιώσουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας γενικότερα

8. Δεν επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη

Το ιδανικό θα ήταν να διδασκόμασταν από κάθε λάθος μας και να μην το επαναλαμβάναμε δεύτερη φορά. Αλλά η αλήθεια είναι ότι έχουμε την τάση να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη στο χρόνο. Το να μάθουμε από τα λάθη μας απαιτεί ταπεινότητα και την προθυμία να αναζητήσουμε νέες τεχνικές για να γίνουμε καλύτεροι. Οι ψυχικά δυνατοί άνθρωποι δεν κρύβονται από τα λάθη τους αλλά προσπαθούν να τα μετατρέψουν σε ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη.

9. Δεν μισούν την επιτυχία των άλλων

Η προαγωγή ενός συναδέλφου ή τα κατορθώματα ενός φίλου μπορεί να μας προκαλέσουν συναισθήματα φθόνου. Το να μισούμε την επιτυχία των άλλων όμως θα μας εμποδίσει απλώς από το να πετύχουμε το δικό μας στόχο καθώς αναλώνουμε ενέργεια στο τι κάνουν οι άλλοι δεν αφοσιωνόμαστε ικανοποιητικά στους δικούς μας στόχους. Άλλωστε το πόσο πετυχημένοι είναι οι άλλοι δεν λέει κάτι για τη δική μας επιτυχία ή αποτυχία: μόνο οι πράξεις μας μπορούν τα το καθορίσουν αυτό.

10. Δεν τα παρατούν στην αποτυχία

Είναι αναμενόμενο να νιώθουμε απογοητευμένοι και αποκαρδιωμένοι όταν οι πρώτες προσπάθειες μας αποτυγχάνουν. Από μικροί μαθαίνουμε πως οι αποτυχία είναι κάτι κακό αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να πετύχουμε αν πρώτα δεν έχουμε αποτύχει. Οι ψυχικά δυνατοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται την αποτυχία ως απόδειξη ότι ωθούν τον εαυτό τους στα όρια του, στην προσπάθεια τους να εκπληρώσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

11. Δεν φοβούνται να μείνουν μόνοι τους

Η μοναξιά έχει για πολλούς ανθρώπους στην εποχή μας αρνητικό περιεχόμενο. Πολλοί άνθρωποι την αποφεύγουν γιατί νιώθουν δυσφορία μόνοι τους καθώς το περιεχόμενο των σκέψεων τους παίρνει αρνητική τροχιά. Κι όμως το να περνάμε χρόνο με τον εαυτό μας είναι απαραίτητο συστατικό στην ψυχική μας ενδυνάμωση. Οι ψυχικά δυνατοί άνθρωποι αναζητούν στιγμές μοναξιάς καθώς μπορούν έτσι να αναστοχαστούν αναφορικά με την πρόοδο τους, να κάνουν την αυτοκριτική τους και να θέσουν στόχους για το μέλλον.

12. Δεν πιστεύουν ότι η ζωή τους χρωστάει κάτι

Είναι αρκετά εύκολο να παγιδευτούμε μερικές φορές σε ένα σκεπτικό «ιδιοκτησίας». Το να περιμένουμε όμως από τη ζωή να μας επιστρέψει αυτά που θεωρούμε ότι μας χρωστάει δεν βοηθάει ως στάση ζωής. Αν αναλώνεστε στο να προσπαθείτε να πάρετε αυτά που θεωρείτε ότι αξίζετε, μάλλον δεν ασχολείστε με αυτά που έχετε να δώσετε. Και όλοι έχουν χαρίσματα που αξίζει να μοιραστούν, ανεξάρτητα με το όσο «δίκαιη συμφωνία» τους έκανε η ζωή. Δίνοντας άλλωστε είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να πάρεις πίσω.

13. Δεν περιμένουν άμεσα αποτελέσματα

Δεν θα ήταν ωραία αν όλα γίνονταν με το πάτημα ενός κουμπιού; Έχουμε τόσο συνηθίσει στην ελαχιστοποίηση του χρόνου αναμονής που αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι όλα πρέπει να γίνονται γρήγορα. Αλλά η προσωπική ανάπτυξη επιτυγχάνεται με ρυθμούς χελώνας και όχι με ταχύτητα φωτός. Είτε προσπαθείτε να χάσετε κιλά, είτε να αναπτύξετε μια στάση ευγνωμοσύνης, χρειάζεται χρόνο και σταθερότητα. Αν περιμένετε γρήγορα αποτελέσματα το μόνο σίγουρο είναι η απογοήτευση. Οι ψυχικά δυνατοί άνθρωποι ξέρουν πως η αληθινή αλλαγή χρειάζεται χρόνο και είναι πρόθυμοι να δουλέψουν σκληρά προκειμένου να δουν αποτελέσματα.

Τα καλά νέα είναι ότι όλοι έχουν την ικανότητα να χτίσουν ψυχική δύναμη. Για να το πετύχετε όμως χρειάζεται να αναπτύξετε αυτογνωσία για τις αυτοκαταστροφικές σκέψεις, συμπεριφορές και συναισθήματα που σας εμποδίζουν από το αναπτύξετε τις δυνατότητες σας στο έπακρο. Την αυτογνωσία θα πρέπει να ακολουθήσει η προσπάθεια αλλαγής μέσα από συνεχή εξάσκηση. Τίποτα δεν είναι εύκολο. Δεν είναι όμως και ακατόρθωτο.

H δυσκολία στη δέσμευση

H δυσκολία στη δέσμευση μοιάζει να αποτελεί συνήθη διάγνωση σε ανθρώπους που ζουν αλλεπάλληλες σεξουαλικές σχέσεις και, όταν έρθει η στιγμή να επισημοποιηθεί η σχέση, τότε αναζητούν αφορμές για να εξαφανιστούν. Στη δική μας οπτική, το πρόβλημα των ανθρώπων αυτών δεν έγκειται στη δυσκολία δέσμευσης, αλλά στην αφόρητη και ισοπεδωτική δέσμευση που πολλές φορές έχουν με την πατρική οικογένεια και με το επιβαρυμένο προσωπικό παρελθόν τους. 

Οι νέοι άνθρωποι που δυσκολεύονται να δεσμευτούν σε συντροφικές σχέσεις, δεν είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι, αλλά τα δεσμευμένα παιδιά των πατρικών τους οικογενειών. Τους επιτρέπεται το ερωτικό παιχνίδι που θα τους χαλαρώσει, αλλά όχι ο γάμος που θα τους απομακρύνει από τον γονιό. Η δέσμευση στη σχέση επιτρέπει τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων ζωής Η πλήρης δέσμευση και η αποκλειστικότητα στην ερωτική σχέση δεν είναι στέρηση, επιταγή και τιμωρία, αλλά δυνατότητα, ευκαιρία και προνόμιο. 

Η δέσμευση στη σχέση επιτρέπει τη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων ζωής. Οι σύντροφοι δεν αρκούνται στην ευχάριστη παρέα που διαλύεται «με τις πρώτες σταγόνες βροχής» αλλά διαμορφώνουν μια σχέση «παντός καιρού». Η σχέση αυτή γνωρίζει να αντέχει στις δυσκολίες, γιατί δημιουργεί ψυχικά αποθέματα και αποθεματικά ζωής. Στις συντροφικές σχέσεις υφίστανται δύο διαφορετικές πλευρές της δέσμευσης. Η κοινωνική και η προσωπική. 

Η κοινωνική δέσμευση αναφέρεται στον κοινωνικό περίγυρο που προσφέρει την επίσημο ποίηση της σχέσης. Πρόκειται για την υπογραφή ενός συμβολαίου, αντίστοιχου προς τα συμβόλαια ανάληψης εργασίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο που καλείται να επισημοποιήσει την συντροφική συνύπαρξη, εξασφαλίζει τα θέματα που αφορούν την σχέση με την κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως, είναι εντελώς ανίκανο να εξασφαλίσει την τρυφερότητα, την εκτίμηση, τον πόθο, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό. 

Η προσωπική δέσμευση εκπηγάζει από την έλξη προς τον σύντροφο και την πληρότητα της σχέσης, που καταγράφονται ως σημαντικά στοιχεία της προσωπικής ολοκλήρωσης. Η προσωπική δέσμευση δεν γίνεται αντιληπτή ως υποχρέωση, ούτε καν ως δέσμευση, αλλά αντιπροσωπεύει την προσωπική αίσθηση ότι ο ίδιος είναι μέρος αυτής της σχέσης και δεν είναι διατεθειμένος να χάσει αυτό το προνόμιο. Η προσωπική αίσθηση πληρότητας και η βεβαιότητα για την σημαντικότητα της σχέσης οδηγούν τους συντρόφους να θέλουν να το φωνάξουν, να το μοιραστούν με όλους. 

Στα πλαίσια αυτά ο γάμος τους δεν συνιστά μια τυπική κοινωνική συνθήκη, η τελετή δεν αποτελεί ένα κοινωνικό event με πολλά στοιχεία show, αλλά μια έκρηξη χαράς από το συντελούμενο γεγονός της συνύπαρξης τους. 

Η άρνηση της υπεράσπισης της επιλογής σου, είναι η επιλογή της ανέραστης στάσης: «Δεν φεύγω, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θέλω να παραμείνω» Το κάλεσμα και η αναφορά στους γονείς, στους συγγενείς, στους φίλους και στα άλλα σημαντικά πρόσωπα συνιστά πρόσκληση συμμετοχής στη χαρά του γάμου και επίκληση των ευχών τους που θα τους συνοδεύουν στο διηνεκές του απαιτητικού ταξιδιού. 

Με την βεβαιότητα ότι οι ίδιοι και η σχέση τους δεν είναι μόνοι και αποκομμένοι, αλλά ότι μετέχουν σε μια πανανθρώπινη κοινότητα στην οποία υπάρχουν πολλά αγαπημένα πρόσωπα, που τους περιβάλλουν με την αγάπη τους. Η παρατεταμένη αναστολή της δέσμευσης στην ερωτική σχέση δεν οδηγεί στην ελευθερία, αλλά στην απώλεια της ερωτικής επιθυμίας. Η άρνηση της υπεράσπισης της επιλογής σου, είναι η επιλογή της ανέραστης στάσης: «Δεν φεύγω, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θέλω να παραμείνω». 

Ο φόβος εξάλλου για την δέσμευση εδραιώνεται σε μια παιδική παντοδύναμη βουλιμική αίσθηση που δεν θέλει να χάσει τίποτα και που θεωρεί ότι μπορεί να τα έχει όλα. Επομένως, αν επιλέξει ένα πρόσωπο για σχέση ζωής, θα απολέσει την δυνατότητα να σχετιστεί με άλλα. Ίσως στα 85 ανακαλύψεις ότι αυτός που σου ταίριαζε ήταν ο νεανικός έρωτας που δεν υπερασπίστηκες Η γνωστή ερώτηση: «Και πώς μπορώ να ξέρω αν εκείνος είναι που μου ταιριάζει καλύτερα, και όχι κάποιος άλλος που δεν τον έχω γνωρίσει ακόμα;» είναι συνεπής με την αφελή σκέψη ότι υπάρχει το ακριβώς αντίστοιχο μοναδικό κομμάτι του παζλ που πρέπει να ανακαλύψουμε. Η απάντηση αντιστοιχεί να είναι το ίδιο αφελής: Έχεις δίκιο! Ας ψάξεις λοιπόν και στη Νότια Αμερική και στα απομακρυσμένα χωριά της Κίνας και όπου αλλού θα μπορούσε να υπάρχει κάποια πιθανότητα, αλλά ίσως στα 85 ανακαλύψεις ότι αυτός που σου ταίριαζε ήταν ο νεανικός έρωτας που δεν υπερασπίστηκες. 

Ο φόβος για την δέσμευση συχνά δεν αφορά την ανασφάλεια για το πρόσωπο του άλλου, αλλά την ανασφάλεια για την προσωπική σου ικανότητα να αναλάβεις το απαιτητικό ταξίδι της διακινδύνευσης, που απαιτεί δυνατά σκαριά. Μια ξενέρωτη ισοπεδωμένη κατάσταση, όπου η ανυπαρξία πάθους εκκινεί από την εσωτερική χλιαρή διάθεση και συνεχίζει στην «ερωτική» σχέση, επιστρέφει ακόμη πιο μίζερα στον εαυτό, ώστε να αφαιρέσει κάθε ίχνος ζωής. Αυτός που δυσκολεύεται να δεσμευθεί, τελικά είναι θύτης της άρνησης του να κάνει μια επιλογή που να μπορεί να τον διακινήσει. 

Η κενότητα γίνεται ο οριστικός σύντροφος, καθώς η χρόνια αναβολή της δέσμευσης στον έρωτα οδηγεί τελεσίδικα στην οριστική ματαίωση της ερωτικοτητας. Εκείνος που αποδέχεται μια τέτοια χλιαρή σχέση, χάνει και ο ίδιος την ερωτικοτητα του και καταλήγει ζητιάνος που εκλιπαρεί. Η τέχνη της αναβολής στην δέσμευση γνωρίζει τον τρόπο να μεταφέρει την προσωπική ανεπάρκεια για ερωτικό πάθος στον άλλο, ο οποίος καταγράφεται ως ανίκανος να γοητεύσει ή “λίγος” που ζητά την εξασφάλιση. Γιατί λοιπόν η δέσμευση που αναμφισβήτητα είναι τόσο σημαντική για όλες τις σημαντικές δημιουργίες, έχει αμφισβητηθεί στις προσωπικές σχέσεις; Επειδή επιβλήθηκε ως υποχρέωση και δεν καταγράφηκε ως το επιθυμητό ζητούμενο.

Η σκιά της προσκόλλησης

Οι άνθρωποι συνήθως περνάμε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μας προσπαθώντας να συσσωρεύσουμε χρήματα, αγαθά, επαίνους, εξουσία… και, μερικές φορές, ακόμη και ανθρώπους. Τρέχουμε εδώ κι εκεί, κάνουμε αλχημείες ή ταχυδακτυλουργίες και φαινόμαστε ικανοί να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα αρκεί να κερδίσουμε: επιτυχία, χρήματα, κάποιον ή κάποια. Το ν’ αποκτήσουμε κάτι μας γίνεται έμμονη ιδέα, μας απασχολεί διαρκώς και μας αγχώνει: «Τι να κάνω για ν’ αποκτήσω αυτό το πράγμα;», «είναι αρκετά αυτά που έχω;», «πρέπει ν’ αποκτήσω κι άλλα», «κι αν χάσω κι όσα έχω;»… Όχι μόνο θέλουμε να έχουμε πράγματα, αλλά θεωρούμε ότι όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο.

Όλη αυτή η αναζήτηση οδηγεί σε δύο ολέθριες καταστάσεις. Καταρχάς, ο τόσος χρόνος που σπαταλάμε τρέχοντας πίσω τους δεν μας αφήνει περιθώρια να ζήσουμε (ούτε καν για να τα χαρούμε) και δεύτερον, ακόμη κι αν τους αφιερώναμε λίγο χρόνο, θα τον περνούσαμε ανήσυχοι και φοβισμένοι μήπως χάσουμε κάτι απ’ όλα αυτά που πετύχαμε.

Μερικές φορές ασχολούμαστε τόσο πολύ με τα πράγματα που μας ανήκουν, που θα ‘λεγε κανείς πως είμαστε εμείς που ανήκουμε σ’ αυτά. Ο αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Κορτάσαρ γράφει στο διήγημά του: «Προοίμιο στις οδηγίες για το κούρδισμα του ρολογιού» ότι, όταν σου χαρίζουν ένα ρολόι δεν σου δίνουν μόνο το ρολόι: σου δίνουν μαζί και την ανάγκη να το κουρδίζεις κάθε μέρα, την ανησυχία μήπως το χάσεις και την τάση να το συγκρίνεις με άλλα ρολόγια. Ο Κορτάσαρ καταλήγει λέγοντας ότι, τελικά, το δώρο είσαι εσύ. Εσένα χάρισαν στο ρολόι για τα γενέθλιά του. Ζούμε με την ιδέα ότι όσο περισσότερα έχουμε τόσο περισσότερες δυνατότητες μας δίνονται, αλλά αν δεν προσέξουμε μπορεί να καταλήξουμε δέσμιοι των πραγμάτων που έχουμε αποκτήσει.

Όταν ποθούμε να αποκτήσουμε κάτι που δεν έχουμε, -είτε υλικό, είτε πνευματικό είτε συναισθηματικό-, διακατεχόμαστε από ένα λίγο-πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα δυσαρέσκειας και στέρησης. Ξυπνά μέσα μας μια φυσική τάση να προμηθευτούμε αυτό που μας λείπει και οδηγούμε τα πράγματα προς αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να συνειδητοποιούμε πως υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ελέγξουμε το ανικανοποίητο: προσπαθώντας να προσαρμόσουμε την επιθυμία μας στην πραγματικότητα (αντί για το αντίθετο).

Μήπως αυτό σημαίνει, άραγε, ότι θα πρέπει να πάψουμε να έχουμε επιθυμίες; Πολλοί ανατολικοί φιλόσοφοι θα έλεγαν πως «ναι», ενώ κάποιοι ψυχαναλυτές θα υποστήριζαν πως αυτό είναι σκέτη καταστροφή. Λαμβάνοντας υπόψη μας και τις δύο απόψεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι κακό να επιθυμούμε αν ξέρουμε να μην τα ζητάμε όλα εδώ και τώρα, κι αν μπορούμε να ελέγχουμε την απαίτησή μας να είναι όπως ακριβώς τα φανταζόμαστε. Η επιθυμία μας κινητοποιεί και μας βάζει σ’ έναν δρόμο, αλλά αν τα ζητάμε όλα αμέσως, τότε μάλλον το άγχος υπερισχύει της υγιούς επιθυμίας.

Υπάρχουν φορές που προσπαθούμε να «κατέχουμε», επειδή η ιδέα και μόνο μας προσφέρει κάποια ασφάλεια. Μπροστά στο τρωτό της ζωής και στο απροσδόκητο των γεγονότων, η σκέψη πως η περιουσία μας μπορεί να ανακόψει οποιοδήποτε απρόοπτο μας προσφέρει ηρεμία. Το σίγουρο είναι, όμως, ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει πως δεν θα προκύψουν προβλήματα. Όταν αυτά παρουσιάζονται, σπανίως είναι τόσο απλά ώστε να επιλυθούν «αντλώντας από τα αποθέματα» (χρημάτων, αγάπης ή υπερηφάνειας).

Από τότε οι άνθρωποι νιώθουν μισοί και γυρεύουν να ενωθούν ξανά με το χαμένο μισό τους

Πρώτα το ανθρώπινο γένος δεν είχε μόνο δύο φύλα, όπως τώρα, δηλαδή αρσενικό και θηλυκό, αλλά είχε και τρίτο, αρσενικό και θηλυκό μαζί. Το καθένα από αυτά τα τρία ανθρώπινα φύλα είχε σώμα σε σχήμα στρογγυλό, τέσσερα πόδια, τέσσερα χέρια, δύο πρόσωπα σε αντίθετα σημεία της κεφαλής και από δύο γεννητικά όργανα, το καθένα του φύλλου του και το τρίτο από ένα του κάθε φύλου· είχε δηλ. όλα τα μέλη διπλά. 

Έλεγαν πως από αυτά τα φύλα το αρσενικό ήταν γέννημα του ήλιου, το θηλυκό γέννημα της γης και το τρίτο γέννημα της σελήνης, επειδή αυτή, όπως εξηγούσαν, είχε μέρος και από τον ήλιο και από τη γη. Αυτοί λοιπόν οι πρώτοι άνθρωποι είχαν πολύ μεγάλη δύναμη, είχαν όμως και άλλη τόση αλαζονεία και ακράτεια στις ηδονές· στο τέλος μάλιστα επιχείρησαν, όπως και οι Γίγαντες πριν από αυτούς, να ανεβούν στον ουρανό και να φτάσουν τους θεούς. 

Τότε οι θεοί του Ολύμπου άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους, τι να κάνουν με αυτούς τους ανθρώπους. Να τους κεραυνώσουν και να τους αφανίσουν σαν τους Γίγαντες, δεν ήθελαν, γιατί δεν θα απόμεναν άνθρωποι να προσφέρουν θυσίες και να τιμούν τους θεούς· ούτε πάλι ήθελαν να τους αφήσουν έτσι να συνεχίσουν τον άνομο βίο τους. Ύστερα από σκέψη ο Δίας βρήκε τη λύση: οι άνθρωποι αυτοί, για να είναι ακίνδυνοι και να περιορίσουν την ακολασία τους, έπρεπε να χάσουν δύναμη! 

Έτσι οι θεοί πήραν και έκοψαν κάθε σώμα στα δυο, όπως οι άνθρωποι κόβουν με την τρίχα το αβγό στα δύο ή όπως χωρίζουν τα παστά ψάρια σε δύο φύλλα. Έτσι από κάθε σώμα έγιναν δύο άνθρωποι, που δεν είχαν πια καθένας τους την πρώτη δύναμη, αλλά τη μισή. Γι’ αυτό από τότε οι άνθρωποι, καθώς νιώθουν μισοί, γυρεύουν, με τον έρωτα, να ενωθούν ξανά με το άλλο, το χαμένο μισό τους.

Η αληθινή χαρά είναι τρέλα. Και μόνο οι τρελοί μπορούν να την αντέξουν

Η αληθινή χαρά είναι τρέλα. Και μόνο οι τρελοί μπορούν να την αντέξουν. Ο καθημερινός, ο λογικός άνθρωπος είναι τόσο πονηρός, τόσο υπολογιστικός, που δεν μπορεί να αντέξει τη χαρά, επειδή δεν μπορεί να την ελέγξει. Όταν η μητέρα αισθάνεται ένοχη, επειδή δεν δίνει αγάπη με φυσικότητα (στο παιδί), αρχίζει να δίνει υποκατάστατα. Πιέζει το παιδί να τρώει υπερβολικά. Δεν μπορεί να γεμίσει την ψυχή του παιδιού με αγάπη, οπότε προσπαθεί να γεμίσει το σώμα του με φαγητό.

Το παιδί λέει: «Δεν πεινάω!» Και η μητέρα το πιέζει να φάει. Δεν ακούει καν το παιδί. Εκείνη επιμένει να του δίνει υποκατάστατα. Δεν μπορεί να του δώσει αγάπη, οπότε του δίνει φαγητό. Ύστερα το παιδί μεγαλώνει. Αφού δεν μπορεί να του δώσει αγάπη, του δίνει χρήματα. Το χρήμα γίνεται υποκατάστατο της αγάπης.

Και το παιδί μαθαίνει επίσης ότι το χρήμα είναι πιο σημαντικό από την αγάπη. Αν δεν έχεις αγάπη, μην ανησυχείς γι’ αυτό, πρέπει όμως να έχεις χρήματα. Έτσι, θα γίνει άπληστος. Θα κυνηγάει το χρήμα σαν μανιακός. Δεν Θα σκοτίζεται για την αγάπη. Θα πει: «Ένα- ένα τα πράγματα. Πρώτα πρέπει να έχω ένα μεγάλο λογαριασμό στην τράπεζα κι ύστερα μπορώ να αγαπήσω.»

Η αγάπη όμως δεν χρειάζεται χρήματα. Μπορείς να αγαπήσεις έτσι όπως είσαι.

Κι αν νομίζεις ότι η αγάπη χρειάζεται χρήματα και κυνηγάς το χρήμα, μια μέρα μπορεί να έχεις χρήματα κι ύστερα ξαφνικά θα νιώθεις κενός, επειδή έχασες τόσα χρόνια μαζεύοντας χρήματα. Και δεν τα έχασες απλώς. Όλα εκείνα τα χρόνια, δεν γνώρισες την αγάπη. Τώρα έχεις χρήματα, μα δεν ξέρεις πώς να αγαπάς. Έχεις ξεχάσει την ίδια τη γλώσσα του συναισθήματος, τη γλώσσα της αγάπης, τη γλώσσα της έκστασης.

Ναι, μπορείς να αγοράσεις μια όμορφη γυναίκα, όμως αυτό δεν είναι αγάπη. Μπορείς να αγοράσεις την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, όμως αυτό δεν είναι αγάπη. Κι εκείνη θα έρθει μαζί σου, όχι επειδή σ’ αγαπάει, αλλά για τα χρήματά σου. Το χρήμα είναι ένα σύμβολο. Η πολιτική δύναμη είναι ένα σύμβολο. Το κοινωνικό κύρος είναι ένα σύμβολο. Αυτά δεν είναι πραγματικότητες. Αυτά είναι ανθρώπινες προβολές. Αυτά είναι απλώς όνειρα, που τα προβάλλει ένας στενάχωρος, μίζερος και δυστυχισμένος νους.

Αν θέλεις να είσαι εκστατικός, θα πρέπει να εγκαταλείψεις τα σύμβολα. Το να ελευθερωθείς από τα σύμβολα, σημαίνει να ελευθερωθείς από την κοινωνία. Το να ελευθερωθείς από τα σύμβολα, σημαίνει να γίνεις άτομο. Το να ελευθερωθείς από τα σύμβολα, σημαίνει να έχεις το κουράγιο να μπεις μέσα στο πραγματικό. Και μόνο το πραγματικό είναι πραγματικό. Το σύμβολο δεν είναι πραγματικό.

ΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ

Τι είναι έκσταση; Είναι κάτι που πρέπει να επιτευχθεί; Όχι. Είναι κάτι που πρέπει να κερδίσεις; Όχι. Είναι κάτι που πρέπει να γίνεις; Όχι. Έκσταση είναι το είναι, η ίδια σου η ύπαρξη και δυστυχία είναι το να θέλεις να γίνεις. Αν θέλεις να γίνεις κάτι, θα είσαι δυστυχισμένος. Το να θέλεις να γίνεις, είναι η ριζική αιτία της δυστυχίας. Αν θέλεις να είσαι εκστατικός, τότε αυτό είναι για το τώρα, για το εδώ και τώρα, για αυτήν εδώ τη στιγμή. Αυτήν εδώ τη στιγμή – κανένας δεν εμποδίζει το μονοπάτι – μπορείς να είσαι ευτυχισμένος. Η ευτυχία είναι τόσο προφανής και τόσο εύκολη. Είναι η ίδια σου η φύση. Την έχεις ήδη μέσα σου. Απλώς δώσε της την ευκαιρία να ανθίσει. Και η έκσταση δεν βγαίνει από το κεφάλι, να το θυμάσαι αυτό. Η έκσταση βγαίνει από την καρδιά. Βγαίνει από το συναίσθημα.

Να είσαι όλο και περισσότερο καρδιά και όλο και λιγότερο κεφάλι. Το κεφάλι είναι απλώς ένα κομμάτι από σένα. Η καρδιά, με την έννοια που χρησιμοποιώ τη λέξη, είναι ολόκληρη η ύπαρξή σου, όλο σου το είναι. Η καρδιά είναι η ολότητά σου. Έτσι, όποτε δίνεσαι ολοκληρωτικά σε κάτι, λειτουργείς από το συναίσθημα. Όποτε είσαι αποσπασματικός, λειτουργείς από το κεφάλι.

Παρατήρησε ένα ζωγράφο την ώρα που ζωγραφίζει — και ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν πραγματικό καλλιτέχνη και σε έναν τεχνίτη. Ο ζωγράφος που είναι απλώς τεχνίτης, που γνωρίζει την τεχνική κι έχει εκπαιδευτεί και ξέρει τα πάντα για τα χρώματα και για τα πινέλα και για τους μουσαμάδες, λειτουργεί από το κεφάλι. Ζωγραφίζει, αλλά δεν δίνεται ολοκληρωτικά σ’ αυτό.

Ύστερα παρατήρησε έναν πραγματικό καλλιτέχνη. Είναι απορροφημένος από τη ζωγραφική του, μεθυσμένος. Δεν ζωγραφίζει μόνο με το κεφάλι και το χέρι του, ζωγραφίζει με όλο του το είναι. Μπορείς να παρατηρήσεις, μπορείς να δεις πως είναι χαμένος μέσα στη ζωγραφική του. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Είναι μεθυσμένος. Εκείνη τη στιγμή, ο ζωγράφος δεν υπάρχει. Έχει γίνει ένα πέρασμα, λες και το όλο ζωγραφίζει μέσα από εκείνον.

Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει

ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.

ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα.

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.

ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή.