Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Αὐλίδι (206-252)

τὸν ἰσάνεμόν τε ποδοῖνλαιψηροδρόμον Ἀχιλῆα,
τὸν ἁ Θέτις τέκε καὶ Χείρων
ἐξεπόνησεν, εἶδον
210 αἰγιαλοῖς παρά τε κροκάλαις
δρόμον ἔχοντα σὺν ὅπλοις·
ἅμιλλαν δ᾽ ἐπόνει ποδοῖν
πρὸς ἅρμα τέτρωρον
215 ἑλίσσων περὶ νίκας.
ὁ δὲ διφρηλάτας ἐβοᾶτ᾽,
Εὔμηλος Φερητιάδας,
ᾧ καλλίστους ἰδόμαν
χρυσοδαιδάλτους στομίοις
22 0πώλους κέντρῳ θεινομένους,
τοὺς μὲν μέσους ζυγίους
λευκοστίκτῳ τριχὶ βαλιούς,
τοὺς δ᾽ ἔξω σειροφόρους,
ἀντήρεις καμπαῖσι δρόμων,
225 πυρσότριχας, μονόχαλα δ᾽ ὑπὸ σφυρὰ
ποικιλοδέρμονας· οἷς παρεπάλλετο
Πηλεΐδας σὺν ὅπλοισι παρ᾽ ἄντυγα καὶ σύ
230ριγγας ἁρματείους.

ναῶν δ᾽ εἰς ἀριθμὸν ἤλυθον [στρ. β]
καὶ θέαν ἀθέσφατον,
τὰν γυναικεῖον ὄψιν ὀμμάτων
ὡς πλήσαιμι, μέλινον ἁδονάν.
235 καὶ κέρας μὲν ἦν
δεξιὸν πλάτας ἔχων
Φθιώτας ὁ Μυρμιδὼν Ἄρης
πεντήκοντα ναυσὶ θουρίαις.
χρυσέαις δ᾽ εἰκόσιν κατ᾽ ἄκρα Νη-
240 ρῇδες ἕστασαν θεαί,
πρύμναις σῆμ᾽ Ἀχιλλείου στρατοῦ.

Ἀργείων δὲ ταῖσδ᾽ ἰσήρετμοι [ἀντ. β]
νᾶες ἕστασαν πέλας·
ὧν ὁ Μηκιστέως στρατηλάτας
245 παῖς ἦν, Ταλαὸς ὃν τρέφει πατήρ,
Καπανέως τε παῖς
Σθένελος· Ἀτθίδας δ᾽ ἄγων
ἑξήκοντα ναῦς ὁ Θησέως
παῖς ἑξῆς ἐναυλόχει, θεὰν
250 Παλλάδ᾽ ἐν μωνύχοις ἔχων πτερω-
τοῖσιν ἅρμασιν θετόν,
εὔσημόν γε φάσμα ναυβάταις.

***
Και τον Αχιλλέα το φτεροπόδη,
που στο τρέξιμο με ανέμους παραβγαίνει,
γιο της Θέτης
και που ο Χείρωνας τον έχει αναθρεμμένον,
210 στο γιαλό κοντά στα βότσαλα τον είδα
βαριαρμάτωτος να τρέχει·
μ᾽ ένα αμάξι που το σέρναν τέσσερα άτια
επαράβγαινε πεζός
πολεμώντας για τη νίκη. Δυνατά
φώναζε ο αρματολάτης,
ο Εύμηλος, του Φέρη εγγόνι,
που τον είδα να κεντάει
τα χρυσοχαλινωμένα
220 και πανέμορφ᾽ άλογά του·
απ᾽ αυτά, τα μεσινά ηταν μ᾽ άσπρες βούλες,
και τ᾽ απ᾽ όξω, τ᾽ ακρινά,
που αντικρίζονται στου δρόμου τις στροφές,
ξανθοκόκκινα, και κάτω απ᾽ τα στραγάλια
παρδαλά·
πλάι σ᾽ αυτά, πλάι στο στεφάνι
του αμαξιού και στα χωνιά
των τροχών του, αρματωμένος
230 χίμαε του Πηλέα ο γιος.

Μέτρησα όλα τα καράβια,
θέαμα χάρηκα έξοχο,
τα γυναίκεια μου ώσπου χόρτασαν τα μάτια·
τί ευχαρίστηση γλυκιά!
Είχαν τη δεξιά του στόλου
άκρη οι πολεμόχαροι
Μυρμιδόνες, απ᾽ τη Φθία, με πενήντα
πλεούμενα πολεμικά.
Για σημάδι του στρατού του αχίλλειου ήταν
240 Νηρηίδων
χρυσά αγάλματα στημένα εκεί στις πρύμες.

Πλάι τους στέκανε άλλα τόσα
των Αργείων πλεούμενα·
δυο αρχηγοί τους: ο ένας γιος του Μηκιστέα,
εγγονός του Ταλαού,
κι ο άλλος, γιος του Καπανέα,
τ᾽ όνομά του Σθένελος·
και κοντά τους του Θησέα ο γιος, μ᾽ εξήντα
πλεούμεν᾽ απ᾽ την Αττική·
250 σε άρμα, που άτια φτερωτά το σέρνανε, είχε
την Παλλάδα,
για τους ναύτες καλοσήμαδο στολίδι.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.: Η τέχνη της ελληνιστικής εποχής

8.2. Η ελληνιστική αρχιτεκτονική: Μνημειακά οικοδομήματα και τεχνητά τοπία

8.2.1. Δύο μεγάλοι ναοί: Ο ναός του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα και ο ναός του Απόλλωνα στα Δίδυμα


Στα ελληνιστικά χρόνια ανακατασκευάστηκαν δύο από τους μεγαλύτερους ναούς του αρχαίου ελληνικού κόσμου που είχαν ανεγερθεί στα αρχαϊκά χρόνια. Ο ένας ήταν ο ναός του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα, που είχαν αρχίσει να χτίζουν οι γιοι του Πεισιστράτου κοντά στη νοτιοανατολική είσοδο της πόλης και που τον εγκατέλειψε συνειδητά ημιτελή η αθηναϊκή δημοκρατία ως μνημείο της τυραννίας. Ο αρχαϊκός ναός, που δεν ξεπέρασε ποτέ το αρχικό στάδιο κατασκευής, προβλεπόταν να είναι δωρικός με δύο σειρές κιόνων (δίπτερος) και εντυπωσιακό μέγεθος: η κρηπίδα του έχει διαστάσεις 107,70 m x 42,90 m. Τον ναό αυτό φιλοδόξησε να τον ξαναχτίσει από την αρχή τον 2ο αιώνα π.Χ. ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Δ' (174-165 π.Χ.). Η απόφαση αυτή είναι ενδεικτική για τη διάθεση των βασιλέων της ελληνιστικής εποχής να χρησιμοποιούν την αρχιτεκτονική ως μέσο προβολής του πλούτου και της δύναμής τους. Ενδεικτικό για τη διεθνοποίηση της μνημειακής αρχιτεκτονικής στα ελληνιστικά χρόνια είναι ότι ο Αντίοχος ανέθεσε την ανέγερση του νέου ναού σε έναν Ρωμαίο αρχιτέκτονα που ονομαζόταν Κοσσούτιος. Ο Κοσσούτιος, που ήταν άριστος γνώστης της ελληνική αρχιτεκτονικής και ταυτόχρονα καινοτόμος, σχεδίασε τον πρώτο αμιγώς κορινθιακό ναό ως δίπτερο στις μακρές πλευρές και τρίπτερο στις στενές, με 104 κίονες συνολικά. Ένα επιπλέον αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του ναού ήταν ότι ο σηκός του δεν ήταν στεγασμένος, αλλά υπαίθριος. Οι εργασίες σταμάτησαν όταν πέθανε ο Αντίοχος και ο ναός έμεινε ημιτελής, ώσπου τον ολοκλήρωσε ο αυτοκράτορας Αδριανός, ο οποίος τον εγκαινίασε το 131 μ.Χ. και τοποθέτησε στο εσωτερικό του ένα μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία.

Ένας άλλος γιγάντιος ναός της ελληνιστικής εποχής, που δεν τελείωσε ποτέ, είναι ο ναός του Απόλλωνα στα Δίδυμα. Το ιερό των Διδύμων στα νότια της Μιλήτου ήταν ένα από τα σημαντικότερα της Ιωνίας και είχε ένα μαντείο περίφημο ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια. Τον μεγάλο ναό του ιερού τον κατέστρεψαν οι Πέρσες κατά την εξέγερση των Ιώνων στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. και παρέμεινε ερείπιο ως το 334 π.Χ., όταν ο Μέγας Αλέξανδρος απελευθέρωσε τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας από τους Πέρσες. Τότε ξεκίνησε μια φιλόδοξη επιχείρηση ανακατασκευής του δίπτερου ιωνικού ναού με βάση το παλαιό σχέδιο, αλλά με αισθητά μεγαλύτερες διαστάσεις. Η κρηπίδα απέκτησε επτά βαθμίδες και επάνω της πάτησε ένας ορθογώνιος στυλοβάτης με διαστάσεις 109,34 m x 51,13 m, στον οποίο πατούν οι 120 συνολικά κίονες (108 στα δύο πτερά και 12 στον πρόναο). Ο ναός έχει τρεις χώρους σε διαφορετικά επίπεδα: στο βάθος του προδόμου ανοίγεται μια μεγάλη θύρα με μονολιθικό κατώφλι του οποίου το ύψος ξεπερνά το 1 m, πίσω από την οποία υπάρχει μια αίθουσα με δύο κορινθιακούς κίονες στη μέση και κλίμακες στις πλευρές. Πίσω από την αίθουσα μια μεγάλη κλίμακα με 24 σκαλοπάτια επιτρέπει την κάθοδο σε μια υπαίθρια αυλή, στους τοίχους της οποίας διαμορφώνονται παραστάδες με επίκρανα. Στο πίσω μέρος της αυλής βρίσκεται ο αρχαίος ναΐσκος του Απόλλωνα. Ο ναός έχει πλουσιότατο ανάγλυφο διάκοσμο, από τον οποίο ξεχωρίζουν ζωφόροι με αντωπούς γρύπες. Έχουν σωθεί επιγραφές με λογαριασμούς των εργασιών κατασκευής του ναού από τον 3ο αιώνα π.Χ., από τις οποίες φαίνεται το μέγεθος της δαπάνης, που ήταν για την πόλη της Μιλήτου μια συνεχής οικονομική αιμορραγία: κάθε κίονας κόστιζε σχεδόν 40.000 δραχμές, όταν ένα καλό ημερομίσθιο δεν ξεπερνούσε τις 2 δραχμές. Αναφέρονται επίσης τα ονόματα των αρχιτεκτόνων που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο και τα ονόματα των επιστατών που επέβλεπαν τις εργασίες. Ο ναός δεν τελείωσε ποτέ· ακόμη και μια γενναιόδωρη χορηγία του αυτοκράτορα Αδριανού τον 2ο αιώνα μ.Χ. δεν στάθηκε αρκετή για την ολοκλήρωσή του.

Η Ελεύθερη Βούληση της Ψυχής

Δεν υπάρχει Ελεύθερη Βούληση στον Αθεϊσμό, ή στις Ιουδαιο-Χριστιανικές θρησκείες. Μονάχα στον Βουδισμό, την Ινδουιστική Φιλοσοφία και άλλα Φιλοσοφικά συστήματα Ελεύθερης Σκέψης μπορούμε να συναντήσουμε την αξία της πραγματικής Ελεύθερης Βούλησης μέσα από την Μετενσάρκωση.

Και αυτό διότι η Ψυχή προϋπάρχει της ζωής στην Γη και ως εκ τούτου επιλέγει ένα μονοπάτι εξέλιξης που ωφελεί την ίδια την ψυχή περισσότερο στο συγκεκριμένο στάδιο το οποίο βρίσκεται. Μέσα απο την Ελεύθερη Βούληση η ψυχή επιλέγει ένα περιορισμένο πλαίσιο έτσι ώστε να βιώσει μία συγκεκριμένη πραγματικότητα και διαμέσω αυτής να ωριμάσει. Η Ψυχή επιλέγει την προσωρινή απώλεια της ολοκληρωτικής Ελεύθερης Βούλησης και των δυνάμεων που επιφέρει.

Η Ελεύθερη Βούληση της Ψυχής

Αυτό βέβαια οδηγεί σε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της Ανθρωπότητας και ίσως ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα εκλογίκευσης δεδομένων των παγιωμένων πεποιθήσεων που είναι εντυπωμένες στο σύνολο σχεδόν του ανθρώπινου πολιτισμού. Και το μυστήριο είναι το εξής: Γιατί κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται άρρωστοι ενώ άλλοι γεννιούνται υγιείς; Μέσα από τις θρησκείες διαπιστώνουμε πως ο θεός διαλέγει την μοίρα της Ψυχής παρακάμπτοντας εντελώς την Ελεύθερη Βούληση. Στον Αθεϊσμό αυτό συμβαίνει λόγω της τυχαιότητας η οποία παρακάμπτει επίσης την Ελεύθερη Βούληση. Στην θεωρία της Μετενσάρκωσης οι άνθρωποι ουσιαστικά επιλέγουν να γεννηθούν άρρωστοι, φτωχοί κ.ο.κ. Οι Ψυχές επιλέγουν ένα τέτοιο μονοπάτι ούτως ώστε να μάθουν και να ανελιχθούν μέσα από τις εμπειρίες της πραγματικότητας που επιλέγουν να ζήσουν. Διαλέγουν αυτό τον δρόμο καθώς ωφελεί την συνολική πνευματική εξέλιξή τους. Χωρίς τα εμπόδια της ζωής η ψυχή θα παρέμενε στάσιμη, και έτσι οι δυσκολότερες ζωές εμπεριέχουν την δυνατότητα της μέγιστης εξέλιξης.

Ο Γενικός σκοπός της Μετενσάρκωσης στη Γη είναι η απόκτηση γνώσης σε σχέση με τα συναισθήματα και την σεξουαλικότητα. Πρόκειται για την μοναδική εμπειρία στην Γη που επιτρέπει στην ψυχή να μάθει να χρησιμοποιεί τα απαραίτητα εργαλεία για να δημιουργήσει. Διότι μέσα από τις προκλήσεις της ζωής και ειδικότερα σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους οι ανθρώπινες ψυχές λαμβάνουν την μεγαλύτερη δυνατή πνευματική γνώση και Σοφία.

Τα ατομικά Ψυχικά χαρακτηριστικά παίζουν επίσης ένα σημαντικό ρόλο. Γιατί οι ψυχές επιλέγουν ζοφερά μέρη για να ζήσουν, ή ένα ψυχικά διαταραγμένο ή άρρωστο κορμί; Φαίνεται πως υπάρχουν λόγοι και για αυτές τις επιλογές. Η μεγαλύτερη αντιξοότητα παρέχει επίσης την δυνατότητα εξέλιξης. Μερικές ψυχές επιλέγουν εξαιρετικά αντίξοες ζωές πνευματικά και άλλες επιλέγουν κάτι πιο ήπιο. Δίχως αμφιβολία όμως οι ψυχές δεν μπορούν να ανελιχθούν αν δεν ξεπεράσουν τα εμπόδια της ζωής. Και οι Ψυχές επιλέγουν να μετενσαρκωθούν σε μία ζωή και καταστάσεις που ταιριάζουν στο προσωπικό στάδιο εξέλιξής τους. Γιατί όλοι μας έχουμε το προσωπικό και εσωτερικό μοτίβο Πνευματικής Εξέλιξης.

Ίσως θα ήταν φρόνιμο να περιορίσουμε στιγμιαία τις όποιες πεποιθήσεις έχουμε και να αναρωτηθούμε γιατί διαλέξαμε την ζωή που ζούμε τώρα με σκοπό να μάθουμε τα πράγματα που έρχονται στην καθημερινότητά μας και έχουμε διαλέξει. Το πιθανότερο είναι πως αυτό έχει συμβεί για να διδαχθούμε κάτι σε σχέση με τα συναισθήματα, την σεξουαλικότητα ή το Εγώ μας. Εξάλλου η Διάνοια της Ψυχής και η Σοφία που εμπεριέχεται σε αυτή είναι κατά πολύ ανώτερη από τις αξίες που διαθέτει ο περιορισμένος φυσικός εαυτός μας. Η Ψυχή γνωρίζει πολύ καλά προς τα που βαδίζει και όλες τις καταστάσεις που πρόκειται να της αποκαλυφθούν. Μέσα από αυτή την γνώση είναι εύκολο να αποφύγουμε την αυτολύπηση, γνωρίζοντας πως εμείς ή τουλάχιστον η Ψυχή μας έχει επιλέξει τα δεινά που τυχόν θα παρουσιαστούν σε αυτή την ζωή, ως ένα μονοπάτι εξέλιξης και πνευματικής ανύψωσης μέσα από την Ελεύθερη Βούληση.

Βέβαια ένας σημαντικός παράγοντας για την Ελεύθερη Βούληση και την δράση της είναι η Σχετικότητα και οι προφανείς περιορισμοί της. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατόν η ψυχή να μεταμορφωθεί σε πουλί και να πετάξει μακριά. Ένας άνθρωπος μπορεί να το φανταστεί αλλά δεν μπορεί να το πράξει μέσα στο σχετικό φυσικό πλαίσιο στο οποίο ζει. Οι Άνθρωποι έχουν αυτό το φυσικό πλαίσιο ως δεδομένο και θεωρούν πως αυτό είναι το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης. Όμως αυτό φαίνεται πως δεν είναι αλήθεια. Διότι υπάρχουν επιβεβαιωμένα πολλές διαστάσεις στις οποίες αυτό το φυσικό πλαίσιο που είναι περιοριστικό για τον Άνθρωπο παύει να ισχύει. Μέσα σε αυτές τις διαστάσεις το άτομο είναι ελεύθερο να δημιουργήσει και να πράξει οτιδήποτε επιθυμεί και φαντάζεται. Ο μόνος περιορισμός είναι η ίδια η δημιουργικότητα του ατόμου. Βέβαια επειδή μία τέτοια πραγματικότητα διαθέτει απεριόριστη ελευθερία και πραγματική Ελεύθερη Βούληση δεν μπορεί να αλληλοεπιδράσει με την πραγματικότητα των άλλων εκτός αν το επιλέξεις, ή αν το επιλέξει ένα άλλο άτομο.

Εδώ διεγείρεται η περιέργεια του τι είναι δυνατόν να δημιουργήσουν οι άλλοι αλλά και να βιώσουν, έτσι ώστε να μπορέσουμε να σχηματίσουμε ένα τύπο αλληλοεπιδρώσας σχέσης μέσα από την οποία θα είμαστε σε θέση να βιώσουμε τις εξατομικευμένες πραγματικότητες και μέσα από αυτές να μάθουμε περισσότερα για τους άλλους και τον εαυτό μας, εξαπλώνοντας την δημιουργική μας γνώση. Η Διαδικασία περιγράφεται αρκετά απλοϊκά παραπάνω, όμως τα πράγματα περιπλέκονται. Μεγάλες ομάδες Συνειδητότητας με όμοιους δημιουργικούς στόχους ενώνονται και σχηματίζουν «οικογένειες». Μπορούν έπειτα να δημιουργήσουν πλαίσια πραγματικότητας μέσα από τα οποία βιώνουν εμπειρίες που είναι μοναδικές. Για να καταφέρει η συγκεκριμένη φυσική πραγματικότητα στην οποία ζούμε να αποκτήσει αμοιβαία συνοχή ανάμεσα σε άτομα με δημιουργική Συνειδητότητα θα πρέπει να ενυπάρχει μέσα σε κάποιο περιοριστικό πλαίσιο. Πρόκειται για ένα δεδομένο που μας κάνει να βιώνουμε την ζωή και τις εμπειρίες της όσο καλύτερα μπορούμε. Διότι αλλιώς φανταστείτε το χάος που θα υπήρχε αν η ατομική φαντασία του κάθε ανθρώπου πραγματωνόταν την ίδια στιγμή. Η Φυσική πραγματικότητα θα έχανε την συνοχή της άμεσα και έτσι η φυσική εμπειρία σε σχέση με τους άλλους δεν θα ήταν δυνατή καθώς το πλαίσιο στο οποίο υπάρχει θα εξαφανιζόταν.

Μέσα στο πλαίσιο της Μετενσάρκωσης διαφαίνεται πως η Γέννηση είναι μία αρκετά πιο επίπονη διαδικασία από τον Θάνατο. Ο Θάνατος είναι η αποκοπή από το φυσικό πλαίσιο της πραγματικότητας και ο εναγκαλισμός του πραγματικού βαθύτερου πλαισίου ύπαρξης, όπου η υλοποίηση της σκέψης ολοκληρώνεται πολύ ταχύτερα. Η Γέννηση από την άλλη μεριά είναι μία άκρως περιοριστική διαδικασία καθώς η Ψυχή ξεκινά να περιορίζει και να αποκόπτεται από τις αξίες της δημιουργίας και της αντίληψης. Η απώλεια δύναμης και ελέγχου μπορεί να γίνει τρομακτική, όμως εν τέλει γίνεται κατανοητή ως μία αναγκαιότητα για την ομαλή διαδικασία βιώματος της συγκεκριμένης φυσικής πραγματικότητας.

Φαίνεται πως δεν υπάρχει διαφυγή από τα συναισθηματικά και πνευματικά μαθήματα που πρέπει ο καθένας να λάβει, και οι συνθήκες συχνά θα επαναλαμβάνονται ώσπου η ψυχή να κατανοήσει την σημασία τους. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εκείνα που αποζητά η Ψυχή για τον εαυτό της. Έτσι ο προσωρινός περιορισμός της Αλήθειας και της υπέρτατης Ελεύθερης Βούλησης θα πρέπει να γίνει κατανοητός γιατί παρέχει δημιουργικές εμπειρίες που αλλιώς δεν θα ήταν δυνατόν να βιώσουμε, ειδικά σε σχέση με τα δισεκατομμύρια των υπόλοιπων συνειδητών δημιουργικών ανθρώπων με τους οποίους συμβιώνουμε…

Οι παρατηρήσεις του Hubble προτείνουν ένα συστατικό που λείπει στις θεωρίες της Σκοτεινής Ύλης

erevoktonos: Ίκαρος, το πιο μακρινό αστέρι που εντοπίστηκε έως τώραΟι αστρονόμοι ανακάλυψαν ότι μπορεί να υπάρχει ένα συστατικό που λείπει στην κοσμική συνταγή μας για το πώς συμπεριφέρεται η σκοτεινή ύλη. Γιατί έχουν ανακαλύψει μια ασυμφωνία μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων για το πώς η σκοτεινή ύλη πρέπει να κατανέμεται στα σμήνη γαλαξιών και τις παρατηρήσεις για τη δέσμευση της σκοτεινής ύλης στα σμήνη. 

Οι αστρονόμοι φαίνεται να αποκάλυψαν μια αινιγματική λεπτομέρεια στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται η σκοτεινή ύλη. Βρήκαν μικρές, πυκνές συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης που κάμπτουν και μεγεθύνουν το φως (λειτουργία βαρυτικού φακού) πολύ πιο έντονα από το αναμενόμενο.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η σκοτεινή ύλη μπορεί να αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος ή το σύνολο της «μάζας που λείπει» του σύμπαντος. Μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα επιβλητικό 85 τοις εκατό του σύμπαντος, και δεν μπορούμε να την δούμε. Επειδή η σκοτεινή ύλη δεν εκπέμπει, απορροφά ή αντανακλά το φως, η παρουσία της είναι γνωστή μόνο μέσω της βαρυτικής έλξης πάνω στην ορατή ύλη στο διάστημα. Ως εκ τούτου, η σκοτεινή ύλη παραμένει τόσο αόριστη όσο η Γάτα του Τσεσάιρ στις Περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων – όπου βλέπετε μόνο το χαμόγελο της (με τη μορφή βαρύτητας) αλλά όχι το ίδιο το ζώο.

Ένας τρόπος με τον οποίο οι αστρονόμοι μπορούν να ανιχνεύσουν τη σκοτεινή ύλη είναι να μετρήσουν τον τρόπο με τον οποίο η βαρύτητα της στρεβλώνει το χώρο, ένα φαινόμενο που ονομάζεται βαρυτικός φακός.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης μικρής κλίμακας σε σμήνη παράγουν βαρυτικά φαινόμενα, που είναι 10 φορές ισχυρότερα από το αναμενόμενο. Αυτά τα στοιχεία βασίζονται σε πρωτοφανείς λεπτομερείς παρατηρήσεις αρκετών τεράστιων γαλαξιακών σμηνών από το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Hubble και το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (VLT) του Ευρωπαϊκού Νότιου Παρατηρητηρίου στη Χιλή.

Κανείς δεν καταλαβαίνει και πολλά για την σκοτεινή ύλη. Ακόμα και το όνομα προδίδει πόσο λίγα γνωρίζουμε γι' αυτήν. Ωστόσο, η νέα ανάλυση του Hubble υποδηλώνει ότι γνωρίζουμε ακόμη λιγότερα από ό, τι νομίζαμε. Η ανάλυση Hubble της σκοτεινής ύλης δείχνει περισσότερα σε μέρη όπου δεν περιμέναμε, κάνοντας πράγματα που επίσης δεν περιμέναμε.

Πρόσφατα η ομάδα με επικεφαλής τον Massimo Meneghetti ανέλυσε τη σκοτεινή ύλη σε 11 μεγάλα γαλαξιακά σμήνη.

Ο Meneghetti λέει ότι τα σμήνη των γαλαξιών είναι το ιδανικό μέρος για τη μελέτη της σκοτεινής ύλης. Η ομάδα δημιουργεί προσομοιώσεις των αναμενόμενων βαρυτικών φακών στο εργαστήριο και στη συνέχεια το συγκρίνει με την πραγματικότητα μέσω του Hubble. Σε μεγάλη κλίμακα, τα μοντέλα είναι ακριβή – η ομάδα είδε το βαρυτικό φακό γύρω από το σμήνος όπως είχε προβλεφθεί. Ωστόσο, η μελέτη αποκάλυψε επίσης το βαρυτικό φακό γύρω από μεμονωμένους γαλαξίες που δεν είχε προβλεφθεί στο μοντέλο. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι η ποσότητα της σκοτεινής ύλης σε αυτούς τους γαλαξίες θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλότερη από ό, τι πιστεύεται, κατά 10 φορές ή και περισσότερο.

Για να επιβεβαιώσει αυτά τα ευρήματα, η ομάδα πραγματοποίησε φασματοσκοπικές παρατηρήσεις των ύποπτων γαλαξιών. Οι ορατές μετατοπίσεις του φωτός στα φάσματα επέτρεψαν στους επιστήμονες να υπολογίσουν την ταχύτητα των άστρων σε τροχιά, κάτι που είναι ένας από τους λίγους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να μετρήσουμε τη σκοτεινή ύλη. Αυτή η ανάλυση επιβεβαίωσε ότι υπήρχε πολύ περισσότερη σκοτεινή ύλη από ό, τι προβλέπουν τα τρέχοντα μοντέλα.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη τι σημαίνει αυτό, αλλά οποιαδήποτε απόκλιση μεταξύ μοντέλων και πραγματικότητας είναι μια ευκαιρία για τη βελτίωση των μοντέλων. Αυτό θα μπορούσε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι είναι η σκοτεινή ύλη.

Το προγραμματισμένο διαστημικό τηλεσκόπιο Nancy Grace Roman της NASA θα ανιχνεύσει ακόμη πιο απομακρυσμένους γαλαξίες μέσω του βαρυτικού φακού από τεράστια σμήνη γαλαξιών. Οι παρατηρήσεις θα διευρύνουν το δείγμα των σμηνών που μπορούν να αναλύσουν οι αστρονόμοι για να δοκιμάσουν περαιτέρω τα μοντέλα της σκοτεινής ύλης.

M. Heidegger: Είναι και Χρόνος (8)

Martin Heidegger: (1889-1976)

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Κεφάλαιο Τέταρτο, Πώς κουβεντιάζεται η αυθεντικότητα και η αναυθετικότητα του εαυτού;

Μια επισκόπηση

Το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος φέρει τον γενικό τίτλο:

Το εντός-του-κόσμου-Είναι ως Συνείναι και εαυτότητα.
Το «τις»/οι «πολλοί».
(Das In-der-Welt-sein als Mit-und Selbstsein. Das “Man”)

I. Με μια πρώτη ματιά ο τίτλος μας λέει πως «το εντός του κόσμου Είναι», το ενδοκοσμικό μας Είναι ή, με άλλα λόγια, η καθημερινή ύπαρξη, η ύπαρξή μας μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην εγκοσμιότητα, δεν είναι ποτέ μοναχική, αλλά πάντοτε παρούσα ως συνύπαρξη, ως ένα Συν-είναι (Mitsein). Βρισκόμαστε στο κέντρο της κοσμικότητας του κόσμου. Εάν αυτή-εδώ δεν μας εγκαταλείπει ποτέ –είτε θέλουμε είτε όχι– και η ερμηνευτική διείσδυση σ’ αυτήν μας φέρνει αντιμέτωπους με τον κόσμο των φαινομένων, η ύπαρξή μας μέσα στον καθημερινό κόσμο ανήκει, πάνω απ’ όλα, στα θεμελιακά οργανικά στοιχεία που συγκροτούν αυτή την ενδο-κοσμικότητα (In-der-Welt-sein). Ως τέτοιο στοιχείο συνιστά καίριο κοινωνικό φαινόμενο. Κοινωνικό όχι με κάποιο κοινωνιολογικό νόημα: ως μια ταξική ή διυποκειμενική σχέση ανάμεσα σε δυο ατομικά ή συλλογικά υποκείμενα, αλλά α) καθαρώς φαινομενολογικά: το Dasein ως τι είδους κοινωνικό φαινόμενο είναι εν γένειˑ και β) κοινωνικώς οντολογικά: το Dasein ως σχετιζόμενο με το Είναι, καθώς η υπαρκτική του φύση, δηλαδή η φύση του, η ουσία του ως ύπαρξη, προορίζεται να είναι με τους άλλους, να συνυπάρχει με τους πολλούς, με το ανώνυμο πλήθος. Η συνύπαρξη τούτη έχει τη ρίζα της μέσα σε ένα ανώνυμο πλήθος, μέσα στην ανωνυμία των πολλών, από την οποία δεν μπορεί να αποκοπεί ή να ξεφύγει με κανέναν τρόπο. Γι’ αυτό και ρίχνεται, απορροφάται μέσα στον κόσμο.

ΙΙ. Κατευθυντήριος ορίζοντας ερμηνείας και κατανόησης των τριών παραγράφων (§§§25, 26, 27) που συνθέτουν το τέταρτο κεφάλαιο του Είναι και Χρόνος είναι η υπαρκτική διαφορά ανάμεσα στον αυθεντικό και αναυθεντικό Εαυτό. Ο Χάιντεγκερ διαγιγνώσκει πως η κοσμικότητα του κόσμου, σε επίπεδο ύπαρξης, δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς, εάν μένει αναπάντητο το ερώτημα: ποιος είναι αυτό, που στην καθημερινότητα είναι το Dasein; Γιατί κάθε περαιτέρω κατανόηση απαιτεί μια βαθιά ενασχόληση με το ερώτημα: ποιος είναι το Dasein; Επειδή το Dasein όχι μόνο βρίσκεται καθημερινά μέσα στον κόσμο, αλλά σχετίζεται με αυτόν, συναρπάζεται απ’ αυτόν. Καθ’ όλη αυτή τη σχεσιακή του κίνηση, κυρίαρχο είδος παραμένει το Είναι, γι’ αυτό και το φαινόμενο που δίνει απάντηση στο «ποιος;», όπως και όλες οι άλλες δομές του Είναι αυτού του Dasein, ανήκει στους τρόπους του Είναι του.  

III. Οι τρόποι του Είναι, δηλαδή οι τρόποι, με τους οποίους έρχεται σε παρουσία το Είναι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά φανερώσεις του ίδιου του Dasein, του ανθρώπου ως υπαρκτικής οντότητας. Έτσι το Dasein κατορθώνει –με τα εγγενή του στοιχεία, όπως η αλήθεια ως α-λήθεια [=μη λήθη] και ο λόγος: το λέγειν και η γλώσσα– να είναι κάτι το διακεκριμένο, το έξοχο. Ακριβώς ετούτη η εξοχότητα είναι που του προσδίδει τη δέουσα, τη σίγουρη, τη βέβαιη προτεραιότητα έναντι των άλλων όντων. Από εδώ προκύπτει πως αυτό το Dasein, ο άνθρωπος ως τέτοιος, είναι ό,τι είναι, επειδή καθορίζεται από το προνόμιο της ύπαρξηςˑ και μόνο ως τέτοια ύπαρξη υπερέχει οντολογικά έναντι των άλλων όντωνˑ «υπερέχει οντολογικά» σημαίνει ότι ως ον έχει λόγο για το Είναι (=οντο-λογικά), δηλαδή ρωτά για το νόημα του Είναι: διανοίγεται στην κατανόησή του. Μια τέτοια διάνοιξη ωστόσο δεν προϋποθέτει εγκατάλειψη του Εαυτού, απώλειά του μέσα στην καθημερινή χαύνωση, κάτι σαν την απερίγραπτη αποχαύνωση του τρέχοντος καθεστωτικού προσωπικού της Ελλάδας και των διανοουμενίστικων υπηρετών του. Απεναντίας είναι διάνοιξη και προς εαυτόν ή πρωτίστως προς εαυτόν.

IV. Κατ’ αυτή τη διάνοιξη λοιπόν η εν λόγω κατανόηση εκτυλίσσεται συγχρόνως και ως κατανόηση του ατομικού Είναι, τουτέστι ως αυτοκατανόηση. Όταν ρωτάμε για το Είναι, μαθαίνουμε να γινόμαστε αυτοί που είμαστε ή, με άλλα λόγια, ρωτάμε για την ουσία της ύπαρξής μας, ζητούμε να μαθαίνουμε για ετούτη από αυτό για το οποίο ρωτάμε, δηλαδή από το Είναι. Το Είναι συμβαίνει να μας προσ/ς-καλεί και εμείς προσ/ς–ερχόμαστε. Π.χ. Κάθε ανθρώπινο ον που δημιουργεί, που γίνεται δημιουργός στην πορεία της ζωής του, το κατορθώνει αυτό, γιατί καλείται, προσ/ς καλείται από το Είναι του, δηλαδή έλκεται, μαγεύεται, συναρπάζεται απ’ αυτό, για το οποίο αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις του Dasein του. Πόσα και πόσα ανθρώπινα άτομα δεν χάνουν τον προσανατολισμό τους μέσα στη ζωή, γιατί δεν ανακαλύπτουν έγκαιρα το ταλέντο τους, δηλαδή δεν αναγνωρίζουν και δεν ακολουθούν τη φωνή, την προσ/ς-κληση του Είναι τους. Τούτο υποδηλώνει, μεταξύ των άλλων, πως το Dasein μας, ακόμη κι αν είναι κλεισμένο ή αποκλεισμένο σε έναν χώρο, σε ένα Da, δεν παύει να ανήκει στις δυνατότητές του να διανοίγεται προς εαυτόν και τους άλλους. Η δυνατότητά του για [=να] Είναι καθορίζει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και τη δυνατότητά του να είναι αυθεντικός ή μη-αυθεντικός Εαυτός.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (399e-400e)

[399e] Οὐδέν γε, ἦν δ᾽ ἐγώ, καινὸν ποιοῦμεν, ὦ φίλε, κρίνοντες τὸν Ἀπόλλω καὶ τὰ τοῦ Ἀπόλλωνος ὄργανα πρὸ Μαρσύου τε καὶ τῶν ἐκείνου ὀργάνων.
Μὰ Δία, ἦ δ᾽ ὅς, οὔ μοι φαινόμεθα.
Καὶ νὴ τὸν κύνα, εἶπον, λελήθαμέν γε διακαθαίροντες πάλιν ἣν ἄρτι τρυφᾶν ἔφαμεν πόλιν.
Σωφρονοῦντές γε ἡμεῖς, ἦ δ᾽ ὅς.
Ἴθι δή, ἔφην, καὶ τὰ λοιπὰ καθαίρωμεν. ἑπόμενον γὰρ δὴ ταῖς ἁρμονίαις ἂν ἡμῖν εἴη τὸ περὶ ῥυθμούς, μὴ ποικίλους αὐτοὺς διώκειν μηδὲ παντοδαπὰς βάσεις, ἀλλὰ βίου ῥυθμοὺς ἰδεῖν κοσμίου τε καὶ ἀνδρείου τίνες εἰσίν· οὓς ἰδόντα τὸν [400a] πόδα τῷ τοῦ τοιούτου λόγῳ ἀναγκάζειν ἕπεσθαι καὶ τὸ μέλος, ἀλλὰ μὴ λόγον ποδί τε καὶ μέλει. οἵτινες δ᾽ ἂν εἶεν οὗτοι οἱ ῥυθμοί, σὸν ἔργον, ὥσπερ τὰς ἁρμονίας, φράσαι.
Ἀλλὰ μὰ Δί᾽, ἔφη, οὐκ ἔχω λέγειν. ὅτι μὲν γὰρ τρί᾽ ἄττα ἐστὶν εἴδη ἐξ ὧν αἱ βάσεις πλέκονται, ὥσπερ ἐν τοῖς φθόγγοις τέτταρα, ὅθεν αἱ πᾶσαι ἁρμονίαι, τεθεαμένος ἂν εἴποιμι· ποῖα δὲ ὁποίου βίου μιμήματα, λέγειν οὐκ ἔχω.
[400b] Ἀλλὰ ταῦτα μέν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ μετὰ Δάμωνος βουλευσόμεθα, τίνες τε ἀνελευθερίας καὶ ὕβρεως ἢ μανίας καὶ ἄλλης κακίας πρέπουσαι βάσεις, καὶ τίνας τοῖς ἐναντίοις λειπτέον ῥυθμούς· οἶμαι δέ με ἀκηκοέναι οὐ σαφῶς ἐνόπλιόν τέ τινα ὀνομάζοντος αὐτοῦ σύνθετον καὶ δάκτυλον καὶ ἡρῷόν γε, οὐκ οἶδα ὅπως διακοσμοῦντος καὶ ἴσον ἄνω καὶ κάτω τιθέντος, εἰς βραχύ τε καὶ μακρὸν γιγνόμενον, καί, ὡς ἐγὼ οἶμαι, ἴαμβον καί τιν᾽ ἄλλον τροχαῖον ὠνόμαζε, μήκη δὲ καὶ [400c] βραχύτητας προσῆπτε. καὶ τούτων τισὶν οἶμαι τὰς ἀγωγὰς τοῦ ποδὸς αὐτὸν οὐχ ἧττον ψέγειν τε καὶ ἐπαινεῖν ἢ τοὺς ῥυθμοὺς αὐτούς —ἤτοι συναμφότερόν τι· οὐ γὰρ ἔχω λέγειν— ἀλλὰ ταῦτα μέν, ὥσπερ εἶπον, εἰς Δάμωνα ἀναβεβλήσθω· διελέσθαι γὰρ οὐ σμικροῦ λόγου. ἢ σὺ οἴει;
Μὰ Δί᾽, οὐκ ἔγωγε.
Ἀλλὰ τόδε γε, ὅτι τὸ τῆς εὐσχημοσύνης τε καὶ ἀσχημοσύνης τῷ εὐρύθμῳ τε καὶ ἀρρύθμῳ ἀκολουθεῖ, δύνασαι διελέσθαι;
Πῶς δ᾽ οὔ;
[400d] Ἀλλὰ μὴν τὸ εὔρυθμόν γε καὶ τὸ ἄρρυθμον τὸ μὲν τῇ καλῇ λέξει ἕπεται ὁμοιούμενον, τὸ δὲ τῇ ἐναντίᾳ, καὶ τὸ εὐάρμοστον καὶ ἀνάρμοστον ὡσαύτως, εἴπερ ῥυθμός γε καὶ ἁρμονία λόγῳ, ὥσπερ ἄρτι ἐλέγετο, ἀλλὰ μὴ λόγος τούτοις.
Ἀλλὰ μήν, ἦ δ᾽ ὅς, ταῦτά γε λόγῳ ἀκολουθητέον.
Τί δ᾽ ὁ τρόπος τῆς λέξεως, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ὁ λόγος; οὐ τῷ τῆς ψυχῆς ἤθει ἕπεται;
Πῶς γὰρ οὔ;
Τῇ δὲ λέξει τὰ ἄλλα;
Ναί.
Εὐλογία ἄρα καὶ εὐαρμοστία καὶ εὐσχημοσύνη καὶ [400e] εὐρυθμία εὐηθείᾳ ἀκολουθεῖ, οὐχ ἣν ἄνοιαν οὖσαν ὑποκοριζόμενοι καλοῦμεν [ὡς εὐήθειαν], ἀλλὰ τὴν ὡς ἀληθῶς εὖ τε καὶ καλῶς τὸ ἦθος κατεσκευασμένην διάνοιαν.
Παντάπασι μὲν οὖν, ἔφη.
Ἆρ᾽ οὖν οὐ πανταχοῦ ταῦτα διωκτέα τοῖς νέοις, εἰ μέλλουσι τὸ αὑτῶν πράττειν;
Διωκτέα μὲν οὖν.

***
[399e] Και δε μου φαίνεται να κάνομε και τίποτα περίεργο πράγμα, φίλε μου, αν προτιμούμε τον Απόλλωνα και τα όργανα του Απόλλωνος από τον Μαρσύα και τα όργανά του.
Και μένα δε μου φαίνεται.
Κι έτσι, μά τον κύνα, έχομε πάλι κάμει χωρίς να το καταλάβομε το ξεκαθάρισμα της πολιτείας, που λέγαμε λίγο πριν πως ξεχείλιζε από τρυφή και πολυτέλεια.
Και κάμαμε πολύ φρόνιμα.
Έλα λοιπόν να συνεχίσομε το ξεκαθάρισμα· γιατί έρχεται τώρα η σειρά των ρυθμών, ώστε, σύμφωνα μ᾽ όσα είπαμε για τις αρμονίες, να μην κυνηγούμε και σ᾽ αυτούς την ποικιλία ουδέ κάθε λογής βάσεις, αλλά να ζητήσομε να βρούμε ποιοί είναι οι ρυθμοί που εκφράζουν τον κόσμιο και αντρικό χαρακτήρα· κι αφού τους βρούμε, [400a] να αναγκάσομε το μέτρο και το μέλος να ακολουθούν το λόγο, και όχι το λόγο ν᾽ ακολουθεί το μέτρο και το μέλος. Τώρα ποιοί θα είναι αυτοί οι ρυθμοί, δική σου δουλειά είναι να μας το πεις, όπως έκαμες και με τις αρμονίες.
Μά την αλήθεια δεν μπορώ να σου απαντήσω· εκείνο που έχω ιδεί και μπορώ να πω είναι πως υπάρχουν κάποια τρία είδη, που απ᾽ αυτά πλέκουνται οι βάσεις, όπως στους φθόγγους τέσσερα, που κάνουν όλες τις αρμονίες· ποιά όμως απ᾽ αυτά είναι άξια να μιμηθούν αυτόν ή εκείνο τον τρόπον του βίου, δεν είμαι σε θέση να πω.
[400b] Μα σ᾽ αυτό μπορούμε να συμβουλευτούμε τον Δάμωνα, ποιές είναι οι βάσεις που εκφράζουν τους ανελεύθερους, τους υβριστικούς, τους μανιακούς και άλλους κακούς χαρακτήρες, και ποιούς ρυθμούς πρέπει ν᾽ αφήσομε για τους εναντίους. Νομίζω μάλιστα πως τον έχω ακούσει, αν και όχι πολύ ξεκαθαρισμένα, να κάνει λόγο για κάποιο ρυθμό που τον ονόμαζε ενόπλιο σύνθετο, και δάκτυλο και ακόμα και ηρώο, και που τον σύνθετε, δεν ξέρω πώς, με ίση άρση και θέση, από μακρές και βραχείες συλλαβές· κι έναν άλλο πάλι που τον έλεγε, νομίζω, ίαμβο και τροχαίο, και που κι αυτόν τον σύνθετε από μακρές και [400c] βραχείες· μου φαίνεται ακόμα πως επαινούσε ή έψεγε και τη ρυθμική αγωγή του ενός ή του άλλου απ᾽ αυτούς τους πόδες, όχι λιγότερο από τους ίδιους τους ρυθμούς, ή κάπως και τα δυο μαζί· γιατί δεν ξέρω καλά να πω· μα αυτά ας τα αναβάλομε να τα συζητήσομε, καθώς είπα, με τον Δάμωνα· γιατί δεν είναι και πολύ εύκολο να τα ξεκαθαρίσομε· ή έχεις εσύ άλλη γνώμη;
Κάθε άλλο.
Αυτό όμως τουλάχιστο δεν μπορείς να το ξεχωρίσεις, πως την ευρυθμία και την αρρυθμία παρακολουθεί η εντύπωση της ομορφιάς και της ασχήμιας;
Πώς όχι;
[400d] Η ομορφιά όμως του ρυθμού, όπως και της αρμονίας, παρακολουθεί και γίνεται όμοια με την ομορφιά του λόγου, αφού, καθώς λέγαμε πριν, ο ρυθμός και η αρμονία έγιναν για το λόγο, κι όχι ο λόγος για κείνα.
Μα αυτά πρέπει βέβαια ν᾽ ακολουθούν το λόγο.
Ο λεκτικός πάλι τρόπος και ο ίδιος ο λόγος δεν παρακολουθούν το ήθος της ψυχής;
Πώς όχι;
Και όλα τα άλλα το λόγο;
Ναι.
Ώστε η ομορφιά και η αρμονία, η χάρη και [400e] η ευρυθμία του λόγου παρακολουθούν την ευήθεια· και δεν εννοώ μ᾽ αυτή τη λέξη το είδος της μωρίας που χαϊδευτικά το ονομάζουν έτσι, αλλά τον χαρακτήρα εκείνο της ψυχής που έχει διαπλάσει πραγματικώς ωραίο και καλό ήθος.
Βεβαιότατα.
Δεν πρέπει λοιπόν αυτά να επιδιώκουν παντού και πάντα οι νέοι, αν θέλουν να εκπληρώσουν τον προορισμό τους;
Εννοείται και πρέπει.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Αὐλίδι (164-205)

ΧΟΡΟΣ
ἔμολον ἀμφὶ παρακτίαν [στρ. α]
165 ψάμαθον Αὐλίδος ἐναλίας,
Εὐρίπου διὰ χευμάτων
κέλσασα στενοπόρθμων,
Χαλκίδα πόλιν ἐμὰν προλιποῦσ᾽,
ἀγχιάλων ὑδάτων τροφὸν
170 τᾶς κλεινᾶς Ἀρεθούσας,
Ἀχαιῶν στρατιὰν ὡς ἐσιδοίμαν
Ἀχαιῶν τε πλάτας ναυσιπόρους ἡ-
μιθέων, οὓς ἐπὶ Τροίαν
ἐλάταις χιλιόναυσιν
175 τὸν ξανθὸν Μενέλαον θ᾽
ἁμέτεροι πόσεις
ἐνέπουσ᾽ Ἀγαμέμνονά τ᾽ εὐπατρίδαν
στέλλειν ἐπὶ τὰν Ἑλέναν, ἀπ᾽
Εὐρώτα δονακοτρόφου
180 Πάρις ὁ βουκόλος ἃν ἔλαβε,
δῶρον τᾶς Ἀφροδίτας,
ὅτ᾽ ἐπὶ κρηναίαισι δρόσοις
Ἥρᾳ Παλλάδι τ᾽ ἔριν ἔριν
μορφᾶς ἁ Κύπρις ἔσχεν.

πολύθυτον δὲ δι᾽ ἄλσος Ἀρ- [ἀντ. α]
186 τέμιδος ἤλυθον ὀρομένα,
φοινίσσουσα παρῇδ᾽ ἐμὰν
αἰσχύνᾳ νεοθαλεῖ,
ἀσπίδος ἔρυμα καὶ κλισίας
190 ὁπλοφόρους Δαναῶν θέλουσ᾽
ἵππων τ᾽ ὄχλον ἰδέσθαι.
κατεῖδον δὲ δύ᾽ Αἴαντε συνέδρω,
τὸν Οἰλέως Τελαμῶνός τε γόνον, τὸν
Σαλαμῖνος στέφανον, Πρω-
195 τεσίλαόν τ᾽ ἐπὶ θάκοις
πεσσῶν ἡδομένους μορ-
φαῖσι πολυπλόκοις,
Παλαμήδεά θ᾽, ὃν τέκε παῖς ὁ Ποσει-
δᾶνος, Διομήδεά θ᾽ ἡδο-
200 ναῖς δίσκου κεχαρημένον,
παρὰ δὲ Μηριόνην, Ἄρεος
ὄζον, θαῦμα βροτοῖσιν,
τὸν ἀπὸ νησαίων τ᾽ ὀρέων
Λαέρτα τόκον, ἅμα δὲ Νι-
205 ρῆ, κάλλιστον Ἀχαιῶν.

***
Αφού έφυγε ο γέρος και μπήκε και ο Αγαμέμνονας στη σκηνή του, έρχονται οι Χαλκιδιώτισσες που αποτελούν το Χορό.

ΧΟΡΟΣ
Απ᾽ τον τόπο μου έχω φύγει, απ᾽ τη Χαλκίδα,
βρυσομάνα των νερών της ξακουστής
170 της Αρέθουσας, που ρέουν κοντά στη θάλασσα·
μέσ᾽ απ᾽ του Εύριπου το ρέμα
το στενό αφού πέρασα, άραξα
στης Αυλίδας τ᾽ ακρογιάλι,
στου γιαλού την αμμουδιά·
των Αχαιών να δω τ᾽ ασκέρι,
των Αχαιών να δω το στόλο,
των ημίθεων, που με χίλια,
λένε οι άντρες μας, καράβια
τους ξεσήκωσαν και πάνε
να χτυπήσουνε την Τροία
ο Μενέλαος ο ξανθός και ο αδερφός του
ο Αγαμέμνονας, τρανής γενιάς βλαστάρια,
την Ελένη για να πάρουνε ξανά·
από κει που ρέει ο Ευρώτας
180 καλαμόζωστος, την είχε αρπάξει ο Πάρης,
ο βοσκός με τα γελάδια·
του τη χάρισε η θεά
η Αφροδίτη, όταν σ᾽ αγώνα μ᾽ άλλες θεές,
την Παλλάδα και την Ήρα, παραβγήκε
για ομορφιά, κοντά σε ολόδροσες πηγές.

Απ᾽ της Άρτεμης το πλούσιο σε θυσίες
άλσος πέρασα τρεχάτη, κι η ντροπή
μού κοκκίνιζε τα μάγουλα πρωτάνθιστη·
190 των Δαναών να δω ποθούσα
το στρατό τον ασπιδόφραχτο,
τις σκηνές, γεμάτες όπλα,
και τ᾽ αμάξια τα πολλά.
Και είδα. Κάθονταν αντάμα
οι δυο οι Αίαντες· του Οιλέα,
κι ο άλλος, γιος του Τελαμώνα,
η κορφή της Σαλαμίνας·
και τον Πρωτεσίλαο είδα
και μαζί τον Παλαμήδη,
που ο πατέρας του είναι γιος του Ποσειδώνα,
καθισμένοι σε σκαμνιά να παίζουν πούλια,
με χαρά για τις πολύπλοκες ριξιές·
κι είδα το Διομήδη· εκείνος
200 γλένταε ρίχνοντας το δίσκο· και κοντά του
το Μηριόνη, φύτρο του Άρη,
στους ανθρώπους θαυμαστό·
του Λαέρτη είδα το γιο, που απ᾽ του νησιού
ήρθε τα όρη, και μαζί και το Νιρέα,
πρώτο απ᾽ όλους του Αχαιούς στην ομορφιά.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.: Η τέχνη της ελληνιστικής εποχής

8.1.3. Το Πέργαμον

Μια άλλη πόλη που από το τέλος του 3ου αιώνα π.Χ. αναδείχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του ελληνιστικού κόσμου είναι το Πέργαμον (ή η Πέργαμος) στη βορειοδυτική Μικρά Ασία. Η λέξη πέργαμον (συνήθως ουδέτερο· μαρτυρείται όμως και το θηλυκό ἡ πέργαμος) είναι προελληνική και σημαίνει οχυρό· ήταν επομένως ταιριαστή ονομασία για τον αρχικό μικρό οικισμό της Μυσίας, ο οποίος ήταν χτισμένος στην κορυφή ενός απόκρημνου λόφου που δεσπόζει στην κοιλάδα του ποταμού Καΐκου. Την ασφαλή αυτή και απόμερη τοποθεσία την επέλεξε, λίγο μετά το 302 π.Χ., ο βασιλιάς Λυσίμαχος, ένας από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως τόπο φύλαξης του ταμείου του, που περιείχε 9.000 τάλαντα. Τη φύλαξη και τη διαχείριση της τεράστιας αυτής περιουσίας ο Λυσίμαχος την ανέθεσε σε έναν έμπιστό του, πιθανότατα Μακεδόνα, τον Φιλέταιρο, γιο του Αττάλου. Ο Φιλέταιρος φύλαξε πιστά τον θησαυρό για πολλά χρόνια, αλλά το 282 π.Χ., όταν έπειτα από δολοπλοκίες στην αυλή του Λυσιμάχου αισθάνθηκε ότι απειλούνταν, ζήτησε την προστασία του βασιλιά της Συρίας Σελεύκου Α'. Τον επόμενο χρόνο ο Σέλευκος νίκησε τον Λυσίμαχο στη μάχη του Κουρουπεδίου και από τότε ο Φιλέταιρος έγινε κατ᾽ όνομα υποτελής του, ήταν όμως στην πραγματικότητα σχεδόν αυτόνομος ηγεμόνας της ευρύτερης περιοχής του Περγάμου. Έχοντας στη διάθεσή του τα χρήματα του νεκρού πλέον βασιλιά Λυσιμάχου, ο Φιλέταιρος δεν ήταν μόνο ανεξάρτητος αλλά και πολύ πλούσιος, και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον πλούτο του για να εδραιώσει την εξουσία του. Η πρώτη ενέργεια ήταν η ενίσχυση της οχύρωσης του Περγάμου και η κατασκευή νέων οικοδομημάτων, ανάμεσα στα οποία ήταν και ένας ναός της Αθηνάς· η δεύτερη ήταν η παραχώρηση στις γειτονικές ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μεγάλων δωρεών, με τις οποίες εξασφάλισε την εύνοιά τους.
 
Ο Φιλέταιρος πέθανε το 263 π.Χ. σε μεγάλη ηλικία και, καθώς δεν είχε παιδιά, τον διαδέχθηκε ο ανεψιός του Ευμένης. Είδαμε ότι ο Φιλέταιρος ήταν τυπικά υποτελής των βασιλέων της Συρίας, των Σελευκιδών. Ο Ευμένης, ωστόσο, όταν ανέλαβε την εξουσία στο Πέργαμον, θεωρώντας ότι ο Αντίοχος Α', που είχε στο μεταξύ διαδεχθεί τον πατέρα του Σέλευκο, δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει πραγματική επικυριαρχία, κήρυξε την ανεξαρτησία του και έγινε αυτόνομος ηγεμόνας. Ο Αντίοχος εξεστράτευσε εναντίον του Ευμένη το 262 π.Χ., αλλά ηττήθηκε σε μια μάχη κοντά στις Σάρδεις. Μετά τη νίκη του ο Ευμένης επεξέτεινε σιγά σιγά το κράτος του και επιδίωξε να κάνει το Πέργαμον κέντρο ελληνικής παιδείας, καλώντας φιλοσόφους από την Αθήνα. Αργότερα ιδρύθηκε στο Πέργαμον μια σημαντική βιβλιοθήκη, που ήταν η δεύτερη σε μέγεθος μετά από εκείνη της Αλεξάνδρειας.
 
Αλλά το πρώτο γεγονός που έφερε δόξα στους ηγεμόνες του Περγάμου και τους έκανε γνωστούς στον ελληνιστικό κόσμο ήταν η αναμέτρησή τους με τους Γαλάτες. Οι Γαλάτες ήταν Κέλτες που κατοικούσαν στην κεντρική και τη δυτική Ευρώπη, και από τον 4ο αιώνα π.Χ. άρχισαν να μετακινούνται προς τα νότια, εισβάλλοντας αρχικά στην Ιταλία και αργότερα στη Βαλκανική χερσόνησο. Το 279 π.Χ. οι Γαλάτες οργάνωσαν μια επιδρομή στη Μακεδονία, προχώρησαν ληστεύοντας και καταστρέφοντας στην κεντρική Ελλάδα και έφτασαν ως τους Δελφούς, ώσπου τους νίκησε Αντίγονος Γονατάς, που μετά από αυτή την επιτυχία έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας. Οι νικημένοι Γαλάτες συνέχισαν την πορεία τους προς τα ανατολικά και εγκαταστάθηκαν τελικά στα υψίπεδα της κεντρικής Μικράς Ασίας, ανάμεσα στους ποταμούς Σαγγάριο και Άλυ, στην περιοχή της Αγκύρας, που ονομάστηκε από τότε Γαλατία. Οι Γαλάτες δεν αναμείχθηκαν με τον εγχώριο πληθυσμό, αλλά ζούσαν κατά φυλές σε μικρά χωριά όμοια με εκείνα της πατρίδας τους και συνέχισαν να μιλούν τη δική τους γλώσσα· επειδή ήταν μαθημένοι να πολεμούν, ταλαιπωρούσαν διαρκώς τους γείτονές τους με ληστρικές επιδρομές και εκείνοι ήταν αναγκασμένοι να τους εξαγοράζουν για να μην υφίστανται τις επιθέσεις τους.
 
Οι Σελευκίδες βασιλείς της Συρίας προσπάθησαν να περιορίσουν τους Γαλάτες, αν και αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα σε δύο αδελφούς που διεκδικούσαν τον θρόνο, τον Αντίοχο Ιέρακα και τον Σέλευκο Β'. Στον πόλεμο αυτό ο Σέλευκος χρησιμοποίησε Γαλάτες μισθοφόρους και νίκησε με τη βοήθειά τους σε μια μάχη κοντά στην Άγκυρα, το 236 π.Χ. Από τότε η δράση των Γαλατών στη Μικρά Ασία έγινε ανεξέλεγκτη. Τη δύσκολη αυτή κατάσταση την αντιμετώπισε ο νέος ηγεμόνας του Περγάμου, ο Άτταλος Α', υιοθετημένος γιος του Ευμένη, που ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 241 π.Χ., μετά τον θάνατο του τελευταίου. Ο Άτταλος αντιμετώπισε τους Γαλάτες σε δύο μάχες: στην πρώτη, λίγο πριν το 230 π.Χ., νίκησε τη φυλή των Τολιστοβογίων κοντά στις πηγές του Καΐκου· στη δεύτερη και αποφασιστική, μερικά χρόνια αργότερα (πιθανόν το 228 π.Χ.), απέκρουσε μια μεγαλύτερη δύναμη συνασπισμένων Γαλατών που είχαν φτάσει ως τα τείχη του Περγάμου. Μετά την επιτυχία αυτή ο Άτταλος πήρε τον τίτλο βασιλεύς και έτσι το κράτος του Περγάμου έγινε το τελευταίο από τα ελληνιστικά βασίλεια.
Η δύναμη και ευημερία του βασιλείου του Περγάμου έφθασε στο απόγειό της στα χρόνια της βασιλείας του Ευμένη Β' (197-159 π.Χ.), του πρωτότοκου γιου και διαδόχου του Αττάλου Α'. Οι δύσκολες σχέσεις του Ευμένη με δύο ισχυρούς ηγεμόνες, τον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε' και τον βασιλιά της Συρίας Αντίοχο Γ', τον οδήγησαν να πάρει το μέρος των Ρωμαίων στον Β' Μακεδονικό Πόλεμο. Έτσι, όταν οι Ρωμαίοι νίκησαν πρώτα τον Φίλιππο και έπειτα τον Αντίοχο και τους ανάγκασαν να κάνουν ειρήνη με ταπεινωτικούς όρους, ο Ευμένης ισχυροποίησε τη θέση του στη Μικρά Ασία και επεξέτεινε την επιρροή του στην Ελλάδα, κάνοντας πλούσιες δωρεές κυρίως στην Αθήνα. Ο Ευμένης παρέμεινε σύμμαχος των Ρωμαίων, τους βοήθησε στον Γ' Μακεδονικό Πόλεμο εναντίον του Περσέα και συνέβαλε στην τελειωτική νίκη του Αιμιλίου Παύλου στην Πύδνα το 168 π.Χ. Οι Ρωμαίοι όμως υποπτεύθηκαν ότι προσπάθησε να τους γελάσει και θέλησαν να τον καθαιρέσουν, χωρίς να το κατορθώσουν. Από τότε η σχέση του Ευμένη με τη Ρώμη ψυχράνθηκε. Το 166 π.Χ. ο Ευμένης κατέστειλε μιαν ακόμη εξέγερση των Γαλατών και κυβέρνησε το κράτος του ειρηνικά ως τον θάνατο του το 159 π.Χ. Διάδοχος του Ευμένη έγινε ο νεότερος αδελφός του Άτταλος Β', που ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία 60 ετών και βασίλεψε ως το 138 π.Χ., οπότε πέθανε σε βαθιά γεράματα· στα χρόνια του αναθερμάνθηκαν οι σχέσεις του βασιλείου του Περγάμου με τη Ρώμη και διατηρήθηκε η ευημερία. Ο επόμενος βασιλιάς του Περγάμου, ο Άτταλος Γ', ήταν και ο τελευταίος: όταν πέθανε το 133 π.Χ., καθώς δεν είχε παιδιά, άφησε το βασίλειο του κληρονομιά στους Ρωμαίους, που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει τη Μακεδονία και ολόκληρη την Ελλάδα.
 
Την ανοικοδόμηση της ακρόπολης του Περγάμου που είχε ήδη ξεκινήσει, όπως είδαμε, ο Φιλέταιρος, τη συνέχισαν με πολύ πιο φιλόδοξο τρόπο οι διάδοχοί του. Στα χρόνια που ακολούθησαν τις νίκες του Αττάλου Α' κατά των Γαλατών το Πέργαμον στολίστηκε με νέα οικοδομήματα και έργα τέχνης. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει μια σειρά από μεγάλα συμπλέγματα χάλκινων αγαλμάτων που εικόνιζαν τους ηττημένους Γαλάτες. Στο ιερό της Αθηνάς βρέθηκαν δύο βάσεις από αναθήματα συνδεόμενα με τις νίκες του Αττάλου κατά των Γαλατών: μία κυκλική με διάμετρο 3,10 m περίπου και μία μακρόστενη ορθογώνια που χωριζόταν σε τμήματα με εγχάρακτες γραμμές. Οι δύο βάσεις χρονολογούνται λίγο μετά το 226 π.Χ. και, σύμφωνα με τις επιγραφές που έφεραν, η πρώτη είχε αφιερωθεί για να θυμίζει τη νίκη εναντίον των Τολιστοβογίων, ενώ η δεύτερη αναφερόταν σε περισσότερες νίκες και τα αγάλματα που στέκονταν επάνω της ήταν έργα του Επιγόνου. Στη Ρώμη έχουν βρεθεί δύο γλυπτά που πρέπει να είναι αντίγραφα ορισμένων από τα έργα που ήταν στημένα πάνω στις δύο βάσεις: το πρώτο είναι ένα σύμπλεγμα που εικονίζει έναν Γαλάτη πολεμιστή, ο οποίος, αφού πρώτα σκότωσε τη γυναίκα του, αυτοκτονεί για να μην πιαστεί αιχμάλωτος· το δεύτερο εικονίζει έναν τραυματισμένο Γαλάτη πεσμένο στο έδαφος, την ώρα που ξεψυχά. Ότι οι πολεμιστές είναι Γαλάτες φαίνεται ξεκάθαρα από την ψηλή κορμοστασιά τους και ακόμη περισσότερο από τα μαλλιά και τα μουστάκια τους, όπως μας τα περιγράφει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (5.28):
 
«Οι Γαλάτες είναι υψηλόσωμοι, οι σάρκες τους είναι πολύ λείες και λευκές και τα μαλλιά τους όχι μόνο είναι από τη φύση τους ξανθά, αλλά προσπαθούν κιόλας τεχνητά να τονίσουν το φυσικό τους χρώμα. Πλένουν συχνά τα μαλλιά τους με ασβεστόνερο και τα τραβούν προς τα πίσω, από το μέτωπο προς την κορυφή του κεφαλιού και προς τους τένοντες του αυχένα, έτσι που να μοιάζουν στην όψη με τους Σατύρους και τους Πάνες. Γιατί οι τρίχες τους χοντραίνουν με τον τρόπο που τις περιποιούνται και δεν διαφέρουν καθόλου από τη χαίτη των αλόγων. Τα γένια τους μερικοί τα ξυρίζουν και μερικοί τα έχουν αρκετά μακριά. Οι ευγενείς πάλι ξυρίζουν τα μάγουλά τους, αλλά αφήνουν το μουστάκι τους να μεγαλώσει και να σκεπάσει το στόμα τους. Γι᾽ αυτό όταν τρώνε τα μουστάκια τους μπλέκονται με τα φαγητά και όταν πίνουν το ποτό στάζει σαν από σουρωτήρι.»
 
Στα αγάλματα Γαλατών που πεθαίνουν αποτυπώνονται με ακρίβεια τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά τους. Οι μορφές των μεγαλόσωμων και αγριωπών πολεμιστών θύμιζαν στους Περγαμηνούς πόσο μεγάλο κατόρθωμα ήταν οι νίκες του Αττάλου εναντίον τους και έδειχναν ότι ο ελληνικός πολιτισμός που υπερασπιζόταν ο βασιλιάς τους είχε θριαμβεύσει για μια ακόμη φορά απέναντι στη βαρβαρότητα. Ξέρουμε ότι μια δεύτερη γλυπτή σύνθεση που εικόνιζε την ήττα των Γαλατών από τους Περγαμηνούς βρισκόταν στην Ακρόπολη της Αθήνας. Τα έργα αυτά ήταν μέρος ενός μεγάλου συνόλου γλυπτών που ήταν στημένο στην Ακρόπολη σύμφωνα με τη μαρτυρία του περιηγητή Παυσανία (Ελλάδος περιήγησις 1.25.2):
 
«Κοντά στο νότιο τείχος υπάρχουν παραστάσεις του μυθικού πολέμου των Γιγάντων, οι οποίοι κατοικούσαν κάποτε στη Θράκη και στον ισθμό της Παλλήνης, της μάχης των Αθηναίων κατά των Αμαζόνων, του κατορθώματος κατά των Μήδων στον Μαραθώνα και της καταστροφής των Γαλατών στη Μυσία, όλα αναθήματα του Αττάλου, το καθένα περίπου δύο πήχες.»
 
Ο συσχετισμός της νίκης εναντίον των Γαλατών με μυθικούς πολέμους, όπως η Γιγαντομαχία και η Αμαζονομαχία, καθώς και με τη μάχη του Μαραθώνα, επιβεβαιώνει ότι οι βασιλείς του Περγάμου ήθελαν να την προβάλουν ως επικράτηση του νόμου κατά της ανομίας, της ελευθερίας κατά της υποδούλωσης και των Ελλήνων κατά των βαρβάρων. Αντίγραφα κάποιων από τα αγάλματα των Γαλατών της Ακρόπολης σώζονται και ταυτίζονται εύκολα χάρη στο μικρό τους μέγεθος, που ήταν, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, 2 πήχεις (περίπου 0,90 m). Δυστυχώς η χρονολόγηση των γλυπτών είναι προβληματική, γιατί δεν γνωρίζουμε αν τα αφιέρωσε ο Άτταλος Α' ή ο Άτταλος Β'· στην πρώτη περίπτωση πρέπει να είναι προγενέστερα του 197 π.Χ., ενώ στη δεύτερη οφείλουμε να δεχθούμε ότι στήθηκαν μετά το 159 π.Χ. Η σύνδεση των αναθημάτων με τον Άτταλο Β' φαίνεται καταρχήν πιθανότερη, καθώς ο βασιλιάς αυτός είχε δεσμούς με την Αθήνα και είχε κατασκευάσει στην Αγορά μια μεγάλη δίπατη στοά που έφερε το όνομά του. Μνημεία για τις νίκες των βασιλέων του Περγάμου κατά των Γαλατών είχαν στηθεί και στη Δήλο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία που είχαν οι πολεμικές αυτές αναμετρήσεις για τη φήμη και τη δόξα που διεκδικούσε το νεότερο ανάμεσα στα ελληνιστικά βασίλεια.
 
Στα χρόνια των Ατταλιδών η ακρόπολη του Περγάμου, όπου βρίσκονταν και τα βασιλικά ανάκτορα, στολίστηκε με λαμπρά οικοδομήματα. Τα πιο γνωστά από αυτά, που διαθέτουν επιπλέον πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, είναι οι στοές γύρω από τον ναό της Αθηνάς και ο μεγάλος βωμός του Δία. Και οι δύο κατασκευές χρονολογούνται στη βασιλεία του Ευμένη Β' και θεωρούνται τα σημαντικότερα σωζόμενα μνημεία της ελληνιστικής εποχής· ήρθαν στο φως στη διάρκεια των ανασκαφών που διενήργησε στο Πέργαμον μια γερμανική αρχαιολογική αποστολή στα χρόνια 1878-1886 και μεταφέρθηκαν στο Βερολίνο, όπου εκτίθενται σε ένα μουσείο που κατασκευάστηκε ειδικά για αυτά. Τα δύο κτίσματα έχουν πολλές κατασκευαστικές ομοιότητες και συνεπώς δεν μπορεί να απέχουν πολύ μεταξύ τους χρονικά: το πιθανότερο είναι ότι άρχισαν να κατασκευάζονται ταυτόχρονα, αλλά οι εργασίες στον βωμό διήρκεσαν πολύ περισσότερο από ό,τι στις στοές και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Τα δύο μνημεία είναι τεκμήρια της δύναμης και της ευημερίας που γνώρισε το βασίλειο του Περγάμου μετά την ειρήνη της Απαμείας (188 π.Χ.). Το πιθανότερο είναι ότι η απόφαση για την ίδρυση των στοών και του βωμού ανάγεται στα χρόνια αμέσως μετά το 184 π.Χ. και συνδέεται με τις νίκες των Ρωμαίων και του Ευμένη Β' εναντίον του Αντιόχου Γ' της Συρίας, οι οποίες ενίσχυσαν τη θέση του Ευμένη με την επέκταση της κυριαρχίας του σε μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας. Ένα άλλο γεγονός που ίσως συνδέεται με την κατασκευή των δύο κτισμάτων είναι η αναδιοργάνωση της γιορτής των Νικηφορίων το 181 π.Χ. Οι στοές πλαισιώνουν τον ναό της Αθηνάς που είχε κατασκευάσει ο Φιλέταιρος και οριοθετούν το ιερό της θεάς· είναι διώροφες και τα θωρακεία ανάμεσα στους κίονες του επάνω ορόφου έχουν ανάγλυφες παραστάσεις με όπλα ελληνικά και γαλατικά. Τα όπλα είναι μια σαφής αναφορά στις νίκες του Αττάλου Α' και του Ευμένη Β'.
 
Ο βωμός του Δία είναι ένα μεγάλο ορθογώνιο κτίσμα από μάρμαρο, με διαστάσεις 35,64 m x 33,4 m, στη μέση μιας ευρύχωρης πλατείας στα νότια του ιερού της Αθηνάς και σε χαμηλότερο επίπεδο· πατάει επάνω σε μια ψηλή βάση με ύψος περίπου 6 m και σχηματίζει μιαν ανοιχτή περίστυλη αυλή, που έχει πρόσβαση από τα δυτικά, όπου υπάρχει μια μνημειακή κλίμακα με πλάτος περίπου 20 m πλαισιωμένη από δύο πτέρυγες. Στο υψηλότερο επίπεδο μια ιωνική κιονοστοιχία περιτρέχει εξωτερικά το κτήριο. Ανάμεσα στους κίονες ήταν τοποθετημένα μαρμάρινα αγάλματα. Η βάση καλύπτεται, με μαρμάρινες πλάκες και κοσμείται με μια εντυπωσιακά μεγάλη ανάγλυφη ζωφόρο (έχει μήκος 133 m και ύψος 2,3 m) με παράσταση Γιγαντομαχίας. Ο καθαυτό βωμός για τις θυσίες βρίσκεται στο κέντρο της αυλής. Στον εσωτερικό τοίχο της αυλής υπάρχει μια δεύτερη, μικρότερη μαρμάρινη ζωφόρος, στην οποία εικονίζεται ο μύθος του Τηλέφου, ένας μύθος με ιδιαίτερη σημασία για τους Περγαμηνούς, όπως θα δούμε.
 
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του βωμού του Περγάμου είναι αναμφίβολα η μεγάλη ζωφόρος με τη Γιγαντομαχία που περιτρέχει το μνημείο. Οι ανάγλυφες παραστάσεις της ζωφόρου είναι το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του ελληνιστικού μπαρόκ που μας έχει σωθεί. Οι περισσότερες μορφές εικονίζονται σε έντονη κίνηση με τολμηρές προοπτικές βραχύνσεις με πολύ έντονη πλαστικότητα στην απόδοση των γυμνών ανδρικών σωμάτων και πλούσιες, βαθιά χαραγμένες πτυχές στα ενδύματα των γυναικών. Στα πρόσωπα των γιγάντων αποτυπώνονται ο φόβος και ο πόνος που προκαλεί η ήττα από τους δυνατότερους θεούς. Η ερμηνεία των μορφών διευκολύνεται από την παρουσία επιγραφών, που δυστυχώς όμως σώζονται αποσπασματικά. Τα ονόματα των θεών ήταν γραμμένα στο γείσο επάνω από τη ζωφόρο, ενώ εκείνα των γιγάντων με μικρότερα γράμματα κάτω από τις μορφές. Δεν υπάρχει ομοφωνία για την ταύτιση όλων των μορφών ούτε για την ερμηνεία της ζωφόρου συνολικά, ορισμένα τμήματά της όμως ερμηνεύονται χωρίς δυσκολία. Βέβαιο είναι ότι στην ανατολική πλευρά εμφανίζονται οι κυριότεροι θεοί του Ολύμπου (ανάμεσά τους ο Δίας, η Ήρα, η Αθηνά, ο Απόλλων και η Άρτεμη· καθώς και ο Ηρακλής, ο μόνος ήρωας που συμμετείχε στη Γιγαντομαχία. Σύμφωνα με έναν χρησμό, οι θεοί δεν μπορούσαν να νικήσουν τους Γίγαντες αν δεν εξασφάλιζαν τη βοήθεια ενός θνητού· γι᾽ αυτό πήραν σύμμαχο τον Ηρακλή. Στη νότια πλευρά διακρίνεται η μεγάλη μικρασιατική θεά Κυβέλη (που οι Έλληνες την ταύτιζαν με τη Μητέρα των θεών) και θεότητες του ουρανού και του φωτός: ο Ήλιος, η Ηώς (αυγή), η Σελήνη. Στη δυτική πλευρά της βόρειας πτέρυγας (αριστερά ανεβαίνοντας) εικονίζονται θεότητες της θάλασσας (ο Τρίτων, η Αμφιτρίτη, ο Νηρέας και ο Ωκεανός), ενώ απέναντι, στην ανατολική πλευρά της βόρειας πτέρυγας (δεξιά ανεβαίνοντας) θεότητες της γης και της βλάστησης, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει ο Διόνυσος με τη μητέρα του τη Σεμέλη, ακολουθούμενος από δύο Σατύρους.
 
Η βόρεια πλευρά είναι η πιο δυσερμήνευτη: διακρίνουμε την Αφροδίτη και τον Άρη, αλλά η ταυτότητα των άλλων μορφών δεν είναι βέβαιη. Εδώ συναντούμε και τη μοναδική περίπτωση όπου ένας Γίγαντας νικά έναν θεό. Σε αντίθεση με τις απεικονίσεις του θέματος στην παλαιότερη ελληνική τέχνη, οι περισσότεροι Γίγαντες εδώ είναι τερατόμορφοι και τα σκέλη τους καταλήγουν σε σώματα φιδιών. Δεν ξέρουμε από πού προέρχεται αυτή η εικονογραφία, αλλά είναι βέβαιο ότι στον σχεδιασμό της ζωφόρου συμμετείχαν λόγιοι που γνώριζαν καλά τους ελληνικούς μύθους και τις παραλλαγές τους, αλλά και τις τοπικές λατρείες και παραδόσεις της Μικράς Ασίας. Οι γλύπτες που σκάλισαν τη ζωφόρο χάραξαν τα ονόματά τους σε επιγραφές που δυστυχώς σώζονται πολύ αποσπασματικά, ώστε δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ούτε ποια τμήματα κατασκεύασε ο καθένας ούτε ποιος ήταν ο συνολικός του αριθμός. Βέβαιο είναι πάντως ότι ανάμεσα στους γλύπτες υπήρχαν ένας τουλάχιστον Αθηναίος και ένας Ρόδιος.
 
Η ζωφόρος με τον μύθο του Τηλέφου στο εσωτερικό του βωμού ήταν μικρότερη σε ύψος και σε μήκος από εκείνη της Γιγαντομαχίας (έχει ύψος 1,58 m και μήκος όχι περισσότερο από 90 m) και φαίνεται ότι φιλοτεχνήθηκε μετά τη μεγάλη ζωφόρο και μάλιστα ορισμένα τμήματά της παρέμειναν ημιτελή· ήταν τοποθετημένη πίσω από μια κιονοστοιχία. Το θέμα της είναι η μυθική καταγωγή των Περγαμηνών από την Αρκαδία, που αποδείκνυε ότι ήταν γνήσιοι Έλληνες. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Τήλεφος ήταν γιος της Αύγης, κόρης του Αλεού από την Αρκαδία. Ο Αλεός, έχοντας πάρει έναν χρησμό σύμφωνα με τον ο οποίο ο εγγονός του θα τον σκότωνε, έκανε την κόρη του ιέρεια, ώστε να μείνει αγνή· τη συνάντησε όμως ο Ηρακλής, την αποπλάνησε και έτσι γεννήθηκε ο Τήλεφος. Ο Αλεός έβαλε να εκθέσουν το βρέφος στο δάσος για να πεθάνει, ενώ την Αύγη την έβαλε σε μια βάρκα και άφησε να την παρασύρουν τα κύματα. Η θάλασσα έφερε τη βάρκα στην ακτή της Μικράς Ασίας, στη Μυσία. Εκεί βασίλευε ο Τεύθρας, που περιμάζεψε την Αύγη και την υιοθέτησε. Τον Τήλεφο πάλι τον βρήκε στο δάσος μια ελαφίνα και τον ανέθρεψε, ώσπου τον συνάντησε ο πατέρας του ο Ηρακλής και του φανέρωσε ποια ήταν η μητέρα του. Όταν ο Τήλεφος, μεγάλωσε πήγε στη Μυσία να βρει τη μητέρα του και έγινε τελικά βασιλιάς της χώρας. Όταν οι Έλληνες εξεστράτευσαν εναντίον της Τροίας, αποβιβάστηκαν πρώτα από λάθος στη Μυσία. Τότε ο Τήλεφος πολέμησε εναντίον τους και τους απέκρουσε, αλλά τον πλήγωσε ο Αχιλλέας όταν το πόδι του πιάστηκε σε ένα κλήμα που φύτρωσε με τη θέληση του Διονύσου. Η πληγή δεν έκλεινε και ο Τήλεφος έμαθε από έναν χρησμό ότι μόνον αυτός που τον πλήγωσε μπορούσε να τον γιατρέψει (ὁ τρώσας καὶ ἰάσεται)· πήγε λοιπόν στο Άργος και ζήτησε τη βοήθεια του Αγαμέμνονα. Επειδή όμως εκείνος δεν ανταποκρινόταν, άρπαξε τον μικρό Ορέστη και απείλησε να τον σκοτώσει αν δεν τον βοηθούσαν. Τελικά ο Τήλεφος γιατρεύτηκε βάζοντας στην πληγή του σκουριά από το δόρυ του Αχιλλέα και σε αντάλλαγμα οδήγησε τους Έλληνες στην Τροία. Οι μορφές της ζωφόρου του Τηλέφου δεν έχουν την πληθωρικότητα εκείνων της Γιγαντομαχίας. Αξιοπρόσεκτη είναι όμως η σύνθεση που περιλαμβάνει σκηνές οι οποίες διαδραματίζονται σε διαφορετικούς τόπους και σε διαφορετικό χρόνο. Είναι μια μοναδική στην ελληνική τέχνη προσπάθεια να αποτυπωθεί με διαδοχικές εικόνες μια αφήγηση που καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σύνδρομο Capgras: όσοι σ’ αγαπούν νιώθεις πως το προσποιούνται

Πρόκειται για μία κάθε άλλο παρά συνηθισμένη πάθηση του εγκεφάλου που προκαλεί φόβο στους ασθενείς και τους θέτει σε μία ξεχωριστή, τρομακτική πραγματικότητα. Φαντάσου να ζεις σ’ έναν κόσμο όπου όλοι οι δικοί σου άνθρωποι υποκρίνονται, δε σε αγαπούν και δε σε νοιάζονται πραγματικά, θέλουν απλώς να σε βλάψουν. Αυτή είναι η καθημερινότητα ενός ατόμου που πάσχει από αυτό το σύνδρομο, καθώς χαρακτηρίζεται από παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, μόνιμο άγχος και θλίψη. Παρ’ όλ’ αυτά, τα συναισθήματα που γεννιούνται στο άτομο που αντιμετωπίζει αυτό το «σύνδρομο των ψευδαισθήσεων», δεν είναι πραγματικά, παρά μόνο κάποιες εγκεφαλικές αλλαγές και βλάβες.

Το σύνδρομο πήρε το όνομά του από τον Γάλλο ψυχίατρο Joseph Capgras, ο οποίος διέγνωσε τον πρώτο ασθενή με αυτά τα συμπτώματα το 1923. Συγκεκριμένα, οι παθόντες αδυνατούν ν’ αναγνωρίσουν τους πιο κοντινούς τους ανθρώπους και θεωρούν πως πρόκειται για «σωσίες». Ενώ τους αναγνωρίζουν εμφανισιακά, είναι πεπεισμένοι πως πρόκειται για απατεώνες οι οποίοι έχουν «ντυθεί» ως τα αγαπημένα τους πρόσωπα και σκοπός τους είναι να τους κάνουν κακό. Η ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι κανένα σημάδι δεν αποτελεί αρκετό αποδεικτικό για να πείσει αυτά τα άτομα ότι τα πρόσωπα που έχουν απέναντί τους είναι πραγματικά οι δικοί τους άνθρωποι. Οικογενειακά μυστικά, προσωπικά γεγονότα, που δε θα μπορούσε να γνωρίζει κανένας σωσίας και κανένας απατεώνας, αδυνατούν να πείσουν τα άτομα που πάσχουν από το σύνδρομο Capgras ότι πρόκειται για τους κοντινούς τους ανθρώπους.

Τα αίτια που οδηγούν σε τέτοιου είδους συμπτώματα δεν είναι απολύτως ξεκάθαρα και προκαλούνται πολλές φορές από τάσεις σχιζοφρένειας ή κάποιο τραυματισμό. Αυτές λοιπόν οι επιπλοκές που κάνουν την εμφάνισή τους, δημιουργούν ένα χάσμα ανάμεσα στα οπτικά νεύρα τα οποία βλέπουν κι αντιλαμβάνονται τη γνώριμη μορφή αυτού που έχουν απέναντί τους και των συναισθημάτων που τους προκαλούνται. Τα συναισθήματα αυτά απέχουν παρασάγγας από εκείνα που θα έπρεπε «λογικά» να τους γεννιούνται, καθώς σε καμία περίπτωση δε θυμίζουν την αγάπη και τρυφερότητα που συνήθως εκπέμπουν οι φίλοι και συγγενείς μας.

Πολύ συχνά το σύνδρομο αυτό συγχέεται με την άνοια, όμως πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Ενώ όσοι πάσχουν από άνοια δεν έχουν πολλές φορές αίσθηση του χωροχρόνου και των ατόμων που τον πλαισιώνουν, στην περίπτωση του συνδρόμου του σωσία, οι ασθενείς συμπεριφέρονται απολύτως φυσιολογικά ανάμεσα σε αγνώστους. Η σύγχυση και η ανακατωσούρα εμφανίζονται όταν πρόκειται για τα οικεία τους πρόσωπα, γεγονός το οποίο βασανίζει ακόμη εντονότερα τον άμεσο κοινωνικό κύκλο αυτών των ατόμων. Ενώ εξακολουθεί να μην έχει ακόμα ανακαλυφθεί θεραπεία για αυτή την «πάθηση», το σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από μια εικονική –στην ουσία- πραγματικότητα, αποτελεί αξιοπερίεργο γεγονός για την ψυχιατρική κοινότητα.

Μπορεί μεν στις πλείστες των περιπτώσεων τα συμπτώματα του συνδρόμου να είναι η ανικανότητα αποδοχής των οικείων ατόμων ως αυτών που είναι, υπήρξαν όμως και οι άτυπες περιπτώσεις όπου ο ασθενείς αδυνατεί ν’ αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Αναφορές του παρελθόντος περιγράφουν τη ζωή ενός 78χρονου με το «δίδυμό» του με τον οποίο τσακωνόταν γιατί προσπαθούσε να του μοιάσει. Η αναφορά περιέχει λεπτομέρειες όπως ότι αυτός «ο άλλος», φορούσε ακριβώς τα ίδια ρούχα με τον ασθενή, έφτιαχνε τα μαλλιά του με τον ίδιο τρόπο και μέχρι φαγητό του έφερνε στον καθρέπτη για να τον καλοπιάσει. Όταν ο 78χρονος δεν άντεχε πια να βρίσκεται μαζί μ’ έναν άγνωστο στο μπάνιο, η κόρη του αποφάσισε πως έπρεπε να τον πάει για κάποιες εξετάσεις.

Μπορεί όταν πρόκειται για προχωρημένες ηλικίες να θεωρηθούν ως συμπτώματα άνοιας, εφόσον «το γήρας ουκ έρχεται μόνον». Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπως αυτή μιας 16χρονης η οποία αδυνατούσε ν’ αναγνωρίσει και ν’ αποδεχτεί τους ίδιους της τους γονείς. Ενώ για την ίδια επρόκειτο για ένα παιχνίδι που έπαιζε με τους γύρω της, καθώς δεν αντιλαμβανόταν το «κακό» που τους έκανε, αυτοί ζούσαν με την κόρη τους η οποία υπέφερε από αυτό το σύνδρομο.

Ίσως όλα όσα παρακολουθούμε στις ταινίες φαντασίας και τρόμου να μην προέρχονται εξ’ ολοκλήρου από τη γκάμα της φαντασίας των δημιουργών. Είναι μερικοί άνθρωποι οι οποίοι ζουν μια ζωή σαν ταινία. Μια ζωή όπου τα οικεία τους άτομα προσποιούνται και κύριος σκοπός τους είναι να τους καταστρέψουν. Άραγε ποιος και πώς θα μπορούσε να φανταστεί μια ζωή και μια καθημερινότητα βουτηγμένη στο φόβο; Ένα φόβο που δεν μπορείς ν’ αποφύγεις γιατί βρίσκεται μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.

Καστοριάδης: Η φιλοσοφική θέσμιση του χρόνου

Κάθε κοινωνία υπάρχει θεσμίζοντας τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο και αυτοθεσμιζόμενη ως τμήμα αυτού του κόσμου.

Αυτής της θέσμισης, του κόσμου και της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία, ή θέσμιση του χρόνου είναι πάντοτε μια ουσιαστική συνιστώσα. Ξέρουμε όμως γιατί ο χρόνος θεσμίζεται ως χωριστός, και από τον χώρο και κυρίως από αυτό πού παράγεται μέσα στον χώρο;

Ο συνετός άνθρωπος κουνάει το κεφάλι του μπροστά σ’ αυτές τις φιλοσοφικές λεπτολογίες: υπάρχει χρόνος, οι άνθρωποι βλέπουν ο ένας τον άλλο να μεγαλώνουν, ν’ αλλάζουν, να πεθαίνουν, παρατηρούν τον ήλιο και τ’ άστρα που ανατέλλουν και δύουν κ.λπ. Το ξέρουμε κι εμείς το ίδιο καλά όπως κι αυτός. Αλλά γιατί λοιπόν αυτό πού «υπάρχει» τόσο αναμφισβήτητα, αυτοί οι αναμφισβήτητοι άνθρωποι το έθεσαν και το φαντάστηκαν με τρόπο τόσο αναμφισβήτητα διαφορετικό μέσα στην ιστορία; Γιατί το σκέφτηκαν σαν ανοιχτό ή κλειστό, αιωρούμενο ανάμεσα στα δύο σταθερά όρια της Δημιουργίας και της Παρουσίας, ή άπειρο, σαν χρόνο προόδου ή χρόνο πτώσης, σαν απόλυτα ομογενές ή ποιοτικά διαφοροποιημένο;

Όλα αυτά είναι ένας παραστασιακός κυκεώνας, συνεχίζει ο συνετός άνθρωπος, και η επιστημονική πρόοδος μάς απαλλάσσει βαθμηδόν από αυτόν, ξέρουμε όσο πάει και καλύτερα τι είναι ο χρόνος. Ως συνήθως, ο συνετός άνθρωπος αναφέρεται στην επιστήμη τόσο πιο εύκολα, όσο περισσότερο την αγνοεί. Θα έπρεπε να τού δώσουμε την ευκαιρία - πράγμα πού γενικά δεν δέχεται - να συναντήσει τον σύγχρονο φυσικό, πού θα τού πει πώς αυτός τουλάχιστον δεν γνωρίζει τί είναι ο χρόνος, αν πραγματικά διακρίνεται από τον χώρο και με ποιό τρόπο, αν είναι άπειρος ή πεπερασμένος, ανοιχτός ή κυκλικός, αν αντιστοιχεί σε κάτι το διαχωρίσιμο από τον παρατηρητή ή απλώς σ’ έναν υποχρεωτικό, για κάθε παρατηρητή, τρόπο επισκόπησης μιας πολλαπλότητας.

Είναι πράγματι σαφές ότι, μόλις αρχίσουμε να θέτουμε ερωτήματα, η δυνατότητα να διακρίνουμε απόλυτα «χρόνο», «χώρο» και «ότι» εκεί απαντάται γίνεται από τις πιο προβληματικές, και είναι περιττό να υπενθυμίσουμε ότι η σχετική συζήτηση διατρέχει από τη μια άκρη στην άλλη την ιστορία της φιλοσοφίας και ακόμα και της επιστημονικής σκέψης, πού τα τελευταία της πενήντα χρόνια κονιορτοποίησαν τις βεβαιότητες πάνω σ’ αυτό το σημείο, όπως και σε πολλά άλλα. Υπάρχει πολλαπλό — ή, όπως έλεγε ό Καντ, πολυειδές· υπάρχει λοιπόν δεδομένο της διαφοράς ή της ετερότητας (όροι χρησιμοποιούμενοι εδώ προσωρινά σαν ισοδύναμοι και τούς όποιους θα οδηγηθούμε στη συνέχεια να διακρίνουμε και ν’ αντιδιαστείλουμε ριζικά). Γιατί λοιπόν αυτή η διαφορά ή ετερότητα τίθεται πάντοτε από το υποκείμενο και την κοινωνία, σαν δεδομένη μέσα σ’ ένα πρώτο περιβάλλον, τον «χώρο», όπως και μέσα σ’ ένα δεύτερο περιβάλλον, τον «χρόνο», και επίσης σαν διαχωρίσιμη από αυτό μέσα στο όποιο είναι;

Για ν’ αναμετρήσουμε το βάθος και τις λογικές συνέπειες αυτοί τού ζητήματος, θα έπρεπε να ανατρέξουμε διά μακρών στο πρώτο μεγάλο κείμενο της φιλοσοφίας, όπου «χώρος», «χρόνος» και «ότι» είναι θεματοποιήθηκαν και συζητήθηκαν ρητά στις σχέσεις τους και όπου εμφανίζονται ήδη όλες οι σχεδόν ανυπέρβλητες αναγκαιότητες πού θα κυβερνήσουν μέχρι σήμερα τη φιλοσοφική σκέψη: στον Τίμαιο τού Πλάτωνος.

Αυτό δεν μπορεί να γίνει εδώ. Πρέπει απλώς να υποδείξουμε μερικές από τις όψεις πού εμφανίζουν την δυνατότητα της κληρονομημένης σκέψης να σκεφτεί πραγματικά τον χρόνο, ένα χρόνο ουσιαστικά άλλο από τον χώρο. Δεν υπάρχει, στην αρχή, ούτε χρόνος ούτε χώρος σε αυτό πού ο Πλάτων παρέχει στον εαυτό του - παρέχει στον Δημιουργό -για να χτίσει τον κόσμο. Υπάρχει το άει ον και το άει γιγνόμενον. «Πάντοτε» (άει) είναι εδώ, το λέει ρητά ό Πλάτων, μια τερατώδης γλωσσική κατάχρηση: δεν είναι ή παγχρονικότητα, είναι η αχρονικότητα, πού τίθεται σαφώς ως αδυνατότητα, ως αδυναμία να συλληφθεί ή κίνηση και ή αλλοίωση (άκίνητον).

Ποιό είναι το προνόμιο ή απλώς το ίδιον, ή ουσία τού άεί όντος - ποιά είναι η ουσία της ουσίας; Το άει ον είναι πάντοτε κατά τούς αυτούς καθορισμούς (άει κατά ταυτά) αυτό σημαίνει: χρονικά, και από κάθε άποψη, είναι ταυτοτικά καθορισμένο, κατά το αυτό. Το άεί γιγνόμενον δεν γίνεται μαζί μ’ ένα χρόνο ή μέσα σ’ αυτόν - δεν υπάρχει « ακόμη » χρόνος μέσα στον όποιο θα μπορούσε να γίνει, να αλλοιωθεί. Αυτό το φαινομενικά άτοπο είναι μια καταφανής αναγκαιότητα: Το άει γιγνόμενον, η γένεσις ως τέτοια ή αυτό πού πρέπει να τολμήσουμε να ονομάσουμε το είδος γένεσις, γένεσις απόλυτη και καθαρή, είναι αυτό πού δεν είναι «ποτέ» κατά τούς ίδιους καθορισμούς, αυτό πού είναι «πάντοτε» κατά καθορισμούς άλλους. Και, καθώς το «πάντοτε» και το «ποτέ» δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν εδώ μια χρονική σημασία, τούτο σημαίνει: αυτό πού, «σε κάθε (λογική) στιγμή και κάτω από όποια σχέση», στηρίζει αντιφατικούς καθορισμούς, πράγμα πού με τη σειρά του σημαίνει ότι δεν έχει, κάτω από καμία σχέση, έναν οποιονδήποτε καθορισμό. Το άει γιγνόμενον σημαίνει σ’ αυτό το στάδιο: το τελείως μη καθορισμένο.

Αυτό δεν ισχύει για την πραγματική γένεση, γι’ αυτό πού γίνεται μέσα στον κόσμο, μείγμα από άεί γιγνόμενον — ακαθόριστο, άπειρον θα πει ο Πλάτων — και από άεί όν, καθορισμένο, πέρας — άρα πάντοτε υποταγμένο σε μορφές, σε ορθολογικές σχέσεις «καθ' όσον ην δυνατόν» (32 b), σε επί μέρους καθορισμούς. Μέσα σ’ αυτούς πρέπει να υπολογίσουμε και τον χρόνο τού κόσμου: εάν από τη μια μεριά ό χρόνος τού κόσμου συγγενεύει με τη γένεση λόγω της κινητικότητάς του (πού, ακόμη μια φορά, σημαίνει στην πραγματικότητα: ακαθοριστία), από την άλλη μεριά σχηματίζει-εικονίζει με τη συνολική του άναλλοιωσιμότητα, με την κυκλική του επανάληψη (γιατί είναι ουσιαστικά κυκλικός), συνεπώς με την οιονεί-ταυτότητά του προς τον εαυτό του, την αιωνιότητα/άχρονικότητα, της οποίας εκτυπώνεται το ίχνος στον κόσμο και στο πραγματικό γίγνεσθαι, και έδώ ακόμη μέσα στα όρια τού δυνατού (37 d): «είκώ... κινητόν τινα αίώνος... μένοντος αίώνος εν ένί κατ’ άριθμόν ίοϋσαν αιώνιον εικόνα...» Ό χρόνος είναι εικόνα-φιγούρα του μη χρόνου: με μια έννοια, ή φιλοσοφία (και ή επιστήμη), μόλις εγκαταλείπει την έκπληξη, την απορία, και θέλει να πει κάτι, ποτέ δεν μιλάει κατά βάθος διαφορετικά για τον χρόνο.

Ό χρόνος είναι αυτό πού επιτρέπει ή πραγματώνει την επιστροφή του αυτού: δεν αλλάζει τίποτα το σημαντικό, αν αυτή η επιστροφή νοείται ως αναλλοίωτη κυκλικότητα του γίγνεσθαι (όπως στις αρχαίες κοσμολογίες αλλά επίσης και σε μερικές λύσεις των εξισώσεων της γενικής θεωρίας της σχετικότητας) ή απλώς ως επανάληψη μέσα στον αιτιώδη καθορισμό και μ’ αυτόν. Γιατί λοιπόν κύκλοι πού επαναλαμβάνονται είναι άλλοι; Δεν μπορούν να λεχθούν άλλοι λόγω της ύπαρξής τους σ’ έναν «άλλο χρόνο», γιατί ό χρόνος είναι αποκλειστικά και μόνο μέσα στον καθέναν απ’ αυτούς τούς κύκλους, δεν είναι παρά μια «τοπική ιδιότητα», όπως άλλωστε και το «μη αντιστρεπτό» του (ο θάνατός μου σ’ αυτό τον κύκλο προηγείται της γέννησής μου στον επόμενο).

Ακόμα, πάνω σε τί μπορούμε να θεμελιώσουμε μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον χρόνο και τον «χώρο»; Όχι μόνο ό χρόνος — αυτός ό χρόνος - προϋποθέτει τον «χώρο» ως κύκλο, ως καθαρή εικόνα (μια εικόνα δεν μπορεί να είναι παρά μέσα στην απόσταση και στη διαχώριση και στην ενότητα αυτού πού είναι διαχωρισμένο) και ως εικόνα τινός — συνεπώς, σε μια σχέση με αυτό τού οποίου είναι εικόνα, αλλά είναι χώρος, στο μέτρο πού τίποτα εδώ δεν επιτρέπει να διακρίνουμε τον τρόπο πού συνανήκουν τα μέρη του ή οι στιγμές, από τον τρόπο πού συνανήκουν τα μέρη ή τα σημεία τού χώρου.

Κορνήλιου Καστοριάδη, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας

Λιαντίνης: Δίκη θα ειπεί να μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου μπροστά στο άδικο, στο ψέμα, στην αδυναμία

«Από την άποψη της φυσικής πραγματικότητας ζωντανός άνθρωπος σημαίνει ταυτόχρονα και πεθαμένος. Αφού μια μέρα θα πεθάνει, φέρνει από τώρα που ζει δυνάμει μέσα του αυτή την κατάσταση της ανυπαρξίας του.»
 
«Η Ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό του κόσμου, με το malum physicum καθώς το λεν, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Και το πράγμα έγινε μ’ έναν τρόπο, ώστε την εγγενή συφορά του ανθρώπου να μην τη νοθέψει η δειλία και ο δόλος. Να μην κουκουλωθεί το κακό δηλαδή με την αυταπάτη και το ψέμα.»

«Η τέχνη των Ελλήνων είναι η αποτύπωση της συμπεριφοράς τους να ξεπεράσουν τον πόνο που τους έδινε η γνώση τους για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Εάν οι Έλληνες δεν έβρισκαν διέξοδο στην τέχνη τους, θα ̓παιρναν τα βουνά και τα όρη. Κάτω από κάθε δέντρο θα μας άφηναν και από μια αγχόνη.»

«Με την τέχνη οι Έλληνες το βαθύ τους πόνο και την τιμιότητα να μην τον ψευτίσουν τα έκαμαν τραγούδι. Έτσι γεννήθηκε η ραψωδία του αοιδού, η λύρα και ο χορός του Αλκαίου και του Αλκμάνα, η διδασκαλία στα θέατρα, ο δωρικός κίονας, το αέτωμα του ναού, το άγαλμα του γλύπτη, το επιτύμβιο επίγραμμα, το πλατωνικό φιλοσόφημα.»

«Γνωρίζουμε πως την τραγωδία των Ελλήνων τη γέννησε το δράμα της ζωής του Διονύσου. Και ο θεός Διόνυσος εικόνιζε μυθικά την πορεία της φύσης από το γέννημό στη χαρά της αύξησης, στην οδύνη του θανάτου, στην ταφή του σπόρου, και στον ξαναγεννημό. Την ώρα που πεθαίνει ο παππούς έχει κιόλας γεννηθεί το εγγόνι του.»

«Όσο ο άνθρωπος θα ζει σε τούτο το γαλαζοπράσινο πλανήτη, και όσο η πολιτική του συνείδηση θα αναζητεί το τέλειο πολίτευμα για να συμβιώνει ειρηνικά και δίκαια στις κοινωνίες του, πάντα θα σημαδεύει σα στόχο τη δημοκρατία του Σόλωνα. Θα γυρίζει προς το κέντρο της, όπως η πυξίδα γυρίζει προς το βοριά.»

«Μ’ ενδιαφέρει λιγότερο, δηλαδή, αν ο τάδε πολίτης είναι πιο α­κουστός από μένα, απ’ όσο μ’ ενδιαφέρει να με κοιτάξει ευφρόσυνα ένα κορίτσι μέσα στους μπαχτσέδες, ή να κοιτάξω λυπημένα ένα ά­στρο που βασιλεύει και να συλλογιστώ ότι έτσι ταχιά θα βασιλέψω κι εγώ.»

«Δίκη θα ειπεί να μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου μπροστά στο άδικο, στο ψέμα, στην αδυναμία, σ’ αυτό που το νομίζεις συμφέρο σου. Και όλες σου τις επιθυμίες να τις αφήνεις να ευδοκιμήσουν και να αυξηθούν όσο και το μπόι σου. Ούτε χιλιοστό περισσότερο.»
 
Δ. Λιαντίνη, Τα Ελληνικά - αποσπάσματα

Η έμμεση εκμάθηση μοτίβων βασίζεται στην υποκείμενη πίστη στον Θεό σύμφωνα με μια μελέτη

Όταν οι θρησκευόμενοι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με πράγματα που δεν καταλαβαίνουν, τείνουν να λένε κάτι σαν αυτό: Ο Θεός εργάζεται με μυστηριώδεις τρόπους.


Αλλά ένα ενδιαφέρον διαπολιτισμικό πείραμα στο Πανεπιστήμιο της Georgetown, διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που μπορούν ασυναίσθητα να προβλέψουν περίπλοκα μοτίβα ή να λύσουν παζλ, μια ικανότητα που ονομάζεται έμμεση εκμάθηση μοτίβων (Implicit pattern learning*), «είναι πιθανό να έχουν ισχυρότερες πεποιθήσεις ότι υπάρχει ένας Θεός που δημιουργεί μοτίβα και αλληλουχίες γεγονότων στο σύμπαν”.

Η έρευνα βασίστηκε σε χριστιανικούς και ισλαμικούς πολιτισμούς, σε πλούσια και φτωχά περιβάλλοντα

Η έμμεση μάθηση είναι η διαδικασία κατά την οποία η γνώση περίπλοκου χαρακτήρα αποκτάται σε μεγάλο βαθμό χωρίς τη συμμετοχή συνειδητού ελέγχου από πάνω προς τα κάτω. Αυτή η μέθοδος από πάνω προς τα κάτω αναφέρεται στη χρήση πληροφοριών με βάση τα συμφραζόμενα στην αναγνώριση των μοτίβων. Για παράδειγμα, η κατανόηση ενός δύσκολου χειρόγραφου είναι ευκολότερη κατά την ανάγνωση πλήρων προτάσεων παρά όταν διαβάζετε μεμονωμένες και απομονωμένες λέξεις. Αυτό συμβαίνει επειδή η έννοια των γύρω λέξεων παρέχει ένα πλαίσιο για να βοηθήσει την κατανόηση.
 
Φυσικά εμφανιζόμενα παραδείγματα έμμεσης εκμάθησης είναι η απόκτηση ξένων γλωσσών και η διαδικασία κοινωνικοποίησης.

H εν λόγω έρευνα, που παρουσιάστηκε στο Nature Communications, είναι η πρώτη που χρησιμοποιεί την έμμεση εκμάθηση μοτίβων για τη διερεύνηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η έρευνα αυτή εστίασε σε δύο πολύ διαφορετικές πολιτιστικά και θρησκευτικά ομάδες- μία στις ΗΠΑ και μία στο Αφγανιστάν. Σκοπός ήταν να δοκιμαστεί εάν η έμμεση εκμάθηση μοτίβων αποτελεί βάση για την πίστη και, εάν ισχύει αυτό, κατά πόσον η σύνδεση αυτή υφίσταται σε διαφορετικές θρησκείες και κουλτούρες. Όπως διαπιστώθηκε, όντως η ιδιότητα αυτή φαίνεται να παρέχει ένα «κλειδί» ως προς την κατανόηση μιας ποικιλίας θρησκειών.
 
«Η πίστη σε έναν θεό ή θεούς που παρεμβαίνουν στον κόσμο για να δημιουργήσουν τάξη αποτελεί βασικό στοιχείο των θρησκειών παγκοσμίως» λέει ο Adam Green, ένας εκ των συντελεστών της έρευνας και αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ψυχολογίας. «Δεν είναι μια έρευνα σχετικά με το αν υπάρχει Θεός, είναι μια έρευνα σχετικά με το γιατί και πώς οι εγκέφαλοι φτάνουν στο σημείο να πιστεύουν σε θεούς. Η υπόθεσή μας είναι πως οι άνθρωποι με εγκεφάλους καλούς στο να διακρίνουν υποσυνείδητα μοτίβα και αλληλουχίες στο περιβάλλον τους μπορεί να αποδίδουν αυτά τα μοτίβα στο χέρι μιας ανώτερης δύναμης» προσθέτει σχετικά.
 
«Μια πραγματικά ενδιαφέρουσα παρατήρηση ήταν ως προς το τι συνέβαινε μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενήλικης περιόδου» λέει ο Adam Green. Τα δεδομένα δείχνουν πως αν τα παιδιά ασυναίσθητα βρίσκουν μοτίβα στο περιβάλλον τους, η πίστη τους είναι πιο πιθανό να αυξάνεται καθώς μεγαλώνουν, ακόμα και αν ζουν σε μη θρησκευτικό περιβάλλον. Αντίστοιχα, εάν δεν εντοπίζουν ασυναίσθητα μοτίβα γύρω τους, η πίστη τους είναι πιο πιθανό να μειωθεί καθώς μεγαλώνουν, ακόμα και σε πιο θρήσκα περιβάλλοντα.
 
Στο πλαίσιο της μελέτης χρησιμοποιήθηκε ένα καθιερωμένο τεστ για τη μέτρηση της σιωπηρής ή υπονοούμενης μάθησης (implicit pattern learning). Οι συμμετέχοντες παρακολουθούσαν καθώς μια σειρά από κουκκίδες εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν σε μια οθόνη υπολογιστή. Για κάθε κουκκίδα πίεζαν ένα κουμπί. Οι κουκκίδες κινούνταν γρήγορα, μα κάποιοι συμμετέχοντες- αυτοί με τα μεγαλύτερα επίπεδα σιωπηρής ή υπονοούμενης μάθησης – άρχισαν υποσυνείδητα να εντοπίζουν τα μοτίβα/ ακολουθίες που κρύβονταν από πίσω, σε σημείο που κάποιοι πίεζαν το σωστό κουμπί για την επόμενη κουκκίδα πριν καν εμφανιστεί αυτή. Ωστόσο ακόμα και οι καλύτεροι δεν ήξεραν πως οι κουκκίδες σχημάτιζαν μοτίβα, δείχνοντας πως όλη η διαδικασία λάμβανε χώρα σε υποσυνείδητο επίπεδο.
 
Στο πλαίσιο του αμερικανικού σκέλους της έρευνας εξετάστηκε μια κυρίως χριστιανική ομάδα 199 συμμετεχόντων από την πρωτεύουσα των ΗΠΑ, Ουάσιγκτον. Στο αφγανικό εξετάστηκαν 149 μουσουλμάνοι στην Καμπούλ. Όπως διαπιστώθηκε, τα αποτελέσματα και συμπεράσματα ήταν αντίστοιχα και στις δύο ομάδες, παρά τις διαφορές τους. «Οι Αφγανοί και οι Αμερικανοί μπορεί να μοιάζουν περισσότερο από ό,τι διαφέρουν, τουλάχιστον σε κάποιες συγκεκριμένες γνωστικές διαδικασίες που έχουν να κάνουν με τη θρησκευτική πίστη και την αναζήτηση νοημάτων στον κόσμο γύρω μας. Ανεξάρτητα από την πίστη κάποιου, τα ευρήματα παρέχουν συναρπαστικά συμπεράσματα για τη φύση της πίστης» σημείωσε Zach Warren, άλλος ένας εκ των ερευνητών.
 
«Ανεξάρτητα από την πίστη κάποιου, τα ευρήματα δείχνουν συναρπαστικές γνώσεις για τη φύση της πίστης.»
 
Ο Green προτείνει ότι «ένας εγκέφαλος που έχει μεγαλύτερη προδιάθεση για υπονοούμενη εκμάθηση μοτίβων μπορεί να έχει την τάση να πιστεύει σε έναν θεό, ανεξάρτητα από τον κόσμο στον οποίο ο εγκέφαλος τυχαίνει να βρεθεί, ή σε ποιο θρησκευτικό πλαίσιο».
 
Αν και ο Δρ Green προειδοποιεί ότι είναι απαραίτητη περαιτέρω έρευνα, υποστηρίζει: «Με αισιόδοξο τρόπο αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να παρέχουν κάποια νευρο-γνωστική κοινή βάση σε ένα βασικό ανθρώπινο επίπεδο μεταξύ πιστών διαφορετικών θρησκειών».
----------------------------------
*Implicit pattern learning μπορούμε να πούμε ότι είναι η σιωπηρή ή υπονοούμενη μάθηση, η εκμάθηση περίπλοκων πληροφοριών κατά συμπτωματικό τρόπο, χωρίς επίγνωση του τι έχει μάθει κάποιος. Μια άλλη διαφορά είναι ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη μνήμη εργασίας και την προσοχή είναι συχνά πιο ενεργές κατά τη διάρκεια της σαφούς ή ρητής μάθησης παρά της σιωπηρής μάθησης.

Το Αρχέτυπο Σύμβολο του Ερπετού

Η Αφύπνιση της πνευματικότητας του ατόμου και των υπερβατικών δυνατοτήτων του ενισχύονται από τις Συμβολικές απεικονίσεις εν γένει, αλλά και από το αρχετυπικό σύμβολο του Ερπετού. Διαθέτει άμεσα φιλοσοφικές προεκτάσεις και σχετίζεται με την έννοια της Αναγέννησης και της αιώνιας κίνησης, όμως του έχουν αποδοθεί και σκοτεινές πτυχές που ίσως οφείλονται κυρίως στις θρησκευτικές παγιωμένες πεποιθήσεις που μετέτρεψαν Αρχέτυπα Σύμβολα όπως αυτό σε αρνητικά φορτισμένες εικόνες συνδέοντάς τα με την πηγή του Κακού. Πως αποσυμβολίζεται όμως το Αρχέτυπο Σύμβολο του Ερπετού;

Και πως εξελίχθηκε η σέκτα που φέρει το όνομά του; ας δούμε παρακάτω:

Το Αρχέτυπο Σύμβολο του Ερπετού

Στην μυθολογία το ερπετό συμβολίζει την Γονιμότητα και την Τεκνοποίηση, τον Θάνατο και την ανάσταση (λόγω της αλλαγής του δέρματός του που σχετίζεται με την αναγέννηση) και στις πρώιμες σχολές Μυστικισμού ήταν το σύμβολο του Λόγου. Το «Φως» καθορίζεται μεταφορικά από το ερπετό που αποκαλείται “Kundalini”, που βρίσκεται κουλουριασμένο στην βάση της σπονδυλικής στήλης και παραμένει αδρανές στον άνθρωπο που ακόμη δεν έχει αφυπνιστεί.

Ας δούμε μερικές απεικονίσεις του Ερπετού στην παγκόσμια φιλοσοφία και στα διάφορα Φιλοσοφικά Συστήματα: Στην Κίνα βλέπουμε ένα αρσενικό και θηλυκό ζευγάρι με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ερπετόμορφα σώματα (ο Fu Xi και η Nu Wa) που ήταν η ίδια η πηγή δημιουργίας των ανθρώπων. Στην Σουμεριακή παράδοση ήταν η Annunaki Nin-Khursag και ο σύζυγός της Enki που είχαν το καθήκον να δημιουργούν εργάτες. Ο Enki είναι γνωστός και ως το ερπετό που απεικονίζεται στην Γένεση – Εκείνος που μας έδωσε την δυνατότητα της σκέψης και της λογικής απόδοσης, και για αυτό εξορίστηκε από τον αδελφό του Enlil. Για τους Ινδουιστές ήταν το Κοσμικό ερπετό Ananta που ήταν υπαίτιο για την δημιουργία του Κόσμου.

Το επόμενο ερπετό ήταν ο Γιός του Enki Ningizzidda, που ήταν ένα γνωστό σύμβολο για τους Σουμέριους, τους Αιγύπτιους και τους Θιβετιανούς. Σύμφωνα με τον Zecharia Sitchin, το ερπετό αυτό οδήγησε τους Θεωρητικούς να υποθέσουν πως ήταν ο Θωθ εκείνος που δημιούργησε την μυστηριακή σχολή και εξάπλωσε τις ιδέες της διαφώτισης, επεκτείνοντας τις ιδέες του πατέρα του και την ίδια την Φιλοσοφία. Αν ο Enki και ο Ningizzidda κυριάρχησαν στις πεποιθήσεις του κόσμου, τότε αυτή η σχολή μάθησης θα ήταν πόλος έλξης για εκείνους που αποζητούσαν την γνώση για το υπερβατικό. Στο Συμβούλιο της Νίκαιας είχε υποστηριχθεί πως «Οι δυνάμεις των Θεών ήλθαν από την Αίγυπτο, στην οποία και υπερίσχυσαν οι Ερπετόμορφοι θεοί. Ο Εnki και ο υιός του». Υπήρχε μάλιστα και μία Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα (Λόγω της λευκής ενδυμασίας τους) που δημιούργησε μία μυστηριακή σχολή στην Karnak. Ένα παρακλάδι τους μετουσιώθηκε στους Αιγυπτιακούς Θεραπευτές που ήταν γνωστοί στην Ιουδαία ως Εσσαίοι. Η Αρχέτυπη μορφή του Ιησού (που ήταν Εσσαίος) πιθανόν μυήθηκε στην Αίγυπτο και την Μυστηριακή σχολή μετατρέποντας τον Εαυτό του στον Υπέρτατο Μύστη.

Τελικώς η Annunaki έχασε τον έλεγχο της Γης και του Πληθυσμού της που αναπτυσσόταν ραγδαία και δημιουργούσε τις αποικίες και τις διάφορες κοινωνικές δομές. Εκείνοι που ακολούθησαν την ιδεολογία του ερπετού επιζητούσαν την συντήρηση της ιδεολογίας μέσα σε αυτή την ραγδαία ανάπτυξη των νέων θρησκειών, και την προφύλαξή της από τις επικείμενες απειλές. Για να προστατεύσουν τον εαυτό τους αλλά και για να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να ακολουθήσουν τις διδαχές τους ανέθεσαν σε απεσταλμένους (οι Απαστράπτοντες) να εξιστορήσουν μέσα από παραβολές τις διδαχές αυτές, που μπορούμε να ανακαλύψουμε στην λαογραφία διαφόρων πολιτισμών, που λάτρευαν το Ερπετό και όντα όμως οι Quetzalcoatl, Cihuacohuatziti, και Cihuacohuatl στο Μεξικό και το Περού, τον Βασιλιά Naga της Ινδίας και τα τέκνα του, τους Nagin, την Po Nagar στο Βιετνάμ, που ήταν η πρώτη Αυτοκράτειρα, και τις ερπετοειδείς Θεότητες που ήταν πανέμορφες γυναίκες των δέντρων και των ποταμών. Η Θεά – Ερπετό της Αιγύπτου Wadjet ήταν η προστάτιδα της Γης, των Βασιλιάδων και των γυναικών που κυοφορούσαν. H Προχριστιανική Βρετανία επίσης ήταν από τις περιοχές στις οποίες λατρευόταν το Ερπετό.

Η Ενέργεια του Ερπετού

Παρ’ όλα αυτά οι απεσταλμένοι δεν ήταν αρκετοί για να εδραιώσουν τις θέσεις της διδασκαλίας του ερπετού, ειδικά όταν είχαν να αντιμετωπίσουν νέες παγιωμένες θρησκείες και βασίλεια που ισχυροποιούνταν με πολιτικές και στρατιωτικές υπερδυνάμεις. Για αυτό προωθήθηκαν γάμοι πολιτικών συμφερόντων για να ισχυροποιήσουν ακόμη περισσότερο τις οικογένειες που κατείχαν την δύναμη αυτή. Επίσης απεικονίζεται μέσα από την γαμήλια ένωση του θεϊκού με το ανθρώπινο για να αναδείξει την ανάδυση των υπερανθρώπινων δυνάμεων μέσα από τις διδαχές αυτές, που όμως δεν έχουν πάντα ευτυχή κατάληξη. Ένας πρίγκηπας που ήταν μυημένος στα μυστήρια του Ερπετού έφερνε γνώση και πλούτη στην οικογένεια που εισχωρούσε. Ήταν αυτή η πηγή γνώσης που έφερνε στην ισχύουσα οικογένεια το πλεονέκτημα απέναντι στους υπόλοιπους.

Πέρα από τις παραβολικές και μυθικές απεικονίσεις και εξιστορήσεις, το ερπετό συμβολίζει την Ζωτική ενέργεια που βρίσκεται κρυμμένη σε αδράνεια σε κάθε ανθρώπινο Ον. Είναι όπως είδαμε και παραπάνω μέσα από την «Γαμήλια ένωση», η ένωση της Αρσενικής και της Θηλυκής ενέργειας που επιφέρουν την αρμονία και την πνευματική ισορροπία. Οι πολιτισμοί ανά τις χιλιετίες έχουν αποκαλύψει την ενέργεια αυτή που είναι γνωστή ως Prana στα Σανσκριτικά, ως Chi στην Κίνα, ως Ki στην Ιαπωνία.. «Το σύμβολο του Ερπετού έχει πολλά νοήματα: Άγνοια, ενέργεια, δυαδικότητα, θάνατος, χρόνος και αλλαγή, αναγέννηση…»

Τα κοσμικά Ερπετά (Αφού όπως είδαμε παραπάνω το σύμβολο του Ερπετού βρίσκεται διάσπαρτο στις παραδόσεις του κόσμου) κουβαλούν μέσα τους μία μεταμορφωτική σημασία που περιλαμβάνει τις αξίες της ανανέωσης, της μετενσάρκωσης αλλά και της μετάδοσης διαδικασιών ζωτικότητας διαμέσω των γενεών, μίας πνευματικής Αθανασίας. Αυτή η γνώση σχετίζεται με την κεκρυμμένη Θεϊκή πλευρά του ανθρώπου.

Ακόμη και σήμερα οι ερευνητές και οι επιστήμονες ανά τον κόσμο μελετούν την σημασία του αποσυμβολισμού του Κοσμικού Ερπετού σε παραδοσιακούς Πολιτισμούς. Πρόκειται για ένα αρχέτυπο που μιλά για την ιδέα της κοινής θεϊκής φύσης που ενυπάρχει στον άνθρωπο, που ξεπερνά την πολιτισμική του καταβολή, κάτι που μαρτυρά και η εμφάνισή του στις παραδόσεις όλου του κόσμου σχεδόν. Είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο που μεταφέρει το μήνυμα πως είμαστε άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ μας μέσα από την θεϊκή- πνευματική πνοή που βρίσκεται σε ύπνωση μέσα μας, ώσπου να ανακαλύψουμε τις δυνάμεις της και βαδίσουμε τον πνευματικό δρόμο της Εξέλιξης.

Δεν είναι αυτό που συμβαίνει που μας κάνει να υποφέρουμε αλλά το τι σκεφτόμαστε σχετικά με αυτό που συμβαίνει

Αν κάτσεις και σκεφτείς, σχετίζεις το κάθε συμβάν με την επιρροή που έχει επάνω σου. Λογικό βέβαια μιας και είμαστε όντα τα οποία ως κέντρο του κόσμου φέρουμε τον εαυτό μας. Μην σου φαίνεται εγωκεντρικό μήτε νοσηρό, έως ενός σημείου βέβαια.

Από βρεφική ηλικία συγκρίνουμε το περιβάλλον μας με εμάς αποσκοπώντας στο να ορίσουμε το πρώτο. Μεγαλώνοντας, προβάλουμε τον εσωτερικό μας κόσμο στο περιβάλλον με αποτέλεσμα, ότι υφίσταται στον ψυχισμό μας, να το αντιλαμβανόμαστε ως εξωτερικό ερέθισμα. Τρανό παράδειγμα αποτελεί το πως ορίζει ο καθένας μια βροχερή μέρα. Άλλοι την αποδίδουν θετικά σχόλια ενώ μερικοί αρνητικά, προβάλουν κοντολογίς τον ψυχισμό τους.

Απόρροια των παραπάνω αποτελεί και η αυτοβασανιστική σου τάση, να επεκτείνεις μια κατάσταση ως προς την επίδραση που έχει επάνω σου. Αν επί παραδείγματι, κατά τη διάρκεια γεύματος, λερωθεί το παντελόνι σου, η ψυχολογία σου αυτομάτως θα λάβει αρνητικό πρόσημο. Αρχικά θα δυσανασχετήσεις με τον λεκέ, ύστερα πιθανόν να σκεφτείς, στην περίπτωση που οι συνδαιτυμόνες δεν προέρχονται από τον προσωπικό σου κύκλο, περί των σχολίων που θα σκεφτούν. Έπειτα συνεχίζεται ο μαραθώνιος συνδέσεων ώσπου πριν το καταλάβεις, ολόκληρο το γεύμα μετατράπηκε σε μια αρένα όπου αγωνίζεσαι ενάντια στις αυτομομφές και τα αρνητικά σενάρια.

Το παραπάνω αποτελεί μία κοινή και ελαφριά κατάσταση της μαζοχιστικής ανθρώπινης τάσης. Σαφώς υπάρχει πληθώρα καταστάσεων οι οποίες βαπτίζονται ως αρνητικές. Σκοπός όμως είναι να μην βασανίζεις τον εαυτό σου. Σκέφτηκες τη περίπτωση του να δώσεις θετικό πρόσημο στις αναφερόμενες επί μιας κατάστασης σκέψεις? Θετικό πρόσημο δεν εννοώ να πεις “αχ τι ωραία που διαλύθηκε το αυτοκίνητο” αλλά να αναλογιστείς τι έμαθες από αυτό. Αν σε κάθε γεγονός εστιάζεις στο τι λαμβάνεις από αυτό, όχι μόνο δεν θα σκοτίζεσαι αλλά θα εφοδιάζεσαι για το μέλλον.

Αν σου είναι δύσκολο τότε μην εστιάσεις σε τίποτα, ίσως έτσι δεις τη πραγματική όψη της εκάστοτε κατάστασης, ίσως είναι καλύτερα να μην ντύνεις τα γεγονότα με διάφορες σκέψεις και να τα αποδέχεσαι όπως είναι. Ύστερα όμως σου φανούν πολύ απλά, πιθανόν να θεωρήσεις τον εαυτό σου αναίσθητο ή οτιδήποτε άλλο, είναι χαρακτηριστικό μας να μην αποδεχόμαστε την απλότητα των πραγμάτων. Μάλιστα είμαστε τόσο μαζοχιστές που αν δεν πηγαίνει κάτι στραβά αγχωνόμαστε, πως να μην σκέφτεσαι ύστερα τα χειρότερα για κάτι που συνέβη, όταν στη ρουτίνα σου επιζητάς ασυνείδητα τον αρνητισμό.

Για αυτό ξέχνα τα πρόσημα, δες τα πάντα όπως είναι. Ο θάνατος είναι θάνατος, το ατύχημα είναι ατύχημα, ένα σπασμένο πόδι τίποτα παραπάνω από ένα σπασμένο πόδι. Δες την κατάσταση γυμνή, δίχως μελλοντικούς συνειρμούς, δίχως τίποτα. Το μόνο που μπορείς να σκεφτείς είναι πως θα αντιμετωπίσεις την εκάστοτε κατάσταση και αυτό μόνο μετράει.

Η αληθινή αγάπη δεν φορά αλυσίδες στο λαιμό κανενός

Η ώριμη αγάπη ανοίγει φτερά, κοιτάζει ορίζοντες, απελευθερώνει. Νικά τα πάθη δίνει ασφάλεια, φροντίδα προστασία. Η ώριμη αγάπη δεν κοιτάζει πίσω στο παρελθόν, βλέπει αισιόδοξα το μέλλον. Ανιδιοτέλεια και σεβασμός, λέξεις κλειδιά για την κατανόηση της ώριμης αγάπης.

Αγαπώ με ωριμότητα σημαίνει να μπορείς να δίνεις χώρο και χρόνο στις επιθυμίες του αλλού, σημαίνει να σέβεσαι τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του, αγαπώ με ωριμότητα σημαίνει να μπορείς να κοιτάς βαθιά την ψυχή του ανθρώπου και να μην μένεις στο προφανές. Αναγνωρίζοντας τα πραγματικά χαρίσματα του αλλού τον βοηθάς να εκδηλώσει τον καλό του εαυτό και να εξελιχθεί, τον αποτρέπεις από εμμονές προσκόλλησης του παρελθόντος, με λίγα λόγια, του δείχνεις τα φτερά για να πετάξει.

Όταν η αγάπη είναι γνήσια ο άνθρωπος ημερεύει, ισορροπεί καθώς η αποδοχή, η ενθάρρυνση και η εμπιστοσύνη γεμίζουν το σώμα του με ενδορφίνες η αλλιώς ορμόνες της αγάπης. Όλοι μας έχουμε την ανάγκη της αποδοχής από τους άλλους, πολλές φορές μάλιστα η ανάγκη αυτή τείνει να είναι μεγαλύτερη από τα πρόσωπα που έχουμε πιο κοντά μας. Είναι μια αμφίδρομη ανάγκη φυσικά αφού οι δεσμοί της οικογένειας είναι πιο έντονοι απ' ότι με τους υπόλοιπους συνανθρώπους μας.

Βέβαια η μάνα που αγαπάει το παιδί της – ένα παράδειγμα αγνής, γνήσιας αγάπης–, δεν περιμένει αντάλλαγμα. Αυτή είναι η ουσία της ώριμης αγάπης, δηλαδή αγαπώ όχι για να αγαπηθώ αλλά γιατί μέσα από την αγάπη που αισθάνομαι είμαι ευτυχισμένος. Η αληθινή αγάπη δεν είναι εμπόρευμα, δεν εξαγοράζεται, ούτε πουλιέται. Η αληθινή αγάπη δεν φορά αλυσίδες στο λαιμό κανενός για να τον κρατήσει, δεν εξουσιάζει και δεν απαιτεί.

Πολλές φορές μπερδεύουμε την αγάπη με τη χειραγώγηση. Αυτό μπορεί να γίνει είτε σκόπιμα οπότε είναι και κατακριτέο, είτε ασυναίσθητα. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο άδικο. Έχω ακούσει πολλές φορές γονείς να λένε – Για σένα δουλεύω, για σένα έχω αφήσει τον εαυτό μου, γιατί σε αγαπώ και όλα τα κάνω για να μεγαλώσεις εσύ σωστά. κλπ κλπ η γνωστή κλάψα που ουδεμία σχέση έχει με την αληθινή ώριμη αγάπη. Κανένα παιδί δεν ζήτησε από τον γονιό του να γίνει δυστυχής για να είναι ευτυχισμένο αυτό. Αντίθετα τα ευτυχισμένα παιδιά έχουν χαρούμενους γονείς. Κανένα παιδί δεν ζήτησε από τον γονιό του να θυσιαστεί για να είναι εκείνο καλά. Και πιστέψτε με τα παιδιά ενστικτωδώς έχουν πιο ισχυρή αντίληψη της αγάπης, μα φυσικά γιατί η ψυχή τους είναι ακόμα αγνή.

Όταν αγαπώ δεν χειραγωγώ, όταν αγαπώ προστατεύω φροντίζω αισθάνομαι συμπονώ. Η επίκριση, ο χλευασμός καθώς και η υποτίμηση δεν ταυτίζονται με την ώριμη αγάπη. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μας υποβιβάζει και να μας υποτιμά, ο καθένας μας είναι εξίσου χαρισματικός με τον άλλο σε διαφορετικά πλαίσια. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και αξίζει να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ας μάθουμε λοιπόν να το κάνουμε σωστά και με πραότητα, γιατί ίσως έτσι διαπιστώσουμε πως όλοι είμαστε ίσοι και όλοι αξίζουμε ένα καλύτερο μέλλον.

Oι ευκαιρίες δε χαρίζονται, κερδίζονται

Είναι πραγματικά ανώφελο αυτό που συμβαίνει με αρκετούς ανθρώπους, οι οποίοι επιμένουν να κάνουν συνεχώς τα ίδια λάθη και έχουν το θράσος να ζητούν επανειλημμένα ευκαιρίες για να επανορθώσουν, όπως συνηθίζουν να λένε χαρακτηριστικά. Οι δεύτερες ευκαιρίες θα ήταν καλό να δίνονται μόνο σε εκείνους τους ανθρώπους που δείχνουν να μετανοούν, σε εκείνους που στεναχωριούνται πραγματικά για τον πόνο ή το κακό που προκάλεσαν. Όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στη σφαίρα του εξωπραγματικού. Στη σφαίρα του να ‘χαμε να λέγαμε.

Θα ήταν καλό επομένως να αντιλαμβανόμαστε ότι οι σχέσεις με το χρόνο έχουν μια φυσιολογική φθορά. Αυτό σημαίνει ότι με κάποιους ανθρώπους απομακρυνόμαστε, ενώ με άλλους ερχόμαστε πιο κοντά άλλοτε λόγω επιλογών και άλλοτε λόγω περιστάσεων και συνθηκών.

Έτσι είναι άλλωστε, η φύση της ζωής. Κάποια στιγμή αλλάζουν οι προτεραιότητές μας κυρίως όταν προχωράμε στη δημιουργία οικογένειας. Στη συγκεκριμένη λοιπόν χρονική συγκυρία αλλάζουν οι ισορροπίες, τα θέλω μας.

Χρειάζεται δύναμη και ψυχικό σθένος για να καταφέρουμε να δώσουμε ευκαιρίες στους γύρω μας. Το ιδανικό βέβαια θα ήταν η διαδικασία αυτή να μη μας προκαλεί ψυχολογική φθορά. Θα ήταν καλό λοιπόν να δίνονται σε ανθρώπους που τις αξίζουν πραγματικά που φαίνεται ότι προσπαθούν, ότι κοπιάζουν να τις κερδίσουν, διότι εν τέλει τις αξίζουν και όχι να δίνονται έτσι γενικά και αόριστα.

Δε θα πρέπει λοιπόν να εστιάζουμε στο πώς θα φανούμε καλοί άνθρωποι αλλά στο πώς θα νιώθουμε ολοκληρωμένοι και ισορροπημένοι είτε συνεχίζοντας με το άτομο που μας αγάπησε και μας πλήγωσε είτε χωρίς αυτό. Δε θα πρέπει όμως να σπαταλάμε τον εαυτό μας, την ουσία μας, την ανθρώπινή μας υπόσταση δεξιά και αριστερά. Δεν ωφελεί κανέναν αυτό και κυρίως εμάς γιατί στο τέλος κάθε τέτοιας προσπάθειας διατρέχουμε τον κίνδυνο να πληγωθούμε ανεπανόρθωτα.

Άλλωστε δεν έχει σημασία η διαδρομή αλλά το ταξίδι, το οποίο μας γέμισε αναμνήσεις, εμπειρίες και προσέφερε απλόχερα ένα σωρό διδάγματα που θα μας συντροφεύουν μια ζωή. Δίνουμε επομένως μια δεύτερη ή τρίτη ευκαιρία στους ανθρώπους εκείνους που φαίνεται ότι την αξίζουν πραγματικά. Σε εκείνους που προσπαθούν, που αποδεικνύουν έμπρακτα την καλή διάθεσή τους να αλλάξουν συμπεριφορά, που αναγνωρίζουν ότι άθελά τους μας στεναχώρησαν, μας πλήγωσαν. Σε συγγενείς, φίλους, στο σύντροφό μας. Σε εκείνους που ζητούν συγγνώμη και το εννοούν πραγματικά, σε όσους κρατούν το λόγο τους, σε όσους έχουν μπέσα, πράγμα σπάνιο στις μέρες μας.

Καλό θα ήταν λοιπόν οι δεύτερες ευκαιρίες να κερδίζονται επάξια και όχι να χαρίζονται απλόχερα, γιατί έτσι χάνουν το νόημά τους, ευτελίζεται η αξία τους. Επίσης, δε θα πρέπει να αυταπατόμαστε νομίζοντας ότι οι άνθρωποι αλλάζουν άρδην από τη μία μέρα στην άλλη.

Θα πρέπει να έχουν μεσολαβήσει αρκετά αρνητικά γεγονότα που τους έχουν σημαδέψει, που τους έχουν στιγματίσει για να αλλάξουν τρόπο σκέψης και δράσης. Και αυτή η διαδικασία απαιτεί σίγουρα χρόνο καθώς και συνειδητοποίηση εκ μέρους μας. Αν λοιπόν αγαπάμε τον εαυτό μας και τον σεβόμαστε λειτουργώντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο, τότε θα μας σεβαστούν και οι υπόλοιποι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω μας.

Τέλος, έχει παρατηρηθεί ότι όσο πιο μικροί είμαστε ηλικιακά, τόσο περισσότερες ευκαιρίες δίνουμε. Μεγαλώνοντας μάλλον γινόμαστε κοινωνοί της σκληρής πραγματικότητας και μέσω αυτής της διαδικασίας ωριμάζουμε, σκληραγωγούμαστε. Μαθαίνουμε να θωρακίζουμε τον εαυτό μας με την πάροδο των χρόνων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη μοιράζουμε πια ευκαιρίες αριστερά και δεξιά σαν να μην υπάρχει αύριο αλλά να τις δίνουμε μόνο στους ανθρώπους εκείνους που θα τις αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε εκείνους που πασχίζουν καθημερινά να μας δείξουν τον καλύτερό τους εαυτό, σε εκείνους που θέλουν να φανούν αντάξιοι της εμπιστοσύνης που τους δείξαμε κάποτε.

Για αυτούς λοιπόν τους ανθρώπους αξίζει να προσπαθούμε, διότι δύσκολα θα μας απογοητεύσουν στο τέλος.