Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Αγάπη: 10 αλήθειες που ξεχνάμε

Όλοι αναζητάμε την αγάπη, τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που θα μας προσφέρει τη ζεστασιά, την προστασία και την ευτυχία που τόσο αναζητάμε.

Όταν φανταζόμαστε την ιδανική σχέση τείνουμε να εξιδανικεύουμε όχι μόνο τον σύντροφο που θα έχουμε στη ζωή μας αλλά και την ίδια την αγάπη.

Η αγάπη μπορεί να υπάρχει στην καθημερινή μας ζωή μαζί με την ρουτίνα, τα προβλήματα, την βαρεμάρα.

Για αυτό μην ξεχνάτε τι είναι πραγματικά η αγάπη:

1. Η αγάπη είναι επιλογή: Η αγάπη διαφέρει από την επιθυμία, το πάθος και άλλα συναισθήματα που διαρκούν συνήθως λίγο αλλά είναι πολύ έντονα. Η αγάπη είναι μια επιλογή. Έχουμε επιλέξει να αγαπάμε κάποιον και κανείς και τίποτα δεν μπορεί να μας πιέσει να αισθανθούμε αγάπη.

2. Η αγάπη δεν είναι παθιασμένη: Η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα υπερβολικό. Δεν μας οδηγεί να κάνουμε τρελά πράγματα και δεν βγάζει τον κακό μας εαυτό προς τα έξω. Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που μπορούμε να αντέξουμε για αυτό και διαρκεί για πάντα.

3. Η αγάπη χρειάζεται χρόνο για να δημιουργηθεί: Η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων χρειάζεται αρκετό χρόνο, εμπιστοσύνη και οικειότητα για να δημιουργηθεί. Βασίζεται στον χρόνο που περνάμε με τον σύντροφό μας για να τον γνωρίσουμε, να μοιραστούμε τα ενδιαφέροντά μας και τις απόψεις μας. Η αγάπη εμφανίζεται όταν γνωρίζουμε τον άλλο τόσο καλά ώστε να τον σεβόμαστε για αυτό που είναι και να τον θαυμάζουμε.

4. Αγάπη σημαίνει υπομονή: Για να αγαπήσουμε πρέπει να ξέρουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας, να έχουμε υπομονή με τα συναισθήματά μας και τους άλλους. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε άμεση αντίδραση ή ανταπόδοση, αλλά αρκεί να αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους.

5. Η αγάπη απαιτεί δουλειά: Χρειάζεται προσπάθεια και δύο ανθρώπους που δουλεύουν καθημερινά για τη σχέση τους. Έτσι η αγάπη γίνεται πιο δυνατή και δεν εξασθενεί.

6. Η αγάπη απαιτεί την παρουσία μας: Δεν μπορούμε να αγαπάμε κάποιον από ‘απόσταση’. Πρέπει να είμαστε μέρος της ζωής τους, να ακούμε τα προβλήματα τους, να τους βοηθάμε και να προσφέρουμε την συμπαράστασή μας. Η αγάπη δηλώνει το παρόν σωματικά, συναισθηματικά, ψυχικά και πνευματικά.

7. Αγάπη είναι η καλοσύνη: Εάν η αγάπη σας πληγώνει τον άλλο, τότε δεν είναι αγάπη. Αν τον καταπιέζει, δημιουργεί άσχημα συναισθήματα ή καταστάσεις, τότε δεν είναι μια ώριμη αγάπη. Η αγάπη πρέπει να μας κάνει να αισθανόμαστε σιγουριά και να δημιουργεί μια σταθερότητα στη ζωή μας.

8. Η αγάπη δεν είναι εγωιστική: Όταν αγαπάμε σταματάμε να ενδιαφερόμαστε μόνο για τον εαυτό μας. Γινόμαστε ένα με τον άλλο και λειτουργούμε μαζί του σαν μια οντότητα.

9. Η αγάπη δεν είναι ποτέ τέλεια: Η ιδανική αγάπη υπάρχει μόνο στον κινηματογράφο. Η πραγματική αγάπη υπάρχει μαζί με την ρουτίνα, τα προβλήματα και τη βαρεμάρα. Ο συμβιβασμός είναι το κλειδί για μια ευτυχισμένη σχέση όπου υπάρχει αγάπη.

10. Η αγάπη απαιτεί δέσμευση: Πάντα θα υπάρχουν πειρασμοί, όμως όταν δύο άνθρωποι έχουν δεσμευτεί να αγαπούν ο ένας τον άλλο, ξέρουν τον τρόπο για να λειτουργήσει η σχέση τους. Η αληθινή αγάπη δεν μας αφήνει να αναρωτιόμαστε αν ‘υπάρχει κάποιος καλύτερος’ για εμάς αλλά υπάρχει μόνο όταν έχουμε αποφασίσει να μοιραστούμε με ένα άνθρωπο τη ζωή μας.

Λουκρήτιος: Ο χρόνος είναι ανύπαρκτος. Τα άτομα είναι στέρεα, άφθαρτα και αιώνια

Το μνημειώδες έπος του Λουκρήτιου “Για την Φύση των Πραγμάτων”, προάγγελος και μοναδικός αρχαίος πρόγονος της σύγχρονης επιστήμης, είναι η ποιητική εκδοχή του χαμένου ελληνικού έργου Περί Φύσεως του Επίκουρου, της λαμπρότερης έκφανσης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας: ένας αριστουργηματικός ύμνος στην ελευθερία από τα δεσμά της θρησκείας, του φόβου, των παθών, της άγνοιας”.

Διαβάστε ένα απόσπασμα για τον χρόνο και τα άτομα:

Χρόνος δεν υπάρχει από μόνος του’ μόνο από τα ίδια τα πράγματα βγαίνει η αίσθηση για το τι έγινε στο παρελθόν, τι γίνεται τώρα και τι θ’ ακολουθήσει μετά. Ας το παραδεχτούμε λοιπόν ότι κανείς ποτέ δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί το χρόνο ξεκομμένο από την κίνηση ή την γαλήνια ακινησία των πραγμάτων.

Τέλος, όταν κάποιοι λένε πως η «αρπαγή της κόρης του Τυνδάρεω» και η «ήττα των Τρώων στον πόλεμο» είναι γεγονότα, ας προσέξουμε να μη μας κάνουν να δεχτούμε ότι τα γεγονότα αυτά έχουν αυτόνομη υπόσταση. Τα χρόνια που πέρασαν έχουν πάρει ανεπιστρεπτί μαζί τους τις ανθρώπινες γενιές για τις οποίες, στ’ αλήθεια, τα γεγονότα εκείνα υπήρξαν συμπτώματα, Γιατί οποιοδήποτε συμβάν μπορούμε κάλλιστα να το χαρακτηρίσουμε σύμπτωμα:-είτε της οικουμένης όλης είτε συγκεκριμένων τόπων.

Και πάλι, αν δεν υπήρχε η ύλη των πραγμάτων, ο χώρος και το κενό όπου συμβαίνει το καθετί, ποτέ δε θα έκαιγε μες στα φρυγικά τα στήθη του Πάρη η ερωτική φλόγα που του άναψε της Ελένης η ομορφιά, και πυροδότησε τον ξακουστό εκείνο κι άσπλαχνο πόλεμο’ μήτε ο Δούρειος Ίππος θα ’χε πυρπολήσει τα Πέργαμα, βγάζοντας νύχτα μεσ’ από τα σωθικά του τους Έλληνες κρυφά απ’ τους Τρώες.

Μπορείς, λοιπόν, να το δεις καθαρά: τα γεγονότα σε καμία περίπτωση δεν έχουν αυτόνομη υπόσταση όπως η ύλη, μήτε υπάρχουν με την έννοια που υπάρχει και το κενό. Σωστότερο θα ήταν να τα ονομάσεις συμπτώματα της ύλης και του χώρου στον οποίο συμβαίνουν.

Τα υλικά σώματα, λοιπόν, είναι εν μέρει πρωταρχικά στοιχεία, και εν μέρει ό,τι προκύπτει από τις ενώσεις των πρωταρχικών στοιχείων. Όμως τα αρχικά στοιχεία των πραγμάτων καμία δύναμη δεν μπορεί να τα εξαλείψει – υπερισχύουν τελικά* γιατί είναι στέρεα και συμπαγή. Κι όμως, σου φαίνεται δύσκολο να πιστέψεις ότι μες στα πράγματα υπάρχει κάποια ουσία συμπαγής’ τους τοίχους των σπιτιών, σκέφτεσαι, τους διαπερνά ο κεραυνός, ο ήχος κι οι φωνές’ το σίδερο στη φωτιά πυρακτώνεται, κι οι βράχοι σκάζουν στο φλογερό καύσωνα’ λυγίζει το σκληρό χρυσάφι δουλεμένο σε μεγάλη θερμότητα, ενώ ο ψυχρός χαλκός λιώνει κι αυτός νικημένος από τη φλόγα’ μέσα απ’ το ασήμι περνά η ζέστη και το διαπεραστικό κρύο’ κι εμείς συχνά έχουμε νιώσει και τη ζέστη και το κρύο, όταν κατά το συνήθειο κρατάμε στο χέρι ένα ποτήρι και μέσα του πέφτουν οι σταγόνες του νερού.

Κι έτσι σου φαίνεται πως δεν υπάρχει πράγμα συμπαγές και αδιαπέραστο. Επειδή όμως ο ορθός λογισμός και η φύση το επιβάλλει, κάνε υπομονή’ με λίγους στίχους θα σου εξηγήσω ότι όντως υπάρχουν σώματα με ουσία συμπαγή και αναλλοίωτη τα οποία, όπως λέει η διδασκαλία μας, είναι σπέρματα και πρωταρχικά στοιχεία των πραγμάτων και από αυτά συνίσταται το σύνολο των πραγμάτων που υπάρχουν σήμερα στο σύμπαν.

Κατ’ αρχήν, αφού βρήκαμε ότι η φύση είναι διττή και αποτελείται από δυο πράγματα τελείως ανόμοια μεταξύ τους -δηλαδή την ύλη και το κενό μες στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα-, αναγκαστικά προκύπτει ότι και τα δύο έχουν ύπαρξη αυτόνομη και αμιγή’ ο άδειος χώρος που ονομάζουμε «κενό» υφίσταται εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη’ κι από την άλλη, εκεί όπου διατηρείται η ύλη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να υπάρξει το κενό. Επομένως, τα πρωταρχικά στοιχεία είναι συμπαγή και χωρίς κενό.

Επιπλέον, αφού εμπεριέχεται το κενό μέσα στα δημιουργημένα σώματα, θα πρέπει να το περιβάλλει στέρεη ύλη’ δεν μπορείς λογικά ν’ αποδείξεις ότι υπάρχει πράγμα που μάσα του κρύβει κενό, παρά μόνο αν δεχτείς ότι το κενό περικλείεται από κάτι στέρεο. Και το μόνο πράγμα που έχει τη δυνατότητα να περικλείει το κενό μες στα αντικείμενα, δεν μπορεί παρά να είναι μια συσσώρευση ύλης.

Με δυο λόγια: τη στιγμή που όλα τα σώματα υπόκεινται σε διάλυση, η ίδια η ύλη, που αποτελείται από στέρεα στοιχεία, παραμένει αιώνια.

Έπειτα, αν δεν υπήρχε καθόλου το κενό, το σύμπαν θα ήταν μια στέρεη μάζα’ κι από την άλλη, αν δεν υπήρχαν ορισμένα σώματα για να γεμίζουν το χώρο, τους τόπους που κατέχουν, ολάκερο το σύμπαν θα ήταν μόνο διάστημα, κενός χώρος. Δίχως άλλο, λοιπόν, η ύλη και το κενό αμοιβαία εναλλάσσονται, αφού τίποτα δεν είναι ολωσδιόλου πλήρες μήτε πάλι εντελώς κενό. Υπάρχουν λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία ύλης που χαράζουν τα όρια ανάμεσα στο κενό διάστημα και τον συμπαγή χώρο.

Αυτά τα στοιχεία είναι αδύνατο να τα διαλύσει κάποιο πλήγμα που θα δεχτούν απ’ έξω, κι είναι αδύνατο να διαπεραστούν και να αποσυντεθούν’ με κανένα τρόπο δε γίνεται να διαλυθούν από κάποια δοκιμασία, όπως και σου απέδειξα πριν λίγο. Γιατί είναι προφανές ότι δίχως να υπάρχει το κενό τίποτε δεν μπορεί να συντρίβει ,ούτε να κοπεί και να χωριστεί στα δύο, να πιάσει υγρασία ή να διαπεραστεί από το κρύο και την φωτιά – όλα εκείνα, δηλαδή, που φέρνουν το τέλος των πραγμάτων. Όσο περισσότερο κενό κλείνει μέσα του ένα πράγμα, τόσο πιο βαθιά προσβάλλεται από τα παραπάνω και αρχίζει να καταρρέει.

Αν, λοιπόν, είναι συμπαγή και χωρίς κενό τα αρχικά στοιχεία, όπως έδειξα, τότε κατ’ ανάγκη είναι και αιώνια. Αν δεν ήταν αθάνατη η ύλη, τότε προ πολλού τα πράγματα θα είχαν περιέλθει στην ανυπαρξία και ό,τι βλέπουμε σήμερα μπροστά μας θα είχε ξαναγεννηθεί από το τίποτα. Επειδή όμως, όπως σου έδειξα πιο πριν, τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί από το τίποτα, κι επίσης είναι αδύνατο ό,τι έχει γεννηθεί να επιστρέφει στο τίποτα, τότε θα πρέπει τα αρχικά στοιχεία να αποτελούνται από ουσία αθάνατη, στην οποία να καταλήγει το κάθε τι που διαλύεται σαν έρχεται η τελευταία του στιγμή, έτσι ώστε να υπάρχει αρκετό απόθεμα ύλης για να ξαναγεννιούνται τα πράγματα. Είναι, συνεπώς, τα αρχικά στοιχεία συμπαγή και ενιαία, διαφορετικά δεν θα διατηρούνταν στους αιώνες, ούτε θα συνέχιζαν, χρόνους αμέτρητους τώρα, να ξαναγεννούν τα πράγματα.

Κι έπειτα, αν δεν είχε θέσει η φύση ένα όριο στην διάλυση των πραγμάτων, τότε τα σωματίδια της ύλης θα είχαν τόσο πολύ μειωθεί απ’ τη φθορά στο διάβα των αιώνων, που θα ’ταν αδύνατο να συλλάβουν το παραμικρό και να το φτάσουν στην ακμή της ύπαρξής του μέσα σε ορισμένο χρόνο. Το βλέπουμε άλλωστε, πως γρηγορότερα καταστρέφονται τα πράγματα παρά ξαναγεννιούνται. Έτσι, οτιδήποτε συνέτριψε ο μακρύς, αμέτρητος χρόνος, μες στους αιώνες που πέρασαν φέρνοντας αφανισμό και διάλυση, δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκατασταθεί μες στο χρόνο που απέμεινε.

Όπως έχουν τα πράγματα, όμως, είμαστε σίγουροι ότι έχει τεθεί ένα καθορισμένο τέρμα στην διάλυση των όντων, αφού βλέπουμε πως το κάθε τι ξαναγεννιέται και πως για όλα τα είδη έχουν οριστεί χρονικά όρια μες στα οποία να μπορούν να φτάνουν στην ακμή τους.

Πρόσθεσε εδώ επίσης πως αν και τα υλικά σώματα είναι τελείως συμπαγή, μπορεί παρ’ όλα αυτά να εξηγηθεί πώς γεννιούνται και με ποιες δυνάμεις κινούνται τα μαλακά πράγματα όπως ο αέρας, το νερό, το χώμα κι η φωτιά, άπαξ και σμίξει το κενό με την ύλη.

Από την άλλη, αν τα πρωταρχικά στοιχεία ήταν μαλακά, δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε πώς φτιάχτηκαν τα γρανιτένια βράχια και το σίδερο’ θα ’λείπε από τη φύση κάθε θεμέλιο και αφετηρία. Είναι λοιπόν τα πρωταρχικά στοιχεία στέρεα, συμπαγή και αδιαίρετα, κι όσο πιο πυκνές είναι οι ενώσεις τους, τόσο πιο σφιχτά σώματα προκύπτουν, με ανθεκτικές δυνάμεις.

Πέρα απ’ αυτό, έστω ότι η διάλυση των πραγμάτων δεν έχει όριο’ θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να δεχτούμε πως μέχρι τα σήμερα επιβιώνουν κάποια αιώνια στοιχεία μέσα σε σώματα κάθε λογής, χωρίς να έχουν απειληθεί από κανένα κίνδυνο. Κι αν η φύση τους είναι φθαρτή, θα ήταν αντιφατικό να λέμε ότι κατάφεραν -αν και εκτεθειμένα σε αναρίθμητα πλήγματα ανά τους αιώνες-, να επιβιώσουν αιώνια στον χρόνο.

Και πάλι, αφού για κάθε είδος έχει τεθεί όριο στην ανάπτυξη και στη διάρκεια της ζωής, κι οι νόμοι της φύσης ορίζουν το τι μπορεί να πετύχει το κάθε είδος και τι όχι, κι αφού κανένα τους δεν αλλάζει και παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα -τόσο που ακόμα και τα διάφορα είδη των πουλιών παρουσιάζουν από γενιά σε γενιά όλα τα γνωρίσματα του είδους τους-, τότε φυσιολογικά τα σώματά τους θα πρέπει να ’ναι από αμετάβλητη ύλη.

Γιατί αν μπορούσαν τα άτομα της ύλης να κατανικηθούν με οποιονδήποτε τρόπο και ν’ αλλοιωθούν, θα ήταν αβέβαιο τι μπορεί να προκύψει από αυτά και τι όχι, κοντολογίς, το πώς καθορίζονται τα όρια της δύναμης κι οι ακρογωνιαίοι λίθοι στο καθετί’ κι ούτε θα μπορούσαν οι νέες γενιές να αναπαράγουν τα φυσικά γνωρίσματα, τους τρόπους, τη ζωή και τις κινήσεις των γονιών τους σύμφωνα με το είδος τους.

Ιωσήφ: Ένας ολέθριος σωτήρας



Josef3
Ο Ιωσήφ όχι μόνο έπεισε τον Φαραώ για την ονειρομαντική του τέχνη, αλλά κάνοντας θαυμάσια επίδειξη της ευέλικτης γλώσσας του, κυριολεκτικά τον καταγοήτευσε με την άνεση και την προνοητικότητά του, μια και όχι μόνο φαινόταν σίγουρος για τα μελλούμενα, αλλά εισηγήθηκε και μια σειρά εντυπωσιακών μέτρων φορολόγησης και αποθήκευσης των αναγκαίων σιτηρών, για την αντιμετώπιση της θεομηνίας.

Τελειώνοντας μάλιστα τις προφητικές του σωτηριολογίες, ο Ιωσήφ βάζει στο μυαλό του Φαραώ, έτοιμη και την ιδέα του δικού του αναβαθμισμένου ρόλου στα συνταρακτικά αυτά μελλούμενα, λέγοντας στον Φαραώ: «και τώρα (μεγάλε βασιλιά) Φαραώ φρόντισε να βρεις έναν άνθρωπο μυαλωμένο και συνετό και να τον διορίσεις σ’ όλη την Αίγυπτο, να κατακρατά με επόπτες το ένα πέμπτο της σοδιάς απ’ όλη την χώρα». Γέν.41.33-34.

Όλ’ αυτά ενθουσιάζουν το Φαραώ, που αναγορεύει χωρίς καθυστέρηση τον Ιωσήφ, σε άνθρωπο σοφό και θεόσταλτο, λέγοντάς του: «αφού ο θεός σε έκανε να τα γνωρίζεις όλα αυτά, δεν υπάρχει συνετότερος και φρονιμότερος από σένα. Εσύ θα προΐστασαι στο ανάκτορο μου και ο λαός μου θα υπακούει στις διαταγές σου. Μόνο ως προς τον θρόνο θα είμαι ανώτερος σου. Σε σένα παραδίδω την (φοροεισπρακτική) εξουσία πάνω σε όλη την Αίγυπτο. Και έβγαλε το δαχτυλίδι του και το πέρασε στο χέρι του Ιωσήφ». Γέν.41.38-42.

Ο θρίαμβος του Ιωσήφ ήταν απροσδόκητα μεγάλος. Η δεκατριάχρονη υπομονή του Ιωσήφ και οι μεθοδεύσεις του, απέδωσαν τώρα τους πλούσιους καρπούς. Ο πανέξυπνος τρόπος του Ιωσήφ και οι διορατικές φορολογικές προτάσεις, έπεισαν το βασιλιά ότι έχει μπροστά του έναν τριαντάχρονο χαρισματικό άνδρα, που η ολοφάνερή ευφυΐα του, συνοδεύεται απ’ την περιζήτητη για την εποχή εκείνη ικανότητα της θεϊκής μαντικής τέχνης.

Τα προνόμια έπεσαν βροχή. Ο Ιωσήφ καλοπαντρεύεται μια κόρη Αιγύπτιου ιερέα και αποκτά σημαντικές προσβάσεις στους ναούς και τα πανάρχαια ιερά της χώρας: «και έδωσαν σ’ αυτόν δια γυναίκα την Ασεννέθ θυγατέρα ιερέως της Ηλιουπόλεως» Γέν.41.45.

Σημειώνουμε εδώ την απίστευτη έλλειψη περιφρούρησης πολιτικών και θρησκευτικών προνομίων της αιγυπτιακής κοινωνίας, που έμελλε βέβαια, να κοστίσει ακριβά στην αιγυπτιακή ιστορία. Ανεμπόδιστοι από οποιουσδήποτε νόμους, εθιμικούς περιορισμούς ή ιερατικούς κανόνες, αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι, μπορούσαν να αποκτήσουν, όχι μόνο υψηλά κυβερνητικά προνόμια, αλλά με την συγκατάθεση της άδολης αιγυπτιακής θρησκείας, να εισέλθουν δικαιωματικά μέσα στους ιερατικούς κύκλους, νυμφευόμενοι κόρες ιερέων.

Ο αξιωματούχος πλέον Ιωσήφ, αναλαμβάνει τα διευρυμένα καθήκοντα του αρχισιτοποιού φοροεισπράκτορα και επί επτά ολόκληρα χρόνια, το ένα πέμπτο της συνολικής σοδειάς των Αιγυπτίων, καταλήγει στις δημόσιες αποθήκες: «και συνήγαγε πάσας τας τροφάς των επτά (εύφορων) ετών των γενομένων εν τη γη της Αιγύπτου... και συνήγαγεν ο Ιωσήφ σίτον, ως την άμμον της θαλάσσης πολύν σφόδρα...» Γέν. 41.49.

Ο Σωτήρας Ιωσήφ, προετοιμάζεται με απόλυτη πίστη, ότι ο θεός του θα φέρει πράγματι την προφητική δικαίωση της σιτοδείας: «και (πράγματι) άρχισαν να έρχονται τα επτά έτη της πείνας καθώς είπε ο Ιωσήφ... και όταν πείνασε πάσα η γη της Αιγύπτου, εβόησεν ο λαός προς τον Φαραώ δια άρτον και είπεν ο Φαραώ προς πάντας τους Αιγυπτίους, υπάγετε προς τον Ιωσήφ και ότι σας είπη κάμετε... Άνοιξε δε ο Ιωσήφ πάσας τας αποθήκας και επώλει σίτον εις τους Αιγυπτίους και η πείνα επεβάρυνεν επί την γην της Αιγύπτου. Και πάντες οι τόποι ήρχοντο προς τον Ιωσήφ δια να αγοράζωσι σίτον» Γέν.41.55-57.

«Και άρτος δεν ητο καθ’ όλην την γην, διότι η πείνα ητο βαρεία σφόδρα ώστε απέκαμον υπό της πείνης και συνήγαγεν ο Ιωσήφ άπαν το αργύριο (ασήμι) το ευρισκόμενον εν τη γη της Αιγύπτου και εν τη γη Χαναάν... και αφού εξέλιπεν το αργύριον... ήλθον πάντες οι Αιγύπτιοι προς τον Ιωσήφ λέγοντες, Δός άρτον εις ημάς διατί να αποθάνωμεν έμπροσθέν σου; Εξέλιπεν το αργύριο. Είπεν δε ο Ιωσήφ φέρετε τα κτήνη σας και θέλω σας δώσει άρτον αντί των κτηνών σας εάν εξέλιπεν το αργύριο. Και έφεραν τα κτήνη αυτών προς τον Ιωσήφ και έδωκεν εις αυτούς ο Ιωσήφ άρτον αντί των ίππων και αντί των προβάτων και αντί των όνων και αντί των βοών. Και έθρεψαν αυτούς με άρτον αντί πάντων των κτηνών αυτών». Γέν.47.13-17.

Το προνόμιο της φύλαξης και της εκμετάλλευσης αυτών των ατελείωτων κοπαδιών, εξασφάλισε ο Ιωσήφ για τ’ αδέλφια του, με τη σύμφωνη γνώμη του Φαραώ. Διότι για τους δικούς του, που εγκαίρως ανέβηκαν στην τροφοδότρια Αίγυπτο, ο Φαραώ ο ίδιος πρόσταξε: «εις το καλύτερον της γης κατοίκησον τον πατέρα σου και τους αδελφούς σου, ας κατοικήσωσιν εν τη γη Γεσέν... και κατάστησον αυτούς επιστάτας επί των ποιμνίων μου... και κατώκησεν ο Ιωσήφ τον πατέραν αυτού και τους αδελφούς αυτού και έδωκεν εις αυτούς ιδιοκτησίαν εν τη γη της Αιγύπτου, εις το καλύτερον της γης, εν τη γη Ραμεσσή... και έτρεφεν ο Ιωσήφ τον πατέρα αυτού και τους αδελφούς αυτού και πάντα τον οίκον του πατρός αυτού... κατά τάς οικογενείας αυτών... Κατώκησε δε ο Ιακώβ εν τη γη της Αιγύπτου εν τη γη Γεσέν και απέκτησαν εν αυτή κτήματα (επί πλέον των χαρισθέντων) και ηυξήνθησαν και επληθύνθησαν σφόδρα». Γέν.47.6-12, 27.

Ισόβιο δωρεάν κρατική διατροφή, δωρεάν κτήματα εις το καλύτερο της γης, μαζί με επαγγελματικά προνόμια επιστασίας στα ατέλειωτα κρατικά κοπάδια, είναι λίγα απ’ τα προνόμια που προέκυψαν για τους συγγενείς του "σωτήρα" της Αιγύπτου.

Τι απέγιναν όμως οι "σωσμένοι"; Ή όπως αλλιώς θα τους ονόμαζαν γελώντας οι ίδιοι οι Χαλδαίοι σωτήρες τους... οι "ευλογημένοι" Αιγύπτιοι; Στα παρακάτω εδάφια μπορούμε να παρακολουθήσουμε πως εννοεί το σπέρμα του Χαλδαίου Αβραάμ τις ευλογίες του θεού του, πάνω στις φυλές της γης και εν προκειμένω στους Αιγύπτιους: «το δεύτερον έτος (της πείνας) είπαν προς αυτόν... (τον Ιωσήφ) εξέλιπεν το αργύριον μας και τα υπάρχοντα και τα κτήνη μας έγιναν του κυρίου ημών, δεν έμεινε άλλο έμπροσθεν του κυρίου ημών ει μη τα σώματα ημών και η γη ημών, διατί να απολεσθώμεν, αγόρασον ημάς και την γην ημών και δός εις ημάς σπόρον δια να ζήσωμεν και να μη αποθάνωμεν... και ηγόρασεν ο Ιωσήφ πάσαν την γην της Αιγύπτου... διότι οι Αιγύπτιοι επώλησαν έκαστος τον αγρόν αυτού, επειδή η πείνα υπερεβάρυνεν αυτούς (αυτό είναι το δεύτερο έτος) τον δε λαόν μετετόπισε αυτόν εις πόλεις (γκέτο!) απ’ άκρου των ορίων της Αιγύπτου έως άκρου αυτής». Γέν.47.18-21.

Αυτή είναι η χαλδαιική "σωτηρία"!

Δύο χρόνια μόνο χρειάστηκε για να απλώσει το ευλογημένο του "χέρι" απ’ άκρου έως άκρου της χώρας, ο σωτήρας Ιωσήφ! Η Αίγυπτος ολόκληρη ήταν στα πόδια του. Δεν διστάζει μάλιστα να αποκαλεί τον εαυτό του άρχοντα και κύριον πάσης Αιγύπτου: «ο Κύριος με έκανε ως πατέρα Φαραώ και κύριο παντός του οίκου αυτού (του Φαραώ!) και άρχοντα πάσης γης Αιγύπτου» Ο΄Γέν.45.8

Δεν σας φαίνεται αλήθεια εκνευριστικά περίεργο, που όλες ανεξαιρέτως οι θεϊκές επεμβάσεις, μέχρι τώρα στη ζωή των πατριαρχών, αποδεικνύονται εξαιρετικά επικερδείς για τους ίδιους, αλλά είναι σαφώς, επώδυνες, έως απάνθρωπες εξοντωτικές, ή και θανατηφόρες για τους πέριξ αυτών λαούς;

Οι Αιγύπτιοι πλήρωσαν πανάκριβα τα "όνειρα" που ο καλός θεός των Εβραίων, έστειλε... για τη σωτηρία τους, στο βασιλιά τους! Περιέργως όμως, αυτά ακριβώς το μήνυμα σωτηρίας του εβραϊκού θεού, τους κατάντησε φτωχούς, πένητες και μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα! Οι εικόνες απ’ τα "γκέτο", (πόλεις σωτηρίας), όπου οι κυριολεκτικά θεο-νήστικοι απένταροι, ακτήμονες, δούλοι στην ίδια τους τη χώρα Αιγύπτιοι συγκεντρώνονται, αποδεικνύουν τι είδους "σωτήρας θεός" είναι ο αληθινός εφευρέτης της ομαδικής εξοντωτικής δυστυχίας. Οι περήφανοι αρχοντογεννημένοι Αιγύπτιοι, με την πανάρχαια ένδοξη ιστορία, έγιναν άθλιοι ψωμοζήτουλες μέσα σε ελάχιστο χρόνο διακυβέρνησης της χώρας, απ’ τον παράξενο γλυκομίλητο αυτόν Εβραίο σωτήρα. Παραδόξως, αν και επαληθεύθηκε απολύτως σας προφήτης, τα εντελώς θεόσταλτα μηνύματά του, απεδείχθησαν ωφέλιμα, μόνο γι’ αυτόν και τους δικούς του. Γιατί αλήθεια;

Κι όμως, με κάποιους δεν υπήρξε ο Ιωσήφ τόσο σκληρός: «Μόνο τη γη των ιερέων δεν αγόρασε». Γέν.47.22. Ο ίδιος μάλιστα, είναι παντρεμένος με κόρη ιερέως της Ηλιούπολης

Κι όχι μόνο τη γη τους δεν αγόρασε, αλλά μέσα σ’ όλη αυτή την κακουχία, έτρεφε τους ιερείς με «επίδομα προσδιορισμένο» (Γέν.47.22), κι αυτό όχι μόνο απλά επειδή έχει παντρευτεί κόρη σημαντικού ιερέα, αλλά επειδή ο Ιωσήφ γνωρίζει απταίστως τον Χαλδαιο-Αβρααμικό κανόνα: Αν θέλεις να αφανίσεις κάποιον, πρέπει οπωσδήποτε πρώτα να τον "ταΐσεις", ή όπως ή χαλδαιική Βίβλος το διατυπώνει, να τον... "ευλογήσεις"! Απλά, η ώρα των ιερέων, των αληθινών εξουσιαστών της Αιγύπτου, δεν είχε έρθει ακόμα.

Το μεγαλείο όμως του δόλου, δεν είναι ότι ο Ιωσήφ απέσπασε τον πλούτο των Αιγυπτίων χωρίς κανένα κόπο, δηλαδή νόμιμα και χρησι-μοποιώντας την ίδια την κρατική μηχανή της Αιγύπτου! Το εντυπωσιακότερο της κοινωνικής αυτής μηχανής (που πρέπει να μας προβληματίσει όλους έντονα) είναι, ότι τα ίδια του τα θύματα, θεωρούν σωτήρα τους, ακριβώς αυτόν, που με τόση επιμονή και μεθοδικότητα τους σωτηριο-αφανίζει!

Οι Αιγύπτιοι λοιπόν, όχι μόνο δεν κατάλαβαν τι τους χτύπησε, αλλά ευχαριστούσαν κιόλας εκ βάθους ψυχής, τον άνθρωπο που τους ξεκλήριζε... παρακαλώντας τον ταυτόχρονα να γίνουν οικόσιτοι δούλοι του: «οι δε (Αιγύπτιοι) είπαν, Σύ έσωσες την ζωή ημών, ας εύρωμεν χάριν έμπροσθεν του κυρίου ημών (Ιωσήφ) και θέλομεν είσθαι δούλοι». Γέν.47.25. Ναι, αυτό το αξιοθαύμαστο αποτέλεσμα έχει ο πετυχημένος δόλος... όχι μόνο σε αφανίζει, αλλά νιώθεις ότι του χρω-στάς και τις τελευταίες στιγμές και δυνάμεις της μίζερης πια ζωής σου!

Αυτά τα "ολίγα" ουρανοκατέβατα δώρα, προέκυψαν για τρία και μόνο "όνειρα", που πετυχημένα κατάφερε να παράγει και να ερμηνεύσει, ο ονειροποιός και ονειρομάντης Ιωσήφ!

* * *
Τελικά είναι βιβλικός κανόνας. Είναι αδύνατον κάποιος πατριάρχης, να χειριστεί ένα ζήτημα και να μη καταλήξει να το ακριβοπληρώσουν οι τριγύρω ευκατάστατοι άρχοντες, βασιλείς, πόλεις και τώρα λαοί ολόκληροι απ’ την Αίγυπτο έως την Χαναάν, που είχαν σαν μόνιμη πηγή εφοδιασμού σιτηρών, τη γόνιμη κοιλάδα της τροφοδότρας Αιγύπτου.

Βέβαια, κάποιος μπορεί να υποστηρίξει, πως παρόλα αυτά, τελικά, με την αποταμίευση του αυτή, ο Ιωσήφ έσωσε πράγματι λαούς από την πείνα. Γιατί λοιπόν κακολογούμε αυτόν, που με την προνοητικότητά του, έσωσε τόσες ανθρώπινες ζωές, έστω και με το αζημίωτο;

Μακάρι όμως τα πράγματα να ήταν έστω κι έτσι.

Δυστυχώς, η προϊστορία των πατριαρχών βαραίνει στους συλλογισμούς μας και είμαστε αναγκασμένοι να επανεξετάσουμε τα λίγα, απλά, αλλά και αποκαλυπτικά απομεινάρια των βιβλικών δεδομένων.

Ας αρχίσουμε με μια πολύ απλή ερώτηση: Τι μπορεί αλήθεια να έφερε πείνα στην υπερπαραγωγική Αίγυπτο;

Ας θυμηθούμε για λίγο, ότι μιλάμε για την εύφορη κοιλάδα της Αιγύπτου και το ξακουστό Δέλτα του Νείλου, που είναι απ’ τις κατ’ εξοχήν εύφορες γωνιές της υφηλίου. Για τον ποταμό που οι αρχαίοι γεωγράφοι έγραφαν: «Νείλος ο γονιμότερος πάντων των ποταμών». Η πεδιάδα αυτή δέχεται τα νερά του μακρύτερου ποταμού στον κόσμο. Με ένα κολοσσιαίο δίκτυο πηγών και χειμάρρων, με μήκος μεγαλύτερο των 6.000 χιλιομέτρων, είναι, αν εξαιρεθεί ίσως ο Αμαζόνιος, ο μεγαλύτερος ποταμός στον κόσμο.

Οι πλημμύρες του Νείλου, έρχονται με θαυμαστή ετήσια κανονικότητα, κατακλύζοντας και ανανεώνοντας τα επίπεδα εδάφη της κοιλάδας, με νέα εύφορη φερτή ύλη κάθε χρόνο! Είναι άλλωστε γνωστό, ότι η ανάγκη πρόγνωσης αυτών των ευλογημένων πλημμυρών, οδήγησε τους Αιγύπτιους σε προσεκτικές αστρονομικές παρατηρήσεις, που τους χάρισαν λεπτομερή κατανόηση της ετήσιας περιοδικότητας, για να μπορούν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις ζωογόνες ετήσιες πλημμύρες του θεϊκού Νείλου! Λέγεται μάλιστα, ότι αυτή είναι και η αφορμή, για τις πρώιμες γνώσεις γεωμετρίας των Αιγυπτίων, ώστε μετά τις ετήσιες πλημμύρες, να μπορούν να ανακατανέμουν τα πλημμυρισμένα από γόνιμη λάσπη χωράφια, που έσβηναν τα αρχικά σημάδια της ιδιοκτησίας!

Με ένα ατελείωτο άλλωστε δίκτυο παράλληλων προς τον ποταμό καναλιών, οι Αιγύπτιοι ήταν ικανοί, πολύ προ του Ιωσήφ, να ελέγχουν την αστείρευτη δύναμη του ποταμού, μοιράζοντας όλο τον χρόνο τα νερά του σ’ όλη τη γόνιμη κοιλάδα. Θυμηθείτε ότι η ίδια η Βίβλος λέει για την αιγυπτιακή γη: «εποτίζετο (η πεντάπολη των Σοδόμων) ως παράδεισος, ως η γη της Αιγύπτου». Γέν.13.10. Ο Στράβων χαρακτηρίζει την Αίγυπτο: «εξ αρχής την πλέον αυτάρκη χώρα» Geogr.17.1.53

Γίνεται λοιπόν σαφές, ότι εδώ μιλάμε ακριβώς για την αδιαμφισβήτητη δύναμη της Αιγύπτου. Την αστείρευτη αγροτική της δύναμη, το φυσικό σιτοβολώνα ολόκληρου του τότε μεσογειακού κόσμου, που στη βάση της λειτουργίας του, είχε έναν αστείρευτο θεο-ποταμό ατελείωτων χιλιετιών, που με τις γονιμοποιές πλημμύρες του, να φέρνουν κάθε χρόνο φρέσκο δυνατό χώμα και τα αναρίθμητα κανάλια του, να κάνουν αρδευτική-ποτιστική την κοιλάδα, καθιστώντας ανεξάρτητη την παραγωγή, από οποιεσδήποτε άλλες φυσικές συνθήκες και ανάγκες βροχοπτώσεων.

Υποχρεωτικά λοιπόν, πρέπει να δούμε την Αίγυπτο σα μια χώρα που είναι φυσικώς αδύνατον να πεινάσει λόγο αφορίας-σιτοδείας και μάλιστα για μια αδιάσπαστη σειρά επτά ετών. Αυτό άλλωστε μας βεβαίωνε και η βιβλική αφήγηση μέχρι τώρα, μια και οι προ του Ιωσήφ πατριάρχες, αλλά και οι γύρω λαοί, σε κάθε περίπτωση πείνας έτρεχαν στην Αίγυπτο για σιτηρά και η τροφοδότρα Αίγυπτος, αντάλλαζε σε σταθερή βάση τα σιτηρά της, με τα κτηνοτροφικά προϊόντα, τα αρώματα, τα μπαχαρικά και τα χειροτεχνήματα των γειτονικών της λαών.

Η Αίγυπτος συνεπώς, δεν ήταν χώρα με συμπληρωματική αγροτική οικονομία, αλλά κατά κύριο λόγο ένας αρχαίος καλοβολεμένος αγροτικός πολιτισμός. Ένας πολυχιλιόχρονος αγροτικός πολιτισμός, που στην απαρασάλευτη βάση του, είχε τα εκπληκτικά φυσικά εφόδια του αστείρευτου ποταμού Νείλου!

Όλοι οι λαοί τριγύρω μπορούσαν να πεινάσουν λόγω σιτοδείας, όχι όμως η Αίγυπτος! Και σίγουρα όχι, για μια ολόκληρη σειρά ετών.

Πως λοιπόν το βιβλικό κείμενο (αν δεν ψεύδεται) μιλά για επτά χρόνια συνεχούς αφορίας και πείνας, με αποτέλεσμα να θησαυρίσει ο Ιωσήφ, ο διαχειριστής της κρίσης, για λογαριασμό δήθεν του Βασιλέως;

Γιατί, ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια, λαοί χτυπημένοι από πείνα, έτρεχαν για ψωμί στην τροφοδότρα Αίγυπτο, όμως τώρα, που διοικητής τροφίμων και σιτηρών έγινε ο Χαλδαιο-Εβραίος Ιωσήφ, η Αίγυπτος περνά με τη σειρά της μια ανεξήγητη περίοδο μαύρης πείνας, τουλάχιστον τριών συνεχόμενων όπως είδαμε ετών;

Γιατί ο καλός θεός του Αβραάμ, αφού έδωσε πρώτα μήνυμα σωτηρίας απ’ την επερχόμενη πείνα, στον ίδιο μάλιστα τον αρχηγό της ξένης αυτής χώρας, το Φαραώ, χτυπά τώρα μέσω του εκλεκτού της προφήτη τόσο αλύπητα τους βαριόμοιρους Αιγύπτιους, κάνοντάς τους δούλους και πεινασμένους ακτήμονες, μέσα στην ίδια τους τη χώρα;



Εικόνα: Ανάγλυφο αποσκελετωμένων αιγύπτιων (από αιγυπτιακό ναό) που ενδεχομένως απεικονίζει την ταραγμένη αυτή περίοδο.

Αν το όνειρο του Φαραώ, ήταν πράγματι θεϊκό και σωτήριο, γιατί η αφήγηση δεν δείχνει τον Ιωσήφ να χαρίζει φιλεύσπλαχνα, έστω κι έναν κόκκο σταριού, στους άμοιρους Αιγύπτιους, παρά τον βλέπουμε συστηματικά, μεθοδικά κι ανελέητα, να γδύνει τους Αιγύπτιους από κάθε περιουσιακό τους στοιχείο και να μαζεύει τους άλλοτε περήφανους Αιγύπτιους αγρότες σε πόλεις σίτισης; Σε εξοντωτικά "γκέτο φτωχών", όπου οι πανάθλιες συνθήκες διαβίωσης και οι ασθένειες, ήταν οι μόνες "ευλογίες" και τα "αγαθά" που τους απέμειναν; Γιατί και κατά την δική σας γνώμη, τι άλλο μπορεί να σημαίνουν τα λόγια: «και αγόρασε ο Ιωσήφ πάσα τη γη της Αιγύπτου... επειδή η πείνα υπερεβάρυνεν αυτούς (τους Αιγύπτιους)... τον δε λαό μετατόπισε σε πόλεις, (γκέτο!) απ’ άκρον των ορίων της Αιγύπτου έως άκρου αυτής»; (Γέν.47.21) εκτός απ’ το ότι, στο τρίτο έτος, αυτή η "χρυσοφόρος πείνα", εξάντλησε τους Αιγύπτιους ως τα όρια της αργής βασανιστικής λιμοκτονίας και της αποστέωσης, ώστε οι πόλεις σωτηρίας, (πραγματικά "γκέτο λιμοκτονίας") της κρατικής σίτισης, (συσσίτια σωτηρίας), να είναι η μόνη λύση για την δήθεν θεόσταλτη αυτή "σωτηρία της ντροπής";

Ο Ίδιος ο Ιουδαίος Ιώσηπος παραδέχεται για την περίοδο αυτή της πείνας: «δεν υποδούλωσε μόνο τα σώματα αλλά και τον νου και στο εξής τους εξανάγκασε σε εξευτελιστικούς τρόπους ανεύρεσης τροφής»! Κατά πάσα πιθανότητα, η αθλιότητα αυτής της περιόδου είναι που έχει αποτυπωθεί στις αρχαίες ανάγλυφες αιγυπτιακές παραστάσεις και τις τοιχογραφίες, σκελετωμένων από την πείνα Αιγύπτιων αγροτών -που βλέπουμε μέχρι σήμερα- υπενθυμίζοντάς μας, ότι το μαρτύριο της αθλιότητας και της πείνας, όχι μόνο ξάφνιασε τους καλοθρεμμένους Αιγύπτιους, αλλά υπήρξε βαρύ και εξοντωτικά μακροχρόνιο!

Βέβαια, μετά από όσα είδαμε μέχρι τώρα, στις χρυσές σελίδες των δόλιων βιβλικών κατορθωμάτων, αυτές οι εξελίξεις στην Αίγυπτο, δεν μας εξέπληξαν καθόλου. Όλες οι ιστορίες των πατριαρχών, όπως είδα-με, ξεκινούν απλά, απαλά, μελιστάλακτα, σαν άδολη προσφορά θεϊκής ευλογίας, αλλά καταλήγουν να περισφίγγουν απειλητικά σα βρόγχος γύρω απ’ τα ανυποψίαστα θύματα, που τελικά χρυσοπληρώνουν το φιλικό χέρι του θεραπευτή τους, χωρίς να υποπτεύονται καθόλου, ότι το ίδιο ακριβώς χέρι, είναι αυτό που σκόρπισε απλόχερα πάνω τους τις δυσβάσταχτες πληγές τους.

Με τον τρόπο αυτό, φαίνεται πως η Βίβλος απέκτησε τη μεγαλύτερη συλλογή πληγών και καταστροφών, ώστε οι «βιβλικές καταστροφές» να είναι δυστυχώς μέχρι σήμερα παροιμιώδεις!

Είμαι λοιπόν εγώ ο πονηρός αμφισβητίας, που αναγκάζομαι να κοιτάζω προσεκτικά όλα τα απομεινάρια της αφήγησης των πατριαρχικών κατορθωμάτων... ή μήπως αληθεύει πράγματι, ότι όπως και να εξετάσεις τις βιβλικές ιστορίες, θα καταλάβεις ότι δεν είναι τελικά και τόσο αθώες;

Δεν είχαμε λοιπόν, εμείς οι μεσογειακοί άνθρωποι, διδακτικές ιστορίες, θρύλους λάθη και ηρωισμούς, που η λεβεντιά και η μεγαλοψυχία τους, μαζί με το ανεπανάληπτο λογοτεχνικό τους μεγαλείο, θα υπερκάλυπταν τις ανάγκες των λαών μας για υψηλά κοινωνικά πρότυπα;

Δεν υπήρχαν, ειδικά ανάμεσα στους θρύλους του Αιγαίου, ανεπανάληπτα, δυσεύρετα παραδείγματα ενάρετου βίου και θυσιαστικής αφοσίωσης στο κοινωνικό αγαθό; Γιατί έπρεπε να δανειστούμε και να διδάσκουμε στα παιδιά μας, ως μεγαλειώδεις πράξεις, όλες αυτές τις δύσοσμες ανατολίτικες πονηριές; Γυρίζοντας μάλιστα την πλάτη μας, στους προγόνους μας, πετώντας στη λήθη δια μιας, ολόκληρη την πανάρχαια, αυθεντική προγονική μας ιστορία;

Γιατί άραγε στη θέση των δικών μας, προγονικών διδαγμάτων, οποία κι αν ήταν αυτά, έχουμε ακόμα σήμερα τα υπερφίαλα αυτά ανατολίτικα ψεύδη, με τις θεοποιημένες ραδιουργίες της εβραιο-χαλδαιϊκής προγονολατρείας; Αν θέλαμε οπωσδήποτε να προγονολατρούμε, δεν είχαμε εμείς αρκετούς δικούς μας ψεύτες, πανούργους, ή αξιοπρεπείς και αξιοθαύμαστους προγόνους για να το κάνουμε; Γιατί αλήθεια έπρεπε να δανειστούμε γι’ αυτό, τους μάγους Χαλδαίους καταδολιευτές; Αλήθεια, τους δανειστήκαμε τελικά ή μας τους επέβαλαν;

Ποιοί είναι τελικά αυτοί, που με τόσους πετυχημένους τρόπους διατήρησαν επί χιλιετίες στην επιφάνεια, την αφελή αποδεκτή εικόνα των πραγμάτων, και κατάφεραν τα διεστραμμένα αυτά ψεύδη, να τα διδάσκονται στα σχολεία τους, ατέλειωτα εκατομμύρια παιδικές ψυχούλες;

Τελικά, μήπως όλο αυτό που πέτυχαν, ήταν εξαιρετικά εύκολο, επειδή εμείς είμαστε εγκληματικά απονήρευτοι και αφελείς μέχρι αγανακτήσεως, και συνεπώς άξιοι μιας τέτοιας ταπεινωτικής μαύρης μοίρας; Μήπως αποδειχθήκαμε αφελέστεροι των Αιγυπτίων; Μήπως οι "σοφοί" φύλακες της ανεξαρτησίας των λαών, απεδείχθησαν ανίκανοι να ασκήσουν ακόμα και τον τυπικότερο θεολογικό έλεγχο;

Τι συμβαίνει αλήθεια με την Βίβλο;

Τι συμβαίνει μ’ αυτό το πολύ "ιερό" βιβλίο των Εβραίων;

Αν βέβαια παρέμενε ιερό βιβλίο, μόνο για τους Εβραίους, δεν θα χρειαζόταν ίσως να ψελλίσουμε την παραμικρότερη αντίρρηση! Ούτε οποιοσδήποτε έλεγχος του, θα ήταν σημαντικός, επίκαιρος ή αναγκαίος. Απ’ την στιγμή όμως που το συγκεκριμένο βιβλίο, έγινε ο θρησκευτικός ρυθμιστής λαών και αντίπαλος πολιτισμών, έξω από την χώρα και τον λαό της παραγωγής του, οι αποδέκτες λαοί δεν οφείλουν να το έχουν υπό συνεχή αυστηρό έλεγχο;

Είναι δυνατόν αιώνες τώρα, λαοί αμέτρητοι, από το ένα άκρο της γης μέχρι το άλλο, να αποδέχονται τους βιβλικούς ήρωες και τα "θαύματά" τους, χωρίς τον παραμικρό ποιοτικό έλεγχο;!

Ξαναδιαβάστε τώρα τη Βίβλο προσεχτικά, έχοντας όμως κατά νου αυτή τη φορά ένα απλό ερώτημα:

Τι στο καλό κάνουν τελικά οι πατριάρχες; και θα εκπλαγείτε βλέποντας, ότι σας είναι αδύνατον να δια-τηρήσετε εκείνη την αφελή, γλυκιά, παραμυθική θρησκευτικότητα που σας διδάξαν στο σχολείο! Μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας, θα περνά ως πιθανή πλέον μια εντελώς διαφορετική εικόνα, η καθαρή εικόνα της γέννησης ενός χαλδαιικού "ιερατείου", που με τα φοβερά του μυστικά όπλα, και τους αδίσταχτους ήρωές του, ανάγκασαν τριγύρω τους ανυποψίαστους λαούς, να πληρώσουν πανάκριβα, όλη την παχυλή αφέλειά τους. Δέστε την αφήγηση των πατριαρχών, απ’ την σκοπιά αυτού του βιβλίου και πείτε μου, δεν υποφέρουν τριγύρω άνθρωποι, πόλεις και λαοί, όπου πατήσουν το πόδι τους, οι τρισευλογημένοι αυτοί βιβλικοί ήρωες;

Στις επαναλαμβανόμενες ιστορίες τους, δεν ξεκινούν πάντα όλα καλά και άγια, με "θεούς" και "σωτηρίες" για να καταλήξουν στερεότυπα, σε όλεθρο κι αφανισμό αθώων;

Είναι οι ιστορίες αυτές, άξιες για να καταδεχθεί την ανάμιξη του σ’ αυτές, ένας οποιοσδήποτε πραγματικά αξιοπρεπής θεός; Είναι δυνατόν ο θεός της βίβλου να είναι Ο ΘΕΟΣ του σύμπαντος κόσμου που αυτοπροσδιορίζεται χρησιμοποιώντας τα ονόματα τριών Χαλδαίων μάγων: «είμαι ο θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ»; Έξ.3.6.

Ή μήπως ο πραγματικός θεός (όποιος κι αν είναι αυτός) παρακολουθεί με τη μεγαλειώδη ουδετερότητά του, πόσο ανόητα μακρύς μπορεί να είναι ο δρόμος μας, ως την χαραυγή της μάχιμης κοινωνικής νοημοσύνης; Της θεολογίας εκείνης, που "άγιους" θα θεωρεί τους παραγωγούς ερωτήσεων και όχι τους γλυκόλαλους αφηγητές θρησκευτικών ονείρων!

Προσέξτε τον πολυσήμαντο παραλληλισμό με τα σημερινά γεγονότα. Προπορεύεται η απατηλή αφθονία και ακόλουθη ο εξίσου επίπλαστος λιμός! Και τα δυο προέρχονται από τους τραπεζιτικούς κύκλους που κατά κοινή πλέον παραδοχή, κατέχουν κυρίως οι απόγονοι του Ιωσήφ!

Μένει λοιπόν η τελείται πράξη της προδιαγεγραμμένης αφανιστικής πορείας μας… να φτάσουμε δηλαδή και στο επίπεδο του ευγνώμονα δούλου!

Στην αρχαία αυτή "ιστορία" του Ιωσήφ, την κατάσταση φαίνεται να ανέτρεψαν οι ιερείς της Αιγύπτου με την επανάσταση του Τουταγχαμών ανατρέποντας τον "μονοθεϊσμό" του Ακενατών!

Βλέπε: Ακενατών και ο δόλος του μονοθεϊσμού

Το ερώτημα λοιπόν είναι, ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι "ιερείς" των Eλλήνων που θα ανατρέψουν την προδιαγεγραμμένη εξόντωσή μας. Φυσικά αυτοί δεν θα μπορούσε να είναι οι ιερείς της χριστιανοσύνης, που ως γνωστόν είναι παρακλάδι του ιουδαϊσμού που όχι μόνο μας υποδούλωσε στους Ρωμαίους για 1000 χρόνια, αλλά μας πούλησε ευχαρίστως για αλλά 500 χρόνια στους Οθωμανούς. Υποθέτω λοιπόν πως αν κάποτε επαναστατήσει ο Έλληνας, αυτό θα περνούσε να γίνει μόνο στο όνομα και το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, και όχι στο όνομα των ιουδαίο-χριστιανικών ιδανικών που κατάντησαν τον δημιουργικό και αμφισβητία Έλληνα, ζήτουλα της ουράνιας βασιλείας της ιουδαϊκής παραμυθολογίας!

ΔΕΣ: Συζητήσεις για την θρησκεία και η άρνηση της αλήθειας

Αυτόκλητοι Κριτές

Γίναμε όλοι κριτές. Ξέρουμε όλοι τι και ποιος φταίει, ποιος και πόσο πρέπει να πληρώσει. Θέλουμε όλοι η κοινωνία και «τα πράγματα» να αλλάξουν. Αλλά δεν αλλάζουν. Και δεν θ’ αλλάξουν ποτέ!

Μια ιστορία που συνεχίζεται αιώνες επί αιώνων τώρα, που το μόνο που καταφέρνει είναι περισσότερους πολέμους, περισσότερη καχυποψία και πιο εκλεπτυσμένες μεθόδους κρυψίματος.

Είναι απλά τα πράγματα και νοιώθω φορές ότι καταντάω κουραστική να επαναλαμβάνομαι. Αλλά γίνονται επίσης πολύπλοκα, καθώς χανόμαστε όλο και περισσότερο στην εξειδίκευση, στη «μόρφωση», στην πληροφόρηση. Βλέπουμε κομματάκια – βολικά κομματάκια – ενός τεράστιου πάζλ, που μας διαφεύγει η ολοκληρωμένη εικόνα του… αναγκαστικά και επιλεκτικά.

Υπάρχει παντού…

Ένας παππούς στην παιδική χαρά κατηγορεί έναν άλλον για τον τρόπο ζωής του. Ένα παιδί κατηγορεί τον γονιό του που δεν του έδωσε περισσότερα. Ένα κόμμα κατηγορεί το άλλο για όλ’ αυτά που δεν έκανε. Ένας σύζυγος κατηγορεί τον άλλον για όλα όσα δεν του έδωσε. Ο χορτοφάγος κατηγορεί τον κρεατοφάγο. Ο θρησκευόμενος τον άθρησκο, ο γείτονας το γείτονα. Η μια υπηρεσία, την άλλη, το ένα έθνος το άλλο, ο φτωχός τον πλούσιο, όλοι μαζί τους εξωγήινους, την κυβέρνηση, την ελίτ και πάει λέγοντας. Δεν έχει σταματημό και συμβαίνει κάθε δευτερόλεπτο… είτε εκφράζεται είτε όχι.

Το μαθαίνουμε και στα παιδιά… «για να τα προστατεύσουμε»...

Στον αντίποδα βρίσκονται όλες οι θεωρίες με  τα «ροζ συννεφάκια και πράσινες κορδέλες», γιατί χρειάζεται να αντισταθμίζεται όλη αυτή η πλάνη βίας (με ένα εξίσου πειστικό ψέμα), που πιστέψτε με, το μόνο που φαίνεται/εκδηλώνεται είναι ένα απειροελάχιστο κομματάκι της.

Και αφορά όλους! Γιατί η αυτόκλητη κριτική μας δίνει το δικαίωμα να εθελοτυφλούμε. Όποιο κι αν είναι το θέμα. Όποιος κι αν είναι κατηγορούμενος. Όποιο κι αν είναι το θύμα.

Λένε ότι, «το δάχτυλο που δείχνει, έχει άλλα τρία δάχτυλα γυρισμένα προς τον εαυτό», όμως δεν συνειδητοποιούν το κρυμμένο νόημα της πλανεμένης "αλήθειας". Γιατί αυτό, δεν δείχνει την αλήθεια, παρά μόνο την άλλη όψη της προδοσίας. Δεν εξαφανίζεται και δεν γιατρεύεται από οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν το γυρίσεις.

Το δύσκολο είναι να φτάσουμε στη συνειδητοποίηση ότι είναι άσκοπο να συνεχίζουμε αυτό το παιχνίδι του να υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε, κρίνοντας. Μετά έρχεται η ερώτηση... τι κάνω αν δεν κρίνω; Τι μένει; Αλλά πριν από αυτό, έχουμε ακόμα πολλά βήματα...  σύνθετα και δύσκολα για τον αυτοματοποιημένο μας εαυτό, αλλά απλά και ξεκάθαρα για όσους θέλουν πραγματικά να Δουν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1129a-1129b)

ΒΙΒΛΙΟ Ε': Για την ηθική αρετή: Δικαιοσύνη

[1129a] [I] Περὶ δὲ δικαιοσύνης καὶ ἀδικίας σκεπτέον, περὶ ποίας τε τυγχάνουσιν οὖσαι πράξεις, καὶ ποία μεσότης ἐστὶν ἡ δικαιοσύνη, καὶ τὸ δίκαιον τίνων μέσον. ἡ δὲ σκέψις ἡμῖν ἔστω κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον τοῖς προειρημένοις. ὁρῶμεν δὴ πάντας τὴν τοιαύτην ἕξιν βουλομένους λέγειν δικαιοσύνην, ἀφ᾽ ἧς πρακτικοὶ τῶν δικαίων εἰσὶ καὶ ἀφ᾽ ἧς δικαιοπραγοῦσι καὶ βούλονται τὰ δίκαια· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ περὶ ἀδικίας, ἀφ᾽ ἧς ἀδικοῦσι καὶ βούλονται τὰ ἄδικα. διὸ καὶ ἡμῖν πρῶτον ὡς ἐν τύπῳ ὑποκείσθω ταῦτα.

Οὐδὲ γὰρ τὸν αὐτὸν ἔχει τρόπον ἐπί τε τῶν ἐπιστημῶν καὶ δυνάμεων καὶ ἐπὶ τῶν ἕξεων. δύναμις μὲν γὰρ καὶ ἐπιστήμη δοκεῖ τῶν ἐναντίων ἡ αὐτὴ εἶναι, ἕξις δ᾽ ἡ ἐναντία τῶν ἐναντίων οὔ, οἷον ἀπὸ τῆς ὑγιείας οὐ πράττεται τὰ ἐναντία, ἀλλὰ τὰ ὑγιεινὰ μόνον· λέγομεν γὰρ ὑγιεινῶς βαδίζειν, ὅταν βαδίζῃ ὡς ἂν ὁ ὑγιαίνων. πολλάκις μὲν οὖν γνωρίζεται ἡ ἐναντία ἕξις ἀπὸ τῆς ἐναντίας, πολλάκις δὲ αἱ ἕξεις ἀπὸ τῶν ὑποκειμένων· ἐάν τε γὰρ ἡ εὐεξία ᾖ φανερά, καὶ ἡ καχεξία φανερὰ γίνεται, καὶ ἐκ τῶν εὐεκτικῶν ἡ εὐεξία καὶ ἐκ ταύτης τὰ εὐεκτικά. εἰ γάρ ἐστιν ἡ εὐεξία πυκνότης σαρκός, ἀνάγκη καὶ τὴν καχεξίαν εἶναι μανότητα σαρκὸς καὶ τὸ εὐεκτικὸν τὸ ποιητικὸν πυκνότητος ἐν σαρκί. ἀκολουθεῖ δ᾽ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐὰν θάτερον πλεοναχῶς λέγηται, καὶ θάτερον πλεοναχῶς λέγεσθαι, οἷον εἰ τὸ δίκαιον, καὶ τὸ ἄδικον. ἔοικε δὲ πλεοναχῶς λέγεσθαι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀδικία, ἀλλὰ διὰ τὸ σύνεγγυς εἶναι τὴν ὁμωνυμίαν αὐτῶν λανθάνει καὶ οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν πόρρω δήλη μᾶλλον, (ἡ γὰρ διαφορὰ πολλὴ ἡ κατὰ τὴν ἰδέαν) οἷον ὅτι καλεῖται κλεὶς ὁμωνύμως ἥ τε ὑπὸ τὸν αὐχένα τῶν ζῴων καὶ ᾗ τὰς θύρας κλείουσιν. εἰλήφθω δὴ ὁ ἄδικος ποσαχῶς λέγεται. δοκεῖ δὴ ὅ τε παράνομος ἄδικος εἶναι καὶ ὁ πλεονέκτης καὶ ἄνισος, ὥστε δῆλον ὅτι καὶ [ὁ] δίκαιος ἔσται ὅ τε νόμιμος καὶ ὁ ἴσος. τὸ μὲν δίκαιον ἄρα τὸ νόμιμον καὶ τὸ ἴσον, τὸ

[1129b] δ᾽ ἄδικον τὸ παράνομον καὶ τὸ ἄνισον. ἐπεὶ δὲ πλεονέκτης ὁ ἄδικος, περὶ τἀγαθὰ ἔσται, οὐ πάντα, ἀλλὰ περὶ ὅσα εὐτυχία καὶ ἀτυχία, ἃ ἐστὶ μὲν ἁπλῶς ἀεὶ ἀγαθά, τινὶ δ᾽ οὐκ ἀεί. οἱ δ᾽ ἄνθρωποι ταῦτα εὔχονται καὶ διώκουσιν· δεῖ δ᾽ οὔ, ἀλλ᾽ εὔχεσθαι μὲν τὰ ἁπλῶς ἀγαθὰ καὶ αὑτοῖς ἀγαθὰ εἶναι, αἱρεῖσθαι δὲ τὰ αὑτοῖς ἀγαθά. ὁ δ᾽ ἄδικος οὐκ ἀεὶ τὸ πλέον αἱρεῖται, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλαττον ἐπὶ τῶν ἁπλῶς κακῶν· ἀλλ᾽ ὅτι δοκεῖ καὶ τὸ μεῖον κακὸν ἀγαθόν πως εἶναι, τοῦ δ᾽ ἀγαθοῦ ἐστὶν ἡ πλεονεξία, διὰ τοῦτο δοκεῖ πλεονέκτης εἶναι. ἔστι δ᾽ ἄνισος· τοῦτο γὰρ περιέχει καὶ κοινόν.

***
[1129a] [1] Ενσχέσει με τη δικαιοσύνη και την αδικία πρέπει να εξετάσουμε α) μέσα σε τί είδους πράξεις κάνουν την εμφάνισή τους, β) τί είδους μεσότητα είναι η δικαιοσύνη, γ) ανάμεσα σε ποιά άκρα είναι μεσότητα η δικαιοσύνη. Η έρευνά μας θα πρέπει να ακολουθήσει τη μέθοδο που εφαρμόσαμε και στις συζητήσεις που έχουμε κάνει ως τώρα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι όλοι οι άνθρωποι λέγοντας «δικαιοσύνη» εννοούν εκείνη την έξη που α) τους κάνει να έχουν την τάση και την ικανότητα να πράττουν ό,τι είναι δίκαιο, β) χάρη στην οποία πράττουν το δίκαιο, και γ) χάρη στην οποία θέλουν ό,τι είναι δίκαιο. Το ίδιο και για την αδικία: λέγοντας «αδικία» εννοούν την έξη που τους κάνει να πράττουν το άδικο και να θέλουν ό,τι είναι άδικο. Και εμείς λοιπόν —κατά συνέπεια— ας ξεκινήσουμε βάζοντας ως βάση για τη συζήτησή μας την κοινή αυτή παραδοχή.

Και ούτε, φυσικά, συμβαίνει το ίδιο πράγμα με τις επιστήμες και τις δυνάμεις/ιδιότητες από τη μια μεριά και τις έξεις από την άλλη. Πραγματικά, κάθε δύναμη/ιδιότητα και κάθε επιστήμη θεωρείται —η καθεμιά τους— ότι σχετίζεται με αντίθετα μεταξύ τους πράγματα, η έξη όμως που είναι μία από δύο αντίθετες δεν παράγει ποτέ τα αντίθετα σ᾽ αυτήν αποτελέσματα. Παράδειγμα: η υγεία δεν οδηγεί ποτέ σε πράξεις που είναι αντίθετες προς ό,τι είναι υγιεινό, αλλά μόνο σε ό,τι είναι υγιεινό· λέμε, πράγματι, για έναν άνθρωπο ότι βαδίζει υγιεινά, αν βαδίζει όπως θα βάδιζε ένας υγιής άνθρωπος.

Σε πολλές λοιπόν περιπτώσεις μια έξη μάς γίνεται γνωστή και σαφής από την αντίθετή της, και σε πολλές επίσης περιπτώσεις οι έξεις μάς γίνονται γνωστές και σαφείς από όλα αυτά που αποτελούν πραγμάτωσή τους. Αν ξέρουμε, πράγματι, τί είναι η ευεξία, ξέρουμε και τί είναι η καχεξία, όπως και από όλα όσα αποτελούν πραγμάτωσή της ευεξίας ξέρουμε τί είναι η ευεξία, και από αυτήν όλα όσα αποτελούν πραγμάτωσή της. Αν, πράγματι, η ευεξία είναι η σφιχτή και πυκνή σάρκα, υποχρεωτικά η καχεξία θα είναι η μαλακή και χαλαρή σάρκα· επίσης: πραγμάτωση της ευεξίας θα είναι η πυκνότητα της σάρκας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει για τις έξεις και τούτο: αν το ένα από τα δύο αντίθετα λέγεται με περισσότερες σημασίες, με περισσότερες σημασίες λέγεται και το άλλο. Παράδειγμα: Αν η λέξη «δίκαιο» λέγεται με περισσότερες σημασίες, τότε και η λέξη «αδικία».

Η «δικαιοσύνη», τώρα, και η «αδικία» είναι λέξεις με περισσότερες σημασίες, καθώς όμως οι διαφορετικές αυτές σημασίες βρίσκονται πολύ κοντά η μια στην άλλη, μένουν απαρατήρητες κάτω από την κοινή λέξη και δεν γίνονται τόσο φανερές όσο στις περιπτώσεις που η μεταξύ τους απόσταση είναι μεγάλη, όπως γίνεται επιπαραδείγματι (εδώ, πράγματι, υπάρχει μεγάλη διαφορά στην εξωτερική μορφή) με τη χρήση της λέξης κλειδί για το κόκαλο των ζώων που βρίσκεται κάτω από τον αυχένα τους και για το όργανο με το οποίο κλείνουμε τις πόρτες. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν την κουβέντα μας με τις ποικίλες σημασίες της φράσης «αυτός ο άνθρωπος είναι άδικος».

Κατά την κοινή λοιπόν αντίληψη άδικος είναι και ο άνθρωπος που παραβαίνει τον νόμο, αλλά και ο πλεονέκτης, που περιφρονεί το ισομοίρασμα των αγαθών. Γίνεται έτσι φανερό ότι δίκαιος θα είναι ο άνθρωπος που σέβεται τον νόμο και το ισομοίρασμα των αγαθών. Το δίκαιο, επομένως, είναι η νομιμότητα και η ισότητα,

[1129b] ενώ το άδικο είναι η παράβαση του νόμου και η ανισότητα.

Δεδομένου ότι ο άδικος είναι πλεονέκτης, θα είναι άδικος ενσχέσει με τα αγαθά — όχι βέβαια ενσχέσει με όλα, αλλά ενσχέσει με αυτά που εξαρτώνται από την καλή ή την κακή τύχη: αγαθά που αυτά καθεαυτά είναι πάντοτε αγαθά, για ένα συγκεκριμένο όμως άτομο δεν είναι πάντοτε αγαθά. Αυτά τα αγαθά εύχονται οι άνθρωποι για τον εαυτό τους και αυτά επιδιώκουν, μολονότι δεν θα έπρεπε: εκείνο που θα έπρεπε να κάνουν είναι να εύχονται, τα πράγματα που είναι αυτά καθεαυτά αγαθά να είναι αγαθά και γι᾽ αυτούς, και ύστερα να επιλέγουν αυτά που είναι αγαθά γι᾽ αυτούς τους ίδιους. Ο άδικος, πάντως, άνθρωπος δεν επιλέγει για τον εαυτό του πάντοτε το περισσότερο, αλλά και το λιγότερο: είναι η περίπτωση των πραγμάτων που είναι αυτά καθεαυτά κακά· επειδή, ωστόσο, και το λιγότερο κακό θεωρείται κατά κάποιο τρόπο αγαθό και η πλεονεξία έχει να κάνει με το αγαθό, γι᾽ αυτό και ο άνθρωπος αυτός θεωρείται πλεονέκτης. Τον άνθρωπο αυτόν τον διακρίνει η ανισότητα, μια λέξη, στην πραγματικότητα, με ευρεία σημασία, κοινή και για τις δύο περιπτώσεις.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (726-770)

ΓΥ. ὡς φιλόπολίς τίς ἐσθ᾽ ὁ δαίμων καὶ σοφός.
ΚΑ. μετὰ τοῦτο τῷ Πλούτῳ ᾽τι παρεκαθέζετο,
καὶ πρῶτα μὲν δὴ τῆς κεφαλῆς ἐφήψατο,
ἔπειτα καθαρὸν ἡμιτύβιον λαβὼν
730 τὰ βλέφαρα περιέψησεν. ἡ Πανάκεια δὲ
κατεπέτασ᾽ αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν φοινικίδι
καὶ πᾶν τὸ πρόσωπον· εἶθ᾽ ὁ θεὸς ἐπόππυσεν.
ἐξῃξάτην οὖν δύο δράκοντ᾽ ἐκ τοῦ νεὼ
ὑπερφυεῖ τὸ μέγεθος. ΓΥ. ὦ φίλοι θεοί.
735 ΚΑ. τούτω δ᾽ ὑπὸ τὴν φοινικίδ᾽ ὑποδύνθ᾽ ἡσυχῇ
τὰ βλέφαρα περιέλειχον, ὥς γέ μοὐδόκει·
καὶ πρίν σε κοτύλας ἐκπιεῖν οἴνου δέκα,
ὁ Πλοῦτος, ὦ δέσποιν᾽, ἀνειστήκει βλέπων·
ἐγὼ δὲ τὼ χεῖρ᾽ ἀνεκρότησ᾽ ὑφ᾽ ἡδονῆς
740 τὸν δεσπότην τ᾽ ἤγειρον. ὁ θεὸς δ᾽ εὐθέως
ἠφάνισεν αὐτὸν οἵ τ᾽ ὄφεις εἰς τὸν νεών.
οἱ δ᾽ ἐγκατακείμενοι παρ᾽ αὐτῷ πῶς δοκεῖς
τὸν Πλοῦτον ἠσπάζοντο καὶ τὴν νύχθ᾽ ὅλην
ἐγρηγόρεσαν, ἕως διέλαμψεν ἡμέρα.
745 ἐγὼ δ᾽ ἐπῄνουν τὸν θεὸν πάνυ σφόδρα,
ὅτι βλέπειν ἐπόησε τὸν Πλοῦτον ταχύ,
τὸν δὲ Νεοκλείδην μᾶλλον ἐπόησεν τυφλόν.
ΓΥ. ὅσην ἔχεις τὴν δύναμιν, ὦναξ δέσποτα.
ἀτὰρ φράσον μοι, ποῦ ᾽σθ᾽ ὁ Πλοῦτος; ΚΑ. ἔρχεται.
750 ἀλλ᾽ ἦν περὶ αὐτὸν ὄχλος ὑπερφυὴς ὅσος.
οἱ γὰρ δίκαιοι πρότερον ὄντες καὶ βίον
ἔχοντες ὀλίγον αὐτὸν ἠσπάζοντο καὶ
ἐδεξιοῦνθ᾽ ἅπαντες ὑπὸ τῆς ἡδονῆς·
ὅσοι δ᾽ ἐπλούτουν οὐσίαν τ᾽ εἶχον συχνὴν
755 οὐκ ἐκ δικαίου τὸν βίον κεκτημένοι,
ὀφρῦς ξυνῆγον ἐσκυθρώπαζόν θ᾽ ἅμα.
οἱ δ᾽ ἠκολούθουν κατόπιν ἐστεφανωμένοι
γελῶντες, εὐφημοῦντες· ἐκτυπεῖτο δὲ
ἐμβὰς γερόντων εὐρύθμοις προβήμασιν.
760 ἀλλ᾽ εἶ᾽, ἁπαξάπαντες ἐξ ἑνὸς λόγου
ὀρχεῖσθε καὶ σκιρτᾶτε καὶ χορεύετε·
οὐδεὶς γὰρ ὑμῖν εἰσιοῦσιν ἀγγελεῖ,
ὡς ἄλφιτ᾽ οὐκ ἔνεστιν ἐν τῷ θυλάκῳ.
ΓΥ. νὴ τὴν Ἑκάτην, κἀγὼ δ᾽ ἀναδῆσαι βούλομαι
765 εὐαγγέλιά σε κριβανιτῶν ὁρμαθῷ
τοιαῦτ᾽ ἀπαγγείλαντα. ΚΑ. μή νυν μέλλ᾽ ἔτι,
ὡς ἅνδρες ἐγγύς εἰσιν ἤδη τῶν θυρῶν.
ΓΥ. φέρε νυν, ἰοῦσ᾽ εἴσω κομίσω καταχύσματα
ὥσπερ νεωνήτοισιν ὀφθαλμοῖς ἐγώ.
770 ΚΑ. ἐγὼ δ᾽ ἀπαντῆσαί γ᾽ ἐκείνοις βούλομαι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΡΠΟΣ

ΚΑΡΠΟΣ
(φυτό, καρπός των αγρών)
 
Ο Κάρπος, γιος του Ζέφυρου και μιας Ώρας, συνδεόταν με θερμό έρωτα με τον Κάλαμο, γιο του ποτάμιου θεού Μαιάνδρου.
 
Πνίγηκε μια φορά που λουζόταν στον ποταμό Μαίανδρο και συναγωνιζόταν με τον Κάλαμο στο κολύμπι.
 
Ο Κάλαμος στέγνωσε από την πίκρα του και μεταμορφώθηκε σε καλάμι της ακροποταμιάς, ενώ ο Κάρπος σε καρπό των αγρών που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.

Είμαστε συνειδητοί;

Κάποιες φορές γίνομαι επιθετικός… το τι ονομάζει ο καθένας «επιθετικότητα» είναι επίσης ένα υποκειμενικό θέμα. Αλλά ναι, ας το πάρουμε ως αληθινό…. Κάποιες φορές γίνομαι επιθετικός!

Το θέμα είναι ότι μπορώ να γίνω ό,τι θέλω, φτάνει να είναι συνειδητό! Όμως, ΚΑΙ αυτό χωράει πολλές παρερμηνείες. Τι σημαίνει να είναι κάτι «συνειδητό»; Να γνωρίζω ότι το κάνω; Όχι βέβαια, οι περισσότεροι από μας γνωρίζουν ακριβώς τι κάνουν όταν το κάνουν.

Γνωρίζουμε όταν φωνάζουμε, όταν είμαστε τρυφεροί, όταν θυμώνουμε, όταν αγωνιούμε κλπ. Τα ξέρουμε αυτά, τα αντιλαμβανόμαστε. Ξέρουμε ακριβώς και τι λέμε και τι κάνουμε… άσχετα αν επικαλούμαστε το γνωστό «δεν ήξερα τι έκανα». Αλλά αυτό δεν σημαίνει και ότι είμαστε συνειδητοί!

Το να είμαστε συνειδητοί ή όχι, περιλαμβάνει πολλές περισσότερες λειτουργίες παρά μόνο τον «εντοπισμό» της αντίδρασής μας ή της οποιασδήποτε δράσης. Είναι μια σύνθεση πολλών εσωτερικών διεργασιών που περιλαμβάνουν εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό μας, αμφισβήτηση των προγραμματισμών, των απόψεων και πεποιθήσεών μας, αναγνώριση των πραγματικών αναγκών και προθέσεών μας, αναγνώριση όλων των μερών (εγώ) μας. Είναι μια σύνθετη διεργασία που παραβλέπει το γραμμικό χρόνο, που αντλεί πληροφορίες από πολλά επίπεδα, που αναγνωρίζει τον (οποιονδήποτε) Άλλον, ως ισότιμο και σεβαστό μέρος της πραγματικότητάς μας.

Μετά απ’ όλα αυτά, που φυσικά γίνονται κατανοητά μόνο βιωματικά, το να ΕΙΣΑΙ ό,τι θέλεις να είσαι, περιλαμβάνει επίσης πολλά, και όχι το συνηθισμένο απλό «το κάνω γιατί απλά μπορώ». Φυσικά και μπορείς… το θέμα είναι τι επιλέγεις και γιατί! Αν οι ρόλοι, οι προθέσεις σου, οι ανάγκες σου, οι Άλλοι είναι φανερά σε σένα, τότε, αυτό που θέλεις και είσαι, είναι συνειδητό!

Συνειδητό σημαίνει και σωστό; Και ναι και όχι…

Η έννοια του «σωστού» και του «λάθους» είναι βεβαρυμμένη με άπειρες φιλοσοφικές θεωρίες, θρησκευτικές και «πνευματικές» πεποιθήσεις, που πλέον δεν έχει κανένα νόημα, πέραν από αυτό που εμείς του δίνουμε κάθε φορά… είτε απελευθερώνοντας είτε περιορίζοντας τη βούλησή μας.

Και ο αόρατος κριτής μας, καραδοκεί… παίζοντάς μας (και τους άλλους στα θέατρα της ζωής μας) σαν μπαλάκι του πιγκ πογκ, πέρα δόθε...

Ισοκράτης: Ο μορφωμένος άνθρωπος

Έχετε συναντήσει ποτέ κάποιον άνθρωπο, που, ενώ είναι κορυφή στο επάγγελμά του, σε μία συνηθισμένη συζήτηση ξεστομίζει ανοησίες;

Που δεν μπορεί να κατανοήσει απλά, καθημερινά ζητήματα και η προσωπική του ζωή είναι ακατάστατη και θλιβερή;

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ένας μορφωμένος άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη, που διαπρέπει σε δύσκολα επιστημονικά πεδία, στα μικρά, καθημερινά τα κάνει μαντάρα;

Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια. Ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι προσπάθησαν να εξηγήσουν αυτό το παράδοξο και μία πολύ ικανοποιητική εξήγηση έδωσε ο Ισοκράτης, ο σπουδαίος δάσκαλος του 4ου αι. π.κ.ε. Μία εξήγηση τόσο απλή, που αναρωτιέται κανείς γιατί δεν της δώσαμε τη σημασία που της αξίζει.

Ο Παναθηναϊκός λόγος

Τον λόγο αυτό τον έγραψε ο Ισοκράτης σε ηλικία 94 ετών, με στόχο να κάνει έναν απολογισμό του έργου του και να απαντήσει στους επικριτές του, που τον κατηγορούσαν για δογματισμό και αδιαλλαξία, καθώς ο Ισοκράτης ήταν απόλυτος στις απόψεις του. Στον πρόλογο αυτού του έργου, παρουσιάζει την άποψή του για τον πραγματικά μορφωμένο άνθρωπο, μία άποψη που, ούτε τότε ούτε σήμερα μπορεί κανείς εύκολα να δεχτεί εύκολα.

Η σκέψη πάνω στην οποία βασίζει τα συμπεράσματά του ο Ισοκράτης είναι η εξής: πολλοί άνθρωποι που έχουν φτάσει σε ώριμη ηλικία και έχουν τελειοποιηθεί στη Γεωμετρία ή κάποια άλλη επιστήμη, ή κάποιο άλλο εξειδικευμένο πεδίο και μάλιστα διδάσκουν και άλλους, στα καθημερινά ζητήματα της ζωής αποδεικνύονται πιο ανόητοι από τους μαθητές τους.

Για να μπορούν, λοιπόν, να θεωρηθούν στ’ αλήθεια μορφωμένοι θα πρέπει πια σε αυτή την ηλικία:

να έχουν την οξυδέρκεια να ερμηνεύουν σωστά τις περιστάσεις και να επωφελούνται από αυτές.

να είναι αξιοπρεπείς, δίκαιοι και ανεκτικοί με τους ενοχλητικούς ανθρώπους. Να φέρονται με καλοσύνη και πραότητα στους φίλους τους.

να συγκρατούν τις παρορμήσεις τους και να διαχειρίζονται γενναία τις συμφορές.

να μην αφήνουν τις ευτυχείς συγκυρίες να τους διαφθείρουν. Να μην χαίρονται περισσότερο με όσα κέρδισαν κατά τύχη απ’ όσο χαίρονται με όσα κέρδισαν με τον κόπο και την ορθή τους σκέψη.

Αυτόν που συνδυάζει όλα τα παραπάνω θεωρεί ο Ισοκράτης μορφωμένο άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σκέφτεται συνετά και μετρημένα, ώστε να αναγνωρίζει το συμφέρον του και το επιδιώκει, χωρίς να περιφρονεί τους άλλους γύρω του.

Πώς γίνεται

Για να αποκτήσουμε την πρακτική σοφία που περιγράφει ο Ισοκράτης, ο μόνος τρόπος είναι η διδασκαλία της ρητορικής. Η ρητορική τέχνη διδάσκει πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνουμε τις θέσεις μας κατανοητές και να πείθουμε τους ακροατές μας για την ορθότητά τους. Ο Ισοκράτης ισχυρίζεται πως, όποιος κατακτήσει αυτό το ταλέντο, αποκτά εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον μορφωμένο άνθρωπο, εκείνον που μπορεί να επιτύχει στη ζωή του περισσότερα από κάθε άλλον.

Το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης και πώς παραμορφώνει τη σκέψη μας

Έχετε παραξενευτεί ποτέ επειδή έτυχε κάποιος να μην συμφωνεί μαζί σας ενώ εσείς πιστεύατε ότι θα συμφωνούσε; Τότε, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίζετε το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης.

Τι είναι το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης;

Η ψευδής συναίνεση αποτελεί μια γνωστική προκατάληψη η οποία οδηγεί το άτομο σε υπερεκτίμηση της ορθότητας των απόψεων, των πεποιθήσεων, των αξιών και των προτιμήσεών του. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο πιστεύει ότι οι άλλοι άνθρωποι συμφωνούν με αυτά που ο ίδιος πιστεύει ή πρεσβεύει.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Η ψευδής συναίνεση έχει τη δύναμη να αυξήσει ή να μειώσει την αυτοεκτίμηση, την υπερβολική εμπιστοσύνη ή την πεποίθηση του ατόμου ότι οι άλλοι ασπάζονται την δική του άποψη. Αυτό το φαινόμενο μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο που νιώθουμε κι εμείς, ενώ όταν διαπιστώσουμε ότι αυτό δεν ισχύει, διαταράσσεται το σύστημα των αντιλήψεών μας.

Μελέτες δείχνουν ότι οι πολίτες πιστεύουν συχνά ότι οι πολιτικοί υποψήφιοι που προτιμούν, προτιμούνται επίσης από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Επιπλέον, άνθρωποι με ρατσιστικές απόψεις συχνά πιστεύουν ότι αυτές οι απόψεις ισχύουν και για τους υπόλοιπους ανθρώπους που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με τους ίδιους.

Παρόμοιες μελέτες δείχνουν ότι η εσφαλμένη συναινετική προκατάληψη μπορεί να εμφανιστεί σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων και να ποικίλλει ανάλογα με τη σοβαρότητά τους. Αυτή η υπερεκτίμηση μπορεί να είναι άλλοτε θετική και άλλοτε αρνητική.

Από πού προέρχεται η ψευδής συναίνεση;

Η ψευδής συναίνεση προέρχεται από την ανάγκη μας να τηρούμε τους κανόνες ώστε να είμαστε αποδεκτοί από τους άλλους μέσα στο ίδιο περιβάλλον. Για παράδειγμα, τα μέλη μιας ομάδας επιζητούν τη συναίνεση και σπανίως έρχονται σε επαφή με όσους διαφωνούν. Εκείνοι που ανήκουν στην ομάδα τείνουν να συμμορφώνονται με τους υπόλοιπους ή να προσπαθούν να συμμορφωθούν με αυτό που θεωρούν ότι είναι αποδεκτό από τους πολλούς. Αυτό ενισχύει την ψευδή συναίνεση. Όταν τα άτομα αυτά συναντούν κάποιον που σκέφτεται διαφορετικά ή παρουσιάζει στοιχεία ενάντια στα πιστεύω τους, τείνουν να τον απορρίπτουν.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Όταν προσπαθούμε να πάρουμε μια απόφαση ή να εκτιμήσουμε πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι, θεωρούμε ως σωστή την πεποίθηση που μας έρχεται αρχικά στο νου. Όταν εξετάζουμε την πεποίθηση αυτή, ανατρέχουμε σε όσους βρίσκονται πιο κοντά σε εμάς, όπως οι φίλοι και η οικογένεια. Αυτοί οι άνθρωποι τείνουν να μοιάζουν ή να έχουν τις ίδιες πεποιθήσεις με εμάς.

Αυτό μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα σκέφτονται και θα αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Επειδή γνωρίζουμε περισσότερο τις δικές μας πεποιθήσεις από των άλλων, νιώθουμε πιο άνετα όταν συναντάμε κάποιον που συμμερίζεται τις ίδιες απόψεις με εμάς. Είναι φυσιολογικό να μας έλκουν παραπάνω οι όμοιοί μας.

Επιπλέον, πιστεύοντας ότι οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, ενισχύεται παράλληλα κι η αυτοεκτίμησή μας. Είμαστε «προγραμματισμένοι» να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί μας παρά ότι θα διαφωνήσουν. Έτσι, τείνουμε να εστιάζουμε την προσοχή μας σε όσους συμπορεύονται με εμάς.

Αυτό μας ενθαρρύνει να προβάλλουμε τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις μας σε άλλους. Βασιζόμαστε στις πληροφορίες που είναι περισσότερο διαθέσιμες σε εμάς και διαμορφώνουμε τις ανάλογες πεποιθήσεις. Υποθέτουμε, λοιπόν, ότι οι άλλοι διαβάζουν τις ίδιες πληροφορίες και σχηματίζουν τις ίδιες απόψεις.

Τι επηρεάζει αυτή τη γνωστική προκατάληψη;

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ψευδή συναίνεση. Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις στις οποίες η (ψευδής) πεποίθησή μας για συναίνεση θα είναι ισχυρότερη από ότι σε άλλες.

Εάν θεωρούμε ότι η γνώμη μας για ένα συγκεκριμένο θέμα είναι εμπεριστατωμένη, είναι πιο πιθανό να πιστεύουμε ότι οι άλλοι θα συμφωνήσουν μαζί μας. Εάν είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι για κάτι, είναι πιθανότερο να πιστεύουμε ότι οι άλλοι αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον, όσο περισσότεροι είναι οι υποστηρικτές μας, τόσο περισσότερο θα είμαστε πεπεισμένοι ότι οι άλλοι συμφωνούν με τη γνώμη μας.

Πώς να καταπολεμήσετε το φαινόμενο της ψευδούς συναίνεσης

Αν κατανοήσετε από πού προέρχεται αυτή η προκατάληψη, θα είστε σε θέση να μειώσετε την επιρροή που σας ασκεί στον τρόπο σκέψης μας.

• Αποδεχθείτε ότι οι άλλοι μπορεί να μην συμφωνούν μαζί σας. Μπορεί να έχουν πληροφορίες ή γνώσεις που εσείς δεν έχετε, οπότε να είστε ανοιχτοί. Να λαμβάνετε πάντα υπόψη σας άλλες απόψεις και πληροφορίες κατά τη διαμόρφωση της δικής σας άποψης και να εξετάζετε ποια μπορεί να είναι τα αδύναμα σημεία στο δικό σας σκεπτικό.

• Επικεντρωθείτε στους εσωτερικούς λόγους της πεποίθησής σας και τι μπορεί να επηρεάζει τη διαδικασία σκέψης σας ώστε να έχετε την πεποίθηση αυτή. Προσπαθήστε να απομακρυνθείτε από τους παράγοντες που παίρνουν μέρος κατά την λήψη της απόφασή σας και εξετάστε νέα στοιχεία από διαφορετικές πηγές για να αποκτήσετε μια σφαιρική οπτική.

Η ψευδής προκατάληψη της συναίνεσης μπορεί να μας κάνει υπερβολικά σίγουρους σε κάποιες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να το ισορροπούμε αυτό, ώστε να μπορούμε να εκτιμήσουμε σωστά τις αντιδράσεις των άλλων. Αν και είναι λογικό να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι θα συμφωνούν μαζί μας σε κάποια πράγματα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είναι εξίσου λογικό και να μην συμφωνήσουν μαζί μας σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ξέχασαν να ερωτεύονται δυνατά

Νιώσατε κι εσείς ν’ αγαπάτε χωρίς την αναμενόμενη ανταπόκριση; Νιώσατε να σας κόβουν τα φτερά και το χαμόγελο ενώ ήσασταν γεμάτοι συναίσθημα κι έτοιμοι να δώσετε τα πάντα; Λένε πώς όσοι αγαπούν, δεν φεύγουν. Λένε πώς όσοι αγαπούν κάνουν υπομονή και καταλαβαίνουν.

Πόσοι, όμως, αντέχουν να μένουν και να πληγώνονται συνεχώς από τον ίδιο άνθρωπο που τους απορρίπτει ξανά και ξανά χωρίς καν να το καταλαβαίνει ή να το παραδέχεται. Είναι αυτό μία τοξική σχέση; Είναι έρωτας χωρίς πραγματική ανταπόκριση; Είναι καλύτερα να είσαι στο λίγο ή στο τίποτα, όταν δεν μπορείς να ζήσεις κάτι στο φουλ.

Δεν μιλάμε για καβγάδες. Αυτοί σημαίνει ότι θέλετε και οι δυο. Μιλάμε για την αδιαφορία. Μιλάμε για τη σιωπή. Μιλάμε για απόρριψη. Μιλάμε γι’ αυτό που τη μία είσαι τα πάντα για κάποιον μέσα στα χέρια του και την άλλη δεν είσαι τίποτα. Που στα ξαφνικά τρως ''Χ'' και δεν καταλαβαίνεις πού έφταιξες κι από πού σου ήρθε.

Μιλάμε γι’ αυτό που συμβαίνει όταν νιώθεις άλλα και βιώνεις άλλα. Πολύ μπερδεμένα πράγματα. Το λίγο σε σκοτώνει σιγά σιγά. Το καθόλου θα σε κρατήσει για λίγο νεκρό όμως κάποια στιγμή θα αναστηθείς. Μία on and off όμως κατάσταση μπορεί να σε αρρωστήσει.

Υπάρχουν παραδείγματα για το πώς μπορούν να διώξουν οι άνθρωποι κάποιον που τους αγαπάει. Κι αυτά είναι απλά. Δεν καταλαβαίνουν πόσο τυχεροί είναι που έχουν αυτό τον έρωτα, δεν τους νοιάζει και τόσο αυτός ο έρωτας, δεν είναι έτοιμοι παρόλα όσα νιώθουν να μοιραστούν πράγματα; Ποιος ξέρει; Κάθε περίπτωση μοιάζει αλλά είναι και διαφορετική.

Εκεί η προσδοκία γκρεμοτσακίζεται μπροστά στο τίποτα του άλλου, εκεί χάνεται ο έρωτας, εκεί που το πάθος γίνεται ένα τυπικό μήνυμα “καλά είμαι εσύ”; Εκεί που το “καλημέρα μωρό μου” γίνεται έχω δουλειά θα της στείλω αργότερα. Εκεί που το σεξ δεν ενθουσιάζει πια και αραιώνει. Εκεί που τα “θα πάμε απόψε μια βόλτα”; ή “μπορώ να σε δω λίγο τώρα όπως είσαι δε με νοιάζει” γίνεται ένα ψυχρό καληνύχτα.

Εκεί που σταματάς να προσπαθείς γιατί θεωρείς τον άλλο δεδομένο. Ένα λουλούδι σ’ ένα τραπέζι όταν ανοίγεις την πόρτα μετά από μια κουραστική μέρα, δεν φαντάζεσαι πόσο χαρούμενη θα την κάνει. Ένα απρόοπτο μήνυμα “μωρό μου σε σκέφτομαι, σε θέλω”, δε φαντάζεσαι πόσο καταπληκτικό θα κάνει το σεξ την επόμενη φορά.

Ρωτάς γιατί δεν τα έχεις πια; Κάποιος βαρέθηκε. Κάποιος στην πορεία κουράστηκε. Γιατί μένει λες; Δεν ξέρω την απάντηση. Κανείς δεν ξέρει ούτε ο ίδιος που μένει ενώ δεν είναι μέσα σε αυτή τη σχέση 100%. Κι έρχεται η γκρίνια, η μουρμούρα από τη μια, οι τελευταίες προσπάθειες να βρείτε το κοινό σας γέλιο, τη κοινή σας χαρά, αυτά που σας ένωναν κι έκαναν τη σχέση σας ν’ αξίζει.

Τη σχέση που σας ξεκουράζει κι όπου όλα έβγαιναν τόσο εύκολα κι απλά. Οι κουβέντες, οι αυθόρμητες συζητήσεις, οι έντονοι καβγάδες, το παθιασμένο σεξ. Τίποτα. Ή μάλλον σχεδόν τίποτα. Κι αυτό πονάει περισσότερο.

Ξαφνικά το τέλος μοιάζει λυτρωτικό. Από το να δεις ακόμη ένα τρομαχτικό, τυπικό μήνυμα στο κινητό σου, “καλά είσαι, εσύ;”, προτιμάς να κοιτάς το κινητό και να μην έρχεται τίποτα. Που πήγε το online σεξ, τα αστεία, τα τηλεφωνήματα; Φώναζες άδικα ότι σου έλειπαν; Σου έλειπαν τότε που τον είχες, σου λείπουν και τώρα που τον έχασες.

Είσαι στον ίδιο παρονομαστή. Απλά έκανες αυτό που δεν μπορούσε. Τον άφησες ελεύθερο να βρει το πάθος που μαζί σου έχασε. Να βρει ξανά τον ενθουσιασμό του σε μια φρέσκα σάρκα. Απέτυχες να τον κρατήσεις; Μπορεί. Αλλά νομίζω πώς ό,τι κι αν έκανες, στο τέλος θα τον έχανες. Ακόμη κι αν δεν σε άφηνε ποτέ.

Ίσως να βρεις αυτόν που να τρέφεται από τη μυρωδιά σου. Που να θέλει να ξυπνά με τη φωνή σου. Που να γεμίζουν οι στιγμές του μόνο όταν θα είσαι κι εσύ παρούσα. Που να απαιτεί να σε δει. Που να σε διεκδικεί. Που το να σου μιλάει δε θα είναι απλά μία βαρετή διαδικασία για να σε ρίξει στο κρεβάτι μετά. Ίσως να τον ξαναβρείς κι ίσως πάλι να τον ξαναχάσεις. Ίσως την επόμενη φορά κρατήσει για πάντα.

Κλείσε τις πληγές σου και βγες ξανά στο παιχνίδι. Δώσε τα όλα και ζήτα τα όλα. Ένας έρωτας πρέπει να είναι ζωντανός, ενεργός να μας γεμίζει. Αλλιώς γίνεται κι αυτός μια ρουτίνα. Γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι γύρω μας είναι άδειοι και δυστυχισμένοι. Ξέχασαν να ερωτεύονται δυνατά.

Μαύρη τρύπα «καταβροχθίζει» άστρο!

Εντυπωσιακές είναι οι εικόνες που έδωσε στη δημοσιότητα η NASA και δείχνουν μία μαύρη τρύπα να καταβροχθίζει ένα άστρο.

Πρόκειται για την πρώτη φορά που ο «κυνηγός πλανητών» της ΝΑSA Transiting Exoplanet Survey Satellite (TESS) απαθανάτισε το εντυπωσιακό φαινόμενο που είναι γνωστό ως «γεγονός παλιρροϊκής διακοπής» (tidal disruption event).

Οι επιστημονικές παρατηρήσεις που ακολούθησαν από εγκαταστάσεις της NASA έδωσαν μια λεπτομερή εικόνα από τις πρώτες στιγμές αυτού του καταστροφικού για τα άστρα φαινομένου.

«Τα δεδομένα από το TESS μας έδειξαν ακριβώς πότε αυτό το καταστρεπτικό συμβάν, με το όνομα ASASSN-19bt, άρχισε να γίνεται πιο φωτεινό, κάτι που δεν είχαμε παρατηρήσει ποτέ πριν» δήλωσε ο Thomas Holoien, επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Καρνέγκι (Observatory Carnegie), στην Πασαντένα της Καλιφόρνιας.

Ο ίδιος τόνισε ότι «επειδή εντοπίσαμε έγκαιρα την "παλιρροϊκή διάρρηξη" με το σύστημα "Επίγεια Αυτοματοποιημένη Έρευνα για Υπερκαινοφανείς" (ASAS-SN), ήταν δυνατή η άμεση ενεργοποίηση παρατηρήσεων του φαινομένου κατά τις πρώτες κιόλας ημέρες. Αυτά τα πρώτα δεδομένα θα είναι εξαιρετικά χρήσιμα για τη μοντελοποίηση της φυσικής αυτών των εκρήξεων».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1127b-1128b)

[VIII] Οὔσης δὲ καὶ ἀναπαύσεως ἐν τῷ βίῳ, καὶ ἐν ταύτῃ διαγωγῆς μετὰ παιδιᾶς, δοκεῖ καὶ ἐνταῦθα εἶναι ὁμιλία

[1128a] τις ἐμμελής, καὶ οἷα δεῖ λέγειν καὶ ὥς, ὁμοίως δὲ καὶ ἀκούειν. διοίσει δὲ καὶ τὸ ἐν τοιούτοις λέγειν ἢ τοιούτων ἀκούειν. δῆλον δ᾽ ὡς καὶ περὶ ταῦτ᾽ ἔστιν ὑπερβολή τε καὶ ἔλλειψις τοῦ μέσου. οἱ μὲν οὖν τῷ γελοίῳ ὑπερβάλλοντες βωμολόχοι δοκοῦσιν εἶναι καὶ φορτικοί, γλιχόμενοι πάντως τοῦ γελοίου, καὶ μᾶλλον στοχαζόμενοι τοῦ γέλωτα ποιῆσαι ἢ τοῦ λέγειν εὐσχήμονα καὶ μὴ λυπεῖν τὸν σκωπτόμενον· οἱ δὲ μήτ᾽ αὐτοὶ ἂν εἰπόντες μηδὲν γελοῖον τοῖς τε λέγουσι δυσχεραίνοντες ἄγροικοι καὶ σκληροὶ δοκοῦσιν εἶναι. οἱ δ᾽ ἐμμελῶς παίζοντες εὐτράπελοι προσαγορεύονται, οἷον εὔτροποι· τοῦ γὰρ ἤθους αἱ τοιαῦται δοκοῦσι κινήσεις εἶναι, ὥσπερ δὲ τὰ σώματα ἐκ τῶν κινήσεων κρίνεται, οὕτω καὶ τὰ ἤθη. ἐπιπολάζοντος δὲ τοῦ γελοίου, καὶ τῶν πλείστων χαιρόντων τῇ παιδιᾷ καὶ τῷ σκώπτειν μᾶλλον ἢ δεῖ, καὶ οἱ βωμολόχοι εὐτράπελοι προσαγορεύονται ὡς χαρίεντες· ὅτι δὲ διαφέρουσι, καὶ οὐ μικρόν, ἐκ τῶν εἰρημένων δῆλον. τῇ μέσῃ δ᾽ ἕξει οἰκεῖον καὶ ἡ ἐπιδεξιότης ἐστίν· τοῦ δ᾽ ἐπιδεξίου ἐστὶ τοιαῦτα λέγειν καὶ ἀκούειν οἷα τῷ ἐπιεικεῖ καὶ ἐλευθερίῳ ἁρμόττει· ἔστι γάρ τινα πρέποντα τῷ τοιούτῳ λέγειν ἐν παιδιᾶς μέρει καὶ ἀκούειν, καὶ ἡ τοῦ ἐλευθερίου παιδιὰ διαφέρει τῆς τοῦ ἀνδραποδώδους, καὶ πεπαιδευμένου καὶ ἀπαιδεύτου. ἴδοι δ᾽ ἄν τις καὶ ἐκ τῶν κωμῳδιῶν τῶν παλαιῶν καὶ τῶν καινῶν· τοῖς μὲν γὰρ ἦν γελοῖον ἡ αἰσχρολογία, τοῖς δὲ μᾶλλον ἡ ὑπόνοια· διαφέρει δ᾽ οὐ μικρὸν ταῦτα πρὸς εὐσχημοσύνην. πότερον οὖν τὸν εὖ σκώπτοντα ὁριστέον τῷ λέγειν μὴ ἀπρεπῆ ἐλευθερίῳ, ἢ τῷ μὴ λυπεῖν τὸν ἀκούοντα ἢ καὶ τέρπειν; ἢ καὶ τό γε τοιοῦτον ἀόριστον; ἄλλο γὰρ ἄλλῳ μισητόν τε καὶ ἡδύ. τοιαῦτα δὲ καὶ ἀκούσεται· ἃ γὰρ ὑπομένει ἀκούων, ταῦτα καὶ ποιεῖν δοκεῖ. οὐ δὴ πᾶν ποιήσει· τὸ γὰρ σκῶμμα λοιδόρημά τι ἐστίν, οἱ δὲ νομοθέται ἔνια λοιδορεῖν κωλύουσιν· ἔδει δ᾽ ἴσως καὶ σκώπτειν. ὁ δὴ χαρίεις καὶ ἐλευθέριος οὕτως ἕξει, οἷον νόμος ὢν ἑαυτῷ. τοιοῦτος μὲν οὖν ὁ μέσος ἐστίν, εἴτ᾽ ἐπιδέξιος εἴτ᾽ εὐτράπελος λέγεται. ὁ δὲ βωμολόχος ἥττων ἐστὶ τοῦ γελοίου, καὶ οὔτε ἑαυτοῦ οὔτε τῶν ἄλλων ἀπεχόμενος εἰ γέλωτα ποιήσει, καὶ τοιαῦτα λέγων

[1128b] ὧν οὐδὲν ἂν εἴποι ὁ χαρίεις, ἔνια δ᾽ οὐδ᾽ ἂν ἀκούσαι. ὁ δ᾽ ἄγροικος εἰς τὰς τοιαύτας ὁμιλίας ἀχρεῖος· οὐθὲν γὰρ συμβαλλόμενος πᾶσι δυσχεραίνει. δοκεῖ δὲ ἡ ἀνάπαυσις καὶ ἡ παιδιὰ ἐν τῷ βίῳ εἶναι ἀναγκαῖον. τρεῖς οὖν αἱ εἰρημέναι ἐν τῷ βίῳ μεσότητες, εἰσὶ δὲ πᾶσαι περὶ λόγων τινῶν καὶ πράξεων κοινωνίαν. διαφέρουσι δ᾽ ὅτι ἣ μὲν περὶ ἀλήθειάν ἐστιν, αἳ δὲ περὶ τὸ ἡδύ. τῶν δὲ περὶ τὴν ἡδονὴν ἣ μὲν ἐν ταῖς παιδιαῖς, ἣ δ᾽ ἐν ταῖς κατὰ τὸν ἄλλον βίον ὁμιλίαις.

[IX] Περὶ δὲ αἰδοῦς ὥς τινος ἀρετῆς οὐ προσήκει λέγειν· πάθει γὰρ μᾶλλον ἔοικεν ἢ ἕξει. ὁρίζεται γοῦν φόβος τις ἀδοξίας, καὶ ἀποτελεῖται τῷ περὶ τὰ δεινὰ φόβῳ παραπλήσιον· ἐρυθραίνονται γὰρ οἱ αἰσχυνόμενοι, οἱ δὲ τὸν θάνατον φοβούμενοι ὠχριῶσιν. σωματικὰ δὴ φαίνεταί πως εἶναι ἀμφότερα, ὅπερ δοκεῖ πάθους μᾶλλον ἢ ἕξεως εἶναι. οὐ πάσῃ δ᾽ ἡλικίᾳ τὸ πάθος ἁρμόζει, ἀλλὰ τῇ νέᾳ. οἰόμεθα γὰρ δεῖν τοὺς τηλικούτους αἰδήμονας εἶναι διὰ τὸ πάθει ζῶντας πολλὰ ἁμαρτάνειν, ὑπὸ τῆς αἰδοῦς δὲ κωλύεσθαι· καὶ ἐπαινοῦμεν τῶν μὲν νέων τοὺς αἰδήμονας, πρεσβύτερον δ᾽ οὐδεὶς ἂν ἐπαινέσειεν ὅτι αἰσχυντηλός· οὐδὲν γὰρ οἰόμεθα δεῖν αὐτὸν πράττειν ἐφ᾽ οἷς ἐστὶν αἰσχύνη. οὐδὲ γὰρ ἐπιεικοῦς ἐστὶν ἡ αἰσχύνη, εἴπερ γίνεται ἐπὶ τοῖς φαύλοις (οὐ γὰρ πρακτέον τὰ τοιαῦτα· εἰ δ᾽ ἐστὶ τὰ μὲν κατ᾽ ἀλήθειαν αἰσχρὰ τὰ δὲ κατὰ δόξαν, οὐδὲν διαφέρει· οὐδέτερα γὰρ πρακτέα, ὥστ᾽ οὐκ αἰσχυντέον)· φαύλου δὲ καὶ τὸ εἶναι τοιοῦτον οἷον πράττειν τι τῶν αἰσχρῶν. τὸ δ᾽ οὕτως ἔχειν ὥστ᾽ εἰ πράξαι τι τῶν τοιούτων αἰσχύνεσθαι, καὶ διὰ τοῦτ᾽ οἴεσθαι ἐπιεικῆ εἶναι, ἄτοπον· ἐπὶ τοῖς ἑκουσίοις γὰρ ἡ αἰδώς, ἑκὼν δ᾽ ὁ ἐπιεικὴς οὐδέποτε πράξει τὰ φαῦλα. εἴη δ᾽ ἂν ἡ αἰδὼς ἐξ ὑποθέσεως ἐπιεικές· εἰ γὰρ πράξαι, αἰσχύνοιτ᾽ ἄν· οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο περὶ τὰς ἀρετάς. εἰ δ᾽ ἡ ἀναισχυντία φαῦλον καὶ τὸ μὴ αἰδεῖσθαι τὰ αἰσχρὰ πράττειν, οὐδὲν μᾶλλον τὸν τὰ τοιαῦτα πράττοντα αἰσχύνεσθαι ἐπιεικές. οὐκ ἔστι δ᾽ οὐδ᾽ ἡ ἐγκράτεια ἀρετή, ἀλλά τις μικτή· δειχθήσεται δὲ περὶ αὐτῆς ἐν τοῖς ὕστερον. νῦν δὲ περὶ δικαιοσύνης εἴπωμεν.

***
[8] Δεδομένου ότι στη ζωή υπάρχει επίσης αναψυχή και ανάπαυση (στην οποία περιλαμβάνονται η σχόλη και η διασκέδαση), λέμε ότι και εδώ υπάρχουν κάποιοι κομψοί και καλαίσθητοι τρόποι επικοινωνίας

[1128a] με τους άλλους: να λέμε —αλλά και να ακούμε— αυτά που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το είδος των ανθρώπων στους οποίους λέμε αυτά που λέμε ή των ανθρώπων από τους οποίους ακούμε αυτά που ακούμε.

Εν πάση περιπτώσει, είναι φανερό ότι υπάρχει και εδώ υπερβολή και έλλειψη ενσχέσει με το μέσον.

Αυτούς λοιπόν που ξεπερνούν το μέτρο στην προσπάθειά τους να κάνουν τους άλλους να γελάσουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί «καραγκιόζηδες»: ανθρώπους απαίδευτους και κακόγουστους, ανθρώπους που θέλουν με κάθε τρόπο να προκαλέσουν το γέλιο, ανθρώπους, τέλος, που έχουν πιο πολύ για στόχο τους να προκαλέσουν το γέλιο παρά να πουν αυτά που θέλουν να πουν με τρόπο αρμόζοντα και ευπρεπή, χωρίς να στενοχωρήσουν τον άνθρωπο που είναι το αντικείμενο του σκώμματός τους. Αντίθετα, αυτούς που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να πουν κάτι το αστείο ούτε ανέχονται αυτούς που το κάνουν, η κοινή αντίληψη τους θεωρεί «χωριάτες» και τραχείς ανθρώπους.

Αυτούς, τέλος, που αστειεύονται με τρόπο κομψό και καλαίσθητο η γλώσσα μας τους λέει με τη λέξη ευτράπελοι, κάτι σαν «άνθρωποι που “τρέπονται” εύκολα τη μια προς τα εδώ και την άλλη προς τα εκεί»· γιατί αυτού του είδους τα πράγματα λογαριάζονται κινήσεις του χαρακτήρα, και όπως κρίνουμε τα σώματα με βάση τις κινήσεις τους, έτσι και τους χαρακτήρες.

Εν πάση περιπτώσει, επειδή το αστείο και το κωμικό έχει πολύ μεγάλη πέραση και οι πιο πολλοί άνθρωποι βρίσκουν στις διασκεδάσεις και στα σκώμματα περισσότερη από ό,τι πρέπει ευχαρίστηση, ονομάζουν ευτράπελους και τους καραγκιόζηδες, θεωρώντας τους ευχάριστους και χαριτωμένους ανθρώπους· ότι όμως διαφέρουν οι μεν από τους δε, και μάλιστα όχι λίγο, έχει γίνει φανερό από αυτά που είπαμε.

Στη μεσότητα προσιδιάζει και η λεπτότητα και διακριτικότητα. Του λεπτού και διακριτικού ανθρώπου γνώρισμα είναι να λέει και να ακούει πράγματα που ταιριάζουν στον καλό άνθρωπο και σ᾽ αυτόν που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου· γιατί υπάρχουν κάποια πράγματα που ταιριάζει να τα λέει και να τα ακούει ένας τέτοιος άνθρωπος για διασκέδαση, και φυσικά η διασκέδαση ενός ελεύθερου ανθρώπου διαφέρει από τη διασκέδαση του κοινού και τυχαίου ανθρώπου, όπως διαφέρει και η διασκέδαση του καλλιεργημένου από τη διασκέδαση του ακαλλιέργητου ανθρώπου. Μπορεί κανείς να το προσέξει αυτό συγκρίνοντας τις παλαιές κωμωδίες με τις καινούργιες: στους παλαιούς ποιητές το αστείο βασιζόταν στην αισχρολογία, ενώ στους καινούργιους στον υπαινιγμό και στο υπονοούμενο· αυτά όμως τα δύο παρουσιάζουν όχι μικρή μεταξύ τους διαφορά από την άποψη της ευπρέπειας.

Ποιόν λοιπόν από τους ακόλουθους δύο ορισμούς θα πρέπει να δεχτούμε για τον άνθρωπο που σκώπτει και αστειεύεται σωστά: Είναι αυτός που λέει πράγματα που ταιριάζουν στο άτομο που έχει πάρει την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, ή είναι αυτός που δεν στενοχωρεί, κάτι παραπάνω: που ευχαριστεί τον ακροατή του; Μήπως όμως τελικά αυτό το δεύτερο είναι από τα πράγματα όπου ο ορισμός είναι στην πραγματικότητα αδύνατος, αφού άλλα είναι τα πράγματα που δυσαρεστούν ή ευχαριστούν τον έναν και άλλα τον άλλον; Ίδιο θα είναι και το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων θα είναι αυτός το αντικείμενο· γιατί το είδος των αστείων και των σκωμμάτων των οποίων ανέχεται να είναι αυτός το αντικείμενο είναι μάλλον το είδος των αστείων και των σκωμμάτων που ο ίδιος κάνει. Αυτό θα πει ότι υπάρχουν αστεία και σκώμματα που δεν θα τα κάνει· γιατί το σκώμμα είναι ένα είδος κακολογίας, και το να κακολογούμε κάποια πράγματα οι νομοθέτες μάς το απαγορεύουν —ίσως θα έπρεπε να μας απαγορεύουν και το να κάνουμε ορισμένου είδους σκώμματα. Ο κομψός λοιπόν και εκλεπτυσμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που πήρε την αγωγή του ελεύθερου ανθρώπου, θα συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράψαμε, ωσάν ο ίδιος να είναι νόμος για τον εαυτό του.

Τέτοιος είναι λοιπόν ο άνθρωπος που βρίσκεται στο μέσον, είτε τον λέμε ευτράπελο είτε τον λέμε λεπτό και διακριτικό άνθρωπο. Ο «καραγκιόζης», από την άλλη, κυριευμένος από την επιθυμία να λέει αστεία και να προκαλεί γέλιο, δεν λογαριάζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους, αν είναι να προκαλέσει γέλιο, και λέει πράγματα

[1128b] που ο κομψός και εκλεπτυσμένος άνθρωπος δεν θα τα έλεγε ποτέ — μερικά ο κομψός και εκλεπτυσμένος άνθρωπος δεν θα δεχόταν ούτε να τα ακούσει. Όσο για τον «χωριάτη», αυτός είναι άχρηστος και ακατάλληλος γι᾽ αυτού του είδους τις κοινωνικές διασκεδάσεις: μη μπορώντας να συνεισφέρει τίποτε αγανακτεί και γκρινιάζει για όλα. Η ανάπαυση, πάντως, και η διασκέδαση θεωρείται κάτι το απαραίτητο στη ζωή των ανθρώπων.

Τρεις είναι λοιπόν οι μεσότητες στις σχέσεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους στην καθημερινή τους ζωή: αυτές ακριβώς που περιγράψαμε. Όλες τους αναφέρονται στη σχέση που αναπτύσσουμε με τους άλλους με τα λόγια και τις πράξεις μας. Διαφέρουν, πάντως, μεταξύ τους κατά τούτο, ότι η μία από αυτές έχει να κάνει με την αλήθεια, ενώ οι άλλες δύο με την ευχαρίστηση. Από τις δύο, πάλι, που αναφέρονται στην ευχαρίστηση η μία έχει να κάνει με τις κοινωνικές μας διασκεδάσεις, ενώ η άλλη με όλες γενικά τις περιστάσεις της κοινωνικής μας ζωής.

[9] Για τη ντροπή δεν μπορούμε να μιλούμε σαν να είναι αρετή, γιατί αυτή μοιάζει πιο πολύ με πάθος παρά με έξη. Εν πάση περιπτώσει, η ντροπή ορίζεται ως ένα είδος φόβου του ατόμου μήπως χάσει το καλό του όνομα, και έχει συνέπειες και αποτελέσματα παραπλήσια με αυτά που προκαλεί ο φόβος του κινδύνου: αυτοί που ντρέπονται κοκκινίζουν, ενώ αυτοί που φοβούνται τον θάνατο χλωμιάζουν. Και στις δύο λοιπόν περιπτώσεις γίνεται φανερό ότι πρόκειται για φαινόμενα που σχετίζονται κατά κάποιο τρόπο με το σώμα μας, κάτι που θεωρείται ότι είναι γνώρισμα μάλλον του πάθους παρά της έξης. Το πάθος, πάντως, αυτό δεν ταιριάζει σε κάθε ηλικία, αλλά μόνο στη νεανική.

Ο λόγος είναι ότι θεωρούμε ότι οι νέοι άνθρωποι πρέπει να είναι ντροπαλοί: ζώντας κάτω από την επήρεια του πάθους οι νέοι κάνουν πολλά σφάλματα, και η ντροπή τούς προφυλάγει από αυτά. Τους ντροπαλούς νέους τους επαινούμε, τον μεγάλο όμως άνθρωπο κανείς δεν θα τον επαινούσε ότι είναι ντροπαλός· γιατί λογαριάζουμε ότι ο μεγάλος άνθρωπος δεν θα έκανε τίποτε από αυτά που φέρνουν ντροπή. Η ντροπή, επίσης, δεν είναι γνώρισμα του καλού ανθρώπου, αφού είναι κάτι που πηγαίνει μαζί μαζί με τις κακές πράξεις (τέτοιες πράξεις, ούτως ή άλλως, δεν πρέπει να τις κάνουμε, και δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για πραγματικά επαίσχυντες ή για επαίσχυντες κατά την κοινωνική σύμβαση πράξεις: ούτε τις μεν ούτε τις δε πρέπει να τις κάνουμε, και επομένως κανένα δεν μένει περιθώριο για ντροπή). Γνώρισμα, άλλωστε, του ευτελούς ανθρώπου είναι και το να έχει την τάση να κάνει επαίσχυντες πράξεις. Το να είναι όμως κανείς τέτοιου είδους άνθρωπος ώστε να νιώθει ντροπή κάθε φορά που κάνει μια τέτοιου είδους πράξη, και για τον λόγο αυτό να φαντάζεται πως είναι καλός άνθρωπος, αυτό είναι εντελώς παράλογο· γιατί το αίσθημα της ντροπής σχετίζεται με πράξεις που γίνονται με τη θέλησή μας, και ο καλός άνθρωπος ποτέ δεν θα κάνει κακές πράξεις με τη θέλησή του. Μόνο υπό όρους, λοιπόν, θα έλεγα ότι το αίσθημα της ντροπής είναι κάτι το καλό: στην περίπτωση που ο καλός άνθρωπος θα έκανε κάποια επαίσχυντη πράξη, θα ένιωθε γι᾽ αυτήν ντροπή· τέτοιου είδους όμως όροι δεν υπάρχουν στην περίπτωση των αρετών. Και αν η αναισχυντία, το να μην αισθάνεται δηλαδή κανείς ντροπή να κάνει επαίσχυντες πράξεις, είναι κακό, δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι καλό το να νιώθει ντροπή αυτός που κάνει τέτοιου είδους πράξεις. Ούτε και η εγκράτεια είναι αρετή, αλλά κάτι το μεικτό· αυτό όμως θα γίνει φανερό παρακάτω. Τώρα ας μιλήσουμε για τη δικαιοσύνη.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (684-725)

ΓΥ. ταλάντατ᾽ ἀνδρῶν, οὐκ ἐδεδοίκεις τὸν θεόν;
685 ΚΑ. νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε, μὴ φθάσειέ με
ἐπὶ τὴν χύτραν ἐλθὼν ἔχων τὰ στέμματα.
ὁ γὰρ ἱερεὺς αὐτοῦ με προὐδιδάξατο.
τὸ γρᾴδιον δ᾽ ὡς ᾔσθετο δή μου τὸν ψόφον,
τὴν χεῖρ᾽ ὑπῆρε· κᾆτα συρίξας ἐγὼ
690 ὀδὰξ ἐλαβόμην ὡς παρείας ὢν ὄφις.
ἡ δ᾽ εὐθέως τὴν χεῖρα πάλιν ἀνέσπασεν,
κατέκειτό θ᾽ αὑτὴν ἐντυλίξασ᾽ ἡσυχῇ
ὑπὸ τοῦ δέους βδέουσα δριμύτερον γαλῆς.
κἀγὼ τότ᾽ ἤδη τῆς ἀθάρης πολλὴν ἔφλων·
695 ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ μεστὸς ἦν, ἀνεπαυόμην.
ΓΥ. ὁ δὲ θεὸς ὑμῖν οὐ προσῄειν; ΚΑ. οὐδέπω.
μετὰ τοῦτο δ᾽ ἤδη καὶ γέλοιον δῆτά τι
ἐπόησα. προσιόντος γὰρ αὐτοῦ μέγα πάνυ
ἀπέπαρδον· ἡ γαστὴρ γὰρ ἐπεφύσητό μου.
700 ΓΥ. ἦ πού σε διὰ τοῦτ᾽ εὐθὺς ἐβδελύττετο.
ΚΑ. οὔκ, ἀλλ᾽ Ἰασὼ μέν τις ἀκολουθοῦσ᾽ ἅμα
ὑπηρυθρίασε χἠ Πανάκει᾽ ἀπεστράφη
τὴν ῥῖν᾽ ἐπιλαβοῦσ᾽· οὐ λιβανωτὸν γὰρ βδέω.
ΓΥ. αὐτὸς δ᾽ ἐκεῖνος; ΚΑ. οὐ μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐφρόντισεν.
705 ΓΥ. λέγεις ἄγροικον ἄρα σύ γ᾽ εἶναι τὸν θεόν;
ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἀλλὰ σκατοφάγον. ΓΥ. αἲ τάλαν.
ΚΑ. μετὰ ταῦτ᾽ ἐγὼ μὲν εὐθὺς ἐνεκαλυψάμην
δείσας, ἐκεῖνος δ᾽ ἐν κύκλῳ τὰ νοσήματα
σκοπῶν περιῄει πάντα κοσμίως πάνυ.
710 ἔπειτα παῖς αὐτῷ λίθινον θυείδιον
παρέθηκε καὶ δοίδυκα καὶ κιβώτιον.
ΓΥ. λίθινον; ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽, οὐχὶ τό γε κιβώτιον.
ΓΥ. σὺ δὲ πῶς ἑώρας, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενε,
ὃς ἐγκεκαλύφθαι φῄς; ΚΑ. διὰ τοῦ τριβωνίου·
715 ὀπὰς γὰρ εἶχεν οὐκ ὀλίγας μὰ τὸν Δία.
πρῶτον δὲ πάντων τῷ Νεοκλείδῃ φάρμακον
κατάπλαστον ἐνεχείρησε τρίβειν, ἐμβαλὼν
σκορόδων κεφαλὰς τρεῖς Τηνίων. ἔπειτ᾽ ἔφλα
ἐν τῇ θυείᾳ συμπαραμειγνύων ὀπὸν
720 καὶ σχῖνον· εἶτ᾽ ὄξει διέμενος Σφηττίῳ
κατέπλασεν αὐτοῦ τὰ βλέφαρ᾽ ἐκστρέψας, ἵνα
ὀδυνῷτο μᾶλλον. ὁ δὲ κεκραγὼς καὶ βοῶν
ἔφευγ᾽ ἀνᾴξας· ὁ δὲ θεὸς γελάσας ἔφη·
«ἐνταῦθά νυν κάθησο καταπεπλασμένος,
725 ἵν᾽ ἐπομνύμενον παύσω σε τὰς ἐκκλησίας.»

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΑΡΚΙΝΟΣ

ΚΑΡΚΙΝΟΣ
(αστερισμός)
 
Ο αστερισμός του Καρκίνου* είναι η γιγαντιαία καραβίδα που έστειλε η Ήρα στη Λέρνα, προκειμένου να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τον Ηρακλή στην προσπάθειά του να σκοτώσει την Ύδρα που κατάκαιγε σοδειές και ανθρώπους με τη φλογισμένη αναπνοή της.
 
Ο Κάβουρας δάγκωσε τον ήρωα στη φτέρνα και εκείνος τη συνέθλιψε πατώντας το κεφάλι της. Ορισμένα από τα αστέρια του αστερισμού ονομάζονται ὄνοι και καταστερίστηκαν από τον Διόνυσο.
 
Η ευημεριστική ερμηνεία του Παλαίφατου θέλει τον Καρκίνο στρατηγό - ἀνὴρ μέγας καὶ πολεμικός- που ήρθε σε βοήθεια του βασιλιά Λέρνου, όταν ο Ηρακλής επιτέθηκε στο βασίλειό του. Αυτόν τον στρατηγό σκότωσε ο Ηρακλής και όχι κάποια καραβίδα.
-------------------------------
*Αστερισμός του Καρκίνου
 
Οὗτος δοκεῖ ἐν τοῖς ἄστροις τεθῆναι δι' Ἣραν, ὅτι μόνος Ἡρακλεῖ τῶν ἄλλων συμμαχούντων ὅτε τὴν ὕδραν ἀνῄρει, ἐκ τῆς λίμνης ἐκπηδήσας ἔδακεν αὐτοῦ τὸν πόδα, καθάπερ φησὶ Πανύασις ἐν Ἡρακλείᾳ· θυμωθεὶς δ' ὁ Ἡρακλῆς δοκεῖ τῷ ποδὶ συνθλάσαι αὐτόν, ὅθεν μεγάλης τιμῆς τετύχηκε καταριθμούμενος ἐν τοῖς ιβ ζῳδίοις.
Καλοῦνται δέ τινες αὐτῶν ἀστέρες Ὂνοι, οὓς Διόνυσος ἀνήγαγεν εἰς τὰ ἄστρα. ἔστι δὲ αὐτοῖς καὶ Φάτνη παράσημον· ἡ δὲ τούτων ἱστορία αὕτη· Ὂνων καὶ Φάτνης. Ὃτε ἐπὶ Γίγαντας ἐστρατεύοντο οἱ Θεοί, λέγεται Διόνυσον καὶ Ἣφαιστον καὶ Σατύρους ἐπὶ ὄνων πορεύεσθαι· οὔπω δὲ ἑωραμένων αὐτοῖς τῶν Γιγάντων πλησίον ὄντες ὠγκήθησαν οἱ ὄνοι, οἱ δὲ Γίγαντες ἀκούσαντες τὴν φωνὴν ἔφυγον· διὸ ἐτιμήθησαν ἐν τῷ Καρκίνῳ εἶναι ἐπὶ δυσμάς.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,11

Επιστημονική Φαντασία: Το «ό,τι καλύτερο» και «ό,τι χειρότερο» στη σύγχρονη Λογοτεχνία

Η «Science Finction», ή επί το Ελληνικότερον «Επιστημονική Φαντασία»” αποτελεί μία περίεργη δισυπόστατη οντότητα μέσα στο χώρο της λογοτεχνικής σκηνής του αιώνα. Η μία της υπόσταση δεν είναι άλλη από τη Φαντασία με την έννοια της σύλληψης και έκφρασης ιδεών και υποθετικών γεγονότων που αναμφίβολα κινούνται μέσα στο χώρο του μη-πραγματικού («φανταστικού»). Η δεύτερη υπόστασή της, είναι η «επιστημονική» της φύση, που δεν είναι παρά μία επιστημονική θα λέγαμε επεξήγηση ή δικαιολόγηση, των όσων το μυαλό του συγγραφέα συλλαμβάνει και απλώνει πάνω στο χαρτί. Από την μία λοιπόν, μέσα στα διηγήματα της Επιστημονικής Φαντασίας βλέπουμε να συμβαίνουν γεγονότα και ιστορίες, που με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά ή αποδεκτά από τον τρέχοντα ρασιοναλισμό, που οπωσδήποτε μαρκάρει ανεξίτηλα τις οικείες μας – «δυτικού τύπου» (όπως τις αποκαλούνε αυθαίρετα) - κοινωνίες μας. Από την άλλη μεριά πάλι, αυτά τα αδιανόητα, παράξενα γεγονότα έρχονται να εξηγηθούνε «επαρκώς» με έναν επιστημονικοφανή τρόπο και να περάσουν ως απόλυτα φυσιολογικά, από τη στιγμή που θα κάνουμε πιστευτή ή αποδεκτή μία υποθετική εξέλιξη στις κατακτήσεις της Επιστήμης (που, συνήθως, απέχει πολύ από τα ισχύοντα στις ημέρες μας πράγματα). Συνεπώς, η Επιστημονική Φαντασία γεννιέται και ζει πάνω στην άγραφη συμφωνία ανάμεσα στο συγγραφέα και στο κοινό του για την αποδοχή αυτής ακριβώς της επιστημονικοφανούς εξέλιξης των προγραφομένων κοινωνιών, ώστε το μυθιστόρημα να μπορέσει από εκεί και ύστερα να εξελιχθεί άνετα κι αποτελεσματικά.

Αν θέλουμε ν’ αναζητήσουμε την προϊστορία του φαινομένου, θα βρούμε εύκολα στοιχεία Επιστημονικής Φαντασίας διάσπαρτα στις κουλτούρες μίας σειράς από λαούς της προχριστιανικής περιόδου, δηλαδή σε Έλληνες, Κινέζους, Ασσύριους κ.ά. ανάμεικτα βέβαια πάντοτε με θρησκευτικο-εθνικούς θρύλους. Μετά τη μεγάλη αστρολογική «ανακάλυψη» (κάτι που όμως είχε ήδη διατυπωθεί από τους Έλληνες της Αρχαιότητας) των Αναγεννησιακών της Ευρώπης για τον ηλιοκεντρισμό του πλανητικού μας συστήματος τα μυαλά μίας σειράς πρωτοπόρων απογειώθηκαν κανονικά, βάζοντας τα πρώτα θεμέλια του προδρόμου «εκείνου» που σήμερα γνωρίζουμε. Η ολοκλήρωση ήρθε μετά από το μπουμ του Ουτοπισμού και τη Βιομηχανική Επανάσταση που εγκαινίασε τους καιρούς που γέννησαν με τη σειρά τους τον ζοφερό εικοστό αιώνα. Εκείνο που περνούσε φευγαλέα στην προχριστιανική λογοτεχνία με εκπληκτικά για την εποχή διηγήματα (όπως λ.χ. ο «Ικαρομένιππος» του Λουκιανού, όπου ο πρωταγωνιστής ξεκινάει ταξίδι προς την σελήνη!!), στη διάρκεια του μεσοπολέμου εκρήγνυται, δημιουργώντας πια ένα λογοτεχνικό «συμβάν».

Η Επιστημονική Φαντασία, ακολούθησε μία σταδιοδρομία ανάλογη με εκείνη των πολύ γνωστών σχεδιοϊστοριών (γνωστότερων ως comics). Γεννήθηκαν σα μαζικό φαινόμενο από την αστική ανία των δυτικών κοινωνιών, από τη γόνιμη μήτρα που σχημάτιζαν μία σειρά από προικισμένα μυαλά ενός μειοψηφικού ποσοστού γόνων της αστικής τάξης. Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου είδους πατρότητας, υπήρξε το άγριο καπέλωμα της Επιστημονικής Φαντασίας από την κυρίαρχη ιδεολογία, προωθώντας τα αστικοχριστιανικά κλισέ τού «καλού» και του «κακού» ήρωα, την ηθική, πολιτική και κοινωνική δικαίωση των κατεστημένων δομών και όλα τα σχετικά, με αποτέλεσμα να ξεπέσει σύντομα (τουλάχιστον ένα σεβαστό αριθμητικά κομμάτι της) στην υποκουλτούρα και την παραφιλολογία. Η «λογοτεχνία» που το φτηνιάρικο αστικό μοντέλο Επιστημονικής Φαντασίας γέννησε, αποτελείτο από κακοδοσμένες περιπέτειες διαστήματος, συναντήσεις με απίθανα τέρατα και φυσικούς κινδύνους, μάχες με εξωγήινους και τα σχετικά. Όλη η μπούρδα της πρακτορικοαστυνομικής παραφιλολογίας, εδώ απλώς με διαστημικό περιτύλιγμα.

Η περίοδος μετά τον τελευταίο πόλεμο πάντως, δημιούργησε εντυπωσιακές αναστατώσεις σε τομείς όπως Φανταστική Λογοτεχνία, Κόμικς, Κουλτούρα νεολαίας κ.λ.π. Στον χώρο των Κόμικς και της Επιστημονικής Φαντασίας, κάνουνε την εμφάνισή τους ριζοσπάστες δημιουργοί και συγγραφείς που καταφέρνουνε να μεταφέρουνε αποτελεσματικά στο χώρο δουλειάς τους τις αντιφάσεις του συστήματος, την αντιδραστικότητα των κυρίαρχων δομών και το όραμα ενός ονειρεμένου κόσμου απαλλαγμένου από τα κοινωνικοπολιτικά νοσήματα του παρόντος. Το σύστημα χάνει μία ακόμα μάχη στον πόλεμο για την μονοπώληση του δυναμικών των Mass Media.

Η προοδευτική τάση μέσα στην Επιστημονικά Φαντασία, χάρισε στην ανθρωπότητα μία σειρά από αριστουργήματα: «Εμείς» (Ζαμιάτιν), «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» (Άλντους Χάξλεϋ), «1984» (Τζώρτζ Όργουελ), «Γυναίκες στην Άκρη του Χρόνου» (Μαρτζ Πήρσυ), «Ο Πλανήτης των Αμαζόνων» (Μαρκ Ρέϋνολντς), «Σοκγουέηβ Ράϊντερ» (Τζων Μπρούνερ), «Το Νεφέλωμα της Ανδρομέδας» (Ιβάν Εφραίμοφ), «Οι Πράκτορες του Χάους» (Σπίραντα), κ.α.

Στη νέα αυτή φάση της Επιστημονικής Φαντασίας, που ενισχύθηκε υπερβολικά (όπως και έγινε επίσης με τα Κόμικς), ύστερα από το άλμα της ριζοσπαστικής φαντασίας στη δεκαετία του ‘60, ερχόμαστε τώρα αντιμέτωποι με γραφόμενα που απέχουν έτη κι έτη φωτός μακριά από εκείνα τα «θεαματικά», κακοσουλουπωμένα «λογοτεχνήματα» που βλαστήσανε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα. Στο γνωστό «The Dispossessed» η Ούρσουλα Λε Γκουίν γράφει πράγματα όπως αυτά που ακολουθούν: «Κοίταξε, δεν ήτανε ο Όντο που είχε πει ότι όπου υπάρχει ιδιοκτησία, υπάρχει και κλοπή;… Και ότι αν θες να φτιάξεις εγκληματικότητα, δεν έχεις παρά να δημιουργήσεις απαγορεύσεις…» «Κανείς μας δεν έχει στην ιδιοκτησία του κάτι που να μπορεί να του κλαπεί. Ό,τι θέλουμε το παίρνουμε από τις κοινές αποθήκες. Όσο για τη βία… τι να σού πω. Θα με σκότωνες ποτέ σου; Και αν τέλος πάντων ήθελες να με σκοτώσεις, θα σε σταμάταγε άραγε ένας κάποιος τάδε νόμος; Ο εξαναγκασμός αποτελεί το λιγότερο αποτελεσματικό μέσο εξασφάλισης αυτού που λέμε τάξη…».

Η προοδευτική Επιστημονική Φαντασία στη δεκαετία του 80 του 90 και του 2000-2019 αλλά και σε εκείνη που θα ακολουθήσει, καλείται να παίξει έναν πολύ δύσκολο ρόλο έκφρασης με έναν αξιόλογο τρόπο των φουτουριστικών φαντασιώσεων της ανθρωπότητας, δίχως όμως να γλιστρήσει πάνω στη βλέννα του ολισθηρού σοκακιού που η σκέψη του τεχνοολοκληρωτισμού χαράζει. Διανύουμε εποχές που κάθε εκφραστικό μέσο του καθημερινού ανθρώπου είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που θα λέγαμε «ουδέτερο» Ζούμε στις εποχές του μαύρου / άσπρου. Της μίας ή της άλλης όχθης. Η Επιστημονική Φαντασία οφείλει να εξοικειώνει ολοένα και περισσότερο το κοινό της με το συνεχώς μετατρεπόμενο προς περισσότερο πολύπλοκες μορφές, τεχνολογικό περιβάλλον, αντίθετα από την αντίστοιχη υποκουλτούρα, που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση κάποιων νέων μορφών αγκυλωμένου συλλογικού υποσυνείδητου στημένες πάνω στο Θέαμα, τον τρόμο και τους κάθε είδους διαχωρισμούς. Οφείλει να ασκεί κοινωνική κριτική του παλιού κόσμου και να δημιουργεί εναλλακτικές προτάσεις ενός, έστω και εξεζητημένου ως σύλληψη, ξεπεράσματος των υπαρχουσών σχέσεων και δομών. Οφείλει να μένει πάντοτε κεντραρισμένη πάνω στον άνθρωπο, την επικοινωνία, τις ανθρώπινες αξίες και τις (πανανθρώπινες) ψυχολογικές καταστάσεις, προσπαθώντας να χαρτογραφήσει τις νέες πορείες της ανθρωπότητας μέσα σε θετικά ή αρνητικά «μελλοντικά» περιβάλλοντα, δημιουργώντας έτσι ολοκληρωμένες αναλύσεις ανθρωπίνων χαρακτήρων και κοινωνικώς σχέσεων αντί να εμπορεύεται τσουβαληδόν «εντυπωσιασμούς» από κακοθεαματικά ντεκόρ και υπερφυσικές αναγωγές. Οφείλει να δρα ως ειδοποιός λόγος, προβλέποντας και προειδοποιώντας, πάντοτε σύμφωνα με τα παρόντα δεδομένα και μετά από σοβαρότητα και υπεύθυνη ανάλυση. Ένας συγγραφέας της σειράς δεν μπορεί παρά να μεταφέρει απλώς στο μέλλον τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις και τάσεις μέσα στις «δυτικές» κοινωνίες, κάνοντας τελικά τίποτα περισσότερο από το να επεκτείνει την παρούσα ηλιθιότητα και αντιφατικότητα των κοινωνιών «μας» στο υποτιθέμενο απώτερο μέλλον, ντύνοντάς τες απλώς με κοστούμια διαστημικά ή μετά-καταστροφικά. Οι κοινωνίες μεταφέρονται αυτούσιες σ’ ένα εξελιγμένο υπέρ το δέον περιβάλλον για να κυλήσει η ιστορία και να βγει το βιβλίο και να τυπωθεί το βιβλίο και να διαφημισθεί το βιβλίο και να καταναλωθεί το βιβλίο και πάει και τελείωσε. Αυτό ήταν όλο; η κοινωνία ποτέ δεν αλλάζει. Η τεχνολογία όμως ποτέ δεν μένει στατική. Το «Απόλυτο Όνειρο του Τέλειου Αστού», εδώ χώνεται ανάμεσα στα εξώφυλλα ενός βιβλίου μεγάλου τιράζ και πουλιέται στους καταναλωτές του σαν λογοτεχνική ιδέα.

Βρισκόμαστε στο έμπα της δεκαετίας του 2020 και η ανθρώπινη Φαντασία ήδη προ πολλού έχει αρχίσει να οργιάζει και περισσότερο από όσο συνήθιζε μέχρι σήμερα. Ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της αποτελεί και εκείνο που έχει ήδη οριστεί ως Επιστημονική Φαντασία και που στα πολύ γρήγορα «περάσαμε» σε τούτο εδώ το κείμενο. Την Επιστημονική Φαντασία που αναντίρρητα αποτελεί το «Ό,τι καλύτερο» και «Ό,τι χειρότερο» της σύγχρονης λογοτεχνίας και ελπίζω να συμφωνήσετε μαζί μου πάνω στο «γιατί». Αποτελώντας κομμάτι του μεγάλου λογοτεχνικού κόσμου, η Επιστημονική Φαντασία δεν μπορεί να ξεφύγει από την ενιαία στρατηγική, που η υπόθεση Λογοτεχνία οφείλει ν’ ακολουθήσει σε καιρούς που απλώς εκκολάπτουν μέλλουσες ανακατατάξεις και πολιτισμικές αναστατώσεις. Σε καιρούς σαν και αυτούς της δεκαετίας που έρχεται. Και αυτή η στρατηγική θα είναι ξεκάθαρη και σταράτη: απελευθέρωση ή έλεγχος, άγνοια ή συνειδητότητα, αλλαγή ή νορμαλισμός, και πάει λέγοντας.

Η Νέα Φαντασία θα είναι Σαρωτική σπρώχνοντας τις καταστάσεις στα όρια της θραύσης ή ακόμα μακρύτερα. Θα είναι Δίχως Όνομα, αρνούμενη να κλεισθεί στις ασφυκτικές ετικέτες. Θ’ αποτελεί την Επώαση. Θ’ αποτελεί το Λυκαυγές…