Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (734-782)

ΤΡΟΦΟΣ
Αἴγισθον ἡ κρατοῦσα τοῖς ξένοις καλεῖν
735 ὅπως τάχιστ᾽ ἄνωγεν, ὡς σαφέστερον
ἀνὴρ ἀπ᾽ ἀνδρὸς τὴν νεάγγελτον φάτιν
ἐλθὼν πύθηται· τὴν δὲ πρὸς μὲν οἰκέτας
θέτο σκυθρωπόν, ἐντὸς ὀμμάτων γέλων
κεύθουσ᾽ ἐπ᾽ ἔργοις διαπεπραγμένοις καλῶς
740 κείνῃ—δόμοις δὲ τοῖσδε παγκάκως ἔχει,
φήμης ὕφ᾽, ἧς ἤγγειλαν οἱ ξένοι τορῶς.
ἦ δὴ κλύων ἐκεῖνος εὐφρανεῖ νόον,
εὖτ᾽ ἂν πύθηται μῦθον. ὦ τάλαιν᾽ ἐγώ·
ὥς μοι τὰ μὲν παλαιὰ συγκεκραμένα
745 ἄλγη δύσοιστα τοῖσδ᾽ ἐν Ἀτρέως δόμοις
τυχόντ᾽ ἐμὴν ἤλγυνεν ἐν στέρνοις φρένα,
ἀλλ᾽ οὔτι πω τοιόνδε πῆμ᾽ ἀνεσχόμην.
τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τλημόνως ἤντλουν κακά·
φίλον δ᾽ Ὀρέστην, τῆς ἐμῆς ψυχῆς τριβήν,
750 ὃν ἐξέθρεψα μητρόθεν δεδεγμένη
καὶ νυκτιπλάγκτων ὀρθίων κελευμάτων
καὶ πολλὰ καὶ μοχθήρ᾽ ἀνωφέλητ᾽ ἐμοὶ
τλάσῃ—τὸ μὴ φρονοῦν γὰρ ὡσπερεὶ βοτὸν
τρέφειν ἀνάγκη, πῶς γὰρ οὔ; τρόπῳ φρενός·
755 οὐ γάρ τι φωνεῖ παῖς ἔτ᾽ ὢν ἐν σπαργάνοις,
εἰ λιμός, ἢ δίψη τις, ἢ λιψουρία
ἔχει· νέα δὲ νηδὺς αὐτάρκης τέκνων.
τούτων πρόμαντις οὖσα, πολλὰ δ᾽, οἴομαι,
ψευσθεῖσα, παιδὸς σπαργάνων φαιδρύντρια—
760 κναφεὺς τροφεύς τε ταὐτὸν εἰχέτην τέλος.
ἐγὼ διπλᾶς δὲ τάσδε χειρωναξίας
ἔχουσ᾽ Ὀρέστην ἐξεδεξάμην πατρί·
τεθνηκότος δὲ νῦν τάλαινα πεύθομαι.
στείχω δ᾽ ἐπ᾽ ἄνδρα τῶνδε λυμαντήριον
765 οἴκων, θέλων δὲ τόνδε πεύσεται λόγον.
ΧΟ. πῶς οὖν κελεύει νιν μολεῖν ἐσταλμένον;
ΤΡ. ἦ πῶς; λέγ᾽ αὖθις, ὡς μάθω σαφέστερον.
ΧΟ. εἰ ξὺν λοχίταις εἴτε καὶ μονοστιβῆ.
ΤΡ. ἄγειν κελεύει δορυφόρους ὀπάονας.
770 ΧΟ. μή νυν σὺ ταῦτ᾽ ἄγγελλε δεσπότου στύγει·
ἀλλ᾽ αὐτὸν ἐλθεῖν, ὡς ἀδειμάντων κλύῃ,
ἄνωχθ᾽ ὅσον τάχιστα, γαθούσῃ φρενί.
ἐν ἀγγέλῳ γὰρ κυπτὸς ὀρθοῦται λόγος.
ΤΡ. ἀλλ᾽ ἦ φρονεῖς εὖ τοῖσι νῦν ἠγγελμένοις;
775 ΧΟ. ἀλλ᾽ εἰ τροπαίαν Ζεὺς κακῶν θήσει ποτέ;
ΤΡ. καὶ πῶς; Ὀρέστης ἐλπὶς οἴχεται δόμων.
ΧΟ. οὔπω· κακός γε μάντις ἂν γνοίη τάδε.
ΤΡ. τί φῄς; ἔχεις τι τῶν λελεγμένων δίχα;
ΧΟ. ἄγγελλ᾽ ἰοῦσα, πρᾶσσε τἀπεσταλμένα.
780 μέλει θεοῖσιν ὧνπερ ἂν μέλῃ πέρι.
ΤΡ. ἀλλ᾽ εἶμι καὶ σοῖς ταῦτα πείσομαι λόγοις.
γένοιτο δ᾽ ὡς ἄριστα σὺν θεῶν δόσει.

***
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Τον Αίγιστο η βασίλισσα πρόσταξε αμέσως
να τρέξω για τους ξένους που ήρθαν να καλέσω
κι άντρας απ᾽ άντρα νά ᾽ρθει ο ίδιος να εξετάσει
πιο καθαρά το νέο το μήνυμα που φέραν.
Και μπρος στους δούλους έκανε τη λυπημένη,
μα μέσα κρύβανε τα μάτια τη χαρά της,
γιατ᾽ όλα στο καλύτερο βγήκαν για κείνη,
740 ενώ τα σπίτια αυτά κακήν του κακού πάνε
με τα σωστά που φέρανε μαντάτα οι ξένοι.
Α, πώς θα ευφράνει βέβαια τη ψυχή του εκείνος
σα μάθει αυτή την είδηση· ω αλίμονό μου,
πόσο οι παλιές και τόσες συμφορές, που ετύχαν
αβάσταγες μες στα παλάτια αυτά του Ατρέα,
μου σπάραζαν τα σωθικά μέσα στα στήθια!
μα άλλη μια τέτοια δε δοκίμασα ως τα τώρα
γιατί με υπομονή τα τράβηξα όλα τ ᾽άλλα·
μα τον Ορέστη μου, την έγνοια της ψυχής μου,
750 π᾽ από μάνας κοιλιά δέχτηκα κι έθρεψά τον —
πόσα ξενύχτια ορθή στο πόδι απ᾽ τις φωνές του
και πόσα βάσανα ανωφέλευτα για μένα
δεν πέρασα! γιατί, σα δεν αιστάνεται, είναι
σαν κουτάβι, που πρέπει με το νου να βρίσκεις
ό,τι χρειάζεται, και μες στα σπάργανά του
το βρέφος δε μιλά για να σου πει αν έχει
ή πείνα ή δίψα ή άλλη προς νερού του ανάγκη,
μα μόνη της δουλεύεται η κοιλιά του βρέφου.
Κι έπρεπε μάντης να ᾽μουνα, μα πάντα βέβαια
γελιόμουν και πολλές φορές κι ανάγκη τότε
760 να ᾽πλυνα τα σκουτιά, η ίδια πλύστρα και βάγια,
και μ᾽ αυτές που είχα πάνω τις διπλές τέχνες
του ανάλαβα του βασιλιά μας τον Ορέστη·
τώρα μαθαίνω η άμοιρη το θάνατό του,
και πάω να ᾽βρω αυτόν πὄχει ρημάξει τούτα
τα σπίτια· αχ, τί χαρά θα κάμει σαν τ᾽ ακούσει.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Και πώς του παραγγέλνει να ᾽ρθει ετοιμασμένος;
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Τί πώς; ξηγήσου πιο καλά, να καταλάβω.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Με τη φρουρά του, ή δίχως συνοδειά, μονάχος;
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Μ᾽ όλους μαζί του τους φρουρούς αρματωμένος.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
770 Λοιπόν αυτό μην του το πεις, αν του ᾽χεις έχθρα,
μα να ᾽ρθει μόνος, μη τυχόν και τον τρομάξεις,
πες του έτσι, όσο πιο γρήγορα, με φαιδρήν όψη·
στο χέρι σου είναι, κρυφό σχέδιο να πετύχει.
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Μα είσαι στο νου σου; ύστερ᾽ από τέτοια νέα…
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Μ᾽ αν στρέψει πια των συμφορών ο Δίας το ρέμα;
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Και πώς; ο Ορέστης, των σπιτιών η ελπίδα, πάει.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Ακόμα· όποιος το πει, κακός θενα ήταν μάντης.
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Τί λες; απ᾽ όσα ακούσαμε μη ξέρεις άλλα;
ΚΟΡΥΦΑΙΑ
Πήγαινε, κάνε τις παραγγελιές που πήρες
780 και γνοιάζονται οι θεοί για ό,τι ᾽ναι να γνοιαστούνε.
ΒΥΖΑΣΤΡΑ
Πηγαίνω κι έτσι καθώς μου ᾽πες θενα κάμω
κι ας δώσει ο θεός ό,τι ᾽ναι πιο καλό να γίνει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Σε έναν πίνακα του κουβανού καλλιτέχνη Pedro Alvarez με τίτλο Το τέλος του embargo (1997), ένα μεγάλο αμερικάνικο αυτοκίνητο μπλε χρώματος, στο κέντρο του πίνακα και σε σχετική συμφωνία με τον μπλε ουρανό, περνάει από μια φτωχογειτονιά της Αβάνας. Μέσα στο αυτοκίνητο και δίπλα σε αυτό κάθονται ιθαγενείς, ντόπιοι, με τις τοπικές ενδυμασίες οι άνδρες, με τα ρούχα των αποικιοκρατών οι γυναίκες. Μπροστά από το μεγάλο αυτοκίνητο ένα παιδί οδηγεί ένα παιδικό αμερικάνικο κόκκινο αυτοκίνητο, ενώ ένας κύριος που θυμίζει βενζινοπώλη βγαλμένο από αμερικάνικη ταινία. Δίπλα στο αυτοκίνητο στέκεται και κοιτάζει τον θεατή η πολύ γνωστή και φιλική φυσιογνωμία του Μίκυ Μάους, ενώ ένας ιππότης σηκώνει ψηλά το ιερό δισκοπότηρο προσφέροντάς το, προφανώς τη θεία κοινωνία, σε δύο γυναίκες, η μία κρατά ένα μωρό στο χέρι της. Στον πίνακα συνυπάρχουν οι «μύθοι» της δυτικής κοινωνίας, ο Μίκυ και οι ιππότες της στρογγυλής τράπεζας που αναζητούσαν το ιερό γκράαλ, το ιερό δισκοπότηρο, καθώς και ο νέος μύθος της ευημερίας, ο οποίος καταφέρνει να «χώσει» τους πάντες στο ίδιο ιδεολογικό καζάνι -το ντόπιο στοιχείο μένει ως φολκλόρ. Ακόμη και τα χρώματα του πίνακα, το μπλε και το κόκκινο, παραπέμπουν στην κουβανέζικη σημαία, που υπάρχει στον πίνακα, όμως το ιδεολογικό πλαίσιο του έργου ανασύρει στη σκέψη την όμοια χρωματικά αμερικάνικη σημαία. Εξάλλου, ο τίτλος δημιουργεί μια αισιοδοξία: τελείωσε το εμπάργκο, τώρα τα προϊόντα θα εισάγονται σωρηδόν, οι πολίτες θα βιώσουν το όνειρο των δυτικών κοινωνιών.
 
Την ίδια χρονιά ένας νιγηριανός ζωγράφος, ο Yinka Shonibare, είχε απεικονίσει έναν μαύρο με την επίσημη ενδυμασία και με την χαρακτηριστική περούκα ενός αποικιοκράτη του 19ου αι., να στήνεται περήφανα μέσα σε ένα περιβάλλον που αποπνέει πολυτέλεια, μιμούμενος ένα στυλ.
 
Και τα δύο έργα αποτελούν ένα σχόλιο για την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της σύμμειξης αλλά όχι αφομοιωτικής αλληλεπίδρασης πολιτισμών, για την παγκοσμιοποίηση με την έννοια της επικυριαρχίας του οικονομικά ισχυρού και των συμβόλων του και, τελικά, την κυριαρχία ενός πολιτισμικού ολοκληρωτισμού και μιας ομογενοποιημένης καλλιτεχνικής γλώσσας που οροθετεί δυτικότροπα την ταυτότητα του άλλου, υπονομεύοντας την ουσία του πολυπολιτισμικού και καθιστώντας δύσκολη -ελπίζουμε όχι αδύνατη- την επιβίωση και την έκφραση οποιασδήποτε πνευματικής «μειονότητας», προϋπόθεση και ζητούμενο κάθε δημοκρατίας. Η «τσαγιέρα» μέσα στην οποία λιώνουν διαλεκτικά οι πολιτισμοί φαίνεται να υπερθερμαίνεται από τη βεβαιότητα της ανωτερότητας του ενός έναντι του άλλου. Η κυριαρχία από ιδεολογική έγινε πολιτισμική.
 
Απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη τέχνη στέκεται η παγκόσμια τέχνη, η οικουμενικότητα της τέχνης, όπως τη γνωρίζουμε μέσα από τα έργα των ιμπρεσιονιστών, των φωβιστών, των εξπρεσιονιστών, των καλλιτεχνών του μοντερνισμού, που πειραματίστηκαν με ένα ευρύτατο φάσμα «πρωτόγονων» και «εξωτικών» μορφών και ανανέωσαν ή απελευθερώθηκαν, χάρη στις επιδράσεις που δέχτηκαν, από τα δεσμά της κλασικής παράδοσης, την οποία νωρίτερα, από την Αναγέννηση και μετά, οι καλλιτέχνες είχαν αφομοιώσει ποικιλοτρόπως μέσα από τη μελέτη αλλά και το ελεύθερο παιχνίδι και τις ανάγκες των διαφόρων εποχών που ανακατανέμουν, επανερμηνεύουν, ανακαλύπτουν και επανακαλύπτουν. Και είναι, βέβαια, ενδιαφέρον ότι τα «αλλότρια» στοιχεία (πρώτα από την Ελλάδα, αργότερα από την Αφρική, την Ιαπωνία, την Κίνα, τις λεγόμενες πρωτόγονες αλτερνατίβες) αφομοιώθηκαν τόσο που δεν αναγνωρίζονται πια ως ετερότητα αλλά ως ίδιον στοιχείο του ευρωπαϊκού, δυτικού πολιτισμού που τα εγκολπώθηκε. «Στην πραγματικότητα -παρατηρούν οι ιστορικοί της τέχνης Χιού Χόνορ και Τζον Φλέμινγκ-, η ιστορία της μοντέρνας τέχνης στη Δύση είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι το συνειδητοποιούμε συνήθως η ιστορία της απελευθερωτικής και ζωογόνας επίδρασης που είχαν τα διαδοχικά κύματα ανακάλυψης από τους Δυτικούς της τέχνης άλλων πολιτισμών».
 
Τέχνη, λοιπόν, παγκοσμιοποιημένη και «επι-βλητική» από τη μια, τέχνη παγκόσμια και οικουμενική, αφομοιωτική και διαδραστική, όπως ακριβώς είχε αποκαλυφθεί και μέσα από το αφιέρωμα που διοργανώθηκε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας 2001-2004. Το αφιέρωμα συνοδευόταν από ένα βιβλίο-κατάλογο που εκδόθηκε με αφορμή την εκδήλωση αυτή και περιλαμβάνει μελέτες ιστορικού περιεχομένου, που διακρίνονται για τη συστηματικότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών τους όσον αφορά τη συχνότητα προσέγγισης και επανερμηνείας ενός μύθου ή μιας φιγούρας από τους μυθικούς κύκλους, την κινηματογράφηση θεατρικών παραστάσεων, την «αφήγηση» των μύθων από την τέχνη του χορού κ.ά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο εξαιρετικά μελετήματα για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, των Françoise Letoublon και Caroline Eades η πρώτη, της Sylvie Rollet η δεύτερη, που μας προσφέρουν μιαν ανάλυση του έργου του έλληνα κινηματογραφιστή, έχοντας ως αποκλειστικό σημειολογικό κλειδί την ελληνική μυθολογία.
 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περισσότερο θεωρητικές μελέτες που επιχειρούν να απαντήσουν σε βασικά ερωτήματα, όπως:
 
Γιατί σκηνοθέτες από διάφορα πολιτισμικά σύνολα προσεγγίζουν τους μύθους;
Ποιες συνθήκες προκαλούν την επαναφήγηση;
Με ποιον τρόπο και με ποια μέσα αποδομείται και αναδομείται μια μυθική αφήγηση;
 
Τι προκύπτει από το αφιέρωμα αλλά και από τον τόμο; Ότι η ελληνική μυθολογία, όπως τη γνωρίζουμε από τις πηγές, ότι η Μήδεια, ο Οιδίποδας, οι Ατρείδες, ο Οδυσσέας, η Ιοκάστη, ο Ηρακλής, η Πηνελόπη, η Ηλέκτρα, η Κλυταιμνήστρα και άλλοι ήρωες της μυθολογίας αποτελούν ένα στέρεο και γνώριμο έδαφος για να μιλήσει κανείς για τα μεγάλα ερωτηματικά της ύπαρξης, που τίθενται στον άνθρωπο ανεξάρτητα από τον χωροχρόνο που αναλογεί στον καθένα. Από αυτή την άποψη, θα έβλεπα ως πολύ ενδιαφέρουσες τις ταινίες που δεν αποκαλύπτουν ευθύς εξαρχής, ή και καθόλου, τις μυθολογικές καταβολές τους, ακριβώς γιατί το μυθολογικό υπόβαθρο χρησιμοποιείται μόνο ως δομή (ενδεικτικά αναφέρομαι στις ταινίες Vertigo του Χίτσκοκ, Ο φυγάς του Sydney Lumet, Η περιφρόνηση του Godard, Τα μακρινά αστέρια της άρκτου του Visconti, Blade Runner του Ridley Scott, The Matrix των A.&L. Wachovsky). Οι επιλογές αυτές αποτελούν μια πρόκληση για τον θεατή αφενός να σκεφτεί δομικά, αφετέρου να αναγνώσει την προσέγγιση του σκηνοθέτη μέσα στα χωροχρονικά πλαίσια που προκάλεσαν την αναμόχλευση. Για παράδειγμα, ποια ήταν η πρόθεση του Παζολίνι, όταν γυρνούσε την Ορέστεια; Και τι ακριβώς περιμένει να δει ο θεατής; Στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι ο Ιταλός στοχαστής επιχείρησε να προσεγγίσει «το πέρασμα της Αφρικής από ένα αποικιοκρατικό και φεουδαρχικό καθεστώς του παρελθόντος στην ανεξαρτησία και τον εκδημοκρατισμό της δεκαετίας του '60» μέσα από την Ορέστεια, γιατί θεωρούσε ότι υπήρχαν αναλογίες «με το αντίστοιχο πέρασμα από το καθεστώς της βαρβαρότητας και της τυραννίας σ' εκείνο της δημοκρατίας».
 
Η ελληνική μυθολογία, έστω και μέσα από την αποδόμησή της, συνέχει την τέχνη και τη διατρέχει, τις εικαστικές τέχνες, την πεζογραφία και την ποίηση, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Και θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι ακριβώς η συνύπαρξη του κλασικού (μυθολογία) με το νέο (ερμηνεία), ενός χρόνου «ακίνητου» και ενός σε κίνηση, καθιστούν τα έργα αυτά μοντέρνα ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς είχε ορίσει το μοντέρνο ο Baudelaire. Και ακριβώς αυτή η συνάντηση του γνωστού με την απροσδόκητη, καινούρια, φρέσκια κάθε φορά ματιά του κάθε καλλιτέχνη προσδίδει ένα συναίσθημα ελπίδας και αισιοδοξίας, ότι υπάρχει έδαφος συνάντησης, επικοινωνίας, προβληματισμού, αισθητικής απόλαυσης σε ένα επίπεδο οικουμενικό, αποδοχής και υποδοχής του ιδιαίτερου τοπικού σ' ένα κοινό υπόβαθρο.
 
Συμπέρασμα και τελική επισήμανση: Πώς μελετούμε και πώς διδάσκουμε μυθολογία; Με ποια πρόθεση και με ποιο σκοπό; Να δούμε τις επιδράσεις της μυθολογίας, τις δυνατότητες μετασχηματισμού του μύθου, την «παροντικότητά» του; Ή να γνωρίσουμε την αρχαία ελληνική μυθολογία αυτή καθαυτή, δηλαδή εν τόπω και χρόνω; Οι προθέσεις και οι σκοποί καθορίζουν τη μέθοδο. Διαφορετικά γινόμαστε καταναλωτές μιας παγκοσμιοποιημένης μυθολογίας, κατασκευασμένης με τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κατασκευαστών.

Τα άγνωστα κύπελλα με τους σκελετούς και τις Επικούριες επιγραφές

Δύο άγνωστά σε πολλούς αργυρά κύπελλα από τον θησαυρό του Boscoreale (Νάπολη, Ιταλία) χρονολογημένα στις αρχές του 1ου αι. μ.Χ., αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της Επικούριας φιλοσοφίας, και της διάδοσης της στον Ρωμαϊκό κόσμο.

Στα κύπελα αυτά προορίζονταν για οινοποσία απεικονίζονται σκελετοί με διάφορες επιγραφές. Οι χρήστες των κυπέλλων έπιναν στα συμπόσια θυμίζοντας στον εαυτό τους ότι η χαρά της ζωής διαρκεί σίγουρα τη στιγμή αυτή, διότι είναι αβέβαιο το μέλλον . Σε δύο από τα κύπελλα, οι σκελετοί αντιπροσωπεύουν διάσημους τραγωδούς και φιλοσόφους σε αλληγορικές δραστηριότητες, ενώ στις συνοδευτικές επιγραφές συνοψίζονται οι φιλοσοφικές τους αντιλήψεις.

Στο ένα κύπελλο βλέπουμε μια σκηνή της ζωής, όπως άλλωστε υποδηλώνεται από την επεξηγηματική επιγραφή: «σκηνὴ ὁ βίος». Οι άλλες επιγραφές αλλά και δύο ολόκληρες φράσεις «ζῶν μετάλαβε· τὸ γὰρ αὔριον ἄδηλον ἐστι ·και τέρπε ζῶν σεα[υ]τόν», εστιάζουν στη σαθρότητα της ζωής, η οποία μαραίνεται σαν το άνθος (ἄνθος), στη ματαιότητα και στην αυταπάτη της.

Η συσσώρευση του πλούτου προκαλεί φθόνο (φθόνοι) και βασανίζει την ψυχή – πεταλούδα (ψυχίον). Ούτε πάλι στην επιδίωξη της δόξας (δόξαι) και στην απόκτηση της σοφίας (σοφία) μπορεί να βρει καταφύγιο η προδιαγεγραμμένη θνητότητα.

Η προτροπή, ωστόσο, για τις επίγειες απολαύσεις (τέρψις) δεν εγγυάται και την αθανασία του ανθρώπου. Στο ένα κύπελλο απαντούν: οι τραγικοί ποιητές Σοφοκλής και Μοσχίων, του 5ου και 4ου αι. π.Χ. αντίστοιχα, και οι φιλόσοφοι του 4ου/3ου αι. π.Χ. Ζήνων ο Κιτιεύς και Επίκουρος.

Στο δεύτερο κύπελλο εικονίζονται: ο λυρικός ποιητής του 7ου αι. Αρχίλοχος ο Πάριος, ο τραγικός ποιητής του 5ου αι. Ευριπίδης, ο κωμικός ποιητής του 4ου/3ου αι. π.Χ. Μένανδρος, ο κυνικός φιλόσοφος του 4ου αι. π.Χ. Μόνιμος ο Συρακούσιος και πιθανότατα ο φιλόσοφος του 4ου/3ου αι. π.Χ. Δημήτριος ο Φαληρεύς. Η πλειονότητα των επιγραφών στα δύο κύπελλα, αυτούσιες ή με κάποιες παραλλαγές, προέρχονται από τα έργα των εικονιζόμενων προσώπων.

Η φράση, επίσης, του Επίκουρου (341 - 270 π.Χ.) «τὸ τέλος ἡδονή», στο ένα κύπελλο του Boscoreale υποδεικνύει πως η επιδίωξη της ηδονής θα πρέπει να διέπεται από φρόνηση. Και καθώς η ματαιότητα της ζωής δεν ακυρώνεται από τις ηδονές, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, θα πρέπει να επιλέγονται εκείνες που προκαλούν τον λιγότερο πόνο.

Η προτροπή, αντίθετα, «εὐφραίνου ὃν ζῆς χρόνον», στο δεύτερο κύπελλο εστιάζει στην εφημερική απόκτηση κάθε εμπειρίας και γνώσης και προτρέπει τη ζωή σε μια ατελείωτη απόλαυση. Η οργανική διάθεση του σώματος, που συνδέεται τώρα με την αυτονόμηση της ζωής από τους ηθικο - ιδεολογικούς και θρησκευτικούς προβληματισμούς του επέκεινα, τρέφεται εδώ από την εμπειρία των απολαύσεων και την υλιστική μεγιστοποίηση της ευτυχίας. Προβάλλει λοιπόν η ιδέα ενός ζώντος οργανισμού που η πλήρης ολοκλήρωσή του εξαρτάται αποκλειστικά από τα επίγεια πράγματα, ενώ ο τρόπος για να ακυρωθούν οι ανησυχίες της θνητότητας σχετίζεται με μια δεδηλωμένη βούληση εκκοσμίκευσης.

Μάλιστα, η βαθύτερη αγανάκτηση για την πιο άκαμπτη βεβαιότητα του βιωμένου κόσμου φτάνει μέχρι το σημείο να αποχαλινώσει έναν κυνικό αυτοσαρκασμό «εὐσεβοῦσ κύβαλα» και να εξυφαίνει την παρωδία του δράματος της ζωής (ζωή) – που συμβολίζεται με έναν πυρσό τον οποίο κρατούν αντίστοιχα σε κάθε κύπελλο ο Μοσχίων κι ο Μένανδρος– ακόμη και των επιθανάτιων τελετών, όπου ένας σκελετός προσφέρει χοές σ’ έναν δεύτερο που κείται στα πόδια του. Ένας τρίτος κρατά στα χέρια του ένα κρανίο και αποφαίνεται: «τοῦ τ’ ἄνθρωπος».

Κάποιοι κρατούν τραγικά προσωπεία και άλλοι επιδίδονται στη μουσική. Στα πόδια του Μενάνδρου βρίσκεται ένα θεατρικό προσωπείο με την επιγραφή σάτυροι. Η ιδέα του μακάβριου στοιχείου στα δύο κύπελλα φωτίζεται ακόμη περισσότερο από την καθημερινή πραγματικότητα του 1ου αι. π.Χ. - 1ου αι. μ.Χ., όπου η συμποσιακή συναναστροφή αποτελούσε αναπόσπαστο πολιτισμικό της στοιχείο.

Ο κατασκευαστής των δύο αντικειμένων βάζει στο στόμα των ποιητών και των φιλοσόφων που εικονίζονται στα δύο χρηστικά αντικείμενα τον επίσημο λόγο για τη διαχείριση της ηδονής και του σώματος. Η εικόνα βέβαια διαβάζεται ποικιλοτρόπως. Αφενός, δηλώνεται η αναμφισβήτητη αλήθεια της κοινής επίγειας προσωρινής παραμονής του ανθρώπινου γένους, διατυπωμένη από φωτισμένες μορφές της διανόησης, αφετέρου, ακόμη και αυτές οι μορφές υπέκυψαν τελικά στην αναπόφευκτη φθορά.

Μπορούμε να φανταστούμε τη χρήση αυτών των αντικειμένων, τα οποία αφορούν πιθανότατα συμποσιαστές, με τους συνδαιτυμόνες να απολαμβάνουν τις λεπτομέρειες της διακόσμησης. Η τελευταία ενθαρρύνει μια συζήτηση σχετική με το πέρας του βίου. Το κάθε κύπελλο μπορεί κανείς να το απολαύσει και μεμονωμένα. Ωστόσο, και τα δύο μαζί λειτουργούν σαφώς συμπληρωματικά, καθώς το ιδεολογικό τους μήνυμα προέρχεται από την αντιπαράθεσή τους.

Οι σκηνές τους υπενθυμίζουν τον επερχόμενο θάνατο και προβάλλουν το δίλημμα: ηδονοθηρική εγκοσμιότητα, όπου το βιολογικό αυτονομείται προς χάριν του ατομικού συμφέροντος και των σαρκικών απολαύσεων, ή πνευματικός αναστοχασμός προς μια «ποιοτικήδιαχείριση» του σώματος.

Η αναπαράσταση λοιπόν της σκελετώδους πραγματικότητας στα κύπελλα του Boscoreale, που αποτελεί την εικονογραφική μαρτυρία μιας κοινωνίας η οποία καλείται να επιλέξει μεταξύ ενός ασκητικού ιδεώδους και μιας θορυβώδους εκκοσμίκευσης, βάλλει επίσης με εύστοχο τρόπο, έμμεσα και αυτοσαρκαστικά, πιθανότατα κατά των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και των φιλοσόφων. Πλούτη και φιλόσοφοι πορεύονται ίσως εδώ παράλληλα και ενσαρκώνουν την επίγεια ματαιότητα.

Λιγότερες προσδοκίες, λιγότερες απογοητεύσεις

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια διαρκή αγωνία για το μέλλον. Βιάζονται να δουν τι θα γίνει αργότερα, μετά από μια εβδομάδα, μετά από ένα μήνα ή ένα χρόνο. Σχεδόν κανένας –και το «σχεδόν» κλείνει μέσα του ελάχιστες εξαιρέσεις– δεν απολαμβάνει τη στιγμή που ζει. Δεν αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητα του παρόντος, παρά μόνο όταν αυτό έχει πια παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Το σημαντικό είναι να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχουμε στο παρελθόν και σίγουρα όχι στο μέλλον. Η μόνη απτή στιγμή που διαθέτουμε είναι το παρόν. Γι’ αυτό και μόνο θα έπρεπε να σταματήσουμε να επιφορτίζουμε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε (κυρίως σε ό,τι αφορά τα προσωπικά μας) με σχέδια, προσδοκίες και τρελά σενάρια, που δεν κάνουν τίποτα άλλο πέρα απ’ το να καταστρέφουν μια σχέση -πολλές φορές πριν καλά-καλά αυτή αρχίσει.

Έχεις παρατηρήσει ποτέ ότι όταν θες κάτι πολύ να γίνει, όταν ανυπομονείς κι ασυναίσθητα στο μυαλό σου δημιουργείς ιστορίες για αγρίους, τότε είναι που τίποτα απ’ όσα ονειρευόσουν δε γίνεται; Μάλλον ακριβώς το αντίθετο σε σερβίρει η ζωή, να σε χορτάσει απογοητεύσεις.

Πριν βιαστείς να πεις «όχι», να σου πω πως δε θα σε πιστέψω, γιατί όλοι το έχουμε πάθει και δεν είναι δα και τόσο τρομερό. Ίσως απλά να σημαίνει κιόλας ότι δεν έπρεπε μια κατάσταση να προχωρήσει έτσι κι αλλιώς στη ζωή μας και να μας γλύτωσε από περιττά μπερδέματα. Επειδή, λοιπόν, όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση, εγώ αποφάσισα να τα δω αλλιώς τα πράγματα. Καθότι όλα στη ζωή μας είναι ρευστά και διαπραγματεύσιμα κι όλα διαρκώς αλλάζουν, η καλύτερη αντιμετώπιση είναι να ζούμε απλά την κάθε στιγμή.

Να μην αντιμετωπίζουμε το καθετί γύρω μας σαν δεδομένο, αλλά σαν κάτι το οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να μεταβληθεί, να αλλάξει ακόμα και να χαθεί. Έτσι, όχι μόνο δεν επαναπαυόμαστε, αλλά αντίθετα προσπαθούμε περισσότερο για κάτι που θέλουμε να ζήσουμε παραπάνω, για κάτι που θέλουμε να κρατήσει. Δεν αναλωνόμαστε σε φανταστικά σενάρια, σε θεωρίες και κυρίως δε δημιουργούμε μόνοι μας –γιατί συνήθως έτσι γίνονται αυτά– προσδοκίες, αφαιρώντας κάθε μαγεία κι ομορφιά της ανεπιτήδευτης κι αναπάντεχης εξέλιξης.

Στην ουσία αυτό είναι και το κλειδί. Να μπορεί κανείς να απολαμβάνει τη στιγμή και να απορροφά κάθε εμπειρία, ξεζουμίζοντας αυτό που λέμε ζωή. Τα σενάρια κι οι ιστορίες είναι για τους παραμυθάδες και τους σεναριογράφους και σε καμία περίπτωση δε μας ωφελούν στην πραγματική ζωή. Και δεν ωφελούν, όχι γιατί «όταν κάνουμε σχέδια ο Θεός γελάει», αλλά γιατί απλούστατα υπάρχουν ένα σωρό αστάθμητοι παράγοντες που μπορούν να αναδιαμορφώσουν μια κατάσταση ή μια συνθήκη, φυσικά χωρίς τη δική μας συγκατάθεση.

Οι νουθεσίες και το να «κουνάω το δάχτυλο» στους άλλους δεν είναι το φόρτε μου, αλλά εδώ θα γίνει μία εξαίρεση. Κυρίως για να ξυπνήσω εμένα, αφού πολλές φορές πέφτω στη λούμπα αυτή και κάνω το ίδιο λάθος. Περιμένω πιο πολλά από κάποιον άνθρωπο, δημιουργώ σενάρια για μια επικείμενη δουλειά και καταλήγω και χωρίς την αλλαγή που τόσο θέλω και με την προσδοκία μετέωρη να κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι μου.

Όσο μπορούμε ας ζούμε το τώρα. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο. Και θα δούμε έτσι πόσες νέες εμπειρίες θα κερδίσουμε και πόσα πιο πολλά πράγματα, χωρίς την αγωνία του μέλλοντος, αλλά με μια νέα αγωνία: να ζήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται, όσο έχουμε το παρόν κι όσο έχουμε κάτι για το οποίο αξίζει να δουλέψουμε για να μην το χάσουμε.

Το παρελθόν ας το αφήσουμε πίσω και το μέλλον θα γίνει –πολύ πιο σύντομα από όσο πιστεύουμε– παρόν, οπότε απλά απολαμβάνουμε την κάθε στιγμή, πριν αυτή χαθεί.

Λιαντίνης: Η επιταγή της ζωής σου

Ότι δίψασες, και ήπιες το κρύο νερό της πηγής. Αυτά πληρώνεις την ώρα που πεθαίνεις.
 
Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
 
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ΄ έναν πύρινο τάφο.
 
Θα περνάς τους αιώνες με το αίσθημα του ραγδαίου ιλίγγου ενός ανθρώπου που γκρεμίζεται από τον τριακοστό όροφο.
 
Θα περπατάς γυμνός σε άδεντρο τόπο, κάτου από ένα ορμητικό φλογοβρόχι.
 
Ρωτάς: ποια είναι η χρέωση, και ποια είναι η σπατάλη μου;
 
Μα είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η δική σου που έζησες, με όλες τις χαρές που σου ‘δειξε.
 
Ότι είδες τον ήλιο το πρωί, και τη θάλασσα τον Ιούλιο. Ότι περπάτησες σε μια ρεματιά το Μάη μ’ ένα κορίτσι στο πλάι σου, κι ακούσατε τ’ αηδόνι.
 
Θα σε ρίχνουν χωρίς σταματημό σ΄ ένα βαθύ πηγάδι γιομάτο με κόκκινα, και μαύρα, και κίτρινα φίδια. Κόμπρες, οχιές, κροταλίες.
 
Θα βουτάς σε βόθρους. Και θα πνίγεσαι επαναληπτικά και ακαταύπαστα μπουκωμένος στα περιττώματα.
 
Μυτερώνυχοι διάβολοι θα σε καρφώνουν ανάσκελα με τεράστιες πηρούνες.
 
Θα’ σαι φυτεμένος αιώνια στους πάγους, και θα σε φυσάει κατάγυμνο ο δρεπανηφόρος Καικίας.
 
Θα μεταμορφώνεσαι σε δέντρο, σε φίδι, σε τέρας. Θα ζεις, δηλαδή το μαρτύριο της αλλαγής της σάρκας σου.
 
Και όλα αυτά τα φρικώδη στους αιώνες των αιώνων. Χωρίς την ελπίδα της παύλας. Ο Δάντης εκείνους που διαβαίνουν την πύλη της Κόλασης τους βάζει να διαβάζουν μια επιγραφή που δεν παρηγοριέται με τίποτα:
 
Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε!
 
Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη – τι’ ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών! – να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου. Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;
 
Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Τα όνειρα είναι η φωνή της ψυχής μας

Όνειρα, ή αλλιώς εικόνες και ιστορίες ακατανόητες, πλούσιες σε συναισθήματα και αισθήσεις. Ένας κόσμος μαγικός, ένα παράλληλο σύμπαν, που ζούμε μέσα του ή υπάρχει μέσα μας για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας.

Κάποιοι λένε πως δεν βλέπουν όνειρα, μα αυτό δεν αληθεύει. Όλοι μας βλέπουμε πολλά όνειρα, και όχι μόνο κατά τη διάρκεια του σταδίου REM, όπου θεωρούταν παλιότερα το στάδιο του ύπνου που ονειρευόμαστε. Κάποιοι θυμούνται τα όνειρά τους μόλις ξυπνήσουν αλλά μετά από λίγο χάνονται απ’ τη μνήμη σαν να μην έχουν υπάρξει ποτέ, όσο αληθινά κι αν τους φάνηκαν.

Πολλές φορές, βλέπουμε επαναλαμβανόμενα όνειρα, ακόμα κι επί σειρά ετών. Τα τρομακτικά όνειρα, οι γνωστοί εφιάλτες, μας ταλαιπωρούν κάποιες νύχτες και ίσως να επηρεάζουν τη διάθεσή μας κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Είτε τα όνειρα που βλέπουμε μας δημιουργούν μια ευχάριστη αίσθηση, είτε μας γεμίζουν φόβο και αγωνία μήπως και γίνουν προφητικά, ας ονειρευτούμε ελεύθερα και άφοβα. Γιατί τα όνειρα είναι η συμβολική γλώσσα του ασυνείδητου. Είναι η ψυχή μας που μας μιλάει, που θέλει να μας δείξει με σοφό τρόπο το δρόμο που εκείνη θα ήθελε να ακολουθήσουμε ώστε να βρούμε την εσωτερική μας γαλήνη και αρμονία. Είναι ο τρόπος της για να διαχειριστεί τα ερεθίσματα της καθημερινότητας και τα έντονα συναισθήματα που προκύπτουν.

Αν επιθυμούμε να ακούσουμε την ψυχή μας, να έρθουμε σε επαφή με τον βαθύτερο εαυτό μας και τις επιθυμίες του, ας αφουγκραστούμε τα όνειρά μας. Sleep over it, λένε οι αγγλοσάξονες και εννοούν πως όταν κάτι μας απασχολεί, ας κοιμηθούμε και όταν ξυπνήσουμε θα έχουμε βρει τη λύση. Όταν λοιπόν, θέλουμε να πάρουμε μια απόφαση, όταν έχουμε να επιλέξουμε έναν δρόμο και έχουμε μια εσωτερική σύγκρουση, μια αντίφαση μέσα μας, τότε λίγο πριν κοιμηθούμε ας ζητήσουμε από τον εαυτό μας να μας δώσει την απάντηση. Να μας οδηγήσει στο δρόμο που χαράζει η ψυχή μας.

Αν έχουμε επαναλαμβανόμενα όνειρα, αυτό σημαίνει πως η ψυχή μας προσπαθεί κάποιο μήνυμα να στείλει στον συνειδητό εαυτό μας, αλλά εμείς επιμένουμε να το αγνοούμε. Το καλύτερο για εμάς είναι να σκύψουμε πάνω απ’ το όνειρο και να προσπαθήσουμε να το αποκωδικοποιήσουμε. Πολλές φορές μας είναι δύσκολο να βρούμε το νόημα του ονείρου μας.

Σ’ αυτή την περίπτωση, η βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας που έχει εκπαιδευτεί στην ανάλυση ονείρων, θα είναι πολύτιμη, ώστε να μπορέσουμε να γνωρίσουμε τον πλούσιο κόσμο της ψυχής μας. Ο ειδικός θα μας καθοδηγήσει να βρούμε τι συμβολίζει για εμάς προσωπικά η κάθε εικόνα, και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιβάλλει τη δική του ερμηνεία.

Μπορούμε και μόνοι μας να αποκωδικοποιήσουμε τα όνειρά μας, σημειώνοντάς τα αμέσως μόλις ξυπνήσουμε. Ένα χαρτί και ένα μολύβι δίπλα στο κομοδίνο θα μας βοηθήσουν να καταγράψουμε με κάθε λεπτομέρεια το όνειρο που είδαμε.

Σημαντικό είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί στο όνειρο και μας δείχνει πώς νιώθει η ψυχή μας, ακόμα κι αν εμείς δεν νιώθουμε έτσι, γιατί επί της ουσίας τείνουμε να απωθούμε τα επώδυνα συναισθήματα. Τα πρόσωπα, τα αντικείμενα και οι καταστάσεις συμβολίζουν κομμάτια του εαυτού μας που συνήθως δεν τους δίνουμε φωνή, ή δεν θέλουμε καν να δούμε.

Χρειάζεται να αναρωτιόμαστε τι σημαίνει για μας για παράδειγμα η θάλασσα, ο σκύλος, το ασανσέρ. Αποκωδικοποιώντας τα σύμβολα και διερωτώμενοι κάθε φορά τι σημαίνουν για εμάς, ενώνουμε τα κομμάτια σε μια ιστορία που μπορεί να μας φανερώσει πού βρισκόμαστε στο σήμερα, να μας δείξει κάτι που δεν θέλουμε να δούμε συνειδητά, ή να μας δώσει μια απάντηση σε κάτι που μας απασχολεί.

Ας ονειρευτούμε λοιπόν ελεύθερα και άφοβα. Ας αναζητήσουμε τα όνειρά μας, γιατί σε αυτά θα βρούμε τη σοφία της ψυχής μας. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε τον βαθύτερο εαυτό μας και τον αφουγκραζόμαστε, τόσο περισσότερο θα αναπτυσσόμαστε ψυχικά και πνευματικά, βρίσκοντας τη γαλήνη που θα μας οδηγήσει στην προσωπική ολοκλήρωση και πληρότητα.

Η ράχη της καμήλας ή Πώς τα μικρά προβλήματα σταδιακά οδηγούν στην κατάρρευση

Οι περισσότεροι οργανισμοί δεν καταρρέουν εξαιτίας ενός και μόνο συντριπτικού χτυπήματος. Οι περισσότερες σχέσεις δεν τελειώνουν εξαιτίας μιας και μόνο μεγάλης φιλονικίας. Οι περισσότερες ζωές δεν γίνονται κομμάτια εξαιτίας ενός και μόνο θλιβερού γεγονότος. Όχι• αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η οριστική αποτυχία προκαλείται από μικρές καθημερινές αμέλειες που στοιβάζονται με το χρόνο και οδηγούν σε μια εκρηκτική κατάρρευση.

Θυμηθείτε το μεταφορικό παράδειγμα με τη ράχη της καμήλας. Φόρτωναν το φτωχό ζώο με δεμάτια σανό. Κάθε δεμάτι μόνο του ήταν ελαφρύ και δεν προκαλούσε μεγάλο πρόβλημα. Τα δεμάτια συνέχισαν, όμως, να στοιβάζονται πάνω στη ράχη της καμήλας μέχρι τη στιγμή που το βάρος έγινε τόσο μεγάλο ώστε ένα μόνο άχυρο που έπεσε πάνω στη ράχη της να τη σπάσει.

Αυτό είναι που αποκαλώ σύνδρομο της ράχης της καμήλας. Μια μικρή αμέλεια οδηγεί αναπόφευκτα σε επιχειρήσεις και σε ζωές που είναι πραγματικά ερείπια. Οι κορυφαίοι μοχθούν και για τις μικρές λεπτομέρειες. Κάνουν σωστά ακόμα και τα φαινομενικά ασήμαντα πράγματα.

Έχουν την πειθαρχία να διακρίνονται ακόμα και σε μικρές εργασίες και δραστηριότητες και καθημερινές υποχρεώσεις, από όπου ξεπηδούν τα θεαματικά αποτελέσματα. Κατανοούν ότι οι ανθεκτικές επιτυχίες είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης και όχι της επανάστασης. Το ίδιο μπορείτε να κάνετε κι εσείς. Η οριστική αποτυχία προκαλείται από μικρές καθημερινές αμέλειες που στοιβάζονται με το χρόνο και οδηγούν σε μια εκρηκτική κατάρρευση.

Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση

Επειδή στην Οικουμένη:
η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…

Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.

Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται .
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.

Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.

Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.

Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί .

Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω .
– Αλήθεια !

Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι …

ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ

Επομένως η αυτοεκτίμησις μας εις τον κόσμο αυτόν εξαρτάται απολύτως από το τι ωθούμε τον εαυτό μας να είναι και να πράττει

Για να είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, σύμφωνα με τον Τζέιμς, δεν είναι απαραίτητο να πετυχαίνουμε επί παντός επιστητού. Οι δε αποτυχίες μας δεν είναι πάντα ταπεινωτικές- ταπείνωση νιώθουμε μόνο όταν αδυνατούμε να κατορθώσουμε τα επιτεύγματα εκείνα, στα οποία προηγουμένως έχουμε επενδύσει όλη την περηφάνια και την αξιοσύνη μας. Οι στόχοι μας, λοιπόν, καθορίζουν τι ερμηνεύουμε ως θρίαμβο και τι αναγκαζόμαστε να θεωρήσουμε αποτυχία. Ο Τζέιμς, καθηγητής ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, αντλούσε περηφάνια από το ότι ήταν διακεκριμένος ψυχολόγος. Επομένως, αν μάθαινε ότι κάποιοι γνώριζαν για την ψυχολογία περισσότερα απ’ όσα εκείνος, ομολογούσε ότι θα αισθανόταν φθόνο και ντροπή.

Επειδή όμως του ήταν αδιάφορα τα αρχαία ελληνικά, δεν τον πείραζε ότι άλλοι μπορούσαν να μεταφράζουν ολόκληρο το Συμπόσίον, ενώ αυτός δεν καταλάβαινε ούτε την πρώτη αράδα.

«Άνευ εγχειρήματος δεν υφίσταται αποτυχία, άνευ δε αποτυχίας δεν υφίσταται ταπείνωσις. Επομένως η αυτοεκτίμησις μας εις τον κόσμο αυτόν εξαρτάται απολύτως από το τι ωθούμε τον εαυτό μας να είναι και να πράττει. Προκύπτει από τον λόγον του τι είμεθα επί του παρόντος ως προς αυτά που δυνητικά είμεθα:

Αυτοεκτίμησις =Επιτυχία / Φιλοδοξίες

Η εξίσωση του Τζέιμς δείχνει καθαρά πώς με κάθε αύξηση των προσδοκιών μας επαυξάνεται ο κίνδυνος που διατρέχουμε να ταπεινωθούμε. Επομένως, η ευτυχία μας επηρεάζεται σε κρίσιμο βαθμό από το τι έχουμε φτάσει να θεωρούμε “φυσικό” κι αναμενόμενο. Γι’ αυτό , εξάλλου, ελάχιστα βάσανα είναι εφάμιλλα με το μαρτύριο της ξεπεσμένης ντίβας, του πολιτικού που δεν έχει πέραση ή, όπως θα μπορούσε να είχε σχολιάσει ο Τοκβίλ, του αποτυχημένου Αμερικανού.

Η εξίσωση αυτή, ωστόσο, υπαινίσσεται και δύο ελιγμούς με τους οποίους μπορούμε να αυξήσουμε την αυτοεκτίμησή μας. Από τη μια πλευρά, να προσπαθήσουμε για περισσοότερες επιτυχίες κι από την άλλη, να μειώσουμε το πλήθος αυτών που θέλουμε να επιτύχουμε. Ο Τζέιμς μίλησε αναλυτικά για τα πλεονεκτήματα της δεύτερης προσέγγισης:

“Η παραίτησις από τις φιλοδοξίες μάς παρέχει πλήρη ανακούφισιν όσο και η εκπλήρωσίς του. Είναι παράξενο πόσο αλαφρώνει η καρδία μας όταν αποδεχόμεθα καλή τη πίστη ότι ουδέν είμεθα σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Πόσο ευχάριστη η ημέρα κατά την οποία παύουμε να πασχίζουμε να διατηρηθούμε νέοι και λυγεροί. “Δόξα τω Θεώ!¨- αναφωνούμε – “χάθηκαν αυτές οι ψευδαισθήσεις”. Οιαδήποτε προσθήκη εις τον εαυτόν είναι και άχθος εκτός από καύχος”.

Δυστυχώς όμως για την αυτοεκτίμησή μας οι δυτικές κοινωνίες δε φημίζονται ως αρωγοί μιας στάσης παραίτησης από τις βλέψεις μας – δεν επιτρέπουν να δεχτούμε “καλή τη πίστη” ότι γεράσαμε, ότι παχύναμε, πόσο μάλλον ότι είμαστε φτωχοί και αφανείς. Η διάθεση που επικρατεί σε αυτές μας ωθεί να επενδύουμε όλο μας το είναι σε δραστηριότητες και σε αποκτήματα που δε θα περνούσαν καν από το νου των προγόνων μας. Σύμφωνα με την εξίσωση του Τζέιμς, οι δυτικές κοινωνίες πολλαπλασιάζοντας τις φιλοδοξίες μας, το καθιστούν σχεδόν ανέφικτο να διατηρούμε σε ικανοποιητικό βαθμό την αυτοεκτίμησή μας.

Όποιος έχει καθ’ εαυτόν κάτι το αξιόλογο μπορεί ευκολότερα να τα βγάζει πέρα χωρίς τους ανθρώπους παρά μ’ αυτούς

«Δεν υπάρχει λωτός χωρίς μίσχο», λέγει μία ινδική παροιμία. Έτσι και η μοναχικότητα παρουσιάζει -μαζί με τα τόσα πλεονεκτήματα- και τα μικρά της επίσης μειονεκτήματα, τα μικρά της προβλήματα, τα όποια, όμως, συγκρινόμενα μ’ εκείνα της κοινωνικότητας, είναι ασήμαντα. Ως εκ τούτου, όποιος έχει καθ’ εαυτόν κάτι το αξιόλογο μπορεί ευκολότερα να τα βγάζει πέρα χωρίς τους ανθρώπους παρά μ’ αυτούς. Παρεμπιπτόντως, ανάμεσα σ’ εκείνα τα μειονεκτήματα της μοναχικότητας, υπάρχει κι ένα που δεν συνειδητοποιεί κανείς εύκολα όπως τα υπόλοιπα, και συγκεκριμένα το εξής: όπως, όταν παραμένουμε διαρκώς και παρατεταμένα μέσα στο σπίτι, το σώμα μας γίνεται τόσο ευαίσθητο σ’ εξωτερικές επιδράσεις που με κάθε δροσερό ρευματάκι αρρωσταίνει, έτσι και το πνεύμα μας, με τον διαρκώς αποτραβηγμένο και μοναχικό βίο, γίνεται τόσο ευαίσθητο που ανησυχούμε, θιγόμαστε ή πληγωνόμαστε από τα πλέον ασήμαντα συμβάντα, λόγια, μάλιστα και από μία απλή έκφραση του προσώπου· ενώ, αντίθετα, όποιος παραμένει διαρκώς στην οχλαγωγία δεν δίνει σημασία σε τέτοια πράγματα.

Σ’ εκείνον δε τον άνθρωπο, και ιδιαίτερα τον νεαρής ηλικίας, που δεν καταφέρνει να υπομείνει για πολύ την ερημιά της μοναξιάς, όσο συχνά και αν η δικαιολογημένη απέχθειά του για τους ανθρώπους τον έχει αναγκάσει να καταφύγει σ’ αυτήν, δίνω την συμβουλή να συνηθίσει να παίρνει μαζί του ένα μέρος της μοναξιάς του όποτε πρόκειται να βρεθεί με άλλους, να μάθει δηλ. να είναι σ’ έναν κάποιο βαθμό μόνος ακόμη και όταν βρίσκεται ανάμεσά τους. Τούτο σημαίνει πως δεν πρέπει να τους κοινοποιεί πάραυτα τις σκέψεις του ούτε να παίρνει τοις μετρητοίς τα όσα λέγουν, αλλά να ξέρει πως δεν πρέπει να περιμένει -τόσο από διανοητική όσο και από ηθική άποψη- και πάρα πολλά απ’ αυτούς κι έτσι ν’ αναπτύξει και να εδραιώσει μέσα του την αδιαφορία εκείνη για τις απόψεις τους που αποτελεί το ασφαλέστερο μέσο για να επιδεικνύει διαρκώς μία αξιέπαινη ανεκτικότητα. Τότε, παρότι ανάμεσα τους δεν θα βρίσκεται εντελώς μέσα στην κοινωνία τους, αλλά θα συμπεριφέρεται έναντι αυτής μάλλον κατά τρόπο αμιγώς αντικειμενικό- τούτο δε θα τον προστατεύει από την υπερβολική επαφή μαζί της κι επομένως και από κάθε αμαύρωση ή και πλήγωμα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Κλιματικά μοντέλα για τους επτά μακρινούς πλανήτες του άστρου TRAPPIST-1

Κλιματικά μοντέλα για τους επτά πλανήτες οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά γύρω από το άστρο TRAPPIST-1 δημιούργησαν αστρονόμοι του Πανεπισημίου Washington. Η συγκεκριμένη δουλειά μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη μελέτη πλανητών (εξωπλανητών) που βρίσκονται σε άστρα διαφορετικά από τον ήλιο, καθώς και στην καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων που θα προκύπτουν από το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb, που αναμένεται να εκτοξευτεί το 2021.
 
Το ψυχρό νάνο Μ αστέρι TRAPPIST-1 έχει πιθανώς επτά πλανήτες. Τα μοντέλα δείχνουν ότι και οι επτά εξωπλανήτες πιθανότατα εξελίχθηκαν όπως η Αφροδίτη , πράγμα που σημαίνει ότι οποιαδήποτε ύδατα ή ωκεανοί θα είχαν εξατμιστεί νωρίς στο σχηματισμό του συστήματος

«Δημιουργούμε μοντέλα για άγνωστες ατμόσφαιρες, όχι απλά θεωρώντας ότι αυτά που βλέπουμε στο ηλιακό σύστημα θα μοιάζουν όπως μοιάζουν γύρω από ένα άλλο άστρο» είπε ο Andrew Lincowski,, διδακτορικός του UW και επικεφαλής του δημοσιευμένου άρθρου στο Astrophysical Journal. «Κάναμε αυτή την έρευνα για να δείξουμε πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν αυτοί οι διαφορετικοί τύποι ατμοσφαιρών» ανέφερε.
 
Η ομάδα των ερευνητών διαπίστωσε πως, εξαιτίας μιας εξαιρετικά θερμής και φωτεινής πρώιμης αστρικής φάσης, και οι επτά κόσμοι του άστρου ενδεχομένως να εξελίχθηκαν όπως η Αφροδίτη – με πιθανούς αρχαίους ωκεανούς να εξατμίζονται, αφήνοντας πίσω πυκνές, αφιλόξενες ατμόσφαιρες. Ωστόσο, ένας πλανήτης, ο TRAPPIST-1 e, θα μπορούσε να είναι ένας κόσμος με ωκεανούς σαν τη Γη, ο οποίος αξίζει περαιτέρω μελέτη, όπως έχουν δείξει προηγούμενες έρευνες.
 
Ο TRAPPIST-1, 39 έτη φωτός ή περίπου 235 τρισεκατομμύρια μίλια μακριά, είναι ένα πολύ μικρό άστρο, ένας σχετικά ψυχρός «νάνος Μ», το πιο κοινό είδος στο σύμπαν, με περίπου το 9% της μάζας του ήλιου μας και γύρω στο 12% της ακτίνας του. Και οι επτά πλανήτες έχουν περίπου το μέγεθος της Γης, και τρεις από αυτούς – οι e,f και g – θεωρείται πως βρίσκονται στην κατοικήσιμη ζώνη: Την περιοχή του διαστήματος γύρω από ένα άστρο όπου ένας βραχώδης πλανήτης θα μπορούσε να έχει νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνειά του, δημιουργώντας πιθανότητες για την ύπαρξη ζωής. Ο d βρίσκεται στην εσωτερική άκρη της ζώνης, ενώ o h είναι αμέσως έξω από την εξωτερική.
 
Προηγούμενες έρευνες έχουν δημιουργήσει μοντέλα για τους κόσμους του TRAPPIST-1, σημείωσε ο Andrew Lincowski,. Ωστόσο, ο ίδιος και η ομάδα του «προσπάθησαν να κάνουν την πιο εκτενή δημιουργία φυσικών μοντέλων που ήταν δυνατή από άποψης ακτινοβολίας και χημείας, προσπαθώντας να επιτύχουν τη φυσική και τη χημεία τους όσο το δυνατόν σωστότερα».
 
Τα μοντέλα ακτινοβολίας και χημείας δημιουργούν φασματικές (μήκους κύματος) «υπογραφές» για κάθε δυνατό ατμοσφαιρικό αέριο, επιτρέποντας σε παρατηρητές να προβλέπουν καλύτερα πού πρέπει να αναζητούν τέτοια αέρια σε ατμόσφαιρες εξωπλανητών. Ο Andrew Lincowski είπε πως, όταν ανιχνεύονται ίχνη αερίων από το James Webb ή άλλα, κάποια στιγμή «οι αστρονόμοι θα χρησιμοποιούν τις διακυμάνσεις που παρατηρούν στο φάσμα για να διαπιστώνουν ποια αέρια είναι παρόντα. Κατόπιν, θα συγκρίνουν αυτά τα δεδομένα με δουλειές σαν τις δικές μας, για να βγάζουν συμπεράσματα για τη σύνθεση, το περιβάλλον και ίσως την εξελικτική ιστορία του πλανήτη».
 
Ο συνδυασμός γήινων κλιματικών μοντέλων με μοντέλα φωτοχημείας έδειξε πως ο b, ο κοντινότερος στο άστρο πλανήτης, είναι ένας φλεγόμενος κόσμος, πολύ θερμός για τη δημιουργία ακόμα και νεφών θειϊκού οξέος. Οι c και d λαμβάνουν λίγο περισσότερη ενέργεια από το άστρο από ό,τι η Αφροδίτη και η Γη από τον ήλιο μας, και θα μπορούσαν να μοιάζουν με την Αφροδίτη, έχοντας πυκνή, αφιλόξενη ατμόσφαιρα. Ο e είναι ο πιο πιθανός υποψήφιος για να έχει νερό σε υγρή μορφή στην επιφάνεια, και θα ήταν πολύ καλή επιλογή για περαιτέρω μελέτες ως προς την κατοικησιμότητά του. Οι f, g και h θα μπορούσαν να μοιάζουν με την Αφροδίτη ή θα μπορούσαν να είναι παγωμένοι – ανάλογα με το πόσο νερό σχηματίστηκε στον κάθε πλανήτη κατά την εξέλιξή του.
 
Ο Lincowski σημείωσε πως στην πραγματικότητα όλοι οι πλανήτες του TRAPPIST-1 θα μπορούσαν να μοιάζουν με την Αφροδίτη, με αρχαία νερά ή ωκεανούς να έχουν εξαφανιστεί στο μακρινό παρελθόν. Όπως εξήγησε, όταν το νερό εξατμίζεται από την επιφάνεια ενός πλανήτη, υπεριώδες φως από το άστρο διασπά τα μόρια νερού απελευθερώνοντας υδρογόνο, που είναι το ελαφρύτερο στοιχείο και μπορεί να διαφύγει από τη βαρύτητα ενός πλανήτη. Αυτό θα άφηνε πίσω πολύ οξυγόνο, που θα μπορούσε να παραμείνει στην ατμόσφαιρα και θα απομάκρυνε νερό από τον πλανήτη χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Ένας τέτοιος πλανήτης θα είχε πυκνή ατμόσφαιρα οξυγόνου, η οποία όμως θα ήταν διαφορετική από ό,τι έχουμε δεν μέχρι σήμερα.
 
«Αυτό θα μπορούσε να είναι δυνατό εάν οι πλανήτες αυτοί είχαν αρχικά περισσότερο νερό από τη Γη, την Αφροδίτη ή τον Άρη. Αν ο TRAPPIST-1 e δεν έχασε όλο το νερό του κατά αυτή τη φάση, σήμερα θα μπορούσε να αποτελεί έναν υδάτινο κόσμο, εντελώς καλυμμένο από ωκεανό. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε να έχει κλίμα παρόμοιο με της Γης» συνέχισε ο Λινκόβσκι.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Ησιόδεια έπη

Εισαγωγή στα Ησιόδεια έπη

Ησίοδος και Όμηρος
O Aσκραίος ποιητής Hσίοδος φαίνεται, και είναι, από πολλές απόψεις παράξενος και εξ αυτού απροσδόκητος: συνάμα αρχαϊκός και νεωτερικός· συντηρητικός και ριζοσπαστικός. O αρχαϊκός συντηρητισμός του ελέγχεται σε ό,τι, καλώς ή κακώς, ονομάζουμε "ιδεολογία"· ο ριζοσπατικός νεωτερισμός, στον χειρισμό του μύθου αλλά και στις υποδοχές και στις φόρμες του ποιήματος, κατά κανόνα μικρόσχημες και φαινομενικώς αποσπασματικές.
 
H προηγούμενη όμως διάκριση παραμένει σχηματική και συχνά αποδεικνύεται αμφίβολη. Γιατί κάποτε ιδέες και φόρμες συμπορεύονται στον ριζοσπαστικό τους δρόμο, σε φανερό μάλιστα ή λανθάνοντα διάλογο του Aσκραίου ποιητή με τον Όμηρο· ειδικότερα με το έπος της Oδύσσειας, την ποιητολογική θεωρία της οποίας ο Hσίοδος, κατά περίπτωση, ελέγχει, διορθώνει και συμπληρώνει.
 
H ελληνική, εξάλλου, αρχαιότητα συνέτασσε δίχως ενδοιασμούς τον Aσκραίο ποιητή με τον Όμηρο. Eπιφανέστερος μάρτυρας της ισότιμης αυτής σύνταξης υπήρξε ο Hρόδοτος, ο οποίος αποφαίνεται (2.53): οὗτοι δέ (ενν. Ὅμηρος καὶ Ἡσίοδος) εἰσι οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησιν καὶ τοῖσι θεοῖσι τὰς ἐπωνυμίας δόντες καὶ τιμάς τε καὶ τέχνας διελόντες καὶ εἴδεα αὐτῶν σημήναντες. Σε νεοελληνική παράφραση: «αυτοί είναι που με τα ποιήματά τους όρισαν για τους Έλληνες την καταγωγή και τη γενεαλογία των θεών, τους έδωσαν ονόματα, τους μοίρασαν τιμές και τέχνες, σημάδεψαν τις μορφές τους».
 
H θεογονική και θεολογική αυτή απόφαση του Hροδότου μπορεί σήμερα εν μέρει να αμφισβητείται, φαίνεται όμως ότι απηχεί την κοινή πεποίθηση της πρώιμης, κλασικής και όψιμης αρχαιότητας, που ήθελε τον Όμηρο και τον Hσίοδο, γενικότερα, δίδυμους στυλοβάτες της επικής παράδοσης.
 
Βιογραφικά στοιχεία
Όσες βέβαιες πληροφορίες κατέχουμε για το πρόσωπο και τον βίο του Hσιόδου οφείλονται σε δικές του ομολογίες, διάσπαρτες στη Θεογονία και στα Έργα του. Πρόκειται για ελάχιστα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα οποία ιχνογραφούν, αδρά έστω, τη μορφή του ποιητή.
 
Άγνωστη παραμένει η ακριβέστερη χρονολογία της γέννησης του Hσιόδου. H ακμή του πάντως πέφτει εκεί γύρω στα τέλη του 8ου προχριστιανικού αιώνα ή λίγο αργότερα. H πιθανή αυτή χρονολόγηση συνεπάγεται την προτεραιότηα των ομηρικών επών, τουλάχιστον της Iλιάδος.
 
O πατέρας του ποιητή ήλθε στη Bοιωτία από την Kύμη, αιολική πόλη της Mικράς Aσίας ανάμεσα στη Λέσβο και στη Xίο. Eυγενής στην καταγωγή, άτυχος όμως στις θαλασσινές, εμπορικές επιχειρήσεις του, άφησε, φαίνεται, οριστικά τις ριψοκίνδυνες περιπέτειες της θάλασσας, για να εγκατασταθεί ως κτηματίας στο βοιωτικό χωριό Άσκρα ― μια γωνιά γης που ο Hσίοδος την απαθανάτισε για την ασκήμια, το κακό κλίμα και τη μιζέρια της (Έργα,στ. 639-640).
 
Στα βέβαια βιογραφικά στοιχεία του ποιητή ανήκει και η διαβόητη δίκη, όπου αντίδικος του Hσιόδου υπήρξε ο αδελφός του Πέρσης ― η διαμάχη αυτή για κτηματικές διαφορές έγινε εμπειρική αφορμή για τη σύνθεση των Έργων.
 
Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, ο Hσίοδος ξεκίνησε τη ζωή του ως αγρότης και βοσκός. Mια μέρα όμως, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του στον Eλικώνα, τον απάντησαν οι Mούσες και τον κάλεσαν να εγκαταλείψει το μίζερο και βάναυσό του επάγγελμα, για να αφιερωθεί στο μουσικό τραγούδι υπηρετώντας την αλήθεια. Aυτή η επιφάνεια των Mουσών υπήρξε σταθμός στη ζωή του Hσιόδου, όπως φαίνεται και από τη μεταφορά της στη Θεογονία (στ. 22-35) ― δεν πρόκειται για πλαστή επίνοια, αλλά για ένα είδος οραματικής εμπειρίας που ξύπνησε στον Hσίοδο την ποιητική του συνείδηση. Tήν οφειλή του πάντως στις Mούσες δεν την ξέχασε ποτέ ο ποιητής και, όταν αργότερα κέρδισε στη Xαλκίδα νικητήριο τρίποδα στους επιτάφιους αγώνες που έγιναν προς τιμή του Aμφιδάμαντα, τον αφιέρωσε στις Mούσες, στο ίδιο μάλιστα εκείνο μέρος όπου τον είχαν χρίσει αοιδό (Έργα, στ. 654-659).
 
Ως εντεταλμένος αοιδός των Mουσών και ραψωδός, ο Hσίοδος ταξίδεψε απαγγέλλοντας δικά του και ξένα ποιήματα. Δεν έκανε όμως ποτέ μεγάλο θαλασσινό ταξίδι, όπως το ομολογεί ο ίδιος (Έργα, στ. 650 κε.), γιατί το θεωρούσε ριψοκίνδυνο ― προτίμησε τα ταξίδια στη στεριά.
 
H σκληρή πείρα της αγροτικής ζωής, η πίκρα του μικροεισοδηματία, η συναίσθηση πως η παλιά τάξη των πραγμάτων είχε αρχίσει ήδη να κλονίζεται, ανακλώνται στο έργο του Hσιόδου· του προσδίδουν ρεαλισμό και απαισιοδοξία, η οποία όμως δεν τον κάνει να παραιτηθεί από το επίμονο αίτημα για δικαιοσύνη, φρόνηση και έντιμη εργασία.
 
Για τις συνθήκες του θανάτου του υπάρχει σχετική ανεκδοτολογία· πάντως στον βοιωτικό Oρχομενό έδειχναν τον τάφο του ποιητή, και η μαρτυρία αυτή μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη.
 
Εργογραφικά στοιχεία
Εκτός από τη Θεογονία και τα Έργα, που δεν αμφισβητούνται για τη γνησιότητά τους, η αρχαιότητα, ώς τα ύστερα μάλιστα ελληνιστικά χρόνια, απέδιδε σταθερά στον Hσίοδο και ένα τρίτο έργο υπό τον τίτλο Γυναικών Kατάλογος ή Ἠοῖαι (από τον τρόπο που άρχιζαν τα γενεαλογικά κεφάλαια του ποιήματος: ἢ οἴη, δηλαδή ή όποια. Πρόκειται κατά βάση για καταλογική ποίηση, μοιρασμένη σε πέντε βιβλία. H θεματική μονάδα είναι κάθε φορά το γενεαλογικό δέντρο που προκύπτει από την ένωση μιας ηρωίδας-μητέρας και κάποιου θεού. Tο αφηγηματικό μέρος καθενός κεφαλαίου ιστορεί την περιπέτεια ακριβώς της ηρωίδας-μητέρας: λ.χ. της Kορωνίδας που γεννά τον Aσκληπιό· της Kυρήνης που την αρπάζει ο Aπόλλων και τη μεταφέρει από τη Θεσσαλία στη Λιβύη για να γίνει μητέρα του Aρισταίου· της Aλκμήνης, που η ένωσή της με τον Δία φέρνει στον κόσμο τον Hρακλή.
 
Tο περιεχόμενο του Γυναικών Kαταλόγου έγινε πρόχειρη θεματική πηγή τόσο της επόμενης χορικής και τραγικής ποίησης όσο και της μεταγενέστερης μυθολογικής πεζογραφίας. O τύπος, εξάλλου, αυτός ποιήματος αναβίωσε στα ελληνιστικά χρόνια: ο Καλλίμαχος λ.χ. υπολογίζει στα Aίτιά του τον Γυναικών Kατάλογο· αλλά και η Bιβλιοθήκη του Aπολλοδώρου, έργο του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα, αντλεί μεγάλο μέρος του μυθολογικού υλικού της από τον Γυναικών Kατάλογο. Πάντως δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί στον Hσίοδο το σύνολο του Γυναικών Kαταλόγου· η πιθανότερη υπόθεση διακρίνει εδώ σημαντικό ησιόδειο πυρήνα, ο οποίος εμπλουτίστηκε κατά τον 6ο αιώνα π.X. και πήρε τη γνωστή εφεξής μορφή του.
 
Ψευδοησιόδεια, εξάλλου, θεωρείται και η Aσπίς, ποίημα 480 στίχων που ιστορεί τον αγώνα του Hρακλή με τον Kύκνο, το οποίο ήδη οι αλεξανδρινοί γραμματικοί το αναγνώρισαν ως νόθο. Γλώσσα και ύφος δείχνουν ποιητή δεύτερης σειράς, ο οποίος κατά τον 6ο αιώνα π.X. μιμείται με αδέξιο τρόπο την περίφημη Aσπίδα του Aχιλλέα στο Σ της Iλιάδας. Προφανώς η Aσπίς αποτελεί μεταγενέστερη επέκταση της ησιόδειας Ἠοίης της Aλκμήνης, που μας σώθηκε, ευτυχώς, σχεδόν ακέραιη.
 
Σκοτεινή παραμένει η σχέση του Γυναικών Kαταλόγου με τις Mεγάλες Ἠοῖες, έργο που η αρχαιότητα απέδιδε επίσης στον Hσίοδο, και από το οποίο σώθηκαν κάποια σπαράγματα. Σαφώς ψευδοησιόδεια θεωρούνται όσα ποιήματα καλύπτονται από τους τίτλους: Xείρωνος Yποθήκαι, Γης Περίοδος, Aστρονομίη, Aιγίμιος, Mελαμποδία, Kύηκος Γάμος, Iδαίοι Δάκτυλοι.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (691-733)

ΚΛ. οἲ ᾽γώ, κατ᾽ ἄκρας εἶπας ὡς πορθούμεθα.
ὦ δυσπάλαιστε τῶνδε δωμάτων Ἀρά,
ὡς πόλλ᾽ ἐπωπᾷς κἀκποδὼν εὖ κείμενα,
τόξοις πρόσωθεν εὐσκόποις χειρουμένη.
695 φίλων ἀποψιλοῖς με τὴν παναθλίαν.
καὶ νῦν—Ὀρέστης ἦν γὰρ εὐβούλως ἔχων,
ἔξω κομίζων ὀλεθρίου πηλοῦ πόδα—
νῦν δ᾽ ἥπερ ἐν δόμοισι † βακχίας καλῆς
ἰατρὸς ἐλπὶς ἦν, παροῦσαν ἐγγράφει.†
700 ΟΡ. ἐγὼ μὲν οὖν ξένοισιν ὧδ᾽ εὐδαίμοσι
κεδνῶν ἕκατι πραγμάτων ἂν ἤθελον
γνωτὸς γενέσθαι καὶ ξενωθῆναι· τί γὰρ
ξένου ξένοισίν ἐστιν εὐμενέστερον;
πρὸς δ᾽ εὐσεβείας ἦν ἐμοὶ τόδ᾽ ἐν φρεσίν,
705 τοιόνδε πρᾶγμα μὴ καρανῶσαι φίλοις,
καταινέσαντα καὶ κατεξενωμένον.
ΚΛ. οὔτοι κυρήσεις μεῖον ἀξίως σέθεν,
οὐδ᾽ ἧσσον ἂν γένοιο δώμασιν φίλος.
ἄλλος δ᾽ ὁμοίως ἦλθεν ἂν τάδ᾽ ἀγγελῶν.
710 ἀλλ᾽ ἔσθ᾽ ὁ καιρὸς ἡμερεύοντας ξένους
μακρᾶς κελεύθου τυγχάνειν † τὰ πρόσφορα.
ἄγ᾽ αὐτὸν εἰς ἀνδρῶνας εὐξένους δόμων,
ὀπισθόπους τε τούσδε καὶ ξυνεμπόρους·
κἀκεῖ κυρούντων δώμασιν τὰ πρόσφορα.
715 αἰνῶ δὲ πράσσειν ὡς ὑπευθύνῳ τάδε.
ἡμεῖς δὲ ταῦτα τοῖς κρατοῦσι δωμάτων
κοινώσομέν τε κοὐ σπανίζοντες φίλων
βουλευσόμεσθα τῆσδε συμφορᾶς πέρι.

ΧΟ. εἶἑν, φίλιαι δμωίδες οἴκων,
720 πότε δὴ στομάτων
δείξομεν ἰσχὺν ἐπ᾽ Ὀρέστῃ;
ὦ πότνια χθὼν καὶ πότνι᾽ ἀκτὴ
χώματος, ἣ νῦν ἐπὶ ναυάρχῳ
σώματι κεῖσαι τῷ βασιλείῳ,
725 νῦν ἐπάκουσον, νῦν ἐπάρηξον·
νῦν γὰρ ἀκμάζει Πειθὼ δολίαν
ξυγκαταβῆναι, χθόνιον δ᾽ Ἑρμῆν
καὶ τὸν νύχιον τοῖσδ᾽ ἐφοδεῦσαι
ξιφοδηλήτοισιν ἀγῶσιν.
730 — ἔοικεν ἁνὴρ ὁ ξένος τεύχειν κακόν·
τροφὸν δ᾽ Ὀρέστου τήνδ᾽ ὁρῶ κεκλαυμένην.
ποῖ δὴ πατεῖς, Κίλισσα, δωμάτων πύλας;
λύπη δ᾽ ἄμισθός ἐστί σοι ξυνέμπορος.

***
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Οϊμέ, ποιό κατακέφαλα χαμό μας φέρνεις!
ω ανίκητη των παλατιών αυτών Κατάρα,
πόσο έχεις μάτι οξύθωρο, αφού κι όσα ήταν
στα σίγουρα, έξω απ᾽ τη βολή, συ με δοξάρι
κι από μακριάθε αλάθευτο, τα παίρνεις κάτω
κι έρμη από τους δικούς μ᾽ αφήνεις την τρισάθλια!
και τώρα ο Ορέστης, που ᾽χε την καλή την γνώση
να πάρει πόδι απ᾽ την κατάρατη αυτή λάσπη,
η μόνη ελπίδα να μας γιάτρευε από τούτο
το καλό χαροκόπι — γράφε την χαμένη!
ΟΡΕΣΤΗΣ
700 Εγώ μ᾽ ανθρώπους τόσο καλοτυχισμένους,
από καλύτερη αφορμή να γνωριζόμουν
θα ᾽θελα και στο σπίτι τους να φιλευόμουν·
γιατί ποιός το καλό του ξένου του δε θέλει;
Μα όμως θα το ᾽χα στην ψυχή μου γι᾽ αμαρτία
ν᾽ αφήσω ατέλειωτο για φίλους τέτοιο πράμα,
μια που το πήρ᾽ απάνω μου και με φιλεύουν.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Δε θα ᾽χεις από μας πιο λίγο απ᾽ ό,τι αξίζεις
κι ουδέ πιο λίγο φίλος του σπιτιού θα γίνεις·
τ᾽ όμοιο ένας άλλος θα ᾽ρχονταν τα νέα να φέρει.
710 Μα είναι καιρός οι ξένοι, που όλη την ημέρα
σε δρόμο πέρασαν μακρύ, ν᾽ αναπαυθούνε.
Οδήγησέ τον στο φιλόξενο ανδρωνίτη
κι αυτούς που τον ακολουθούν και σύντροφούς του
και να φροντίσεις τίποτε να μην τους λείψει,
γιατί με μένα, ξέρε το, θα ᾽χεις να κάμεις.
Και ᾽γω στον κύριο του σπιτιού μας θενα φέρω
την είδηση· και, δόξα ο θεός, έχουμε φίλους
για να σκεφθούμε όσο γι᾽ αυτά που μας εβρήκαν.

ΧΟΡΟΣ
Λοιπόν, σκλάβες πιστές αυτών των σπιτιών,
720 των ευχών μας τη δύναμη πότε κι εμείς
για τον ήρωα θα δείξομ᾽ Ορέστη;
Ω Γη σεβαστή και χώμα ιερό
του τύμβου, που τώρα βαθιά το κορμί
του βασιλιά του ναυάρχου σκεπάζεις,
τώρ᾽ απάκουσε, τώρα βοήθεια να ᾽ρθεις
κι είναι τώρα καιρός να κατέβουν μαζί
η Πειθώ η δολερή και της νύχτας ο θεός
ο κατωκοσμίτης Ερμής,
να επιβλέψουν σ᾽ αυτές
των σπαθιών τις σκληρόψυχες μάχες.
ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
730 Κάτι κακό μου φαίνεται ετοιμάζει ο ξένος·
βλέπω του Ορέστη τη βυζάστρ᾽ αυτή κλαμένη·
για πού πηγαίνεις, Κίλισσα, έξω απ᾽ το σπίτι
με ακάλεστη μαζί τη λύπη συνοδειά σου;

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΗΡΩΟΛΑΤΡΕΙΑ

Κάθε τόπος διαμόρφωνε τη δική του μυθική γενεαλογία. Στην κορυφή του γενεαλογικού δέντρου -ή πολύ κοντά στην κορυφή- βρίσκεται κάποιος θεός, συνήθως ο Δίας, ο οποίος εμπλέκεται σε μια ιστορία έρωτα με θνητή γυναίκα, με οδυνηρές συνέπειες για την ίδια, είτε γιατί ο πατέρας της δεν πιστεύει ότι υπαίτιος της εγκυμοσύνης είναι ένας θεός, είτε γιατί φοβάται ότι ο εγγονός θα του πάρει την εξουσία ή θα τον σκοτώσει. Από την ένωση αυτή συνήθως προκύπτει ένας γιος, ο οποίος πολλές φορές φυγαδεύεται από τη μητέρα, προκειμένου να σώσει το παιδί, ή φεύγει και η ίδια μαζί του ή τη διώχνει ο πατέρας της. Το παιδί μεγαλώνει μακριά, συνήθως στην ύπαιθρο και συνήθως από άνθρωπο που ανήκει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (Ο Οιδίποδας αποτελεί την πιο γνωστή εξαίρεση, καθώς μεγαλώνει στο παλάτι της Κορίνθου θεωρώντας γονείς του το βασιλικό ζευγάρι). Μεγαλώνοντας διακρίνεται για τα χαρίσματά του, περιπλανιέται, κινδυνεύει, διαπράττει σπουδαία κατορθώματα και, στη συνέχεια, με κάποιο τρόπο, είτε άθελα και από βούληση των θεών ή τυχαία, είτε σκόπιμα, γνωρίζοντας ή έχοντας γνωρίσει την ταυτότητά του, φτάνει στον τόπο της καταγωγής του. Άλλοτε παίρνει την εξουσία που του ανήκει μετά από μια διαδικασία αναγνώρισης, άλλοτε υποβάλλεται σε δοκιμασίες, άλλοτε ηγείται μιας ομάδας και φεύγει, οπότε και ιδρύει μια νέα πόλη ή ηγείται μιας την οποία βοηθά να ξεπεράσει κάποια κρίση -οι ντόπιοι δείχνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη σε έναν ξένο που δεν γνωρίζει το παρελθόν της πόλης και δεν εμπλέκεται στις αντιπαλότητες φατριών. Άλλοτε πάλι, επιστρέφοντας στον τόπο της καταγωγής του διαπράττει φόνο, οπότε και εξορίζεται προκειμένου να καθαρθεί. Και φυσικά, επειδή πρόκειται για σημαίνον πρόσωπο, η κάθαρση θα πρέπει να τελεστεί επίσης από σημαίνοντα, συνήθως τον βασιλιά μιας πόλης. Σε αυτήν ενίοτε παραμένει, παντρεύεται την κόρη του βασιλιά και ηγείται.
 
Οι άνθρωποι ορκίζονται και προσεύχονται σε θεούς και ήρωες. Τους τελευταίους τους αισθάνονται πιο κοντά απ' ό,τι τους θεούς, τους θεωρούν προστάτες και διαμεσολαβητές ανάμεσα στον κόσμο των θνητών και των θεών, γι' αυτό και αναπτύσσουν μαζί τους μια πιο στενή και προσωπική σχέση. Στα αττικά συμπόσια η πρώτη σπονδή γίνεται για τους θεούς και η δεύτερη για τους ήρωες, κυρίως αυτούς που μετά τον θάνατό τους θεοποιούνται, όπως ο Ηρακλής, οπότε και λατρεύονται, συνήθως στον τόπο της ταφής τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο για την ξεχωριστή θέση που επιφυλάσσει η θρησκεία της πόλεως στους ήρωες, στους νεκρούς εκείνους που από τον τάφο τους δρουν ευεργετικά ή καταστρεπτικά (Ο Λάιος, ο πατέρας του Οιδίποδα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αδικαίωτου δολοφονημένου. Οι καταστροφές που προκαλούνται στη Θήβα θα οδηγήσουν στην αναζήτηση του δολοφόνου και στην αποκατάσταση της λησμονημένης δικαιοσύνης).
 
Κάποτε ο τόπος ταφής τους μένει κρυφός, διότι από την ασφάλειά του εξαρτάται η σωτηρία της πόλεως. Άλλοτε πάλι ο ήρωας είναι υπερτοπικός και δείχνονται πολλοί τάφοι σε διάφορα μέρη· τότε το πρόβλημα -ποιος τάφος είναι αυθεντικός- λύνεται με την αποδοχή ομώνυμων ηρώων, οπότε κάθε τάφος είναι αυθεντικός. Μερικοί υποτιθέμενοι τάφοι ηρώων ήταν κενοτάφια στημένα εκεί όπου παλαιότερα ήταν τόποι χθόνιας λατρείας. Αυτό δείχνει ότι η λατρεία των ηρώων είναι στενά συνδεδεμένη με τη γη και τους νεκρούς, κάτι που προδηλώνεται στα έργα των τεχνών είτε με την παρουσία φιδιού, είτε γιατί οι ήρωες στέκονται μπροστά από σπηλιά -είσοδος στον κάτω κόσμο και τόπος προσφορών προς τις χθόνιες θεότητες και τους νεκρούς του κάτω κόσμου-, είτε από το άλογο, μια και οι ήρωες παριστάνονται συχνά ως ιππείς. Σημειωτέον ότι το άλογο ήταν από παλιά συνδεδεμένο με τον θάνατο και τον κάτω κόσμο, είτε σε σχέση με κάποιον θεό του κάτω κόσμου, είτε ανεξάρτητα ως δαίμονας του θανάτου που προσωρινά μόνο τιθασεύεται από θνητούς ήρωες (Οι θεοί με τους οποίους συνδεόταν το άλογο, κυρίως γονεϊκά, ήταν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, δύο θεοί που διεκδίκησαν την κυριαρχία της Αθήνας:

α) Ο Ποσειδώνας δεν ήταν ο περιορισμένος μόνο στη θάλασσα κυρίαρχος θεός αλλά και κοσμοσείστης και θεός των γλυκών υδάτων. Επιπλέον, το επίθετο Ίππιος με το οποίο λατρευόταν τον συνδέει με το δαιμονικό άλογο του θανάτου. Στη Θέλπουσα, σε ιερό κοντά στον Λάδωνα ποταμό, στα σύνορα της Αρκαδίας προς την Ηλεία, λατρευόταν με πάρεδρο την Ερινύ που στα ιστορικά χρόνια ταυτίστηκε με τη Δήμητρα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το άλογο Αρείονα ή Ερίονα, γνωστό και στην Ιλιάδα (Ψ 346 κ.ε.). Και στη Φιγάλεια, πάλι στην Αρκαδία, στα σύνορα προς τη Μεσσηνία, η σύζυγός του ταυτίστηκε με τη Δήμητρα που λατρευόταν με το επίθετο μέλαινα σε ιερό μέσα σε σπηλιά. Στη σπηλιά υπήρχε αρχαϊκό άγαλμα που την παρίστανε σαν καθιστή γυναίκα με κεφάλι αλόγου (Παυσανίας 8, 25, 4 και 42, 1). Ως Ίππιος ο Ποσειδώνας τιμώνταν στο ιερό της κόρης, που απέκτησε από τη Δήμητρα, στη Λυκόσουρα, και η οποία λατρευόταν ως αυστηρή χθόνια θεά, ενώ το όνομά της γνωστοποιούνταν μόνο στους μυημένους, οι οποίοι από φόβο δεν το κοινοποιούσαν, ενώ οι αμύητοι την αποκαλούσαν απλώς Δέσποινα.

β) Το άλογο συνδεόταν και με την Αθηνά, η οποία έδειξε στον Βελλερεφόντη τον τρόπο να δαμάσει τον Πήγασο, το φτερωτό άλογο, γιο του Ποσειδώνα (Πίνδ., Ολυμπιόν. 13, 63 κ.ε.). Ο ήρωας έκανε στη συνέχεια θυσία ευχαριστήρια στον Γαιήοχο και την Ιππία Αθηνά. Οι δυο μαζί ήταν προστάτιδες θεότητες των αλόγων στον Ίππιο Κολωνό στην Αθήνα. Η παραλλαγή που θέλει τον Ποσειδώνα να τιθασεύει το άλογο (Σοφ., Οιδ. Κ., 714 κ.ε.) και να δωρίζει στην Αθήνα την κυριαρχία των θαλασσών είναι αττική και μάλλον παραχώρηση στον θεό που ηττήθηκε στη διαμάχη με την Αθηνά, ώστε να αποτρέψουν την οργή του. Από την άλλη, αν ο Ποσειδώνας δέσποζε στη θάλασσα, στην ευφυΐα της Αθηνάς αποδίδεται η ναυπήγηση της Αργούς, του πρώτου πλοίου). Χαρακτηριστικοί μύθοι που συνδέουν το άλογο με τον θάνατο είναι του Φαέθοντα και του Ιππόλυτου. Ο πρώτος, γιος του Απόλλωνα, δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα άλογα που μετέφεραν στο στερέωμα τον ηλιακό δίσκο, τα άλογα του δεύτερου αφήνιασαν μπροστά στη θέα ενός ταύρου που έβγαινε από τη θάλασσα και οδήγησαν τον αναβάτη τους στον θάνατο. Ακριβώς λόγω της σύνδεσης του ίππου με τον θάνατο ο ίππος βρίσκεται συχνά μέσα σε τάφους και ως επιτύμβιο, ενώ στην αγγειογραφία ήδη από τη γεωμετρική τέχνη άλογα συνοδεύουν την εκφορά του νεκρού (λ.χ. στον κρατήρα του ζωγράφου του Hirschfeld). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήρωα-ιππέα στον χώρο της Μακεδονίας είναι η περίπτωση του Ηφαιστίωνα, ο οποίος μετά τον θάνατό του λατρεύτηκε ως ήρωας.
 
Όμως η λατρεία των ηρώων, που μπορεί να είναι και υποβιβασμένοι θεοί, αφού πεθαίνουν, δεν έχει μόνο θρησκευτική σημασία. Έχει και πολιτική, γιατί οι ήρωες συνενώνουν τα μέλη μιας ομάδας γύρω από τη λατρεία τους και λειτουργούν ως σύμβολα δόξας και προστασίας της κοινότητας. Σε ήρωα ανακηρύσσεται, λ.χ., ο ιδρυτής μιας αποικίας και ενταφιάζεται στην Αγορά, το κέντρο της νέας αρχής, ενώ δεν λείπουν οι μεταφορές «οστών» από μία πόλη σε άλλη, ώστε να αυξηθεί το κύρος της πόλης που φιλοξενεί τον νεκρό. Ο Κλεισθένης, όταν δημιούργησε τις δέκα φυλές της Αθήνας, ίδρυσε και δέκα ηρώα στην Αγορά και η κάθε φυλή πήρε το όνομά της από έναν από τους δέκα ήρωες· η Σπάρτη, τον 6ο αι. π.Χ., στη διαμάχη της με την Τεγέα, μετέφερε τα οστά του Ορέστη στη Σπάρτη· το 475 π.Χ. ο Κίμωνας μετέφερε τα οστά του Θησέα από τη Σκύρο στην Αθήνα προς δόξα της πόλης και του ίδιου. Γνωστές ακόμη είναι οι μεταφορές των οστών του Αρκάδα από το Μαίναλο στη Μαντίνεια, του Τεισαμενού από την Ελίκη στη Σπάρτη, του Λίνου από τη Θήβα στη Μακεδονία -πραγματοποιήθηκε από τον Φίλιππο μετά τη νίκη του στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.), ύστερα από όνειρο που είδε, όπως και η επαναφορά των οστών στον αρχικό τόπο ταφής τους-, του Ορφέα από τα Λείβηθρα στο Δίον. Και βέβαια ήταν τιμή για μια πόλη να συνδεθεί με κάποιον από τους ήρωες του έπους, τους ήρωες που βρήκαν τον θάνατο στους πολέμους για τη Θήβα και την Τροία, ή άλλους ήρωες άλλων κύκλων, γιατί αυτό προσέδιδε πολιτικό κύρος στην πόλη. Ενώ, δηλαδή, πιστευόταν ότι οι ήρωες είχαν ζήσει στην εποχή του μύθου, απόγονοι τους έφταναν μέχρι τα ιστορικά χρόνια.
Ποια είναι τελικά η σημασία των γενεαλογιών; Ποια είναι η σημασία της ένταξης του ατόμου σε ένα σύνολο, σε μια ομάδα;
 
Ήδη αναφερθήκαμε στη διαδοχή των γενεών, στη δημιουργία μιας αδιάσπαστης αλυσίδας που δημιουργεί τη βεβαιότητα μιας συνέχειας και την ασφάλεια που προκύπτει από αυτήν.
 
Γενεαλογίες βρίσκουμε στα ομηρικά έπη, που καλύπτουν συνήθως τρεις γενιές: τον ήρωα, τον πατέρα του και τον γιο του. Το πιο εκτενές γενεαλογικό δέντρο είναι του Αινεία, που καλύπτει έξι γενιές σε είκοσι έξι στίχους:
 
«Μ᾿ αν να τα μάθεις τώρα θα 'θελες κι αυτά, για να κατέχεις
ποια 'ναι η γενιά μου, όσοι την ξέρουνε πολλοί θαρρώ λογιούνται.
Ο Δίας το Δάρδανο ο αστραπόχαρος γεννά, που κεφαλάρι
εστάθη της γενιάς μας, κι έχτισε τη Δαρδανία· τι ακόμα
στον κάμπο η πόλη η Τροία δε βρίσκουνταν με το άγιο ψυχομέτρι,
μόνο στης Ίδας της πολύπηγης τα πλάγια εζούσαν τότε.
Και πάλε ο Δάρδανος εγέννησε το βασιλιά Έριχθόνιο,
που απ' τους ανθρώπους όλους στάθηκεν ο πιο τρανός στα πλούτη
δικές του τρεις χιλιάδες έβοσκαν φοράδες στο λιβάδι,
και καμάρωναν τα νιογέννητα τρογύρα τους πουλάρια.
Κι ως ο Βοριάς τις είδε που 'βοσκαν, του ξάναψεν ο πόθος,
και γίνηκε άτι γαλαζόχαιτο καί σμίγει ευτύς μαζί τους·
κι αυτές γκαστρώθηκαν και δώδεκα του γέννησαν πουλάρια·
κι αυτά ως χοροπηδούσαν παίζοντας στην πλούσια γης απάνω,
πα στις κορφές τα στάχυα ετρέχανε, χωρίς να τα λυγίζουν
κι ως εσκιρτούσαν πα στης θάλασσας την απλωμένη ράχη,
έτρεχαν στο ψαρί το πέλαγο, ψηλά όπου σπάει το κύμα.
Γιος του Έριχθόνιου ο Τρώας ακούστηκε, μέσα στους Τρώες ρηγάρχης,
κι ο Τρώας τρείς πάλε υγιούς ασύγκριτους έγέννησε, τον Ίλο
και τον Ασσάρακο, τον έμνοστο στερνά το Γανυμήδη,
που για τα κάλλη του ξεχώριζε μες στους ανθρώπους όλους·
κι ως ήταν όμορφος, τον άρπαξαν ψηλά οι θεοί στα ουράνια
για κεραστή του Δία, να βρίσκεται στους αθανάτους μέσα.
Το Λαομέδοντα τον άψεγο γέννησε ο Ίλος πάλε,
κι ο Λαομέδοντας εγέννησε τον Τιθωνό, το Λάμπο,
τον Ικετάονα τον πολέμαρχο, τον Πρίαμο, τον Κλυτίο.
κι ο Ασσάρακος τον Κάπη εγέννησε, κι εκείνος τον Αγχίση·
και πάλε εγώ του Αγχίση, κι ο Έχτορας του Πρίαμου γιος λογιέται.
Τέτοια η γενιά μου εμένα πέτομαι πως είναι, τέτοια η φύτρα.»
(Όμ., Ιλ., Υ 215-241)
 
Σε αυτό το γενεαλογικό δέντρο καλύπτεται η ιστορία της Τροίας και επιμέρους μυθικά επεισόδια (όπως του Γανυμήδη). Αναφέρονται, ακόμη, ο Ίλος, ο Τρως (επώνυμοι ήρωες που φαίνεται ότι επινοήθηκαν για να αιτιολογηθούν οι ονομασίες Ίλιο και Τροία), ο Δάρδανος. Έτσι, δημιουργείται μια χρονολογική σειρά από τον Δία μέχρι τον Έκτορα και τον Αινεία.
 
Ποιο συμπέρασμα προκύπτει από αυτό το γενεαλογικό δένδρο για τους επικούς αοιδούς; Μήπως ο ρόλος τους είναι σημαντικός σε πολλά επίπεδα; Στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούμε να πούμε ότι συνέλεγαν και οργάνωναν μεμονωμένους μύθους, τους συστηματοποιούσαν, οργάνωναν ιστορικά τα μυθικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η μυθική διήγηση να διακρίνεται για την ορθολογικότητά της. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι πρώτοι ιστορικοί που έγραψαν σε πεζό λόγο ασχολήθηκαν με γενεαλογίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Εκαταίος, ο οποίος στο έργο του Γενεαλογίαι επιχείρησε να βάλει σε χρονολογική σειρά την τεράστια μυθική παράδοση, βλέποντας τον κάθε ήρωα, αλλά και τον κάθε μύθο ως κρίκο μιας αλυσίδας. Αυστηρότητα και ακρίβεια είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία των γενεαλογιών που διακρίνονται και από την προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στο τέλος της μυθικής περιόδου -των γιων εκείνων που πολέμησαν στην Τροία- και στην αρχή της ιστορικής μνήμης.
 
Παράδειγμα: Παρατηρήστε το γενεαλογικό δέντρο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας.
 
 
Γόνος τους υπήρξε, ανάμεσα σε άλλους, ο Έλληνας από τον οποίο προήλθαν ο Αίολος, ο Δούρος, ο Ξάνθος, πρόγονοι των τριών κύριων εθνικών και διαλεκτικών ομάδων της Ελλάδας. Τι επιτυγχάνεται μέσα από αυτή τη γενεαλογική ταξινόμηση; Η ταξινόμηση ομάδων που συνδέονταν γλωσσικά και πολιτιστικά κατά την αρχαϊκή εποχή και η νομιμοποίηση των συνόρων τους. Φυσικά, κάθε όνομα συνεπάγεται και μια ιστορία που περιλαμβάνει φόνους, αρπαγές, κανιβαλισμούς (Θυέστης), έρωτες, γάμους, φιλίες.

Αργότερα, αριστοκρατικοί οίκοι προσπάθησαν να συνδέσουν την ιστορική μνήμη με τη γενιά των γιων όσων πολέμησαν στην Τροία, να αποκτήσουν δηλαδή μυθολογική νομιμοποίηση (Η ίδια μυθολογική νομιμοποίηση επιδιωκόταν και κατά την ίδρυση νέων πόλεων και αποικιών. Αγελάδες, κοράκια, σκυλιά, γλάροι, αετοί, αλεπούδες, αρουραίοι, φώκιες οδηγούν τους ιδρυτές αποικιών. Ο Βύζας έπρεπε να πολεμήσει με έναν ταύρο, ο Κάδμος να εξουδετερώσει τον δράκο που φυλούσε την πηγή στη Βοιωτία).
 
Παρατηρήστε τους απογόνους του Ξάνθου και του Αίολου. Αναζητήστε το γενεαλογικό δέντρο του Μακεδόνα, γενάρχη των Μακεδόνων.

Η «ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» του Ηρακλείτου

Στον Ηράκλειτο, ο Λόγος είναι αυτό που συνιστά, φω­τίζει χι εκφράζει την τάξη και τη ροή του κόσμου. Ο λό­γος του Ηράκλειτου - ο λόγος του στοχαστή που στοχά­ζεται τον κόσμο - δεν μπορεί να συλληφθεί αν δεν ανοί­ξουμε μαζί του διάλογο. Ο λόγος θεμελιώνει το λόγο και το διάλογο, κι είναι η ψυχή της διαλεκτικής. Αυτό που - με πολλή ασάφεια - ονομάζουμε διαλεκτική, - είναι ο ρυθμός του ηρακλειτικού λόγου, και για να μπορέσουμε να κάνουμε διάλογο με τον Ηράκλειτο πρέπει ν’ ακολου­θήσουμε αυτό το ρυθμό. Η διαλεκτική προϋποθέτει τo λόγο, πρώτη όμως αυτή θα μελετήσουμε, γιατί αυτή μας δείχνει το δρόμο που ακολουθεί η σκέψη του Εφέσιου: η διαλεκτική είναι μια οδός, μια μέθοδος. Η διαλεκτική όμως δεν είναι μια απλή μεθοδολογική εκκίνηση˙ αυτή διαρθρώνει τις δομές της διαίσθησης που συλλαμβάνει τη δομή του κόσμου. Το δικό μας δίχτυ τη συλλαμβάνει μό­νον όταν κάνουμε δικό μας το ρυθμό της˙ αυτή μας δεί­χνει τη μετατροπή του μύθου σε λόγο. Με τη διαλεκτική, η ποίηση του οράματος και του ρήματος ανταμώνει τη σκέψη του λόγου και της σύλληψης του κόσμου. Ο Αρι­στοτέλης, έχοντας κατά νου τη λογική που λειτουργεί με σύστημα και μ’ έννοιες, θεωρεί ιδρυτή της διαλεκτικής το Ζήνωνα τον Ελεάτη (*). Ο Χέγκελ όμως είναι αυτός που πρώτος κατανόησε ότι ο Ηράκλειτος συνέλαβε «την ίδια τη διαλεκτική σαν αρχή» ([1]). Με το κεφάλαιο που έγραψε για τον Ηράκλειτο στα Μαθήματα πάνω στην Ιστορία της φιλοσοφίας, ο Χέγκελ αρχίζει το διάλογο. Μεταφράζει όμως στη γλώσσα της δικής του διαλεκτικής κι οντολογι­κής λογικής τη σκέψη του Ηράκλειτου' ο Χέγκελ κατα­νοεί μεγαλοφυώς τον Ηράκλειτο, αυτή όμως η κατανόηση επιτυγχάνεται στα πλαίσια της δικής του αφηρημένης ιδεαλιστικής σκέψης. Γράφει ότι «ο Ηράκλειτος συλλαμ­βάνει τώρα το ίδιο το απόλυτο σαν διαδικασία, σαν δια­λεκτική... Σ' αυτόν βρίσκουμε για πρώτη φορά στη φιλο­σοφική της μορφή την ιδέα της αφηρημένης σκέψης... Αυτός αποτελεί την αποτελείωση της προγενέστερης συ­νείδησης, μια αποτελείωση της Ιδέας που οδηγεί στην Ολότητα (που είναι και η αφετηρία της φιλοσοφίας), ή η ουσία της ιδέας που εκφράζει το απεριόριστο, το τι είναι το απεριόριστο... Το απόλυτο είναι η ενότητα του είναι και του μη είναι... Το αληθινό είναι το γίγνεσθαι κι όχι το είναι... Η νόηση (Verstand) χωρίζει το είναι από το μη είναι, ο νους (Vernuft) αναγνωρίζει το ένα στο άλλο... κι έτσι το Όλο, το απόλυτο, μπορεί να οριστεί ως γίγνε­σθαι... Το απεριόριστο το είναι καθεαυτό και δι' εαυτό, είναι η ενότητα των αντιθέτων... Στον Ηράκλειτο, η στιγ­μή της αρνητικότητας είναι ενυπάρχουσα... Ο χρόνος εί­ναι το καθαρό γίγνεσθαι... η καθαρή έννοια» ([2]). Η ηρακλειτική διαλεκτική όμως δεν είναι εννοιολογική. Είναι μια διαλεκτική που ενεργοποιεί μια θεμελιακή διαίσθηση των αντιθέτων. Αργότερα θα οικοδομηθεί η διαλεκτική λογική που λειτουργεί με τις αντιθέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις έννοιες και που κλείνει την τυπική λογική της μη αντίφασης μέσα στη συνθετική λογική. Ο διάλογος του Ηράκλειτου με τον Κόσμο εκφράζεται μέσ' από λογι­σμούς που είναι μεγάλες εξισώσεις.

Οι τρεις Μιλήσιοι, μολονότι συλλαμβάνουν ορισμένες αντιθέσεις που φανερώνονται μέσα στον κόσμο, δεν επεξεργάζονται μια σκέψη διαλεκτική˙ η αντίθεση ανάμεσα στο ζεστό και στο κρύο που υπάρχει στον Αναξίμανδρο, δείχνει ένα συλλογισμό που συλλαμβάνει τις αντιθέσεις που υπάρχουν στη δομή του κόσμου, πρόκειται όμως για ένα στοχασμό που δε φτάνει στο ύψος του ρυθμού μια διαρθρωμένης σκέψης που προσπαθεί ν’ ανταμώσει το ρυθμό του κόσμου. Οι Πυθαγόρειοι, συνδυάζοντας το μυστικισμό με τα μαθηματικά, στοχάζονται την αρμονία και τις αντιθέσεις, αλλά ούτε κι αυτών ο στοχασμός κατα­φέρνει να φτάσει στο σημείο να οραματιστεί την αρμονία των αντιθέτων. Ο Ηράκλειτος κάνει το αποφασιστικό βήμα.

Τό ἀντίξουν συμφέρον καί ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν καί πάντα κατ' ἔριν γίνεσθαι. (Το αντίθε­το (είναι) σύμφωνο, απ' τις διαφορές (γεννιέται) η πιο ωραία αρμονία και τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια (απ. 6). Η θεμελιακή σκέψη αρθρώθηκε. Ο λόγος της διαλεκτι­κής είναι ένας και ενωτικός· όλα τον μιλούν, σ’ όλα ανα­κλάται και διαθλάται. Αρμονία και έρις αντιτίθενται και συντίθενται, όπως και τα αντίθετα εναρμονίζονται. Αυτή η πρώτη αλήθεια μπορεί να έχει ποικίλες εκφάνσεις: φυ­σικές, ιατρικές, μουσικές, πολιτικές. Όλες αυτές οι συ­γκεκριμενοποιήσεις της πρώτης αλήθειας δεν είναι τέ­τοιες παρά μόνο μέσα στο ένα και μοναδικό φως που τις φωτίζει.

Συνάψιες ὅλα καί οὐχ ὅλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνᾷδον διᾷδον, καί ἐκ πάντων ἕν καί ἐξ ἑνός πά­ντα. — Οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως διαφερόμενον ἑωυτῷ ὁμολονγέει· παλίντροπος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καί λύρης. [(Συνδέσεις όλα κι όχι όλα), ομόνοια διχόνοια, συμφωνία ασυμφωνία· απ’ όλα (γεννιέται) το ένα κι από το ένα όλα (απ. 10). Δεν καταλαβαίνουν πως το διαφορετικό συνο­μολογεί με τον εαυτό του˙ αρμονία αντίθετων εντάσεων όπως του τόξου και της λύρας (απ. 51)). Το βίαιο τέντωμα του πολεμικού τόξου και το μελωδικό τέντωμα της μουσι­κής λύρας απεικονίζουν και φανερώνουν τη θεμελιακή αλήθεια της ενότητας των αντιθέτων, όπως στην ιατρική το φάρμακο που δίνουμε σαν αντίδοτο κάνει καλό στον οργανισμό. Ο ρυθμός είναι ένας δεσμός, ένα δέσιμο που κρατάει ενωμένα τα αντίθετα πράγματα (*). Ο ρυθμός της σκέψης πρέπει να δένει τις σκέψεις τη μια με την άλλη και να τις συνδέει με τα πράγματα, αφού πράγματα και σκέψεις δεν είναι καθόλου χωρισμένα.

Αν η τυπική λογική διακρίνει δυο τύπους αντίθεσης των εννοιών - αντίθετες έννοιες (άσπρο-μαύρο) κι αντι­φατικές (άσπρο — μη άσπρο) - ο Ηράκλειτος δε στοχά­ζεται μέσα στα πλαίσια της τυπικής κι εννοιοκρατικής λο­γικής που το ρεύμα της, ξεκινώντας απ’ τις αναζητήσεις του Ζήνωνα, καταλήγει στη δημιουργία αξιωμάτων απ' τον Αριστοτέλη. «Η αρμονία των αντιθέτων: μάλλον αυτό ήταν που γύρευε ο Ηράκλειτος κι όχι η ταυτότητα των αντιφατικών, που αυτά καθεαυτά του ήταν άλλωστε άγνωστα», τονίζει ο Leon Robin ([3]). Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να μιλάμε για την ενότητα των αντιθέτων κι όχι για την ταυτότητα ή τη σύνθεσή τους. Η θεώρηση που κάνει ο Ηράκλειτος είναι σαν του γλύπτη και βγάζει στην επιφάνεια ανάγλυφους όγκους· οι διάφορες πλευρές της ενώνονται και η ταυτότητά τους δεν είναι λογικά η ουσια­στικά εξακριβωμένη. Η διαλεκτική του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε η διαλεκτική της ταυτότητας ούτε εκείνη της σύγχυσης είναι μια διαλεκτική που διαπλάθει έναν περιέχοντα λογισμό. Διαμορφώνει μια σκέψη που δημιουρ­γεί έννοιες, και δε μεταχειρίζεται έννοιες ήδη επεξεργα­σμένες· ο τρόπος που κινείται (ανάμεσα στο «εικονικό» και στο «ανεικονικό» γεννάει και νοητική σύλληψη που αργότερα θα μπει στο δρόμο της νοηματοποίησης. Ο Ηράκλειτος δε διακρίνει ακόμα ούτε και τις λογικές αντι­θέσεις από τις πραγματικές διπολικές αντιθέσεις: η δική του πορεία κατευθύνεται ακατάπαυστα από τα συγκεκρι­μένα φαινόμενα που συλλαμβάνει η σκέψη προς την αφαιρετική σκέψη που φανερώνεται με κάθε τι που υπάρ­χει — κι αντίστροφα. Αυτές οι αντιθέσεις του κάνουν ολόκληρη την πραγματικότητα, κι όχι μόνο τη λογική μορφή, να μπει στο παιχνίδι. Δεν υπάρχει αυτόνομο βασίλειο της Λογικής, και η Πραγματικότητα δεν είναι ένας απ' τους χώρους της ολότητας.

Τα τρία αποσπάσματα που ακολουθούν μας δείχνουν καθαρά πως η σκέψη του Ηράκλειτου δεν είναι προσκολλημένη ούτε στην υλική ουσία των πραγμάτων ούτε στις ιδεατές μετουσιώσεις τους, αλλά στην αλήθεια που θεμε­λιώνει τη σύλληψη αυτού που είναι.

Ξυνόν γάρ ἀρχή καί πέρας ἐπί κύκλον περιφερείας. - Ὁδός ἄνω κάτω μία καί ὡυτή. — Γναφείῳ ὁδός εὐθεῖα καί σκολιή μία ἐστί καί ἡ αὐτή. (Στην περιφέρεια του κύ­κλου αρχή και πέρας συμπίπτουν (απ. 103). Ο δρόμος που ανεβαίνει κι ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος δρόμος (απ. 60). Ευθύς και λοξός δρόμος στο γναφαριό είναι ένας κι ο ίδιος (απ. 59).)

Εδώ δεν έχουμε να χάνουμε με μια αιτιολογική ή με μια χρονολογική ή τοπολογική περιγραφή μεμονωμένων φαι­νομένων που έχουν επιλεγεί σαν παραδείγματα. Ο Ηράκλειτος μας χαράζει το δρόμο της δικής του μεθόδου που συνενώνει άνοδο και κάθοδο χι εκφράζει το ρυθμό του εν γίγνεσθαι είναι της ολότητας. Ο δρόμος που ακολουθεί έχει το δικό του προσανατολισμό και μας ζητάει να τον διατρέξουμε μ' ανοιχτά μάτια. Αυτό που βλέπουν τα μά­τια μας, μας χάνει ήδη να σκεφτούμε πως η αρχή και το τέλος ενός κύκλου συμπίπτουν. Η διαλεκτική σκέψη, που είναι από την ουσία της κυκλική, συλλαμβάνει τον κύκλο διαλεκτικά. Είναι φανερός ο οπτικός κι οραματικός χα­ρακτήρας της ηρακλειτικής διαίσθησης: «τα πράγματα» που βλέπουμε και σκεφτόμαστε έχουν τη δική τους λάμψη που τα οδηγεί ως το σημείο της έκλαμψής τους. Η απορία μπρος στα πράγματα του κόσμου αφυπνίζει το θεωρητικό πνεύμα που μέσ’ απ’ την ποικιλία τους συλλαμβάνει την ενότητά τους. ενότητα που τα περιέχει και τα συνέχει.

Τα αντίθετα, η αντίθεσή τους και η ένωσή τους. εκδη­λώνονται με μια συνεχή κίνηση, κι αυτό που τα κινεί είναι το γίγνεσθαι.

Ποταμοῖς τοῖς αὐτοῖς ἐμβαίνομέν τε καί οὐχ ἐμβαίνομεν, εἶμέν τε καί οὐχ εἶμεν. – Ποταμοῖσι τοῖσιν αὐτοῖσιν ἐμβαίνουσιν ἕτερα και ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ-καί ψυχαί δέ ἀπό ταν ὑγρῶν ἀναθυμιῶνται. – Ποταμῷ γάρ οὐχ ἔστιν ἐμβῆναι δίς τῷ αὐτῷ... (θνητή οὐσία) σκίδνησι καί πάλιν συνάγει... και πρόσεισι καί ἄπεισι. (Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε χαι 6εν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε (απ. 49α). Στα ίδια ποτάμια μπαίνουν συνεχώς άλλα χι άλλα νερά· χι απ' τα υγρά βγαίνουν οι ψυχές σαν αναθυ­μιάσεις (απ. 12). Δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι... (Κάθε τι θνητό) σκορπίζεται και πάλι μα­ζεύεται, πλησιάζει χι απομακρύνεται (απ. 91).

Όλ’ αυτά τα θέματα εκτοξεύουν τις αχτίνες τους ξεκι­νώντας από το ίδιο κέντρο της ηρακλειτικής διαλεκτικής. Τα «υπαρξιακά» προβλήματα: είμαστε και δεν είμαστε, τα «ανθρωπολογικά»: οι ψυχές και η υγρασία, τα «γνωσιολογικά»: η κίνηση και η γνώση της κίνησης, θα ερευνηθούν παρακάτω. Εδώ, το προβάδισμα έχει η αλλαγή, η κίνηση, το γίγνεσθαι' η διαισθητική εικόνα αυτής της ροής είναι το ποτάμι. Ωστόσο, η αλλαγή, η κίνηση, το γί­γνεσθαι και η ροή - όλα όσα ονόμασαν μομπιλισμό του Ηράκλειτου - διαφυλάσσουν τη διάρκεια του (εν γίγνε­σθαι) είναι. Το γίγνεσθαι του είναι δε συνίσταται σ' ένα απλό απροσδιόριστο κύλισμα - που κατευθύνεται προς το απεριόριστο.

Ο Burnet παρατηρεί πως «αυτή η θεωρία συνοψίζεται συνήθως με τη φράση «πάντα ρει», και πρόκειται για μια αρκετά ακριβολόγα σύνοψη, αν και τύχη παράδοξη δεν μας επιτρέπει ν’ αποδείξουμε ότι αυτή η φράση είναι του Ηράκλειτου» ([4]). Πράγματι, η φράση «πάντα ρει» δεν υπάρχει στα πρωτότυπα και σωσμένα αποσπάσματα. Αυ­τό που αντίθετα έχουμε είναι οι διατυπώσεις του κειμέ­νου που παραθέσαμε πιο πάνω. Ο Πλάτων στον Κρατύλο (402α) γράφει: «Ο Ηράκλειτος λέει κάπου ότι όλα περ­νούν και τίποτα δε μένει, και παρομοιάζοντας τα πράγ­ματα με το ρεύμα τον ποταμού, προσθέτει ότι δε θα μπο­ρούσαμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι». Αφού νόμισαν στην αρχή ότι συνέλαβαν όλη την ουσία της ηρακλειτικής "φιλοσοφίας» θεωρώντας την απλώς και μόνο σαv μια δοξασία του συμπαντικού μομπιλισμού, μετά θέ­λησαν να μελετήσουν τον Ηράκλειτο σαν να μην ήταν δι­κή του η μεγάλη εικόνα της κίνησης ([5]), Η εικόνα όμως του ποταμού δεν είναι μόνο ένα σύμβολο που χαλκεύτηκε επειδή το χρειαζόταν ο πλατωνισμός στον αγώνα που έδι­νε εναντίον του σοφιστικού ηρακλειτισμού, και γι' αυτό αμφισβητείται η αξία του. Η εικόνα αυτή είναι μια κεντρική διαίσθηση της αρχέγονης σκέψης του Εφέσιου. Η αλλαγή κυριαρχεί στη φύση και στον κόσμο και προσφέρεται σαν το πιο συγκεκριμένο όραμα, επιβάλλεται στην αντίληψη. Κάτι παραπάνω: αισθανόμαστε πάνω στο δέρ­μα μας τα καινούρια ρεύματα του ποταμού και το ίδιο μας το σώμα είναι γεμάτο απ' τα σημάδια τους. Η κίνηση είναι κίνηση του κόσμου με τον οποίο συνταιριάζεται η κινούμενη σκέψη. Η σκέψη δε διεκδικεί λογικά την κίνη­ση, γιατί δεν υπάρχει κίνηση ανεξάρτητη απ’ τον Κόσμο και τη Σκέψη. Δεν υπάρχει παρά ένας ρυθμός, ο μοναδικός ρυθμός που εναρμονίζει τις κινήσεις των ποικιλόμορ­φων εκδηλώσεων, και με το ρυθμό αυτό σκέψη και κό­σμος είναι δεμένα· ο ρυθμός αυτός είναι ο ρυθμός της διαλεκτικής που συλλαμβάνει το εν γίγνεσθαι είναι της ενότητας των αντιθέτων. Η διαλεκτική σκέψη, σαν ανοι­χτή σκέψη που είναι, σκέφτεται τη διαλεκτική της ολότη­τας. Το ποτάμι είναι μια έκφραση αυτού που είναι: το βλέπουμε αλλά δεν το κυριαρχούμε. «Μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε στα ίδια ποτάμια...». Εδώ δεν υπάρχει υπερο­χή του εικονικού και του αισθητού (το ποτάμι) ούτε του αφηρημένου και του ανεικονικού (η αρχή).Και τα δύο συγχέονται, δεν είναι με κανέναν τρόπο χωρισμένα, και συνιστούν συντροφικά τη στάση του στοχαστή που στο­χάζεται το ποτάμι και ζει τη μεταμόρφωση. Ας μην ξε­χνάμε ότι ο σημερινός στοχαστής βρίσκεται σε μια ιστορι­κή κατάσταση που έχει έρθει έπειτα από πολλές κοπερνίκιες επαναστάσεις: επανάσταση χριστιανική, καρτεσια­νή. καντιανή, χεγκελιανή, μαρξιστική. Η καντιανή τοποθέτηση του προβλήματος — υποκείμενο της γνώσης κι αν­τικείμενο της γνώσης - δεν έχει επιπτώσεις στην αρχαϊκή σκέψη τον Ηράκλειτου To δικό της γίγνεσθαι δεν είναι ούτε το βιβλικό - χριστιανικό γίγνεσθαι, ούτε το χεγκελιανό, ούτε, πολύ λιγότερο, η ορθολογιστική εξέλιξη και μεταβολή. Ο Ηράκλειτος δεν καταλύει την Ολότητα. Η ουσία ίου είναι συνεπάγεται την εξαφάνιση, χι αυτή η εξαφάνιση, αντί να καταλύεται και να διασπείρεται, εί­ναι το Είναι. Στον Ηράκλειτο, το γίγνεσθαι εντάσσεται χι εκφράζεται με μια σκέψη (που ονομάζεται) διαλεκτική, που πάλλεται ακόμη από βαθείς και μακρινούς μυθολογικούς απόηχους.

Η μεταγενέστερη δοξογραφία του Αέτιου, που της χρωστάμε τόσες πληροφορίες για το έργο του Ηράκλει­του, απλουστεύοντας αναφέρει στο Γνώμες των Φιλοσό­φων (1.23, 7-D. Α6): «Ο Ηράκλειτος στερούσε απ’ όλα τα πράγματα την ανάπαυση καθώς και την ακινησία, που είναι μια κατάσταση που ανήκει στους πεθαμένους, και σ' όλα πρόσδινε μια κίνηση που είναι αιώνια για τους αιώνιους και πρόσκαιρη για τους πρόσκαιρους». Ακραία απλοποίηση, απόρροια της πρώτης — Ακαδημαϊκής - δι­δασκαλία; της ιστορίας και της συστηματικής μεθόδου των δοξασιών, και εξαιρετικά επιρρεπής στο να δημιουρ­γεί σχηματικές συγγένειες κι αντιθέσεις. Δε μεταφέρει πια τίποτα απ’ το ρυθμό, το μόνο αληθοφανή, της αρχι­κής σκέψης.

Τα αντίθετα, μέσα στο ακατάπαυστο γίγνεσθαι όπου βρίσκονται, είναι σε σύγκρουση. Τα αντίθετα είναι απο­τέλεσμα μιας σύγκρουσης, αυτά προκαλούν τη σύγκρουση.

Πόλεμος πάντων μέν πατήρ ἐστι, πάντων δέ βασιλεύς, καί τούς μέν θεούς ἔδειξε τούς δέ ἀνθρώπους, τούς μέν δούλους ἐποίησε τούς δέ ἐλεύθερους. – Εἰδέναι δέ χρή τόν πόλεμον ἐόντα ξυνόν, καί δίκη ἔριν, καί γινόμενα πάντα κατ’ ἔριν καί χρεών. (Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων, όλων βασιλιάς' άλλους ανέδειξε θεούς άλλους ανθρώπους, άλλους έχανε δούλους άλλους ελεύθερους (απ. S3) Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός και η διχόνοια δικαιοσύνη, χι ότι τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια κι από ανάγκη (*) (an. 80). Ο πόλεμος κι η διχόνοια επιβάλλονται στο συμπαντικό και στο κοινό επίπεδο. Αυτά θεμελιώνουν και ξεπερνούν κάθε «φυσι­κή», «κοινωνική» κι «ανθρώπινη» εκδήλωση του ανταγω­νισμού. Η διχόνοια κάνει αντίθετα τα αντίθετα κι είναι δίκαιη. Αυτή η αναγκαιότητα δεν είναι εκείνη της ακινη­σίας, αλλά του γίγνεσθαι. Η αναγκαιότητα δεν είναι σε καμιά περίπτωση μονότονη, είναι ασύμφωνη, και η ασυμ­φωνία είναι αναγκαία και μάλιστα αρμονική. Το νερό του ποταμού, η φωτιά της φλόγας, ο πόλεμος της πόλης, είναι συγκεκριμενοποιήσεις, δηλαδή αφετηρίες κι απολήξεις της διαλεκτικής σκέψης. Η ηρακλειτική θεώρηση, συλλαμβάνοντας την αδέκαστη και διαρκή ροή και τη διάρ­κεια που ενυπάρχει στην ανεπίστρεπτη ροή, τη διχόνοια και τη σύγκρουση, δεν είναι ούτε αισιόδοξη ούτε απαι­σιόδοξη αλλά τραγική. Μέσ’ απ' όλες τις αλλαγές, ο κό­σμος παραμένει Κόσμος, η δικαιοσύνη είναι Δικαιοσύνη, δηλαδή δεσμός αναγκαίος με την ύπαρξη και τη σκέψη του καθενός που υπάρχει. Ο ρυθμός ενώνει κι αντιθέτει τα αντίθετα ως ρυθμός. Αυτή η διαλεκτική δεν είναι γέν­νημα μιας υποκειμενικής ευαισθησίας που έχει πληγωθεί από την κίνηση του κόσμου1 δεν είναι καθόλου μια ψυχι­κή διάθεση που αναγορεύεται σ’ ορθολογιστική θεωρία. Η διαλεκτική είναι ένα ράμμα κι ένα δράμα, ένας ρυθμός με τον οποίο είναι δεμένος ο άνθρωπος από το ίδιο του το είναι, που αποτελεί απόσπασμα του συνόλου είναι.

Ο Ηράκλειτος έχει τη σοφία να συμμαχεί με τη διχό­νοια. Ο νεοπυθαγόρειος Νουμίνιος απ’ την Απάμεια της Συρίας (απ. 16, THEDINGA, στον Χαλκίδιο, C. 297 · D.A. 22) σχολιάζει θετικά, αν και σε μια γλώσσα πολύ αλλοιωμένη, κι «εγκωμιάζει τον Ηράκλειτο που προσά­πτει στον Όμηρο ότι προτίμησε το θάνατο και την εκμηδένιση απ’ τις δυστυχίες της ζωής· δε συναισθανόταν ότι αυτό σήμαινε παραδοχή της καταστροφής του κόσμου αφού η ύλη, που είναι η πηγή των συμφορών, θα καταστρεφόταν». Οι ευχές του Ομήρου (Ιλιάδα, Σ 107): «μα­κάρι χανόταν να η διχόνοια απ' τους θεούς κι απ' τους ανθρώπους», καταδικάζονται επειδή είναι παιδαριώδεις χι εξωπραγματικές. Ο Όμηρος αγαπούσε τον ηρωικό αγώνα στα πλαίσια ενός σύμπαντος που το ευχόταν ειρη­νικό, ενώ ο Ηράκλειτος διαπιστώνει την υπέρτατη κυ­ριαρχία της διχόνοιας και δεν μπορεί να διανοηθεί την κατάπαυσή της επειδή δεν μπορεί να διανοηθεί τον συμπαντικό θάνατο να προκαλείται από στασιμότητα. Φυσικά, η φράση του Νουμίνιου: «η ύλη είναι η πηγή των συμ­φορών», δεν είναι ηρακλειτική αλλά γνωστική. Για τον Ηράκλειτο, το Σύμπαν είναι το τόπος του πολέμου, που ξετυλίγεται σ' όλα τα πεδία και είναι πηγή του καλού και του κακού που είναι άρρηκτα δεμένα.

Ο ρυθμός της συμπαντικής κίνησης που ενώνει κι αντιθέτει τα αντίθετα, μέσα στην αρμονία του γίγνεσθαι, αυ­τός ο ρυθμός που συλλαμβάνει η διαλεκτική σκέψη, είναι ο Χρόνος.

Αἰών παῖς ἐστί παίζων, πεσσεύων παιδός ἡ βασιλίη. (Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει, ρίχνοντας ζάρια· ενός παιδιού η βασιλεία (απ. 52).) Η ολότητα του είναι βρίσκεται σε κίνηση χι αυτή η κίνηση είναι ο χρόνος. Ο χρόνος αποτελεί το γίγνεσθαι της ολότητας, χι όταν η σκέψη τον συλλαμβάνει, μοιάζει με το παιχνίδι που παί­ζει ένα παιδί. Ο Χρόνος όμως είναι το παιχνίδι ενός παι­διού που συνεχώς χτίζει και ξεχτίζει, κι αυτό το παιχνίδι παίζεται χωρίς κινδύνους, κινδύνους που ο στοχαστής δεν μπορεί και δεν πρέπει ν’ αποκλείσει αλλά να τους δε­χτεί. Έτσι, οι στιγμές του χρόνου έχουν δύο «αντιτιθέμενα» πρόσωπα: είναι βασιλικές (επιτακτικές) και παιδικές (οιστρηλατημένες). Αν ο χρόνος είναι ένα παιδί που παί­ζει, τότε η διαλεκτική του σοφού είναι η διαλεκτική ενός παιδιού που έχει καταλάβει το Παιχνίδι. Ο ενήλικος το­ποθετείται μέσα στο χρόνο και με την ατάραχη σοφία του αντιμετωπίζει τις στιγμές του χρόνου με ειρωνεία και θλίψη. Αν η βασιλική δύναμη του χρόνου είναι η δύναμη ενός παιδιού, τότε η δύναμη που εμείς έχουμε πάνω στο χρόνο είναι επίσης δύναμη ενός παιδιού. Ο χρόνος είναι ειρωνικός επειδή ξεπερνάει τ' ανθρώπινα πλάσματα και τα σχέδιά τους. Και θλίβονται οι άνθρωποι γιατί δεν εί­ναι παρά μονάχα μια στιγμή του χρόνου. Ο χρόνος είναι το θεμέλιο της διαλεκτικής που συλλαμβάνεται απ' τη σκέψη που αφυπνίζεται. Μόλις γεννιέται η απορία, στρέφουμε το βλέμμα μας προς τις στιγμές του χρόνου, κι ενώ τις ζούμε, ανοίγουμε μ' αυτές διάλογο. Η απορία πρέπει να οδηγεί στο πάθος της αταραξίας για να μπορέ­σει να γεννηθεί η σκέψη. Στον Ηράκλειτο παρακολου­θούμε τη γέννηση της σκέψης, βρισκόμαστε στο αρχέγονο σημείο και διαλεγόμαστε με μια ιδιοφυή παιδική ηλικία - με τη γέννηση ενός παιδιού.

Τα δύο «αντίθετα» αιωνιότητα και χρονικότητα, τα χω­ρίζει διχόνοια και προκαλούν μεταβολές, συνάμα όμως εναρμονίζονται. Ο χρόνος είναι αιώνιος και η αιωνιότη­τα φανερώνεται με το χρόνο. Δεν μπορούμε ν' ανατρέ­ξουμε πέρα απ' το Χρόνο: αυτή είναι η θεμελιακή ανακά­λυψη της διαλεκτικής. Η ομόνοια κι η διχόνοια, ο πόλε­μος κι η ειρήνη, η δικαιοσύνη και η έρις, η ροή του ποτα­μού κι η μελωδία της λύρας, συμβαίνουν μέσα στο Χρόνο. Ο χρόνος είναι ενσωματωμένος σε κάθε διαλεκτική. Ο Jean Wahl (Ανθρώπινη ύπαρξη και υπέρβαση), θέτοντας το πρόβλημα: «ο χρόνος απορρέει απ’ τη διαλεκτική ή η διαλεκτική απ’ το χρόνο;», απαντάει: «στην πραγματικό­τητα, η διαλεκτική προϋποθέτει το χρόνο κι ο χρόνος γί­νεται αισθητός από ένα είδος διαλεκτικής» ([6]). Ο Ηρά­κλειτος συμπεριλαμβάνει στη διαλεκτική του σκέψη το χώρο και το χρόνο, δίνοντας την υπεροχή στο δεύτερο. Η χρονική αλλαγή μας φέρνει κοντά στην αλλαγή που γί­νεται από τη φωτιά, που είναι η κορυφαία δύναμη του κοσμικού γίγνεσθαι. Ο Αέτιος (II 4,3, - D.A.10) θεωρεί τον εαυτό του εξουσιοδοτημένο να μας διδάξει ότι για τον Ηράκλειτο «ο κόσμος γεννιέται όχι όπως ορίζει ο χρόνος αλλά όπως ορίζει η σκέψη». Για τον Ηράκλειτο όμως ο κόσμος δεν είναι κάτι που γεννιέται, χρόνος και σκέψη δεν είναι χωρισμένα. Η σκέψη είναι μια σκέψη πάνω στο χρόνο, γιατί ο χρόνος είναι παρών από την πρώτη κιόλας στιγμή κι από τότε είναι και χρόνος βιωμένος και χρόνος που η σκέψη μας τον σκέφτεται. Η σκέψη είναι αυτό πέρα από το οποίο δεν μπορούμε να πάμε και το φανέρωμά της γίνεται μέσα στο χρόνο.

Η ηρακλειτική διαλεκτική δεν μπορεί να συλληφθεί χω­ρίς τη θεωρία του λόγου που την κάνει λαμπερή. Η διαλε­κτική σκέψη αναπτύσσεται μέσα στον ορίζοντα του λόγου που ζωογονεί την ανοιχτή σκέψη της ολότητας, σκέψη που γονιμοποιεί τη γνώση. Παρουσιάσαμε τη διαλεκτική του Ηράκλειτου πριν απ' την άποψή του για το λόγο, επειδή αυτή η διαλεκτική είναι ένας δρόμος που πρέπει κανείς να τον διατρέξει για να μπορέσει να καταλάβει το λόγο Σ' αυτόν το δρόμο ανταμώνονται η σύγκρουση και η αρμονία των αντιθέτων, το ποτάμι χι ο πόλεμος. Η πο­ρεία μας πάνω ο' αυτή την οδό, η μεθοδική εκκίνηση, μας κάνει να δούμε ότι το Ένα και το Όλο είναι αλληλένδετα κι ότι η Ενότητα και Πολλαπλότητα έχουν μια σχέση διαλογική. Η διαλεκτική δεν αναγορεύει τον εαυτό της από­λυτο κύριο. Τοποθετείται στο κέντρο της Ολότητας και ξέρει πως είναι διαρκώς αποσπασματική και πως περιέχεται μέσα σ' εκείνο που τη θεμελιώνει και την ξεπερνάει. Ενυπάρχει χαραγμένη σ' όλους τους χώρους. Η σκέψη του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε σκέψη ενός φιλοσόφου της φύσης ή ενός φυσικού, ούτε ενός θεολόγου ούτε ενός λογοκράτη˙ η σκέψη αυτή, εκφράζοντας το ρυθμό του συμπαντικού είναι, μας οδηγεί προς την ενότητα, μια ενότητα που δεν είναι ποτέ ολοκληρωτική. Η αμέριστη δύναμή της που τα καλύπτει όλα, δεν είναι ένα δοσμένο αποτέλεσμα αλλά οφείλεται στον πρωταγωνιστικό ρόλο που παίζει στο δράμα του γίγνεσθαι. Η σκέψη αυτή τολμάει να κοι­τάξει τους τραγικούς σπαραγμούς που κάνουν κάθε πα­ρουσία αποσπασματική, κι επειδή δε γυρεύει την ησυχία αλλά την αταραξία, αποδέχεται τις αντιφάσεις και δεν ξεχωρίζει το συμπαντικό απ’ το συγκεκριμένο.

Ο διάλογος που ο πρώτος μεγάλος στοχαστής αρχίζει με τον κόσμο — κάνοντας έτσι φανερή την παρουσία του μέσα στον κόσμο — δεν είναι ούτε ρητορικός ούτε αυθαί­ρετος. Ο διάλογος που έχει με τον κόσμο δεν επιδιώκει να καταλήξει οε μια συνολική ερμηνεία ούτε σε μια αποσπασματική δογματική θέση: παραμένει ανοιχτός και μετατρέπεται με τη σειρά τον σε μια έκκληση. Η ηρακλειτική διαλεκτική αγκαλιάζει τη φύση και το πνεύμα, τον άν­θρωπο και τον κόσμο, τη σκέψη και την ολότητα, ανοίγει το χρόνο στη σκέψη. Το προφητικό τον βάθος δεν εξημε­ρώνεται με τίποτα, και μας διδάσκει να ξεπεράσουμε την ιεροεξεταστική ερώτηση ή το ένα... ή το άλλο... υπερπη­δώντας, πριν τεθεί ιστορικά και συστηματικά, τη λογική αρχή τον αποκλεισμού παντός τρίτον. Έχουμε να χάνου­με πολύ περισσότερο με το ξεπέρασμα της παραδεγμένης αντίφασης παρά με τη διάλυσή της. Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς μας δίνει δίκιο που θεωρούμε τη διαλεκτική σαν τη θεμελιακή ανακάλυψη του Ηράκλειτου: «Πάνθ’ ὅσα ἐν κόσμῳ σχεδόν ἐναντία εἶναι πέφυκεν· οὐ τοῦτο ἐστίν, ὅ φασιν Ἕλληνες τόν μέγαν και ἀοίδιμον παρ' αὐτοῖς Ἡ­ράκλειτον κεφάλαιον τῆς αὑτοῦ προστησάμενον φιλοσοφίας αὐχεῖν ὡς ἐφ' εὑρέσει καινῆ;» (—UIS RERUM DIVINARUM HERES SIT, 43, 214) ([7]).
-------------------- 
*  Ο Αριστοτέλης στον Σοφιστή του (κατά τον DL IX. 25) ανακήρυξε εφευρέτη της διαλεκτικής τον Ζήνωνα τον Ελεάτη.
[1] Μαθήματα πάνω στην ιστορία της Φιλοσοφίας Jubilaumsausgabe, Τ. Ι. 2η έκδοση, Στουτγάρδη, 1940, σελ. 344
[2] Μαθήματα πάνω στην Ιστορία της Φιλοσοφίας, σελ. 344, 348-351, 354.
* (') Στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, ο Προμηθέας μιλώντας για την κατάσταση του λέει (241). ὠδ’ ερρύθμισμαι , είμαι πιασμένος, δεμένος, αλυσοδεμένος απ’ αυτόν τον ρυθμό
[3] Leon Robin, Η ελληνική σκέψη και η καταγωγή του ελληνικού πνεύματος, εκδ. Albin Michel, Paris, 1948, σελ. 93
[4] John Burnet, Η αυγή της ελληνικής σκέψης, 1919
[5] E. Weerts, Herakleit und Herakleiteer, Klass, Philol. Studien  Fasc. 7. Berlin 1926. Platon und der Herakleitismus, Philologus, συμπλ. Τομ. 23, 1931. Βλ. και του Victor Goldschmidt, Essais sur le «Cratyle», Paris, 1940.
* Το «χρή εἰδέναι» συγγενεύει ετυμολογικά, στο κείμενο, με το «γινόμενα παντά κατά χρεών»  
[6] Jean Wahl, Existence humaine et transcedance, Neuchatel, 1944, σελ. 71
[7] Βλ. Burnet. Αυγή…, σελ. 161 και Diels-Kranz, 8η έκδ., Ι τομ., σελ. 491, (Α9α)