Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Κορνήλιος Καστοριάδης: Φαντασιακό και ορθολογικό

Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τι ήταν και τι είναι η ανθρώπινη ιστορία, έξω από την κατηγορία του φαντασιακού. Καμιά άλλη δεν επιτρέπει να σκεφθούμε τα ερωτήματα:

-τι είναι αυτό πού θέτει τον τελικό σκοπό, χωρίς τον όποιο η λειτουργικότητα των θεσμών και των κοινωνικών διαδικασιών θα έμενε ακαθόριστη;

-τι είναι αυτό που μέσα στην απειρία των δυνατών συμβολικών δομών εξειδικεύει ένα συμβολικό σύστημα, εγκαθιστά δεσπόζουσες κανονικές σχέσεις, προσανατολίζει σε μια από τις αναρίθμητες δυνατές κατευθύνσεις όλες τις μεταφορές και μετωνυμίες πού μπορούμε να συλλάβουμε αφηρημένα;

Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε μια κοινωνία έξω από έναν ενοποιό παράγοντα, που θα παράσχει ένα σημαινόμενο περιεχόμενο και θα το συνυφάνει με τις συμβολικές δομές.

Αυτός ο παράγοντας δεν είναι το απλό «πραγματικό»· κάθε κοινωνία συγκρότησε το δικό της πραγματικό (δεν μπαίνουμε στον κόπο να τονίσουμε ότι αυτή η συγκρότηση δεν είναι ποτέ τελείως αυθαίρετη).

Αυτός ο παράγοντας δεν είναι επίσης το «ορθολογικό», η πιο σύντομη θεώρηση της ιστορίας αρκεί για να το αποδείξει, και αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, ή ιστορία δεν θα ήταν αληθινά ιστορία, αλλά στιγμιαία άνοδος σε μια ορθολογική τάξη, ή, το πολύ, καθαρή πρόοδος μέσα στην ορθολογικότητα.

Όμως, αν η ιστορία περιλαμβάνει αναμφισβήτητα την πρόοδο μέσα στην ορθολογικότητα – θα επανέλθουμε – δεν μπορεί να αναχθεί σ’ αυτήν. Ένα νόημα εμφανίζεται σ’ αυτήν από την αρχή κιόλας, που δεν είναι νόημα πραγματικού (με αναφορά στο αντιληπτό) ούτε ορθολογικό, ή θετικά ανορθολογικό, που δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές, και πού εντούτοις είναι της τάξεως της σημασίας· αυτό είναι ή φαντασιακή δημιουργία, ίδιον της ιστορίας, αυτό μέσα στο όποιο και διά του οποίου η ιστορία συγκροτείται αρχίζοντας.

Δεν έχουμε λοιπόν να «εξηγήσουμε» πώς και γιατί αυτονομούνται το φαντασιακό, οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες και οι θεσμοί πού τις ενσαρκώνουν. Πώς θα μπορούσαν να μην αυτονομηθούν, αφού είναι αυτό πού πάντοτε υπήρχε «στην αρχή », αυτό πού, κατά κάποιο τρόπο, υπάρχει πάντα «στην αρχή»;

Στην πραγματικότητα, η ίδια η έκφραση « αυτονομούμαι » είναι καταφανώς απρόσφορη από αυτή την άποψη · δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα στοιχείο πού, εξηρτημένο στην αρχή, «αποσπάται» και γίνεται αυτόνομο σ’ ένα δεύτερο χρόνο (πραγματικό ή λογικό), άλλα με το στοιχείο πού συγκροτεί την ιστορία ως τέτοια. Εάν υπάρχει κάτι πού αποτελεί πρόβλημα, είναι μάλλον ή ανάδυση τού ορθολογικού στην ιστορία, και κυρίως, ή συγκρότησή του ως σχετικά αυτόνομης στιγμής. ”Αν τα πράγματα έχουν έτσι, ένα τεράστιο πρόβλημα ανακύπτει ήδη στο επίπεδο της διάκρισης των εννοιών.

Πώς μπορούμε να διακρίνουμε, μέσα στην ιστορία, τις φαντασιακές από τις ορθολογικές σημασίες ; Ορίσαμε πιο πάνω το συμβολικό-ορθολογικό ως αυτό πού παριστάνει το πραγματικό ή πού είναι απαραίτητο για να το σκαφθούμε ή να δράσουμε πάνω σ’ αυτό. Όμως για ποιόν το παριστάνει; Πώς να το σκεφθούμε; Μέσα σε ποιό πλαίσιο να δράσουμε; Για ποιό πραγματικό πρόκειται; Ποιος ο ορισμός του πραγματικού σ’ αύτη την περίπτωση; Δεν είναι σαφές ότι διατρέχουμε τον κίνδυνο να εισαγάγουμε λάθρα μια ορθολογικότητα (τη δική μας) για να της δώσουμε τον ρόλο της ορθολογικότητας;

Όταν, εξετάζοντας έναν πολιτισμό άλλης εποχής ή άλλου χώρου, χαρακτηρίζουμε φαντασιακό ένα ορισμένο στοιχείο της κοσμοθέασή του ή την ίδια αύτη την νομοθέτηση, ποιό είναι το σημείο αναφοράς;

Όταν βρισκόμαστε, όχι μπροστά σε ένα «μετασχηματισμό» της γης σε θεότητα, αλλά μπροστά σε μια πρωταρχική ταυτότητα, για ένα δεδομένο πολιτισμό, της Γης-Θεάς μητρός, ταυτότητα άρρηκτα συνυφασμένη, γι’ αυτό τον πολιτισμό, με τον εν γένει τρόπο της να βλέπει, να σκέπτεται, να δρα, και να ζει τον κόσμο, δεν είναι αδύνατο να χαρακτηρίζουμε αυτή την οντότητα ως φαντασιακή, χωρίς περισσότερη συζήτηση;

Αν το συμβολικό-ορθολογικό είναι εκείνο πού παριστάνει το πραγματικό ή εκείνο πού είναι απαραίτητο για να το σκεφθούμε ή να δράσουμε επάνω του, δεν είναι προφανές ότι αυτός ο ρόλος παίζεται επίσης, σε όλες τις κοινωνίες, από τις φαντασιακές σημασίες; Το «πραγματικό» για κάθε κοινωνία δεν περιέχει, αξεχώριστα, αυτή τη φαντασιακή συνιστώσα, τόσο όσον αφορά στη φύση, όσο κυρίως, όσον αφορά στον ανθρώπινο κόσμο;

Το «πραγματικό» της φύσεως δεν μπορεί να συλληφθέν έξω από ένα πλαίσιο κατηγοριών, από αρχές οργάνωσης τού αισθητού δεδομένου, κι αυτά δεν είναι ποτέ – ούτε και στη δική μας κοινωνία – απλώς ισοδύναμα, χωρίς τίποτα να περισσεύει ή να λείπει, με τον πίνακα των κατηγοριών πού καταστρώνουν οι λογικοί (και πού άλλωστε τροποποιείται αιωνίως).

Όσο για το «πραγματικό» τού ανθρώπινου κόσμου, αυτό υποτάσσεται σε κατηγορίες, μέσω της κοινωνικής δόμησης και τού φαντασιακού που αυτή σημαίνει, όχι μόνο ως δυνατό αντικείμενο γνώσεως, άλλα εμμενώς, στο καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό του είναι· σχέσεις ανάμεσα σε άτομα και ομάδες, συμπεριφορές, κίνητρα, όχι μόνο μένουν ακατανόητα για μας, άλλα είναι και αδύνατα καθ’ εαυτά έξω από αυτό το φαντασιακό. Ένας «πρωτόγονος» που θα ήθελε να δράσει αγνοώντας τις φυλετικές ταξινομήσεις και ένας Ινδός της παλαιάς εποχής που θα αποφάσιζε να αγνοήσει πως υπάρχουν κάστες, θα ήταν πιθανότατα τρελοί – ή θα γίνονταν σύντομα.

Πρέπει λοιπόν να προσέχουμε, όταν μιλούμε για το φαντασιακό, μήπως αποδώσουμε κατά λάθος στη θεωρούμενη κοινωνία μια απόλυτη ορθολογική ικανότητα, ή όποια, παρούσα εξ υπαρχής, απωθήθηκε ή καλύφθηκε από το φαντασιακό.

Όταν ένα άτομο πού μεγαλώνει μέσα στον πολιτισμό μας, πού σκοντάφτει σε μια δομημένη μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο πραγματικότητα, πού περιβάλλεται από ένα διαρκή κοινωνικό έλεγχο, «αποφασίζει» ή «επιλέγει» να βλέπει κάθε πρόσωπο πού συναντά ως ένα δυνάμει διώκτη του και αναπτύσσει ένα παραλήρημα καταδίωξης, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την αντίληψη πού έχει για τούς άλλους ως φαντασιακή, όχι μόνο «αντικειμενικά» ή κοινωνικά — ως προς τα εγκαθιδρυμένα σημεία αναφοράς — άλλα υποκειμενικά, με την έννοια ότι «θα μπορούσε» να είχε σχηματίσει μια σωστή άποψη για τον κόσμο· ή έντονα υπερισχύουσα φαντασιακή λειτουργία στην ανάπτυξη του απαιτεί μια ξεχωριστή εξήγηση, καθόσον άλλες μορφές ανάπτυξης ήσαν δυνατές, και πραγματοποιήθηκαν από τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων.

Κατά κάποιο τρόπο, καταλογίζουμε στους τρελούς μας την τρέλα τους, όχι με την έννοια πώς είναι δική τους, άλλα ότι θα μπορούσαν να μην την είχαν παράγει. Όμως ποιος μπορεί να πει για τους Έλληνες ότι ήξεραν πολύ καλά, ή ότι θα μπορούσαν να ξέρουν, ότι οι θεοί δεν υπάρχουν και ότι το μυθικό τους σύμπαν είναι μια « παρέκκλιση » σε σχέση με μια νηφάλια άποψη για τον κόσμο, παρέκκλιση πού απαιτεί να εξηγηθεί ως τέτοια; Αυτή η νηφάλια, η δήθεν νηφάλια άποψη, είναι απλούστατα η δική μας.

Αυτές οι παρατηρήσεις δεν εμπνέονται από μια αγνωστικιστική η σχετικιστική στάση. Ξέρουμε ότι οι θεοί δεν υπάρχουν, ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να « είναι » κοράκια, και δεν μπορούμε να το ξεχάσουμε επίτηδες, όταν εξετάζουμε μία κοινωνία άλλου χρόνου ή χώρου. Όμως συναντούμε εδώ, σε ένα πιο βαθύ και δύσκολο επίπεδο, επίπεδο το ίδιο παράδοξο, την ίδια αντινομία της αναδρομικής εφαρμογής των κατηγοριών, της «προς τα πίσω προβολής» τού δικού μας τρόπου σύλληψης τού κόσμου, πού αναφέραμε πιο πάνω με αφορμή τον μαρξισμό, αντινομία πού είχαμε ήδη πει ότι είναι στοιχείο πού συγκροτεί την ιστορική γνώση.

Είχαμε διαπιστώσει τότε ότι δεν μπορούμε, για τις περισσότερες προ-καπιταλιστικές κοινωνίες, να διατηρήσουμε το μαρξιστικό σχήμα ενός «καθορισμού» της κοινωνικής ζωής και των διαφόρων σφαιρών της, της εξουσίας επί παραδείγματι από την οικονομία, διότι αυτό το σχήμα προϋποθέτει μια αυτονόμηση αυτών των σφαιρών, που δεν υπάρχει με πλήρη μορφή παρά μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία· σε μια τόσο κοντινή σε μάς, στον χώρο και στον χρόνο περίπτωση, όπως ή φεουδαρχική κοινωνία (και οι γραφειοκρατικές κοινωνίες των Ανατολικών χωρών), σχέσεις εξουσίας και οικονομικές σχέσεις είναι δομημένες με τέτοιο τρόπο, πού ή ιδέα « καθορισμού » των μεν από τις δε στερείται νοήματος.

Μ’ έναν πολύ πιο βαθύ τρόπο, ή προσπάθεια να διακρίνουμε καθαρά, με στόχο να διαρθρώσουμε τη σχέση τους, το λειτουργικό, το φαντασιακό, το συμβολικό και το ορθολογικό, σε κοινωνίες άλλες από αυτές της Δύσεως των τελευταίων δύο αιώνων (και μερικές στιγμές της ιστορίας της Ελλάδας και της Ρώμης) σκοντάφτει πάνω στην αδυναμία να δοθεί σ’ αυτή τη διάκριση ένα ακριβές περιεχόμενο, πού να είναι πραγματικά χαρακτηριστικό για τις θεωρούμενες κοινωνίες, που να έχει πραγματική εφαρμογή επάνω σ’ αυτές.

Εάν οι θεϊκές δυνάμεις, εάν οι «τοτεμικές» ταξινομήσεις, είναι, για μια αρχαία η αρχαϊκή κοινωνία, κατηγορικές αρχές οργάνωσης τού φυσικού και κοινωνικού κόσμου, όπως αναμφισβήτητα είναι, τί σημαίνει, από μια τελεστική άποψη (δηλαδή για την κατανόηση και για την « εξήγηση » αυτών των κοινωνιών), η ιδέα ότι αυτές οι αρχές υπάγονται στο φαντασιακό ως αντιτιθέμενο στο ορθολογικό ;

Αυτό το φαντασιακό είναι εκείνο πού κάνει τον κόσμο των Ελλήνων και των Αράντα να μην είναι χάος άλλα διατεταγμένη πολλαπλότητα, που κάνει το εν να οργανώνει το πολυειδές* χωρίς να το συνθλίβει, πού προκαλεί την ανάδυση της άξιας και της ανάξιας, πού χαράσσει, γι’ αυτές τις κοινωνίες, το σύνορο ανάμεσα στο «αληθές» και το « ψευδές », στο επιτρεπτό και το απαγορευμένο — χωρίς τα όποια δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν ούτε δευτερόλεπτο*.

Αυτό το φαντασιακό δεν έχει μόνο τη λειτουργία τού ορθολογικού, είναι ήδη μια από τις μορφές του, το περιλαμβάνει σε μια πρώτη και απείρως γόνιμη αδιακρισία, κι εκεί μπορούμε να ξεχωρίσουμε τα στοιχεία πού προϋποθέτει ή δική μας ορθολογικότητα**.

Θα ήταν λοιπόν, από αυτή την άποψη, όχι λάθος άλλα κυριολεκτικά χωρίς νόημα, να θελήσουμε να συλλάβουμε την προηγούμενη ιστορία της ανθρωπότητας σε συνάρτηση με το ζεύγος κατηγοριών φαντασιακό-ορθολογικό, πού δεν έχει πραγματικά το πλήρες νόημά του παρά μόνο για μας. Και εντούτοις – αυτό είναι το παράδοξο – δεν μπορούμε να μην το κάνουμε.

Όπως δεν μπορούμε, όταν μιλούμε για τη φεουδαρχική περίοδο, να προσποιηθούμε ότι ξεχνάμε την έννοια της οικονομίας, ούτε να παραιτηθούμε από την υπαγωγή σε οικονομικές κατηγορίες, φαινομένων που δεν ήταν τέτοια για τούς ανθρώπους της εποχής, έτσι δεν μπορούμε να δείξουμε ότι αγνοούμε τη διάκριση ορθολογικού-φαντασιακού μιλώντας για μια κοινωνία για την οποία αυτή η διάκριση δεν είχε νόημα, ή δεν είχε το ίδιο περιεχόμενο που έχει για μας. Αυτή την αντινομία, η δική μας θεώρηση της ιστορίας, πρέπει αναγκαστικά να την επωμιστεί.

Ο ιστορικός ή ο εθνολόγος πρέπει υποχρεωτικά να προσπαθήσει να κατανοήσει το φυσικό και κοινωνικό σύμπαν των Βαβυλωνίων και των Μπορορό, όπως βιώθηκε από αυτούς, και, προσπαθώντας να το εξηγήσει, πρέπει να αποφύγει να εισαγάγει μέσα σ’ αυτό καθορισμούς πού δεν υπήρχαν γι’ αυτό τον πολιτισμό (συνειδητά ή ασυνείδητα). Όμως δεν μπορεί να μείνει εκεί. Ο εθνολόγος που αφομοίωσε τη θέαση που έχουν οι Μπονόρα για τον κόσμο τόσο καλά, ώστε δεν μπορεί πια να τον δει παρά μόνο με τον δικό τους τρόπο, δεν είναι πια εθνολόγος, αλλά ένας Μπορορό – και οι Μπορορό δεν είναι εθνολόγοι.

Ο λόγος υπάρξεως του δεν είναι να εξομοιωθεί με τούς Μπορορό, άλλα να εξηγήσει στους Παρισινούς, στους Λονδρέζους, ατούς Νεοϋορκέζους τού 1965, αύτη την άλλη ανθρωπότητα πού αντιπροσωπεύουν οι Μπορορό. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μέσα στη γλώσσα, με την βαθιά έννοια τού όρου, μέσα στο σύστημα κατηγοριών των Παρισινών, Λονδρέζων κ.λπ. Αυτές δε οι γλώσσες δεν είναι « ισοδύναμοι κώδικες » — ακριβώς διότι στη δόμησή τους οι φαντασιακές σημασίες παίζουν ένα ρόλο κεντρικό****.

Αυτός είναι ό λόγος πού το δυτικό πρόσταγμα της συγκρότησης μιας ολικής ιστορίας, εξαντλητικής κατανόησης και εξήγησης των κοινωνιών άλλων εποχών και χώρων, περιέχει αναγκαστικά στη ρίζα του την αποτυχία, αν θεωρηθεί ως κατοπτρίστηκα πρόσταγμα. Ο δυτικός τρόπος θεώρησης της ιστορίας βασίζεται στην ιδέα ότι αυτό πού ήταν νόημα δι’ εαυτό, νόημα της κοινωνίας τους για τούς Συρίους, μπορεί να γίνει, με απόλυτη ακρίβεια, νόημα για μας. Αυτό όμως είναι προφανώς αδύνατο, και προσβάλλει συγχρόνως ως αδύνατο το κατοπτριστικό πρόταγμα μιας ολικής ιστορίας.

Η ιστορία είναι πάντοτε ιστορία για μάς -πράγμα πού δεν σημαίνει ότι έχουμε το δικαίωμα να την ακρωτηριάσουμε όπως μας αρέσει, ούτε να την υποτάξουμε αφελώς στις δικές μας προβολές, αφού ακριβώς αυτό που μας ενδιαφέρει στην ιστορία, είναι η αυθεντική μας ετερότητα, τα άλλα δυνατά τού ανθρώπου στην απολυτή τους μοναδικότητα. Όμως, ως απόλυτη, αύτη η μοναδικότητα καταργείται αναγκαστικά τη στιγμή που προσπαθούμε να τη συλλάβουμε, όπως στη μικροφυσική «εξαφανίζεται» το στοιχειώδες σωμάτιο, ως ορισμένη ποσότητα κίνησης, όταν προσδιορίσουμε τη θέση του.

Ωστόσο, αυτό πού εμφανίζεται ως ανυπέρβλητη αντινομία στον κατοπτριστηκό λόγο, αλλάζει έννοια, όταν αποκαθιστούμε τη θεώρηση της ιστορίας μέσα στο δικό μας πρόσταγμα θεωρητικής διαύγασης του κόσμου, και ιδιαίτερα του ανθρώπινου κόσμου, όταν βλέπουμε σ’ αυτήν ένα μέρος της προσπάθειάς μας να ερμηνεύσουμε τον κόσμο για να τον μετασχηματίσουμε – όχι υποτάσσοντας την αλήθεια στις απαιτήσεις της κομματικής γραμμής, άλλα εγκαθιδρύοντας ρητά τη διαρθρωμένη ενότητα διαύγασης και δραστηριότητας, θεωρίας και πρακτικής, για να δώσουμε την πλήρη της πραγματικότητα στη ζωή μας, ως αυτόνομο πράττει, δηλαδή ως διαυγή δημιουργική δραστηριότητα.

Διότι τότε, το έσχατο σημείο της συμβολής αυτών των δύο προταγμάτων – να κατανοήσουμε και να μετασχηματίσουμε – δεν μπορεί να βρίσκεται κάθε φορά παρά μόνο μέσα στο ζωντανό παρόν της ιστορίας, που δεν θα ήταν ιστορικό παρόν, εάν δεν υπερέβαινε τον εαυτό του με κατεύθυνση ένα μέλλον που είναι να γίνει από μας. Και, το ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το άλλοτε και το αλλού της ανθρωπότητας παρά μόνο σε συνάρτηση με τις κατηγορίες μας – πράγμα πού επανέρχεται σ’ αυτές τις κατηγορίες, τις σχετικοποιεί, και μάς βοηθάει να ξεπεράσουμε την υποδούλωση στις δικές μας μορφές τού φαντασιακού – όπως και της ορθολογικότητας – αυτό δεν εκφράζει απλώς τους όρους κάθε ιστορικής γνώσης και το ρίζωμά της, άλλα το γεγονός ότι κάθε διαύγαση πούυεπιχειρούμε είναι τελικά ιδιωφελής, είναι για μάς με μια δυνατή έννοια, διότι δεν βρισκόμαστε εδώ για να πούμε αυτό πού είναι, άλλα για να κάνουμε να είναι αυτό που δεν είναι (στο όποιο η έκφραση αυτού που είναι ανήκει ως στιγμή).

Το πρόταγμά μας της διαύγασες των προηγούμενων μορφών της ύπαρξης της ανθρωπότητας δεν αποκτά το πλήρες νόημά του παρά ως στιγμή του προτάγματος της διαύγασης της ύπαρξής μας, με τη σειρά της αξεχώριστης από το τωρινό μας πράττειν. Είμαστε ήδη, ότι κι αν κάνουμε, στρατευμένοι σε ένα μετασχηματισμό αυτής της ύπαρξης, ως προς τον όποιο ή μόνη επιλογή πού έχουμε είναι ανάμεσα στο υφίσταμαι και στο πράττω, στη σύγχυση και στη διαύγεια.

Ότι αυτό μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να επανερμηνεύσουμε και να επαναδημιουργήσουμε το παρελθόν, ορισμένοι μπορούν να το δουν με δυσφορία και να καταγγείλουν « ένα πνευματικό κανιβαλισμό, χειρότερο από τον άλλο ». Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα επ’ αυτού, Αλ’ ούτε και αυτοί, όπως δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την τροφή μας να περιέχει, σε συνεχώς αυξανόμενη αναλογία, τα στοιχεία πού αποτελούσαν το σώμα των προγόνων μας εδώ και τριάντα χιλιάδες γενεές.
------------------
* Από αυτή την άποψη υπάρχει λοιπόν μια «λειτουργικότητα» του πραγματικού φαντασιακού, στον βαθμό που είναι « όρος υπάρξεως » της κοινωνίας. Όμως είναι όρος υπάρξεως της κοινωνίας ως ανθρώπινης κοινωνίας, και αύτη η ύπαρξη ως τέτοια δεν ανταποκρίνεται σε καμιά λειτουργικότητα, δεν είναι τέλος κανενός πράγματος και δεν έχει τέλος.

** Αυτή μας φαίνεται και παρά τις προθέσεις του ότι είναι ή ουσιαστική συμβολή του Claude LeviStrauss, ειδικότερα στην Pensee Sauvage, πολύ περισσότερο από τη συγγένεια ανάμεσα στην «αρχαϊκή» σκέψη και το μαστόρεμα ή την ταύτιση «άγριας σκέψης» και σκέτης ορθολογικότητας. ‘Όσο για το τεράστιο πρόβλημα, στο πιο ριζικό φιλοσοφικό επίπεδο, της σχέσης φαντασιακού και ορθολογικού, του ζητήματος αν το ορθολογικό δεν είναι παρά μια στιγμή τού φαντασιακού ή αν εκφράζει τη συνάντηση του ανθρώπου με μια υπερβατική τάξη, δεν μπορούμε εδώ παρά να το αφήσουμε ανοιχτό, αμφιβάλλοντας έξαλλου εάν θα μπορούσαμε ποτέ να κάνουμε διαφορετικά. [Πραγματευόμαστε αυτό το πρόβλημα διεξοδικά στο δεύτερο μέρος αυτού του βιβλίου.]

*** Αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι κάθε κοινωνία διακρίνει αναγκαστικά αυτό που είναι πραγματικό-ορθολογικό γι’ αυτή από αυτό που είναι φαντασιακό γι’ αυτή

**** Όπως θα έλεγαν οι γλωσσολόγοι, αυτές οι γλώσσες δεν έχουν μόνο μια γνωστική λειτουργία· και μόνο τα γνωστικά περιεχόμενα [θα έλεγα τώρα: ταυτιστικά] είναι εξ ολοκλήρου μεταφράσιμα Πρβλ. Roman Jakobson, Essais de lingui-stique generate, οπ.π. σ. 78-86. Ή ολική διαλεκτική της ιστορίας, πού συνεπάγεται τη δυνατότητα μιας εξαντλητικής de jure μετάφρασης κάθε πολιτισμού στη γλώσσα του « ανώτερου » πολιτισμού, συνεπάγεται μια τέτοια αναγωγή της ιστορίας στο γνωστικό. ’Από αυτή την άποψη, το παράλληλο με την ποίηση είναι απόλυτα ακριβές, το κείμενο της ιστορίας είναι μια αξεδιάλυτη ανάμειξη γνωστικών και ποιητικών στοιχείων. Ή ακραία στρουκτουραλιστική τάση λέει περίπου: Δεν μπορώ να σας μεταφράσω τον Άμλιτ στα γαλλικά, ή θα το κάνω με τρόπο πολύ πτωχό, άλλα αυτό που είναι πιο ενδιαφέρον από το κείμενο του Άμλετ είναι η γραμματική της γλώσσας στην οποία είναι γραμμένο και το γεγονός ότι αυτή ή γραμματική είναι μια ειδική περίπτωση μιας καθολικής γραμματικής. Μπορούμε να απαντήσουμε: “Όχι, ευχαριστούμε, ή ποίηση μάς ενδιαφέρει στον βαθμό πού περιλαμβάνει κάτι περισσότερο απ’ τη γραμματική. Κι επίσης μπορούμε να ρωτήσουμε: Και γιατί λοιπόν ή αγγλική γραμματική δεν είναι κατ’ ευθείαν αυτή ή παγκόσμια γραμματική; Γιατί υπάρχουν πολλές γραμματικές; Προφανώς, τα ποιητικά στοιχεία, αν δεν είναι απολύτως μεταφράσιμα, δεν μένουν χωρίς πρόσβαση. Αυτή όμως ή πρόσβαση, είναι επαναδημιουργία: «ή ποίηση, εξ ορισμού, είναι αμετάφραστη. Μόνο ή δημιουργική μεταφορά είναι δυνατή» (Jakobson, όπ.π., σ. 86). ‘Υπάρχει, ακόμα και πέρα από το γνωστικό περιεχόμενο, προσεγγιστική ανάγνωση και κατανόηση μέσα από τις διάφορες ιστορικές φάσεις. Όμως αυτή η ανάγνωση πρέπει να αναδεχθεί το γεγονός ότι είναι ανάγνωση από κάποιον  

Καστοριάδης Κορνήλιος – Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας

Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Πρόλογος

«Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου». (Η Ορθοδοξία μας, σ. 214).

Ακριβώς σε αυτήν την θεολογική παραδοχή, στηρίζεται όλο το παρόν άρθρο μας. Η θεολογική θέση που έχει ο Χριστός, εξαρτά και την θεολογική θέση της Μαρίας. Ήταν όμως πάντοτε η ίδια, ή μήπως διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο; Στην πλαστογραφημένη επιστολή του Ιούδα του «Αδελφόθεου», η οποία είναι ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, ο άγνωστος συντάκτης υποστηρίζει, όχι μόνο ότι η πίστη παραδόθηκε μία φορά, αλλά προτρέπει τους πιστούς να αγωνίζονται για αυτήν, σαν κάτι στατικό. «ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (στ. 3). Οι σύγχρονοι απολογητές ισχυρίζονται ότι δεν γραμμένα τα πάντα μέσα στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά ότι και αυτή αποτελεί μέρος της «Ιεράς Παραδόσεως». Έτσι δικαιολογούν από την μία μεριά τις σοβαρότατες ελλείψεις της Καινής Διαθήκης σε σχέση με την μεταγενέστερη θεολογία, και από την άλλη προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με βάση τα αποκρυσταλλωμένα δόγματα του 4ου- 5ου αιώνος.

Παρ' όλα αυτά, αν μελετήσουμε προσεκτικά την χριστιανική γραμματεία, θα παρατηρήσουμε μια σταδιακή εξέλιξη στην χριστολογία της Εκκλησίας, που επηρεάζει και την «Μαριολογία». Ειδικά, κατά τις λεγόμενες «χριστολογικές» έριδες, εντός της Εκκλησίας πάντα, παράλληλα με την ενίσχυση της «θεότητας» του Ιησού, ενισχύθηκε και η θεολογική θέση της Μαρίας, ως «Θεομήτωρ», «Θεοτόκος», και «Αειπάρθενος». Και μαζί με αυτά, και οι σχετικές εορτές και τα προσκυνήματα, για τα οικονομικά οφέλη του ιερατείου. Δες και εδώ

Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε αυτήν την εξέλιξη κατά τους πρώτους αιώνες, με τρόπο συνοπτικό, και αναφερόμενοι κυρίως στην μερίδα εκείνη του πολυμορφικού χριστιανισμού, που τελικά επικράτησε και αργότερα εδραιώθηκε με την πολιτική εξουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την αυτοαποκαλούμενη «ορθόδοξη», η οποία φρόντισε να εξαφανίσει τα συγγράμματα των αντιπάλων. Πως η Μαρία, από απλή γυναίκα, σταδιακά μετετράπη σε «μετά Θεόν, η θεός τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα», όπως αναφέρεται σε ύμνο της Εκκλησίας του 7ου αιώνος (Άγιος Ανδρέας, αρχιεπίσκοπος Κρήτης). ΔΕΣ: ΕΙΧΕ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΑΧΒΕ ΣΥΖΥΓΟ;

Τί προκύπτει από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης

Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όσα δηλαδή κρίθηκαν εκ των υστέρων ως «κανονικά», μέσα από μια μακρά διαδικασία που διήρκησε δύο-τρεις αιώνες, αν και πλαστογραφημένα σε πάμπολλα σημεία όπως έχει αποδείξει η επιστημονική έρευνα, εντούτοις περιέχουν σπέρματα που αντικατοπτρίζουν τα ποικίλα ρεύματα του πολυμορφικού Χριστιανισμού, για τουλάχιστον έναν αιώνα. Οι επιμέρους συγγραφείς των βιβλίων, άγνωστοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία, εκφράζουν διαφορετικές θεολογικές αντιλήψεις, τόσο ως προς την χριστολογία, όσο και για την θέση της Μαρίας. Το κοινό τους σημείο, είναι ότι πουθενά δεν ισχυρίζονται όσα θα ισχυριστούν αργότερα οι θεολόγοι και ειδικά κατά την περίοδο των χριστολογικών ερίδων (4ος-6ος αιώνας).

Όπως είναι γνωστό, ο Παύλος, είναι ο αρχαιότερος χριστιανός συγγραφέας του οποίου διαθέτουμε γραπτά (γράφει περίπου μεταξύ 49-60 π. κ. ε). Μέσα από τις επιστολές του, που τις απευθύνει κυρίως στις περιοχές όπου σύστησε ομάδες πιστών, μεταξύ «των εθνών», δεν προκύπτει ότι έδινε μεγάλη σημασία στο πρόσωπο της Μαρίας. Ούτε καν «παρθένο» δεν την αναφέρει. Φαίνεται να αγνοεί ακόμα και αυτό το θαυμαστό «γεγονός» της παρθενικής γέννησης, παρ' ότι ήταν άριστος γνώστης των ιουδαϊκών «προφητικών» κειμένων. Έτσι, στην «Προς Ρωμαίους» επιστολή του, γράφει: «περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαβὶδ κατὰ σάρκα» (1:3). Από το «σπέρμα» του Δαβίδ, σημαίνει ότι ο Ιησούς κατάγεται από απογόνους του Δαβίδ. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς είχε πατέρα φυσικό (και όχι απλά νομικό, όπως ισχυρίζονται οι απολογητές), πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να ισχύει ταυτόχρονα η γέννηση από Παρθένο, όπως μεταπλάστηκε αργότερα η «ιστορία». Σύμφωνα με τις εβραϊκές συνήθειες της εποχής, η καταγωγή δίδονταν από τον πατέρα (Αριθμοί, 1:18, - Β΄ Έσδρα, 2:59).

Σε άλλη επιστολή του, αναφέρει σχετικά: «ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός» (Προς Γαλάτας, 4:4). Αποκαλεί την Μαρία ως «γυναίκα» και όχι ως «παρθένο», όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα σημερινά θεολογικά δεδομένα. Στην Γραφή, πάντα γίνεται διάκριση μεταξύ γυναίκας (που είναι η παντρεμένη), και παρθένου (που είναι η μη παντρεμένη). Μάλιστα, ο ίδιος ο Παύλος, κάνει την διάκριση και ξεχωρίζει τους όρους αυτούς στην πρώτη επιστολή του «Προς Κορινθίους», που γράφει: «μεμέρισται ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος» (7:34). Διαφέρει, δηλαδή. Συνεπώς, κατά τον Παύλο, η Μαρία γέννησε τον Ιησού με φυσικό τρόπο και όχι υπερφυσικό. Σε αυτό συνηγορεί και η σχετική χριστολογική άποψη του Παύλου, όπως εκφράζεται από τον ίδιο στην «Προς Φιλιππησίους» επιστολή του:
τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος• καί σχήματι εὑρεθείς ὥς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου θανάτου δὲ σταυροῦ· διὸ καὶ ὁ θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν θεοῦ πατρός.
(2:5-11)
Κατά τον Παύλο, λοιπόν, ο Ιησούς είναι μια «θεϊκή οντότητα», που αδειάζει τον εαυτό του λαμβάνοντας ομοίωμα και σχήμα ανθρώπου, πεθαίνει, ανασταίνεται από τον Θεό και τότε είναι που ο Θεός τον υπερυψώνει και τον κάνει «Κύριο». Ο συγγραφέας των «Πράξεων», διασώζει σχετικό κήρυγμα του Παύλου: «ταύτην ὁ θεὸς ἐκπεπλήρωκεν τοῖς τέκνοις αὐτῶν ἡμῖν ἀναστήσας Ἰησοῦν ὡς καὶ ἐν τῷ ψαλμῷ τῷ δευτέρῳ γέγραπται Υἱός μου εἶ σύ ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε» (13:33).

Κατά την υποτιθέμενη «ανάσταση» του Ιησού από τον Θεό, τότε έγινε Υιός του Θεού. Αυτή την έννοια έχει η φράση «Εγώ σήμερα σε γέννησα», δηλαδή, σήμερα σε υιοθέτησα.

Τότε υπερυψώθηκε και έγινε «Κύριος», σύμφωνα με την «Προς Φιλιππησίους» επιστολή. Σε αυτό, συνηγορεί και ο Πέτρος, κήρυγμα του οποίου διασώζεται πάλι στο βιβλίο των «Πράξεων»:
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου, οὔδε ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδεν διαφθοράν ·τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ θεός οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες (...) ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ θεός ἐποίησεν τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε.
(2:31-36)
Κατά την «ανάσταση», λοιπόν, ο Ιησούς έγινε «Κύριος» και «Χριστός» από τον Θεό. Συνεπώς, όταν γεννήθηκε ο Ιησούς, γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος. Για αυτόν τον λόγο, η θέση της Μαρίας δεν ήταν κάποια πολύ σημαντική, όπως έγινε αργότερα. Αυτές οι απόψεις, σήμερα θεωρούνται αιρετικές. Όμως, μάλλον ότι ήταν «ορθόδοξες» κατά την εποχή εκείνη.

Στο «Κατά Μάρκον» ευαγγέλιο, που αν δεχτούμε τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του Ειρηναίου, γράφτηκε καθ’ υπαγόρευση του αποστόλου Πέτρου, ο Ιησούς γίνεται «Χριστός» όχι κατά την «ανάσταση», αλλά κατά την βάπτιση. Είναι αξιοσημείωτο να δούμε πως αρχίζει το συγκεκριμένο ευαγγέλιο ο άγνωστος συγγραφέας του: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (1:1). Σύμφωνα με την θεολογική γλώσσα, το ευαγγέλιο, είναι ο ίδιος ο ερχομός του Ιησού στον κόσμο. Είναι δηλαδή ένα χαρμόσυνο «γεγονός». Ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, την αγιάζει, την ανακαινίζει, της δίνει την νίκη κατά του θανάτου, την θεραπεύει, και την υψώνει στα επουράνια για την κατά χάρη ένωσή της με τον Τριαδικό θεό.

Στο ευαγγέλιο αυτό όμως, που είναι και το πρώτο χρονολογικά, παραλείπεται η σημαντική εξιστόρηση των «γεγονότων» που σήμερα αποτελούν τον θεολογικό πυρήνα της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Η «αρχή», για τον συγγραφέα (ή για τον Πέτρο, αν θέλετε), δεν τοποθετείται στην ενανθρώπηση, αλλά στην βάπτιση! Για αυτό, δεν αναφέρονται «γεγονότα» που έχουν σήμερα την σπουδαιότερη θεολογική σημασία, όπως ο «ευαγγελισμός της Θεοτόκου», ούτε η δήθεν εκπλήρωση κάποιας μεσσιανικής «προφητείας». Προφανώς, τίποτα από αυτά δεν υπήρχε ως «θεολογία» ακόμα. Η «αρχή» της καλής αγγελίας, ξεκινάει με τον Ιησού να βαπτίζεται και τότε να λαμβάνει δύναμη από τον Θεό, ώστε να αρχίσει να ενεργεί «εν δυνάμει».
Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ εὐθὲως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδεν σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ' αὐτόν• καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν Σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ὦ εὐδόκησα.
(1:9-11)
Συνεπώς, ούτε εδώ είναι περίοπτη η θέση της Μαρίας. Αναφέρεται μάλιστα ρητώς, ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια (6:1-3). Η αναφορά ότι αυτά είναι παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο του, είναι μεταγενέστερη ερμηνεία, βρίσκεται στο ψευδεπίγραφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», και υπάρχει απλά και μόνο για να στηρίξει το δήθεν «αειπάρθενο» της Μαρίας.

Στο «Κατά Ματθαίον» ευαγγέλιο, γίνεται μια ανεπιτυχής προσπάθεια σύνδεσης του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη. Ο συγγραφέας, έχοντας πλαστογραφήσει και παραποιήσει τα ιουδαϊκά κείμενα, απευθυνόμενος σε κοινότητα Ιουδαίων που είχε δεχτεί τον Ιησού, προσπαθεί (συν τοις άλλοις) να αποδώσει την γέννηση του Ιησού σε παρθένο.
Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἠν• μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου· Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν· ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδού, ἄγγελος κυρίου κατ' ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων, Ἰωσὴφ υἱὸς Δαβίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου• τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν• αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος, Ἰδού, ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον, Μεθ' ἡμῶν ὁ θεός.
(1:18-23)
Πριν λοιπόν συνευρεθεί ο Ιωσήφ με την Μαρία, η Μαρία βρίσκεται έγκυος, «έχουσα εκ Πνεύματος αγίου». Δεν αναφέρεται τίποτα στα υποτιθέμενα «γεγονότα» του «ευαγγελισμού», προφανώς διότι ήταν ακόμα άγνωστος. Η βαρύτητα δίδεται στο ότι έμεινε έγκυος ενώ ήταν ακόμα παρθένα, για να εκπληρωθεί η «προφητεία» του Ησαΐα. Ο Ησαΐας βέβαια, δεν λέει κάτι τέτοιο. Αν ανοίξουμε στο 7ο κεφάλαιο του ομώνυμου βιβλίου, ο Ησαΐας απευθυνόμενος στον βασιλιά, αναφέρεται σε ένα παιδί που θα γεννηθεί κατά την εποχή του και όχι αιώνες μετά. Απόδειξη είναι ότι οι εναντίον του Άχαζ εκστρατεύσαντες βασιλείς, θα διασπαστούν, πριν προλάβει το παιδί να μεγαλώσει και να διακρίνει το καλό από το κακό (Ησαΐας, 7:14-16). Ο συγγραφέας μεταβάλει το «καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ», που λέει ο Ησαίας στον Άχαζ, σε «καλέσουσιν το όνομα αυτού Εμμανουήλ», για να κρύψει το γεγονός ότι η ρήση του Ησαΐα έλαβε ήδη την εκπλήρωσή της, κατά την εποχή του Άχαζ και ότι είναι άσχετη με κάποια μεσσιανική «προφητεία». Άλλωστε, ούτε περί «παρθένου» κάνει λόγο ο Ησαΐας, αλλά περί νεαρής γυναικός. Την οποία έχει μπροστά του, και την δείχνει στον Άχαζ.

Συνεπώς, ούτε εδώ έχει κάποια καλύτερη θεολογική θέση η Μαρία. Άλλωστε, «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (1:25). Δηλαδή, αφού γέννησε τον γιο της τον πρωτότοκο, τον Ιησού, μετά είχε ερωτικές σχέσεις με τον Ιωσήφ, και μάλιστα έκανε και άλλα παιδιά. Διαφορετικά, η λέξη «πρωτότοκος» δεν θα είχε νόημα.

Είναι ξεκάθαρος ο συγγραφέας του ευαγγελίου και, μάλιστα, στο κεφάλαιο 12, στίχος 46, επιβεβαιώνει τον συγγραφέα του «Κατά Μάρκον» ευαγγελίου, στο ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια, χωρίς να αναφέρεται κάπου ότι αυτά είναι από προηγούμενο γάμο του Ιωσήφ. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον όταν τον ζητά η Μαρία, ο Ιησούς την παραμερίζει, λέγοντας: «Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν, Ἰδού, ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου» (12:48-49). Ωστόσο, ούτε στο «Κατά Μάρκον», ούτε στο «Κατά Ματθαίον», ούτε καν στο «Κατά Λουκάν», ο Ιησούς προϋπάρχει ως «Λόγος». Αυτή η θεολογία της «ενσάρκωσης» που διαβάζουμε στον συγγραφέα του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου- που δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν του Παύλου που ήδη αναφέραμε- είναι μεταγενέστερη, προς τα τέλη του 1ου αιώνος.

Πριν όμως την εξετάσουμε, ας δούμε τι συμβαίνει στο «Κατά Λουκάν» ευαγγέλιο. Εδώ, αναφέρεται η γέννηση από Παρθένο, και τα σχετικά «γεγονότα», όπως ο «ευαγγελισμός». Όμως, αν και γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη, εντούτοις καμία εκπληρωθήσα δήθεν προφητεία δεν αναφέρεται. Ο συγγραφέας δεν απευθύνεται σε κάποια ιουδαϊκή κοινότητα που να είναι εξοικειωμένη με τις Γραφές, αλλά στον Θεόφιλο, που ήταν μάλλον εθνικός προσήλυτος. Βέβαια, ούτε εδώ γίνεται αναφορά σε προΰπαρξη του Ιησού.

Προσέξτε τώρα τα λόγια του αγγέλου προς την Μαρία: «ἰδού, συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται καὶ δώσει αὐτῷ κύριος ὁ θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. [...] Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι• διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ» (1:31-33.35). Ώστε η Μαρία, συλλαμβάνει «δια Πνεύματος αγίου», τον Ιησού. Μετά από την επισκίαση της δύναμης του υψίστου. Ο Ιησούς, θα ονομαστεί «Υιός Υψίστου», ο Θεός θα του δώσει τον θρόνο του Δαβίδ για να βασιλεύει αιώνια στον οίκο Ιακώβ (στους Εβραίους λοιπόν), και θα κληθεί «Υιός θεού». Αυτό είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο «Κατά Ματθαίον». Όπως παρατηρούμε, για τον συγγραφέα του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής «Υιός» του Θεού. Έγινε μελλοντικά. Αλλά πότε; Μάλλον, κατά την βάπτιση, τότε που υποτίθεται ότι μίλησε ο Θεός και τον σύστησε ως υιό αγαπητό, που σε εκείνον ευδόκησε (Κατά Λουκάν, 3:22). Αλλά και το «Υιός του Θεού», δεν έχει καμία σχέση με την διδασκαλία του ομοούσιου! Ο Ιησούς κλήθηκε αργότερα ως Υιός θεού, δια της υιοθεσίας.

Η ιουδαϊκή μονοθεϊστική παράδοση ήταν οικεία με ανθρώπους που γίνονται «θεϊκοί». Για παράδειγμα, ο Σολομώντας γίνεται θεϊκός δια της υιοθεσίας του από τον Θεό (Β΄ Σαμουήλ, 7:12-14), ο Δαβίδ (Ψαλμός, 88:20-28).

Υπάρχει όμως ένα χωρίο πάλι στο «κατά Λουκάν», που έρχεται σε αντίθεση με το παραπάνω. Εκεί, ο Ιησούς, είναι «Χριστός» και «Κύριος», από τότε που γεννήθηκε (2:11). Δεν πρέπει να μας παραξενεύει αυτή η αντίφαση που βρίσκεται στο ίδιο ευαγγέλιο, ένα κεφάλαιο παρακάτω. Τα κείμενα έχουν αλλαχθεί πολλές φορές, όπως αναφέρει σχετικά και ο Ωριγένης.

Είναι φανερό, ότι ο συγγραφέας, όταν αναφέρεται στην γέννηση από παρθένο, έχει επιρροές από τον εθνικό κόσμο. Ο Θεός καθιστά έγκυο μία παρθένα μέσω της δύναμής του. Ανάλογα παραδείγματα έχουμε και από την μυθολογία. Οι ομοιότητες είναι τόσο εκπληκτικές, ώστε ο απολογητής Ιουστίνος αναγκάζεται να ομολογήσει:
«Με το να λέγομε ότι ο Λόγος, ο οποίος είναι το πρώτο γέννημα του Θεού, γεννήθηκε χωρίς επιμιξία, ο Ιησούς Χριστός ο διδάσκαλος ημών, και ότι σταυρωθείς, αποθανών και αναστάς ανήλθε εις τον ουρανό, δεν φέρομε τίποτα νέο πέρα από τους λεγόμενους από εσάς υιούς του Διός» (Α΄ Απολογία, 21:1).
Στην προσπάθειά του να εξηγήσει το γιατί, πέφτει σε αντιφάσεις, δείγμα της αδυναμίας του χριστιανικού λόγου. Στην «Α΄ Απολογία» του, τις ομοιότητες τις αποδίδει στην «ενέργεια των φαύλων δαιμόνων» που προσπάθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξαπατήσουν το ανθρώπινο γένος, ενώ στην «Β΄ Απολογία» του τις αποδίδει στον «σπερματικό λόγο», ότι δήθεν ο Θεός άφησε να διαρρεύσει εν μέρει η αλήθεια στον εθνικό κόσμο, κάτι σαν «ευαγγελική προπαρασκευή». Είναι η γνωστή αντιφατική και υποκριτική χριστιανική διγλωσσία. Διότι, αυτές οι θέσεις είναι αλληλοαναιρούμενες. Οι ομοιότητες δεν είναι δυνατόν να αποδίδονται ταυτόχρονα σε ενέργεια του θεού και του διαβόλου!

Αν και η θεολογική θέση της Μαρίας δεν είναι ακόμα αυτό που σήμερα ξέρουμε, παρόλα αυτά, είναι σίγουρα βελτιωμένη σε σχέση με την γραμματεία πριν το 75- 85 κ. ε. Για αυτό και μακαρίζεται ως «ευλογημένη μεταξύ των γυναικών» (1:28), ότι βρήκε χάρη μεταξύ των γυναικών από τον θεό (1:30), «μητέρα του κυρίου», δηλαδή μητέρα εκείνου που ο Θεός έκανε «κύριο» του θρόνου Δαβίδ (1:41).

Για τον συγγραφέα του «κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, ο οποίος εισάγει μια ανώτερη θεολογική άποψη για τον Ιησού, την θεολογία της σάρκωσης, ο Ιησούς προϋπάρχει ως «ο Λόγος του Θεού», που σε κάποια χρονική στιγμή, έγινε άνθρωπος. Βέβαια, αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αναφέρει τίποτα περί παρθενικής σύλληψης. Στην ιουδαϊκή γραμματεία, φαίνεται να υπάρχει δίπλα στον Θεό, μια δεύτερη οντότητα, η Σοφία. Εξαιτίας του αυστηρού μονοθεϊσμού των Ιουδαίων, αυτή η οντότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «θεός» κατ’ ουσία, διότι τότε θα είχαμε δύο θεούς, άρα πολυθεΐα. Είναι όμως «θεϊκή». Η Σοφία του Θεού, διακρίνεται από τον Θεό (η θέση των γνωστικών - νεοπλατωνιστών), και παρουσιάζεται ως έχουσα υπόσταση. Για παράδειγμα, αναφέρεται στο βιβλίο των Παροιμιών να λέει η Σοφία: «Κύριος έκτισεν με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (8:22). Είναι το όργανο δια του οποίου ο Θεός ξεκίνησε τα έργα του.

Ο Φίλων ο Ιουδαίος, ένας διανοούμενος που προσπάθησε να συνδέσει τον Μωυσή με τον Πλάτωνα, δανείστηκε τον φιλοσοφικό όρο «λόγος» των Στωικών, και τον ταύτισε με την «Σοφία». Έτσι, εκείνος ήταν που πρώτος έκανε αναφορά στον «Λόγο» του Θεού, που θεωρούσε ως «Ιδέα των ιδεών», επηρεασμένος από τον Πλάτωνα. Ο άγνωστος συγγραφέας, πήρε την ιδέα του Φίλωνα, και την προσάρμοσε στην δική του σκέψη. Έτσι, ο «Λόγος» του «κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, δεν είναι μία ιδέα αφηρημένη, αλλά γίνεται άνθρωπος. Οι ερμηνείες για την ένωση των δύο φύσεων «ατρέπτως, ασυγχύτως, και αδιαιρέτως» σε μία υπόσταση, είναι μεταγενέστερες, και δεν υποστηρίζονται από όλα τα εδάφια. Εκτός αυτού, και οι «αιρετικοί», έφερναν χωρία από τις Γραφές, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.

Ωστόσο, η θεολογική θέση της Μαρίας δεν θα πάρει ακόμα θέση περιωπής.

Από τα κείμενα του 2ου–3ου αιώνος

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, χάριν στον οποίο ενισχύθηκε ο επισκοπικός θεσμός προς καταπολέμηση των άλλων χριστιανικών ομάδων, αν και πλησιάζει στην ορθόδοξη θεολογία του 4ου αιώνος περί της διπλής φύσεως του Ιησού, δεν αναφέρει κάτι ιδιαίτερο για την Μαρία. Σε γνήσια επιστολή του, γράφει: «Εις ιατρός εστίν σαρκικός και πνευματικός, γεννητός και αγέννητος, εν σαρκί γενόμενος θεός, εν θανάτω ζωή αληθινή, και εκ Μαρίας και εκ θεού, πρώτον παθητός και τότε απαθής, Ιησούς Χριστός ο κύριος ημών» (VII:2).

Είναι γνωστό, ότι οι επιστολές του Ιγνατίου πλαστογραφήθηκαν κατά τους μετέπειτα αιώνες. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον 4ο, όπου έχουμε τις χριστολογικές έριδες. Έτσι, υπάρχουν σήμερα δύο συλλογές· μία σύντομης μορφής (που υποστηρίζεται ότι είναι οι γνήσιες επιστολές), και μία εκτενέστερης μορφής (οι νοθευμένες). Ο ορθόδοξος πλαστογράφος του 4ου αιώνα, επειδή ο Ιγνάτιος είχε κύρος στις εκκλησιαστικές κοινότητες και θέλοντας να παρουσιάσει τις θεολογικές θέσεις του Ιγνατίου με περισσότερη ευκρίνεια, προβαίνει σε παραχάραξη. Ας δούμε πως είναι γραμμένο το απόσπασμα που παραθέσαμε παραπάνω, όπως αυτό περιέχεται στην δεύτερη συλλογή, με τις πλαστογραφημένες επιστολές.

«Ιατρός δε ημών εστίν ο μόνος αληθινός θεός, ο αγέννητος και απρόσιτος, ο των όλων Κύριος, του δε Μονογενούς Πατήρ και γεννήτωρ. Έχομεν ιατρόν και τον Κύριον ημών Θεόν Ιησούν τον Χριστόν, τον προ πάντων αιώνων Υιόν μονογενή και Λόγον, ύστερον δε και άνθρωπον εκ Μαρίας της Παρθένου. Ο Λόγος σάρξ εγένετο, ο ασώματος εν σώματι, ο απαθής εν παθητώ σώματι, ο αθάνατος εν θνητώ σώματι, η ζωή εν φθορά, όπως θανάτου και φθοράς ελευθερώση και ιατρεύση τας ψυχάς ημών και ιάσηται αυτάς» (VII).

Ο πλαστογράφος, στον αγώνα για την καταπολέμηση των διαφορετικών απόψεων για τον Ιησού, διευκρινίζει ότι ο Θεός Πατήρ είναι ο γεννήτορας του Μονογενούς, ο οποίος είναι «προ πάντων των αιώνων» ως Λόγος, που μετά ενανθρώπησε από την Μαρία την Παρθένο. Τώρα ο πλαστογραφημένος Ιγνάτιος, φαντάζει περισσότερο «ορθόδοξος» από πριν. Η δε Μαρία τονίζεται ότι είναι Παρθένος, και μετά τον τοκετό.

Από τα μέσα του 2ου αιώνος, αρχίζει να ενισχύεται η θεολογική θέση της Μαρίας, καθόσον αρχίζει η σύγκρισή της με την Εύα. Η Εύα απατήθηκε και μαζί της απατήθηκε ολόκληρη η ανθρωπότητα, ενώ δια της Μαρίας, ήρθε η ανόρθωση της ανθρωπότητας. Αν και στα κείμενα της Καινής Διαθήκης απαντάται η προηγούμενη θέση -ένδειξη του μισογυνισμού του Χριστιανισμού-, παρ' όλα αυτά δεν υπάρχει κάποια σύγκριση με την Μαρία. Στην μεταγενέστερη περίοδο που εξετάζουμε, αρχίζουν οι συγκρίσεις. Ο Ιουστίνος, αναφέρει: «Πράγματι η Εύα, παρθένος ούσα και άφθορος, συλλαβούσα τον λόγον από τον όφιν, εγέννησε παρακοήν και θάνατον· λαβούσα πίστιν και χαράν η παρθένος Μαρία, όταν ο άγγελος Γαβριήλ της ανήγγειλλεν ότι Πνεύμα Κυρίου θα έλθει επ’ αυτήν και δύναμις υψίστου θα την επισκιάσει, για αυτό και το γεννώμενον από αυτήν άγιο τέκνον είναι Υιός του Θεού, απεκρίνετο· ας γίνει εις εμέ κατά τον λόγον σου» (Διάλογος προς Τρύφωνα, 100:5).

Δύο-τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η σύγκριση έγινε μέρος της θεολογίας της Εκκλησίας, δια του Ειρηναίου, επισκόπου της Λυών.

Ενώ οι απολογητές ως τότε υποστήριζαν ότι η αλήθεια προϋπήρχε μερικώς στον εθνικό κόσμο, πριν την έλευση του Χριστού, ο Ειρηναίος, βλέποντας τα κενά και τα αδιέξοδα της παραπάνω θέσης, υποστήριξε ότι ο Θεός Λόγος προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, την ανακαίνισε. Δεν ήρθε απλά να συμπληρώσει στο πρόσωπό του την «αλήθεια», αλλά ήρθε να προσφέρει τον Εαυτό του, που είναι η Αλήθεια σαρκωμένη, να ανακεφαλαιώσει τα πάντα στο πρόσωπό του. Έτσι, η Μαρία με την συγκατάθεσή της, δίνοντας σώμα από το σώμα της στον Θείο Λόγο, συντέλεσε σε αυτήν την ανάπλαση.

Αναφέρει ο Γ. Φλορόφσκι σχετικά:
Η λειτουργία της στην ενσάρκωση είναι διπλή. Απ’ τη μία μεριά εξασφαλίζει τη συνέχεια του ανθρωπίνου γένους. Ο Υιός της είναι, χάρις στην «δευτέρα γέννησή του», ο Υιός Δαβίδ, ο υιός Αβραάμ και όλων των προπατόρων (αυτό τονίζεται με έμφαση στη γενεαλογία του Ιησού και στις δύο εκδόσεις της). Κατά τη φράση του Ειρηναίου «ανακεφαλαίωσε εν αυτή το μακρό κατάλογο της ανθρωπότητος» (Κατά Αιρέσεων, III, 18, 1), «συνέλεξε εν εαυτώ όλα τα έθνη τα ήδη από του Αδάμ διασπαρέντα» (Κατά Αιρέσεων, III, 22, 3), και ανέλαβε εν εαυτώ την παλαιά οδό της δημιουργίας» (Κατά Αιρέσεων, IV, 23,4). Αλλά από την άλλη μεριά «επέδειξε ένα νέο είδος γεννήσεως» (Κατά Αιρέσεων, V,1,3). Ήταν ο Νέος Αδάμ. («Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», σελ. 130).
Γράφει ο πατρολόγος Στ. Παπαδόπουλος, συμφωνώντας με τα ανωτέρω:
«Στο έργο της ανακεφαλαιώσεως έχει σπουδαία θέση και η Θεοτόκος. Ο ρόλος της είναι «σωτηριώδης», καθόσον συμβάλλει στην πνευματική αναμόρφωση του πιστού. Η Εύα παρακούσασα έγινε αρχή της πτώσεως, ενώ η Μαρία «υπακούσασα» έγινε «αιτία σωτηρίας» για όλη την ανθρωπότητα (Κατά Αιρέσεων, Γ 22,4). Η προσφορά της Θεοτόκου είναι λοιπόν πολύ περισσότερο από παραδειγματική» (Τόμος Α΄, σελ. 298).

Το δήθεν «αειπάρθενο», αναφέρεται για πρώτη φορά στο ψευδεπίγραφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», προϊόν του δευτέρου αιώνος και για αρκετούς, του τρίτου. Ο Στ. Παπαδόπουλος, γράφει σχετικά:
Το έργο τούτο σκοπό έχει να υπογραμμίσει την αειπαρθενία της Θεοτόκου και φυσικά να καλύψει με περισσή αφέλεια και ευσέβεια τα πραγματικά κενά που παρατηρούνται στα κανονικά ευαγγέλια σχετικά με τη ζωή της Μαρίας και τα παιδικά έτη του Κυρίου. Έτσι, διηγείται τη γέννηση της Μαρίας, τη ζωή της στο Ναό, τη μνηστεία της με τον ηλικιωμένο χήρο Ιωσήφ, ο οποίος είχε υιό από την πρώτη του σύζυγο τον δήθεν συγγραφέα του παρόντος έργου Ιάκωβο» (Πατρολογία, Α΄ τόμος, σ. 212).
Και ο Π. Χρήστου, συμπληρώνει στην δική του πατρολογία:
(Το κείμενο γράφτηκε) «με προφανή επιδίωξιν την καταπολέμησιν των αρνητών αυτής (σημ. της αειπαρθενίας), ως ήσαν τότε οι ανήκοντες εις μίαν των μερίδων των Εβιωναίων» (σ. 236). «Πάντως ο συντάκτης, αγνοών την γεωγραφίαν της Παλαιστίνης και τα έθιμα των Ιουδαίων, ούτε ο Ιάκωβος ούτε οιοσδήποτε Ιουδαίος της Παλαιστίνης δύναται να είναι» (Β΄ τόμος, σ. 236).
Με βάση αυτά τα κείμενα, αργότερα ο Επιφάνιος Κύπρου -σφοδρός πολέμιος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου (εντούτοις «άγιοι» και οι δύο)- θα αναδειχθεί ως ο πρώτος θεολόγος που συστηματικά υποστήριξε το «αειπάρθενο» με ειδικές διατριβές. Στην 6η Οικουμενική, η Μαρία ανακηρύσσεται παρθένος, προ του τόκου, κατά τον τόκο, και μετά τον τόκο.

Χριστολογικές έριδες του 4ου και του 5ου αιώνος

Η σύγκρουση μεταξύ των χριστιανών για την υποτιθέμενη «αλήθεια» τους, οδήγησε στην κατασκευή πολλών πλαστών κειμένων, τάχα αναγόμενων στην αποστολική εποχή. Όταν επικράτησε το δόγμα που έκτοτε ισχύει, τότε ακριβώς θεσπίστηκαν νέες εορτές και πολλά προσκυνήματα, για την «Θεοτόκο». Όταν, επί παραδείγματι, καταδικάστηκε ο Νεστόριος στην Γ΄ Οικουμενική το 431, ενισχύθηκε η τιμή της Μαρίας και καθιερώθηκε το «Θεοτόκος».

Γράφει ο Βασίλειος Στεφανίδης:

«Η καταδίκη των Νεστοριανών εν τη τρίτη Οικουμενική Συνόδω ενίσχυσε την τιμήν της Θεοτόκου. Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος εν Εφέσω μετά την μνημονευθείσα σύνοδον εν τω σχετικώ πανηγυρικώ λόγω είπε περί της Θεοτόκου τα επόμενα· ‘’Δι’ ης τριάς αγιάζεται, δι’ ης σταυρός τίμιος ονομάζεται και προσκυνείται εις πάσαν την οικουμένην…, δι’ ης το εκπεσόν πλάσμα αναλαμβάνεται…, δι’ ης βάπτισμα άγιον γίνεται τοις πιστεύουσι…, δι’ ης νεκροί εγείρονται» (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 316).

Δεν ήταν μόνο το όπλο της πλαστογράφησης, αλλά και αυτό της παραποίησης των «αγιογραφικών δεδομένων». Για παράδειγμα, αναφέρει ο Βασίλειος Στεφανίδης:
Τα εισόδια της Θεοτόκου ως γεγονός απαντά εν τοις αποκρύφοις ευαγγελίοις (Πρωτευαγγέλιον, κεφ. 7. Ευαγγέλιον της γεννήσεως της Μαρίας, κεφ. 6). Η πληροφορία αύτη δεν στηρίζεται επί ιστορικής βάσεως, διότι απηγορεύετο εις τας γυναίκας η είσοδος εις τα Άγια των Αγίων του ιουδαϊκού ναού.
(ο. π. σ. 463)
Η εορτή της Υπαπαντής «απαντά εν Ιερουσαλήμ τέλη της 4ης εκ/ρίδος», ο αυτοκράτορας Μαρκιανός (450-457) «πρώτος έκτισεν ναόν της Θεοτόκου εν Γεθσημανή, όπου, κατά την παράδοσιν, είχε ταφή η Θεοτόκος...», η εορτή της «Κοιμήσεως» στις 15 Αυγούστου απαντά περί το 460, ενώ ο «Ευαγγελισμός» απαντά τον 6ο αιώνα. Τέλος, η εορτή της «Γεννήσεως της Θεοτόκου» απαντά τον 7ο αιώνα (ο. π. σ. 316-317).

Γράφει ο Π. Χρήστου, στον δεύτερο τόμο της πατρολογίας του:
Αυτοτελώς δια την Μαρίαν το ενδιαφέρον ανακινείται δια πρώτην φορά περί το 400, λόγω των προανακρουσμάτων της χριστολογικής έριδος. Επί μέρους επεισόδια του βίου της Θεοτόκου εκτίθενται εις την Κοίμησιν της Παρθένου Μαρίας, των αρχών του 5ου αιώνος, έργον διατηρούμενον εις το ελληνικόν πρωτότυπον, και εις μεταφράσεις συριακήν, λατινικήν, κοπτικήν, αρμενικήν, αραβικήν. Μια παραλλαγή αυτού απεδίδετο εις τον Μελίτωνα Σάρδεων. Το κείμενον αφού παρουσίαζει την Μαρίαν εις στενήν συναναστροφήν με τους αποστόλους μετά την ανάληψιν του Κυρίου, όπως άλλωστε υποδεικνύει και το βιβλίον των Πράξεων, συνεχίζει αμέσως με το κύριον θέμα, τον θάνατον και την ταφήν αυτής και τα μετέπειτα. Δια πρώτην φοράν εδώ η Θεοτόκος αναλαμβάνεται σωματικώς εις τον παράδεισον. Έκτοτε ο βίος της Θεοτόκου απετέλεσεν αντικείμενον ενός πλήθους κειμένων, ελληνικών και μη, μεταξύ δε άλλων και της Ιστορίας της μακαρίας Παρθένου Μαρίας, του 5ου αιώνος, σωζομένης εις την συριακήν, την αρμενικήν, και την αραβικήν. Τοιούτοι βίοι ήσαν εξαιρέτως αγαπητοί εις Ανατολήν και Δύσιν, όχι μόνο κατά τους μεσαιωνικούς, αλλά και κατά τους νεώτερους χρόνους» (σ. 240).
Περίπου τον 7ο αιώνα τοποθετείται ένα κείμενο με τίτλο «Όρασις Μαρίας Παρθένου», όπου αποκαλύπτεται στην Μαρία ο βασανισμός των ασεβών αιρετικών. Χάρις στις προσευχές της, δίδεται η παραχώρηση ώστε οι τιμωρούμενοι να βρίσκουν ανάπαυση από την εσπέρα της Παρασκευής μέχρι το πρωί της Δευτέρας (ο. π. σ. 241).

Σε άλλο κείμενο, το «Αποκάλυψις της Αγίας Θεοτόκου», που σώζεται στο ελληνικό πρωτότυπο και σε μεταφράσεις στην Αρμενική, αιθιοπική, και σλαβονική, ο Μιχαήλ αποκαλύπτει στην Μαρία τον βασανισμό όσων αρνούνται την πίστη του Τριαδικού Θεού και όσων δεν αποδέχονται την Μαρία ως Θεοτόκο (ο. π. σ. 241).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, από τον 4ο αιώνα και μετά, νέα πράγματα εδραιώνονται. Η Μαρία δεν πόνεσε όπως πονούν οι λοιπές γυναίκες όταν κυοφορούν και τίκτουν, και ο τόκος της ήταν «αλόχευτος» (ΣΤ΄ Οικουμενική, κανόνας ΟΘ΄). Στον Ακάθιστο Ύμνο, και στην 9η ωδή, καλείται «Κυρία όλων μας». Ο Αθανάσιος και ο Νύσσης Γρηγόριος υποστηρίζουν ότι χωρίς την παραδοχή της Μαρίας ως «Θεοτόκου», είναι αδύνατη η σωτηρία. Ο αιρετικός που δεν αποδέχεται το δόγμα αυτό (της Γ΄ Οικουμενικής), είναι αποξενωμένος από τον Θεό (επιστολή Γρηγορίου Νύσσης προς τον Κληδόνιο). Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, στην «Έκδοση της Ορθοδόξου πίστεως», ρητά αναφέρει ότι με το όνομα «Θεοτόκος» εκφράζεται «όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας» (κεφ. 56). Ο Ιερώνυμος ζητωκραυγάζει: «Δια της Εύας ο θάνατος, δια της Μαρίας η ζωή». Κατά το τροπάριο της «Κοιμήσεως», η Μαρία αναστήθηκε σωματικά μετά το θάνατό της και ανελήφθη, ως «μήτηρ υπάρχουσα της ζωής». Αλλού, αναφέρεται ως «τιμιωτέρα των Χερουβείμ», και «ενδοξοτέρα των Σεραφείμ».

Συνοψίζοντάς, θα πρέπει να αναφερθούμε, ακολουθούμενοι από την θεολογική σκέψη και σε ένα σύγχρονο θεολογικό, επιστημονικό και νομικό πρόβλημα που προκύπτει.

Η Μαρία είναι φυσική ή παρένθετη μητέρα του Ιησού, σύμφωνα με τις γραφές;

α) Αν είναι φυσική: (ωάριο δικό της (ανθρώπινο) και σπερματοζωάριο από τον ''Θεό'') τότε μιλάμε πλέον για υβρίδιο ή ημίθεο δηλ. μισό θεό + μισό άνθρωπο. (γνωστικισμός - αιρέσεις)

β) Αν είναι παρένθετη*: Δηλαδή, η Μαρία ''δάνεισε'' την μήτρα της και κυοφόρησε, έτοιμο γονιμοποιημένο και ολοκληρωμένο το γενετικό υλικό του θεού (θεϊκό έμβρυο) με συνέπεια να έχουμε μόνο ''θεό'' με αποτέλεσμα ως Θεός δεν θα μπορούσε να έχει υλικό σώμα όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι και καθώς είχε θεϊκή φύση δεν θα μπορούσε στην πραγματικότητα να υποφέρει και να πεθάνει. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο Ιησούς δεν ήταν πράγματι ένας άνθρωπος με σάρκα και αίμα παρά μόνο φαινόταν να έχει αυτή τη μορφή. Έτσι προήλθε και ο όρος «δοκητισμός», καθώς το ρήμα δοκέω σημαίνει «φαίνομαι». Για τους υποστηρικτές αυτής της θέσης, το σώμα του Ιησού ήταν ένα «φάντασμα», κάτι το μη πραγματικό. (γνωστικισμός - αιρέσεις)

*Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι πριν την ανακάλυψη του ωαρίου, τέλη το 17ου αιώνα κ.ε., όλες οι γυναίκες θωρούντουσαν μέχρι τότε ''παρένθετες'' με ρόλο μόνο στο να φιλοξενούν στην μήτρα τους το έτοιμο γονιμοποιημένο ωάριο - σπέρμα (προερχόμενο μόνο από τον άνδρα) και στη συνέχεια το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης και στον τοκετό.

ΔΕΣ: Oι πιο σκανδαλώδεις μύθοι για την Παρθένο Μαρία και τη Γέννηση του Ιησού
-----------------------
 Πηγές
1. «Η Ορθοδοξία μας», Α. Αλεβιζόπουλος, εκδόσεις «Διάλογος».
2. Αγία Γραφή.
3. «Α΄ Απολογία», Άπαντα Ιουστίνου, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 1
4. Επιστολές γνήσιες και νοθευμένες Ιγνατίου Αντιοχείας, «Αποστολικοί Πατέρες» άπαντα, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 4.
5. «Διάλογος προς Τρύφωνα», Άπαντα Ιουστίνου, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 1.
6. «Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας», κείμενα του Γ. Φλορόφσκι, εκδόσεις «Άρτος ζωής».
7. Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου, τ. Α΄, εκδόσεις «Παρουσία».
8. Πατρολογία Παναγιώτη Χρήστου, τ. Β΄, εκδόσεις «Κυρομάνος».
9. Εκκλησιαστική Ιστορία Βασιλείου Στεφανίδη, εκδόσεις «Παπαδημητρίου».

Τοιαύτα πεπολιτευμένων

Για να ευτυχήσετε, Αθηναίοι. Δεν έχετε ανάγκη από ξένα παραδείγματα, αλλά από παραδείγματα της δικής μας ιστορίας.

Από εκείνους που δεν σας κολάκευαν και δεν σας αγαπούσαν όπως οι σημερινοί πολιτικοί, κατασκευάστηκαν τόσο ωραία και πλούσια μνημεία, που έμειναν αξεπέραστα. Όσο για την ιδιωτική τους ζωή, ήσαν τόσο μετρημένοι και εναρμονισμένοι με τα ήθη της πόλης, ώστε η οικία τους δεν διέφερε από την οικία του γείτονά τους. Διότι εκείνοι δεν πολιτεύονταν για να πλουτίσουν, αλλά για ν’ αυξήσουν τον κοινό πλούτο. Αυτό θεωρούσαν καθήκον τους. Και έτσι, επειδή ήσαν ειλικρινείς προς τους άλλους Έλληνες, ευσεβείς προς τους θεούς και είχαν ως αρχή την ισότητα μεταξύ των πολιτών, απέκτησαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη ευδαιμονία.

Στρέψτε το βλέμμα προς τους σημερινούς πολιτικούς: άλλοι από φτωχοί έγιναν πάμπλουτοι, άλλοι από άσημοι χόρτασαν τιμές, ορισμένοι έφτιαξαν σπίτια δίπλα στα οποία τα δημόσια οικοδομήματα είναι πιο σεμνά, κι όσο ο πλούτος της πόλης ελαττωνόταν, τόσο ο δικός τους αύξανε.

Άνθρωποι μιαροί και κόλακες και χαμερπείς· ακρωτηρίασαν ο καθένας την πατρίδα του και, πίνοντας στην ελευθερία, την προσέφεραν δώρο στον εχθρό. Μέτρο της ευδαιμονίας τους είναι η κοιλιά τους και οι πιο ποταπές απολαύσεις. Έτσι, κατέλυσαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία, που για τους παλαιότερους Έλληνες ήταν προϋπόθεση και κανόνας αγαθών.

Μου κάνει πράγματι εντύπωση ότι όλα αυτά οι Έλληνες τα ανέχονται, και τα αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουν το χαλάζι: ο καθένας εύχεται να μην πέσει πάνω του, ουδείς όμως επιχειρεί να εμποδίσει το κακό. Και ουδείς αμύνεται, όχι μόνο απέναντι σ’ όλες τις ύβρεις που δέχεται η Ελλάδα, αλλά ούτε απέναντι στα όσα ο καθένας χωριστά υφίσταται. Και αυτό είναι έσχατη κατάπτωση.

Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό μας όχι γιατί δεν την εκτιμήσαμε σωστά, αλλά γιατί αρνηθήκαμε να κάνουμε το καθήκον μας.

Βλέπετε σε ποια κατάντια μας οδήγησε το γεγονός ότι ορισμένοι ρητορεύουν μόνο και μόνο για να σας ευχαριστήσουν.

Από την άλλη, ποιος εξαπατά την πόλη;

Δεν την εξαπατά όποιος δεν λέγει όσα σκέπτεται;

Υπάρχει μεγαλύτερο αδίκημα για τον πολιτικό άνδρα απ’ το άλλα να λέει κι άλλα να σκέπτεται;
Ή μήπως νομίζετε ότι οι πολιτικοί που αγαπούν το λαό διακρίνονται από τα λόγια τους και όχι από τις πράξεις και τις πολιτικές τους;

Τα λόγια, όταν δεν συνοδεύονται από πράξεις είναι μάταια και κούφια.

Πολλές φορές, σε πολλές περιπτώσεις, Αθηναίοι, δεν συνειδητοποιήσατε ποιο ήταν το δίκαιο και παρασυρθήκατε από τις κραυγές, τη βιαιότητα και την αναισχυντία των ρητόρων.

Προσέξτε μην το πάθετε και τώρα.

Όποιος λοιπόν επιθυμεί, Αθηναίοι, κάτι καλό να κάνει για την πόλη μας, χρειάζεται να γιατρέψει τ’ αφτιά σας πρώτα· για τι ’ναι διεφθαρμένα· έχετε συνηθίσει ν’ ακούτε όλο ψέματα κι οτιδήποτε άλλο, παρά τα σωστά.

Όσοι αποβλέπουν σ’ εκλογή και σε κάποιο αξίωμα καταντάν δούλοι της εύνοιας που επιδιώκουν προκειμένου να εκλεγούν… παρέχοντάς σας ελπίδες και τίποτε περισσότερο.

Όπως φαίνεται πολύ σκοτάδι υπάρχει ανάμεσα σε σας και την αλήθεια.

Δεν ανέχεσθε να σας λένε για όλα την αλήθεια. Και απορώ, πράγματι, πώς μ’ αφήσατε σήμερα να μιλήσω.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δε σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά

Κανείς δεν μπορεί να κάνει πάντα ό,τι θέλει. Όμως πρέπει να μάθουμε να μην κάνουμε ποτέ ό,τι δεν θέλουμε. Το «όχι» σε μία επιλογή που μας φαίνεται ανεπιθύμητη είναι σωτήριο, μας απελευθερώνει και ανοίγει το δρόμο στη χαρά. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι απλώς χαρούμενοι, χωρίς να κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια. Είναι εκείνοι που σκέφτονται τις δικές τους ανάγκες, χωρίς ενοχές, χωρίς να άγονται και να φέρονται από τις επιθυμίες και τις ανάγκες των άλλων. Μπορεί τίποτα να μην πηγαίνει καλά, μπορεί να βιώνουν αναποδιές, όμως δεν χάνουν το χαμόγελο και το κουράγιο τους.

Οι Στωικοί μας λένε: εστίασε στο τώρα. Αν μπορείς να αλλάξεις κάτι άλλαξέ το˙ αν δεν μπορείς άντεξέ το. Υπάρχουν πράγματα τα οποία μπορείς να ελέγξεις και υπάρχουν άλλα των οποίων η έκβαση δεν είναι στο χέρι σου. Δεν υπάρχει λοιπόν λόγος ανησυχίας.  Αν μπορείς να το αλλάξεις, δε χρειάζεται να ανησυχείς: αφού δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι αυτό μάθε να ζεις μαζί του. Κυρίως να λες «όχι» σε πράγματα που δεν σου αρέσουν, δε σε εκφράζουν ή τα θεωρείς περιττά.

Οι χαρούμενοι άνθρωποι ξέρουν ότι, λέγοντας ευγενικά «όχι» σε κάποιον, λένε «ναι» στην προσωπική τους ζωή. Δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους, δε μπορείς να βρίσκεσαι παντού την ίδια στιγμή, δεν μπορείς να ικανοποιείς όλες σου τις επιθυμίες ταυτοχρόνως. Όταν λέμε «ναι» σε κάτι λέμε «όχι» σε κάτι άλλο.

Ο Καρτέσιος, ο Λόγος περί της μεθόδου και ο… ονειρικός επαγγελματικός προσανατολισμός του.

Το 1637, ο Καρτέσιος εκδίδει τον Λόγο περί της μεθόδου που περιείχε την περίφημη γεωμετρία του, η γνωστή μας από το σχολείο αναλυτική γεωμετρία που επιλύει γεωμετρικά προβλήματα με χρήση άλγεβρας. Ο Καρτέσιος υπήρξε μια καθολική ευφυΐα καθώς στα πρώτα χρόνια της νεότητας του ασχολήθηκε με ποικίλες δραστηριότητες .Πώς τελικά οδηγήθηκε στα μαθηματικά. Πρόκειται για μια πολύ ωραία ιστορία.

Στις 10 Νοέμβριου 1619,ο Καρτέσιος είδε τρία όνειρα, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή της μαθηματικής-φιλοσοφικής του πορείας. Ο ίδιος αναφέρεται στο περιστατικό γράφοντας στο σημειωματάριο του:

«Ήμουν γεμάτος ενθουσιασμό και ανακάλυψα τα θεμέλια μιας θαυμαστής επιστήμης».

Στο πρώτο όνειρο, ο Καρτέσιος βρέθηκε στην δίνη ενός άγριου ανεμοστρόβιλου που τον περίστρεφε με ταχύτητα στην αριστερή του φτέρνα(sic).Είχε την αίσθηση πως θα έπεφτε την επομένη στιγμή. Ένας γεράκος εμφανίστηκε και του πρότεινε ένα πεπόνι από μια μακρινή χώρα.(το πήρε δεν το πήρε, δεν γράφει τίποτα).Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο τρομακτικό. Ήταν παγιδευμένος σε ένα δωμάτιο, με δυσοίωνα μπουμπουνητά και φλόγες να το κατακλύζουν. Το τρίτο όνειρο ήταν μια εικόνα γαληνής και διαλογισμού. Ο Καρτέσιος είδε βιβλία να εμφανίζονται και εξαφανίζονται σε ένα τραπέζι. Τα βιβλία ήταν μια ανθολογία ποίησης με τίτλο Corpus Poetarium και μια εγκυκλοπαίδεια. Άνοιξε τυχαία την ανθολογία και είδε φευγαλέα τον εισαγωγικό στίχο ενός ποιήματος του 4ου αιώνα, του Ρωμαίου ποιητή Αυσόνιου. Ο στίχος έλεγε «Ποιον δρόμο πρέπει να διαλέξω στην ζωή μου;» (Quod viate sectabor iter?).Ένας άνδρας εμφανίστηκε ως δια μαγείας και απήγγειλε έναν ακόμη στίχο:

«Είναι ή δεν είναι;» (Estet et non)

Ο Καρτέσιος ήθελε να δείξει τον στίχο του Αυσόνιου, αλλά το όραμά του χάθηκε. Τι καταλάβαμε εμείς από τα όνειρα του Καρτέσιου δεν έχει σημασία όσο το γεγονός ότι αυτός τα εξέλαβε ως μια προτροπή για την ενοποίηση της ανθρώπινης γνώσης μέσω της λογικής. Θεώρησε ότι τα Μαθηματικά –μολονότι είναι μία δημιουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου- είναι κατάλληλα για την περιγραφή του φυσικού Κόσμου. Παραιτείται από το στρατό και γράφει φιλοσοφικά όσο και αμιγώς μαθηματικά έργα: Τα πάθη της ψυχής, Αναζήτηση της Αλήθειας μέσω του φυσικού φωτός, οι αρχές της φιλοσοφίας Ι&ΙΙ, Λόγος περί της μεθόδου: Στο τελευταίο, υπήρχε μια υποσημείωση 106 σελίδων με τίτλο Η Γεωμετρία, η οποία στους αιώνες που ακολούθησαν επισκίασε το φιλόσοφο και ανέδειξε το μεγαλείο του μαθηματικού..

«Αν λοιπόν, θέλουμε να λύσουμε οποιοδήποτε πρόβλημα, πρώτα υποθέτουμε την λύση δεδομένη και ονομάζουμε όλα τα ευθύγραμμα τμήματα που βοηθούν στην κατασκευή του-γνωστά και άγνωστα. Μετά, χωρίς να κάνουμε διακρίσεις ανάμεσα σε γνωστά και άγνωστα ευθύγραμμα τμήματα, προσπαθούμε να αναλύσουμε τα δεδομένα μας με ένα τρόπο που να αναδεικνύει όσο πιο φυσικά γίνεται τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτές τις ευθείες, ώσπου να μπορέσουμε να εκφράσουμε ένα μοναδικό μέγεθος με δυο τρόπους. Αυτό μας δίνει μια εξίσωση (με έναν άγνωστο),εφόσον οι όροι της μιας από τις δυο εκφράσεις είναι ισοι με εκείνους της άλλης.»

Οι κοιμισμένοι ζουν ο καθένας στο δικό του κόσμο

Δεν θα έπρεπε κανείς ούτε να μιλάει ούτε να δρα
σαν να είναι κοιμισμένος.
Αυτό είναι το μοναδικό κλειδί.
Ένας και κοινός είναι ο κόσμος για τους ξυπνητούς.
Οι κοιμισμένοι ζουν ο καθένας στο δικό του κόσμο.


Τα όνειρα είναι ιδιωτικά, απολύτως ιδιωτικά! Κανένας δεν μπορεί να μπει στο όνειρό σου. Δεν μπορείς να μοιραστείς ένα όνειρο ούτε καν με τον αγαπημένο σου. Οι σύζυγοι κοιμούνται μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά ονειρεύονται χώρια.

Δεν μπορείς να μοιραστείς ένα όνειρο, γιατί το όνειρο είναι ένα τίποτα.

Πώς να μοιραστείς το τίποτα; Είναι κάτι απολύτως ανύπαρκτο.

Δεν μπορείς να το μοιραστείς. Ονειρεύεσαι μόνος σου.

Επειδή είναι τόσο πολλοί αυτοί που κοιμούνται, γι’ αυτό και υπάρχουν τόσο πολλοί κόσμοι. Εσύ έχεις το δικό σου κόσμο. Όταν κοιμάσαι, είσαι κλεισμένος μέσα στις δικές σου σκέψεις, στις δικές σου έγνοιες, στα δικά σου όνειρα, στις δικές σου επιθυμίες. Όταν συναντάς έναν άλλο άνθρωπο, συγκρούονται δύο κόσμοι. Κόσμοι που συγκρούονται – έτσι έχει η κατάσταση.

Παρατήρησε δύο συζύγους όταν συζητούν. Μόνο συζήτηση δεν είναι αυτό που κάνουν. Εκείνος σκέφτεται το γραφείο, το μισθό του κι εκείνη σκέφτεται το φόρεμα που θα φορέσει τα Χριστούγεννα. Ο καθένας ζει στο δικό του κόσμο, σε έναν ιδιωτικό κόσμο, όμως εκείνοι οι ιδιωτικοί κόσμοι συναντιούνται κάπου – ή μάλλον συγκρούονται, αφού το φόρεμα της συζύγου εξαρτάται από το μισθό του συζύγου και ο μισθός του συζύγου πρέπει να αγοράσει το φόρεμα της συζύγου.

Η σύζυγος λέει “αγάπη μου”, αλλά πίσω από τη λέξη “αγάπη μου” βρίσκονται τα φορέματα που σκέφτεται. Η λέξη “αγάπη μου” δεν σημαίνει αυτό που γράφουν τα λεξικά, γιατί κάθε φορά που μια γυναίκα λέει “αγάπη μου” αυτό είναι απλώς μια μάσκα κι ο σύζυγος αμέσως φοβάται. Δεν το δείχνει βέβαια, γιατί όταν ο άλλος σε λέει “αγάπη” του, εσύ δεν μπορείς να του δείχνεις φόβο, έτσι λέει: “Τί είναι γλυκιά μου;” Φοβάται όμως, γιατί σκέφτεται το μισθό του και τα Χριστούγεννα πλησιάζουν επικίνδυνα.

Η γυναίκα του Νασραντίν του έλεγε: “Τί συμβαίνει άντρα μου; Τελευταία, ακόμη κι όταν κλαίω και τρέχουν τα δάκρυά μου, εσύ ούτε καν με ρωτάς γιατί κλαίω.”

Ο Νασραντίν είπε: “Αρκετά μ’ αυτή την ιστορία! Μου κοστίζουν ακριβά οι ερωτήσεις αυτού του είδους. Στο παρελθόν, έκανα πολλές φορές αυτό το λάθος. Αυτά τα δάκρυα δεν είναι δάκρυα, είναι φουστάνια, είναι καινούργιο σπίτι, είναι καινούργια έπιπλα, είναι καινούργιο αυτοκίνητο. Πολλά πράγματα είναι κρυμμένα πίσω απ’ αυτά τα δάκρυα. Αυτά τα δάκρυα είναι απλώς και μόνο η αρχή!”

Κανένας διάλογος δεν είναι εφικτός, επειδή υπάρχουν δύο ιδιωτικοί κόσμοι. Μόνο η διαμάχη είναι εφικτή.

Τα όνειρα είναι ιδιωτικά, η αλήθεια δεν είναι ιδιωτική.

Η αλήθεια δεν μπορεί να είναι ιδιωτική.

Η αλήθεια δεν μπορεί να είναι δική μου ή δική σου.

Εμφυτεύσιμοι αισθητήρες θα «μαρτυρούν» τα πάντα

Ερευνητές στις ΗΠΑ δημιούργησαν τους πρώτους ασύρματους αισθητήρες που έχουν μέγεθος κόκκων άμμου και οι οποίοι θα είναι δυνατό να εμφυτευθούν στο σώμα και να το παρακολουθούν συνεχώς σε πραγματικό χρόνο, όσον αφορά την υγεία των οργάνων, των μυών ή των νεύρων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Χοσέ Καρμένα, καθηγητή του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης "Neuron".

Οι αισθητήρες αυτοί μελλοντικά μπορεί επίσης -εκτός από την παθητική παρακολούθηση της υγείας του σώματος- να δρουν πιο επεμβατικά και να ενεργοποιούν τους μυς και τα νεύρα, μια τεχνολογία που μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση παθήσεων όπως η επιληψία. Μπορεί ακόμη να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα ή να καταπολεμούν τη χρόνια εσωτερική φλεγμονή.

Η αποκαλούμενη από τους ερευνητές «νευρική σκόνη», η οποία έως τώρα έχει δοκιμασθεί σε αρουραίους (εμφυτεύθηκε στους μυς και στα περιφερικά νεύρα τους), χρησιμοποιεί υπερήχους τόσο ως πηγή ενέργειας, όσο και για την αποστολή των μετρήσεων. Οι υπέρηχοι μπορούν να διεισδύσουν σχεδόν παντού στο σώμα, αντίθετα με τα ραδιοκύματα, πράγμα που σημαίνει ότι η νευρική σκόνη θα ήταν δυνατό να εμφυτευθεί βαθιά στο σώμα.

Οι αισθητήρες έχουν διαστάσεις 1Χ1Χ3 χιλιοστών και σταδιακά αναμένεται να σμικρυνθούν κι άλλο. Αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα εγκεφαλικά ηλεκτρόδια, τα οποία σήμερα εισάγονται στο κρανίο μέσω διάνοιξης οπών. Η σμίκρυνση του αισθητήρα θεωρητικά μπορεί να φθάσει έως ένα κύβο με πλευρά 50 εκατομμυριοστών του μέτρου (ή το μισό πλάτος μιας ανθρώπινης τρίχας), κάτι όμως που μένει να αποδειχθεί στην πράξη.

Ο αισθητήρας δεν χρειάζεται μπαταρία, καθώς περιέχει ένα πιεζοηλεκτρικό κρύσταλλο, που μετατρέπει σε ηλεκτρισμό τις δονήσεις των υπερήχων που έρχονται έξω από το σώμα. Τροφοδοτεί με αυτό τον τρόπο ένα μικροσκοπικό τρανζίστορ, που βρίσκεται σε επαφή με μια μυική ή νευρική ίνα, καταγράφοντας έτσι συνεχώς τυχόν μεταβολές στην ηλεκτρική δραστηριότητα των τελευταίων.

Ο αισθητήρας αποτελείται από βιοσυμβατά υλικά και μπορεί να επιβιώσει μέσα στο σώμα για τουλάχιστον μία δεκαετία. Τα σημερινά εμφυτεύσιμα ηλεκτρόδια στον εγκέφαλο διαρκούν μόνο ένα έως δύο έτη.

Ήδη οι ερευνητές εργάζονται σε πολλά «μέτωπα» για να σμικρύνουν τον αισθητήρα κι άλλο, να βρουν ακόμη πιο βιοσυμβατά υλικά, να βελτιώσουν την ασύρματη αποστολή/λήψη δεδομένων και να επεκτείνουν τις δυνατότητές του, πέρα από την καταγραφή ηλεκτρικών σημάτων, στην μέτρηση άλλων βιοδεικτών, όπως το επίπεδο του οξυγόνου στο σώμα, των ορμονών, συγκεκριμένων υποπροϊόντων του μεταβολισμού κ.α.

Νέα μελέτη του ιστορικού μετεωρίτη Σατό-Ρενάρ που έπεσε στη Γαλλία το 1841

Η μελέτη των μετεωριτών και ειδικότερα όσων ανήκουν στην κατηγορία των λεγόμενων χονδριτών, αποτελεί πρόκληση για τους επιστήμονες. Μία νέα διεθνής επιστημονική μελέτη, για τον ιστορικό μετεωρίτη Château-Renard που έπεσε στη Γαλλία το 1841, ρίχνει φως σε αυτούς τους μετεωρίτες και αποκαλύπτει σημαντικά νέα στοιχεία.
 
Château-Renard
 
Η δημοσίευση της έρευνας συμπίπτει με τη σημερινή Διεθνή Ημέρα Αστεροειδών, κατά την οποία σε πολλές χώρες γίνονται εκδηλώσεις για να ενημερωθεί το κοινό σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους από τους αστεροειδείς. Οι μετεωρίτες είναι συνήθως μικρά θραύσματα αστεροειδών, τα οποία επιβιώνουν κατά την πύρινη διέλευσή τους από τη γήινη ατμόσφαιρα και καταλήγουν στην επιφάνεια του πλανήτη μας.
 
Είναι πρώτη φορά που εκπονείται τέτοια επιστημονική εργασία με πρώτο συγγραφέα από ελληνικό πανεπιστήμιο. Περιλαμβάνει δεδομένα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά στην ιστορία του συγκεκριμένου μετεωρίτη από τη στιγμή της ανακάλυψής του και τα οποία σχετίζονται με το τρόπο σχηματισμού και τις συνθήκες που λαμβάνουν χώρα κατά τη σύγκρουση των αστεροειδών.
 
Η ηλικία σχηματισμού των χονδριτών μετεωριτών είναι πολύ παλαιά και πρακτικά συμπίπτει με τα πρώτα στάδια δημιουργίας του ηλιακού μας συστήματος, πριν από περίπου 4,5 – 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια. Μία από τις υποκατηγορίες αυτών των μετεωριτών είναι η L, η οποία αντιστοιχεί στους μετεωρίτες που έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο.
 
Το μητρικό σώμα από το οποίο προέρχονται οι εν λόγω μετεωρίτες, φαίνεται να διαμελίστηκε πριν από περίπου 470 εκατομμύρια χρόνια εξαιτίας μίας ισχυρής σύγκρουσης ενός αστεροειδούς με αυτό το σώμα. Κατά τη διάρκεια του διαμελισμού του μητρικού σώματος των χονδριτών τύπου L, αναπτύχθηκαν πολύ υψηλές πιέσεις και θερμοκρασίες, οι οποίες αποτυπώθηκαν στα ορυκτά -δηλαδή στα θεμελιώδη συστατικά του μετεωρίτη- που σχηματίσθηκαν.
 
Ο εν λόγω μετεωρίτης είχε βρεθεί στην ομώνυμη περιοχή Σατό-Ρενάρ της Γαλλίας και μετά την πτώση του συλλέχθηκαν τα κομμάτια του, που συνολικά ζύγιζαν 30 κιλά. Οι ερευνητές ανίχνευσαν για πρώτη φορά στον μετεωρίτη Château-Renard σημαντικά ορυκτά, τα λεγόμενα «πολύμορφα υψηλών πιέσεων».
 
Η παρουσία τους στο εσωτερικό του μετεωρίτη δείχνει ότι σχηματίστηκαν σε μία πολύ σφοδρή σύγκρουση, η οποία συνδέεται με τον διαμελισμό του μητρικού σώματος των χονδριτών μετεωριτών τύπου L. Οι επιστήμονες απέδειξαν πως κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης αναπτύχθηκαν πολύ υψηλές πιέσεις, τέτοιες που ισοδύναμα παρατηρούνται στο εσωτερικό της Γης σε βάθος 650 χιλιομέτρων. Αντίστοιχα, οι θερμοκρασίες που αναπτύχθηκαν κατά τη σύγκρουση, εκτιμήθηκαν λίγο μεγαλύτερες από 1.800 βαθμούς Κελσίου.
 
Όπως αποδεικνύεται πως η εφαρμογή αναλυτικών μεθόδων με επιστημονικά όργανα υψηλής διακριτικής ικανότητας, όπως αυτά που υπάρχουν στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στα συνεργαζόμενα πανεπιστήμια και φορείς, μπορεί να οδηγήσει στην ανίχνευση μικροσκοπικών ορυκτών και, περαιτέρω, στην κατανόηση της δυναμικής των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των αστεροειδών, σε μία περίοδο 470 εκατομμυρίων ετών στο παρελθόν.
 
Στη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Scientific Reports», συμμετείχαν ερευνητές από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας (Caltech), το Ανοικτό Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βιέννης.
 
Η εν λόγω εργασία αποτελεί συμβολή στην πλανητική επιστήμη, που θα βοηθήσει περαιτέρω στην κατανόηση του σχηματισμού και της ανίχνευσης πολύτιμων ορυκτών όπως ο Ιαδεΐτης, του οποίου ο πολύτιμος λίθος είναι ο Ίασπις.

Η σφοδρή αμμοθύελλα στον Άρη απειλεί το ρόβερ Opportunity

Μια σφοδρή αμμοθύελλα που σαρώνει τον πλανήτη Άρη, έχει θέσει εκτός λειτουργίας προσωρινά το ρόβερ «Opportunity» της NASA, το οποίο στέλνει δεδομένα από τον «κόκκινο» πλανήτη εδώ και 15 χρόνια, ενώ υπάρχουν φόβοι για την ίδια την «επιβίωσή» του. Η σφοδρή αμμοθύελλα η οποία κάλυψε το ένα τέταρτο του «κόκκινου πλανήτη» πρόσφατα έχει παρουσιάσει ακόμα μεγαλύτερη επιδείνωση, καθώς πλέον έχει καλύψει ολόκληρη την επιφάνεια του. Σύμφωνα με την NASA η καταιγίδα πλέον περιτριγυρίζει ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι τεράστιες ποσότητες σκόνης στην ατμόσφαιρα έχουν βυθίσει μεγάλο μέρος του πλανήτη σε σκοτάδι, πράγμα που αποτελεί ζωτικό πλήγμα για το ρόβερ, το οποίο κινείται με ηλιακή ενέργεια και έτσι αδυνατεί να επαναφορτίσει τις μπαταρίες του. Η αμμοθύελλα έγινε για πρώτη φορά αντιληπτή από το δορυφόρο MRO πέριξ του Άρη στις 30 Μαΐου και έκτοτε γίνεται όλο και πιο δυνατή. Η θύελλα έχει ήδη σκεπάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του Άρη και σε δύο-τρεις μέρες αναμένεται να έχει καλύψει όλο τον πλανήτη. Πάντως η σκόνη δεν αναμένεται να θάψει τελείως το ρόβερ.

Οι χειριστές του στη Γη αισιοδοξούν πάντως ότι θα τα καταφέρει και αυτή τη φορά παρά τις αντίξοες συνθήκες. Όπως δήλωσε ο Τζον Κάλας του Εργαστηρίου Αεριώθησης (JPL) της NASA στην Πασαντίνα της Καλιφόρνια, «ανησυχούμε, αλλά ελπίζουμε ότι η θύελλα θα κοπάσει και το ρόβερ θα επικοινωνήσει ξανά μαζί μας».

Η κύρια ανησυχία των επιστημόνων σχετικά με το «Opportunity» είναι ότι η σκόνη, η οποία σε τέτοιες καταιγίδες σηκώνεται μέχρι και δεκάδες χιλιόμετρα μέσα στην ατμόσφαιρα και μπλοκάρει τις ηλιακές ακτίνες, πιθανώς να καλύψει προσωρινά τους οπτικούς μηχανισμούς του οχήματος. Δεν υπάρχει ανησυχία να θαφτεί όμως, διότι οι καταιγίδες αυτές δεν δημιουργούν παρά ένα λεπτό στρώμα σκόνης στην επιφάνεια του πλανήτη.

Επιπλέον, καθώς το όχημα ήταν ήδη αρκετά αποφορτισμένο πριν την καταιγίδα, υπάρχει και ο κίνδυνος να απενεργοποιηθεί το ρολόι του, κάτι που θα έχει συνέπειες στην μετάδοση πληροφοριών στη Γη.

To 2007 μια άλλη ισχυρή αρειανή θύελλα είχε «ζορίσει» το Opportunity και το είχε αναγκάσει να σωπάσει για τέσσερις μέρες.

Η θύελλα ξεκίνησε στις 30 Μαΐου. Πολλές φορές οι θύελλες αυτές διαρκούν μονάχα για μερικές μέρες και είναι αρκετά μικρές αλλά ορισμένες φορές, όπως και τώρα, παρουσιάζουν μεγάλη ένταση και διάρκεια έως και 2 μήνες.

Στις περιπτώσεις αυτές η σκόνη μπορεί να φτάσει έως και τα 40 μίλια γεγονός που προκαλεί τα έντονα αυτά φαινόμενα καθώς παγιδεύει τα σωματίδια σκόνης που κυκλοφορούν στον αέρα.

Οι επιστήμονες είναι εξαιρετικά ενθουσιασμένοι για την ευκαιρία που παρουσιάζει η θύελλα αυτή προκειμένου να μελετήσουν και να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνουν τα καιρικά φαινόμενα που παρατηρούνται στον Άρη.

Το άλλο αμερικανικό ρόβερ, το Curiosity, που βρίσκεται σε άλλη περιοχή, κινείται με πυρηνική ενέργεια και όχι με ηλιακή, συνεπώς δεν αντιμετωπίζει τόσο σοβαρά προβλήματα. Είναι προς το παρόν άγνωστο πόσο θα διαρκέσει η τωρινή θύελλα, καθώς οι επιστήμονες δεν έχουν κατανοήσει καλά το φαινόμενο που λαμβάνει χώρα κατά περιόδους στον ‘Αρη. Τη θύελλα μελετούν ήδη από ψηλά, εκτός από το MRO, οι άλλες δύο δορυφορικές διαστημοσυσκευές Mars Odyssey και MAVEN.

Το Curiosity στέλνει φωτογραφίες από τον Άρη στις οποίες φαίνεται ότι η ομίχλη είναι μεταξύ έξι και οκτώ φορές πιο πυκνή απ’ ό,τι αναμένεται κατά την περίοδο αυτή στον Άρη. Η μέτρηση 8.0 στην κλίμακα ‘tau’ αποτελεί ρεκόρ για το Curiosity, ενώ το υψηλότερο επίπεδο που έχει σημειωθεί ποτέ είναι 11.0 από το Opportunity.

Το Opportunity βρισκόταν στην κοιλάδα Perseverance, την οποία οι επιστήμονες μελετούσαν προκειμένου να καταλάβουν πως σχηματίστηκε. Πιθανές θεωρίες συμπεριλαμβάνουν το να δημιουργήθηκε από τρεχούμενο νερό, διάβρωση από τον άνεμο ή κάποιο συνδυασμό των δύο παραγόντων.

Στον Άρη, πάντως, υπάρχουν σταθμευμένα τέσσερα ακόμα οχήματα της NASA: το ρόβερ Curiosity, το οποίο λειτουργεί με πυρηνική ενέργεια και επομένως δεν απειλείται ιδιαίτερα από την καταιγίδα, καθώς και τρία διαστημόπλοια που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τον Άρη. Τα οχήματα αυτά είναι το Mars Reconnaissance Orbiter, το 2001 Mars Odyssey και το MAVEN. Μάλιστα, το Mars Reconnaissance Orbiter είχε στείλει προειδοποιήσεις στους επιστήμονες της NASA για την αναμενόμενη αμμοθύελλα, ενώ τα άλλα δύο διαστημόπλοια συλλέγουν πληροφορίες για τα ανώτερα ατμοσφαιρικά στρώματα και τα επίπεδα σκόνης και τις αναμεταδίδουν στην γη.

Το πιο αξιοσημείωτο όχημα όμως είναι σίγουρα το Curiosity, το οποίο, ενόσω βρίσκεται στον κόκκινο πλανήτη, στέλνει σέλφι και tweets ενώ ενημερώνει τους επιστήμονες για την κατάσταση στον Άρη.

«Αριανή ομίχλη παντού. Η αμμοθύελλα πλέον περιτριγυρίζει ολόκληρο τον πλανήτη. Η μέτρηση ατμοσφαιρικής αδιαφάνειας, γνωστή και ως ‘tau’, ξεπερνά το 8.0 εδώ στον κρατήρα Gale – η υψηλότερη μέτρηση που έχω δει ποτέ. Ασφαλής ακόμα. Η επιστήμη συνεχίζει,» ανάρτησε το Curiosity στο Twitter.

Το Opportunity έφθασε στον Άρη τον Ιανουάριο 2004, λίγες εβδομάδες μετά το δίδυμο ρόβερ Spirit και σε διαφορετικό σημείο του «κόκκινου» πλανήτη. Κι ενώ το Spirit «παρέδωσε το πνεύμα» το 2011, το Opportunity συνέχιζε έως τώρα ακάθεκτο, εξερευνώντας τον διαμέτρου 22 χιλιομέτρων κρατήρα Endeavour. Σήμερα βρίσκεται στη λεγόμενη «Κοιλάδα της Επιμονής», όπου η σκόνη από τη θύελλα είναι τόσο πυκνή, ώστε υπάρχει σκοτάδι καθ’ όλη τη διάρκεια της αρειανής μέρας.

Δημόκριτος: Η τύχη δεν συγκρούεται με την ευφυΐα

Η ζωή του.

Γεννήθηκε στα 'Αβδηρα της Θράκης περ. 460-370 π.Χ.. Προσελκύσθηκε στην αναζήτηση της γνώσης από Πέρσες μάγους που κατοικούσαν στην πατρίδα του. Ταξίδεψε στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα και τις Ινδίες. Πιθανόν επισκέφθηκε και την Αθήνα. Υπήρξε μαθητής του Λευκίππου, αλλά δεν γνωρίζουμε τον τόπο και το χρόνο της μαθητείας του.

Αφού περιπλανήθηκε επί χρόνια αναλώνοντας την πατρική κληρονομιά του, επέστρεψε στα 'Αβδηρα. Στην πατρίδα του δίδαξε, αλλά Βιοπορίστηκε χάρη στην υποστήριξη του αδελφού του .Έκανε φυσικά πειράματα και απέκτησε γενική εκτίμηση διότι μπορούσε να προβλέψει τις καιρικές αλλαγές. Λόγω της ευθυμίας του έλαβε το προσωνύμιο «γελασηνός». αλλά και «Σοφία». Μετά το θάνατό του. οι συμπολίτες του κατασκεύασαν χάλκινους ανδριάντες και έκοψαν νομίσματα προς τιμήν του.

Το έργο του.

Σύμφωνα με τον Καλλίμαχο, τα συγγράμματα του Δημόκριτου ήταν εξήντα. Κάλυπταν ποικίλα επιστημονικά θέματα, όπως φιλοσοφία. μαθηματικά, κοσμολογία, φυσική, αστρονομία. Βιολογία, γεωλογία, γεωγραφία, λογική, ηθική, θεολογία, αισθητική και ιστορία. Αποσπάσματα από το έργο του σώζονται σε κείμενα άλλων συγγραφέων. Στον τομέα της Γνωσιοθεωρίας. ο Δημόκριτος έγραψε τρία βιβλία με τον τίτλο «Περί λογικών κανών». Στον τομέα της Ηθικής διαθέτουμε τους τίτλους «Περί ευθυμίης», «Τριτογένεια», «Αμαλθείης κέρας». «Περί της του σοφού διαθέσεως», «Περί των εν Αδου». Εκτός από τα παραπάνω έργα, αναφέρονται επιπλέον εννέα, εκ των οποίων τα οκτώ έχουν στον τίτλο τους τη λέξη «αιτίαι» (αίτια). Κύριες πηγές για τη φιλοσοφία του είναι ο Αριστοτέλης, ο θεόφραστος, ο Σέξτος ο Εμπειρικός, ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα, ο Ιωάννης ο Φιλόπονος και ο Σιμηλίκιος.

Η διδασκαλία του.

Ο Δημόκριτος πίστευε ότι η ανθρώπινη διάνοια δεν είναι επαρκής για να συλλάβει τον κόσμο και τον τρόπο που είναι οργανωμένος. Στη διδασκαλία του σχετικά με τη γένεση του κόσμου υποστήριξε την ύπαρξη του όντος και του μη όντος. Το όν είναι η ύλη, η οποία αποτελείται από άτομα. Το μη ον είναι ο κενός χώρος, ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ των ατόμων και επιτρέπει την περιστροφική τους κίνηση. Τα άτομα, άπειρα σε αριθμό αόρατα στοιχεία, διαφοροποιούνται ως προς τη μορφή τους, το μέγεθος και τη θέση τους. Η κίνησή τους είναι μηχανική και προκαλεί διαφόρων τύπων επαφές μεταξύ τους, όπως κρούσεις, απλές επαφές, προσμείξεις, ή περιστροφική κίνηση τύπου δίνης, από την οποία προέκυψαν τα σώματα. Η ελαφρύτερη ύλη κινήθηκε ανοδικά, σχηματίζοντας τον ουρανό, τον αέρα, τη φωτιά και όλα τα ουράνια σώματα, ενώ η βαρύτερη καθοδικά και σχημάτισε τη γη.

Υποστήριξε ότι η ψυχή αποτελείται από μία πολύ λεπτή ύλη, από πύρινα άτομα που κινούνται μέσα στο σώμα και με τον τρόπο αυτό το κινούν. Τα πύρινα αυτά άτομα είναι η αιτία όχι μόνο της ζωής, αλλά και της νόησης. Παρά το γεγονός ότι ταύτιζε την ψυχή με το νου, σε αντίθεση με τον Αναξαγόρα που υποστήριζε το διαχωρισμό τους, ο Δημόκριτος δίδασκε ότι η αληθινή γνώση αποκτάται μόνο μέσω του νου. Στη λογική γνώση στηρίχθηκε και η ηθική του. Η συνείδηση του ορθού και του λάθους σε κάθε άνθρωπο είναι εκείνη που πρέπει να τον αποτρέπει από επαίσχυντες πράξεις και όχι ο φόβος της παράβασης του νόμου ή της δημόσιας καταφρόνιας. Οι άνθρωποι κατασκευάζουν τη φανταστική εικόνα της τύχης ως δικαιολογία για τη δική τους ανοησία. Η τύχη δεν συγκρούεται με την ευφυΐα. Η ευφυής αντιμετώπιση της ζωής επαρκεί για τη διευθέτηση όλων των ζητημάτων.

Μαθητές του Δημόκριτου θεωρούνται ο Ανάξαρχος και ο Βίων από τα Άβδηρα, ο Μητρόδωρος από τη Χίο, καθώς και ο Διότιμος από την Τύρο.

«Η ευχαρίστηση και η απουσία ευχαρίστησης είναι τα κριτήρια του επωφελούς και του μη επωφελούς. Αποδέξου την απουσία ευχαρίστησης μόνο εάν είναι ευεργετική. Η αυτοσυγκράτηση πολλαπλασιάζει τις απολαύσεις και αυξάνει την ευχαρίστηση. Εάν κάποιος υπερβεί το απαιτούμενο μέτρο, τα πιο ευχάριστα πράγματα μετατρέπονται στα πιο δυσάρεστα. Γενναίος άνδρας δεν είναι μόνο εκείνος που νικά τον εχθρό, αλλά και εκείνος που είναι ισχυρότερος από τις απολαύσεις. Ορισμένοι άνδρες είναι δυνάστες πόλεων, αλλά υπόδουλοι στις γυναίκες. Οι άκαιρες απολαύσεις προκαλούν δυσαρέσκεια.

Υπάρχουν δύο τρόποι για την απόκτηση της γνώσης, ένας αυθεντικός και ένας ατελής. Στον τελευταίο ανήκουν όλα τα παρακάτω: όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση, αφή. Το πραγματικό διαχωρίζεται από αυτά. Όταν ο ατελής τρόπος δεν μπορεί να κάνει περισσότερα -ούτε να κοιτάξει με μεγαλύτερη ακρίβεια, ούτε να ακούσει και να οσφρανθεί και να γευθεί. ούτε και να αντιληφθεί. μέσω της αφής, με μεγαλύτερη σαφήνεια- και χρειάζεται καλύτερη έρευνα, τότε έρχεται ο αυθεντικός τρόπος για την απόκτηση της γνώσης. σαν να διαθέτει ένα εργαλείο που διακρίνει τα πράγματα καλύτερα».Φρόνησις

Αστική αξιοπρέπεια: Η ιδέα που δημιούργησε τον σύγχρονο κόσμο

Όταν κανείς σκέφτεται την εντυπωσιακή βελτίωση των συνθηκών ζωής που σημειώθηκε τους τελευταίους δύο αιώνες, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί ποιες είναι οι αιτίες μιας τόσο ριζικής αλλαγής: πώς εξηγείται η χωρίς προηγούμενο αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος που έχει γνωρίσει ο κόσμος από το 1800;

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην αρχή του φαινομένου: στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα. Η Αγγλία ουσιαστικά εισήγαγε έναν νέο τρόπο να κάνουμε πράγματα που αποτέλεσε ένα σημείο καμπής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Γιατί όμως αυτή δραματική αλλαγή συνέβη στην Αγγλία; Γιατί συνέβη στα τέλη του 18ου αιώνα. Και, πιο σημαντικό, τι επέφερε αυτή την αλλαγή;

Πιθανές εξηγήσεις

Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν είχα αναλογιστεί τις απώτατες αιτίες της Βιομηχανικής Επανάστασης, την αυγή της σύγχρονης ευημερίας. Όπως πολλοί άλλοι, θεωρούσα δεδομένο ότι, σε κάποιο χρονικό σημείο και για διάφορους λόγους, η Αγγλία υιοθέτησε τις αγορές, ένα θεσμικό πλαίσιο που προστατεύει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τα συμβόλαια, και το ελεύθερο εμπόριο, στοιχεία που είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη.

Όπως όμως επεσήμανε η ιστορικός της οικονομίας Deirdre McCloskey στο βιβλίο της Bourgeois Dignity: Why Economics Can’t Explain the Modern World (Αστική Αξιοπρέπεια: Γιατί η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει τον σύγχρονο κόσμο), αυτή η αφήγηση δεν εξηγεί από μόνη της αυτό που η ΜακΚλόσκι αποκαλεί “Μεγάλο Γεγονός”: τη χωρίς προηγούμενο βελτίωση των επιπέδων διαβίωσης που ξεκίνησε το 1800. Το Bourgeois Dignity, ο δεύτερος τόμος μιας τριλογίας που έχει ως στόχο τη διατύπωση μιας βασισμένης σε δεδομένα (μολονότι όχι αναγκαστικά υλιστικής) απάντησης στα παραπάνω ερωτήματα, εξετάζει κριτικά και απορρίπτει κάθε μία από τις εξηγήσεις που προσπάθησαν να δώσουν οι οικονομικοί ιστορικοί για την ανάδυση της Βιομηχανικής Επανάστασης στην Αγγλία του 18ου αιώνα. Ας δούμε κάποιες από αυτές.

Η ανάδυση της Βιομηχανικής Επανάστασης έχει εξηγηθεί με αυτό που η ΜακΚλόσκι ονομάζει κεφαλαιακό φονταμενταλισμό: την ιδέα ότι η συσσώρευση κεφαλαίου ήταν ο βασικός παράγοντας που επέφερε τη Βιομηχανική Επανάσταση καθώς και η πηγή της εντυπωσιακής οικονομικής ανάπτυξης που εξηγεί τον σύγχρονο κόσμο. Κανείς δεν αρνείται ότι οι επενδύσεις κεφαλαίου παράγουν μακροπρόθεσμη ευημερία αυξάνοντας την παραγωγικότητα και, κατά συνέπεια, βελτιώνοντας τις συνθήκες διαβίωσης. Είναι όμως ανεπαρκείς για να εξηγήσουν τη μη γραμμικότητα της οικονομικής ανάπτυξης: η διαδικασία δεν ήταν σταδιακή, όπως θα εξηγούταν από τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά εκρηκτική.

 Σύμφωνα με την ΜακΚλόσκι απάντηση δεν δίνει ούτε η επέκταση του εμπορίου. Φαίνεται προφανές ότι οι εμπορικές πολιτικές που προσανατολίζονται προς την ελεύθερη αγορά ευνοούν την οικονομική ευημερία: όσο περισσότερο εμπορευόμαστε με άλλους, τόσο περισσότερο βελτιώνουμε την κατάστασή μας.

Η ΜακΚλόσκι όμως υποστηρίζει ότι το ξένο εμπόριο δεν είναι κρίσιμος μοχλός ανάπτυξης. Η υιοθέτηση πολιτικών ελεύθερου εμπορίου στα μέσα του 19ου αιώνα από την Αγγλία ήταν αναμφίβολα θετική, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει από μόνη της το γεγονός ότι το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα στην Αγγλία έχει έκτοτε δεκαεξαπλασιαστεί.

Και οι θεσμοί; Λίγοι θα αμφισβητούσαν ότι οι συμμετοχικοί πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί (σύμφωνα με την ορολογία των Ατζέμογλου και Ρόμπινσον στο εξαιρετικό τους βιβλίο Γιατί τα Έθνη Αποτυγχάνουν) παίζουν καθοριστικό ρόλο στη θέσπιση των κατάλληλων κινήτρων και περιορισμών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να αναπτύξουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Οι θεσμοί όμως δεν επαρκούν για να εξηγήσουν το Μεγάλο Γεγονός, υποστηρίζει η ΜακΚλόσκι. Ας δούμε το παράδειγμα των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, ενός από τους πυλώνες των κοινωνιών της αγοράς.

Αν η ανάδυση της Βιομηχανικής Επανάστασης συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, γιατί το Μεγάλο Γεγονός άρχισε να παίρνει σχήμα ακριβώς στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα; Εξάλλου, όπως επισημαίνει η ΜακΚλόσκι, “οι θεσμοί των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων θεσπίστηκαν πολλούς αιώνες πριν την εκβιομηχάνιση, στην Κίνα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στην Ευρώπη αν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα ήταν η κρίσιμη καινοτομία του 1689 [χρονιά της Ένδοξης Επανάστασης] γιατί δεν συνέβη η εκβιομηχάνιση νωρίτερα και αλλού, σε μέρη όπου τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα εφαρμόζονταν ομοίως;”

Η ΜακΚλόσκι εξετάζει επίσης άλλες πιθανές εξηγήσεις και φτάνει στο ίδιο συμπέρασμα: αιτία δεν είναι ούτε το δουλεμπόριο, ούτε ο ιμπεριαλισμός, ούτε οι γεωγραφικοι παράγοντες, ούτε η βελτίωση των μεταφορών. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει αρκετή εξηγητική ισχύ για μια τέτοια δραματική αλλαγή. Τι ήταν εκείνο λοιπόν που προκάλεσε τη Βιομηχανική Επανάσταση και κατά συνέπεια τη σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη;

Η δύναμη των ιδεών

Σύμφωνα με την ΜακΚλόσκι, το καθοριστικό στοιχείο ήταν οι ιδέες: μια κοινωνιολογική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τους επιχειρηματίες και τους εμπόρους, που άρχισαν να θεωρούνται άξιοι θαυμασμού και θετικοί παράγοντες στην πρόοδο των κοινωνιών. Από την στιγμή που δόθηκε περιθώριο και κίνητρο – τόσο χρηματικό, όσο και κοινωνικό – στους επιχειρηματίες ώστε να επιδιώξουν τους στόχους τους, απελευθερώθηκε καινοτομία με την μορφή της κατά Σουμπέτερ δημιουργικής καταστροφής, που οδήγησε την ανθρωπότητα στην μεγαλύτερη ευημερία που γνώρισε σε όλη την ιστορία της.

Με τα λόγια της συγγραφέως, “η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αποτιμούν τις αγορές και την καινοτομία προκάλεσε τη Βιομηχανική Επανάσταση, και στη συνέχεια τον σύγχρονο κόσμο”. Αυτή η αλλαγή, που ξεκίνησε στην Ολλανδία του 17ου αιώνα και έφτασε την Αγγλία κατά το 1700 δεν μπορεί να εξηγηθεί βάσει αποκλειστικά υλιστικών ή οικονομικών λόγων. Διαφορετικά, το Μεγάλο Γεγονός θα είχε σημειωθεί και σε άλλες περιοχές και εποχές της ιστορίας – πράγμα που δεν συνέβη.

Πόσο πειστική είναι η εξήγηση της ΜακΚλόσκι; Η βαθιά γνώση της βιβλιογραφίας που επιδεικνύει η συγγραφέας σε όλο το βιβλίο καθώς και η ευρωστία των επιχειρημάτων της, καθιστούν το Βourgeois Dignity μια πολύ πειστική αφήγηση, ιδίως σε ό,τι αφορά την εξήγηση των παραγόντων που δεν προκάλεσαν τη Βιομηχανική Επανάσταση.

Η βασική της θέση ως προς το τι επέφερε το Μεγάλο Γεγονός είναι πιο αμφιλεγόμενη, μολονότι θα πρέπει να σημειωθεί ότι σκοπός του βιβλίου δεν είναι να παρουσιάσει αποδείξεις υπέρ της κοινωνιολογικής αλλαγής για την οποία επιχειρηματολογεί: αυτό συμβαίνει στο τρίτο μέρος της τριλογίας. Σε κάθε περίπτωση, το Βourgeois Dignity είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για οποιονδήποτε επιθυμεί να κατανοήσει τις ρίζες του σύγχρονου κόσμου.

Ο Αριστοτέλης και η προβληματική του πλατωνικού αγαθού

Η θεωρία του Πλάτωνα για την αναζήτηση του αγαθού δεν έχει να κάνει μόνο με τον κόσμο των ιδεών που υπερέχει από εκείνο των αισθήσεων, αλλά και με την έννοια της ολότητας που του αποδίδεται. Αν και ο Πλάτωνας δεν ξεκαθάρισε ποτέ επακριβώς τι ορίζει ως αγαθό, γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κάτι υπέρτατο, εξόχως πνευματικό, που καθορίζει τα πάντα και αφορά το σύνολο όχι μόνο της ανθρώπινης δράσης, αλλά της ζωής γενικότερα.
 
Ο Πλάτωνας δε δίνει μια σαφή ερμηνεία για αυτόν τον όρο που είναι από τους βασικότερους στο φιλοσοφικό του σύστημα παρά αρκείται σε ορισμένους υπαινιγμούς. Αγαθόν πάντως είναι α) το είναι κι ό,τι διατηρεί το είναι· β) η τάξη, ο κόσμος και η ενότητα που διαπερνά και συνέχει την πολλαπλότητα· γ) ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη (Πολ. 509a). Η έκφραση αυτό το αγαθόν φαίνεται να δηλώνει την ύψιστη αρχή και την πηγή του όντος και της γνώσης.
 
Αυτή – η σχεδόν θεϊκή – απόδοση του αγαθού δεν αφορά μόνο τη δημιουργία και τη διατήρηση της ζωής (είναι κι ό,τι διατηρεί το είναι), αλλά και τη συνέχεια του κόσμου ως ρυθμιστής της πολλαπλότητας προς επίτευξη της τάξης. Η τάξη, οι νόμοι που διέπουν τον κόσμο είναι η εγγύηση της ενότητας, αφού αλλιώς η πολλαπλότητα (που καθορίζεται π.χ. από τις διαφορετικές καιρικές συνθήκες, την εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα, την εναλλαγή των εποχών, τη διαφορετικότητα των ζωντανών οργανισμών και ούτω καθεξής) θα οδηγούσε στο ασυνάρτητο. Ο άνθρωπος, αν θέλει να προσεγγίσει την τελειότητα αυτής της σύνθετης τάξης που διέπει τον κόσμο (μέσω όλων των εκφάνσεων της πολλαπλότητας), δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταφύγει στις ιδέες. Μόνο η γνώση και η επιστήμη μπορούν να αντιπαρατεθούν στο μεγαλείο της φυσικής ισορροπίας που κυβερνά τον κόσμο. Κι αυτός είναι ο λόγος που συγκαταλέγονται επίσης στον ορισμό του αγαθού (ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη), ως μοναδικό εργαλείο του ανθρώπου για να το κατανοήσει.
 
Από την πλευρά του, ο μεγάλος μαθητής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην τοποθέτηση του δασκάλου του: «Ίσως, πράγματι, είναι προτιμότερο να εξετάσουμε σε βάθος το κορυφαίο αγαθό ως μια καθολική οντότητα και να αναρωτηθούμε τι ακριβώς θέλει αυτό να πει». (1096a 6, 12-13). Το σίγουρο είναι ότι ο μαθητής έρχεται σε δύσκολη θέση, αφού δεν είναι εύκολο να αντιπαρατεθεί στο μεγάλο δάσκαλο: «Φυσικά, μια τέτοια συζήτηση καταντάει να είναι πολύ επίπονη, αφού αυτοί που παρουσίασαν τη θεωρία για τις Ιδέες ήταν φίλοι μας». (1096a 6, 13-15).
 
Στη φιλοσοφία, όμως, δε χωράνε συναισθηματισμοί. Αυτό που προέχει είναι η αναζήτηση της αλήθειας, αρχή που υποστηρίζουν ομόφωνα τόσο ο δάσκαλος, όσο και ο μαθητής: «Ίσως όμως κανείς δε θα διαφωνήσει ότι είναι καλύτερο – κάτι παραπάνω: ότι είναι ανάγκη – να είμαστε έτοιμοι ακόμη και τις πιο προσωπικές μας αντιλήψεις να αναιρέσουμε, αν είναι με τον τρόπο αυτό να σωθεί η αλήθεια – έναν λόγο παραπάνω αφού είμαστε και φιλόσοφοι: έχοντας κανείς να διαλέξει ανάμεσα σε δύο φίλους, έχει ιερό χρέος να προτιμήσει την αλήθεια». (1096a 6,15-18).
 
Ο Αριστοτέλης διαφωνεί πρωτίστως στην εκδοχή της ολότητας που προτάσσει το πλατωνικό αγαθό, αφού η ολότητα εκμηδενίζει όλα τα όρια παραβλέποντας τη διαφορετικότητα των τομέων της ανθρώπινης (κι όχι μόνο) δράσης. Σε τελική ανάλυση, μια τέτοια εκδοχή δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην ασάφεια, καθώς ταυτίζεται με όλες τις εκδοχές του «είναι», παράμετρος που λειτουργεί περισσότερο χαοτικά παρά διαφωτιστικά: «Επειδή η λέξη “αγαθό” χρησιμοποιείται με όσες σημασίες και η λέξη “είναι” (λέγεται, πράγματι, στην κατηγορία της ουσίας, π.χ. για το θεό και για το νου, στην κατηγορία της ποιότητας, π.χ. για τις αρετές, στην κατηγορία της ποσότητας, π.χ. για το σωστό μέτρο, στην κατηγορία της σχέσης, π.χ. για το χρήσιμο, στην κατηγορία του χρόνου, π.χ. για την κατάλληλη στιγμή, στην κατηγορία του τόπου, π.χ. για την τοποθεσία διαμονής, και ούτω καθεξής), είναι φανερό ότι το “αγαθό” δεν μπορεί να είναι μια λέξη κοινή, κάτι το καθολικό και ένα· γιατί τότε δε θα χρησιμοποιούνταν για όλες τις κατηγορίες, αλλά μόνο για μία». (1096a 6, 26-32).
 
Κατ’ επέκταση, τίθεται και η προβληματική της ολότητας του συνόλου των επιστημών: «Δεδομένου ότι για όλα όσα εμπίπτουν σε μία Ιδέα υπάρχει και μία επιστήμη, μία επιστήμη θα έπρεπε να υπάρχει και για όλα τα αγαθά. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι υπάρχουν πολλές, ακόμη και στην περίπτωση που ο προσδιορισμός “αγαθό” χρησιμοποιείται για πολλά επιμέρους πράγματα κάτω από την ίδια κατηγορία. Παράδειγμα η κατηγορία της κατάλληλης στιγμής: με την κατάλληλη στιγμή στον πόλεμο ασχολείται η επιστήμη της στρατηγικής, ενώ με την κατάλληλη στιγμή στην αρρώστια η ιατρική· με το μέτρο στην τροφή η ιατρική, ενώ με το μέτρο στην άθληση η γυμναστική». (1096a 6, 33-38).
 
Ο Αριστοτέλης διαφωνεί, επίσης, και με τη χρήση του όρου «καθεαυτό» που χρησιμοποιείται από τους πλατωνιστές όταν αναφέρονται στο αγαθό. Η επίκληση της λέξης «καθεαυτό» (καθεαυτό αγαθό) επιδιώκει να αποδώσει την ύψιστη καθαρότητα στην έννοια δίνοντας τη σημασία της βαθύτερης ουσίας, την τελική της υπόσταση. Ο Αριστοτέλης βρίσκει ότι μια τέτοια απόδοση στερείται νοήματος: «Μπορεί επίσης κανείς να αναρωτηθεί τι θέλουν άραγε να πουν με αυτό το “καθεαυτό” που προσθέτουν στα επιμέρους πράγματα, δεδομένου ότι και για τον “άνθρωπο καθεαυτόν” και για τον “άνθρωπο” ο ορισμός είναι ένας και ο αυτός – αφού είναι άνθρωποι, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον έναν και στον άλλον. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε καμιά επίσης διαφορά και ανάμεσα στο “αγαθό καθεαυτό” και στο “αγαθό”». (1096a 6, 38-39 – 1096b 6, 1-3).
 
Σε τελική ανάλυση, είναι σαν να επιχειρείται η απόδοση της έννοιας του αγαθού με μια πλήρη-ισοπεδωτική γενίκευση, που εκμηδενίζει όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά προτάσσοντας το ενιαίο της ουσίας, της ποιότητας και της δυνατότητας συσχετισμού κάθε πράγματος, παράγοντες που εν πολλοίς διαμορφώνουν το αποκαλούμενο «καθεαυτό»: «Η λέξη όμως αγαθό είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται και στην κατηγορία της ουσίας και στην κατηγορία της ποιότητας και στην κατηγορία της σχέσης, και το “καθεαυτό”, δηλαδή η ουσία, προηγείται φύσει από το “ενσχέσει προς” (γιατί η σχέση μοιάζει με παραφυάδα και με συμπληρωματική, δευτερεύουσα ιδιότητα του όντος) – και άρα δεν μπορεί να υπάρχει μια κοινή Ιδέα για την ουσία και για τη σχέση». (1096a 6, 21-26).
 
Βεβαίως, ο Αριστοτέλης προς αποσαφήνιση όλων των παραμέτρων δε θα μπορούσε να αποσιωπήσει τον πλατωνικό διαχωρισμό των αγαθών σε «καθεαυτά» και «για χάρη εκείνων», αναγνωρίζοντας ότι ενδεχομένως ο διαχωρισμός αυτός να επιφέρει αντιρρήσεις στα όσα μέχρι τώρα υποστήριξε: «Διαφαίνεται, πάντως, μια αντίρρηση πάνω σε όσα είπαμε ως τώρα, με το σκεπτικό ότι οι υποστηρικτές των Ιδεών δε μιλούν για όλα τα αγαθά, αλλ’ ότι με το νόημα της μιας Ιδέας μιλούν μόνο για τα αγαθά που επιδιώκονται και αγαπώνται γι’ αυτό που είναι τα ίδια, ενώ τα αγαθά που έχουν τη δύναμη να γεννούν τα αγαθά που είπαμε, να διαφυλάττουν – κατά κάποιο τρόπο ή να εμποδίζουν το αντίθετο, λέγονται “αγαθά για χάρη εκείνων”, και, πάντως, με ένα νόημα δευτερεύον». (1096b 6, 9-15).
 
Εν τέλει, πλατωνικά πάντα, υπάρχουν δύο ειδών αγαθά: «Είναι, άρα, φανερό ότι για τα αγαθά μπορούμε να μιλούμε με δύο τρόπους: αγαθά καθεαυτά και αγαθά για χάρη εκείνων». (1096b 6, 15-16). Ο Αριστοτέλης, αφού ονομάσει τα αγαθά που υπάρχουν προς εξασφάλιση των καθεαυτό αγαθών ωφέλιμα αγαθά, θα προχωρήσει στο κατά πόσο τα καθεαυτά αγαθά μπορούν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση της πλατωνικής Ιδέας. «Χωρίζοντας λοιπόν τα ωφέλιμα αγαθά από τα καθεαυτά αγαθά, ας εξετάσουμε αν τα κεθεαυτά αγαθά ονομάζονται αγαθά με το νόημα της μιας Ιδέας». (1096b 6, 17-18).
 
Κι εδώ ξεκινά ένας νέος κύκλος προβληματισμών: «Ποια αγαθά θα βάζαμε στον αριθμό των καθεαυτά αγαθών; Θα ήταν αυτά που οι άνθρωποι τα επιδιώκουν ακόμη κι όταν μένουν μόνα τους, π.χ. τη φρόνηση και την όραση, καθώς και κάποιες ηδονές και τιμές;» (1096b 6, 18-20). Τα πράγματα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρα: «Αυτά, πράγματι, τα αγαθά θα τα έβαζε κανείς στα καθεαυτά αγαθά, ακόμη κι αν οι άνθρωποι τα επιδιώκουν για χάρη κάποιων άλλων». (1096b 6, 21-22).
 
Το δυσδιάκριτο του διαχωρισμού των πλατωνικών αγαθών δεν μπορεί παρά να γεννήσει νέα ερωτήματα: «Ή μήπως αγαθό καθεαυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η Ιδέα του αγαθού;» (1096b 6, 22-23). Βρισκόμαστε ξανά μπροστά στην ολότητα του πλατωνικού αγαθού, που είναι δύσκολο να ερμηνευτεί, καθώς η διαφορετικότητα των ορισμών σε όλα τα προαναφερθέντα αγαθά την αποκλείει: «Οι ορισμοί της τιμής, της φρόνησης και της ηδονής ως μορφών του αγαθού είναι χωριστοί και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Το “αγαθό”, επομένως, δεν είναι κάτι το κοινό με το νόημα μιας Ιδέας». (1096b 6, 26-29). Κι αν πρέπει το θέμα να διατυπωθεί αλλιώς, ο Αριστοτέλης θα το θέσει ξεκάθαρα: «στην περίπτωση αυτή η Ιδέα δε θα έχει κανένα απολύτως περιεχόμενο». (1096b 6, 23).
 
Πράγματι, τι νόημα μπορεί να έχει μια Ιδέα, που τελικά συνταιριάζει τα ασυνταίριαστα, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει, πολύ περισσότερο να εφαρμόσει ή να αναζητήσει, και δεν μπορεί ούτε να διατυπωθεί επακριβώς ακόμη και από αυτόν που τη συνέλαβε; «και αν ακόμη υπήρχε ένα αγαθό που να μπορεί να λέγεται από κοινού για τα αγαθά, ή ένα χωριστό αυθύπαρκτο αγαθό, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε ούτε να γίνει πράξη ούτε να αποκτηθεί από τον άνθρωπο. Εμείς όμως ένα τέτοιο αγαθό αναζητούμε τώρα». (1096b 6, 36-39).
 
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της αριστοτελικής διαφωνίας με το μεγάλο του δάσκαλο. Ο Πλάτωνας αναζητά το πεδίο της αλήθειας έξω από τα μέτρα του ανθρώπου. Γι’ αυτό εκθειάζει τον κόσμο των Ιδεών υποτιμώντας τις αισθήσεις. Για τον Πλάτωνα ο αισθητός κόσμος δεν είναι πραγματικός. Είναι το απείκασμα της πραγματικότητας, μια ψεύτικη αντανάκλαση του αληθινού κόσμου, του κόσμου των Ιδεών. Εκείνοι που εγκλωβίζονται στα δεσμά του αισθητού κόσμου είναι οι απαίδευτοι άνθρωποι, οι δεσμώτες, που δε θα μπορέσουν ποτέ να δουν το αληθινό φως, εκτός αν καταφέρει να τους απεγκλωβίσει ο φιλόσοφος. Η άγνοια και η εμμονή στην περιορισμένη αντιληπτική δυνατότητα των αισθήσεων θα τους στερήσει τη θέαση του αγαθού.
 
Για τον Αριστοτέλη, ένα τέτοιο αγαθό, ξεκομμένο από τα ανθρώπινα μέτρα στερείται νοήματος. Ο Αριστοτέλης είναι ο φιλόσοφος που πατά με τα δυο πόδια πάνω στη γη. Οι αισθήσεις έχουν γι’ αυτόν τεράστια σημασία. Ο άνθρωπος είναι αδύνατο να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα αν δε βασιστεί στις αισθήσεις του. Γι’ αυτό και τα περισσότερα παραδείγματα που χρησιμοποιεί στηρίζονται στην παρατήρηση. Για τον Αριστοτέλη η φιλοσοφία δεν είναι απλώς μια θεωρητική κατασκευή, που αφήνει τον άνθρωπο απ’ έξω. Αντίθετα, οφείλει να έχει συνεχώς το βλέμμα της πάνω στον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Φιλοσοφία ξεκομμένη από τον άνθρωπο, δεν είναι φιλοσοφία, όπως και αγαθό που δεν αφορά τις ανθρώπινες δυνατότητες δεν είναι αγαθό.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που το πλατωνικό αγαθό είναι αδύνατο να τον ικανοποιήσει: «θα μπορούσε ίσως κανείς να το θεωρήσει σωστό να γνωρίσουμε το απόλυτο αυτό αγαθό με το βλέμμα μας στραμμένο στα αγαθά που μπορούν να αποκτηθούν και να πραγματοποιηθούν: έχοντάς το ως πρότυπο και ως υπόδειγμα, θα γνωρίσουμε καλύτερα αυτά που είναι αγαθά για μας, και γνωρίζοντάς τα, θα τα επιτύχουμε και θα τα αποκτήσουμε ευκολότερα». (1097a 6, 1-4).
 
Εξάλλου, αυτός είναι και ο τρόπος που δουλεύουν οι επιστήμες: «μολονότι όλες τους επιδιώκουν κάποιο αγαθό και ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να καλύψουν το κενό που δημιουργεί η έλλειψή του, αφήνουν στην άκρη τη γνώση του απόλυτου, του καθεαυτό αγαθού – και, φυσικά, δεν είναι καθόλου εύλογο, μια τόσο μεγάλη βοήθεια όλοι ανεξαίρετα οι εκπρόσωποι των τεχνών να την αγνοούν και να μη ζητούν να ωφεληθούν από αυτήν». (1097b 6, 6-9).
 
Ακόμη και οι πρακτικές-χειρωνακτικές τέχνες είναι αδύνατο να καθοδηγηθούν από την Ιδέα του πλατωνικού αγαθού: «Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να δει τι όφελος θα έχει για την τέχνη ο υφάντης ή ο μαραγκός από τη γνώση αυτού του απόλυτου αγαθού, ή πώς θα γίνει καλύτερος γιατρός ή καλύτερος στρατηγός αυτός που θα έχει αντικρίσει την ίδια τη σχετική Ιδέα. Προφανώς ούτε την υγεία την εξετάζει ο γιατρός με αυτόν τον τρόπο· αυτό που εξετάζει είναι η υγεία του ανθρώπου, ίσως μάλιστα η υγεία του συγκεκριμένου ανθρώπου· γιατί ο γιατρός θεραπεύει συγκεκριμένα άτομα». (1097a 6, 10-16).
 
Τα απόλυτα δεν έχουν σχέση με τα ανθρώπινα κι αυτή είναι η βαθύτερη προβληματική του πλατωνικού αγαθού. Από αυτή την άποψη, και η αναζήτηση της αλήθειας δεν μπορεί παρά να αφορά τα ανθρώπινα μεγέθη. Μιλάμε, δηλαδή, όχι για την απόλυτη, αλλά για την ανθρώπινη αλήθεια. Κι αυτό δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις διδασκαλίες των σοφιστών, γιατί εκείνοι προχώρησαν στην άρνηση της αλήθειας υποστηρίζοντας τη δυναμική της υποκειμενικότητας. Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι υπάρχει ο δρόμος της αλήθειας κι αυτόν προσπαθεί να ακολουθήσει με όση αντικειμενικότητα διαθέτει. Όμως, ο δρόμος αυτός οφείλει να μην υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα. Γιατί, αν τα υπερβεί, αχρηστεύεται.
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια