Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Γαλαξιακός πυρήνας δίνει κάποια ένδειξη για σωματίδια σαν τα αξιόνια

"Σωματίδια παρόμοια με τα αξιόνια έχουν ένα ενδιαφέρον διότι παρουσιάζονται τακτικά όταν οι επιστήμονες μελετούν τη θεωρία χορδών. Εξετάζοντας τις ιδιότητες τους, ελπίζουν να μάθουν κάποια πράγματα για τη θεωρία χορδών, ή για κάποια άλλη ενοποιημένη θεωρία της φυσικής. Από κοσμολογική άποψη, τα σωματίδια παρόμοια με τα αξιόνια έχουν ενδιαφέρον, διότι θα μπορούσαν να συνδεθούν με την σκοτεινή ενέργεια," λέει η Clare Burrage. Ωστόσο, η κύρια δυσκολία σε αυτή τη μελέτη αυτών των σωματιδίων, είναι το γεγονός ότι θα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξή τους – σαν και τα ξαδέλφια τους τα αξιόνια.

Η Burrage δουλεύει στον επιταχυντή DESY στο Αμβούργο. Πιστεύει ότι θα μπορούσε να έχει βρεθεί κάποια κοσμολογική απόδειξη για αυτά τα σωματίδια . Μαζί με την Anne-Christine Davis του Κέμπριτζ και τον Douglas Shaw του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, η Burrage έχει μελετήσει τις σχέσεις της φωτεινότητας στους ενεργούς γαλαξιακούς πυρήνες. Η ομάδα αυτή πιστεύει ότι τα αποτελέσματά τους προσφέρουν μια καλή υπόθεση για την ύπαρξη των σωματιδίων σαν τα αξιόνια, τα οποία θεωρούνται πως έχουν χαμηλό βάρος και ασθενείς αλληλεπιδράσεις.

Η εργασία τους είναι διαθέσιμη στο Physical Review Letters με τίτλο : "Active Galactic Nuclei Shed Light on Axionlike Particles”.

"Για μεγάλο χρονικό διάστημα, θεωρείτο ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ένα μαγνητικό πεδίο για να αλλάξει τα φωτόνια σε σωματίδια σαν τα αξιόνια. Είναι πιθανό να ψάξουμε για τα σωματίδια αυτά στο εργαστήριο, ενώ είναι επίσης δυνατό να τα παρατηρήσουμε και μέσω της αστρονομίας. Ψάχνουμε για τα σωματίδια αυτά στην αστρονομία, αρχικά συγκρίνοντας τις παρατηρήσεις των ενεργών γαλαξιακών πυρήνων με αυτές τις επιπτώσεις που αναμένουμε να οφείλονται στην παρουσία των όμοιων με τα αξιόνια σωματίδια”.

Οι ενεργοί γαλαξιακοί πυρήνες είναι συμπαγείς περιοχές στα κέντρα των γαλαξιών. Οι πυρήνες χαρακτηρίζονται από πιο υψηλή από την κανονική φωτεινότητα. Η χρήση των γαλαξιακών κέντρων σαν αναφορά είναι εδώ και καιρό μια καλή πρακτική, όταν ανακαλύπτουμε μακρινά αντικείμενα και προσδιορίζουμε την κοσμική εξέλιξη. Η Burrage και οι συνάδελφοι της δείχνουν ότι οι ενεργοί γαλαξιακοί πυρήνες φαίνονται ασθενέστεροι από ότι πρέπει να είναι, λόγω της παρουσίας αυτών των σωματιδίων.

"Έχουμε δει στο παρελθόν ότι αν τα φωτόνια περνούν από ένα μαγνητικό πεδίο, σαν αυτά κοντά στους γαλαξιακούς πυρήνες, και μετατρέπονται σε σωματίδια σαν τα αξιόνια, θα μειωθεί το φως," εξηγεί η ίδια. "Θα δείτε ένα πολύ πιο εξασθενημένο αντικείμενο από ότι θα περιμένατε. Κι αυτό τελικά βλέπουμε μελετώντας με ακρίβεια τις μετρήσεις. "

Η Burrage επισημαίνει ότι, ενώ τα αποτελέσματα αυτών των δεδομένων είναι ενθαρρυντικά, όμως δεν είναι και πειστικό. "Το πρόβλημα με την αστρονομία είναι ότι δεν μπορείτε να βγείτε έξω και να ερευνήσετε τον Γαλαξία," λέει. "Υπάρχουν πολλά στη φυσική που δεν καταλαβαίνουμε. Θα μπορούσε να υπάρχει κι άλλη εξήγηση που να μιμείται τα αποτελέσματα που αναζητούμε. Πρέπει να τα δούμε αυτά στο εργαστήριο, αν θέλουμε να υποστηρίξουμε τον ισχυρισμό μας ότι έχουμε να κάνουμε με σωματίδια σαν τα αξιόνια. "

Εν τω μεταξύ διεξάγονται πειράματα σε πολλά εργαστήρια, που προσπαθούν να διαπιστώσουν αν τα σωματίδια σαν τα αξιόνια υπάρχουν πραγματικά. Ένα τέτοιο συμβαίνει στο CERN, και γι αυτό το πείραμα η Burrage ενδιαφέρεται αρκετά. "Οι πειραματιστές στο CERN χρησιμοποιούν το λεγόμενο Axion Solar Telescope," λέει. "Υπάρχει ένα κάλυμμα στο τέλος ενός τηλεσκοπίου που στοχεύει στον ήλιο, και που εμποδίζει να εισέλθουν τα φωτόνια. Τα σωματίδια όμως σαν τα αξιόνια, θα περάσουν μέσα από το κάλυμμα. Στη συνέχεια, ένα μαγνητικό πεδίο βρίσκεται μέσα στο τηλεσκόπιο, αλλάζοντας έτσι αυτά τα σωματίδια σε φωτόνια. Αν μπορέσουμε να δούμε φως, ακόμα και με το κάλυμμα, θα ήταν ένας καλός δείκτης για την ύπαρξη αυτών των σωματιδίων. "Άλλα παρόμοια πειράματα γίνονται στο Εργαστήριο Fermi και στο γερμανικό DESY, και περιλαμβάνουν μία παρόμοια διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εμφάνιση φωτός "που να διέρχεται μέσα από ένα χοντρό εμπόδιο.

Επί του παρόντος, όμως, η Burrage και οι συνάδελφοί της ενδιαφέρονται για την εξέταση της εξασθένισης του φωτός σε άλλα αστρονομικά αντικείμενα. "Μας ενδιαφέρουν τα εργαστηριακά αποτελέσματα των πειραμάτων με τέτοια σωματίδια, αλλά εμείς δεν συμμετέχουμε. Αντίθετα, ψάχνουμε να δούμε αν επηρεάζονται άλλα είδη αστρονομικών αντικειμένων, όπως κάνουν οι ενεργοί γαλαξιακοί πυρήνες. Εάν αυτά τα αποτελέσματα είν
αι ορατά σε παρατηρήσεις κι άλλων αντικειμένων, τότε η ύπαρξη αυτών των σωματιδίων ενισχύεται. "

Ο Κωνσταντίνος Ζιούτας, υπεύθυνος επικοινωνίας για το Axion Solar Telescope του CERN από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας, πιστεύει ότι μπορούμε να ψάξουμε στη Γη για να βρούμε αυτά τα σωματίδια. Κάτι που θα μας αποκαλύψει μάλλον μια νέα φυσική.  

Τα κβαντικά ‘πνεύματα’ είναι χρήσιμα

Η ιδέα ότι σωματίδια πολύ απομακρυσμένα μπορούν με κάποιο τρόπο να «επικοινωνούν» μεταξύ τους ανησυχούσε τον Αϊνστάιν τόσο πολύ που το αποκαλούσε «στοιχειωμένη δράση από απόσταση».

Έχοντας επιβεβαιώσει την ύπαρξή τους, οι επιστήμονες σήμερα μαθαίνουν πώς να χρησιμοποιούν αυτή τη στοιχειωμένη δράση σαν ένα χρήσιμο εργαλείο.

Έτσι τώρα μια ομάδα φυσικών στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και στο Imperial College του Λονδίνου εκμεταλλεύτηκαν αυτό το φαινόμενο – που έχει αποδειχθεί αληθινό – για να ρίξουν φως σε μία ακόμα ασυνήθιστη και μέχρι πρότινος δύσκολη όψη της κβαντικής φυσικής – αυτή της διάκρισης μεταξύ δύο όμοιων κβαντικών συσκευών.

Στον καθημερινό κόσμο κάθε διαδικασία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μαύρο κουτί με μια είσοδο και μια έξοδο. Αν θέλεις να αναγνωρίσεις τη συσκευή απλά δίνεις δεδομένα στη είσοδο, μετράς τα δεδομένα της εξόδου και καθορίζεις έτσι τι έχει συμβεί στο ενδιάμεσο διάστημα.

Όμως τα κβαντικά μαύρα κουτιά είναι διαφορετικά. Η διάκριση μεταξύ τους είναι αδύνατη χρησιμοποιώντας μόνο σαν είσοδο μεμονωμένα σωματίδια, επειδή τα δεδομένα εξόδου δεν θα είναι διακρίσιμα: μια θεμελιώδης συνέπεια των νόμων της κβαντικής μηχανικής είναι ότι πολύ λίγες μόνο καταστάσεις κβαντικών σωματιδίων μπορούν να διαχωριστούν αξιόπιστα, η μία από την άλλη.

Η ομάδα από το Bristol και το Imperial έδειξε πως να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα χρησιμοποιώντας αυτήν ακριβώς τη στοιχειωμένη δράση από απόσταση.

Ο Anthony Laing, του Τμήματος Φυσικής που πραγματοποίησε αυτή τη μελέτη, λέει « εκτός του ότι έχουμε καλύτερη εικόνα πάνω σε θεμελιώδη θέματα της κβαντικής φυσικής, αυτή η εργασία μπορεί να αποβεί κρίσιμη για το μέλλον των κβαντικών τεχνολογιών.

“Πώς αλλιώς θα μπορούσε ένας μελλοντικός κβαντικός μηχανικός να φτιάξει ένα κβαντικό υπολογιστή αν δεν μπορεί να πει τι κυκλώματα έχει ο υπολογιστής;».

Τα νέα ευρήματα έχουν σπουδαία σημασία στην κατανόηση της κβαντομηχανικής όπως και στην δυνητική ανάδυση της επιστήμης της κβαντικής πληροφορίας.

Εισαγωγή στην κβαντική κοσμολογία βρόχων

Ο Abhay Ashtekar, ένας σπουδαίος θεωρητικός της Κβαντικής Βαρύτητας Βρόχων, κατά την διάρκεια μιας προσομοίωσης με σκοπό την πορεία του σύμπαντος από τις ημέρες μας προς τη Μεγάλη Έκρηξη, στην αρχή είδε κάτι που ανέμεναν όλοι. Το Σύμπαν να συρρικνώνεται, οι γαλαξίες να πλησιάζουν μεταξύ τους και η πυκνότητα του να αυξάνεται. Εν συνεχεία όμως στην προσομοίωση του μοντέλου του συνέβη κάτι αναπάντεχο. Αντί της αναμενόμενης σύνθλιψης όλης της ύλης του Σύμπαντος σε ένα μοναδικό σημείο (ιδιομορφία) και του τερματισμού της προσομοίωσης τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, έγινε μια μεταβολή. Αντί να συστέλλεται το Σύμπαν άρχισε να διαστέλλεται σαν να έγινε μια νέα Μεγάλη Έκρηξη.

Η συμπεριφορά αυτή φυσικά δεν είχε παρατηρηθεί ποτέ πριν σε καμιά προσομοίωση οποιουδήποτε κοσμολογικού μοντέλου, εκτός του δικού του γι αυτό και ο Ashtekar καθυστέρησε τη δημοσίευση του αποτελέσματος αυτού για 6 περίπου μήνες μέχρι να επαναλάβει τους υπολογισμούς του για να την δημοσιεύσει το 2006. Το θεωρητικό πλαίσιο αυτής της προσομοίωσης ήταν η Κβαντική Κοσμολογία Βρόχων (LQC), η οποία βασίζεται στην Κβαντική Βαρύτητα Βρόχων που συνδυάζει την θεωρία της Γενικής Σχετικότητας με την Κβαντομηχανική.
 
Οι φυσικοί χρειάζονται θεωρίες, όπως η Κβαντική Βαρύτητα Βρόχων, για να καταλάβουν τι συμβαίνει όταν μικροσκοπικοί όγκοι υφίστανται μια ακραία βαρυτική δύναμη, όπως συνέβη στη Μεγάλη Έκρηξη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο Ashtekar ξαναέγραψε τις εξισώσεις της Γενικής Σχετικότητας σε ένα κβαντομηχανικό πλαίσιο. Μαζί με τους θεωρητικούς φυσικούς Lee Smolin και Carlo Rovelli, ο Ashtekar αργότερα χρησιμοποίησε αυτό το πλαίσιο για να αποδείξει ότι ο χωροχρονικός ιστός είναι υφασμένα από βρόχους από γραμμές του βαρυτικού πεδίου. Αν κάνουμε ζουμ από αρκετά μακριά τότε ο χώρος φαίνεται ομαλός και αδιάσπαστος, αλλά με μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτεται ότι ο χώρος αποτελείται από αδιαίρετη κβάντα, μεγέθους 10-35 τετραγωνικών μέτρων. Αυτό λοιπόν υποστηρίζει ο νέος κλάδος της Κβαντικής Βαρύτητας Βρόχων.
Πολλοί θεωρητικοί φυσικοί και κοσμολόγοι χρόνια τώρα βασανίζονταν με την ιδέα ότι ο Κόσμος μας θα μπορούσε πιθανώς να έχει προκύψει από την κατάρρευση ενός προηγούμενου σύμπαντος.
 
 Μια τέτοια θεωρία ανήκει στη θεωρία των υπερχορδών – με τις συγκρούσεις των βρανών ή το εκπυρωτικό σύμπαν -, αλλά όπως θα δούμε παρακάτω το 2000 γεννήθηκε μια άλλη θεωρία από τις εργασίες του Martin Bojowald. Η νέα θεωρία, που συμπληρώθηκε από τον Ινδό Abhay Ashtekar, πιστεύει ότι αντί για την Μεγάλη Έκρηξη συνέβη μια Μεγάλη Αναπήδηση (Big Bounce). Ένα σύμπαν που δεν προέκυψε από μια ιδιομορφία ή μια ανωμαλία, δηλαδή ένα σημείο με άπειρη πυκνότητα αλλά από ένα προηγούμενο σύμπαν, που ενδεχομένως ανακυκλώνεται μέσω μιας αιώνιας διαδοχής επεκτάσεων και συστολών. Σε αντίθεση με την Μεγάλη Έκρηξη, η οποία αποτελεί ένα μοναδικό γεγονός στο οποίο γεννήθηκε για πρώτη φορά ο χρόνος και ο χώρος, η Μεγάλη Αναπήδηση αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο θα μπορούσε να έχει επαναληφθεί πολλές φορές.
 

Το σύμπαν δεν αναδύθηκε από το τίποτα – όπως στα μοντέλα της Μεγάλης Έκρηξης – αλλά από την κατάρρευση ενός προηγούμενου σύμπαντος χωρίς όμως να περάσει από την ιδιομορφία (σημείο άπειρης πυκνότητας) που γέννησε τη Μεγάλη Έκρηξη.
 
Βέβαια μία από τις κύριες αδυναμίες των θεωρητικών μοντέλων είναι η δυνατότητα της εξαγωγής προβλέψεων οι οποίες θα καταστήσουν εφικτές τις πειραματικές τους επαληθεύσεις. Ο κυριότερος λόγος για την αδυναμία αυτή στην Κβαντική Κοσμολογία Βρόχων είναι πως οι δομές που περιγράφονται βρίσκονται σε κλίμακα μεγέθους της τάξης του μήκους Planck, οπότε πρέπει να γίνουν μετρήσεις ποσοτήτων και φαινόμενων σε αυτές τις τάξεις μεγέθους. Βεβαίως το καλύτερο εργαστήριο για πειραματικές μετρήσεις στις κλίμακες αυτές, όπως συμβαίνει και για την σωματιδιακή φυσική, είναι το ίδιο σύμπαν.
 
Το ξεκίνημα
Η αρχή της Κβαντικής Κοσμολογίας Βρόχων θεωρείται το έτος 2000 όταν ο Martin Bojowald, μεταδιδακτορικός ερευνητής της ομάδας του Ashtekar στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, προσπάθησε μέσω των τότε γνωστών πορισμάτων της κβαντικής βαρύτητας να μορφοποιήσει ένα μοντέλο του Σύμπαντος. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του νέου αυτού κοσμολογικού μοντέλου ήταν πως, σε αντίθεση με τη γενική σχετικότητα και άλλες προσεγγίσεις του θέματος, η δυνατότητα περιγραφής των φυσικών φαινόμενων μέσω της χρήσης της κβαντικής βαρύτητας βρόχων δεν κατέρρεε στην ανωμαλία που γέννησε τη Μεγάλη Έκρηξη.
 
Οι φυσικοί πιστεύουν ότι οι απειρισμοί που προκύπτουν από την ιδιομορφία της Μεγάλης Έκρηξης μπορούν να εξαλειφθούν μόνο όταν τη μελετήσουμε με τη βοήθεια της κβαντομηχανικής. Η τεράστια συγκέντρωση της ύλης σε ένα σημείο κατά το Big Bang δημιουργεί άπειρη πυκνότητα, άπειρη ένταση της βαρύτητας, άπειρη θερμοκρασία, με αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία περιγραφής των φυσικών φαινόμενων εκεί μέσα με την βοήθεια των νόμων της Γενικής Σχετικότητας, καθώς εκεί αυτοί οι νόμοι καταρρέουν.
 
Η περιγραφή του σύμπαντος σε χρονικές περιόδους μακριά από τη φάση της Μεγάλης Έκρηξης ή Αναπήδησης γίνεται μέσω της Γενικής Σχετικότητας, ενώ κοντά στην Μεγάλης Έκρηξη επειδή η πυκνότητα του Σύμπαντος απειρίζεται απαιτείται η εισαγωγή κάποιας έκδοσης της κβαντικής βαρύτητας για την περιγραφή των φυσικών φαινομένων. Για τον λόγο αυτό κάθε κοσμολογικό μοντέλο θα πρέπει να δίνει ίδια αποτελέσματα με τη Γενική Σχετικότητα όπου αυτή περιγράφει ικανοποιητική το Σύμπαν και να εξηγεί σωστά τα φυσικά φαινόμενα όταν η πυκνότητα του Σύμπαντος είναι εξαιρετικά μεγάλη.
 
Σύμφωνα όμως με τις προβλέψεις με τον Ashtekar το σύμπαν δεν πέρασε ποτέ από ένα σημείο – ιδιομορφία, γιατί το Σύμπαν που παρατηρούμε σήμερα είναι προϊόν μιας διαδικασίας Αναπήδησης από ένα προ-Σύμπαν σε κατάσταση βαρυτικής κατάρρευσης.
 
Από την άλλη η Κβαντική Βαρύτητα Βρόχων προσφέρει την δυνατότητα υπολογισμού των φυσικών φαινομένων όταν ασκούνται τεράστιες βαρυτικές δυνάμεις σε μικροσκοπικούς όγκους, όπως συνέβαινε κοντά στο σημείο του Big Bang. Δηλαδή, η νέα θεωρία δεν μπαίνει καν στον κόπο να περιγράψει τη φύση στον χρόνο μηδέν, αφού δεν επιτρέπει την πλήρη κατάρρευση της ύλης σε ένα σημείο. Ο λόγος της σημαντικής αυτής διαφοροποίησης με τα άλλα κοσμολογικά μοντέλα οφείλεται στη βασική αρχή της, δηλαδή της κβάντωσης του χώρου.
 
Συμφωνία με τη Γενική Σχετικότητα
Όταν έγιναν οι αρχικές προσομοιώσεις του Ashtekar τα αποτελέσματα δεν ήταν ακριβώς αυτά που δίνει η Γενική Σχετικότητα. Γιατί στη μορφοποίηση του αρχικού μοντέλου, ως κβάντα χώρου είχαν ληφθεί απειροελάχιστες τιμές επιφάνειας (συσχετισμένες με το μήκος Planck στο τετράγωνο) σε αντίθεση με απειροελάχιστες τιμές όγκου που δεν είχαν συσχετιστεί με το μήκος Planck στον κύβο. Όταν η ομάδα του Ashtekar επανέλαβε την προσομοίωση της εξέλιξης του Σύμπαντος με αυτή την διόρθωση του όγκου, διαπίστωσε ότι τα αποτελέσματα τους βρίσκονταν σε πλήρη συμφωνία με τη Γενική Σχετικότητα στις περιόδους μακριά από τη Μεγάλη Έκρηξη. Ενώ δεν υπήρχε και πάλι η ασυνέχεια (ιδιομορφία) της Μεγάλης Έκρηξης. Αφού λοιπόν η νέα θεωρία έδινε τα ίδια αποτελέσματα με τη Γενική Σχετικότητα στο μεγαλύτερο μέρος της εξέλιξης του Κόσμου φαινόταν να έχει κάποιες βάσεις.
 
Σύμφωνα με την ομάδα του Ashtekar το προ-σύμπαν αρχικά πέρασε μια φάση διαστολής την οποία ακολούθησε μια φάση σύνθλιψης λόγω βαρύτητας. Καθώς η ύλη συγκεντρωνόταν σε ολοένα και μικρότερο χώρο, η πυκνότητα του Σύμπαντος προσέγγισε την τιμή της πυκνότητας Planck (ίσης με 5,1*1096 κιλά ανά κυβικό μέτρο). Στο στάδιο αυτό, η σύνθλιψη του προ-σύμπαντος σταμάτησε και έλαβε χώρα μια Αναπήδηση από την οποία προήλθε το δικό μας Σύμπαν. Το σημαντικό είναι ότι ποτέ το όποιο Σύμπαν δεν φτάνει στην πυκνότητα Planck. Απαγορεύεται από τη θεωρία. Σύμφωνα με τον Bojowald, αυτό συμβαίνει γιατί η προσπάθεια συμπίεσης της υφής του χωροχρόνου όταν η πυκνότητα ισοδυναμεί με περίπου ένα τρισεκατομμύριο ηλιακές μάζες στον όγκο ενός πρωτονίου, οδηγεί στην ανάπτυξη μιας ιδιαίτερα ισχυρής δύναμης αντίδρασης η οποία ανθίσταται στη βαρυτική σύνθλιψη. Τα κβάντα του χωροχρόνου δεν είναι δυνατόν να συμπιεστούν περισσότερο. Η στιγμιαία δράση αυτής της αντίδρασης στη βαρύτητα οδηγεί στη Μεγάλη Αναπήδηση του Σύμπαντος. Από τη χρονική φάση της Μεγάλης Αναπήδησης και μετά, το Σύμπαν διαστέλλεται λόγω της αδράνειας του και η βαρύτητα επιβραδύνει σταδιακά τη διαδικασία αυτή.
 
Όμως τι εξήγηση δίνει η νέα κβαντική κοσμολογική θεωρία βρόχων για τη φάση του πληθωρισμού που ακολούθησε ευθύς αμέσως τη Μεγάλη Έκρηξη. Στην καθιερωμένη κοσμολογία ο πληθωρισμός οδήγησε το Σύμπαν στα πρώτα κλάσματα του δευτερολέπτου μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, σε μια φάση εξαιρετικά γρήγορης διαστολής. Μεταξύ των άλλων με τον πληθωρισμό δίνουμε ερμηνεία στην ομοιόμορφη θερμοκρασιακή κατανομή των άκρων του σύμπαντος ή το πρόβλημα του ορίζοντα όπως αλλιώς λέγεται. Επίσης, ερμηνεύουμε το πρόβλημα της επιπεδότητας (τη λεπτή ισορροπία την οποία παρουσιάζει το σύμπαν ανάμεσα στην αέναη διαστολή και την κατάρρευση του λόγω της επίδρασης της βαρύτητας).
 
Η θεωρία του κλασσικού πληθωρισμού δέχεται την ύπαρξη κάποιων σωματιδίων ή ενός πεδίου (inflaton) μέσω της δράσης των οποίων λαμβάνει χώρα ο πληθωρισμός. Όμως το Καθιερωμένο Μοντέλο δεν μας δίνει καμιά ουσιαστική πληροφορία για τις ιδιότητες των σωματιδίων αυτών. Ακόμα πιο ασαφής είναι η εικόνα που προσφέρουν τα υπάρχοντα κοαμολογικά μοντέλα για τα φυσικά δρώμενα στο Σύμπαν πριν τη φάση του πληθωρισμού. Μεταξύ της στιγμής της Μεγάλης Έκρηξης και της έναρξης του πληθωρισμού, μεσολαβεί ένα μικρό κλάσμα του δευτερολέπτου το οποίο όμως αντιστοιχεί σε μια από τις πιο μυστηριώδεις φάσεις της ζωής του Σύμπαντος. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής επικρατούσε η κβαντική φύση των φυσικών φαινομένων. Πριν την εμφάνιση της κβαντικής Κοσμολογίας Βρόχων είχε διατυπωθεί η υπόθεση πως η έναρξη της διαδικασίας πληθωρισμού λάμβανε χώρα όταν πια ο χωροχρόνος μπορούσε να θεωρηθεί ως ομαλός και όχι ως κβαντισμένος. Οι ερευνητές όμως, χρησιμοποιώντας το νέο φορμαλισμό είναι πλέον σε θέση να εξάγουν το αποτέλεσμα αυτό ως πρόβλεψη της θεωρίας. Για πρώτη φορά μια κοσμολογική θεωρία ήταν σε θέση να προβλέψει τι συνέβαινε πριν αλλά και μετά τη φάση του πληθωρισμού στο Σύμπαν.
 
Παρατηρήσεις
Σύμφωνα με τον Ashtekar, τον Smolin και πολλούς άλλους, το σημαντικότερο θέμα σήμερα είναι η αναζήτηση παρατηρησιακών δεδομένων αλλά και πειραματικών ενδείξεων που θα συμβάλουν στην ορθότητα και αποδοχή της κβαντικής Κοσμολογίας Βρόχων.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δυνατότητα γνώσης των φυσικών συνθηκών οι οποίες επικρατούσαν στο Σύμπαν πριν τη Μεγάλη Αναπήδηση. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Martin Bojowald, ένα σημαντικό μέρος της πληροφορίας του Σύμπαντος που προηγήθηκε της διαδικασίας της Αναπήδησης χάνεται λόγω στατιστικών διακυμάνσεων. Δεν υπάρχει δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιο, η δυνατότητα «κοσμικής επαναφοράς». Το σύστημα αυτό διέρχεται από μια φάση Αναπήδησης και καθώς ο όγκος του αυξάνεται, αντίστοιχα αυξάνονται και οι στατιστικές διακυμάνσεις οι οποίες το χαρακτηρίζουν. Λόγω των διακυμάνσεων αυτών, οι πληροφορίες σχετικά με την αρχική κατάσταση του συστήματος γίνονται ολοένα και πιο ασαφείς.
 
Βέβαια οι προβλέψεις της προσομοίωσης για το προ-Σύμπαν λένε ότι αυτό περιείχε άστρα και γαλαξίες. Αυτό όμως αποτελεί και το όριο πληροφορίας η οποία είναι δυνατόν να εξαχθεί. Σύμφωνα με τον Bojowald, όταν το Σύμπαν βρίσκεται στις κβαντικές του φάσεις πριν και μετά την Αναπήδηση, ένα μέρος της πληροφορίας της δομής του δεν μεταφέρεται και ο λόγος γι αυτό ανάγεται στις αναπόφευκτες στατιστικές διακυμάνσεις οι οποίες συνοδεύουν την κβαντική φάση κάθε φυσικού συστήματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω του αποτελέσματος αυτού, δεν υπάρχει «κοσμική επαναφορά» στο Σύμπαν. Αυτό όμως αμφισβητείται από άλλους ερευνητές όπως ο Singh, μέσω των δικών τους λεπτομερών αναλύσεων.
 
Οι θεωρητικοί όλων των κοσμολογικών μοντέλων (καθιερωμένων και μη) προσβλέπουν στην λεπτομερή ανάλυση των δεδομένων της Μικροκυματικής Ακτινοβολίας Υποβάθρου (που εμφανίστηκε 380.000 χρόνια μετά τη Μεγάλη Έκρηξη), για να επιβεβαιώσουν τις όποιες προβλέψεις τους. Παρόλο που δεν εμφανίστηκε ταυτόχρονα με τη Μεγάλη Έκρηξη ή τη Μεγάλη Αναπήδηση (ανάλογα τι θα αποδειχθεί τελικά ότι έγινε), πιστεύεται ότι η αρχική της προέλευση μπορεί να αναχθεί στις εποχές που η κβαντική βαρύτητα διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στο Σύμπαν.
 
Η ανάλυση των θεωρητικών μοντέλων της κβαντικής Κοσμολογίας Βρόχων προσέφερε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τον Bojowald, πριν από την περίοδο του πληθωρισμού η θεωρία προβλέπει ότι υπήρξε μια βραχεία περίοδος επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος. Η αιτία αυτού του φαινομένου του υπερ-πληθωρισμού, όπως ονομάστηκε, ανάγεται στις εξαιρετικά ισχυρές απωστικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν ως αντίδραση στη συμπίεση των κβάντων του χωροχρόνου κατά τη φάση της βαρυτικής σύνθλιψης του προ-Σύμπαντος η οποία οδήγησε στη Μεγάλη Αναπήδηση. Υπό αυτή την έννοια, η ύπαρξη των υποθετικών σωματιδίων ή του πεδίου inflaton τα οποία εξηγούν τη φάση του πληθωρισμού δεν είναι πια απαραίτητη. Μάλιστα, τελευταία ο Ed Copeland του Πανεπιστημίου του Nottingham απέδειξε πως η φάση του υπερ-πληθωρισμού δημιουργεί τις κβαντικές διαταράξεις του χωροχρόνου από τις οποίες μπορούν μελλοντικά να προκύψουν άστρα και γαλαξίες. Έτσι, διαφαίνεται ότι στη νέα θεωρία δεν θα είναι απαραίτητη η πληθωρισμική περίοδος γενικότερα.
 
Ο τρόπος πάντως με τον οποίο η φάση του υπερ-πληθωρισμού θα μπορούσε να επηρεάσει την κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου δεν είναι ακόμα ξεκάθαρος αν και υπάρχουν αρχικές ενδείξεις ότι θα οδηγήσει σε διαφοροποιήσεις σε σχέση με την κλασική Κοσμολογία οι οποίες θα μπορούν να μετρηθούν. Οι σχετικοί υπολογισμοί αποτελούν το κύριο μέλημα των ερευνητών για τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα υπό τη πρίσμα της έναρξης λειτουργίας του δορυφόρου Planck από την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία. 0 δορυφόρος αυτός έχει σαν αποστολή να κάνει τις πιο λεπτομερείς μετρήσεις της κοσμικής ακτινοβολίας υποβάθρου που έγιναν ποτέ.

Η πιο ακριβής τιμή της σταθεράς του Hubble στενεύει τα περιθώρια για τις δυνατές εξηγήσεις της Σκοτεινής Ενέργειας

Ό,τι κι αν είναι η σκοτεινή ενέργεια τα περιθώρια για την εξήγηση της έχουν στενέψει μετά τις παρατηρήσεις του Hubble, που τελειοποίησαν τη μέτρηση του ρυθμού διαστολής του σύμπαντος με μια ακρίβεια όπου το σφάλμα είναι μικρότερο από 5%.

Η νέα τιμή για τον ρυθμό διαστολής, που είναι γνωστός ως σταθερά του Hubble, ή Ho (από το όνομα του αστρονόμου Edwin Hubble που μέτρησε πρώτος την διαστολή του σύμπαντος σχεδόν πριν από έναν αιώνα), είναι τώρα 74,2 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο κι ανά 1 megaparsec απόσταση, με περιθώριο σφάλματος ±3.6. Τα αποτελέσματα συμφωνούν πολύ με την προηγούμενη τιμή – πάλι από το Παρατηρητήριο Hubble – 72 ± 8 km/sec/megaparsec, αλλά τώρα η τιμή του είναι με διπλάσια ακρίβεια.
 
Οι μετρήσεις του Hubble, που πραγματοποιούνται από την ομάδα SHOES με επικεφαλής τον Adam Riess, του Ινστιτούτου Επιστήμης των Διαστημικών Τηλεσκοπίων και του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, χρησιμοποιούν μια σειρά από βελτιώσεις για τον εξορθολογισμό και την ενίσχυση της κατασκευής μιας κοσμικής ‘κλίμακας αποστάσεων’, με μήκος ένα  δισεκατομμύριο έτη φωτός, που οι αστρονόμοι χρησιμοποιούν για τον προσδιορισμό του ρυθμού διαστολής του σύμπαντος.
 
Οι παρατηρήσεις του Hubble των παλλόμενων άστρων, που ονομάζονται Κηφείδες, έγιναν σε δύο κοσμολογικούς ‘χάρακες’ αποστάσεων: στον γειτονικό γαλαξία NGC 4258 αλλά και στους γαλαξίες όπου υπάρχουν πρόσφατες σουπερνόβα. Συνδέθηκαν έτσι απευθείας και οι δύο αυτοί δείκτες των αποστάσεων. Το Hubble χρησιμοποιήθηκε λοιπόν να γεφυρώσει αυτές τις δύο κλίμακες των αποστάσεων για εξαλειφθούν τα συστηματικά σφάλματα, που είναι σχεδόν αναπόφευκτο να γίνουν λόγω της σύγκρισης των μετρήσεων από διαφορετικά τηλεσκόπια.

Οι ειδικοί που συμμετέχουν στην προσπάθεια αυτή επιδιώκουν την βελτίωση και την ενίσχυση πολλών μεθόδων στους υπολογισμούς τους, ώστε να αποφεύγονται ακόμη και τα πιο μικρά λάθη. Γιατί ακόμα και τα ελάχιστα λάθη στους υπολογισμούς στην κλίμακα που δουλεύουν οι ειδικοί, το πρόβλημα πολλαπλασιάζεται εκθετικά και μπορεί να κάνει ολόκληρο το αποτέλεσμα άκυρο. Η κλίμακα που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες είναι συγκρίσιμο με το 1 δισεκατομμύριο έτη φωτός μέσα στο χώρο.
 
«Είναι σαν μετράς ένα κτίριο με μια μεγάλη ταινία μέτρησης, αντί να μετακινείς μια μικρή πολλές φορές. Θα αποφεύγεις βέβαια τα λάθη που γίνονται κάθε φορά που μετακινείς τη μεζούρα. Όσο υψηλότερο είναι το κτίριο, τόσο μεγαλύτερο είναι και το σφάλμα,» εξήγησε ο Riess.

«Οι Κηφείδες είναι η ραχοκοκαλιά της κλίμακας των αποστάσεων γιατί η περίοδος των παλμών, που παρατηρείται σχετικά εύκολα, συσχετίζεται άμεσα με την λαμπρότητα τους. Μια άλλη βελτίωση της κλίμακας των αποστάσεων οφείλεται στο γεγονός ότι έχουμε παρατηρήσει τους Κηφείδες στο εγγύς υπέρυθρο του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, όπου αυτά τα μεταβλητά αστέρια αποτελούν καλύτερους δείκτες της απόστασης από ό,τι στα οπτικά μήκη κύματος,» αναφέρει ο καθηγητής της Φυσικής και Αστρονομίας Lucas Macri, ο οποίος είχε τεράστια συμβολή στα νέα αποτελέσματα.
 
Αυτή η καινούργια, πιο ακριβή τιμή της σταθεράς του Hubble χρησιμοποιήθηκε για να εξετάσει και να περιορίσει τις ιδιότητες της σκοτεινής ενέργειας, τη μορφή της ενέργειας που παράγει μια απωθητική δύναμη στο χώρο, και που αναγκάζει τον ρυθμό διαστολής του σύμπαντος να επιταχύνεται.
 
Εξετάζοντας λοιπόν την ιστορία της διαστολής του σύμπαντος μεταξύ του σήμερα και της εποχής που το σύμπαν ήταν μόνο 380.000 περίπου ετών, οι αστρονόμοι είναι σε θέση να θέσουν τα όρια σχετικά με τη φύση της σκοτεινής ενέργειας που αναγκάζει την διαστολή να επιταχύνεται. Η μέτρηση για το πολύ μακρινό και πρώιμο σύμπαν προέρχεται από τις διακυμάνσεις της Κοσμικής Μικροκυματικής Ακτινοβολίας Υποβάθρου, που βρέθηκαν με την διαστημική συσκευή WMAP της NASA το 2003.
 
Το αποτέλεσμα της νέας έρευνας είναι συνεπές με την πιο απλή ερμηνεία της σκοτεινής ενέργειας: ότι είναι μαθηματικά ισοδύναμη με την υποθετική κοσμολογική σταθερά Λ του Αϊνστάιν, που καθιερώθηκε πριν από έναν αιώνα όταν οι αστρονόμοι της εποχής του μιλούσαν για ένα σταθερό σύμπαν. Ωστόσο οι εξισώσεις της Γενικής Σχετικότητας προβλέπουν την βαρυτική κατάρρευση του σύμπαντος. Οπότε η κοσμολογική σταθερά Λ μπήκε στις εξισώσεις για να αντιδράσει στην βαρυτική κατάρρευση. Ο Einstein, ωστόσο, την αφαίρεσε λίγο αργότερα όταν ο Edwin Hubble βρήκε ότι το σύμπαν συνεχώς διαστέλλεται οπότε δεν υπήρχε η ανάγκη της παρουσίας της Λ.
 
«Τώρα πια η κοσμολογική σταθερά Λ έρχεται πιο κοντά στην σκοτεινή ενέργεια ή τώρα πια διαφέρουν πολύ πιο λίγο από ό,τι στο παρελθόν. Είναι μια σημαντική πρόοδος, αλλά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε για να διαπιστώσουμε ακριβώς το είδος της σκοτεινής ενέργειας,» αναφέρει ο Riess για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε για να διαπιστώσουμε την ακριβή φύση της σκοτεινής ενέργειας.
 
Αν και η κοσμολογική σταθερά Λ είχε σχεδιαστεί από καιρό πριν, οι παρατηρησιακές αποδείξεις για την σκοτεινή ενέργεια ήρθαν 11 χρόνια πριν, όταν δύο μελέτες, η μία με επικεφαλής τον Riess και τον Brian Schmidt του Παρατηρητηρίου Mount Stromlo, και η άλλη από τον Saul Perlmutter του Εθνικού Εργαστηρίου Berkeley, ανεξάρτητα μεταξύ τους ανακάλυψαν την σκοτεινή ενέργεια, εν μέρει με τις παρατηρήσεις του Hubble. Από τότε οι αστρονόμοι έχουν επιδιώξει να καταλάβουν καλύτερα τι είναι η σκοτεινή ενέργεια.
 
Ο Riess ήθελε να μειώσει τις εναλλακτικές εξηγήσεις για την σκοτεινή ενέργεια – είτε ότι πρόκειται για μια στατική κοσμολογική σταθερά ή για ένα δυναμικό πεδίο (όπως και η απωθητική δύναμη που οδήγησε τον πληθωρισμό μετά την Μεγάλη Έκρηξη) – και να βελτιώσει περαιτέρω τις μετρήσεις για τον ρυθμό επέκτασης σύμπαντος.

Πριν πετάξει το Hubble το 1990, οι εκτιμήσεις για την σταθερά Hubble ήταν διαφοροποιημένες με συντελεστή δύο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ένα πρότζεκτ με τη βοήθεια του Hubble προσδιόρισε την τιμή της σταθεράς του Hubble με ένα σφάλμα μόνο 10%. Αυτό επιτεύχθηκε με την παρατήρηση των μεταβλητών Κηφειδών άστρων σε οπτικά μήκη κύματος, και σε μεγαλύτερες αποστάσεις από ό,τι στο παρελθόν όπου οι ανάλογες μετρήσεις έγιναν από επίγεια τηλεσκόπια.
 

Πρόκειται για μια εικόνα του σπειροειδούς γαλαξία NGC 3021 από το τηλεσκόπιο Hubble, που φιλοξενεί μία σουπερνόβα τύπου Ια που παρατηρήθηκε πρόσφατα από τους αστρονόμους για να βελτιώσουν το μέτρο του ρυθμού επέκτασης του σύμπαντος, δηλαδή τη σταθερά Hubble. Ο αστρονόμος Hubble έκανε ακριβείς μετρήσεις των Κηφειδών μεταβλητών άστρων στον Γαλαξία μας, που βρίσκονται στα πράσινα κυκλάκια μέσα στα τέσσερα κουτιά. Τα αστέρια πάλλονται με ένα ρυθμό που να συνδυάζεται στενά με την εγγενή φωτεινότητα τους.
 
Η ομάδα SHOES του Riess χρησιμοποίησαν όχι μόνο οπτικά μήκη κύματος αλλά και υπέρυθρες ακτίνες με τη βοήθεια δύο ειδικών μηχανών του Hubble, για την παρατήρηση 240 Κηφειδών άστρων σε επτά γαλαξίες. Ένας από αυτούς ήταν ο γαλαξίας NGC 4258, του οποίου η απόσταση είχε καθοριστεί με μεγάλη ακρίβεια μέσω παρατηρήσεων με ραδιοτηλεσκόπια. Οι άλλοι έξι γαλαξίες φιλοξενούσαν πρόσφατες σουπερνόβες τύπου Ia που η απόσταση τους είναι αξιόπιστοι δείκτες για ακόμη μακρύτερα μετρήσεις στο σύμπαν. Οι σουπερνόβες τύπου Ia έχουν εκραγεί με σχεδόν την ίδια ποσότητα ενέργειας και, συνεπώς, έχουν σχεδόν την ίδια εγγενή φωτεινότητα.
 
Ο Riess τελικά θα ήθελε να δει την σταθερά Hubble με μια τιμή που το σφάλμα της δεν θα υπερβαίνει το 1%, για να βάλει ακόμα πιο αυστηρούς περιορισμούς στις λύσεις για την σκοτεινή ενέργεια.
 
Υπολογισμοί που έγιναν για την σταθερά του Hubble με τη βοήθεια των δεδομένων από τον δορυφόρο WMAP το 2003, σε συνδυασμό με άλλα αστρονομικά στοιχεία έδωσαν την τιμή στη σταθερά H0 = 70.1 ± 1.3 (km/s)/Mpc.
 
Αυτή η τιμή είναι κοντά στην τιμή H0 = 72 ± 8 km/s/Mpc που βρήκε το 2001 ο δορυφόρος Hubble.
Τον Αύγουστο του 2006, μια λιγότερη ακριβής ανεξάρτητη μέτρηση με το Παρατηρητήριο της NASA Chandra των ακτίνων-Χ έδωσε: H0 = 77 km/s/Mpc ή σχεδόν 2.5×10−18 s−1 με μια αβεβαιότητα ± 15%.
 
Συνοπτικά τα υπάρχοντα δεδομένα της NASA δείχνουν μια σταθερά 70.8 ± 1.6 km/s/Mpc αν ο χωρόχρονος υποτεθεί ότι είναι επίπεδος ή 70.8 ± 4.0 km/s/Mpc αν δεν είναι ή αλλιώς 2.3×10−18 s−1 . Και επειδή το αντίστροφο της σταθεράς Hubble είναι η ηλικία του σύμπαντος, παίρνουμε ότι η ηλικία του Κόσμου είναι 13.8 δισεκατομμυρίων ετών.

Ο Μύθος της Ανάστασης

Ο Μύθος της ΑνάστασηςΑπό τα πιστά πρόβατα του χριστιανισμού  η «Νεκρανάσταση του Ναζωραίου» θεωρείται ως η μεγαλύτερη απόδειξη για την Θεϊκή φύση του Θεού τους. Η αλήθεια, όμως, είναι εντελώς διαφορετική αφού από τα αρχαία κείμενα μαθαίνουμε, ότι στο σύνολο τους οι αρχαίες θρησκείες πίστευαν σε Θεούς που είχαν πεθάνει και στη συνέχεια αναστηθεί, άρα ακόμη κι αυτό κλέμενο το ‘χουν τα χριστιανικά ζωντανά.

Ο Πλούταρχος, αναφέρει: «Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο Θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός, έκαναν βακχικές τελετές προς τιμήν του, τον χειμώνα τους κατευνασμούς και το καλοκαίρι τις ανεγέρσεις. Οι Παφλαγόνες, τέλος, ισχυρίζονται ότι τον χειμώνα είναι ο Θεός δεμένος και φυλακισμένος, ενώ την άνοιξη κινείται και ελευθερώνεται» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378E).

Η ανάσταση των Θεών στην Αρχαιότητα
Στην αρχαία Ελλάδα, γράφει ο Μ. Τιβέριος, όπως και σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου, απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες Θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση. Ο Διόνυσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Θεού που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ο Απρίλης είναι ο μήνας στη διάρκεια του οποίου γιορτάζουν την γιορτή των χριστιανών, που είναι τα πάθη και η ανάσταση του Ναζωραίου. Που οφειλόταν, άραγε αυτή η πανάρχαια πεποίθηση ότι κάποιος (όποιος) Θεός αναγεννιέται την Άνοιξη; Ο Πλούταρχος, το αποδίδει στην ίδια την φύση της εποχής:

«Η ίδια η εποχή υποβάλλει τη σκέψη πως η κατήφεια οφείλεται στην εξαφάνιση των καρπών, τους οποίους οι παλιοί δεν θεωρούσαν βέβαια Θεούς, αλλά δώρα των Θεών αναγκαία και μεγάλα για να μη ζούμε σαν τα άγρια θηρία. Την εποχή, λοιπόν, που έβλεπαν από τη μια τους καρπούς να εξαφανίζονται εντελώς από τα δέντρα και να λείπουν, ενώ, από την άλλη, οι ίδιοι τους φύτευαν με πολλή δυσκολία και μεγάλα προβλήματα ξύνοντας τη γη με τα χέρια και με τα χέρια καλύπτοντάς τους πάλι, βάζοντας τους εκεί, χωρίς να ξέρουν, αν θα εμφανιστούν ξανά, έκαναν πράγματα παρόμοια με εκείνα που κάνουν όσοι θάβουν τους νεκρούς και τους πενθούν. Έπειτα, όπως εμείς λέμε γι’ αυτόν που αγοράζει τα βιβλία του Πλάτωνα ότι αγοράζει Πλάτωνα και όποιον παρουσιάζει τα ποιήματα του Μενάνδρου ότι παίζει Μένανδρο, έτσι κι εκείνοι δεν δίσταζαν να ονομάσουν τα δώρα και τα έργα των Θεών με τα ονόματα των Θεών, τιμώντας τα, επειδή τους ήταν αναγκαία, και λατρεύοντάς τα.

Οι επόμενοι όμως, απαίδευτοι κι αμαθείς, τα παραλάμβαναν, κατ’ αντιστροφή απέδιδαν τα παθήματα των καρπών στους Θεούς και δεν αποκαλούσαν μόνον, αλλά και πίστευαν, την εμφάνιση και την εξαφάνιση των αναγκαίων καρπών ως γέννηση και θάνατο των Θεών, γεμίζοντας έτσι το μυαλό τους με άτοπες, αυθαίρετες και συγκεχυμένες δοξασίες, μολονότι έβλεπαν καθαρά το άτοπο και τον παραλογισμό.

Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούν Θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για Θεούς, αλλά ότι είναι γελοίο να τους θρηνούν και συνάμα να προσεύχονται στους καρπούς (σαν σε Θεούς) να ξαναφανούν πάλι και να ωριμάσουν για χάρη τους, ώστε να τους καταναλώσουν πάλι και να τους θρηνούν. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, αλλά θρηνούν τους καρπούς και προσεύχονται στους Θεούς, που τους γεννούν και τους δωρίζουν, να δημιουργήσουν πάλι άλλους καινούριους και να τους κάνουν να φυτρώσουν στη θέση εκείνων που χάθηκαν. Για τούτο πολύ σωστά λένε οι φιλόσοφοι πως όσοι δεν ασκούνται να καταλάβουν σωστά τις λέξεις, χρησιμοποιούν λανθασμένα τα πράγματα» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» 379A έως C)

Ο Πλούταρχος, αναφέρει, ότι η ανάσταση του (όποιου) Θεού συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης ύστερα από τον χειμερινό της λήθαργο. Σε πολλές θρησκείες του αρχαίου κόσμου και στην αρχαία Ελλάδα απαντώνται παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες Θεοί γνώρισαν τον θάνατο και στη συνέχεια την ανάσταση, όπως π.χ. ο Φοινικικός Αδωνις ή ο Ελληνικός Διόνυσος. Επειδή μάλιστα συχνά οι τεθνεώτες και αναστάντες αυτοί Θεοί συμβαίνει να είναι Θεοί της γονιμότητας, είναι ολοφάνερο, ότι η ιδέα αυτή του θανάτου και της ανάστασης εκ νεκρών είναι παρμένη από την ετήσια εναλλαγή των εποχών, όπου το νέκρωμα της φύσης κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα το διαδέχεται το ξαναζωντάνεμά της κατά τη διάρκεια της ζωοδότρας άνοιξης. Επομένως με τα πάθη αυτά των Θεών συμβολίζονται οι λειτουργίες της ίδιας της φύσης κι όπως είναι γνωστό, η πίστη 9και η ηλιθιότητα) εκφράζεται με συμβολισμούς.

Γύρω από τον ετήσιο αυτό αγώνα ανάμεσα στην ακαρπία και την ευφορία της γης υφάνθηκε και ο ιστός αρκετών αρχαίων μυστηριακών τελετών, γι’ αυτό ακριβώς και η συνήθης εποχή διεξαγωγής τους ήταν το τέλος του καλοκαιριού ή η αρχή του φθινοπώρου, με τα πρώτα πρωτοβρόχια. Τα μυστήρια, που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση κατά τους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, υπόσχονταν στους μυημένους σ’ αυτά μόνιμη σωτηρία και μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. Ετσι, σε δημόσιες αλλά κυρίως σε απόκρυφες τελετουργίες, οι πιστοί-πρόβατα σκηνοθετούσαν τις διάφορες φάσεις αυτού του αγώνα, αναπαριστώντας τις ποικίλες περιπέτειες του πάσχοντος Θεού τους.

Ο θάνατος και η ανάσταση
Όπως παρατηρεί ο Πλάτων, καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει προς τον θάνατο αρχίζει να σκέπτεται για πράγματα που πριν δεν τον απασχολούσαν καθόλου, ενώ συγχρόνως αρχίζει να δίνει πίστη και σε δοξασίες υπερφυσικές. Έτσι και στην αρχαιότητα, πολλοί πίστευαν ότι με τις μυήσεις αυτές θα βοηθηθούν να κερδίσουν την πολυπόθητη αθανασία και ακόμη θα αποκτήσουν τη δυνατότητα και μετά θάνατον «να διασκεδάζουν και να χορεύουν» σε καταπράσινους λειμώνες στον καθαρό αέρα.

Ορισμένοι θρησκειολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η κεντρική ιδέα όλων αυτών των μυστηριακών θρησκειών ήταν ο θάνατος και η ανάσταση και έχουν συνδέσει τους σχετικούς μυστηριακούς μύθους με τα πάθη κάποιου Θεού. Ετσι έχουμε τον θάνατο του Διονύσου, του Αττεως, του Οσίριδος. Στα μυστήρια που σχετίζονται με τους Θεούς αυτούς συναντούμε ακολουθίες πένθους που στη συνέχεια τις διαδέχονται τελετουργίες χαράς και αγαλλίασης.

Το αβάστακτο πένθος της Ισιδος για τον φόνο του αγαπημένου της αδελφού και συντρόφου, του Οσίριδος, που τον είχε κατακρεουργήσει ο θεός της σκιάς Σετ (ή Σεθ), σταματά όταν βρίσκει και συναρμολογεί όλα τα διαμελισμένα κομμάτια του, δίνοντάς του ξανά τη ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πιστούς της. Μιμούμενοι τη Θεά τους, αναζητούν τον Οσιρι, κτυπώντας με αλαλαγμούς τα στήθη τους. Μόλις ξαναντικρίζουν τον Θεό, τότε τον θρήνο τον διαδέχεται ανείπωτη χαρά. Ο Πλούταρχος προτρέπει τα βάσανα της Ισιδας, όπως αναπαριστάνονται στις σχετικές τελετές, να γίνονται μαθήματα ευσέβειας και παρηγοριάς για όλους τους θνητούς που τους βρίσκουν τέτοια κακά.

Ο Ιούλιος Φίρμικος Ματερνός, πολιτικός και συγγραφέας του 4ου αι. μ.κ.ε., που αλλαξοπίστησε κι έγινε χριστιανός, μας παραδίδει ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σχετικές με παγανιστικές μυστηριακές τελετές. Ετσι ανάμεσα σε άλλα μας περιγράφει και μια σκηνή κατά την οποία μπροστά σε ένα ομοίωμα κάποιου Θεού, που κείτονταν νεκρός πάνω σε ένα φορείο, εξελίσσονταν σκηνές οδυρμού και θρήνου.

Η «επίκλησις» του Διονύσου
Ο Διόνυσος, χωρίς αμφιβολία, ήταν κι αυτός ένας Θεός της βλάστησης και σαν τέτοιος ήταν ένας πάσχων Θεός, που πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Ωστόσο τα επεισόδια που σχετίζονται με τον θάνατό του, ο οποίος προκαλούσε τον μαρασμό της φύσης, μπορούμε να πούμε ότι δεν αποτελούσαν σημαντικό μέρος της όλης διήγησης. Εκτός από αναφορές στον βίαιο θάνατό του και τον διαμελισμό του υπήρχαν και παραδόσεις που έκαναν λόγο και για μια ομαλή κατάβασή του στον Αδη, προκειμένου να φέρει στον πάνω κόσμο, στον κόσμο των ζωντανών, τη μάνα του τη Σεμέλη.

Η κάθοδός του αυτή έγινε από την Αλκυονία λίμνη στη Λέρνα της Αργολίδας, για την οποία υπήρχε παράδοση ότι ήταν απύθμενη. Ετσι κανένας στην αρχαιότητα, ούτε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Νέρων, δεν είχε μπορέσει να μετρήσει το βάθος της. Στους Δελφούς, μέσα στο άδυτο του ναού του Απόλλωνος, «παρά το χρηστήριον», έδειχναν τον τάφο του Θεού. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε προς τα τέλη του 1ου αι. π.κ.ε., μιλά για θρήνους κατά τη διάρκεια «των διονυσιακών παθών».

Αλλά για τις τελετουργίες τις σχετικές με τον θάνατό του, όπως άλλωστε και γι’ αυτές που σχετίζονται με την ανάστασή του, ξέρουμε λιγοστά πράγματα. Κύρια αιτία ήταν η ευσέβεια των αρχαίων συγγραφέων που δεν ήθελαν να κοινοποιήσουν τίποτε «περί ων ου θέμις τοις αμυήτοις ιστορείν». Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο των τελετουργιών που συνδέονται με την ανάσταση του Θεού ήταν και το κάλεσμά του, η «επίκλησις», απ’ τους πιστούς του, που τον καλούσαν, ακόμη και με μικρές σάλπιγγες, να ανέβει και να παρουσιαστεί σ’ αυτούς. Στον κόσμο των Ιώνων η «επιφάνεια» του Θεού γινόταν κατά τη διάρκεια των Ανθεστηρίων.

Ενα σημαντικό δρώμενο της γιορτής αυτής, που είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι γιορταζόταν και αυτή κατά τη διάρκεια της άνοιξης, ήταν ο ερχομός του Θεού πάνω σ’ ένα τροχοφόρο πλοίο. Το ότι ο Διόνυσος ερχόταν με ένα πλεούμενο πιθανόν να οφειλόταν στο ότι ο Θεός είχε κατεβεί στον Κάτω Κόσμο μέσα από μια λίμνη, την Αλκυονία. Αλλά και ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο από μια περιοχή της Αθήνας, που την έλεγαν Λίμναι, και της οποίας το όνομα σαφώς υποδηλώνει και πάλι κάποια λίμνη ή έστω ένα βαλτότοπο.

Με τη θριαμβευτική επανεμφάνιση του Θεού οι πιστοί του ξεσπούσαν σε ουρανομήκεις φωνές και χαρούμενα τραγούδια και ξεφάντωναν με χορούς και πανηγύρια κι εκτός από πάσχοντες Θεούς στην αρχαία μυθολογία υπάρχουν και ήρωες που είχαν κατορθώσει να νικήσουν τον θάνατο, όπως ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Καπανέας κ.ά.

Θάνατος και Ανάσταση του Διονύσου
Στην Αρχαία Ελλάδα όμως εορταζόταν ο θάνατος και η Ανάσταση του Διονύσου με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος δεν είναι ευρέως γνωστός αλλά υπήρχε. Ο Διόνυσος σχετίζεται και αυτός με την φύση, την γονιμοποίηση και την καρποφορία της. Χάρισε στους ανθρώπους την καλλιέργεια του αμπελιού. Σύμφωνα με τον μύθο ο Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη για να φέρει πίσω στην ζωή την μητέρα του Σεμέλη.

Η κάθοδό τους έγινε από μία λίμνη στην Αργολίδα που λεγόταν «Αλκυονία». Ο Αριστοφάνης στους βατράχους τον τοποθετεί να κατεβαίνει στον κάτω κόσμο από μία λίμνη των Αθηνών, που ονομαζόταν «Λίμναι». Τότε οι άνθρωποι θρηνούσαν τον αναχώρηση του Διονύσου. Δηλαδή τον θάνατο του Διονύσου. Κι ενώ η φύση ήταν ήδη ανθισμένη, τα άνθη μαραίνονταν. Αυτό συνέβαινε περίπου την εαρινή ισημερία, όπου ναι μεν η φύση ανθίζει αλλά σε λίγο τα άνθη μαραίνονται για να μετατραπούν σε καρπούς.

Τον θρήνο αυτόν συνόδευαν διάφορες επικλήσεις προς τον Θεό, με συνοδεία σάλπιγγας, με τις οποίες τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στον επάνω κόσμο. Η «επιφάνεια», η επάνοδος, η Ανάσταση του Διονύσου εορταζόταν την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) όπου και τοποθετείται η γενέθλιος ημερομηνία του Θεού. Ενα χαρακτηριστικό του εορτασμού αυτού ήταν ότι ο Διόνυσος επέστρεφε στον επάνω κόσμο με ένα πλοίο. Τότε οι Αρχαίοι Έλληνες εόρταζαν την επάνοδο του Θεού και συγχρόνως την καρποφορία της γης.

Ο δεύτερος εορτασμός του Διονύσου είναι εκείνος όπου κατασπαράζεται από τους Τιτάνες
Συγκεκριμένα στα Ορφικά μυστήρια κατά την εαρινή ισημερία ο Διόνυσος ο Ζαγρέας (τιτανική φύση) πεθαίνει με οδυνηρό θάνατο αφού κατασπαράζεται από τους Τιτάνες. Η Θεά Αθηνά όμως σώζει την καρδιά του, την πηγαίνει στον Δία και εκείνος μεταμορφώνει τον Διόνυσο τον Άνθιο – Ελευθερέα – Λυσία, ο οποίος επιστρέφει στην γη για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να απελευθερώσουν την ψυχή τους από τα δεσμά της ύλης. Ο Διόνυσος σε διάφορες απεικονίσεις απεικονίζεται από τα αρχαία χρόνια με ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι.

Τόσο στα Ορφικά όσο και στα Κορυβαντικά μυστήρια συμπλήρωναν τον εορτασμό με την ωμοφαγία και την οινοποσία, όπου έτσι μεταλάμβαναν το «σώμα και το αίμα» του Θεού Διονύσου. Ο συμβολισμός του συγκεκριμένου εορτασμού ήταν η αναγέννηση του πνευματικού ανθρώπου. Κατόπιν οι Ορφικοί την θερινή τροπή του ήλιου (θερινό ηλιοστάσιο) εόρταζαν την Ανάσταση του Διονύσου ως Διόνυσος ο Ελευθερέας.

Τον θάνατο και την Ανάσταση στην Αρχαία Ελλάδα συμβόλιζαν και τα Ελευσίνια μυστήρια με την επάνοδο της Περσεφόνης από τον Άδη, την Άνοιξη. Αλλά και οι Μύστες των Δελφών στο διάστημα από την εαρινή ισημερία έως το θερινό ηλιοστάσιο τελούσαν μυστήρια σχετικά με την επάνοδο του Απόλλωνα Φοίβου. Στην Φωκίδα κατά την εποχή του Δευκαλίωνα μετά τον κατακλυσμό υπήρχε η πόλη Πανοπεύς. Οι Πανοπείς κατάγονται από τους Μινύες την φυλή των Αργοναυτών και ήταν μέτοικοι από τον Ορχομενό.

Όταν λοιπόν ήταν βασιλιάς ο Πανοπέας, τον οποίο ο Όμηρος τον αποκαλεί «καλλίχορον», τότε κάθε δύο χρόνια, την Άνοιξη, τελούσαν εορτές προς τιμή του Διονύσου. Από την Αττική και την Βοιωτία ερχόντουσαν οι Θυιάδες και μαζί με τους Βοιωτείς και τους Πανοπείς ανέβαιναν στο Κωρύκειο Άντρο του Παρνασσού. Εκεί τελούσαν την περιφορά του Λικνίτη, του νεκρού Διονύσου και μετά εόρταζαν με μεγαλοπρέπεια την Ανάσταση του θεού. Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν όλα τα μεταγενέστερα έθιμα έχουν την ρίζα τους στην Αρχαία Ελλάδα.

Ο Ζωροάστρης πέθανε και αναστήθηκε
«Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι αυτός ο Ζωροάστρης, δώδεκα μέρες μετά τον θάνατο του, όταν είχε ήδη τοποθετηθεί πάνω στην πυρά, ξαναγύρισε στην ζωή» (Κλήμης, «Στρωματείς», Βιβλίο Πέμπτο, σελ 711).

Ο Μανίλιος αναφέρει, ότι τα άστρα που θεωρούνταν και θεοί, όταν έδυαν και χάνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα έκαναν τους απλούς ανθρώπους να πιστεύουν, ότι ο Θεός (άστρο) ήταν νεκρός. Κατά την επιτολή του άστρου, έλεγαν, ότι ο Θεός με τον οποίον ταυτιζόταν είχε αναστηθεί ή είχε γεννηθεί. «Οι άνθρωποι κοίταζαν την εξωτερική εμφάνιση της δημιουργίας δίχως να την καταλαβαίνουν, με κατάπληξη έβλεπαν το καινούργιο φως του σύμπαντος. Μερικές φορές θρηνούσαν επειδή πίστευαν πως το είχαν χάσει, ύστερα πάλι χαίρονταν επειδή τα άστρα έμοιαζαν να ξαναγεννιούνται»  (Μανίλιος, «Αστρονομικόν», 1.25-112).

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν, ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από το Νοητό (Θεϊκό στοιχείο) και από την Ύλη. Το πρώτο, έπρεπε να αφυπνισθεί. Η διαδικασία αυτή, αφύπνισης του εσωτερικού Θείου, συμβολιζόταν μέσα από τα μυστήρια και τις τελετές της ανάστασης. Η αναγέννηση του Θείου, ήταν πρωτίστως μία εσωτερική νίκη του ανθρώπου η οποία εξελισσόταν στην οδό που στο τέλος τον ένωνε με το Θείον. Ο κοσμικός άνθρωπος για να το πετύχει αυτό, πρέπει να εναρμονιστεί (Νοητό – Ύλη) με τρόπο ανάλογο του σύμπαντος.

Ο Πλάτων, λέει σχετικά: «Η σωστή φροντίδα για όλα τα πράγματα είναι μία και μοναδική, να προσφέρεις στο καθένα τις οικείες τροφές και κινήσεις. Οικείες όμως και συγγενείς κινήσεις για το θεϊκό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας είναι οι σκέψεις και οι περιφορές του σύμπαντος. Αυτές πρέπει να ακολουθούμε όλοι και τους δικούς μας κύκλους, που διαστρεβλώθηκαν κατά την γέννηση μας, πρέπει να τους επαναφέρουμε στην ορθή τροχιά μαθαίνοντας την αρμονία και την ομαλή περιφορά του σύμπαντος. Έτσι θα εξομοιώσουμε τη νόηση μας με το αντικείμενο της – ομοιότητα σύμφωνη με την πρωταρχική της φύση. Με την εξομοίωση αυτή θα κατακτήσουμε την προδιαγεγραμμένη άριστη ζωή, (άριστος σημαίνει πολεμιστής, άριστη ζωή ζει μονάχα ο πολεμιστής) έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό που έθεσαν και θα συνεχίσουν να θέτουν πάντα στους ανθρώπους οι Θεοί»  (Πλάτων «Τίμαιος» 90c).

Τα Αδώνεια
Σε ανάμνηση του θανάτου και της αναστάσεως του θεού ετελούντο κάθε χρόνο τα Αδώνεια. Σε άλλες περιοχές η γιορτή γινόταν στα μέσα του μηνός Βοηδρομίωνος (Αύγουστος – Σεπτέμβριος ) κι αλλού, στην κυρίως Ελλάδα την Ανοιξη κατά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία.  Η πρώτη ημέρα των «Αδωνείων», που λεγόταν «Αφανισμός» ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του θεού, που απεικονίσεις του τον παρουσιάζουν εστεμμένο με ταινίες που τις διακοσμούν ισοσκελείς σταυροί , με το στόλισμα των λεγόμενων «Κήπων του Αδώνιδος» (που τους φύτευαν και τους προετοίμαζαν οι γυναίκες οκτώ ημέρες πριν) καθώς και με μοιρολόγια και λυπητερές μουσικές από πένθιμο αυλό την λεγόμενη «γίγγρα». Η δεύτερη ημέρα των εορτασμών η Εύρεσις (Ανάστασις) ήταν ημέρα χαράς για την Ανάσταση του Θεού εκ νεκρών και την ανάληψή του δίπλα στη θεά Αφροδίτη για το μισό χρόνο.

Οι Κήποι του Αδώνιδος (Επιτάφιος)
Οι κήποι του Αδώνιδος ήσαν πανέρια η γλάστρες γεμάτες χώμα μέσα στις οποίες έσπερναν και καλλιεργούσαν ειδικά για τα Αδώνεια, πολύτριχο και αλλά φυτά ταχέως αυξανόμενα, καθώς και σιτάρι, κριθάρι, μαρούλι, μάραθο και διάφορα είδη λουλουδιών που τα περιποιούντο επί 8 ημέρες, κατά κύριο λόγο η αποκλειστικά, οι γυναίκες. Τη ημέρα του «Αφανισμού» οι λατρευτές κυρίως γυναίκες με λυμμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες και γυμνόστηθες, περιέφεραν με θρήνους και οδυρμούς τα ομοιώματα του Θεού και τους «Κήπους» στους δρόμους των πόλεων και κατόπιν τα οδηγούσαν στη θάλασσα (ή σε πηγές και ποτάμια σε άλλες πόλεις), τα έριχναν στα νερά και παρακαλούσαν να επιστρέψει ο Θεός από τον κάτω κόσμο.

Στα «Αδώνεια» προσφερόταν ως θυμίαμα μύρα, ενώ ψάλλονταν και ειδικά άσματα, τα λεγόμενα «Αδωνίδια», από τα οποία έχει διασωθεί ένα πολύ αξιόλογο δείγμα. Πρόκειται για τον «Επιτάφιον Αδώνιδος» του Βίωνος. Σε κάποια από τα ανά τόπους «Αδώνεια» γίνονταν και μυήσεις σε Μυστήρια του Θεού (Ο Λουκιανός διασώζει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη).

Πολλοί λαοί πολλοί Θεοί, πολλοί θάνατοι κι αναστάσεις
Ο Κρίσνα, το δεύτερο πρόσωπο της Ινδικής τριάδας αντίστοιχο της χριστιανικής τριάδας, ο οποίος ονομάζεται και «Υιός Θεού», σταυρώθηκε όπως κι ο εβραϊκός Ναζωραίος. Πρόκειται για την ενσάρκωση του Βισνού. Οι ουρανοί σκοτείνιασαν την ώρα του θανάτου. Ο Κρίσνα κατέβηκε στον άλλο κόσμο, και αναστήθηκε την τρίτη μέρα, και ανελήφθη στους ουρανούς. Ο Κρίσνα, θεωρείται επίσης «άνθρωπος και Θεός» καταρρίπτοντας το χριστιανικό επιχείρημα πως ο Ιησούς ήταν ο πρώτος άνθρωπος-Θεός που νίκησε τον θάνατο.

Ο Πέρσης Θεός Μίθρα αποκαλούνταν «ο καλός ποιμένας» και σταυρώθηκε τουλάχιστον μια χιλιετία πριν τον Ναζωραίο, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα.

Ο Ασσυροβαβυλώνιος Ταμμούζ (Damuzu) σταυρώθηκε και αναστήθηκε από την Αστάρτη.

Ο Άττις, αποκαλούμενος «ο αμνός του Θεού» περνάει το μαρτύριο της σταύρωσης και ανασταίνεται.

Ο Μεξικανός Κετσατκοάτλ θανατώθηκε με σταύρωση και αναστήθηκε την τρίτη μέρα.

Ο Όσιρης σκοτώνεται από τον Σεθ, και ανασταίνεται από την Ίσιδα, ενώ ο γιος τους Ώρος σταυρώνεται μεταξύ δύο κλεφτών.

Ο Όντιν σταυρώθηκε στο δέντρο της ζωής, ενώ ο γιος του Μπάλντερ σκοτώνεται από τον πανούργο Λόκι με γκυ. Αμφότεροι ανασταίνονται.

Οι Θεοί Ιαω και Χέσους σταυρώθηκαν και αναστήθηκαν για να σώσουν την ανθρωπότητα χιλιάδες χρόνια πριν την εμφάνιση του Ναζωραίου.

Ο Ίντρα αναπαριστάται με οπές από καρφιά.

Ο Χαλδαίος Κριτε και ο Ασιάτης Μπαλού αναφέρονται στα αντίστοιχα ιερά τους κείμενα ως «εσταυρωμένοι λυτρωτές».

Ο Αιγύπτιος Θούλις πέθανε στο σταυρό, θάφτηκε, αναστήθηκε και ανήλθε στους ουρανούς.

Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης (Αξιόκερσα κατά τα Καβείρια) περιέχει την κάθοδο στον Άδη, την παραμονή εκεί για ένα χρονικό διάστημα και την επιστροφή στη ζωή.

Ο μύθος της Ευρυδίκης.

Ο Ρωμαίος ήρωας Κουιρίνους, σταυρώθηκε και η γη σκοτείνιασε.

Η ανάσταση νεκρών και η νίκη επάνω στο θάνατο, δεν είναι μια ιδέα που γεννήθηκε στον χριστιανισμό. Στις αρχαίες θρησκείες υπήρξε πληθώρα Θεών κι Ανθρώπων που είτε θυσιάστηκαν και ξαναγύρισαν στη ζωή, ή ήρθαν σε συμφωνία με τις Θεότητες του Άδη να μοιράζουν τη ζωή τους ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η ιδέα της ανάστασης πιθανολογείται πως προήλθε από την παρατήρηση της «νεκρανάστασης» της φύσης.

Οι εμπνευστές της χριστιανικής θρησκείας παρέλαβαν τους αρχαίους μύθους, τους άλλαξαν ελαφρώς και τους παρουσίασαν ως δική τους αποκάλυψη. Κανένας χριστιανός ιερέας δεν έχει την ικανότητα να απαντήσει (εκτός από ασυναρτησίες) στο ερώτημα, σε τι ακριβώς διαφέρει η σταύρωση κι η ανάσταση του Θεού σας από τις αντίστοιχες των προαναφερθέντων Θεών; Τα βασικά συστατικά του μύθου της νεκρανάστασης, εμφανίζονται στις παραδόσεις όλων των λαών της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ασίας και του Βορρά. Απλά μια επανάληψη βιώνουμε των ίδιων και των ίδιων, τίποτε πρότυπο ή έστω διαφορετικό και σίγουρα τίποτε άξιο λόγου.

Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν όλα τα έθιμα περί του Ναζωραίου, έχουν την ρίζα τους στην Αρχαιότητα. Στην ουσία των πραγμάτων οι συμβολισμοί είναι οι ίδιοι με την μόνη διαφορά ότι στην αρχαιότητα τίποτα δεν σου επιβαλλόταν βιαίως, ενώ τα μεταγενέστερα δόγματα επέβαλλαν με βία κι αίμα. Τόσο ήταν η βίαιη καταστολή και αποκοπή από τις αρχέτυπες ρίζες που το σοκ που υπέστησαν οι άνθρωποι τους έριξε ένα πέπλο μπροστά στα μάτια και δεν αναγνώριζαν ότι αυτά που τους επιβλήθηκαν με βία και φόβο ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά που ήδη γνώριζαν. Με μία ακόμα σημαντική διαφορά. Τα νέα δόγματα υποστήριξαν ότι εάν δεν τα έκανες έτσι όπως τα επέβαλλαν τότε θα πήγαινες στην κόλαση. Ενώ στην Αρχαιότητα δεν υπήρχε αυτός ο δογματισμός, είχες μια κάποια ψευδαίσθηση ελευθερίας επιλογής.

…  ΑΝΕΣΤΗ (βάλε όποιον Θεό κάνεις κέφι ν’ αναστηθεί ή φτιάξε έναν νέο δικό σου, κανείς δεν θα καταλάβει την διαφορά, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει καμία διαφορά)

Ανοιξη: Σπάνια λέξη της αρχαίας ελληνικής (ἡ ἄνοιξις, -εως). Ετυμολογείται από το ρήμα ἀνοίγνυμι ή ἀνοίγω. Αρχικά λοιπόν σήμαινε το άνοιγμα. Η σημερινή σημασία είναι μεσαιωνική: Ὦ μυρισμένη μου ἄνοιξις, τοῦ χρόνου ἀρχή καί νιότης (Μιχαήλ Σουμμάκης, Παστώρ φίδος, ἤγουν Ποιμήν πιστός, Βενετία 1638). Τότε, υποκατέστησε στη δημώδη Βυζαντινή την αρχαία λέξη ἔαρ (που σήμερα επιβιώνει στο παράγωγο επίθετο εαρινός, δηλ. ανοιξιάτικος: εαρινή ισημερία), προφανώς για να δηλώσει εκφραστικότερα το «άνοιγμα» του καιρού μετά το χειμώνα. Διαβάζουμε στο Λεξικόν τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἑλληνικῆς Διαλέκτου του Σκαρλάτου Δ. τοῦ Βυζαντίου: ἄνοιξις, ὄχι διότι τότε ἀνοίγει πρός πλοῦν ἡ θάλασσα, ἀλλά διότι τότε ἀνοίγουν τά ἄνθη. Παροιμιώδης φράση: Ένας κού(κ)κος / ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη: οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν αρκούν για την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών.

 

Η «Πολιτεία» της Ψυχής

charioteer - plato's republic of the soulΗ «Πολιτεία» είναι το πιο πολυσυζητημένο έργο τού Πλάτωνα. Πρόκειται για έναν διάλογο περίτεχνο και σύνθετο, στο οποίο ο Σωκράτης περιγράφει μία ιδανική πόλη ή καλύτερα ένα ιδανικό πολίτευμα. Άλλωστε αυτό ακριβώς σημαίνει στα αρχαία ελληνικά η λέξη «Πολιτεία». Πρόκειται όμως για πολίτευμα, όχι μίας πόλης, αλλά της ανθρώπινης ψυχής.
 
Οι περισσότεροι νομίζουν πώς η ιδανική αυτή πολιτεία παρουσιάζεται από τον Σωκράτη ως πολιτική πρόταση, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μία ηθική διερεύνηση της έννοιας της δικαιοσύνης. Γιατί το θέμα του έργου δεν είναι «πώς πρέπει να είναι ένα ιδανικό πολίτευμα», αλλά όπως εξηγεί ο συγγραφέας από την αρχή του έργου, το θέμα του είναι η δικαιοσύνη. Ποιος είναι δίκαιος και ποιος άδικος, αν είναι καλό για τον άνθρωπο να είναι δίκαιος, αν αυτοί που αδικούν είναι πιο ευτυχισμένοι από τους δίκαιους και τα παρόμοια. Τα πρόσωπα του διαλόγου επιχειρούν να διερευνύσουν την ακριβή έννοια της αρετής της δικαιοσύνης συζητώντας με τον δάσκαλό τους όλες τις θεωρίες που κυκλοφορούσαν στην εποχή τους, για το φυσικό δίκαιο, για το δίκαιο που πηγάζει από τον νόμο, για το δίκαιο του δυνατού. Και μόλις φτάνουν σε ένα σημείο που κανείς δεν μπορεί να πείσει για την ορθότητα της δικής του θεωρίας, ο Σωκράτης σκαρφίζεται ένα τέχνασμα, μία μέθοδο, που κατά τη γνώμη του θα τους οδηγήσει ασφαλέστερα σε έναν ορθό ορισμό της δικαιοσύνης:
 
« … προτείνω να εξετάσουμε το ζήτημα όπως εάν κάποιος έβαζε ανθρώπους με αδύναμη όραση να διαβάσουν μικρά γράμματα από μακρινή απόσταση, κι ύστερα κάποιος αντιλαμβανόταν πως τα ίδια γράμματα, αλλά μεγαλύτερα, είναι γραμμένα και σε κάποια άλλη επιφάνεια μεγαλύτερη, και θα τους φαινόταν, νομίζω, ανέλπιστη τύχη αν κοιτούσαν τα μικρότερα αφού πρώτα είχαν διαβάσει τα μεγαλύτερα, κι εξέταζαν αν είναι ίδια με εκείνα… λέμε πως η δικαιοσύνη είναι ιδιότητα ενός ανθρώπου· δεν μπορεί, όμως, κατά κάποιον τρόπο να είναι και ολόκληρης πολιτείας; … και δεν είναι η πολιτεία μεγαλύτερη από τον άνθρωπο; …ας αναζητήσουμε στις πολιτείες πρώτα να δούμε τι είδους πράγμα είναι η δικαιοσύνη· κι ύστερα αναζητήσουμε και στον καθένα χωριστά εξετάζοντας προσεκτικά την ομοιότητα με το μεγαλύτερο στη μορφή του μικρότερου»
 
Κανείς τους δεν σκόπευε να κατέβει στην Εκκλησία του Δήμου και να προτείνει ένα νέο πολίτευμα στους Αθηναίους. Οι πρωταγωνιστές της «Πολιτείας» χτίζουν μία πόλη από την αρχή, βήμα – βήμα, προσπαθώντας να εντοπίσουν τι απ’ όσα συμβαίνουν κατά την ίδρυση αυτής της φανταστικής πόλης είναι δίκαιο και τι άδικο, ώστε στη συνέχεια να εντοπίσουν τα αντίστοιχα σημεία στην ανθρώπινη ψυχή, όπου δύσκολα μπορεί κανείς να τα διακρίνει χωρίς να τα έχει πρώτα «διαβάσει στη μεγάλη επιφάνεια». Δεν ξέρω αν έχει προκύψει από εδώ, αλλά μέχρι σήμερα οι Έλληνες χρησιμοποιούμε την έκφραση «αυτά είναι ψιλά γράμματα», για κάτι που είναι δυσνόητο και δύσκολο να διερευνηθεί.
 
Οι πρωταγωνιστές της «Πολιτείας», λοιπόν, δεν είχαν πολιτικές φιλοδοξίες και ο ίδιος ο Πλάτωνας δεν ενδιαφερόταν να γίνει νομοθέτης ή βασιλιάς. Και οπωσδήποτε δεν ήταν ανόητος να πιστεύει πως ένα τέτοιο σύστημα, σαν αυτό που περιγράφει στο έργο του, θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοστεί και να επιβιώσει. Άλλωστε, το ομολογεί και ο ίδιος:
 
«… εννοείς την πολιτεία, της οποίας την ίδρυση μόλις περιγράψαμε, την πόλη που βρίσκεται στα λόγια, διότι πάνω στη γη δεν νομίζω πως είναι δυνατόν να βρεθεί πουθενά. Όμως, είπα, ίσως να υφίσταται ως υπόδειγμα στον ουρανό για όποιον θέλει να τη βλέπει και κοιτώντας να ιδρύσει μία τέτοια πολιτεία μέσα του. Αν κάπου υπάρχει αυτή η πολιτεία ή αν πρόκειται να υπάρξει, δεν κάνει καμία διαφορά· διότι αυτός θα εφαρμόζει τους δικούς της νόμους και καμίας άλλης»
 
Οι νόμοι αυτής της φανταστικής πολιτείας, λοιπόν, είναι οι νόμοι τους οποίους προτ
είνει ο Πλάτων ως ηθικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα του τόπου του.
Τα τρία μέρη της ψυχής
Η θεωρία του Πλάτωνα για τα τρία μέρη της ψυχής είναι λίγο πολύ γνωστή και πάνω σε αυτήν έχουν θεμελιωθεί πολλές μεταγενέστερες ηθικές και ψυχολογικές θεωρίες. Για την ακρίβεια, όταν λέει μέρη, εννοεί λειτουργίες και αυτές, σε σειρά σπουδαιότητας, είναι:
 
Το «λογιστικόν», το οποίο αφορά τον νου, δηλαδή τη λογική μας ικανότητα. Με αυτό επεξεργαζόμαστε τα δεδομένα και λαμβάνουμε τις αποφάσεις. Με αυτό αναζητούμε λύσεις σε απλά και πολύπλοκα ζητήματα.
 
Το «θυμοειδές», που αναφέρεται στο θυμικό μας, δηλαδή στα συναισθήματά μας. Όταν συγκλονιζόμαστε από ένα συμβάν, όταν θυμώνουμε και όταν ενθουσιαζόμαστε, το κάνουμε με αυτό το σύστημα.
 
Το «επιθυμητικόν», το οποίο είναι το ευτελέστερο και αφορά τις επιθυμίες που δημιουργούνται για την ικανοποίηση του σώματος. Αυτό έχει αναλάβει να προμηθεύσει στο σώμα μας τροφή, ύπνο, άνεση και ηδονές. Αυτό είναι το μεγαλύτερο «κομμάτι» της ψυχής και το πιο αχόρταγο.
 
Η ευτυχία, λέει ο Πλάτωνας, είναι εφικτή μόνο όταν κάθε μέρος κοιτάζει τα δικά του και δεν μπλέκεται στις δουλειές των άλλων μερών. Και για να επιτύχουν αυτή την αρμονική συνεργασία, είναι απαραίτητο να δώσουν την πρωτοκαθεδρία στη λογική. Ακριβώς όπως ο ηνίοχος ενός άρματος που τρέχει στους αγώνες, είναι υπέυθυνος για τη συνεργασία των δύο αλόγων του. Δεν τα κακοποιεί, δεν ευνοεί το ένα εις βάρος του άλλου, αλλά είναι πάντα σε εγρήγορση να εναρμονίζει τις κινήσεις τους, ώστε το άρμα να φτάσει στο τέρμα. Αν δεν αναλάβει αυτή την ευθύνη, αλλά αφήσει τα άλογα να τεμπελιάσουν ή να αφηνιάσουν, τότε το άρμα, στην καλύτερη περίπτωση θα χάσει τον αγώνα και στη χειρότερη θα βγει τελείως από τον δρόμο του και θα ανατραπεί.
 
Αυτά είναι τα «μικρά γράμματα», που είπε στην αρχή ο Σωκράτης, και τα οποία μπόρεσε μαζί με τους συνομιλητές του να διαβάσει, αφού πρώτα διάβασαν τα «μεγάλα», καθώς έφτιαχναν εκ του μηδενός την φανταστική πολιτεία τους. Αυτό το νόημα έχουν οι οδηγίες προς τις τρεις τάξεις της «Πολιτείας».
Οι τρεις τάξεις
Η τρίτη τάξη, αυτή που αντιστοιχεί στο «επιθυμητικό» μέρος της ψυχής, είναι οι «δημιουργοί». Είναι εκείνοι που παράγουν τον πλούτο εργαζόμενοι ως αγρότες, ως έμποροι, ως βιοτέχνες ή βιομήχανοι. Γι’ αυτούς δεν μας λέει σχεδόν τίποτα ο Πλάτων (ή αν θέλετε ο Σωκράτης του διαλόγου). Δεν τους λέει πώς να ζουν, τι να κάνουν ή να μην κάνουν ή τι να κάνουν με αυτά που κερδίζουν από την εργασία τους. Δεν τους θέτει κανέναν περιορισμό, εκτός από έναν. Ενώ αναγνωρίζει ότι ανάμεσά τους, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ικανότητές τους, άλλοι θα είναι πλούσιοι και άλλοι φτωχοί, ο Σωκράτης θεωρεί πως πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο σε αυτή την ψαλίδα. Ο υπερβολικός πλούτος όπως και η υπερβολική φτώχια δεν αφήνουν την δικαιοσύνη, και άρα την ευτυχία, να εισέλθουν στην πολιτεία. Μάλιστα στο τελευταίο του έργο, τους «Νόμους», ο Πλάτων τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της ιδιοκτησίας και προτείνει η πατρογονική περιουσία να είναι κληρονομική και «μη απαλλοτριώσιμη», ενώ ρητά απορρίπτει την «κοινή καλλιέργεια».
 
Η δεύτερη τάξη είναι οι «φύλακες» της πόλης, δηλαδή ο στρατός και η αστυνομία. Ο Σωκράτης λέει πως για να είναι κάποιος αποτελεσματικός σε αυτή τη θέση, πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να έχει ανεπτυγμένο το «θυμοειδές του», να είναι ανδρείος, έντιμος και περήφανος, να έχει έφεση στη γυμναστική και ανάλογη σωματική διάπλαση. Μην φανταστείτε όμως κανέναν ακαλλιέργητο αγροίκο που απλώς θα κυνηγάει τους κακούς ή θα πέφτει τυφλά στο πεδίο της μάχης. Ο φύλακας πρέπει να είναι επίσης μορφωμένος, ώστε να μην ατροφήσει στο «λογιστικό» του μέρος, γιατί χωρίς την αρμονική συνεργασία με τη λογική, θα εξελιχθεί σε έναν ανόητο παράτολμο, που δεν θα ξέρει «πότε πρέπει να φοβάται και πότε όχι». Είναι δουλειά της πολιτείας να φροντίσει ώστε τα έντονα συναισθήματα και οι παρορμήσεις των φυλάκων να διοχετεύονται σε δραστηριότητες προς όφελος του συνόλου.
 
Η πρώτη τάξη, οι «άρχοντες» είναι η κυβέρνηση και, φυσικά, αντιστοιχεί στο «λογιστικό» μέρος της ψυχής, στον ηνίοχο που οδηγεί το άρμα. Άρχοντες, σε αυτή τη φανταστική πολιτεία, μπορούν να γίνουν μόνο οι άριστοι από την τάξη των φυλάκων, μετά από πολύχρονη και σκληρή εκπαίδευση. Ένας άρχοντας πρέπει να είναι ευπρεπής, εγκρατής, ευπροσάρμοστος και οπωσδήποτε φιλόσοφος! Η τάξη των αρχόντων είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να παρέχει την κατάλληλη παιδεία, να οργανώνει την άμυνα της χώρας ή και την επέκτασή της, αν χρειαστεί, να φροντίζει για την ευτυχία της πόλης, η οποία στο μυαλό του Σωκράτη ταυτίζεται με τη δικαιοσύνη.
Η διακυβέρνηση του εαυτού
Η πάλη της λογικής με το συναίσθημα είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα, το οποίο ακόμα παλεύουμε να λύσουμε. Η σύγκρουση ανάμεσα στις επιθυμίες του σώματός μας και στις ανάγκες του πνεύματος εξακολουθεί να μας δημιουργεί προβλήματα. Και η επιλογή ανάμεσα στο προσωπικό μας συμφέρον και στο συμφέρον της κοινότητας παραμένει μία δύσκολη αποστολή. Η θεωρία του Πλάτωνα επιχειρεί να δώσει μία δίκαιη λύση σε αυτά τα διαχρονικά διλήμματα, μεταφέροντας την «Πολιτεία» του στην ψυχή μας.
 
Οι σαρκικές μας επιθυμίες είναι οι «δημιουργοί» του εαυτού μας και καθ’ όλα σεβαστές. Αυτές μας οδηγούν στην ανεύρεση των πόρων που χρειαζόμαστε για να συντηρήσουμε τα δύο ανώτερα μέρη και δεν έχει σημασία τι είδους είναι και αν είναι λίγες ή πολλές. Αν δεν ικανοποιούνται, τότε το ένα άλογο του άρματος αφηνιάζει, αρνείται να συνεργαστεί. Από την άλλη, όσες επιθυμίες και αν ικανοποιήσουμε, το «επιθυμητικό» δεν χορταίνει και αν ο μόνος στόχος μας είναι η ικανοποίηση της σάρκας, πάλι το άρμα θα εκτροχιαστεί. Γι’ αυτό, ο «άρχοντας» (η λογική μας) οφείλει να εισπράττει τον ανάλογο «φόρο», χρόνο, ικανότητες και δυνάμεις, με τις οποίες θα τρέφουμε τους «άρχοντες» και τους «φύλακες».
 
Τα συναισθήματά μας, η οργή, το μίσος, ο πόνος, αλλά και η αγάπη, η στοργή και η συμπόνια, η τάση μας να υπερασπιζόμαστε ό, τι θεωρούμε δικό μας, ό, τι είναι πολύτιμο για το περιβάλλον που ζούμε, οι συγκινήσεις μας, είναι όλα σεβαστά. Αρκεί ν’ αφήσουμε τον άρχοντα να τα θέσει στην υπηρεσία της «πολιτείας», στην υπηρεσία του εαυτού μας και της ευτυχίας μας. Όπως οι «φύλακες» ακολουθούν τις εντολές των «αρχόντων», έτσι και το «άλογο» των συναισθημάτων μας οφείλει να ακολουθεί τα προστάγματα του «ηνίοχου».
 
Οι «φύλακες» της φανταστικής μας πολιτείας είναι απαλλαγμένοι από κάθε μέριμνα που απασχολεί τους «δημιουργούς». Δεν έχουν περιουσία, ούτε εισόδημα. Και κάτι ακόμα πιο παράξενο, δεν έχουν οικογένεια. Τα παιδιά που αποκτούν, μόνο με γυναίκες – φύλακες, δεν γνωρίζουν αν είναι δικά τους. Έτσι, όλοι οι φύλακες είναι πατεράδες όλων των παιδιών της τάξης τους. Και τα παιδιά αισθάνονται όλους τους φύλακες ως αληθινούς γονείς. Οι φύλακες, άντρες και γυναίκες, δεν έχουν τίποτα που να τους αναγκάσει κάποτε να επιλέξουν ανάμεσα στο δικό τους συμφέρον και το γενικό καλό.
 
Με αυτή την επινόηση ο Σωκράτης γράφει με «μεγάλα γράμματα» πως είναι ανόητο να σπαταλάμε τα συναισθήματά μας στην ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών, αντί να τα τιθασεύουμε προσβλέποντας στην ικανοποίηση της πνευματικής μας υπόστασης. Να νιώθεις φόβο για ένα επερχόμενο κακό, για παράδειγμα, είναι απολύτως φυσικό. Αλλά γιατί ν’αφήσεις τον φόβο να αναπαραχθεί σε βαθμό που θα σε κάνει παρανοϊκό και να χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου; Γιατί να μην αφήσεις τη λογική να τον διαχειριστεί και να τον μετατρέψει από ανόητο πανικό σε ωφέλιμο όπλο προστασίας; Τα συναισθήματα, όπως οι «φύλακες», όπως το «άλογο» του άρματος, υπηρετούν με επιτυχία τη ζωή μας, όταν ακολουθούν τις οδηγίες του «ηνίοχου» και όχι όταν συγκρούονται ή ερωτοτροπούν με το διπλανό τους άλογο.
 
Είναι πλέον σαφές, πως μόνο το τρίτο μέρος του εαυτού μας, η λογική μας, ο ηνίοχός μας, ο «βασιλιάς φιλόσοφος» έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για να κατακτήσουμε την πολύτιμη αρετή της δικαιοσύνης, αν έχει δίκιο ο Σωκράτης όταν ισχυρίζεται πως πιθανότατα, δικαιοσύνη είναι «τὸ τὰ αὐτοῦ πράττειν» (το να πράττει κάποιος τα δικά του). Γιατί μόνο η λογική μπορεί να εξασφαλίσει πως κάθε μέρος της ψυχής θα πράττει τα έργα για τα οποία είναι κατάλληλα εξοπλισμένο, χωρίς να παρεμποδίζει τη λειτουργία των άλλων μερών.
 
Εύκολο; Δύσκολο, και γι’ αυτό γοητευτικό. Μία μεγάλη πρόκληση που αξίζει τον κόπο ν’ αποδεχτεί κάποιος, επειδή οι ανταμοιβές της έρχονται κατά τη διάρκεια της προσπάθειας, βήμα-βήμα. Δεν χρειάζεται να γίνετε πρωταθλητές, αρκεί να ξεκινήσετε τη διαδρομή.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΟΓΡΑΦΙΑ, ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ - Εἰκόνες 1, 29

Περσέας και Ανδρομέδα

Οι Εικόνες του Φιλοστράτου, ο οποίος μάλλον ταυτίζεται με τον συγγραφέα του έργου Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον, αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της μεγάλης επίδρασης που άσκησε η ρητορική κατά την περίοδο της λεγόμενης "δεύτερης σοφιστικής" (ο όρος, πλασμένος από τον Φιλόστρατο στους Βίους φιλοσόφων,δηλώνει την πνευματική κίνηση του 2ου και 3ου αι. μ.Χ. που πρέσβευε την επιστροφή στα ιδεώδη της κλασικής εποχής και τη χρήση της αττικής διαλέκτου των συγγραφέων της περιόδου εκείνης [αττικισμός]). Ο συγγραφέας περιγράφει στο έργο τους πίνακες ζωγραφικής που είδε αναρτημένους σε μια πολυτελή οικία στην Νεάπολη, όπως τους ερμήνευσε στον γιο του οικοδεσπότη. Στο προοίμιο δηλώνει ότι δεν τον απασχολούν οι ίδιοι οι ζωγράφοι, αλλά ότι ο σκοπός του είναι παιδαγωγικός: να περιγράψει παραδείγματα ζωγραφικών πινάκων με τη μορφή διαλέξεων που απευθύνονται στους νέους, για να μάθουν να ερμηνεύουν και να εκτιμούν τη ζωγραφική. Στην πραγματικότητα ο Φιλόστρατος χρησιμοποιεί την ἔκφρασιν (= ρητορική περιγραφή έργου τέχνης) για να επιδείξει τη μόρφωση και τις ρητορικές του ικανότητες. Ακολουθώντας την παράδοση της περιγραφής έργων τέχνης στη λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει κάθε έργο πιστά, αλλά να δώσει με τα μέσα του λόγου μια περιγραφή που θα αποτελεί η ίδια έργο τέχνης. Στους πίνακες ζωγραφικής η προσοχή του ελκύεται από το αφηγηματικό τους περιεχόμενο και τα συναισθήματα που αυτό μεταδίδει και όχι από την εικαστική απόδοση του περιεχομένου. Τα δεδομένα αυτά καθιστούν σχετικά επουσιώδες το ούτως ή άλλως δυσαπάντητο ερώτημα αν τα έργα που περιγράφει ο Φιλόστρατος όντως υπήρχαν.

Εἰκόνες 1, 29

ΠΕΡΣΕΥΣ

[1.29.1] ἀλλ᾽ οὐκ Ἐρυθρά γε αὕτη θάλασσα οὐδ᾽ Ἰνδοὶ ταῦτα, Αἰθίοπες δὲ καὶ ἀνὴρ Ἕλλην ἐν Αἰθιοπίᾳ. καὶ ἆθλος τοῦ ἀνδρός, ὃν ἑκὼν ἔτλη κατὰ ἔρωτα, οἶμαί σε, ὦ παῖ, μὴ ἀνήκοον εἶναι τοῦ Περσέως, ὅν φασιν Ἀτλαντικὸν ἀποκτεῖναι κῆτος ἐν Αἰθιοπίᾳ πεζεῦον ἐπὶ τὰς ἀγέλας καὶ τοὺς ἐν γῇ ἀνθρώπους. [1.29.2] ταῦτ᾽ οὖν ἐπαινῶν ὁ ζωγράφος καὶ οἰκτείρων τὴν Ἀνδρομέδαν, ὅτι κήτει ἐξεδόθη, τετέλεσται ἤδη ὁ ἆθλος, καὶ τὸ μὲν κῆτος ἔρριπται πρὸ τῆς ᾐόνος ἐμπλημμυροῦν πηγαῖς αἵματος, ὑφ᾽ ὧν ἐρυθρὰ ἡ θάλασσα, τὴν δὲ Ἀνδρομέδαν ἀπαλλάττει τοῦ δεσμοῦ ὁ Ἔρως. γέγραπται δὲ πτηνὸς μὲν τὸ εἰωθός, νεανίας δὲ παρ᾽ ὃ εἴωθε, καὶ ἀσθμαίνων γέγραπται καὶ οὐκ ἔξω τοῦ μεμοχθηκέναι· καὶ γὰρ εὐχὴν ἀνεβάλετο τῷ Ἔρωτι ὁ Περσεὺς πρὸ τοῦ ἔργου παρεῖναι αὐτὸν καὶ κατὰ τοῦ θηρίου συμπέτεσθαι, ὁ δὲ ἀφίκετο καὶ ἤκουσε τοῦ Ἕλληνος. [1.29.3] ἡ κόρη δὲ ἡδεῖα μέν, ὅτι λευκὴ ἐν Αἰθιοπίᾳ, ἡδὺ δὲ αὐτὸ τὸ εἶδος· παρέλθοι ἂν καὶ Λυδὴν ἁβρὰν καὶ Ἀτθίδα ὑπόσεμνον καὶ Σπαρτιᾶτιν ἐρρωμένην. κεκαλλώπισται δὲ ἀπὸ τοῦ καιροῦ· καὶ γὰρ ἀπιστεῖν ἔοικε καὶ χαίρει μετ᾽ ἐκπλήξεως καὶ τὸν Περσέα βλέπει μειδίαμά τι ἤδη ἐς αὐτὸν πέμπουσα. ὁ δὲ οὐ πόρρω τῆς κόρης ἐν ἡδείᾳ καὶ λιβανώδει πόᾳ κεῖται στάζων ἐς τὴν γῆν ἱδρῶτα καὶ τὸ δεῖγμα τῆς Γοργοῦς ἔχων ἀπόθετον, μὴ ἐντυχόντες αὐτῷ λαοὶ λίθοι γένωνται. πολλοὶ οἱ βουκόλοι γάλα ὀρέγοντες καὶ οἴνου ἐπισπάσαι, ἡδεῖς Αἰθίοπες ἐν τῷ τοῦ χρώματος ἀτόπῳ καὶ βλοσυρὸν μειδιῶντες καὶ οὐκ ἄδηλοι χαίρειν καὶ οἱ πλεῖστοι ὅμοιοι. [1.29.4] ὁ Περσεὺς δὲ ἀσπάζεται μὲν καὶ ταῦτα, στηρίζων δὲ ἑαυτὸν ἐπὶ τοῦ ἀριστεροῦ ἀγκῶνος ἀνέχει τὸν θώρακα ἔμπνουν ὑπὸ ἄσθματος, ἐμβλέπων τῇ κόρῃ, καὶ τὴν χλαμύδα τῷ ἀνέμῳ ἐκδίδωσι φοινικῆν οὖσαν καὶ βεβλημένην αἵματος ῥανίσι καὶ ἃ προσέπνευσεν αὐτῷ τὸ θηρίον ἐν τῷ ἀγῶνι. ἐρρώσθων Πελοπίδαι παρὰ τὸν τοῦ Περσέως ὦμον· καλῷ γὰρ ὄντι αὐτῷ καὶ ὑφαίμῳ προσήνθηκέ τι τοῦ καμάτου καὶ ὑπῳδήκασιν αἱ φλέβες ἐπιλαμβάνον τοῦτο αὐτάς, ὅταν πλεονεκτήσῃ τὸ ἆσθμα. πολλὰ καὶ παρὰ τῆς κόρης ἄρνυται.

***

ΠΕΡΣΕΑΣ

[1] Τούτη η θάλασσα δεν είναι βέβαια η Ερυθρά ούτε αυτοί είναι Ινδοί· είναι Αιθίοπες και ένας Έλληνας στην Αιθιοπία,1 και ο αγώνας που ο άνδρας ανέλαβε με τη θέλησή του από έρωτα. Φαντάζομαι, θα έχεις ακουστά, παιδί μου, για τον Περσέα, που σκότωσε, λένε, ένα θαλάσσιο κήτος του Ατλαντικού, που έβγαινε στην ξηρά και ορμούσε πάνω στα κοπάδια και στους κατοίκους της χώρας.
[2] Στον ζωγράφο αρέσει η ιστορία και νιώθει οίκτο για την Ανδρομέδα, επειδή την έριξαν βορά στο κήτος. Ο αγώνας έχει τώρα τελειώσει και το κήτος είναι πεσμένο στην ακτή, πλημυρισμένο στο αίμα που ρέει· η θάλασσα κοκκινίζει από το αίμα. Την Ανδρομέδα την ελευθερώνει από τα δεσμά της ο Έρωτας· είναι, ως συνήθως, ζωγραφισμένος με φτερά, αλλά, παρά τη συνήθεια, νεαρός,2 ενώ παρουσιάζεται να ασθμαίνει και να μην έχει συνέλθει από τον κάματο. Γιατί ο Περσέας, πριν από την πράξη του, προσευχήθηκε στον Έρωτα να του συμπαρασταθεί και να εφορμήσει μαζί του από τον αέρα κατά του κήτους. Και εκείνος ήλθε και εισάκουσε τον Έλληνα.
[3] Η κόρη πάλι είναι ωραία, καθώς είναι μια λευκή στην Αιθιοπία· ωραία είναι και η μορφή της. Θα ξεπερνούσε και μια τρυφερή Λυδή, μια σοβαρή Αθηναία, μια ρωμαλέα Σπαρτιάτισσα. Την κάνει μάλιστα πιο όμορφη η στιγμή· δεν μπορεί πράγματι να το πιστέψει, χαίρεται όμως μέσα στην έκπληξή της και κοιτάζει τον Περσέα, στον οποίο στέλνει ήδη ένα χαμόγελο. Εκείνος είναι ξαπλωμένος όχι μακριά από την κόρη, στη δροσερή χλόη που ευωδιάζει· ο ιδρώτας του στάζει στο χώμα, ενώ κρατά κρυμμένη την εικόνα της Γοργώς, για να μην την αντικρίσουν οι άνθρωποι και πετρώσουν.3 Πολλοί βουκόλοι τού προσφέρουν γάλα και κρασί για να πιει· χαριτωμένοι Αιθίοπες με το αλλόκοτο χρώμα τους, χαμογελούν βλοσυρά και χαίρονται εμφανώς, σχεδόν όλοι όμοιοι μεταξύ τους. [4] Ο Περσέας τα δέχεται και αυτά ασμένως· στηρίζεται στον αριστερό αγκώνα, σηκώνει το στήθος του, που φουσκώνει από το λαχάνιασμα, κοιτάζει το κορίτσι και αφήνει τη χλαμύδα του να ανεμίζει στον αέρα, πορφυρή και βαμμένη από σταγόνες αίματος και ό,τι εκτόξευσε πάνω του το θηρίο κατά την πάλη τους. Ωχριούν οι απόγονοι του Πέλοπα δίπλα στον ώμο του Περσέα·4 γιατί καθώς ήταν όμορφος και ροδόχρωμος, έγινε ακόμη πιο ανθηρός από τον κάματο του αγώνα και οι φλέβες του έχουν φουσκώσει ελαφρά, όπως όταν λαχανιάζει κανείς έντονα. Πολλή χάρη κερδίζει και από την κόρη.
------------------
1 Η εικόνα αρχίζει, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, αιφνιδιαστικά με την αναφορά μερικών εντυπωσιακών στοιχείων του πίνακα: η κόκκινη (από το αίμα) θάλασσα διευκρινίζεται ότι δεν είναι η Ερυθρά θάλασσα που τοποθετούνταν μεταξύ Ινδίας και Αραβίας. Στη συνέχεια δίνονται βασικές πληροφορίες για τον μύθο και ακολουθεί η περιγραφή του πίνακα.
2 Ο Έρως, κατά την ελληνιστική εποχή αλλά και αργότερα, απεικονίζεται συνήθως ως μικρό παιδί. Εδώ υπάρχει ίσως επίδραση από την παράσταση του Έρωτα ως νέου στα αγγεία κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ.
3 Το βλέμμα της Γοργώς ήταν, σύμφωνα με το μύθο, τόσο διαπεραστικό που πέτρωνε όποιον το αντίκριζε.
4 Οι θεοί αντικατέστησαν τον ώμο του Πέλοπα με άλλον από ελεφαντοστό, όταν η Δήμητρα, χωρίς να το καταλάβει, δοκίμασε από τον ώμο του τεμαχισμένου Πέλοπα που είχε προσφέρει ο πατέρας του ο Τάνταλος στους θεούς ως δείπνο. Ο Φιλόστρατος ισχυρίζεται ότι ο ωμός του Περσέα, με τις φλέβες φουσκωμένες από τον αγώνα με το θηρίο, είναι ωραιότερος.

Παιδιά που παίζουν

Δέκα χρόνια μετά το θάνατο τον Αναξαγόρα, γύρω στο 418 π.χ., στη Λάμψακο...

Είναι καμιά δεκαριά, όλα μεταξύ επτά και δέκα ετών, ως επί το πλείστον αγόρια. Τρία κορίτσια παίξουν μεταξύ τους, λί­γο πιο πέρα. Από το πρωί είχαν αφηνιάσει. Τα κορίτσια χό­ρευαν τραγουδώντας, όπως είχαν δει να γίνεται σε μέρες γιορτής. Τα αγόρια πάλευαν δύο δύο, ένα εικονικό παγκρά­τιο. Μετά από λίγο, τα αγόρια χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και αποφάσισαν να πολεμήσουν, οπλισμένα με φανταστικά κοντάρια και ασπίδες. Τα κορίτσια από κοινού βάλθηκαν να υφαίνουν και να μαντάρουν ρούχα, σαν να βρίσκονταν μαζί στο γυναικωνίτη, στα διαμερίσματα των γυναικών, την ώρα που οι σύζυγοί τους σφάζονταν στο πεδίο της μάχης.

Τώρα έχουν ηρεμήσει. Τα κότσια διαδέχτηκαν τα όπλα. Τα αγόρια κάθονται οκλαδόν, ανά τρία, στη σκιά των λιό­δεντρων. Ένα μεγαλύτερο αγόρι διασκεδάζει, πιο πέρα, με μία πήλινη σβούρα, πάνω σ’ έναν επίπεδο βράχο. Τα κοριτσάκια πήγαν να αναζητήσουν τα κουζινικά τους, πιάτα, γαβάθες, αγγεία, όλα μικρού μεγέθους, ειδικά κα­τασκευασμένα για εκείνα από τον αγγειοπλάστη που κα­τοικεί στους πρόποδες του λόφου. Πότε πότε, ακούγεται ένα ξέσπασμα γέλιου ή ένα ξεφωνητό.

Όλα αυτά προκαλούν μεγάλη έκπληξη στον ξένο που μόλις έφτασε. Πώς γίνεται στη Λάμψακο τα παιδιά να περ­νούν τη μέρα τους παίζοντας; Αυτός που έρχεται από μα­κριά, για να ρυθμίσει μαζί μ’ έναν εξάδελφό του μια υπό­θεση κληρονομιάς, δεν καταλαβαίνει. Αφού μάλιστα όλα τα παιδιά της Πόλης, καθώς φαίνεται, περνούν έτσι την ώρα τους διασκεδάζοντας. Από τη στιγμή που έφτασε, ο ξένος τα συνάντησε σε όλες τις πλατείες, μπροστά σε όλες τις πόρτες των σπιτιών της πόλης.

Απευθύνεται σ’ εκείνο το αγόρι που παίζει μόνο του με τη σβούρα. Θα είναι περίπου δώδεκα ετών.

«Ε, πες μου, πώς γίνεται να μην είστε στο σχολείο; Από το πρωί, δεν βλέπω παρά μόνο παιδιά που παίζουν, σ’ αυ­τή την πόλη!»

«Είναι φανερό ότι δεν είσαι από εδώ, γενναίε ξένε! Εδώ, στη Λάμψακο, τα παιδιά παίζουν κάθε χρόνο προς τιμήν του σοφού».

«Προς τιμήν του σοφού; Τι είναι αυτά που μου λες;»

«Ναι, προς τιμήν του σοφού Αναξαγόρα, περνάμε ένα μήνα παίζοντας, κάθε χρόνο. Αλλά να ο πατέρας μου που επιστρέφει από τ’ αμπέλια, θα σου τα εξηγήσει αυτά κα­λύτερα από μένα».

«Ιδού ο λόγος αυτών των παιχνιδιών. Πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς, το θυμάμαι καλά, ήμουν έτοιμος να πα­ντρευτώ, ο σοφός Αναξαγόρας επέστρεψε σ’ εμάς, στη Λάμψακο, στην πατρίδα του, πολύ άρρωστος. Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλη γνώση. Τον ήξερα καλά, η μητέρα μου φρόντιζε το σπίτι του. Μία μέρα, ένας ευγενής τον είχε κατηγορήσει ότι αδιαφορούσε για την πατρίδα του και εκεί­ νος τον είχε αποστομώσει λέγοντας του: “Εγώ, για την πα­τρίδα μου, έχω έγνοια, και μεγάλη μάλιστα”, και συγχρό­νως, με το δάχτυλο, έδειχνε τον ουρανό. Γιατί αετός ο άν­θρωπος δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο για τον ουρανό. Περ­νούσε τον καιρό του παρατηρώντας το φεγγάρι, τα αστέρια, τον ήλιο, ήξερε τα πάντα γι’ αυτά! Έλεγε μάλιστα ότι είχε γεννηθεί μόνο για να τα παρατηρεί!»

«Είναι μερικοί άνθρωποι έτσι. Αλλά γιατί τα παιδιά δεν βρίσκονται σχολείο, όπως γίνεται παντού;»

«Όταν ο γέρος Αναξαγόρας επέστρεψε εδώ, θα πρέπει να ήταν πάνω από εβδομήντα ετών, και άρρωστος. Εμείς, οι άνθρωποι της Λαμψάκου, θέλαμε να τον τιμήσουμε. Είχε μεγάλες έγνοιες στην Αθήνα, είχε καταδικαστεί σε θάνατο εξαιτίας όσων έλεγε για τον ήλιο. Και αυτός που τον έσωσε ήταν ο Περικλής, ο μεγάλος Περικλής, ο μαθητής του. Εμείς λοιπόν θέλαμε να κάνουμε κάτι για να τον τιμήσουμε, κάτι που θα έμενε μετά το θάνατό του. Αλλά δεν ξέραμε τι να βρούμε. Συγκεντρωθήκαμε όλοι μαζί, ψάξαμε. Τίποτα δεν μας ικανοποιούσε. Έτσι, αποφασίσαμε να τον ρωτήσουμε τι ήθελε, τι θα μπορούσε να εξυμνεί καλύτερα το έργο του και να τιμά τη μνήμη του. Με ποιον τρόπο έβλεπε ο ίδιος πως θα μπορούσαμε να δοξάσουμε τη σοφία του».

«Και λοιπόν;»

«Ορίσαμε αντιπροσώπους, οι οποίοι πήγαν στο σπίτι του. Κι αυτός λοιπόν — η μητέρα μου μου τα διηγήθηκε — ζήτησε μόνο τούτο: κάθε χρόνο, το μήνα του θανάτου του, να αφήνουμε τα παιδιά να παίζουν. Όπως βλέπεις, σεβα­στήκαμε την επιθυμία του».

Όταν «ανοίγουν οι πύλες της κολάσεως»...

...ταυτόχρονα «ανοίγουν και οι ουρανοί»!

Συνήθως βλέπουμε το μισό από το όλον, προσκολλημένοι απόλυτα στο φόβο μας και στις φοβίες που δεν θέλουμε να εξετάσουμε, να αλλάξουμε αλλά ούτε και να απαλλαγούμε από αυτές.

Χρειάζεται εκπαίδευση... μια νέα εκπαίδευση για να συνειδητοποιήσουμε πρακτικά και μαγικά τη νέα πραγματικότητα που αποκαλύπτεται όταν αφηνόμαστε, όταν εμπιστευόμαστε και όταν διαθέτουμε σφαιρική αντίληψη. Η εκπαίδευση δεν περιορίζεται φυσικά στη σχολική ή στη φοιτητική μας πραγματικότητα… μάλλον εκεί χαρακώνεται καθώς φτάνουμε πιο γρήγορα σε τέλμα και αρτηριοσκλήρωση.

Όσοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από αυτό το πάγιο μοτίβο, ανακαλύπτουν ότι η μάθηση, οι αποκαλύψεις, η γνώση, είναι ανεξάντλητα και ο γραμμικός χρόνος καθώς και ο φόβος, αδυνατούν να τους αγγίξουν πραγματικά.

Η διαδικασία αυτής της μαγικής στάσης ζωής δύσκολα περιγράφεται με πεζότητα και αναλυτική επεξήγηση, όπως έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε τα πρακτικά θέματα της ζωής μας. Για τα επιμέρους αυτά θέματα έχω γράψει πολλές φορές, για πολλά χρόνια. Η σύνθεσή τους είναι μια πρόκληση που παραμένει ανοιχτή για όλους μας…

Πρώτα σε «χτυπάει» το αναπάντεχο, ακριβώς όταν δεν το περιμένεις και εκεί που έχεις χαλαρώσει, πιστεύοντας ότι έχεις πετύχει έναν τουλάχιστον ορατό έλεγχο στη ζωή σου. Έρχεται «από το πουθενά» και ανατρέπει τα πάντα. Συνήθως έρχεται με αλληλουχία γκρεμίσματος (ντόμινο), που δεν προλαβαίνεις καλά καλά ν’ αντιληφθείς, πόσο μάλλον να σταματήσεις. Είναι η ώρα να αποδείξεις στη ζωή, τι έχεις καταφέρει ψυχικά, νοητικά και φυσικά, όλο το προηγούμενο διάστημα της «ομαλότητας», της χαλαρότητας. Σε αυτό το στάδιο οι περισσότεροι αποτυγχάνουν ήδη, με τις γνωστές συνέπειες σε όλα τα επίπεδα.

Αν όμως έχουμε πετύχει τη σφαιρική αντίληψη, την αποκόλληση από την ταυτότητά μας και αν έχουμε διευρύνει αρκετά τη συνειδητότητά μας, τότε παραμένουμε ήρεμοι, αντικειμενικοί παρατηρητές αλλά όχι άπραγοι, θεωρητικοί στοχαστές, όπως πιστεύουν και πράττουν πολλοί.

Γνωρίζουμε ότι έπονται κι άλλα, ότι χρειάζεται η καθαρότητα στο νου για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την καθαρότητα της διάκρισής μας. Η δράση παράλληλα με την καθαρή όραση είναι ταυτόχρονες αναγκαιότητες.

Μαζί με το γκρέμισμα (αν και το αντιλαμβανόμαστε ως «πρώτα» και «ύστερα» με την κατώτερη, γραμμική διάνοιά μας) συμβαίνει παράλληλα και το χτίσιμο μιας νέας πραγματικότητας που δημιουργείται «από τις στάχτες» της προηγούμενης. Η γέννηση και η δημιουργία δεν γίνεται συνήθως αντιληπτή από όσους θέλουν να προσκολλούνται στο δράμα, στην έλλειψη και στην καταστροφή.

Όταν «ολοκληρώνεται» η διπολική διαδικασία και καταφέρνουμε να αντιληφθούμε το μεγαλείο της σοφίας των πάντων, παραμένουμε «αναγκαστικά» ευγνώμων, με δέος και ταπεινότητα, μπροστά σε όλα όσα δεν ελέγχουμε νοητικά και φυσικά αλλά όμως συμβάλλουμε ουσιαστικά και πρακτικά.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Δεν ελέγχουμε τίποτα και ταυτόχρονα τα πάντα έχουν σημασία. Κάθε κόκκος στην άμμο σχηματίζει τις όμορφες παραλίες που ακόμα δεν εκτιμούμε πραγματικά.

Ο λεκτικός λόγος αδυνατεί να περιγράψει όμως ο αληθινός Λόγος (πρόθεση) δημιουργεί, κάθε φευγαλέα στιγμή.

Μετά την «αποκάλυψη» του βιώματος της ταυτόχρονης κόλασης και παραδείσου, συνεχίζουμε ταπεινά να ξυπνάμε το πρωί, να «μαζεύουμε ξύλα» και να φροντίζουμε αυτά που έχουμε ακριβώς μπροστά μας. Έχουμε περάσει ακόμα ένα «τεστ» στην ολιστική μας πορεία προς μια ουσιαστική ζωή, όπου τα πάντα έχουν σημασία αλλά και τα πάντα που γνωρίζουμε είναι σχετικά.

Για άλλη μια φορά, έχω αποτύχει να περιγράψω, όσα δεν περιγράφονται, αλλά μαθαίνονται και βιώνονται!

Για την αμφισβήτηση, κυρίως!

Ακόμα με εκπλήσσει το πόσο εύκολο και βολικό παραμένει η ακλόνητη πίστη σε ό,τι εκπαιδευτήκαμε να ονομάζουμε «αληθινό».

Σπάνια αμφισβητούν οι άνθρωποι αυτήν την πάγια, υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων που ονομάζουν αντικειμενική, ενώ δεν συνειδητοποιούν ότι αυτό κάνουν.

Αυτό που κάνουμε πιο συχνά και με μεγάλη εμπειροτεχνία είναι να αμφισβητούμε τις ιδέες άλλων, ν’ αμφισβητούμε τον εαυτό μας και τον τρόπο λειτουργίας μας, να αμφισβητούμε οτιδήποτε και οποιονδήποτε δεν ταιριάζει με αυτή την αόρατη αλλά υπαρκτή κοσμοθεώρησή μας. Γίνεται αυτόματα… όπως οτιδήποτε έχουμε μάθει, κατακτήσει και δεν χρειάζεται πλέον να σκεφτόμαστε συνειδητά, σε πραγματικό, γραμμικό χρόνο.

Το να ξαναγίνει όμως συνειδητή λειτουργία είναι δύσκολο και άβολο γιατί μας βγάζει σταθερά και βέβαια από τον αυτοματισμό που εμπιστευόμαστε.

Η πρώτη δυσκολία που συναντά οποιοσδήποτε νέος μαθητής είναι το να μάθει από την αρχή να παρατηρεί. Πρώτον γιατί πιστεύει πως ήδη το κάνει και δεύτερον γιατί χρειάζεται όντως να ξαναγίνει «μαθητής», όμως με νέα έννοια του όρου, που το βίωμα του παρελθόντος του, δεν τον βοηθά να κατανοήσει. Είναι όμως το πρώτο βήμα, το Α και το Ω οποιασδήποτε αλλαγής, συνειδητοποίησης ουσιαστικής και μετακίνησης πραγματικής.

Η δεύτερη δυσκολία που συναντά ο πραγματικός μαθητής της ζωής, εξασκούμενος στην παρατήρηση, είναι η λειτουργία της αμφισβήτησης. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, και ενώ πιστεύουμε πως είμαστε ικανοί ν’ αμφισβητούμε, η αλήθεια είναι διαφορετική για τους περισσότερους νέους αναζητητές.

Η αμφισβήτηση των άλλων είναι εύκολη, όπως εύκολη είναι και η αμφισβήτηση ιδεών, ενώ ψάχνουμε νέες για να αντικαταστήσουμε άμεσα (γρήγορα) και εύκολα τις παλιές «που μας δόθηκαν». Αλλά, όλο αυτό, δεν είναι πραγματική αμφισβήτηση, ενώ μετακινούμαστε ελάχιστα ή καθόλου στην πραγματικότητα.

Ο μεγαλύτερος φόβος στην ουσιαστική αμφισβήτηση είναι το κενό, το «δεν ξέρω», το «δεν έχω θέση» ενώ ταυτόχρονα «οφείλω να έχω θέση» γιατί η ζωή κυλάει, γιατί η δράση και η παρουσία στο δια ταύτα, απαιτείται, κάθε στιγμή. Το άγνωστο παραμένει απειλητικά καθηλωτικό, καθώς κάνουμε τα πρώτα θαρραλέα βήματά μας προς την απελευθέρωση του νου μας. Ένας φόβος που ξεπερνιέται, με καθοδήγηση, σταθερά βήματα εντός μας, με τη βοήθεια όσων έχουν περάσει «στην απέναντι όχθη».

Όσοι πιστεύουν ότι έχουν κάτι άλλο πιο ουσιαστικό να κάνουν, απλά κοροϊδεύουν τον εαυτό τους αλλά και στηρίζουν άθελά τους το σύστημα και την κοινωνία που κατηγορούν.

Όσοι νομίζουν πως υπάρχει κάποιο άλλο είδος θεραπείας, λύτρωσης, απελευθέρωσης, παιδείας, επίσης απατώνται. Ό,τι άλλο κι αν κατακτάμε, καταφέρνουμε, κάνουμε, στερείται απλά τα θεμέλια που θα καθόριζαν μα και θα άλλαζαν τα πάντα.

Η τρίτη δυσκολία παραμένει η αναβολή, καθώς ο τρόπος σκέψης που εκπαιδευτήκαμε να χρησιμοποιούμε, μάς πείθει ότι «όλα είναι υπό έλεγχο» ή προσπαθούμε με γνώριμες μεθόδους να τα ελέγξουμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν πάει ο νους μας στο ότι είναι ΑΚΡΙΒΩΣ ο ΤΡΟΠΟΣ σκέψης μας, που μας παγιδεύει εξ αρχής. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα που μπορούμε να σκεφτούμε δεν είναι ικανό να μας παρουσιάσει πραγματικές λύσεις, αληθινές απαντήσεις, μια άλλη, εντελώς καινούργια θέαση, όσο κι αν διαβάζουμε, μορφωνόμαστε, απλωνόμαστε, που θα τάραζε συθέμελα τα δεδομένα μας.. αναγκαστικά!

Η υποσυνείδητη ανάγκη ελέγχου, ο φόβος της ανυπαρξίας, μας καθηλώνει στα γνώριμα, καθώς θεωρούμε ότι αλλάζουμε, επειδή αλλάζουμε ιδέες, θεωρίες και τρόπους χειρισμού του εαυτού μας και της ζωής... για λίγο!

Δεν βλέπουμε αρχικά (και για ένα μεγάλο, υποκειμενικό διάστημα) τις παγίδες στον ίδιο του νου μας. Δεν αναγνωρίζεται ο τρόπος σκέψης μας ενόσω βρισκόμαστε ΜΕΣΑ σε αυτόν. Όμως, το «βγεις απ’ έξω και να κοιτάς μέσα» δεν έχει επιστροφή…

Το αστρολογικό σύμβολο του Ερμή (αποσυμβολισμός)

Το αστρολογικό σύμβολο του Ερμή σχηματίζεται από το σταυρό της Ύλης τοποθετημένο κάτω από τον κύκλο του πνεύματος. Πάνω από αυτόν βρίσκεται τοποθετημένο το ημικύκλιο (μηνίσκος) της ψυχής, γεγονός που συμβολίζει, την δυνατότητα επί- γνωσης, εν-συνείδησης, και της συνακόλουθης αρμονικής λειτουργίας του ανθρώπου στην τριμερή του φύση.

Ο κύκλος συμβολίζει το πνεύμα, είναι το Προμηθεικό δώρο στην ανθρωπότητα, δώρο ισάξιο Θεϊκής δύναμης και εξουσίας στην ύλη. Υπάρχουν πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για τον άνθρωπο, αλλά ο πλέον καίριος είναι ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Και τούτο δεν σημαίνει απλώς πως ο άνθρωπος πεθαίνει, αλλά ότι ο άνθρωπος ζει γνωρίζοντας πως θα πεθάνει. Το ζώο ζει μη γνωρίζοντας πως θα πεθάνει. Η διαφορά είναι μεταξύ πνεύματος και φύσεως.

Η Προμηθεική γνώση δεν είναι ένα απλό συμβάν ανάμεσα στα άλλα. Είναι το κατ’ εξοχήν συμβάν της υπάρξεως, που προσδιορίζεται όμως από την χρήση της. Και αυτό διότι, ο ανθρώπινος νους δέχεται ερεθίσματα που μπορούν να οδηγήσουν σε δύο μορφές νοητικής δράσης: τη απλή πληροφορία, την αντιγραφή (μίμηση), ή την κατανόηση και την σοφία.

Δεν είναι τυχαίο πως ο Ερμής ήταν ο αγγελιοφόρος των Θεών ο μεσολαβητής Θεών και ανθρώπων. Ενώνει τον κατώτερο με τον ανώτερο εαυτό, είναι ο μυσταγωγός, ο ιεροφάντης, που οδηγεί το μαθητή στην αυτογνωσία, και εν τέλει, στην ενατένιση του Θεϊκού του προτύπου.

Σύμφωνα με τον Erich Fromm, η δυνατότητα αυτογνωσίας, η λογική και η φαντασία ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από την υπόλοιπη φύση, χωρίς όμως να τον αποδεσμεύουν από τους νόμους της. Έτσι ο άνθρωπος γνωρίζει την τρομερή αν και επίπλαστη αντίφαση της ύπαρξής του. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από το μυαλό του, αλλά ούτε και από το κορμί του, ώστε να ανήκει αποκλειστικά σε ένα από τα δύο. Αυτή η αντίφαση τον ωθεί συνέχεια σε μια προσπάθεια να αναζητά λύσεις στο δίλημμά του και έτσι προχωρά αδιάκοπα σε νέες φάσεις. Από φύση του είναι υποχρεωμένος να βαδίζει προς τα εμπρός, σε μια αέναη προσπάθεια να καταστήσει γνωστό το άγνωστο, να γεμίσει με απαντήσεις τους κενούς χώρους της γνώσης. Πρέπει να κάνει απολογισμό στον εαυτό του για τον εαυτό του και για το νόημα της ύπαρξής του. Ωθείται να ξεπεράσει τον εσωτερικό του διχασμό γεμάτος από μια επιθυμία για το απόλυτο, για ένα είδος αρμονίας που θα μπορεί να αποτινάξει επιτέλους την κατάρα που τον χώρισε από τη φύση, τους συνανθρώπους του και από τον ίδιο του τον εαυτό...

Ακολούθως ο σταυρός της Ύλης συμβολίζει τις δραστηριότητες του ανθρώπου στην ύλη, όπου βρίσκεται το πεδίο της μάχης και της υλικής εξέλιξης. Όπως αναφέρει ο Νίκος Καζαντζάκης :

« Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου. Φέρνεις, θες δεν θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θες, πλουτίζεις το πατρικό σου σώμα. Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Ως περπατάς ανοίγεις, δημιουργάς την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απογόνων. Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί· πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κ’ οι ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά και το μυαλό σου. Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι.Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους.Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Tο τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.»

Τέλος η οριζόντια ημισέληνος της ψυχής αποκαλύπτει τη δίοδο που βρίσκει το μυαλό μας για να επικοινωνήσει με τις αληθινές ιδέες της ψυχής και την έμπνευση. Ο Ερμής όμως κρατάει «ερμητικά κλειστά» τα μυστικά του, σε όσους δεν είναι διατεθειμένοι να μεταστοιχειώσουν την ύλη σε πνεύμα, να ανακαλύψουν δηλαδή τον «μυητικό» μίτο, που οδηγεί στην ανακάλυψη της φιλοσοφική λίθου, καθώς αυτό που στην Αλχημεία ονομάζεται «Μεγάλο Έργο», της οποίας «επόπτης» είναι ο Ερμής, δεν άφορα στην πραγματικότητα την μετάλλαξη των μετάλλων, αλλά της συνειδησιακής και - όχι μόνο-, μεταστοιχείωσης, του ίδιου του «πυρήνα» του ανθρώπου, ο οποίος είναι ομοούσιος προς το Θείο....

Ο πυρήνας του συμβόλου υπονοεί ακριβώς αυτό, το θρίαμβο του μυαλού απέναντι στην ύλη και πως η διανόηση και το πνεύμα μπορεί να τιθασεύσει τις φυσικές παρορμήσεις. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το κηρύκειο του Ερμή, αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της Σοφίας, αλλά και της θεραπείας τόσο της ψυχής όσο και του σώματος, για αυτό τον λόγο χρησιμοποιείται έως και σήμερα ως σύμβολο της ιατρικής...

Η φιλοσοφία της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου

Οι συνθήκες που επικρατούσαν στην περίοδο ακμής του πολιτισμού στα τέλη του 5ου αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. συντέλεσαν στο να διαμορφωθούν τρία φιλοσοφικά ρεύματα: το ατομικιστικό (Λεύκιππος-Δημόκριτος), το ιδεαλιστικό (Σωκράτης-Πλάτων) και η φιλοσοφική θεωρία του Αριστοτέλη.

Από τα τέλη του 6ου αιώνα έως τα μέσα του 5ου αιώνα, αναπτύχθηκε η Ελεατική σχολή, με εκπροσώπους τον Παρμενίδη, τον Ζήνωνα από την Κάτω Ιταλία και τον Μέλισσο από τη Σάμο. Ο Παρμενίδης γεννήθηκε γύρω στο 540 π.Χ. και επινόησε δική του φιλοσοφική διδασκαλία για την ταυτότητα της σκέψης και του Είναι, που αποτέλεσε και τη βάση πολλών ιδεαλιστικών συστημάτων.

Στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στα έργα του Αναξαγόρα, ο οποίος έγινε γνωστός για το έργο του Περί φύσεως, και του Εμπεδοκλή, αποτυπώνονται οι παραδόσεις της αντικειμενικής διαλεκτικής.

Η σοφιστική έκανε την εμφάνισή της τον 5ο-4ο αιώνα π.Χ. και οι σοφιστές, που ονομάζονταν ρητοροδιδάσκαλοι, ασχολούνταν με ηθικο-πολιτικά προβλήματα και δίδασκαν στους μαθητές ρητορική έναντι χρηματικής αμοιβής.

Οι πρώτες σχολές ρητορικής ιδρύθηκαν στις πόλεις της Σικελίας, κέντρο της όμως έγινε η Αθήνα, όπου τον 5ο αιώνα π.Χ. δίδασκαν ο Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης (480-411 π.Χ.), ο Γοργίας ο Λεοντίνος (483-376 π.Χ.), ο Ιππίας κ.ά. Τον 4ο αιώνα π.Χ., η νεότερη ομάδα σοφιστών έστρεψε το ενδιαφέρον της σε κοινωνικά και ηθικά προβλήματα. Μεταξύ αυτών, ο Λυκόφρων και ο Αλκιδάμας υποστήριξαν ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, ενώ ο Αντιφώντας ανέπτυξε την υλιστική φιλοσοφία.

Ο Σωκράτης διατύπωσε προφορικά τη δική του φιλοσοφία (διασώζεται χάρη στους Πλατωνικούς Διαλόγους) και δημιούργησε φιλοσοφική σχολή που βασιζόταν στις σοφιστικές διδασκαλίες, από τις οποίες, όμως, απέρριπτε αντιλήψεις σχετικά με την εμφάνιση και τη δόμηση του κόσμου. Απέκτησε πολυάριθμους μαθητές, μεταξύ των οποίων ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αλκιβιάδης, ο Κριτίας κ.ά., οι οποίοι και δημιούργησαν αργότερα σωκρατικές σχολές, όπως της Κυρήνης, των Μεγάρων και των Κυνικών.

Όμως, η μορφή του Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της φιλοσοφίας, θέτοντας τις βάσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού. Τον απασχόλησε η ηθική, αφού είχε αφομοιώσει, κατά τον Αριστοτέλη (Μετά τα φυσικά) τη σωκρατική φιλοσοφία και τις διδασκαλίες του Πυθαγόρα, του Ηράκλειτου και του Κρατύλου. Θεωρούσε τις ιδέες θεϊκές σκέψεις, θεωρία την οποία συμπεριέλαβε στους διάλογους Τίμων, Κρίτων, Νόμοι, Κρατύλος, Συμπόσιο και Φαίδων. Από τα συγγράμματά του διασώθηκαν τα 41.

Μια άλλη μεγάλη φυσιογνωμία της κλασικής εποχής ήταν ο Αριστοτέλης, που συνέχισε την έρευνα σχετικά με τη διαλεκτική (Τοπικά, Ρητορική κ.λπ.) και συνέβαλε στη μελέτη και συστηματοποίηση των μεθόδων της σκέψης.

Η φιλοσοφία κατά τους ελληνιστικούς χρόνους
Δημιούργημα μιας ταραγμένης εποχής, η ελληνιστική φιλοσοφία θα ενδιαφερθεί περισσότερο για την ατομική ευδαιμονία και θα προσπαθήσει να βοηθήσει το άτομο να φτάσει στην εσωτερική ηρεμία. Δεν θα ασχοληθούμε με το περιεχόμενο της διδασκαλίας της κάθε σχολής, αλλά θα εξετάσουμε σύντομα τη λογοτεχνική της παραγωγή.

Κυνικοί
Ο πρώτος Κυνικός, ο Διογένης από τη Σινώπη, έγραψε μεταξύ άλλων και τραγωδίες, όπως και ο διάδοχός του, Κρατήτας ο Θηβαίος, ο οποίος έγραψε επίσης μικρά σατιρικά ποιήματα και παίγνια. Το λογοτεχνικό επίτευγμα των Κυνικών ήταν η «διατριβή», προπαγανδιστικά κείμενα που απαγγέλλονταν ανάμεικτα με σάτιρα και πολεμική. Το είδος συνδέεται με τον Βιώνα τον Βαρυσθενίτη, ενώ αργότερα αποκτά ιδιαίτερη μορφή χάρη στον Μένιππο από τα Γάδαρα και τα δεκατρία του βιβλία. Από τους Κυνικούς επηρεάστηκαν και οι ποιητές Φοίνικας ο Κολοφώνιος και Κερκίδας από τη Μεγαλόπολη, από τα έργα των οποίων σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα.

Στωικοί
Ο ιδρυτής της Στοάς, ο Ζήνων από το Κίτιο της Κύπρου, έγραψε πολλά έργα τα οποία όμως έχουν χαθεί. Από το έργο του διαδόχου του, του Κλεάνθη από την Άσσο, σώθηκε ένας σπάνιας έξαρσης Ύμνος στον Δία. Ο Χρύσιππος από τους Σόλους μεταπήδησε από την Ακαδημία στη Στοά. Υπήρξε πολυγραφότατος, όμως η παράδοση δεν διέσωσε κανένα από τα έργα του. Γνωστότερα είναι τα έργα του Περί Ψυχής και ο Θεραπευτικός. Νέα ώθηση έδωσε ο Παναίτιος ο Ρόδιος (185-112 π.Χ.), ο οποίος μετέβη στη Ρώμη όπου επηρέασε πολλούς σημαντικούς Ρωμαίους πολίτες. Κύριο έργο του ήταν το Περί του Καθήκοντος. Ο Ποσειδώνιος από την Απάμεια (135-51 π.Χ.) υπήρξε ο πιο σπουδαίος μαθητής του. Γνωρίζουμε είκοσι τέσσερις τίτλους έργων του, ποικίλου ενδιαφέροντος, ανάμεσα στα οποία μια ιστορία πενήντα δύο βιβλίων που φιλοδοξούσε να αποτελέσει συνέχεια της ιστορίας του Πολυβίου.

Επικούρειοι
Οι Επικούρειοι φιλόσοφοι άσκησαν μεγάλη επιρροή, όπως και οι Στωικοί. Ο ιδρυτής της σχολής, ο Επίκουρος, γεννήθηκε στη Σάμο το 341 π.Χ., έγινε όμως Αθηναίος πολίτης, δημιούργησε σχολή και θάφτηκε στην πόλη με τιμές το 270 π.Χ. Τα έργα του ήταν πολλά, με σημαντικότερα το Περί Φύσεως, αποτελούμενο από τριάντα επτά βιβλία και το γνωσιοθεωρητικό Περί κριτηρίου ή Κανών. Δεν σώθηκε κανένα σύγγραμμά του, εκτός από κάποιες επιστολές στο έργο του Διογένη του Λαέρτιου, καθώς και συλλογές αποφθεγμάτων του.

Οι διάδοχοί του δεν υπήρξαν εξίσου σημαντικοί με τους διαδόχους των Στωικών.
Η Ακαδημία αρχίζει σταδιακά να χάνει το κύρος της. Οι πιο σημαντικοί εκπρόσωποί της, όπως ο Αρκεσίλαος από την Πιτάνη και ο Καρνεάδης ο Κυρηναίος δεν μας άφησαν γραπτά έργα.

Από τους Περιπατητικούς, ο διάδοχος του Αριστοτέλη Θεόφραστος από την Ερεσό της Λέσβου αποτέλεσε μια πολύ σημαντική μορφή. Ασχολήθηκε με πολλά επιστημονικά πεδία. Από το πλήθος των έργων του σώζονται μόνο οι Χαρακτήρες (περιέχει σχεδιάσματα 30 ανθρώπινων τύπων) και δύο βιβλία βοτανικής. Ο διάδοχός του,Στράτων ο Λαμψακηνός, διατέλεσε δάσκαλος των παιδιών του Πτολεμαίου Α’. Από τους μεταγενέστερους, ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. δημοσίευσε τα διδακτικά έργα του Αριστοτέλη. Άλλοι Περιπατητικοί με σημαντική συγγραφική δραστηριότητα ήταν ο Πραξιφάνης και ο Κλέαρχος από τους Σόλους. Ο Αρίστωνας από την Αλεξάνδρεια υπομνημάτισε το έργο του Αριστοτέλη. Εκείνη την περίοδο άκμασε και η περιπατητική βιογραφία με κύριους εκπροσώπους τον Αριστόξενο από τον Τάραντα, που διακρίθηκε και ως θεωρητικός της μουσικής, και τον Χαμαιλέοντα.

Κλείνοντας τον κύκλο της ελληνιστικής φιλοσοφίας, αναφέρουμε τον Σκεπτικό Τίμωνα από τον Φλειούντα, με κύριο έργο του τα σατιρικά ποιήματα Σίλλους.