Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Ποιος πρέπει να είναι ο δάσκαλος;

Η φυσιογνωμία του δασκάλου
 
Δάσκαλος δεν είναι εκείνος πού μαθαίνει στα παιδιά μας τα σχολικά "γράμματα", καλούς τρόπους ή μουσική, κολύμπι, ξιφασκία και άλλα αθλητικά ή ψυχαγωγικά παιγνίδια. Αυτά τα "μαθήματα" είναι εξωτερικά, μένουν στην επιφάνεια, σαν τα ρούχα πού φορούμε (και τ’ αλλάζουμε ή τα πετούμε).

Δεν εισχωρούν παραμέσα, στην ψυχή μας, δεν μας πλάθουν, δεν διαμορφώνουν αυτό πού ονομάζουμε προσωπικότητά μας: το πνεύμα, το ήθος, το χαρακτήρα μας. (Πόσο εύκολα λέγονται άλλα δύσκολα εννοούνται αυτές οι κομψές λέξεις...).

Εκτός εάν εκείνοι πού τα προσφέρουν δεν περιορίζονται στην απλή μετάδοση εξωτερικών, επιδερμικών γνώσεων, άλλα αποβλέπουν σ’ αυτό το σκοπό και μεταχειρίζονται τα μαθήματα πού διδάσκουν ως μέσα για να τον επιτύχουν. Τότε πραγματικά ό φιλόλογος ή ό μαθηματικός, ό μουσικός ή ό γυμναστής είναι δάσκαλος και το έργο του αξίζει να λέγεται παιδευτικό. Διαφορετικά μοιάζουν με τούς ανύποπτους «βοηθούς» πού τούς παίρνει μαζί του ό «τεχνίτης», για να τού κουβαλούν τα υλικά, να τού δίνουν στο χέρι τα εργαλεία, ή και να εκτελούν μικροδουλειές, χωρίς πρωτοβουλία και ευθύνη, αφού άλλωστε δεν έχουν σαφή και πλήρη γνώση ούτε τού τελικού σκοπού ούτε της μεθόδου πού οδηγεί στην πραγμάτωσή του.

Τέτοια έργα, δευτερεύοντα και χωρίς βαθύτερη σημασία για την αγωγή των νέων ανθρώπων, οι αρχαίοι ’Αθηναίοι τα ανάθεταν σε δούλους — όπως και τα οικιακά, τα έργα του νοικοκυριού... Από το «δάσκαλο» περιμένουμε κάτι άλλο: ώριμος αυτός, γεμάτος από την πείρα της ζωής πού αποκτάται με κόπο και με πόνο, να σταθεί κοντά στον νέο, τον άπλερο άνθρωπο και να τον βοηθήσει να ωριμάσει, να ενηλικιωθεί πνευματικά, να γίνει ένας αυθύπαρκτος άνθρωπος.

Υπάρχει όμως και μια άλλη, πολύ σημαντική διαφορά πού χωρίζει το Δάσκαλο από τούς άλλους Επαγγελματίες, και τον πλησιάζει προς όσους ασκούν μέσα στην κοινωνία ευγενή, σοβαρά και για τούτο ευαίσθητα λειτουργήματα, όπως π.χ. είναι ό ιερέας, ό δικαστής, ό πολιτικός. "Όταν καλούμε ένα αρχιτέκτονα να μας σχεδιάσει το σπίτι πού θα χτίσουμε, ή πηγαίνουμε σ’ ένα γιατρό να μας χειρουργήσει ή διαπραγματευόμαστε ένα ζωγραφικό πίνακα πού μας αρέσει, δεν ρωτούμε (θα ήταν ανόητο να ρωτήσουμε) για το ήθος του αρχιτέκτονα, του γιατρού, του ζωγράφου, τί είδος άνθρωπος είναι, τι χαρακτήρα έχει, αν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στην ευσυνειδησία, στην ευγένεια των αισθημάτων, στην αρετή του. Όλα αυτά — πιστεύουμε — αφορούν την ιδιωτική ζωή, είναι άσχετα με το έργο πού του ζητούμε, και επομένως δεν μας ενδιαφέρουν. Κι ένας ακόλαστος αρχιτέκτων, κι ένας υποκριτής ή αναξιόπιστος χειρουργός, κι ένας άτακτος στη ζωή του καλλιτέχνης μπορεί να κάνει άριστα τη δουλειά του.

Στο δάσκαλο όμως πού έχει αμφίβολο ήθος, εμπαθή και διαστρεμμένο χαρακτήρα, πως να παραδώσουμε το παιδί μας να το μορφώσει; Σ’ αυτόν (καθώς λέγει ό Πλάτων στο περίφημο προοίμιο του "Πρωταγόρα" με το στόμα του Σωκράτη) πάμε και δίνουμε όχι το σώμα, αλλά την ψυχή μας· είναι λοιπόν δυνατόν να αδιαφορήσουμε για τον ψυχικό του κόσμο, για το ποιόν της προσωπικότητάς του; —Μα είναι λαμπρός μαθηματικός, εξαίρετος φιλόλογος, θαυμάσιος γυμναστής... — Παρ’ όλες όμως αυτές τις ιδιότητες του μπορεί να μην είναι «άνθρωπος» στις ηθικές διαστάσεις του, οπότε κάνει για ερευνητής, για συγγραφέας, για συνδικαλιστής, άλλα δεν κάνει για δάσκαλος. Κάτι περισσότερο, κάτι πιο πέρα από τα προσόντα αυτά χρειάζεται ό δάσκαλος· μέταλλο ψυχής γνήσιο και υψηλής ποιότητας. (Ό αναγνώστης θα έχει, πιστεύω, καταλάβει άτι στη σειρά τούτων των σκέψεων η "αρετή" δεν εννοείται με στενή έννοια, ούτε προσδιορίζεται με τα κοινά μέτρα).

Ποια ακριβώς είναι, μέσα στον χαρακτηρολογικό πίνακα, η ιδιομορφία του δασκάλου; Πολλά γνωρίσματά της έχουν επισημάνει όσοι έχουν συστηματικά μελετήσει το θέμα. Θα περιοριστώ σε τρία, τα κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερα.

Στόφα δασκάλου έχει εκείνος πού παραμένοντας ενήλικος μπορεί να γίνεται παιδί — και κάθε χρόνο, με τα νέα παιδιά πού έρχονται στα χέρια του, να γίνεται ένα νέο παιδί. Τούτο μπορούμε να το διατυπώσουμε και αλλιώς: o αληθινός δάσκαλος ενηλικιώνεται παραμένοντας παιδί στην ψυχή άνθρωπος δηλαδή αγνός, δροσερός, εύπλαστος.

Αδύνατο να φαντασθεί κανείς πόσο δύσκολο, υπεράνθρωπο σχεδόν, είναι αυτό πού του ζητούμε: να συνθλίψει μέσα του το χρόνο, να γερνάει φυσιολογικά και όμως να μένει νέος στην ψυχή, για να μπορεί να έχει εύκολη την πρόσβαση στα αισθήματα, στις σκέψεις, στις επιθυμίες του νέου ανθρώπου πού θα διαπαιδαγωγήσει, να τον «καταλαβαίνει», να χαίρεται και να διασκεδάζει μαζί του, να σκέπτεται τις σκέψεις του, να επιθυμεί τις επιθυμίες του, να πονάει τον πόνο του. Να κατορθώνει δηλαδή εκείνο πού δεν μπορούν να επιτύχουν οι γονιοί (πιο πολύ ό πατέρας παρά ή μητέρα) όταν ή ηλικία έχει υπέρμετρα μεγαλώσει την απόσταση πού τούς χωρίζει από τα παιδιά τους. «Μιλούν» παραπονούνται «μιαν άλλη γλώσσα, ακατανόητη για μας».

Ο δάσκαλος λοιπόν πρέπει ακριβώς να καταλαβαίνει, να μιλεί αυτή τη γλώσσα, για να συνεννοείται με τούς νέους, για να μπορεί να έρχεται πολύ κοντά τους και να τούς παραστέκεται στις δυσκολίες πού θα βρουν πορευόμενοι την (ανώμαλη και επικίνδυνη) οδό της ζωής.

Όσοι βλέπουν με σκεπτικισμό τούτο το «πλησίασμα» και κάποτε ανησυχούν για τις συνέπειές του, θα αναθεωρήσουν τη στάση τους άμα σκεφτούν ότι, εάν δεν πάμε κοντά στο παιδί, δεν θα το φέρουμε ποτέ κοντά μας, και όσο μακριά του στεκόμαστε, τόσο κι εκείνο θα σταθεί ακόμα πιο μακριά από μας. Με αυτό το πρίσμα θεωρούμενο το έργο του δασκάλου είναι σήμερα πολύ πιο δύσκολο από όσο ήταν στις άλλες εποχές. Γιατί με τον ιλιγγιώδη ρυθμό πού εξελίσσονται σήμερα οι κοινωνίες μας, η απόσταση (όχι χρόνου, αλλά αντιλήψεων και διαθέσεων, «νοοτροπίας») πού χωρίζει τη μια γενεά από την άλλη έχει γίνει εκπληκτικά μεγάλη. Ό κόσμος μας δεν είναι πια ό δικός τους και για να μετατεθεί κανείς στη δική τους «πραγματικότητα», όπως μόνο ό αληθινός δάσκαλος μπορεί να το κάνει, είναι σωστός άθλος. Ποτέ δεν ήταν το παιδευτικό λειτούργημα τόσο δύσκολο όσο σήμερα.

Το δεύτερο πού ζητούμε από το δάσκαλο είναι: στις σχέσεις του με το μαθητή σ’ ένα στόχο να βλέπει πάντοτε σταθερά — πώς να αχρηστέψει τον εαυτό του. Ξέρετε άλλο επάγγελμα πού αποκλειστική επιδίωξή του έχει να αχρηστεύει τις υπηρεσίες του; Ό νους μας πηγαίνει στο ιατρικό' όταν μας θεραπεύσει, ό γιατρός παύει να μας είναι χρήσιμος. "Αν όμως καλοεξετάσουμε τα πράγματα, δεν θα εξαιρέσουμε ούτε το γιατρό, γιατί και το σώμα πού υπερνίκησε μια νόσο, φθείρεται διαρκώς με την ηλικία και έχει πάντοτε την ανάγκη του γιατρού. Με το δάσκαλο συμβαίνει το αντίθετο. Επιτυχημένος είναι εκείνος ο δάσκαλος πού έκανε με το έργο του τόσο ώριμο το μαθητή του, ώστε εκείνος να μη τον χρειάζεται πια. Αυτό είναι το μεγάλο κατόρθωμα, ο θρίαμβος του δασκάλου: να κάνει τον νέο άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο — στον τρόπο πού μεθοδεύει τις παρατηρήσεις και τις σκέψεις του, πού κάνει τις εκτιμήσεις του, πού καταρτίζει το πρόγραμμα της δράσης του, πού βλέπει και σημασιολογεί τον κόσμο και τη ζωή — ώστε να μην έχει πλέον ανάγκη από τη χειραγώγηση κανενός άλλου, ούτε φυσικά τού δασκάλου του.

Πώς γίνεται όμως αυτός ο διανοητικός και ηθικός απογαλακτισμός;

Πρώτα πρέπει να τον θελήσει και να τον επιδιώξει ό δάσκαλος, πράγμα πολύ σπάνιο, άμα συλλογιστεί κανείς πόσο εγωιστής και ματαιόδοξος, δεσποτικός και αδιάλλακτος γίνεται ό άνθρωπος όταν συμπεριφέρεται προς τούς άλλους από «θέσιν ισχύος».

Και έπειτα πρέπει να μπορεί να τον επιτύχει, γιατί πολύ λίγοι είναι ικανοί για ένα τέτοιο λεπτό και δύσκολο έργο.

Κλασικό και απαράμιλλο υπόδειγμα δασκάλου απ’ αυτή την άποψη θα παραμείνει ό αρχαίος Σωκράτης (όπως μας τον παρουσιάζουν τα κείμενα των μαθητών του, του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα). Αυτός — έλεγε στους νέους πού ζητούσαν τα φώτα του — δεν ξέρει τίποτα και όπως ή μητέρα του, ή Φαιναρέτη ή μαμή, ξεγεννούσε τις επίτοκες μητέρες, δεν γεννούσε τα παιδιά πού έφερνε στον κόσμο, το μόνο πού μπορούσε κι εκείνος να τούς προσφέρει, είναι να τούς παρασταθεί στον πνευματικό τοκετό, για να γεννήσουν υγιείς Ιδέες, όχι ανάπηρα πλάσματα. Η «μαιευτική» είναι λοιπόν ή μέθοδος και ή τέχνη του αληθινού δασκάλου· με αυτήν ότι μαθαίνει ο νέος είναι δική του κατάκτηση, όχι ξένη εισφορά. Κάτι περισσότερο: με αυτήν μαθαίνει το «πώς να μαθαίνει», μόνος και αυτοδύναμος. Το πώς επομένως θα πάψει να χρειάζεται το δάσκαλο.

Άφησα τελευταία την κύρια ιδιότητα (ορθότερα: την πρώτη αρετή) του δασκάλου: την Αγάπη του στο παιδί. Στο παιδί πού δεν είναι δικό του, άλλα γίνεται δικό του όταν συνδεθεί μαζί του με την παιδευτική σχέση. Στο παιδί ως παιδί, ως ένα δηλαδή νέο και τρυφερό βλαστάρι, πού δεν έχει ακόμα ξεδιπλώσει τα φύλλα του, άλλα κλείνει μέσα του τόσους θησαυρούς — νοημοσύνης, ευαισθησίας, δραστηριότητας — και περιμένει τη δική του στοργή και φροντίδα για ν’ ανθοβολήσει, ν’ αναπτυχθεί και να ολοκληρωθεί. Είναι απίστευτο με πόση αγάπη (ανιδιοτελή, θερμή, αφειδώλευτη) αφοσιώνεται ό αληθινός δάσκαλος στους μαθητές του. Το παιδί πού τού εμπιστεύτηκαν να διδάξει, γίνεται ό άξονας της ζωής του, αυτό της δίνει το περιεχόμενο και το νόημά της.

Έχουμε και στο κεφάλαιο τούτο της ψυχολογίας τού δασκάλου ένα κλασικό και απαράμιλλο υπόδειγμα: την άγια μορφή τού Pestalozzi. Σ’ ένα ατελείωτο έργο του («ο άρρωστος Pestalozzi προς το υγιές Κοινόν», 1812) εξομολογείται: «'Όταν μέσα στη συναίσθηση της μεγάλης καταστροφής, μέσα στην πιο μεγάλη 'αγανάκτησή μου για όσα με περιτριγύριζαν, έβρισκα ένα παιδί στο δρόμο και τόβαζα κοντά στο στήθος μου και το μάτι τού εσωτερικού του ουρανού μόλις έστω άγγιζε το σκληρό μου βλέμμα, τότε χαμογελούσε αμέσως το μάτι μου όπως το μάτι τού παιδιού και ξεχνούσα ουρανό και γη, ξεχνούσα ακόμη — θάλεγα — και τού Θεού και των ανθρώπων τη δικαιοσύνη και ζούσα μέσα στη μακαριότητα της ανθρώπινης φύσης και της άγιας αθωότητας της, έτσι καθώς χανόμουν κυριολεκτικά, ή μάλλον ξανάβρισκα τον εαυτό μου μέσα στο παιδί πού κρατούσα πάνω στο στήθος μου, ξαναχαιρόμουν τότε πάλι με βαθιά συγκίνηση για την ύπαρξή μου με την άγια χαρά πού έβαζε μέσα στην ερημωμένη μου ψυχή ή ύπαρξη του παιδιού πού καθόταν απάνω μου». ’Άς προσέξουμε σ’ αυτή τη θαυμάσια σελίδα τη φράση του μεγάλου Ελβετού: «Ξανάβρισκα τον εαυτό μου μέσα στο παιδί». Με την αγάπη πού διεγείρει ανεξάντλητα την παιδαγωγική ακτινοβολία, o αληθινός δάσκαλος ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα στο παιδί.

Η οικογένεια ως βατήρας

2468Η οικογένεια αποτελεί πάντοτε τον βατήρα, και κάποια στιγμή πρέπει να σταθούμε στην άκρη του και να πραγματοποιήσουμε το άλμα προς τον κόσμο και τη μετέπειτα ζωή. Αν, καθώς πάω να πηδήξω από τον βατήρα, πιαστώ από κάπου και κρεμαστώ, θα μείνω εκεί να κρέμομαι και δεν θα πραγματοποιήσω το ταξίδι μου ποτέ.
     
Τι καλά που θα ήταν αν βρίσκαμε το θάρρος να πηδήξουμε από τον βατήρα μ’ έναν θεαματικό τρόπο! Αυτό μπορεί να γίνει αν ο βατήρας είναι υγιής. Αν η οικογενειακή σχέση είναι υγιής. Αν το ζευγάρι των γονιών είναι υποστηρικτικό.
Ο βατήρας αυτός πατάει πάνω σε τέσσερα βασικά στηρίγματα, τόσο σημαντικά, που αν δεν είναι στέρεα κανένα παιδάκι δεν μπορεί να περπατήσει πάνω του χωρίς να πέσει.

Το πρώτο στήριγμα είναι η αγάπη.
Ένα παιδί που δεν ένιωσε ότι το αγάπησαν οι γονείς του, έχει μια θλιβερή ιστορία: Θα του είναι πολύ δύσκολο να αγαπήσει τον εαυτό του. Η αγάπη για τον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα από την αγάπη που δεχόμαστε από τους γονείς μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διδαχτούμε και αλλιώς, λέω απλώς ότι αυτός είναι ο καλύτερος τόπος και τρόπος για να το μάθουμε. Ο βατήρας που δεν έχει αυτό το στήριγμα είναι επικίνδυνος. Είναι ένας βατήρας χωρίς ισορροπία.

Το δεύτερο στήριγμα είναι η εκτίμηση.
Αν η οικογένεια δεν έχει ένα καλό απόθεμα αυτοεκτίμησης, αν οι γονείς θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι ένα τίποτα, τότε και το παιδί θα αισθάνεται ένα τίποτα. Τα σπίτια με ένα καλό επίπεδο αυτοεκτίμησης διαθέτουν κατάλληλους βατήρες. Οι γονείς που πιστεύουν ότι είναι αξιόλογοι άνθρωποι, πιστεύουν ότι τα παιδιά τους αξίζουν, και είναι κι οι δύο υπερήφανοι για την ομάδα που έχουν φτιάξει.

Το τρίτο στήριγμα είναι οι κανόνες.
Στην οικογένεια πρέπει να υπάρχουν κανόνες, με τη μόνη προϋπόθεση ότι δεν θα είναι αυστηροί. Οι κανόνες πρέπει να είναι ευέλικτοι, ελαστικοί, αμφισβητήσιμοι, συζητήσιμοι και διαπραγματεύσιμοι. Πάντως πρέπει να υπάρχουν. Οι κανόνες αποτελούν το πλαίσιο ασφάλειας και πρόβλεψης που είναι αναγκαίο για την ανάπτυξη του παιδιού.

Το τελευταίο στήριγμα είναι η επικοινωνία.
Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί το άλμα, είναι αναγκαίο να υπάρχει διαρκής και έντιμη επικοινωνία. Να διαβάζετε μαζί σαν ζευγάρι, να κουβεντιάζετε με τα παιδιά σας, να συζητάτε όλοι μεταξύ σας με την τηλεόραση κλειστή… Αυτός είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί η επικοινωνία. Και σ’ αυτό το στήριγμα, στηρίζεται η δυνατότητα επανόρθωσης των υπολοίπων.

Αγάπη, εκτίμηση, κανόνες και επικοινωνία: πάνω σ’ αυτόν τον βατήρα στέκεται το παιδί για να κάνει το άλμα του στη ζωή. Για να βαδίσει, καταρχάς, τον δρόμο της αυτοεξάρτησης και στη συνέχεια, τον δρόμο της συνάντησης με τους άλλους.

Και από την ώρα που θα κάνω το άλμα, οφείλω σαν παιδί να ξέρω πως η ζωή μου τώρα πια εξαρτάται από μένα. Είμαι υπεύθυνος για ότι κάνω και απελευθερώνω τους γονείς μου από κάθε δέσμευση  και κάθε υποχρέωση που θεωρούν ότι έχουν απέναντί μου. Αποδεσμεύω και τον εαυτό μου από κάθε υποχρέωση και κάθε χρέος που νομίζω ότι έχω απέναντι σ’ εκείνους. Ότι θέλουν ένας μπαμπάς ή μια μαμά να δώσουν στα παιδιά τους μετά την ενηλικίωσή τους, θα είναι από δική τους απόφαση και όχι από υποχρέωση.
Πρέπει να μάθει κανείς να βάζει ένα τέλος στο ρόλο του γονιού, και αντίστοιχα στο ρόλο του παιδιού.
Πρέπει ν’ αφήσουμε τα παιδιά να κάνουν λάθη, να τ’ αφήσουμε να απογοητευθούν και να πονέσουν, να μάθουν να ταπεινώνονται όταν πρέπει.
Αυτό που έχουν ανάγκη τα παιδιά μας είναι να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να μη μας έχουν ανάγκη. Αυτός είναι ο ρόλος μας ως γονείς.

Η "ενόραση" του Όντος, και η απατηλότητα των φαινομένων για τον Παρμενίδη

 «Το βύθισμα εντός του αιωνίου είναι το τέλος της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το τέλος της θρησκείας είναι το βύθισμα εντός των μυστηρίων».
Πλούταρχος

Ο Παρμενίδης γεννήθηκε στην Ελέα της Μεγάλης Ελλάδας στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., σε ένα περιβάλλον επηρεασμένο από τις απόψεις του Πυθαγόρα και του Ξενοφάνη. Θεωρείται η πλέον πρωτότυπη μορφή της Προσωκρατικής σκέψης. Σε αντίθεση με τους Ίωνες φυσιολόγους δεν αναζήτησε την ενότητα του κόσμου σε κάποια φυσική ουσία, αλλά στην ίδια την «οντότητα» των πραγμάτων που μας περιβάλλουν, στο των όντων και όλων των πραγμάτων.

Παρουσιάζοντας τα φαινόμενα ως όντα, εισάγεται στην Φιλοσοφία του το «ΕΙΝΑΙ», και γεννιέται εκείνος ο κλάδος της φιλοσοφίας που ονομάζεται «Οντολογία», δηλαδή λόγος περί του όντος, περί του «ΕΙΝΑΙ». Σε αντίθεση με τους Ίωνες, ο Παρμενίδης δεν ρωτά για το «τι» των όντων, αλλά στρέφει την προσοχή μας στο «ΕΙΝΑΙ». Η σκέψη του είναι εξαιρετικά σύνθετη, και δυσνόητη θα συνοψίσω εδώ κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την σκέψη του που αφορούν την απατηλότητα του κόσμου των φαινομένων.... 

Το Ον είναι αγέννητο, πλήρες ενιαίο και ατάραχο και τέλειο. Δεν ήτανε ποτέ, ούτε θα είναι κάποτε, γιατί το τότε και το τώρα αποτελούν μαζί το παν, το Ένα. Οι αισθήσεις παραπλανούν. Ο Κόσμος των Φαινομένων είναι μια εικονική φαντασμαγορία, μία ατελείωτη αντανάκλαση του Όντος σε ένα μαγικό καθρέφτη. Ο μαγικός καθρέφτης πολλαπλασιάζει το Έν, κινεί το ακίνητο, διαιρεί το αδιαίρετο, παραμορφώνει το τέλειο, ενδεχομενοποιεί το αναγκαίο. Αλλά στο σύνολό της η Εικόνα είναι η απεικόνιση του ενός απόλυτου Όντος. Ο μαγικός καθρέφτης δημιουργεί τις φανταστικές διαστάσεις του χώρου και του χρόνου για να υπάρξει ανύπαρκτα ο κόσμος των φαινομένων. Αλλά ούτε και ο μαγικός καθρέφτης δεν μπορεί να υπάρχει δίπλα στο απόλυτο «Είναι». Όλα είναι μια οφθαλμαπάτη στην έρημο του μη όντος, όπως η «Μάγια» στον «Ινδουισμό».

Πίσω από τον κόσμο των φαινομένων για τον Παρμενίδη, βρίσκεται η παντοδυναμία της τελειότητας του απόλυτου Όντος. Tο «ΕΙΝΑΙ», μπορούμε να το προσεγγίσουμε εάν βυθιστούμε κάτω από τη φαντασμαγορία των φαινομένων στη μονότητα του «ΕΙΝΑΙ» και ταυτιστούμε με αυτήν. Τότε ο νους και η νόηση μας συμπίπτουν με το οντολογικό «ΝΟΕΙΝ» το οποίο ταυτίζεται με το «ΕΙΝΑΙ». Και σε αυτή την ταύτιση δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από το «ΕΙΝΑΙ», ούτε καθρέφτης, ούτε γλώσσα ούτε λόγος, ούτε αισθήσεις ούτε κόσμος των φαινομένων...

Αντιπαραθέστε αυτό το βίωμα της ταύτισης με το απόλυτο «ΕΙΝΑΙ», το αιώνιο, το πλήρες, το αμετάβλητο, το παντέλειο, το αναγκαίο, προς το βίωμα του Βουδιστιλης «κενότητος», την Νιρβάνα. «Το Ον είναι ον»περιγράφει την κατάσταση της σκέψης αμέσως πριν βυθιστεί στην «ενόραση» του «ΕΙΝΑΙ», όπου το Νοείν ταυτίζεται απολύτως προς το «Είναι».

 Δια της «ενόρασης» τοτε, με τα λόγια του Παρμενίδη :

«Θα γνωρίσεις δε την αιθέρια φύση και όλα τα σήματα στον αιθέρα και της καθαρής του αγίου Ηλίου λαμπάδας τα έργα τα αόρατα και από πού εξέγιναν, και τα έργα θα μάθεις τα περιπλανώμενα της κυκλοπρόσωπης Σελήνης, και τη φύση της, θα γνωρίσεις δε και τον ουρανό τον περισφίγγοντα, από πού γεννήθηκε, και πώς επάγοντάς τον η Ανάγκη τονδέσμευσε να κρατάει τα όρια των άστρων…»

Ο Πλάτωνας αργότερα (στις επιστολές Επιστ. 341 c-d ) περιγράφει τη μέθοδο ενόρασης του Θείου, χωρίς όμως να γνωρίζουμε εάν η μέθοδος αυτή, είναι η ίδια, με αυτή που χρησιμοποιεί ο Παρμενίδης :

«Η γνώση της ουσίας του όντος έρχεται σαν αποτέλεσμα του συνεχούς στοχασμού – διαλογισμού σχετικά με το θέμα και της επικοινωνίας με αυτό, ώσπου ξαφνικά, ξεπηδά όπως η φωτιά που ανάβει από τον σπινθήρα. Έτσι γεννιέται στην ψυχή και τρέφει ή ίδιο τον εαυτό της..»

Ο Πλωτίνος περιγράφει πιο ξεκάθαρα την «μυστικιστική ένωση» (την οποία κατόρθωσε να επιτύχει μόνο τέσσερις φορές στην ζωή του σύμφωνα με τον μαθητή του Πορφύριο) με το Θείο, το Εν (Εννεάδες IV .8.1.1-11). Ας τον παρακολουθήσουμε:

«Πολλάκις αφυπνισθείς από την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν μέσα στο σώμα μου και εισελθών στον ίδιο τον εαυτό μου, αποξενώνομαι από κάθε τι άλλο. Μέσα στο εσώτερο είναι μου βλέπω μία θαυμάσια ομορφιά, που με πείθει για την υπέροχη μοίρα που με αναμένει. Η δραστηριότητα του πνεύματος μου βρίσκεται στο ύψιστο σημείο. Είναι ένα με τον Θεό, εδράζομαι σε αυτόν ευρισκόμενος υπεράνω κάθε νοητού. Έπειτα όμως, από την ανάπαυση μου σε αυτόν, αφού κατεβώ στον χώρο του λογισμού και η ψυχή μου επανεισέλθει στο σώμα, απορώ πως "πότε και νύν" ήταν δυνατόν να κατέλθω, και πως η ψυχή μπορούσε να εισέλθει στο σώμα, αφού είναι αυτή που μου αποκαλύφθηκε (κατά την έκσταση μου)»

Στην κατάσταση της έκστασης ο Πλωτίνος αναφέρει πως πλημμύριζε από ένα μεταφυσικό φως, όπως λεει: «Δεν είναι γνωστό από πού ήρθε το φως, από έξω ή από μέσα», και όταν έπαυσε να βλέπει το φως εξηγεί:

«Ήταν λοιπόν μέσα και ωστόσο όχι μέσα. Δεν πρέπει να ερωτηθεί από πού ήρθε:

«..δεν υπάρχει ένα από πού, επειδή ούτε ήρθε ούτε έφυγε, αλλά εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε. Για αυτό δεν είναι ανάγκη να το εξαναγκάσει, αλλά πρέπει να περιμένει σιωπηλός έως ότου εμφανιστεί και να προετοιμαστεί για να το δει, όπως το βλέμμα περιμένει την ανατολή του ήλιου».

To ταξίδι της ανθρώπινης ψυχής κατά τον Πλωτίνο, είναι ένα «εις εαυτόν» εσωτερικό ταξίδι, καθώς η ψυχή «ήξει ουκ εις άλλα, αλλά εις εαυτόν». «Πάντα είσω», τα πάντα είναι μέσα μας, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλωτίνος. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να απομακρυνθούμε από όλα τα εξωτερικά, στραμμένοι ολοκληρωτικά προς τα μέσα...

«.. Καμία κλίση προς τα έξω, το σύνολο των πραγμάτων πρέπει να αγνοηθεί. Η ψυχή τότε δεν θα δει τον θεό να εμφανίζεται ξαφνικά μέσα της, διότι δεν υπάρχει τίποτα πια που να τους χωρίζει, καθώς τότε δεν υπάρχουν δύο. Ο ορών είναι ένα με το ορώμενο, δεν είναι όραμα αλλά ένωση. Και τότε η ψυχή δεν έχει πια συνείδηση πως βρίσκεται μέσα σε ένα σώμα, ούτε πως ο εαυτός της έχει κάποια ταυτότητα».
( Πλωτ. Εννεάδ. VI 9.10.20, vi, ix, 11,38& VI 7,34,12, VI 9.11.5)

Όταν το όνειρο γίνεται πραγματικότητα

Πράγματι η ζωή είναι μια ευαίσθητη και απρόβλεπτη ισορροπία. Όχι μόνο πρέπει να αφεθείς να σε παρασύρει το κύμα, αλλά επίσης είναι βέβαιο πως δεν είναι όλα τα κύματα κατάλληλα για σέρφινγκ. Για να κάνεις σερφινγκ πρέπει να είσαι διατεθειμένος να αντιμετωπίσεις πράγματα που δεν μπορείς να προβλέψεις.

Τα πάντα είναι ένα κράμα τέχνης και προπόνησης. Κανείς δε γεννιέται έμπειρος, και είναι απολύτως απαραίτητο να είσαι διαθετειμένος να βουλιάξεις μια και δυο φορές, ή να αντέξεις κάποιες πτώσεις που θα σου αφήσουν μελανιές αλλά και εμπειρίες, ώστε να αντιμετωπίσεις το επόμενο κύμα.

Είναι αλήθεια δεν αρκούν τα όνειρα, δεν αρκεί η φαντασία, δεν αρκούν οι ψευδαισθήσεις, δεν αρκεί η επιθυμία και τα σχέδια… Και ωστόσο, χωρίς όλα αυτά δεν υπάρχει δρόμος. Νομίζω πως όλες οι πράξεις μας έχουν συνοχή, ξεκινούν με ένα όνειρο, αυτό που κοινώς ονομάζουμε φαντασίωση και που εκφράζεται ως εξής:
Τι ωραία που θα ήταν …
Θα ήταν απίστευτο να…
Θα ήταν υπέροχο αν…
Αν γίνουμε κυρίαρχοι αυτής της φαντασίωσης και την προβάρουμε σαν να ήταν ρούχο, η φαντασίωση μετατρέπεται σε ψευδαίσθηση:
Πόσο θα μου άρεσε …
Θα τρελαινόμουν να…
Θα ήταν τέλεια αν μια μέρα μπορούσα…
Αν αφήσω αυτή την ψευδαίσθηση να φωλιάσει μέσα μου και να γιγαντωθεί, μια μέρα η ψευδαίσθηση θα γίνει επιθυμία
Θα ήθελα να…
Αυτό που περισσότερο θέλω…
Πραγματικά θέλω…
Σε αυτό το σημείο ίσως να είμαι ικανός να φανταστώ τον εαυτό μου να ολοκληρώνει αυτή την επιθυμία κάνοντάς την πραγματικότητα. Εκείνη τη στιγμή η επιθυμία μετατρέπεται σε σχέδιο.
Θα το κάνω…
Κάποια στιγμή…
Σύντομα εγώ…
Από εδώ και πέρα το μόνο που μένει είναι να καταστρώσω το σχέδιο , την τακτική ή την στρατηγική που θα μου επιτρέψει να γίνω ένας φανταστικός μάγος που θα υλοποιήσει την πραγμάτωση ενός ονείρου μου. Πρόσεξε: μέχρι στιγμής δεν έχω κουνήσει ούτε το δακτυλάκι μου. Όλες οι πράξεις είναι εσωτερικές και ωστόσο, πόσα πράγματα έχουν συμβεί μέσα μου από τότε που απλά φαντασίωνα.
Θα μου πεις πως αυτό δεν είναι αρκετό. Πράγματι, πολλές φορές δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται να φέρουμε εις πέρας τα σχέδια και να διορθώσουμε τα λάθη. Χρειάζεται να φορέσουμε μαγιό, να πάρουμε τη σανίδα των σχεδίων μας, να ριχτούμε στη ζωή και να περιμένουμε με προσήλωση το κύμα της πραγματικότητας για να ανέβουμε πάνω του και να σερφάρουμε μέχρι τη μαγική παραλία της ικανοποίησης…

Ο ΥΛΙΚΟΣ ΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

Τι είναι ο άνθρωπος της Γης; αποτελείται το σώμα του κατά 60% με 70% περίπου, από υγρά στοιχεία, (νερό), και τα υπόλοιπα από την γη.

Τι είναι όμως τα επόμενα δύο στοιχεία της φύσης; ο αέρας και η φωτιά;

Ο άνθρωπος γεννήθηκε από τα συστατικά της Γαίας, και έχει μέσα του όλα τα χαρακτηριστικά της, όπως το νερό, την γη, τον αέρα, και την φωτιά.

Η Γαία αντιπροσωπεύει την ζωή αποκλειστικά από τον υλικό αισθητό της κόσμο, και τα συστατικά της είναι τα τέσσερα στοιχεία, η γη το νερό ο αέρας και η φωτιά, και ο άνθρωπος της Γης είναι φτιαγμένος, από την γη και το νερό.

Τι είναι όμως τα υπόλοιπα δύο συστατικά της Γαίας;

ο αέρας και η φωτιά;

Αν η γη και το νερό είναι η ανθρώπινη σάρκα στην υλική αισθητή υπόσταση της Γαίας που εκδηλώνει την ζωή, γεννώντας τον άνθρωπο της Γης, ο αέρας και η φωτιά είναι το πνεύμα της Γαίας που μεταδόθηκε στον άνθρωπο της Γης.

Άρα η λογική μας δόθηκε από την Γαία, από το δικό της πνεύμα, τον αέρα, που βρίσκεται μέσα στην Γαία και ολοκληρώνει το σφαιρικό περυτίλυγμα της ατμόσφαιρας που την περικλείει, άρα και συμβολίζει την ανθρωποκεντρική λογική όσον αφορά την αισθητή ζωή πάνω στην Γαία.

Η φωτιά που είναι το μοναδικό στοιχείο της Γαίας, με φορά προς τα πάνω στον ουρανό, και συμβολίζει την ανθρωποκεντρική αντίληψη της δημιουργίας, του σύμπαντος, σύμφωνα με την δυαδική φύση της των αντιθέτων, της δράσης και αντίδρασης, του καλού - κακού, την ζωή και τον θάνατο.

Αφού αυτά είναι τα συστατικά της Γαίας και του πνεύματος της, είναι και λογικό ο άνθρωπος της Γης να μην μπορεί να αντιληφθεί την αληθινή του υπόσταση την ψυχή του!! και πως άλλωστε να την αντιληφθεί όταν για τα πάντα σκέφτεται ανθρωποκεντρικά με το πνεύμα της Γαίας και του αισθητού της κόσμου.

Τι είναι η ψυχή λοιπόν; άνθρωπος της Γης; αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που έχω αναφερθεί πολλές φορές..

..όνειρα αληθινά..όνειρα ψυχής..

Το να βιώνεις την αλήθεια σημαίνει να της δίνεις ζωή

 Όταν ακούμε κάτι καινούριο και αξιόλογο θέλουμε με φυσικό τρόπο να το ενσωματώσουμε στη ζωή μας.

Αλλά η παρακίνηση να το βάλουμε στην πρακτική μας γρήγορα ξεχνιέται.

Μετά από λίγο το θυμόμαστε μόνο σαν θεωρία και δεν νιώθουμε άλλο πια εμπνευσμένοι από αυτό.

Δεν έχουμε το θάρρος να το βάλουμε σε πρακτική εφαρμογή ή διαπιστώνουμε ότι νιώθουμε αποθαρρυμένοι από παρελθοντικές εμπειρίες.

Λύση:
Όταν θέλω να βάλω κάτι στη ζωή μου χρειάζεται να κάνω χώρο για αυτό.

Όταν φαντάζομαι πως θα ήταν η ζωή μου εάν μπορούσα να κάνω την αλλαγή, αρχίζω να το φέρνω στη ζωή.

Σταδιακά το θάρρος μου μεγαλώνει.

Η αλήθεια με κάνει δυνατό και μπορώ να είμαι επιτυχής στο να αλλάξω τη ζωή μου με έναν τρόπο που πραγματικά με ωφελεί.

ΕΝΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΖΕΙΣ

Φώναξες ότι οι αναπηρίες σου,η έλλειψη ευκαιριών,η μετριότητά σου,οι αποτυχίες σου….ήταν θέλημα Θεού. Έκανες λάθος!”

Ας κάνουμε μια απογραφή.
Ας ρίξουμε μια… πρώτη ματιά στις αναπηρίες σου.
Γιατί,πως μπορώ να σου ζητήσω να χτίσεις μια καινούρια ζωή αν δεν έχεις τα εργαλεία;....:

1.Είσαι τυφλός;
Όχι.Βλέπεις….και οι εκατοντάδες εκατομμύρια δέκτες που έχω τοποθετήσει στα μάτια σου,σου επιτρέπουν να απολαύσεις τη μαγεία που κρύβει ένα φύλλο,μια λίμνη.ένα παιδί,ένα άστρο,ένα ρόδο,ένα ουράνιο τόξο,μια γυναίκα….Σημείωσε μία ευλογία.

2.Είσαι κουφός;
Όχι.Ακούς….και οι εικοσιτέσσερις χιλιάδες ίνες που έχω τοποθετήσει σε κάθε σου αυτί,δονούνται από τον άνεμο που χαιδεύει τα δένδρα,από τα κύμματα που χτυπούν στα βράχια,από το κελάηδισμα των πουλιών,από τις φωνές του παιδιού που παίζει…..Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

3.Είσαι μουγκός;
Όχι.Μιλάς….όπως κανένα άλλο από τα δημιουργήματά μου και τα λόγια σου μπορούν να ηρεμήσουν τον οργισμένο,να ανυψώσουν το ηθικό του απελπισμένου,να ζεστάνουν το μοναχικό…..Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

4.Είσαι παράλυτος;
Όχι.Κινείσαι….μπορείς να τεντωθείς,να τρέξεις,να χορέψεις,να εργαστείς,να περπατήσεις….Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

5.Δεν δίνεις και δεν παίρνεις αγάπη;
Μήπως σε βαραίνει η μοναξιά τη νύχτα και την ημέρα;Όχι. Όχι πια.Γιατί τώρα ξέρεις το μυστικό,πως για να πάρεις πρέπει να τη δίνεις χωρίς να σκέφτεσαι την ανταπόδοση.Η αγάπη για προσωπική ικανοποίηση ή περηφάνια δεν είναι αγάπη.Η αγάπη είναι ένα δώρο που το δίνεις χωρίς να ζητάς ανταπόδοση….Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

6.Η καρδιά σου είναι αδύνατη;
Μήπως αγκομαχά και κοπιάζει για να σε διατηρήσει στη ζωή;Όχι.Η καρδιά σου είναι δυνατή.Βάλε το χέρι στο στήθος σου και νιώσε το ρυθμό της.Χτυπά μέρα και νύχτα,36 εκατομμύρια χτυπήματα κάθε χρόνο,κάθε χρόνο,έιτε κοιμάσαι,είτε είσαι ξύπνιος, στέλνοντας το αίμα σου σε αρτηρίες και φλέβες σε μήκος μεγαλύτερο απο 100 χιλιάδες χιλιόμετρα.
….Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

7.Είναι ελλατωματικά τα πνευμόνια σου;
Μήπως η ζωτική σου αναπνοή εισέρχεται στο σώμα σου με δυσκολία;Όχι.Τα παράθυρα σου προς τη ζωή σε συντηρούν κι εργάζονται πάντα για να φιλτράρουν το ζωογόνο οξυγόνο με τη βοήθεια 600 εκατομμυρίων θυλάκων αναδιπλωμένης σάρκας,ενώ συγχρόνως απαλλάσουν το σώμα σου από τα κατάλοιπα αέρια….Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

8.Το αίμα σου είναι δηλητηριασμένο;
Μήπως είναι αραιωμένο με νερό και πύο;Όχι.Μέσα στα 5 περίπου λίτρα του αίματός σου υπάρχουν 22 τρισεκατομμύρια ερυθρά αιμοσφαίρια….Σε κάθε δευτερόλεπτο 2 εκατομμύρια από αυτά πεθαίνουν για να αντικατασταθούν από 2 εκατομμύρια άλλα,σε μια αναγέννηση που συνεχίζεται από τότε που γεννήθηκες.ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ….Σημείωσε άλλη μια ευλογία.

9.Έχεις αδύνατο μυαλό;
Μήπως δε μπορείς να σκεφτείς; Όχι.Το μυαλό σου είναι η πιο πολύπλοκη δομή στο σύμπαν.Μέσα σε λιγότερο από ενάμιση κιλό βάρος υπάρχουν 13 δισεκατομμύρια νεθρικά κοίταρα,υπερτριπλάσια από των αριθμό ανθρώπων της γης.Για να σε βοηθήσω να αρχειοθετείς κάθετί που πέφτει στην αντίληψή σου,κάθε ήχο,κάθε γεύση,κάθε οσμή,κάθε εμπειρία σου από την ημέρα της γέννησης σου,έχω τοποθετήσει στα κύταρά σου πάνω από 1000 δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων μόρια πρωτεΐνης.Κάθε συμβάν της ζωής σου βρίσκεται εκεί μέσα,έτοιμο να επανέλθει στη μνήμη σου μόλις το ανακαλέσεις.Και για να βοηθήσω τον εγκέφαλό σου να κυβερνά το σώμα σου έχω διασκορπίσει σε όλο σου το σώμα 4 εκατομμύρια αισθητήρια πόνου,500 χιλιάδες ανιχνευτές αφής και πάνω από 200 χιλιάδες ανιχνευτές θερμοκρασίας.

Είσαι το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου!

Πασχίζεις να τα Κάνεις όλα Τέλεια ενώ στο βάθος Νιώθεις ένα Τίποτα

Μήπως έχετε προσέξει ότι το άγχος, η θλίψη ή ο θυμός που αισθάνεστε συχνά, συνήθως εμφανίζονται όταν κάτι σε εσάς ή στο περιβάλλον σας αποδεικνύεται διαφορετικό από αυτό που είχατε φανταστεί ως «τέλειο»;
Αν αυτή η σύνδεση έχει κάποιο νόημα για εσάς, τότε είναι πολύ πιθανό να είστε μπλεγμένοι στα δίχτυα της τελειοθηρίας.

Δηλαδή, σε αντίθεση με πολλούς ανθρώπους που ικανοποιούνται με να είναι όσο περισσότερο «καλοί» μπορούν, εσείς έχετε την ανικανοποίητη, αλλά επιτακτική ανάγκη να είστε ή, έστω, να φαίνεστε τέλειοι.
Παρά τα φαινόμενα όμως, το κίνητρο της τελειοθηρίας δεν είναι η κίνηση προς την τελειότητα. Το πρωταρχικό της κίνητρο είναι η απομάκρυνση από τη μη τελειότητα ώστε κανένας να μην μπορεί να μας θεωρήσει ελαττωματικούς και άρα μη αποδεκτούς[1].

Ο ΤΕΛΕΙΟΘΗΡΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Η οργάνωση της ζωής γύρω από την αναζήτηση της τελειότητας περιλαμβάνει, λίγο ή πολύ, τα ακόλουθα:

Ο πήχης δεν έχει ταβάνι
Τα στάνταρ που θέτουμε για τον εαυτό μας είναι δυσθεώρητα[2].
Οι προσδοκίες που έχουμε σε επίπεδο οργάνωσης, εμφάνισης και επιτευγμάτων είναι μη ρεαλιστικές και είναι αδύνατον να επιτευχθούν ή μπορούν να επιτευχθούν με πολύ μεγάλο κόστος.
Το θέμα είναι η εικόνα μας – το πώς φαινόμαστε στα μάτια μας και πώς μας βλέπουν οι άλλοι.
Αξιολογούμε τον εαυτό μας αποκλειστικά με βάση τους υψηλούς στόχους που επιτυγχάνουμε και με ανάλογο τρόπο πιστεύουμε ότι αποφασίζουν για την αξία μας και οι άλλοι. Έτσι, αν τα στάνταρ μας δεν είναι τα υψηλότερα δυνατά, αισθανόμαστε ότι η αξία μας είναι μηδαμινή ή μηδενική.
Η διαδικασία είναι αέναα κυκλική: Θέτουμε πολύ υψηλά στάνταρ και πιεζόμαστε να τα πετύχουμε, μετά κρίνουμε τον εαυτό μας βασιζόμενοι στην ικανότητά μας να τα πετύχουμε και, τέλος, βιώνουμε αρνητικές συνέπειες υπό το βάρος της μεγάλης πίεσης, αλλά συνεχίζουμε να κυνηγάμε ανέφικτα στάνταρ παρά το υψηλό τίμημα[3].
Νιώθουμε σχεδόν υποχρεωμένοι να είμαστε οι καλύτεροι σε οτιδήποτε κάνουμε, όπως, για παράδειγμα, όταν οδηγούμαστε σε εξαντλητική γυμναστική ή αδιάκοπη μελέτη προκειμένου να κατακτήσουμε την «ιδανική» εμφάνιση ή να διαπρέψουμε στο σχολείο.
Όταν δεν πιάνουμε τα στάνταρ μας, αντί να τα αμφισβητήσουμε και να σκεφτούμε ότι είναι παράλογα, βγάζουμε το συμπέρασμα ότι αποτύχαμε επειδή δεν δουλέψαμε αρκετά σκληρά[4] ή συμπεραίνουμε ότι κάτι είναι λάθος με εμάς το οποίο παρεμβαίνει στην ικανότητά μας να ικανοποιήσουμε τις προσδοκίες μας[5].
Εξάλλου, ακόμα και τις φορές που καταφέρνουμε να πιάσουμε τους στόχους μας, σχεδόν αμέσως θέτουμε νέα, υψηλότερα στάνταρ αποφασίζοντας ότι τα προηγούμενα δεν ήταν τόσο υψηλά τελικά[6].
Εκκρεμείς αποφάσεις, αναβολές και μισοτελειωμένες δουλειές
Η ανάγκη για τελειότητα οδηγεί σε αυτοϋπονομευτικές συμπεριφορές[7].
Ξοδεύουμε πολύ χρόνο γράφοντας και ξαναγράφοντας λίστες με όλα τα πράγματα που πρέπει να κάνουμε[8], δυσκολευόμαστε να ολοκληρώσουμε τις δουλειές μας και καθυστερούμε να ξεκινήσουμε κάτι από ανησυχία ότι ποτέ δεν θα γίνει αρκετά καλό ή από απελπισία στη σκέψη του πόση δουλειά χρειάζεται προκειμένου να γίνει καλό.
Η ιδέα ότι όλα πρέπει να γίνουν τέλεια κάνει τα πάντα τεράστια στο μυαλό μας[9] και ο φόβος ότι θα πληγεί η αξία μας αν αποτύχουμε μας κάνει να αναβάλλουμε επ’ άπειρον αυτά που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε[10] ή να μην καταφέρνουμε καν να τα ξεκινήσουμε[11].
Προφανώς, οι αποφάσεις δεν είναι το δυνατό μας σημείο[12].
Είμαστε τόσο αναποφάσιστοι που δυσκολευόμαστε να επιλέξουμε τι θα φορέσουμε κάθε πρωί, δεν ξέρουμε τι χρώμα παπούτσια να αγοράσουμε και καταλήγουμε να αγοράζουμε όλα τα χρώματα και όταν επιτέλους αποφασίζουμε ποια ταινία θα νοικιάσουμε έχει κλείσει το video club.
Ακόμα και όταν παίρνουμε μια απόφαση και προβαίνουμε στην υλοποίησή της, την επόμενη κιόλας στιγμή την αμφισβητούμε και αμφιβάλλουμε για την απόδοσή μας και την ποιότητα των ενεργειών μας[13].
Εξαιτίας των μόνιμων αμφιβολιών μας, δεν ξέρουμε πότε να βάλουμε τελεία. Ξεκινάμε να πακετάρουμε τα απολύτως απαραίτητα για τις διακοπές και καταλήγουμε με μια τεράστια βαλίτσα ή συνεχίζουμε να επιχειρηματολογούμε για ένα θέμα παρόλο που οι υπόλοιποι έχουν χάσει πια το ενδιαφέρον τους[14].
Πολλές φορές, μάλιστα, πάλι λόγω των αμφιβολιών, τα παρατάμε μπροστά στα εμπόδια ή εγκαταλείπουμε πρώιμα. Για παράδειγμα, δεν ψάχνουμε για καινούργιο σπίτι επειδή ανησυχούμε ότι ποτέ δεν θα βρούμε κάποιο που να καλύπτει όλες τις ανάγκες μας ή παραιτούμαστε από τη δουλειά μας γιατί κάναμε ένα λάθος και φοβόμαστε ότι θα απολυθούμε[15].
Τα λάθη είναι για τους αποτυχημένους
Όταν κάνουμε λάθη, αντιδρούμε με απογοήτευση, απόσυρση ή εκρήξεις οργής επειδή τα αντιλαμβανόμαστε ως απόδειξη της ανεπάρκειας, αδυναμίας ή ανικανότητάς μας.
Είμαστε βέβαιοι ότι, στην παραμικρή ένδειξη λάθους, οι άλλοι θα σκεφτούν άσχημα για εμάς – ότι θα χάσουμε το σεβασμό τους και θα πέσουμε στα μάτια τους.
Το ραντάρ μας είναι προγραμματισμένο να φιλτράρει εξονυχιστικά το περιβάλλον και να εντοπίζει αρνητικά στοιχεία, συχνά αγνοώντας οτιδήποτε θετικό[16]. Ένα, κατά τα άλλα, τέλειο κείμενο που όμως έχει ένα ορθογραφικό λάθος, μπορεί να μας απελπίσει.
Είμαστε τόσο βέβαιοι ότι η ικανότητα μας να γίνουμε αποδεκτοί σχετίζεται με την άψογη επίδοση, που παθαίνουμε εμμονή ακόμα και με μικρές αναποδιές. Αν αργοπορήσουμε πέντε λεπτά χαλάει η διάθεσή μας και το να χάσουμε τα κλειδιά μας ή να ξεχάσουμε κάτι μπορεί να μας κάνει έξαλλους.
Προφανώς, έχουμε ισχυρό κίνητρο να καλύπτουμε τα λάθη μας και, φυσικά, ποτέ δεν ζητάμε βοήθεια για να τα διορθώσουμε. Συχνά, μάλιστα, προτιμούμε να αποφύγουμε τελείως συγκεκριμένους ανθρώπους ή καταστάσεις, παρά να εκτεθούμε στον κίνδυνο «λάθους».
Και, βέβαια, δεν ξέρουμε να χάνουμε. Αν παίζουμε τένις και χάσουμε, μπορεί να πετάξουμε τη ρακέτα κάτω χωρίς καν να σφίξουμε το χέρι του αντιπάλου ή μπορεί να συμμετάσχουμε σε ένα διαγωνισμό για φιλανθρωπικό σκοπό κι αν δούμε ότι χάνουμε την πρώτη θέση, να τα παρατήσουμε.
Στο μυαλό μας η διάπραξη ή παραδοχή λαθών είναι ολοκληρωτικά απαράδεκτη – κόντρα σε όλα τα ανθρώπινα δεδομένα, είμαστε πεπεισμένοι ότι, όχι μόνο επιβάλλεται, αλλά και ότι μπορούμε να τα αποφύγουμε[17].
Ο κριτής των πάντων είμαι εγώ
Η ανάγκη για τελειότητα μας κάνει να αντιδρούμε αμυντικά σε οποιοδήποτε ερέθισμα σηματοδοτεί ενδεχόμενη αποτυχία, απώλεια ελέγχου ή κριτική από τους άλλους[18].
Καταρχάς, όταν αποτυγχάνουμε να πιάσουμε τα στάνταρ μας γινόμαστε οι ίδιοι πολύ επικριτικοί με τον εαυτό μας και φτάνουμε να του λέμε: «είσαι τόσο ηλίθιος» ή «έπρεπε να προσπαθήσεις περισσότερο»[19].
Από την άλλη, έχουμε τόσο μεγάλη ευαισθησία στην κριτική των άλλων[20], που αντιλαμβανόμαστε το παραμικρό αρνητικό σχόλιο ως προσωπική επίθεση και τείνουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας ακόμα και όταν δεν χρειάζεται υπεράσπιση. Δεν διστάζουμε ακόμα και να γίνουμε επιθετικοί αν αισθανθούμε ότι τσαλακώνεται η τέλεια εικόνα που πασχίζουμε να προβάλλουμε.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, εξαιτίας της θεμελιώδους ακαμψίας που μας χαρακτηρίζει σε σχέση με την αποτυχία, αντιμετωπίζουμε αμυντικά και αποκρούουμε ακόμα και την εποικοδομητική ανατροφοδότηση των άλλων.
Αντιθέτως, όταν κρίνουμε ότι οι άλλοι δεν αγγίζουν την «τελειότητα», θεωρούμε ότι έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε επικριτικοί μαζί τους. Στην ουσία, απορρίπτουμε σε εκείνους αυτά που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε σε εμάς – όπως δεν ανεχόμαστε τα δικά μας λάθη, έτσι δεν ανεχόμαστε και τα λάθη των άλλων.
Μερικές φορές μάλιστα, φαίνεται να αντλούμε ευχαρίστηση από τις αποτυχίες των άλλων, ακόμα και όταν δεν αφορούν εμάς. Όταν διαρκώς ανησυχούμε για τις δικές μας αποτυχίες, είναι ανακουφιστικό να διαπιστώνουμε ότι και άλλοι γύρω μας είναι αποτυχημένοι. Έστω για λίγο, μπορούμε να νιώσουμε καλύτερα για τον εαυτό μας, παρόλο που μακροπρόθεσμα απλώς επιτείνουμε την ανταγωνιστικότητα και μιζέρια μας.
Θα τα έχω όλα ή δεν θα έχω τίποτα
Η ματιά μας είναι ασπρόμαυρη χωρίς ενδιάμεση γκρίζα περιοχή[21].
Τείνουμε να κατηγοριοποιούμε όλες τις πλευρές της ζωής σε μία από δύο κατηγορίες – είτε όλα είναι σωστά είτε όλα είναι λάθος.
Αν κλάψουμε έστω μία φορά ή αν χάσουμε έστω μία προπόνηση, αισθανόμαστε ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να απαλλαγούμε από τη ρετσινιά της αδυναμίας ή να ξαναβρούμε τη φόρμα μας. Ένα μόνο «ψεγάδι» που αντιλαμβανόμαστε να φέρει κάποιος, είναι αρκετό για να νιώσουμε πλήρως δικαιολογημένοι να τον διαγράψουμε για πάντα από τη ζωή μας.
Η ζωή μας είναι ένα παιχνίδι του όλα ή τίποτα και είμαστε ικανοί να πάμε στα άκρα προκειμένου να αποφύγουμε να βρεθούμε στην πλευρά του τίποτα. Μπορούμε να οδηγηθούμε στην εργασιομανία ή να παραμελήσουμε εντελώς κάποια κομμάτια ή ανθρώπους στη ζωή μας, αρκεί να επιτύχουμε αυτό που θέλουμε σε κάποιο τομέα.
Η απόλυτη εξουθένωση ή και η αυτοκαταστροφή ακόμα, είναι πταίσματα μπροστά στην ανάγκη να τελειοποιηθούμε ή να τελειοποιήσουμε κάτι.
Μπορεί να ξενυχτήσουμε σβήνοντας και διορθώνοντας εμμονικά ένα κείμενο σε σημείο να χάσουμε την προθεσμία υποβολής του. Ή μπορεί να ετοιμάζουμε μήνες ολόκληρους μια παρουσίαση κι αν αισθανθούμε ότι δεν είναι άψογη από κάθε πλευρά, να αρνηθούμε να την παρουσιάσουμε την κρίσιμη μέρα.
Η συναισθηματική μας κατάσταση επίσης λειτουργεί στα άκρα. Τη μία στιγμή αισθανόμαστε επιτυχημένοι και την αμέσως επόμενη αποτυχημένοι, αναλόγως με την τελευταία επιτυχία ή αποτυχία μας.
Και με το ίδιο σκεπτικό επιλέγουμε τις «μάχες» που δίνουμε. Καταπιανόμαστε με κάτι ή κάποιον μόνο αν έχουμε καλές πιθανότητες να «κερδίσουμε», ενώ αν νιώθουμε ότι υπάρχει ενδεχόμενο να χάσουμε το αποφεύγουμε τελείως.
Πρόκειται για μια απόλυτα διχοτομική προσέγγιση που καταντά τυραννική. Στον κόσμο μας υπάρχει το «τέλειο» και μετά το χάος. Το «αρκετά καλό» ή ακόμα και το «σχεδόν τέλειο» δεν υφίστανται – προσμετρώνται ως «ήττες».

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΕΙΟΘΗΡΙΚΟΥ ΕΑΥΤΟΥ
Το δυστύχημα είναι ότι, παρά τις προσπάθειές μας, ούτε φαινόμαστε ούτε είμαστε ούτε μπορούμε να γίνουμε τέλειοι. Είμαστε απλώς τελειομανείς και έτσι θα παραμείνουμε μέχρι, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, να το κατανοήσουμε.
Επιτυγχάνω άρα υπάρχω
Η μύηση στην τελειοθηρία, τις περισσότερες φορές, αρχίζει στην παιδική ηλικία.
Αν εκείνοι που μας μεγάλωσαν ήταν οι ίδιοι τελειομανείς και είχαν μεγάλες προσδοκίες από εμάς, μας πέρασαν το μήνυμα ότι πρέπει να είμαστε παντού και πάντα οι καλύτεροι. Αν θεωρούσαν τα λάθη ανεπίτρεπτα, μας μετέδωσαν την πεποίθηση ότι όποιος κάνει λάθη είναι ανεπαρκής ή ανάξιος. Αν ήταν νάρκισσοι, ήμασταν αναγκασμένοι να είμαστε τα τέλεια παιδιά ώστε να αντανακλάται σε εκείνους η εικόνα του τέλειου γονιού.
Από την άλλη, αν οι φροντιστές μας ήταν υπερβολικά ελεγκτικοί, επικριτικοί ή αυστηροί μαζί μας και μας τιμωρούσαν ή μας ντρόπιαζαν όταν δεν τα πηγαίναμε καλά, μάθαμε να συνδέουμε την κακή επίδοση με τη γελοιοποίηση, την αδιαφορία ή τον πόνο.
Όσοι μεγαλώσαμε χωρίς να νιώθουμε αρκετά καλοί στα μάτια εκείνων που μας φρόντιζαν και, δεδομένου ότι είχαμε ανάγκη την αγάπη και προστασία τους, αναγκαστήκαμε να αποδεχτούμε την ιδέα ότι είμαστε ελαττωματικοί κατά κάποιο τρόπο[22].
Επί χρόνια προσπαθούσαμε να ευχαριστήσουμε ανθρώπους που δεν ευχαριστούνταν με τίποτα και έτσι ασκηθήκαμε σε μία αγάπη υπό όρους – μάθαμε ότι ο μόνος τρόπος να νιώσουμε ασφάλεια και να εισπράξουμε επιδοκιμασία, αποδοχή ή, έστω, επιείκεια είναι να είμαστε «τέλειοι».
Πιστέψαμε ότι η τελειοθηρία είναι το μόνο όπλο ενάντια στο να είμαστε ευάλωτοι στους κινδύνους της επίκρισης, της ντροπής, του θυμού ή της απόσυρσης της αγάπης των σημαντικών άλλων[23].
Πίσω από την τέλεια εικόνα κρύβεται η ντροπή
Σε τελική ανάλυση, η τελειοθηρία είναι μια απόπειρα αναπλήρωσης της αίσθησης κατωτερότητας που μας κατατρέχει.
Προσπαθούμε να κατασκευάσουμε έναν τέλειο εαυτό για να καλύψουμε την ντροπή που νιώθουμε για έναν εαυτό τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ως ελαττωματικό, ανεπαρκή και ανάξιο.
Η ιδέα είναι ότι: «Αν έχουμε τέλεια εμφάνιση, αν παρουσιάσουμε εντυπωσιακά επιτεύγματα και αν επιτύχουμε επαγγελματικά, οικονομικά και προσωπικά, θα καταφέρουμε να αποφύγουμε ή να ελαχιστοποιήσουμε την απόρριψη, την εγκατάλειψη και τον εξευτελισμό».
Το κυριότερο πρόβλημά μας δεν είναι καθαυτό ο επίπονος και αδιάκοπος αγώνας για την τελειότητα, αλλά ο διαρκής φόβος ότι θα αποκαλυφθούν οι ατέλειές μας και θα ντροπιαστούμε[24].
Επειδή δεν πιστεύουμε ότι είμαστε αρκετά καλοί, σημαντικοί ή ιδιαίτεροι έτσι όπως είμαστε, νιώθουμε ότι πρέπει μονίμως να κερδίζουμε τη θέση μας στον κόσμο ως «καλοί», προκειμένου να αποδείξουμε ότι αξίζουμε κάτι. Θεωρούμε ότι οι άλλοι άνθρωποι είναι καλύτεροι ή ανώτεροι από εμάς και πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να έχουμε κανένα ελάττωμα απλώς και μόνο για να τους προλάβουμε.
Προκειμένου να λάβουμε την επιβεβαίωση που έχουμε στερηθεί, προσπαθούμε να ικανοποιούμε με κάθε τρόπο τους άλλους και φαντασιωνόμαστε ότι αν είμαστε «τέλειοι» θα καταφέρουμε να αποκτήσουμε μια αίσθηση ασφάλειας μαζί τους[25]. Ότι θα καταφέρουμε να τους εντυπωσιάσουμε ή συγκινήσουμε κι εκείνοι θα μας θαυμάζουν και θα μας εκτιμούν.
Παρουσιάζουμε μια εξωτερικά άψογη εικόνα με την ελπίδα ότι θα αποκτήσουμε μια αίσθηση ελέγχου και ανωτερότητας[26], αλλά, στην πραγματικότητα, βιώνουμε ένα εσωτερικό βασανιστήριο προσπαθώντας να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι εντάξει, ενώ τίποτα δεν είναι εντάξει.
Κατά βάθος, νιώθουμε σαν απατεώνες γιατί γνωρίζουμε ότι το αψεγάδιαστο και ελεγχόμενο παρουσιαστικό μας είναι απλώς μια περίτεχνη μάσκα. Ο υπόλοιπος κόσμος συνήθως μας επευφημεί που είμαστε τόσο ικανοί και «συγκροτημένοι», την ίδια στιγμή που εμείς ζούμε με την αγωνία ότι το προσωπείο θα καταρρεύσει[27].
Ένας δυσπροσαρμοστικός τρόπος προσαρμογής
Από τη στιγμή που δεν έχουμε εσωτερικές πηγές άντλησης αυτοεκτίμησης και προσπαθούμε να νιώσουμε καλά αντλώντας αξία από ανθρώπους και πράγματα έξω από εμάς, είμαστε πάντοτε στο έλεος αστάθμητων παραγόντων.
Και το κακό είναι ότι όλα τα χαρακτηριστικά της τελειοθηρίας – ο φόβος της αποτυχίας, ο φόβος να κάνουμε λάθη, ο φόβος της αποδοκιμασίας, τα αρνητικά συναισθήματα και η επίκριση προς τον εαυτό – όλα λειτουργούν σε συνδυασμό και μας κρατάνε σε ένα φαύλο κύκλο όπου η τελειοθηρία συνεχίζεται[28].
Προσπαθούμε να ενισχύσουμε την αξία μας πιάνοντας ανέφικτους στόχους, αλλά επειδή συνήθως αποτυγχάνουμε η αίσθηση της αξίας μας μειώνεται, οπότε θέτουμε νέα υψηλά στάνταρ προκειμένου να την αυξήσουμε και ούτω καθεξής.
Μάλιστα, η σχέση τελειοθηρίας και αυτοεκτίμησης είναι τόσο αρνητική[29], που φτάνουμε σε σημείο να μισούμε τον εαυτό μας επειδή, για παράδειγμα, δεν έχουμε το «ιδανικό» σώμα που προβάλλει το διαδίκτυο, επειδή δεν έχουμε το σπίτι ή το αυτοκίνητο που υποτίθεται έχουν οι «επιτυχημένοι» ή επειδή το πτυχίο μας δεν προέρχεται από κάποιο «φημισμένο» πανεπιστήμιο.
Τελικά, η τελειοθηρία είναι ένας τρόπος προσαρμογής στον κόσμο ή ένα στυλ παρουσίασης του εαυτού μας στον κόσμο, το οποίο αποδεικνύεται δυσπροσαρμοστικό[30]. Αντί να μας οδηγήσει σε κάποιου είδους τελειότητα, παρακωλύει τα έργα μας, αναστέλλει τη συναισθηματική λειτουργία μας και, όπως θα δούμε, επηρεάζει την υγεία μας.
Το σκοτεινό πρόσωπο της τελειοθηρίας
Πάρτε βαθιά ανάσα γιατί ο κατάλογος των προβληματικών καταστάσεων που σχετίζονται με την τελειοθηρία είναι μακρύς και δυσοίωνος:
Καταρχάς, εξαιτίας της πίεσης για απόδοση είμαστε διαρκώς κουρασμένοι, εξουθενωμένοι, πελαγωμένοι και σε ένταση.
Έχουμε μόνιμο άγχος[31], χρόνια ανησυχία ότι δεν θα επιτύχουμε αυτά που «πρέπει» να επιτύχουμε[32], υπερβολικό θυμό[33], καταθλιπτικά συμπτώματα[34], δυσαρέσκεια με την εικόνα του σώματός μας που συχνά οδηγεί σε διατροφικές διαταραχές[35] και φόβους σωματικής βλάβης, ασθένειας ή θανάτου[36].
Τέλος, κυρίως λόγω των εξωτερικών πιέσεων για τελειότητα που αισθανόμαστε ότι δεχόμαστε, συχνά χάνουμε την ελπίδα μας, αναπτύσσουμε αυτοκτονικό ιδεασμό και, κάποιες φορές, οδηγούμαστε σε απόπειρες[37].
Όπως και να εκδηλώνεται η τελειοθηρία μας, είτε αντιδρούμε με το να γινόμαστε ψυχαναγκαστικοί, εμμονικοί και άκαμπτοι και να πιέζουμε τον εαυτό μας ακόμα περισσότερο, είτε πάμε στο άλλο άκρο και εγκαταλείπουμε τις προσπάθειες βουλιάζοντας στον πεσιμισμό και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, το αποτέλεσμα είναι πάντοτε το άγχος, η απογοήτευση και η κοινωνική απομόνωση.

ΤΕΛΕΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η μεγαλύτερη παγίδα της τελειοθηρίας είναι ότι συχνά μεταμφιέζεται σε προτέρημα.
Ως τελειομανείς είμαστε συγκρατημένοι, αξιόπιστοι, υπεύθυνοι, προνοητικοί και δουλεύουμε σκληρά – χαρακτηριστικά που μας βοηθούν σε πολλές καταστάσεις και επιπλέον εκτιμώνται, επιβραβεύονται και ενθαρρύνονται κοινωνικά.
Είναι όμως τα ίδια χαρακτηριστικά που μας κάνουν συντηρητικούς – που μας κατευθύνουν στην ελαχιστοποίηση του κόστους αντί στη μεγιστοποίηση του κέρδους, πράγμα που σημαίνει ότι το ρίσκο, ο αυθορμητισμός, η καινοτομία και η δημιουργικότητα είναι άγνωστες λέξεις για εμάς.
Η βασική στρατηγική μας είναι η αποφυγή – αποφεύγουμε να ανοιχτούμε σε καινούργιες εμπειρίες και να δοκιμαστούμε σε νέα πράγματα επειδή ανησυχούμε ότι δεν θα εξελιχθούν με το τέλειο τρόπο που φανταζόμαστε[38]. Για παράδειγμα, δεν τολμούμε να κάνουμε τη δουλειά των ονείρων μας γιατί είμαστε σίγουροι ότι θα αποτύχουμε και δεν διεκδικούμε τον άνθρωπο που θέλουμε από φόβο ότι θα απορριφθούμε.
Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν καταφέρνουμε να ανακαλύψουμε τα ταλέντα μας και τι μας αρέσει πραγματικά. Είμαστε τόσο κλειστοί και απορροφημένοι στον εαυτό μας, που δεν αναπτύσσουμε τις κοινωνικές μας δεξιότητες και δεν μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας. Στερούμαστε δηλαδή όλα εκείνα που μας βοηθούν να τα βγάλουμε πέρα με τη ζωή.
Η αίσθηση του ανικανοποίητου είναι η πιο χαρακτηριστική μας αίσθηση – ποτέ δεν αισθανόμαστε πληρότητα ή ικανοποίηση με αυτά που επιτυγχάνουμε.
Οτιδήποτε και να καταφέρουμε, από τη στιγμή που δεν αγγίζει την τελειότητα, η ευχαρίστηση είναι μόνο προσωρινή. Πάντοτε υπάρχουν περισσότερα πράγματα να κάνουμε, να είμαστε ή να επιτύχουμε.
Ποτέ δεν απολαμβάνουμε το ταξίδι. Είμαστε τόσο εστιασμένοι στο στόχο που χάνουμε τη διαδρομή μέσα από τα χέρια μας – είτε αφορά τη μάθηση, την ανάπτυξη, την έκσταση ή την επαφή. Και, μοιραία, δεν καταφέρνουμε να αντλήσουμε αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση και υπερηφάνεια από όσα κάνουμε.
Ούτε επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ξαποστάσει – αν μονίμως δεν κάνουμε κάτι και δεν προσπαθούμε να φτάσουμε κάπου, νιώθουμε ενοχές.
Ακόμα και στις υποτιθέμενες χαλαρές στιγμές ποτέ δεν καταφέρνουμε να χαλαρώσουμε πλήρως[39]. Αν ασχοληθούμε με ένα παιχνίδι ή χόμπι, το παίρνουμε τόσο στα σοβαρά που η διασκέδαση αρχίζει να θυμίζει δουλειά[40]. Συνήθως, καταλήγουμε να αφιερωνόμαστε στους τομείς που μας ενδιαφέρουν (κυρίως τη δουλειά) και ξεχνάμε για πάντα την έννοια του ελεύθερου χρόνου.
Είναι κάπως σαν να ζούμε εκτός πραγματικότητας.
Η τελειοθηρία μάς κρατάει παγιδευμένους σε μια ψευδαίσθηση, αποσυνδεδεμένους από το περιβάλλον και τους άλλους, αλλά και από πλευρές του εαυτού μας που δεν αποδεχόμαστε.
Ο προσανατολισμός μας στρέφεται είτε στο παρελθόν (κυρίως στις εμπειρίες του παρελθόντος που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε), είτε στο μέλλον (στα χιλιάδες πράγματα που πρέπει να κατακτήσουμε τα οποία όμως δεν διαμορφώνουν μια συνεκτική αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης)[41].
Το νόημα που αποδίδουμε σε όσα μας συμβαίνουν στο παρόν, μας βουλιάζει ακόμα βαθύτερα στην τελειοθηρία. Η τάση να αγνοούμε καθετί θετικό που αντικρούει τις τελειοθηρικές πεποιθήσεις μας και να εστιάζουμε μονομερώς στα αρνητικά που επιβεβαιώνουν τους φόβους μας[42], έχει ως αποτέλεσμα να μας διαφεύγει μονίμως η συνολική εικόνα.
Να θυμάστε… Όσοι μιλάνε για ανθρώπους που εστιάζουν στα δέντρα χάνοντας το δάσος, σε εμάς τους τελειομανείς αναφέρονται.
----------------
ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Greenspon, T. S. (2014). Is there an antidote to perfectionism? Psychology in the Schools. Special Issue: Perfectionism in the School Context, 51(9):986-998.
2, 5, 32, 33, 40, 43. Antony, M. M. & Swinson, R. P. (2009). When Perfect Isn’t Good Enough: Strategies for Coping with Perfectionism (2nd edition). Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
8, 11, 12, 14, 15. Centre for Clinical Interventions. Perfection in Perspective. Module 1 – What is Perfectionism? Αναρτήθηκε στις 5/10/2015 από: http://www.cci.health.wa.gov.au/docs/1%20What%20is%20%20Perfectionism.pdf
4, 6, 16, 19, 21, 25, 28. Centre for Clinical Interventions. Perfection in Perspective. Module 3 – What keeps Perfectionism going?
Αναρτήθηκε στις 5/10/2015 από: http://www.cci.health.wa.gov.au/docs/3%20What%20keep%20perfectionism%20going.Pdf
7, 9, 13, 15, 17, 23, 31, 38, 39. Mallinger, A. E. & De Wyze, J. (1992). Too Perfect: When Being in Control Gets Out of Control. New York: The Random House Publishing Group.
10. Flett, G. L., Blankstein, K. R., Hewitt, P. L. & Koledin, S. (1992). Components of Perfectionism and Procrastination in college students. Social Behavior and Personality, 20(2): 85-94.
18. Dunkley, D. M., Zuroff, D. C. & Blankstein, K. R. (2003). Self-critical perfectionism and daily affect: Dispositional and situational influences on stress and coping. Journal of Personality and Social Psychology, 84(1): 234-252.
20, 42. Graham, A. R., Sherry, S. B., Stewart, S. H., Sherry, D. L., McGrath, D. S., Fossum, K. M. & Allen, S. L. (2010). The Existential model of perfectionism and depressive symptoms: A short-term, four-wave longitudinal study. Journal of Counseling Psychology, 57(4): 423-438.
22. Lavender, N. J. & Cavaiola, A. A. (2012). Impossible to Please: How to deal with Perfectionist Coworkers, Controlling Spouses, and Other Incredibly Critical People. Oakland: New Harbinger Publications, Inc.
24. Stoeber, J., Harris, R. A., & Moon, P. S. (2007). Perfectionism and the experience of pride, shame, and guilt: Comparing healthy perfectionists, unhealthy perfectionists, and nonperfectionists. Personality and Individual Differences, 43(1), 131-141.
26, 27. Phillipson, S. J. When the Going Gets Tough… The Perfectionist Takes Control.​ Early Recognition of Perfectionism Amongst Adolescents From Ages 12 – 21.
Αναρτήθηκε στις 5/10/2015 από:
http://www.ocdonline.com/#!going-gets-tough/c1sbr
29, 34. Ashby, J. S., Rice, K. G. & Martin, J. L. (2006). Perfectionism, shame, and depressive symptoms. Journal of Counseling & Development, 84(2): 148–156.
30. Hewitt, P. L., et. al. (2003). The interpersonal expression of perfection: perfectionistic self-presentation and psychological distress. Journal of Personality and Social Psychology, 84(6): 1303–1325.
35. Wade, T. D. & Tiggemann, M. (2013). The role of perfectionism in body dissatisfaction. Journal of Eating Disorders, 1 (1): 2.
36. Fredrik Saboonchi, F. & Lundh, L-G. (1997). Perfectionism, self-consciousness and anxiety. Personality and Individual Differences, 22(6): 921-928.
37. Flett, G. L., Hewitt, P. L. & Heisel, M. J. (2014). The destructiveness of perfectionism revisited: Implications for the assessment of suicide risk and the prevention of suicide. Review of General Psychology, 18(3): 156-172.
Image credit 1: Framed via photopin
Image credit 2: Perfectionism via flickr Image credit 3: Presence via photopin

Υπάρχει και πέμπτη θεμελιώδης δύναμη στο Σύμπαν;

sumpan-diastimaΣύμφωνα με τις μέχρι τώρα γνώσεις μας, ο κόσμος μας αποτελείται από τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις (βαρύτητα, ηλεκτρομαγνητισμός, ισχυρή και ασθενής πυρηνική).  Καθώς όμως υπάρχουν μυστήρια των οποίων τη φύση δε γνωρίζουμε ακόμη, όπως η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια, έχει προταθεί πως ίσως υπάρχουν και άλλες θεμελιώδεις αντιδράσεις, τις οποίες δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμη.

Η πέμπτη δύναμη, εάν υπάρχει, ίσως συνεισφέρει στην υπάρχουσα ηλεκτρομαγνητική δύναμη. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν βρεθεί ενδείξεις για την ύπαρξή της.
Νέες μετρήσεις σε πειράματα κβαντικής ηλεκτροδυναμικής από μια διεθνή ομάδα φυσικών, δείχνουν πως, εάν υπάρχει μία πιθανή πέμπτη θεμελιώδης δύναμη στις χαμηλές ενέργειες, ίσως μπορέσουμε να την ανακαλύψουμε σύντομα.
 
QED και η σταθερά α
Η κβαντική ηλεκτροδυναμική (QED), είναι η συγχώνευση της κβαντικής φυσικής με την ειδική σχετικότητα, και περιγράφει το πως αλληλεπιδρά η ύλη με το φως. Είναι ίσως η πιο επιτυχημένη θεωρία που έχουμε έως σήμερα, με συμφωνία θεωρίας-πειράματος που αγγίζει τα εννέα δεκαδικά ψηφία! Ο γνωστός φυσικός  Richard Feynman την είχε μάλιστα αποκαλέσει το «κόσμημα της φυσικής».
Μία βασική τιμή που δίνει η συγκεκριμένη θεωρία, είναι η σταθερά λεπτής υφής α, η οποία  –στις χαμηλές ενέργειες-  ισούται με περίπου 1/137. Ο υπολογισμός της τιμής του α σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια έχει γίνει αντικείμενο πολλών πειραμάτων.   
 
Το πείραμα
Ο καθηγητής Wim Ubachs του πανεπιστημίου του Άμστερνταμ και οι συνεργάτες του εκτέλεσαν πολύ ακριβείς μετρήσεις συχνοτήτων στα άτομα του υδρογόνου και του ηλίου, και εντόπισαν νέο πεδίο έρευνας για μια –κρυφή έως τώρα- πέμπτη δύναμη.
Η πέμπτη δύναμη, εάν υπάρχει, ίσως συνεισφέρει στην υπάρχουσα ηλεκτρομαγνητική δύναμη. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν βρεθεί ενδείξεις για την ύπαρξή της, όμως ο καθηγητής Ubachs, σημειώνει πως υπάρχουν πολλά περιθώρια για βελτίωση, και πως ο δρόμος μόλις άνοιξε.
Στους εξαιρετικά περίπλοκους κβαντικούς τους υπολογισμούς χρησιμοποίησαν ως τιμή του α τα αποτελέσματα της έγκυρης βάσης δεδομένων για φυσικούς CODATA.   Η πρωτοτυπία τους ήταν να χρησιμοποιήσουν παλμούς από ένα ειδικό λέιζερ από Τιτάνιο-Ζαφείρι (Ti:Sa) το οποίο και κατασκεύασαν, το οποίο τους επέτρεψε να δουν τις συγκεκριμένες αρμονικές συχνότητες που χρειάζονταν.
Πέραν αυτού, χρησιμοποίησαν κι ένα ακόμη εξελιγμένο είδος λέιζερ, ενώ ευνοήθηκαν και από τις εξελίξεις σε υπολογιστικές μεθόδους στη κβαντική χημεία.
Η πρωτοτυπία στην έρευνα αυτή, έγκειται στο γεγονός πως έδειξαν ότι είναι δυνατός ο ακριβής υπολογισμός των δυνάμεων μεταξύ δύο αδρονίων (σωματιδίων δηλαδή που υπόκεινται στην ισχυρή δύναμη).

Smartphone...ρομπότ!

Θέλετε το κινητό σας να διαφέρει και να έχει κάτι ξεχωριστό από το κλασικό ορθογώνιο σχήμα που λανσάρουν όλες οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας; Η Sharp έχει μια καλύτερη ιδέα για ένα δίποδο smartphone ονόματι RoboHon, το οποίο σίγουρα ξεχωρίζει από την μάζα.

Από όσο γνωρίζουμε δεν πρόκειται για αστείο, καθώς το RoboHon έχει σχεδιαστεί από τον διάσημο Tomotaka Takahashi, γνωστό για τα ανθρωποειδή ρομπότ που έχει σχεδιάσει. Το RoboHon είναι 8 ιντσών, ενσωματώνει οθόνη 2 ιντσών στην πίσω πλευρά, κάμερα και projector στην μπροστινή πλευρά.

Περπατά, μιλά, χορεύει και συνδέεται σε LTE. Μπορεί να αναγνωρίσει τους ανθρώπους από το πρόσωπο ή την φωνή τους, ενώ σας ενημερώνει αν έχετε κάποιο μήνυμα.

Όπως αναφέρει το techblog.gr, η Sharp ανακοίνωσε ότι το RoboHon θα κυκλοφορήσει το πρώτο μισό του 2016, χωρίς ωστόσο να ανακοινώσει την τιμή του.

Δείτε το βίντεο

 

Βρετανοί στρατιώτες: Η εξέλιξη τους από το 1066 μέχρι σήμερα

Ο φωτογράφος Tom Atkinson συγκέντρωσε και φωτογράφισε τις εξαρτήσεις των Βρετανών στρατιωτών από το 1066 μέχρι το 2014.
 
ammunition_soldiers_01
ammunition_soldiers_02
ammunition_soldiers_03
ammunition_soldiers_04
ammunition_soldiers_05
ammunition_soldiers_06
ammunition_soldiers_07
ammunition_soldiers_08
ammunition_soldiers_09
ammunition_soldiers_10
ammunition_soldiers_11
ammunition_soldiers_12
ammunition_soldiers_13

Η δύναμη του ήχου στην Ελληνική μυθολογία και ιστορία

Ο ήχος και η φωνή επικοινωνώντας άμεσα με τις υποσυνείδητες περιοχές του νου, θεωρείται ως το αρχαιότερο μέσο θεραπείας.

Σήμερα είναι πλέον αποδεκτή η θεραπευτική δύναμη του ήχου. Από παλιά ιερείς, θεραπευτές, φιλόσοφοι και μουσικοί πίστευαν, ότι η δύναμη του ήχου και γενικά της μουσικής μπορεί να φέρει σε αρμονία σώμα και νου του ανθρώπου. Ο ήχος έχει πρόσβαση στις βαθύτερες καταστάσεις της συνείδησης.
Οι απεριόριστες χρήσεις της δύναμης του ήχου ήταν αρκετά γνωστές στους Αρχαίους Έλληνες. Ευρύτατα διαδεδομένη ήταν η χρήση επωδών, που θεωρούνταν ιαματικά άσματα ή λόγια, που αποδίδονταν στον Ασκληπιό. Μ’ αυτά πίστευαν, ότι θεραπεύονταν τραύματα και κάθε νόσος.
Η Ελληνική Μυθολογία και Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα ατόμων, που έκαναν χρήση των απόκρυφων δυνάμεων του ήχου. Ο θεός Πάνας με την άγρια φωνή του τρομοκρατούσε τους εχθρούς του και τους έτρεπε σε φυγή (πανικός), ενώ με τη μουσική του αυλού του προσέλκυε τις νύμφες, που δεν μπορούσαν να αντισταθούν στο άκουσμα της μουσικής του.
Με τη δύναμη της μουσικής του ο φιλόσοφος Εμπεδοκλής γαλήνεψε έναν εξαγριωμένο νέο, που ήταν έτοιμος να επιτεθεί στον συκοφάντη του πατέρα του. Ο Αμφίονας, γιος της Αντιόπης, γνώριζε την τέχνη εμψύχωσης των λίθων και μ’ αυτή τη γνώση που κατείχε, κατάφερε να οικοδομήσει τα τείχη των Θηβών. Στο άκουσμα της λύρας και του τραγουδιού του οι πέτρες κινούνταν και τα δέντρα άφηναν τις ρίζες τους στο χώμα και παραδίνονταν στους ξυλουργούς. Οι κινούμενες πέτρες έμπαιναν σε τάξη με τον ήχο της λύρας και έτσι υψώθηκε το τείχος με τις επτά πύλες, γιατί η λύρα του είχε επτά χορδές. Μ’ αυτό τον τρόπο η Θήβα έγινε ισχυρή πόλη.
Ο θεός Απόλλων με τη δύναμη των μελωδιών της λύρας του έχτισε τα τείχη της Τροίας.*Ο Ορφέας με τη μουσική του μάγευε θεούς και ανθρώπους. Οι ορφικοί ύμνοι με τη σωστή χρήση και εκφορά τους μπορεί να επιταχύνουν τους ρυθμούς της πνευματικόνοητικής εξέλιξης του χρήστη. Ο Ορφέας ψέλνοντας με την συνοδεία ενός μουσικού οργάνου είχε την δύναμη να επιδρά στην συναισθηματική και νοητική σφαίρα των ανθρώπων εξαγνίζοντάς τις και βοηθώντας στην εξέλιξή τους.
Χρησιμοποιώντας τη μελωδική φωνή του και επαναλαμβάνοντας τους ήχους μπορούσε να δημιουργήσει εικόνες στα μάτια των μαθητών του και να διευρύνει την αντίληψή τους για την πραγματικότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο τους οδηγούσε σε επαφή με ανώτερους κόσμους. Αυτή η συγκεκριμένη τεχνοτροπία χρησιμοποιήθηκε αργότερα στις τελετουργίες των Ελληνικών Μυστηρίων.
Ακόμη πιο καθοριστική ήταν η συμβολή του Πυθαγόρα, τόσο στην εξέλιξη του ήχου, όσο και στη συστηματοποίηση της μαθηματικής βάσης της μουσικής κλίμακας. Ο Πυθαγόρας πίστευε ότι τα άστρα και οι πλανήτες παράγουν ήχους, που δεν γίνονται αντιληπτοί, λόγω ατέλειας του ανθρώπινου αυτιού.
Μπορούν όμως και επηρεάζουν τον ψυχισμό του ανθρώπου.«Αν κάποιος σαν τον Πυθαγόρα, που άκουγε αυτή την αρμονία, είχε ελεύθερο τον γήινο φορέα του και εξαγνισμένες τις αισθήσεις του και φωτεινό τον ουράνιο φορέα του, από αγαθή τύχη, ή λόγω χρηστής ζωής, ή μέσω κάποιας τελειοποίησης από τα ιερά λειτουργήματα, αυτός ο άνθρωπος θα αντιλαμβάνονταν αόρατα πράγματα και θα άκουγε ανήκουστα πράγματα σε άλλους». (Αριστοτέλους: Περί Ουρανού).Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν, ότι η μουσική οδηγεί στην ενοποίηση σώματος και ψυχής και διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή τους.
Κοιμόντουσαν ακούγοντας ένα είδος μουσικής, που τους βύθιζε σε βαθύ ύπνο και ξύπναγαν στο άκουσμα μιας μουσικής, που τους έδινε ενέργεια και ζωτικότητα. Όλες αυτές οι συνήθειες και πεποιθήσεις των Αρχαίων Ελλήνων δείχνουν, ότι κατείχαν αρκετά σημαντικές γνώσεις γύρω από την επιστήμη της Ψυχο-Ακουστικής. Η μουσική, μαζί με το σιτάρι και τις μέλισσες, ήταν κατά την Αρχαιότητα τα δώρα των Θεών στον άνθρωπο, στην προσπάθεια να τον βοηθήσουν στην εξέλιξή του.
Η γενεσιουργός αιτία των δομών της ύλης είναι η δόνηση. Η μουσικοθεραπεία βασίζεται στην επιστήμη της Κυματικής, σύμφωνα με την οποία κάθε υγιές όργανο εκπέμπει μια συγκεκριμένη δόνηση και η μεταβολή της σημαίνει την εμφάνιση κάποιας ασθένειας. Πίσω από τη δημιουργία των δομών του ορατού κόσμου κρύβονται οι ηχητικές δονήσεις.
Ο Πλωτίνος ταύτιζε τον ήχο με την δημιουργό ενέργεια. Οι δονήσεις, οι συχνότητες, η περιοδικότητα και τα ρυθμικά μοτίβα ίσως είναι η γενεσιουργός αιτία της ύλης, αποτελώντας ταυτόχρονα μια γιγάντια μουσική ορχήστρα ηχοχρωμάτων, που αέναα εκτελεί ένα μουσικό έργο εν αγνοία μας.
Τα ενεργειακά κέντρα του ανθρώπου αφυπνίζονται με την εκφορά επαναλαμβανόμενων λεκτικών φράσεων. Η αφύπνιση αυτή οδηγεί στην ανάπτυξη των ψυχικών δυνάμεων του ατόμου. Η σωστή χρήση τους μπορεί να βοηθήσει στην καλή υγεία του σώματος και την επιμήκυνση της ζωής για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Από την Αρχαιότητα είναι ευρύτατα διαδεδομένη η θεραπεία ασθενειών με τη χρήση επαναλαμβανόμενων ήχων. Ο Πλάτων πίστευε ότι τα δημιουργήματα των καλλιτεχνών δεν είναι στην ουσία δικά τους, αλλά δώρο των θεών. Η επίδραση του ήχου στη ζωή μας είναι πολυεπίπεδη και πολυποίκιλη.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ - Η περιπέτεια της φιλοσοφίας στο τέλος του αρχαίου κόσμου

Νέο κρασί σε παλιά δοχεία;

Οι μετασχηματισμοί της φιλοσοφίας δεν είχαν τέλος κατά τους τελευταίους αιώνες της αρχαιότητας. Σκοπός της τώρα δεν είναι τόσο η γνώση του κόσμου, αυτού εδώ του αισθητού κόσμου· ούτε, βεβαίως, η αλλαγή του. Δεν είναι μόνο (αν ήταν κάποτε μόνο) η επιδίωξη της θεωρητικής σοφίας. Δεν είναι μόνο (όπως ήταν κάποτε κυρίως) μια αἵρεσις βίου, η επιλογή ενός τρόπου ζωής από τους πολλούς διαθέσιμους.

Οι έξι πιο αγαπητοί ορισμοί της φιλοσοφίας, που κυκλοφορούσαν στα σχολικά εγχειρίδια κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και για τουλάχιστον χίλια χρόνια, δείχνουν ποιος ήταν ο χαρακτήρας και ο ρόλος της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία ορίζεται ως η γνώση ανθρώπινων και θεϊκών πραγμάτων, ορατών και αοράτων. Σύμφωνα με το πλατωνικό παράδειγμα, σχετίζεται με τη ζωή του ανθρώπου: είναι μελέτη θανάτου, μας προετοιμάζει για την έξοδο από αυτή τη ζωή (μήπως και για την είσοδο σε κάποια άλλη;), και ὁμοίωσις πρὸς τὸν Θεόν, πορεία μίμησης ενός ανώτερου προτύπου. Επιπλέον, κατά την αριστοτελική εκδοχή της, είναι η ύψιστη τέχνη και επιστήμη (τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν). Τέλος, κατά τον πολύ παλαιό ετυμολογικό ορισμό της, η φιλοσοφία είναι η αγάπη προς τη σοφία, η κίνηση προς αυτή, μια και η κατάκτηση της σοφίας είναι αδύνατη από τον άνθρωπο και αποτελεί προνόμιο του Θεού.

Οι χριστιανοί δέχονταν και επαναλάμβαναν τους παραπάνω ορισμούς της φιλοσοφίας, προχωρούσαν όμως και σε μια άλλη διαίρεσή της. Από τη μια πλευρά είναι η φιλοσοφία των εθνικών, η ἔξωθεν, η ματαία φιλοσοφία, και από την άλλη πλευρά η δική τους, η αληθινή, η ὄντως φιλοσοφία. Εδώ η διάκριση δεν είναι απλώς περιγραφική αλλά αξιολογική. Ο πραγματικός φιλόσοφος είναι πλέον ο χριστιανός.

Ο χριστιανός συνέχιζε να φορά την τήβεννο του φιλοσόφου και ουσιαστικά δεν απαρνιόταν τη φιλοσοφική παιδεία του· παράλληλα, και κυρίως, ήταν ένας θεολόγος. Υπήρχαν χριστιανοί στοχαστές (σαν τον Γρηγόριο Νύσσης ή τον Ψευδοδιονύσιο Αρεοπαγίτη) που μπορούν να ονομαστούν «πλατωνικοί», με την έννοια ότι χρησιμοποίησαν όσες θεωρητικές αρχές του Πλατωνισμού τούς φάνηκαν κατάλληλες για να υπερασπιστούν τον λογικό χαρακτήρα των πεποιθήσεών τους και για να ασκήσουν κριτική στους αντιπάλους τους. Όπως ο Πλατωνισμός της Ύστερης Αρχαιότητας «απορρόφησε» τις άλλες φιλοσοφικές παραδόσεις, ήρθε η ώρα του να τον εκμεταλλευτεί ο χριστιανισμός.



Χριστιανισμός και ελληνισμός: συγκατοίκηση χωρίς διαχειριστή;

Στη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού δεν πρέπει να φανταστούμε ότι οι δύο πλευρές προσήλθαν δεδομένες και εξαρχής διαμορφωμένες. Αυτό το ξεχνούμε για τον χριστιανισμό, που τότε πρωτοεμφανιζόταν και διαμόρφωνε σταδιακά το δόγμα του (ενώ παράλληλα εξαπλωνόταν και οργανωνόταν ως εκκλησία). Και συχνά το αγνοούμε για τον ελληνισμό, τον οποίο αντιμετωπίζουμε σαν κάτι που είχε ήδη παγιωθεί εκείνη την εποχή. Ωστόσο, οι δύο πλευρές άρχισαν να συγκροτούν, να διευκρινίζουν ή να τροποποιούν την ταυτότητά τους μέσα από τη διαμάχη τους - μέσα από τη διαφορά και τη σύγκρουση.

Αν ο ελληνισμός ήταν ολόκληρος ο πολιτισμός της εποχής, οι χριστιανοί καλούνταν να δώσουν το δικό τους στίγμα - μέσα ή έξω από τον πολιτισμό. Από επιλογή ή και από ανάγκη, δέχθηκαν κάποια μέρη του, απέρριψαν άλλα, και δημιούργησαν καινούργια. Η στάση που κράτησαν καθόρισε την πορεία του πολιτισμού στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή για πολλούς αιώνες (και ίσως ακόμη η σχέση ελληνισμού και χριστιανισμού παραμένει ανοικτό ιστορικοφιλοσοφικό και ιδεολογικό ζήτημα).

Έτσι συνέβη και με τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία, το λεξιλόγιό της, τα θεωρητικά της προβλήματα και οι λύσεις τους, ήταν μέρος του κόσμου στον οποίο ζούσαν οι χριστιανοί, όπως ήταν και η ελληνική (ή η λατινική) γλώσσα και παιδεία, η λογοτεχνία, η τέχνη, οι θεσμοί της δημόσιας ζωής, οι μορφές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Όσο κι αν απαρνήθηκαν με πολλούς τρόπους τον κόσμο, δεν έπαυαν να ζουν μέσα του, να τον συντηρούν και να τον αλλάζουν. Οι χριστιανοί στοχαστές, για να στοχαστούν και για να γίνουν κατανοητοί, όφειλαν να μιλήσουν τη φιλοσοφική γλώσσα του καιρού τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μέσα στο πολεμικό κλίμα της εποχής ο χώρος της φιλοσοφίας αποτέλεσε εξαίρεση. Οι χριστιανοί επιτέθηκαν ανοιχτά στην εθνική φιλοσοφία, και οι πολλές κατηγορίες τους συμπληρώνουν τον κατάλογο της χριστιανικής πολεμικής κατά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας (ειδωλολατρία, αιματηρές θυσίες κ.ά.) και των αρχαίων πρακτικών στην καθημερινή ζωή (ανηθικότητα κ.ά.):

(α) Η φιλοσοφία με την τεχνική ορολογία και τις λεπτολόγες αναλύσεις της είχε απομακρυνθεί από τη ζωή και την πράξη και είχε καταντήσει προνόμιο των λίγων και ακατανόητη για τους πολλούς.

(β) Οι διάφορες φιλοσοφικές σχολές δεν ομονοούσαν αλλά συχνά τόνιζαν τις ανυπέρβλητες μεταξύ τους αντιθέσεις.

(γ) Οι ίδιοι οι φιλόσοφοι χρησιμοποιούσαν την τέχνη τους για βιοποριστικούς σκοπούς (τέχνη τοῦ πορίζειν) και με κερδοσκοπική διάθεση, διευρύνοντας έτσι την απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Έτσι, η ζωή τους δεν στηριζόταν στις αρχές της ηθικής που οι ίδιοι επικαλούνταν.

(δ) Στο εσωτερικό της φιλοσοφίας είχαν υποστηριχθεί αρκετές απόψεις αντίθετες προς τις χριστιανικές, όπως ο πανθεϊσμός Στωικών, ο αδιάφορος θεός του Αριστοτέλη, ο αθεϊσμός του Επίκουρου, η μετεμψύχωση των πλατωνικών, ο ηδονισμός.

(ε) Η φιλοσοφία αποτελούσε την πηγή, τη «μητέρα των αιρέσεων».

Τι σπουδαίο και θαυμαστό κάνουν οι φιλόσοφοί σας; Αφήνουν γυμνό τον έναν ώμο, μακρύ το μαλλί και το μούσι, τριγυρνούν με τα θηριώδη νύχια τους και ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ανάγκη από κανέναν. […] Ακολουθείς τις διδασκαλίες του Πλάτωνα και σε αντικρούει αυτός που φιλοσοφεί κατά τον Επίκουρο. Θέλεις να είσαι με τον Αριστοτέλη και σε λοιδορεί ο οπαδός του Δημόκριτου.

Τατιανός, Προς Έλληνας 25

Ό,τι κι αν έγραφαν ρητά εναντίον της φιλοσοφίας (που έγραψαν πολλά και διάφορα), όσο σκληροί ή άδικοι υπήρξαν συχνά στην κριτική τους, οι χριστιανοί την υπολόγιζαν, τη γνώριζαν (λιγότερο ή περισσότερο) και πάντως τη χρησιμοποίησαν - την πλατωνική και τη στωική παράδοση και λιγότερο (τους πρώτους αιώνες) την αριστοτελική. Εξάλλου, υπήρχαν αρκετοί και σημαντικοί χριστιανοί που κρατούσαν πιο μετριοπαθή στάση (όπως ο Μέγας Βασίλειος) ή που υποστήριζαν την αξία της φιλοσοφίας (όπως ο Ιουστίνος και ο Κλήμης).

«Και τι μπορείς να ωφεληθείς εσύ τόσο πολύ από τη φιλοσοφία όσο από τον νομοθέτη σου και τους προφήτες σου;»

«Γιατί όχι; Μήπως οι φιλόσοφοι με κάθε τους λόγο δεν μιλούν για τον Θεό, και οι συζητήσεις τους δεν περιστρέφονται γύρω από την μοναρχία (τη μοναδικότητα του Θεού) και τη θεία πρόνοια; Ή, μήπως, δεν είναι έργο της φιλοσοφίας αυτό, το να εξετάσει το πρόβλημα περί του θείου;»

Ιουστίνος, Διάλογος προς Τρύφωνα 1.3

Μπορούσαν να δεχθούν πολλές από τις θέσεις των φιλοσόφων: τον θεό-δημιουργό του κόσμου, την ανωτερότητα του νοητού κόσμου, την αθανασία της ψυχής, την αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει τον θεό ή να μιλήσει γι᾽ αυτόν κ.ά. Όχι όμως την αιωνιότητα του κόσμου, τον αθεϊσμό, την ανυπαρξία σκοπού στον κόσμο κ.ά. Μπορούσαν να υιοθετήσουν π.χ. την αλληγορική μέθοδο ερμηνείας των κειμένων ή την αριστοτελική λογική γενικά, όχι όμως την εφαρμογή όλων των αριστοτελικών κατηγοριών στον θεό. Οι χριστιανοί φιλόσοφοι ακολούθησαν ένα είδος εκλεκτικισμού: έπαιρναν ό,τι έκριναν πως τους χρειαζόταν για να φτιάξουν τη δική τους φιλοσοφία ή για να καταπολεμήσουν την εθνική, και άφηναν τα υπόλοιπα.

Με πρώτο τον Ωριγένη, συγκροτήθηκε η «χριστιανική φιλοσοφία», αυτή που θα κυριαρχήσει υπό διάφορες μορφές έως τους νεότερους χρόνους. Είχε σκοπούς εσωτερικούς (να διαμορφώσει, να συστηματοποιήσει και να διδάξει το δόγμα) και εξωτερικούς (αμυντικούς: να αντικρούσει τους εθνικούς και τους αιρετικούς· και επιθετικούς: να μεταστρέψει εθνικούς στον χριστιανισμό). Στον διάλογο με τους εθνικούς οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να επικαλούνται χωρία της Αγίας Γραφής αλλά φιλοσοφικά επιχειρήματα, τα οποία απευθύνονται στο λογικό και θα πρέπει να πείσουν ανεξάρτητα από τη θρησκευτική πίστη του συνομιλητή. Ακόμη και ερωτήματα που είναι θεολογικά, π.χ. για τη θεϊκή φύση του Ιησού, παρουσίαζαν φιλοσοφικό ενδιαφέρον, γιατί εξαρτώνται από τις αντιλήψεις για τον άνθρωπο και τη σχέση ψυχής και σώματος.

Η συγκατοίκηση ελληνισμού και χριστιανισμού, όπως κάθε συγκατοίκηση, είχε τα προβλήματά της. Αν δεν κατέληξε σε διαζύγιο ίσως ήταν γιατί δεν υπήρχε άλλος τόπος: καταδικασμένοι να ζουν στο ίδιο σπίτι, έπαιξαν διαδοχικά το παιχνίδι της επιβολής (με την πειθώ ή με τη βία). Σε μια μεγάλη κλίμακα, μπορεί να εντοπιστούν τα αίτια και τα αποτελέσματα αυτής της διαμάχης στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο, ανάμεσα σε φυλές, τάξεις και ομάδες, στη φιλοσοφία ή στη θεολογία. Αν όμως στραφούμε στο ίδιο το άτομο, αποκαλυπτικό είναι να διαβάσει κάποιος ορισμένες πραγματείες ενός χριστιανού φιλοσόφου σαν τον Γρηγόριο Νύσσης, για να κατανοήσει αυτή την ένταση όπως εσωτερικεύεται σε μια ευαίσθητη προσωπικότητα. Και πολύ περισσότερο να διαβάσει κάποια ποιήματα του άλλου Γρηγορίου από τη Ναζιανζό, για να νιώσει τον δραματικό χαρακτήρα αυτής της έντασης, όταν η βεβαιότητα του θεολόγου δεν εξαφανίζει τον μετεωρισμό του ποιητή και την απαισιοδοξία του φιλοσόφου για την αστάθεια των ανθρώπινων πραγμάτων:

Μια ρόδα άστατα καρφωμένη
αυτή η μικρή πολύτροπη ζωή μας.
Μια πάει προς τα ψηλά, μια πέφτει χαμηλά,
δεν μένει σταθερή κι ας δείχνει καρφωμένη.
Φεύγοντας μένει στάσιμη, και όταν στέκει τρέχει.
Αναπηδά συχνά εδώ και κει, μα δεν μπορεί να ξεφύγει.
Γυρνά και κινούμενη παρασέρνει τη στασιμότητα.
Οι γύροι της γράφουν ένα μηδενικό, τη ζωή μας,
καπνό, όνειρο κι άνθος εφήμερο.

Έπη ηθικά 19

Όπως κι αν κρίνει κάποιος σήμερα εκείνη τη συγκατοίκηση, θα πρέπει να παραδεχθεί ότι ήταν γόνιμη και ότι οι καρποί της, νόμιμοι ή νόθοι, ἔφεραν κι ἄλλο.

Ο ελληνισμός αντεπιτίθεται: Κέλσος και Ιουλιανός

Όσο οι χριστιανοί αποτελούσαν μια σχετικά μικρή ομάδα, οι εθνικοί (δηλαδή οι μη χριστιανοί) στοχαστές είχαν την ευχέρεια να τους περιφρονούν και να μην κάνουν τον κόπο να τους καταλάβουν. Σχετικά γρήγορα αναγκάστηκαν να τους δουν διαφορετικά - ανεξάρτητα από τα μέτρα καταστολής που έλαβε κατά τόπους η ρωμαϊκή διοίκηση (διωγμούς ποικίλης έντασης και έκτασης).

Πρέπει να ήταν γύρω στο 180 μ.Χ. όταν πρώτος ο πλατωνικός φιλόσοφος Κέλσος μοιάζει να αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που αντιπροσώπευαν οι χριστιανοί και τους επιτέθηκε με σφοδρότητα στο έργο του Λόγος αληθής. Βέβαια, ήταν ακόμη σε θέση να χαριτολογεί: «Κι αν όλοι ήθελαν να γίνουν χριστιανοί, οι χριστιανοί δεν θα τους δέχονταν.» (Φρούδες ελπίδες… Όχι μόνο οι χριστιανοί δέχθηκαν όποιον ήθελε να πάει μαζί τους, αλλά τελικά όλοι ήθελαν να γίνουν χριστιανοί.)

Η πρόκληση που ένιωθε ένας εθνικός φιλόσοφος απέναντι στους χριστιανούς ήταν να υπερασπιστεί αυτό που ένιωθε το σπίτι του, τον πολιτισμό του και την αυτοκρατορία του. Είχε ήδη συμβιβαστεί και είχε δεχθεί στο εσωτερικό του ελληνισμού του πολιτιστικές παραδόσεις και άλλων αρχαίων εθνών - αρκεί όλοι να αποδέχονταν έναν ελάχιστο κοινό πυρήνα πίστεων και αξιών. Το ίδιο περίμενε να κάνουν και οι χριστιανοί: να ενσωματωθούν στον ενιαίο πολιτισμό - και θα βρισκόταν ένας τρόπος συνύπαρξης (όπως βρέθηκε με τόσες ομάδες και φυλές, όπως λ.χ. τους εβραίους).

Επειδή όμως οι χριστιανοί ευαγγελίζονταν τον εκχριστιανισμό της αυτοκρατορίας και από περιθωριακή ομάδα αποκτούσαν δύναμη, οι εθνικοί ένιωθαν για αυτούς ότι αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για τον ελληνισμό. Σαν να τους έλεγαν: «Αν πετύχετε τον σκοπό σας, την αλλαγή αυτού του κόσμου, τότε θα αυτοκαταργηθείτε, γιατί απλούστατα αυτός ο κόσμος (η αυτοκρατορία) θα χαθεί και θα έρθουν οι βάρβαροι» - που δεν είναι ούτε μιὰ κάποια λύσις. Έμοιαζε αδιανόητη για έναν εθνικό η ριζική απόρριψη του εδώ κόσμου, αν και δεν ήταν μόνο οι χριστιανοί που την πρέσβευαν. Γι᾽ αυτό τους θεωρούσαν μισάνθρωπους, φανατικούς και απειλή για τη συνοχή της αυτοκρατορίας.

Για έναν εθνικό φιλόσοφο της εποχής οι χριστιανοί εγκατέλειψαν τον ἀληθὴ λόγο όχι επειδή πίστευαν σε έναν Θεό (υπήρχε και ο εθνικός μονοθεϊσμός) ή είχαν ένα ιερό βιβλίο. Οι φιλοσοφικά σημαντικές αποκλίσεις τους αφορούσαν την ενσάρκωση του θεού, τη θεανθρώπινη φύση του Ιησού και την ανάσταση. Μερικές από τις φιλοσοφικά ενδιαφέρουσες κατηγορίες εναντίον του χριστιανισμού ήταν:

(α) ότι δεν έχει ελληνική καταγωγή (η χριστιανική απάντηση: ο ελληνισμός οφείλει τα πάντα στους «βαρβάρους», στη σοφία της Ανατολής),

(β) ότι είναι πρόσφατος και καινοτόμος, επειδή απορρίπτει τις προγονικές παραδόσεις (απάντηση: είναι κληρονομιά από τον ιουδαϊσμό, που είναι αρχαιότερος του ελληνισμού),

(γ) ότι η πίστη αυτή είναι παράλογη (απάντηση: διατύπωση επιχειρημάτων για τη δικαιολόγηση των δογμάτων),

(δ) ότι η χριστιανική ηθική δεν είναι κάτι το καινούργιο (απάντηση: είναι θετικό ότι υπάρχουν κοινές ιδέες για την αρετή).

Με τα χρόνια η αντίδραση των εθνικών γινόταν οξύτερη, αλλά τον 4ο αι. μ.Χ. ο Κωνσταντίνος έδωσε την πολιτική λύση, με την αναγνώριση του χριστιανισμού. Οι εθνικοί φιλόσοφοι είχαν αρχίσει να παίρνουν στα σοβαρά τον χριστιανισμό και δεν έμειναν ανεπηρέαστοι από τις θέσεις του. Στα συναξάρια των χριστιανών αγίων απαντούσαν με τις βιογραφίες των δικών τους «αγίων», των θείων ἀνδρῶν, των νεοπλατωνικών φιλοσόφων.

Τον 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ. οι χριστιανοί, στο πλαίσιο της παλαιότερης πολεμικής τους, ταύτιζαν τον ελληνισμό και τους ἕλληνας με την ειδωλολατρία και αδιαφορούσαν για τα άλλα πολιτιστικά στοιχεία του. Όταν όμως χρειάστηκε να τον «εκμεταλλευτούν», έκαναν το αντίθετο: ταύτισαν τον ελληνισμό ακριβώς με τα πολιτιστικά στοιχεία (αποσιωπώντας τον πολυθεϊσμό του). Ήταν μια κίνηση αποτελεσματική και στο πεδίο της φιλοσοφίας: η οικοδόμηση του καινούργιου κόσμου προϋποθέτει ρήξη με τα καταδικαστέα στοιχεία του παλαιού κόσμου αλλά και αφομοίωση των τυχόν επιτευγμάτων του.

Ο Ιουλιανός ήταν ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβει ότι όφειλε να ανατρέψει αυτήν ακριβώς την κατάσταση. Η πολιτικοθρησκευτική του μεταρρύθμιση (361-363 μ.Χ.) ήταν η τελευταία απόπειρα ανάσχεσης του χριστιανισμού. Ο αυτοκράτορας πρόβαλε μια δική του, πιο αυστηρή, διαχρονική εκδοχή του ελληνισμού: ταύτισε τον ελληνισμό και με τον πολυθεϊσμό και με τον υψηλό πολιτισμό του παρελθόντος, σε ένα αδιαίρετο σύνολο παιδείας, κοσμοαντίληψης και λατρείας. Ακολουθώντας έναν απλουστευμένο νεοπλατωνισμό, υποστήριξε ότι η πραγματικότητα έχει δομή ιεραρχική. Οι πατρῷοι θεοί και οι άνθρωποι εντάσσονται στα διάφορα επίπεδα του σύμπαντος (ανώτερα και κατώτερα) και όλα υποτάσσονται στον ένα Θεό.

Η προσπάθεια του Ιουλιανού ήταν να μην αφήσει τίποτε για τους χριστιανούς, να τους αποκλείσει ακόμη και από τα ελληνικά γράμματα. Να τους κάνει να καταλάβουν ότι ένα θεμελιώδες συστατικό του ελληνισμού ήταν η θρησκεία του και ότι δεν δικαιούνταν να διαλέξουν οι ίδιοι τους όρους της ένταξής τους στον ελληνικό πολιτισμό - για παράδειγμα, να κρατήσουν την παιδεία και τη φιλοσοφία και να πετάξουν τον πολυθεϊσμό. Δεν επρόκειτο όμως για απλές ενταξιακές διαπραγματεύσεις, αλλά για έναν σκληρό αγώνα. Και τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι χριστιανοί είχαν τη δύναμη να διεκδικήσουν και να κατακτήσουν για λογαριασμό τους πλευρές του ελληνισμού που τις θεωρούσαν συμβατές με τον χριστιανισμό.

Ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια; Ίσως ακόμη και οι εθνικοί φίλοι του Ιουλιανού το έβλεπαν (με λόγο καβαφικό):

Μὰ δὲν μποροῦσαν κιόλας
νὰ παίζουν σὰν κι αὐτόνα (τὸν Χριστιανομαθημένο)
μὲ σύστημα καινούριας ἐκκλησίας,
ἀστεῖον καὶ στὴν σύλληψι καὶ στὴν ἐφαρμογή.
Ἕλληνες ἦσαν ἐπὶ τέλους. Μηδὲν ἄγαν, Αὔγουστε.

Οι χριστιανοί θορυβήθηκαν για λίγο, αλλά ο θάνατος του Ιουλιανού ήρθε γρήγορα και η αποτυχία του θεωρήθηκε, εκ των υστέρων, προδιαγεγραμμένη. Εξάλλου, όπως θα έλεγαν και οι Αντιοχείς, το ουσιώδες ήταν που έσκασε!

Πότε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία σταματά να είναι ελληνική, πότε να είναι αρχαία, πότε να είναι φιλοσοφία…

(1) Αν η αρχαία φιλοσοφία ήταν «ελληνική» ανεξάρτητα από την καταγωγή και τη φυλή του φιλοσόφου, τότε το γεγονός ότι από τα αυτοκρατορικά χρόνια όλο και περισσότεροι «ξένοι» ή «βάρβαροι» φιλοσοφούσαν δεν σημαίνει πολλά για την ελληνική ταυτότητα της φιλοσοφίας. Διότι όλοι φιλοσοφούσαν ελληνικά και στα ελληνικά, με τον τρόπο αλλά και τη γλώσσα των Ελλήνων. Εξάλλου, το γλωσσικό όργανο δεν αλλάζει σε τόσο μεγάλο βαθμό κατά το πέρασμα στα βυζαντινά χρόνια, ώστε να το χρησιμοποιήσουμε ως αποφασιστικό κριτήριο της αλλαγής. Όσο Έλληνας, στην παιδεία και τη γλώσσα, ήταν ο Πλωτίνος τόσο ήταν και ο Ωριγένης - ο Λουκιανός και ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Αν, πάλι, η φιλοσοφία ήταν ελληνική όσο αντιστοιχούσε στον «ελληνικό πολιτισμό», το πρόβλημα παραμένει: ποιος ήταν αυτός ο «ελληνικός πολιτισμός», ειδικά μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ.; Καθοριστικό για οποιαδήποτε απάντηση είναι το κριτήριο της πολιτισμικής (και της γλωσσικής) συνέχειας.

Σε μια εποχή σαν την Ύστερη Αρχαιότητα, στην οποία κατασκευάζονταν γνήσιες και πλαστές ταυτότητες (φυλετικές, πολιτισμικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές) και τα όρια πολλών πεδίων (π.χ. φιλοσοφίας και θεολογίας) παρέμεναν ασαφή, ο ἑλληνισμός ήταν το μήλον της έριδος. Στο πεδίο της φιλοσοφίας, οι εθνικοί υπερασπίζονταν τον ἑλληνισμό (τον πολιτισμό τους) σαν ενιαίο σύνολο, που κάποιος το δέχεται όπως είναι ή το απορρίπτει. Αν απορρίψει κάποιος μία όψη του (π.χ. τη θρησκεία), είναι σαν να τον απορρίπτει ολόκληρο - τότε όμως, όπως συμβαίνει με τους χριστιανούς, τίθεται εκτός πολιτισμού. Ο Ιουλιανός το έθεσε ξεκάθαρα. Οι χριστιανοί, από την πλευρά τους, αντιδρούσαν στην αξίωση των εθνικών να είναι οι προνομιούχοι διαχειριστές μιας πανάρχαιας και αδιαίρετης κληρονομιάς. Διεκδικούσαν για τον εαυτό τους όψεις αυτού του ἑλληνισμοῦ, όπως την παιδεία ή ουσιαστικό μέρος της φιλοσοφίας, τις οποίες θεωρούσαν συμβατές με τον χριστιανισμό.

Μια παλαιά ιστορία… Υπήρχε, τελικά, τότε ένας ἑλληνισμός- για να τον υπερασπιστείς ή να τον καταδικάσεις; Πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού (εγκαταλελειμμένου ή κατεστραμμένου), ο εθνικός θρηνούσε για τα απομεινάρια μιας μεγάλης μέρας και αναπολούσε τα περασμένα μεγαλεία, ενώ ο χριστιανός έβλεπε το οικοδομικό υλικό για την καινούργια βασιλική που υψωνόταν.

(2) Πότε σταματά η φιλοσοφία να είναι «αρχαία»; Αν η φιλοσοφία προχωρεί μέσα στον κόσμο που την παράγει, τότε πρέπει να θέσουμε το παράλληλο ερώτημα: πότε σταματά αυτός ο κόσμος να είναι «αρχαίος» και γίνεται κάτι διαφορετικό; Αν αυτό που οι ιστορικοί σήμερα ονομάζουν Ύστερη Αρχαιότητα σταματά τον 7ο ή και τον 8ο αιώνα, μήπως πρέπει να δεχθούμε ότι ανάλογα και η αρχαία φιλοσοφία σβήνει τότε; Ή θα δεχθούμε την παραδοσιακή περιοδολόγηση της ιστορίας και θα σταματήσουμε στο 330 μ.Χ., όταν αρχίζουμε πλέον να μετράμε την ιστορία με βυζαντινούς ρυθμούς; Μήπως όμως οι αλλαγές αυτές (π.χ. η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η «έναρξη» της βυζαντινής ιστορίας) δεν ήταν τόσο ριζικές και γρήγορες όσο παραδοσιακά υποθέταμε; Εξάλλου, δεν είναι δεδομένο ότι η φιλοσοφική δραστηριότητα προσδιορίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό και με τόσο άμεσο τρόπο από τις ιστορικές αλλαγές.

Ένα εσωτερικό κριτήριο ίσως βοηθούσε περισσότερο: η φιλοσοφία παύει να είναι «αρχαία», όταν αλλάζει ο χαρακτήρας που είχε κατά την αρχαιότητα - αρκεί, βεβαίως, να δεχθούμε ότι είχε έναν ενιαίο χαρακτήρα από τον 6ο αι. π.Χ. έως τον 6ο αι. μ.Χ. Αυτό το κριτήριο μας οδηγεί στο πιο δύσκολο ερώτημα: πότε παύει να είναι φιλοσοφία;

(3) Αν κρίναμε αυστηρά με βάση τη σημερινή αντίληψη για το τι είναι φιλοσοφία (μια αντίληψη που ίσως δεν είναι μία και κοινή σε όλους), δεν θα δεχόμασταν ότι είναι φιλοσοφία πολλά από όσα δέχεται η έρευνα της αρχαιότητας. Πολλά, για παράδειγμα, θα τα θεωρούσαμε θεολογία. Αλλά τι κερδίζουμε στην κατανόηση της φιλοσοφίας και του πολιτισμού, του αρχαίου ας πούμε, αν βγάλουμε εκτός κείμενα και μνημεία επειδή μας φαίνονται σήμερα μη φιλοσοφικά;

Ας αναλογιστούμε πρώτα (ίσως και καλύτερα) ποια εικόνα είχε η ίδια η εποχή για τον εαυτό της. Τι θεωρούσαν «φιλοσοφία» στην Αθήνα του Περικλή και των σοφιστών ή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στις μεγάλες πόλεις και σχολές της ελληνιστικής οικουμένης, στη ρωμαϊκή μονοκρατορία, στις κρίσιμες στιγμές του 4ου αιώνα μ.Χ. Βλέποντας τα πράγματα μέσα στην εποχή τους, πρέπει να δεχθούμε ότι η φιλοσοφία του 3ου αιώνα μ.Χ. διαφέρει από εκείνη της κλασικής Αθήνας του 4ου αιώνα π.Χ. (και πολύ περισσότερο από τη φιλοσοφία της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή του καιρού μας).

Η φιλοσοφία στην αντίληψη πολλών αρχαίων, παράλληλα με τον θεωρητικό και γνωστικό χαρακτήρα της, ήταν η αναζήτηση ενός τρόπου ζωής - του φιλοσόφου βίου. Ήδη στην Ύστερη Αρχαιότητα οι εθνικοί (οι μη χριστιανοί) φιλόσοφοι είχαν θέσει ως ύψιστο σκοπό της φιλοσοφίας την ένωση με τον Θεό, ενώ ορισμένοι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι ήταν οι ίδιοι «θεουργοί». Επομένως, τα όρια της φιλοσοφίας με τη θεολογία δεν ήταν πάντοτε ευδιάκριτα - και αυτό χωρίς την άμεση παρέμβαση του χριστιανισμού.

Όσοι έζησαν σύμφωνα με τον Λόγο είναι χριστιανοί, ακόμη και αν θεωρήθηκαν άθεοι, όπως ανάμεσα στους Έλληνες ο Σωκράτης, ο Ηράκλειτος και οι όμοιοί τους. Οι διδασκαλίες του Πλάτωνα δεν είναι ξένες προς τον Χριστό, δεν είναι ωστόσο και παντελώς όμοιες, όπως δεν είναι και των άλλων, των Στωικών, των ποιητών και των συγγραφέων. Γιατί ο καθένας τους μίλησε σωστά, επειδή είδε από τον σπερματικό θεϊκό λόγο ό,τι ήταν συγγενικό με τη φύση του. […] Όσα ορθά έχουν πει όλοι, ανήκουν σε μας τους χριστιανούς. Γιατί όλοι οι συγγραφείς μπορούσαν να βλέπουν τα όντα αμυδρώς, χάρη στην έμφυτη σπορά του Λόγου.

Ιουστίνος, Απολογία Α' 46.3

Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε την αξίωση των χριστιανών να εμφανιστούν αυτοί ως οι αληθινοί φιλόσοφοι. Από τη μια πλευρά, χρησιμοποιούσαν τις θεωρητικές αρχές του πλατωνισμού και ήταν σε θέση να υποστηρίξουν ότι η πίστη τους είναι λογική. Από την άλλη, δεχόμενοι μαζί με τους εθνικούς ότι η φιλοσοφία είναι μια «πνευματική άσκηση», διεκδικούσαν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να επανακαθορίσουν το περιεχόμενο αυτής της άσκησης. Σε λίγα χρόνια θα είχαν, έτσι κι αλλιώς, τη δύναμη να το κάνουν. Έτσι, ο φιλόσοφος βίος(κατάκτηση του εθνικού πνεύματος) ταυτίστηκε με τον κατεξοχήν ασκητικό βίο που είχαν να προβάλουν οι χριστιανοί, με τον μοναχικό βίο.

Η πρόκληση έπεφτε πλέον στην πλευρά των χριστιανών. Οι ίδιοι ισχυρίζονταν ότι είναι (και ζουν σαν) περαστικοί από αυτό τον κόσμο. Ωστόσο, όσο το τέλος του κόσμου δεν έφτανε και το πέρασμα των χριστιανών από τα επίγεια συνεχιζόταν τόσο οργάνωναν τα πρότυπα του βίου τους. Εκεί ο διάλογος με τη φιλοσοφία ήταν, για πολλούς λόγους, αναγκαίος. Και έτσι ξεκινά μια νέα περιπέτεια για τη φιλοσοφία. Αλλά αυτός ο κόσμος αρχίζει να μην είναι πια ο αρχαίος κόσμος (του Ομήρου ή του Πλάτωνα), και δεν είναι ούτε ο δικός μας κόσμος.

Πότε, λοιπόν, σταματά η φιλοσοφία - αφού όλοι συνεχίζουν να την επικαλούνται;

Αντί επιλόγου: ο θάνατος των φιλοσόφων και η συνέχεια της φιλοσοφίας

Το 531 μ.Χ. επτά σοφοί, όχι βέβαια οι επτά σοφοί που συναντήσαμε στις απαρχές της φιλοσοφίας αλλά πάλι επτά, όσοι και οι πλανήτες που λάτρευαν, περνούν τα σύνορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αναζητούν καλύτερη τύχη στην αυλή του νέου πέρση βασιλιά Χοσρόη. Είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους από μια μικρή πόλη, όπου μέχρι πριν από δύο χρόνια δίδασκαν φιλοσοφία. Εκείνη η πόλη, τόσο μακρινή και διαφορετική από την ακόμη εντυπωσιακή Αλεξάνδρεια, ήταν η Αθήνα. Αν κάτι άνθιζε πάλι εκεί, από τον 5ο αιώνα μ.Χ., ήταν ο πλατωνισμός και η Ακαδημία με σχολάρχη τον Δαμάσκιο.

Όμως το 529 μ.Χ. ο Ιουστινιανός, πιθανώς στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, απαγόρευσε να διδάσκονται στην πάλαι ποτέ πνευματική πρωτεύουσα φιλοσοφία και νομικά (που ήταν ίσως ο κύριος στόχος του). Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης ήθελε να ελέγχει την ανώτατη εκπαίδευση και, με κριτήρια αδιαφανή, έκλεινε όσες σχολές θεωρούσε ασύμφορες. Εξάλλου, και ο Ιουστινιανός, που πρόσφατα είχε ανέβει στον θρόνο, ήταν επιρρεπής σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, αντίθετα από πολλές που ακολούθησαν αργότερα, κράτησαν για πολύ.

Το μακρύ ταξίδι, της αρχαίας φιλοσοφίας, που ξεκίνησε από τις πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, από τη Μίλητο, την Έφεσο, την Ελέα, πέρασε από την Αθήνα και από εκεί κατέληξε στις πόλεις των ελληνιστικών βασιλείων, στη διασπορά, στην Αλεξάνδρεια, στην Αντιόχεια, στη Ρώμη. Και τελείωσε, συμβολικά πιο πολύ, στην Αθήνα.

Οι καθηγητές δεν διώχθηκαν, αλλά και τι να έκαναν στην Αθήνα; Κανείς τους δεν ήταν Αθηναίος. (Μα κανείς Αθηναίος δεν ήταν, στον καιρό τους, φιλόσοφος;) Ογδοηκοντούτης γέρων ο Δαμάσκιος από τη Συρία, από την Κιλικία ο Σιμπλίκιος, από τη Γάζα (της γνωστής λωρίδας στην Παλαιστίνη) ο Ισίδωρος, από τη Φρυγία ο Ευλάμιος, από τη Φοινίκη ο Διογένης και ο Ερμείας, και από τη Λυδία ο Πρισκιανός. Αλήθεια, τι γύρευαν, σχεδόν στα μέσα του 6ου αιώνα, όλοι αυτοί οι Νεοπλατωνικοί στην παρακμασμένη Αθήνα και όχι, ας πούμε, στην Αλεξάνδρεια, όπου η φιλοσοφία συνέχιζε να διδάσκεται;

Έξω από τη ρωμαϊκή οικουμένη, στην αυλή του πέρση μονάρχη, οι επτά σοφοί καταλαβαίνουν γρήγορα πως η φήμη του ότι αποτελεί την ενσάρκωση του πλατωνικού φιλοσόφου-βασιλιά είναι σαν τις περισσότερες φήμες - ανυπόστατη. Απογοητευμένοι από μια κοινωνία όχι τόσο εξελληνισμένη όσο τη φαντάζονταν, παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής και μερικοί εγκαθίστανται κοντά στα σύνορα Συρίας και Περσίας, στις βυζαντινές Κάρρες (το Χαρράν), την «πόλη των ειδωλολατρών» (ἑλλήνων πόλιν). Εκεί, από όπου είχε περάσει (ή είχε γεννηθεί) ο γενάρχης των Εβραίων Αβραάμ, ζουν ανενόχλητοι από τον Ιουστινιανό, ο οποίος τους επιτρέπει να πιστεύουν στη δική τους θρησκεία, μετά από ειδική συμφωνία με τον πέρση ηγεμόνα το 532 μ.Χ.

Στα όρια του βυζαντινού και του περσικού κόσμου, ο Σιμπλίκιος ιδρύει μια μικρή νεοπλατωνική σχολή. Η σχολή εκείνη, ή η συνέχειά της, έζησε άλλους τέσσερις αιώνες, πρώτα σε χριστιανικό και λίγο αργότερα σε ισλαμικό περιβάλλον. Το Χαρράν απέκτησε μια ιατρική σχολή (που λέγεται ότι μεταφέρθηκε από την Αλεξάνδρεια) και ένα κέντρο μετάφρασης ελληνικών και συριακών κειμένων στα αραβικά. Οι συνεχιστές του Σιμπλίκιου διαφύλαξαν τη μεταφυσική πλατωνική διδασκαλία (όπως και τις τελετές), και η ελληνική φιλοσοφία έφτασε μέσω της σχολής στη Βαγδάτη. Από εκεί, μεταφρασμένη στα αραβικά και ερμηνευμένη μέσα από το Ισλάμ, πέρασε στην Ισπανία και μέσω αυτής στη Δυτική Ευρώπη, η οποία μόνο από τον 12ο αιώνα στράφηκε στα ίδια τα κείμενα των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων.

Η σχολή, απομεινάρι της διέλευσης των επτά σοφών, διατηρήθηκε μάλλον έως την καταστροφή του τελευταίου ειδωλολατρικού ναού στο Χαρράν με την έλευση των Σελτζούκων Τούρκων το 1081. Μερικούς μήνες αργότερα, το 1082, και χιλιάδες χιλιόμετρα μακρύτερα, στην Κωνσταντινούπολη, ένας άλλος πλατωνικός φιλόσοφος που καταγόταν από τη μακρινή Ιταλία, ο Ιωάννης ο Ιταλός, καταδικάστηκε (τουλάχιστον αυτή ήταν η επίσημη δικαιολογία) γιατί δεν δίδασκε Πλάτωνα απλώς για χάρη της εκπαίδευσης των μαθητών του, αλλά γιατί ακολουθούσε τις ιδέες του σε ζητήματα θεολογικά.

Στην Κωνσταντινούπολη η ελληνική φιλοσοφική παράδοση είχε ήδη μεταφερθεί με διπλό τρόπο: φιλτραρισμένη στη σκέψη και στα κείμενα των χριστιανών Πατέρων αλλά και πιο άμεσα, με τα κείμενα των ίδιων των αρχαίων φιλοσόφων. Λίγες δεκαετίες μετά το κλείσιμο της Σχολής των Αθηνών, και όταν άρχιζε η αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε καλέσει από την Αλεξάνδρεια τον Στέφανο, χριστιανό, νεοπλατωνικό και σχολιαστή του Αριστοτέλη. Του πρόσφερε μια έδρα φιλοσοφίας στη νέα πρωτεύουσα, όχι πλέον της φιλοσοφίας αλλά του χριστιανικού κόσμου, την Κωνσταντινούπολη. Αυτός ο τελευταίος Αλεξανδρινός, που ονομάστηκε οἰκουμενικὸς διδάσκαλος, μετέφερε μια φιλοσοφική παράδοση η οποία, με διακοπές και δυσκολίες, κρατήθηκε ζωντανή στη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Ο «θάνατος» της φιλοσοφίας δεν συμπίπτει με τον θάνατο του αρχαίου κόσμου. Εξάλλου, ο κόσμος αυτός έσβησε σταδιακά, δίνοντας επίσης σταδιακά τη θέση του σε έναν νέο κόσμο - εκείνον που αιώνες αργότερα ο … πιο «νέος κόσμος» ονόμασε «Μεσαίωνα».

Ανάλογα και η φιλοσοφία: δεν ήταν πάντοτε η ίδια. Γεννήθηκε, αναπτύχθηκε, ασχολήθηκε με όλο το επιστητό, έφτιαξε δικά της πεδία έρευνας και έχασε άλλα προς όφελος της επιστήμης· ορισμένα χαρακτηριστικά της άλλαζαν κατά περιόδους, ορισμένα ατόνησαν, καινούργια εμφανίστηκαν. Δώδεκα αιώνες τομών και συνέχειας, διαλόγου και διαμαχών. Οι κοσμολογικές ανησυχίες του Θαλή λίγο μοιάζουν με τις περίτεχνες εξηγήσεις των νεότερων Στωικών, η πρώιμη θεολογία του Ξενοφάνη με τις επεξεργασμένες προτάσεις του Πρόκλου, ο ζωντανός πλατωνικός διάλογος με τα συστηματικά «σχολικά» εγχειρίδια των μέσων Πλατωνικών.

Μέσα σ᾽ αυτή την ποικιλία υπάρχει ενότητα; Είναι μία η φιλοσοφία; Και τι είναι αυτό που ενώνει τις διαδοχικές και συχνά αντιθετικές προσπάθειες να δοθεί μια έγκυρη και πειστική ερμηνεία του κόσμου, του ανθρώπου, της κοινωνίας, ώστε όλες να στεγάζονται υπό τον όρο «φιλοσοφία»; Φτάνοντας στο τέλος, τίθεται το πρωταρχικό (και πάντα ανοικτό) ερώτημα: τι είναι φιλοσοφία;

Παρακολουθήσαμε τη θεωρητική διερώτηση του ανθρώπου για τον κόσμο και τον εαυτό του και για τη γνώση τους· την προσπάθειά του να διαμορφώσει έγκυρα εργαλεία σκέψης και να τα εφαρμόσει σε προβλήματα καθημερινά αλλά και μεταφυσικά· την αγωνία του να αντιμετωπίσει τα ερωτήματα της ύπαρξής του, να ξεφύγει από τα επιμέρους και να επιτύχει μια συνολική εξέταση των πραγμάτων.

Τι είναι αυτό που πραγματικά υπάρχει; Πώς δημιουργήθηκε και πώς λειτουργεί ο κόσμος; Μπορούμε να τον γνωρίσουμε και πώς; Τι είναι ο άνθρωπος και τι ο θεός; Τι είναι καλό και τι κακό; Τι είναι ωραίο; Ποια είναι η άριστη πολιτεία; Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής; Αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα έθεσαν και επιχείρησαν να απαντήσουν οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι. Και πίστευαν ότι η απάντηση που δίνουμε στα ερωτήματα αυτά (ακόμη και η προσπάθεια που κάνουμε για να τα απαντήσουμε) καθορίζει τη δική μας πορεία προς τον σκοπό της ζωής, τη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους, τη συμμετοχή μας στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

Έτσι, μελετώντας την αρχαία φιλοσοφία, γνωρίσαμε και μια ιδιαίτερη στάση ζωής, που επέλεξαν συνειδητά άλλοτε λίγοι και άλλοτε πολλοί άνθρωποι· «έναν» τρόπο βίου (με πολλές εκδοχές) που έτεινε να απαλείψει τη διάσταση θεωρίας/λόγου και πράξης· και υποσχόταν την, μετά από άσκηση, εκπλήρωση του σκοπού της ζωής, σαν να ᾽ναι ταυτόχρονα ο δρόμος και ο προορισμός.

Όλα τούτα τα είδαμε σαν στιγμές και πτυχές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Γιατί η φιλοσοφία κατά την Αρχαιότητα ήταν τόσο μια θεώρηση της πραγματικότητας όσο και μια στάση ζωής, και κάποτε γινόταν (κυρίως μέσα στα σχολεία) και η μελέτη των δύο αυτών πλευρών της.

Σε κάθε περίπτωση φάνηκε ότι η φιλοσοφία ήταν μια δραστηριότητα (συχνά μοναχική) συγκεκριμένων ατόμων (λίγων ή πολλών - κάποτε οργανωμένων σε ομάδες) μέσα στην αρχαία πόλη ή την ελληνορωμαϊκή οικουμένη. Μια χωρίς τέλος περιπέτεια του ανθρώπου που δοκίμαζε τις δικές του δυνάμεις για να μεταμορφώσει αν όχι τον κόσμο, πάντως τον εαυτό του - τουλάχιστον μέσα στα όρια ενός φιλοσοφικού βίου.