Μια πραγματικά πρωτοποριακή τεχνική! Ο καλλιτέχνης του βίντεο δημιουργεί πάνω σε επιφάνεια νερού. Το αποτέλεσμαναι μοναδικό!
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015
Νιώθουν οι σκύλοι ενοχές;
«Είχα έναν πελάτη που είχε 3 σκυλιά και κάθε φορά που συνέβαινε ένα περιστατικό, όπως κάποιος να είχε φάει ένα παπούτσι, ένα από αυτά είχε ένοχο ύφος, αλλά συχνά δεν ήταν ο σκύλος που είχε κάνει τη ζημιά. Ήταν απλά το πιο ντροπαλό σκυλί, το οποίο φοβόταν περισσότερο την αντίδραση του ιδιοκτήτη του», ανέφερε η Δρ. Ljerka Ostojic, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Η Ostojic που είναι η βασική συγγραφέας της έρευνας που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο στο επιστημονικό περιοδικό Behavioural Processes αναφέρει ότι οι ερευνητές δεν βρήκαν κανέναν στοιχείο που να υποστηρίζει ότι τα σκυλιά έχουν αυτό το ένοχο βλέμμα όταν δεν τους μαλώνουν.
«Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αφού δεν γίνεται να τους ρωτήσουμε», ανέφερε η κτηνίατρος Dr. Bonnie Beaver, «αλλά η γλώσσα του σώματός τους είναι μία αντίδραση στην γλώσσα του σώματος που χρησιμοποιεί το αφεντικό τους».
Επίσης, έρευνα που είχε γίνει το 2009 διαπίστωσε ότι τα σκυλιά έχουν την τάση να έχουν αυτό το ένοχο βλέμμα, αν τα μαλώνουν τα αφεντικά τους, ακόμα κι αν δεν είχαν κάνει κάτι κακό.
Αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν τα σκυλιά μπορούν να νιώσουν σύνθετα κοινωνικά συναισθήματα όπως είναι η ντροπή ή η ενοχή, μπορούν να αναπτύξουν συναισθήματα όπως είναι ο ενθουσιασμός, το άγχος, η πληρότητα, ο φόβος, ο θυμός, η χαρά, η υποψία και η αγάπη.
Η μεγαλύτερη πράσινη στέγη
Το σχέδιο φιλοδοξεί να μεταμορφώσει ένα ξεπεσμένο εμπορικό κέντρο σε υπόδειγμα αειφόρου αρχιτεκτονικής και χώρο μεικτών χρήσεων. Η εν λόγω πράσινη στέγη χαρακτηρίζεται ως πρωτοφανές επίτευγμα «τουλάχιστον διπλάσιο από ο,τιδήποτε παρόμοιο έχει επιχειρηθεί στο παρελθόν». Το υπερυψωμένο πάρκο θα διασχίζουν αλέες ιδανικές για περπάτημα και τρέξιμο συνολικού μήκους έξι χιλιομέτρων, ενώ θα το διανθίζουν λοφάκια, περιβόλια, αμπέλια, λιβάδια, οργανικοί κήποι, παιδικές χαρές και ένα μικρό καταφύγιο για την ενδημική χλωρίδα και πανίδα.
Πρόκειται για μια γειτονιά μεικτών χρήσεων με πεζοδρόμια και ποδηλατόδρομους. Οι χώροι στάθμευσης των αυτοκινήτων θα βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, ενώ ενδέχεται να εγκατασταθούν και σταθμοί μέσων μεταφοράς σταθερής τροχιάς. Ο δομημένος χώρος θα χωρίζεται σε 15 οικοδομικά τετράγωνα. Εκεί θα φιλοξενούνται καταστήματα συνολικής επιφάνειας 58.000 τ.μ, γραφεία σε 186.000 τ.μ και 800 κατοικίες. Οι 680 κατοικίες θα απευθύνονται σε υψηλά εισοδήματα, 40 κατοικίες θα είναι πιο προσιτές, ενώ ακόμα 40 κατοικίες θα είναι σχεδιασμένες για ανθρώπους της τρίτης ηλικίας.
Στην περιοχή θα λειτουργούν εστιατόρια, κινηματογράφοι, γυμναστήριο, παγοδρόμιο και μπόουλινγκ, ενώ στις δύο κεντρικές πλατείες θα φιλοξενούνται λαϊκές αγορές και θερινά σινεμά. «Η επικέντρωσή μας στην κοινότητα θα μεταμορφώσει το Hills at Vallco σε ένα μέρος που αξίζει κάποιος να ζήσει, να επισκεφθεί, να εργαστεί, να γευματίσει, να παίξει, να μάθει, να διασκεδάσει» αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Reed Moulds. Η Sand Hill θα συνεισφέρει 40 εκατ. δολάρια προς τα τοπικά σχολικά συγκροτήματα σε χρήμα και υπηρεσίες, ενώ εάν οι δημοτικές αρχές εγκρίνουν το σχέδιο θα κατασκευάσει ένα δημοτικό σχολείο 700 μαθητών.
Tο έρπον χάος ο Νυαρλαθοτέπ
“Υπήρχαν σ’ εκείνα τα ταξίδια ανυπολόγιστοι τοπικοί κίνδυνοι – καθώς κι εκείνη η συγκλονιστική έσχατη απειλή που σκούζει άναρθρα και ακατανόμαστα έξω από το σύμπαν της τάξης, εκεί όπου κανένα όνειρο δεν μπορεί να φτάσει ποτέ – εκείνη η άμορφη πληγή του εσώτατου χάους που βλαστημά και αφρίζει στο κέντρο του απείρου – ο απέραντος δαιμονικός ηγεμόνας Αζαθόθ, που τ’ όνομά του κανένα στόμα δεν τολμά ν΄ αρθρώσει μεγαλόφωνα και ο οποίος ροκανίζει πεινασμένα στο κέντρο του απείρου σε κάποιες ασύλληπτες κι αφώτιστες αίθουσες πέρα από το χρόνο μέσα σ΄ έναν πνιχτό, φρενήρη ρυθμό από βδελυρά τύμπανα και το αχνό, μονότονο κλαψούρισμα από καταραμένους αυλούς – και στη συνοδεία αυτών των αποκρουστικών μπουμπουνητών και συριγμών χορεύουν αργά, αδέξια και αλλόκοτα οι γιγάντιοι Έσχατοι Θεοί, τυφλοί, βουβοί ζοφεροί και άμυαλοι. Οι άλλοι θεοί, η ψυχή και ο αγγελιοφόρος των οποίων είναι το έρπον χάος, ο Νυαρλαθοτέπ” / Nyarlathotep
… The Dream Quest of Unknown Kadath
Η όλη εικόνα, που παραστατικά δίνει ο Λάβκραφτ, στοχεύει κατευθείαν, σαν μαύρη δίνη, τις συνεκτικές ιδιότητες που εναρμόζουν τον άνθρωπο, την ψυχή και το είναι του. Φτάνει σ ένα επίπεδο πέρα από οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης και αιτιοκρατίας. Εκεί όπου η γεωμετρία του χώρου και του μυαλού παρασύρεται και συστρέφεται σε αφύσικες γωνίες και καμπύλες. Σαν μια δομή που λιώνει, διαστρεβλώνοντας το γύρω διάστημα και ρουφιέται μέσα απ’ μια πύλη σε τόπους πέρα απ’ τον κόσμο, στο αρχέγονο και το άμορφο. Περιγράφει μια κατάσταση απρόσιτη και μακρινή που δεν παρεμβαίνει άμεσα στον ανθρώπινο κόσμο. Τον απειλεί όμως πίσω απ’ το παραπέτασμα της τρέλας και της καθέλιξης της ίδιας της δημιουργίας στην πρωτοζωϊκή ύλη.
Η κλασσική μέθοδος επιρροής, μετάδοσης και κατεύθυνσης της πληροφορίας μέσα στις συνειδήσεις των πιστών είναι η τεχνική των ονείρων. Στο όνειρο, η επίγνωση του καθενός μπορεί να σταλεί σαν κύμα και να ταξιδεύσει μέσα στις διαστάσεις – στον χώρο και τον χρόνο- ανασύροντας και τα ανάλογα δεδομένα στο πέρασμά του … αρκεί και ο ίδιος να είναι κάπως εξοικειωμένος σ’ αυτό το στροβίλισμα της ενέργειάς του.
Ανάλογα και από άλλες σφαίρες, μπορεί να δημιουργηθεί μια δινοτροπική εστία και ένα κύμα ή μια παραφυάδα από κάποιο σκοτεινό φορέα να εισχωρήσει μέσα απ’ τις ρωγμές… κατευθείαν στα κέντρα αντίληψης και στο νευρικό σύστημα του ονειρευόμενου. Σαν ένας διανοητικός ιός που αναδύεται απ’ τα βάθη για να κατσικωθεί στην δική μας πραγματικότητα.
… The Dream Quest of Unknown Kadath
Η όλη εικόνα, που παραστατικά δίνει ο Λάβκραφτ, στοχεύει κατευθείαν, σαν μαύρη δίνη, τις συνεκτικές ιδιότητες που εναρμόζουν τον άνθρωπο, την ψυχή και το είναι του. Φτάνει σ ένα επίπεδο πέρα από οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης και αιτιοκρατίας. Εκεί όπου η γεωμετρία του χώρου και του μυαλού παρασύρεται και συστρέφεται σε αφύσικες γωνίες και καμπύλες. Σαν μια δομή που λιώνει, διαστρεβλώνοντας το γύρω διάστημα και ρουφιέται μέσα απ’ μια πύλη σε τόπους πέρα απ’ τον κόσμο, στο αρχέγονο και το άμορφο. Περιγράφει μια κατάσταση απρόσιτη και μακρινή που δεν παρεμβαίνει άμεσα στον ανθρώπινο κόσμο. Τον απειλεί όμως πίσω απ’ το παραπέτασμα της τρέλας και της καθέλιξης της ίδιας της δημιουργίας στην πρωτοζωϊκή ύλη.
Η κλασσική μέθοδος επιρροής, μετάδοσης και κατεύθυνσης της πληροφορίας μέσα στις συνειδήσεις των πιστών είναι η τεχνική των ονείρων. Στο όνειρο, η επίγνωση του καθενός μπορεί να σταλεί σαν κύμα και να ταξιδεύσει μέσα στις διαστάσεις – στον χώρο και τον χρόνο- ανασύροντας και τα ανάλογα δεδομένα στο πέρασμά του … αρκεί και ο ίδιος να είναι κάπως εξοικειωμένος σ’ αυτό το στροβίλισμα της ενέργειάς του.
Ανάλογα και από άλλες σφαίρες, μπορεί να δημιουργηθεί μια δινοτροπική εστία και ένα κύμα ή μια παραφυάδα από κάποιο σκοτεινό φορέα να εισχωρήσει μέσα απ’ τις ρωγμές… κατευθείαν στα κέντρα αντίληψης και στο νευρικό σύστημα του ονειρευόμενου. Σαν ένας διανοητικός ιός που αναδύεται απ’ τα βάθη για να κατσικωθεί στην δική μας πραγματικότητα.
“Είχε πει ότι η γεωμετρία του ονειρικού κόσμου ήταν αφύσικη, μη ευκλείδεια, που υπαινισσόταν με αποκρουστικό τρόπο την ύπαρξη χώρων και διαστάσεων πέρα από τις δικές μας”…The Call of Cthulhu
Η αιμομιξία στον Ιουδαιοχριστιανισμό - Σεξ, ψέματα και...ψέματα
Όλως τυχαίως, κατά την περιήγησή μου στο διαδίκτυο, πέφτω σε μια συζήτηση όπου σ' ένα μήνυμα πραγματεύεται ο...σωτήριος και...καθαρτικός ρόλος της Εκκλησίας (ψεκάζει, γυαλίζει, απολυμαίνει).Επειδή στη σελίδα αυτή, έφτασα, ψάχνοντας κάτι παρεμφερές (την αμαρτία της αιμομιξίας), εντύπωση μου προκάλεσε το ακόλουθο απόσπασμα (γιατί εγώ, άλλα ήξερα):
«... Η Γραφή κηρύττει κάθαρση και με άλλη έννοια. Εάν ένας λαϊκός χριστιανός εκτραπεί δεινώς και γίνει σκανδαλοποιός και είναι αμετανόητος, αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας ως ακάθαρτο και επικίνδυνο μέλος. Θα το γνωρίζετε πιστεύω και το περιστατικό αυτό: Όταν στην Εκκλησία της Κορίνθου λαϊκό μέλος έπεσε στο αμάρτημα της αιμομιξίας, ο απόστολος Παύλος αναστατώθηκε, διότι οι χριστιανοί δεν κήρυξαν πένθος και δεν απέβαλαν τον αιμομίκτη από την Εκκλησία. Διέταξε δε να συναχτούν και να παραδώσουν τον αναίσχυντο αυτό άνθρωπο στον Σατανά, για να τιμωρηθεί σκληρά το σώμα του, ώστε να σωθεί το πνεύμα του κατά τη Δευτέρα παρουσία. Γράφει ο απόστολος στους χριστιανούς: «Δεν οίδατε ότι μικρή ζύμη όλο το φύραμα ζυμώνει; Καθαρίστε λοιπόν την παλιά ζύμη και εξαιρέσετε το πονηρό από εσάς» (Α΄ Κορ. 5:6-7, 13)».
Θέλοντας λοιπόν να κάνω πράξη το «πίστευε και μη, ερεύνα», ανατρέχω στις «ιερές γραφές» για να διαπιστώσω το αληθές του προηγούμενου αποσπάσματος. Τι έκπληξη όμως! Ο συντάκτης αυτού του κηρύγματος, αποδεικνύεται λίγο...ψευταράκος! Γιατί, οι «ιερές γραφές» δεν κάνουν σαφή λόγο για αιμομιξία.
Τι λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος στο συγκεκριμένο κεφάλαιο; Ιδού:
«...Διαδίδεται πως υπάρχει μια περίπτωση πορνείας μεταξύ σας, και μάλιστα τέτοιου είδους πορνεία, που ούτε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες δε συναντιέται! Nα έχει δηλαδή ένας σχέσεις με τη γυναίκα του πατέρα του! Kι εσείς είστε τόσο γεμάτοι από αυταρέσκεια που δεν πενθήσατε, όπως άρμοζε καλύτερα, ώστε ν' αποκοπεί από ανάμεσά σας αυτός που έκανε την πράξη αυτή. Oπωσδήποτε πάντως, εγώ, που είμαι βέβαια απών σωματικά αλλά παρών πνευματικά, έχω κιόλας καταδικάσει στ' όνομα του Kυρίου μας Iησού Xριστού, σαν να ήμουν παρών, αυτόν που διέπραξε τόσο αδιάντροπα την πράξη αυτή. Έτσι, αφού συναχθείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα, έχοντας και τη δύναμη του Kυρίου μας Iησού Xριστού, να παραδώσετε έναν τέτοιο άνθρωπο στο Σατανά, για να εξαλειφθεί το σαρκικό φρόνημα, ώστε το πνεύμα να διατηρηθεί σώο την Hμέρα του Kυρίου Iησού. Δεν είναι δικαιολογημένη η ικανοποίησή σας. Δεν το ξέρετε πως λίγο προζύμι ξινίζει όλο το ζυμάρι; Kαθαρίστε, λοιπόν, ολότελα την εκκλησία από το παλιό προζύμι, για να είστε νέο ζυμάρι, καθώς είστε άζυμοι τώρα πια. Γιατί, πραγματικά, το δικό μας το Πάσχα είναι το ότι για μας θυσιάστηκε ο Xριστός. Eπομένως, ας γιορτάζουμε όχι πια με παλιό προζύμι ούτε με προζύμι κακίας και πονηρίας, αλλά με απαλλαγμένη από προζύμι ειλικρίνεια και αλήθεια».
Θα αναρωτηθεί λοιπόν κάποιος εδώ, γιατί ο Παύλος δεν λέει ευθέως «σχέσεις με την μάνα του» και λέει «σχέσεις με τη γυναίκα του πατέρα του»; Γιατί πάει Αθήνα Θεσσαλονίκη, μέσω Ιωαννίνων κι όχι μέσω Λαμίας; Μήπως επειδή δεν αναφέρεται στην βιολογική μάνα του αμαρτωλού, αλλά σε κατοπινή σύζυγο του πατέρα του (δηλαδή μητριά); Ηθικά κατακριτέα βέβαια, μια τέτοια πράξη, αλλά αιμομιξία δεν είναι, με την στενή έννοια του όρου.
Θα μπορούσε φυσικά, να πει κάποιος, ότι απ' τη στιγμή που η συγκεκριμένη φράση είναι «θολή» και ασαφής, ο καθένας θα μπορούσε να δώσει την δική του ερμηνεία. Σωστό κι αυτό. Για πάμε όμως λίγο παρακάτω, στην ίδια επιστολή... Τι γνώμη έχει ο Παύλος για την αιμομιξία; Διαβάζουμε από την μετάφραση της ίδιας ιστοσελίδας:
«Αν, όμως, κάποιος νομίζει πως φέρεται σκληρά στην κόρη του, που θέλει κάποιον, αν αυτή είναι σε ώριμη ηλικία και είναι ανάγκη να γίνει έτσι, ας την αφήσει να κάνει αυτό που θέλει, δεν αμαρτάνει, ας παντρευτούν» (Παύλου Α’ Προς Κορινθίους, Κεφ. 7 36).
Η πρώτη παρατήρηση που θα κάνει κάποιος εδώ, είναι πως ο Παύλος δεν λέει κάτι το μεμπτό. Σωστά. Ο Παύλος δεν λέει τίποτε το μεμπτό εδώ, σύμφωνα με αυτή τη μετάφραση, αν και είναι ν' απορεί κανείς: Γιατί θα μπορούσε να είναι αμαρτία ένας γάμος; Να δούμε όμως πως έχει και το πρωτότυπο κείμενο;
«Ει δε τις ασχημονείν επί την παρθένον αυτού νομίζει εάν ή υπέρακμος, και ούτως οφείλει γίνεσθαι, ο θέλει ποιείτω. Ουχ αμαρτάνει. Γαμείτωσαν».
Σε πολύ απλά ελληνικά:
«Εάν κάποιος νομίζει ότι είναι ντροπή που η κόρη του έμεινε γεροντοκόρη, και έτσι πρέπει να γίνει, ότι θέλει ας κάνει. Δεν αμαρτάνει. Ας παντρευτούν (σ.σ.: Ο πατέρας με την κόρη)».
(Μετάφραση: Οδυσσέας Επικουρίδης) (περισσότερες αποδόσεις της φράσης, εδώ)
Εδώ λοιπόν, καταλαβαίνουμε γιατί ένας γάμος θα μπορούσε να είναι αμαρτία, ή όχι. Ο «πατέρας» του Χριστιανισμού δηλαδή, ο Παύλος (που δεν είναι και τόσο...«φανατικός» υπέρ του γάμου), επιτρέπει και εξωραΐζει την αιμομιξία, όταν συντρέχουν...σοβαροί λόγοι.
Δεν είναι όμως ν' απορεί κανείς με την παρουσία και την ανοχή της αιμομιξίας στο δόγμα του Ιουδαιοχριστιανισμού. Εδώ έχουν βαλθεί να πείσουν όλον τον κόσμο ότι είμαστε απόγονοι δυο Εβραίων αιμομικτών της εβραϊκής μυθολογίας, δηλαδή του Αδάμ και της Εύας. Ο ηθικοχριστιανικά πλασμένος όμως εγκέφαλος των πιστών, δεν τολμά ή δεν μπορεί να μπει στην βάσανο ν' αναρωτηθεί: Μα καλά, πως από δυο και μόνο ανθρώπους μπορεί να προκύψει μια ολόκληρη ανθρωπότητα, χωρίς ο Αδάμ και η Εύα να προχωρήσουν σε αιμομικτικές σχέσεις με τα παιδιά τους κι αυτά με τη σειρά τους να αλληλοπηδιούνται μεταξύ τους (για αναπαραγωγικούς σκοπούς βέβαια...); Αλλά τι να λέμε τώρα; Εδώ οι «προπάτορες» έπεσαν σε πολύ βαρύτερο αμάρτημα... Έφαγαν ένα...μήλο!
Απ' τη στιγμή όμως που οι αφελείς πιστοί, καταπίνουν αμάσητο αυτό το παραμύθι ή απλά το προσπερνούν, δεν θα πρέπει να τους προκαλεί και μεγάλη έκπληξη μιας άλλη περίπτωση αιμομιξίας που εμφανίζεται στην Αγία Γραφή: Αυτή του Λωτ. Εδώ παρατηρεί κανείς, κάτι το καταπληκτικό, που μόνο στην ιουδαιοχριστιανική θρησκεία θα μπορούσε να συμβεί. Ο Θεός (Γιαχβέ) υποτίθεται ότι καταστρέφει τα Σόδομα, γιατί ήταν άντρο ακολασίας. Με την παρέμβαση του «γενάρχη» Αβραάμ διασώζεται ο Λωτ και η οικογένειά του. Πριν ακόμα αναχωρίσει η Λωτ και η οικογένειά του απ' τα Σόδομα, μαθαίνουμε ότι εξαγριωμένοι και ασυγκράτητοι Σοδομίτες περικυκλώνουν το σπίτι του, έτοιμοι να τα κάνουν λαμπόγυαλα, αν δεν τους παραδώσει τους αγγέλους για να τους «διακορεύσουν» (τι «θεοπνευστία»...). Τι κάνει τότε ο ενάρετος Λωτ; «Προσφέρει» ως αντάλλαγμα για την σωτηρία του τις...κόρες του, διαφημίζοντας μάλιστα και την...παρθενιά τους! «Έχω δύο θυγατέρας αίτινες δεν εγνώρισαν άνδρα, να σας φέρω λοιπόν αυτάς έξω και κάμετε εις αυτάς όπως φανή εις εσάς αρεστόν» (Γένεσις ΙΘ’ 8). Τα «καλύτερα» όμως έπονται, όταν ο Λωτ κατορθώνει να διαφύγει με τις δυο κόρες του (στην πορεία, η κυρία Λωτ, της οποίας το όνομα δε γνωρίζουμε, έγινε στήλη άλατος) κι αφού καταφεύγουν σε μια σπηλιά, τότε αρχίζουν «τα Σόδομα και τα Γόμαρα»: Ο Λωτ πηδιέται με τις κόρες του και μάλιστα τις καθιστά έγκυες!
«Ανέβη δε ο Λώτ από Σηγώρ και κατώκησεν εν τω όρει και μετ’ αυτού αι δύο θυγατέρες αυτού, διότι εφοβήθη να κατοίκηση εν Σηγώρ και κατοίκησεν εν σπηλαίω, αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού. [...] Και είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέρα… ελθέ ας ποτίσωμεν τον πατέρα ημών οίνον κι ας κοιμηθώμεν μετ’ αυτού. [...] Επότισαν λοιπόν και την νύκτα εκείνη τον πατέρα εαυτών οίνον, και σηκωθείσα η νεωτέρα εκοιμήθη μετ’ αυτοΰ και εκείνος δεν ενόησεν ούτε πότε πλαγίασεν αυτή και πότε εσηκώθη. Και συνέλαβαν αι δύο θυγατέρες τού Λώτ εκ του πατρός αυτών» (Γένεσις ΙΘ’ 30, ΙΘ’ 32, ΙΘ’ 35-36).
Πως είπατε; Ποιοι ήταν τελικά οι πιο ανήθικοι; Ο Λωτ με τις κόρες του ή οι Σοδομίτες;
Τι να σας πω... Ένας Θεός ξέρει... Αν και η Εκκλησία, έχει ήδη λάβει θέση επί του θέματος όπως φαίνεται, καθώς αναγνωρίζοντας το «ηθικό ανάστημα» αυτού του ανθρώπου, φροντίζει να τον τιμά στις 9 Οκτωβρίου, ως «Δίκαιο», παρέα με τον άλλο «Δίκαιο», τον Αβραάμ....
Βεβαίως, οι Ιουδαιοχριστιανοί έχουν απάντηση για όλα: «Δεν θα θέσουμε σαν ηθικό μήνυμα την αιμομιξία ή την πολυγαμία, αυτό δεν συζητιέται καν, διότι μιλάμε για άλλες εποχές και τα κριτήρια είναι τελείως διαφορετικά. Πρέπει κάθε πράγμα να το συγκρίνουμε και με την εποχή που βρίσκεται» (ιερομόναχος της Μονής Γρηγορίου, Αρτέμιος Γρηγοριάτης).
Τι ωραίοι που είναι οι Ιουδαιοχριστιανοί (και ειδικά οι Έλληνες)... Όταν γίνεται κριτική στα αίσχη της Βίβλου, απαιτούν να λαμβάνουμε υπόψιν τα δεδομένα και τα κριτήρια της τότε εποχής. Όταν όμως οι ίδιοι αναφέρονται στα υποτιθέμενα κακώς κείμενα (κατ' αυτούς) του αρχαιοελληνικού κόσμου, «ξεχνάνε» τα κριτήρια αυτά και χρησιμοποιούν δεδομένα του σήμερα. Δεν διστάζουν δε, να ψευδολογήσουν συνειδητά, υιοθετώντας κάθε είδους εισαγώμενη ανθελληνική προπαγάνδα, αρκεί να χτυπήσουν «κάτω απ' τη ζώνη» τον αρχαιοελληνικό κόσμο (μισητό εχθρό του Ιουδαϊσμού τον οποίον συνειδητά ή ασυνείδητα πρεσβεύουν). Τρανταχτά παραδείγματα, αυτό της ομοφυλοφιλίας (που ως φαίνεται ένα σημαντικό ποσοστό των σημερινών ιερωμένων «γνωρίζει» από πρώτο χέρι) ή της δουλείας (που όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, προάγεται ασύστολα μέσα στις «ιερές γραφές») στην αρχαία Ελλάδα, τα οποία οι ελληνορθόδοξοι Ιουδαιοχριστιανοί έχουν κάνει «εικόνισμα».
Δύο μέτρα και δύο σταθμά δηλαδή. Αναλόγως τι μας βολεύει...
Σχόλια στην «Ψυχολογία του Αθεϊσμού»
Είναι γνωστό ότι πολλοί νεοαπολογητές χρησιμοποιούν όλο και πιο συχνά πλέον, τα κείμενα των αιρετικών -για αυτούς- καθολικών ή προτεσταντών, αφού προφανώς το μυαλό εκείνων είναι πιο ανεπτυγμένο από των ορθοδόξων, για να μας φέρουν “ενδιαφέρουσες” θεωρίες, που θα αποδείξουν τον...θρίαμβο της Ορθοδοξίας.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η «Εισαγωγή στην Ψυχολογία του Αθεϊσμού» του “ψυχολόγου” Paul C. Vitz. Μεταφρασμένη από την ΟΟΔΕ εδώ.
Όταν το πρωτοδιάβασα γέλασα. Η λογική και τα επιχειρήματα του είναι λαϊκίστικης ψυχολογίας επιπέδου μεσημεριανάδικου. Μετά διαπίστωσα μεγάλο αριθμό σελίδων που τον αναφέρουν και προφανώς θεωρούν τις απόψεις του επιστημονικές και σπουδαίες.
Βέβαια στο θέμα της ψυχολογίας έχουμε τον τελευταίο καιρό γίνει μάρτυρες πολλών παπάδων ή θεολόγων που είναι και “ψυχολόγοι” και προσπαθούν να χρησιμοποιούν ότι τους συμφέρει από τα πορίσματα της ψυχολογικής έρευνας για να πείσουν τους πιστούς τους ότι όλα είναι καλά στην δοξασία τους. Με μια φωτεινή μοναδική εξαίρεση, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την ψυχολογία, μόνο στα σημεία εκείνα που θα ωφελήσουν την θρησκεία τους.
Ας δούμε λοιπόν κάποια από αυτά που λέει ως επιχειρήματα πως τα χρησιμοποιεί και τι θέλει να βγάλει...
Ξεκινάει με τον Φρόιντ ως εξής:
Για να καταλάβουμε τι εννοώ θα πρέπει να οριστεί ο άθεος. Αλλά πριν οριστεί, είναι προφανώς ανάγκη να οριστεί ο θεός. Φυσικά εδώ τα πράγματα από πλευράς επιστήμης και ψυχολογίας είναι δύσκολα. Θεϊστές υπάρχουν πολλοί και θεοί χιλιάδες. Μάλιστα ακόμα και η κάθε θρησκεία έχει χιλιάδες σέχτες που η κάθε μια βλέπει τον θεό της λίγο διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Άρα από πλευράς επιστήμης είναι σχετικά δύσκολο να οριστεί ξεκάθαρα η έννοια “θεός”, πόσο μάλλον η έννοια “άθεος”.
Στην Δύση λόγω του χριστιανικού παρελθόντος, θεωρούμε σχεδόν δεδομένο, αν και δεν είναι, τον ορισμό του θεού ως τον Ιεχωβά, όπως περίπου τον φαντάζονται οι Εβραίοι, αλλά με δύο επί πλέον προσθήκες, του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, σε μια διανοητική κατασκευή που ορίστηκε τον 4ο αι. από την πρώτη και δεύτερη οικουμενική σύνοδο, και ανάλογα την σέχτα έχει ή δεν έχει κάποιες ιδιότητες.
Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας εδώ θεωρεί ως άθεο αυτόν που δεν δέχεται καμία πίστη στον Ιεχωβά αυτόν με ή χωρίς την προσθήκη που είπαμε, αφού δεν αναφέρεται στην θεότητα γενικά, φέρνει συνέχεια αποσπάσματα της Αγίας Γραφής και μάλιστα της Παλαιάς Διαθήκης για να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του, και τέλος μιλάει ταυτόχρονα για χριστιανούς και Εβραίους. Βέβαια αν καταφέρει το “εγχείρημα” αυτό θα το δούμε στο τέλος. Το θέμα είναι ότι και από πλευράς θεϊσμού σαν επιστήμονας (αν ήταν) μιλάει μονόπλευρα.
Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα προσθέτει:
Και συνεχίζει με το γνωστό επιχείρημα της “ελεύθερης βούλησης” που έχει φανεί πλέον ότι δεν είναι και πολύ ελεύθερη, ξεχνώντας ότι υπάρχουν ένας σωρός θρησκείες και θεότητες, σαν ο Ιεχωβάς να είναι μοναδικός και χωρίς ανταγωνιστή, δηλαδή αγνοεί τα εκατομμύρια του κόσμου που δεν έχουν ιδέα για τον θεό του, αλλά άλλους θεούς:
Και συνεχίζει:
Φυσικά είναι προφανές ότι αυτά σαν κριτήρια αθεϊσμού, μπορεί να ισχύουν ίσως για μερικούς από τους εισερχόμενους στο Στάνφορντ, απαρίθμησε τέσσερις, αλλά σίγουρα δεν έχουν να κάνουν με το παγκόσμιο ρεύμα άρνησης της θρησκείας, που είναι πανάρχαιο, και φυσικά καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα η βολή, η άνεση είναι να μην είσαι αρνητής της θρησκείας. Αλλά τελικά ό,τι και να λέει ο συγγραφέας, ένας άνθρωπος που θέλει κοινωνική αναγνώριση πρέπει να δείχνει στους γύρω του ότι ασπάζεται το τρίπτυχο θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στην Ευρώπη και την Αμερική ακόμα. Αυτή είναι η πραγματική βολή. Ειδικά στην Ελλάδα, αυτό είναι έτσι σε αισχρό σημείο και μάλιστα όχι τόσο στο θέμα της πατρίδας ή της οικογένειας, όσο κυρίως της θρησκείας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου βολικό κοινωνικά να δηλώνει κάποιος άθεος. Δεν αναφέρει καν σαν κριτήριο αθεΐας τον εχέφρονα νου που δεν δέχεται καμιά φαντασιακή θεώρηση χωρίς βάσιμο ορθολογικό έρεισμα.
Το θέμα της ηθικής έχει αναλυθεί ήδη. Ηθική υπήρχε πριν την θρησκεία και θα υπάρχει και μετά από αυτή. Από τα πρώτα φιλοσοφικά στοιχεία τεκμηρίωσης σε θέματα ηθικής είναι τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη που δεν προβλέπουν καμιά θεϊκή πρόταση ή παρέμβαση στο θέμα της ηθικής, αλλά την πρακτική ανάγκη του ανθρώπου. Αλώστε η κοινωνική ηθική που αντανακλάται στους νόμους των κοινωνιών δεν ταυτίζεται με την θρησκευτική ηθική, τουλάχιστον στις χώρες της Δύσης. Ο ίδιος ο Φρόιντ στο «Μέλλον μιας Αυταπάτης» (κεφ. 8) κάνει την διάκριση θεϊκής και κοινωνικής ηθικής και στην υπεροχή της κοινωνικής για το μέλλον του πολιτισμού.
Φυσικά οι θρησκευόμενοι έχουν πεισθεί απόλυτα και εδώ αδυνατεί ο Λόγος να κάνει κάνει κάτι, ότι η ηθική έχει εξωανθρώπινη προέλευση και δη από έναν ή πολλούς θεούς, ανάλογα τι πιστεύει ο κάθε θεϊστής. Η λογική ότι “χωρίς θεό όλα επιτρέπονται”, έχει καταρριφθεί από την ίδια τη δράση των χριστιανών ή άλλων θεϊστών για την επικράτησή τους και όχι μόνον, που ακόμα και με θεό για πολλούς από αυτούς όλα επιτρέπονται και όλα τα έχουν κάνει.
Πάμε τέλος στο ζουμί της υπόθεσης, στα “ψυχολογικά κίνητρα”. Αναφέρει λοιπόν στην συνέχεια για τον Φρόιντ:
Το συμπέρασμα όπως το θέτει ο συγγραφέας είναι λάθος. Δεν βγάζει αναξιόπιστη την επιθυμία για τον θεό, ως έχουσα ψυχολογική προέλευση. Πρώτα βγάζει την θρησκεία άχρηστη, λογικά όπως είχαν κάνει άλλοι ήδη πριν από αυτόν, και μετά ψάχνει το ψυχολογικό κομμάτι όπως θα δούμε παρακάτω.
Παίρνει λοιπόν δύο φράσεις από το εν λόγω βιβλίο και τις παρουσιάζει πάρα κάτω.
Η πρώτη είναι: «Οι θρησκευτικές ιδέες έχουν προκύψει από τις ίδιες ανάγκες με όλα τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού, ήτοι, εκ της ανάγκης για προστασία απέναντι στην συντριπτική δύναμη της φύσης» (σελ.21)(44).
Μόνο που η φράση έχει και συνέχεια: «Σε αυτή την ανάγκη προστέθηκε και ένα δεύτερο κίνητρο, αυτό της τάσης του ανθρώπου να διορθώνει τις επώδυνες ατέλειες του πολιτισμού, (εδώ μιλάει για την ηθική) που την αγνοεί για να βγάλει το συμπέρασμά του».
Η δεύτερη φράση είναι η: «Συνεπώς, τα θρησκευτικά πιστεύω είναι: αυταπάτες, εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας… Όπως ήδη γνωρίζουμε, η τρομερή αίσθηση της αδυναμίας στην παιδική ηλικία προξένησε την ανάγκη για προστασία –για προστασία μέσω αγάπης– πράγμα που το παρείχε ο πατέρας… Έτσι, η αγαθή διακυβέρνηση μιας θείας Πρόνοιας κατευνάζει τον φόβο που έχουμε για τους κινδύνους της ζωής» (σελ. 30)(61).
Για να βγάλει το παρακάτω συμπέρασμα:
Συνεχίζει με τα αποφθέγματά του:
Ήδη όμως στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφερόταν σε σύγχρονά του παραδείγματα και τελειώνει το κεφ 5 ως εξής: “και στα παλαιότερα χρόνια άσκησαν οι θρησκευτικές αντιλήψεις μια ισχυρότατη επιρροή στον άνθρωπο παρά την αδιαμφισβήτητη έλλειψη πειστηρίων. Αυτό είναι ένα καινούργιο ψυχολογικό πρόβλημα. Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα σε τι συνίσταται η εσωτερική δύναμη αυτών των δογμάτων και σε ποια συνθήκη οφείλουν την ανεξάρτητη από λογική επιβεβαίωση επίδρασή τους”.
Σε απάντηση αυτών των δύο προχωράει ο Φρόιντ ότι αυτή “Συνάγεται από την εξέταση της ψυχικής γέννησης των θρησκευτικών αντιλήψεων. Αυτές ενώ παρουσιάζονται ως κανονικές διδαχές, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα απόσταγμα πείρας, ή ένα τελικό συμπέρασμα της σκέψης, παρά αυταπάτες εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας... κ.λπ., κ.λπ.”.
Φυσικά, παρακάτω εξηγεί και τι εννοεί με τον όρο “αυταπάτες” καταλήγοντας ότι “ονομάζουμε μια πεποίθηση αυταπάτη, όταν η εκπλήρωση της επιθυμίας παίζει πρωταρχικό ρόλο στα κίνητρά της και παραβλέπουμε εδώ τη σχέση της με την υπαρκτή πραγματικότητα, με τον ίδιο τρόπο που και η ίδια η αυταπάτη παραιτείται από την επιβεβαίωσή της”.
Βλέπουμε λοιπόν ότι με δύο μικρά αποσπάσματα βγάζει τον Φρόιντ, τον δημιουργό και πατέρα της επιστήμης που σπούδασε ο συγγραφέας, άχρηστο που κάνει γκάφες, ενώ αν διαβάσει κανείς το πλήρες κείμενο έχει απόλυτη συνέπεια στην λογική. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, εάν δεν το διάβασε ή θέλει να πει κάτι για να πλήξει την επιστημονική συνέπεια του Φρόιντ και συνειδητά χρησιμοποιεί ό,τι θέλει, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αλήθεια αυτών που λέει, αφού κανένα από τα πρόβατα που τον διαβάζουν δεν θα ψάξει ποτέ βιβλίο του άθεου Φρόιντ για να τον διαψεύσει.
Συνεχίζουμε λοιπόν με το κείμενο:
Η ψυχαναλυτική θεώρηση γίνεται στο τέλος του 4ου κεφαλαίου (48-49) που είναι με αφορμή την θέση θεού-ζώου που είχε αναπτύξει στο Τοτέμ και Ταμπού και την προσωποποίηση του θεού στην κατεύθυνση της σχέσης παιδιού πατέρα. Στη σχέση δοξασίας αυταπάτης στο 6ο κεφάλαιο, και στο μισό 8ο κεφάλαιο για την αναλογία με τις νευρώσεις που είναι καθαρά ψυχαναλυτικές, φυσικά σε όλο το κείμενο φαίνεται η επίδραση της στον ξεκάθαρο λόγο του Φρόιντ. Μπορεί λοιπόν το λεξιλόγιο να μην είναι το σύνηθες ψυχαναλυτικό, αυτό όμως χωρίς να εκλείπει, κάνει το βιβλίο πιο ευχάριστο στην ανάγνωση και τους θεϊστές πιο δυστυχείς.
Νομίζω όμως ότι σε αυτό μπορεί να δώσει απάντηση ο ίδιος ο Φρόιντ μέσα από το έργο του.
Στο τέλος του 3ου κεφ.: “Και τώρα ιδού το ερώτημα: Τί είναι αυτές οι αντιλήψεις υπό το φως της ψυχολογίας, από που έλκουν την υψηλότατη εκτίμηση της οποίας χαίρουν και –για να προχωρήσουμε προσεκτικά– ποια είναι η πραγματική τους αξία;” ( 41).
7ο κεφ.: “Μετά αναδύθηκε μέσα μου το ερώτημα αν η δημοσίευση αυτού του κειμένου θα έφερνε συμφορά στην υπόθεση της ψυχανάλυσης. Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι δικό μου δημιούργημα, το οποίο έχει δεχτεί μεγάλη δυσπιστία και κακοβουλία. Όταν εκθέτω τόσο δυσάρεστες απόψεις, θα αρπάξουν την ευκαιρία να μεταθέσουν τις επιθέσεις τους από το πρόσωπό μου στην ψυχανάλυση. [...] Αυτός ο θόρυβος θα είναι πράγματι δυσάρεστος για μένα, κι αυτό λόγω του ότι πολλοί από τους συνεργάτες μου δεν συμμερίζονται τις αντιλήψεις μου για τα θρησκευτικά ζητήματα. Όμως η ψυχανάλυση άντεξε πολλές μπόρες, ας εκτεθεί λοιπόν και σε αυτήν. Όλα όσα είπα εδώ ενάντια στην αξία της αλήθειας των θρησκειών, δεν χρειάστηκαν την ψυχανάλυση, είχαν ήδη ειπωθεί πολύ πριν από την γέννησή της από άλλους. Αν με την βοήθεια της ψυχαναλυτικής μεθόδου επεξεργαστούμε επιχειρήματα ενάντια στον βαθμό αληθείας της θρησκείας, τόσο το χειρότερο για την θρησκεία· αλλά και οι υπερασπιστές της θρησκείας θα έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν την ψυχανάλυση, για να εκτιμήσουν σε όλο της το εύρος την συναισθηματική αξία του θρησκευτικού δόγματος” (73).
Αυτό έδωσε νομίζω απάντηση στον κο Vitz για το αν είναι ή όχι κομμάτι της ψυχαναλυτικής θεωρίας ή προσωπικό πρόβλημα (όπως θέλει να νομίζει) του πρώτου ανθρώπου που έμαθε να ψυχαναλύεται μόνος του. Η αναφορά στο πρόβλημα συνεργασίας με τους συναδέλφους του που δεν μπορούν να δεχτούν τέτοια θέματα (είμαστε στο 1927, 6 χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ) δείχνει τον τρόπο που έπρεπε να απευθύνεται σε θεϊστές χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα η ίδια η ψυχανάλυση. Φυσικά την πρόταση του Φρόιντ για την χρήση της ψυχανάλυσης από την θρησκεία για ανάδειξη των αληθειών της, προφανώς ήταν δύσκολη για τον κύριο Vitz και προτίμησε να ασχοληθεί με την αθεΐα θεωρώντας το πιο βατό για αυτόν.
Ας δούμε όμως σε γενικές γραμμές την θεώρηση των θέσεων του Φρόιντ για την θρησκεία από τον Φρομ που είναι λίγο πιο συνεπής στο βιβλίο αυτό για να έχουμε μια πιο καλύτερη εικόνα, με πράσινα γράμματα είναι τα αντίστοιχα τμήματα που σχολίασε ο Vlitz:
“Η θρησκεία έχει τις ρίζες της στην αδυναμία του ατόμου να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές δυνάμεις της φύσης και τις εσωτερικές ενστικτώδεις δυνάμεις του. Παρουσιάζεται η θρησκεία σε ένα πρώιμο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης όταν ο άνθρωπος δεν ήταν ακόμη σε θέση να χρησιμοποιεί την λογική του για να τις αντιμετωπίσει και πρέπει είτε να τις απωθεί είτε να τις δαμάζει με την βοήθεια άλλων συναισθηματικών δυνάμεων. Έτσι αντί να αντιμετωπίζει αυτές τις δυνάμεις με την λογική τις αντιμετωπίζει με άλλες αντισταθμιστικές συναισθηματικές δυνάμεις, που σκοπός τους είναι να καταστέλλουν και να ελέγχουν αυτά που ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος να αντιμετωπίσει με την λογική.
Κατά την επεξεργασία αυτή ο άνθρωπος αναπτύσσει αυτό που ο Φρόιντ αποκαλεί “αυταπάτη” και που το υλικό της προέρχεται, από τις προσωπικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας. Ο άνθρωπος ευρισκόμενος αντιμέτωπος με επικίνδυνες, ανεξέλεγκτες και ακατανόητες δυνάμεις, τόσο στον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό του κόσμο, ανατρέχει στο παρελθόν και φέρνει στη μνήμη του εμπειρίες που είχε στην παιδική του ηλικία, τότε που ένιωθε προστατευμένος από έναν πατέρα, τον οποίο θεωρούσε ως την υπέρτατη σοφία και δύναμη, και του οποίου την αγάπη και προστασία μπορούσε να κερδίσει υπακούοντας στις προσταγές του και αποφεύγοντας να παρακούσει τις απαγορεύσεις του.
Επομένως, σύμφωνα με τον Φρόιντ, η θρησκεία είναι επανάληψη των παιδικών εμπειριών. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τις απειλητικές δυνάμεις, με τον ίδιο τρόπο που που έμαθε, όταν ήτα παιδί, αντιμετωπίζει την ανασφάλειά του, δηλαδή με το να βασίζεται στον πατέρα, να τον θαυμάζει, να τον φοβάται. Ο Φρόιντ συγκρίνει την θρησκεία με τις ιδεοληπτικές νευρώσεις που συναντούμε στα παιδιά. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η θρησκεία είναι συλλογική νεύρωση, που προκαλείται από συνθήκες όμοιες με κείνες που δημιουργούν τη νεύρωση της παιδικής ηλικίας, στην προσπάθειά του να δείξει γιατί οι άνθρωποι σχημάτισαν την ιδέα του θεού. Αλλά φυσικά βγαίνει επιπλέον ότι η χίμαιρα της θεϊστικής αντίληψης αποδεικνύεται όταν αποκαλυφθεί ότι είναι μια αυταπάτη, βασισμένη στους ανθρώπινους πόθους” (Φρομ, 22-).
Φυσικά το βιβλίο του Φρόιντ είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε θέματα και απόψεις για τις θρησκείες και συνιστώ σε όποιον το βρει να το διαβάσει όλο (είναι άλλωστε σχετικά μικρό).
Ας δούμε τώρα πως θέλει να χρησιμοποιήσει ο Vitz την ιδέα–εμμονή του Φρόιντ στο Οιδιπόδειο και λέω εμμονή, γιατί ήταν ο πρώτος που το ανακάλυψε και αυτός που του έδωσε και περισσότερη σημασία. Οι μεταγενέστεροι ψυχαναλυτές δεν αρνούνται την σημασία του, αλλά δεν είναι τόσο απόλυτοι στην ολιστική επίδρασή του. Συνεχίζοντας λοιπόν την λογική ότι οι προηγούμενες θέσεις ήταν προσωπικό πρόβλημα του Φρόιντ, βγάζει το συμπέρασμα ότι έγινε άθεος από το πρόβλημα που είχε με τον πατέρα του:
Αναφέρει λοιπόν πάλι από τον Φρόιντ:
Και στο τέλος καταλήγει:
Το κείμενο δεν διαφέρει από αντίστοιχα κείμενα δήθεν επιστημόνων νεοαπολογητών. Ο κος Vitz δεν πήγε για να σπουδάσει ψυχανάλυση αλλά για να χρησιμοποιήσει την ψυχανάλυση και για να αποδείξει την αλήθεια της θρησκευτικής του σέχτας. Η προσπάθεια του να βρει τα “ψυχολογικά κίνητρα” του αθεϊσμού είναι γελοία, γιατί θεωρεί τον θεϊσμό του ως απόλυτα φυσιολογική κατάσταση, ενώ την έλλειψη πρόβλημα. Το χειρότερο όμως είναι ότι θέλει να γελοιοποιήσει την επιστήμη του και τον πρωτεργάτη της, αναφέροντας φανταστικές γκάφες και αναδεικνύοντας αφύσικη συμπεριφορά πίσω από την μη αποδοχή φαντασιακών θεοτήτων, όπως αυτών που δημιουργήθηκαν την εποχή του Χαλκού από Χαλδαίους βοσκούς, από έναν εχέφρονα νου που δεν μεγάλωσε σε θεϊστικό περιβάλλον ή που δεν αποδέχεται και δεν καταπίνει σαν θέσφατο, ότι του σερβίρει η παράδοση ή το περιβάλλον του, χωρίς προφανείς αποδείξεις.
Θα έλεγε κανείς ότι αν δεχθούμε την λογική του ευφάνταστου κυρίου Vitz, ο άνθρωπος από γεννησιμιού του είναι θεϊστής και δεν πρωτομαθαίνει για την θρησκεία από τους γονείς του και το περιβάλλον του, αλλά εγγενώς πιστεύει σε κάθε δοξασία των γονιών του, από κληρονομικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες που υπήρχαν ήδη πριν γεννηθεί ή δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την γέννηση και τον καθορίζουν, πράγμα τελείως παράλογο που φυσικά παρόλα αυτά, αφήνει έξω όσους γεννήθηκαν σε μη θεϊστικό περιβάλλον.
Η αναφορά του στην θεωρία του Φρόιντ περί ισοδυναμίας θεού πατέρα (εγώ θα έβαζα καλύτερα αντιστοίχησης), δεν δείχνει να τον αφορά, εκτός από το σημείο που αυτό επηρεάζει τους άθεους, που σημαίνει ότι όπως και όλοι οι φανατικοί θεϊστές, προτιμά την ασφάλεια της παιδικής ηλικίας και την ευθύνη και προστασία ενός υπερφυσικού μπαμπά, από την πραγματική του ενηλικίωση, που σημαίνει από πλευράς του, άρνηση της ανάληψης των ευθυνών του.
Δυστυχώς η σημερινή κοινωνία απαιτεί ενήλικες ανθρώπους, όπως λέει και ο Φρόιντ στο κεφ. 9, και όχι αιώνια παιδιά και παλιμπαιδισμούς κύριε Vitz.
-----------------
Βιβλιογραφία:
Φρομ Έριχ, «Ψυχανάλυση και Θρησκεία», μτφρ. Αιμ Μαρκίδη, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1974.
Φρόιντ Σίγμουντ, «Το Μέλλον μιας Αυταπάτης», μτφρ. Γιούλη Τσίρου, εκδ. Το ποντίκι, Αθήνα χχ.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η «Εισαγωγή στην Ψυχολογία του Αθεϊσμού» του “ψυχολόγου” Paul C. Vitz. Μεταφρασμένη από την ΟΟΔΕ εδώ.
Όταν το πρωτοδιάβασα γέλασα. Η λογική και τα επιχειρήματα του είναι λαϊκίστικης ψυχολογίας επιπέδου μεσημεριανάδικου. Μετά διαπίστωσα μεγάλο αριθμό σελίδων που τον αναφέρουν και προφανώς θεωρούν τις απόψεις του επιστημονικές και σπουδαίες.
Βέβαια στο θέμα της ψυχολογίας έχουμε τον τελευταίο καιρό γίνει μάρτυρες πολλών παπάδων ή θεολόγων που είναι και “ψυχολόγοι” και προσπαθούν να χρησιμοποιούν ότι τους συμφέρει από τα πορίσματα της ψυχολογικής έρευνας για να πείσουν τους πιστούς τους ότι όλα είναι καλά στην δοξασία τους. Με μια φωτεινή μοναδική εξαίρεση, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν την ψυχολογία, μόνο στα σημεία εκείνα που θα ωφελήσουν την θρησκεία τους.
Ας δούμε λοιπόν κάποια από αυτά που λέει ως επιχειρήματα πως τα χρησιμοποιεί και τι θέλει να βγάλει...
Ξεκινάει με τον Φρόιντ ως εξής:
Όσο για τον Φρόϋντ, οι κριτικές του για την θρησκεία –και ειδικά για τον Χριστιανισμό- είναι πασίγνωστες, και θα τις αναλύσουμε σε λίγο. Προς το παρόν, μας φτάνει να γνωρίζουμε πόσο βαθειά είχε απασχολήσει τον Φρόϋντ και την σκέψη του, το ζήτημα του Θεού και της θρησκείας.Φυσικά εδώ κάνει μια πολύ απλή συναίρεση θεωρώντας ότι ξέρει καλά τι είναι αθεϊσμός και ότι έχει μία μονοδιάστατη αιτία, και φυσικά μπορεί να ψυχαναλυθεί με τον ίδιο τρόπο που αναλύονται ψυχολογικά οι θρησκείες ή η κάθε θρησκεία.
Όπως και να 'χει το θέμα, σκοπεύω να δείξω πως οι ψυχολογικές θεωρίες -που χρησιμοποιούνται αρκετά επιτυχημένα για την ερμηνεία της θρησκείας- είναι δίκοπο μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξ ίσου για την ερμηνεία του αθεϊσμού. Η σάλτσα για τον πιστό είναι σάλτσα και για τον μη-πιστό.
Για να καταλάβουμε τι εννοώ θα πρέπει να οριστεί ο άθεος. Αλλά πριν οριστεί, είναι προφανώς ανάγκη να οριστεί ο θεός. Φυσικά εδώ τα πράγματα από πλευράς επιστήμης και ψυχολογίας είναι δύσκολα. Θεϊστές υπάρχουν πολλοί και θεοί χιλιάδες. Μάλιστα ακόμα και η κάθε θρησκεία έχει χιλιάδες σέχτες που η κάθε μια βλέπει τον θεό της λίγο διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Άρα από πλευράς επιστήμης είναι σχετικά δύσκολο να οριστεί ξεκάθαρα η έννοια “θεός”, πόσο μάλλον η έννοια “άθεος”.
Στην Δύση λόγω του χριστιανικού παρελθόντος, θεωρούμε σχεδόν δεδομένο, αν και δεν είναι, τον ορισμό του θεού ως τον Ιεχωβά, όπως περίπου τον φαντάζονται οι Εβραίοι, αλλά με δύο επί πλέον προσθήκες, του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, σε μια διανοητική κατασκευή που ορίστηκε τον 4ο αι. από την πρώτη και δεύτερη οικουμενική σύνοδο, και ανάλογα την σέχτα έχει ή δεν έχει κάποιες ιδιότητες.
Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας εδώ θεωρεί ως άθεο αυτόν που δεν δέχεται καμία πίστη στον Ιεχωβά αυτόν με ή χωρίς την προσθήκη που είπαμε, αφού δεν αναφέρεται στην θεότητα γενικά, φέρνει συνέχεια αποσπάσματα της Αγίας Γραφής και μάλιστα της Παλαιάς Διαθήκης για να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του, και τέλος μιλάει ταυτόχρονα για χριστιανούς και Εβραίους. Βέβαια αν καταφέρει το “εγχείρημα” αυτό θα το δούμε στο τέλος. Το θέμα είναι ότι και από πλευράς θεϊσμού σαν επιστήμονας (αν ήταν) μιλάει μονόπλευρα.
Συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα προσθέτει:
Έτσι, μου φαίνεται σαν έγκυρη θεολογία, αλλά και έγκυρη ψυχολογία, να πούμε πως οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να αποτελέσουν εμπόδια για την πίστη και για την συμπεριφορά, και πως πολύ συχνά, μπορεί να υπάρχουν και υποσυνείδητοι παράγοντες επίσης. Επί πλέον, σαν πόρισμα, είναι λογικό να προταθεί πως οι άνθρωποι ποικίλουν πολύ, ως προς το βαθμό που αυτοί οι παράγοντες υπάρχουν στην ζωή τους.Μια θεώρηση που ισχύει για τα πάντα, αλλά χρειάζεται και θεολογική τεκμηρίωση γιατί μην ξεχνάμε το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Και συνεχίζει, κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς σπούδασε στο Στάνφορντ:
Η Αγία Γραφή το λέει ξεκάθαρα, πως πολλά παιδιά –ακόμα και μέχρι τρίτης ή τέταρτης γενεάς- υποφέρουν από τις αμαρτίες των πατέρων τους, έστω και αν πρόκειται για αμαρτίες πατέρων που πιθανόν να ήσαν πιστοί. Εν ολίγοις, το πρώτο σημείο μου είναι, πως ορισμένοι άνθρωποι έχουν πολύ πιο σοβαρά ψυχολογικά εμπόδια για να πιστέψουν, απ’ ότι έχουν άλλοι –σημείο που συγκλίνει με την ξεκάθαρη προτροπή της Γραφής πως δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους, όσο και αν καλούμεθα να διορθώσουμε το κακό.Νομίζω ότι η επιστημοσύνη του κυρίου αυτού τρώθηκε ανεπανόρθωτα μόνο από αυτή την θεώρηση. Το απόσπασμα-προτροπή της Αγίας Γραφής που βρήκε να χρησιμοποιήσει, δείχνει την θέση ενός ταγμένου χριστιανού, που δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι αντικειμενικός επιστήμονας και διαφαίνεται επίσης η τάση ενός φονταμενταλισμού που ξέρουμε καλά τι κινδύνους υποκρύπτει. Η αναφορά στις αμαρτίες που μεταφέρονται μέχρι τρίτης γενεάς, δείχνει ότι δεν έχει καταλάβει τίποτα από την ψυχανάλυση.
Και συνεχίζει με το γνωστό επιχείρημα της “ελεύθερης βούλησης” που έχει φανεί πλέον ότι δεν είναι και πολύ ελεύθερη, ξεχνώντας ότι υπάρχουν ένας σωρός θρησκείες και θεότητες, σαν ο Ιεχωβάς να είναι μοναδικός και χωρίς ανταγωνιστή, δηλαδή αγνοεί τα εκατομμύρια του κόσμου που δεν έχουν ιδέα για τον θεό του, αλλά άλλους θεούς:
Το δεύτερο σημείο μου, σαν αξίωση, είναι πως –παρά τις σοβαρές δυσκολίες στην απόκτηση πίστης- όλοι μας έχουμε παρά ταύτα την ελευθερία επιλογής να δεχθούμε τον Θεό, ή να Τον απορρίψουμε. Αυτή η αξίωση δεν έρχεται σε αντίθεση με το πρώτο σημείο.Ακολουθεί η θεώρησή του για τα “τα κοινωνικά και προσωπικά κίνητρα” της αθεΐας, όπως τα φαντάζεται μετά από το προσωπικό του βίωμα:
Φαίνεται να υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη σε μεγάλο μέρος της Δυτικής διανοούμενης κοινωνίας, πως η πίστη στον Θεό βασίζεται σε ένα σωρό από παράλογες, ανώριμες ανάγκες και επιθυμίες, ενώ ο αθεϊσμός ή ο σκεπτικισμός προέρχεται από μια δήθεν λογική, σοβαρή εκτίμηση της πραγματικότητας.
οι λόγοι που έγινα και που παρέμεινα αθεϊστής-σκεπτικιστής από την ηλικία των 18 μέχρι τα 38 μου, ήσαν επιφανειακοί, παράλογοι και μάλλον χωρίς καμία διανοουμενίστικη ή ηθική ακεραιότητα. Οι κύριοι συντελεστές που εμπλέκονται στην επιλογή μου να γίνω αθεϊστής (αν και δεν τους είχα εντοπίσει τότε) είναι οι εξής: Ντρεπόμουν λιγάκι, που προερχόμουν από μια Μέσο-Δυτική Πολιτεία, επειδή φάνταζε τρομερά ανιαρή, στενόχωρη, και επαρχιώτικη. Σίγουρα, δεν είναι και τόσο ρομαντικό ή εντυπωσιακό, να κατάγεται κανείς από το Σινσινάτι του Οχάϊο, έχοντας ακαθόριστες, ανακατεμένες, Γερμανο-Αγγλο-Ελβετικές ρίζες… εν ολίγοις, να είσαι μια δυσβάσταχτα μεσοαστική προσωπικότητα… Αυτό το είδος κοινωνικής πίεσης έχει σπρώξει πάρα πολλούς μακριά από την πίστη στον Θεό, και απ’ όλα όσα συσχετίζονται –κατ’ αυτούς- με την πίστη αυτή.Έτσι, μάθαμε ότι οι καθηγητές στο Στάνφορντ είναι όλοι αθεϊστές και μάλιστα ενωμένοι στην αθεΐα τους όπως “μπόρεσε να διακρίνει” ο συγγραφέας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο “ψυχολόγος” αυτός, ενώ δείχνει μια ενοχική μεταμέλεια για την αθεϊστική εξέλιξη της εφηβικής του επανάστασης, προσπαθεί να κατηγορήσει συλλήβδην το σύνολο των καθηγητών του πανεπιστημίου του (ένα πανεπιστήμιο που είναι ολόκληρη πόλη), σαν να έφταιξαν αυτοί που δεν ήταν πιστοί, για το δικό του πρόβλημα.
Ένας άλλος κυρίαρχος λόγος που επιθυμούσα να γίνω αθεϊστής, ήταν πως επιζητούσα την αποδοχή των ισχυρών και «δικτυωμένων» επιστημόνων στον χώρο της ψυχολογίας.
Όμως, οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όσο και αν διαφωνούσαν επί των θεωριών της ψυχολογίας, ήσαν οπωσδήποτε ενωμένοι (απ’ όσα μπορούσα να διακρίνω) σε δύο πράγματα, ήτοι, την έντονη φιλοδοξία τους για ατομική καριέρα, και την απόρριψη της θρησκείας.
Και συνεχίζει:
Τέλος, στην λίστα αυτών των επιφανειακών (αλλά οπωσδήποτε ισχυρών) παράλογων πιέσεων για να γίνω αθεϊστής, οφείλω να προσθέσω και την απλή, προσωπική μου άνεση.Τα κίνητρα λοιπόν για να γίνει άθεος ήταν να ξεφύγει από την μικροαστική ζωή της επαρχίας, να ενταχθεί στο πανεπιστημιακό κατεστημένο, να απολαύσει ελεύθερα και να έχει την προσωπική του άνεση. Δεν μας λέει από τι περιβάλλον ξεκίνησε -η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι αυτό ήταν έντονα χριστιανικό και τελικά ποτέ δεν έφυγε πλήρως από μέσα του, αλλά στο θέμα μας δεν έχει και πολύ σημασία.
Χωρίς να μπαίνω σε λεπτομέρειες, δεν είναι τόσο δύσκολο να φανταστείτε τις σεξουαλικές απολαύσεις που θα έπρεπε να απορρίψω, αν επρόκειτο να γίνω συνειδητός πιστός. Επίσης, ήξερα πως θα μου στοίχιζε σε χρόνο, και σε χρήμα. Θα υπήρχαν οι εκκλησιασμοί, οι εκκλησιαστικές συνάξεις, χρόνος για προσευχή και ανάγνωση της Γραφής, χρόνος για την βοήθεια συνανθρώπων… Αδύνατον… Ήμουν ήδη πάρα πολύ απασχολημένος. Προφανώς θα μου αναστάτωνε πολύ το πρόγραμμά μου, αν γινόμουν θρήσκος…
Δεν μπορώ παρά να υποθέσω, πως κάπως έτσι είναι οι ρηχοί λόγοι που κρύβονται πίσω από τις απόψεις πολλών απίστων…
Κάνοντας μια ανασκόπηση σε όλα αυτά τα κίνητρα, μπορώ να πω με κάθε ειλικρίνεια πως μια επιστροφή στον αθεϊσμό θα μου παρείχε τη ίδια γοητεία, με μια επιστροφή στην εφηβεία…
Φυσικά είναι προφανές ότι αυτά σαν κριτήρια αθεϊσμού, μπορεί να ισχύουν ίσως για μερικούς από τους εισερχόμενους στο Στάνφορντ, απαρίθμησε τέσσερις, αλλά σίγουρα δεν έχουν να κάνουν με το παγκόσμιο ρεύμα άρνησης της θρησκείας, που είναι πανάρχαιο, και φυσικά καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα η βολή, η άνεση είναι να μην είσαι αρνητής της θρησκείας. Αλλά τελικά ό,τι και να λέει ο συγγραφέας, ένας άνθρωπος που θέλει κοινωνική αναγνώριση πρέπει να δείχνει στους γύρω του ότι ασπάζεται το τρίπτυχο θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στην Ευρώπη και την Αμερική ακόμα. Αυτή είναι η πραγματική βολή. Ειδικά στην Ελλάδα, αυτό είναι έτσι σε αισχρό σημείο και μάλιστα όχι τόσο στο θέμα της πατρίδας ή της οικογένειας, όσο κυρίως της θρησκείας. Δεν είναι λοιπόν καθόλου βολικό κοινωνικά να δηλώνει κάποιος άθεος. Δεν αναφέρει καν σαν κριτήριο αθεΐας τον εχέφρονα νου που δεν δέχεται καμιά φαντασιακή θεώρηση χωρίς βάσιμο ορθολογικό έρεισμα.
Το θέμα της ηθικής έχει αναλυθεί ήδη. Ηθική υπήρχε πριν την θρησκεία και θα υπάρχει και μετά από αυτή. Από τα πρώτα φιλοσοφικά στοιχεία τεκμηρίωσης σε θέματα ηθικής είναι τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη που δεν προβλέπουν καμιά θεϊκή πρόταση ή παρέμβαση στο θέμα της ηθικής, αλλά την πρακτική ανάγκη του ανθρώπου. Αλώστε η κοινωνική ηθική που αντανακλάται στους νόμους των κοινωνιών δεν ταυτίζεται με την θρησκευτική ηθική, τουλάχιστον στις χώρες της Δύσης. Ο ίδιος ο Φρόιντ στο «Μέλλον μιας Αυταπάτης» (κεφ. 8) κάνει την διάκριση θεϊκής και κοινωνικής ηθικής και στην υπεροχή της κοινωνικής για το μέλλον του πολιτισμού.
Φυσικά οι θρησκευόμενοι έχουν πεισθεί απόλυτα και εδώ αδυνατεί ο Λόγος να κάνει κάνει κάτι, ότι η ηθική έχει εξωανθρώπινη προέλευση και δη από έναν ή πολλούς θεούς, ανάλογα τι πιστεύει ο κάθε θεϊστής. Η λογική ότι “χωρίς θεό όλα επιτρέπονται”, έχει καταρριφθεί από την ίδια τη δράση των χριστιανών ή άλλων θεϊστών για την επικράτησή τους και όχι μόνον, που ακόμα και με θεό για πολλούς από αυτούς όλα επιτρέπονται και όλα τα έχουν κάνει.
Πάμε τέλος στο ζουμί της υπόθεσης, στα “ψυχολογικά κίνητρα”. Αναφέρει λοιπόν στην συνέχεια για τον Φρόιντ:
Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, η κεντρική Φροϋδική άποψη για την πίστη στον Θεό είναι πως μια τέτοια πίστη είναι επισφαλής, εξ αιτίας της ψυχολογικής της προέλευσης. Δηλαδή, θεωρεί πως ο Θεός είναι μια προβολή των ιδιαίτερων, έντονων, υποσυνείδητων επιθυμιών μας. «Θεός» είναι η εκπλήρωση επιθυμιών που πηγάζουν από τις παιδιάστικες ανάγκες για προστασία και ασφάλεια. Επειδή λοιπόν αυτές οι επιθυμίες είναι ως επί το πλείστον ασυνείδητες, η οποιαδήποτε άρνηση της ερμηνείας αυτής δεν πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη.Η αλήθεια είναι ότι ο Φρόιντ στο «Μέλλον της Αυταπάτης» που ασχολείται πάρα κάτω, αναλύει τις θρησκείες και την θρησκευτικότητα από κάθε λογική άποψη, προσθέτοντας ή μάλλον αναζητώντας την ψυχολογική προέλευση που αποτελεί ένα σχετικά μικρό τμήμα της ανάλυσης του.
Το συμπέρασμα όπως το θέτει ο συγγραφέας είναι λάθος. Δεν βγάζει αναξιόπιστη την επιθυμία για τον θεό, ως έχουσα ψυχολογική προέλευση. Πρώτα βγάζει την θρησκεία άχρηστη, λογικά όπως είχαν κάνει άλλοι ήδη πριν από αυτόν, και μετά ψάχνει το ψυχολογικό κομμάτι όπως θα δούμε παρακάτω.
Παίρνει λοιπόν δύο φράσεις από το εν λόγω βιβλίο και τις παρουσιάζει πάρα κάτω.
Η πρώτη είναι: «Οι θρησκευτικές ιδέες έχουν προκύψει από τις ίδιες ανάγκες με όλα τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού, ήτοι, εκ της ανάγκης για προστασία απέναντι στην συντριπτική δύναμη της φύσης» (σελ.21)(44).
Μόνο που η φράση έχει και συνέχεια: «Σε αυτή την ανάγκη προστέθηκε και ένα δεύτερο κίνητρο, αυτό της τάσης του ανθρώπου να διορθώνει τις επώδυνες ατέλειες του πολιτισμού, (εδώ μιλάει για την ηθική) που την αγνοεί για να βγάλει το συμπέρασμά του».
Η δεύτερη φράση είναι η: «Συνεπώς, τα θρησκευτικά πιστεύω είναι: αυταπάτες, εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας… Όπως ήδη γνωρίζουμε, η τρομερή αίσθηση της αδυναμίας στην παιδική ηλικία προξένησε την ανάγκη για προστασία –για προστασία μέσω αγάπης– πράγμα που το παρείχε ο πατέρας… Έτσι, η αγαθή διακυβέρνηση μιας θείας Πρόνοιας κατευνάζει τον φόβο που έχουμε για τους κινδύνους της ζωής» (σελ. 30)(61).
Για να βγάλει το παρακάτω συμπέρασμα:
Στην πρώτη παράγραφο, ο Φρόϋντ παραλείπει να παρατηρήσει πως τα επιχειρήματά του εις βάρος των θρησκευτικών πεποιθήσεων ισχύουν (για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του) εξ ίσου για ΟΛΑ τα επιτεύγματα του πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της ψυχανάλυσης! Δηλαδή, αν η ψυχική προέλευση ενός διανοητικού επιτεύγματος ακυρώνει την αξία της αλήθειάς του, τότε, η Φυσική, η Βιολογία, πόσο μάλλον η ίδια η Ψυχανάλυση, είναι εξ ίσου ευάλωτη, από την ίδια κατηγορία.Αυτό δείχνει κάποιον που δεν έχει διαβάσει Φρόιντ ή κάποιον που θέλει να αποκρύψει τι λέει ο Φρόιντ. Ειδικά ο Φρόιντ είναι από αυτούς που σε όλα τα θέματα μιλάει και για την αντίστοιχη επίδραση της ψυχανάλυσης. Στο συγκεκριμένο σημείο (νωρίτερα) μπορεί να μην μιλάει ειδικά για αυτήν αλλά μιλάει για τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού. Φυσικά ο συγγραφέας εδώ προσπαθεί να βάλει την επιστήμη και την θρησκεία στο ίδιο καλούπι, μόνο που η Φυσική, η Βιολογία και η Ψυχανάλυση, είναι αποδεκτές ως έχουν από την ανθρωπότητα από τα απτά επαναλαμβανόμενα αποτελέσματά τους και φυσικά δεν συμπεριφέρονται σαν θρησκείες, κάτι που και ο Φρόιντ τονίζει.
Συνεχίζει με τα αποφθέγματά του:
Στην δεύτερη παράγραφο, ο Φρόϋντ κάνει μια άλλη περίεργη δήλωση, ήτοι, πως οι αρχαιότερες και «πιο πιεστικές επιθυμίες» της ανθρωπότητας ήσαν για την αγαπητική, προστατευτική καθοδήγηση ενός παντοδύναμου, αγαπητικού Πατέρα –για μια θεία Πρόνοια. Όμως, αν αυτές οι επιθυμίες ήσαν όντως τόσο δυνατές και αρχαίες όσο διατείνεται, θα περίμενε κανείς πως όλες οι προ Χριστού θρησκείες θα υπερτόνιζαν τον Θεό ως ένα αγαθό πατέρα. Αυτό όμως, κάθε άλλο παρά ίσχυε για την παγανιστική θρησκεία του Μεσογειακού κόσμου. Μάλιστα, ο Ιουδαϊσμός και ακόμα περισσότερο ο Χριστιανισμός, είναι από πολλές απόψεις ξεχωριστές, ακριβώς λόγω της έμφασής τους στον Θεό ως αγαπητικό Πατέρα. Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος αυτές τις δύο διανοουμενίστικες γκάφες...Παραπλανητική λογική, απαντά μόνο σε εξειδίκευση του Φρόιντ· ο ίδιος ο Φρόιντ, κάνει πλήρη ανάλυση δημιουργίας του θρησκευτικού φαινομένου στο 3o κεφάλαιο και στο τέλος του 3ου μιλάει για τον μονοθεϊσμό και λίγο πιο κάτω τονίζει: “Οι θρησκευτικές αντιλήψεις που συνοψίσαμε πιο πάνω είχαν μια μακρά εξελικτική πορεία, στη διάρκεια της οποίας υιοθετήθηκαν από διαφορετικούς πολιτισμούς σε διάφορες φάσεις τους. Επέλεξα μια μόνο από αυτές τις φάσεις εξέλιξης αυτήν η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στην τελική μορφή που κυριάρχησε στον σύγχρονο λευκό χριστιανικό πολιτισμό μας” (40).
Ήδη όμως στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφερόταν σε σύγχρονά του παραδείγματα και τελειώνει το κεφ 5 ως εξής: “και στα παλαιότερα χρόνια άσκησαν οι θρησκευτικές αντιλήψεις μια ισχυρότατη επιρροή στον άνθρωπο παρά την αδιαμφισβήτητη έλλειψη πειστηρίων. Αυτό είναι ένα καινούργιο ψυχολογικό πρόβλημα. Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα σε τι συνίσταται η εσωτερική δύναμη αυτών των δογμάτων και σε ποια συνθήκη οφείλουν την ανεξάρτητη από λογική επιβεβαίωση επίδρασή τους”.
Σε απάντηση αυτών των δύο προχωράει ο Φρόιντ ότι αυτή “Συνάγεται από την εξέταση της ψυχικής γέννησης των θρησκευτικών αντιλήψεων. Αυτές ενώ παρουσιάζονται ως κανονικές διδαχές, δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα απόσταγμα πείρας, ή ένα τελικό συμπέρασμα της σκέψης, παρά αυταπάτες εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας... κ.λπ., κ.λπ.”.
Φυσικά, παρακάτω εξηγεί και τι εννοεί με τον όρο “αυταπάτες” καταλήγοντας ότι “ονομάζουμε μια πεποίθηση αυταπάτη, όταν η εκπλήρωση της επιθυμίας παίζει πρωταρχικό ρόλο στα κίνητρά της και παραβλέπουμε εδώ τη σχέση της με την υπαρκτή πραγματικότητα, με τον ίδιο τρόπο που και η ίδια η αυταπάτη παραιτείται από την επιβεβαίωσή της”.
Βλέπουμε λοιπόν ότι με δύο μικρά αποσπάσματα βγάζει τον Φρόιντ, τον δημιουργό και πατέρα της επιστήμης που σπούδασε ο συγγραφέας, άχρηστο που κάνει γκάφες, ενώ αν διαβάσει κανείς το πλήρες κείμενο έχει απόλυτη συνέπεια στην λογική. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, εάν δεν το διάβασε ή θέλει να πει κάτι για να πλήξει την επιστημονική συνέπεια του Φρόιντ και συνειδητά χρησιμοποιεί ό,τι θέλει, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αλήθεια αυτών που λέει, αφού κανένα από τα πρόβατα που τον διαβάζουν δεν θα ψάξει ποτέ βιβλίο του άθεου Φρόιντ για να τον διαψεύσει.
Συνεχίζουμε λοιπόν με το κείμενο:
Μπορεί να αποδειχθεί, πως αυτή η θεωρία δεν είναι στην πραγματικότητα ένα αναπόσπαστο μέρος της ψυχανάλυσης, και συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλείται οποιαδήποτε θεμελιώδη υποστήριξη από την ψυχαναλυτική θεωρία. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτόνομο επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, η κριτική στάση του Φρόϋντ προς την θρησκεία και εναντίον της θρησκείας, είναι βαθειά ριζωμένη στις προσωπικές του προκαταλήψεις...Μπορεί να αποδειχθεί λέει δεν το αποδεικνύει όμως. Αναφέρει ότι η ορολογία στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι τόσο ψυχαναλυτική και είναι επαναφορά της θεωρίας του Feuerbach, από την άλλη, ότι ο ίδιος ο Φρόιντ είπε ότι ήταν προσωπικές του απόψεις σε επιστολή στον πρώιμο ψυχαναλυτή και πιστό Προτεστάντη πάστορα και φίλο του Oscar Pfister.
Η ψυχαναλυτική θεώρηση γίνεται στο τέλος του 4ου κεφαλαίου (48-49) που είναι με αφορμή την θέση θεού-ζώου που είχε αναπτύξει στο Τοτέμ και Ταμπού και την προσωποποίηση του θεού στην κατεύθυνση της σχέσης παιδιού πατέρα. Στη σχέση δοξασίας αυταπάτης στο 6ο κεφάλαιο, και στο μισό 8ο κεφάλαιο για την αναλογία με τις νευρώσεις που είναι καθαρά ψυχαναλυτικές, φυσικά σε όλο το κείμενο φαίνεται η επίδραση της στον ξεκάθαρο λόγο του Φρόιντ. Μπορεί λοιπόν το λεξιλόγιο να μην είναι το σύνηθες ψυχαναλυτικό, αυτό όμως χωρίς να εκλείπει, κάνει το βιβλίο πιο ευχάριστο στην ανάγνωση και τους θεϊστές πιο δυστυχείς.
Νομίζω όμως ότι σε αυτό μπορεί να δώσει απάντηση ο ίδιος ο Φρόιντ μέσα από το έργο του.
Στο τέλος του 3ου κεφ.: “Και τώρα ιδού το ερώτημα: Τί είναι αυτές οι αντιλήψεις υπό το φως της ψυχολογίας, από που έλκουν την υψηλότατη εκτίμηση της οποίας χαίρουν και –για να προχωρήσουμε προσεκτικά– ποια είναι η πραγματική τους αξία;” ( 41).
7ο κεφ.: “Μετά αναδύθηκε μέσα μου το ερώτημα αν η δημοσίευση αυτού του κειμένου θα έφερνε συμφορά στην υπόθεση της ψυχανάλυσης. Δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι δικό μου δημιούργημα, το οποίο έχει δεχτεί μεγάλη δυσπιστία και κακοβουλία. Όταν εκθέτω τόσο δυσάρεστες απόψεις, θα αρπάξουν την ευκαιρία να μεταθέσουν τις επιθέσεις τους από το πρόσωπό μου στην ψυχανάλυση. [...] Αυτός ο θόρυβος θα είναι πράγματι δυσάρεστος για μένα, κι αυτό λόγω του ότι πολλοί από τους συνεργάτες μου δεν συμμερίζονται τις αντιλήψεις μου για τα θρησκευτικά ζητήματα. Όμως η ψυχανάλυση άντεξε πολλές μπόρες, ας εκτεθεί λοιπόν και σε αυτήν. Όλα όσα είπα εδώ ενάντια στην αξία της αλήθειας των θρησκειών, δεν χρειάστηκαν την ψυχανάλυση, είχαν ήδη ειπωθεί πολύ πριν από την γέννησή της από άλλους. Αν με την βοήθεια της ψυχαναλυτικής μεθόδου επεξεργαστούμε επιχειρήματα ενάντια στον βαθμό αληθείας της θρησκείας, τόσο το χειρότερο για την θρησκεία· αλλά και οι υπερασπιστές της θρησκείας θα έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν την ψυχανάλυση, για να εκτιμήσουν σε όλο της το εύρος την συναισθηματική αξία του θρησκευτικού δόγματος” (73).
Αυτό έδωσε νομίζω απάντηση στον κο Vitz για το αν είναι ή όχι κομμάτι της ψυχαναλυτικής θεωρίας ή προσωπικό πρόβλημα (όπως θέλει να νομίζει) του πρώτου ανθρώπου που έμαθε να ψυχαναλύεται μόνος του. Η αναφορά στο πρόβλημα συνεργασίας με τους συναδέλφους του που δεν μπορούν να δεχτούν τέτοια θέματα (είμαστε στο 1927, 6 χρόνια πριν την άνοδο του Χίτλερ) δείχνει τον τρόπο που έπρεπε να απευθύνεται σε θεϊστές χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα η ίδια η ψυχανάλυση. Φυσικά την πρόταση του Φρόιντ για την χρήση της ψυχανάλυσης από την θρησκεία για ανάδειξη των αληθειών της, προφανώς ήταν δύσκολη για τον κύριο Vitz και προτίμησε να ασχοληθεί με την αθεΐα θεωρώντας το πιο βατό για αυτόν.
Ας δούμε όμως σε γενικές γραμμές την θεώρηση των θέσεων του Φρόιντ για την θρησκεία από τον Φρομ που είναι λίγο πιο συνεπής στο βιβλίο αυτό για να έχουμε μια πιο καλύτερη εικόνα, με πράσινα γράμματα είναι τα αντίστοιχα τμήματα που σχολίασε ο Vlitz:
“Η θρησκεία έχει τις ρίζες της στην αδυναμία του ατόμου να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές δυνάμεις της φύσης και τις εσωτερικές ενστικτώδεις δυνάμεις του. Παρουσιάζεται η θρησκεία σε ένα πρώιμο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης όταν ο άνθρωπος δεν ήταν ακόμη σε θέση να χρησιμοποιεί την λογική του για να τις αντιμετωπίσει και πρέπει είτε να τις απωθεί είτε να τις δαμάζει με την βοήθεια άλλων συναισθηματικών δυνάμεων. Έτσι αντί να αντιμετωπίζει αυτές τις δυνάμεις με την λογική τις αντιμετωπίζει με άλλες αντισταθμιστικές συναισθηματικές δυνάμεις, που σκοπός τους είναι να καταστέλλουν και να ελέγχουν αυτά που ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος να αντιμετωπίσει με την λογική.
Κατά την επεξεργασία αυτή ο άνθρωπος αναπτύσσει αυτό που ο Φρόιντ αποκαλεί “αυταπάτη” και που το υλικό της προέρχεται, από τις προσωπικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας. Ο άνθρωπος ευρισκόμενος αντιμέτωπος με επικίνδυνες, ανεξέλεγκτες και ακατανόητες δυνάμεις, τόσο στον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό του κόσμο, ανατρέχει στο παρελθόν και φέρνει στη μνήμη του εμπειρίες που είχε στην παιδική του ηλικία, τότε που ένιωθε προστατευμένος από έναν πατέρα, τον οποίο θεωρούσε ως την υπέρτατη σοφία και δύναμη, και του οποίου την αγάπη και προστασία μπορούσε να κερδίσει υπακούοντας στις προσταγές του και αποφεύγοντας να παρακούσει τις απαγορεύσεις του.
Επομένως, σύμφωνα με τον Φρόιντ, η θρησκεία είναι επανάληψη των παιδικών εμπειριών. Ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τις απειλητικές δυνάμεις, με τον ίδιο τρόπο που που έμαθε, όταν ήτα παιδί, αντιμετωπίζει την ανασφάλειά του, δηλαδή με το να βασίζεται στον πατέρα, να τον θαυμάζει, να τον φοβάται. Ο Φρόιντ συγκρίνει την θρησκεία με τις ιδεοληπτικές νευρώσεις που συναντούμε στα παιδιά. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η θρησκεία είναι συλλογική νεύρωση, που προκαλείται από συνθήκες όμοιες με κείνες που δημιουργούν τη νεύρωση της παιδικής ηλικίας, στην προσπάθειά του να δείξει γιατί οι άνθρωποι σχημάτισαν την ιδέα του θεού. Αλλά φυσικά βγαίνει επιπλέον ότι η χίμαιρα της θεϊστικής αντίληψης αποδεικνύεται όταν αποκαλυφθεί ότι είναι μια αυταπάτη, βασισμένη στους ανθρώπινους πόθους” (Φρομ, 22-).
Φυσικά το βιβλίο του Φρόιντ είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε θέματα και απόψεις για τις θρησκείες και συνιστώ σε όποιον το βρει να το διαβάσει όλο (είναι άλλωστε σχετικά μικρό).
Ας δούμε τώρα πως θέλει να χρησιμοποιήσει ο Vitz την ιδέα–εμμονή του Φρόιντ στο Οιδιπόδειο και λέω εμμονή, γιατί ήταν ο πρώτος που το ανακάλυψε και αυτός που του έδωσε και περισσότερη σημασία. Οι μεταγενέστεροι ψυχαναλυτές δεν αρνούνται την σημασία του, αλλά δεν είναι τόσο απόλυτοι στην ολιστική επίδρασή του. Συνεχίζοντας λοιπόν την λογική ότι οι προηγούμενες θέσεις ήταν προσωπικό πρόβλημα του Φρόιντ, βγάζει το συμπέρασμα ότι έγινε άθεος από το πρόβλημα που είχε με τον πατέρα του:
Ο Φρόϋντ πολύ συχνά περιέγραφε τον Θεό ως ένα ψυχολογικό ισοδύναμο του πατέρα, έτσι, μια φυσιολογική εκδήλωση ενός Οιδιπόδειου κινήτρου θα ήταν οι πανίσχυρες, ασυνείδητες επιθυμίες για την μη-ύπαρξη του Θεού. Συνεπώς, μέσα στο Φροϋδικό πλαίσιο, ο αθεϊσμός είναι μια αυταπάτη που έχει προκληθεί από την Οιδιπόδεια επιθυμία για θανάτωση του πατέρα και την αντικατάστασή του με τον εαυτό του. Το να συμπεριφέρεται κανείς σαν να μην υπάρχει ο Θεός, είναι μια προφανής -αλλά όχι τόσο διακριτικά καμουφλαρισμένη– επιθυμία να Τον θανατώσουμε, όπως επίσης, όταν βλέπουμε σε ένα όνειρο την μορφή του γονέα να φεύγει, ή να εξαφανίζεται, είναι εξ ίσου ένδειξη μιας τέτοιας επιθυμίας. Η έκφραση «Ο ΘΕΟΣ ΠΕΘΑΝΕ» δεν είναι παρά μια εκπλήρωση Οιδιπόδειας επιθυμίας, χωρίς προσωπείο...Άρα για αυτόν το συμπέρασμα είνα προφανές:
Τώρα πλέον, ο άνθρωπος και όχι ο Θεός, είναι η συνειδητά εντοπισμένη, υπέρτατη πηγή καλωσύνης και ισχύος στο Σύμπαν. Οι ουμανιστικές φιλοσοφίες δοξάζουν τον άνθρωπο και τις «δυνατότητές» του, με τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία δοξάζει τον Δημιουργό. Έχουμε μεταβεί –καθοδικά- από τον ένα Θεό, στους πολλούς θεούς, στο «όλοι είναι θεοί». Στην ουσία, ο άνθρωπος –με τον ναρκισσισμό και τις Οιδιπόδειες επιθυμίες του– παλεύει να επιτύχει, εκεί που απέτυχε ο Σατανάς, δηλαδή, να βάλει τον εαυτό του στον θρόνο του Θεού...Επειδή και ο ίδιος αναρωτιέται για την γενίκευση που νωρίτερα έδωσε στο Οιδιπόδειο, βγάζει μια καινούργια έννοια αυτή του “προβληματικού πατέρα” που την υπερκαλύπτει.
Αναφέρει λοιπόν πάλι από τον Φρόιντ:
Η Ψυχανάλυση, που μας έμαθε τον ενδόμυχο σύνδεσμο μεταξύ του πατρικού συμπλέγματος και τη πίστη στον Θεό, μας έδειξε πως ο προσωπικός Θεός λογικά δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα εξυψωμένο πατέρα, και καθημερινά μας αποδεικνύει πως τα νεαρά άτομα χάνουν την θρησκευτική τους πίστη μόλις καταρρεύσει η εξουσία του πατέρα τους.Και αναλύει τι εννοεί στον όρο του “προβληματικός πατέρας”:
Μπορεί να είναι παρών, αλλά να είναι εμφανώς αδύναμος, δειλός, και ανάξιος σεβασμού, ακόμα και αν είναι «καλός» κατά τα άλλα.Ακολουθούν και άλλοι γνωστοί αθεϊστές που δεν τα είχαν καλά με τον πατέρα τους και το ρεπερτόριο μεγάλωσε με αυτούς που τον έχασαν νωρίς. Φέρνοντας στα χείλη μας την εξής προφανή ερώτηση: Μα όλοι όσοι απορρίπτουν ή χάνουν νωρίς τον πατέρα τους είναι άθεοι; Επειδή καταλαβαίνει το λογικό άλμα λέει και ο ίδιος παρακάτω:
Μπορεί να είναι παρών, αλλά να είναι σωματικά, σεξουαλικά ή ψυχολογικά βίαιος.
Μπορεί να απουσιάζει, λόγω θανάτου ή εγκαταλείποντας ή αφήνοντας την οικογένεια.
Προφανώς, πρέπει να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες για να υποστηριχθεί η θεωρία του «προβληματικού πατέρα», όμως οι πληροφορίες που ήδη υπάρχουν είναι ουσιώδεις. Είναι απίθανο, να είναι τυχαίες.Όχι βέβαια, αλλά δεν φθάνει μια συνθήκη όσο και σοβαρή να είναι για να έχει μία ψυχολογική συνέπεια. Το θέμα είναι αν κάποιος που δεν είναι ενεργός αθεϊστής-σκεπτικιστής που συμμετέχει στα κοινά, έχει την διάθεση ή την δυνατότητα να εκφράσει τα προβλήματα που έχει με τον πατέρα του δημόσια; Η δημόσια αυτοψυχανάλυση προϋποθέτει συγκεκριμένο είδος ανθρώπου ίσως και κοινωνικού περίγυρου. Η έκφραση ενός οικογενειακού προβλήματος επίσης απαιτεί συγκεκριμένους ανθρώπους. Υπάρχουν πολλοί καθώς πρέπει άνθρωποι που δεν θέλουν τα “εν οίκω” να δημοσιοποιούνται και μια τέτοια ιδιοσυγκρασία ταιριάζει περισσότερο σε έναν χριστιανό παρά αθεϊστή.
Και στο τέλος καταλήγει:
Καταλήγοντας, επιτρέψτε μου να επισημάνω πως, όσο και αν υπερισχύουν τα επιδερμικά κίνητρα για να γίνει κανείς αθεϊστής, συνεχίζουν παρά ταύτα να υπάρχουν ριζωμένες και οι πιο βαθειές, και ανησυχητικές πηγές του αθεϊσμού.Δηλαδή ο ίδιος γράφει ότι αυτά που λέει τελικά δεν είναι σοβαρά.
Το κείμενο δεν διαφέρει από αντίστοιχα κείμενα δήθεν επιστημόνων νεοαπολογητών. Ο κος Vitz δεν πήγε για να σπουδάσει ψυχανάλυση αλλά για να χρησιμοποιήσει την ψυχανάλυση και για να αποδείξει την αλήθεια της θρησκευτικής του σέχτας. Η προσπάθεια του να βρει τα “ψυχολογικά κίνητρα” του αθεϊσμού είναι γελοία, γιατί θεωρεί τον θεϊσμό του ως απόλυτα φυσιολογική κατάσταση, ενώ την έλλειψη πρόβλημα. Το χειρότερο όμως είναι ότι θέλει να γελοιοποιήσει την επιστήμη του και τον πρωτεργάτη της, αναφέροντας φανταστικές γκάφες και αναδεικνύοντας αφύσικη συμπεριφορά πίσω από την μη αποδοχή φαντασιακών θεοτήτων, όπως αυτών που δημιουργήθηκαν την εποχή του Χαλκού από Χαλδαίους βοσκούς, από έναν εχέφρονα νου που δεν μεγάλωσε σε θεϊστικό περιβάλλον ή που δεν αποδέχεται και δεν καταπίνει σαν θέσφατο, ότι του σερβίρει η παράδοση ή το περιβάλλον του, χωρίς προφανείς αποδείξεις.
Θα έλεγε κανείς ότι αν δεχθούμε την λογική του ευφάνταστου κυρίου Vitz, ο άνθρωπος από γεννησιμιού του είναι θεϊστής και δεν πρωτομαθαίνει για την θρησκεία από τους γονείς του και το περιβάλλον του, αλλά εγγενώς πιστεύει σε κάθε δοξασία των γονιών του, από κληρονομικούς ή ψυχολογικούς παράγοντες που υπήρχαν ήδη πριν γεννηθεί ή δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την γέννηση και τον καθορίζουν, πράγμα τελείως παράλογο που φυσικά παρόλα αυτά, αφήνει έξω όσους γεννήθηκαν σε μη θεϊστικό περιβάλλον.
Η αναφορά του στην θεωρία του Φρόιντ περί ισοδυναμίας θεού πατέρα (εγώ θα έβαζα καλύτερα αντιστοίχησης), δεν δείχνει να τον αφορά, εκτός από το σημείο που αυτό επηρεάζει τους άθεους, που σημαίνει ότι όπως και όλοι οι φανατικοί θεϊστές, προτιμά την ασφάλεια της παιδικής ηλικίας και την ευθύνη και προστασία ενός υπερφυσικού μπαμπά, από την πραγματική του ενηλικίωση, που σημαίνει από πλευράς του, άρνηση της ανάληψης των ευθυνών του.
Δυστυχώς η σημερινή κοινωνία απαιτεί ενήλικες ανθρώπους, όπως λέει και ο Φρόιντ στο κεφ. 9, και όχι αιώνια παιδιά και παλιμπαιδισμούς κύριε Vitz.
-----------------
Βιβλιογραφία:
Φρομ Έριχ, «Ψυχανάλυση και Θρησκεία», μτφρ. Αιμ Μαρκίδη, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1974.
Φρόιντ Σίγμουντ, «Το Μέλλον μιας Αυταπάτης», μτφρ. Γιούλη Τσίρου, εκδ. Το ποντίκι, Αθήνα χχ.
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015
Ποιμένες και ποίμνιο - Η ηθική της αμαρτίας και των «δούλων»
Για να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του, λέει ο Νίτσε, πρέπει πρώτα να τον αναζητήσει. Πρέπει λοιπόν να επιστρέψει στις ρίζες, στο «απώτερο παρελθόν». Διότι «το μέλλον ανήκει σ’ εκείνον ο οποίος θα έχει την πιο μακριά μνήμη».
Το μεγάλο έγκλημα των ηθικολόγων στα μάτια του Νίτσε, είναι ότι έδωσαν στον πόνο μια δηλητηριασμένη εξήγηση: Εάν κανείς υποφέρει, είναι γιατί έκαμε ένα λάθος, μια αμαρτία. Παράλληλα, οι ιερείς «στιγμάτισαν όλα τα αισθήματα της ηδονής, βλέποντας σ’ αυτά την αμαρτία και την γοητεία», «έδωσαν τα ονόματα τα πιο ιερά στα αισθήματα αδυναμίας», «παραχάραξαν την Αγάπη για να την κάμουν Εγκατάλειψη και Αλτρουισμό», «είδαν στην μεγαλοσύνη μία άρνηση» , «θεώρησαν τη ζωή σαν τιμωρία, την ευτυχία σαν πειρασμό, το πάθος σαν κάτι το διαβολικό, την εμπιστοσύνη σαν ανίερη» (ίδιο έργο).
Η φοβερότερη ασθένεια
Για τον Νίτσε, βρισκόμαστε μπροστά σε μία ασθένεια: «την τρομερότερη ασθένεια πού ενδήμησε ποτέ μέσα στους ανθρώπους». Η καταγωγή της ασθένειας αυτής είναι η εμφάνιση, σε μια καθορισμένη εθνογεωγραφική περίμετρο, ενός ηθικού τύπου, φορέως μιας νοοτροπίας και μιας προθέσεως, του οποίου ή τελειότερη ενσάρκωση είναι ο ιερεύς. Για τον ιερέα, οποιοδήποτε γεγονός είναι μία ηθική ένδειξη. Ο κόσμος δεν είναι πλέον γεμάτος γεγονότα αντικειμενικά ουδέτερα, τα οποία αξιολογούνται από τις συγκυρίες. Είναι γεμάτος μόνον από τιμωρίες και ανταμοιβές. Οποιοδήποτε ευτυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας ανταμοιβής «γραμμένης» στην αιώνια τάξη πραγμάτων. Οποιοδήποτε ατυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας τιμωρίας, που τιμωρεί ένα «ηθικό λάθος» σημερινό, περασμένο, ή και μελλοντικό.
Η προσπάθεια επέτυχε; Είναι γιατί η θεότης άκουσε τις εκκλήσεις που της έκαμαν.
Απέτυχε; Είναι γιατί οι προσευχές δεν ήσαν αρκετά ευλαβείς, ή γιατί ο ενδιαφερόμενος ήταν ασεβής (δεν ήταν αγνός).
Ξεκινά κανείς μία επίμεμπτη πράξη και παρ’ όλα αυτά κερδίζει; Είναι γιατί συγχωρήθηκε.
Απέτυχε και πιάστηκε; Τιμωρήθηκε.
Έτσι, για κάθε συγκυρία της ζωής, με κατάλληλο χειρισμό της διαλεκτικής και της λογοκοπίας, εγκαλώντας αδιερεύνητα και ανεξέλεγκτα δόγματα, ο ιερεύς εξηγεί ακάματα το γιατί και το πως, των καταστάσεων που ο ίδιος φαντάζεται.
Μια πειθαρχία παρά φύσιν
Όταν κακομεταχειρίζεται κανείς το σώμα, γράφει ό Νίτσε (στην «Θέληση της δυνάμεως»), δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για τα αισθήματα ένοχης, δηλαδή μία αρρωστημένη κατάσταση πού χρειάζεται μία εξήγηση. Αυτήν την εξήγηση, ό ιερεύς την παρέχει με μία θέρμη σχεδόν μονομανιακή, επωφελούμενος της ασθένειας και τού υποβόσκοντος μαζοχισμού. Η κακοδιαθεσία την οποία δημιούργησε ή αμφιβολία είναι το τίμημα πού ό άνθρωπος πρέπει να πλήρωση για την προσβολή που έκαμε. Συνειδητά ή όχι, προς την θεότητα. Και ή προσβολή πρέπει να εξιλεωθεί μέσω του ιερέως, ο οποίος ανακαλύπτει την φύση της, αναλύει τις αιτίες της και προτείνει ένα φάρμακο.
Ο ιερεύς παρουσιάζεται έτσι ως μεσάζων μεταξύ τού δημιουργού-λυτρωτού και τού αμαρτωλού όντος, μεταξύ του ανθρώπου που κάνει λάθη και του Θεού που είναι τέλειος. Χάρις στην μεσίτευση του, στην ικανότητά του (γιατί ξέρει το κακό όπως ο γιατρός ξέρει την ασθένεια και ό ψυχαναλυτής τα συμπλέγματα), η θεότης θα ευαρεστηθεί να ξεπλύνει την ακαθαρσία, να σταματήσει την οργή της, να εξαφανίσει το λάθος, να πέρασει τέλος το όνομα τού θνητού από τον πίνακα των κολάσιμων κατηγοριών στο τετράδιο των ουράνιων αμοιβών και των ευλογημένων οραμάτων!
Ο άνθρωπος «ο οποίος υποφέρει από μία οποιαδήποτε αιτία, φυσιολογική ασφαλώς» αναρωτιέται για τους λόγους του πόνου του. Τότε συναντά κάποιον που γνωρίζει ακόμη αυτό που είναι κρυφό, τον μάγο του, τον ασκητικό ιερέα, ο οποίος του δίνει μία πρώτη ένδειξη για την αιτία του πόνου του. Πρέπει να την αναζητήσει στον ίδιο τον εαυτό του, σε ένα λάθος που έκαμε στο παρελθόν. Πρέπει να εξηγήσει τον πόνο του σαν μια τιμωρία… Άκουσε, κατάλαβε ο δυστυχής, τώρα έχει γίνει σαν μία κότα, γύρω από την οποία έχει χαραχθεί μία γραμμή. Δεν μπορεί πλέον να βγει από τις κυκλικές αυτές γραμμές, από άρρωστος, έχει γίνει αμαρτωλός.
Η συναίσθηση του λάθους μας, παρουσιάσθηκε ακατέργαστη κατά κάποιο τρόπο. Στα χέρια του ιερέως, αυτού του καλλιτέχνη του συναισθήματος τού λάθους, αυτό το συναίσθημα άρχισε να παίρνει μορφή! –και τι μορφή! Η αμαρτία! γιατί αυτό είναι το όνομα που δίνει ό ιερεύς στην ζωική «κακή συνείδηση», η αμαρτία έμεινε ως τώρα το βασικό γεγονός στην ιστορία της άρρωστης ψυχής και αντιπροσωπεύει για μας την πιο ολέθρια επιδεξιότητα της θρησκευτικής ερμηνείας. Η έννοια της αμαρτίας ανήκει ειδικά στον ιερέα. Στο λεξιλόγιο του παλαιού ευρωπαϊκού κόσμου, δεν υπάρχει λέξη για να την ερμηνεύσεις. Στην γλώσσα του Βιργιλίου και του Κικέρωνος, το «πεκάτουμ» θέλει να πει λάθος, έγκλημα, δηλαδή συγκεκριμένα πράγματα ενώ στην ελληνική γλώσσα ή ανάλογη λέξη ήταν «ύβρις».
Η έννοια της αμαρτίας δεν είναι παρά μία ιερατική παρέκκλιση, αναλογούσα σε μία ιδέα, την οποίαν η Αρχαιότητα δεν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει, ένα πολύ ειδικό λάθος, βασιζόμενο σε μυστήρια, σε δόγματα και σε αισθήματα ενοχής. Ένα λάθος που έγινε έναντι της θεότητας μόνον και των δικών της απαιτήσεων και ιεροτήτων.
Για τον Νίτσε, η αποθέωση του ηθικού τύπου που ενσαρκώνεται από τον ιερέα, είναι το «ασκητικό ιδεώδες». Ο φιλόσοφος επιμένει στον ρόλο του ασκητού, στον οποίον βλέπει «την αντίφαση φτιαγμένη άνθρωπο».
Υπάρχει σ’ αυτόν ένα αχόρταγο ένστικτο, το οποίο θέλει να τα βάλει με την ζωή, την δική του και των άλλων. Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεται παρά με το να αρνείται (η θέση του δεν είναι παρά μία άρνηση) δεν δέχεται να υπάρχει, παρά για να ρίχνει το ανάθεμα επάνω σε ότι υπάρχει. Δεν έχει παρά μίσος για τον κόσμο, για τις φυσικές λειτουργίες, για το σφρίγος, την δύναμη, το κάλλος και την χαρά.
Ο άνθρωπος με την κακή συνείδηση έπιασε μία θρησκευτική υπόθεση, για να ωθήσει το ίδιο του το βασανιστήριο σε βαθμό σκληρότητας και οξύτητας τρομακτικό. Μία υποχρέωση προς τον Θεό. Η σκέψη αυτή, γίνεται γι’ αυτόν ένα όργανο βασανισμού. Παίρνει από τον Θεό και τις τελευταίες αντιθέσεις που μπορεί να φανταστεί μέσα από τα ίδια του τα ζωικά και αχαλίνωτα ένστικτα και μεταλλάσσει τα ίδια αυτά ένστικτα, σε λάθη έναντι του Θεού (εχθρότητα, αντίδραση, επανάσταση έναντι του κυρίου, του πατέρα, του προγόνου και της αρχής του κόσμου). Στέκεται στο κέντρο της αντιθέσεως μεταξύ Θεού και Διαβόλου, αποβάλλει από τον εαυτό του όλες τις αρνήσεις, ότι τον ωθεί στην άρνηση του εαυτού του, στην άρνηση της φύσεως, του φυσιολογικού, την πραγματικότητα της ύπαρξης του, για να επιτύχει την βεβαιότητα ενός πράγματος πραγματικού, ζωντανού, αληθινού, Θεού, αγίου, Θεού δικαίου, Θεού δημίου, το υπερπέραν, το αιώνιο μαρτύριο, την κόλαση, το απροσμέτρητο μεγαλείο της τιμωρίας και του λάθους. Πρόκειται για ένα είδος τρέλας θελήσεως για ψυχική σκληρότητα, ανάλογη της οποίας δεν θα βρει κανείς.
Αυτός ό εκδικητής (και ζηλόφθονος) Θεός, γίνεται μόνιμος κατήγορος, γιατί είναι πάντοτε μοναδικός για εκδίκηση. Άλλωστε πως δεν θα ήταν; Έτσι, ο αδύνατος αυτοκαταδικάζεται ανέκκλητα την ίδια στιγμή που θέλει να εξαφτεί από ενθουσιασμό. Πρέπει πλέον να εξομοιώσει τον πόθο του με αυτήν την προοπτική της σωτηριολογίας, όπου ο θρίαμβος, το μαρτύριο, η λύτρωση και η εξαφάνιση του εγώ, είναι αδιάλυτα ανακατεμένα.
Η αντιστροφή των αξιών
Η «ηθική της αμαρτίας» επιδεικνύει έτσι μία αληθινή αποστροφή προς το σώμα και τις δραστηριότητές του. Είναι «κακά πράγματα», που επαναφέρουν τον άνθρωπο «στα ένστικτά του», «στο κτήνος που κοιμάται μέσα του». Διότι το ένστικτο της πάλης και το γεννητικό ένστικτο είναι βασικά ένστικτα ζωής, ιδιαίτερα παραγωγικά και ανανεωτικά. Αυτά που αντιτίθενται περισσότερο στις επιδιώξεις του ιερέα και του ασκητού.
Η ικανότης του ιερέα να αλλάζει το όνομα των άξιων δεν είναι λιγότερο αξιοπρόσεκτη. Ονομάζει την ανικανότητα θεληματική αποχή, την παραίτηση απομάκρυνση από τα πράγματα του κόσμου αυτού, την αδράνεια ταπεινοφροσύνη, την ανανδρία αφοσίωση στον κοινό σκοπό, κλπ. Δύο τύποι συμπεριφοράς βρίσκονται αντιμέτωποι εδώ. Στις αντιθέσεις της ηθικής της τιμής της Παλαιάς Δύσεως (ευγενής-χαμηλός, άξιος-ανάξιος, γνήσιος-αμφίβολος, θαρραλέος-δειλός, πιστός-προδότης, λογικό-παράλογο, ορθολογικό-ανισόρροπο, έντιμο-άτιμο), η ηθική της αμαρτίας απαντά με αφηρημένες αντιθέσεις, οι οποίες δεν είναι παρά παραμορφώσεις: καλό-κακό, ταπεινό-παράλογο, υποταγμένο-υπερήφανο, πνευματικό-σωματικό, αδύναμο-αυθάδες, μετριόφρον-απεριόριστο.
Παράλληλα, ό ιερεύς βάζει την αμφιβολία στην καρδιά των δυνατών. Επωφελείται από τις ανησυχίες τους, τούς πόθους τους, τις αποθαρρύνσεις τους, ακόμη και από τις φιλοδοξίες τους, για να τούς πείσει και να τούς καθησύχαση. Κάνει να γεννηθεί μέσα τους ο σπόρος της αρρώστιας, το συναίσθημα της ένοχης. Με αυτόν τον τρόπο, με την δημιουργία του συναισθήματος αυτού, ο ιερεύς κατορθώνει να πείσει τούς συνομιλητές του να απαρνηθούν τις φυσικές αντιδράσεις τους να αγωνιστούν εναντίον των βαθύτερων ενστίκτων τους.
Ανάλογα με τις συγκυρίες και τις εποχές, ο ηθικολόγος θα προσπαθήσει να γίνει πιστευτό το ότι είναι εγωιστικό να σκέπτεται κανείς τούς δικούς του (την οικογένεια, την χώρα του), πριν να σκεφθεί τούς «λαούς του κόσμου», ότι είναι ντροπή να είναι υπερήφανος για τον πολιτισμό από τον οποίο προέρχεται, ότι είναι φαντασιώδες να ανταμείβονται οι καλύτεροι, ότι είναι άδικο να φανερώνει κανείς τις διαφορές της αξίας τού καθενός, ή να κάνει επιλογή.
Οι εξαθλιωμένοι μόνον είναι καλοί, οι φτωχοί, οι ανίκανοι, οι μικροί μόνον είναι καλοί, αυτοί που υποφέρουν, αυτοί που έχουν ανάγκη, είναι κι αυτοί είναι οι μόνοι ευλαβείς, οι μόνοι ευλογημένοι από τον Θεό. Σ’ αυτούς μόνον θα ανήκει η ευλογία. Αντίθετα, εσείς οι άλλοι, οι οποίοι είσθε ευγενείς και δυνατοί, είσαστε στην αιωνιότητα οι κακοί, οι σκληροί, οι αχόρταγοι, οι πλεονέκτες, οι ανίεροι και αιωνίως θα μείνετε οι αποδιωγμένοι, οι καταραμένοι, οι κολασμένοι.
Αυτοί που είναι καταραμένοι στα μάτια τού ιερέως δεν είναι δυνατοί και κακοί, είναι κακοί γιατί είναι δυνατοί. Είναι το πνεύμα τού Λόγου επί τού Όρους: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, αύτοίς γάρ εσταί η βασιλεία των ουρανών». Και είναι ακόμη ή παραβολή τού αντικειμένου των Ευαγγελίων: «Οι έσχατοι έσονται πρώτοι».
Ο Νίτσε παρομοιάζει τον ιερέα με το αιλουροειδές, που τραυματίζει θανατηφόρα αντί να σκοτώσει, γιατί παίρνει την προφύλαξη να μην σκοτώσει. Ικανοποιείται με το να πληγώσει και να μολύνει την πληγή. Ο πληγωμένος ζητά βοήθεια και τότε ο ιερέας τρέχει, εφοδιασμένος με φάρμακα που δεν θα ανακουφίσουν παρά στιγμιαία, αλλά που, όπως το ναρκωτικό, θα δημιουργήσουν έναν εθισμό, τού οποίου ο άρρωστος θα είναι δούλος. Σκοτεινός φορέας μικροβίων, ζωντανός πόθος εξαπλώσεως στον κόσμο της αρρώστιας της οποίας υπήρξε πρώτο θύμα, είναι πλέον ό κατάλληλος για να οδηγεί στην βοσκή την αγέλη των αρρώστων, να οργανώνει την εξουσία του στην αυτοκρατορία των βασανισμένων.
Ο ιερέας είναι ο άνθρωπος που αλλάζει την κατεύθυνση της μνησικακίας. Γιατί δίνει στο ον που υποφέρει έναν λόγο για να υποφέρει. Χρησιμοποιεί αυτό το βάσανο για να επιβάλει μία πειθαρχία, να καθορίσει τούς όρους τής εξαγοράς. Με δύο λόγια, υποδεικνύει «μία αιτία που μπορεί να υποφέρει κι αυτή με τη σειρά της». «Υποφέρω, άρα κάποιος πρέπει να είναι η αιτία», έτσι σκέπτονται όλα τα αρρωστημένα πρόβατα. Τότε ο βοσκός τους, ο ασκητικός ιερεύς, τούς άπαντα: «Πράγματι, πρόβατό μου, κάποιος πρέπει να είναι η αιτία: αλλά η αιτία είσαι εσύ. Εσύ είσαι ή αιτία του εαυτού σου!».
Ο ιερεύς είναι αυτός που φροντίζει τις αρρώστιες που ο ίδιος καλλιεργεί. Κάθε φορά που προτείνει μία ανακούφιση, το τίμημά της είναι ένα νέο βάσανο. Δεν περιποιείται σε τελευταία ανάλυση, παρά για να εξασφαλίσει καλύτερα την βορά του. Όταν το λάθος εξαγνισθεί, είναι ανάγκη γι’ αυτόν να εξηγεί κάθε νέα ατυχία με ένα νέο λάθος, που απαιτεί έναν νέο εξαγνισμό!
Ο δυνατός άνθρωπος κι ο αποδιοπομπαίος τράγος
Ο ιερεύς ενθαρρύνει αυτήν την αυταπάτη, γιατί είναι ευκολότερο να διοικεί μία υποταγμένη μάζα, η οποία έχει τις ίδιες σκέψεις, παρά αυτόνομα άτομα, τα οποία είναι μία «οικουμένη» το καθένα μόνο του. «Δεν πρέπει να εξαπατάται κανείς», προσθέτει ό Νίτσε, «οι δυνατοί έχουν την τάση να διαχωρίζονται ενώ οι αδύνατοι ΝΑ ενώνονται».
Η ηθική των «δούλων» είναι λοιπόν μία ηθική μαζική. Οι αδύνατοι αποτελούν μία μάζα, επί της οποίας βασιλεύει η πειθαρχία των θεολόγων. Αλλά συγχρόνως με την υποταγή του, ο αδύνατος λυπάται γι’ αυτήν. Η θρησκεία του εκφράζει την αρρώστια του και συνάμα την διαμαρτυρία του εναντίον του εαυτού του.
Αυτό το αντιφατικό ένστικτο, που σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά μία ασυνείδητη άρνηση του εαυτού του, μία μετάφραση τής «μεταμέλειας του εαυτού του» δημιουργεί την «επιθυμία τής απελευθερώσεως», ή ακριβέστερα, να βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο γι’ αυτήν την επιθυμία. Και ο αποδιοπομπαίος τράγος έχει υποδειχθεί, ήδη από πριν. Θα είναι ό δυνατός άνθρωπος, αυτός πού είναι πραγματικά «απελευθερωμένος», γιατί η προσωπικότητά του δεν υποτάχθηκε ποτέ, δεν αλλοτριώθηκε ποτέ αυτός που ζει στον δικό του ρυθμό. Ο ενεργών και όχι ενεργούμενος.
Η αδυναμία και η ανικανότητα των ιερέων μεγαλώνουν μέσα τους ένα μίσος τερατώδες, σκοτεινό, διανοητικό και δηλητηριώδες. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια στην έρημο, ο ασκητής νόμισε ότι οι στερήσεις και τα βάσανα στα οποία ο ίδιος θεληματικά υπέβαλε τον εαυτό του, έδιναν «φυσιολογικό» το δικαίωμα να υποβάλλει την ανθρωπότητα σε όσα είχε υποφέρει ο ίδιος!
Η ηθική της τιμής και η ηθική της αμαρτίας
Η ηθική της τιμής, που χαρακτηρίζει περιληπτικά την ηθική συμπεριφορά του Παλαιοδυτισμού (του Παλαιoευρωπαϊσμού γενικά), αντιτίθεται ριζικά σε αυτό που αποκαλέσαμε ηθική της αμαρτίας. Κάθε φορά πού επικρατεί «η ηθική των δούλων», η γλώσσα έχει την τάση να συνδέει την έννοια των λέξεων, «καλός» και «κουτός». Στην κοινή γλώσσα, ένα «καλό παιδί» είναι πάντα ένα αγαθό παιδί, αφοσιωμένο, αλλά τελικά λίγο βλάκας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μιλήσει κανείς για μία «καλή σταδιοδρομία», υπονοώντας «μία μικροσταδιοδρομία», ένα «καλό δρόμο». Αν είναι «καλό», θα πει ότι είναι «μικρό». Όχι μεγάλο προς Θεού! Ένας «καλός άνθρωπος» θα είναι ένα ασήμαντο πρόσωπο, οπωσδήποτε παθητικός, εύσπλαχνος, το αντίθετο ενός τολμηρού, δηλαδή με δύο λόγια το αντίθετο ενός γενναίου ανθρώπου.
***
Επίλογος με τα λόγια ενός παλαιού γνωστού ιερέως:
«ΧΑΙΡΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΔΟΞΗΣ ΥΠΕΡΔΙΚΕ, ΧΑΙΡΕΤΕ Ω ΜΑΚΑΡΙΑΙ ΧΕΙΡΕΣ ΤΟΥΣ ΓΟΥΝ ΔΥΣΣΕΒΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΑΣΤΟΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΑΣ ΚΑΙ ΠΥΡΙ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΩ ΚΑΙ ΥΔΑΤΙ ΚΑΙ ΠΑΣΙ ΤΡΟΠΟΙΣ ΕΞΑΓΑΓΑΤΕ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ ΡΑΒΔΙΖΕ, ΕΙΡΓΕ, ΕΙΤΑ ΓΛΩΣΣΑΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ΕΙΤΑ ΧΕΙΡΑΝ ΑΠΟΤΕΜΝΕ, ΚΑΙ ΑΝ ΟΥΤΩ ΜΕΝΕΙ ΚΑΚΟΣ, ΘΑΛΑΤΤΗΣ ΠΕΜΠΕ ΒΥΘΩ».
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Σχολάριος
Το μεγάλο έγκλημα των ηθικολόγων στα μάτια του Νίτσε, είναι ότι έδωσαν στον πόνο μια δηλητηριασμένη εξήγηση: Εάν κανείς υποφέρει, είναι γιατί έκαμε ένα λάθος, μια αμαρτία. Παράλληλα, οι ιερείς «στιγμάτισαν όλα τα αισθήματα της ηδονής, βλέποντας σ’ αυτά την αμαρτία και την γοητεία», «έδωσαν τα ονόματα τα πιο ιερά στα αισθήματα αδυναμίας», «παραχάραξαν την Αγάπη για να την κάμουν Εγκατάλειψη και Αλτρουισμό», «είδαν στην μεγαλοσύνη μία άρνηση» , «θεώρησαν τη ζωή σαν τιμωρία, την ευτυχία σαν πειρασμό, το πάθος σαν κάτι το διαβολικό, την εμπιστοσύνη σαν ανίερη» (ίδιο έργο).
Η φοβερότερη ασθένεια
Για τον Νίτσε, βρισκόμαστε μπροστά σε μία ασθένεια: «την τρομερότερη ασθένεια πού ενδήμησε ποτέ μέσα στους ανθρώπους». Η καταγωγή της ασθένειας αυτής είναι η εμφάνιση, σε μια καθορισμένη εθνογεωγραφική περίμετρο, ενός ηθικού τύπου, φορέως μιας νοοτροπίας και μιας προθέσεως, του οποίου ή τελειότερη ενσάρκωση είναι ο ιερεύς. Για τον ιερέα, οποιοδήποτε γεγονός είναι μία ηθική ένδειξη. Ο κόσμος δεν είναι πλέον γεμάτος γεγονότα αντικειμενικά ουδέτερα, τα οποία αξιολογούνται από τις συγκυρίες. Είναι γεμάτος μόνον από τιμωρίες και ανταμοιβές. Οποιοδήποτε ευτυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας ανταμοιβής «γραμμένης» στην αιώνια τάξη πραγμάτων. Οποιοδήποτε ατυχές γεγονός είναι ένδειξη μιας τιμωρίας, που τιμωρεί ένα «ηθικό λάθος» σημερινό, περασμένο, ή και μελλοντικό.
Η προσπάθεια επέτυχε; Είναι γιατί η θεότης άκουσε τις εκκλήσεις που της έκαμαν.
Απέτυχε; Είναι γιατί οι προσευχές δεν ήσαν αρκετά ευλαβείς, ή γιατί ο ενδιαφερόμενος ήταν ασεβής (δεν ήταν αγνός).
Ξεκινά κανείς μία επίμεμπτη πράξη και παρ’ όλα αυτά κερδίζει; Είναι γιατί συγχωρήθηκε.
Απέτυχε και πιάστηκε; Τιμωρήθηκε.
Έτσι, για κάθε συγκυρία της ζωής, με κατάλληλο χειρισμό της διαλεκτικής και της λογοκοπίας, εγκαλώντας αδιερεύνητα και ανεξέλεγκτα δόγματα, ο ιερεύς εξηγεί ακάματα το γιατί και το πως, των καταστάσεων που ο ίδιος φαντάζεται.
Μια πειθαρχία παρά φύσιν
Όταν κακομεταχειρίζεται κανείς το σώμα, γράφει ό Νίτσε (στην «Θέληση της δυνάμεως»), δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος για τα αισθήματα ένοχης, δηλαδή μία αρρωστημένη κατάσταση πού χρειάζεται μία εξήγηση. Αυτήν την εξήγηση, ό ιερεύς την παρέχει με μία θέρμη σχεδόν μονομανιακή, επωφελούμενος της ασθένειας και τού υποβόσκοντος μαζοχισμού. Η κακοδιαθεσία την οποία δημιούργησε ή αμφιβολία είναι το τίμημα πού ό άνθρωπος πρέπει να πλήρωση για την προσβολή που έκαμε. Συνειδητά ή όχι, προς την θεότητα. Και ή προσβολή πρέπει να εξιλεωθεί μέσω του ιερέως, ο οποίος ανακαλύπτει την φύση της, αναλύει τις αιτίες της και προτείνει ένα φάρμακο.
Ο ιερεύς παρουσιάζεται έτσι ως μεσάζων μεταξύ τού δημιουργού-λυτρωτού και τού αμαρτωλού όντος, μεταξύ του ανθρώπου που κάνει λάθη και του Θεού που είναι τέλειος. Χάρις στην μεσίτευση του, στην ικανότητά του (γιατί ξέρει το κακό όπως ο γιατρός ξέρει την ασθένεια και ό ψυχαναλυτής τα συμπλέγματα), η θεότης θα ευαρεστηθεί να ξεπλύνει την ακαθαρσία, να σταματήσει την οργή της, να εξαφανίσει το λάθος, να πέρασει τέλος το όνομα τού θνητού από τον πίνακα των κολάσιμων κατηγοριών στο τετράδιο των ουράνιων αμοιβών και των ευλογημένων οραμάτων!
Ο άνθρωπος «ο οποίος υποφέρει από μία οποιαδήποτε αιτία, φυσιολογική ασφαλώς» αναρωτιέται για τους λόγους του πόνου του. Τότε συναντά κάποιον που γνωρίζει ακόμη αυτό που είναι κρυφό, τον μάγο του, τον ασκητικό ιερέα, ο οποίος του δίνει μία πρώτη ένδειξη για την αιτία του πόνου του. Πρέπει να την αναζητήσει στον ίδιο τον εαυτό του, σε ένα λάθος που έκαμε στο παρελθόν. Πρέπει να εξηγήσει τον πόνο του σαν μια τιμωρία… Άκουσε, κατάλαβε ο δυστυχής, τώρα έχει γίνει σαν μία κότα, γύρω από την οποία έχει χαραχθεί μία γραμμή. Δεν μπορεί πλέον να βγει από τις κυκλικές αυτές γραμμές, από άρρωστος, έχει γίνει αμαρτωλός.
Η συναίσθηση του λάθους μας, παρουσιάσθηκε ακατέργαστη κατά κάποιο τρόπο. Στα χέρια του ιερέως, αυτού του καλλιτέχνη του συναισθήματος τού λάθους, αυτό το συναίσθημα άρχισε να παίρνει μορφή! –και τι μορφή! Η αμαρτία! γιατί αυτό είναι το όνομα που δίνει ό ιερεύς στην ζωική «κακή συνείδηση», η αμαρτία έμεινε ως τώρα το βασικό γεγονός στην ιστορία της άρρωστης ψυχής και αντιπροσωπεύει για μας την πιο ολέθρια επιδεξιότητα της θρησκευτικής ερμηνείας. Η έννοια της αμαρτίας ανήκει ειδικά στον ιερέα. Στο λεξιλόγιο του παλαιού ευρωπαϊκού κόσμου, δεν υπάρχει λέξη για να την ερμηνεύσεις. Στην γλώσσα του Βιργιλίου και του Κικέρωνος, το «πεκάτουμ» θέλει να πει λάθος, έγκλημα, δηλαδή συγκεκριμένα πράγματα ενώ στην ελληνική γλώσσα ή ανάλογη λέξη ήταν «ύβρις».
Η έννοια της αμαρτίας δεν είναι παρά μία ιερατική παρέκκλιση, αναλογούσα σε μία ιδέα, την οποίαν η Αρχαιότητα δεν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει, ένα πολύ ειδικό λάθος, βασιζόμενο σε μυστήρια, σε δόγματα και σε αισθήματα ενοχής. Ένα λάθος που έγινε έναντι της θεότητας μόνον και των δικών της απαιτήσεων και ιεροτήτων.
Για τον Νίτσε, η αποθέωση του ηθικού τύπου που ενσαρκώνεται από τον ιερέα, είναι το «ασκητικό ιδεώδες». Ο φιλόσοφος επιμένει στον ρόλο του ασκητού, στον οποίον βλέπει «την αντίφαση φτιαγμένη άνθρωπο».
Υπάρχει σ’ αυτόν ένα αχόρταγο ένστικτο, το οποίο θέλει να τα βάλει με την ζωή, την δική του και των άλλων. Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεται παρά με το να αρνείται (η θέση του δεν είναι παρά μία άρνηση) δεν δέχεται να υπάρχει, παρά για να ρίχνει το ανάθεμα επάνω σε ότι υπάρχει. Δεν έχει παρά μίσος για τον κόσμο, για τις φυσικές λειτουργίες, για το σφρίγος, την δύναμη, το κάλλος και την χαρά.
Ο άνθρωπος με την κακή συνείδηση έπιασε μία θρησκευτική υπόθεση, για να ωθήσει το ίδιο του το βασανιστήριο σε βαθμό σκληρότητας και οξύτητας τρομακτικό. Μία υποχρέωση προς τον Θεό. Η σκέψη αυτή, γίνεται γι’ αυτόν ένα όργανο βασανισμού. Παίρνει από τον Θεό και τις τελευταίες αντιθέσεις που μπορεί να φανταστεί μέσα από τα ίδια του τα ζωικά και αχαλίνωτα ένστικτα και μεταλλάσσει τα ίδια αυτά ένστικτα, σε λάθη έναντι του Θεού (εχθρότητα, αντίδραση, επανάσταση έναντι του κυρίου, του πατέρα, του προγόνου και της αρχής του κόσμου). Στέκεται στο κέντρο της αντιθέσεως μεταξύ Θεού και Διαβόλου, αποβάλλει από τον εαυτό του όλες τις αρνήσεις, ότι τον ωθεί στην άρνηση του εαυτού του, στην άρνηση της φύσεως, του φυσιολογικού, την πραγματικότητα της ύπαρξης του, για να επιτύχει την βεβαιότητα ενός πράγματος πραγματικού, ζωντανού, αληθινού, Θεού, αγίου, Θεού δικαίου, Θεού δημίου, το υπερπέραν, το αιώνιο μαρτύριο, την κόλαση, το απροσμέτρητο μεγαλείο της τιμωρίας και του λάθους. Πρόκειται για ένα είδος τρέλας θελήσεως για ψυχική σκληρότητα, ανάλογη της οποίας δεν θα βρει κανείς.
Αυτός ό εκδικητής (και ζηλόφθονος) Θεός, γίνεται μόνιμος κατήγορος, γιατί είναι πάντοτε μοναδικός για εκδίκηση. Άλλωστε πως δεν θα ήταν; Έτσι, ο αδύνατος αυτοκαταδικάζεται ανέκκλητα την ίδια στιγμή που θέλει να εξαφτεί από ενθουσιασμό. Πρέπει πλέον να εξομοιώσει τον πόθο του με αυτήν την προοπτική της σωτηριολογίας, όπου ο θρίαμβος, το μαρτύριο, η λύτρωση και η εξαφάνιση του εγώ, είναι αδιάλυτα ανακατεμένα.
Η αντιστροφή των αξιών
Η «ηθική της αμαρτίας» επιδεικνύει έτσι μία αληθινή αποστροφή προς το σώμα και τις δραστηριότητές του. Είναι «κακά πράγματα», που επαναφέρουν τον άνθρωπο «στα ένστικτά του», «στο κτήνος που κοιμάται μέσα του». Διότι το ένστικτο της πάλης και το γεννητικό ένστικτο είναι βασικά ένστικτα ζωής, ιδιαίτερα παραγωγικά και ανανεωτικά. Αυτά που αντιτίθενται περισσότερο στις επιδιώξεις του ιερέα και του ασκητού.
Η ικανότης του ιερέα να αλλάζει το όνομα των άξιων δεν είναι λιγότερο αξιοπρόσεκτη. Ονομάζει την ανικανότητα θεληματική αποχή, την παραίτηση απομάκρυνση από τα πράγματα του κόσμου αυτού, την αδράνεια ταπεινοφροσύνη, την ανανδρία αφοσίωση στον κοινό σκοπό, κλπ. Δύο τύποι συμπεριφοράς βρίσκονται αντιμέτωποι εδώ. Στις αντιθέσεις της ηθικής της τιμής της Παλαιάς Δύσεως (ευγενής-χαμηλός, άξιος-ανάξιος, γνήσιος-αμφίβολος, θαρραλέος-δειλός, πιστός-προδότης, λογικό-παράλογο, ορθολογικό-ανισόρροπο, έντιμο-άτιμο), η ηθική της αμαρτίας απαντά με αφηρημένες αντιθέσεις, οι οποίες δεν είναι παρά παραμορφώσεις: καλό-κακό, ταπεινό-παράλογο, υποταγμένο-υπερήφανο, πνευματικό-σωματικό, αδύναμο-αυθάδες, μετριόφρον-απεριόριστο.
Παράλληλα, ό ιερεύς βάζει την αμφιβολία στην καρδιά των δυνατών. Επωφελείται από τις ανησυχίες τους, τούς πόθους τους, τις αποθαρρύνσεις τους, ακόμη και από τις φιλοδοξίες τους, για να τούς πείσει και να τούς καθησύχαση. Κάνει να γεννηθεί μέσα τους ο σπόρος της αρρώστιας, το συναίσθημα της ένοχης. Με αυτόν τον τρόπο, με την δημιουργία του συναισθήματος αυτού, ο ιερεύς κατορθώνει να πείσει τούς συνομιλητές του να απαρνηθούν τις φυσικές αντιδράσεις τους να αγωνιστούν εναντίον των βαθύτερων ενστίκτων τους.
Ανάλογα με τις συγκυρίες και τις εποχές, ο ηθικολόγος θα προσπαθήσει να γίνει πιστευτό το ότι είναι εγωιστικό να σκέπτεται κανείς τούς δικούς του (την οικογένεια, την χώρα του), πριν να σκεφθεί τούς «λαούς του κόσμου», ότι είναι ντροπή να είναι υπερήφανος για τον πολιτισμό από τον οποίο προέρχεται, ότι είναι φαντασιώδες να ανταμείβονται οι καλύτεροι, ότι είναι άδικο να φανερώνει κανείς τις διαφορές της αξίας τού καθενός, ή να κάνει επιλογή.
Οι εξαθλιωμένοι μόνον είναι καλοί, οι φτωχοί, οι ανίκανοι, οι μικροί μόνον είναι καλοί, αυτοί που υποφέρουν, αυτοί που έχουν ανάγκη, είναι κι αυτοί είναι οι μόνοι ευλαβείς, οι μόνοι ευλογημένοι από τον Θεό. Σ’ αυτούς μόνον θα ανήκει η ευλογία. Αντίθετα, εσείς οι άλλοι, οι οποίοι είσθε ευγενείς και δυνατοί, είσαστε στην αιωνιότητα οι κακοί, οι σκληροί, οι αχόρταγοι, οι πλεονέκτες, οι ανίεροι και αιωνίως θα μείνετε οι αποδιωγμένοι, οι καταραμένοι, οι κολασμένοι.
Αυτοί που είναι καταραμένοι στα μάτια τού ιερέως δεν είναι δυνατοί και κακοί, είναι κακοί γιατί είναι δυνατοί. Είναι το πνεύμα τού Λόγου επί τού Όρους: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, αύτοίς γάρ εσταί η βασιλεία των ουρανών». Και είναι ακόμη ή παραβολή τού αντικειμένου των Ευαγγελίων: «Οι έσχατοι έσονται πρώτοι».
Ο Νίτσε παρομοιάζει τον ιερέα με το αιλουροειδές, που τραυματίζει θανατηφόρα αντί να σκοτώσει, γιατί παίρνει την προφύλαξη να μην σκοτώσει. Ικανοποιείται με το να πληγώσει και να μολύνει την πληγή. Ο πληγωμένος ζητά βοήθεια και τότε ο ιερέας τρέχει, εφοδιασμένος με φάρμακα που δεν θα ανακουφίσουν παρά στιγμιαία, αλλά που, όπως το ναρκωτικό, θα δημιουργήσουν έναν εθισμό, τού οποίου ο άρρωστος θα είναι δούλος. Σκοτεινός φορέας μικροβίων, ζωντανός πόθος εξαπλώσεως στον κόσμο της αρρώστιας της οποίας υπήρξε πρώτο θύμα, είναι πλέον ό κατάλληλος για να οδηγεί στην βοσκή την αγέλη των αρρώστων, να οργανώνει την εξουσία του στην αυτοκρατορία των βασανισμένων.
Ο ιερέας είναι ο άνθρωπος που αλλάζει την κατεύθυνση της μνησικακίας. Γιατί δίνει στο ον που υποφέρει έναν λόγο για να υποφέρει. Χρησιμοποιεί αυτό το βάσανο για να επιβάλει μία πειθαρχία, να καθορίσει τούς όρους τής εξαγοράς. Με δύο λόγια, υποδεικνύει «μία αιτία που μπορεί να υποφέρει κι αυτή με τη σειρά της». «Υποφέρω, άρα κάποιος πρέπει να είναι η αιτία», έτσι σκέπτονται όλα τα αρρωστημένα πρόβατα. Τότε ο βοσκός τους, ο ασκητικός ιερεύς, τούς άπαντα: «Πράγματι, πρόβατό μου, κάποιος πρέπει να είναι η αιτία: αλλά η αιτία είσαι εσύ. Εσύ είσαι ή αιτία του εαυτού σου!».
Ο ιερεύς είναι αυτός που φροντίζει τις αρρώστιες που ο ίδιος καλλιεργεί. Κάθε φορά που προτείνει μία ανακούφιση, το τίμημά της είναι ένα νέο βάσανο. Δεν περιποιείται σε τελευταία ανάλυση, παρά για να εξασφαλίσει καλύτερα την βορά του. Όταν το λάθος εξαγνισθεί, είναι ανάγκη γι’ αυτόν να εξηγεί κάθε νέα ατυχία με ένα νέο λάθος, που απαιτεί έναν νέο εξαγνισμό!
Ο δυνατός άνθρωπος κι ο αποδιοπομπαίος τράγος
Ο ιερεύς ενθαρρύνει αυτήν την αυταπάτη, γιατί είναι ευκολότερο να διοικεί μία υποταγμένη μάζα, η οποία έχει τις ίδιες σκέψεις, παρά αυτόνομα άτομα, τα οποία είναι μία «οικουμένη» το καθένα μόνο του. «Δεν πρέπει να εξαπατάται κανείς», προσθέτει ό Νίτσε, «οι δυνατοί έχουν την τάση να διαχωρίζονται ενώ οι αδύνατοι ΝΑ ενώνονται».
Η ηθική των «δούλων» είναι λοιπόν μία ηθική μαζική. Οι αδύνατοι αποτελούν μία μάζα, επί της οποίας βασιλεύει η πειθαρχία των θεολόγων. Αλλά συγχρόνως με την υποταγή του, ο αδύνατος λυπάται γι’ αυτήν. Η θρησκεία του εκφράζει την αρρώστια του και συνάμα την διαμαρτυρία του εναντίον του εαυτού του.
Αυτό το αντιφατικό ένστικτο, που σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά μία ασυνείδητη άρνηση του εαυτού του, μία μετάφραση τής «μεταμέλειας του εαυτού του» δημιουργεί την «επιθυμία τής απελευθερώσεως», ή ακριβέστερα, να βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο γι’ αυτήν την επιθυμία. Και ο αποδιοπομπαίος τράγος έχει υποδειχθεί, ήδη από πριν. Θα είναι ό δυνατός άνθρωπος, αυτός πού είναι πραγματικά «απελευθερωμένος», γιατί η προσωπικότητά του δεν υποτάχθηκε ποτέ, δεν αλλοτριώθηκε ποτέ αυτός που ζει στον δικό του ρυθμό. Ο ενεργών και όχι ενεργούμενος.
Η αδυναμία και η ανικανότητα των ιερέων μεγαλώνουν μέσα τους ένα μίσος τερατώδες, σκοτεινό, διανοητικό και δηλητηριώδες. Αφού πέρασε είκοσι χρόνια στην έρημο, ο ασκητής νόμισε ότι οι στερήσεις και τα βάσανα στα οποία ο ίδιος θεληματικά υπέβαλε τον εαυτό του, έδιναν «φυσιολογικό» το δικαίωμα να υποβάλλει την ανθρωπότητα σε όσα είχε υποφέρει ο ίδιος!
Η ηθική της τιμής και η ηθική της αμαρτίας
Η ηθική της τιμής, που χαρακτηρίζει περιληπτικά την ηθική συμπεριφορά του Παλαιοδυτισμού (του Παλαιoευρωπαϊσμού γενικά), αντιτίθεται ριζικά σε αυτό που αποκαλέσαμε ηθική της αμαρτίας. Κάθε φορά πού επικρατεί «η ηθική των δούλων», η γλώσσα έχει την τάση να συνδέει την έννοια των λέξεων, «καλός» και «κουτός». Στην κοινή γλώσσα, ένα «καλό παιδί» είναι πάντα ένα αγαθό παιδί, αφοσιωμένο, αλλά τελικά λίγο βλάκας. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μιλήσει κανείς για μία «καλή σταδιοδρομία», υπονοώντας «μία μικροσταδιοδρομία», ένα «καλό δρόμο». Αν είναι «καλό», θα πει ότι είναι «μικρό». Όχι μεγάλο προς Θεού! Ένας «καλός άνθρωπος» θα είναι ένα ασήμαντο πρόσωπο, οπωσδήποτε παθητικός, εύσπλαχνος, το αντίθετο ενός τολμηρού, δηλαδή με δύο λόγια το αντίθετο ενός γενναίου ανθρώπου.
Επίλογος με τα λόγια ενός παλαιού γνωστού ιερέως:
«ΧΑΙΡΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΔΟΞΗΣ ΥΠΕΡΔΙΚΕ, ΧΑΙΡΕΤΕ Ω ΜΑΚΑΡΙΑΙ ΧΕΙΡΕΣ ΤΟΥΣ ΓΟΥΝ ΔΥΣΣΕΒΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΑΣΤΟΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΑΣ ΚΑΙ ΠΥΡΙ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΩ ΚΑΙ ΥΔΑΤΙ ΚΑΙ ΠΑΣΙ ΤΡΟΠΟΙΣ ΕΞΑΓΑΓΑΤΕ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ ΡΑΒΔΙΖΕ, ΕΙΡΓΕ, ΕΙΤΑ ΓΛΩΣΣΑΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ΕΙΤΑ ΧΕΙΡΑΝ ΑΠΟΤΕΜΝΕ, ΚΑΙ ΑΝ ΟΥΤΩ ΜΕΝΕΙ ΚΑΚΟΣ, ΘΑΛΑΤΤΗΣ ΠΕΜΠΕ ΒΥΘΩ».
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Σχολάριος
Η πολιτική σημασία των εξωαστικών ιερών
Τα εξωαστικά ιερά της περιόδου μπορούμε να τα χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες. Στα καθαρά εξωαστικά (μεθοριακά) και στα προαστιακά ή περιαστικά. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν τα ιερά των ακροπόλεων. Τα καθαρά εξωαστικά ιερά απείχαν απο 6 ως 12 χιλιόμετρα από την πόλη και συνεπώς αν και όχι δυσπρόσιτα, ήταν μακριά από τις καθημερινές εκδηλώσεις λατρείας αλλά και από κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα. Κάποια από τα γνωστότερα και σπουδαιότερα ιερά της αρχαιότητας ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Τα προαστιακά ιερά βρίσκονται κοντά στον οικισμό ή στις παρυφές του. Κάποιες φορές τα συναντούμε πλέον εντός πόλεως, σημάδι μια μεταγενέστερης του μνημείου εδαφικής επέκτασης και δόμησης. Οι κυριότερες θεότητες που τύγχαναν της τιμής ανέγερσης ενός εξωαστικού ιερού ήταν η Αθηνά, η Ήρα, ο Απόλλων και η Άρτεμις. Δε λείπουν βέβαια ναοί για το Δια και τον Ποσειδώνα αλλά σε καμία περίπτωση η ανέγερση των ιερών δε σχετίζεται με την ιεραρχία των Ολύμπιων Θεών που έχουμε στο μυαλό μας.
Η πολιτική τους σημασία έγκειται στην συμβολική του αξία και έπειτα στη γεωγραφική τους θέση. Οι αμφικτιονίες και περιπτώσεις όπως η δωρική εξάπολις κατά τον αποικισμό της Μ. Ασίας αποτελούν ξεχωριστά παραδείγματα. Στη δεύτερη περίπτωση ξεχωριστές πόλεις για να διατηρήσουν τη φυλετική τους συνοχή και ομόνοια όρισαν ένα ιερό ως κέντρο της ένωσης τους. Στη πρώτη περίπτωση (των αμφικτιονιών) επρόκειτο για ενώσεις διάφορων φυλών που σκοπό είχαν την φροντίδα και διαχείριση του ιερού που όμως σταδιακά μορφοποιήθηκαν σε ομοσπονδίες με μεγάλη πολιτική σημασία για τα ελληνικά πράγματα.
Η ανέγερση , εκμετάλλευση και διαχείριση ενός ιερού ήταν θέμα ύψιστης σημασίας για μια πόλη. Παρατηρείται συχνά μια προσπάθεια ανταγωνισμού γειτονικών και αντίπαλων πόλεων στην ανέγερση ναών και μέσω αυτών την επίδειξη της πίστης τους. Συχνά το κόστος ήταν δυσβάσταχτο αλλά οι πόλεις δεν υπολόγιζαν τέτοια θέματα προκειμένου να ευχαριστήσουν τους θεούς και να δείξουν σε όλο τον κόσμο τι είναι ικανές να δημιουργήσουν. Ήταν λοιπόν σύμβολα για τη δύναμη και τον πλούτο της πόλης, πάντα μέσα σε ένα υγιές ή έστω ομαλό πολιτικό πλαίσιο.
Η γεωγραφική θέση του εξωαστικού ιερού ήταν πολυσήμαντη. Αρχικά οριοθετούσε τα σύνορα της χώρας της πόλεως. Τοποθετημένα στην άκρη μιας πεδιάδας, κοντά σε μια ακτή ή ένα δάσος και πάντα σε οπτική επαφή με την πόλη, ο ναός συμβόλιζε νοητικά και πρακτικά τα όρια της επικράτειας. Καταπάτηση του ιερού σήμαινε την καταπάτηση του χώρου της πόλεως και προκλητική ενέργεια που συχνά οδηγούσε σε πολεμική σύγκρουση. Αποτελούσε λοιπόν γεωγραφικό όριο και σύνορο. Αλλά όχι μόνο αυτό. Η λειτουργία του ιερού είναι θρησκευτική και η πίστη είναι μια πνευματική λειτουργία που δε χωρίζει αλλά ενώνει. Συνεπώς ένα εξωαστικό ιερό ανάμεσα σε δυο πόλεις και η γιορτή του τιμώμενου Θεού ήταν μια ευκαιρία για τους κατοίκους των όμορων περιοχών να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν, να διασκεδάσουν και να τιμήσουν την εορτή μαζί.
Ακόμα πιο σημαντική λειτουργία ήταν αυτή του ελέγχου της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ηραίον του Άργους. Οι Αργείοι ήλεγχαν το ιερό το οποίο δέσποζε σε όλη την αργολική πεδιάδα. Οπτική επαφή με το ναό είχαν και οι πόλεις των Μυκηνών, της Τίρυνθας, του Ναυπλίου. Συνεπώς η κατοχή του ιερού συμβόλιζε τον τυπικό ή και πρακτικό (πολιτικό και στρατιωτικό) έλεγχο όλης της αργολικής πεδιάδος και αυτό ήταν αδιαμφισβήτητο. Σε ένα άλλο παράδειγμα η Αθήνα, με το ναό της Αρτέμιδος Βραυρώνας και του Ποσειδώνα στο Σούνιο, ο έλεγχος της Ελευσίνας και του ναού της Δήμητρας- Κόρης, το Αμφιαράειο αποτελούσαν τυπικά σύνορα και αποδείξεις ελέγχου της περιοχής από τους Αθηναίους. Λειτουργώντας σαν ένα είδους φρουρίου, εξασφάλιζαν και υποδήλωναν αθηναϊκή επιρροή στα ανατολικά δυτικά νότια και βόρεια της πόλεως, κυκλώνοντας όλη την Αττική ως χώρα της πόλεως των Αθηνών. Πρέπει να πούμε τέλος πως η καταστροφή ενός εξωαστικού ιερού κατά τον πόλεμο αποτελούσε κύριο πλήγμα για την πολιτική ύπαρξη της πόλης και το ηθικό των πολιτών της, ιδιαίτερα δε στις μικρές πόλεις που τα ιερά αυτά αποτελούσαν τα κύρια ή και μοναδικά ιερά τους. Εξαίρεση και πάλι οι πόλεις που διέθεταν Ακρόπολη.
Συνεπώς με τα παραπάνω στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψιν μας και τις άλλες πτυχές της λειτουργίας και της σημασίας των ιερών γενικότερα και των εξωαστικών ειδικότερα, φτάνουμε εύκολα στο συμπέρασμα ότι τα ιερά αυτά είχαν διπλή αξια: Αφενός συναποτέλεσαν σημείο εκκίνησης στη δημιουργία της πόλεως-κράτους, αφετέρου συνόδεψαν τις πόλεις όλη τη διάρκεια της πορείας τους ως φάροι δύναμης, επιρροης, πολιτισμού και πιστεως.
Η «αυτοδιόρθωση» της αθηναϊκής Δημοκρατίας και η γραφή παρανόμων
Γυρίζοντας, ωστόσο, αρκετούς αιώνες πίσω, διαπιστώνουμε πως στην αρχαία Αθήνα, την κοιτίδα της δημοκρατίας, υπήρχαν και πρόβλεψη για τη θωράκιση από επιζήμιες αποφάσεις του «παραπλανημένου λαού» αλλά και τρόποι αποκατάστασης από τυχόν ζημίες.
Η Αθήνα των κλασικών χρόνων γέννησε την πιο εξελιγμένη μορφή δημοκρατίας πριν τη σύγχρονη εποχή. Το 508 π.Χ. ο αθηναϊκός λαός ξεσηκώθηκε απέναντι σε έναν ακόμα πολιτικό αρχηγό που αποπειράθηκε να εγκαταστήσει τυραννία. Τον έδιωξε, μαζί με τα ξένα στρατεύματα που στήριζαν την προσπάθειά του, ενώ συνέλαβε και εκτέλεσε τους αριστοκράτες υποστηρικτές του. Ο αθηναϊκός λαός δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί τους βίαιους ανταγωνισμούς της πολιτικής ελίτ. Στο αίτημά του για αλλαγές ανταποκρίθηκε ο Κλεισθένης που, με τις μεταρρυθμίσεις του, έδωσε δύναμη στην Εκκλησία του Δήμου και στη Βουλή - ένα νέο σώμα με 500 μέλη που αποτελούσαν τους τελικούς κριτές των λαϊκών αποφάσεων. Μέχρι το 450 π.Χ. οι πολίτες ενίσχυσαν τη νεόκοπη δημοκρατία, παίρνοντας αποφάσεις για εύρος θεμάτων και αναθέτοντας στον ίδιο το λαό την απονομή της δικαιοσύνης και την επίβλεψη των κρατικών αξιωματούχων.
Αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατίας ήταν η συμμετοχή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού πολιτών στη διακυβέρνηση. Θεωρητικά, όλοι οι Αθηναίοι πολίτες μπορούσαν να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις τις Εκκλησίας του Δήμου, να απευθύνονται σε αυτήν στους συμπολίτες τους, να συμμετέχουν στα δικαστήρια, αλλά και να διεκδικούν με κλήρο συμμετοχή στα αξιώματα.
Δημοκρατικό στην αφετηρία του, αυτό το σύστημα διακυβέρνησης δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τα κριτήρια που έπρεπε να πληρούν οι αξιωματούχοι δεν περιλάμβαναν την εμπειρία ή την καταλληλότητα, ενώ το γεγονός πως καθένας μπορούσε να εισηγηθεί και να στηρίξει την άποψή του ενίοτε οδηγούσε σε αρνητικά αποτελέσματα για την πόλη. Η συνειδητοποίηση αυτών των ατελειών οδήγησε στην εισαγωγή περιορισμών στη νομοθετική δύναμη -ή, μάλλον, ασυδοσία- του Δήμου, σε μια κορυφαία έκφραση λαϊκού αυτοπεριορισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της «αυτοδιόρθωσης» ήταν η γραφή παρανόμων, μια ποινική κατηγορία η οποία αφορούσε όσους παραβίαζαν το νόμο. Στην Αθήνα, οι νομοθετικές διαδικασίες ξεκινούσαν από τον Δήμο και κατέληγαν σε αυτόν. Κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να διατυπώσει νομοθετικές προτάσεις και να τις εισηγηθεί στους συμπολίτες του στην Εκκλησία του Δήμου. Εφόσον εγκρίνονταν από την Εκκλησία, οι προτάσεις αυτές γίνονταν ψηφίσματα, από τα οποία ορισμένα είχαν τον χαρακτήρα των σύγχρονών μας υπουργικών αποφάσεων ή διοικητικών πράξεων και άλλα την ισχύ νόμων. Αφότου ένα ψήφισμα είχε εγκριθεί από την Εκκλησία του Δήμου, κάθε πολίτης μπορούσε να οδηγήσει τον εισηγητή του -του οποίου το όνομα αναγραφόταν στο ψήφισμα- σε δίκη, υποστηρίζοντας πως ήταν επιζήμιο και αντέβαινε στους νόμους της πόλης («ως παρά τους νόμους το ψήφισμ' είρηται» και «ασύμφορον έστι τη πόλει...», Δημοσθένης, Κατά Αριστοκράτους 23.18). Όταν ξεκινούσε μια τέτοια δίκη, το ψήφισμα έπαυε να ισχύει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε ένα από τα λαϊκά δικαστήρια της πόλης. Εάν ο εισηγητής κρινόταν ένοχος για αντισυνταγματική συμπεριφορά, το ψήφισμα ακυρωνόταν αυτόματα και ο εισηγητής τιμωρούνταν με πρόστιμο ή και θάνατο. Τρεις καταδίκες οδηγούσαν τον κατηγορούμενο σε ατιμία, δηλαδή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Το μέτρο της γραφής παρανόμων άρχισε να ισχύει στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Αρχικά χρησίμευσε ως προστασία της δημοκρατίας και δικλείδα ασφαλείας απέναντι σε όσους την απειλούσαν. Στόχος του ήταν κυρίως να περιορίσει τα δεινά που οφείλονταν στην κατάχρηση της παντοδυναμίας του Δήμου, ιδίως όταν αυτός παρασυρόταν από ιδιοτελείς προτάσεις ή δημαγωγία. Τρία, κυρίως, στοιχεία αυτής της πρακτικής έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους σύγχρονούς μας. Το πρώτο είναι η δυνατότητα κάθε πολίτη να παρέμβει καίρια για θέματα που αφορούσαν το δημόσιο συμφέρον. Δεύτερο στοιχείο είναι η διερεύνηση και διευθέτηση του προβλήματος από τον ίδιο τον λαό. Σε αντίθεση με τα ισχύοντα στη σύγχρονη εποχή, όπου οι νομοθετικές αποφάσεις κρίνονται από ολιγομελή αντιπροσωπευτικά σώματα και κάποτε υπάρχει η δυνατότητα της άσκησης βέτο, στην αρχαία Αθήνα ήταν ο ίδιος ο λαός, ως σώμα δικαστών, που έκρινε τις αποφάσεις των πολιτών στην Εκκλησία. Τρίτο ήταν η αποδοχή της ατομικής ευθύνης, η οποία δεν περιοριζόταν στους αξιωματούχους αλλά επεκτεινόταν σε πρόσωπα που δεν κατείχαν δημόσιο αξίωμα. Η γραφή παρανόμων δεν στρεφόταν εναντίον του Δήμου, αλλά εναντίον των πολιτών που τον παρέσυραν σε παράνομες και βλαπτικές αποφάσεις.
Η εφαρμογή του μέτρου δεν ήταν απρόσκοπτη. Το πρώτο πλήγμα ήρθε το 411 π.Χ., όταν δύο ολιγαρχικοί προσπάθησαν και πέτυχαν να εγκαθιδρύσουν στην πόλη ολιγαρχικό πολίτευμα. Οι μεθοδεύσεις τους που προηγήθηκαν του «πραξικοπήματος» περιλάμβαναν μεταξύ άλλων τη χρήση της γραφής παρανόμων για να ελεγχθεί ο λαός και να παρεμποδιστούν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Η γραφή παρανόμων εφαρμόστηκε ξανά στον 4ο αιώνα π.Χ., με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, και χρησιμοποιήθηκε συχνά στη διάρκειά του. Λειτούργησε τόσο προληπτικά, αποθαρρύνοντας όσους ήθελαν να εξαπατήσουν τον Δήμο, όσο και κατασταλτικά, οδηγώντας στην ακύρωση προβληματικών αποφάσεων. Ωστόσο, όπως μαρτυρούν οι αρχαίες πηγές, η χρήση της δεν ήταν πάντοτε η ενδεδειγμένη. Παρότι θεσμοθετήθηκε ως μέτρο για την προστασία της δημοκρατίας, η γραφή παρανόμων χρησιμοποιήθηκε ορισμένες φορές για να πλήξει πολιτικούς αντιπάλους και έγινε δημοφιλής μέθοδος για την υποβολή κατηγορίας εναντίον εξεχόντων πολιτικών ανδρών που υπέβαλλαν συχνά προτάσεις στην Εκκλησία. Σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται πως ορισμένες φορές αντικατέστησε τον οστρακισμό που είχε καταργηθεί από το 416 π.Χ. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε για την τακτοποίηση «προσωπικών λογαριασμών», με αληθινές αλλά και με ψευδείς κατηγορίες. Εκτός από τη χρήση του για ίδιους σκοπούς, το μέτρο ενίοτε έφερε αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά, καθώς χρησιμοποιήθηκε για να εμποδίσει μεταρρυθμίσεις και θεσμικές αλλαγές που κρίνονταν αναγκαίες από τον λαό.
Η σοβαρότητα των ποινών που αφορούσαν τη γραφή παρανόμων έκανε τους Αθηναίους να αναζητήσουν τρόπους για να την αποφύγουν. Για παράδειγμα, προκειμένου να παρακάμψουν οι ίδιοι τον κίνδυνο μιας κατηγορίας, οι ρήτορες, οι πιο σταθεροί αγορητές στην Εκκλησία του Δήμου, έβαζαν συχνά βοηθούς τους να εμφανιστούν ως εισηγητές των πιο «επισφαλών» προτάσεων, κρατώντας για τον εαυτό τους το ρόλο του απλού υποστηρικτή τους. Επίσης, βρήκαν ένα «παραθυράκι», μια διαδικασία που απομάκρυνε από τον εισηγητή μιας πρότασης τις κυρώσεις της γραφής παρανόμων. Πρόκειται για τη διαδικασία της «άδειας», σύμφωνα με την οποία ένας πολίτης ζητούσε εκ των προτέρων από το Δήμο να δώσει την συγκατάθεσή του για να κάνει μια παράνομη πρόταση. Αν έπαιρνε την άδεια, προχωρούσε χωρίς φόβο να κατηγορηθεί. Για να πάρει, ωστόσο, την άδεια χρειαζόταν να εξασφαλίσει στην ψηφοφορία που ακολουθούσε τουλάχιστον 6000 ψήφους, όπως ακριβώς προβλεπόταν για τον οστρακισμό.
Η ενθουσιώδης συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας οδήγησε σε άτακτη παραγωγή ψηφισμάτων και αυτή, με τη σειρά της, σε μια «άναρχη πολυνομία», κατά τον Μιχάλη Σακελλαρίου. Αυτή η συνειδητοποίηση, η οποία περιστασιακά θεραπεύτηκε και από τη γραφή παρανόμων, ωρίμασε την ανάγκη για μετάβαση από τη ριζοσπαστική φάση της δημοκρατίας σε μια ηπιότερη. Σε αυτό το πλαίσιο, στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. οι αθηναϊκοί νόμοι εκκαθαρίστηκαν από τη Βουλή, δημιουργήθηκε ο θεσμός των νομοθετών, ενώ θεσμοθετήθηκε επίσης η ετήσια αναθεώρηση νόμων (επιχειροτονία). Έκτοτε, η γραφή παρανόμων μπορούσε να ισχύσει για ψηφίσματα, όχι όμως πλέον για τους νόμους.
----------------------
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος
Δημοσθένης, Κατά Νεαίρας
Δημοσθένης, Περί Στεφάνου
Ι. Giannadaki, "The time limit (prothesmia) in the graphe paranomon", Dike 17 (2014), 15-34
E. M. Harris - L. Rubinstein (επιμ.), The Law and the Courts in ancient Greece (Λονδίνο 2004)
D. Pritchard, War, Democracy and Culture in Classical Athens (Καίμπριτζ 2014)
Μ. Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία (Ηράκλειο 1999)
H. Yunis, "Law, Politics, and the Graphe Paranomon in Fourth-Century Athens", GRBS 29 (1988) 361-82.
Το κλέος ἄφθιτον του Αχιλλέα
Η ιλιαδική αυτή νόρμα αξιών προβληματοποιείται και δραματοποιείται με το κλέος του Αχιλλέα, που αντιπροσωπεύει όχι μόνο τις απαιτήσεις αλλά και τις αντιφάσεις της ηρωικής ζωής. Ο χολωμένος γιος της Θέτιδας, σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας στη σκηνή της «Πρεσβείας», αντιδρώντας στην πρόταση του Οδυσσέα να επιστρέψει στη μάχη ενόψει τιμών και κύδους, αναφέρεται στη διπλή του μοίρα, όπως, λέει, του την είπε κάποτε η μητέρα του (I 412-416):
Αν μένοντας εδώ πολεμώ γύρω από την πόλη των Τρώων, είναι χαμένος για μένα ο γυρισμός [νόστος], η δόξα μου όμως θα είναι αθάνατη [κλέος ἄφθιτον ἔσται]. Αν πάλι γυρίσω στο σπίτι μου στην αγαπημένη μου πατρική γη, είναι χαμένη για μένα η μεγάλη δόξα [κλέος ἐσθλόν], θα ζήσω όμως πολλά χρόνια, και ούτε που θα με βρει γρήγορα το τέλος του θανάτου.
Το δίλημμα του Αχιλλέα εμφανίζεται κατ᾽ αρχάς ως παράδοξο, δεδομένου» ότι είναι ο μόνος ήρωας στην Ιλιάδα που γνωρίζει ότι είναι «ολιγόζωος» (μινυνθάδιος, ὠκύμορος), ότι δεν πρόκειται να ζήσει για πολύ. Η Θέτιδα στην Ιλιάδα δεν του θέτει παρόμοιο δίλημμα, προλέγει όμως τον επικείμενο θάνατό του (Σ 95-96). Ωστόσο, ο ήρωας σ᾽ αυτό το σημείο της ιλιαδικής αφήγησης, βυθισμένος στον εγωκεντρικό του θυμό για την προσβολή της τιμής του από τον Αγαμέμνονα, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο έξω από τη νόρμα της ηρωικής ηθικής, που θέλει την τιμή και το κλέος να εξαρτώνται από το εὖχος. Ο οργισμένος ήρωας, αρνούμενος να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό με τον βασιλιά των Αχαιών, απειλεί να επιστρέψει στη Φθία, γιατί, όπως έχει ήδη δηλώσει: «τίποτε δεν αξίζει όσο η ζωή» του (I 401). Εξ αποτελέσματος ωστόσο το δίλημμα για κλέος δίχως νόστο ή για νόστο χωρίς κλέος δηλώνεται από τον Αχιλλέα στον Οδυσσέα, για να επιτονιστεί με τραγικό τρόπο το αναπόφευκτο της πρώτης επιλογής.
Με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του κλέους του Αχιλλέα συνδέεται το επίθετο ἄφθιτον («που δεν φθίνει, δεν μαραίνεται και δεν αποσυντίθεται»), λέξη που μόνον εδώ εμφανίζεται να συνοδεύει το κλέος. Η ρίζα (*φθι-) του επιθέτου (από το ρήμα φθίω/φθίνω, φθινύθω) παραπέμπει στον μαρασμό των φυτών, με τον οποίο συγκρίνεται η φυσική απόληξη της ζωής των ανθρώπων. Όπως λέει ο Απόλλωνας, σε αντίθεση προς τους θεούς, οι θνητοί (Φ 464-466):
σαν τα φύλλα κι αυτοί άλλοτε τρώνε τον καρπό της γης και είναι όλο φλόγα, και άλλοτε πεθαίνουν [φθινύθουσιν] χωρίς πνοή.
Το επίθετο ἄφθιτον αναιρεί τη φυσική διαδικασία (της άνθισης και του μαρασμού των φυτών)· κατ᾽ επέκταση, τον φυσικό κύκλο της ζωής των θνητών (της γέννησης και του θανάτου τους, πρβ. Ζ 145-149).
Μέχρι σήμερα δεν έχει συμφωνηθεί αν η έκφραση κλέος ἄφθιτον είναι μια γενική λογοτυπική έκφραση -κληρονομιά της ινδοευρωπαϊκής ηρωικής ποίησης- οπότε το ἄφθιτον κοσμεί απλώς το κλέος (ως αθάνατη δόξα)· ή αν η έκφραση είναι επινόηση του ποιητή, οπότε το ἄφθιτον προσδιορίζει με κατηγορηματικό τρόπο το κλέος (ως δόξα που θα μείνει αιώνια). Πάντως, το ἄφθιτον ἔσται είναι μετρικά ισοδύναμη έκφραση με αντίστοιχες εκφράσεις που αναφέρονται είτε στην έκταση του κλέους, στο πλαίσιο του παρόντος (κλέος οὐρανὸν ἵκει «που έχει φτάσει ως τον ουρανό», Θ 192, ι 20), είτε στη μελλοντική του διάρκεια (κλέος οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται «που δεν θα χαθεί ποτέ», Β 325, Η 91, ω 196). Στη σημασιολογική συγγένεια της έκφρασης ἄφθιτον ἔσται με το οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται εντοπίζεται η εξής ποιοτική διαφορά: το ἄφθιτον κοσμεί και άλλες λέξεις, εκτός από το κλέος, ενώ η περίφραση οὐ ποτ᾽ ὀλεῖται αναφέρεται μόνο στη δόξα που δεν θα χαθεί ποτέ.
Στην επική παράδοση οι λέξεις που περιγράφονται με το ἄφθιτον έχουν κοινό τους παρονομαστή το αστείρευτο ρεύμα του νερού, τη φωτιά, το σπέρμα ή το φυτικό απόσταγμα, όπως το κρασί. Στον βαθμό που και οι θεοί αναπαριστούν αυτές τις ουσίες/ιδιότητες, μπορεί να κατέχουν τον χαρακτηρισμό ἄφθιτον, όπως και τα αντικείμενα ή οι ιδιότητες που έχουν κατασκευάσει και τους ανήκουν: ἄφθιτον αἰεί, για παράδειγμα, είναι το σκήπτρο του Αγαμέμνονα (Β 46, 186) που έχει κατασκευάσει, μαζί με τα ἄμβροτα όπλα του Αχιλλέα, ο Ήφαιστος, ενώ ἄφθιτα μήδεα ονομάζονται οι ακατάλυτες βουλές του Δία (Ω 88).
Ο ποιητής έτσι έχει φροντίσει να δώσει εξαιρετική σημασία στο κλέος του Αχιλλέα, συνδέοντάς το με τον χώρο των θεών. Σ᾽ αυτό τον χώρο πρόκειται να ενταχθεί ο ήρωας, επιλέγοντας να πεθάνει στην Τροία για να κερδίσει κλέος ἄφθιτον. Σύμφωνα μάλιστα με τη μεθομηρική Αιθιοπίδα, που αποδίδεται στον Αρκτίνο, η Θέτιδα άρπαξε τον γιο της από τη νεκρική πυρά και τον μετέφερε στη Λευκὴν νῆσον, κατά κάποιον τρόπο αποθεώνοντάς τον. Στο ιλιαδικό έπος όμως αυτή η αναφορά που υμνεί τη θνητότητα των ηρώων αποσιωπάται. Ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα, όπως ένα λουλούδι, θα μαραθεί πάνω στη νιότη του (ἥβης ἄνθος, Ν 384), όμως το κλέος του δεν θα πέσει, επειδή δεν είναι προϊόν της φύσης αλλά της επικής αοιδής.
Εξάλλου, τον Αχιλλέα απασχολεί η επιβίωση της δόξας του μέσα στο επικό τραγούδι, ώστε και αυτός να γίνει αοίδιμος από τις μέλλουσες γενιές, όπως η Ελένη (Ζ 357-358). Στην αρχή της «Πρεσβείας» οι αχαιοί απεσταλμένοι βρίσκουν τον ήρωα, με τη σιωπηλή συντροφιά του Πατρόκλου, να τέρπεται με τη φόρμιγγά του - λάφυρο από την άλωση της πόλης του Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης (I 189-191):
Μ᾽ αυτήν εκείνος εύφραινε την ψυχή του και τραγουδούσε παλληκαριές αντρών [κλέα ἀνδρῶν]. Μονάχα ο Πάτροκλος καθόταν αντίκρυ του σωπαίνοντας και περίμενε πότε θα πάψει να τραγουδά ο εγγονός του Αιακού.
Με την εξαίρεση της Ελένης, που συστήνεται σαν να παίρνει τη σκυτάλη από τον ποιητή υφαίνοντας στον ιστό της τον πόλεμο Αχαιών και Τρώων (Γ 126-128), ο Αχιλλέας είναι ο μοναδικός ήρωας στην Ιλιάδα που, σαν ποιητής του εαυτού του, εμφανίζεται να ψάλλει κλέα ἀνδρῶν. Αν και πιθανολογείται ότι τα αοίδιμα κλέα συνδέονται με το κατόρθωμα της άλωσης της πόλης του πατέρα της Ανδρομάχης (πρβ. Ζ 395-397, 414-429) συνιστώντας ένα είδος μικρόκοσμου ως προς το θέμα της Ιλιάδας, το περιεχόμενο του τραγουδιού του ήρωα μένει αδήλωτο. Έχει ιδιαίτερη πάντως σημασία ότι εδώ ο Αχιλλέας, λίγο πριν παρατήσει τη φόρμιγγά του για να πιάσει τα όπλα, με μοναδικό και σιωπηλό ακροατή τον Πάτροκλο, ευφραίνεται με το βασικό θέμα, με το οποίο ο ποιητής τέρπει τους ακροατές του. Ο ποιητής έτσι παρουσιάζει λίγο πολύ ως ομότεχνό του τον κεντρικό ήρωα του έπους του.
Και ο Έκτορας ωστόσο κερδίζει αθάνατο κλέος, το οποίο θα συντηρείται και θα διαιωνίζεται με το σῆμα του. Όμως, το κλέος του τρωαδίτη ήρωα προϋποθέτει τον θάνατό του στην Ιλιάδα. Αντίθετα, ο θάνατος του «ολιγόζωου» Αχιλλέα, αν και από την αρχή του έπους προεξαγγέλλεται, διαρκώς αναβάλλεται και δεν εμφανίζεται, μετακινούμενος έξω από τη δράση του ιλιαδικού έπους. Εξάλλου, το κλέος του Αχιλλέα εμφανίζεται κάπως ασφαλέστερο από του Έκτορα. Τα μνημεία, όπως προβλέπεται τουλάχιστον για το ένδοξο τείχος των Αχαιών (Η 451, Μ 17-30), μπορεί μετά το τέλος του τρωικού πολέμου να γκρεμιστούν, για να τα θυμούνται οι μέλλουσες γενιές μόνο μέσα από την επική αοιδή.
Άλλοι ιλιαδικοί ήρωες, όπως ο Σαρπηδόνας και ο Έκτορας, οδηγούνται στο κλέος ενόψει τιμών και της αἰδοῦς, υπερασπιζόμενοι τον λαό και την πόλη τους. Ο Αχιλλέας θα κερδίσει ἄφθιτον κλέος με διαφορετικό τρόπο. Αρνούμενος τιμές, δώρα και φιλότητα, επιστρέφει στη μάχη, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, την προσβεβλημένη δική του τιμή, και για να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του Πατρόκλου. Η μῆνις καθήλωσε τον ήρωα στην αποχή του από τον πόλεμο, στερώντας του το ορθόδοξο κλέος που διεκδικούν άλλοι επιφανείς ήρωες. Την ίδια όμως στιγμή, εξαιτίας ακριβώς της πολεμικής του αδράνειας, ο ήρωας θα μείνει για να πεθάνει στην Τροία κερδίζοντας αιώνια δόξα. Και το κλειδί, το εξιλαστήριο θύμα, για τον ένδοξο θάνατο του ήρωα στην Ιλιάδα είναι ο σιωπηλός ακροατής της αοιδής του, ο Πάτροκλος. Ο θάνατος του αγαπημένου εταίρου από τον Έκτορα φέρνει τον Αχιλλέα στη μάχη και τον βάζει στην τροχιά του δικού του θανάτου (Σ 95-96). Από απόσταση ο θάνατος του Πατρόκλου είναι κλέος ἐσθλόν (Ψ 280). Από κοντά ωστόσο η απώλειά του μεταφράζεται σε ἄχος (Σ 22) και πένθος (Σ 73, πρβ. Ψ 283), που οδηγεί τον Αχιλλέα στην κατάκτηση του δικού του κλέους (Σ 121):
Τώρα όμως θα ήθελα να πάρω δόξα μεγάλη [κλέος ἐσθλόν].
Αφήστε τα πράγματα να φύγουν
Κάποιος πρέπει πάντα να ξέρει πότε ένα στάδιο τελειώνει. Αν επιμένουμε να μένουμε περισσότερο από τον αναγκαίο χρόνο, χάνουμε τη χαρά και το νόημα των άλλων σταδίων που πρέπει να περάσουμε. Κλείσιμο κύκλων, κλείσιμο ανοιχτής πόρτας, τέλος του κεφαλαίου ό,τι όνομα και να δώσουμε, αυτό που είναι σημαντικό είναι να αφήνουμε τις στιγμές της ζωής που έχουν τελειώσει, στο παρελθόν.Μπορείς να πεις στον εαυτό σου ότι δεν θα κάνεις άλλο βήμα μέχρι να βρεις γιατί πράγματα που ήταν σημαντικά και σταθερά στη ζωή σου έγιναν σκόνη, έτσι απλά. Αλλά, μια τέτοια στάση μπορεί να προκαλέσει πολύ άγχος σε όσους/ες εμπλέκονται: τους γονείς, το/τη σύζυγο, τους φίλους, τα παιδιά σου, την αδερφή σου. Όλοι κλείνουν κεφάλαια, γυρνάνε φύλλα, συνεχίζουν τη ζωή και θα νιώθουν άσχημα να σε βλέπουν εσένα σταθερά ακίνητο, σε ένα σημείο.
Τα γεγονότα περνάνε και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα αφήσουμε πραγματικά να φύγουν.
Για αυτό είναι τόσο σημαντικό (ανεξάρτητα πόσο επώδυνο μπορεί να είναι) να καταστρέφεις σουβενίρ, να κινείσαι, να δίνεις πολλά πράγματα σε ορφανά, να πουλάς ή να χαρίζεις βιβλία που έχεις στο σπίτι. Οτιδήποτε υπάρχει στον ορατό κόσμο είναι εκδήλωση του αόρατου κόσμου, αυτού που συμβαίνει στην ψυχή μας – και το να απαλλάσσεσαι από συγκεκριμένες αναμνήσεις επίσης σημαίνει να δημιουργήσεις χώρο για νέες αναμνήσεις που θα αντικαταστήσουν τις παλιές.
Αφήστε τα πράγματα να φύγουν. Απελευθερώστε τα. Αποκοπείτε από αυτά.
Κανείς δεν παίζει τη ζωή με σημαδεμένα χαρτιά, οπότε κάποιες φορές κερδίζουμε και κάποιες χάνουμε. Μην περιμένετε τίποτα σε ανταπόδοση, μην περιμένετε οι προσπάθειές σας να αναγνωριστούν, η ευφυΐα σας να ανακαλυφθεί, η αγάπη σας να γίνει κατανοητή.
Σταματήστε να ανάβετε τη συναισθηματική σας τηλεόραση για να παρακολουθείτε το ίδιο πρόγραμμα, αυτό που σας έδειξε πόσο πολύ υποφέρατε από απώλειες: αυτό σας δηλητηριάζει μόνο, τίποτε άλλο.
Τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από το να μην αποδεχόμαστε τις ερωτικές σχέσεις που διαλύονται, τη δουλειά που μας έταξαν αλλά ποτέ δεν ξεκίνησε, τις αποφάσεις που αναβάλλονται, περιμένοντας την «ιδανική στιγμή».
Πριν ξεκινήσει ένα κεφάλαιο, το παλιό πρέπει να τελειώσει: πείτε στον εαυτό σας ό,τι τελείωσε ποτέ δε θα επιστρέψει. Θυμηθείτε ότι υπήρχε καιρός που ζούσατε, χωρίς αυτό το πράγμα ή τον άνθρωπο- τίποτε δεν είναι αναντικατάστατο, μια συνήθεια δεν είναι ανάγκη. Αυτό μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, μπορεί να είναι δύσκολο αλλά είναι πολύ σημαντικό.
Κλείσιμο κύκλων. Όχι για χάρη του εγωισμού, της αλαζονείας, αλλά επειδή απλά δεν ταιριάζουν πια στη ζωή σας.
Κλείστε την πόρτα, αλλάξτε το δίσκο, καθαρίστε το σπίτι, τινάξτε τη σκόνη.
Σταματήστε να είστε αυτό που ήσασταν και αλλάξτε σε αυτό που είστε.
Για εκείνους που το χρειάζονται αυτό σήμερα...
Είσαι ισχυρός ... όταν πάρεις τη θλίψη σου και της διδάξεις να χαμογελάει.
Είσαι γενναίος ...
όταν θα ξεπεράσεις τον φόβο σου, και βοηθήσεις τους άλλους να κάνουν το ίδιο.
Είσαι ευτυχισμένος ...
όταν βλέπεις ένα λουλούδι, και είσαι ευγνώμων για αυτή την ευλογία.
Είσαι τρυφερός ...
όταν ο δικός σου πόνος, δεν τυφλώνει τον πόνο των άλλων.
Είσαι σοφός ...
όταν ξέρεις τα όρια της σοφίας σου.
Είσαι αληθινός ...
όταν παραδέχεσαι ότι υπάρχουν φορές, που κοροϊδεύεις τον εαυτό σου.
Είσαι ζωντανός ...
όταν η αυριανή ελπίδα σημαίνει περισσότερα για εσένα, απ' ότι το χθεσινό λάθος.
Είσαι μεγάλος ...
όταν ξέρεις τι είσαι, αλλά όχι αυτό που πρόκειται να γίνεις.
Είσαι ελεύθερος ...
όταν έχεις τον έλεγχο του εαυτού σου, και δεν εύχεσαι να ελέγχεις τους άλλους.
Είσαι αξιότιμος ...
όταν βρεις την τιμή σου, ώστε να μπορείς να τιμήσεις τους άλλους.
Είσαι γενναιόδωρος ...
όταν μπορείς να πάρεις τόση γλύκα, όση μπορείς και να δώσεις.
Είσαι ταπεινός ...
όταν δεν ξέρεις πόσο ταπεινός είσαι.
Είσαι στοχαστικός ...
όταν με βλέπεις όπως ακριβώς είμαι, και μου φέρεσαι απλά, όπως ακριβώς είσαι εσύ.
Είσαι ελεήμων ...
όταν θα συγχωρήσεις στους άλλους, τα λάθη που καταδικάζεις στον εαυτό σου.
Είσαι όμορφος ...
όταν δεν χρειάζεσαι έναν καθρέφτη για να σου το πει.
Είσαι πλούσιος ...
όταν ποτέ δεν χρειάζεσαι, περισσότερα από όσα έχεις.
Εσύ είσαι εσύ ...
όταν βρίσκεσαι σε ειρήνη... τότε ποιος δεν είναι?...!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)


